Επιτόκια

Ισπανία
Περιεχόμενο που παρέχεται από
European Judicial Network
Ευρωπαϊκό Δικαστικό Δίκτυο (για αστικές και εμπορικές υποθέσεις)

1 Προβλέπεται το «νόμιμο επιτόκιο» στο κράτος μέλος σας; Εάν ναι, πώς ορίζεται το «νόμιμο επιτόκιο» στο εν λόγω κράτος μέλος;

Στην Ισπανία προβλέπεται ένα νόμιμο επιτόκιο ως επικουρικό μέσο προσδιορισμού της αποζημίωσης, όταν δεν υπάρχει σχετική συμφωνία μεταξύ των μερών, σε περίπτωση που ο οφειλέτης καταστεί υπερήμερος. Προβλέπεται στο άρθρο 1108 του Αστικού Κώδικα. Απαιτείται η μη εξοφληθείσα οφειλή να είναι εκκαθαρισμένη ή να έχει μετατραπεί σε χρηματική.

Δεν υπάρχει ρητός ορισμός του νόμιμου επιτοκίου.

Υπάρχουν ωστόσο διαφορετικοί συντελεστές νόμιμου επιτοκίου. Το σύνηθες είναι το επιτόκιο που αναφέρεται παραπάνω και το οποίο μνημονεύεται στον Αστικό Κώδικα. Ωστόσο, σε άλλους τομείς ο νόμος προβλέπει ειδικά επιτόκια, τα οποία σε πολλές περιπτώσεις προκύπτουν από την εφαρμογή συγκεκριμένου ποσοστού επί του νόμιμου επιτοκίου. Στις περιπτώσεις εφαρμογής των εν λόγω επιτοκίων, αυτά μπορούν επίσης να θεωρηθούν ως «νόμιμα επιτόκια», υπό την έννοια ότι καθορίζονται υποχρεωτικά από τον νόμο. Ισχύουν τα εξής:

- όσον αφορά τις υποθήκες, ο νόμος 1/2013, της 14ης Μαΐου, με τον οποίο τροποποιήθηκε το άρθρο 114 του νόμου για τις υποθήκες, έθεσε ως όριο για το επιτόκιο υπερημερίας όσον αφορά τα δάνεια για την απόκτηση κύριας κατοικίας και εφόσον έχει υποθηκευτεί η εν λόγω κατοικία το τριπλάσιο του νόμιμου επιτοκίου, δηλαδή, επί του παρόντος, το 9 %

Ο νόμος σχετικά με τη ρύθμιση των συμβάσεων στεγαστικής πίστης τροποποίησε το άρθρο 114, το οποίο άρχισε να ισχύει, με το νέο λεκτικό του, στις 16 Ιουνίου 2019. Σύμφωνα με αυτό ο τόκος υπερημερίας ορίζεται σε 3 % επί του συμβατικού επιτοκίου για όλη την περίοδο κατά τη διάρκεια της οποίας καθίσταται απαιτητός, για ενυπόθηκα στεγαστικά δάνεια προς φυσικά πρόσωπα. Οι τόκοι υπερημερίας δεν μπορούν σε καμία περίπτωση να κεφαλαιοποιηθούν. Δεν είναι δυνατόν να υπάρξει παρέκκλιση από τον κανόνα αυτό σχετικά με τους τόκους υπερημερίας μέσω διαφορετικής συμφωνίας.

- το άρθρο 20 παράγραφος 4 του νόμου 16/2011 περί συμβάσεων καταναλωτικής πίστης καθορίζει ως ανώτατο όριο τις 2,5 φορές το ύψος του νόμιμου επιτοκίου για αυτού του είδους τις πράξεις

- το άρθρο 7 του νόμου 3/2004 περί καταπολέμησης της καθυστέρησης πληρωμών στις εμπορικές πράξεις, εκτός εάν υπάρχει συμφωνία περί του αντιθέτου, καθορίζει το νόμιμο επιτόκιο υπερημερίας που υποχρεούνται να καταβάλλουν οι οφειλέτες στο επιτόκιο που χρησιμοποίησε η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα για την πιο πρόσφατη κύρια πράξη αναχρηματοδότησής της πριν από την πρώτη ημέρα του οικείου ημερολογιακού εξαμήνου με προσαύξηση 8 ποσοστιαίων μονάδων.

