Matrimonial property regimes

National rules relating to the division of marital property of spouses that have an international element to their relationship in cases of divorce, separation or death

European Union citizens increasingly move across national borders to study, work or start a family in another EU country. This leads to an increased number of international couples, whether in a marriage or a registered partnership.

International couples are couples whose members have different nationalities, live in an EU country other than their own or own property in different countries. International couples, whether in a marriage or in a registered partnership, need to manage their property and, in particular, share it in case of divorce/separation or the death of one of the members.

EU rules help international couples in these situations. These rules apply in 18 EU countries: Sweden, Belgium, Greece, Croatia, Slovenia, Spain, France, Portugal, Italy, Malta, Luxembourg, Germany, the Czech Republic, the Netherlands, Austria, Bulgaria, Finland and Cyprus.

These rules determine which EU country’s courts should deal with matters concerning the property of an international couple and which law should apply to resolve these matters. The rules also simplify how judgments or notarial documents originating in one EU country should be recognised and enforced in another EU country.

Please select the relevant country's flag to obtain detailed national information.

Should you need additional information, please contact the authorities or a legal professional of the EU country concerned.

You can also consult the website http://www.coupleseurope.eu/en/home of the Council of Notariats of the European Union.

Last update: 28/11/2019

This page is maintained by the European Commission. The information on this page does not necessarily reflect the official position of the European Commission. The Commission accepts no responsibility or liability whatsoever with regard to any information or data contained or referred to in this document. Please refer to the legal notice with regard to copyright rules for European pages.

Περιουσιακές σχέσεις των συζύγων - Τσεχική ∆ηµοκρατία

1 Υπάρχει στο εν λόγω κράτος μέλος προβλεπόμενο από τον νόμο σύστημα περιουσιακών σχέσεων των συζύγων; Τι προβλέπει;

Ναι.

Σύμφωνα με το τσεχικό δίκαιο, όλα τα πράγματα που ανήκουν στους συζύγους, που έχουν περιουσιακή αξία και δεν εξαιρούνται από τον νόμο υπάγονται σε σύστημα κοινοκτημοσύνης. Η περιουσία των συζύγων υπόκειται είτε στο εκ του νόμου προβλεπόμενο σύστημα ρύθμισης των περιουσιακών σχέσεων των συζύγων, είτε σε ειδικό σύστημα που συμφωνείται μεταξύ των συζύγων ή σε σύστημα που καθορίζεται δυνάμει δικαστικής απόφασης.

Σύμφωνα με το εκ του νόμου προβλεπόμενο σύστημα, τα περιουσιακά στοιχεία που απέκτησε ο ένας σύζυγος ή αμφότεροι οι σύζυγοι από κοινού κατά τη διάρκεια του γάμου περιλαμβάνονται στην κοινή περιουσία, με εξαίρεση τα ακόλουθα:

α)         περιουσιακά στοιχεία που εξυπηρετούν προσωπικές ανάγκες ενός εκ των συζύγων

β)         περιουσιακά στοιχεία που αποκτήθηκαν από έναν εκ των συζύγων μέσω δωρεάς, κληρονομίας ή κληροδοσίας, εκτός εάν ο δωρητής ή ο κληρονομούμενος εξέφρασαν διαφορετική βούληση

γ)         περιουσιακά στοιχεία που έλαβε ένας εκ των συζύγων ως αποζημίωση για ηθική βλάβη λόγω παραβίασης των φυσικών του δικαιωμάτων

δ)         περιουσιακά στοιχεία που αποκτήθηκαν από έναν εκ των συζύγων μέσω δικαιοπραξίας που αφορούσε το δικαίωμα αποκλειστικής κυριότητάς του επ’ αυτών

ε)         περιουσιακά στοιχεία που αποκτήθηκαν από έναν εκ των συζύγων ως αποζημίωση για ζημία, καταστροφή ή απώλεια περιουσίας που ανήκει στην αποκλειστική του κυριότητα.

Σύμφωνα με το εκ του νόμου προβλεπόμενο σύστημα, τυχόν κέρδη που προκύπτουν από περιουσιακά στοιχεία που ανήκουν στην αποκλειστική κυριότητα ενός εκ των συζύγων περιλαμβάνονται στην κοινή περιουσία.

Επίσης, σύμφωνα μ’ αυτό το σύστημα, στην κοινή περιουσία περιλαμβάνονται και χρέη που αναλήφθηκαν κατά τη διάρκεια του γάμου, εκτός τα εν λόγω χρέη βαρύνουν περιουσιακά στοιχεία που ανήκουν στην αποκλειστική κυριότητα ενός εκ των συζύγων, και μόνο ως προς το μέρος του χρέους που υπερβαίνει την αξία των κερδών από τα εν λόγω περιουσιακά στοιχεία ή εκτός αν έχουν αναληφθεί από έναν εκ των συζύγων χωρίς τη συναίνεση του άλλου συζύγου. Αυτό δεν αφορά τις συνήθεις αγορές ούτε τις συναλλαγές που καλύπτουν βασικές ανάγκες της οικογένειας.

2 Πώς μπορούν οι σύζυγοι να ρυθμίσουν τις περιουσιακές σχέσεις τους; Ποιες είναι οι τυπικές προϋποθέσεις στην περίπτωση αυτή;

Οι σύζυγοι ή οι μέλλοντες σύζυγοι μπορούν να συμφωνήσουν σύστημα ρύθμισης των περιουσιακών τους σχέσεων διαφορετικό από αυτό που προβλέπει ο νόμος.  Η συμφωνία μπορεί να προβλέπει ότι θα ισχύει σύστημα περιουσιακής αυτοτέλειας ή σύστημα κοινοκτημοσύνης που ισχύει έως τη λύση του γάμου, ή μπορεί να διευρύνει ή να περιορίζει το εύρος της κοινοκτημοσύνης που προβλέπεται από τον νόμο. Η συμφωνία αυτή μπορεί να περιέχει οποιαδήποτε ρύθμιση σε σχέση με οποιοδήποτε περιουσιακό στοιχείο, εκτός αν άλλως προβλέπεται στον νόμο. Ειδικότερα, η συμφωνία μπορεί να καλύπτει το πεδίο εφαρμογής ή το περιεχόμενο του συστήματος ή το χρονικό διάστημα κατά το οποίο θα εφαρμοστεί το εκ του νόμου προβλεπόμενο σύστημα ή άλλο σύστημα κοινοκτημοσύνης, ή να καταλαμβάνει επιμέρους περιουσιακά στοιχεία ή ομάδες περιουσιακών στοιχείων. Είναι δυνατόν να συμφωνηθεί ότι η κοινή περιουσία που θα αποκτηθεί στο μέλλον θα υπάγεται σε σύστημα διαφορετικό από το εκ του νόμου προβλεπόμενο. Στη συμφωνία μπορεί επίσης να προβλεφθεί ο τρόπος ρύθμισης των περιουσιακών σχέσεων σε περίπτωση λύσης του γάμου.

Η συμφωνία με την οποία ρυθμίζονται οι περιουσιακές σχέσεις των συζύγων πρέπει να περιβληθεί τον τύπο δημόσιου εγγράφου (δηλ. να καταρτιστεί και να επικυρωθεί από συμβολαιογράφο).

Η συμφωνία ρύθμισης περιουσιακών σχέσεων την οποία καταρτίζουν μέλλοντες σύζυγοι τίθεται σε ισχύ από την ημερομηνία του γάμου.

3 Υπάρχουν περιορισμοί στην ελευθερία καθορισμού των περιουσιακών σχέσεων των συζύγων;

Η συμφωνία μπορεί να περιέχει οποιαδήποτε ρύθμιση σε σχέση με οποιοδήποτε περιουσιακό στοιχείο, εξαιρουμένων όσων απαγορεύονται από τον νόμο.

Με τη συμφωνία δεν δύνανται να εξαιρεθούν ή να τροποποιηθούν διατάξεις που αφορούν τη συνήθη οικοσκευή, εκτός εάν ένας εκ των συζύγων εγκατέλειψε τη συζυγική οικία και αρνείται να επιστρέψει. Η συμφωνία δεν μπορεί να αποκλείει τη δυνατότητα ενός εκ των συζύγων να συνεισφέρει στη συντήρηση της οικογένειας. Το περιεχόμενο και ο σκοπός της συμφωνίας δεν πρέπει να θίγουν τα δικαιώματα τρίτου, εκτός εάν ο τρίτος είχε συναινέσει στη συμφωνία. Οποιαδήποτε συμφωνία έχει συναφθεί χωρίς τη συναίνεση του τρίτου δεν παράγει έννομα αποτελέσματα έναντι του τρίτου.

4 Ποιες είναι οι έννομες συνέπειες του διαζυγίου, του δικαστικού χωρισμού ή της ακύρωσης του γάμου στις περιουσιακές σχέσεις των συζύγων;

Η κοινοκτημοσύνη λήγει με τη λύση του γάμου η λύση του γάμου επέρχεται με τον θάνατο του ενός συζύγου, με την κήρυξή του σε αφάνεια ή με την έκδοση διαζυγίου. Κατά τη λήξη της κοινοκτημοσύνης διανέμονται τα κοινά πράγματα.

Σε περίπτωση ακύρωσης του, ο γάμος θεωρείται ότι δεν τελέστηκε ποτέ. Μετά την ακύρωση του γάμου, τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις των συζύγων ως προς την περιουσία τους διέπονται από τις ίδιες διατάξεις που ισχύουν για τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις τους στην περίπτωση διαζυγίου.

5 Ποιες είναι οι συνέπειες του θανάτου ενός εκ των συζύγων στις περιουσιακές σχέσεις των συζύγων;

Επέρχεται λήξη της κοινοκτημοσύνης και διανομή των κοινών πραγμάτων. Ο επιζών σύζυγος καλείται εκ του νόμου στην πρώτη και στη δεύτερη τάξη των κληρονόμων του θανόντος.

6 Ποια αρχή είναι αρμόδια να αποφαίνεται στις υποθέσεις που αφορούν τις περιουσιακές σχέσεις των συζύγων;

Τα δικαστήρια.

7 Ποιες είναι οι συνέπειες των περιουσιακών σχέσεων των συζύγων στις νομικές σχέσεις μεταξύ συζύγου και τρίτων;

Τα περιουσιακά στοιχεία που οι σύζυγοι είχαν αποκτήσει πριν από τον γάμο (μεταξύ άλλων) δεν θεωρούνται μέρος της κοινής συζυγικής περιουσίας σύμφωνα με το εκ του νόμου προβλεπόμενο καθεστώς. Επίσης, σύμφωνα μ’ αυτό το σύστημα, στην κοινή περιουσία περιλαμβάνονται και χρέη που αναλήφθηκαν κατά τη διάρκεια του γάμου, εκτός τα εν λόγω χρέη βαρύνουν περιουσιακά στοιχεία που ανήκουν στην αποκλειστική κυριότητα ενός εκ των συζύγων, και μόνο ως προς το μέρος του χρέους που υπερβαίνει την αξία των κερδών από τα εν λόγω περιουσιακά στοιχεία ή εκτός αν έχουν αναληφθεί από έναν εκ των συζύγων χωρίς τη συναίνεση του άλλου συζύγου. Αυτό δεν αφορά τις συνήθεις αγορές ούτε τις συναλλαγές που καλύπτουν βασικές ανάγκες της οικογένειας.

Όσον αφορά συναλλαγές που σχετίζονται με την κοινή περιουσία ή τμήματα αυτής και οι οποίες δεν εμπίπτουν στην έννοια της συνήθους διαχείρισης, στις οικείες δικαιοπραξίες οι σύζυγοι πρέπει να ενεργούν από κοινού, εκτός αν ο ένας σύζυγος έχει εξασφαλίσει τη συγκατάθεση του άλλου συζύγου. Εάν ένας εκ των συζύγων αρνείται αδικαιολόγητα να παράσχει τη συγκατάθεσή του, σε βάρος των συμφερόντων των συζύγων ή της οικογενείας ή του νοικοκυριού, ή αν δεν είναι σε θέση να εκφράσει τη βούλησή του, ο άλλος σύζυγος μπορεί να υποβάλει αίτηση στο δικαστήριο ζητώντας να αντικατασταθεί η συγκατάθεση από δικαστική εντολή.

Εάν ένας εκ των συζύγων προβεί σε δικαιοπραξία χωρίς τη συγκατάθεση του άλλου συζύγου σε περιπτώσεις όπου αυτή είναι αναγκαία, ο άλλος σύζυγος μπορεί να ζητήσει να αναγνωριστεί η ακυρότητα των εν λόγω δικαιοπραξιών. Εάν περιουσιακό στοιχείο που περιλαμβάνεται στην κοινή περιουσία προορίζεται να χρησιμοποιηθεί για εμπορικούς σκοπούς από τον έναν σύζυγο, και αν η αξία του εν λόγω περιουσιακού στοιχείου υπερβαίνει το ποσό που αντιστοιχεί στο επίπεδο διαβίωσης των συζύγων, απαιτείται η συγκατάθεση του άλλου συζύγου κατά την πρώτη φορά που το εν λόγω περιουσιακό στοιχείο να χρησιμοποιηθεί για τους προαναφερθέντες σκοπούς. Εάν παρεμποδιστεί η σύμπραξη του άλλου συζύγου στην οικεία δικαιοπραξία, ο εν λόγω σύζυγος μπορεί να ζητήσει την αναγνώριση της ακυρότητας της δικαιοπραξίας. Εάν ένα περιουσιακό στοιχείο που περιλαμβάνεται στην κοινή περιουσία πρόκειται να χρησιμοποιηθεί για την απόκτηση μεριδίου σε εμπορική εταιρεία ή σε συνεταιρισμό, ή αν η απόκτηση του εν λόγω μεριδίου ενέχει την παροχή εγγύησης για χρέη της εταιρείας ή του συνεταιρισμού σε ποσό που υπερβαίνει αυτό που αντιστοιχεί στο επίπεδο διαβίωσης των συζύγων, απαιτείται η συγκατάθεση του άλλου συζύγου εάν παρεμποδιστεί η σύμπραξη του άλλου συζύγου στην οικεία δικαιοπραξία, ο εν λόγω σύζυγος μπορεί να ζητήσει την αναγνώριση της ακυρότητας της δικαιοπραξίας.

Εάν οι σύζυγοι είχαν συνάψει συμφωνία με την οποία έχουν επιλέξει το σύστημα ρύθμισης των περιουσιακών τους σχέσεων, το περιεχόμενο και ο σκοπός της συμφωνίας δεν πρέπει να θίγουν τα δικαιώματα τρίτου, εκτός εάν ο τρίτος είχε συναινέσει στη συμφωνία. Οποιαδήποτε συμφωνία έχει συναφθεί χωρίς τη συναίνεση του τρίτου δεν παράγει έννομα αποτελέσματα έναντι του τρίτου.

8 Σύντομη περιγραφή της διαδικασίας εκκαθάρισης των περιουσιακών σχέσεων των συζύγων, συμπεριλαμβανομένων του καταμερισμού, της διανομής και της ρευστοποίησης της περιουσίας, στο εν λόγω κράτος μέλος.

Σε περίπτωση λήξης της κοινοκτημοσύνης ή διανομής των κοινών πραγμάτων, ή περιορισμού του εύρους της κοινοκτημοσύνης, οι κοινές υποχρεώσεις και τα δικαιώματα των μερών υπόκεινται σε διανομή. Εάν στις ανωτέρω περιπτώσεις δεν χωρήσει διανομή της περιουσίας, τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις ρυθμίζονται από τους κανόνες που διέπουν την κοινή περιουσία, όπως απαιτείται.

