European Account Preservation Order

National information and online forms concerning Regulation No. 655/2014

What is it?

The European Account Preservation Order (EAPO) lets a court in one EU country freeze funds in the bank account of a debtor in another EU country. The procedure may be used in cross-border cases only, whereby the court carrying out the procedure or the country of domicile of the creditor must be in a different Member State than the one in which the debtor's account is maintained.

It makes EU debt recovery easier.

The procedure for getting an EAPO is set out in Regulation (EU) No 655/2014.

It’s an alternative to existing legal procedures in each EU country.

It applies from 18 January 2017.

Advantages

The procedure is quick and happens without informing the debtor (ex parte).

This ‘surprise effect’ stops debtors moving, hiding or spending the money.

Does it apply in all EU countries?

No. The Regulation does not apply in Denmark. This means that:

  • creditors based in Denmark can’t apply for an EAPO
  • you can’t get an EAPO on a Danish bank account.

How to apply

You’ll find all the application forms and more information here.

You can fill in all the forms online.

Remember: You do not have to give precise details about the account to be frozen (e.g. account number) if you don't have them – only the name of the bank where the account is held. If you don’t know the name of the bank where the debtor’s account is held, under the Regulation you can ask the court to find out.

The content of all the EAPO-related forms is laid down in Commission Implementing Regulation (EU) 2016/1823.

Last update: 17/11/2021

This page is maintained by the European Commission. The information on this page does not necessarily reflect the official position of the European Commission. The Commission accepts no responsibility or liability whatsoever with regard to any information or data contained or referred to in this document. Please refer to the legal notice with regard to copyright rules for European pages.

Ευρωπαϊκή Διαταγή Δέσμευσης Λογαριασμού - Βέλγιο

Άρθρο 50 παράγραφος 1 στοιχείο α) – Δικαστήρια που έχουν οριστεί ως αρμόδια για την έκδοση διαταγής δέσμευσης

Ο δικαστής κατασχέσεων του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου (άρθρο 1395/2 του βελγικού δικαστικού κώδικα).

Άρθρο 50 παράγραφος 1 στοιχείο β) – Αρχή που έχει οριστεί ως αρμόδια για τη λήψη των στοιχείων λογαριασμού

Το Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροΕθνικό Επιμελητήριο Δικαστικών Επιμελητών [άρθρο 555/1, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο σημείο 25) του βελγικού δικαστικού κώδικα].

Άρθρο 50 παράγραφος 1 στοιχείο γ) – Μέθοδοι για τη λήψη των στοιχείων λογαριασμού

Το άρθρο 555/1 παράγραφος 2 του βελγικού δικαστικού κώδικα, που τέθηκε σε ισχύ την 1η Ιανουαρίου 2019 ενόψει της ανάγκης έγκρισης ορισμένων μέτρων εκτέλεσης, προβλέπει συνδυασμό των δυνατοτήτων του άρθρου 14 παράγραφος 5 στοιχεία α) και β) του κανονισμού.

Ως εκ τούτου, το Εθνικό Επιμελητήριο μπορεί, σε πρώτη φάση μετά το αίτημα του δικαστηρίου, να ζητήσει από το σημείο επαφής της Εθνική Τράπεζα του Βελγίου τη λήψη των στοιχείων που απαιτούνται.

Με βάση τα δεδομένα που λαμβάνονται κατόπιν της αίτησης αυτής, το Εθνικό Επιμελητήριο μπορεί, εάν χρειάζεται, να απευθύνει αίτημα για τη λήψη στοιχείων λογαριασμού σε μία ή περισσότερες τράπεζες.

Άρθρο 50 παράγραφος 1 στοιχείο δ) – Δικαστήρια στα οποία ασκείται το ένδικο μέσο κατά της άρνησης έκδοσης της ευρωπαϊκής διαταγής δέσμευσης

Το εφετείο (cour d'appel) [άρθρο 602 πρώτο εδάφιο σημείο 6) του βελγικού δικαστικού κώδικα].

Άρθρο 50 παράγραφος 1 στοιχείο ε) – Αρχή που έχει οριστεί ως αρμόδια για την παραλαβή, διαβίβαση και επίδοση ή κοινοποίηση της διαταγής δέσμευσης και άλλων εγγράφων

Ο δικαστικός επιμελητής (άρθρο 196 του νόμου της 18ης Ιουνίου 2018 για τη θέσπιση διαφόρων διατάξεων αστικού δικαίου και προώθησης εναλλακτικών μορφών επίλυσης διαφορών).

Άρθρο 50 παράγραφος 1 στοιχείο στ) – Αρμόδια για την εκτέλεση της διαταγής δέσμευσης αρχή

Ο δικαστικός επιμελητής [άρθρο 519 παράγραφος 1 στοιχείο 1) του βελγικού δικαστικού κώδικα].

Άρθρο 50 παράγραφος 1 στοιχείο ζ) – Βαθμός στον οποίο επιτρέπεται η δέσμευση κοινών λογαριασμών και λογαριασμών αντιπροσώπου

Στο Βέλγιο, η συντηρητική κατάσχεση στα χέρια τρίτου διέπεται από τον δικαστικό κώδικα, πέμπτο μέρος τίτλος ΙΙ κεφάλαιο IV (Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροhttp://www.ejustice.just.fgov.be/eli/loi/1967/10/10/1967101056/justel). Επιτρέπεται η συντηρητική κατάσχεση στα χέρια τρίτου σε κοινούς λογαριασμούς. Εάν η τράπεζα είναι ενήμερη για τις εσωτερικές τοποθετήσεις των διαφόρων δικαιούχων κοινού λογαριασμού, η συντηρητική κατάσχεση στα χέρια τρίτου θα αφορά μόνο τα ποσά που ανήκουν στον οφειλέτη σε αντίθετη περίπτωση, το σύνολο του πιστωτικού υπολοίπου αναγράφεται στη δήλωση του τρίτου στα χέρια του οποίου γίνεται η κατάσχεση. Σ’ αυτήν την περίπτωση, κάθε συνδικαιούχος που δεν επηρεάζεται από την κατάσχεση μπορεί να ζητήσει τη μερική άρση της κατάσχεσης υπό τον όρο ότι μπορεί να αποδείξει τη συμμετοχή του στα χρήματα που υπάρχουν στον λογαριασμό.

– Το σχετικό αίτημα απευθύνεται στον δικαστή κατασχέσεων του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου (άρθρο 1395/2 του βελγικού δικαστικού κώδικα).

– Όσον αφορά τους επαγγελματικούς λογαριασμούς (comptes de qualité) ή τους λογαριασμούς τρίτων, θα πρέπει να γίνει η ακόλουθη διάκριση:

  • Αν ο οφειλέτης είναι ο δικαιούχος του λογαριασμού:
    • Παρά το άρθρο 8/1 του νόμου για τις υποθήκες, το οποίο αναγνωρίζει ρητά το γεγονός ότι ορισμένοι εκ του νόμου υποχρεωτικοί επαγγελματικοί λογαριασμοί (δηλαδή των δικηγόρων, των δικαστικών επιμελητών, των συμβολαιογράφων και των κτηματομεσιτών) είναι χωριστοί από την περιουσία του δικαιούχου του λογαριασμού και ότι ο διαχωρισμός αυτός είναι αντιτάξιμος έναντι τρίτων, ο νομοθέτης δεν προέβλεψε το ακατάσχετο των ποσών που τηρούνται στους εν λόγω λογαριασμούς έναντι των ιδιωτών δανειστών του δικαιούχου. Ως εκ τούτου, η συντηρητική κατάσχεση των εν λόγω ποσών στα χέρια της τράπεζας είναι καταρχήν δυνατή. Όταν διενεργείται συντηρητική κατάσχεση στα χέρια της, η τράπεζα πρέπει να αναφέρει την ειδική φύση του λογαριασμού (άρθρο 1452 του βελγικού δικαστικού κώδικα), αλλά τυχόν μελλοντικές αντιρρήσεις προβάλλονται ενώπιον του δικαστή κατασχέσεων. Επομένως, ο οφειλέτης μπορεί να ζητήσει την άρση της συντηρητικής κατάσχεσης στα χέρια τρίτου.
  • Αν ο οφειλέτης είναι ο υπέρ ου ο επαγγελματικός λογαριασμός ή ο λογαριασμός τρίτου:
    • Ο υπέρ ου ο επαγγελματικός λογαριασμός διαθέτει απαίτηση έναντι του δικαιούχου του λογαριασμού για τα ποσά τα οποία ο τελευταίος διαχειρίζεται για λογαριασμό του. Η εν λόγω απαίτηση μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο κατάσχεσης από τους δανειστές του υπέρ ου. Πράγματι, ο δανειστής μπορεί να ζητήσει τη συντηρητική κατάσχεση στα χέρια τρίτου ποσών τα οποία ο τρίτος οφείλει στον οφειλέτη (άρθρο 1445 του βελγικού δικαστικού κώδικα). Η εν λόγω συντηρητική κατάσχεση πρέπει να διενεργείται στα χέρια του δικαιούχου του λογαριασμού (δηλαδή του τρίτου) και όχι στα χέρια της τράπεζας. Στη σχέση αυτή, η οφειλή της τράπεζας είναι μόνο έναντι του δικαιούχου του λογαριασμού και όχι του υπέρ ου ο λογαριασμός.

Άρθρο 50 παράγραφος 1 στοιχείο η) – Εφαρμοστέοι κανόνες όσον αφορά τα ποσά που εξαιρούνται από την κατάσχεση

Στο Βέλγιο, το ακατάσχετο ορισμένων ποσών διέπεται από τα άρθρα 1409, 1409bis και 1410 του βελγικού δικαστικού κώδικα (Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροhttp://www.ejustice.just.fgov.be/eli/loi/1967/10/10/1967101056/justel). Οι εν λόγω διατάξεις αφορούν περιορισμούς ως προς ορισμένα έσοδα, καθώς και το ακατάσχετο αυτών: μισθών, αντισταθμιστικών εισοδημάτων, κοινωνικών παροχών και διατροφής. Οι μισθοί και τα αντισταθμιστικά εισοδήματα είναι ακατάσχετα έως συγκεκριμένο όριο.

Προκειμένου να βοηθιούνται τα δικαιοδοτικά όργανα της κατάσχεσης και, κατά περίπτωση, οι τρίτοι στα χέρια των οποίων γίνεται η κατάσχεση να εκτιμούν το ακατάσχετο των ποσών που είναι κατατεθειμένα σε λογαριασμό, το άρθρο 1411bis παράγραφος 3 του βελγικού δικαστικού κώδικα προβλέπει για τους εργοδότες και τους φορείς που διενεργούν πληρωμές την υποχρέωση, η παράβαση της οποίας επισύρει ποινικές κυρώσεις, να αναφέρουν, κατά τη διενέργεια της πληρωμής, έναν ειδικό κωδικό, ο οποίος ποικίλλει ανάλογα με τον τύπο του προστατευόμενου εισοδήματος που κατατίθεται στον λογαριασμό.

Η εν λόγω υποχρέωση αναφοράς κωδικού δεν θίγει το δικαίωμα του οφειλέτη να αποδείξει με οποιοδήποτε τρόπο ότι τα ποσά που έχουν πιστωθεί σε λογαριασμό όψεως του είναι ακατάσχετα (άρθρο 1411bis παράγραφος 2 πρώτο εδάφιο του βελγικού δικαστικού κώδικα). Εξάλλου, το άρθρο 1411bis παράγραφος 2 δεύτερο εδάφιο του βελγικού δικαστικού κώδικα προβλέπει μαχητό τεκμήριο ως προς το μερικό ακατάσχετο ποσών που καταβάλλει ο εργοδότης του οφειλέτη σε λογαριασμό όψεως του τελευταίου. Το εν λόγω τεκμήριο ισχύει μόνο για τις σχέσεις μεταξύ του οφειλέτη και των δανειστών του.

Άρθρο 50 παράγραφος 1 στοιχείο θ) – Τέλη, αν χρεώνονται από τις τράπεζες, για την εκτέλεση ισοδύναμων εθνικών διαταγών ή για την παροχή στοιχείων λογαριασμού και πληροφοριών ως προς το ποιο μέρος υποχρεούται να καταβάλλει τα εν λόγω τέλη

Το άρθρο 1454 του βελγικού δικαστικού κώδικα προβλέπει ότι τα έξοδα για τη δήλωση του τρίτου στα χέρια του οποίου γίνεται η κατάσχεση βαρύνουν τον οφειλέτη. Δεν προβλέπεται η δυνατότητα ανάκτησης άλλων εξόδων που ανέλαβε η τράπεζα σε σχέση με την εκτέλεση ή την (μερική) άρση της συντηρητικής κατάσχεσης στα χέρια τρίτου.

Το άρθρο 555/1 παράγραφος 2 του βελγικού κώδικα, που τέθηκε σε ισχύ την 1η Ιανουαρίου 2019, προβλέπει ότι ο Βασιλιάς καθορίζει τα τέλη διεκπεραίωσης της αίτησης λήψης στοιχείων λογαριασμών, καθώς και τους όρους και τις μεθόδους είσπραξης των εν λόγω τελών. Μέρος των εν λόγω τελών, εφόσον επιβάλλονται, επιστρέφονται στην τράπεζα η οποία παρέχει τις πληροφορίες κατόπιν αιτήματος της αρχής πληροφόρησης που έχει ορίσει το Βέλγιο [βλ. κοινοποίηση για το άρθρο 50 παράγραφος 1 στοιχείο β) του κανονισμού], εφόσον έχει συναφθεί με τις τράπεζες ή εκπρόσωπο των τραπεζών γραπτή συμφωνία σχετικά με καθεστώς αποζημίωσης, με την επιφύλαξη του άρθρου 43 παράγραφος 3 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 655/2014 [βλ. άρθρο 3 πρώτο εδάφιο στοιχείο 2) του βασιλικού διατάγματος της 22ας Απριλίου 2019 σχετικά με τον καθορισμό των εξόδων παροχής στοιχείων λογαριασμού του άρθρου 555/1 παράγραφος 2 έκτο εδάφιο του βελγικού δικαστικού κώδικα καθώς και τους όρους και τους τρόπους είσπραξης (Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροhttp://www.ejustice.just.fgov.be/eli/arrete/2019/04/22/2019030412/justel). Επί του παρόντος δεν υπάρχει συμφωνία με τις τράπεζες σχετικά με καθεστώς αποζημίωσης.

Τα εν λόγω τέλη, που καθορίζονται από τον Βασιλιά, θα ισχύουν για τις αιτήσεις του Βελγίου για τη λήψη στοιχείων λογαριασμού βάσει των νέων άρθρων 1447/1 και 1447/2 του βελγικού δικαστικού κώδικα (που πιθανότατα θα τεθούν σε ισχύ κατά τη διάρκεια του 2020) και για τα αιτήματα για τη λήψη στοιχείων λογαριασμού δυνάμει του άρθρο 14 του κανονισμού.

Άρθρο 50 παράγραφος 1 στοιχείο ι) – Την κλίμακα τελών ή άλλους κανόνες για τον καθορισμό των τελών που χρεώνονται από οιαδήποτε αρχή ή άλλο φορέα που συμμετέχει στη διεκπεραίωση ή εκτέλεση της διαταγής δέσμευσης

Όσον αφορά την εκτέλεση από δικαστικό επιμελητή, οι αμοιβές διέπονται από το βασιλικό διάταγμα της 30ής Νοεμβρίου 1976 για τον καθορισμό των αμοιβών πράξεων δικαστικών επιμελητών σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις, καθώς και ορισμένων επιδομάτων.

Σε ό,τι αφορά την παροχή στοιχείων, το άρθρο 555/1 παράγραφος 2 του βελγικού κώδικα, που τέθηκε σε ισχύ την 1η Ιανουαρίου 2019, προβλέπει ότι ο Βασιλιάς καθορίζει τα τέλη διεκπεραίωσης της αίτησης παροχής πληροφοριών σχετικά με τους λογαριασμούς, καθώς και τους όρους και τις μεθόδους είσπραξής τους. Το βασιλικό διάταγμα της 22ας Απριλίου 2019 σχετικά με τον καθορισμό των εξόδων παροχής στοιχείων λογαριασμού του άρθρου 555/1 παράγραφος 2 έκτο εδάφιο του βελγικού δικαστικού κώδικα καθώς και τους όρους και τους τρόπους είσπραξης (Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροhttp://www.ejustice.just.fgov.be/eli/arrete/2019/04/22/2019030412/justel) τέθηκε σε αναδρομική ισχύ από την 1η Ιανουαρίου 2019.

Άρθρο 50 παράγραφος 1 στοιχείο ια) – Κατάταξη, ενδεχομένως, ισοδύναμων εθνικών διαταγών

Σύμφωνα με το βελγικό δίκαιο, η συντηρητική κατάσχεση στα χέρια τρίτου δεν γεννά κανένα προνόμιο για την απαίτηση. Σύμφωνα με τα άρθρα 17 και 19 πρώτο εδάφιο του νόμου για τις υποθήκες, προνόμιο χορηγείται μόνο στα δικαστικά έξοδα που σημειώνονται για τη συντηρητική κατάσχεση.

Άρθρο 50 παράγραφος 1 στοιχείο ιβ) – Δικαστήρια ή αρχή εκτέλεσης που έχει αρμοδιότητα επί προσφυγής

Κατά της διαταγής δέσμευσης: Ο δικαστής κατασχέσεων του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου (άρθρο 1395/2 του βελγικού δικαστικού κώδικα).

Κατά της εκτέλεσης της διαταγής δέσμευσης: Ο δικαστής κατασχέσεων του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου (άρθρο 1395/2 του βελγικού δικαστικού κώδικα).

Άρθρο 50 παράγραφος 1 στοιχείο ιγ) – Δικαστήρια στα οποία πρέπει να ασκείται το ένδικο μέσο και τυχόν προθεσμία άσκησής του

Το εφετείο (cour d'appel) [άρθρο 602 πρώτο εδάφιο σημείο 7) του βελγικού δικαστικού κώδικα].

Σύμφωνα με το άρθρο 1051 του βελγικού δικαστικού κώδικα, η προθεσμία για την άσκηση του ένδικου μέσου είναι, καταρχήν, ένας μήνας από την επίδοση ή την κοινοποίηση της απόφασης.

Άρθρο 50 παράγραφος 1 στοιχείο ιδ) – Δικαστικά έξοδα

Τα δικαστικά έξοδα και τέλη στο πλαίσιο της πολιτικής δικονομίας διέπονται από τα άρθρα 1017-1022 του βελγικού δικαστικού κώδικα.

Τα δικαστικά έξοδα διαφέρουν από τη μία υπόθεση στην άλλη και πρέπει να αξιολογούνται ανά περίπτωση.

Το άρθρο 1017 του βελγικού δικαστικού κώδικα προβλέπει, ως γενικό κανόνα, ότι κάθε οριστική απόφαση, ακόμη και αυτεπαγγέλτως, καταλογίζει τα δικαστικά έξοδα σε βάρος του ηττηθέντα διαδίκου, εκτός αν άλλως ορίζεται σε ειδικό νόμο και με την επιφύλαξη της συμφωνίας των μερών την οποία, ενδεχομένως, διατάσσει η απόφαση. Ωστόσο, τα περιττά έξοδα, συμπεριλαμβανομένης της δικονομικής αποζημίωσης του άρθρου 1022, βαρύνουν, ακόμη και αυτεπαγγέλτως, τον διάδικο που τα προκάλεσε.

Το άρθρο 1018 του βελγικού δικαστικού κώδικα καθορίζει τα οικεία έξοδα:

  • 1) διάφορα τέλη γραμματειακών εργασιών και καταχώρισης, καθώς και τέλη χαρτοσήμου που καταβλήθηκαν πριν από την κατάργηση του κώδικα τελών χαρτοσήμου τα τέλη γραμματειακών εργασιών περιλαμβάνουν τα τέλη εγγραφής στο πινάκιο, τα τέλη σύνταξης και τα τέλη αποστολής (άρθρο 268 του κώδικα τελών καταχώρισης, υποθήκης και γραμματειακών εργασιών).
    • Επιβάλλεται, καταρχήν, τέλος εγγραφής στο πινάκιο μεταξύ 100 και 500 ευρώ (δικαστής κατασχέσεων) ή μεταξύ 210 και 800 ευρώ (εφετείο), ανάλογα με την αξία της απαίτησης (άρθρο 269/1 του ίδιου κώδικα). Το τέλος αυτό καταβάλλεται για την εγγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο.
    • Επιβάλλεται, καταρχήν, τέλος σύνταξης ύψους 35 ευρώ για τις πράξεις της γραμματείας των δικαστηρίων και των δικαιοδοτικών οργάνων ή για τις πράξεις που διενεργούνται ενώπιόν της, χωρίς παρέμβαση δικαστή (άρθρο 270/1 του ίδιου κώδικα).
    • Επιβάλλεται, καταρχήν, στις αποστολές, τα αντίγραφα ή τα αποσπάσματα που εκδίδονται από τη γραμματεία, τέλος αποστολής μεταξύ 0,85 και 3 ευρώ ανά σελίδα (άρθρα 271 και 272 του ίδιου κώδικα).

Τα τέλη καταχώρισης (3 % του ποσού ) εισπράττονται για αποφάσεις που αφορούν ποσά άνω των 12.500 ευρώ (μη συμπεριλαμβανομένων των δικαστικών εξόδων).

  • 2) το κόστος αποδοχών και μισθών για τις δικαστικές πράξεις
  • 3) το κόστος αποστολής της απόφασης από 0,85 ευρώ έως 3 ευρώ ανά σελίδα.
  • 4) τα έξοδα κάθε ανακριτικής πράξης, ιδίως το τέλος μαρτύρων και πραγματογνωμόνων·
  • 5) τα έξοδα μετακίνησης και διαμονής των δικαστών, των δικαστικών επιμελητών και των διαδίκων, εφόσον η μετακίνησή τους διατάχθηκε από τον δικαστή, και έξοδα πράξεων, εφόσον διενεργήθηκαν μόνο για τους σκοπούς της διαδικασίας
  • 6) την προβλεπόμενη στο άρθρο 1022 διαδικαστική αποζημίωση αυτή καταβάλλεται, καταρχήν, από τον ηττηθέντα διάδικο και αποτελεί αποζημίωση των εξόδων και της δικηγορικής αμοιβής στα οποία υποβλήθηκε ο νικήσας διάδικος. Το ύψος της εν λόγω διαδικαστικής αποζημίωσης ορίζεται ανάλογα με την αξία του αντικειμένου της διαφοράς. Το βασιλικό διάταγμα της 26ης Οκτωβρίου 2007 καθορίζει ένα βασικό ποσό, ένα κατώτατο και ένα ανώτατο ποσό. Ο δικαστής μπορεί να μειώσει ή να αυξήσει το βασικό ποσό, χωρίς να υπερβεί το κατώτατο και το ανώτατο ποσό. Τα ποσά αυτά συνδέονται με τον δείκτη τιμών καταναλωτή.
  • 7) την αμοιβή, την αποζημίωση και τα έξοδα του διαμεσολαβητή που διορίζεται σύμφωνα με το άρθρο 1734.
  • 8) την εισφορά που αναφέρεται στο άρθρο 4 παράγραφος 2 του νόμου της 19ης Μαρτίου 2017 για τη σύσταση κονδυλίου του προϋπολογισμού για τη νομική συνδρομή δεύτερης γραμμής.

Άρθρο 50 παράγραφος 1 στοιχείο ιε) – Γλώσσες που γίνονται δεκτές για τη μετάφραση των εγγράφων

Καμία επιπλέον γλώσσα.

Τελευταία επικαιροποίηση: 09/10/2020

Την έκδοση αυτής της σελίδας στην εθνική γλώσσα διαχειρίζεται το εκάστοτε κράτος μέλος. Οι μεταφράσεις έχουν γίνει από την αρμόδια υπηρεσία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Οι τυχόν αλλαγές που επιφέρει η αρμόδια εθνική αρχή στο πρωτότυπο ενδέχεται να μην έχουν περιληφθεί ακόμα στις μεταφράσεις. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή δεν αναλαμβάνει καμία ευθύνη όσον αφορά τις πληροφορίες ή τα στοιχεία που περιλαμβάνονται ή για τα οποία γίνεται λόγος στο παρόν έγγραφο. Βλ. την ανακοίνωση νομικού περιεχομένου για τους κανόνες πνευματικής ιδιοκτησίας που ισχύουν στο κράτος μέλος που είναι αρμόδιο για την παρούσα σελίδα.

Ευρωπαϊκή Διαταγή Δέσμευσης Λογαριασμού - Γερµανία

Άρθρο 50 παράγραφος 1 στοιχείο α) – Δικαστήρια που έχουν οριστεί ως αρμόδια για την έκδοση διαταγής δέσμευσης

Αρμόδια δικαστήριαPDF(211 Kb)de είναι τα ειρηνοδικεία (Amtsgerichte) και τα πρωτοδικεία (Landgerichte).

Κατά τόπο αρμόδιο δικαστήριο για την έκδοση διαταγής δέσμευσης λογαριασμού στις περιπτώσεις που ο δανειστής διαθέτει ήδη δημόσιο έγγραφο είναι το δικαστήριο στην περιφέρεια του οποίου καταρτίστηκε το δημόσιο έγγραφο.

Η καθ’ ύλη αρμοδιότητα των δικαστηρίων καθορίζεται σύμφωνα με τις γενικές διατάξεις του γερμανικού δικαίου για την οργάνωση των δικαστηρίων και τους εφαρμοστέους δικονομικούς κώδικες.

Άρθρο 50 παράγραφος 1 στοιχείο β) – Αρχή που έχει οριστεί ως αρμόδια για τη λήψη των στοιχείων λογαριασμού

Αρμόδια αρχή για τη λήψη στοιχείων λογαριασμού κατά το άρθρο 14 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 655/2014 είναι η Ομοσπονδιακή Υπηρεσία Δικαιοσύνης (Bundesamt für Justiz).

Τα στοιχεία επικοινωνίας της Ομοσπονδιακής Υπηρεσίας Δικαιοσύνης είναι τα εξής:

Bundesamt für Justiz
Adenauerallee 99-103
53113 Βόννη
Γερμανία
Τηλ.: +49-228 99 410-40
Ηλ. ταχυδρομείο: Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροEU-Kontenpfaendung@bfj.bund.de

Άρθρο 50 παράγραφος 1 στοιχείο γ) – Μέθοδοι για τη λήψη των στοιχείων λογαριασμού

Για τη λήψη στοιχείων λογαριασμού κατά το άρθρο 14 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 655/2014, η Ομοσπονδιακή Υπηρεσία Δικαιοσύνης μπορεί να ζητήσει από την Ομοσπονδιακή Κεντρική Φορολογική Αρχή (Bundesamt für Steuern) να λάβει από τα πιστωτικά ιδρύματα και να της διαβιβάσει τα παρακάτω στοιχεία:

την ημερομηνία ανοίγματος και κλεισίματος λογαριασμού και το ονοματεπώνυμο του δικαιούχου του λογαριασμού, καθώς και, σε περίπτωση φυσικού προσώπου, την ημερομηνία γέννησής του.

Άρθρο 50 παράγραφος 1 στοιχείο δ) – Δικαστήρια στα οποία ασκείται το ένδικο μέσο κατά της άρνησης έκδοσης της ευρωπαϊκής διαταγής δέσμευσης

Αρμόδια δικαστήριαPDF(233 Kb)de είναι τα ειρηνοδικεία (Amtsgerichte), τα πρωτοδικεία (Landgerichte), τα εφετεία (Oberlandesgerichte), τα εργατοδικεία (Arbeitsgerichte), και τα δευτεροβάθμια εργατοδικεία (Landesarbeitsgerichte).

Το ένδικο μέσο κατά της άρνησης έκδοσης της διαταγής δέσμευσης ασκείται ενώπιον του δικαστηρίου που απέρριψε την αίτηση ή, αν το δικαστήριο που απέρριψε την αίτηση είναι δικαστήριο πρώτου βαθμού, ενώπιον του ανώτερου αυτού δευτεροβάθμιου δικαστηρίου.

Άρθρο 50 παράγραφος 1 στοιχείο ε) – Αρχή που έχει οριστεί ως αρμόδια για την παραλαβή, διαβίβαση και επίδοση ή κοινοποίηση της διαταγής δέσμευσης και άλλων εγγράφων

Αρμόδια δικαστήριαPDF(194 Kb)de είναι τα ειρηνοδικεία (Amtsgerichte).

Άρθρο 50 παράγραφος 1 στοιχείο στ) – Αρμόδια για την εκτέλεση της διαταγής δέσμευσης αρχή

Αρμόδια δικαστήριαPDF(194 Kb)de είναι τα ειρηνοδικεία (Amtsgerichte).

Για την εκτέλεση της διαταγής δέσμευσης, αρμόδιο είναι το, σύμφωνα με τις γενικές διατάξεις, κατά τόπο αρμόδιο ειρηνοδικείο (Amtsgericht) ως δικαστήριο της εκτέλεσης. Ωστόσο, αν η διαταγή εκδόθηκε από γερμανικό δικαστήριο, αρμόδιο για την εκτέλεση της διαταγής είναι το εν λόγω δικαστήριο ως δικαστήριο της εκτέλεσης.

