Έξοδα

Αυστρία

Στη σελίδα αυτή μπορείτε να βρείτε πληροφορίες για το κόστος των δικαστικών διαδικασιών στην Αυστρία.

Περιεχόμενο που παρέχεται από
Αυστρία

Κανονιστικό πλαίσιο σχετικά με τις αμοιβές στον χώρο των νομικών επαγγελμάτων

Δικηγόροι

Ο κώδικας περί δικηγόρων της Αυστρίας (Rechtsanwaltsordnung) προβλέπει ότι η αμοιβή που πρέπει να καταβάλει ο εντολέας στον δικηγόρο για τις παρεχόμενες υπηρεσίες του μπορεί, εν γένει, να καθοριστεί με ελεύθερη συμφωνία μεταξύ τους.

Η αμοιβή μπορεί να προσδιοριστεί με βάση την ωριαία απασχόληση ή να συμφωνηθεί κατ’ αποκοπή. Στην περίπτωση της κατ’ αποκοπή αμοιβής δεν χρεώνονται οι επιμέρους υπηρεσίες και ο χρόνος που δαπανήθηκε. Εάν η αμοιβή δεν έχει οριστεί ρητά, θεωρείται ότι έχει συμφωνηθεί εύλογη αμοιβή.

Ο αυστριακός κώδικας πολιτικής δικονομίας (Zivilprozessordnung – ZPO) και ο νόμος για τις δικηγορικές αμοιβές (Rechtsanwaltstarifgesetz) προβλέπουν ότι το δικαστήριο στην πολιτική δίκη πρέπει να προσδιορίσει, στην απόφαση για τα έξοδα, το ποσοστό των εξόδων που πρέπει να καταβάλει ο ηττηθείς διάδικος στον νικήσαντα διάδικο. Τα έξοδα υπολογίζονται με βάση την αξία της διαφοράς και τη διάρκεια και το είδος της παρεχόμενης υπηρεσίας.

Στην ποινική δίκη, κάθε πρόσωπο (κατηγορούμενος/εγκαλούμενος, εγκαλών, πολιτικώς ενάγων), το οποίο έχει αναθέσει σε δικηγόρο την εκπροσώπησή του, πρέπει εν γένει να επιβαρύνεται με τα συνακόλουθα έξοδα. Αυτό ισχύει ακόμα και όταν ο συνήγορος υπεράσπισης διορίζεται αυτεπαγγέλτως, εκτός εάν συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την παροχή του ευεργετήματος της πενίας. Συχνά το κόστος διαφέρει ανάλογα με το είδος και τη σύνθεση του δικαστηρίου [π.χ. τοπικό δικαστήριο (Bezirksgericht), περιφερειακό μονομελές δικαστήριο (Landesgericht mit Einzelrichter*in), δικαστήριο λαϊκών δικαστών (Schöffengericht) ή ορκωτό δικαστήριο (Geschworenengericht)].

Δικαστικοί επιμελητές

Η αμοιβή που καταβάλλεται στους δικαστικούς επιμελητές (Gerichtsvollzieher) για τις υπηρεσίες τους καθορίζεται στον νόμο για τα τέλη εκτέλεσης (Vollzugsgebührengesetz). Τα κύρια έξοδα είναι το τέλος εκτέλεσης (Vollzugsgebühr) το οποίο πρέπει να καταβάλει ο επισπεύδων πιστωτής κατά την υποβολή της αίτησης αναγκαστικής εκτέλεσης μαζί με το κατ’ αποκοπή τέλος (Pauschalgebühr) που προβλέπεται στον νόμο για τα δικαστικά τέλη (Gerichtsgebührengesetz – GGG).

Τα τέλη εκτέλεσης (άρθρο 2 του νόμου για τα τέλη εκτέλεσης) αποτελούν μέρος των εξόδων της διαδικασίας αναγκαστικής εκτέλεσης. Κατόπιν αιτήματος του πιστωτή το δικαστήριο μπορεί, στην απόφαση για τα έξοδα, να καταδικάσει τον οφειλέτη στα τέλη εκτέλεσης.

Ο δικαστικός επιμελητής δικαιούται επίσης αμοιβή για την είσπραξη χρημάτων. Η εν λόγω αμοιβή μπορεί να αφαιρεθεί από το εισπραχθέν ποσό (άρθρο 11 του νόμου για τα τέλη εκτέλεσης).

Πάγια Έξοδα

Πάγια έξοδα στην πολιτική δίκη

Πάγια έξοδα των διαδίκων στην πολιτική δίκη

Τα δικαστικά έξοδα που πρέπει να καταβάλλονται για τις υπηρεσίες οι οποίες παρέχονται από τα δικαστήρια καθορίζονται είτε ως κατ’ αποκοπή τέλος (πάγια τέλη), είτε ως τέλος που καθορίζεται σε ποσοστό (επί τοις χιλίοις) της βάσης υπολογισμού. Το ύψος τους εξαρτάται από τη φύση της υπόθεσης, από την αξία της διαφοράς (η οποία καθορίζεται με βάση το ύψος της υπολογιζόμενης σε χρήμα αξίωσης) και από τον αριθμό των διαδίκων. Αν οι διάδικοι είναι περισσότεροι από δύο, το ποσό μπορεί να προσαυξηθεί σύμφωνα με το άρθρο 19α του νόμου για τα δικαστικά τέλη κατά ποσοστό 10 % έως 50 %.

Στάδιο της πολιτικής δίκης στο οποίο καταβάλλονται τα πάγια έξοδα των διαδίκων

Στην πολιτική δίκη σε πρώτο βαθμό, με την κατάθεση της αγωγής καταβάλλεται τέλος κατ' αποκοπή. Το τέλος καταβάλλεται μόνο μία φορά, ανεξάρτητα από την εξέλιξη της διαδικασίας στο στάδιο αυτό και ανεξάρτητα από το αν η αγωγή περιλαμβάνει περισσότερες από μία αξιώσεις ή αφορά περισσότερα του ενός πρόσωπα, και καλύπτει το σύνολο της πρωτοβάθμιας διαδικασίας. Εάν το αίτημα της αγωγής διευρυνθεί κατά τη διάρκεια της διαδικασίας, ενδέχεται να ανακύψουν πρόσθετα τέλη. Τα τέλη αυτά πρέπει να καταβάλλονται με την κατάθεση των προτάσεων. Εάν το αίτημα της αγωγής διευρυνθεί κατά τη διάρκεια της προφορικής διαδικασίας, τα τέλη καθίστανται απαιτητά με την καταχώριση στο πρωτόκολλο. Στον δεύτερο και τρίτο βαθμό τα τέλη καταβάλλονται με την κατάθεση του δικογράφου του ένδικου μέσου (άρθρο 2 σημείο 1 του νόμου για τα δικαστικά τέλη). Κατ’ εξαίρεση, σε διαδικασίες εκούσιας δικαιοδοσίας, σε ορισμένες περιπτώσεις καταβάλλεται τέλος απόφασης αντί του τέλους αγωγής.