Η διανομή της περιουσίας δεν πρέπει να θίγει τα δικαιώματα τρίτων. Εάν τα δικαιώματα τρίτου θιγούν από τη διανομή, ο τρίτος μπορεί να προσφύγει στο δικαστήριο ζητώντας να αναγνωριστεί ότι η διανομή δεν παράγει έννομα αποτελέσματα έναντι αυτού. Διανομή χρεών μπορεί να γίνει μόνο μεταξύ των συζύγων.

Η προτιμητέα διαδικασία είναι να επιτευχθεί συμφωνία μεταξύ των συζύγων για τη διανομή της κοινής περιουσίας, εάν αυτό είναι εφικτό (για παράδειγμα, σε περίπτωση διαζυγίου ή περιορισμού του εύρους της κοινής περιουσίας). Η συμφωνία διανομής τίθεται πάντα σε ισχύ την ημέρα περιορισμού του εύρους της περιουσίας, λύσης του καθεστώτος ή εκκαθάρισης της κοινής περιουσίας, ανεξάρτητα από το αν η συμφωνία συνήφθη πριν ή μετά τις ανωτέρω ενέργειες.

Η συμφωνία διανομής πρέπει να είναι έγγραφη εφόσον συνάπτεται κατά τη διάρκεια του γάμου ή αν η διανομή κάποιου περιουσιακού στοιχείου προϋποθέτει μεταβιβαστική της κυριότητας δικαιοπραξία που περιβάλλεται τον έγγραφο τύπο (π.χ. μεταβίβαση ακινήτου) Σε περιπτώσεις που η συμφωνία διανομής δεν απαιτείται να είναι έγγραφη, και εάν αναλάβει να διεκπεραιώσει τη διανομή ο ένας εκ των συζύγων, ο άλλος σύζυγος πρέπει να του υποβάλει βεβαίωση ότι συμφωνεί με τη διανομή.

Εάν οι σύζυγοι δεν καταλήξουν σε συμφωνία σχετικά με τη διανομή, οποιοσδήποτε σύζυγος μπορεί να προσφύγει στο δικαστήριο υποβάλλοντας αίτηση δικαστικής διανομής. Η απόφαση περί δικαστικής διανομής πρέπει να λαμβάνει υπόψη την κατάσταση που επικρατούσε κατά τον χρόνο περιορισμού εύρους της περιουσίας, λύσης του συστήματος ή εκκαθάρισης της κοινής περιουσίας.

Στη διανομή εφαρμόζονται οι ακόλουθοι κανόνες:

α)        τα μερίδια των συζύγων επί των περιουσιακών στοιχείων που αποτελούν το αντικείμενο της διανομής πρέπει να είναι ίσα

β)         κάθε σύζυγος πρέπει να αναπληρώσει τους πόρους από τα κοινά περιουσιακά στοιχεία που δαπανήθηκαν για την περιουσία που του ανήκει κατά αποκλειστική κυριότητα

γ)         κάθε σύζυγος δικαιούται να ζητήσει αποζημίωση για τους πόρους από την περιουσία που του ανήκει κατά αποκλειστική κυριότητα οι οποίοι δαπανήθηκαν για τα κοινά περιουσιακά στοιχεία

δ)         πρέπει να ληφθούν υπόψη οι ανάγκες των εξαρτώμενων τέκνων

ε)         πρέπει να ληφθεί υπόψη ο βαθμός στον οποίο κάθε σύζυγος προσέφερε στην οικογένεια, ιδίως ο βαθμός στον οποίο προσέφερε στα τέκνα και στο οικογενειακό νοικοκυριό

στ)       πρέπει να ληφθεί υπόψη ο βαθμός στον οποίο κάθε σύζυγος συνέβαλε στην κτήση και διατήρηση των κοινών περιουσιακών στοιχείων.

Εάν εντός τριών ετών από τον περιορισμό του εύρους της κοινής περιουσίας, τη λύση του συστήματος ή την εκκαθάριση της κοινής περιουσίας δεν πραγματοποιηθεί η διανομή των περιουσιακών στοιχείων που αποτελούσαν μέρος της κοινής περιουσίας, ή αν δεν επιτευχθεί συμφωνία περί διανομής ή αν δεν υποβληθεί αίτηση δικαστικής διανομής, τεκμαίρεται ότι οι σύζυγοι ή οι πρώην σύζυγοι διευθέτησαν τη διανομή ως ακολούθως:

α)        τα ενσώματα κινητά περιουσιακά στοιχεία ανήκουν στην κυριότητα του συζύγου που τα χρησιμοποιεί, ως αποκλειστικός κύριος, για να καλύψει τις δικές του προσωπικές ανάγκες ή τις ανάγκες της οικογένειας ή του οικογενειακού νοικοκυριού

β)         άλλα ενσώματα κινητά ή ακίνητα περιουσιακά στοιχεία ανήκουν από κοινού σε αμφότερους τους συζύγους κατ’ ισομοιρία

γ)         τα λοιπά δικαιώματα, υποχρεώσεις και χρέη που αφορούν την περιουσία κατανέμονται ισομερώς στους συζύγους.

9 Ποια είναι η διαδικασία και τα έγγραφα ή οι πληροφορίες που απαιτούνται κατά κανόνα για την καταχώριση ακίνητης περιουσίας;

Οι δικαιοπραξίες με τις οποίες συστήνεται ή μεταβιβάζεται εμπράγματο δικαίωμα επί ακινήτων ή οι δικαιοπραξίες που επιφέρουν τροποποίηση ή απόσβεση τέτοιων δικαιωμάτων, πρέπει να περιβάλλονται τον έγγραφο τύπο. Εάν η μεταβίβαση αφορά την κυριότητα ακινήτου που είναι καταχωρισμένο σε δημόσιο μητρώο, η μεταβολή της κυριότητας παράγει έννομα αποτελέσματα αφότου μεταγραφεί η οικεία πράξη στο εν λόγω μητρώο.

Τελευταία επικαιροποίηση: 14/12/2020

Την έκδοση αυτής της σελίδας στην εθνική γλώσσα διαχειρίζεται ο αντίστοιχος αρμόδιος επαφής του ΕΔΔ. Οι μεταφράσεις έχουν γίνει από την αρμόδια υπηρεσία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Οι τυχόν αλλαγές που επιφέρει η αρμόδια εθνική αρχή στο πρωτότυπο ενδέχεται να μην έχουν περιληφθεί ακόμα στις μεταφράσεις. Η Επιτροπή και το Ευρωπαϊκό Δικαστικό Δίκτυο δεν αναλαμβάνουν καμία απολύτως ευθύνη όσον αφορά πληροφορίες ή δεδομένα που περιέχονται ή αναφέρονται στο παρόν έγγραφο. Βλ. την ανακοίνωση νομικού περιεχομένου για τους κανόνες πνευματικής ιδιοκτησίας που ισχύουν στο κράτος μέλος που είναι αρμόδιο για την παρούσα σελίδα.

Περιουσιακές σχέσεις των συζύγων - Γερµανία

1 Υπάρχει στο εν λόγω κράτος μέλος προβλεπόμενο από τον νόμο σύστημα περιουσιακών σχέσεων των συζύγων; Τι προβλέπει;

Τα ερωτήματα, σε ποιον ανήκουν τα περιουσιακά στοιχεία που αποκτήθηκαν κατά τη διάρκεια του γάμου και πώς αυτά κατανέμονται μετά τη λήξη του γάμου, ρυθμίζονται πάντα από το εκάστοτε προβλεπόμενο από το οικογενειακό δίκαιο σύστημα ρύθμισης των περιουσιακών σχέσεων των συζύγων. Οι περιουσιακές συνέπειες του γάμου διέπονται από τους κανόνες του αστικού κώδικα (Bürgerliches Gesetzbuch — BGB) περί συστημάτων ρύθμισης των περιουσιακών σχέσεων των συζύγων. Ο BGB προβλέπει τα ακόλουθα συστήματα ρύθμισης των περιουσιακών σχέσεων των συζύγων: την κοινοκτημοσύνη των αποκτημάτων, την περιουσιακή αυτοτέλεια των συζύγων, την κοινοκτημοσύνη και τη λεγόμενη προαιρετική κοινοκτημοσύνη των αποκτημάτων.

2 Πώς μπορούν οι σύζυγοι να ρυθμίσουν τις περιουσιακές σχέσεις τους; Ποιες είναι οι τυπικές προϋποθέσεις στην περίπτωση αυτή;

Εφόσον οι σύζυγοι δεν έχουν συμφωνήσει διαφορετικά με γαμική σύμβαση που έχει περιβληθεί τον συμβολαιογραφικό τύπο, ισχύει εκ του νόμου το σύστημα της κοινοκτημοσύνης των αποκτημάτων. Η κοινοκτημοσύνη των αποκτημάτων συνεπάγεται περιουσιακή αυτοτέλεια κατά τη διάρκεια του γάμου και κατανομή των κατά τη διάρκεια του γάμου αποκτημάτων μετά τη λήξη του εν λόγω συστήματος ρύθμισης των περιουσιακών σχέσεων των συζύγων.

Το σύστημα της περιουσιακής αυτοτέλειας των συζύγων πρέπει, αντιθέτως, να συμφωνηθεί από τους συζύγους με συμβολαιογραφική πράξη. Η περιουσιακή αυτοτέλεια των συζύγων συνεπάγεται πλήρη διαχωρισμό των περιουσιακών στοιχείων των συζύγων, χωρίς τυχόν κατανομή των αποκτημάτων μετά τη λύση του γάμου. Κάθε σύζυγος διατηρεί τα περιουσιακά στοιχεία που είχε αποκτήσει ήδη πριν από την τέλεση του γάμου, καθώς και εκείνα που αποκτά κατά τη διάρκεια του γάμου, ως ατομική του περιουσία. Το σύστημα της περιουσιακής αυτοτέλειας μπορεί επίσης να προκύψει χωρίς ρητή συμβατική ρύθμιση μεταξύ των συζύγων, για παράδειγμα, εάν το σύστημα ρύθμισης των περιουσιακών σχέσεων των συζύγων ανακληθεί ή αποκλειστεί βάσει της γαμικής σύμβασης, χωρίς να συμφωνηθεί ταυτόχρονα άλλο σύστημα περιουσιακών σχέσεων.

Το σύστημα της κοινοκτημοσύνης πρέπει, επίσης, να συμφωνηθεί από τους συζύγους με συμβολαιογραφική πράξη. Κατά το σύστημα της κοινοκτημοσύνης, τα περιουσιακά στοιχεία που συνεισφέρθηκαν στον γάμο και τα περιουσιακά στοιχεία που αποκτήθηκαν κατά τη διάρκεια του γάμου καθίστανται κατά κανόνα κοινή περιουσία των συζύγων (η λεγόμενη κοινή περιουσία — Gesamtgut). Επιπλέον, κάθε σύζυγος μπορεί να έχει τη δική του ειδική περιουσία (το λεγόμενο Sondergut), η οποία δεν καθίσταται κοινή περιουσία των συζύγων. Πρόκειται για αντικείμενα που δεν μπορούν να μεταβιβαστούν δικαιοπρακτικά (π.χ. ακατάσχετες απαιτήσεις ή το μερίδιο σε προσωπική εταιρεία). Τέλος, κάθε σύζυγος μπορεί να διατηρεί ορισμένα περιουσιακά στοιχεία ως ατομική του περιουσία. Οι σύζυγοι μπορούν επίσης να συστήσουν τη λεγόμενη κοινοκτημοσύνη των αποκτημάτων, ως ειδική μορφή κοινοκτημοσύνης. Για τον σκοπό αυτό, πρέπει να δηλώσουν στη γαμική σύμβαση ότι όλα τα περιουσιακά στοιχεία που αποκτήθηκαν πριν από τη σύναψη του γάμου εξαιρούνται από την κοινοκτημοσύνη.

Το γαλλογερμανικό σύστημα της προαιρετικής κοινοκτημοσύνης των αποκτημάτων αποσκοπεί στην αποφυγή πιθανών προβλημάτων στις έννομες σχέσεις στην περίπτωση γάμων, ιδίως μεταξύ Γάλλων και Γερμανών υπηκόων, ως αποτελέσματος διαφορετικών περιουσιακών ρυθμίσεων. Εάν οι σύζυγοι επιλέξουν αυτό το προαιρετικό σύστημα ρύθμισης των περιουσιακών τους σχέσεων, τα περιουσιακά τους στοιχεία —όπως στην περίπτωση της γερμανικής κοινοκτημοσύνης των αποκτημάτων— παραμένουν χωριστά κατά τη διάρκεια του γάμου. Μόνο κατά τη λήξη του συστήματος ρύθμισης των περιουσιακών σχέσεων κατανέμονται τα αποκτήματα μεταξύ των δύο συζύγων. Παρά τις ομοιότητες με τη γερμανική κοινοκτημοσύνη των αποκτημάτων, η προαιρετική κοινοκτημοσύνη των αποκτημάτων χαρακτηρίζεται από σειρά γαλλικών ιδιαιτεροτήτων. Για παράδειγμα, η χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης και η τυχαία αύξηση της αξίας των ακινήτων (π.χ. μέσω του χαρακτηρισμού οικοπέδου ως οικοδομήσιμου) δεν λαμβάνονται υπόψη κατά την κατανομή των αποκτημάτων.

3 Υπάρχουν περιορισμοί στην ελευθερία καθορισμού των περιουσιακών σχέσεων των συζύγων;

Εάν οι σύζυγοι κρίνουν ότι το προβλεπόμενο από τον νόμο σύστημα περιουσιακών σχέσεων της κοινοκτημοσύνης των αποκτημάτων δεν είναι κατάλληλο για τον γάμο τους, μπορούν να συνάψουν συμβολαιογραφική γαμική σύμβαση. Στην εν λόγω σύμβαση οι σύζυγοι μπορούν, για παράδειγμα, να συμφωνήσουν σύστημα περιουσιακής αυτοτέλειας ή κοινοκτημοσύνης, ή να εισαγάγουν αποκλίσεις από τον νόμο στο πλαίσιο ορισμένου συστήματος ρύθμισης των περιουσιακών τους σχέσεων. Μπορούν επίσης να προβλεφθούν συμβατικές ρυθμίσεις για την εξισορρόπηση των συνταξιοδοτικών αξιώσεων ή τη διατροφή.

Ωστόσο, κατά τη σύναψη γαμικής σύμβασης πρέπει να λαμβάνεται μέριμνα ώστε να διασφαλίζεται ότι οι συμφωνηθείσες ρυθμίσεις παράγουν αποτελέσματα. Για παράδειγμα, εάν μία γαμική σύμβαση εισάγει δυσμενείς διακρίσεις μονομερώς σε βάρος ενός από τους συζύγους και συντρέχουν ορισμένες ακόμη περιστάσεις, μπορεί να θεωρηθεί αντίθετη στα χρηστά ήθη και, ως εκ τούτου, άκυρη. Στην εν λόγω περίπτωση, ισχύουν και πάλι οι νομοθετικές διατάξεις την εφαρμογή των οποίων επεδίωκε ουσιαστικά να αποκλείσει η γαμική σύμβαση. Εν προκειμένω, η νομολογία παρουσιάζει σημαντικές διακυμάνσεις. Επομένως, το κατά πόσον μία ρύθμιση είναι πράγματι αντίθετη στα χρηστά ήθη και, ως εκ τούτου, άκυρη ή κατά πόσον πρέπει να προσαρμοστεί, μπορεί, εν τέλει, να εκτιμηθεί μόνο κατά περίπτωση.

