Η πρωτότυπη γλωσσική έκδοση πορτογαλικά αυτής της σελίδας τροποποιήθηκε πρόσφατα. Η γλωσσική έκδοση που βλέπετε τώρα βρίσκεται στο στάδιο της μετάφρασης.
Υπάρχει ήδη μετάφραση στις ακόλουθες γλώσσες
Swipe to change

Αφερεγγυότητα/πτώχευση

Πορτογαλία
Περιεχόμενο που παρέχεται από
European Judicial Network
Ευρωπαϊκό Δικαστικό Δίκτυο (για αστικές και εμπορικές υποθέσεις)

1 Εναντίον ποιων μπορούν να κινηθούν διαδικασίες αφερεγγυότητας;

Σημείωση:

Η νομική βάση για τις πληροφορίες που παρέχονται στο παρόν έγγραφο είναι κατά βάση ο κώδικας αφερεγγυότητας και αναδιοργάνωσης επιχειρήσεων (Código da Insolvência e da Recuperação de Empresas) που εγκρίθηκε με το νομοθετικό διάταγμα αριθ. 53/2004 της 18ης Μαρτίου 2004, όπως αναθεωρήθηκε τελευταία με τον νόμο αριθ. 8/2018 της 2ας Μαρτίου 2018, ο οποίος θα αναφέρεται πλέον ως «κώδικας αφερεγγυότητας».

Μπορείτε να συμβουλευθείτε τον κώδικα αφερεγγυότητας στα πορτογαλικά, στην καταρχήν πιο πρόσφατη έκδοσή του, στον ιστότοπο της γενικής εισαγγελίας Λισαβόνας: http://www.pgdlisboa.pt/

Λόγω του ιδιαίτερα εξειδικευμένου χαρακτήρα των ερωτημάτων που τέθηκαν, των συστάσεων ως προς τις απαντήσεις τις οποίες διατύπωσε η Ευρωπαϊκή Επιτροπή με το παρόν ερωτηματολόγιο και της υποχρέωσης που απορρέει από το άρθρο 86 του κανονισμού 2015/848 για τα σημεία επαφής του Ευρωπαϊκού Δικαστικού Δικτύου για αστικές και εμπορικές υποθέσεις ως προς την παροχή πληροφοριών σχετικά με το εθνικό δίκαιο οι οποίες απευθύνονται, κατά βάση, σε επαγγελματίες σε άλλα κράτη μέλη οι οποίοι ασχολούνται με διασυνοριακές υποθέσεις αφερεγγυότητας, σε πολλές από τις απαντήσεις που ακολουθούν επελέγη η παράθεση των νομικών διατάξεων που εφαρμόζονται σε κάθε περίπτωση, με σκοπό την αποφυγή ανακριβειών στις τεχνικές πληροφορίες που ζητούνται και καθώς κρίθηκε ότι η αντικατάσταση του λεκτικού τους με άλλη επεξήγηση θα είχε ως αποτέλεσμα ένα πιο μακροσκελές κείμενο. Σε άλλες περιπτώσεις, κρίθηκε επαρκές να γίνει αναφορά στις νομικές διατάξεις, χωρίς παράθεσή τους, καθώς και να παρασχεθεί μια σύνοψη των καταστάσεων στις οποίες αυτές εφαρμόζονται.

Όλες οι απαντήσεις στο παρόν έντυπο περιέχουν πληροφορίες για τη διαδικασία αφερεγγυότητας που αναφέρεται στο άρθρο 1 παράγραφος 1 του κώδικα αφερεγγυότητας.

Εκτός από την ίδια τη διαδικασία αφερεγγυότητας, ο κώδικας αφερεγγυότητας προβλέπει επίσης δύο ειδικές διαδικασίες: την ειδική διαδικασία διάσωσης (processo especial de revitalização) που αναφέρεται στο άρθρο 1 παράγραφος 2 του κώδικα αφερεγγυότητας και την ειδική διαδικασία περί συμφωνίας ρύθμισης οφειλών (processo especial para acordo de pagamento) που αναφέρεται στο άρθρο 1 παράγραφος 3 του κώδικα αφερεγγυότητας. Οι πληροφορίες σχετικά με αυτές τις δύο ειδικές διαδικασίες παρέχονται στην απάντηση της ερώτησης 2.