Ως επιτόκιο που χρησιμοποίησε η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα στις κύριες πράξεις αναχρηματοδότησής της νοείται το επιτόκιο που χρησιμοποιείται για τις εν λόγω πράξεις με δημοπρασίες σταθερού επιτοκίου. Σε περίπτωση που μια κύρια πράξη αναχρηματοδότησης πραγματοποιείται με δημοπρασία κυμαινόμενου επιτοκίου, το εν λόγω επιτόκιο αναφέρεται στο οριακό επιτόκιο της εν λόγω δημοπρασίας.

Το νόμιμο επιτόκιο υπερημερίας, που καθορίζεται σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στο παρόν σημείο, εφαρμόζεται για έξι μήνες μετά τον καθορισμό του.

- όσον αφορά τα ασφαλιστήρια συμβόλαια, το άρθρο 20 παράγραφος 4 του νόμου 50/1980, της 8ης Οκτωβρίου, περί ασφαλιστήριων συμβολαίων επιβάλλει κυρώσεις στις ασφαλιστικές εταιρείες όταν καθυστερούν αδικαιολόγητα την καταβολή αποζημιώσεων στα θύματα ζημιών που καλύπτονται από τα ασφαλιστήρια συμβόλαια που έχουν συνάψει, με την καταβολή ετήσιου επιτοκίου ίσου με το ισχύον νόμιμο επιτόκιο κατά τον χρόνο που η οφειλή καθίσταται ληξιπρόθεσμη προσαυξημένο κατά 50%. Ωστόσο, όταν περάσουν δύο έτη από την επέλευση του ασφαλιστικού κινδύνου χωρίς να έχει καταβληθεί η αποζημίωση, το δικαστήριο δεν μπορεί να επιβάλει στην ασφαλιστική εταιρεία ετήσιο επιτόκιο μικρότερο του 20%

- ο λεγόμενος «δικονομικός τόκος», που προβλέπεται στο άρθρο 576 του νόμου 1/2000, της 7ης Ιανουαρίου, περί Πολιτικής Δικονομίας, σύμφωνα με το οποίο, από τη στιγμή που εκδίδεται σε πρώτο βαθμό απόφαση που επιδικάζει την καταβολή χρηματικού ποσού, καθίσταται καταβλητέος στον πιστωτή τόκος με ετήσιο επιτόκιο ίσο με το νόμιμο επιτόκιο προσαυξημένο κατά δύο ποσοστιαίες μονάδες ή ίσο με το επιτόκιο που έχουν συμφωνήσει τα μέρη ή ίσο με το επιτόκιο που προβλέπει ειδική διάταξη νόμου.

2 Εάν ναι, ποιο είναι το ύψος/οι συντελεστές και η νομική του βάση; Εάν προβλέπονται διαφορετικοί συντελεστές νόμιμου επιτοκίου, ποιες συνθήκες και όροι ισχύουν;

Ο συντελεστής του νόμιμου επιτοκίου καθορίζεται στον νόμο για τον προϋπολογισμό για κάθε έτος.

Για το 2017 ο συντελεστής καθορίζεται στον νόμο 3/2017, της 27ης Ιουνίου, σχετικά με τον γενικό προϋπολογισμό του κράτους για το 2017, στην τριακοστή τέταρτη πρόσθετη διάταξή του:

- στο 3,00 κατά τη διάρκεια ισχύος του εν λόγω προϋπολογισμού.

- Κατά την ίδια περίοδο, το επιτόκιο υπερημερίας, στο οποίο αναφέρεται το άρθρο 26 του γενικού φορολογικού νόμου 58/2003, της 17ης Δεκεμβρίου, ανέρχεται στο 3,75 τοις εκατό.