4 Ποιες είναι οι έννομες συνέπειες του διαζυγίου, του δικαστικού χωρισμού ή της ακύρωσης του γάμου στις περιουσιακές σχέσεις των συζύγων;

Σύμφωνα με το εκ του νόμου σύστημα της κοινοκτημοσύνης των αποκτημάτων, σε περίπτωση λήξης του συστήματος ρύθμισης των περιουσιακών σχέσεων των συζύγων (π.χ. λόγω θανάτου του ενός συζύγου, διαζυγίου ή συμβατικής επιλογής άλλου συστήματος ρύθμισης των περιουσιακών σχέσεων των συζύγων), πραγματοποιείται κατανομή των αποκτημάτων. Η κατανομή των αποκτημάτων συνίσταται στην υποχρέωση του συζύγου που απέκτησε κατά τη διάρκεια του γάμου περισσότερα περιουσιακά στοιχεία από τον άλλο να αποδώσει στον έτερο σύζυγο το ήμισυ της διαφοράς προς την αύξηση των περιουσιακών στοιχείων του τελευταίου, με την καταβολή σ’ αυτόν χρηματικού ποσού.

Βάσει του συστήματος της κοινοκτημοσύνης, σε περίπτωση διαζυγίου (και ενδεχομένως μετά την εκπλήρωση των υποχρεώσεων) η κοινή περιουσία εκκαθαρίζεται. Κάθε σύζυγος δικαιούται καταρχήν το ήμισυ του απομένοντος πλεονάσματος. Αντίθετα, εάν οι σύζυγοι έχουν συμφωνήσει περιουσιακή αυτοτέλεια, δεν απαιτείται μετά τη λήξη του συστήματος ρύθμισης των περιουσιακών σχέσεων των συζύγων διανομή των περιουσιακών τους στοιχείων, λόγω τους πλήρους διαχωρισμού των περιουσιακών στοιχείων των δύο συζύγων.

Το δικαίωμα διατροφής είναι ανεξάρτητο από το σύστημα ρύθμισης των περιουσιακών σχέσεων των συζύγων. Όταν οι σύζυγοι βρίσκονται σε διάσταση χωρίς να έχει ακόμα εκδοθεί διαζύγιο, ο σύζυγος που δεν μπορεί να διατρέφει τον εαυτό του έχει καταρχήν αξίωση διατροφής κατά του εν διαστάσει συζύγου που έχει τη δυνατότητα καταβολής διατροφής. Στην περίπτωση αυτή, η αξίωση διατροφής κατά τη διάσταση υφίσταται μόνο μέχρι την τελεσιδικία της απόφασης διαζυγίου. Ωστόσο, μετά την έκδοση του διαζυγίου, ο σύζυγος που δεν μπορεί να διατρέφει τον εαυτό του μπορεί υπό ορισμένες προϋποθέσεις να αξιώσει διατροφή μετά τη λύση του γάμου. Ο νόμος προβλέπει τις ακόλουθες αξιώσεις διατροφής: Διατροφή λόγω ανατροφής τέκνου, διατροφή λόγω γήρατος, λόγω ασθενείας ή αναπηρίας, διατροφή λόγω ανεργίας, διατροφή συμπληρωματικής ενίσχυσης, διατροφή κατά τη διάρκεια των σπουδών, της συνεχούς επαγγελματικής κατάρτισης και της μετεκπαίδευσης, καθώς και διατροφή για λόγους επιείκειας.

Ακόμη και μετά την ακύρωση του γάμου βάσει λόγου ακυρώσεως, ενδέχεται να εγερθούν αξιώσεις κατανομής των αποκτημάτων και αξιώσεις διατροφής σε μεμονωμένες περιπτώσεις.

5 Ποιες είναι οι συνέπειες του θανάτου ενός εκ των συζύγων στις περιουσιακές σχέσεις των συζύγων;

Στο σύστημα της κοινοκτημοσύνης των αποκτημάτων, σε περίπτωση θανάτου ενός εκ των συζύγων, η κατανομή των αποκτημάτων πραγματοποιείται κατ’ αποκοπή, με προσαύξηση της εξ αδιαθέτου κληρονομικής μερίδας του επιζώντος συζύγου κατά ένα τέταρτο, ανεξάρτητα από το αν ο θανών σύζυγος είχε επιτύχει οποιαδήποτε αύξηση της περιουσίας του κατά τη διάρκεια του γάμου. Εάν ο επιζών σύζυγος δεν είναι κληρονόμος ή εάν αποποιηθεί την κληρονομία, μπορεί να αξιώσει την κατανομή των πράγματι επιτευχθέντων αποκτημάτων και να εγείρει παράλληλα αξίωση για τη λεγόμενη μικρή νόμιμη μοίρα. Η μικρή νόμιμη μοίρα υπολογίζεται βάσει της εξ αδιαθέτου κληρονομικής μερίδας, χωρίς να λαμβάνεται υπόψη το κατ’ αποκοπή τέταρτο που προκύπτει από την κατανομή των αποκτημάτων.

Εάν οι σύζυγοι έχουν συμφωνήσει το σύστημα της περιουσιακής αυτοτέλειας, δεν πραγματοποιείται κατ’ αποκοπή κατανομή των αποκτημάτων στο τέλος του γάμου. Ισχύει η γενική εξ αδιαθέτου κληρονομική διαδοχή.

Στο σύστημα της κοινοκτημοσύνης, η κληρονομία αποτελείται από το ήμισυ της κοινής περιουσίας, από τα περιουσιακά στοιχεία που είχαν εξαιρεθεί από την κοινοκτημοσύνη και από την ειδική περιουσία του κληρονομουμένου. Η κληρονομική μερίδα του επιζώντος συζύγου καθορίζεται σύμφωνα με τους γενικούς κανόνες.

6 Ποια αρχή είναι αρμόδια να αποφαίνεται στις υποθέσεις που αφορούν τις περιουσιακές σχέσεις των συζύγων;

Το δικαστήριο οικογενειακών υποθέσεων (Familiengericht) είναι καθ’ ύλην αρμόδιο για υποθέσεις περιουσιακών σχέσεων των συζύγων, δηλαδή για διαδικασίες που αφορούν αξιώσεις που απορρέουν από τις περιουσιακές σχέσεις των συζύγων, και ιδίως την κατανομή των αποκτημάτων των συζύγων.

7 Ποιες είναι οι συνέπειες των περιουσιακών σχέσεων των συζύγων στις νομικές σχέσεις μεταξύ συζύγου και τρίτων;

Κατά κανόνα κάθε σύζυγος ευθύνεται μόνο για τα δικά του χρέη και μόνο με τα ατομικά του περιουσιακά στοιχεία. Εξαιρούνται οι δικαιοπραξίες για την εύλογη κάλυψη των τρεχουσών αναγκών της οικογένειας.

Στο πλαίσιο του συστήματος της κοινοκτημοσύνης των αποκτημάτων υπάρχουν εξαιρέσεις από την αρχή της ελευθερίας διαθέσεως. Εάν ένας εκ των συζύγων επιθυμεί να διαθέσει (να πωλήσει, να δωρίσει κ.λπ.) το σύνολο ή σχεδόν το σύνολο των περιουσιακών στοιχείων του, χρειάζεται τη συγκατάθεση του έτερου συζύγου. Το ίδιο ισχύει και στην περίπτωση κατά την οποία ο σύζυγος επιθυμεί να διαθέσει αντικείμενα τα οποία, μολονότι ανήκουν στην αποκλειστική κυριότητά του, εντάσσονται στη συζυγική οικοσκευή.

Αντιθέτως, στο σύστημα της περιουσιακής αυτοτέλειας, κάθε σύζυγος δικαιούται να διαθέτει όλα τα περιουσιακά του στοιχεία και δεν χρειάζεται τη συγκατάθεση του έτερου συζύγου για τη διάθεση αντικειμένων της οικοσκευής.

Όταν οι σύζυγοι έχουν επιλέξει το σύστημα της κοινοκτημοσύνης, διαχειρίζονται κατ’ αρχήν από κοινού την κοινή περιουσία, εκτός εάν έχουν αναθέσει με γαμική σύμβαση τη διαχείριση σε έναν μόνον από τους συζύγους. Η κοινή περιουσία είναι υπέγγυα για υποχρεώσεις που απορρέουν από δικαιοπραξίες τις οποίες κατήρτισε ο ένας σύζυγος κατά τη διάρκεια της κοινοκτημοσύνης, μόνον εφόσον ο έτερος σύζυγος συγκατατέθηκε στη δικαιοπραξία ή αν η δικαιοπραξία είναι ισχυρή για το σύνολο της κοινής περιουσίας χωρίς τη συγκατάθεσή του.

8 Σύντομη περιγραφή της διαδικασίας εκκαθάρισης των περιουσιακών σχέσεων των συζύγων, συμπεριλαμβανομένων του καταμερισμού, της διανομής και της ρευστοποίησης της περιουσίας, στο εν λόγω κράτος μέλος.

Η συζυγική κατοικία και τα αντικείμενα της οικοσκευής μπορούν να διανεμηθούν κατά τη διάρκεια της διάστασης ή μετά το διαζύγιο. Αν κατά τα λοιπά έχει προκύψει συγκυριότητα των συζύγων και οι τελευταίοι δεν μπορούν να συμφωνήσουν, το περιουσιακό στοιχείο πρέπει να εκπλειστηριαστεί και το πλειστηρίασμα να διανεμηθεί.

9 Ποια είναι η διαδικασία και τα έγγραφα ή οι πληροφορίες που απαιτούνται κατά κανόνα για την καταχώριση ακίνητης περιουσίας;

Εάν οι σύζυγοι επιλέξουν το σύστημα της κοινοκτημοσύνης, πρέπει να υποβάλουν τη συμβολαιογραφική γαμική σύμβαση στο κτηματολόγιο και να ζητήσουν τη διόρθωση του κτηματολογίου. Σε όλες τις λοιπές περιπτώσεις, δηλαδή όταν οι σύζυγοι δεν επιλέγουν το σύστημα της κοινοκτημοσύνης, δεν υπάρχει ανάγκη διόρθωσης του κτηματολογίου.

Τελευταία επικαιροποίηση: 13/11/2020

Την έκδοση αυτής της σελίδας στην εθνική γλώσσα διαχειρίζεται ο αντίστοιχος αρμόδιος επαφής του ΕΔΔ. Οι μεταφράσεις έχουν γίνει από την αρμόδια υπηρεσία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Οι τυχόν αλλαγές που επιφέρει η αρμόδια εθνική αρχή στο πρωτότυπο ενδέχεται να μην έχουν περιληφθεί ακόμα στις μεταφράσεις. Η Επιτροπή και το Ευρωπαϊκό Δικαστικό Δίκτυο δεν αναλαμβάνουν καμία απολύτως ευθύνη όσον αφορά πληροφορίες ή δεδομένα που περιέχονται ή αναφέρονται στο παρόν έγγραφο. Βλ. την ανακοίνωση νομικού περιεχομένου για τους κανόνες πνευματικής ιδιοκτησίας που ισχύουν στο κράτος μέλος που είναι αρμόδιο για την παρούσα σελίδα.

Περιουσιακές σχέσεις των συζύγων - Μάλτα

1 Υπάρχει στο εν λόγω κράτος μέλος προβλεπόμενο από τον νόμο σύστημα περιουσιακών σχέσεων των συζύγων; Τι προβλέπει;

Το κράτος της Μάλτας παρέχει στα πρόσωπα που επιθυμούν να συνάψουν γάμο σύμφωνα με το δίκαιο της Μάλτας την ελευθερία να επιλέξουν το καθεστώς το οποίο θα ρυθμίζει τις μεταξύ τους περιουσιακές σχέσεις. Ωστόσο, το κύριο καθεστώς ρύθμισης των περιουσιακών σχέσεων των συζύγων στη Μάλτα είναι αυτό της κοινοκτημοσύνης επί των αποκτημάτων. Το καθεστώς αυτό εφαρμόζεται εκ του νόμου σε κάθε γάμο, εκτός αν τα μέρη που έχουν ήδη συνάψει ή πρόκειται να συνάψουν γάμο αποφασίσουν, μέσω συμβολαιογραφικής πράξης, την υπαγωγή των μεταξύ τους περιουσιακών σχέσεων σε κάποιο άλλο καθεστώς το οποίο δεν αντίκειται στο πνεύμα του δικαίου της Μάλτας. Οι άλλες μορφές ρύθμισης των περιουσιακών σχέσεων των συζύγων που προβλέπονται στη Μάλτα, πέραν του καθεστώτος κοινοκτημοσύνης επί των αποκτημάτων, είναι το καθεστώς της περιουσιακής αυτοτέλειας και το καθεστώς της κοινοκτημοσύνης επί του υπολοίπου στο πλαίσιο χωριστής διαχείρισης.

Η κοινοκτημοσύνη επί των αποκτημάτων είναι το καθεστώς ρύθμισης περιουσιακών σχέσεων των συζύγων που εφαρμόζεται εκ του νόμου, σύμφωνα με το οποίο όλα τα περιουσιακά στοιχεία που αποκτώνται από τους συζύγους μετά τον γάμο εντάσσονται στο καθεστώς κοινοκτημοσύνης επί των αποκτημάτων και, ως εκ τούτου, ανήκουν και στους δύο συζύγους κατά ίσα μέρη. Το δίκαιο της Μάλτας προβλέπει ποια περιουσιακά στοιχεία εντάσσονται στο εν λόγω σύστημα, από το οποίο εξαιρούνται όσα αποκτήθηκαν διά δωρεάς και μέσω κληρονομίας, καθώς και η ατομική περιουσία έκαστου συζύγου.

Η περιουσιακή αυτοτέλεια είναι ένα καθεστώς το οποίο τα μέρη μπορούν να επιλέξουν αντί της κοινοκτημοσύνης επί των αποκτημάτων και το οποίο προβλέπει ότι κάθε μέρος έχει το δικαίωμα να ασκεί απόλυτο έλεγχο και να διαχειρίζεται την περιουσία που απέκτησε πριν και κατά τη διάρκεια του γάμου, χωρίς να απαιτείται η συγκατάθεση του έτερου μέρους.

Η κοινοκτημοσύνη επί του υπολοίπου στο πλαίσιο χωριστής διαχείρισης είναι ακόμη ένα καθεστώς το οποίο τα μέρη μπορούν να επιλέξουν αντί της κοινοκτημοσύνης επί των αποκτημάτων και σύμφωνα με το οποίο έκαστος σύζυγος έχει το δικαίωμα να αποκτά περιουσία και να διατηρεί και να διαχειρίζεται την περιουσία που απέκτησε για ίδιο λογαριασμό ως εάν ήταν αποκλειστικός κύριός της. Ωστόσο, το καθεστώς αυτό δεν αποκλείει την απόκτηση κοινής περιουσίας από τους συζύγους, την οποία θα διαχειρίζονται από κοινού.

2 Πώς μπορούν οι σύζυγοι να ρυθμίσουν τις περιουσιακές σχέσεις τους; Ποιες είναι οι τυπικές προϋποθέσεις στην περίπτωση αυτή;

Όσον αφορά το καθεστώς της κοινοκτημοσύνης επί των αποκτημάτων, ο γενικός κανόνας είναι ότι αμφότεροι οι σύζυγοι υποχρεούνται να ρυθμίζουν και να διαχειρίζονται τη συζυγική τους περιουσία από κοινού. Εντούτοις, ειδικά για το συγκεκριμένο αυτό καθεστώς, το δίκαιο της Μάλτας διακρίνει μεταξύ συνήθους διαχείρισης, η οποία συνίσταται σε πράξεις οι οποίες μπορούν να διενεργηθούν από κάθε σύζυγο χωριστά, και έκτακτης διαχείρισης, η οποία αφορά πράξεις οι οποίες πρέπει να διενεργούνται από αμφότερους τους συζύγους από κοινού. Το δίκαιο της Μάλτας καθορίζει μόνον τις πράξεις έκτακτης διαχείρισης, ενώ όσες πράξεις δεν προβλέπονται ρητώς στον νόμο θεωρείται ότι αποτελούν πράξεις συνήθους διαχείρισης. Συνεπώς, η λειτουργία του καθεστώτος της κοινοκτημοσύνης επί των αποκτημάτων τελεί υπό τον όρο ότι, σε κάθε περίπτωση, τηρείται η τυπική προϋπόθεση της συναίνεσης αμφότερων των συζύγων. Σε περίπτωση μεταβίβασης ή σύστασης εμπράγματου ή ενοχικού δικαιώματος επί ακίνητου ή κινητού περιουσιακού στοιχείου χωρίς τη συναίνεση των μερών, η πράξη δύναται να ακυρωθεί κατόπιν αίτησης του μη συναινέσαντος συζύγου.