Τα στοιχεία που υπόκεινται σε δημοσιότητα στο πλαίσιο διαδικασιών αφερεγγυότητας (ιδίως αυτά που απαριθμούνται στο άρθρο 24 του κανονισμού 2015/848), στις ειδικές διαδικασίες διάσωσης και στις ειδικές διαδικασίες περί συμφωνίας ρύθμισης οφειλών είναι διαθέσιμα στη δικτυακή πύλη Citius, που είναι ο ιστότοπος που τίθεται στη διάθεση των δικαστηρίων από το Υπουργείο Δικαιοσύνης στην ακόλουθη διεύθυνση:

https://www.citius.mj.pt/portal/consultas/ConsultasCire.aspx

ΕΙΔΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΩΝ

Στο πρώτο άρθρο του κώδικα αφερεγγυότητας προβλέπονται τρία διαφορετικά είδη διαδικασιών που μπορούν να κινηθούν για διαφορετικές κατηγορίες πιστωτών:

  1. Η διαδικασία αφερεγγυότητας που μπορεί να αφορά επιχειρήσεις ή φυσικά πρόσωπα
  2. Η ειδική διαδικασία διάσωσης που μπορεί να απευθύνεται μόνο σε επιχειρήσεις (άρθρα 17-A έως 17-J του κώδικα αφερεγγυότητας)
  3. Η ειδική διαδικασία περί συμφωνίας ρύθμισης οφειλών, που μπορεί να απευθύνεται σε οποιονδήποτε οφειλέτη πλην επιχείρησης (άρθρα 222-A έως 222-J του κώδικα αφερεγγυότητας).

Το λεκτικό του άρθρου 1 του κώδικα αφερεγγυότητας έχει ως εξής:

«Άρθρο 1

Σκοπός

1 - Η διαδικασία αφερεγγυότητας είναι διαδικασία γενικής εκτέλεσης που έχει ως σκοπό την ικανοποίηση των πιστωτών με τη μορφή που προβλέπεται σε σχέδιο αφερεγγυότητας το οποίο βασίζεται ιδίως στην αναδιάρθρωση της επιχείρησης που περιλαμβάνεται στην πτωχευτική περιουσία ή, όταν αυτό δεν κρίνεται δυνατό, στη ρευστοποίηση της περιουσίας του αφερέγγυου οφειλέτη και τη διανομή του προϊόντος αυτής στους πιστωτές.

2 - Επιχείρηση που βρίσκεται σε δυσχερή οικονομική κατάσταση ή σε κατάσταση επαπειλούμενης αφερεγγυότητας μπορεί να αιτηθεί από το δικαστήριο την κίνηση της ειδικής διαδικασίας διάσωσης σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 17.-A έως 17.-J.

3 - Οφειλέτης άλλου τύπου που βρίσκεται σε οικονομική δυσχέρεια ή σε κατάσταση επαπειλούμενης αφερεγγυότητας μπορεί να αιτηθεί από το δικαστήριο την κίνηση της ειδικής διαδικασίας περί συμφωνίας ρύθμισης οφειλών που προβλέπεται στα 222.-A έως 222.-J.»

Ειδικότερα, όσον αφορά τις διαδικασίες αφερεγγυότητας, από το άρθρο 2 του κώδικα αφερεγγυότητας προκύπτουν τα ακόλουθα:

Οι διαδικασίες αυτές μπορούν να κινηθούν κατά:

  • οποιουδήποτε φυσικού ή νομικού προσώπου
  • σχολάζουσας κληρονομιάς
  • ενώσεων χωρίς νομική προσωπικότητα και ειδικών επιτροπών
  • αστικών εταιρειών
  • εμπορικών εταιρειών και αστικών εταιρειών με εμπορική μορφή μέχρι την ημερομηνία οριστικής καταχώρισης της εταιρικής σύμβασης με την οποία συστήνονται
  • συνεταιρισμών, πριν από την καταχώριση της σύστασής τους
  • ατομικών επιχειρήσεων περιορισμένης ευθύνης (estabelecimento individual de responsabilidade limitada)
  • οποιασδήποτε άλλης αυτόνομης περιουσίας.

Οι διαδικασίες δεν μπορούν να κινηθούν κατά:

  • νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου και δημοσίων επιχειρήσεων
  • ασφαλιστικών εταιρειών, πιστωτικών ιδρυμάτων, χρηματοδοτικών εταιρειών, επενδυτικών εταιρειών που παρέχουν υπηρεσίες που περιλαμβάνουν την κατοχή κεφαλαίων ή κινητών αξιών τρίτων και οργανισμών συλλογικών επενδύσεων, στον βαθμό που η ένταξη σε διαδικασία αφερεγγυότητας είναι ασυμβίβαστη με τα ειδικά καθεστώτα που προβλέπονται για τις εν λόγω οντότητες.

