Αναζήτηση εμπειρογνώμονα

Τσεχική ∆ηµοκρατία

Περιεχόμενο που παρέχεται από
Τσεχική ∆ηµοκρατία

Ι. Κατάλογοι και μητρώα πραγματογνωμόνων

Στην Τσεχική Δημοκρατία υπάρχει επίσημος κατάλογος/μητρώο πραγματογνωμόνων.

Σύμφωνα με το άρθρο 7 παράγραφος 4 του νόμου για τους πραγματογνώμονες και τους διερμηνείς (αριθ. 36/1967, Συλλ.), ο οποίος τέθηκε σε εφαρμογή με τον κανονισμό του Υπουργείου Δικαιοσύνης της 17ης Απριλίου 1967 (αριθ. 37/1967, Συλλ.), οι επιμέρους κατάλογοι ορκωτών πραγματογνωμόνων και διερμηνέων είναι δημόσια προσβάσιμοι.

Ο κατάλογος πραγματογνωμόνων και διερμηνέων είναι διαθέσιμος εδώ και ο κατάλογος των ινστιτούτων πραγματογνωμόνων είναι διαθέσιμος εδώ.

Οι αρμόδιοι φορείς για την τήρηση του μητρώου πραγματογνωμόνων είναι τα περιφερειακά δικαστήρια και το Υπουργείο Δικαιοσύνης.

Σύμφωνα με το άρθρο 4 παράγραφος 1 στοιχεία α), γ) και ε) του του νόμου για τους πραγματογνώμονες και τους διερμηνείς (αριθ. 36/1967, Συλλ.), ο οποίος τέθηκε σε εφαρμογή με τον κανονισμό του Υπουργείου Δικαιοσύνης της 17ης Απριλίου 1967 (αριθ. 37/1967, Συλλ.), οι πραγματογνώμονες, προκειμένου να συμπεριληφθούν στο μητρώο, πρέπει να πληρούν τα ακόλουθα κριτήρια:

  • ιθαγένεια (CZ, ΕΕ αν υπάρχει μακροχρόνια ή μόνιμη διαμονή, τρίτης χώρας αν υπάρχει μόνιμη διαμονή),
  • επαγγελματικά προσόντα,
  • μετεκπαίδευση,
  • πλήρης δικαιοπρακτική ικανότητα,
  • λευκό ποινικό μητρώο.

Οι πραγματογνώμονες πρέπει να ορκιστούν προκειμένου να εγγραφούν στο μητρώο. Ο όρκος είναι ο εξής: «Ορκίζομαι ότι κατά την άσκηση των καθηκόντων μου ως πραγματογνώμονα θα τηρώ αυστηρά τον νόμο, θα ενεργώ αμερόληπτα βάσει της εμπειρογνωσίας μου, θα αξιοποιώ πλήρως όλες τις γνώσεις μου και θα τηρώ απόρρητα τα γεγονότα των οποίων έλαβα γνώση κατά την άσκηση των καθηκόντων μου ως πραγματογνώμονα.»

Οι πραγματογνώμονες πρέπει να υποβάλουν αίτηση στο αρμόδιο δικαστήριο (σε ορισμένες περιπτώσεις, στο Υπουργείο) προκειμένου να εγγραφούν στο μητρώο.

Οι πραγματογνώμονες διαγράφονται από το μητρώο σε περίπτωση´

  • θανάτου,
  • κήρυξης σε αφάνεια, από την ημερομηνία κατά την οποία η απόφαση του δικαστηρίου κηρύσσει την αφάνεια,
  • στέρησης ή περιορισμού της δικαιοπρακτικής ικανότητας, από την ημερομηνία κατά την οποία κατέστη τελεσίδικη η δικαστική απόφαση για τη στέρηση ή τον περιορισμό της δικαιοπρακτικής ικανότητας,
  • τελεσίδικης καταδικαστικής απόφασης για εκ προθέσεως ποινικό αδίκημα ή τελεσίδικης καταδικαστικής απόφασης για εξ αμελείας αδίκημα το οποίο έχει τελεστεί σε συνάρτηση με την άσκηση των δραστηριοτήτων του πραγματογνώμονα,
  • γραπτού αιτήματος διαγραφής από τον κατάλογο πραγματογνωμόνων και διερμηνέων, το οποίο υποβάλλεται στο Υπουργείο Δικαιοσύνης ή στον πρόεδρο του περιφερειακού δικαστηρίου, μετά το πέρας του ημερολογιακού μήνα κατά τον οποίο υποβλήθηκε το αίτημα διαγραφής από τον κατάλογο πραγματογνωμόνων και διερμηνέων στο Υπουργείο Δικαιοσύνης ή στον πρόεδρο του περιφερειακού δικαστηρίου.

