Η πρωτότυπη γλωσσική έκδοση πορτογαλικά αυτής της σελίδας τροποποιήθηκε πρόσφατα. Η γλωσσική έκδοση που βλέπετε τώρα βρίσκεται στο στάδιο της μετάφρασης.
Swipe to change

Προθεσμίες των διαδικασιών

Πορτογαλία
Περιεχόμενο που παρέχεται από
European Judicial Network
Ευρωπαϊκό Δικαστικό Δίκτυο (για αστικές και εμπορικές υποθέσεις)

1 Ποια είναι τα είδη προθεσμιών που εφαρμόζονται στις αστικές διαδικασίες;

Οι δικονομικές προθεσμίες μπορεί να είναι προθεσμίες ενέργειας όταν αποσβένουν το δικαίωμα ενέργειας της πράξης, ή προπαρασκευαστικές όταν μεταθέτουν για συγκεκριμένη στιγμή τη δυνατότητα ενέργειας της πράξης ή το χρονικό σημείο έναρξης της προθεσμίας.

Οι δικονομικές προθεσμίες υπόκεινται στους κανόνες των άρθρων 138 έως 143 του πορτογαλικού Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας.

Οι κανόνες που προβλέπονται στα άρθρα 278, 279 και 296 του πορτογαλικού Αστικού Κώδικα ισχύουν για τον υπολογισμό των δικονομικών προθεσμιών ή των προθεσμιών που τάσσονται από τα δικαστήρια.

Όσον αφορά τις προθεσμίες σε αστικές υποθέσεις, ο χρόνος και ο αντίκτυπός τους στις έννομες σχέσεις διέπονται από τα άρθρα 296 έως 333 του Αστικού Κώδικα.

Ειδικότερα, όσον αφορά την παραγραφή και τις αποσβεστικές προθεσμίες, ισχύουν αντιστοίχως οι κανόνες που προβλέπονται στα άρθρα 300 έως 327 και 328 έως 333 του Αστικού Κώδικα.

2 Κατάλογος των αργιών που προβλέπονται βάσει του κανονισμού (ΕΟΚ, Ευρατόμ) αριθ. 1182/71, της 3ης Ιουνίου 1971.

Γι’ αυτόν τον σκοπό, η Πορτογαλία έχει γνωστοποιήσει στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή τις ακόλουθες επίσημες αργίες:

1η Ιανουαρίου· 10 Απριλίου (Μεγάλη Παρασκευή)·  12 Απριλίου (Κυριακή του Πάσχα)· 25 Απριλίου· Πρωτομαγιά 10 Ιουνίου· 11 Ιουνίου (Αγία Δωρεά)· 15 Αυγούστου· 5 Οκτωβρίου· 1η Νοεμβρίου· 1η, 8 και 25 Δεκεμβρίου.

Ο κατάλογος αυτός δημοσιεύθηκε από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, 2020/C 31/03, ο οποίος είναι διαθέσιμος εδώ.

Πρέπει να σημειωθεί ότι ο κατάλογος αυτός κοινοποιείται από τα κράτη μέλη στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή κάθε χρόνο και ότι υπάρχουν κινητές αργίες οι οποίες δεν συμπεριλαμβάνονται στις ημερομηνίες του καταλόγου.

3 Ποιοι είναι οι ισχύοντες γενικοί κανόνες για τις προθεσμίες στις διάφορες αστικές διαδικασίες;

Ο γενικός κανόνας στην πορτογαλική πολιτική δικονομία προβλέπει ότι, ελλείψει ειδικής διάταξης, η προθεσμία των διαδίκων να προβούν σε οποιαδήποτε πράξη ή διαδικασία, αίτηση ακύρωσης, υποβολή πρόσθετων ισχυρισμών ή άσκηση οποιουδήποτε δικονομικού δικαιώματος, ανέρχεται σε 10 ημέρες η προθεσμία του αντιδίκου να απαντήσει στους ισχυρισμούς είναι επίσης 10 ημέρες (άρθρο 149 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας).

4 Όταν μια πράξη ή μια διατύπωση πρέπει να διενεργηθεί εντός μιας συγκεκριμένης προθεσμίας, ποιο είναι το χρονικό σημείο έναρξης της προθεσμίας;

Ως γενικός κανόνας ισχύει ότι η προθεσμία για οποιαδήποτε απάντηση αρχίζει από την ημερομηνία επίδοσης της συγκεκριμένης πράξης (άρθρο 149 παράγραφος 2 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας).