Άρθρο 50 παράγραφος 1 στοιχείο ζ) – Βαθμός στον οποίο επιτρέπεται η δέσμευση κοινών λογαριασμών και λογαριασμών αντιπροσώπου

Τα χρηματικά ποσά σε λογαριασμούς των οποίων, σύμφωνα με τα στοιχεία που τηρεί η τράπεζα στην οποία τηρείται ο λογαριασμός, ο οφειλέτης δεν αποτελεί τον μοναδικό δικαιούχο υπόκεινται, σύμφωνα με τη γερμανική εθνική νομοθεσία περί κατάσχεσης, σε κατάσχεση χωρίς να θίγονται τα δικαιώματα των λοιπών δικαιούχων του λογαριασμού.

Τα χρηματικά ποσά σε λογαριασμούς του οφειλέτη τους οποίους μπορεί να διαχειρίζεται τρίτος για λογαριασμό του οφειλέτη υπόκεινται, σύμφωνα με τη γερμανική εθνική νομοθεσία περί κατάσχεσης, σε κατάσχεση σε βάρος του οφειλέτη.

Τα χρηματικά ποσά σε λογαριασμούς τρίτου τους οποίους μπορεί να διαχειρίζεται ο οφειλέτης για λογαριασμό του τρίτου δεν υπόκεινται, σύμφωνα με τη γερμανική εθνική νομοθεσία, σε κατάσχεση σε βάρος του οφειλέτη.

Άρθρο 50 παράγραφος 1 στοιχείο η) – Εφαρμοστέοι κανόνες όσον αφορά τα ποσά που εξαιρούνται από την κατάσχεση

Οι γερμανικοί εθνικοί κανόνες για τα ποσά που εξαιρούνται από την κατάσχεση περιλαμβάνονται στα άρθρα 850k και 850lPDF(117 Kb)el του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (Zivilprozessordnung — ZPO).

Τα ποσά τα οποία αφορά το άρθρο 850k παράγραφος 1 πρώτη περίοδος σύμφωνα με το άρθρο 850c παράγραφος 1 πρώτη περίοδος, σε συνδυασμό με το άρθρο 850c παράγραφος 2α του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας προκύπτουν επί του παρόντος από την ανακοίνωση για τα όρια του ακατάσχετου, της 27ης Απριλίου 2015, η οποία επισυνάπτεται ως παράρτημαPDF(114 Kb)de στο παρόν πληροφοριακό έντυπο και στην οποία γίνεται συναφώς παραπομπή.

Άρθρο 50 παράγραφος 1 στοιχείο θ) – Τέλη, αν χρεώνονται από τις τράπεζες, για την εκτέλεση ισοδύναμων εθνικών διαταγών ή για την παροχή στοιχείων λογαριασμού και πληροφοριών ως προς το ποιο μέρος υποχρεούται να καταβάλλει τα εν λόγω τέλη

Σύμφωνα με το γερμανικό εθνικό δίκαιο, οι τράπεζες δεν δικαιούνται να χρεώνουν τέλη για την εκτέλεση ισοδύναμων εθνικών διαταγών ή την παροχή στοιχείων λογαριασμού.

Άρθρο 50 παράγραφος 1 στοιχείο ι) – Την κλίμακα τελών ή άλλους κανόνες για τον καθορισμό των τελών που χρεώνονται από οιαδήποτε αρχή ή άλλο φορέα που συμμετέχει στη διεκπεραίωση ή εκτέλεση της διαταγής δέσμευσης

Τα τέλη που χρεώνονται από το δικαστήριο για τη διεκπεραίωση ή την εκτέλεση διαταγής δέσμευσης βάσει του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 655/2014 ορίζονται στον νόμο περί δικαστικών δαπανών (Gerichtskostengesetz) και στον νόμο περί δικαστικών δαπανών σε οικογενειακές υποθέσεις (Gesetz über Gerichtskosten in Familiensachen — FamGKG). Οι εν λόγω νόμοι διατίθενται δωρεάν στις ηλεκτρονικές διευθύνσεις Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροhttp://www.gesetze-im-internet.de/bundesrecht/gkg_2004/gesamt.pdf και Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροhttp://www.gesetze-im-internet.de/bundesrecht/famgkg/gesamt.pdf.

Για μια συνοπτική παρουσίαση των τελών που χρεώνονται βάσει των παραπάνω νόμων, βλ. την απάντηση ως προς το άρθρο 50 παράγραφος 1 στοιχείο ιδ).

Τα έξοδα που χρεώνουν οι δικαστικοί επιμελητές σε σχέση με τη διεκπεραίωση ή την εκτέλεση διαταγής δέσμευσης βάσει του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 655/2014 ορίζονται στον νόμο περί δικαστικών επιμελητών (Gerichtsvollzieherkostengesetz — GvKostG). Ο εν λόγω νόμος διατίθεται δωρεάν στην ηλεκτρονική διεύθυνση Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροhttp://www.gesetze-im-internet.de/bundesrecht/gvkostg/gesamt.pdf.

Για την επίδοση στην τράπεζα ευρωπαϊκής διαταγής δέσμευσης λογαριασμού που έχει εκδοθεί στη Γερμανία, αν πρόκειται να επιδοθεί από δικαστικό επιμελητή στη Γερμανία, χρεώνονται έξοδα. Αν ο δικαστικός επιμελητής επιδώσει τη διαταγή δέσμευσης προσωπικά, επιβάλλεται τέλος ύψους 10 EUR, σύμφωνα με το στοιχείο 100 του πίνακα τελών του νόμου περί δικαστικών επιμελητών (Kostenverzeichnis zum Gerichtsvollzieherkostengesetz — KV GvKostG), καθώς και έξοδα μετακίνησης με βάση την απόσταση που διένυσε ο δικαστικός επιμελητής: 3,25 EUR για αποστάσεις έως 10 χλμ., 6,50 EUR για αποστάσεις από 10 χλμ. έως 20 χλμ., 9,75 EUR για αποστάσεις από 20 χλμ. έως 30 χλμ., 13 EUR για αποστάσεις από 30 χλμ. έως 40 χλμ. και 16,25 EUR για αποστάσεις άνω των 40 χλμ. (σύμφωνα με το στοιχείο 711 του KV GvKostG). Αν ο δικαστικός επιμελητής πραγματοποιήσει την επίδοση με άλλα μέσα, επιβάλλεται τέλος ύψους 3,00 EUR (σύμφωνα με το στοιχείο 101 του KV GvKostG). Για τις επιδόσεις με αποδεικτικό επίδοσης χρεώνεται το σύνολο των ταχυδρομικών τελών (σύμφωνα με το στοιχείο 701 του KV GvKostG). Σε όλα τα τέλη προστίθεται ένα εφάπαξ ποσό ανά εντολή για την κάλυψη των λοιπών δαπανών σε μετρητά, το οποίο αντιστοιχεί στο 20 % των καταβλητέων τελών, αλλά το οποίο δεν υπολείπεται των 3,00 EUR και δεν υπερβαίνει τα 10,00 EUR (σύμφωνα με το στοιχείο 716 του KV GvKostG).

Το ίδιο εφαρμόζεται αναλογικά στις περιπτώσεις που το δικαστήριο που εξέδωσε τη διαταγή δέσμευσης λογαριασμού στη Γερμανία αναθέτει σε δικαστικό επιμελητή την επίδοση της διαταγής στον οφειλέτη κατόπιν αιτήματος του δανειστή.

Για τις ενέργειες της αρχής πληροφόρησης σύμφωνα με το άρθρο 14 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 655/2014 δεν επιβάλλονται τέλη, υπό την επιφύλαξη της αναφερόμενης στην απάντηση σχετικά με το άρθρο 50 παράγραφος 1 στοιχείο ιδ) προσαύξησης των δικαστικών τελών που χρεώνονται στις διαδικασίες έκδοσης διαταγής δέσμευσης κατά το άρθρο 5 στοιχείο β) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 655/2014.

Άρθρο 50 παράγραφος 1 στοιχείο ια) – Κατάταξη, ενδεχομένως, ισοδύναμων εθνικών διαταγών

Η κατάταξη των κατασχέσεων λογαριασμών με βάση αποφάσεις του εθνικού δικαίου που είναι ισοδύναμες με τις αποφάσεις που εκδίδονται βάσει του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 655/2014 καθορίζεται ανάλογα με την ημερομηνία επίδοσης στην τράπεζα, με τις προηγούμενες κατασχέσεις να προηγούνται των μεταγενέστερων.

Άρθρο 50 παράγραφος 1 στοιχείο ιβ) – Δικαστήρια ή αρχή εκτέλεσης που έχει αρμοδιότητα επί προσφυγής

Για την εκδίκαση των ένδικων βοηθημάτων του άρθρου 33 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 655/2014, αρμόδια είναι τα παρακάτω δικαστήριαPDF(233 Kb)de.

Τα ειρηνοδικεία (Amtsgerichte), τα πρωτοδικεία (Landgerichte), τα εφετεία (Oberlandesgerichte), τα εργατοδικεία (Arbeitsgerichte), και τα δευτεροβάθμια εργατοδικεία (Landesarbeitsgerichte).

Για την εκδίκαση των ένδικων βοηθημάτων του άρθρου 34 παράγραφος 1 ή 2 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 655/2014, αρμόδια είναι τα παρακάτω δικαστήριαPDF(194 Kb)de.

Τα ειρηνοδικεία (Amtsgerichte).

Για τα ένδικα βοηθήματα του άρθρου 33 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 655/2014 αρμόδιο είναι το δικαστήριο που εξέδωσε τη διαταγή δέσμευσης.

Για τα ένδικα βοηθήματα του οφειλέτη κατά το άρθρο 34 παράγραφος 1 ή 2 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 655/2014, αρμόδιο είναι το κατά τις γενικές διατάξεις αρμόδιο ειρηνοδικείο, ως δικαστήριο της εκτέλεσης.

Άρθρο 50 παράγραφος 1 στοιχείο ιγ) – Δικαστήρια στα οποία πρέπει να ασκείται το ένδικο μέσο και τυχόν προθεσμία άσκησής του

Για την εκδίκαση των ένδικων μέσων του άρθρου 37 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 655/2014, αρμόδια είναι τα παρακάτω δικαστήριαPDF(233 Kb)de.

Τα ειρηνοδικεία (Amtsgerichte), τα πρωτοδικεία (Landgerichte), τα εφετεία (Oberlandesgerichte), τα εργατοδικεία (Arbeitsgerichte) και τα δευτεροβάθμια εργατοδικεία (Landesarbeitsgerichte).

Το ένδικο μέσο του άρθρου 37 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 655/2014 κατά απόφασης επί ένδικου βοηθήματος μπορεί να ασκηθεί ενώπιον του δικαστηρίου που εξέδωσε την απόφαση επί του ένδικου βοηθήματος ή, αν η απόφαση επί του ένδικου βοηθήματος εκδόθηκε από δικαστήριο πρώτου βαθμού, ενώπιον των ανώτερου αυτού δευτεροβάθμιου δικαστηρίου.

Το ένδικο μέσο πρέπει να ασκηθεί μέσα σε προθεσμία ενός μήνα.

Η προθεσμία αρχίζει να τρέχει από την ημερομηνία επίδοσης της απόφασης κατά της οποίας θα στραφεί το ένδικο μέσο στο οικείο πρόσωπο.

Άρθρο 50 παράγραφος 1 στοιχείο ιδ) – Δικαστικά έξοδα

Στις διαδικασίες κατά το άρθρο 5 στοιχείο α) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 655/2014:

Το ποσό του τέλους ορίζεται με βάση την εκάστοτε αξία της διαφοράς και τον οικείο συντελεστή τελών, με τη μέθοδο υπολογισμού που ορίζεται στο άρθρο 34 του νόμου περί δικαστικών δαπανών (GKG) ή το άρθρο 28 του νόμου περί δικαστικών δαπανών στις οικογενειακές υποθέσεις (FamGKG).

α) Στη διαδικασία έκδοσης ευρωπαϊκής διαταγής δέσμευσης κατά το άρθρο 5 στοιχείο α) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 655/2014, σύμφωνα με το στοιχείο 1410 του πίνακα τελών του νόμου περί δικαστικών δαπανών (Kostenverzeichnis zum Gerichtskostengesetz — KV GKG), εφαρμόζεται κατά κανόνα συντελεστής τελών 1,5. Σε ορισμένες υποθέσεις, στις οποίες η διεκπεραίωση της διαδικασίας είναι απλούστερη για το δικαστήριο, εφαρμόζεται μειωμένος συντελεστής τελών, ύψους 1,0 (στοιχείο 1411 του KV GKG). Αν εκδοθεί διαταγή σύμφωνα με το άρθρο 91a ή το άρθρο 269 παράγραφος 3 τρίτη περίοδος του ZPO, ο συντελεστής τελών αυξάνεται κατ’ αρχήν στο 3,0 (στοιχείο 1412 του KV GKG).

Τα τέλη της διαδικασίας καλύπτουν επίσης την άσκηση από τον οφειλέτη ένδικου βοηθήματος του άρθρου 33 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 655/2014 για την ανάκληση ή τη μεταρρύθμιση της ευρωπαϊκής διαταγής δέσμευσης. Για τις επιδόσεις με αποδεικτικό επίδοσης, με συστημένη επιστολή με απόδειξη παραλαβής ή μέσω δικαστικού υπαλλήλου, επιβάλλεται τέλος 3,50 EUR αν στον ίδιο βαθμό δικαιοδοσίας περιλαμβάνονται περισσότερες από 10 επιδόσεις ή αν η επίδοση πραγματοποιείται κατ’ αίτηση του δανειστή [στοιχείο 9002 του πίνακα τελών του νόμου περί δικαστικών επιμελητών (Kostenverzeichnis zum Gerichtsvollzieherkostengesetz — KV GvKostG)].

Στη διαδικασία προσφυγής εφαρμόζεται συντελεστής τελών ύψους 1,5 (στοιχείο 1430 του KV GKG). Αν η συνολική διαδικασία τερματιστεί με παραίτηση από την προσφυγή, ο συντελεστής τελών μειώνεται στο 1,0 (στοιχείο 1431 του KV GKG).

Η αξία της διαφοράς ορίζεται εκάστοτε από το δικαστήριο κατά τη διακριτική του ευχέρεια (άρθρο 53 του GKG σε συνδυασμό με το άρθρο 3 του ZPO).

Το τέλος είναι πληρωτέο με την άσκηση της αίτησης έκδοσης ευρωπαϊκής διαταγής δέσμευσης ή της προσφυγής ενώπιον του δικαστηρίου (άρθρο 6 του GKG).

Αν στον πρώτο βαθμό της υπόθεσης επιληφθεί ειρηνοδικείο (Amtsgericht) ως οικογενειακό δικαστήριο, εφαρμόζεται γενικά συντελεστής τελών ύψους 1,5, σύμφωνα με το στοιχείο 1420 του πίνακα τελών του νόμου περί δικαστικών δαπανών στις οικογενειακές υποθέσεις (Kostenverzeichnis zum Gesetz über Gerichtskosten in Familiensachen — KV FamGKG). Αν η συνολική διαδικασία τερματιστεί χωρίς την έκδοση οριστικής απόφασης, ο συντελεστής τελών μειώνεται στο 0,5 (στοιχείο 1421 του KV GKG).

Τα τέλη της διαδικασίας καλύπτουν επίσης την άσκηση από τον οφειλέτη ένδικου βοηθήματος του άρθρου 33 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 655/2014 για την ανάκληση ή τη μεταρρύθμιση της ευρωπαϊκής διαταγής δέσμευσης. Για τις επιδόσεις με αποδεικτικό επίδοσης, με συστημένη επιστολή με απόδειξη παραλαβής ή μέσω δικαστικού υπαλλήλου, επιβάλλεται τέλος 3,50 EUR αν στον ίδιο βαθμό δικαιοδοσίας περιλαμβάνονται περισσότερες από 10 επιδόσεις ή αν η επίδοση πραγματοποιείται κατ’ αίτηση του δανειστή (στοιχείο 2002 του KV FamGKG).

Στη διαδικασία προσφυγής εφαρμόζεται συντελεστής τελών ύψους 2,0 (στοιχείο 1422 του KV GKG). Αν η συνολική διαδικασία τερματιστεί με παραίτηση από την προσφυγή πριν κατατεθεί στο δικαστήριο το δικόγραφο των λόγων της προσφυγής, ο συντελεστής τελών μειώνεται στο 0,5 (στοιχείο 1423 του KV FamGKG). Στις άλλες περιπτώσεις περάτωσης της διαδικασίας χωρίς την έκδοση οριστικής απόφασης, ο συντελεστής τελών είναι 1,0 (στοιχείο 1424 του KV FamGKG).

Η αξία της διαφοράς καθορίζεται εκάστοτε κατά δίκαιη κρίση (άρθρο 42 παράγραφος 1 του FamGKG).

Το τέλος καθίσταται πληρωτέο κατά την έκδοση άνευ αιρέσεων απόφασης για τα δικαστικά έξοδα ή τον τερματισμό της διαδικασίας με άλλον τρόπο (άρθρο 11 του FamGKG).

Αν στον πρώτο βαθμό της υπόθεσης επιληφθεί εργατοδικείο (Arbeitsgericht), εφαρμόζεται συντελεστής τελών 0,4 (στοιχείο 8310 του KV GKG). Αν εκδοθεί διαταγή σύμφωνα με το άρθρο 91a ή το άρθρο 269 παράγραφος 3 τρίτη περίοδος του ZPO, ο συντελεστής τελών αυξάνεται κατ’ αρχήν στο 2.0 (στοιχείο 8311 του KV GKG).

Τα τέλη της διαδικασίας καλύπτουν επίσης την άσκηση από τον οφειλέτη ένδικου βοηθήματος του άρθρου 33 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 655/2014 για την ανάκληση ή τη μεταρρύθμιση της ευρωπαϊκής διαταγής δέσμευσης. Για τις επιδόσεις με αποδεικτικό επίδοσης, με συστημένη επιστολή με απόδειξη παραλαβής ή μέσω δικαστικού υπαλλήλου, επιβάλλεται τέλος 3,50 EUR αν στον ίδιο βαθμό δικαιοδοσίας περιλαμβάνονται περισσότερες από 10 επιδόσεις ή αν η επίδοση πραγματοποιείται κατ’ αίτηση του δανειστή (στοιχείο 9002 του KV GKG).

Στη διαδικασία προσφυγής εφαρμόζεται συντελεστής τελών ύψους 1,2 (στοιχείο 8330 του KV GKG). Αν η συνολική διαδικασία τερματιστεί με παραίτηση από την προσφυγή, ο συντελεστής τελών μειώνεται στο 0,8 (στοιχείο 8331 του KV GKG).

Η αξία της διαφοράς καθορίζεται εκάστοτε από το δικαστήριο κατά τη διακριτική του ευχέρεια (άρθρο 53 του GKG σε συνδυασμό με το άρθρο 3 του ZPO).

Το τέλος καθίσταται πληρωτέο κατά την έκδοση άνευ αιρέσεων απόφασης για τα δικαστικά έξοδα ή τον τερματισμό της διαδικασίας με άλλον τρόπο (άρθρο 9 του GKG).

Στις διαδικασίες κατά το άρθρο 5 στοιχείο β) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 655/2014, καθώς και σε όλες τις διαδικασίες που αφορούν αιτήσεις για τον περιορισμό ή την παύση της εκτέλεσης διαταγής δέσμευσης:

Στη διαδικασία έκδοσης ευρωπαϊκής διαταγής δέσμευσης κατά το άρθρο 5 στοιχείο β) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 655/2014 επιβάλλεται τέλος 20 EUR (στοιχείο 2111 του KV GKG). Αν, στο πλαίσιο της διαδικασίας, υποβληθεί αίτηση για τη λήψη στοιχείων λογαριασμού, το τέλος αυξάνεται στο ποσό των 33 EUR (στοιχείο 2122 του KV GKG).

Τα τέλη της διαδικασίας καλύπτουν επίσης την άσκηση από τον οφειλέτη ένδικου βοηθήματος του άρθρου 33 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 655/2014 για την ανάκληση ή τη μεταρρύθμιση της ευρωπαϊκής διαταγής δέσμευσης.

Για τις αιτήσεις περιορισμού ή παύσης της εκτέλεσης επιβάλλεται τέλος 30 EUR (στοιχείο 2119 του KV GKG).

Για τις προσφυγές που απορρίπτονται ως απαράδεκτες ή ως αβάσιμες επιβάλλεται τέλος 30 EUR (στοιχείο 2121 του KV GKG). Αν η προσφυγή απορριφθεί ως απαράδεκτη ή ως αβάσιμη μόνο εν μέρει, το δικαστήριο μπορεί, κατά δίκαιη κρίση, να μειώσει το τέλος στο μισό ή να αποφασίσει να μην το επιβάλει.

Το τέλος είναι πληρωτέο με την άσκηση της αίτησης έκδοσης ευρωπαϊκής διαταγής δέσμευσης, της αίτησης παύσης ή περιορισμού της εκτέλεσης, ή της προσφυγής (άρθρο 6 του GKG).

Άρθρο 50 παράγραφος 1 στοιχείο ιε) – Γλώσσες που γίνονται δεκτές για τη μετάφραση των εγγράφων

Για τα έγγραφα που απευθύνονται σε δικαστήριο ή αρμόδια αρχή σύμφωνα με τον κανονισμό αριθ. 655/2014 δεκτή γίνεται μόνο η γερμανική γλώσσα.

Τελευταία επικαιροποίηση: 28/06/2021

Την έκδοση αυτής της σελίδας στην εθνική γλώσσα διαχειρίζεται το εκάστοτε κράτος μέλος. Οι μεταφράσεις έχουν γίνει από την αρμόδια υπηρεσία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Οι τυχόν αλλαγές που επιφέρει η αρμόδια εθνική αρχή στο πρωτότυπο ενδέχεται να μην έχουν περιληφθεί ακόμα στις μεταφράσεις. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή δεν αναλαμβάνει καμία ευθύνη όσον αφορά τις πληροφορίες ή τα στοιχεία που περιλαμβάνονται ή για τα οποία γίνεται λόγος στο παρόν έγγραφο. Βλ. την ανακοίνωση νομικού περιεχομένου για τους κανόνες πνευματικής ιδιοκτησίας που ισχύουν στο κράτος μέλος που είναι αρμόδιο για την παρούσα σελίδα.

Ευρωπαϊκή Διαταγή Δέσμευσης Λογαριασμού - Ιρλανδία

Άρθρο 50 παράγραφος 1 στοιχείο α) – Δικαστήρια που έχουν οριστεί ως αρμόδια για την έκδοση διαταγής δέσμευσης

Άρθρο 50 παράγραφος 1 στοιχείο α) — Ονόματα και στοιχεία επικοινωνίας των δικαστηρίων που έχουν οριστεί αρμόδια για την έκδοση ευρωπαϊκής διαταγής δέσμευσης λογαριασμού (άρθρο 6 παράγραφος 4).

Η έννοια του δημόσιου εγγράφου δεν είναι γνωστή στο ιρλανδικό δίκαιο και, ως εκ τούτου, η διάταξη αυτή δεν εφαρμόζεται στην Ιρλανδία.

Άρθρο 50 παράγραφος 1 στοιχείο β) – Αρχή που έχει οριστεί ως αρμόδια για τη λήψη των στοιχείων λογαριασμού

Στην Ιρλανδία

Υπουργός Δικαιοσύνης και Ισότητας,

Bishop’s Square,

Redmond’s Hill,

Dublin 2,

Ιρλανδία

Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροEAPOIA@justice.ie

Άρθρο 50 παράγραφος 1 στοιχείο γ) – Μέθοδοι για τη λήψη των στοιχείων λογαριασμού

Στην Ιρλανδία εφαρμόζεται το άρθρο 14 παράγραφος 5 στοιχείο α), δηλαδή προβλέπεται υποχρέωση όλων των τραπεζών της Ιρλανδίας να γνωστοποιούν, κατόπιν αιτήματος της αρχής πληροφόρησης, αν ο οφειλέτης τηρεί λογαριασμό σ’ αυτές.

Άρθρο 50 παράγραφος 1 στοιχείο δ) – Δικαστήρια στα οποία ασκείται το ένδικο μέσο κατά της άρνησης έκδοσης της ευρωπαϊκής διαταγής δέσμευσης

Στην Ιρλανδία

  • όταν η αρμοδιότητα για την έκδοση διαταγής δέσμευσης ανήκει στο περιφερειακό δικαστήριο (District Court), στον δικαστή του κομητειακού δικαστηρίου (Circuit Court) στην κομητεία του οποίου εκδόθηκε η διαταγή δέσμευσης
  • όταν η αρμοδιότητα για την έκδοση διαταγής δέσμευσης ανήκει στο κομητειακό δικαστήριο, στο Ανώτερο Δικαστήριο (High Court)
  • όταν η αρμοδιότητα για την έκδοση διαταγής δέσμευσης ανήκει στο Ανώτερο Δικαστήριο, στο Εφετείο (Court of Appeal). [Επισημαίνεται, ωστόσο, ότι, σύμφωνα με τις διατάξεις του ιρλανδικού Συντάγματος, το Ανώτατο Δικαστήριο (Supreme Court) έχει την αρμοδιότητα να εκδικάσει ένδικο μέσο κατά απόφασης του Ανώτερου Δικαστηρίου όταν κρίνει ότι συντρέχουν εξαιρετικές περιστάσεις που συνηγορούν υπέρ της άσκησης του ένδικου μέσου απευθείας ενώπιον του ιδίου. Προϋπόθεση για να λάβει το Ανώτατο Δικαστήριο τέτοια απόφαση είναι να αφορά η προσβαλλόμενη απόφαση ζήτημα γενικού ενδιαφέροντος και/ή να επιβάλλει τέτοια απόφαση το συμφέρον της δικαιοσύνης.]

Άρθρο 50 παράγραφος 1 στοιχείο ε) – Αρχή που έχει οριστεί ως αρμόδια για την παραλαβή, διαβίβαση και επίδοση ή κοινοποίηση της διαταγής δέσμευσης και άλλων εγγράφων

Στην Ιρλανδία

Υπουργός Δικαιοσύνης και Ισότητας,

Bishop’s Square,

Redmond’s Hill,

Dublin 2,

Ιρλανδία

Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροEAPOCA@justice.ie

Άρθρο 50 παράγραφος 1 στοιχείο στ) – Αρμόδια για την εκτέλεση της διαταγής δέσμευσης αρχή

Στην Ιρλανδία

Υπουργός Δικαιοσύνης και Ισότητας,

Bishop’s Square,

Redmond’s Hill,

Dublin 2,

Ιρλανδία

Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροEAPOCA@justice.ie

Άρθρο 50 παράγραφος 1 στοιχείο ζ) – Βαθμός στον οποίο επιτρέπεται η δέσμευση κοινών λογαριασμών και λογαριασμών αντιπροσώπου

Ο βαθμός στον οποίο το ιρλανδικό δίκαιο επιτρέπει τη δέσμευση κοινών λογαριασμών και λογαριασμών αντιπροσώπου εξαρτάται από τις περιστάσεις της εκάστοτε υπόθεσης. Όσον αφορά τους κοινούς λογαριασμούς, ο γενικός κανόνας είναι ότι η έκδοση σε βάρος ενός μόνο καθ’ ου διαταγής δέσμευσης (της λεγόμενης διαταγής τύπου «Mareva») δεν πρέπει να εμποδίζει συνδικαιούχο να προβεί σε αναλήψεις από τον τραπεζικό λογαριασμό, εκτός αν αυτό προβλέπεται ειδικά στη διαταγή.

Όσον αφορά τους λογαριασμούς αντιπροσώπου, όταν τρίτος διατηρεί για λογαριασμό του καθ’ ου περιουσιακά στοιχεία σε λογαριασμό αντιπροσώπου, τα εν λόγω περιουσιακά στοιχεία υπόκεινται σε δέσμευση βάσει διαταγής τύπου «Mareva» που έχει εκδοθεί σε βάρος του καθ’ ου, διότι ο καθ’ ου αποτελεί τον πραγματικό δικαιούχο ή κύριο των εν λόγω περιουσιακών στοιχείων.

Δικαιούχος κοινού λογαριασμού ή λογαριασμού αντιπροσώπου του οποίου ο λογαριασμός έχει δεσμευτεί βάσει τέτοιας διαταγής μπορεί να προσφύγει στο αρμόδιο δικαστήριο και να ζητήσει την τροποποίηση των όρων της διαταγής.

Άρθρο 50 παράγραφος 1 στοιχείο η) – Εφαρμοστέοι κανόνες όσον αφορά τα ποσά που εξαιρούνται από την κατάσχεση

Στην περίπτωση ισοδύναμης εθνικής διαδικασίας, το δικαστήριο καθορίζει το ποσό που παραμένει στη διάθεση του οφειλέτη κατά περίπτωση, λαμβάνοντας υπόψη τις περιστάσεις του οικείου διαδίκου.  Η σχετική αίτηση υποβάλλεται από τον οφειλέτη και δεν υπάρχουν κανόνες που να ορίζουν το ποσό που μπορεί να παραμείνει στη διάθεση του οφειλέτη.

Άρθρο 50 παράγραφος 1 στοιχείο θ) – Τέλη, αν χρεώνονται από τις τράπεζες, για την εκτέλεση ισοδύναμων εθνικών διαταγών ή για την παροχή στοιχείων λογαριασμού και πληροφοριών ως προς το ποιο μέρος υποχρεούται να καταβάλλει τα εν λόγω τέλη

Οι τράπεζες δεν χρεώνουν τέλη για την εκτέλεση δικαστικών διαταγών στην περίπτωση ισοδύναμων εθνικών διαδικασιών.  Όσον αφορά την περίπτωση που ζητηθεί η παροχή στοιχείων λογαριασμού, δεν υπάρχει κανόνας που να απαγορεύει στις τράπεζες να χρεώνουν τέλη για την παροχή των εν λόγω στοιχείων.  Κατά γενική αρχή, ο δανειστής θα υποχρεούται να καταβάλει τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκε η τράπεζα, αν και εν τέλει μπορεί να καταδικαστεί ο οφειλέτης να καταβάλει τα έξοδα αυτά.