- Κατά την ίδια περίοδο, το επιτόκιο υπερημερίας, στο οποίο αναφέρεται το άρθρο 38 παράγραφος 2 του γενικού περί επιδοτήσεων νόμου 38/2003, της 17ης Νοεμβρίου, ανέρχεται στο 3,75 τοις εκατό.

Η εξέλιξη των επιτοκίων δημοσιεύεται στον παρακάτω δικτυακό τόπο της Τράπεζας της Ισπανίας:

http://www.bde.es/clientebanca/es/areas/Tipos_de_Interes/Tipos_de_interes/Otros_tipos_de_i/otros-tipos/Tabla_tipos_de_interes_legal.html

Όπως αναφέρθηκε στην προηγηθείσα απάντηση, υπάρχουν, πέραν από το νόμιμο επιτόκιο που προβλέπει το άρθρο 1108 του Αστικού Κώδικα για τον καθορισμό της αποζημίωσης για μη καταβολή χρηματικών οφειλών, διαφορετικοί συντελεστές νόμιμου επιτοκίου. Ισχύουν τα εξής:

- όσον αφορά τις υποθήκες, ο νόμος 1/2013, της 14ης Μαΐου, με τον οποίο τροποποιήθηκε το άρθρο 114 του νόμου για τις υποθήκες, έθεσε ως όριο για το επιτόκιο υπερημερίας όσον αφορά τα δάνεια για την απόκτηση κύριας κατοικίας και εφόσον έχει υποθηκευτεί η εν λόγω κατοικία το τριπλάσιο του νόμιμου επιτοκίου.

Ο νόμος σχετικά με τη ρύθμιση των συμβάσεων στεγαστικής πίστης τροποποίησε το άρθρο 114, το νέο λεκτικό του οποίου άρχισε να ισχύει στις 16 Ιουνίου 2019. Σύμφωνα με αυτό το επιτόκιο υπερημερίας ορίζεται σε 3 % επί του συμβατικού επιτοκίου για την περίοδο κατά τη διάρκεια της οποίας καθίσταται απαιτητός, για ενυπόθηκα στεγαστικά δάνεια προς φυσικά πρόσωπα. Οι τόκοι υπερημερίας δεν μπορούν σε καμία περίπτωση να κεφαλαιοποιηθούν. Δεν είναι δυνατόν να υπάρξει παρέκκλιση από τον κανόνα αυτό σχετικά με τους τόκους υπερημερίας μέσω διαφορετικής συμφωνίας.

- το άρθρο 20 παράγραφος 4 του νόμου 16/2011 περί συμβάσεων καταναλωτικής πίστης καθορίζει ως ανώτατο όριο τις 2,5 φορές το ύψος του νόμιμου επιτοκίου για αυτού του είδους τις συναλλαγές

- το άρθρο 7 του νόμου 3/2004 περί καταπολέμησης της καθυστέρησης πληρωμών στις εμπορικές πράξεις καθορίζει το νόμιμο επιτόκιο των τόκων υπερημερίας, εάν δεν έχει συμφωνηθεί, που υποχρεούνται να καταβάλλουν οι οφειλέτες. Υπολογίζεται με βάση το επιτόκιο της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας για την πιο πρόσφατη κύρια πράξη αναχρηματοδότησής της πριν από την πρώτη ημέρα του οικείου ημερολογιακού εξαμήνου, προσαυξημένο κατά 8 ποσοστιαίες μονάδες.

Ως επιτόκιο που χρησιμοποίησε η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα στις κύριες πράξεις αναχρηματοδότησής της νοείται το επιτόκιο που χρησιμοποιείται για τις εν λόγω πράξεις με δημοπρασίες σταθερού επιτοκίου. Σε περίπτωση που μια κύρια πράξη αναχρηματοδότησης πραγματοποιείται με δημοπρασία κυμαινόμενου επιτοκίου, το εν λόγω επιτόκιο αναφέρεται στο οριακό επιτόκιο της εν λόγω δημοπρασίας.