Έξοδα στην ποινική διαδικασία

Έξοδα των διαδίκων στην ποινική διαδικασία

Καταρχήν, δεν καταβάλλονται δικαστικά τέλη στην ποινική δίκη. Μόνο στην περίπτωση κατάθεσης έγκλησης από ιδιώτη επιβάλλονται τέλη για την κατάθεση αιτήσεων για την κίνηση ή τη συνέχιση της ποινικής διαδικασίας, καθώς και για την άσκηση ενδίκων μέσων και προσφυγών ακύρωσης από τον εγκαλούντα.

Στάδιο της ποινικής διαδικασίας κατά το οποίο πρέπει να καταβάλλονται τα έξοδα

Τα πάγια τέλη πρέπει να καταβάλλονται κατά την κατάθεση της αίτησης που επισύρει την καταβολή του τέλος.

Πάγια έξοδα κατά τη διαδικασία ενώπιον του Συνταγματικού Δικαστηρίου

Πάγια έξοδα των διαδίκων κατά τη διαδικασία ενώπιον του Συνταγματικού Δικαστηρίου

Σύμφωνα με το άρθρο 17α σημείο 1 του νόμου για το Συνταγματικό Δικαστήριο (Verfassungsgerichtshofgesetz – VfGG), το δικαστικό τέλος ανέρχεται σε 240 EUR.

Πότε πρέπει να καταβάλλονται τα έξοδα κατά τη διαδικασία ενώπιον του Συνταγματικού Δικαστηρίου;

Τα πάγια έξοδα πρέπει να καταβάλλονται κατά την έναρξη της διαδικασίας.

Υποχρέωση των δικηγόρων και των νομικών συμβούλων προς ενημέρωση των εντολέων

Δικαιώματα και υποχρεώσεις των διαδίκων

Οι δικηγόροι είναι εν γένει υποχρεωμένοι να ενημερώνουν τους εντολείς τους για τον τρόπο υπολογισμού των εξόδων και για τα έξοδα με τα οποία αναμένεται να επιβαρυνθούν. Το άρθρο 15 σημείο 2 των κατευθυντήριων γραμμών για την άσκηση του δικηγορικού επαγγέλματος (Richtlinien für die Ausübung des Rechtsanwaltsberufes – RL-BA 2015) συνιστά στους δικηγόρους, όταν αποδέχονται νέα εντολή, να ενημερώνουν τους εντολείς τους σχετικά με τη βάση επί της οποίας θα υπολογιστεί η αμοιβή τους και για το δικαίωμά των δικηγόρων να ζητήσουν ενδιάμεση πληρωμή. Εάν δεν έχει συμφωνηθεί κατ’ αποκοπήν αμοιβή, ο εντολέας δικαιούται να ζητεί, σε εύλογα χρονικά διαστήματα, ενδιάμεση εκκαθάριση ή εκτίμηση των υπηρεσιών που έχουν ήδη παρασχεθεί ή, όταν έχει συμφωνηθεί χρονοχρέωση, του χρόνου που έχει διατεθεί για τον σκοπό αυτόν έως εκείνη τη στιγμή. Ομοίως, πριν από την ανάθεση της εντολής στον δικηγόρο, θα πρέπει επίσης να συνάπτεται συμφωνία για την έναρξη και τη συχνότητα των ενδιάμεσων πληρωμών.

Προσδιορισμός των εξόδων — Νομικές βάσεις

Πού μπορώ να βρω πληροφορίες σχετικά με τα δικαστικά έξοδα στην Αυστρία;

Οι νομοθετικές διατάξεις για την επιστροφή των εξόδων στις πολιτικές δίκες αμφισβητούμενης δικαιοδοσίας (συμπεριλαμβανομένων των εμπορικών υποθέσεων) προβλέπονται στα άρθρα 40–55 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας. Όσον αφορά τη διαδικασία εκούσιας δικαιοδοσίας (για παράδειγμα, όσον αφορά δίκες σε οικογενειακές υποθέσεις, ιδίως συναινετικά διαζύγια ή διαφορές που αφορούν τη γονική μέριμνα, το δικαίωμα προσωπικής επικοινωνίας και τη διατροφή) ισχύουν άλλες διατάξεις για την επιστροφή των εξόδων. Οι γενικοί κανόνες περιέχονται στο άρθρο 78 του νόμου για τη διαδικασία εκούσιας δικαιοδοσίας (Außerstreitgesetz — AußStrG). Εξαιρέσεις από τους γενικούς αυτούς κανόνες ισχύουν, μεταξύ άλλων, για τη διαδικασία που αφορά διαφορές γονικής μέριμνας και προσωπικής επικοινωνίας και για τη διαδικασία που αφορά αξιώσεις διατροφής ανηλίκων. Τα έξοδα της ποινικής διαδικασίας προβλέπονται στα άρθρα 380-395 του κώδικα ποινικής δικονομίας της Αυστρίας (Strafprozessordnung – StPO). Τα δικαστικά τέλη (κατ’ αποκοπή τέλη) προβλέπονται στον νόμο για τα δικαστικά τέλη.

Στον ιστότοπο του Δικηγορικού Συλλόγου Αυστρίας (Österreichischer Rechtsanwaltskammertag) είναι διαθέσιμο ηλεκτρονικό ενημερωτικό φυλλάδιο στο οποίο παρουσιάζονται συνοπτικά οι δικηγορικές αμοιβές. Γενικές πληροφορίες μπορούν επίσης να ληφθούν μέσω της διυπηρεσιακής πλατφόρμας oesterreich.gv.at υπό τον τίτλο: Leben Themen > Dokumente und Recht > Zivilrecht > Zivilverfahren [Θέματα που αφορούν τη ζωή στην Αυστρία > Έγγραφα και δίκαιο > Αστικό δίκαιο > Διαδικασία ενώπιον των πολιτικών δικαστηρίων].