Άρθρο 50 παράγραφος 1 στοιχείο ι) – Την κλίμακα τελών ή άλλους κανόνες για τον καθορισμό των τελών που χρεώνονται από οιαδήποτε αρχή ή άλλο φορέα που συμμετέχει στη διεκπεραίωση ή εκτέλεση της διαταγής δέσμευσης

Δεν προβλέπεται η χρέωση διοικητικών τελών από τις αρχές πληροφόρησης και τις αρμόδιες αρχές.  Ωστόσο, για την άμεση επίδοση ή κοινοποίηση εγγράφων επιβάλλεται χρέωση περίπου 100 έως 200 ευρώ, ανάλογα με τον βαθμό δυσκολίας της επίδοσης ή κοινοποίησης του εγγράφου.

Σημείωση:  η άμεση επίδοση ή κοινοποίηση εγγράφων θα πραγματοποιηθεί εν προκειμένω από εταιρεία του ιδιωτικού τομέα και δεν διατίθεται κλίμακα τελών.

Άρθρο 50 παράγραφος 1 στοιχείο ια) – Κατάταξη, ενδεχομένως, ισοδύναμων εθνικών διαταγών

Στο ιρλανδικό δίκαιο δεν προβλέπεται κατάταξη των ισοδύναμων διαταγών, όπως των διαταγών τύπου «Mareva», καθώς ο δανειστής δεν αποκτά περιουσιακό δικαίωμα επί του οικείου περιουσιακού στοιχείου.

Άρθρο 50 παράγραφος 1 στοιχείο ιβ) – Δικαστήρια ή αρχή εκτέλεσης που έχει αρμοδιότητα επί προσφυγής

Στην Ιρλανδία

όσον αφορά το άρθρο 33 παράγραφος 1, το δικαστήριο που έχει αρμοδιότητα επί προσφυγής είναι το δικαστήριο που εξέδωσε τη διαταγή δέσμευσης, το οποίο, ανάλογα με τις περιστάσεις, μπορεί να είναι περιφερειακό δικαστήριο, κομητειακό δικαστήριο ή το Ανώτερο Δικαστήριο*

όσον αφορά το άρθρο 34 παράγραφος 1 και το άρθρο 34 παράγραφος 2, το δικαστήριο που έχει αρμοδιότητα επί προσφυγής είναι

  • αν η ευρωπαϊκή διαταγή δέσμευσης λογαριασμού εκδόθηκε από εθνικό δικαστήριο, το δικαστήριο που εξέδωσε τη διαταγή δέσμευσης
  • αν η ευρωπαϊκή διαταγή δέσμευσης λογαριασμού εκδόθηκε σε άλλο κράτος μέλος, το Ανώτερο Δικαστήριο*.

*The High Court,

Four Courts,

Dublin 7.

Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροHighCourtCentralOffice@courts.ie

Άρθρο 50 παράγραφος 1 στοιχείο ιγ) – Δικαστήρια στα οποία πρέπει να ασκείται το ένδικο μέσο και τυχόν προθεσμία άσκησής του

Στην Ιρλανδία ένδικο μέσο κατά απόφασης που εκδόθηκε βάσει των άρθρων 33, 34 ή 35 μπορεί να ασκηθεί ως εξής:

  • αν η απόφαση έχει εκδοθεί από το περιφερειακό δικαστήριο, μπορεί να ασκηθεί ένδικο μέσο ενώπιον του δικαστή του κομητειακού δικαστηρίου στην κομητεία του οποίου εκδόθηκε η διαταγή δέσμευσης, εντός δεκατεσσάρων ημερών από την ημέρα έκδοσης της προσβαλλόμενης απόφασης (μόνο για τις περιπτώσεις του άρθρου 35 παράγραφος 1 και του άρθρου 35 παράγραφος 3) Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροhttp://www.courts.ie/rules.nsf/0/e7bc3303e9b0464a80256d2b0046a095?OpenDocument
  • αν η απόφαση έχει εκδοθεί από το κομητειακό δικαστήριο, μπορεί να ασκηθεί ένδικο μέσο ενώπιον του Ανώτερου Δικαστηρίου, εντός δέκα ημερών από την ημέρα δημοσίευσης σε δημόσια συνεδρίαση της προσβαλλόμενης απόφασης ή διαταγής (μόνο για τις περιπτώσεις του άρθρου 35 παράγραφος 1 και του άρθρου 35 παράγραφος 3) Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροhttp://www.courts.ie/rules.nsf/d7ed4ce54d2bd0c680256e5400502ec7/d5629e64d4c7cae680256d2b0046b3ae?OpenDocument
  • αν η απόφαση έχει εκδοθεί από το Ανώτερο Δικαστήριο, μπορεί να ασκηθεί ένδικο μέσο ενώπιον του Εφετείου, εντός 28 ημερών από την ημερομηνία επικύρωσης της διαταγής δέσμευσης. [Επισημαίνεται, ωστόσο, ότι, σύμφωνα με τις διατάξεις του ιρλανδικού Συντάγματος, το Ανώτατο Δικαστήριο (Supreme Court) έχει την αρμοδιότητα να εκδικάσει ένδικο μέσο κατά απόφασης του Ανώτερου Δικαστηρίου όταν κρίνει ότι συντρέχουν εξαιρετικές περιστάσεις που συνηγορούν υπέρ της άσκησης του ένδικου μέσου απευθείας ενώπιον του ιδίου.  Προϋπόθεση για να λάβει το Ανώτατο Δικαστήριο τέτοια απόφαση είναι να αφορά η προσβαλλόμενη απόφαση ζήτημα γενικού ενδιαφέροντος και/ή να επιβάλλει τέτοια απόφαση το συμφέρον της δικαιοσύνης.] Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροhttp://www.courts.ie/rules.nsf/8652fb610b0b37a980256db700399507/6805f0acd71dd40f80256f900064bdeb?OpenDocument

Άρθρο 50 παράγραφος 1 στοιχείο ιδ) – Δικαστικά έξοδα

Ανάλογα με τις περιστάσεις της υπόθεσης, τα δικαστικά έξοδα στις διαδικασίες για την έκδοση διαταγής δέσμευσης ή για την άσκηση προσφυγής κατά διαταγής δέσμευσης μπορεί να κυμανθούν μεταξύ 80 και 200 ευρώ περίπου. Σχετικές πληροφορίες παρέχονται στις ακόλουθες ηλεκτρονικές διευθύνσεις:

Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροhttp://www.irishstatutebook.ie/eli/2014/si/491/ (SI 491/2014)

Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροhttp://www.irishstatutebook.ie/eli/2014/si/492/ (SI 492/2014)

Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροhttp://www.irishstatutebook.ie/eli/2014/si/22/ (SI 22/2014)

Άρθρο 50 παράγραφος 1 στοιχείο ιε) – Γλώσσες που γίνονται δεκτές για τη μετάφραση των εγγράφων

Καμία (η Ιρλανδία αποδέχεται μόνο την ιρλανδική και την αγγλική γλώσσα).

Τελευταία επικαιροποίηση: 28/06/2021

Την έκδοση αυτής της σελίδας στην εθνική γλώσσα διαχειρίζεται το εκάστοτε κράτος μέλος. Οι μεταφράσεις έχουν γίνει από την αρμόδια υπηρεσία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Οι τυχόν αλλαγές που επιφέρει η αρμόδια εθνική αρχή στο πρωτότυπο ενδέχεται να μην έχουν περιληφθεί ακόμα στις μεταφράσεις. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή δεν αναλαμβάνει καμία ευθύνη όσον αφορά τις πληροφορίες ή τα στοιχεία που περιλαμβάνονται ή για τα οποία γίνεται λόγος στο παρόν έγγραφο. Βλ. την ανακοίνωση νομικού περιεχομένου για τους κανόνες πνευματικής ιδιοκτησίας που ισχύουν στο κράτος μέλος που είναι αρμόδιο για την παρούσα σελίδα.

Ευρωπαϊκή Διαταγή Δέσμευσης Λογαριασμού - Ελλάδα

Άρθρο 50 παράγραφος 1 στοιχείο α) – Δικαστήρια που έχουν οριστεί ως αρμόδια για την έκδοση διαταγής δέσμευσης

Ειρηνοδικεία και Πρωτοδικεία.

Άρθρο 50 παράγραφος 1 στοιχείο β) – Αρχή που έχει οριστεί ως αρμόδια για τη λήψη των στοιχείων λογαριασμού

Το Σύστημα Μητρώων Τραπεζικών Λογαριασμών και Λογαριασμών Πληρωμών του Υπουργείου Οικονομικών.

Γενική Γραμματεία Πληροφοριακών Συστημάτων, Υπουργείο Οικονομικών, e-mail: Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροgen-gramm@gsis.gr, τηλ. 0030-210 4802000, 0030-210 4803284, 0030-210 4803267.

Άρθρο 50 παράγραφος 1 στοιχείο γ) – Μέθοδοι για τη λήψη των στοιχείων λογαριασμού

Το Σύστημα Μητρώων Τραπεζικών Λογαριασμών και Λογαριασμών Πληρωμών του Υπουργείου Οικονομικών δημιουργήθηκε με σκοπό τη διαβίβαση αιτημάτων παροχής πληροφοριών από Αρχές, Υπηρεσίες, Φορείς του Δημοσίου και λοιπούς φορείς προς τα Πιστωτικά Ιδρύματα. Τα αιτήματα αυτά αποστέλλονται ηλεκτρονικά μέσω ασφαλούς τρίτης οντότητας (ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ) στα Πιστωτικά Ιδρύματα τα οποία, με τη χρήση του ίδιου καναλιού, στέλνουν τις απαντήσεις τους με τα στοιχεία των λογαριασμών  (άρθρο 14 (5) (α)).

Άρθρο 50 παράγραφος 1 στοιχείο δ) – Δικαστήρια στα οποία ασκείται το ένδικο μέσο κατά της άρνησης έκδοσης της ευρωπαϊκής διαταγής δέσμευσης

Αρμόδιο δικαστήριο για την άσκηση έφεσης κατά της άρνησης ειρηνοδίκη είναι το μονομελές πρωτοδικείο και κατά της άρνησης του δικαστή του μονομελούς πρωτοδικείου το εφετείο.

Άρθρο 50 παράγραφος 1 στοιχείο ε) – Αρχή που έχει οριστεί ως αρμόδια για την παραλαβή, διαβίβαση και επίδοση ή κοινοποίηση της διαταγής δέσμευσης και άλλων εγγράφων

Αρμόδια αρχή για τη διαβίβαση είναι το Πρωτοδικείο. Αρμόδιοι για την παραλαβή, επίδοση ή κοινοποίηση της διαταγής δέσμευσης και άλλων εγγράφων είναι οι δικαστικοί επιμελητές.

Άρθρο 50 παράγραφος 1 στοιχείο στ) – Αρμόδια για την εκτέλεση της διαταγής δέσμευσης αρχή

Οι δικαστικοί επιμελητές.

Άρθρο 50 παράγραφος 1 στοιχείο ζ) – Βαθμός στον οποίο επιτρέπεται η δέσμευση κοινών λογαριασμών και λογαριασμών αντιπροσώπου

Επιτρέπεται η δέσμευση μόνο κοινών λογαριασμών, όχι λογαριασμών αντιπροσώπων. Δεν υπάρχουν επιπλέον προϋποθέσεις για τη διατήρηση κοινών λογαριασμών.

Άρθρο 50 παράγραφος 1 στοιχείο η) – Εφαρμοστέοι κανόνες όσον αφορά τα ποσά που εξαιρούνται από την κατάσχεση

Το άρθρο 982 παράγραφος 2 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας προβλέπει ότι εξαιρούνται από την κατάσχεση μεταξύ άλλων απαιτήσεις διατροφής, απαιτήσεις μισθών, συντάξεων ή ασφαλιστικών παροχών κλπ. Δεν υπάρχει στο διαδίκτυο κάποιος σύνδεσμος για τον Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας. Τα ανωτέρω ποσά εξαιρούνται από την κατάσχεση χωρίς καμία αίτηση από τον οφειλέτη.

Άρθρο 50 παράγραφος 1 στοιχείο θ) – Τέλη, αν χρεώνονται από τις τράπεζες, για την εκτέλεση ισοδύναμων εθνικών διαταγών ή για την παροχή στοιχείων λογαριασμού και πληροφοριών ως προς το ποιο μέρος υποχρεούται να καταβάλλει τα εν λόγω τέλη

Δεν υφίσταται ειδική διάταξη που να ρυθμίζει το ζήτημα της χρέωσης εξόδων και τελών για τη δέσμευση ή κατάσχεση τραπεζικού λογαριασμού ή για την παροχή στοιχείων λογαριασμού, κατ’ ανάλογη εφαρμογή ωστόσο, η Ελληνική Ένωση Τραπεζών θεωρεί ότι το Πιστωτικό Ίδρυμα έχει δικαίωμα να απαιτήσει την καταβολή εξόδων, όπως ρητά ορίστηκε στα άρθρα 30Α και 30Β του Κώδικα Εισπράξεως Δημοσίων Εσόδων (ΚΕΔΕ – ΝΔ 356/1974 όπως έχει τροποποιηθεί και ισχύει).

Άρθρο 50 παράγραφος 1 στοιχείο ι) – Την κλίμακα τελών ή άλλους κανόνες για τον καθορισμό των τελών που χρεώνονται από οιαδήποτε αρχή ή άλλο φορέα που συμμετέχει στη διεκπεραίωση ή εκτέλεση της διαταγής δέσμευσης

Δεν χρεώνονται τέλη από την Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Εσόδων που συμμετέχει στη διεκπεραίωση της διαταγής δέσμευσης. Όσον αφορά δε στην εκτέλεση αυτής, καθώς πραγματοποιείται από τους δικαστικούς επιμελητές, οι τελευταίοι χρεώνουν απευθείας τον εκάστοτε εντολέα τους. Δεν υπάρχει σύνδεσμος στο διαδίκτυο σχετικά με τα τέλη των δικαστικών επιμελητών.Τα τέλη δεν χρεώνονται από το Υπουργείο Οικονομικών προκειμένου να παρέχουν πληροφορίες λογαριασμών σύμφωνα με το άρθρο 14.

Άρθρο 50 παράγραφος 1 στοιχείο ια) – Κατάταξη, ενδεχομένως, ισοδύναμων εθνικών διαταγών

Η ευρωπαϊκή διαταγή δέσμευσης λογαριασμού εξομοιώνεται με ασφαλιστικό μέτρο του εθνικού δικαίου. Δεν υπάρχει διαβάθμιση που έχει δοθεί σε ισοδύναμες εθνικές διαταγές.

Άρθρο 50 παράγραφος 1 στοιχείο ιβ) – Δικαστήρια ή αρχή εκτέλεσης που έχει αρμοδιότητα επί προσφυγής

Αρμόδιο δικαστήριο επί προσφυγής είναι αυτό που εξέδωσε την Ευρωπαϊκή Διαταγή Δέσμευσης Λογαριασμού, δηλαδή για απαίτηση της αρμοδιότητας ειρηνοδικείου ο ειρηνοδίκης και για κάθε άλλη απαίτηση ο δικαστής του μονομελούς πρωτοδικείου. Όσον αφορά τα ένδικα μέσα που αναφέρονται στο άρθρο 34 παρ. 1 και 2, για ποσά μέχρι 20.000 ευρώ το Ειρηνοδικείο είναι αρμόδιο. Για ποσά άνω των 20.000 ευρώ το Πρωτοδικείο είναι αρμόδιο.

Άρθρο 50 παράγραφος 1 στοιχείο ιγ) – Δικαστήρια στα οποία πρέπει να ασκείται το ένδικο μέσο και τυχόν προθεσμία άσκησής του

Αρμόδιο δικαστήριο για την άσκηση έφεσης κατά της απόφασης του ειρηνοδικείου είναι το μονομελές πρωτοδικείο και κατά της απόφασης του μονομελούς πρωτοδικείου το εφετείο. Η έφεση ασκείται εντός 30 ημερών από την επίδοση της απόφασης στον οφειλέτη.

Άρθρο 50 παράγραφος 1 στοιχείο ιδ) – Δικαστικά έξοδα

Τα δικαστικά έξοδα υπολογίζονται περίπου στο 4 τοις χιλίοις επί του αιτούμενου ποσού. Αυτός ο υπολογισμός ισχύει το ίδιο για την λήψη της διαταγής και για το ενδίκο μέσο κατά της διαταγής.

Άρθρο 50 παράγραφος 1 στοιχείο ιε) – Γλώσσες που γίνονται δεκτές για τη μετάφραση των εγγράφων

Δεν δεχόμαστε παρά μόνο Ελληνικά.

Τελευταία επικαιροποίηση: 01/12/2020

Την έκδοση αυτής της σελίδας στην εθνική γλώσσα διαχειρίζεται το εκάστοτε κράτος μέλος. Οι μεταφράσεις έχουν γίνει από την αρμόδια υπηρεσία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Οι τυχόν αλλαγές που επιφέρει η αρμόδια εθνική αρχή στο πρωτότυπο ενδέχεται να μην έχουν περιληφθεί ακόμα στις μεταφράσεις. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή δεν αναλαμβάνει καμία ευθύνη όσον αφορά τις πληροφορίες ή τα στοιχεία που περιλαμβάνονται ή για τα οποία γίνεται λόγος στο παρόν έγγραφο. Βλ. την ανακοίνωση νομικού περιεχομένου για τους κανόνες πνευματικής ιδιοκτησίας που ισχύουν στο κράτος μέλος που είναι αρμόδιο για την παρούσα σελίδα.

Ευρωπαϊκή Διαταγή Δέσμευσης Λογαριασμού - Ισπανία

Άρθρο 50 παράγραφος 1 στοιχείο α) – Δικαστήρια που έχουν οριστεί ως αρμόδια για την έκδοση διαταγής δέσμευσης

Τα Πρωτοδικεία (Juzgado de Primera Instancia).

Για να προσδιοριστεί το κατά τόπο αρμόδιο δικαστήριο εφαρμόζονται τα κριτήρια του άρθρου 545 παράγραφος 3 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (Ley de Enjuiciamiento Civil), τα οποία αφορούν την εκτέλεση βάσει εξώδικων εκτελεστών τίτλων.

Αρμόδιο είναι το Πρωτοδικείο που έχει κατά τόπο αρμοδιότητα σύμφωνα με τα άρθρα 50 και 51 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας. Ο δανειστής μπορεί επίσης να επιλέξει την εκτέλεση από το Πρωτοδικείο του τόπου εκπλήρωσης της υποχρέωσης, ανάλογα με τον εκτελεστό τίτλο, ή οποιουδήποτε τόπου όπου βρίσκονται περιουσιακά στοιχεία του οφειλέτη δυνάμενα να κατασχεθούν, ενώ δεν εφαρμόζονται σε καμία περίπτωση οι κανόνες σχετικά με τη ρητή ή σιωπηρή παρέκταση δικαιοδοσίας. Αν υπάρχουν πολλοί οφειλέτες, αρμόδιο είναι το δικαστήριο το οποίο, βάσει των ανωτέρω, είναι αρμόδιο για οποιονδήποτε από τους οφειλέτες και επιλέγεται από τον πιστωτή.

Όταν η εκτέλεση αφορά υποθηκευμένα ή ενεχυρασμένα περιουσιακά στοιχεία, το αρμόδιο δικαστήριο καθορίζεται σύμφωνα με το άρθρο 684 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας.

Άρθρο 50 παράγραφος 1 στοιχείο β) – Αρχή που έχει οριστεί ως αρμόδια για τη λήψη των στοιχείων λογαριασμού

Γενική Υποδιεύθυνση Διεθνούς Δικαστικής Συνεργασίας (Subdirección General de Cooperación Jurídica Internacional). Υπουργείο Δικαιοσύνης.

Στοιχεία επικοινωνίας:

Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροsgcji@mjusticia.es

Τηλέφωνο: +34 91 390 4411

Άρθρο 50 παράγραφος 1 στοιχείο γ) – Μέθοδοι για τη λήψη των στοιχείων λογαριασμού

Πρόσβαση της αρχής πληροφόρησης στα σχετικά στοιχεία τα οποία φυλάσσονται από δημόσιες ή διοικητικές αρχές σε μητρώα ή αλλού.

Άρθρο 50 παράγραφος 1 στοιχείο δ) – Δικαστήρια στα οποία ασκείται το ένδικο μέσο κατά της άρνησης έκδοσης της ευρωπαϊκής διαταγής δέσμευσης

Το ένδικο μέσο ασκείται ενώπιον του δικαστηρίου που αρνήθηκε την έκδοση της διαταγής. Αν η διαταγή έχει εκδοθεί από Πρωτοδικείο ή Εμποροδικείο, η έφεση εκδικάζεται από το περιφερειακό εφετείο. Αν η διαταγή έχει εκδοθεί από δευτεροβάθμιο δικαστήριο, το ίδιο δικαστήριο εκδικάζει την έφεση.

Άρθρο 50 παράγραφος 1 στοιχείο ε) – Αρχή που έχει οριστεί ως αρμόδια για την παραλαβή, διαβίβαση και επίδοση ή κοινοποίηση της διαταγής δέσμευσης και άλλων εγγράφων

Το δικαστήριο το οποίο, σύμφωνα με το άρθρο 50 στοιχείο στ), είναι αρμόδιο για την εκτέλεση της διαταγής.

Για τους σκοπούς του άρθρου 28 παράγραφος 3, το Πρωτοδικείο του τόπου κατοικίας του οφειλέτη.

Άρθρο 50 παράγραφος 1 στοιχείο στ) – Αρμόδια για την εκτέλεση της διαταγής δέσμευσης αρχή

Το Πρωτοδικείο του τόπου όπου τηρείται ο τραπεζικός λογαριασμός και, αν υπάρχουν λογαριασμοί σε διαφορετικούς τόπους, το Πρωτοδικείο με κατά τόπον αρμοδιότητα σε κάθε περίπτωση.

Άρθρο 50 παράγραφος 1 στοιχείο ζ) – Βαθμός στον οποίο επιτρέπεται η δέσμευση κοινών λογαριασμών και λογαριασμών αντιπροσώπου

Επιτρέπεται η δέσμευση κοινών λογαριασμών του οφειλέτη και λογαριασμών που τηρούνται από τον οφειλέτη για λογαριασμό τρίτου. Αντιθέτως, δεν επιτρέπεται η δέσμευση λογαριασμών που τηρούνται από τρίτο για λογαριασμό του οφειλέτη.

Άρθρο 50 παράγραφος 1 στοιχείο η) – Εφαρμοστέοι κανόνες όσον αφορά τα ποσά που εξαιρούνται από την κατάσχεση

Οι κανόνες σχετικά με τους μισθούς και τις συντάξεις καθορίζονται στο άρθρο 607 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας.

Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροhttps://www.boe.es/buscar/act.php?id=BOE-A-2000-323&tn=1&p=20151028&vd=#a607

Αν οι δημόσιες αρχές είναι διάδικοι σε αστική ή εμπορική δίκη για λόγους που δεν συνδέονται με την άσκηση των εξουσιών τους, εξαιρούνται από την κατάσχεση χρηματικά ποσά κατατεθειμένα από τις δημόσιες αρχές σε τραπεζικούς λογαριασμούς, αν τα εν λόγω ποσά έχουν διατεθεί για παροχή δημόσιας υπηρεσίας ή για σκοπό του Δημοσίου.

Στις περιπτώσεις αυτές, τα ποσά εξαιρούνται από την κατάσχεση χωρίς καμία αίτηση.

Άρθρο 50 παράγραφος 1 στοιχείο θ) – Τέλη, αν χρεώνονται από τις τράπεζες, για την εκτέλεση ισοδύναμων εθνικών διαταγών ή για την παροχή στοιχείων λογαριασμού και πληροφοριών ως προς το ποιο μέρος υποχρεούται να καταβάλλει τα εν λόγω τέλη

Δεν υφίσταται διάταξη σχετικά με χρέωση τελών.

Άρθρο 50 παράγραφος 1 στοιχείο ι) – Την κλίμακα τελών ή άλλους κανόνες για τον καθορισμό των τελών που χρεώνονται από οιαδήποτε αρχή ή άλλο φορέα που συμμετέχει στη διεκπεραίωση ή εκτέλεση της διαταγής δέσμευσης

Δεν επιβάλλονται τέλη.

Άρθρο 50 παράγραφος 1 στοιχείο ια) – Κατάταξη, ενδεχομένως, ισοδύναμων εθνικών διαταγών

Χρονική κατάταξη, από τη στιγμή που η τράπεζα λαμβάνει τη διαταγή.

Άρθρο 50 παράγραφος 1 στοιχείο ιβ) – Δικαστήρια ή αρχή εκτέλεσης που έχει αρμοδιότητα επί προσφυγής

Το δικαστήριο που εξέδωσε ή εκτέλεσε τη διαταγή.

Άρθρο 50 παράγραφος 1 στοιχείο ιγ) – Δικαστήρια στα οποία πρέπει να ασκείται το ένδικο μέσο και τυχόν προθεσμία άσκησής του

Το ένδικο μέσο ασκείται ενώπιον του δικαστηρίου που εξέδωσε τη διαταγή.

Αν η διαταγή έχει εκδοθεί από Πρωτοδικείο ή Εμποροδικείο, η προθεσμία για την άσκηση έφεσης είναι 20 ημέρες και η έφεση εκδικάζεται από το περιφερειακό εφετείο. Αν η διαταγή έχει εκδοθεί από άλλο δικαστήριο, η έφεση πρέπει να ασκηθεί εντός 5 ημερών και εκδικάζεται από το ίδιο δικαστήριο.

Η έναρξη της προθεσμίας για την άσκηση ένδικου μέσου είναι η ημερομηνία κοινοποίησης της διαταγής.

Άρθρο 50 παράγραφος 1 στοιχείο ιδ) – Δικαστικά έξοδα

Δεν υφίστανται δικαστικά έξοδα, εκτός από τη στιγμή της άσκησης ένδικου μέσου όπου απαιτείται κατάθεση χρημάτων στις περιπτώσεις και υπό τη μορφή που ορίζονται στην πρόσθετη διάταξη 15 του οργανικού νόμου για τη δικαστική εξουσία (Ley Orgánica del Poder Judicial).

Άρθρο 50 παράγραφος 1 στοιχείο ιε) – Γλώσσες που γίνονται δεκτές για τη μετάφραση των εγγράφων

Δεν έχει εφαρμογή

Τελευταία επικαιροποίηση: 25/06/2021

Την έκδοση αυτής της σελίδας στην εθνική γλώσσα διαχειρίζεται το εκάστοτε κράτος μέλος. Οι μεταφράσεις έχουν γίνει από την αρμόδια υπηρεσία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Οι τυχόν αλλαγές που επιφέρει η αρμόδια εθνική αρχή στο πρωτότυπο ενδέχεται να μην έχουν περιληφθεί ακόμα στις μεταφράσεις. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή δεν αναλαμβάνει καμία ευθύνη όσον αφορά τις πληροφορίες ή τα στοιχεία που περιλαμβάνονται ή για τα οποία γίνεται λόγος στο παρόν έγγραφο. Βλ. την ανακοίνωση νομικού περιεχομένου για τους κανόνες πνευματικής ιδιοκτησίας που ισχύουν στο κράτος μέλος που είναι αρμόδιο για την παρούσα σελίδα.

Ευρωπαϊκή Διαταγή Δέσμευσης Λογαριασμού - Γαλλία

Άρθρο 50 παράγραφος 1 στοιχείο α) – Δικαστήρια που έχουν οριστεί ως αρμόδια για την έκδοση διαταγής δέσμευσης

Ο δικαστής εκτέλεσης του πολυμελούς πρωτοδικείου (tribunal de grande instance). Όταν ο δανειστής διαθέτει δημόσιο έγγραφο, αρμόδιος για την έκδοση ευρωπαϊκής διαταγής δέσμευσης λογαριασμού είναι ο δικαστής εκτέλεσης του πολυμελούς πρωτοδικείου.

Άρθρο 50 παράγραφος 1 στοιχείο β) – Αρχή που έχει οριστεί ως αρμόδια για τη λήψη των στοιχείων λογαριασμού

Ο δικαστικός επιμελητής.

Άρθρο 50 παράγραφος 1 στοιχείο γ) – Μέθοδοι για τη λήψη των στοιχείων λογαριασμού

Ο δικαστικός επιμελητής δύναται να ανατρέξει στο μητρώο FICOBA (fichier centralisant l’ensemble des comptes bancaires et assimilés - κεντρικό μητρώο τραπεζικών και παρεμφερών λογαριασμών).

Εφαρμόζεται το άρθρο 14 παράγραφος 5 στοιχεία α) και β): οι τράπεζες έχουν την υποχρέωση να γνωστοποιούν, κατόπιν αιτήματος της αρχής πληροφόρησης, αν ο οφειλέτης τηρεί λογαριασμό σ’ αυτές στην ίδια αρχή δίδεται πρόσβαση στα σχετικά στοιχεία όταν αυτά φυλάσσονται από δημόσιες ή διοικητικές αρχές σε μητρώα ή αλλού.