Η λήξη της άδειας ρυθμίζεται περαιτέρω στο άρθρο 20b του νόμου για τους πραγματογνώμονες και τους διερμηνείς (αριθ. 36/1967, Συλλ.). Η διάταξη εφαρμόζεται στις περιπτώσεις όπου ο πραγματογνώμονας δεν πληροί πλέον τις προϋποθέσεις διορισμού ως πραγματογνώμονα ή που καθίσταται μακροπρόθεσμα ανίκανος να ασκήσει οποιαδήποτε δραστηριότητα (παράγραφος 2).

Προκειμένου να εγγραφεί στο μητρώο, ο πραγματογνώμονας δεν χρειάζεται να δεσμευτεί ότι θα τηρεί κάποιον κώδικα συμπεριφοράς ή δεοντολογίας. Ωστόσο, τα προσωπικά χαρακτηριστικά των υποψηφίων αξιολογούνται κατά τη διαδικασία διορισμού. Οι πραγματογνώμονες πρέπει να ορκιστούν.

Ο κατάλογος πραγματογνωμόνων επικαιροποιείται τακτικά από το Υπουργείο Δικαιοσύνης και από τα περιφερειακά δικαστήρια.

Η εύρεση πραγματογνώμονα είναι δυνατή με τη χρήση του εργαλείου αναζήτησης. Το εν λόγω εργαλείο αναζήτησης καλύπτει όλους τους πραγματογνώμονες.

Οι πραγματογνώμονες παρατίθενται με βάση την ειδικότητά τους. Σήμερα υπάρχουν περίπου 50 κύριοι τομείς εξειδίκευσης. Οι τομείς εξειδίκευσης είναι διαθέσιμοι στο μητρώο.

Ο πραγματογνώμονας πρέπει να υποβάλλει έκθεση δραστηριοτήτων στον φορέα που τηρεί το μητρώο.

ΙΙ. Προσόντα των πραγματογνωμόνων

Οι πραγματογνώμονες πρέπει να έχουν φτάσει σε ορισμένο επίπεδο εκπαίδευσης στο πεδίο ειδίκευσής τους προκειμένου να αποκαλούνται πραγματογνώμονες.

Οι πραγματογνώμονες δεν χρειάζεται να είναι μέλη επαγγελματικού φορέα για να ασκούν καθήκοντα πραγματογνώμονα.

Οι πραγματογνώμονες δεν χρειάζεται να επικαιροποιούν ή να βελτιώνουν τακτικά τις δεξιότητές τους. Δεν υπάρχει σύστημα συνεχούς επαγγελματικής εξέλιξης.

ΙΙΙ. Αμοιβή των πραγματογνωμόνων

Η αμοιβή των πραγματογνωμόνων υπολογίζεται σύμφωνα με τον κανονισμό αριθ. 37/1967 για τους πραγματογνώμονες και τους διερμηνείς.

Υπάρχουν περιορισμοί όσον αφορά την αμοιβή των πραγματογνωμόνων.

Οι πραγματογνώμονες που διορίζονται από δικαστήριο δεν μπορούν να λάβουν προκαταβολή.

Η καταβολή της αμοιβής των πραγματογνωμόνων γίνεται ως εξής:

Αστικές διαδικασίες

Τα έξοδα της διαδικασίας περιλαμβάνουν την αμοιβή των πραγματογνωμόνων. Κάθε διάδικος καταβάλλει τα έξοδα που πραγματοποιεί και το κόστος του εκπροσώπου του. Το δικαστήριο επιδικάζει στον πλήρως νικήσαντα στην υπόθεση διάδικο την επιστροφή των εξόδων που πραγματοποίησε για την αποδοτική άσκηση ή υπεράσπιση του δικαιώματός του κατά του διαδίκου που ηττήθηκε. Αν ο διάδικος νίκησε μόνο εν μέρει, το δικαστήριο κατανέμει δίκαια την επιστροφή των εξόδων ή αποφαίνεται ότι κανένας από τους διαδίκους δεν δικαιούται επιστροφή εξόδων. Βάσει των αποτελεσμάτων της δίκης, το κράτος δικαιούται να λάβει από τους διαδίκους επιστροφή των δικαστικών εξόδων με τα οποία επιβαρύνθηκε, εάν τα εν λόγω έξοδα δεν αναμένεται να εξαιρεθούν από τα δικαστικά τέλη.