Γενικές πληροφορίες σχετικά με τα δικαστικά τέλη διατίθενται στον ακόλουθο ιστότοπο: oesterreich.gv.at. Τα κείμενα των νόμων (νόμος για τα δικαστικά τέλη και κανόνες για τις δικηγορικές αμοιβές) είναι διαθέσιμα δωρεάν μέσω του συστήματος νομικών πληροφοριών της Δημοκρατίας της Αυστρίας (Rechtsinformationssystem des Bundes – RIS) στον ιστότοπο της Ομοσπονδιακής Καγκελαρίας.

Σε ποιες γλώσσες είναι διαθέσιμες οι πληροφορίες σχετικά με τους νόμους για τον προσδιορισμό των εξόδων στην Αυστρία;

Στη γερμανική.

Πού μπορώ να βρω πληροφορίες σχετικά με τη διαμεσολάβηση/διαιτησία;

Σε ειδική ιστοσελίδα για τη διαμεσολάβηση είναι διαθέσιμος στο κοινό κατάλογος διαμεσολαβητών (ο οποίος τηρείται από το Ομοσπονδιακό Υπουργείο Δικαιοσύνης).

Όσον αφορά την αποκαταστατική δικαιοσύνη στην ποινική διαδικασία, στον ιστότοπο NEUSTART είναι διαθέσιμες πληροφορίες σχετικά με τον ποινικό διακανονισμό (διαμεσολάβηση μεταξύ κατηγορουμένου και θύματος — Tatausgleich) (και στα αγγλικά).

Πού μπορώ να βρω πρόσθετες πληροφορίες σχετικά με τα έξοδα;

Πληροφορίες στο διαδίκτυο σχετικά με τα δικαστικά έξοδα

Γενικές πληροφορίες σχετικά με το αυστριακό νομικό σύστημα, τα δικαστικά έξοδα και το Ομοσπονδιακό Υπουργείο Δικαιοσύνης είναι διαθέσιμες στον ιστότοπο για την Αυστριακή δικαιοσύνη και στον ιστότοπο oesterreich.gv.at, ο οποίος παρέχει φιλικές προς τον αναγνώστη πληροφορίες.

Στο σύστημα νομικών πληροφοριών της Δημοκρατίας της Αυστρίας περιλαμβάνονται τα κείμενα των εξής νόμων:

  • νόμος για τα δικαστικά τέλη (Gerichtsgebührengesetz – GGG)
  • νόμος για την αξίωση καταβολής των αμοιβών (Gebührenanspruchsgesetz – GebAG)
  • κώδικας δικηγόρων (Rechtsanwaltsordnung – RAO)
  • νόμος για τις δικηγορικές αμοιβές (Rechtsanwaltstarifgesetz – RATG)

Το κείμενο των γενικών κριτηρίων για τις δικηγορικές αμοιβές (Allgemeine Honorar-Kriterien für Rechtsanwälte – AHK) είναι διαθέσιμο μέσω της πύλης του Δικηγορικού Συλλόγου Αυστρίας.

Πού μπορώ να βρω πληροφορίες για τη μέση διάρκεια των διαφόρων διαδικασιών;

Για τέτοιου είδους πληροφορίες επικοινωνήστε απευθείας με το Ομοσπονδιακό Υπουργείο Δικαιοσύνης της Αυστρίας.

Πού μπορώ να βρω πληροφορίες για το μέσο συνολικό κόστος μιας συγκεκριμένης διαδικασίας;

Τα δικαστικά τέλη που καταβάλλονται για κάθε είδος διαδικασίας καθορίζονται εκ των προτέρων (από τον νόμο για τα δικαστικά τέλη). Μπορεί να μεταβληθούν ανάλογα με την αύξηση ή τη μείωση της αξίας της διαφοράς. Τα έξοδα που πρέπει να καταβάλει στον νικήσαντα διάδικο ο ηττηθείς διάδικος στην πολιτική δίκη (αμοιβές δικηγόρων, αμοιβές πραγματογνωμόνων, έξοδα μετάφρασης και διερμηνείας) καθορίζονται από το δικαστήριο στην απόφαση για τα δικαστικά έξοδα. Η απόφαση αυτή βασίζεται στον νόμο για τις δικηγορικές αμοιβές (για τις αμοιβές των δικηγόρων) και στον νόμο για την αξίωση καταβολής των αμοιβών (όσον αφορά τις αμοιβές των πραγματογνωμόνων και των διερμηνέων ή μεταφραστών). Τα εν λόγω έξοδα εξαρτώνται κυρίως από το ύψος των σχετικών δαπανών και τον χρόνο που διατέθηκε. Ως εκ τούτου, δεν είναι δυνατός ο εκ των προτέρων καθορισμός του ακριβούς ποσού. Κατά κανόνα, η αμοιβή που πρέπει να καταβληθεί από τον εντολέα στον δικηγόρο μπορεί να οριστεί με ελεύθερη συμφωνία μεταξύ τους.

Φόρος προστιθέμενης αξίας

Πού μπορώ να βρω πληροφορίες για τον φόρο προστιθέμενης αξίας; Ποιοι είναι οι εφαρμοστέοι συντελεστές;

Οι υπηρεσίες δικηγόρου υπόκεινται σε φόρο προστιθέμενης αξίας. Στην Αυστρία ανέρχεται σε 20 %. Όπως και οι υπόλοιπες δαπάνες, ο φόρος προστιθέμενης αξίας πρέπει να καταβάλλεται χωριστά στον δικηγόρο σύμφωνα με το άρθρο 16 του νόμου για τις δικηγορικές αμοιβές και το άρθρο 17 των γενικών κριτηρίων για τις δικηγορικές αμοιβές. Ο φόρος προστιθέμενης αξίας δεν περιλαμβάνεται στον νόμο για τις δικηγορικές αμοιβές και στα γενικά κριτήρια για τις δικηγορικές αμοιβές.