Η γαλλική νομοθεσία ήδη προβλέπει την πρόσβαση στα στοιχεία των λογαριασμών του οφειλέτη εφόσον ο δανειστής διαθέτει εκτελεστό τίτλο [άρθρα L. 152-1 και L. 152-2 του κώδικα διαδικασιών εκτέλεσης σε αστικές υποθέσεις (code des procédures civiles d’exécution)].

Το μητρώο FICOBA δημιουργήθηκε το 1971 και τελεί υπό τη διαχείριση της γενικής διεύθυνσης δημόσιων οικονομικών (Direction générale des finances publiques) περιλαμβάνει λογαριασμούς κάθε είδους (τραπεζικούς, ταχυδρομικούς, ταμιευτηρίου...) και παρέχει στα εξουσιοδοτημένα πρόσωπα στοιχεία για τους λογαριασμούς που τηρούνται από φυσικό πρόσωπο ή εταιρεία.

Η καταχώριση στο μητρώο πραγματοποιείται κατά το άνοιγμα λογαριασμού. Κατά το άνοιγμα του λογαριασμού, ο δικαιούχος ενημερώνεται από το χρηματοπιστωτικό ίδρυμα για την καταχώρισή του στο μητρώο FICOBA. Οι δηλώσεις για το άνοιγμα, το κλείσιμο και την τροποποίηση λογαριασμών περιλαμβάνουν τα παρακάτω στοιχεία:

επωνυμία και διεύθυνση του ιδρύματος που διαχειρίζεται τον λογαριασμό

αριθμό, φύση, είδος και χαρακτηριστικά του λογαριασμού

ημερομηνία και φύση της δηλωθείσας συναλλαγής (άνοιγμα, κλείσιμο, τροποποίηση)

επίθετο, όνομα, ημερομηνία και τόπο γέννησης, διεύθυνση του δικαιούχου του λογαριασμού και, για τις ατομικές επιχειρήσεις, αριθμό SIRET

για τα νομικά πρόσωπα, επωνυμία, νομική μορφή, αριθμό SIRET και διεύθυνση.

Το μητρώο δεν παρέχει κανένα στοιχείο για τις συναλλαγές που πραγματοποιούνται ή το υπόλοιπο του λογαριασμού.

Η γενική διεύθυνση δημόσιων οικονομικών προβαίνει στις καταχωρίσεις κατά την παραλαβή της δήλωσης του τραπεζικού ιδρύματος που προέβη στο άνοιγμα, την τροποποίηση ή το κλείσιμο του λογαριασμού. Τα στοιχεία οικογενειακής κατάστασης των προσώπων πιστοποιούνται από το INSEE (γαλλικό ινστιτούτο στατιστικής και οικονομικών μελετών). Για την πιστοποίηση και επικαιροποίηση των στοιχείων νομικών προσώπων, η γενική διεύθυνση δημόσιων οικονομικών χρησιμοποιεί το αρχείο SIRENE.

Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροΒρείτε δικαστικό επιμελητή

Άρθρο 50 παράγραφος 1 στοιχείο δ) – Δικαστήρια στα οποία ασκείται το ένδικο μέσο κατά της άρνησης έκδοσης της ευρωπαϊκής διαταγής δέσμευσης

Το εφετείο (cour d'appel)

Άρθρο 50 παράγραφος 1 στοιχείο ε) – Αρχή που έχει οριστεί ως αρμόδια για την παραλαβή, διαβίβαση και επίδοση ή κοινοποίηση της διαταγής δέσμευσης και άλλων εγγράφων

Ο δικαστικός επιμελητής

Άρθρο 50 παράγραφος 1 στοιχείο στ) – Αρμόδια για την εκτέλεση της διαταγής δέσμευσης αρχή

Ο δικαστικός επιμελητής

Άρθρο 50 παράγραφος 1 στοιχείο ζ) – Βαθμός στον οποίο επιτρέπεται η δέσμευση κοινών λογαριασμών και λογαριασμών αντιπροσώπου

Σε περίπτωση δέσμευσης κοινού λογαριασμού, αυτή πρέπει να κοινοποιηθεί σε όλους τους δικαιούχους του λογαριασμού. Αν ο δικαστικός επιμελητής αγνοεί την ταυτότητα και τη διεύθυνση των συνδικαιούχων, ζητά από την τράπεζα να τους ενημερώσει η ίδια για τη δέσμευση και το ύψος των ποσών που ζητούνται, ώστε αυτοί να μπορέσουν, κατά περίπτωση, να προβάλουν τα δικαιώματά τους στον λογαριασμό και ειδικότερα να ζητήσουν την άρση της δέσμευσης για το δικό τους μερίδιο στον κοινό αδιαίρετο λογαριασμό, αν πρόκειται για ποσά εξ αδιαιρέτου.

Εφόσον η δέσμευση δεν έχει κοινοποιηθεί στον συνδικαιούχο του κοινού λογαριασμού, δεν ξεκινά να τρέχει η προθεσμία για την άσκηση αναίρεσης κατά αυτού του μέτρου απ’ αυτόν.

Το άρθρο R. 162-9 του κώδικα διαδικασιών εκτέλεσης σε αστικές διαδικασίες προβλέπει ότι αν ένας λογαριασμός, ακόμα και κοινός, ο οποίος τροφοδοτείται από τα κέρδη και τους μισθούς ενός συζύγου υπό καθεστώς κοινοκτημοσύνης γίνει αντικείμενο δέσμευσης αιτία εγγυήσεως για απαίτηση που γεννήθηκε από τον/την οφειλέτη σύζυγο, περνά αμέσως στη διάθεση του υπό καθεστώς κοινοκτημοσύνης συζύγου, κατ’ επιλογή του, ποσό αντίστοιχο με το ποσό των κερδών και των μισθών που καταβλήθηκαν τον μήνα που προηγήθηκε της δέσμευσης ή ποσό αντίστοιχο με τον μέσο όρο των μηνιαίων κερδών και μισθών που καταβλήθηκαν κατά τους δώδεκα μήνες που προηγήθηκαν της δέσμευσης.

Εναπόκειται στον δανειστή που επισπεύδει τη δέσμευση να προσδιορίσει το ποσό των εισοδημάτων του οφειλέτη συζύγου στον λογαριασμό που σκοπεύει να δεσμεύσει. Ο λογαριασμός μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο δέσμευσης στο σύνολό του εφόσον τροφοδοτείται μόνο από τα εισοδήματα του οφειλέτη συζύγου, ακόμα κι αν πρόκειται για κοινό λογαριασμό.

Ως προς τους λογαριασμούς αντιπροσώπου, το γαλλικό δίκαιο δεν αναγνωρίζει την έννοια.

Η αρχή του δικαιώματος γενικού ενεχύρου (principe du droit de gage général) απαγορεύει τη δέσμευση τραπεζικών περιουσιακών στοιχείων που διατηρούνται από τον οφειλέτη για λογαριασμό τρίτου και τα οποία δεν του ανήκουν προσωπικά ή του έχουν ανατεθεί προς φύλαξη.

Αν τα κεφάλαια που δεν ανήκουν στον επαγγελματία εγγράφονται σε ειδικό λογαριασμό ο οποίος επιτρέπει χωρίς αμφισβήτηση τον προσδιορισμό τους ως περιουσία τρίτων, τα εν λόγω κεφάλαια εξαιρούνται από τις δικαστικές αξιώσεις των δανειστών, παρά το γεγονός ότι ο επαγγελματίας είναι ο δικαιούχος του λογαριασμού και ο μόνος δικαιούχος που μπορεί να αξιώσει την επιστροφή αυτών των ποσών. Το ίδιο ισχύει και για ποσά που κατατίθενται από συμβολαιογράφο σε ειδικό λογαριασμό του ταμείου παρακαταθηκών και δανείων, ή από μεσίτη ακινήτων ή από διαχειριστή συνιδιοκτησίας.

Άρθρο 50 παράγραφος 1 στοιχείο η) – Εφαρμοστέοι κανόνες όσον αφορά τα ποσά που εξαιρούνται από την κατάσχεση

Στο γαλλικό εθνικό δίκαιο συνυπάρχουν δύο μηχανισμοί με τον ίδιο στόχο αλλά με διαφορετική λειτουργία: το ακατάσχετο τραπεζικό υπόλοιπο, το οποίο εξαιρείται αυτοδικαίως από την κατάσχεση, και η μεταφορά ακατάσχετου, η οποία απαιτεί αίτηση του οφειλέτη και απόδειξη ότι ο λογαριασμός τροφοδοτείται με ακατάσχετες απαιτήσεις.

1) το ακατάσχετο τραπεζικό υπόλοιπο

Σύμφωνα με το άρθρο L. 162-2 του κώδικα διαδικασιών εκτέλεσης σε αστικές υποθέσεις, όταν ο οφειλέτης είναι φυσικό πρόσωπο, ο τρίτος στα χέρια του οποίου διενεργείται η δέσμευση αφήνει στη διάθεση του οφειλέτη ένα κατ’ αποκοπή ποσό εντός του ορίου του πιστωτικού υπολοίπου του λογαριασμού ή των λογαριασμών την ημέρα της δέσμευσης, με χαρακτήρα διατροφής και για έναν μόνο δικαιούχο, σύμφωνα με το άρθρο L. 262-2 του κώδικα περί κοινωνικής δράσης και οικογενειών (code de l’action sociale et des familles) [ύψος ελάχιστου εγγυημένου εισοδήματος (RSA) = 524,68 EUR σύμφωνα με το διάταγμα 2016-538 της 27ης Απριλίου 2016].

Το άρθρο R. 162-2 του ίδιου κώδικα προβλέπει ότι δεν απαιτείται αίτηση του οφειλέτη για την ενεργοποίηση του εν λόγω μηχανισμού: η τράπεζα ενημερώνει αμέσως τον οφειλέτη για τη διάθεση του ποσού που εξαιρείται της δέσμευσης. Σε περίπτωση περισσότερων λογαριασμών, η διάθεση του εν λόγω ποσού εφαρμόζεται για το σύνολο των πιστωτικών υπολοίπων και το ποσό καταλογίζεται κατά προτεραιότητα επί των διαθέσιμων ποσών σε λογαριασμούς όψεως. Η τράπεζα κοινοποιεί επίσης αμελλητί στον δικαστικό επιμελητή το ποσό που τίθεται στη διάθεση του οφειλέτη και τον λογαριασμό ή τους λογαριασμούς στους οποίους εφαρμόζεται η διάθεση του ποσού. Στην περίπτωση δέσμευσης λογαριασμών που τηρούνται σε διαφορετικά ιδρύματα, ο δικαστικός επιμελητής καθορίζει τον τρίτο ή τους τρίτους στα χέρια των οποίων διενεργείται η δέσμευση και οι οποίοι οφείλουν να θέσουν στη διάθεση του οφειλέτη το «τραπεζικό ελάχιστο εγγυημένο εισόδημα (RSA)», καθώς και τις λεπτομέρειες της εν λόγω διάθεσης.

Κατ’ εφαρμογή του άρθρου R. 162-3 του ίδιου κώδικα, αυτό το ποσό παραμένει στη διάθεση του οφειλέτη για έναν μήνα από τη δέσμευση.

2) η μεταφορά ακατάσχετου

Μια τέτοια αίτηση από την πλευρά του οφειλέτη έχει νόημα μόνο αν τα ακατάσχετα ποσά υπερβαίνουν το ακατάσχετο τραπεζικό υπόλοιπο.

Σύμφωνα με το άρθρο L. 112-4 του κώδικα διαδικασιών εκτέλεσης σε αστικές υποθέσεις, οι ακατάσχετες απαιτήσεις το ποσό των οποίων κατατίθεται σε λογαριασμό παραμένουν ακατάσχετες. Το άρθρο R. 112-5 του ίδιου κώδικα ορίζει ότι, εφόσον ένας λογαριασμός πιστώνεται με ποσό ακατάσχετης απαίτησης εν όλω ή εν μέρει, το ακατάσχετο μεταφέρεται στο υπόλοιπο του λογαριασμού μέχρι αυτό το ποσό.

Το άρθρο R. 162-4 του ίδιου κώδικα προβλέπει ότι «εφόσον τα ακατάσχετα ποσά προέρχονται από απαιτήσεις με περιοδική καταβολή, όπως αμοιβές από εργασία, συντάξεις, ποσά που καταβάλλονται ως οικογενειακό επίδομα ή επίδομα ανεργίας, ο δικαιούχος του λογαριασμού δύναται, κατόπιν απόδειξης της προέλευσης των ποσών, να αιτηθεί να τεθούν αμέσως στη διάθεσή του, αφού αφαιρεθούν οι χρεώσεις του λογαριασμού από την τελευταία κατάθεση ακατάσχετης απαίτησης». Προβλέπονται δύο είδη ποσών: οι πλήρως ακατάσχετες παροχές, όπως το ελάχιστο εγγυημένο εισόδημα (Revenu de solidarité active), και τα εισοδήματα που υπόκεινται σε δέσμευση μέχρι το όριο και με τους όρους που προβλέπει ο εργατικός κώδικας για τη δέσμευση αμοιβών. Το Ακυρωτικό Δικαστήριο (Cour de cassation) έκρινε ότι το ακατάσχετο εφαρμόζεται επί του συνόλου των κεφαλαίων που έχουν συγκεντρωθεί στον τραπεζικό λογαριασμό και όχι μόνο επί της τελευταίας κατάθεσης (απόφαση δεύτερου πολιτικού τμήματος, της 11ης Μαΐου 2000, αριθ. 98.11-696). Από πρακτικής άποψης, αυτός ο κανόνας είναι δύσκολο να εφαρμοστεί, καθώς ο λογαριασμός περιλαμβάνει και ποσά που υπόκεινται σε δέσμευση εν όλω ή εν μέρει.

Για τον προσδιορισμό του ποσού της μεταφοράς ακατάσχετου, δεν λαμβάνονται υπόψη οι τακτοποιήσεις που μεσολάβησαν κατά τη διάρκεια των 15 ημερών μετά τη δέσμευση (άρθρο R. 162-4 δεύτερο εδάφιο του κώδικα διαδικασιών εκτέλεσης σε αστικές υποθέσεις).

Ο οφειλέτης δύναται να ζητήσει ανά πάσα στιγμή να τεθούν στη διάθεσή του τα ακατάσχετα ποσά, ακόμα και πριν από την προθεσμία τακτοποίησης των 15 ημερών η καταβολή υπέρ του πραγματοποιείται αμέσως. Ο δανειστής δεν πληροφορείται τη διάθεση παρά μόνο κατά τη στιγμή που υποβάλει, κατά περίπτωση, το αίτημά του για πληρωμή: τότε έχει 15 μέρες για να προβάλει ένσταση για το ύψους του ποσού που τίθεται στη διάθεση του οφειλέτη και για τον καταλογισμό (άρθρο R. 162-4 του κώδικα διαδικασιών εκτέλεσης σε αστικές υποθέσεις).

Ως προς τα ακατάσχετα ποσά που προέρχονται από μη περιοδικές απαιτήσεις, το άρθρο R. 162-5 του κώδικα διαδικασιών εκτέλεσης σε αστικές υποθέσεις προβλέπει ότι ο οφειλέτης δύναται, κατόπιν απόδειξης της προέλευσης των ποσών, να ζητήσει τα εν λόγω ποσά να τεθούν στη διάθεσή του αφού πρώτα αφαιρεθούν οι χρεώσεις στον λογαριασμό από την ημέρα εγγραφής της απαίτησης. Για παράδειγμα, μπορεί να πρόκειται για αναδρομικά οφειλόμενους μισθούς ή για επίδομα θανάτου (ακατάσχετο βάσει του άρθρου L. 361-5 του κώδικα κοινωνικής ασφάλισης). Η διάθεση αυτών των ποσών αναβάλλεται μέχρι την παρέλευση της προθεσμίας των 15 ημερών που προβλέπεται από το άρθρο L. 162-1 του κώδικα διαδικασιών εκτέλεσης σε αστικές υποθέσεις για την τακτοποίηση των τρεχουσών συναλλαγών. Ο καθ' ου δύναται πάντα να αιτηθεί στον δικαστή της εκτέλεσης την εσπευσμένη διάθεση των παρακρατηθέντων ποσών, κατόπιν απόδειξης του ακατάσχετου χαρακτήρα τους. Σε μια τέτοια περίπτωση, ο δανειστής εξετάζεται ή καλείται.

Άρθρο 50 παράγραφος 1 στοιχείο θ) – Τέλη, αν χρεώνονται από τις τράπεζες, για την εκτέλεση ισοδύναμων εθνικών διαταγών ή για την παροχή στοιχείων λογαριασμού και πληροφοριών ως προς το ποιο μέρος υποχρεούται να καταβάλλει τα εν λόγω τέλη

Ως προς τα τέλη για την εκτέλεση διαταγών δέσμευσης, το εθνικό δίκαιο δεν περιλαμβάνει καμία συγκεκριμένη διάταξη για τη ρύθμισή τους. Αντίθετα, ο γαλλικός νομισματικός και χρηματοπιστωτικός κώδικας (code monétaire et financier) προβλέπει ότι τα τέλη για κατάσχεση χρηματικών ποσών στα χέρια τρίτου (saisie-attribution) που βαρύνουν τον οφειλέτη-δικαιούχο του λογαριασμού που δεσμεύεται πρέπει να αναφέρονται στους καταλόγους χρεώσεων που θέτουν στη διάθεση των πελατών τους τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα (Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροάρθρο D. 312-1-1).

Επιπλέον, αυτά τα τέλη κοινοποιούνται εκ των προτέρων δωρεάν στον πελάτη (Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροάρθρο R. 312-1-2), σύμφωνα με το άρθρο Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροL. 312-1-5 το οποίο προβλέπει ότι η εν λόγω κοινοποίηση γίνεται μέσω του αντιγράφου κίνησης λογαριασμού και ότι η χρέωση δεν μπορεί να γίνει νωρίτερα από 14 μέρες μετά την ημερομηνία έκδοσης του αντιγράφου κίνησης λογαριασμού. Φαίνεται ότι τα εν λόγω τέλη που επιβάλλονται στον οφειλέτη-δικαιούχο του λογαριασμού από τις τράπεζες καθορίζονται ελεύθερα από κάθε τράπεζα (από 80 EUR έως 150 EUR περίπου).

Τυχόν τέλη παροχής πληροφοριών σχετικών με τους λογαριασμούς, τα οποία τιμολογούνται από την τράπεζα στον δικαστικό επιμελητή που επιφορτίζεται με την εκτέλεση του μέτρου, θα συμπεριληφθούν στα έξοδα που βαρύνουν καταρχήν τον οφειλέτη (βλ. προηγούμενη απάντηση).

Ενδεικτικά, το ύψος των τελών που επιβάλλονται από τις γαλλικές τράπεζες κυμαίνεται μεταξύ 78 EUR και 111 EUR.

Άρθρο 50 παράγραφος 1 στοιχείο ι) – Την κλίμακα τελών ή άλλους κανόνες για τον καθορισμό των τελών που χρεώνονται από οιαδήποτε αρχή ή άλλο φορέα που συμμετέχει στη διεκπεραίωση ή εκτέλεση της διαταγής δέσμευσης

Οι δικαστικοί επιμελητές τιμολογούν τέλη για την εκτέλεση διαταγής δέσμευσης, σύμφωνα με τον ισχύοντα εθνικό πίνακα. Συνοπτικά: το συνολικό κόστος της διαδικασίας (που περιλαμβάνει τη μετατροπή της διαταγής δέσμευσης σε κατάσχεση στα χέρια τρίτου) κυμαίνεται από 166,19 EUR έως 397,88 EUR ανάλογα με το ποσό της επίμαχης απαίτησης.

Επιπλέον, η πράξη κατάσχεσης απαιτήσεων περιλαμβάνεται στις παροχές του άρθρου Α 444-16 του εμπορικού κώδικα (code de commerce), άρα συνεπάγεται την επιβολή τέλους λήψης καταδιωκτικών μέτρων (droit d’engagement de poursuites). Το ύψος αυτού του τέλους προσδιορίζεται στο άρθρο Α 444-15 του κώδικα. Προβλέπεται ότι, αν το ποσό της απαίτησης είναι χαμηλότερο από ή ίσο με 76 EUR, το τέλος λήψης καταδιωκτικών μέτρων ορίζεται στα 4,29 EUR και ότι, πέραν του ορίου των 76 EUR, το τέλος είναι ανάλογο του ύψους της απαίτησης, με όριο τα 268,13 EUR, σύμφωνα με την παρακάτω κλίμακα:


TRANCHES D'ASSIETTE
(ύψος απαίτησης)


ΕΦΑΡΜΟΣΤΕΟΣ ΣΥΝΤΕΛΕΣΤΗΣ


Από 0 έως 304 €


5,64 %


Από 305 € έως 912 €


2,82 %


Από 913 € έως 3.040 €


1,41 %


Άνω των 3.040 €


0,28 %


Το τέλος λήψης καταδιωκτικών μέτρων μπορεί να εισπραχθεί μόνο μία φορά στο πλαίσιο ανάκτησης της ίδιας απαίτησης.

Καταβάλλεται από τον οφειλέτη αν το κόστος της πράξης βάσει της οποίας επιβάλλεται βαρύνει τον ίδιο, και από τον δανειστή σε κάθε άλλη περίπτωση.

Οφείλεται στον δικαστικό επιμελητή ανεξαρτήτως της έκβασης της προσπάθειας ανάκτησης του ποσού.

Αναλόγως αν το κόστος της πράξης βαρύνει τον οφειλέτη ή τον δανειστή, συμψηφίζεται αντίστοιχα με την αμοιβή που προσδιορίζεται στο άρθρο Α. 444-31 ή μ' αυτή που προσδιορίζεται στο άρθρο Α. 444-32.

Τέλος, στο σύνολο των αιτήσεων που υποβάλλονται στο πλαίσιο των άρθρων L. 152-1 και L. 152-2 του κώδικα διαδικασιών εκτέλεσης σε αστικές υποθέσεις επιβάλλεται τέλος 21,45 EUR προ φόρου (βλ. άρθρο A.444-43 του εμπορικού κώδικα, πράξη αριθ. 151). Πρόκειται για αιτήσεις για έρευνα που θα διεξαχθεί από κρατικές, περιφερειακές, δημοτικές και κοινοτικές αρχές σε επιχειρήσεις που έχουν αδειοδοτηθεί ή ελέγχονται από το κράτος, τις περιφέρειες, τους δήμους και τις κοινότητες, σε δημόσιους οργανισμούς ή οργανισμούς που ελέγχονται από τις διοικητικές αρχές ή σε επιχειρήσεις οι οποίες εκ του νόμου τηρούν λογαριασμούς καταθέσεων. Το τέλος αυτό επιβάλλεται για τη χρήση του μητρώου FICOBA.

Άρθρο 50 παράγραφος 1 στοιχείο ια) – Κατάταξη, ενδεχομένως, ισοδύναμων εθνικών διαταγών

Μόνη η δέσμευση δεν εμποδίζει άλλες δεσμεύσεις, υπό την επιφύλαξη του δικαιώματος προτίμησης του πρώτου προσώπου που επισπεύδει τη δέσμευση. Η μη διαθεσιμότητα απαίτησης δεν εμποδίζει άλλους δανειστές να λάβουν άλλο μέτρο εκτέλεσης, αλλά αυτό θα τεθεί σε ισχύ μόνο αν το πρώτο μέτρο δεν μετατραπεί σε μέτρο οριστικής εκτέλεσης. 6

Κατ’ εφαρμογή του άρθρου L. 523-1 του κώδικα διαδικασιών εκτέλεσης σε αστικές υποθέσεις, όταν η δέσμευση αφορά απαίτηση με αντικείμενο χρηματικό ποσό, επιφέρει τα αποτελέσματα της παρακαταθήκης που προβλέπονται στο άρθρο 2350 του αστικού κώδικα, δηλαδή επιφέρει ειδική διάθεση και δικαίωμα προτίμησης κατά την έννοια του άρθρου 2333 του αστικού κώδικα περί ενεχύρου. Η δέσμευση παρέχει κατά συνέπεια στον επισπεύδοντα το «προνόμιο» του ενεχυρούχου δανειστή (δηλαδή το δικαίωμα εξόφλησης κατά προτεραιότητα σε σχέση με τους άλλους δανειστές). Επομένως, ο δανειστής που επισπεύδει τη δέσμευση δεν απειλείται από τους εγχειρόγραφους δανειστές (δηλαδή τους δανειστές χωρίς εξασφάλιση) ούτε τους δανειστές χαμηλότερης κατάταξης από τη δική του. Αντίθετα, προηγούνται αυτού οι δανειστές με ισχυρότερο δικαίωμα προτίμησης από το δικό του, όπως το ανώτατο προνόμιο των μισθωτών, το προνόμιο των δικαστικών εξόδων ή τα γενικά προνόμια του Δημόσιου Ταμείου.

Αν γίνουν περισσότερες δεσμεύσεις την ίδια μέρα, τα δεσμευμένα ποσά διαιρούνται αναλογικά χωρίς να λαμβάνονται υπόψη τυχόν προνόμια (απόφαση Ακυρωτικού Δικαστηρίου της 24ης Μαΐου 1996, αριθ. 09-60.004).

Άρθρο 50 παράγραφος 1 στοιχείο ιβ) – Δικαστήρια ή αρχή εκτέλεσης που έχει αρμοδιότητα επί προσφυγής

Αρμόδιος για να ανακαλέσει τη διαταγή δέσμευσης λογαριασμού, να αποφασίσει ότι η εκτέλεση της διαταγής δέσμευσης λογαριασμού πρέπει να περιοριστεί ή να διακοπεί ή ότι η εκτέλεση της διαταγής δέσμευσης πληρωμής αντίκειται στη δημόσια τάξη και πρέπει να διακοπεί γι’ αυτόν τον λόγο είναι ο δικαστής εκτέλεσης του πολυμελούς πρωτοδικείου.

Άρθρο 50 παράγραφος 1 στοιχείο ιγ) – Δικαστήρια στα οποία πρέπει να ασκείται το ένδικο μέσο και τυχόν προθεσμία άσκησής του

Αρμόδιο δικαστήριο για την άσκηση έφεσης κατά αποφάσεων που εκδόθηκαν βάσει των άρθρων 33, 34 ή 35 είναι το εφετείο. Η προθεσμία άσκησης έφεσης είναι 15 ημέρες. Η προθεσμία αυτή ξεκινά να τρέχει από την ημέρα υπογραφής της απόδειξης παραλαβής της συστημένης επιστολής η οποία περιλαμβάνει την απόφαση του δικαστή της εκτέλεσης και αποστέλλεται από τη γραμματεία του δικαστηρίου στα μέρη.

Αν δεν υπογραφεί η απόδειξη παραλαβής, η απόφαση του δικαστή της εκτέλεσης πρέπει να κοινοποιηθεί με δικαστικό επιμελητή (επίδοση), με πρωτοβουλία των μερών, και τότε η προθεσμία ξεκινά να τρέχει από την ημερομηνία επίδοσης της απόφασης.

Άρθρο 50 παράγραφος 1 στοιχείο ιδ) – Δικαστικά έξοδα

Δεν υπάρχουν έξοδα για την κατάθεση αίτησης με σκοπό την έκδοση διαταγής δέσμευσης λογαριασμού ούτε για την άσκηση έφεσης.

Το άρθρο L. 512-2 του κώδικα διαδικασιών εκτέλεσης σε αστικές υποθέσεις προβλέπει ότι τα έξοδα για το ασφαλιστικό μέτρο βαρύνουν τον οφειλέτη, εκτός αν εκδοθεί αντίθετη δικαστική απόφαση στο τέλος της διαδικασίας. Το δικαστήριο πρέπει να προβεί στην κατάρτιση καταλόγου πράξεων που θα συμπεριληφθούν στα απαιτητά έξοδα και να ορίσει ποιον βαρύνουν.

Το προαναφερθέν άρθρο ορίζει επίσης ότι, όταν διατάσσεται άρση από το δικαστήριο, ο δανειστής μπορεί να καταδικαστεί σε αποζημίωση για τη ζημία που προκλήθηκε από το ασφαλιστικό μέτρο. Για την εν λόγω υποχρέωση αποζημίωσης η νομολογία δεν απαιτεί απόδειξη πταίσματος (Απόφαση Ακυρωτικού Δικαστηρίου, δεύτερου πολιτικού τμήματος, της 29ης Ιανουαρίου 2004, αριθ. 01-17.161, και απόφαση δεύτερου πολιτικού τμήματος, της 7ης Ιουνίου 2006, αριθ. 05-18.038).

Άρθρο 50 παράγραφος 1 στοιχείο ιε) – Γλώσσες που γίνονται δεκτές για τη μετάφραση των εγγράφων

Γίνεται δεκτή μόνο η γαλλική γλώσσα.

Τελευταία επικαιροποίηση: 01/06/2021

Την έκδοση αυτής της σελίδας στην εθνική γλώσσα διαχειρίζεται το εκάστοτε κράτος μέλος. Οι μεταφράσεις έχουν γίνει από την αρμόδια υπηρεσία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Οι τυχόν αλλαγές που επιφέρει η αρμόδια εθνική αρχή στο πρωτότυπο ενδέχεται να μην έχουν περιληφθεί ακόμα στις μεταφράσεις. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή δεν αναλαμβάνει καμία ευθύνη όσον αφορά τις πληροφορίες ή τα στοιχεία που περιλαμβάνονται ή για τα οποία γίνεται λόγος στο παρόν έγγραφο. Βλ. την ανακοίνωση νομικού περιεχομένου για τους κανόνες πνευματικής ιδιοκτησίας που ισχύουν στο κράτος μέλος που είναι αρμόδιο για την παρούσα σελίδα.