2 Ποιες είναι οι προϋποθέσεις για την έναρξη διαδικασιών αφερεγγυότητας;

ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΑΦΕΡΕΓΓΥΟΤΗΤΑΣ

Προϋποθέσεις για την έναρξη της διαδικασίας αφερεγγυότητας βάσει του άρθρου 1 παράγραφος 1 του κώδικα αφερεγγυότητας:

Η διαδικασία αφερεγγυότητας μπορεί να αποσκοπεί στην αναδιοργάνωση της επιχείρησης ή στην εκκαθάριση της πτωχευτικής περιουσίας και την εξόφληση των πιστωτών.

Στο πλαίσιο της διαδικασίας αφερεγγυότητας, ο κώδικας αφερεγγυότητας προβλέπει επίσης ειδικές διατάξεις σχετικά με την αφερεγγυότητα των φυσικών προσώπων, συμπεριλαμβανομένων των προσώπων που δεν ασκούν επιχειρηματική δραστηριότητα και των ιδιοκτητών μικρών επιχειρήσεων, καθώς και την αφερεγγυότητα αμφότερων των συζύγων, στα άρθρα 235 έως 266.

Κίνηση της διαδικασίας

Η διαδικασία αφερεγγυότητας μπορεί να κινηθεί εφόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 3 του κώδικα αφερεγγυότητας, το λεκτικό του οποίου έχει ως εξής:

«Άρθρο 3

Κατάσταση αφερεγγυότητας

1 – Σε κατάσταση αφερεγγυότητας θεωρείται ότι βρίσκεται οφειλέτης που αδυνατεί να εκπληρώνει τις ληξιπρόθεσμες υποχρεώσεις του.

2 – Νομικά πρόσωπα και αυτόνομες περιουσίες για τα χρέη των οποίων δεν ευθύνεται προσωπικά και απεριόριστα κανένα φυσικό πρόσωπο, είτε άμεσα είτε έμμεσα, θεωρούνται επίσης αφερέγγυα όταν το παθητικό τους είναι προδήλως μεγαλύτερο από το ενεργητικό τους, κατόπιν αποτίμησης σύμφωνα με τα ισχύοντα λογιστικά πρότυπα.

3 – Οι διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου παύουν να ισχύουν όταν το ενεργητικό υπερβεί το παθητικό, κατόπιν αποτίμησης σύμφωνα με τους ακόλουθους κανόνες:

a) Λογίζονται στο ενεργητικό και στο παθητικό τα αναγνωρίσιμα στοιχεία, ακόμα και αν δεν εμφανίζονται στον ισολογισμό, στην εύλογη αξία τους

b) Όταν ο οφειλέτης είναι ιδιοκτήτης επιχείρησης, η αποτίμηση βασίζεται σε προσέγγιση συνέχισης της επιχειρηματικής δραστηριότητας ή εκκαθάρισης, ανάλογα με το ποια εκ των δύο είναι πιθανότερη, αλλά σε κάθε περίπτωση εξαιρουμένου του κονδυλίου της υπεραξίας

c) Δεν περιλαμβάνονται στο παθητικό χρέη που πρέπει να καταβληθούν μόνο από διανεμητέα κεφάλαια ή από το ενεργητικό που απομένει μετά την ικανοποίηση ή τη διασφάλιση των δικαιωμάτων των υπολοίπων πιστωτών του οφειλέτη.

4 – Η επαπειλούμενη αφερεγγυότητα εξισούται με πραγματική αφερεγγυότητα αν ο οφειλέτης ζητήσει να κηρυχθεί σε αφερεγγυότητα».