Οι κοινοποιήσεις προς τους διαδίκους κατά τη διάρκεια της διαδικασίας γίνονται προς τους δικαστικούς εκπροσώπους (mandatários judiciais) τους.

Όταν η κοινοποίηση στοχεύει να κληθεί ένας διάδικος να παραστεί αυτοπροσώπως, πέραν της κοινοποίησης προς τον δικαστικό εκπρόσωπό του, αποστέλλεται και στον ίδιο κοινοποίηση με συστημένη επιστολή, στην οποία αναφέρεται η ημερομηνία, ο τόπος και ο σκοπός της εμφάνισης.

Οι δικαστικοί εκπρόσωποι λαμβάνουν κοινοποίηση με ηλεκτρονικά μέσα (υπουργική απόφαση αριθ. 280/13 της 26ης Αυγούστου 2013, που διατίθεται στον σύνδεσμο http://www.pgdlisboa.pt/leis/lei_mostra_articulado.php?nid=1967&tabela=leis&so_miolo=S), και το σύστημα ΤΠ πιστοποιεί την ημερομηνία κατά την οποία πραγματοποιείται η κοινοποίηση, η οποία θεωρείται ότι πραγματοποιήθηκε την τρίτη ημέρα μετά την ημερομηνία αυτή ή, εάν η εν λόγω ημερομηνία δεν είναι εργάσιμη, την πρώτη εργάσιμη ημέρα μετά απ’ αυτήν.

Η επίδοση με συστημένη επιστολή και απόδειξη παραλαβής θεωρείται ότι έγινε κατά την ημέρα υπογραφής της απόδειξης παραλαβής και ότι κοινοποιήθηκε στον παραλήπτη, ακόμη και εάν η απόδειξη παραλαβής υπογράφηκε από τρίτο πρόσωπο, θεωρείται δε, εκτός εάν υπάρχει απόδειξη για το αντίθετο, ότι η επιστολή επιδόθηκε αμελλητί στον παραλήπτη (άρθρο 230 παράγραφος 1 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας).

Σε περίπτωση διαδικασιών για την εκπλήρωση χρηματικών υποχρεώσεων που απορρέουν από γραπτές συμβάσεις, σύμφωνα με τις οποίες τα μέρη έχουν επιλέξει τόπο επιδόσεων, η κοινοποίηση ή η επίδοση γίνεται με ταχυδρομική αποστολή στη διεύθυνση που έχουν επιλέξει τα μέρη, υπό την προϋπόθεση ότι η αξία της ένδικης διαφοράς δεν υπερβαίνει τα 30 000,00 ευρώ ή, σε περίπτωση που η αξία της ένδικης διαφοράς υπερβαίνει το ποσό αυτό, όταν υπάρχει υποχρέωση συνεχιζόμενης παροχής αγαθών ή υπηρεσιών. Σε περίπτωση που ο παραλήπτης αρνηθεί να υπογράψει το αποδεικτικό παραλαβής ή να παραλάβει την επιστολή, ο ταχυδρομικός υπάλληλος συντάσσει αναφορά του περιστατικού πριν από την επιστροφή της επιστολής, συνεπώς η επίδοση θεωρείται ότι έχει γίνει με βάση την καταγραφή του περιστατικού. Το γεγονός από το οποίο ξεκινά η προθεσμία είναι η ημερομηνία κατά την οποία καταγράφεται το περιστατικό (άρθρο 229 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας).

Εάν η επιστολή επιστράφηκε διότι ο παραλήπτης δεν την παρέλαβε από την ταχυδρομική υπηρεσία εντός της προβλεπόμενης προθεσμίας ή εάν άλλο πρόσωπο από εκείνο στο οποίο πρέπει να γίνει η επίδοση αρνηθεί να υπογράψει την απόδειξη παραλαβής ή να παραλάβει την επιστολή, η επίδοση επαναλαμβάνεται και αποστέλλεται άλλη συστημένη επιστολή με απόδειξη παραλαβής στο πρόσωπο στο οποίο πρέπει να γίνει η επίδοση. Στην περίπτωση αυτή, η επιστολή -με τήρηση των επίσημων διατυπώσεων- παραδίδεται μαζί με αντίγραφο όλων των υποχρεωτικών στοιχείων. Ο ταχυδρομικός υπάλληλος οφείλει να καταχωρήσει την ημερομηνία και τον ακριβή τόπο παράδοσης της επιστολής και να διαβιβάσει αμέσως την έκθεση επιδόσεως στο δικαστήριο.