Όσον αφορά το καθεστώς της περιουσιακής αυτοτέλειας, ο γενικός κανόνας είναι ότι έκαστος εκ των συζύγων έχει το δικαίωμα να ρυθμίζει και να διαχειρίζεται την περιουσία του, χωρίς να απαιτείται η συναίνεση του έτερου συζύγου.

Όσον αφορά το καθεστώς της κοινοκτημοσύνης επί του υπολοίπου στο πλαίσιο χωριστής διαχείρισης, ο γενικός κανόνας είναι ότι, όταν ένας εκ των συζύγων αποφασίζει να αποκτήσει ένα περιουσιακό στοιχείο ενεργώντας ατομικά, δεν χρειάζεται να εξασφαλίσει την προηγούμενη συναίνεση του έτερου συζύγου, και ο αποκτών σύζυγος έχει το δικαίωμα να ρυθμίζει και να διαχειρίζεται ατομικά το περιουσιακό στοιχείο που απέκτησε με αυτόν τον τρόπο. Από την άλλη πλευρά, σε περίπτωση που οι σύζυγοι αποφασίσουν να αποκτήσουν ένα περιουσιακό στοιχείο από κοινού, θα πρέπει να συναινέσουν αμφότεροι σε αυτή την πράξη και, συνεπώς, αμφότεροι θα έχουν δικαίωμα να ρυθμίζουν και να διαχειρίζονται από κοινού το εν λόγω αποκτηθέν περιουσιακό στοιχείο.

3 Υπάρχουν περιορισμοί στην ελευθερία καθορισμού των περιουσιακών σχέσεων των συζύγων;

Σε περίπτωση που επιλεγεί το καθεστώς της κοινοκτημοσύνης επί των αποκτημάτων, οι σύζυγοι υποχρεούνται να προβαίνουν σε κάθε ενέργεια από κοινού. Συνεπώς, δεν είναι ελεύθεροι να επιλέγουν τον τρόπο ρύθμισης και διαχείρισης, με εξαίρεση τις πράξεις συνήθους διαχείρισης, οι οποίες δεν απαιτούν την κοινή συναίνεση των συζύγων.

Από την άλλη πλευρά, εάν επιλεγεί το καθεστώς της περιουσιακής αυτοτέλειας, έκαστος σύζυγος είναι ελεύθερος να ενεργεί σε σχέση με την ατομική περιουσία του όπως ο ίδιος κρίνει σκόπιμο, χωρίς καμία παρέμβαση από τον έτερο σύζυγο.

Όσον αφορά το καθεστώς της κοινοκτημοσύνης επί του υπολοίπου στο πλαίσιο χωριστής διαχείρισης, σε περίπτωση που ένας εκ των συζύγων αποκτήσει περιουσιακό στοιχείο χωρίς τη συναίνεση του έτερου συζύγου, είναι ελεύθερος να το διαχειρίζεται χωρίς περιορισμούς. Ωστόσο, αν η αγορά πραγματοποιηθεί για λογαριασμό αμφότερων των συζύγων, οι σύζυγοι δεν επιτρέπεται να δρουν ατομικά κατά βούληση, αλλά υποχρεούνται να ενεργούν από κοινού.

4 Ποιες είναι οι έννομες συνέπειες του διαζυγίου, του δικαστικού χωρισμού ή της ακύρωσης του γάμου στις περιουσιακές σχέσεις των συζύγων;

Στις περιπτώσεις όπου εφαρμόζεται το καθεστώς της κοινοκτημοσύνης επί των αποκτημάτων, ο νόμος ορίζει ρητώς ότι αυτό ισχύει από την ημερομηνία σύναψης του γάμου και παύει με τη λύση του γάμου, δηλαδή με την έκδοση διαζυγίου. Επιπλέον, ο νόμος προβλέπει ότι σε περίπτωση διάστασης είναι δυνατόν να ζητηθεί η δικαστική διανομή της περιουσίας.

Σε περιπτώσεις στις οποίες εφαρμόζεται το καθεστώς της κοινοκτημοσύνης επί του υπολοίπου στο πλαίσιο χωριστής διαχείρισης, ο νόμος προβλέπει ότι αυτό παύει, μεταξύ άλλων, με τη λύση του γάμου ή σε περίπτωση διάστασης.

Ωστόσο, εάν ο γάμος διέπεται από το καθεστώς της περιουσιακής αυτοτέλειας, σε περίπτωση λύσης του γάμου, είτε με δικαστικό χωρισμό είτε κατόπιν ακύρωσης, έκαστος σύζυγος εξακολουθεί να ρυθμίζει και να διαχειρίζεται τα περιουσιακά στοιχεία που είχε αποκτήσει στο όνομά του.

Ως εκ τούτου, η συνέπεια του διαζυγίου, του χωρισμού και της ακύρωσης του γάμου, όσον αφορά τις περιουσιακές σχέσεις των συζύγων, είναι ότι τα περιουσιακά στοιχεία που αποκτήθηκαν κατανέμονται στους συζύγους μέσω φιλικού διακανονισμού ή με απόφαση του αρμόδιου δικαστηρίου.

5 Ποιες είναι οι συνέπειες του θανάτου ενός εκ των συζύγων στις περιουσιακές σχέσεις των συζύγων;

Με τον θάνατο ενός εκ των συζύγων, παύει η ισχύς του καθεστώτος που ρύθμιζε τις περιουσιακές σχέσεις των συζύγων και εφαρμόζονται οι διατάξεις της μαλτεζικής νομοθεσίας σχετικά με την κληρονομική διαδοχή, ώστε η περιουσία του αποβιώσαντος συζύγου να διανεμηθεί μεταξύ των κληρονόμων του. Ο βασικός παράγοντας που πρέπει να λαμβάνεται υπόψη είναι αν ο θανών σύζυγος είχε συντάξει διαθήκη ή αν απεβίωσε αδιάθετος.

6 Ποια αρχή είναι αρμόδια να αποφαίνεται στις υποθέσεις που αφορούν τις περιουσιακές σχέσεις των συζύγων;

Η αρμόδια αρχή για τη λήψη αποφάσεων επί ζητημάτων που άπτονται των περιουσιακών σχέσεων των συζύγων είναι το δικαστήριο αστικών υποθέσεων (τμήμα οικογενειακών διαφορών).

7 Ποιες είναι οι συνέπειες των περιουσιακών σχέσεων των συζύγων στις νομικές σχέσεις μεταξύ συζύγου και τρίτων;

Αφ’ ης στιγμής τεθεί σε ισχύ το καθεστώς που διέπει τις περιουσιακές σχέσεις των συζύγων, δημιουργείται έννομη σχέση μεταξύ των συζύγων και των τρίτων, ανάλογα με την περίπτωση. Οι τρίτοι έχουν δικαίωμα να ασκούν τα νόμιμα δικαιώματά τους έναντι αμφότερων των συζύγων από κοινού ή χωριστά, ανάλογα με την περίπτωση, δηλαδή ανάλογα με το ποιος από τους δύο συζύγους συνήψε την επίμαχη σύμβαση ή ποιος εκ των δύο είναι ο οφειλέτης.

8 Σύντομη περιγραφή της διαδικασίας εκκαθάρισης των περιουσιακών σχέσεων των συζύγων, συμπεριλαμβανομένων του καταμερισμού, της διανομής και της ρευστοποίησης της περιουσίας, στο εν λόγω κράτος μέλος.

Η διαδικασία διανομής της περιουσίας κατά κανόνα λαμβάνει χώρα στο στάδιο κατά το οποίο οι σύζυγοι έχουν κινήσει διαδικασίες χωρισμού ή έκδοσης διαζυγίου. Στο πλαίσιο των διαδικασιών αυτού του είδους, οι σύζυγοι πρέπει, προτού προσφύγουν στο αρμόδιο δικαστήριο, να ξεκινήσουν διαδικασία διαμεσολάβησης.

Εάν η διαμεσολάβηση αποβεί επιτυχής, οι σύζυγοι μπορούν να χωρίσουν συναινετικά σε αυτή την περίπτωση, οι σύζυγοι συμφωνούν σχετικά με τα αμοιβαία δικαιώματά τους, τα δικαιώματά τους όσον αφορά τα κοινά τους τέκνα, καθώς και σχετικά με τη διανομή της συζυγικής περιουσίας, με συμβολαιογραφική πράξη η οποία υποβάλλεται στο αρμόδιο δικαστήριο για έλεγχο ώστε να διασφαλιστεί η διατήρηση της ισορροπίας μεταξύ των δικαιωμάτων των συζύγων. Αφού εγκριθεί από το αρμόδιο δικαστήριο, η σύμβαση αυτή επικυρώνεται από συμβολαιογράφο και καταχωρίζεται ώστε να παράγει έννομα αποτελέσματα, μεταξύ άλλων και έναντι τρίτων.

Εάν δεν τελεσφορήσει η διαδικασία διαμεσολάβησης και δεν επιτευχθεί φιλικός διακανονισμός μεταξύ των συζύγων, οι σύζυγοι πρέπει να κινήσουν διαδικασία ενώπιον του αρμόδιου δικαστηρίου, αιτούμενοι τη λύση του καθεστώτος ρύθμισης των περιουσιακών τους σχέσεων, ώστε να διανεμηθεί μεταξύ τους η συζυγική περιουσία. Η απόφαση του αρμόδιου δικαστηρίου, αφού αποκτήσει ισχύ δεδικασμένου, καταχωρίζεται ώστε να παράγει έννομα αποτελέσματα, μεταξύ άλλων και έναντι τρίτων.

9 Ποια είναι η διαδικασία και τα έγγραφα ή οι πληροφορίες που απαιτούνται κατά κανόνα για την καταχώριση ακίνητης περιουσίας;

Για την καταχώριση ακίνητης περιουσίας στη Μάλτα, ο συμβολαιογράφος που συνέταξε το αρχικό συμβόλαιο για το οικείο ακίνητο πρέπει να προσκομίσει αίτηση εγγραφής στο Δημόσιο Μητρώο προκειμένου το συμβόλαιο να μεταγραφεί. Με την υποβολή της αίτησης, η ακίνητη περιουσία καταχωρίζεται και η σύμβαση καθίσταται δεσμευτική για τα συμβαλλόμενα μέρη καθώς και έναντι τρίτων.

Τελευταία επικαιροποίηση: 09/11/2020

Την έκδοση αυτής της σελίδας στην εθνική γλώσσα διαχειρίζεται ο αντίστοιχος αρμόδιος επαφής του ΕΔΔ. Οι μεταφράσεις έχουν γίνει από την αρμόδια υπηρεσία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Οι τυχόν αλλαγές που επιφέρει η αρμόδια εθνική αρχή στο πρωτότυπο ενδέχεται να μην έχουν περιληφθεί ακόμα στις μεταφράσεις. Η Επιτροπή και το Ευρωπαϊκό Δικαστικό Δίκτυο δεν αναλαμβάνουν καμία απολύτως ευθύνη όσον αφορά πληροφορίες ή δεδομένα που περιέχονται ή αναφέρονται στο παρόν έγγραφο. Βλ. την ανακοίνωση νομικού περιεχομένου για τους κανόνες πνευματικής ιδιοκτησίας που ισχύουν στο κράτος μέλος που είναι αρμόδιο για την παρούσα σελίδα.

Περιουσιακές σχέσεις των συζύγων - Αυστρία

1 Υπάρχει στο εν λόγω κράτος μέλος προβλεπόμενο από τον νόμο σύστημα περιουσιακών σχέσεων των συζύγων; Τι προβλέπει;

Σύμφωνα με το αυστριακό δίκαιο, ισχύει το σύστημα της περιουσιακής αυτοτέλειας των συζύγων, δηλαδή κάθε σύζυγος διατηρεί τα περιουσιακά στοιχεία που εισέφερε στον γάμο και καθίσταται αποκλειστικός κύριος των αποκτημάτων του (άρθρα 1233 και 1237 του αυστριακού γενικού αστικού κώδικα - ABGB). Επίσης, είναι αποκλειστικός πιστωτής των οφειλετών του και οφειλέτης των πιστωτών του.

2 Πώς μπορούν οι σύζυγοι να ρυθμίσουν τις περιουσιακές σχέσεις τους; Ποιες είναι οι τυπικές προϋποθέσεις στην περίπτωση αυτή;

Οι σύζυγοι είναι ελεύθεροι να αποκλείσουν την εφαρμογή του εκ του νόμου συστήματος ρύθμισης των περιουσιακών τους σχέσεων, δυνάμει συμβατικής ρύθμισης («γαμική σύμβαση»). Οι γαμικές συμβάσεις για να είναι έγκυρες πρέπει να περιβάλλονται τον συμβολαιογραφικό τύπο (άρθρο 1 του νόμου περί συμβολαιογραφικών πράξεων - NotAktsG).

3 Υπάρχουν περιορισμοί στην ελευθερία καθορισμού των περιουσιακών σχέσεων των συζύγων;

Όσον αφορά το σύστημα ρύθμισης των περιουσιακών σχέσεων των συζύγων, ισχύει καταρχήν η ελευθερία των συμβάσεων. Ωστόσο, δεν μπορεί να συμφωνηθεί με γαμική σύμβαση, για παράδειγμα, πλήρης αμοιβαία παραίτηση από το δικαίωμα διατροφής για έγκυρο γάμο.

4 Ποιες είναι οι έννομες συνέπειες του διαζυγίου, του δικαστικού χωρισμού ή της ακύρωσης του γάμου στις περιουσιακές σχέσεις των συζύγων;

Η εκ του νόμου «πλήρης» περιουσιακή αυτοτέλεια των συζύγων ισχύει μόνο μέχρι την ακύρωση, το διαζύγιο ή την ακυρότητα του γάμου, διότι στη συνέχεια πρέπει να επακολουθήσει διανομή, για την οποία οι περιουσιακές σχέσεις των συζύγων δεν είναι αποφασιστικής σημασίας. Επομένως, η λύση του γάμου διέπεται από την αρχή της συμμετοχής στα περιουσιακά στοιχεία του γάμου. Σε διανομή υπόκεινται, αφενός, τα πράγματα κοινής χρήσης των συζύγων, δηλαδή τα πράγματα των οποίων έκαναν χρήση και οι δύο σύζυγοι, π.χ. η συζυγική κατοικία, το αυτοκίνητο ή η οικοσκευή. Σε διανομή υπόκεινται, αφετέρου, και οι κοινές αποταμιεύσεις των συζύγων, δηλαδή οι πάσης φύσεως τοποθετήσεις σε αξίες, στις οποίες προέβησαν οι σύζυγοι κατά τη διάρκεια ισχυρής έγγαμης συμβίωσης και οι οποίες, ως εκ της φύσεώς τους, προορίζονται συνήθως για ρευστοποίηση.