Ευεργέτημα της πενίας

Εφαρμοστέο όριο εισοδήματος στις αστικές υποθέσεις

Το ευεργέτημα της πενίας (Verfahrenshilfe) δεν συνδέεται με εκ του νόμου καθορισμένα όρια εισοδήματος. Στην πολιτική δίκη (και σε εμπορικές υποθέσεις) το ευεργέτημα της πενίας προβλέπεται από τον αυστριακό κώδικα πολιτικής δικονομίας. Οι διατάξεις του κώδικα πολιτικής δικονομίας εφαρμόζονται κατ’ αναλογία στη διαδικασία εκούσιας δικαιοδοσίας. Η απόφαση σχετικά με το ευεργέτημα της πενίας λαμβάνεται από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο.

Το ευεργέτημα της πενίας παρέχεται σε διάδικο, μόνον εφόσον το εισόδημα, οι οικονομικές συνθήκες και οι υποχρεώσεις διατροφής του είναι τέτοιες ώστε αδυνατεί να αναλάβει τα έξοδα μιας δίκης χωρίς να δημιουργηθεί κίνδυνος περιορισμού των μέσων διαβίωσης που είναι αναγκαία για τη διατήρηση αξιοπρεπούς βιοτικού επιπέδου. Το ευεργέτημα της πενίας δεν παρέχεται όταν η επιδιωκόμενη νομική ενέργεια ή υπεράσπιση του διαδίκου εμφανίζονται καταφανώς κακόπιστες ή αβάσιμες. Το δικαστήριο αποφασίζει σε κάθε επιμέρους περίπτωση σχετικά με τη χορήγηση των παρακάτω παροχών.

Ειδικότερα, στην Αυστρία το ευεργέτημα της πενίας μπορεί να περιλαμβάνει τα εξής:

  1. την προσωρινή απαλλαγή από την καταβολή δικαστικών τελών, αποζημιώσεων μαρτύρων, αμοιβών πραγματογνωμόνων και διερμηνέων ή μεταφραστών, των εξόδων για τις αναγκαίες δημοσιεύσεις και για τον διαχειριστή, καθώς και για τυχόν χρηματικές δαπάνες που πραγματοποιούνται από τον νόμιμο εκπρόσωπο ή τον δικηγόρο που διορίζονται από το δικαστήριο·
  2. την εκπροσώπηση από δικηγόρο.

Εντός τριών ετών από την περάτωση της δίκης ο διάδικος μπορεί να υποχρεωθεί να επιστρέψει το σύνολο ή μέρος του ευεργετήματος της πενίας που έλαβε, εφόσον η οικονομική του κατάσταση μεταβληθεί αντιστοίχως και είναι πλέον σε θέση να προβεί στις αντίστοιχες πληρωμές, χωρίς με τον τρόπο αυτόν να περιορίζονται τα απαραίτητα μέσα διαβίωσής του.

Εφαρμοστέο όριο εισοδήματος για τους κατηγορουμένους/εγκαλουμένους και για τα θύματα αξιόποινων πράξεων στην ποινική δίκη

Δεν ισχύουν συγκεκριμένα όρια εισοδήματος για να εξεταστεί αν ο κατηγορούμενος/εγκαλούμενος, το θύμα ή ο πολιτικώς ενάγων δικαιούται ευεργέτημα της πενίας. Το βασικό κριτήριο που εφαρμόζεται είναι η διατήρηση βιοτικού επιπέδου ανώτερου από το ελάχιστο επίπεδο διαβίωσης και κατώτερου από το προσήκον επίπεδο διαβίωσης. Το ελάχιστο επίπεδο διαβίωσης αναθεωρείται τακτικά και το εκάστοτε ισχύον ποσό δημοσιεύεται στον ιστότοπο για την Αυστριακή δικαιοσύνη.

Προϋποθέσεις χορήγησης ευεργετήματος πενίας σε θύματα αξιόποινων πράξεων

Στον βαθμό που δεν υφίσταται αξίωση διορισμού συνηγόρου (Prozessbegleitung) κατά την έννοια του άρθρου 66 παράγραφος 2 του αυστριακού κώδικα ποινικής δικονομίας, ο πολιτικώς ενάγων δικαιούται το ευεργέτημα της πενίας εφόσον

  • η εκπροσώπηση από δικηγόρο δεν είναι δυνατή χωρίς να επηρεαστούν τα απαραίτητα μέσα διαβίωσής του (βλέπε προεκτεθέντα αναφορικά με το επίπεδο διαβίωσης), και
  • η εκπροσώπηση από δικηγόρο είναι αναγκαία για λόγους απονομής δικαιοσύνης και ιδίως για να επιτευχθεί η δέουσα εκτέλεση των απαιτήσεων, προκειμένου να αποφευχθεί τυχόν μεταγενέστερη χωριστή διαδικασία ενώπιον των πολιτικών δικαστηρίων.

Προϋποθέσεις για την παροχή ευεργετήματος της πενίας σε κατηγορουμένους / εγκαλουμένους

Πέραν του ότι πρέπει να συντρέχουν οι οικονομικές προϋποθέσεις, προαπαιτούμενος όρος για τη χορήγηση του ευεργετήματος της πενίας είναι να παρέχεται για την εξυπηρέτηση του σκοπού της απονομής της δικαιοσύνης, και ιδίως για την κατάλληλη υπεράσπιση του δικαιούχου.

Ο διορισμός συνηγόρου υπεράσπισης θεωρείται σε κάθε περίπτωση ότι εξυπηρετεί τον σκοπό της απονομής δικαιοσύνης,

  • εφόσον πρόκειται για περίπτωση υποχρεωτικής υπεράσπισης (notwendige Verteidigung) κατά την έννοια του άρθρου 61 παράγραφος 1 του κώδικα ποινικής δικονομίας (βλ. σχετικά με το σημείο αυτό στη συνέχεια), εφόσον ο κατηγορούμενος/εγκαλούμενος είναι τυφλός, κωφός, έχει προβλήματα ομιλίας ή οποιαδήποτε άλλη αναπηρία ή δεν έχει επαρκή γνώση της γλώσσας που χρησιμοποιείται στο δικαστήριο και, ως εκ τούτου, δεν είναι σε θέση να υπερασπιστεί τον εαυτό του,
  • σε διαδικασίες που συνδέονται με την άσκηση ένδικου μέσου,
  • εάν η υπόθεση αφορά πολύπλοκα πραγματικά και νομικά περιστατικά.