Ευρωπαϊκή Διαταγή Δέσμευσης Λογαριασμού - Κροατία

Άρθρο 50 παράγραφος 1 στοιχείο α) – Δικαστήρια που έχουν οριστεί ως αρμόδια για την έκδοση διαταγής δέσμευσης

Όπως αναφέρεται στο άρθρο 6 παράγραφος 4 του κανονισμού, αρμόδια για την έκδοση διαταγών δέσμευσης είναι τα κροατικά δικαστήρια με αρμοδιότητα να εκδίδουν αποφάσεις επί της ουσίας μιας υπόθεσης σύμφωνα με τον νόμο περί δικαστηρίων (Zakon o sudovima) (Narodne Novine (NN, Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας της Κροατίας) αριθ. 28/13, 33/15, 82/15 και 82/16), τον κώδικα πολιτικής δικονομίας (Zakon o parničnom postupku) (NN αριθ. 53/1991, 91/1992, 112/1999, 129/2000, 88/2001, 117/2003, 88/2005, 2/2007, 96/2008, 84/2008, 123/2008, 57/2011, 25/2013 και 89/2014, εφεξής «κώδικας πολιτικής δικονομίας») και άλλους ειδικούς κανονισμούς. Στη Δημοκρατία της Κροατίας τα εν λόγω δικαστήρια είναι τα δημοτικά δικαστήρια (općinski sudovi, στον ενικό αριθμό općinski sud) και τα εμποροδικεία (trgovački sudovi, στον ενικό αριθμό trgovački sud) όταν πρόκειται για πρωτοβάθμιες διαδικασίες.

Άρθρο 50 παράγραφος 1 στοιχείο β) – Αρχή που έχει οριστεί ως αρμόδια για τη λήψη των στοιχείων λογαριασμού

Η αρχή που είναι αρμόδια για τη λήψη των στοιχείων του λογαριασμού ή των λογαριασμών του οφειλέτη, σύμφωνα με το άρθρο 14 του κανονισμού, είναι η εξής:

Οικονομική Yπηρεσία (Financijska agencija)

Ulica grada Vukovara 70, 10000 Zagreb, Croatia

τηλεφωνικός αριθμός κλήσης χωρίς χρέωση: +385 0 800 0080

ηλεκτρονική διεύθυνση: info@fina.hr

Άρθρο 50 παράγραφος 1 στοιχείο γ) – Μέθοδοι για τη λήψη των στοιχείων λογαριασμού

Τα στοιχεία του λογαριασμού που αναφέρονται στο άρθρο 14 παράγραφος 5 του κανονισμού αποκτώνται με πρόσβαση της αρχής πληροφόρησης στα σχετικά στοιχεία όταν αυτά φυλάσσονται από δημόσιες ή διοικητικές αρχές σε μητρώα ή αλλού (άρθρο 14 παράγραφος 5 στοιχείο β) του κανονισμού).

Άρθρο 50 παράγραφος 1 στοιχείο δ) – Δικαστήρια στα οποία ασκείται το ένδικο μέσο κατά της άρνησης έκδοσης της ευρωπαϊκής διαταγής δέσμευσης

Το δικαστήριο που είναι αρμόδιο να αποφανθεί επί ένδικου μέσου το οποίο ασκείται σύμφωνα με το άρθρο 21 του κανονισμού από τον δανειστή ενώπιον πρωτοδικείου κατά απόφασης του δικαστηρίου με την οποία απορρίπτεται, εν όλω ή εν μέρει, η αίτηση του δανειστή για διαταγή δέσμευσης είναι το ανώτερο δικαστήριο το οποίο θα ήταν αρμόδιο να αποφανθεί επί ένδικου μέσου κατά απορριπτικής απόφασης του δικαστηρίου για αίτημα σύστασης εγγύησης (κομητειακό δικαστήριο (županijski sud) ή το ανώτατο εμποροδικείο της Δημοκρατίας της Κροατίας (Visoki trgovački sud Republike Hrvatske) — άρθρα 34a και 34c του κώδικα πολιτικής δικονομίας, Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας της Κροατίας αριθ. 53/91, 91/92, 58/93, 112/99, 88/01, 117/03, 88/05, 02/07, 84/08, 123/08, 57/11, 148/11, 25/13 και 89/14, σε συνδυασμό με το άρθρο 21 παράγραφος 1 του νόμου περί εκτέλεσης (Ovršni zakon)) —σύνδεσμος: Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροhttps://narodne-novine.nn.hr/.

Συνεπώς, σε περίπτωση που μια αίτηση για έκδοση διαταγής δέσμευσης απορριφθεί, εν όλω ή εν μέρει, με απόφαση δημοτικού δικαστηρίου, ο δανειστής ασκεί ένδικο μέσο ενώπιον του κομητειακού δικαστηρίου μέσω του δημοτικού δικαστηρίου, ενώ αν μια τέτοια απόφαση εκδοθεί από εμποροδικείο, ο δανειστής ασκεί ένδικο μέσο κατά της απόφασης ενώπιον του ανώτατου εμποροδικείου μέσω του οικείου εμποροδικείου.

Άρθρο 50 παράγραφος 1 στοιχείο ε) – Αρχή που έχει οριστεί ως αρμόδια για την παραλαβή, διαβίβαση και επίδοση ή κοινοποίηση της διαταγής δέσμευσης και άλλων εγγράφων

Δυνάμει του άρθρου 14 παράγραφος 4 του κανονισμού, η αρχή που είναι αρμόδια για την παραλαβή, διαβίβαση και επίδοση ή κοινοποίηση της διαταγής δέσμευσης και άλλων έγγραφων είναι:

Δημοτικό πολιτικό δικαστήριο του Ζάγκρεμπ (Općinski građanski sud u Zagrebu)

Ulica grada Vukovara 84

10000 Zagreb.

Άρθρο 50 παράγραφος 1 στοιχείο στ) – Αρμόδια για την εκτέλεση της διαταγής δέσμευσης αρχή

Aρμόδια αρχή για την εκτέλεση της διαταγής δέσμευσης αρχή κατά το κεφάλαιο 3 του κανονισμού είναι η εξής:

Οικονομική Υπηρεσία (FINA)

Ulica grada Vukovara 70, 10000 Zagreb, Croatia

τηλεφωνικός αριθμός κλήσης χωρίς χρέωση: +385 0 800 0080

ηλεκτρονική διεύθυνση: info@fina.hr

Άρθρο 50 παράγραφος 1 στοιχείο ζ) – Βαθμός στον οποίο επιτρέπεται η δέσμευση κοινών λογαριασμών και λογαριασμών αντιπροσώπου

Οι λογαριασμοί πληρωμών, τους οποίους διαχειρίζεται πάροχος υπηρεσιών πληρωμών για λογαριασμό ενός ή περισσότερων χρηστών τέτοιων υπηρεσιών και οι οποίοι χρησιμοποιούνται για τη διενέργεια πράξεων πληρωμών, μπορούν να δεσμευτούν στο σύνολό τους.

Τα ποσά που τηρούνται σε λογαριασμό αντιπροσώπου δεν δεσμεύονται όταν αυτό απαγορεύεται από τον νόμο.

Στο άρθρο 42 του νόμου περί πτώχευσης καταναλωτών (Zakon o stečaju potrošača) (Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροNN αριθ. 100/15) αναφέρεται ότι είναι καθήκον του συνδίκου της πτώχευσης να ανοίγει ξεχωριστό τρεχούμενο λογαριασμό σε χρηματοπιστωτικό ίδρυμα για κάθε καταναλωτή σε σχέση με τον οποίο έχει κινηθεί πτωχευτική διαδικασία σύμφωνα με δικαστική απόφαση.

Πρόκειται για τρεχούμενο λογαριασμό τον οποίο ανοίγει σε χρηματοπιστωτικό ίδρυμα ο σύνδικος στο πλαίσιο της πτωχευτικής διαδικασίας καταναλωτή, στο δικό του όμως όνομα και για λογαριασμό του καταναλωτή για τον οποίο έχει κινηθεί η διαδικασία. Ο σύνδικος μπορεί να χρησιμοποιεί τον εν λόγω χωριστό λογαριασμό αποκλειστικά για την είσπραξη χρημάτων και τη διενέργεια πληρωμών που σχετίζονται με τη διαχείριση και τη διάθεση της πτωχευτικής περιουσίας του καταναλωτή για τον οποίο έχει κινηθεί η πτωχευτική διαδικασία ο σύνδικος υποχρεούται επίσης να τηρεί χωριστά από τα δικά του περιουσιακά στοιχεία πληρωμές οι οποίες γίνονται στον λογαριασμό στο πλαίσιο της διαχείρισης και της διάθεσης της πτωχευτικής περιουσίας.

Το άρθρο 42 παράγραφος 4 του πτωχευτικού νόμου προβλέπει ότι τα χρηματικά ποσά που βρίσκονται σε χωριστό λογαριασμό δεν μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο εκτέλεσης σε σχέση με τον σύνδικο και, σε περίπτωση πτώχευσης ή θανάτου του συνδίκου, τα εν λόγω χρηματικά ποσά δεν αποτελούν μέρος της πτωχευτικής ή της προσωπικής περιουσίας του.

Δεδομένου ότι, σε περίπτωση πτώχευσης καταναλωτή, ο σύνδικος ενεργεί ως αντιπρόσωπός του, ο εν λόγω λογαριασμός μπορεί να θεωρηθεί λογαριασμός αντιπροσώπου, ο οποίος περιέχει χρήματα του συνδίκου αλλά και χρήματα ενός ή περισσότερων καταναλωτών για τους οποίους έχει κινηθεί διαδικασία πτώχευσης. Εάν, όμως, κινηθεί διαδικασία σε σχέση με τον σύνδικο, τα χρήματα του καταναλωτή που εκπροσωπείται από τον σύνδικο δεν μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο εκτέλεσης ή δέσμευσης λογαριασμού.

Άρθρο 50 παράγραφος 1 στοιχείο η) – Εφαρμοστέοι κανόνες όσον αφορά τα ποσά που εξαιρούνται από την κατάσχεση

Τα ποσά που εξαιρούνται από τη δέσμευση, τα οποία αναφέρονται στο άρθρο 31 του κανονισμού, προβλέπονται στο άρθρο 172 του νόμου περί εκτέλεσης (Εξαίρεση από την εκτέλεση) και στο άρθρο 173 του νόμου περί εκτέλεσης (Περιορισμός της εκτέλεσης).

Εάν ο οφειλέτης λαμβάνει αμοιβή και επιδόματα, όπως αναφέρεται στο άρθρο 172 του νόμου περί εκτέλεσης, τα οποία εξαιρούνται από την εκτέλεση, ή άλλα ποσά τα οποία αναφέρονται στο άρθρο 173 του νόμου περί εκτέλεσης (Περιορισμός της εκτέλεσης), ο οφειλέτης υποχρεούται να ενημερώσει σχετικά τη FINA, σύμφωνα με το άρθρο 212 του νόμου περί εκτέλεσης.

Πρόσβαση στον νόμο περί εκτέλεσης (NN αριθ. 112/12, 25/13, 93/14 και 55/16) παρέχουν οι σύνδεσμοι:

Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροhttps://narodne-novine.nn.hr/clanci/sluzbeni/2012_10_112_2421.html

Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροhttps://narodne-novine.nn.hr/clanci/sluzbeni/2013_02_25_405.html

Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροhttps://narodne-novine.nn.hr/clanci/sluzbeni/2014_07_93_1877.html

Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροhttps://narodne-novine.nn.hr/clanci/sluzbeni/2016_06_55_1440.html

Σύμφωνα με το άρθρο 173 του νόμου περί εκτέλεσης, από την εκτέλεση εξαιρούνται τα ακόλουθα ποσά:

(1) Εάν ο μισθός του οφειλέτη μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο εκτέλεσης, τότε από την κατάσχεση εξαιρείται ποσό ίσο με τα δύο τρίτα του μέσου καθαρού μισθού στη Δημοκρατία της Κροατίας. Όταν η εκτέλεση διενεργείται με στόχο την είσπραξη αξίωσης νόμιμης διατροφής ή αξίωσης αποζημίωσης για ζημία που οφείλεται σε βλάβη υγείας ή σε μείωση ή απώλεια της ικανότητας προς εργασία και αποζημίωσης για απώλεια διατροφής λόγω θανάτου του προσώπου που παρείχε τη διατροφή, τότε το ποσό ορίζεται στο μισό του μέσου καθαρού μισθού στη Δημοκρατία της Κροατίας, εκτός αν η εκτέλεση πραγματοποιείται με στόχο την αναγκαστική είσπραξη χρηματικών ποσών που οφείλονται ως διατροφή τέκνου. Στην περίπτωση αυτή, το εξαιρούμενο από την κατάσχεση ποσό αντιστοιχεί στο ένα τέταρτο του μέσου καθαρού μισθού ανά απασχολούμενο από νομικά πρόσωπα στη Δημοκρατία της Κροατίας κατά το προηγούμενο έτος.

(2) Αν ο οφειλέτης λαμβάνει μισθό χαμηλότερο από τον μέσο καθαρό μισθό στη Δημοκρατία της Κροατίας, τότε από την κατάσχεση εξαιρούνται τα δύο τρίτα του μισθού του. Όταν η εκτέλεση διενεργείται με στόχο την είσπραξη αξίωσης νόμιμης διατροφής ή αξίωσης αποζημίωσης για ζημία που οφείλεται σε βλάβη υγείας ή σε μείωση ή απώλεια της ικανότητας προς εργασία και αποζημίωσης για απώλεια διατροφής λόγω θανάτου του ατόμου που παρείχε τη διατροφή, τότε το ποσό ορίζεται στο μισό του μέσου καθαρού μισθού του οφειλέτη.

(3) Ο όρος «μέσος καθαρός μισθός» υπό την έννοια της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου αναφέρεται στο μέσο ποσό που καταβάλλεται ως καθαρός μηνιαίος μισθός ανά απασχολούμενο από νομικά πρόσωπα στη Δημοκρατία της Κροατίας κατά το χρονικό διάστημα από τον Ιανουάριο έως τον Αύγουστο του τρέχοντος έτους, και το οποίο καθορίζεται από την κροατική στατιστική υπηρεσία (Državni zavod za statistiku) και δημοσιεύεται στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας της Κροατίας το αργότερο έως την 31η Δεκεμβρίου του τρέχοντος έτους. Το ποσό που ορίζεται κατ’ αυτόν τον τρόπο ισχύει κατά το αμέσως επόμενο έτος.

(4) Οι διατάξεις των παραγράφων 1 και 2 του παρόντος άρθρου ισχύουν επίσης για την εκτέλεση, όταν μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο κατάσχεσης τυχόν αποζημίωση που καταβάλλεται αντί μισθού, αποζημίωση μειωμένης εργασιακής απασχόλησης, αποζημίωση μειωμένου μισθού, συντάξεις, αμοιβές στρατιωτικού προσωπικού και αμοιβές προσώπων στις εφεδρικές δυνάμεις στο πλαίσιο των στρατιωτικών τους υποχρεώσεων και κάθε άλλο τακτικό εισόδημα σε χρήμα που λαμβάνει το πολιτικό και στρατιωτικό προσωπικό, με την εξαίρεση των εισοδημάτων που αναφέρονται στις παραγράφους 5 και 6 του παρόντος άρθρου.

(5) Εκτέλεση με κατάσχεση εισοδήματος το οποίο λαμβάνεται από άτομα με αναπηρία ως χρηματική παροχή για σωματική αναπηρία και ως επίδομα προνοίας μπορεί να επισπευτεί μόνο για την είσπραξη αξίωσης νόμιμης διατροφής ή αξίωσης αποζημίωσης για ζημία που προκλήθηκε λόγω βλάβης της υγείας ή μείωσης ή απώλειας της ικανότητας προς εργασία και αποζημίωσης για απώλεια διατροφής λόγω θανάτου του ατόμου που παρείχε τη διατροφή, οπότε και το ποσό ορίζεται στο μισό του εν λόγω εισοδήματος.

(6) Εκτέλεση με κατάσχεση εισοδήματος που προκύπτει από συμφωνητικό δια βίου οικονομικής υποστήριξης και από συμφωνητικό ισόβιας προσόδου, καθώς και του εισοδήματος που προκύπτει από σύμβαση ασφάλειας ζωής μπορεί να επισπεύδεται αποκλειστικά στο μέρος του εισοδήματος που υπερβαίνει το βασικό ποσό που ελήφθη υπόψη για τον υπολογισμό του ποσού της διατροφής.

(7) Οι διατάξεις των παραγράφων 1 και 2 του παρόντος άρθρου ισχύουν επίσης όταν η εκτέλεση πραγματοποιείται επί εισοδήματος μη προερχόμενου από μισθό, σύνταξη ή έσοδα από εμπορικές και βιοτεχνικές δραστηριότητες αυτοαπασχολούμενων, ελευθέρια επαγγέλματα, γεωργία και δασοκομία, περιουσιακά στοιχεία και εμπράγματα δικαιώματα, κεφάλαιο ή ασφάλιση («λοιπά εισοδήματα» σύμφωνα με χωριστούς κανόνες) εφόσον ο οφειλέτης που ζητά την εκτέλεση μπορεί να αποδείξει με δημόσιο έγγραφο ότι το εν λόγω εισόδημα αποτελεί το μόνο τακτικό χρηματικό του εισόδημα.

Ο μέσος καθαρός μηνιαίος μισθός που καταβαλλόταν σε εργαζομένους νομικών προσώπων στη Δημοκρατία της Κροατίας κατά την περίοδο Ιανουαρίου-Αυγούστου 2016 ήταν 5 664 HRK ( Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροhttps://narodne-novine.nn.hr/clanci/sluzbeni/2016_11_102_2187.html).

Άρθρο 50 παράγραφος 1 στοιχείο θ) – Τέλη, αν χρεώνονται από τις τράπεζες, για την εκτέλεση ισοδύναμων εθνικών διαταγών ή για την παροχή στοιχείων λογαριασμού και πληροφοριών ως προς το ποιο μέρος υποχρεούται να καταβάλλει τα εν λόγω τέλη

Η Οικονομική Υπηρεσία και οι τράπεζες έχουν το δικαίωμα να χρεώνουν τέλη για την εκτέλεση διαταγών δέσμευσης καθώς και για την διενέργεια της εκτέλεσης και για εγγύηση αναφορικά με τα χρηματικά ποσά που τηρούνται σε λογαριασμούς, σύμφωνα με τους κανόνες που διέπουν το είδος και το ύψος των τελών για την εκτέλεση των καθηκόντων που καθορίζονται στην Εφαρμογή της Εκτέλεσης σε σχέση με τον νόμο περί κεφαλαίων (ΝΝ, αριθ. 105/10, 124/11, 52/12 και 6/13, εφεξής «οι κανόνες») – σύνδεσμοι:

Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροhttps://narodne-novine.nn.hr/clanci/sluzbeni/2010_09_105_2831.html

Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροhttps://narodne-novine.nn.hr/clanci/sluzbeni/2011_11_124_2491.html

Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροhttps://narodne-novine.nn.hr/clanci/sluzbeni/2012_05_52_1278.html

Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροhttps://narodne-novine.nn.hr/clanci/sluzbeni/2013_01_6_90.html

Στο άρθρο 6 των κανόνων αναφέρεται ότι το τέλος καταβάλλεται από τον οφειλέτη.

Οι κανόνες καθορίζουν τα τέλη για την εκτέλεση των καθηκόντων που καθορίζονται στην εφαρμογή της εκτέλεσης σε σχέση με τον νόμο περί κεφαλαίων (NN αριθ. 91/10 και 112/12).

Οι κανόνες προβλέπουν δύο τύπους τελών:

1. τέλη εκτέλεσης αναφορικά με χρήματα του οφειλέτη και

2. τέλη αναζήτησης και παροχής δεδομένων από το ενιαίο μητρώο λογαριασμών.

Τα τέλη εκτέλεσης αναφορικά με τα χρήματα του οφειλέτη εμπίπτουν σε τέσσερις κατηγορίες:

  • εξέταση της δυνατότητας εκτέλεσης εκτελεστού τίτλου
  • υπολογισμός των τόκων
  • εκτέλεση εκτελεστού τίτλου
  • παροχή δεδομένων, αντιγράφων και πιστοποιητικών από το αρχείο εκτελεστών τίτλων.

Η Οικονομική Υπηρεσία επιβάλλει τέλος για την εξέταση της δυνατότητας εκτέλεσης εκτελεστού τίτλου, καθώς και για τον υπολογισμό του τόκου, προκειμένου να παραλάβει εκτελεστούς τίτλους (το ποσό των αξιώσεων που ο οφειλέτης πρέπει να πληρώσει στον δανειστή σύμφωνα με τη δικαστική απόφαση) και να τους καταχωρίσει στο αρχείο. Τέλος επιβάλλεται επίσης προκειμένου να ελεγχθεί κατά πόσο εκτελεστός τίτλος περιέχει τα απαραίτητα στοιχεία για την εκτέλεση, αλλά και για να υπολογιστεί ο τόκος. Τα δυο αυτά τέλη, συν το τέλος για την εκτέλεση του εκτελεστού τίτλου, καταβάλλονται εξολοκλήρου από τον οφειλέτη.

Τα έσοδα από το τέλος για την εκτέλεση εκτελεστού τίτλου κατανέμονται μεταξύ της Οικονομικής Υπηρεσίας (ποσοστό 55%) και των τραπεζών (ποσοστό 45%). Τα έσοδα κατανέμονται στις τράπεζες σε αναλογία προς τον συνολικό αριθμό λογαριασμών που διαθέτει ο οφειλέτης σε συγκεκριμένη τράπεζα κατά την ημερομηνία είσπραξης του τέλους, σύμφωνα με τα στοιχεία του ενιαίου μητρώου λογαριασμών.

Το τέλος για την παροχή δεδομένων, αντιγράφων και πιστοποιητικών από το αρχείο εκτελεστών τίτλων προκαταβάλλεται από τον αιτούντα βάσει αιτήματος πληρωμής. Το πρόσωπο που υποβάλλει αίτηση στην Οικονομική Υπηρεσία πρέπει να παράσχει απόδειξη πληρωμής ώστε να λάβει τα αιτούμενα στοιχεία και αντίγραφα, ενώ εκδίδεται τιμολόγιο για τις παρασχεθείσες υπηρεσίες.

Για την αναζήτηση και παροχή δεδομένων από το ενιαίο μητρώο λογαριασμών, η Οικονομική Υπηρεσία χρεώνει τέλος αναζήτησης δεδομένων μέσω του διαδικτύου ή μέσω επιγραμμικών υπηρεσιών ή τέλος παροχής (ή τηλεφόρτωση) δεδομένων από το ενιαίο μητρώο λογαριασμών σε ηλεκτρονική ή έντυπη μορφή.

Η Οικονομική Υπηρεσία καταρτίζει τον πίνακα τελών, με τα σχετικά ποσά, βάσει απόφασης του Διοικητικού Συμβουλίου της, και το Υπουργείο Οικονομικών εγκρίνει τον προτεινόμενο πίνακα τελών. Ο πίνακας τελών δημοσιεύεται στον επίσημο ιστότοπο της Οικονομικής Υπηρεσίας. Επί όλων των τελών του πίνακα επιβάλλεται ΦΠΑ.

Σύνδεσμος προς Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροαπόσπασμα του πίνακα τελών της Οικονομικής Υπηρεσίας – τέλη για την επιτέλεση των καθηκόντων που προσδιορίζονται στην Εφαρμογή της Εκτέλεσης αναφορικά με τον νόμο περί κεφαλαίων.

Άρθρο 50 παράγραφος 1 στοιχείο ι) – Την κλίμακα τελών ή άλλους κανόνες για τον καθορισμό των τελών που χρεώνονται από οιαδήποτε αρχή ή άλλο φορέα που συμμετέχει στη διεκπεραίωση ή εκτέλεση της διαταγής δέσμευσης

Για την εκτέλεση διαταγής δέσμευσης, η Οικονομική Υπηρεσία και οι τράπεζες χρεώνουν τα τέλη που προσδιορίζονται στο άρθρο 43 του κανονισμού, βάσει των κανόνων. Η Οικονομική Υπηρεσία χρεώνει τέλος για την παροχή δεδομένων, αντιγράφων και πιστοποιητικών από το αρχείο ή στοιχείων σχετικά με τον λογαριασμό. Το ύψος των τελών προσδιορίζεται στο άρθρο 8 των κανόνων.

Το ύψος των τελών που αναφέρονται στο άρθρο 3 των κανόνων έχει καθοριστεί ως εξής:

Σειριακός αριθμός

Περιγραφή των υπηρεσιών

Βάση υπολογισμού

Ποσό σε HRK

Εκτέλεση επί χρηματικών ποσών

1.

Εξέταση της δυνατότητας εκτέλεσης εκτελεστού τίτλου

εκτελεστός τίτλος

65,00

2.

Υπολογισμός των τόκων

κεφάλαιο

7,00

3.

Εκτέλεση εκτελεστού τίτλου

3.1.

Εφάπαξ είσπραξη ολόκληρου του ποσού από καταθέσεις σε μία τράπεζα

εκτελεστός τίτλος

17,00

3.2.

Εφάπαξ είσπραξη ολόκληρου του ποσού από καταθέσεις σε διάφορες τράπεζες

εκτελεστός τίτλος

39,00

3.3.

Εκτέλεση σε περίπτωση δέσμευσης λογαριασμού και απαγόρευσης της πρόσβασης σε χρηματικά ποσά

εκτελεστός τίτλος

110,00

4.

Παροχή δεδομένων, αντιγράφων και πιστοποιητικών από το αρχείο.

4.1.

– γραπτώς

σελίδα

43,00

4.2.

– σε μορφή αρχείου

εγγραφή

0,20

ελαχ. 21,00

Στα τέλη που αναφέρονται στο σημείο 4 της παρούσας παραγράφου επιβάλλεται φόρος προστιθέμενης αξίας.

Το ύψος των τελών που αναφέρονται στο άρθρο 7 των κανόνων έχει καθοριστεί ως εξής:

Σειριακός αριθμός

Περιγραφή των υπηρεσιών

Βάση υπολογισμού

Ποσό σε HRK

Αναζήτηση και παροχή δεδομένων από το ενιαίο μητρώο λογαριασμών

1.

Αναζήτηση δεδομένων μέσω του ιστοτόπου και των επιγραμμικών υπηρεσιών της Υπηρεσίας

1.1.

– αναζήτηση

έρευνα

0,80

1.2.

– αναζήτηση σε υποτμήματα

εγγραφή

0,20

2.

Αναζήτηση δεδομένων μέσω του ιστοτόπου της Υπηρεσίας

2.1.

– εξαμηνιαία συνδρομή

χρήστης

298,37

2.2.

– ετήσια συνδρομή

χρήστης

498,37

3.

Τηλεφόρτωση

3.1.

– από τον ιστότοπο της Υπηρεσίας

εγγραφή

0,10

3.2.

– μέσω επιγραμμικών υπηρεσιών της Υπηρεσίας

εγγραφή

0,10

3.3

– μέσω CD

εγγραφή

0.10

4.

Αναζήτηση δεδομένων

4.1.

– εντύπως

κάθε νέα σελίδα

19,51

4.2.

– σε μορφή αρχείου

εγγραφή

0,20

ελαχ. 19,51

Στα τέλη που αναφέρονται στην παρούσα παράγραφο επιβάλλεται φόρος προστιθέμενης αξίας.

Στο άρθρο 5 παράγραφος 1 των κανόνων αναφέρεται ότι τα τέλη εκτέλεσης πρέπει να κατανέμονται μεταξύ της Οικονομικής Υπηρεσίας και των τραπεζών οι οποίες εντέλλονται από την Οικονομική Υπηρεσία, στο πλαίσιο διαδικασίας δυνάμει εκτελεστού τίτλου, να εισπράξουν τα οφειλόμενα ποσά, και ότι η Οικονομική Υπηρεσία εισπράττει ποσοστό 55% του τέλους και οι τράπεζες 45%.

Στις διαδικασίες για την έκδοση διαταγής δέσμευσης ή σε περίπτωση άσκησης προσφυγής κατά διαταγής δέσμευσης, προβλέπεται η καταβολή δικαστικών εξόδων επί της αξίας της αίτησης, σύμφωνα με τον νόμο περί δικαστικών εξόδων (NN, αριθ. 74/95, 57/96, 137/02, 125/11, 112/12, 157/13 και 110/15) — πρβλ. γνωστοποίηση ως προς το άρθρο 50 παράγραφος 1 στοιχείο ιδ) του κανονισμού.

Άρθρο 50 παράγραφος 1 στοιχείο ια) – Κατάταξη, ενδεχομένως, ισοδύναμων εθνικών διαταγών

Η κατάταξη δυνάμει του άρθρου 32 του κανονισμού διέπεται από το άρθρο 78 του νόμου περί εκτέλεσης, όπου προβλέπεται ότι, όταν περισσότεροι δανειστές εγείρουν χρηματικές αξιώσεις έναντι του ίδιου οφειλέτη για το ίδιο αντικείμενο εκτέλεσης, οι εν λόγω αξιώσεις διευθετούνται με τη σειρά με την οποία οι δανειστές απέκτησαν το δικαίωμα διακανονισμού επί του εν λόγω αντικειμένου, εκτός εάν προβλέπεται άλλως από τον νόμο.