5 Ποιες είναι οι συνέπειες του θανάτου ενός εκ των συζύγων στις περιουσιακές σχέσεις των συζύγων;

Σε περίπτωση θανάτου ενός από τους συζύγους που έχουν επιλέξει το (στην πράξη σπάνιο) σύστημα της κοινοκτημοσύνης, η κοινή περιουσία υπόκειται σε διανομή. Το ενεργητικό που απομένει μετά την αφαίρεση όλων των χρεών διανέμεται αναλογικά μεταξύ του επιζώντος συζύγου και της κληρονομίας του θανόντος. Όσον αφορά την εν λόγω κληρονομία, καθώς και στη συνήθη περίπτωση της περιουσιακής αυτοτέλειας των συζύγων, το εκ του νόμου κληρονομικό δικαίωμα του επιζώντος συζύγου εξαρτάται από το ποιοι συγγενείς του θανόντος κληρονομούν επίσης. Ο σύζυγος του θανόντος είναι νόμιμος κληρονόμος στο ένα τρίτο της κληρονομίας, όταν συντρέχει με τέκνα του θανόντος και τους κατιόντες τους, στα δύο τρίτα της κληρονομίας, όταν συντρέχει με τους γονείς του θανόντος, και στο σύνολο της κληρονομίας σε όλες τις λοιπές περιπτώσεις. Επιπλέον, ο σύζυγος έχει δικαίωμα νόμιμης μοίρας. Ο σύζυγος δικαιούται ως νόμιμη μοίρα, το ήμισυ της εξ αδιαθέτου μερίδας του.

6 Ποια αρχή είναι αρμόδια να αποφαίνεται στις υποθέσεις που αφορούν τις περιουσιακές σχέσεις των συζύγων;

Η εκκαθάριση των περιουσιακών σχέσεων των συζύγων σε περίπτωση διαζυγίου, ακυρότητας ή ακύρωσης του γάμου, σύμφωνα με τα άρθρα 81 επ. του νόμου περί γάμου (EheG), πραγματοποιείται είτε συναινετικά είτε με δικαστική απόφαση.

7 Ποιες είναι οι συνέπειες των περιουσιακών σχέσεων των συζύγων στις νομικές σχέσεις μεταξύ συζύγου και τρίτων;

Κατ’ αρχήν, ο ένας σύζυγος δεν μπορεί να γεννήσει σημαντικά δικαιώματα ή υποχρεώσεις για τον έτερο σύζυγο, χωρίς τη σύμπραξη του τελευταίου. Μόνο στο πλαίσιο της λεγόμενης «βασικής εξουσίας» (Schlüsselgewalt), ο σύζυγος που διαχειρίζεται το κοινό νοικοκυριό και δεν διαθέτει εισοδήματα εκπροσωπεί τον έτερο σύζυγο στις καθημερινές δικαιοπραξίες που συνάπτει για το κοινό νοικοκυριό και οι οποίες δεν υπερβαίνουν το μέτρο που αντιστοιχεί στις συνθήκες διαβίωσης των συζύγων. Αυτό δεν ισχύει όταν ο έτερος σύζυγος έχει δηλώσει στον τρίτο ότι δεν επιθυμεί να εκπροσωπείται από τον σύζυγό του. Εάν ο τρίτος αδυνατεί να διακρίνει από τις περιστάσεις ότι ο σύζυγος ενεργεί ως εκπρόσωπος, τότε ευθύνονται απέναντί του αμφότεροι οι σύζυγοι εις ολόκληρον.

Κατ’ αρχήν, το σύστημα της κοινοκτημοσύνης, το οποίο πρέπει να συμφωνείται σε κάθε μεμονωμένη περίπτωση, έχει ως αποτέλεσμα μόνο την υποχρεωτική δέσμευση των συζύγων στις μεταξύ τους σχέσεις, σύμφωνα με την οποία κάθε ένας εξ αυτών δεν έχει εξουσία διαθέσεως του μεριδίου του επί της κοινής περιουσίας χωρίς τη συγκατάθεση του έτερου συζύγου. Η κοινοκτημοσύνη μπορεί να παραγάγει εμπράγματα αποτελέσματα μόνο επί ακινήτων μέσω της καταχώρισης στο κτηματολόγιο, είτε με την απαγόρευση της εκποίησης και της επιβάρυνσης (άρθρο 364c ABGB), είτε με την καταχώριση του περιορισμού ότι, κατά τη διάρκεια της κοινοκτημοσύνης, κανένα μέρος δεν μπορεί να διαθέτει μονομερώς το ήμισυ ή το μερίδιο που του ανήκει (άρθρο 1236 ABGB).

8 Σύντομη περιγραφή της διαδικασίας εκκαθάρισης των περιουσιακών σχέσεων των συζύγων, συμπεριλαμβανομένων του καταμερισμού, της διανομής και της ρευστοποίησης της περιουσίας, στο εν λόγω κράτος μέλος.

Η εκκαθάριση των περιουσιακών σχέσεων των συζύγων σε περίπτωση διαζυγίου, ακυρότητας ή ακύρωσης του γάμου, σύμφωνα με τα άρθρα 81 επ. του EheG, είναι ανεξάρτητη από την υπαιτιότητα, αλλά η υπαιτιότητα μπορεί να ληφθεί υπόψη για λόγους επιείκειας. Η διανομή των περιουσιακών στοιχείων πραγματοποιείται όταν τα μέρη συναινούν σ’ αυτήν ή όταν ένα από τα μέρη υποβάλει αίτηση για έκδοση δικαστικής απόφασης. Διαφορετικά, εξακολουθεί να διέπεται από το σύστημα της περιουσιακής αυτοτέλειας των συζύγων, έτσι ώστε κάθε σύζυγος να διατηρεί την περιουσία του. Η αίτηση πρέπει να υποβάλλεται εντός ενός έτους από την ημερομηνία κατά την οποία η απόφαση διαζυγίου κατέστη τελεσίδικη. Σε διανομή υπόκεινται τα πράγματα κοινής χρήσης των συζύγων και οι κοινές τους αποταμιεύσεις. Σύμφωνα με το άρθρο 82 EheG, εξαιρούνται από την εκκαθάριση τα πράγματα που εισέφεραν οι σύζυγοι στον γάμο, ή που απέκτησαν αιτία θανάτου ή από τρίτον από χαριστική αιτία, ή τα πράγματα που προορίζονται για προσωπική χρήση του ενός μόνο συζύγου ή για την άσκηση του επαγγέλματός του, καθώς και εκείνα που ανήκουν σε επιχείρηση ή που αποτελούν μερίδιο σε επιχείρηση, υπό την προϋπόθεση ότι δεν πρόκειται για απλή χρηματική τοποθέτηση.

9 Ποια είναι η διαδικασία και τα έγγραφα ή οι πληροφορίες που απαιτούνται κατά κανόνα για την καταχώριση ακίνητης περιουσίας;

Η αίτηση καταχώρησης του δικαιώματος κυριότητας στο κτηματολόγιο πρέπει να υποβάλλεται στο ειρηνοδικείο (Bezirksgericht) στην περιφέρεια του οποίου υπάγεται το προς καταχώριση ακίνητο.

Η γραπτή αίτηση πρέπει να υπογράφεται από τον αιτούντα. Καταρχήν, δεν χρειάζεται να βεβαιώνεται το γνήσιο της υπογραφής εκτός εάν στην αίτηση καταγράφεται η δήλωση συναίνεσης (Aufsandungserklärung).

Η αίτηση πρέπει να συνοδεύεται από δημόσιο έγγραφο ή ιδιωτικό έγγραφο με βεβαιωμένο το γνήσιο των υπογραφών των μερών, το οποίο να περιέχει τη νομική βάση της κτήσης της κυριότητας (π.χ. σύμβαση πώλησης). Τα ιδιωτικά έγγραφα πρέπει να περιέχουν, πέραν των λεπτομερών στοιχείων του ακινήτου, και τη λεγόμενη δήλωση συναίνεσης.

Η δήλωση συναίνεσης είναι η ρητή δήλωση του προσώπου του οποίου το δικαίωμα περιορίζεται, επιβαρύνεται, αίρεται ή μεταβιβάζεται σε άλλο πρόσωπο, ότι συναινεί στην καταχώριση (στην περίπτωση σύμβασης πώλησης, το πρόσωπο αυτό είναι ο πωλητής). Η δήλωση συναίνεσης πρέπει να επικυρώνεται από το δικαστήριο ή από συμβολαιογράφο και να υπογράφεται από τον υπόχρεο. Η δήλωση αυτή μπορεί επίσης να γίνει στην αίτηση προς το κτηματολόγιο, αλλά στην περίπτωση αυτή οι υπογραφές της αίτησης προς το κτηματολόγιο πρέπει να επικυρώνονται από το δικαστήριο ή από συμβολαιογράφο.

Επίσης, η αίτηση πρέπει να συνοδεύεται από βεβαίωση φορολογικής ενημερότητας, σύμφωνα με το άρθρο 160 του ομοσπονδιακού κώδικα φορολογίας (ΒΑΟ). Πρόκειται για «βεβαίωση» της εφορίας ότι δεν υπάρχει κώλυμα για την καταχώριση, λόγω αμφιβολιών σχετικά με τους φόρους που πρέπει να καταβληθούν.

Εάν η αίτηση υποβάλλεται από δικηγόρο ή συμβολαιογράφο, πρέπει να υποβάλλεται ηλεκτρονικά. Στην περίπτωση αυτή, τα συνημμένα πρέπει να υποβάλλονται σε αρχείο εγγράφων. Η βεβαίωση φορολογικής ενημερότητας της εφορίας μπορεί στην περίπτωση αυτή να αντικατασταθεί από δήλωση υπολογισμού του δικηγόρου ή του συμβολαιογράφου.

Τελευταία επικαιροποίηση: 11/03/2021

Την έκδοση αυτής της σελίδας στην εθνική γλώσσα διαχειρίζεται ο αντίστοιχος αρμόδιος επαφής του ΕΔΔ. Οι μεταφράσεις έχουν γίνει από την αρμόδια υπηρεσία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Οι τυχόν αλλαγές που επιφέρει η αρμόδια εθνική αρχή στο πρωτότυπο ενδέχεται να μην έχουν περιληφθεί ακόμα στις μεταφράσεις. Η Επιτροπή και το Ευρωπαϊκό Δικαστικό Δίκτυο δεν αναλαμβάνουν καμία απολύτως ευθύνη όσον αφορά πληροφορίες ή δεδομένα που περιέχονται ή αναφέρονται στο παρόν έγγραφο. Βλ. την ανακοίνωση νομικού περιεχομένου για τους κανόνες πνευματικής ιδιοκτησίας που ισχύουν στο κράτος μέλος που είναι αρμόδιο για την παρούσα σελίδα.

Περιουσιακές σχέσεις των συζύγων - Σλοβενία

1 Υπάρχει στο εν λόγω κράτος μέλος προβλεπόμενο από τον νόμο σύστημα περιουσιακών σχέσεων των συζύγων; Τι προβλέπει;

Ναι.

Οι περιουσιακές σχέσεις των συζύγων διέπονται από τον Οικογενειακό Κώδικα της Δημοκρατίας της Σλοβενίας [Družinski zakonik Republike Slovenije (DZ)]:

Το εκ του νόμου προβλεπόμενο καθεστώς ρύθμισης των περιουσιακών σχέσεων των συζύγων εφαρμόζεται στους συζύγους εκτός αν έχουν συνάψει σύμβαση η οποία καθορίζει διαφορετικό τρόπο ρύθμισης των περιουσιακών τους σχέσεων. Σε αυτή την περίπτωση, εφαρμόζεται το συμβατικό καθεστώς ρύθμισης των περιουσιακών τους σχέσεων.

Το εκ του νόμου προβλεπόμενο καθεστώς ρύθμισης των περιουσιακών σχέσεων των συζύγων προβλέπει την κοινοκτημοσύνη επί της κοινής περιουσίας και την περιουσιακή αυτοτέλεια όσον αφορά την προσωπική περιουσία κάθε συζύγου.

2 Πώς μπορούν οι σύζυγοι να ρυθμίσουν τις περιουσιακές σχέσεις τους; Ποιες είναι οι τυπικές προϋποθέσεις στην περίπτωση αυτή;

Οι σύζυγοι ή οι μέλλοντες σύζυγοι μπορούν να ρυθμίσουν τις μεταξύ τους περιουσιακές σχέσεις με σύμβαση. Οι συμβάσεις με τις οποίες ρυθμίζονται οι περιουσιακές σχέσεις αποτελούν συμφωνίες με τις οποίες οι δύο σύζυγοι καθορίζουν ένα καθεστώς για τη ρύθμιση των περιουσιακών τους σχέσεων με περιεχόμενο διαφορετικό από αυτό που εφαρμόζεται εκ του νόμου.

Στο πλαίσιο αυτών των συμβάσεων, οι σύζυγοι μπορούν επίσης να συμφωνήσουν δύο διαφορετικές ρυθμίσεις: μία ρύθμιση των περιουσιακών τους σχέσεων κατά τη διάρκεια του γάμου και διαφορετική ρύθμιση σε περίπτωση διαζυγίου. Οι συμβάσεις με τις οποίες οι σύζυγοι ρυθμίζουν τα περιουσιακά τους δικαιώματα και τις υποχρεώσεις τους πρέπει να περιβάλλονται τον τύπο του συμβολαιογραφικού εγγράφου. Η συμβατική ρύθμιση των περιουσιακών σχέσεων των συζύγων ισχύει μεταξύ των συζύγων από την ημερομηνία σύναψης της εν λόγω σύμβασης, εκτός αν οι σύζυγοι συμφωνήσουν διαφορετικά. Τυχόν προγαμιαίο συμβόλαιο που έχουν συνάψει οι μέλλοντες σύζυγοι για τη ρύθμιση των μεταξύ τους περιουσιακών σχέσεων τίθεται σε ισχύ από την ημερομηνία σύναψης του γάμου ή από την επόμενη ημέρα, αναλόγως ποια καθορίζεται από τους συζύγους στο προγαμιαίο συμβόλαιο. Οι συμβάσεις με τις οποίες ρυθμίζονται οι περιουσιακές σχέσεις των συζύγων πρέπει να καταχωρίζονται στο μητρώο συμβάσεων ρύθμισης περιουσιακών σχέσεων. Σε περίπτωση που σύμβαση για τη ρύθμιση των περιουσιακών σχέσεων συζύγων δεν καταχωριστεί στο οικείο μητρώο, τεκμαίρεται ότι, για τους σκοπούς των σχέσεων των συζύγων με τρίτους, στις περιουσιακές σχέσεις των συζύγων εφαρμόζεται το εκ του νόμου προβλεπόμενο καθεστώς ρύθμισης αυτών των σχέσεων.

Πριν από τη σύναψη σύμβασης για τη ρύθμιση των μεταξύ τους περιουσιακών σχέσεων, οι σύζυγοι οφείλουν να ενημερώνουν ο ένας τον άλλον για την περιουσιακή τους κατάσταση. Αν δεν το πράξουν, η σύμβαση μπορεί να προσβληθεί στο δικαστήριο.

3 Υπάρχουν περιορισμοί στην ελευθερία καθορισμού των περιουσιακών σχέσεων των συζύγων;

Όχι, ωστόσο πριν από τη σύναψη σύμβασης για τη ρύθμιση των μεταξύ τους περιουσιακών σχέσεων, οι σύζυγοι οφείλουν να ενημερώνουν ο ένας τον άλλον για την περιουσιακή τους κατάσταση. Αν δεν το πράξουν, η σύμβαση μπορεί να προσβληθεί στο δικαστήριο.

4 Ποιες είναι οι έννομες συνέπειες του διαζυγίου, του δικαστικού χωρισμού ή της ακύρωσης του γάμου στις περιουσιακές σχέσεις των συζύγων;

Σε περίπτωση λύσης του γάμου πραγματοποιείται διανομή της κοινής συζυγικής περιουσίας.