Σε περιπτώσεις υποχρεωτικής υπεράσπισης, ο κατηγορούμενος/εγκαλούμενος πρέπει να εκπροσωπείται από συνήγορο υπεράσπισης. Η υπεράσπιση είναι υποχρεωτική στις ακόλουθες περιπτώσεις (άρθρο 61 παράγραφος 1 του κώδικα ποινικής δικονομίας):

  • για το χρονικό διάστημα κατά το οποίο ο κατηγορούμενος τελεί υπό προσωρινή κράτηση (σημείο 1)·
  • καθ’ όλη τη διάρκεια της διαδικασίας που αφορά τον περιορισμό σε ίδρυμα για διανοητικά διαταραγμένους παραβάτες (σημείο 2)·
  • κατά την κύρια διαδικασία για τον περιορισμό σε ίδρυμα για παραβάτες που χρήζουν απεξάρτησης ή σε ίδρυμα για επικίνδυνους υπότροπους δράστες (σημείο 3)·
  • κατά την κύρια διαδικασία ενώπιον του περιφερειακού δικαστηρίου (Landesgericht) δικάζοντος ως δικαστηρίου λαϊκών δικαστών ή ως ορκωτού δικαστηρίου (σημείο 4)·
  • κατά την κύρια διαδικασία ενώπιον περιφερειακού μονομελούς δικαστηρίου, όταν η αξιόποινη πράξη τιμωρείται με στερητική της ελευθερίας ποινή άνω των 3 ετών, με εξαίρεση τις περιπτώσεις της κλοπής με διάρρηξη βάσει του άρθρου 129 παράγραφος 2 σημείο 1 του αυστριακού ποινικού κώδικα (Strafgesetzbuch – StGB) και της αποδοχής και διάθεσης κλοπιμαίων προϊόντων βάσει του άρθρου 164 παράγραφος 4 του ποινικού κώδικα (σημείο 5)·
  • σε κατ’ αντιπαράσταση εξέταση (άρθρο 165) όταν αυτή αποτελεί μέρος της υποχρεωτικής υπεράσπισης σε δικαστική διαδικασία σύμφωνα με τα σημεία 3 έως 5 (σημείο 5α)·
  • σε έφεση κατά απόφασης δικαστηρίου λαϊκών δικαστών ή ορκωτού δικαστηρίου (σημείο 6)·
  • για την κατάθεση αίτησης για την επανάληψη της ποινικής διαδικασίας και κατά τη σχετική συζήτηση στο ακροατήριο (σημείο 7).

Απαλλαγή από τα έξοδα

Για την προστασία των δικαιωμάτων των προσώπων που επηρεάζονται κατά την ποινική διαδικασία, παρέχεται δωρεάν ψυχοκοινωνική συμπαράσταση ή διορισμός συνηγόρου κατόπιν αίτησης, σε θύματα βίαιων πράξεων, επικίνδυνων απειλών ή αδικημάτων κατά της γενετήσιας ελευθερίας, σε θύματα τρομοκρατικών ενεργειών ή αδικημάτων στο πλαίσιο των οποίων ο δράστης ενδέχεται να εκμεταλλεύτηκε τη σχέση προσωπικής εξάρτησης του θύματος με αυτόν, καθώς και στον σύζυγο, καταχωρισμένο σύντροφο, σύντροφο συμβίωσης, σε συγγενείς σε ευθεία γραμμή, αδελφό ή η αδελφή ή άλλο εξαρτώμενο άτομο προσώπου του οποίου ο θάνατος προκλήθηκε από αξιόποινη πράξη ή σε άλλους συγγενείς που υπήρξαν μάρτυρες της αξιόποινης πράξης. Τα θύματα αξιόποινων πράξεων κατά της γενετήσιας ελευθερίας κάτω των 14 ετών δικαιούνται δωρεάν συμπαράσταση σε κάθε περίπτωση, χωρίς να απαιτείται η υποβολή αίτησης. Η ψυχοκοινωνική συμπαράσταση περιλαμβάνει την προετοιμασία των παθόντων για τη διαδικασία και τις συναισθηματικές πιέσεις που συνδέονται με αυτή. Η ψυχοκοινωνική συμπαράσταση και ο διορισμός συνηγόρου παρέχονται από οργανώσεις υποστήριξης θυμάτων με τις οποίες έχει συνάψει σύμβαση το Ομοσπονδιακό Υπουργείο Δικαιοσύνης σύμφωνα με το άρθρο 66 παράγραφος 2 του κώδικα ποινικής δικονομίας.

Στη διαδικασία εκούσιας δικαιοδοσίας δεν επιβάλλονται τέλη για διαδικασίες με σκοπό τον διορισμό ειδικού δικαστικού συμπαραστάτη (Erwachsenenvertreter) ή σε υποθέσεις επιμέλειας και προσωπικής επικοινωνίας. Επίσης, δεν επιβάλλονται τέλη για διαδικασίες που διεξάγονται βάσει του νόμου για τον περιορισμό σε ίδρυμα (Unterbringungsgesetz) ή του νόμου για τα ιδρύματα φροντίδας (Heimaufenthaltsgesetz). Το ευεργέτημα της πενίας μπορεί να παρασχεθεί υπό μορφή προσωρινής απαλλαγής από τα τέλη σε περίπτωση χαμηλού εισοδήματος και ελάχιστων περιουσιακών στοιχείων του διαδίκου, σε σχέση με τα τέλη που πρέπει να καταβληθούν. Ο βαθμός της απαλλαγής εξαρτάται από την αίτηση και απόκειται στη διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου.

Σε ποιες περιπτώσεις πρέπει να καταβάλει ο ηττηθείς διάδικος τα έξοδα του διαδίκου που κέρδισε τη δίκη;

Δίκες αμφισβητούμενης δικαιοδοσίας

Τα έξοδα στην πολιτική δίκη (συμπεριλαμβανομένων των εμπορικών υποθέσεων) ρυθμίζονται από τον κώδικα πολιτικής δικονομίας της Αυστρίας. Ο κώδικας αυτός προβλέπει ότι, εν γένει, κάθε διάδικος επιβαρύνεται ο ίδιος αρχικά με τα έξοδα που προκύπτουν από τη συμμετοχή του στη διαδικασία. Τα έξοδα στα οποία υποβάλλονται από κοινού οι διάδικοι πρέπει αρχικά να επιμερίζονται ισότιμα μεταξύ των διαδίκων. Όταν το δικαστήριο αποφασίζει για την υπόθεση, αποφαίνεται επίσης και για τα έξοδα της υπόθεσης. Στην περίπτωση αυτή ισχύει η αρχή της επιτυχούς έκβασης. Ο διάδικος ο οποίος έχει ηττηθεί σε κάθε σημείο της δίκης οφείλει να επιστρέψει στον αντίδικό του όλα τα τέλη και έξοδα που ήταν αναγκαία για την κατάλληλη διεξαγωγή της δίκης ή της υπεράσπισης. Σε περίπτωση μερικής νίκης και μερικής ήττας των διαδίκων ως προς ορισμένα από τα αιτήματά τους, τότε τα έξοδα συμψηφίζονται ή επιμερίζονται αναλογικά μεταξύ των διαδίκων.