Ποινικές διαδικασίες

Τα αναγκαία έξοδα για τη διεξαγωγή της ποινικής διαδικασίας, συμπεριλαμβανομένης της διαδικασίας εκτέλεσης της ποινής, βαρύνουν το κράτος. Εάν ο κατηγορούμενος καταδικάστηκε, είναι υποχρεωμένος να καταβάλει στο κράτος ένα κατ’ αποκοπή ποσό για τα λοιπά έξοδα που καλύφθηκαν από το κράτος, αλλά μόνο εάν ζητήθηκε έκθεση πραγματογνωμοσύνης κατά τη διαδικασία.

Οι διάδικοι δεν έχουν καμία δυνατότητα να λάβουν νομική συνδρομή όσον αφορά την αμοιβή του πραγματογνώμονα.

IV. Ευθύνη των πραγματογνωμόνων

Το κανονιστικό πλαίσιο της Τσεχικής Δημοκρατίας δεν περιέχει καμία ειδική διάταξη η οποία να αφορά την ευθύνη του πραγματογνώμονα. Εφαρμόζονται οι γενικές διατάξεις (δίκαιο περί αδικοπραξιών / δίκαιο συμβάσεων).

Μέχρι σήμερα, οι πραγματογνώμονες δεν υποχρεούνται να συνάψουν σύμβαση ασφάλισης επαγγελματικής ευθύνης για την κάλυψη της ενδεχόμενης ευθύνης τους. Ωστόσο, θα υπάρξει υποχρέωση ασφάλισης μετά την επόμενη μεταρρύθμιση του ισχύοντος νόμου.

Η ευθύνη του πραγματογνώμονα δεν υπόκειται σε ανώτατο όριο βάσει του νόμου.

V. Περαιτέρω πληροφορίες σχετικά με τις διαδικασίες πραγματογνωμοσύνης

Οι κύριες νομικές διατάξεις που διέπουν την άσκηση των καθηκόντων δικαστικού πραγματογνώμονα στην Τσεχική Δημοκρατία βρίσκονται στον νόμο αριθ. 36/1967 για τους πραγματογνώμονες και τους διερμηνείς, στον νόμο αριθ. 99/1963 περί κώδικα πολιτικής δικονομίας, στον νόμο αριθ. 141/1961 περί κώδικα ποινικής δικονομίας και στον νόμο αριθ. 500/2004 περί κώδικα διοικητικής δικονομίας. Δεν υπάρχει ηλεκτρονικά προσβάσιμη αγγλική έκδοση των εν λόγω διατάξεων.

Οι γενικοί κανόνες για τον διορισμό πραγματογνώμονα στο πλαίσιο δίκης ενώπιον αστικού, ποινικού ή διοικητικού δικαστηρίου είναι παρόμοιοι. Ο τίτλος του πραγματογνώμονα προστατεύεται.

Το νομικό σύστημα της Τσεχικής Δημοκρατίας δεν κάνει διάκριση μεταξύ μαρτύρων με ειδικές γνώσεις, τεχνικών πραγματογνωμόνων, νομικών πραγματογνωμόνων ή οποιουδήποτε άλλου είδους πραγματογνωμόνων.

Ο συνολικός αριθμός των εγγεγραμμένων πραγματογνωμόνων είναι περίπου 9 000. Το Υπουργείο Δικαιοσύνης έχει καταρτίσει σχέδιο νέου νόμου για τους πραγματογνώμονες. Το σχέδιο νόμου παρουσιάστηκε από την κυβέρνηση στο κοινοβούλιο. Αναμένεται να αρχίσει να ισχύει το 2021.

1. Διορισμός πραγματογνωμόνων

Οι πραγματογνώμονες μπορούν να διορίζονται από δικαστήριο και/ή από τους διαδίκους.

Στις αστικές και διοικητικές δικαστικές διαδικασίες, δεν είναι δυνατός ο διορισμός πραγματογνώμονα πριν από την έναρξη της δίκης.