Εάν η σύμβαση για τη ρύθμιση των περιουσιακών σχέσεων των συζύγων, με την οποία οι σύζυγοι επέλεξαν να μην εφαρμοστεί το εκ του νόμου προβλεπόμενο καθεστώς στις μεταξύ τους σχέσεις, δεν καθορίζει τον τρόπο διανομής της περιουσίας, τότε η διανομή θα γίνει σύμφωνα με τους κανόνες του εκ του νόμου προβλεπόμενου καθεστώτος ρύθμισης των περιουσιακών σχέσεων των συζύγων, εκτός αν οι σύζυγοι συμφωνήσουν διαφορετικά. Για τη διανομή της περιουσίας, λαμβάνεται υπόψη η κατάσταση που ίσχυε κατά τον χρόνο έναρξης ισχύος της σύμβασης με την οποία ρυθμίστηκαν οι περιουσιακές σχέσεις.

Κατά κανόνα, η συζυγική περιουσία διανέμεται σε ίσα μέρη, ωστόσο οι σύζυγοι μπορούν να προσκομίσουν στοιχεία που αποδεικνύουν ότι συνέβαλαν στη διαμόρφωση της συζυγικής περιουσίας σε διαφορετικές αναλογίες. Τυχόν αμελητέες διαφορές όσον αφορά το μέγεθος της συμβολής κάθε συζύγου στη διαμόρφωση της συζυγικής περιουσίας δεν λαμβάνονται υπόψη.

Αφού συμφωνηθούν ή προσδιοριστούν τα μερίδια επί της συζυγικής περιουσίας, οι σύζυγοι μπορούν να συμφωνήσουν τον τρόπο διανομής της περιουσίας. Ως διανομή νοείται και η περίπτωση κατά την οποία οι σύζυγοι αποφασίζουν να καταστούν συγκύριοι των περιουσιακών στοιχείων κατά το ποσοστό που αντιστοιχεί στα μερίδιά τους επί της συζυγικής περιουσίας.

5 Ποιες είναι οι συνέπειες του θανάτου ενός εκ των συζύγων στις περιουσιακές σχέσεις των συζύγων;

Ο θάνατος ενός εκ των συζύγων δεν επηρεάζει το καθεστώς ρύθμισης των περιουσιακών τους σχέσεων.

Η περιουσία του θανόντος συζύγου υπόκειται στη διαδικασία κληρονομικής διαδοχής

6 Ποια αρχή είναι αρμόδια να αποφαίνεται στις υποθέσεις που αφορούν τις περιουσιακές σχέσεις των συζύγων;

Τα δικαστήρια είναι αρμόδια για την επίλυση διαφορών που αφορούν τις περιουσιακές σχέσεις των συζύγων.

7 Ποιες είναι οι συνέπειες των περιουσιακών σχέσεων των συζύγων στις νομικές σχέσεις μεταξύ συζύγου και τρίτων;

Κοινές υποχρεώσεις των συζύγων είναι όσες δεσμεύουν αμφότερους τους συζύγους σύμφωνα με τις γενικές διατάξεις της νομοθεσίας, όσες προκύπτουν σε σχέση με τη συζυγική περιουσία, και όσες έχουν αναληφθεί από τον έναν σύζυγο για την εκπλήρωση των αναγκών που προκύπτουν από τη συμβίωση με τον έτερο σύζυγο ή των αναγκών της οικογένειας. Για αυτές τις υποχρεώσεις, οι σύζυγοι ευθύνονται από κοινού και εις ολόκληρον με την κοινή τους περιουσία, καθώς και με τις προσωπικές τους περιουσίες.

Ο ένας εκ των συζύγων μπορεί να ζητήσει αποζημίωση από τον έτερο σύζυγο για τον λόγο ότι, κατά τη διευθέτηση κοινής υποχρέωσης, κατέβαλε ποσό που υπερβαίνει το αναλογούν στον ίδιο μερίδιο.

Προσωπικές υποχρεώσεις κάθε συζύγου είναι όσες είχε αναλάβει πριν από τη σύναψη του γάμου, καθώς και όσες ανέλαβε μετά τη σύναψή του χωρίς να συνιστούν κοινές υποχρεώσεις σύμφωνα με το άρθρο 82 παράγραφος 1 του DZ.

Κάθε σύζυγος ευθύνεται για τις προσωπικές του υποχρεώσεις με την προσωπική του περιουσία και με το μερίδιό του στην κοινή περιουσία.

Σε περίπτωση που σύμβαση για τη ρύθμιση των περιουσιακών σχέσεων συζύγων δεν καταχωριστεί στο οικείο μητρώο, τεκμαίρεται ότι, για τους σκοπούς των σχέσεων των συζύγων με τρίτους, στις περιουσιακές σχέσεις των συζύγων εφαρμόζεται το εκ του νόμου προβλεπόμενο καθεστώς ρύθμισης αυτών των σχέσεων.

8 Σύντομη περιγραφή της διαδικασίας εκκαθάρισης των περιουσιακών σχέσεων των συζύγων, συμπεριλαμβανομένων του καταμερισμού, της διανομής και της ρευστοποίησης της περιουσίας, στο εν λόγω κράτος μέλος.

Σε περίπτωση λύσης του γάμου πραγματοποιείται διανομή της κοινής συζυγικής περιουσίας. Για όσο διάστημα διαρκεί ο γάμος, είναι δυνατή η διανομή της περιουσίας βάσει συμφωνίας ή κατόπιν αίτησης ενός εκ των συζύγων.

Στις συμφωνίες αυτές περιλαμβάνεται κάθε συμφωνία μεταξύ των συζύγων σχετικά με την έκταση της συζυγικής περιουσίας. Εάν η σύμβαση για τη ρύθμιση των περιουσιακών σχέσεων των συζύγων, με την οποία οι σύζυγοι επέλεξαν να μην εφαρμοστεί το εκ του νόμου προβλεπόμενο καθεστώς στις μεταξύ τους σχέσεις, δεν καθορίζει τον τρόπο διανομής της περιουσίας, τότε η διανομή θα γίνει σύμφωνα με τους κανόνες του εκ του νόμου προβλεπόμενου καθεστώτος ρύθμισης των περιουσιακών σχέσεων των συζύγων, εκτός αν οι σύζυγοι συμφωνήσουν διαφορετικά. Για τη διανομή της περιουσίας, λαμβάνεται υπόψη η κατάσταση που ίσχυε κατά τον χρόνο έναρξης ισχύος της σύμβασης με την οποία ρυθμίστηκαν οι περιουσιακές σχέσεις.

Οι οφειλές και οι αξιώσεις έκαστου συζύγου που αφορούν τη συζυγική περιουσία καθορίζονται πριν προσδιοριστεί το μερίδιό του στην εν λόγω περιουσία.

Το ύψος του μεριδίου έκαστου συζύγου στη συζυγική περιουσία μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο συμφωνίας μεταξύ των συζύγων ή να καθοριστεί με δικαστική απόφαση κατόπιν αίτησης οποιουδήποτε εκ των συζύγων.

Κατά κανόνα, η συζυγική περιουσία διανέμεται σε ίσα μέρη, ωστόσο οι σύζυγοι μπορούν να προσκομίσουν στοιχεία που αποδεικνύουν ότι συνέβαλαν στη διαμόρφωση της συζυγικής περιουσίας σε διαφορετικές αναλογίες. Τυχόν αμελητέες διαφορές όσον αφορά το μέγεθος της συμβολής κάθε συζύγου στη διαμόρφωση της συζυγικής περιουσίας δεν λαμβάνονται υπόψη.

Κατά την εκδίκαση διαφοράς με αντικείμενο το ύψος του μεριδίου κάθε συζύγου στη συζυγική περιουσία, το δικαστήριο εξετάζει όλες τις περιστάσεις της υπόθεσης, ιδίως το εισόδημα κάθε συζύγου, την αμοιβαία αρωγή μεταξύ των συζύγων, την επιμέλεια των τέκνων, την άσκηση οικιακών καθηκόντων, τη φροντίδα του σπιτιού και της οικογένειας, τη μέριμνα για τη συντήρηση της περιουσίας και κάθε άλλη μορφή εργασίας και συνεργασίας μεταξύ των συζύγων στο πλαίσιο της διαχείρισης, της διατήρησης και της αύξησης της συζυγικής περιουσίας.

Αφού συμφωνηθούν ή προσδιοριστούν τα μερίδια επί της συζυγικής περιουσίας, οι σύζυγοι μπορούν να συμφωνήσουν τον τρόπο διανομής της περιουσίας. Ως διανομή νοείται και η περίπτωση κατά την οποία οι σύζυγοι αποφασίζουν να καταστούν συγκύριοι των περιουσιακών στοιχείων κατά το ποσοστό που αντιστοιχεί στα μερίδιά τους επί της συζυγικής περιουσίας.

Εάν δεν επιτευχθεί συμφωνία σχετικά με τον τρόπο διανομής της περιουσίας, τότε αυτή διανέμεται με δικαστική απόφαση σύμφωνα με τους κανόνες που διέπουν τη διανομή της συζυγικής περιουσίας.

Κατά τη διανομή της συζυγικής περιουσίας, έκαστος σύζυγος λαμβάνει, κατόπιν σχετικής αίτησής του, τα περιουσιακά στοιχεία που προορίζονται για την άσκηση του επαγγέλματός του ή άλλων δραστηριοτήτων του που του επιτρέπουν να αποκτά εισόδημα, η δε αξία των στοιχείων αυτών αφαιρείται από το μερίδιό του.

Το ίδιο ισχύει και για τα περιουσιακά στοιχεία που προορίζονται αποκλειστικά για προσωπική χρήση του ενός εκ των συζύγων και δεν ανήκουν στην προσωπική του περιουσία.

9 Ποια είναι η διαδικασία και τα έγγραφα ή οι πληροφορίες που απαιτούνται κατά κανόνα για την καταχώριση ακίνητης περιουσίας;

Το αρμόδιο κτηματολογικό δικαστήριο (zemljiškoknjižno sodišče) είναι αρμόδιο να αποφασίσει για την καταχώριση της ακίνητης περιουσίας βάσει εγγράφων που αποδεικνύουν τη νομική βάση για την κτήση του δικαιώματος που πρόκειται να καταχωριστεί και τα οποία πληρούν και τους λοιπούς όρους που προβλέπονται στον νόμο.

Τα έγγραφα αυτά καθορίζονται στο άρθρο 40 παράγραφος 1 του νόμου περί κτηματολογίου [Zakon o zemljiški knjigi (ZZK-1)].

Τελευταία επικαιροποίηση: 09/11/2020

Την έκδοση αυτής της σελίδας στην εθνική γλώσσα διαχειρίζεται ο αντίστοιχος αρμόδιος επαφής του ΕΔΔ. Οι μεταφράσεις έχουν γίνει από την αρμόδια υπηρεσία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Οι τυχόν αλλαγές που επιφέρει η αρμόδια εθνική αρχή στο πρωτότυπο ενδέχεται να μην έχουν περιληφθεί ακόμα στις μεταφράσεις. Η Επιτροπή και το Ευρωπαϊκό Δικαστικό Δίκτυο δεν αναλαμβάνουν καμία απολύτως ευθύνη όσον αφορά πληροφορίες ή δεδομένα που περιέχονται ή αναφέρονται στο παρόν έγγραφο. Βλ. την ανακοίνωση νομικού περιεχομένου για τους κανόνες πνευματικής ιδιοκτησίας που ισχύουν στο κράτος μέλος που είναι αρμόδιο για την παρούσα σελίδα.

Περιουσιακές σχέσεις των συζύγων - Φινλανδία

1 Υπάρχει στο εν λόγω κράτος μέλος προβλεπόμενο από τον νόμο σύστημα περιουσιακών σχέσεων των συζύγων; Τι προβλέπει;

Το καθεστώς ρύθμισης των περιουσιακών σχέσεων των συζύγων στη Φινλανδία στηρίζεται στην έννοια της υπό αναστολή κοινοκτημοσύνης. Αυτό σημαίνει ότι, κατά τη διάρκεια του γάμου, διατηρείται η περιουσιακή αυτοτέλεια των συζύγων, αλλά σε περίπτωση λύσης του γάμου η περιουσία διανέμεται μεταξύ των συζύγων ισομερώς.

Η σύναψη γάμου δεν μεταβάλλει τα δικαιώματα κυριότητας των συζύγων. Σύμφωνα με τον φινλανδικό νόμο περί γάμου (Avioliittolaki 234/1929), τα περιουσιακά στοιχεία που ανήκαν σε έναν εκ των συζύγων πριν από τη σύναψη του γάμου παραμένουν στην κυριότητά του συζύγου και κατά τη διάρκεια του γάμου. Το ίδιο ισχύει και για κάθε περιουσιακό στοιχείο που οι σύζυγοι αποκτούν ή λαμβάνουν μέσω κληρονομίας ή δια δωρεάς κατά τη διάρκεια του γάμου. Εκτός από τα περιουσιακά στοιχεία, η αυτοτέλεια αυτή ισχύει και για τα χρέη, το οποίο σημαίνει ότι κάθε σύζυγος ευθύνεται ατομικά για κάθε χρέος με το οποίο ο ίδιος επιβαρύνθηκε πριν ή κατά τη διάρκεια του γάμου. Ωστόσο, και οι δύο σύζυγοι ευθύνονται από κοινού για υποχρεώσεις (χρέη) τις οποίες ανέλαβε ο ένας εκ των συζύγων στο πλαίσιο της συντήρησης της οικογένειας.

Σύμφωνα με το φινλανδικό καθεστώς ρύθμισης των περιουσιακών σχέσεων των συζύγων, κάθε σύζυγος έχει γαμικό δικαίωμα επί της περιουσίας του άλλου συζύγου. Αυτό σημαίνει ότι κάθε σύζυγος, καθώς και ο χήρος ή η χήρα και οι κληρονόμοι του θανόντος συζύγου, έχουν δικαίωμα στο ήμισυ της καθαρής περιουσίας των συζύγων όταν επέλθει διανομή της συζυγικής περιουσίας κατά τη λύση του γάμου. Το γαμικό δικαίωμα καταλαμβάνει το σύνολο της περιουσίας, ανεξάρτητα από το πότε ή το πώς την απέκτησαν ή σύζυγοι ή περιήλθε σε αυτούς πριν από τον γάμο. Ωστόσο, οι σύζυγοι μπορούν, με συμφωνία ρύθμισης των μεταξύ τους περιουσιακών σχέσεων, να αποκλείσουν την εφαρμογή του γαμικού δικαιώματος στον γάμο τους. Επιπλέον, κάθε περιουσιακό στοιχείο που ένας εκ των συζύγων αποκτά βάσει χαριστικής δικαιοπραξίας, δυνάμει διαθήκης ή ασφαλιστηρίου συμβολαίου που προβλέπουν ότι ο μέλλων/η μέλλουσα σύζυγός του δεν θα έχει γαμικό δικαίωμα στο εν λόγω περιουσιακό στοιχείο εξαιρείται επίσης από το πεδίο εφαρμογής του γαμικού δικαιώματος.