Αποκλίσεις από την αρχή της επιτυχούς έκβασης δικαιολογούνται σε ορισμένες περιπτώσεις:

  • σε περίπτωση ασήμαντης ήττας, εάν το μέρος της αγωγής που απορρίφθηκε δεν επέφερε ιδιαίτερα έξοδα·
  • εάν το ύψος της απαίτησης καθορίζεται από πραγματογνώμονες ή απόκειται στη διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου και σε περίπτωση αμοιβαίου συμψηφισμού·
  • εάν η συμπεριφορά του εναγομένου δεν δικαιολογούσε την άσκηση της αγωγής και ο εναγόμενος αποδέχθηκε την απαίτηση από την πρώτη στιγμή· και
  • εάν ένας από τους διαδίκους προκάλεσε την κατάργηση της δίκης ή την κήρυξη της ακυρότητάς της, ο εν λόγω διάδικος μπορεί να επιβαρυνθεί με το σύνολο των εξόδων.

Διαδικασία εκούσιας δικαιοδοσίας

Οι υποθέσεις οικογενειακού δικαίου (διατροφή, δικαίωμα προσωπικής επικοινωνίας, δικαίωμα γονικής μέριμνας και συναινετικό διαζύγιο) εξετάζονται με τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας. Οι γενικές διατάξεις για τα έξοδα της εν λόγω διαδικασίας προβλέπονται στο άρθρο 78 του νόμου για την εκούσια δικαιοδοσία. Ωστόσο, για πολλές διαδικασίες ισχύουν εξαιρέσεις από τις διατάξεις αυτές. Και στην περίπτωση αυτήν ισχύει κανονικά η αρχή της επιτυχούς έκβασης, αλλά μπορεί να μην εφαρμοστεί για λόγους ευθυδικίας. Εάν δεν ζητηθεί η επιστροφή των εξόδων, οι άμεσες χρηματικές δαπάνες (π.χ. οι αμοιβές πραγματογνωμόνων) πρέπει να καταβληθούν αναλογικά με τη συμμετοχή στην υπόθεση. Εάν η αναλογία αυτή δεν είναι δυνατόν να προσδιοριστεί, τα έξοδα κατανέμονται ισομερώς μεταξύ των διαδίκων.

Στοιχεία σχετικά με τα διαφορετικά είδη διαδικασιών (διαδικασίες που αφορούν τη διατροφή, τα δικαιώματα επικοινωνίας, τη γονική μέριμνα και το διαζύγιο):

  1. Όσον αφορά τις διαδικασίες διαζυγίου, πρέπει να γίνεται διάκριση μεταξύ του διαζυγίου με αντιδικία και του συναινετικού διαζυγίου.

Διαζύγιο με αντιδικία: Στην περίπτωση αυτήν εφαρμόζονται ειδικές διατάξεις του αυστριακού κώδικα πολιτικής δικονομίας. Εάν κανένας από τους διαδίκους δεν κριθεί υπαίτιος για το διαζύγιο, τα έξοδα συμψηφίζονται. Εάν λόγος του διαζυγίου είναι ισχυρός κλονισμός του γάμου και εάν η απόφαση διαζυγίου περιέχει κρίση σχετικά με την υπαιτιότητα για τον κλονισμό, ο/η υπαίτιος/-α σύζυγος οφείλει να καταβάλει τα έξοδα του αντιδίκου.

Συναινετικό διαζύγιο: Στο συναινετικό διαζύγιο εφαρμόζονται οι κανόνες της διαδικασίας εκούσιας δικαιοδοσίας. Στην περίπτωση αυτή, οι σύζυγοι υποβάλλουν δύο πανομοιότυπες αιτήσεις στο δικαστήριο. Δεδομένου ότι δεν πρόκειται για διαδικασία της αμφισβητούμενης δικαιοδοσίας, δεν εκδίδεται απόφαση για τα έξοδα. Οι άμεσες χρηματικές δαπάνες βαρύνουν εξίσου τους διαδίκους.

  1. Οι διαδικασίες που αφορούν τη γονική μέριμνα και το δικαίωμα επικοινωνίας υπάγονται επίσης στη διαδικασία εκούσιας δικαιοδοσίας. Βάσει ρήτρας εξαίρεσης (άρθρο 107 παράγραφος 5 του νόμου για την εκούσια δικαιοδοσία), σε αυτές τις διαδικασίες δεν προβλέπεται επιστροφή των εξόδων.
  2. Σε άλλη ρήτρα εξαίρεσης (άρθρο 101 παράγραφος 2 του νόμου για την εκούσια δικαιοδοσία), ορίζεται ότι δεν προβλέπεται επιστροφή των εξόδων σε διαδικασίες που αφορούν απαιτήσεις διατροφής για ανήλικα τέκνα.

Ποινικές διαδικασίες

Όποιος έχει συνήγορο υπεράσπισης ή άλλον εκπρόσωπο στην ποινική διαδικασία επιβαρύνεται ο ίδιος με τα έξοδα της εν λόγω εκπροσώπησης, ακόμα και αν ο δικηγόρος διοριστεί αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο (άρθρο 393 παράγραφος 1 του κώδικα ποινικής δικονομίας).