Το νόμιμο επιτόκιο για τόκους υπερημερίας, που καθορίζεται σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στο παρόν σημείο, εφαρμόζεται για έξι μήνες μετά τον καθορισμό του.

- όσον αφορά τα ασφαλιστήρια συμβόλαια, το άρθρο 20 παράγραφος 4 του νόμου 50/1980, της 8ης Οκτωβρίου, περί ασφαλιστήριων συμβολαίων επιβάλλει κυρώσεις στις ασφαλιστικές εταιρείες, όταν καθυστερούν αδικαιολόγητα την καταβολή αποζημιώσεων στα θύματα ζημιών που καλύπτονται από τα ασφαλιστήρια συμβόλαια που έχουν συνάψει, με την καταβολή ετήσιου επιτοκίου ίσου με το ισχύον νόμιμο επιτόκιο κατά τον χρόνο που η οφειλή καθίσταται ληξιπρόθεσμη προσαυξημένο κατά 50%. Ωστόσο, όταν περάσουν δύο έτη από την επέλευση του ασφαλιστικού κινδύνου χωρίς να έχει καταβληθεί η αποζημίωση, το δικαστήριο δεν μπορεί να επιβάλει στην ασφαλιστική εταιρεία ετήσιο επιτόκιο μικρότερο του 20%

- ο λεγόμενος «δικονομικός τόκος», που προβλέπεται στο άρθρο 576 του νόμου 1/2000, της 7ης Ιανουαρίου, περί Πολιτικής Δικονομίας, σύμφωνα με το οποίο, από τη στιγμή που εκδίδεται σε πρώτο βαθμό απόφαση που επιδικάζει την καταβολή χρηματικού ποσού, καθίσταται καταβλητέος στον πιστωτή τόκος με ετήσιο επιτόκιο ίσο με το νόμιμο επιτόκιο προσαυξημένο κατά δύο ποσοστιαίες μονάδες ή ίσο με το επιτόκιο που έχουν συμφωνήσει τα μέρη ή ίσο με το επιτόκιο που προβλέπει ειδική διάταξη νόμου.

3 Εάν χρειάζεται, υπάρχουν περαιτέρω διαθέσιμες πληροφορίες σχετικά με τον τρόπο υπολογισμού του νόμιμου επιτοκίου;

Στην ηλεκτρονική διεύθυνση που αναφέρεται στην παραπάνω απάντηση καταγράφεται η εξέλιξη των επιτοκίων.

http://www.bde.es/clientebanca/es/areas/Tipos_de_Interes/Tipos_de_interes/Otros_tipos_de_i/otros-tipos/Tabla_tipos_de_interes_legal.html

4 Υπάρχει ελεύθερη ηλεκτρονική πρόσβαση στη νομική βάση που αναφέρεται ανωτέρω;

Ναι, στην εξής διεύθυνση:

http://www.bde.es/clientebanca/es/areas/Tipos_de_Interes/

Τελευταία επικαιροποίηση: 19/08/2021

Την έκδοση αυτής της σελίδας στην εθνική γλώσσα διαχειρίζεται ο αντίστοιχος αρμόδιος επαφής του ΕΔΔ. Οι μεταφράσεις έχουν γίνει από την αρμόδια υπηρεσία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Οι τυχόν αλλαγές που επιφέρει η αρμόδια εθνική αρχή στο πρωτότυπο ενδέχεται να μην έχουν περιληφθεί ακόμα στις μεταφράσεις. Η Επιτροπή και το Ευρωπαϊκό Δικαστικό Δίκτυο δεν αναλαμβάνουν καμία απολύτως ευθύνη όσον αφορά πληροφορίες ή δεδομένα που περιέχονται ή αναφέρονται στο παρόν έγγραφο. Βλ. την ανακοίνωση νομικού περιεχομένου για τους κανόνες πνευματικής ιδιοκτησίας που ισχύουν στο κράτος μέλος που είναι αρμόδιο για την παρούσα σελίδα.