2 Πώς μπορούν οι σύζυγοι να ρυθμίσουν τις περιουσιακές σχέσεις τους; Ποιες είναι οι τυπικές προϋποθέσεις στην περίπτωση αυτή;

Οι σύζυγοι μπορούν, είτε πριν από την τέλεση του γάμου είτε κατά τη διάρκεια αυτού, να συνάψουν συμφωνία ρύθμισης των περιουσιακών τους σχέσεων. Η συμφωνία ρύθμισης των περιουσιακών σχέσεων των συζύγων επηρεάζει τον τρόπο διανομής των περιουσιακών στοιχείων. Για παράδειγμα, οι σύζυγοι μπορούν να συμφωνήσουν ότι ο καθένας τους δεν θα έχει κανένα γαμικό δικαίωμα επί της περιουσίας που ανήκει στον άλλο σύζυγο, αλλά ότι ο κάθε σύζυγος διατηρεί την κυριότητα επί της δικής του προσωπικής περιουσίας. Οι σύζυγοι μπορούν επίσης να συμφωνήσουν την εξαίρεση ενός ορισμένου περιουσιακού στοιχείου από τη διανομή των συζυγικών περιουσιακών στοιχείων.

Η συμφωνία ρύθμισης των περιουσιακών στοιχείων πρέπει να συνάπτεται γραπτώς και να φέρει βέβαιη χρονολογία και τις υπογραφές των συζύγων. Επιπλέον, πρέπει να πιστοποιείται από δύο μάρτυρες οι οποίοι δεν έχουν σχετικό συμφέρον. Η συμφωνία ρύθμισης των περιουσιακών σχέσεων τίθεται σε ισχύ με την καταχώρισή της στο οικείο ληξιαρχείο (maistraatti) [ή στην Υπηρεσία Ψηφιακών και Πληθυσμιακών Δεδομένων (Digi- ja väestötietovirasto) από το 2020 και έπειτα].

3 Υπάρχουν περιορισμοί στην ελευθερία καθορισμού των περιουσιακών σχέσεων των συζύγων;

Ο νόμος περί γάμου προβλέπει ορισμένους περιορισμούς όσον αφορά τη διαχείριση ορισμένων περιουσιακών στοιχείων όπως για παράδειγμα της κοινής οικίας των συζύγων ή των κινητών πραγμάτων οικιακής χρήσης. Δεν επιτρέπεται η διάθεση του ακινήτου που προορίζεται να χρησιμοποιηθεί ως κοινή οικία των συζύγων από τον έναν σύζυγο χωρίς τη γραπτή συναίνεση του άλλου συζύγου. Χωρίς τη συναίνεση του άλλου συζύγου, ο σύζυγος δεν μπορεί να μεταβιβάσει μισθωτική σχέση ή άλλα δικαιώματα νομής ή κατοχής επί διαμερίσματος που προορίζεται να χρησιμοποιηθεί ως κοινή οικία των συζύγων και δεν μπορεί να διαθέσει: τα κινητά πράγματα που αποτελούν μέρος του κοινού νοικοκυριού και που χρησιμοποιούνται από αμφότερους τους συζύγους τυχόν απαραίτητα εργαλεία που χρησιμοποιεί ο άλλος σύζυγος ή κινητά πράγματα που προορίζονται για προσωπική χρήση του άλλου συζύγου ή των τέκνων.

Η διανομή των συζυγικών περιουσιακών στοιχείων μπορεί να αναπροσαρμοστεί εάν πιθανολογείται ότι θα είχε παράλογα αποτελέσματα ή αν οδηγεί στη δημιουργία άδικου οικονομικού οφέλους για έναν από τους δύο συζύγους. Αυτό σημαίνει ότι κατόπιν εύλογης εξέτασης μιας επιμέρους περίπτωσης, είναι δυνατή η παρέκκλιση από τους κανόνες που θα τύγχαναν εφαρμογής στη διανομή της συζυγικής περιουσίας υπό άλλες συνθήκες. Κατά την εξέταση της αναπροσαρμογής της διανομής των συζυγικών περιουσιακών στοιχείων, πρέπει να δίνεται ιδιαίτερη προσοχή στη διάρκεια του γάμου, στις δραστηριότητες των συζύγων όσον αφορά το κοινό νοικοκυριό και ως προς την επαύξηση και διατήρηση της περιουσίας, καθώς και άλλα συγκρίσιμα στοιχεία σχετικά με την οικονομική κατάσταση των συζύγων.

Στο πλαίσιο της αναπροσαρμογής της διανομής της συζυγικής περιουσίας, μπορεί να αποφασιστεί ότι ένας εκ των συζύγων δεν θα λάβει, δυνάμει του γαμικού δικαιώματος, περιουσιακά στοιχεία του άλλου συζύγου ή ότι το εν λόγω δικαίωμα θα περιοριστεί ότι ορισμένο περιουσιακό στοιχείο θα εξαιρεθεί εν όλω ή εν μέρει από το γαμικό δικαίωμα κατά τη διανομή της συζυγικής περιουσίας ότι το σύνολο ή μέρος της περιουσίας που εξαιρέθηκε από το γαμικό δικαίωμα του άλλου συζύγου μέσω συζυγικής συμφωνίας θα θεωρείται, στο πλαίσιο της διανομής, ότι υπόκειται πλήρως ή εν μέρει στο γαμικό δικαίωμα του άλλου συζύγου.

4 Ποιες είναι οι έννομες συνέπειες του διαζυγίου, του δικαστικού χωρισμού ή της ακύρωσης του γάμου στις περιουσιακές σχέσεις των συζύγων;

Όταν εκκρεμεί διαδικασία διαζυγίου ή σε περίπτωση λύσης του γάμου, πρέπει να πραγματοποιηθεί διανομή της συζυγικής περιουσίας εφόσον υποβληθεί σχετικό αίτημα από έναν εκ των συζύγων ή έναν εκ των κληρονόμων του θανόντος συζύγου. Στο πλαίσιο της διανομής της συζυγικής περιουσίας, το γαμικό δικαίωμα ασκείται μέσω προσδιορισμού του ποσού που πρέπει να καταβάλει ο σύζυγος, του οποίου η περιουσία έχει τη μεγαλύτερη καθαρή αξία, στον άλλο σύζυγο. Εάν κανείς εκ των συζύγων δεν έχει γαμικό δικαίωμα επί της περιουσίας του άλλου συζύγου, η περιουσία των συζύγων υπόκειται σε διαχωρισμό και όχι σε διανομή. Εάν οι σύζυγοι διατηρούν κοινά περιουσιακά στοιχεία, τα στοιχεία αυτά πρέπει να διανεμηθούν, κατόπιν σχετικής αίτησης, κατά τον χρόνο διανομής ή διαχωρισμού της συζυγικής περιουσίας.

Επιπλέον, διανομή της συζυγικής περιουσίας μπορεί να πραγματοποιηθεί κατόπιν έκδοσης αλλοδαπής δικαστικής απόφασης επί δικαστικού χωρισμού μεταξύ συζύγων οι περιουσιακές σχέσεις των οποίων διέπονται από το φινλανδικό δίκαιο. Ωστόσο, δεν μπορεί να γίνει διανομή της εν λόγω περιουσίας δυνάμει της απόφασης δικαστικού χωρισμού εάν οι σύζυγοι αποφασίσουν εκ νέου να συγκατοικήσουν.

5 Ποιες είναι οι συνέπειες του θανάτου ενός εκ των συζύγων στις περιουσιακές σχέσεις των συζύγων;

Καταρχήν, σε περίπτωση λύσης του γάμου λόγω θανάτου ενός εκ των συζύγων, εφαρμόζονται οι ίδιοι κανόνες.

Εάν υπάρχουν άμεσοι κληρονόμοι (τέκνα ή κατιόντες αυτών), ο χήρος/η χήρα και οι κληρονόμοι του θανόντος μπορούν να αιτηθούν τη διανομή της συζυγικής περιουσίας. Ο βασικός κανόνας που εφαρμόζεται στη διανομή της συζυγικής περιουσίας είναι ότι το σύνολο της περιουσίας διανέμεται σε ίσα μέρη. Το ήμισυ της περιουσίας περιέρχεται στον επιζώντα σύζυγο και το υπόλοιπο ήμισυ επιμερίζεται μεταξύ των κληρονόμων. Ωστόσο, εάν η περιουσία του επιζώντος υπερβαίνει αυτή του θανόντος συζύγου, ο επιζών σύζυγος έχει το δικαίωμα να διατηρήσει το σύνολο της περιουσίας του.

Εάν ο γάμος λυθεί λόγω θανάτου ενός εκ των συζύγων αλλά δεν υπάρχουν άμεσοι κληρονόμοι, ο επιζών σύζυγος κληρονομεί όλα τα περιουσιακά στοιχεία του θανόντος, εκτός αν ο θανών είχε συντάξει διαθήκη με την οποία όριζε διαφορετικά. Σε αυτή την περίπτωση, η περιουσία του θανόντος δεν διαχωρίζεται από την περιουσία του επιζώντος με σκοπό τη διανομή. Ο γενικός κανόνας είναι ότι μόνο μετά τον θάνατο αμφότερων των συζύγων η περιουσία που κατέλιπε ο σύζυγος που απεβίωσε δεύτερος διανέμεται στους κληρονόμους και των δύο συζύγων κατά ίσα μέρη. Ο επιζών σύζυγος δεν έχει δικαίωμα να κληροδοτήσει τα περιουσιακά στοιχεία τα οποία θα περιέρχονταν στους κληρονόμους του θανόντος συζύγου με τον τρόπο που προαναφέρθηκε.

Εκτός αν οι άμεσοι κληρονόμοι απαιτήσουν τη διανομή της περιουσίας ή αν οι όροι της διαθήκης του θανόντος συζύγου επιτάσσουν τη διανομή, ο επιζών σύζυγος μπορεί να διατηρήσει την αδιαίρετη περιουσία του θανόντος συζύγου. Ωστόσο, ο επιζών σύζυγος έχει το δικαίωμα να διατηρήσει την εξ αδιαιρέτου κυριότητα της κοινής οικίας των συζύγων και κάθε κινητό που αποτελούσε μέρος του νοικοκυριού, εφόσον δεν έχει στην κυριότητά του άλλο ακίνητο κατάλληλο να χρησιμοποιηθεί ως κατοικία.

6 Ποια αρχή είναι αρμόδια να αποφαίνεται στις υποθέσεις που αφορούν τις περιουσιακές σχέσεις των συζύγων;

Οι φινλανδικές αρχές δεν κινούν αυτεπαγγέλτως διαδικασίες με αντικείμενο τη συζυγική περιουσία. Εάν οι σύζυγοι δεν καταλήξουν σε συμφωνία σχετικά με τη διανομή, το πρωτοδικείο (käräjäoikeus) ορίζει, κατόπιν σχετικής αίτησης, διαχειριστή στον οποίο ανατίθεται η διανομή της συζυγικής περιουσίας.

7 Ποιες είναι οι συνέπειες των περιουσιακών σχέσεων των συζύγων στις νομικές σχέσεις μεταξύ συζύγου και τρίτων;

Κατά κανόνα, ο γάμος δεν περιορίζει το δικαίωμα των συζύγων να συνάπτουν συμφωνίες, αλλά, αντιθέτως, κατά τη διάρκεια του γάμου, κάθε σύζυγος έχει το δικαίωμα να λαμβάνει αποφάσεις σχετικά με τη δική του προσωπική περιουσία, χωρίς τη συναίνεση του άλλου συζύγου.

Επιπλέον, κανένας εκ των δύο συζύγων δεν ευθύνεται άμεσα για χρέη με τα οποία επιβαρύνθηκε ο άλλος σύζυγος. Εντούτοις, οι σύζυγοι ευθύνονται από κοινού για υποχρεώσεις που ανέλαβε ο ένας εκ των συζύγων για τη συντήρηση της οικογένειας, καθώς και για την καταβολή του μισθώματος της κοινής κατοικίας των συζύγων. Καταγγελία της μίσθωσης της κοινής κατοικίας των συζύγων μπορεί να γίνει μόνο από τους δύο συζύγους από κοινού, ακόμη και αν η μισθωτική σύμβαση είχε υπογραφεί μόνον από τον έναν σύζυγο.

Τα δικαιώματα των πιστωτών προστατεύονται από τον νόμο περί γάμου, σύμφωνα με τις διατάξεις του οποίου οι σύζυγοι δεν μπορούν να παραιτηθούν από τα δικαιώματά τους επί της διανομής της συζυγικής περιουσίας κατά τρόπο δεσμευτικό για τους πιστωτές. Εάν στο πλαίσιο διανομής της συζυγικής περιουσίας, ένας εκ των συζύγων μεταβίβασε στον άλλο σύζυγο ή στους κληρονόμους του άλλου συζύγου περιουσιακό στοιχείο η αξία του οποίου υπερβαίνει κατά πολύ αυτήν που θα έπρεπε να είχε μεταβιβάσει, η διανομή μπορεί να αναστραφεί και το οικείο στοιχείο να υπαχθεί στην πτωχευτική περιουσία.

8 Σύντομη περιγραφή της διαδικασίας εκκαθάρισης των περιουσιακών σχέσεων των συζύγων, συμπεριλαμβανομένων του καταμερισμού, της διανομής και της ρευστοποίησης της περιουσίας, στο εν λόγω κράτος μέλος.

Οι φινλανδικές αρχές δεν κινούν αυτεπαγγέλτως διαδικασίες με αντικείμενο τη συζυγική περιουσία. Όταν εκκρεμεί διαδικασία διαζυγίου ή σε περίπτωση λύσης του γάμου, πρέπει να πραγματοποιηθεί διανομή της συζυγικής περιουσίας εφόσον υποβληθεί σχετικό αίτημα από έναν εκ των συζύγων ή έναν εκ των κληρονόμων του θανόντος συζύγου. Εάν κανείς εκ των συζύγων δεν έχει γαμικό δικαίωμα επί της περιουσίας του άλλου συζύγου, επέρχεται διαχωρισμός, αντί διανομής, της περιουσίας των συζύγων.

Κατά τη διανομή της συζυγικής περιουσίας σε περίπτωση διαζυγίου, ο βασικός κανόνας είναι ότι το σύνολο της περιουσίας διανέμεται σε ίσα μέρη, εκτός αν οι σύζυγοι είχαν συνάψει συμφωνία ρύθμισης των περιουσιακών τους σχέσεων. Είναι επίσης δυνατή η αναπροσαρμογή της διανομής εάν πιθανολογείται ότι θα είχε παράλογα αποτελέσματα. Η κοινή περιουσία των συζύγων επίσης διανέμεται, κατόπιν σχετικής αίτησης, σε περίπτωση διανομής ή διαχωρισμού της περιουσίας.

Σε περίπτωση λύσης του γάμου λόγω θανάτου ενός εκ των συζύγων, εάν υπάρχουν άμεσοι κληρονόμοι (τέκνα ή κατιόντες αυτών) του θανόντος συζύγου, ο χήρος/η χήρα και οι κληρονόμοι του θανόντος μπορούν να αιτηθούν τη διανομή της συζυγικής περιουσίας. Ο βασικός κανόνας που εφαρμόζεται στη διανομή της συζυγικής περιουσίας είναι ότι το σύνολο της περιουσίας διανέμεται σε ίσα μέρη. Το ήμισυ της περιουσίας περιέρχεται στον επιζώντα σύζυγο και το υπόλοιπο ήμισυ επιμερίζεται μεταξύ των κληρονόμων. Από την άλλη πλευρά, εάν η περιουσία του επιζώντος συζύγου υπερβαίνει την περιουσία του θανόντος συζύγου, ο επιζών σύζυγος έχει το δικαίωμα να διατηρήσει το σύνολο της δικής του περιουσίας. Εάν ο γάμος λυθεί λόγω θανάτου ενός εκ των συζύγων αλλά δεν υπάρχουν άμεσοι κληρονόμοι, ο επιζών σύζυγος κληρονομεί όλα τα περιουσιακά στοιχεία του θανόντος, εκτός αν ο θανών είχε συντάξει διαθήκη με την οποία όριζε διαφορετικά. Ο γενικός κανόνας είναι ότι μόνο μετά τον θάνατο αμφότερων των συζύγων η περιουσία που κατέλιπε ο σύζυγος που απεβίωσε δεύτερος διανέμεται στους κληρονόμους και των δύο συζύγων κατά ίσα μέρη.