Σε περίπτωση καταδικαστικής απόφασης ο κατηγορούμενος υποχρεούται να καταβάλει τα έξοδα της ποινικής διαδικασίας (άρθρο 389 παράγραφος 1 του κώδικα ποινικής δικονομίας). Βάσει του άρθρου381 παράγραφος 1 του κώδικα ποινικής δικονομίας, στο πλαίσιο της ποινικής διαδικασίας μπορεί να προκύψουν τα εξής έξοδα:

  1. κατ’ αποκοπή ποσό ως μέρος των εξόδων της ποινικής διαδικασίας που δεν αναλύονται περαιτέρω ακολούθως, συμπεριλαμβανομένων των εξόδων της ανάκρισης και της εκτέλεσης των διατάξεων της εισαγγελίας ή του δικαστηρίου για τη διενέργεια υπηρεσιακών πράξεων. Το κατ’ αποκοπή ποσό καθορίζεται ως ακολούθως: σε διαδικασία ενώπιον του περιφερειακού δικαστηρίου δικάζοντος ως ορκωτού δικαστηρίου από 500 EUR έως 10 000 EUR· σε διαδικασία ενώπιον του περιφερειακού δικαστηρίου δικάζοντος ως δικαστηρίου λαϊκών δικαστών από 250 EUR έως 5 000 EUR· σε διαδικασία ενώπιον του περιφερειακού μονομελούς δικαστηρίου από 150 EUR έως 3 000 EUR· και σε διαδικασία ενώπιον του τοπικού δικαστηρίου από 50 EUR έως 1 000 EUR·
  2. αμοιβές πραγματογνωμόνων και, κατά βάση, επίσης διερμηνέων·
  3. τέλη για τις πληροφορίες, τις εκθέσεις και τις γνωμοδοτήσεις που χορηγούν οι αρχές·
  4. έξοδα για τη μεταφορά του κατηγορουμένου/εγκαλουμένου ή των μαρτύρων από άλλη χώρα και έξοδα για τους μάρτυρες που καλούνται να παραστούν από το εξωτερικό·
  5. έξοδα λόγω εντολής δέσμευσης περιουσιακών στοιχείων και έξοδα για την παροχή πληροφοριών σχετικά με τραπεζικούς λογαριασμούς, για την κατάσχεση επιστολών, την παροχή πληροφοριών για δεδομένα τηλεπικοινωνιών και την παρακολούθηση τηλεπικοινωνιών·
  6. έξοδα για την εκτέλεση της ποινικής απόφασης, συμπεριλαμβανομένων των εξόδων μεταγωγής των καταδίκων για την εκτέλεση της ποινής στο εσωτερικό ή στο εξωτερικό, εξαιρουμένων των εξόδων που συνεπάγεται η εκτέλεση της στερητικής της ελευθερίας ποινής·
  7. δικαστικά τέλη που καταβάλλονται στο πλαίσιο της ποινικής δίκης·
  8. έξοδα για τους συνηγόρους υπεράσπισης ή άλλους εκπροσώπους·
  9. κατ’ αποκοπή τέλος ως μέρος των εξόδων συνδρομής προς το θύμα έως το ποσό των 1 000 EUR.

Με εξαίρεση τα έξοδα που αναφέρονται στα σημεία 3, 7 και 9 προηγουμένως, τα έξοδα αυτά προκαταβάλλονται από τις ομοσπονδιακές αρχές. Κατά τον υπολογισμό του κατ’ αποκοπή ποσού σύμφωνα με την παράγραφο 1 σημείο 9, το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη τις οικονομικές δυνατότητες του υπόχρεου. Τα έξοδα για την πρόσληψη διερμηνέα δεν αποτελούν μέρος των εξόδων που πρέπει να επιστρέψει ο κατηγορούμενος/εγκαλούμενος.

Ωστόσο, βάσει του άρθρου 391 παράγραφος 1 του κώδικα ποινικής δικονομίας, τα έξοδα της ποινικής δίκης εισπράττονται από τον καταδικασθέντα μόνον εφόσον δεν επηρεάζονται ούτε τα αναγκαία έξοδα διατροφής του καταδικασθέντος και της οικογένειάς του που συνάδουν με έναν απλό τρόπο διαβίωσης ούτε η εκπλήρωση της υποχρέωσής του για επανόρθωση της ζημίας που προκλήθηκε ως αποτέλεσμα του αδικήματος. Εάν η είσπραξη των εξόδων δεν είναι δυνατή λόγω της απορίας του καταδικασθέντος, το δικαστήριο μπορεί να κηρύξει τα έξοδα μη ανακτήσιμα. Εάν το δικαστήριο θεωρεί ότι τα επί του παρόντος μη ανακτήσιμα έξοδα θα είναι ανακτήσιμα στο μέλλον, η οικονομική δυνατότητα του εν λόγω προσώπου επανεξετάζεται ύστερα από ορισμένο χρονικό διάστημα. Η αξίωση ανάκτησης των εξόδων παραγράφεται μετά την παρέλευση πενταετίας από την έκδοση οριστικής απόφασης στη διαδικασία. Εάν το δικαστήριο αποφανθεί ότι ο καταδικασθείς πρέπει να αναλάβει τα έξοδα της δίκης και αποδειχθεί στη συνέχεια ότι δεν έχει τη δυνατότητα να πληρώσει, οι αρχές μπορούν να τροποποιήσουν την προθεσμία πληρωμής, να δώσουν τη δυνατότητα πληρωμής με δόσεις ή να μειώσουν το ποσό των εξόδων.

Εάν ο καταδικασθείς υποχρεωθεί με την απόφαση του ποινικού δικαστηρίου να καταβάλει τουλάχιστον μερική αποζημίωση στον πολιτικώς ενάγοντα, ο καταδικασθείς οφείλει επίσης να επιστρέψει τα έξοδα της ποινικής διαδικασίας με τα οποία επιβαρύνθηκε ο πολιτικώς ενάγων.