Στις ποινικές διαδικασίες, στο άρθρο 105 παράγραφος 1 του κώδικα ποινικής δικονομίας ορίζονται τα εξής: Εάν για τη διευκρίνιση των κρίσιμων για την ποινική διαδικασία γεγονότων απαιτούνται γνώσεις πραγματογνώμονα, η αρχή που διεξάγει την ποινική διαδικασία ζητεί τη γνώμη επαγγελματία. Εάν, λόγω της πολυπλοκότητας του υπό εξέταση ζητήματος, η διαδικασία αυτή δεν αρκεί, διορίζεται πραγματογνώμονας από την αρχή που διεξάγει την ποινική διαδικασία. Στις προδικαστικές διαδικασίες, ο πραγματογνώμονας διορίζεται από την αρχή που διεξάγει την ποινική διαδικασία και θεωρεί τη γνώμη του πραγματογνώμονα απαραίτητη για την απόφασή της, η οποία είναι ο εισαγγελέας, εάν το θέμα αναπέμφθηκε για περαιτέρω έρευνα, και ο προεδρεύων δικαστής στη δίκη. Ο κατηγορούμενος και, στην περίπτωση δίκης, ο εισαγγελέας, ειδοποιούνται για τον διορισμό πραγματογνώμονα. Άλλα πρόσωπα ειδοποιούνται για τον διορισμό πραγματογνώμονα εάν κριθεί απαραίτητο να διευκολύνουν τον πραγματογνώμονα να αποκτήσει πρόσβαση σε συγκεκριμένο τόπο ή να ενεργήσουν με οποιονδήποτε άλλο αναγκαίο τρόπο για τη διεξαγωγή της διαδικασίας πραγματογνωμοσύνης.

1α. Διορισμός από το δικαστήριο

Το δικαστήριο μπορεί να διορίσει πραγματογνώμονα όταν δεν έχει την εμπειρογνωσία που απαιτείται σε συγκεκριμένη υπόθεση. Υπάρχουν επίσης περιπτώσεις στο αστικό και στο ποινικό δίκαιο στις οποίες ο διορισμός πραγματογνώμονα είναι υποχρεωτικός.

Νόμος περί ποινικής δικονομίας αριθ. 141/1961, Συλλ., κώδικας ποινικής δικονομίας (στο εξής: ΚΠΔ), άρθρο 105 παράγραφος 1 του ΚΠΔ: Εάν για τη διευκρίνιση των κρίσιμων για την ποινική διαδικασία γεγονότων απαιτούνται γνώσεις πραγματογνώμονα, η αρχή που διεξάγει την ποινική διαδικασία ζητεί τη γνώμη επαγγελματία. Εάν, λόγω της πολυπλοκότητας του υπό εξέταση ζητήματος, η διαδικασία αυτή δεν αρκεί, διορίζεται πραγματογνώμονας από την αρχή που διεξάγει την ποινική διαδικασία.

Δεν υπάρχουν διαφορές μεταξύ του διορισμού πραγματογνώμονα στο πλαίσιο δίκης ενώπιον αστικού, ποινικού ή διοικητικού δικαστηρίου.

Οι πραγματογνώμονες που διορίζονται από το δικαστήριο έχουν νομική υποχρέωση να δηλώσουν κάθε τυχόν σύγκρουση συμφερόντων.

Στις υποθέσεις που οι πραγματογνώμονες διορίζονται από το δικαστήριο, το δικαστήριο χρησιμοποιεί κατάλογο ή μητρώο πραγματογνωμόνων για την επιλογή τους, καθώς το δικαστήριο είναι νομικά υποχρεωμένο να διορίσει πραγματογνώμονα από το μητρώο.

1β. Διορισμός από τους διαδίκους

Οι διάδικοι μπορούν να διορίσουν πραγματογνώμονα όποτε το θελήσουν. Έκθεση πραγματογνωμοσύνης που έχει καταρτιστεί από δικαστικό πραγματογνώμονα (εγγεγραμμένο σε εθνικό δημόσιο μητρώο) ο οποίος έχει διοριστεί από διάδικο έχει την ίδια ισχύ που έχει και η έκθεση πραγματογνώμονα που έχει διοριστεί από δικαστήριο.

Οι διάδικοι δεν είναι υποχρεωμένοι να ακολουθήσουν συγκεκριμένη διαδικασία ή συγκεκριμένους κανόνες για τον διορισμό πραγματογνώμονα.

Δεν είναι δυνατός ο διορισμός ενός μόνο πραγματογνώμονα από αμφότερους τους διαδίκους.