Η σειρά προτεραιότητας για τις εμπράγματες ασφάλειες περισσότερων δανειστών καθορίζεται βάσει της ημερομηνίας παραλαβής της διαταγής δέσμευσης (άρθρο 180 του νόμου περί εκτέλεσης) – σύνδεσμος: Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροhttps://narodne-novine.nn.hr/

Άρθρο 50 παράγραφος 1 στοιχείο ιβ) – Δικαστήρια ή αρχή εκτέλεσης που έχει αρμοδιότητα επί προσφυγής

Η αρχή που είναι αρμόδια να αποφανθεί επί αίτησης δανειστή για ανάκληση ή μεταρρύθμιση διαταγής δέσμευσης, όπως αναφέρεται στο άρθρο 33 του κανονισμού, είναι το δικαστήριο της Κροατίας το οποίο εξέδωσε τη διαταγή δέσμευσης.

Η αρχή που είναι αρμόδια να αποφανθεί επί αίτησης οφειλέτη για περιορισμό ή παύση της εκτέλεσης διαταγής δέσμευσης στη Δημοκρατία της Κροατίας, όπως αναφέρεται στο άρθρο 34 παράγραφοι 1 και 2 του κανονισμού, είναι η εξής:

Δημοτικό πολιτικό δικαστήριο του Ζάγκρεμπ

Ulica grada Vukovara 84

10000 Zagreb.

Άρθρο 50 παράγραφος 1 στοιχείο ιγ) – Δικαστήρια στα οποία πρέπει να ασκείται το ένδικο μέσο και τυχόν προθεσμία άσκησής του

Το δικαστήριο που είναι αρμόδιο να αποφανθεί επί έφεσης κατά απόφασης του πρωτοδικείου, όπως αναφέρεται στο άρθρο 37 του κανονισμού, σε συνδυασμό με τα άρθρα 33, 34 και 35 του κανονισμού, είναι το ανώτερο δικαστήριο που ήταν αρμόδιο να αποφανθεί επί έφεσης κατά της απόφασης σχετικά με την εγγύηση (κομητειακά δικαστήρια ή ανώτατο εμποροδικείο της Δημοκρατίας της Κροατίας — άρθρα 34a και 34c του κώδικα πολιτικής δικονομίας, από κοινού με το άρθρο 21 παράγραφος 1 του νόμου περί εκτέλεσης.

Η έφεση πρέπει να ασκηθεί εντός οκτώ ημερών από την ημερομηνία επίδοσης της απόφασης (άρθρο 11 του νόμου περί εκτέλεσης) και να ασκηθεί μέσω του δικαστηρίου που εξέδωσε την απόφαση (άρθρο 357 του κώδικα πολιτικής δικονομίας).

Στο άρθρο 2 παράγραφοι 1 και 9 του νόμου περί εκτέλεσης αναφέρεται ότι ως «απόφαση σχετικά με εγγύηση» νοείται η απόφαση για έγκριση, εν όλω ή εν μέρει, πρότασης εγγύησης ή για διαταγή εγγύησης αυτεπαγγέλτως.

Άρθρο 50 παράγραφος 1 στοιχείο ιδ) – Δικαστικά έξοδα

Σε διαδικασίες για την έκδοση διαταγής δέσμευσης ή την άσκηση προσφυγής κατά αυτής, όπως αναφέρεται στο άρθρο 42 του κανονισμού, τα δικαστικά έξοδα καταβάλλονται βάσει της αξίας της αίτησης, ως ακολούθως:

  • αίτηση για έκδοση διαταγής δέσμευσης ως πρόταση για εγγύηση
  • απόφαση επί αίτησης έκδοσης διαταγής δέσμευσης ως απόφαση για εγγύηση
  • καταθέσεις, όπως αναφέρεται στο άρθρο 364β παράγραφοι 2 έως 5 του νόμου περί εκτέλεσης, υπό μορφή έφεσης κατά απόφασης σχετικά με εγγύηση.

Εκτός αν ορίζεται διαφορετικά, το τέλος καταβάλλεται κατά την υποβολή πρότασης για την εκτέλεση διαταγής δέσμευσης ή κατά την άσκηση έφεσης, όπως ορίζεται στο άρθρο 4 του νόμου περί πτώχευσης καταναλωτών.

Τα δικαστικά έξοδα μπορούν να υπολογίζονται για κάθε μεμονωμένη πράξη, ανάλογα με την αξία του αντικειμένου της διαφοράς, σύμφωνα με τον ακόλουθο πίνακα:

Πάνω από

έως... HRK

HRK

0,00

3 000,00

100,00

3 000,00

6 000,00

200,00

6 000,00

9 000,00

300,00

9 000,00

12 000,00

400,00

12 000,00

15 000,00

500,00

Για ποσά άνω των 15 000,00 HRK καταβάλλεται τέλος ύψους 500,00 HRK, συν 1% επί του ποσού που υπερβαίνει τα 15 000,00 HRK, με ανώτατο όριο τα 5 000,00 HRK.

Άρθρο 50 παράγραφος 1 στοιχείο ιε) – Γλώσσες που γίνονται δεκτές για τη μετάφραση των εγγράφων

Άνευ αντικειμένου.

Τελευταία επικαιροποίηση: 30/07/2021

Την έκδοση αυτής της σελίδας στην εθνική γλώσσα διαχειρίζεται το εκάστοτε κράτος μέλος. Οι μεταφράσεις έχουν γίνει από την αρμόδια υπηρεσία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Οι τυχόν αλλαγές που επιφέρει η αρμόδια εθνική αρχή στο πρωτότυπο ενδέχεται να μην έχουν περιληφθεί ακόμα στις μεταφράσεις. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή δεν αναλαμβάνει καμία ευθύνη όσον αφορά τις πληροφορίες ή τα στοιχεία που περιλαμβάνονται ή για τα οποία γίνεται λόγος στο παρόν έγγραφο. Βλ. την ανακοίνωση νομικού περιεχομένου για τους κανόνες πνευματικής ιδιοκτησίας που ισχύουν στο κράτος μέλος που είναι αρμόδιο για την παρούσα σελίδα.

Η πρωτότυπη γλωσσική έκδοση ιταλικά αυτής της σελίδας τροποποιήθηκε πρόσφατα. Η γλωσσική έκδοση που βλέπετε τώρα βρίσκεται στο στάδιο της μετάφρασης.

Ευρωπαϊκή Διαταγή Δέσμευσης Λογαριασμού - Ιταλία

Άρθρο 50 παράγραφος 1 στοιχείο α) – Δικαστήρια που έχουν οριστεί ως αρμόδια για την έκδοση διαταγής δέσμευσης

Το μονομελές πρωτοδικείο του τόπου όπου συντάχθηκε το δημόσιο έγγραφο.

Άρθρο 50 παράγραφος 1 στοιχείο β) – Αρχή που έχει οριστεί ως αρμόδια για τη λήψη των στοιχείων λογαριασμού

Ο πρόεδρος του πρωτοδικείου του τόπου διαμονής (residenza), κατοικίας (domicilio) ή παραμονής (dimora) του οφειλέτη, ή της έδρας του, αν ο οφειλέτης είναι νομικό πρόσωπο. Αν ο οφειλέτης δεν έχει τόπο διαμονής, κατοικίας ή παραμονής στην Ιταλία, ή την έδρα του σ’ αυτήν, αν είναι νομικό πρόσωπο, η αρμόδια αρχή είναι ο πρόεδρος του πρωτοδικείου της Ρώμης.

Άρθρο 50 παράγραφος 1 στοιχείο γ) – Μέθοδοι για τη λήψη των στοιχείων λογαριασμού

Για τη λήψη πληροφοριών σχετικά με τραπεζικούς λογαριασμούς, το ιταλικό δίκαιο προβλέπει δυνατότητα πρόσβασης της αρχής πληροφόρησης σε πληροφορίες που τηρούνται σε δημόσια μητρώα.

Άρθρο 50 παράγραφος 1 στοιχείο δ) – Δικαστήρια στα οποία ασκείται το ένδικο μέσο κατά της άρνησης έκδοσης της ευρωπαϊκής διαταγής δέσμευσης

Το τριμελές πρωτοδικείο στο οποίο υπηρετεί ο δικαστής που εξέδωσε τη διαταγή δέσμευσης.

Άρθρο 50 παράγραφος 1 στοιχείο ε) – Αρχή που έχει οριστεί ως αρμόδια για την παραλαβή, διαβίβαση και επίδοση ή κοινοποίηση της διαταγής δέσμευσης και άλλων εγγράφων

Η αρμοδιότητα για την παραλαβή, διαβίβαση και επίδοση ή κοινοποίηση εγγράφων ανήκει:

α) στον δικαστικό επιμελητή στις περιπτώσεις του άρθρου 23 παράγραφος 5 του κανονισμού

β) στη γραμματεία του δικαστηρίου που εξέδωσε τη διαταγή δέσμευσης στις περιπτώσεις του άρθρου 10 παράγραφος 2, του άρθρου 23 παράγραφοι 3 και 6, του άρθρου 25 παράγραφος 3 και του άρθρου 36 παράγραφος 5 του κανονισμού

γ) στη γραμματεία του δικαστηρίου που είναι αρμόδιο για την εκτέλεση στην περίπτωση του άρθρου 27 παράγραφος 2 του κανονισμού

δ) στη γραμματεία του δικαστηρίου της κατοικίας του οφειλέτη στις περιπτώσεις του άρθρου 28 παράγραφος 3 του κανονισμού.

Εάν η διαταγή δέσμευσης εκδόθηκε σε άλλο κράτος μέλος στις περιπτώσεις που αναφέρονται στο άρθρο 10 παράγραφος 2, στο άρθρο 23 παράγραφοι 3 και 6 ή στο άρθρο 25 παράγραφος 3, αρμόδιο είναι το πρωτοδικείο που είναι αρμόδιο για την εκτέλεση διαταγής δέσμευσης [βλ. άρθρο 50 παράγραφος 1 στοιχείο στ)].

Άρθρο 50 παράγραφος 1 στοιχείο στ) – Αρμόδια για την εκτέλεση της διαταγής δέσμευσης αρχή

Το πρωτοδικείο του τόπου κατοικίας του τρίτου (άρθρο 678 του κώδικα πολιτικής δικονομίας), το οποίο ενεργεί σύμφωνα με τους κανόνες της κατάσχεσης στα χέρια τρίτου.

Άρθρο 50 παράγραφος 1 στοιχείο ζ) – Βαθμός στον οποίο επιτρέπεται η δέσμευση κοινών λογαριασμών και λογαριασμών αντιπροσώπου

Κοινοί λογαριασμοί και λογαριασμοί αντιπροσώπου με περισσότερους από έναν δικαιούχους μπορούν να δεσμευτούν μόνο κατά τον λόγο του μεριδίου του οφειλέτη. Τα μερίδια των συνδικαιούχων θεωρούνται ίσα, εκτός εάν υπάρχει απόδειξη για το αντίθετο.

Άρθρο 50 παράγραφος 1 στοιχείο η) – Εφαρμοστέοι κανόνες όσον αφορά τα ποσά που εξαιρούνται από την κατάσχεση

Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 545 και 671 του κώδικα πολιτικής δικονομίας, προκύπτει ότι τα εξής εξαιρούνται από την κατάσχεση:

α) απαιτήσεις διατροφής, εκτός αν η κατάσχεση αφορά σκοπούς διατροφής, αλλά μόνο με την έγκριση του προέδρου του δικαστηρίου ή δικαστή που έχει οριστεί από αυτόν και μόνο κατά το μέρος αυτών που ορίζεται με δικαστική απόφαση

β) επιδόματα φιλανθρωπικού χαρακτήρα ή επιδόματα διαβίωσης προς πρόσωπα σε κατάσταση ένδειας, επιδόματα μητρότητας και ασθενείας και βοηθήματα κηδείας από ασφαλιστικούς φορείς, ιδρύματα κοινωνικής ασφάλισης και κοινωφελή ιδρύματα

γ) ποσά που οφείλονται από ιδιώτες για ημερομίσθια, μισθούς ή άλλες καταβολές που συνδέονται με σχέση εργασίας ή απασχόλησης, συμπεριλαμβανομένης της αποζημίωσης απόλυσης, μπορούν να κατασχεθούν για πληρωμές διατροφής μόνο με την έγκριση του προέδρου του δικαστηρίου ή δικαστή που έχει οριστεί από αυτόν. Μόνο έως το ένα πέμπτο των ποσών αυτών μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο κατάσχεσης. Σε περίπτωση συρροής κατασχέσεων επειδή συντρέχουν περισσότεροι από ένας από τους προαναφερθέντες λόγους, το ποσό της κατάσχεσης δεν μπορεί να υπερβαίνει το μισό του συνόλου των ως άνω ποσών

δ) ισόβια πρόσοδος, εάν έχει συσταθεί δωρεάν, όταν προβλέπεται ότι δεν επιτρέπεται να αποτελέσει αντικείμενο κατάσχεσης ή συντηρητικής κατάσχεσης πέραν του ορίου των αναγκών διαβίωσης του δανειστή

ε) ποσά που είναι καταβλητέα από ασφαλιστή στον αντισυμβαλλόμενο ή στον δικαιούχο της ασφάλισης, με την επιφύλαξη, αναφορικά με τα καταβληθέντα ασφάλιστρα, των διατάξεων σχετικά με την ανάκληση βλαπτικών για τους δανειστές δικαιοπραξιών και με την κληρονομική συνεισφορά, τον καταλογισμό και την αφαίρεση χαριστικών παροχών.

στ) ποσά που οφείλονται για συντάξεις, επιδόματα που καταβάλλονται εν είδει σύνταξης ή άλλης συνταξιοδοτικής παροχής, υπό τον όρο ότι εξαιρείται από την κατάσχεση ποσό που αντιστοιχεί στο ανώτατο μηνιαίο όριο της ελάχιστης κοινωνικής σύνταξης πλέον 50% και ότι το μέρος που υπερβαίνει το ποσό αυτό μπορεί να κατασχεθεί εντός των ορίων που προβλέπονται στα σημεία γ) και δ)

ζ) ειδικά ταμεία συνταξιοδότησης και αρωγής που έχουν συσταθεί από επιχείρηση, συμπεριλαμβανομένων και εκείνων στα οποία δεν καταβάλλουν εισφορές οι εργαζόμενοι, όταν πρόκειται για απαιτήσεις των πιστωτών ή των εργαζομένων της επιχείρησης.

Προβλέπεται επίσης ότι ποσά που οφείλονται ως ημερομίσθια, μισθοί ή άλλες καταβολές που συνδέονται με σχέση εργασίας ή απασχόλησης, συμπεριλαμβανομένων των αποζημιώσεων λόγω απόλυσης και συνταξιοδότησης, καθώς και επιδόματα που καταβάλλονται εν είδει σύνταξης ή άλλης συνταξιοδοτικής παροχής, όταν πιστώνονται σε τραπεζικό ή ταχυδρομικό λογαριασμό στο όνομα του οφειλέτη, μπορούν να κατασχεθούν κατά το ποσό που υπερβαίνει το τριπλάσιο της ελάχιστης κοινωνικής σύνταξης, όταν ο λογαριασμός πιστώνεται πριν από την κατάσχεση. Όταν ο λογαριασμός πιστώνεται από την ημερομηνία κατάσχεσης και έπειτα, τα ποσά αυτά μπορούν να κατασχεθούν εντός των ορίων που καθορίζονται στις παραγράφους 3, 4, 5 και 7 και σύμφωνα με τις ειδικές διατάξεις του νόμου.

Το βάρος της απόδειξης για την εξαίρεση της απαίτησης από τη δέσμευση φέρει ο οφειλέτης.

Άρθρο 50 παράγραφος 1 στοιχείο θ) – Τέλη, αν χρεώνονται από τις τράπεζες, για την εκτέλεση ισοδύναμων εθνικών διαταγών ή για την παροχή στοιχείων λογαριασμού και πληροφοριών ως προς το ποιο μέρος υποχρεούται να καταβάλλει τα εν λόγω τέλη

Κατά κανόνα, ο μεσεγγυούχος περιουσιακών στοιχείων που αποτελούν αντικείμενο διαταγής δέσμευσης, δηλαδή, στην περίπτωση τραπεζικών λογαριασμών, η τράπεζα, έχει δικαίωμα να ζητήσει αμοιβή για τη φύλαξη και τη συντήρηση των περιουσιακών στοιχείων. Η αμοιβή υπολογίζεται σύμφωνα με ισχύοντα πίνακα τιμών ή με τις τιμές που συνήθως ισχύουν, ενώ προστίθεται σ’ αυτήν και αποζημίωση για τις τεκμηριωμένες δαπάνες που είναι απαραίτητες για τη συντήρηση των περιουσιακών στοιχείων. Στις δαπάνες αυτές συμπεριλαμβάνονται και οι δαπάνες διαβίβασης της δήλωσης που αναφέρεται στο άρθρο 25 του κανονισμού.

Υπόχρεος (προσωρινά) για την καταβολή τους είναι ο αιτών. Το δικαστήριο αποφασίζει ποιος θα είναι ο τελικός υπόχρεος.

Η γνωστοποίηση στοιχείων λογαριασμού σύμφωνα με το άρθρο 14 δεν δικαιολογεί τη χρέωση τελών από τις τράπεζες. Οι τράπεζες υποχρεούνται από τον νόμο να ενημερώνουν τα μητρώα τα οποία χρησιμοποιούνται στην Ιταλία για τη λήψη στοιχείων λογαριασμών σύμφωνα με το άρθρο 14 του κανονισμού.

Άρθρο 50 παράγραφος 1 στοιχείο ι) – Την κλίμακα τελών ή άλλους κανόνες για τον καθορισμό των τελών που χρεώνονται από οιαδήποτε αρχή ή άλλο φορέα που συμμετέχει στη διεκπεραίωση ή εκτέλεση της διαταγής δέσμευσης

Με την επιφύλαξη των δικαστικών εξόδων του άρθρου 42 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 655/2014, για τη διεκπεραίωση και την εκτέλεση διαταγής δέσμευσης για την οποία υποβάλλεται αίτηση στην Ιταλία, χρεώνονται έξοδα για την έκδοση αντιγράφων των δικαστικών διαταγών και για την αμοιβή του δικαστικού επιμελητή για την επίδοση εγγράφων.

Οι χρεώσεις για την έκδοση αντιγράφων ορίζονται στον πίνακα του παραρτήματος 7 του προεδρικού διατάγματος 115, της 30ής Μαΐου 2012, «Ενοποιημένες νομοθετικές και κανονιστικές διατάξεις περί δικαστικών εξόδων» (Testo unico delle disposizioni legislative e regolamentari in tema di spese di giustizia).

Αναφορικά με τα τέλη επίδοσης εγγράφων, πρέπει να γίνει διάκριση ανάλογα με το αν η επίδοση γίνεται από τον επιμελητή απευθείας στον παραλήπτη ή εάν γίνεται ταχυδρομικώς. Στην πρώτη περίπτωση, καταβάλλονται στον δικαστικό επιμελητή έξοδα μετακίνησης σύμφωνα με το άρθρο 27 των ως άνω ενοποιημένων διατάξεων, τα οποία υπολογίζονται σύμφωνα με το άρθρο 35 αυτών και λαμβάνοντας υπόψη τους δείκτες αναφοράς που ενημερώνονται ετησίως με απόφαση του Υπουργείου Δικαιοσύνης. Στη δεύτερη περίπτωση, αντί εξόδων μετακίνησης, καταβάλλονται τα έξοδα αποστολής. Και στις δύο περιπτώσεις, δηλαδή τόσο στην περίπτωση της άμεσης επίδοσης στον παραλήπτη όσο και στην περίπτωση της ταχυδρομικής επίδοσης, καταβάλλεται το τέλος που προβλέπεται στο άρθρο 27 των ως άνω ενοποιημένων διατάξεων και που υπολογίζεται βάσει του άρθρου 34. Όταν η επίδοση είναι επείγουσα, τόσο το τέλος όσο και τα έξοδα προσαυξάνονται σύμφωνα με το άρθρο 36 των ενοποιημένων διατάξεων.

Για τα άρθρα που αναφέρονται ανωτέρω και το παράρτημα 7 του προεδρικού διατάγματος 115/2014, βλ. στον ακόλουθο Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροσύνδεσμο.

Άρθρο 50 παράγραφος 1 στοιχείο ια) – Κατάταξη, ενδεχομένως, ισοδύναμων εθνικών διαταγών

Δεν προβλέπεται κατάταξη των εθνικών διαταγών.

Άρθρο 50 παράγραφος 1 στοιχείο ιβ) – Δικαστήρια ή αρχή εκτέλεσης που έχει αρμοδιότητα επί προσφυγής

Το μονομελές πρωτοδικείο.

Άρθρο 50 παράγραφος 1 στοιχείο ιγ) – Δικαστήρια στα οποία πρέπει να ασκείται το ένδικο μέσο και τυχόν προθεσμία άσκησής του

Κατά απόφασης που έχει εκδοθεί σύμφωνα με τα άρθρα 33, 34 και 35 του κανονισμού, επιτρέπεται η άσκηση ένδικου μέσου ενώπιον του τριμελούς πρωτοδικείου. Η προθεσμία άσκησης του ένδικου μέσου είναι δεκαπέντε ημέρες και αρχίζει από τη δημοσίευση της διαταγής από το δικαστήριο ή από την κοινοποίηση ή από την επίδοσή της, εάν αυτή προηγείται.

Άρθρο 50 παράγραφος 1 στοιχείο ιδ) – Δικαστικά έξοδα

Α) Τα δικαστικά έξοδα για την έκδοση διαταγής δέσμευσης ποικίλλουν ανάλογα με την αξία της απαίτησης και τον βαθμό δικαιοδοσίας, σε συνδυασμό με τον χρόνο κατάθεσης της αίτησης:

α) για απαιτήσεις έως το ποσό των 1 100 ευρώ, τα έξοδα έχουν ως εξής: 21,50 ευρώ για πρωτοβάθμια διαδικασία 32,25 ευρώ για δευτεροβάθμια διαδικασία 43 ευρώ για αίτηση αναίρεσης

β) για απαιτήσεις από 1 100 έως 5 200 ευρώ, τα έξοδα έχουν ως εξής: 49 ευρώ για πρωτοβάθμια διαδικασία 73,50 ευρώ για δευτεροβάθμια διαδικασία 98 ευρώ για αίτηση αναίρεσης

γ) για απαιτήσεις από 5 200 έως 26 000 ευρώ, τα έξοδα έχουν ως εξής: 118,50 ευρώ για πρωτοβάθμια διαδικασία 177,75 ευρώ για δευτεροβάθμια διαδικασία 237 ευρώ για αίτηση αναίρεσης

δ) για απαιτήσεις από 26 000 έως 52 000 ευρώ, τα έξοδα έχουν ως εξής: 259 ευρώ για πρωτοβάθμια διαδικασία 388,50 ευρώ για δευτεροβάθμια διαδικασία 518 ευρώ για αίτηση αναίρεσης

ε) για απαιτήσεις από 52 000 έως 260 000 ευρώ, τα έξοδα έχουν ως εξής: 379,50 ευρώ για πρωτοβάθμια διαδικασία 569,25 ευρώ για δευτεροβάθμια διαδικασία 759 ευρώ για αίτηση αναίρεσης

στ) για απαιτήσεις από 260 000 έως 520 000 ευρώ, τα έξοδα έχουν ως εξής: 607 ευρώ για πρωτοβάθμια διαδικασία 910,50 ευρώ για δευτεροβάθμια διαδικασία 1 214 ευρώ για αίτηση αναίρεσης

ζ) για απαιτήσεις που υπερβαίνουν το ποσό των 520 000 ευρώ, τα έξοδα έχουν ως εξής: 843 ευρώ για πρωτοβάθμια διαδικασία, 1 264,50 ευρώ για δευτεροβάθμια διαδικασία, 1 686 ευρώ για αίτηση αναίρεσης

η) για απαιτήσεις μη καθορισμένης αξίας, τα έξοδα έχουν ως εξής: 259 ευρώ για πρωτοβάθμια διαδικασία, 388,50 ευρώ για δευτεροβάθμια διαδικασία, 518 ευρώ για αίτηση αναίρεσης Ωστόσο, για υποθέσεις που εμπίπτουν στην αποκλειστική αρμοδιότητα του ειρηνοδικείου σύμφωνα με το άρθρο 7 του κώδικα πολιτικής δικονομίας, τα έξοδα έχουν ως εξής: 118,50 ευρώ για πρωτοβάθμια διαδικασία, 177,75 ευρώ για δευτεροβάθμια διαδικασία, 237 ευρώ για αίτηση αναίρεσης

Επιπροσθέτως των προαναφερθέντων εξόδων, εάν η αίτηση για τη διαταγή δέσμευσης κατατεθεί πριν από την έναρξη της δίκης επί της ουσίας της υπόθεσης, καταβάλλεται, για κάθε δίκη, κατ’ αποκοπή προκαταβολή 27 ευρώ για έξοδα επίδοσης ή κοινοποίησης.

Β) Τα δικαστικά έξοδα για την κατάθεση ένδικου βοηθήματος κατά διαταγής δέσμευσης είναι 147 ευρώ σε κάθε περίπτωση.

Επιπροσθέτως των εν λόγω εξόδων, εάν η αίτηση για τη διαταγή δέσμευσης κατατεθεί πριν από την έναρξη της κύριας δίκης, καταβάλλεται, για κάθε δίκη, κατ’ αποκοπή προκαταβολή 27 ευρώ για έξοδα επίδοσης.

Τα έξοδα καταβάλλονται στην αρχή της διαδικασίας, κατά την κατάθεση του ένδικου βοηθήματος.

Άρθρο 50 παράγραφος 1 στοιχείο ιε) – Γλώσσες που γίνονται δεκτές για τη μετάφραση των εγγράφων

Γίνονται δεκτές μόνο μεταφράσεις στα ιταλικά.

Τελευταία επικαιροποίηση: 26/07/2021

Την έκδοση αυτής της σελίδας στην εθνική γλώσσα διαχειρίζεται το εκάστοτε κράτος μέλος. Οι μεταφράσεις έχουν γίνει από την αρμόδια υπηρεσία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Οι τυχόν αλλαγές που επιφέρει η αρμόδια εθνική αρχή στο πρωτότυπο ενδέχεται να μην έχουν περιληφθεί ακόμα στις μεταφράσεις. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή δεν αναλαμβάνει καμία ευθύνη όσον αφορά τις πληροφορίες ή τα στοιχεία που περιλαμβάνονται ή για τα οποία γίνεται λόγος στο παρόν έγγραφο. Βλ. την ανακοίνωση νομικού περιεχομένου για τους κανόνες πνευματικής ιδιοκτησίας που ισχύουν στο κράτος μέλος που είναι αρμόδιο για την παρούσα σελίδα.

Ευρωπαϊκή Διαταγή Δέσμευσης Λογαριασμού - Κύπρος

Άρθρο 50 παράγραφος 1 στοιχείο α) – Δικαστήρια που έχουν οριστεί ως αρμόδια για την έκδοση διαταγής δέσμευσης

Αρμόδια δικαστήρια για την έκδοση διαταγής δέσμευσης είναι τα Επαρχιακά Δικαστήρια.

 

Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας

• Οδός: Χαράλαμπου Μούσκου, 1405, Λευκωσία, Κύπρος

• Τηλέφωνο: (+357) 22865518

• Τηλεομοιότυπο: (+357) 22304212 / 22805330

• Ηλεκτρονική Διεύθυνση: Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροchief.reg@sc.judicial.gov.cy

 

Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού

• Οδός: Λεωφ. Λόρδου Βύρωνος 8, Τ. Θ. 54619, 3726, Λεμεσός, Κύπρος

• Τηλέφωνο:(+357) 25806100 / 25806128

• Τηλεομοιότυπο:(+357) 25305311

• Ηλεκτρονική Διεύθυνση: Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροchief.reg@sc.judicial.gov.cy

 

Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακας

• Οδός: Λεωφ. Αρτέμιδος, 6301, Λάρνακα, Τ. Θ. 40107, Κύπρος

• Τηλέφωνο: (+357) 24802721

• Τηλεομοιότυπο: (+357) 24802800

• Ηλεκτρονική Διεύθυνση: Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροchief.reg@sc.judicial.gov

 

Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου

• Οδός: Γωνία των οδών Νεοφύτου & Νίκου Νικολαΐδη, 8100 – Πάφος, Τ. Θ. 60007, Κύπρος

• Τηλέφωνο:(+357) 26802601

• Τηλεομοιότυπο:(+357) 26306395

• Ηλεκτρονική Διεύθυνση: Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροchief.reg@sc.judicial.gov.cy

 

Επαρχιακό Δικαστήριο Αμμοχώστου

• Οδός: Σωτήρας 2, Μέγαρο Τζιβάνη, 5286, Παραλίμνι, Κύπρος

• Τηλέφωνο: (+357) 23730950 / 23742075

• Τηλεομοιότυπο: (+357) 23741904

• Ηλεκτρονική Διεύθυνση: Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροchief.reg@sc.judicial.gov.cy

Άρθρο 50 παράγραφος 1 στοιχείο β) – Αρχή που έχει οριστεί ως αρμόδια για τη λήψη των στοιχείων λογαριασμού

Η Αρχή που έχει οριστεί ως αρμόδια για τη λήψη των στοιχείων του λογαριασμού είναι η Κεντρική Τράπεζα.