Σε περίπτωση που δεν είναι δυνατή η τοποθέτηση της επιστολής στο γραμματοκιβώτιο του προσώπου προς το οποίο γίνεται η επίδοση, ο ταχυδρομικός υπάλληλος αφήνει ειδοποίηση στον παραλήπτη. Σ’ αυτή την περίπτωση, θεωρείται ότι έγινε επίδοση κατά την ημερομηνία που καταχωρίστηκε από τον ταχυδρομικό υπάλληλο ή εάν ο υπάλληλος άφησε ειδοποίηση, κατά την όγδοη μέρα μετά την ημερομηνία αυτή (ο παραλήπτης ενημερώνεται σχετικά, με την πιο πρόσφατη επιστολή που του έχει αποσταλεί). Από αυτή η χρονική στιγμή αρχίζει η δικονομική προθεσμία που είχε ως εναρκτήριο γεγονός την επίδοση.

Όταν η επίδοση γίνεται μέσω δικαστικού αντιπροσώπου, δικαστικού επιμελητή ή δικαστικού υπαλλήλου, η προθεσμία αρχίζει από το χρονικό σημείο υπογραφής της απόδειξης παραλαβής από το πρόσωπο στο οποίο έγινε η επίδοση.

Ο Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας προβλέπει ότι προπαρασκευαστική προθεσμία σε συνάρτηση με τη γεωγραφική απόσταση μεταξύ του τόπου της επίδοσης και του δικάζοντος δικαστηρίου ή λόγω του γεγονότος ότι η επίδοση δεν πραγματοποιήθηκε προσωπικά στον παραλήπτη. Σ’ αυτές τις περιπτώσεις, η προπαρασκευαστική προθεσμία προστίθεται στην προθεσμία ενέργειας και θεωρούνται μία ενιαία προθεσμία.

Η επίδοση γίνεται μέσω δημόσιων ανακοινώσεων και δημοσιεύσεων όταν δεν είναι γνωστή η διεύθυνση του προσώπου προς το οποίο γίνεται η επίδοση, και ακολούθως δημοσιεύεται ανακοίνωση σε δημόσιο ιστότοπο (άρθρο 24 της υπουργικής απόφασης αριθ. 280/13, της 26ης Αυγούστου 2013). Στο πλαίσιο αυτό, η επίδοση θεωρείται ότι πραγματοποιήθηκε την ημέρα δημοσίευσης της ανακοίνωσης. Η προθεσμία της παρέκτασης αρχίζει να τρέχει από την ημερομηνία της επίδοσης. Μόλις αυτή λήξει, αρχίζει να τρέχει η προθεσμία για την υποβολή μέσου άμυνας.

5 Μπορεί η έναρξη της προθεσμίας να επηρεαστεί ή να τροποποιηθεί από τον τρόπο κοινοποίησης ή επίδοσης εγγράφων (προσωπική επίδοση από δικαστικό επιμελητή ή ταχυδρομική επίδοση);

Ναι. Βλέπε σχετικά την απάντηση στην προηγούμενη ερώτηση.

6 Αν η επέλευση ενός γεγονότος αποτελεί την έναρξη της προθεσμίας, η ημέρα επέλευσης του γεγονότος συνεκτιμάται στον υπολογισμό της προθεσμίας;

Δεν συνεκτιμάται η ημέρα κατά την οποία έλαβε χώρα η πράξη, το γεγονός, η απόφαση, η επίδοση ή η κοινοποίηση [άρθρο 279 στοιχείο b) του Αστικού Κώδικα].

7 Όταν μια προθεσμία προσδιορίζεται κατά ημέρες, ο αριθμός των αναφερόμενων ημερών περιλαμβάνει τις ημερολογιακές ημέρες ή τις εργάσιμες ημέρες;

Εάν η προθεσμία για τη διενέργεια διαδικαστικής πράξης λήγει κατά την ημέρα που τα δικαστήρια είναι κλειστά, η προθεσμία παρατείνεται μέχρι την επόμενη εργάσιμη ημέρα (άρθρο 138ιδ παράγραφος 2 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας).

Οι δικαστικές διακοπές διαρκούν από τις 22 Δεκεμβρίου έως τις 3 Ιανουαρίου, από την Κυριακή των Βαΐων έως τη Δευτέρα του Πάσχα και από τις 16 Ιουλίου έως τις 31 Αυγούστου.