Το δικαστήριο μπορεί να διατάξει τον διορισμό ενός μόνο πραγματογνώμονα από αμφότερους τους διαδίκους (π.χ. σε υποθέσεις χαμηλής αξίας ή σε ταχείες διαδικασίες) αντί του διορισμού διαφορετικού πραγματογνώμονα για τον καθένα.

Οι διάδικοι πρέπει να παρέχουν αναλυτικές οδηγίες στον πραγματογνώμονα και ερωτήματα στα οποία θα πρέπει να απαντήσει.

2 Διαδικασία

2α. Πολιτική δικονομία

Δεν υπάρχουν ειδικές απαιτήσεις που πρέπει να τηρήσει ο πραγματογνώμονας στην έκθεσή του και/ή στη δίκη, π.χ. να ακολουθήσει την υπάρχουσα νομολογία.

Το δικαστήριο δεν παρακολουθεί ούτε ελέγχει την πρόοδο των ερευνών του πραγματογνώμονα.

Δεν υπάρχει ποιοτικός έλεγχος ως προς τις επιδόσεις του πραγματογνώμονα (δηλ. ο δικαστής δεν διεξάγει σχετική αξιολόγηση στην απόφασή του).

Οι πραγματογνώμονες συνήθως εξετάζονται στο πλαίσιο κατ’ αντιπαράσταση εξέτασης κατά τη διάρκεια της δίκης.

Το δικαστήριο δεν δεσμεύεται από τη γνώμη του πραγματογνώμονα. Η έκθεση πραγματογνωμοσύνης έχει την ίδια αποδεικτική ισχύ με τα λοιπά αποδεικτικά στοιχεία, και ο δικαστής είναι υποχρεωμένος να την αξιολογήσει αντικειμενικά και στο πλαίσιο των άλλων στοιχείων. Δεν υπάρχει τεκμήριο ορθότητας της γνώμης πραγματογνώμονα ο οποίος έχει διοριστεί από το δικαστήριο. Έκθεση πραγματογνωμοσύνης που έχει καταρτιστεί από δικαστικό πραγματογνώμονα (εγγεγραμμένο σε εθνικό δημόσιο μητρώο) ο οποίος έχει διοριστεί από διάδικο έχει την ίδια ισχύ που έχει και η έκθεση πραγματογνώμονα που έχει διοριστεί από δικαστήριο. Οι διάδικοι μπορούν να αμφισβητήσουν την έκθεση με υπόμνημα.

Δεν υπάρχει διαδικασία που να προβλέπει συνεδρίαση των πραγματογνωμόνων πριν από τη δίκη ή την κατ’ αντιπαράσταση εξέτασή τους πριν από αυτήν προκειμένου να αποσαφηνιστούν τα σχετικά ζητήματα και να κατανοήσει το δικαστήριο τις διιστάμενες απόψεις.

Οι πραγματογνώμονες επιτρέπεται να έχουν επαφή με τους διαδίκους κατά τη διάρκεια της διαδικασίας, αλλά πρέπει να συμμορφώνονται με τις απαιτήσεις του άρθρου 11 του νόμου για τους εμπειρογνώμονες και τους διερμηνείς (αριθ. 36/1967, Συλλ.), το οποίο ορίζει ότι ο πραγματογνώμονας (διερμηνέας) δεν επιτρέπεται να γνωμοδοτήσει (μεταφράσει) εάν η σχέση του με την υπόθεση, τις αρχές εκτέλεσης, τους διαδίκους ή τους εκπροσώπους τους μπορεί να θέσει υπό αμφισβήτηση την αμεροληψία του.

Μόλις ο πραγματογνώμονας (διερμηνέας) λάβει γνώση των γεγονότων από τα οποία προκύπτει σύγκρουση συμφερόντων, πρέπει να υποβάλει αμέσως σχετική δήλωση. Την ίδια υποχρέωση έχουν και οι διάδικοι. Το αν ο πραγματογνώμονας (διερμηνέας) δεν επιτρέπεται να υποβάλει έκθεση πραγματογνωμοσύνης (μετάφραση) αποφασίζεται από τον φορέα που τον διόρισε για την υποβολή της έκθεσης πραγματογνωμοσύνης. Οι διατάξεις για τους μάρτυρες εφαρμόζονται αναλογικά ως προς το ζήτημα του σε ποιες περιπτώσεις ο πραγματογνώμονας (διερμηνέας) μπορεί να αρνηθεί να υποβάλει έκθεση πραγματογνωμοσύνης (μετάφραση) και σε ποιες περιπτώσεις δεν μπορεί να διαταχθεί πραγματογνωμοσύνη (μετάφραση).