Η διανομή μπορεί να πραγματοποιηθεί από τα ίδια τα μέρη βάσει αμοιβαίας συμφωνίας (διανομή δυνάμει συμφωνίας). Εάν τα μέρη δεν καταλήξουν σε συμφωνία, η διανομή πραγματοποιείται από διαχειριστή που διορίζεται από το δικαστήριο, κατόπιν αίτησης ενός εκ των συζύγων (διανομή κατόπιν δικαστικής παρέμβασης).

Στην περίπτωση της διανομής δυνάμει συμφωνίας, η διανομή πρέπει να καταγράφεται σε έγγραφο, το οποίο πρέπει να φέρει βέβαιη χρονολογία και υπογραφή. Επιπλέον, πρέπει να πιστοποιείται από δύο μάρτυρες οι οποίοι δεν έχουν σχετικό συμφέρον. Εάν η διανομή διενεργηθεί από διαχειριστή, η πράξη της διανομής καταρτίζεται γραπτώς και το σχετικό έγγραφο υπογράφεται από τον διαχειριστή.

Το έγγραφο αυτό μπορεί να κατατεθεί προς καταχώριση στο οικείο ληξιαρχείο (και, από το 2020, στην Υπηρεσία Ψηφιακών και Πληθυσμιακών Δεδομένων). Η καταχώριση του εγγράφου περί διανομής προστατεύει έκαστο εκ των συζύγων έναντι αξιώσεων είσπραξης απαιτήσεων των πιστωτών του άλλου συζύγου κατά τ’ άλλα δεν ασκεί καμία επιρροή στο κύρος της διανομής των περιουσιακών στοιχείων μεταξύ των μερών.

9 Ποια είναι η διαδικασία και τα έγγραφα ή οι πληροφορίες που απαιτούνται κατά κανόνα για την καταχώριση ακίνητης περιουσίας;

Η κυριότητα επί περιουσιακού στοιχείου μπορεί να καταχωριστεί με την υποβολή αίτησης μεταγραφής του οικείου τίτλου ιδιοκτησίας. Η μεταγραφή του τίτλου γίνεται στο δημόσιο μητρώο τίτλων και υποθηκών. Μετά τη μεταγραφή του τίτλου ιδιοκτησίας, ο νέος κύριος αναγράφεται στο πιστοποιητικό μεταγραφής του τίτλου.

Σε περίπτωση μεταβολής της κυριότητας λόγω διανομής ή διαχωρισμού της περιουσίας, πρέπει, στο πλαίσιο της υποβολής αίτησης μεταγραφής του τίτλου, να διαβιβαστεί στην Εθνική Τοπογραφική Υπηρεσία της Φινλανδίας (Maanmittauslaitos) η αρχική συμφωνία περί διανομής ή διαχωρισμού της περιουσίας, συνοδευόμενη από έγγραφο στο οποίο αναφέρονται οι λόγοι για τους οποίους έλαβε χώρα η διανομή της περιουσίας (π.χ. κοινοποίηση του πρωτοδικείου από την οποία προκύπτει ότι διεξήχθη ενώπιόν του διαδικασία διαζυγίου), καθώς και το αποδεικτικό καταβολής του φόρου μεταβίβασης.

Η προθεσμία μεταγραφής τίτλου ιδιοκτησίας που αφορά περιουσία που αποτέλεσε το αντικείμενο διανομής λόγω λύσης του γάμου, ξεκινά από την ημερομηνία κατά την οποία η διανομή παράγει έννομα αποτελέσματα. Η διάρκεια της προθεσμίας μεταγραφής είναι έξι μήνες.

Τελευταία επικαιροποίηση: 10/11/2020

Την έκδοση αυτής της σελίδας στην εθνική γλώσσα διαχειρίζεται ο αντίστοιχος αρμόδιος επαφής του ΕΔΔ. Οι μεταφράσεις έχουν γίνει από την αρμόδια υπηρεσία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Οι τυχόν αλλαγές που επιφέρει η αρμόδια εθνική αρχή στο πρωτότυπο ενδέχεται να μην έχουν περιληφθεί ακόμα στις μεταφράσεις. Η Επιτροπή και το Ευρωπαϊκό Δικαστικό Δίκτυο δεν αναλαμβάνουν καμία απολύτως ευθύνη όσον αφορά πληροφορίες ή δεδομένα που περιέχονται ή αναφέρονται στο παρόν έγγραφο. Βλ. την ανακοίνωση νομικού περιεχομένου για τους κανόνες πνευματικής ιδιοκτησίας που ισχύουν στο κράτος μέλος που είναι αρμόδιο για την παρούσα σελίδα.

Περιουσιακές σχέσεις των συζύγων - Σουηδία

1 Υπάρχει στο εν λόγω κράτος μέλος προβλεπόμενο από τον νόμο σύστημα περιουσιακών σχέσεων των συζύγων; Τι προβλέπει;

Ναι, υπάρχει τέτοιο σύστημα. Θεσπίζει κανόνες σχετικά με την υποχρέωση διατροφής μεταξύ συζύγων κατά τη διάρκεια του γάμου και μετά τη λύση του. Θεσπίζει, επίσης, κανόνες για τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των συζύγων, κατά τη διάρκεια του γάμου και μετά τη λύση του, όσον αφορά τα διάφορα είδη περιουσιακών στοιχείων, τις οφειλές, τη συζυγική εστία και την οικοσκευή των συζύγων, καθώς και τα δώρα μεταξύ συζύγων.

2 Πώς μπορούν οι σύζυγοι να ρυθμίσουν τις περιουσιακές σχέσεις τους; Ποιες είναι οι τυπικές προϋποθέσεις στην περίπτωση αυτή;

Τα περιουσιακά στοιχεία των συζύγων διακρίνονται σε δύο είδη: τα στοιχεία της συζυγικής περιουσίας (giftorättsgods) και τα ατομικά περιουσιακά στοιχεία (enskild egendom). Το καθεστώς της συζυγικής περιουσίας αποτελεί τον κανόνα, και εκείνο που ισχύει όταν δεν έχει οριστεί κάτι διαφορετικό. Ο βασικός κανόνας είναι ότι τα στοιχεία της συζυγικής περιουσίας διανέμονται στην περίπτωση θανάτου ενός εκ των συζύγων ή διαζυγίου. Τα ατομικά περιουσιακά στοιχεία δεν υπόκεινται σε διανομή. Ατομικά είναι τα περιουσιακά στοιχεία που έχουν οριστεί ως τέτοια με:

α) συμφωνία των συζύγων για τη ρύθμιση των περιουσιακών τους σχέσεων (äktenskapsförord). Η συμφωνία πρέπει να γίνει γραπτά και να καταχωριστεί στη σουηδική φορολογική υπηρεσία (Skatteverket)·

β) σχετικό όρο σύμβασης δωρεάς·

γ) σχετικό όρο διαθήκης·

δ) σχετικό όρο στον ορισμό δικαιούχου ασφαλιστηρίου συμβολαίου ζωής, ασφάλισης κατά ατυχημάτων, ασφάλισης ασθενείας ή ατομικού συνταξιοδοτικού-αποταμιευτικού προγράμματος.

3 Υπάρχουν περιορισμοί στην ελευθερία καθορισμού των περιουσιακών σχέσεων των συζύγων;

Ναι, υπάρχουν περιορισμοί. Υπάρχουν, για παράδειγμα, προστατευτικές διατάξεις που εφαρμόζονται κατά τη διάρκεια του γάμου όσον αφορά τη συζυγική εστία και την οικοσκευή. Ένας σύζυγος δεν μπορεί να πωλήσει, να μισθώσει ή να διαθέσει με άλλον τρόπο το σπίτι χωρίς τη συγκατάθεση του έτερου συζύγου. Οι διατάξεις αυτές εφαρμόζονται ακόμα και ως προς περιουσιακά στοιχεία που είναι ατομικά βάσει συμφωνίας των συζύγων για τη ρύθμιση των περιουσιακών τους σχέσεων. Σε περίπτωση διανομής της κοινής περιουσίας, η συζυγική εστία και η οικοσκευή των συζύγων χορηγούνται στον/στη σύζυγο που τα έχει μεγαλύτερη ανάγκη. Αυτό ισχύει ακόμη και αν τα εν λόγω περιουσιακά στοιχεία ανήκουν εξ ολοκλήρου στον έτερο σύζυγο. Εάν η αξία των περιουσιακών στοιχείων που κατ’ αυτόν τον τρόπο αποδίδονται σε έναν εκ των συζύγων υπερβαίνει το μερίδιό του στην προς διανομή περιουσία, ο/η εν λόγω σύζυγος, παρόλα αυτά, δικαιούται να λάβει τα περιουσιακά στοιχεία, εάν καταβάλει τη διαφορά στον έτερο σύζυγο. Ένα άλλο παράδειγμα είναι ότι ο επιζών σύζυγος δικαιούται ένα ελάχιστο χρηματικό ποσό από την κοινή περιουσία. Αυτό ισχύει ακόμη και στην περίπτωση που τα περιουσιακά στοιχεία του θανόντος συζύγου ήταν ατομικά, και ακόμη και στην περίπτωση που ο θανών είχε ορίσει με διαθήκη άλλο πρόσωπο ως κληρονόμο ολόκληρης της περιουσίας του.

4 Ποιες είναι οι έννομες συνέπειες του διαζυγίου, του δικαστικού χωρισμού ή της ακύρωσης του γάμου στις περιουσιακές σχέσεις των συζύγων;

Το σουηδικό δίκαιο προβλέπει μόνο το διαζύγιο. Η έννομη συνέπεια του διαζυγίου είναι ότι πρέπει να γίνει διανομή της περιουσίας. Δύναται επίσης να υπάρχει δικαίωμα διατροφής, τουλάχιστον για μια μεταβατική περίοδο, για τον έναν εκ των συζύγων.

5 Ποιες είναι οι συνέπειες του θανάτου ενός εκ των συζύγων στις περιουσιακές σχέσεις των συζύγων;

Πραγματοποιείται διανομή της περιουσίας. Η διανομή πραγματοποιείται μεταξύ των κληρονόμων του θανόντος συζύγου και του επιζώντος συζύγου. Ωστόσο, οι άμεσοι κοινοί κατιόντες κληρονόμοι του ζεύγους θα πρέπει να περιμένουν την κληρονομιά τους μέχρι τον θάνατο αμφότερων των συζύγων.

6 Ποια αρχή είναι αρμόδια να αποφαίνεται στις υποθέσεις που αφορούν τις περιουσιακές σχέσεις των συζύγων;

Η διανομή της περιουσίας μπορεί να γίνει από τα ίδια τα μέρη. Εάν τα μέρη συμφωνήσουν, η μόνη τυπική απαίτηση είναι να γίνει η διανομή γραπτά και να υπογραφεί από αμφότερα τα μέρη. Εάν τα μέρη δεν καταλήξουν σε συμφωνία, το δικαστήριο μπορεί να διορίσει εκτελεστή της διανομής της περιουσίας. Τα μέρη μπορούν να προσβάλουν τις αποφάσεις του εκτελεστή ενώπιον του δικαστηρίου.

7 Ποιες είναι οι συνέπειες των περιουσιακών σχέσεων των συζύγων στις νομικές σχέσεις μεταξύ συζύγου και τρίτων;

Κάθε σύζυγος ευθύνεται για τις υποχρεώσεις του. Ως εκ τούτου, οι πιστωτές ενός συζύγου δεν έχουν δικαίωμα ικανοποίησης των απαιτήσεών τους από τα περιουσιακά στοιχεία του έτερου συζύγου, ανεξάρτητα από το αν αυτά συμπεριλαμβάνονται στη συζυγική περιουσία που υπόκειται σε διανομή ή είναι ατομικά. Υπάρχουν επίσης κανόνες για την προστασία των πιστωτών από τυχόν προσπάθειες καταδολίευσης εκ μέρους των συζύγων. Για παράδειγμα, ένας σύζυγος δεν μπορεί να αποφασίσει ότι τα ατομικά περιουσιακά στοιχεία του πρέπει να περιληφθούν στην προς διανομή συζυγική περιουσία εάν ο σκοπός είναι η αποφυγή απαίτησης πιστωτή.

8 Σύντομη περιγραφή της διαδικασίας εκκαθάρισης των περιουσιακών σχέσεων των συζύγων, συμπεριλαμβανομένων του καταμερισμού, της διανομής και της ρευστοποίησης της περιουσίας, στο εν λόγω κράτος μέλος.

Ο βασικός κανόνας είναι ότι τα στοιχεία της συζυγικής περιουσίας αποτελούν περιουσία προς διανομή. Ωστόσο, ο βασικός αυτός κανόνας έχει πολλές εξαιρέσεις. Κάθε σύζυγος μπορεί να αφαιρέσει από τη συζυγική περιουσία ποσό ίσο με τις υποχρεώσεις του. Κάθε σύζυγος μπορεί επίσης να αφαιρέσει τα είδη ένδυσης και άλλα περιουσιακά στοιχεία που χρησιμοποιεί προσωπικά ο εν λόγω σύζυγος, καθώς και τα δώρα που του έγιναν προσωπικά. Επίσης, από την προς διανομή περιουσία εξαιρείται, για παράδειγμα, το δικαίωμα σύνταξης από εργοδότη ή από κρατικό ταμείο και, σε κάποιο βαθμό, από ιδιωτικό συνταξιοδοτικό ταμείο. Η αξία του υπολοίπου της προς διανομή περιουσίας διανέμεται καταρχήν ισομερώς μεταξύ των συζύγων. Στη διανομή λαμβάνεται υπόψη ποιος είναι ο ιδιοκτήτης του εκάστοτε περιουσιακού στοιχείου. Όπως προαναφέρθηκε, υπάρχουν επίσης ειδικές προστατευτικές διατάξεις όσον αφορά τη συζυγική εστία και την οικοσκευή.

9 Ποια είναι η διαδικασία και τα έγγραφα ή οι πληροφορίες που απαιτούνται κατά κανόνα για την καταχώριση ακίνητης περιουσίας;

Κάθε μεταβίβαση ακινήτου καταχωρίζεται μέσω αίτησης καταχώρισης ιδιοκτησίας στο Ινστιτούτο Χαρτογράφησης και Κτηματολογίου (Lantmäteriet). Η καταχώριση αυτή ζητείται συνήθως από τον αγοραστή του ακινήτου. Τα πρωτότυπα έγγραφα πρέπει να επισυνάπτονται στην αίτηση.

Τελευταία επικαιροποίηση: 10/11/2020

Την έκδοση αυτής της σελίδας στην εθνική γλώσσα διαχειρίζεται ο αντίστοιχος αρμόδιος επαφής του ΕΔΔ. Οι μεταφράσεις έχουν γίνει από την αρμόδια υπηρεσία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Οι τυχόν αλλαγές που επιφέρει η αρμόδια εθνική αρχή στο πρωτότυπο ενδέχεται να μην έχουν περιληφθεί ακόμα στις μεταφράσεις. Η Επιτροπή και το Ευρωπαϊκό Δικαστικό Δίκτυο δεν αναλαμβάνουν καμία απολύτως ευθύνη όσον αφορά πληροφορίες ή δεδομένα που περιέχονται ή αναφέρονται στο παρόν έγγραφο. Βλ. την ανακοίνωση νομικού περιεχομένου για τους κανόνες πνευματικής ιδιοκτησίας που ισχύουν στο κράτος μέλος που είναι αρμόδιο για την παρούσα σελίδα.