Στοιχεία επικοινωνίας:

Ταχυδρομική Διεύθυνση:

Κεντρική Τράπεζα

Λεωφόρος Τζων Κέννεντυ 80

1076 Λευκωσία

Κύπρος

ή Τ.Θ. 25529, 1395 Λευκωσία

Τηλέφωνο: +357 22714100

Τηλεομοιότυπο: +357 22714959

Ηλεκτρ. Διεύθυνση: Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροcbcinfo@centralbank.gov.cy

Άρθρο 50 παράγραφος 1 στοιχείο γ) – Μέθοδοι για τη λήψη των στοιχείων λογαριασμού

Oι πληροφορίες παρέχονται από τα τραπεζικά ή πιστωτικά ιδρύματα στην Aρχή Πληροφόρησης ως αυτή ορίζεται στο εδάφιο (2Α) του άρθρου 6 των περί της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου Νόμων του 2002 έως 2017, δηλαδή στην Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου (άρθρο 14.5(α) του Καν.655/2014).

Άρθρο 50 παράγραφος 1 στοιχείο δ) – Δικαστήρια στα οποία ασκείται το ένδικο μέσο κατά της άρνησης έκδοσης της ευρωπαϊκής διαταγής δέσμευσης

Έφεση εναντίον απόφασης Επαρχιακού Δικαστηρίου ασκείται στο Ανώτατο Δικαστήριο.

Ανώτατο Δικαστήριο

• Οδός: Χαράλαμπου Μούσκου, 1404, Λευκωσία, Κύπρος

• Τηλέφωνο: (+357) 22865741

• Τηλεομοιότυπο: (+357) 22304500

Ηλεκτρονική Διεύθυνση: Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροchief.reg@sc.judicial.gov.cy

Άρθρο 50 παράγραφος 1 στοιχείο ε) – Αρχή που έχει οριστεί ως αρμόδια για την παραλαβή, διαβίβαση και επίδοση ή κοινοποίηση της διαταγής δέσμευσης και άλλων εγγράφων

Ως αρμόδια αρχή για τη διενέργεια των πιο πάνω έχει ορισθεί το Υπουργείο Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξεως.

Άρθρο 50 παράγραφος 1 στοιχείο στ) – Αρμόδια για την εκτέλεση της διαταγής δέσμευσης αρχή

Η αρμόδια αρχή εκτέλεσης της διαταγής δυνάμει του άρθρου 23(2) του Καν.655/2014 είναι οι δικαστικοί επιδότες.

Άρθρο 50 παράγραφος 1 στοιχείο ζ) – Βαθμός στον οποίο επιτρέπεται η δέσμευση κοινών λογαριασμών και λογαριασμών αντιπροσώπου

Δεν υπάρχει εθνική νομοθεσία που να ρυθμίζει το ζήτημα της δέσμευσης κοινών λογαριασμών και λογαριασμών αντιπροσώπου σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις. Ο διάδικος ο οποίος επιθυμεί να δεσμεύσει τέτοιο λογαριασμό αποτείνεται στο Δικαστήριο με σχετική αίτηση και το Δικαστήριο, στα πλαίσια των γενικότερων του εξουσιών, είναι αυτό που διατάσσει τη δέσμευση ή μη μέρους ή ολόκληρου του ποσού, έχοντας λάβει υπόψη όλα τα περιστατικά της υπόθεσης.

Άρθρο 50 παράγραφος 1 στοιχείο η) – Εφαρμοστέοι κανόνες όσον αφορά τα ποσά που εξαιρούνται από την κατάσχεση

Δεν υπάρχουν ειδικοί κανόνες ρύθμισης και εξαίρεσης τέτοιων ποσών σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις, εκτός από τα ποσά που είναι δεσμευμένα στη βάση ποινικής διαδικασίας, τα οποία εξαιρούνται από δέσμευση και κατάσχεση δυνάμει του άρθρου 9(Β) των Περί Εισπράξεων Φόρων Νόμων του 1962 και 2014 και της παραγράφου 13 του Δέκατου Παραρτήματος του περί Φόρου Προστιθέμενης Αξίας Νόμου του 2000 μέχρι 2014, για σκοπούς είσπραξης οφειλόμενης φορολογίας

Άρθρο 50 παράγραφος 1 στοιχείο θ) – Τέλη, αν χρεώνονται από τις τράπεζες, για την εκτέλεση ισοδύναμων εθνικών διαταγών ή για την παροχή στοιχείων λογαριασμού και πληροφοριών ως προς το ποιο μέρος υποχρεούται να καταβάλλει τα εν λόγω τέλη

Δεν υπάρχει ειδική ρύθμιση βάσει του εθνικού δικαίου που να απαγορεύει την χρέωση τέτοιων τελών από τις τράπεζες, οι οποίες τα επιβάλλουν στον κάτοχο του λογαριασμού.

Άρθρο 50 παράγραφος 1 στοιχείο ι) – Την κλίμακα τελών ή άλλους κανόνες για τον καθορισμό των τελών που χρεώνονται από οιαδήποτε αρχή ή άλλο φορέα που συμμετέχει στη διεκπεραίωση ή εκτέλεση της διαταγής δέσμευσης

Δεν υπάρχουν έξοδα

Άρθρο 50 παράγραφος 1 στοιχείο ια) – Κατάταξη, ενδεχομένως, ισοδύναμων εθνικών διαταγών

Δεν υπάρχει ρύθμιση

Άρθρο 50 παράγραφος 1 στοιχείο ιβ) – Δικαστήρια ή αρχή εκτέλεσης που έχει αρμοδιότητα επί προσφυγής

Επαρχιακά Δικαστήρια ως το Άρθρο 50 (1) (α).

Άρθρο 50 παράγραφος 1 στοιχείο ιγ) – Δικαστήρια στα οποία πρέπει να ασκείται το ένδικο μέσο και τυχόν προθεσμία άσκησής του

Έφεση εναντίον απόφασης Επαρχιακού Δικαστηρίου ασκείται στο Ανώτατο Δικαστήριο (άρθρο 21) εντός 42 ημερών όπως προβλέπεται στη διαταγή 35 (2) των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Έφεση εναντίον ενδιάμεσης απόφασης ασκείται εντός 14 ημερών από την ημερομηνία έκδοσης της ενδιάμεσης απόφασης

Άρθρο 50 παράγραφος 1 στοιχείο ιδ) – Δικαστικά έξοδα

Τα αναλυτικά έξοδα βρίσκονται στο ακόλουθο link από τη σελίδα 19-30

Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροhttp://www.mof.gov.cy/mof/gpo/gpo.nsf/All/3E30E42654C520BDC225744B002A481D/$file/4077%2016.5.2008%20Parartima%202o%20Meros%20I.pdf

Άρθρο 50 παράγραφος 1 στοιχείο ιε) – Γλώσσες που γίνονται δεκτές για τη μετάφραση των εγγράφων

Πέρα από την Ελληνική, γίνεται αποδεκτή μετάφραση των εγγράφων στην Αγγλική.

Τελευταία επικαιροποίηση: 08/11/2021

Την έκδοση αυτής της σελίδας στην εθνική γλώσσα διαχειρίζεται το εκάστοτε κράτος μέλος. Οι μεταφράσεις έχουν γίνει από την αρμόδια υπηρεσία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Οι τυχόν αλλαγές που επιφέρει η αρμόδια εθνική αρχή στο πρωτότυπο ενδέχεται να μην έχουν περιληφθεί ακόμα στις μεταφράσεις. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή δεν αναλαμβάνει καμία ευθύνη όσον αφορά τις πληροφορίες ή τα στοιχεία που περιλαμβάνονται ή για τα οποία γίνεται λόγος στο παρόν έγγραφο. Βλ. την ανακοίνωση νομικού περιεχομένου για τους κανόνες πνευματικής ιδιοκτησίας που ισχύουν στο κράτος μέλος που είναι αρμόδιο για την παρούσα σελίδα.

Ευρωπαϊκή Διαταγή Δέσμευσης Λογαριασμού - Αυστρία

Άρθρο 50 παράγραφος 1 στοιχείο α) – Δικαστήρια που έχουν οριστεί ως αρμόδια για την έκδοση διαταγής δέσμευσης

Αρμόδιο για τη διαδικασία έκδοσης ευρωπαϊκής διαταγής δέσμευσης λογαριασμού για απαίτηση που αναφέρεται σε δημόσιο έγγραφο κατά την έννοια του άρθρου 6 παράγραφος 4 του ευρωπαϊκού κανονισμού για τη διαταγή δέσμευσης λογαριασμού και για την οποία διαδικασία η αίτηση υποβάλλεται πριν από την έναρξη της αναγκαστικής εκτέλεσης είναι το ειρηνοδικείο της κεντρικής Βιέννης (Bezirksgericht Innere Stadt Wien).

Σε διαφορετική περίπτωση, αρμόδιο είναι το δικαστήριο ενώπιον του οποίου εκκρεμεί, κατά τον χρόνο υποβολής της πρώτης αίτησης, η διαδικασία της αναγκαστικής εκτέλεσης στο πλαίσιο της οποίας πρέπει να εκδοθεί ευρωπαϊκή διαταγή δέσμευσης λογαριασμού.

Άρθρο 50 παράγραφος 1 στοιχείο β) – Αρχή που έχει οριστεί ως αρμόδια για τη λήψη των στοιχείων λογαριασμού

Αρμόδιο για τη λήψη των στοιχείων λογαριασμού σε διαδικασία για την έκδοση ευρωπαϊκής διαταγής δέσμευσης λογαριασμού που δεν είναι εκκρεμής στην Αυστρία είναι το ειρηνοδικείο (Bezirksgericht) στην περιφέρεια του οποίου έχει ο οφειλέτης την κατοικία ή τη συνήθη διαμονή του.

Αν ο οφειλέτης δεν έχει ούτε την κατοικία του ούτε τη συνήθη διαμονή του στην Αυστρία, αρμόδιο είναι το ειρηνοδικείο της κεντρικής Βιέννης (Bezirksgericht Innere Stadt Wien) [βλ. παραπάνω άρθρο 50 παράγραφος 1 στοιχείο α)]. Τα στοιχεία επικοινωνίας του ειρηνοδικείου της κεντρικής Βιέννης (Bezirksgericht Innere Stadt Wien) διατίθενται στη διεύθυνση:

Εάν η διαδικασία για την έκδοση ευρωπαϊκής διαταγής δέσμευσης λογαριασμού εκκρεμεί ενώπιον αυστριακού δικαστηρίου, το εν λόγω δικαστήριο είναι επίσης αρμόδιο για τη λήψη των στοιχείων λογαριασμού.

Άρθρο 50 παράγραφος 1 στοιχείο γ) – Μέθοδοι για τη λήψη των στοιχείων λογαριασμού

Η υποχρέωση συνοδεύεται από διαταγή του δικαστηρίου in personam. Το δικαστήριο πρέπει με διαταγή του να επιβάλει στον οφειλέτη να γνωστοποιήσει τους τραπεζικούς λογαριασμούς που τηρεί στην Αυστρία. Η διαταγή πρέπει να περιέχει απαγόρευση διάθεσης από τον οφειλέτη των τηρούμενων στην Αυστρία τραπεζικών λογαριασμών τους οποίους αφορά η ευρωπαϊκή διαταγή δέσμευσης λογαριασμού, μέχρι του ποσού το οποίο πρέπει να δεσμευτεί με βάση τη διαταγή. Με τη διαταγή θα πρέπει να υποχρεώνεται, επίσης, ο οφειλέτης να διακόψει όλες τις άμεσες χρεώσεις και πάγιες εντολές για τις οποίες εκταμιεύονται ποσά από τον λογαριασμό που πρέπει να δεσμευτεί, εφόσον αυτές θέτουν σε κίνδυνο τη δυνατότητα απόδοσης του ποσού το οποίο πρέπει να δεσμευτεί με την ευρωπαϊκή διαταγή δέσμευσης λογαριασμού και δεν μπορούν να καλυφθούν από το απαλλασσόμενο ποσό το οποίο δεν υπόκειται σε δέσμευση.

Άρθρο 50 παράγραφος 1 στοιχείο δ) – Δικαστήρια στα οποία ασκείται το ένδικο μέσο κατά της άρνησης έκδοσης της ευρωπαϊκής διαταγής δέσμευσης

Τα ένδικα μέσα εκδικάζονται από το δικαστήριο που εξέδωσε την ευρωπαϊκή διαταγή δέσμευσης λογαριασμού. Τα ένδικα μέσα πρέπει να ασκούνται ενώπιον αυτού του δικαστηρίου [βλ. ανωτέρω άρθρο 50 παράγραφος 1 στοιχείο α)].

Άρθρο 50 παράγραφος 1 στοιχείο ε) – Αρχή που έχει οριστεί ως αρμόδια για την παραλαβή, διαβίβαση και επίδοση ή κοινοποίηση της διαταγής δέσμευσης και άλλων εγγράφων

Άρθρο 10 παράγραφος 2 εδάφιο 3: Αρμόδια αρχή του κράτους μέλους εκτέλεσης είναι το ειρηνοδικείο της κεντρικής Βιέννης (Bezirksgericht Innere Stadt Wien).

Άρθρο 23 παράγραφος 3: Εάν η Αυστρία είναι μόνο κράτος μέλος εκτέλεσης, αρμόδια αρχή στην οποία πρέπει να διαβιβάζονται τα έγγραφα είναι το ειρηνοδικείο της κεντρικής Βιέννης (Bezirksgericht Innere Stadt Wien).

Εάν η διαταγή εκδοθεί στην Αυστρία, αρμόδιο για τη διαβίβασή της είναι το εκδόν δικαστήριο. Αρμόδιο για τη διαδικασία έκδοσης ευρωπαϊκής διαταγής δέσμευσης λογαριασμού για την οποία υποβάλλεται αίτηση πριν από την έναρξη της κύριας δίκης επί της διαφοράς ή μετά την περάτωσή της με τελεσίδικη απόφαση, αλλά πάντως πριν από την έναρξη της αναγκαστικής εκτέλεσης είναι το ειρηνοδικείο της κεντρικής Βιέννης (Bezirksgericht Innere Stadt Wien). Στις λοιπές περιπτώσεις, αρμόδιο είναι το δικαστήριο [ειρηνοδικείο (Bezirksgericht) ή πρωτοδικείο (Landesgericht)] ενώπιον του οποίου εκκρεμεί κατά τον χρόνο υποβολής της πρώτης αίτησης η κύρια δίκη ή η διαδικασία εκτέλεσης, εξαιτίας της οποίας πρέπει να εκδοθεί ευρωπαϊκή διαταγή δέσμευσης λογαριασμού.

Άρθρο 23 παράγραφοι 5 και 6 και άρθρο 27 παράγραφος 2: Αν η διαταγή δέσμευσης λογαριασμού έχει εκδοθεί στην Αυστρία, αρμόδια αρχή εκτέλεσης είναι το εκδόν δικαστήριο. (Εκδόν δικαστήριο: βλέπε απάντηση στο άρθρο 23 παράγραφος 3)

Αν η διαταγή δέσμευσης λογαριασμού δεν εκδόθηκε στην Αυστρία, αρμόδιο είναι το ειρηνοδικείο της κεντρικής Βιέννης (Bezirksgericht Innere Stadt Wien).

Άρθρο 25 παράγραφος 3: Στην περίπτωση αυτή, η δήλωση πρέπει να διαβιβάζεται στο ειρηνοδικείο της κεντρικής Βιέννης (Bezirksgericht Innere Stadt Wien).

Άρθρο 28 παράγραφος 3: Στην περίπτωση αυτή, τα έγγραφα πρέπει να διαβιβάζονται στο ειρηνοδικείο της κεντρικής Βιέννης (Bezirksgericht Innere Stadt Wien).

Άρθρο 36 παράγραφος 5: Στην περίπτωση αυτή, η απόφαση πρέπει να διαβιβάζεται στο ειρηνοδικείο της κεντρικής Βιέννης (Bezirksgericht Innere Stadt Wien).

Άρθρο 50 παράγραφος 1 στοιχείο στ) – Αρμόδια για την εκτέλεση της διαταγής δέσμευσης αρχή

Αν η διαταγή δέσμευσης λογαριασμού εκδόθηκε στην Αυστρία, το εκδόν δικαστήριο είναι επίσης αρμόδιο για την εκτέλεση.

Αν η διαταγή δέσμευσης λογαριασμού εκδόθηκε σε άλλο κράτος μέλος, αρμόδιο για την εκτέλεση είναι το ειρηνοδικείο της κεντρικής Βιέννης (Bezirksgericht Innere Stadt Wien).

Άρθρο 50 παράγραφος 1 στοιχείο ζ) – Βαθμός στον οποίο επιτρέπεται η δέσμευση κοινών λογαριασμών και λογαριασμών αντιπροσώπου

Εάν υπάρχουν περισσότεροι συνδικαιούχοι ενός λογαριασμού και καθένας απ’ αυτούς έχει μόνος του εξουσία διαθέσεως, όπως συμβαίνει π.χ. με τους διαζευκτικούς λογαριασμούς («Oder-Konto»), το ποσό της απαίτησης μπορεί να δεσμευτεί ακόμη και αν η ευρωπαϊκή διαταγή δέσμευσης λογαριασμού έχει εκδοθεί μόνο κατά ενός από τους συνδικαιούχους του λογαριασμού, δεδομένου ότι ο οφειλέτης δικαιούται να αναλάβει μόνος το ποσό της απαίτησης.

Αντιθέτως, στην περίπτωση συμπλεκτικού λογαριασμού («Und-Konto»), κατά την οποία όλοι οι συνδικαιούχοι έχουν εξουσία διαθέσεως μόνο από κοινού, η δέσμευση του λογαριασμού είναι δυνατή μόνο εάν η διαταγή δέσμευσης λογαριασμού έχει εκδοθεί κατά όλων των συνδικαιούχων του λογαριασμού οι οποίοι έχουν εξουσία διαθέσεως (π.χ. στην περίπτωση που όλοι οι συνδικαιούχοι λογαριασμού ευθύνονται εις ολόκληρον).

Στην περίπτωση λογαριασμού αντιπροσώπου, ο εντολέας μπορεί να προβάλει ενστάσεις κατά τη διάρκεια διαδικασίας έκδοσης ευρωπαϊκής διαταγής δέσμευσης λογαριασμού η οποία στρέφεται κατά του εντολοδόχου ως οφειλέτη, σύμφωνα με το άρθρο 37 του κώδικα περί αναγκαστικής εκτέλεσης (Exekutionsordnung). Ο εντολέας προβάλλει με την ένστασή του ότι ο λογαριασμός ως περιουσιακό στοιχείο υπό καταπίστευση βρίσκεται μεν στα χέρια του οφειλέτη, δεν μπορεί όμως να προσμετρηθεί στην περιουσία του και, ως εκ τούτου, δεν συγκαταλέγεται στα κεφάλαια που διατίθενται για την ικανοποίηση της απαίτησης του δανειστή.

Άρθρο 50 παράγραφος 1 στοιχείο η) – Εφαρμοστέοι κανόνες όσον αφορά τα ποσά που εξαιρούνται από την κατάσχεση

Οι διατάξεις που αφορούν την προστασία από την κατάσχεση απαιτήσεων βρίσκονται στα άρθρα 290 και επόμενα του κώδικα περί αναγκαστικής εκτέλεσης (Exekutionsordnung — ΕΟ), ενώ οι διατάξεις για τη συνδεδεμένη με αυτήν προστασία των λογαριασμών στο άρθρο 292i του ΕΟ οι εν λόγω διατάξεις διατίθενται στη διεύθυνση Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροhttp://www.ris.bka.gv.at/. Αποτελούν διατάξεις αναγκαστικού δικαίου.

Οι τρέχουσες αποδοχές από μισθούς και συντάξεις είναι περιορισμένα κατασχετές, ενώ το ύψος του ακατάσχετου μέρους της απαίτησης («ελάχιστο όριο μέσων διαβίωσης») εξαρτάται από το ύψος των αποδοχών και τον αριθμό των υποχρεώσεων διατροφής του οφειλέτη. Τα εν λόγω ποσά, τα οποία αυξάνονται ετησίως, παρατίθενται στους πίνακες που δημοσιεύονται στον ιστότοπο του Ομοσπονδιακού Υπουργείου Δικαιοσύνης (Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροhttps://www.bmj.gv.at/service/publikationen/Drittschuldnererkl%C3%A4rung.html).

Ο κανόνας που θεσπίζει το άρθρο 292i του κώδικα περί αναγκαστικής εκτέλεσης σχετικά με τη λεγόμενη προστασία των λογαριασμών έχει ως στόχο να αποφευχθεί ο κίνδυνος, μετά την αφαίρεση των κατασχετών ποσών με μεταφορά από τον τραπεζικό λογαριασμό του οφειλέτη, να κατασχεθεί εκ νέου το ακατάσχετο ελάχιστο όριο μέσων διαβίωσης που μεταφέρεται στον λογαριασμό του. Όταν μεταφέρονται στον λογαριασμό του υποχρέου περιορισμένα κατασχετές χρηματικές απαιτήσεις, η κατάσχεση πρέπει να αίρεται στον βαθμό που το πιστωτικό υπόλοιπο του λογαριασμού αντιστοιχεί στο τμήμα των εισοδημάτων στο οποίο δεν μπορεί να επιβληθεί κατάσχεση, για την περίοδο από την επιβολή της κατάσχεσης έως την επόμενη ημερομηνία πληρωμής.

Περαιτέρω, υπάρχουν πλήρως ακατάσχετα ποσά σύμφωνα με το άρθρο 290 του κώδικα περί αναγκαστικής εκτέλεσης. Πρόκειται, μεταξύ άλλων, για τις ακόλουθες παροχές:

1. αποζημιώσεις δαπανών, εφόσον καλύπτουν πρόσθετες δαπάνες οι οποίες πράγματι ανέκυψαν κατά την ενάσκηση επαγγελματικών καθηκόντων

2. ενισχύσεις και επιδόματα που προβλέπονται από τον νόμο και πρέπει να καταβάλλονται για την κάλυψη πρόσθετων δαπανών που προκύπτουν λόγω σωματικής αναπηρίας ή νοητικής υστέρησης, ανημπορίας ή ανάγκης περίθαλψης

3. αποζημιώσεις και αποδόσεις δαπανών για δικαιώματα παροχών σε είδος, καθώς και αποζημιώσεις δαπανών από τη νόμιμη κοινωνική ασφάλιση και αποζημιώσεις για καταβληθέντα έξοδα θεραπείας

4. νόμιμα οικογενειακά επιδόματα.

Το ακατάσχετο δεν ισχύει εάν η εκτέλεση διενεργείται προς ικανοποίηση απαίτησης για την εξόφληση της οποίας προορίζεται η παροχή.

Για την απαλλαγή ποσών από τη δέσμευση απαιτείται η υποβολή αίτησης από τον οφειλέτη.

Άρθρο 50 παράγραφος 1 στοιχείο θ) – Τέλη, αν χρεώνονται από τις τράπεζες, για την εκτέλεση ισοδύναμων εθνικών διαταγών ή για την παροχή στοιχείων λογαριασμού και πληροφοριών ως προς το ποιο μέρος υποχρεούται να καταβάλλει τα εν λόγω τέλη

Για την εκτέλεση ευρωπαϊκής διαταγής δέσμευσης λογαριασμού καταβάλλονται στις τράπεζες έξοδα ύψους 25 ευρώ, όπως ακριβώς και για την εκτέλεση συντηρητικών μέτρων (που αποτελούν ισοδύναμα μέτρα κατά το αυστριακό δίκαιο).

Το δικαστήριο οφείλει, κατόπιν αιτήσεως της τράπεζας, να επιβάλει στον δανειστή την καταβολή των εξόδων προς την τράπεζα.

Άρθρο 50 παράγραφος 1 στοιχείο ι) – Την κλίμακα τελών ή άλλους κανόνες για τον καθορισμό των τελών που χρεώνονται από οιαδήποτε αρχή ή άλλο φορέα που συμμετέχει στη διεκπεραίωση ή εκτέλεση της διαταγής δέσμευσης

Για τη διεκπεραίωση ή την εκτέλεση διαταγής δέσμευσης και για την παροχή στοιχείων λογαριασμού δεν επιβάλλονται ξεχωριστά τέλη.

Άρθρο 50 παράγραφος 1 στοιχείο ια) – Κατάταξη, ενδεχομένως, ισοδύναμων εθνικών διαταγών

Το αυστριακό δίκαιο αναγκαστικής εκτέλεσης προβλέπει ως μέσα εξασφάλισης απαιτήσεων κατά κανόνα την εξασφαλιστική εκτέλεση και τα συντηρητικά μέτρα.

Η εξασφαλιστική εκτέλεση (άρθρα 370 και επόμενα του κώδικα περί αναγκαστικής εκτέλεσης) συμβάλλει στην προσωρινή εξασφάλιση απαίτησης του δανειστή, πριν από την τελεσίδικη επιδίκασή της, η οποία θα πρέπει να εκτελεστεί στη συνέχεια. Αναγκαία προϋπόθεση της εξασφαλιστικής εκτέλεσης αποτελεί —σε αντίθεση με ό,τι ισχύει για τα συντηρητικά μέτρα— η ύπαρξη τίτλου, ο οποίος ωστόσο δεν είναι ακόμα εκτελεστός. Η εξασφαλιστική εκτέλεση επιτρέπεται μόνο προς εξασφάλιση χρηματικών απαιτήσεων. Ένα από τα απαριθμούμενα στο άρθρο 374 παράγραφος 1 του κώδικα περί αναγκαστικής εκτέλεσης μέσα εξασφάλισης είναι η κατάσχεση απαιτήσεων, επί των οποίων ο δανειστής αποκτά δικαίωμα ενεχύρου.

Στο πλαίσιο της εξασφαλιστικής εκτέλεσης, ο δανειστής αποκτά δικαίωμα ενεχύρου. Σύμφωνα με το άρθρο 32 του ευρωπαϊκού κανονισμού για τη διαταγή δέσμευσης λογαριασμού, η διαταγή δέσμευσης λογαριασμού έχει την ίδια κατάταξη, εφόσον προβλέπεται, με ισοδύναμη εθνική διαταγή στο κράτος μέλος εκτέλεσης. Για να διατηρηθεί ο παραλληλισμός με τα αυστριακά μέτρα, το αυστριακό δίκαιο προβλέπει ότι δυνάμει της ευρωπαϊκής διαταγής δέσμευσης λογαριασμού συστήνεται δικαίωμα ενεχύρου, όταν ο δανειστής έχει ήδη επιτύχει την έκδοση δικαστικής απόφασης, δικαστικού συμβιβασμού ή δημοσίου εγγράφου. Το γεγονός της σύστασης δικαιώματος ενεχύρου πρέπει να γνωστοποιηθεί στην τράπεζα και στον οφειλέτη. Με τον τρόπο αυτό διασφαλίζεται η εναρμόνιση με την εξασφαλιστική εκτέλεση.

Στην περίπτωση των συντηρητικών μέτρων (άρθρα 378 και επόμενα του κώδικα περί αναγκαστικής εκτέλεσης) για την εξασφάλιση χρηματικών απαιτήσεων, δεν αποκτάται δικαίωμα ενεχύρου ούτε ορισμένη κατάταξη. Ο αιτών δεν χρειάζεται τίτλο για την έκδοση συντηρητικών μέτρων.

Άρθρο 50 παράγραφος 1 στοιχείο ιβ) – Δικαστήρια ή αρχή εκτέλεσης που έχει αρμοδιότητα επί προσφυγής

Οι προσφυγές εκδικάζονται από το δικαστήριο που εξέδωσε την ευρωπαϊκή διαταγή δέσμευσης λογαριασμού. Οι προσφυγές πρέπει να ασκούνται ενώπιον αυτού του δικαστηρίου [βλ. ανωτέρω άρθρο 50 παράγραφος 1 στοιχείο α)].

Άρθρο 34 παράγραφοι 1 και 2: Αν η διαταγή δέσμευσης λογαριασμού εκδόθηκε σε άλλο κράτος μέλος, αρμόδιο για την εκδίκαση της προσφυγής είναι το ειρηνοδικείο της κεντρικής Βιέννης (Bezirksgericht Innere Stadt Wien). Η προσφυγή ασκείται ενώπιον αυτού του δικαστηρίου.

Άρθρο 50 παράγραφος 1 στοιχείο ιγ) – Δικαστήρια στα οποία πρέπει να ασκείται το ένδικο μέσο και τυχόν προθεσμία άσκησής του

Το ένδικο μέσο κατά απόφασης που εκδόθηκε σύμφωνα με τα άρθρα 33, 34 ή 35 του ευρωπαϊκού κανονισμού για τη διαταγή δέσμευσης λογαριασμού είναι η έφεση (Rekurs). Η έφεση πρέπει να ασκηθεί εντός 14 ημερών στο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη διαταγή και να απευθύνεται στο πρωτοδικείο (Landesgericht ) ή στο εφετείο (Oberlandesgericht) στην περιφέρεια του οποίου υπάγεται το ειρηνοδικείο ή το πρωτοδικείο αντίστοιχα. Οι εφέσεις πρέπει να υπογράφονται από δικηγόρο.

Η προθεσμία άρχεται από την επίδοση αντιγράφου της προσβαλλόμενης απόφασης.