Σύμφωνα με το άρθρο 393α του κώδικα ποινικής δικονομίας, ο αθωωθείς κατηγορούμενος μπορεί να υποβάλει στις ομοσπονδιακές αρχές αίτηση χορήγησης κρατικής συνεισφοράς για τα έξοδα υπεράσπισής του. Το ποσό περιλαμβάνει τις δαπάνες σε μετρητά που ήταν αναγκαίες και οι οποίες πράγματι πραγματοποιήθηκαν καθώς και κατ’ αποκοπή ποσό για τα έξοδα του συνηγόρου υπεράσπισης. Το κατ’ αποκοπή ποσό καθορίζεται σε συνάρτηση με την έκταση και την πολυπλοκότητα της υπεράσπισης, καθώς και με το εύρος των αναγκαίων και κατάλληλων υπηρεσιών που παρέχει ο συνήγορος υπεράσπισης, και δεν μπορεί να υπερβαίνει τα ακόλουθα ποσά: για διαδικασία ενώπιον του περιφερειακού δικαστηρίου δικάζοντος ως ορκωτού δικαστηρίου το ποσό των 10 000 EUR· για διαδικασία ενώπιον του περιφερειακού δικαστηρίου δικάζοντος ως δικαστηρίου λαϊκών δικαστών το ποσό των 5 000 EUR· για διαδικασία ενώπιον του περιφερειακού μονομελούς δικαστηρίου το ποσό των 3 000 EUR· και για διαδικασία ενώπιον του τοπικού δικαστηρίου, το ποσό των 1 000 EUR.

Όταν η ποινική διαδικασία έχει κινηθεί κατόπιν έγκλησης ή κατόπιν αιτήματος του πολιτικώς ενάγοντος σύμφωνα με το άρθρο 72 του κώδικα ποινικής δικονομίας και ο κατηγορούμενος αθωωθεί, ο εγκαλών ή ο πολιτικώς ενάγων είναι υποχρεωμένοι να καταβάλουν όλα τα έξοδα που προκλήθηκαν από την κίνηση ή τη συνέχιση της διαδικασίας. Σε περίπτωση που η ποινική διαδικασία παύσει κατόπιν συμβιβασμού (αποχή από την επιβολή ποινής) (άρθρα 198 έως 209 του κώδικα ποινικής δικονομίας), ο πολιτικώς ενάγων δεν υποχρεούται να καταβάλει τα έξοδα.

Αμοιβές πραγματογνωμόνων

Στις πολιτικές δίκες αμφισβητούμενης δικαιοδοσίας (συμπεριλαμβανομένων των εμπορικών υποθέσεων), οι αμοιβές των πραγματογνωμόνων συμψηφίζονται μεταξύ τους ή επιμερίζονται αναλογικά προς την ήττα ή τη νίκη του διαδίκου (άρθρο 43 παράγραφος 1 του κώδικα πολιτικής δικονομίας).

Στις διαδικασίες διαζυγίου με αντιδικία στις οποίες δεν περιλαμβάνεται κρίση για την υπαιτιότητα στην απόφαση διαζυγίου, οι άμεσες χρηματικές δαπάνες συμψηφίζονται αμοιβαία. Εάν ένας διάδικος κατέβαλε περισσότερο από το ήμισυ των εξόδων, ο άλλος διάδικος πρέπει να επιστρέψει το υπερβάλλον ποσό. Ωστόσο, εάν ένας σύζυγος κριθεί υπαίτιος στην απόφαση διαζυγίου, ο εν λόγω διάδικος υποχρεούται να επιστρέψει στον αντίδικο το ποσό που ο τελευταίος κατέβαλε ως αμοιβές πραγματογνώμονα.

Στις ακόλουθες διαδικασίες, τυχόν αμοιβές πραγματογνώμονα που καταβλήθηκαν αρχικά από το δημόσιο ταμείο πρέπει να επιστραφούν στο δικαστήριο από τους διαδίκους που τις προκάλεσαν ή προς όφελος των οποίων διενεργήθηκε η σχετική υπηρεσιακή πράξη: διαδικασίες για συναινετικό διαζύγιο, επιμέλεια και επικοινωνία, καθώς και διαδικασίες που αφορούν αξιώσεις διατροφής για παιδιά που δεν έχουν ακόμη ενηλικιωθεί. Εάν περισσότερα άτομα υποχρεούνται να επιστρέψουν τα έξοδα, ευθύνονται από κοινού [άρθρο 1 παράγραφος 5 του νόμου για την είσπραξη των δικαστικών εξόδων (Gerichtliches Einbringungsgesetz – GEG) σε συνδυασμό με το άρθρο 2 παράγραφος 1 του ίδιου νόμου].

Το ύψος των αμοιβών των πραγματογνωμόνων ρυθμίζεται από τον νόμο για την αξίωση καταβολής των αμοιβών. Εξαρτάται σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση από το περιεχόμενο και το εύρος της πραγματογνωμοσύνης που διέταξε το δικαστήριο.

Στις ποινικές διαδικασίες, οι αμοιβές των πραγματογνωμόνων αποτελούν μέρος των εξόδων της διαδικασίας (άρθρο 381 παράγραφος 1 σημείο 2 του κώδικα ποινικής δικονομίας) τα οποία καταβάλλονται από τον καταδικασθέντα, σύμφωνα με το άρθρο 389 παράγραφος 1 του κώδικα ποινικής δικονομίας. Οι αμοιβές των πραγματογνωμόνων καθορίζονται από το δικαστήριο ή από τον εισαγγελέα και προκαταβάλλονται από τις ομοσπονδιακές αρχές.

Αμοιβές μεταφραστών και διερμηνέων

Οι πληροφορίες που δόθηκαν ανωτέρω ισχύουν και για τις αμοιβές των μεταφραστών και των διερμηνέων.

Σχετικά έγγραφα

Μελέτη σχετικά με τη διαφάνεια των εξόδων: Αυστρία (829 Kb)  PDF (829 Kb) en

Σχετικοί Σύνδεσμοι

Άρθρο 32 του νόμου για τα δικαστικά τέλη

Τελευταία επικαιροποίηση: 31/08/2021

Την έκδοση αυτής της σελίδας στην εθνική γλώσσα διαχειρίζεται το εκάστοτε κράτος μέλος. Οι μεταφράσεις έχουν γίνει από την αρμόδια υπηρεσία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Οι τυχόν αλλαγές που επιφέρει η αρμόδια εθνική αρχή στο πρωτότυπο ενδέχεται να μην έχουν περιληφθεί ακόμα στις μεταφράσεις. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή δεν αναλαμβάνει καμία ευθύνη όσον αφορά τις πληροφορίες ή τα στοιχεία που περιλαμβάνονται ή για τα οποία γίνεται λόγος στο παρόν έγγραφο. Βλ. την ανακοίνωση νομικού περιεχομένου για τους κανόνες πνευματικής ιδιοκτησίας που ισχύουν στο κράτος μέλος που είναι αρμόδιο για την παρούσα σελίδα.