Ο δικαστής μπορεί, με αιτιολογημένη διάταξη και αφού ακούσει τους διαδίκους, να αναστείλει τη δικονομική προθεσμία σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 269 παράγραφος 1 στοιχείο c) του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας.

8 Όταν η προθεσμία προσδιορίζεται κατά εβδομάδες, μήνες ή έτη;

Στον υπολογισμό οποιασδήποτε προθεσμίας δεν περιλαμβάνεται ούτε η ημέρα ούτε η ώρα (εφόσον η προθεσμία προσδιορίζεται σε ώρες) κατά την οποία σημειώνεται το περιστατικό από το οποίο και έπειτα αρχίζει να τρέχει η προθεσμία, σύμφωνα με το άρθρο 279 στοιχείο b) του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας.

9 Πότε λήγει η προθεσμία όταν προσδιορίζεται κατά εβδομάδες, μήνες ή έτη;

Σε περίπτωση που η προθεσμία προσδιορίζεται σε εβδομάδες, μήνες ή έτη και ξεκινά από μια συγκεκριμένη ημερομηνία, λήγει στις 24.00 της αντίστοιχης ημέρας της τελευταίας εβδομάδας, του τελευταίου μήνα ή του τελευταίου έτους. Σε περίπτωση που δεν υπάρχει αντίστοιχη ημέρα στον τελευταίο μήνα, η προθεσμία λήγει την τελευταία ημέρα του εν λόγω μήνα [άρθρο 279 στοιχείο c) του Αστικού Κώδικα].

10 Αν η προθεσμία λήγει Σάββατο, Κυριακή ή ημέρα δημόσιας αργίας ή μη εργάσιμη ημέρα, παρατείνεται μέχρι την πρώτη επόμενη εργάσιμη ημέρα;

Τα δικαστήρια λειτουργούν μόνο τις εργάσιμες ημέρες, ωστόσο εφόσον οι Κυριακή και οι αργίες θεωρούνται δικαστικές διακοπές, σε περίπτωση που μια προθεσμία λήγει Κυριακή ή σε αργία, η ημερομηνία λήξης μετατίθεται στην πρώτη εργάσιμη μέρα που ακολουθεί, εάν πρέπει να λάβει χώρα δικάσιμος για την επίδικη πράξη.

Ο κανόνας για τον υπολογισμό όλων των δικονομικών προθεσμιών είναι ότι η λήξη της προθεσμίας για τη διεξαγωγή της δικονομικής πράξης παρατείνεται μέχρι την επόμενη εργάσιμη ημέρα εφόσον συμπίπτει με ημέρα που τα δικαστήρια είναι κλειστά (άρθρο 138 παράγραφος 2 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας).

11 Υπάρχουν ορισμένες περιστάσεις στις οποίες παρατείνονται οι προθεσμίες; Από ποιες προϋποθέσεις εξαρτώνται οι παρατάσεις αυτές;

Οι νόμιμες δικονομικές προθεσμίες μπορούν να παραταθούν σε συγκεκριμένες περιπτώσεις που προβλέπονται από τον νόμο.

Επιτρέπεται η παράταση της προθεσμίας άπαξ και για την ίδια χρονική περίοδο, κατόπιν συμφωνίας των μερών (άρθρο 141 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας).

Ενδέχεται η προθεσμία να μην μπορεί να τηρηθεί λόγω δικαιολογημένου κωλύματος, δηλαδή γεγονότος που δεν καταλογίζεται στον διάδικο ή στους αντιπροσώπους ή τους δικαστικούς εκπροσώπους του και που εμποδίζει την έγκαιρη ενέργεια της πράξης (άρθρο 140 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας).

Το άρθρο 139 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας προσθέτει ότι, ανεξαρτήτως της ύπαρξης δικαιολογημένου κωλύματος, η ενέργεια της πράξης μπορεί να γίνει εντός των τριών πρώτων εργάσιμων ημερών μετά τη λήξη της προθεσμίας, και το κύρος της εξαρτάται από την άμεση καταβολή προστίμου, το οποίο καθορίζεται ως εξής:

α) εάν η πράξη ενεργείται την 1η ημέρα, το πρόστιμο ορίζεται στο 10 % του δικαστικού τέλους για τη διαδικασία ή την πράξη, μέχρι ανώτατου ορίου 1/2 λογιστικής μονάδας·

β) αν η πράξη ενεργείται την 2η ημέρα, το πρόστιμο ορίζεται στο 25 % του δικαστικού τέλους για τη διαδικασία ή την πράξη, με ανώτατο όριο τις 3 λογιστικές μονάδες·

γ) αν η πράξη ενεργείται την 3η ημέρα, το πρόστιμο ορίζεται στο 40 % του δικαστικού τέλους για τη διαδικασία ή την πράξη, με ανώτατο όριο τις 7 λογιστικές μονάδες.