Άρθρο 50 παράγραφος 1 στοιχείο ιδ) – Δικαστικά έξοδα

Δικαστικά έξοδα επιβάλλονται μόνο για διαδικασία έκδοσης ευρωπαϊκής διαταγής δέσμευσης λογαριασμού εκτός πολιτικής δίκης. Οι νομοθετικές διατάξεις σχετικά με τα δικαστικά έξοδα βρίσκονται στον πίνακα τελών 1 σημείωση 2, στον πίνακα τελών 2 σημείωση 1a και στον πίνακα τελών 3 σημείωση 1a του νόμου για τα δικαστικά τέλη (Gerichtsgebührengesetz — GGG). Το ύψος των εξόδων είναι ανεξάρτητο από το ύψος της απαίτησης και ανέρχεται στο ήμισυ του κατ’ αποκοπή τέλους που επιβάλλεται σε αστικές διαδικασίες. Οι νομοθετικές διατάξεις και οι πίνακες διατίθενται στη διεύθυνση Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροhttp://www.ris.bka.gv.at.

Τα προβλεπόμενα δικαστικά έξοδα είναι κατ’ αποκοπή τέλη. Δεν επιβάλλονται ξεχωριστά έξοδα στις προσφυγές.

Άρθρο 50 παράγραφος 1 στοιχείο ιε) – Γλώσσες που γίνονται δεκτές για τη μετάφραση των εγγράφων

Καμία.

Τελευταία επικαιροποίηση: 01/04/2021

Την έκδοση αυτής της σελίδας στην εθνική γλώσσα διαχειρίζεται το εκάστοτε κράτος μέλος. Οι μεταφράσεις έχουν γίνει από την αρμόδια υπηρεσία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Οι τυχόν αλλαγές που επιφέρει η αρμόδια εθνική αρχή στο πρωτότυπο ενδέχεται να μην έχουν περιληφθεί ακόμα στις μεταφράσεις. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή δεν αναλαμβάνει καμία ευθύνη όσον αφορά τις πληροφορίες ή τα στοιχεία που περιλαμβάνονται ή για τα οποία γίνεται λόγος στο παρόν έγγραφο. Βλ. την ανακοίνωση νομικού περιεχομένου για τους κανόνες πνευματικής ιδιοκτησίας που ισχύουν στο κράτος μέλος που είναι αρμόδιο για την παρούσα σελίδα.

Ευρωπαϊκή Διαταγή Δέσμευσης Λογαριασμού - Φινλανδία

Άρθρο 50 παράγραφος 1 στοιχείο α) – Δικαστήρια που έχουν οριστεί ως αρμόδια για την έκδοση διαταγής δέσμευσης

Πρωτοδικείο του Ελσίνκι

Porkkalankatu 13

FI – 00180 Helsinki

Ταχυδρομική διεύθυνση:

Τ.Θ. 650

FI – 00181 Helsinki

Τηλ.: +358 2956 44200 (τηλ. κέντρο)

Φαξ: +358 29 2956 44218

Διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου: Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροhelsinki.ko@oikeus.fi

Άρθρο 50 παράγραφος 1 στοιχείο β) – Αρχή που έχει οριστεί ως αρμόδια για τη λήψη των στοιχείων λογαριασμού

Αρμόδια αρχή για τη λήψη των στοιχείων λογαριασμού είναι ο δικαστικός επιμελητής. Το αίτημα για τη λήψη των στοιχείων λογαριασμού μπορεί να αποσταλεί απευθείας στον δικαστικό επιμελητή ή την Εθνική Διοικητική Αρχή Εκτέλεσης (Valtakunnanvoudinvirasto), η οποία θα το διαβιβάσει στον δικαστικό επιμελητή.

Στοιχεία επικοινωνίας της Εθνικής Διοικητικής Αρχής Εκτέλεσης:

Εθνική Διοικητική Αρχή Εκτέλεσης

Ευρωπαϊκή διαταγή δέσμευσης λογαριασμού

Τ.Θ. 330

FI-20101 Turku

Φινλανδία

Τηλ.: +358 29 2956 65150

Φαξ: +358 29 2956 65159

Διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου: Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροvvv@oikeus.fi

Στοιχεία επικοινωνίας δικαστικών επιμελητών

Οι δικαστικοί επιμελητές εργάζονται σε γραφεία εκτέλεσης. Η επωνυμία και τα στοιχεία επικοινωνίας των εν λόγω γραφείων διατίθενται στα φινλανδικά, στα σουηδικά και ενίοτε στα αγγλικά, ηλεκτρονικά στον ιστότοπο του Υπουργείου Δικαιοσύνης Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροhttps://oikeus.fi/fi/.

Άρθρο 50 παράγραφος 1 στοιχείο γ) – Μέθοδοι για τη λήψη των στοιχείων λογαριασμού

Η μέθοδος που προβλέπεται σύμφωνα με το φινλανδικό δίκαιο για τη λήψη των στοιχείων λογαριασμού είναι αυτή που ορίζεται στο άρθρο 14 παράγραφος 5 στοιχείο α) του κανονισμού [όλες οι τράπεζες στη φινλανδική επικράτεια υπέχουν την υποχρέωση να γνωστοποιούν, κατόπιν αιτήματος της αρχής πληροφόρησης (δηλαδή, του δικαστικού επιμελητή) αν ο οφειλέτης τηρεί λογαριασμό σε αυτές].

Άρθρο 50 παράγραφος 1 στοιχείο δ) – Δικαστήρια στα οποία ασκείται το ένδικο μέσο κατά της άρνησης έκδοσης της ευρωπαϊκής διαταγής δέσμευσης

Ένδικο μέσο κατά απόφασης του Πρωτοδικείου του Ελσίνκι μπορεί να ασκηθεί ενώπιον του Εφετείου του Ελσίνκι. Το δικόγραφο του ένδικου μέσου πρέπει να απευθύνεται στο Εφετείο του Ελσίνκι και να αποσταλεί στη γραμματεία του πρωτοδικείου που εξέδωσε την απόφαση, δηλαδή στη γραμματεία του Πρωτοδικείου του Ελσίνκι. Για τα στοιχεία επικοινωνίας του Πρωτοδικείου του Ελσίνκι βλ. άρθρο 50 παράγραφος 1 στοιχείο α).

Άρθρο 50 παράγραφος 1 στοιχείο ε) – Αρχή που έχει οριστεί ως αρμόδια για την παραλαβή, διαβίβαση και επίδοση ή κοινοποίηση της διαταγής δέσμευσης και άλλων εγγράφων

Άρθρο 10 παράγραφος 2: Αρμόδια αρχή για την ανάκληση ή παύση ισχύος της διαταγής δέσμευσης είναι ο δικαστικός επιμελητής. Το έντυπο ανάκλησης μπορεί να αποσταλεί απευθείας στον δικαστικό επιμελητή ή την Εθνική Διοικητική Αρχή Εκτέλεσης (Valtakunnanvoudinvirasto), η οποία θα το διαβιβάσει στον δικαστικό επιμελητή [βλ. άρθρο 50 παράγραφος 1 στοιχείο β)].

Άρθρο 23 παράγραφος 3: Αν η διαταγή δέσμευσης έχει εκδοθεί στη Φινλανδία (η Φινλανδία είναι το κράτος προέλευσης), το δικαστήριο έκδοσης (δηλαδή, το Πρωτοδικείο του Ελσίνκι) είναι αρμόδιο για τη διαβίβαση των εγγράφων που αναφέρονται στο άρθρο 23 παράγραφος 3 του κανονισμού [βλ. άρθρο 50 παράγραφος 1 στοιχείο α)].

Αν η διαταγή δέσμευσης πρόκειται να εκτελεστεί στη Φινλανδία (η Φινλανδία είναι το κράτος εκτέλεσης), αρμόδια αρχή του κράτους εκτέλεσης είναι ο δικαστικός επιμελητής. Τα έγγραφα που απαιτούνται για την εκτέλεση μπορούν να αποσταλούν απευθείας στον δικαστικό επιμελητή ή την Εθνική Διοικητική Αρχή Εκτέλεσης (Valtakunnanvoudinvirasto), η οποία θα τα διαβιβάσει στον δικαστικό επιμελητή [βλ. άρθρο 50 παράγραφος 1 στοιχείο στ)].

Άρθρο 23 παράγραφος 5: βλ. την απάντηση στο άρθρο 50 παράγραφος 1 στοιχείο στ).

Άρθρο 23 παράγραφος 6: βλ. την απάντηση στο άρθρο 50 παράγραφος 1 στοιχείο στ).

Άρθρο 23 παράγραφος 3: Ο δικαστικός επιμελητής που είναι υπεύθυνος για την εκτέλεση της διαταγής δέσμευσης θα καταρτίσει τη δήλωση που αναφέρεται στο άρθρο 25 σχετικά με τη δέσμευση των ποσών και θα τη διαβιβάσει στο δικαστήριο που εξέδωσε τη διαταγή δέσμευσης και στον δανειστή.

Άρθρο 27 παράγραφος 2: Αρμόδια αρχή για την αποδέσμευση ποσών δεσμευμένων καθ’ υπέρβαση είναι ο δικαστικός επιμελητής που είναι υπεύθυνος για την εκτέλεση της διαταγής δέσμευσης. Η αίτηση αποδέσμευσης ποσών δεσμευμένων καθ’ υπέρβαση μπορεί να αποσταλεί απευθείας στον δικαστικό επιμελητή ο οποίος κατάρτισε τη δήλωση του άρθρου 25 ή την Εθνική Διοικητική Αρχή Εκτέλεσης (Valtakunnanvoudinvirasto), η οποία θα τη διαβιβάσει στον δικαστικό επιμελητή [βλ. άρθρο 50 παράγραφος 1 στοιχείο β)].

Άρθρο 28 παράγραφος 3: Αν η Φινλανδία είναι το κράτος προέλευσης, αρμόδιο για την κίνηση της διαδικασίας επίδοσης και τη διαβίβαση των εγγράφων που αναφέρονται στο άρθρο 28 παράγραφος 1 προς την αρμόδια αρχή του κράτους μέλους στο οποίο έχει την κατοικία του ο οφειλέτης είναι το δικαστήριο που εξέδωσε τη διαταγή δέσμευσης, δηλαδή το Πρωτοδικείο του Ελσίνκι.

Αν ο οφειλέτης έχει την κατοικία του στη Φινλανδία, το ποια θα είναι η αρμόδια αρχή της επίδοσης θα εξαρτηθεί από το αν τηρούνται στη Φινλανδία τραπεζικοί λογαριασμοί προς δέσμευση. Αν τηρούνται στη Φινλανδία τραπεζικοί λογαριασμοί προς δέσμευση, αρμόδια αρχή επίδοσης είναι ο δικαστικός επιμελητής. Σε αυτή την περίπτωση, τα προς επίδοση έγγραφα μπορούν να αποσταλούν απευθείας στον δικαστικό επιμελητή ή την Εθνική Διοικητική Αρχή Εκτέλεσης (Valtakunnanvoudinvirasto), η οποία θα τα διαβιβάσει στον δικαστικό επιμελητή. Αν οποιοσδήποτε από τους προς δέσμευση λογαριασμούς δεν τηρείται στη Φινλανδία, αρμόδια αρχή επίδοσης είναι το Πρωτοδικείο του Ελσίνκι.

Άρθρο 36 παράγραφος 5 δεύτερο εδάφιο: Αρμόδια αρχή για την εκτέλεση απόφασης που έχει εκδοθεί επί προσφυγής είναι ο δικαστικός επιμελητής. Η απόφαση επί προσφυγής μπορεί να αποσταλεί απευθείας στον δικαστικό επιμελητή ή την Εθνική Διοικητική Αρχή Εκτέλεσης (Valtakunnanvoudinvirasto), η οποία θα τη διαβιβάσει στον δικαστικό επιμελητή.

Άρθρο 50 παράγραφος 1 στοιχείο στ) – Αρμόδια για την εκτέλεση της διαταγής δέσμευσης αρχή

Αρμόδια αρχή εκτέλεσης των ασφαλιστικών μέτρων στη Φινλανδία είναι ο δικαστικός επιμελητής. Αν η Φινλανδία είναι το κράτος εκτέλεσης, τα έγγραφα που απαιτούνται για την εκτέλεση και αναφέρονται στο άρθρο 23 παράγραφος 3 του κανονισμού, μπορούν να αποσταλούν απευθείας στον δικαστικό επιμελητή ή την Εθνική Διοικητική Αρχή Εκτέλεσης (Valtakunnanvoudinvirasto), η οποία θα τα διαβιβάσει στον δικαστικό επιμελητή. [βλ. άρθρο 50 παράγραφος 1 στοιχείο β)]

Άρθρο 50 παράγραφος 1 στοιχείο ζ) – Βαθμός στον οποίο επιτρέπεται η δέσμευση κοινών λογαριασμών και λογαριασμών αντιπροσώπου

Η κατάσχεση κινητών, όπως είναι οι καταθέσεις σε τραπεζικούς λογαριασμούς, διενεργείται σύμφωνα με το άρθρο 7 του κεφαλαίου 8 του κώδικα αναγκαστικής εκτέλεσης (705/2007), ενώ λαμβάνονται υπόψη, κατά περίπτωση, οι διατάξεις του κεφαλαίου 4 για τη συντηρητική κατάσχεση.

Σύμφωνα με το άρθρο 11 του κεφαλαίου 4 του κώδικα αναγκαστικής εκτέλεσης, τα κινητά που ανήκουν από κοινού στον οφειλέτη και σε τρίτον θεωρείται ότι τους ανήκουν ισομερώς, εκτός αν ο τρίτος αποδείξει ή με άλλον τρόπο καταστεί πρόδηλο ότι αυτός είναι ο αποκλειστικός κύριος του περιουσιακού στοιχείου ή του μεγαλύτερου μέρους αυτού. Με βάση το εν λόγω τεκμήριο για το δικαίωμα της κυριότητας, το ήμισυ των ποσών που τηρούνται σε κοινό λογαριασμό οφειλέτη και τρίτου θα θεωρείται ότι ανήκει στον οφειλέτη, και επομένως το εν λόγω ήμισυ μπορεί να υπαχθεί σε συντηρητικό μέτρο (μείον τα ποσά που εξαιρούνται από τη δέσμευση σύμφωνα με το άρθρο 31).

Ωστόσο, το τεκμήριο της συγκυριότητας θα παύσει να ισχύει, αν προκύψει ότι τα περιουσιακά στοιχεία στην πραγματικότητα ανήκουν αποκλειστικά στον οφειλέτη ή τον τρίτο ή ότι δεν τους ανήκουν ισομερώς. Οι τρίτοι που ισχυρίζονται ότι είναι οι αποκλειστικοί κύριοι ή ότι τους ανήκει ποσοστό μεγαλύτερο από το ήμισυ των περιουσιακών στοιχείων θα πρέπει να τεκμηριώνουν τον ισχυρισμό τους.

Κώδικας αναγκαστικής εκτέλεσης: Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροhttp://www.finlex.fi/fi/laki/ajantasa/2007/20070705

Άρθρο 50 παράγραφος 1 στοιχείο η) – Εφαρμοστέοι κανόνες όσον αφορά τα ποσά που εξαιρούνται από την κατάσχεση

Σύμφωνα με το άρθρο 21 παράγραφος 1 σημείο 6 του κεφαλαίου 4 του κώδικα αναγκαστικής εκτέλεσης, αν ο οφειλέτης είναι φυσικό πρόσωπο, εξαιρείται από τη συντηρητική κατάσχεση ποσό που ισούται με μιάμιση φορά το ακατάσχετο μέρος των χρηματικών περιουσιακών στοιχείων του οφειλέτη ή των λοιπών περιουσιακών στοιχείων που αναφέρονται στο άρθρο 48, για διάστημα ενός μήνα, εκτός αν ο οφειλέτης έχει άλλο, αντίστοιχο εισόδημα.

Σύμφωνα με το άρθρο 48 παράγραφος 3 του κεφαλαίου 4, το ακατάσχετο ποσό επανεξετάζεται ετησίως με διάταγμα του Υπουργείου Δικαιοσύνης, όπως προβλέπεται στον νόμο περί τιμαριθμικού δείκτη εθνικών συντάξεων (456/2001). Σύμφωνα με το άρθρο 1 του διατάγματος 1123/2019 του Υπουργείου Δικαιοσύνης που καθορίζει το ακατάσχετο ποσό σε περίπτωση κατάσχεσης εις χείρας τρίτου περιοδικά καταβαλλόμενων αμοιβών ή μισθών, το ακατάσχετο ποσό για το έτος 2020 είναι 22,63 EUR ημερησίως για τον οφειλέτη και 8,12 EUR ημερησίως για εξαρτώμενο σύζυγο, τέκνο ή τέκνο συζύγου έως την ημερομηνία πληρωμής της επόμενης αμοιβής ή του μισθού. Για τον υπολογισμό του ακατάσχετου ποσού, ένας μήνας αντιστοιχεί σε 30 ημέρες.

Ως σύζυγος νοείται ο έγγαμος σύντροφος ή ο εκτός γάμου σύντροφος που τελεί σε σχέση ισοδύναμη με γάμο. Δικαιούχος διατροφής από τον οφειλέτη θα θεωρείται το πρόσωπο του οποίου το εισόδημα είναι μικρότερο από το ακατάσχετο ποσό το οποίο έχει υπολογιστεί για τον οφειλέτη και το τέκνο σε παρεμφερή θέση, ανεξάρτητα από το αν ο άλλος σύντροφος συμβάλλει στη διατροφή του τέκνου. Η διατροφή που καταβάλλεται από τον οφειλέτη μπορεί να ληφθεί υπόψη σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 51-53 του κεφαλαίου 4 του κώδικα αναγκαστικής εκτέλεσης.

Το παραπάνω ποσό θα εξαιρεθεί από την κατάσχεση χωρίς να απαιτείται η υποβολή αιτήματος από τον οφειλέτη ως εκ τούτου, ο αρμόδιος δικαστικός επιμελητής για τη διαταγή δέσμευσης και την εξαίρεση των εν λόγω ποσών, σύμφωνα με το άρθρο 31 παράγραφος 2 του κανονισμού, οφείλει να εξαιρέσει αυτεπαγγέλτως το συναφές ποσό από τη δέσμευση.

Άρθρο 50 παράγραφος 1 στοιχείο θ) – Τέλη, αν χρεώνονται από τις τράπεζες, για την εκτέλεση ισοδύναμων εθνικών διαταγών ή για την παροχή στοιχείων λογαριασμού και πληροφοριών ως προς το ποιο μέρος υποχρεούται να καταβάλλει τα εν λόγω τέλη

Σύμφωνα με το φινλανδικό δίκαιο οι τράπεζες δεν δικαιούνται να χρεώνουν τέλη για την εκτέλεση ισοδύναμων εθνικών διαταγών ή για την παροχή στοιχείων λογαριασμού.

Άρθρο 50 παράγραφος 1 στοιχείο ι) – Την κλίμακα τελών ή άλλους κανόνες για τον καθορισμό των τελών που χρεώνονται από οιαδήποτε αρχή ή άλλο φορέα που συμμετέχει στη διεκπεραίωση ή εκτέλεση της διαταγής δέσμευσης

Οι δικαστικοί επιμελητές χρεώνουν αμοιβή ύψους 225 EUR για την εκτέλεση διαταγής δέσμευσης. Η αμοιβή προβλέπεται στο άρθρο 2 παράγραφος 5 του νόμου περί αμοιβών αναγκαστικής εκτέλεσης (34/1995) και στο άρθρο 5 παράγραφος 1 σημείο 3 του διατάγματος περί αμοιβών αναγκαστικής εκτέλεσης (35/1995). Σύμφωνα με το άρθρο 4 παράγραφος 3 του νόμου περί αμοιβών αναγκαστικής εκτέλεσης, αμοιβή μπορεί να χρεωθεί μόνον στον αιτούντα και όχι στον οφειλέτη.

Δεν χρεώνεται αμοιβή για τα μέτρα που λαμβάνει ο δικαστικός επιμελητής στο πλαίσιο της διαδικασίας λήψης των στοιχείων λογαριασμού σύμφωνα με το άρθρο 14 του κανονισμού.

Άρθρο 50 παράγραφος 1 στοιχείο ια) – Κατάταξη, ενδεχομένως, ισοδύναμων εθνικών διαταγών

Σύμφωνα με το φινλανδικό δίκαιο, τα ασφαλιστικά μέτρα δεν παρέχουν σειρά κατάταξης για τη συντηρητική κατάσχεση. Νομική βάση είναι το άρθρο 43 του κεφαλαίου 4 του κώδικα αναγκαστικής εκτέλεσης που ορίζει ότι η κατάσχεση ή άλλο ασφαλιστικό μέτρο δεν αποτρέπει τη συντηρητική κατάσχεση.

Άρθρο 50 παράγραφος 1 στοιχείο ιβ) – Δικαστήρια ή αρχή εκτέλεσης που έχει αρμοδιότητα επί προσφυγής

Άρθρο 33 παράγραφος 1: Το Πρωτοδικείο του Ελσίνκι. Για τα στοιχεία επικοινωνίας βλ. άρθρο 50 παράγραφος 1 στοιχείο α).

Άρθρο 34 παράγραφος 1: Ο δικαστικός επιμελητής. Η αίτηση του ένδικου βοηθήματος μπορεί να αποσταλεί απευθείας στον δικαστικό επιμελητή ή την Εθνική Διοικητική Αρχή Εκτέλεσης (Valtakunnanvoudinvirasto), η οποία θα τη διαβιβάσει στον δικαστικό επιμελητή. Για τα στοιχεία επικοινωνίας βλ. άρθρο 50 παράγραφος 1 στοιχείο β).

Άρθρο 34 παράγραφος 2: Το Πρωτοδικείο του Ελσίνκι. Για τα στοιχεία επικοινωνίας βλ. άρθρο 50 παράγραφος 1 στοιχείο α).

Άρθρο 50 παράγραφος 1 στοιχείο ιγ) – Δικαστήρια στα οποία πρέπει να ασκείται το ένδικο μέσο και τυχόν προθεσμία άσκησής του

Ένδικο μέσο κατά απόφασης που έχει εκδοθεί από το Πρωτοδικείο του Ελσίνκι επί ένδικου βοηθήματος μπορεί να ασκηθεί ενώπιον του Εφετείου του Ελσίνκι. Το δικόγραφο του ένδικου μέσου που απευθύνεται στο Εφετείο του Ελσίνκι πρέπει να αποσταλεί στη γραμματεία του πρωτοδικείου που εξέδωσε την απόφαση, δηλαδή στη γραμματεία του Πρωτοδικείου του Ελσίνκι.

Η προθεσμία άσκησης ένδικου μέσου είναι 30 ημέρες από την ημερομηνία δημοσίευσης της απόφασης του πρωτοδικείου ή γνωστοποίησής της στους διαδίκους. Το δικόγραφο του ένδικου μέσου πρέπει να αποσταλεί στη γραμματεία του πρωτοδικείου έως το πέρας των εργάσιμων ωρών κατά την τελευταία ημέρα της προθεσμίας. Η εργάσιμη ημέρα λήγει στις 16.15.

Ένδικο μέσο κατά απόφασης δικαστικού επιμελητή επί ένδικου βοηθήματος μπορεί να ασκηθεί ενώπιον του πρωτοδικείου που εκδικάζει τα ένδικα μέσα κατά της εκτέλεσης σύμφωνα με το άρθρο 2 του κεφαλαίου 11 του κώδικα αναγκαστικής εκτέλεσης. Το δικόγραφο του ένδικου μέσου που απευθύνεται στο πρωτοδικείο πρέπει να αποσταλεί στο γραφείο του δικαστικού επιμελητή που έλαβε την απόφαση. Για τα στοιχεία επικοινωνίας του δικαστικού επιμελητή βλ. άρθρο 50 παράγραφος 1 στοιχείο β).

Τα ένδικα μέσα κατά της εκτέλεσης εκδικάζονται στα εξής πρωτοδικεία: Νήσων Όλαντ, Ελσίνκι, Länsi‑Uusimaa, Oulu, Pirkanmaa, Pohjanmaa, Pohjois-Savo, Päijät-Häme και Varsinais‑Suomi. Το ένδικο μέσο εκδικάζεται από το πρωτοδικείο στην περιφέρεια του οποίου διενεργήθηκε η πράξη εκτέλεσης. Τα στοιχεία επικοινωνίας διατίθενται στον ιστότοπο Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροhttps://oikeus.fi/fi/.

Η προθεσμία για την άσκηση ένδικου μέσου είναι τρεις εβδομάδες. Η εν λόγω προθεσμία των τριών εβδομάδων υπολογίζεται από την ημέρα έκδοσης της απόφασης, αν το θιγόμενο πρόσωπο είχε λάβει γνώση αυτής εκ των προτέρων ή ήταν παρόν κατά τη δημοσίευση. Διαφορετικά, η προθεσμία άσκησης ένδικου μέσου υπολογίζεται από την ημερομηνία κατά την οποία το θιγόμενο πρόσωπο έλαβε γνώση της απόφασης. Το άρθρο 39 παράγραφος 2 του κεφαλαίου 3 του κώδικα αναγκαστικής εκτέλεσης ορίζει πότε ο παραλήπτης θεωρείται ότι έχει λάβει γνώση απόφασης που αποστέλλεται ταχυδρομικά ή μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου. Εκτός αν αποδειχθεί διαφορετικά, η επίδοση θεωρείται ότι έχει διενεργηθεί τρεις ημέρες μετά την αποστολή ηλεκτρονικού μηνύματος ή επτά ημέρες μετά την ταχυδρόμηση του εγγράφου ή την κατάθεσή του σε σημείο που προορίζεται για ταχυδρομικές αποστολές. Η ημερομηνία ταχυδρομικής αποστολής ή κατάθεσης πρέπει να αναγράφεται στο έγγραφο.

Το δικόγραφο του ένδικου μέσου πρέπει να αποσταλεί στο γραφείο του δικαστικού επιμελητή που έλαβε την απόφαση έως το πέρας των εργάσιμων ωρών κατά την τελευταία ημέρα της προθεσμίας. Η εργάσιμη ημέρα λήγει στις 16.15.

Άρθρο 50 παράγραφος 1 στοιχείο ιδ) – Δικαστικά έξοδα

Τα δικαστικά τέλη και τα τέλη για την άσκηση ένδικων μέσων προβλέπονται στον νόμο περί δικαστικών τελών (1455/2015). Τα τέλη για την υποβολή αίτησης σε δικαστήριο για την έκδοση διαταγής δέσμευσης είναι τα ίδια με τα τέλη για την εκδίκαση ασφαλιστικών μέτρων σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο. Τα τέλη που επιβάλλονται για την εκδίκαση των εν λόγω ασφαλιστικών μέτρων σύμφωνα με τον νόμο περί δικαστικών τελών βασίζονται επί του παρόντος στα τέλη εκδίκασης της διαφοράς της κύριας δίκης που αφορά την αίτηση ή το δικαίωμα του αιτούντος.

Συνεπώς το ύψος των τελών εξαρτάται από την κύρια δίκη στην οποία βασίζεται η διαταγή δέσμευσης. Αν η κύρια δίκη αφορούσε διαφορά, τα δικαστικά τέλη στο πρωτοδικείο για την αίτηση έκδοσης διαταγής δέσμευσης ανέρχονται σε 500 EUR κατ’ ανώτατο όριο, σύμφωνα με το άρθρο 2 του νόμου περί δικαστικών τελών. Τα δικαστικά τέλη μπορεί για παράδειγμα να είναι λιγότερα, αν η κύρια δίκη υπάγεται σε ταχεία διαδικασία, όπως αναφέρεται στο άρθρο 3 του κεφαλαίου 5 του κώδικα δικονομίας: τα δικαστικά τέλη μπορεί να ανέρχονται σε 65,86 EUR ή σε 250 EUR, αναλόγως με την απόφαση επί της κύριας δίκης και το αν ο εναγόμενος προσέβαλε την απόφαση.

Τα δικαστικά τέλη ενώπιον του εφετείου ανέρχονται σε 500 EUR κατ’ ανώτατο όριο.

Τα δικαστικά τέλη εισπράττονται κατά την περάτωση της διαδικασίας, δηλαδή μετά την ολοκλήρωση της εκδίκασης της διαφοράς από το δικαστήριο.

Δεν επιβάλλονται δικαστικά τέλη για την άσκηση ένδικου βοηθήματος κατά διαταγής δέσμευσης.

Νόμος περί δικαστικών τελών: Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροhttp://www.finlex.fi/fi/laki/ajantasa/2015/20151455

Άρθρο 50 παράγραφος 1 στοιχείο ιε) – Γλώσσες που γίνονται δεκτές για τη μετάφραση των εγγράφων

Φινλανδικά, σουηδικά και αγγλικά.

Τελευταία επικαιροποίηση: 09/08/2021

Την έκδοση αυτής της σελίδας στην εθνική γλώσσα διαχειρίζεται το εκάστοτε κράτος μέλος. Οι μεταφράσεις έχουν γίνει από την αρμόδια υπηρεσία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Οι τυχόν αλλαγές που επιφέρει η αρμόδια εθνική αρχή στο πρωτότυπο ενδέχεται να μην έχουν περιληφθεί ακόμα στις μεταφράσεις. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή δεν αναλαμβάνει καμία ευθύνη όσον αφορά τις πληροφορίες ή τα στοιχεία που περιλαμβάνονται ή για τα οποία γίνεται λόγος στο παρόν έγγραφο. Βλ. την ανακοίνωση νομικού περιεχομένου για τους κανόνες πνευματικής ιδιοκτησίας που ισχύουν στο κράτος μέλος που είναι αρμόδιο για την παρούσα σελίδα.