Οι διάδικοι είναι υποχρεωμένοι να συνεργάζονται με τους πραγματογνώμονες. Ορισμένες φορές οι διάδικοι καλούνται για εξέταση ή υποβολή ερωτήσεων από τον πραγματογνώμονα. Οι πραγματογνώμονες έχουν το δικαίωμα να υποβάλλουν ερωτήσεις στους μάρτυρες κατά την ακροαματική διαδικασία.

Ο πραγματογνώμονας δεν υποχρεούται να πραγματοποιήσει συναντήσεις με τους διαδίκους προκειμένου να συγκεντρώσει τις παρατηρήσεις τους.

1. Έκθεση πραγματογνωμοσύνης

Οι τυπικές απαιτήσεις που πρέπει να τηρήσει ο πραγματογνώμονας στην έκθεση ορίζονται στο άρθρο 13 του νόμου για τους πραγματογνώμονες και τους διερμηνείς (αριθ. 36/1967, Συλλ.). Το άρθρο 13 ορίζει ότι εάν ο πραγματογνώμονας υποβάλει την έκθεση γραπτώς, είναι υποχρεωμένος να υπογράψει κάθε αντίγραφο και να επιθέσει σφραγίδα. Την ίδια υποχρέωση έχει και ο διερμηνέας στην περίπτωση των πιστοποιημένων μεταφράσεων.

Οι πραγματογνώμονες δεν υποχρεούνται να υποβάλουν προκαταρκτική έκθεση.

Οι πραγματογνώμονες δεν είναι υποχρεωμένοι να απαντήσουν στα επιχειρήματα των διαδίκων στην προκαταρκτική ή στην τελική έκθεση.

Δεν υπάρχουν άλλες ειδικές απαιτήσεις που πρέπει να τηρήσει ο πραγματογνώμονας στην έκθεσή του και/ή στη δίκη, π.χ. να ακολουθήσει την υπάρχουσα νομολογία.

Σε ορισμένες περιπτώσεις, ο πραγματογνώμονας πρέπει να υποβάλει συμπληρωματική έκθεση μετά την υποβολή συμπληρωματικών ερωτήσεων από τους διαδίκους και τον δικαστή.

Οι πραγματογνώμονες υποβάλλουν την έκθεσή τους γραπτώς. Μπορεί να ζητηθεί από τον πραγματογνώμονα να υπερασπιστεί την έκθεσή του.

2. Ακροαματική διαδικασία

Ο πραγματογνώμονας δεν είναι υποχρεωμένος να παραστεί σε προκαταρκτική ακροαματική διαδικασία.

Ο πραγματογνώμονας οφείλει να παραστεί στην ακροαματική διαδικασία προκειμένου να απαντήσει στις ερωτήσεις του δικαστηρίου και των διαδίκων.

Οι πραγματογνώμονες συνήθως εξετάζονται στο πλαίσιο κατ’ αντιπαράσταση εξέτασης κατά τη διάρκεια της δίκης.

Οι πληροφορίες που παρουσιάζονται στην παρούσα ενότητα συγκεντρώθηκαν στο πλαίσιο του έργου «Εξεύρεση πραγματογνώμονα» από σημεία επαφής ανά χώρα που επιλέχθηκαν από το Ευρωπαϊκό Ίδρυμα Εμπειρογνωσίας και Εμπειρογνωμόνων (European Expertise & Experts Institute – EEEI).

Τελευταία επικαιροποίηση: 17/05/2021

Την έκδοση αυτής της σελίδας στην εθνική γλώσσα διαχειρίζεται το εκάστοτε κράτος μέλος. Οι μεταφράσεις έχουν γίνει από την αρμόδια υπηρεσία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Οι τυχόν αλλαγές που επιφέρει η αρμόδια εθνική αρχή στο πρωτότυπο ενδέχεται να μην έχουν περιληφθεί ακόμα στις μεταφράσεις. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή δεν αναλαμβάνει καμία ευθύνη όσον αφορά τις πληροφορίες ή τα στοιχεία που περιλαμβάνονται ή για τα οποία γίνεται λόγος στο παρόν έγγραφο. Βλ. την ανακοίνωση νομικού περιεχομένου για τους κανόνες πνευματικής ιδιοκτησίας που ισχύουν στο κράτος μέλος που είναι αρμόδιο για την παρούσα σελίδα.