12 Ποιες είναι οι προθεσμίες για την άσκηση ένδικων μέσων;

Η προθεσμία για την άσκηση ένδικων μέσων είναι 30 ημέρες από την κοινοποίηση της απόφασης (άρθρο 638 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας), η οποία μειώνεται σε 15 ημέρες για τις διαδικασίες ασφαλιστικών μέτρων και στις περιπτώσεις που προβλέπονται στο άρθρο 644 παράγραφος 2 και στο άρθρο 677 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας.

Εάν ένας διάδικος ερημοδικεί και δεν μπορεί να του γίνει η επίδοση σύμφωνα με το άρθρο 249 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, η προθεσμία άσκησης της έφεσης αρχίζει με τη δημοσίευση της απόφασης, εκτός εάν ο διάδικος παύσει να ερημοδικεί πριν από την εκπνοή της περιόδου. Σ’ αυτή την περίπτωση, η απόφαση ή η εντολή πρέπει να κοινοποιηθεί στα μέρη και η προθεσμία για την άσκηση της έφεσης αρχίζει την ημερομηνία επίδοσης της απόφασης.

Σε περίπτωση προφορικής διαταγής ή αποφάσεων που δημοσιεύονται κατά τη διάρκεια της διαδικασίας, η προθεσμία αρχίζει από την ημερομηνία της επίδοσης, υπό την προϋπόθεση ότι ο διάδικος είχε παραστεί ή είχε νομίμως κλητευθεί να παραστεί κατά τη δικάσιμο.

Σε περίπτωση που δεν απαιτείται κοινοποίηση, εκτός των περιπτώσεων που αναφέρονται ανωτέρω, η προθεσμία αρχίζει από την ημέρα κατά την οποία το διάδικο μέρος έλαβε γνώση της απόφασης.

Εντός της ιδίας προθεσμίας που ισχύει και για την άσκηση της έφεσης, ο εφεσίβλητος μπορεί να απαντήσει στους ισχυρισμούς του εκκαλούντος.

Ο εφεσίβλητος μπορεί να αμφισβητήσει την τήρηση της προθεσμίας υποβολής της έφεσης, καθώς και τη νομιμοποίηση του εκκαλούντος.

Σε περίπτωση που σκοπός της έφεσης είναι η επανεκτίμηση των καταχωρισμένων αποδεικτικών στοιχείων, η προθεσμία για την άσκηση και την άμυνα κατά της έφεσης αυξάνεται κατά 10 εργάσιμες ημέρες.

Σε περίπτωση που ο εφεσίβλητος αιτηθεί τη διεύρυνση του αντικειμένου της έφεσης, ο εκκαλών μπορεί να απαντήσει εντός 15 ημερών από την κοινοποίηση της αίτησης.

Σε περίπτωση που υπάρχουν περισσότεροι εκκαλούντες ή περισσότεροι εφεσίβλητοι, ακόμη και εάν εκπροσωπούνται από διαφορετικούς δικηγόρους, κάθε αίτηση που κατατίθεται υπάγεται σε ξεχωριστή προθεσμία. Η γραμματεία του δικαστηρίου είναι αρμόδια να διασφαλίζει ότι όλες οι υποθέσεις εισάγονται προς εκδίκαση εντός των προθεσμιών που ορίζονται από τον νόμο.

13 Μπορούν τα δικαστήρια να τροποποιήσουν τις προθεσμίες, ιδίως τις προθεσμίες εμφάνισης στο δικαστήριο, ή να καθορίσουν ειδική ημερομηνία εμφάνισης;

Οι νόμιμες προθεσμίες δεν μπορούν να συντμηθούν.

14 Εφόσον μια πράξη η οποία απευθύνεται σε διάδικο που κατοικεί σε τόπο όπου θα ετύγχανε παράτασης προθεσμίας κοινοποιείται σε τόπο όπου δεν παρέχεται η εν λόγω παράταση, το πρόσωπο αυτό χάνει το ευεργέτημα της εν λόγω προθεσμίας;

Ο εναγόμενος στον οποίο έχει επιδοθεί η αγωγή διαθέτει συγκεκριμένη προθεσμία για να αμυνθεί κατά της αγωγής. Η συγκεκριμένη προθεσμία μπορεί να παρεκταθεί όταν η αγωγή έχει επιδοθεί εκτός της περιφέρειας του αρμόδιου δικαστηρίου ενώπιον του οποίου θα διεξαχθεί η διαδικασία.

Το κριτήριο για την παρέκταση της προθεσμίας είναι να διενεργηθεί η επίδοση εκτός της περιφέρειας του δικαστηρίου ενώπιον του οποίου εκκρεμεί η διαδικασία και όχι ο τόπος κατοικίας του διαδίκου προς τον οποίο πραγματοποιείται η επίδοση (άρθρο 245 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας).

15 Ποιες είναι οι συνέπειες σε περίπτωση μη τήρησης των προθεσμιών;

Η λήξη της προθεσμίας ενέργειας συνεπάγεται την απώλεια του δικαιώματος ενέργειας της πράξης. Ωστόσο, η ενέργεια της πράξης είναι δυνατή εκτός της ταχθείσας προθεσμίας σε περίπτωση δικαιολογημένου κωλύματος και, ανεξαρτήτως αυτής της αιτίας, μπορεί επίσης να ενεργηθεί εντός τριών εργάσιμων ημερών από την παρέλευση της προθεσμίας, με άμεση καταβολή προστίμου σε περίπτωση μη υποβολής (άρθρο 139 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας).

16 Αν λήξει η προθεσμία, ποια ένδικα μέσα παρέχονται στους διαδίκους που δεν τήρησαν τις προθεσμίες, δηλαδή στους ερημοδικούντες διαδίκους;

Η πράξη μπορεί να ενεργηθεί μετά τη λήξη της προθεσμίας σε περίπτωση δικαιολογημένου κωλύματος, όπως αναφέρεται στα σημεία 11 και 15.

Σύμφωνα με το άρθρο 140 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, δικαιολογημένο κώλυμα θεωρείται ένα γεγονός που δεν καταλογίζεται στον διάδικο ή στους αντιπροσώπους ή τους δικαστικούς εκπροσώπους του και που εμποδίζει την έγκαιρη ενέργεια της πράξης. Στην περίπτωση αυτή, ο διάδικος που επικαλείται το κώλυμα φέρει και το βάρος να προσκομίσει εγκαίρως αποδεικτικά στοιχεία.

Ανεξαρτήτως δικαιολογημένου κωλύματος, η πράξη μπορεί να ενεργηθεί εντός τριών εργάσιμων ημερών από τη λήξη της προθεσμίας, με καταβολή προστίμου, όπως σημειώθηκε ανωτέρω, και ο δικαστής μπορεί, κατ᾽ εξαίρεση, να αποφασίσει τη μείωση ή τη μη επιβολή του προστίμου σε περίπτωση σαφούς οικονομικής αδυναμίας καταβολής του οφειλόμενου ποσού ή σε περίπτωση που το ποσό θεωρηθεί δυσανάλογο, ιδίως σε αγωγές στις οποίες δεν απαιτείται ο διορισμός δικαστικού εκπροσώπου και η αγωγή έχει κατατεθεί αυτοπροσώπως από τον διάδικο.

Χρήσιμοι σύνδεσμοι

Τελευταία επικαιροποίηση: 02/03/2021

Την έκδοση αυτής της σελίδας στην εθνική γλώσσα διαχειρίζεται ο αντίστοιχος αρμόδιος επαφής του ΕΔΔ. Οι μεταφράσεις έχουν γίνει από την αρμόδια υπηρεσία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Οι τυχόν αλλαγές που επιφέρει η αρμόδια εθνική αρχή στο πρωτότυπο ενδέχεται να μην έχουν περιληφθεί ακόμα στις μεταφράσεις. Η Επιτροπή και το Ευρωπαϊκό Δικαστικό Δίκτυο δεν αναλαμβάνουν καμία απολύτως ευθύνη όσον αφορά πληροφορίες ή δεδομένα που περιέχονται ή αναφέρονται στο παρόν έγγραφο. Βλ. την ανακοίνωση νομικού περιεχομένου για τους κανόνες πνευματικής ιδιοκτησίας που ισχύουν στο κράτος μέλος που είναι αρμόδιο για την παρούσα σελίδα.