Ενεργητική και παθητική νομιμοποίηση

Επιπλέον, τα άρθρα 18, 19 και 20 του κώδικα αφερεγγυότητας, το λεκτικό των οποίων παρατίθεται στη συνέχεια, προβλέπουν ποιος έχει το δικαίωμα να αιτηθεί την κίνηση διαδικασίας αφερεγγυότητας και ποιος πρέπει να υποβάλει αίτηση κήρυξής του σε αφερεγγυότητα και υπό ποιες συνθήκες:

«Άρθρο 18

Υποχρέωση του οφειλέτη να υποβάλει αίτηση κήρυξής του σε αφερεγγυότητα

1 – Ο οφειλέτης πρέπει να υποβάλει αίτηση κήρυξής του σε αφερεγγυότητα εντός 30 ημερών από την ημερομηνία κατά την οποία περιήλθε ή θα έπρεπε να περιέλθει σε γνώση της κατάστασης αφερεγγυότητας, όπως αυτή ορίζεται στο άρθρο 3 παράγραφος 1.

2 – Εξαιρούνται από την υποχρέωση υποβολής αίτησης κήρυξής τους σε αφερεγγυότητα τα φυσικά πρόσωπα που δεν είναι ιδιοκτήτες επιχείρησης κατά την ημερομηνία που περιέρχονται σε κατάσταση αφερεγγυότητας.

3 – Όταν ο οφειλέτης είναι ιδιοκτήτης επιχείρησης, τεκμαίρεται αμάχητα ότι υπήρχε γνώση της κατάστασης αφερεγγυότητας μετά την πάροδο τουλάχιστον τριών μηνών από την γενική αθέτηση οποιασδήποτε υποχρέωσης που αναφέρεται στο άρθρο 20 παράγραφος 1 στοιχείο g)».

«Άρθρο 19

Πρόσωπο που υποβάλλει την αίτηση

Αν ο οφειλέτης δεν είναι φυσικό πρόσωπο με ικανότητα δικαίου, αρμόδιο για την υποβολή της αίτησης κήρυξής του σε αφερεγγυότητα είναι το αρμόδιο διοικητικό εταιρικό όργανο ή, εάν δεν υπάρχει τέτοιο όργανο, ένας από τους διευθυντές του».

«Άρθρο 20

Άλλα νομιμοποιούμενα πρόσωπα

1 – Την κήρυξη ενός οφειλέτη σε αφερεγγυότητα μπορεί να αιτηθεί οποιοδήποτε πρόσωπο ευθύνεται εκ του νόμου για τις οφειλές του, οποιοσδήποτε πιστωτής, ακόμα εάν οι απαιτήσεις του είναι υπό αίρεση και ανεξαρτήτως της φύσης αυτών, ή η εισαγγελία για λογαριασμό των φορέων τα συμφέροντα των οποίων εκπροσωπεί εκ του νόμου, εάν συντρέχουν οποιεσδήποτε εκ των κάτωθι προϋποθέσεων:

a) γενική αναστολή εκπλήρωσης ληξιπρόθεσμων υποχρεώσεων

b) μη εκπλήρωση μίας ή περισσότερων υποχρεώσεων η οποία, λόγω του ύψους της ή των περιστάσεων της αθέτησης, υποδεικνύει ότι ο οφειλέτης βρίσκεται σε αδυναμία έγκαιρης εκπλήρωσης της πλειονότητας των υποχρεώσεών του

c) διαφυγή του ιδιοκτήτη της επιχείρησης ή των διευθυντών του οφειλέτη ή εγκατάλειψη του τόπου στον οποίο η επιχείρηση διατηρεί την έδρα της ή ασκεί την κύρια δραστηριότητά της, που σχετίζονται με τη μη φερεγγυότητα του οφειλέτη και χωρίς διορισμό κατάλληλου αντικαταστάτη

d) διασπορά, εγκατάλειψη, εσπευσμένη ή βλαπτική ρευστοποίηση περιουσίας και εικονική δημιουργία απαιτήσεων

e) ανεπάρκεια κατασχετών περιουσιακών στοιχείων για την εξόφληση της απαίτησης του επισπεύδοντος πιστωτή η οποία διαπιστώνεται στο πλαίσιο διαδικασίας αναγκαστικής εκτέλεσης που έχει κινηθεί κατά του οφειλέτη

f) αθέτηση υποχρεώσεων που προβλέπονται σε σχέδιο αφερεγγυότητας ή πληρωμών υπό τους όρους που προβλέπονται στο άρθρο 218 παράγραφος 1 στοιχείο a) και παράγραφος 2

ζ) γενικευμένη αθέτηση, κατά τη διάρκεια των προηγούμενων έξι μηνών, οφειλών που εμπίπτουν σε οποιαδήποτε από τις ακόλουθες κατηγορίες:

i) φορολογικές

ii) ασφαλιστικές εισφορές

iii) οφειλές που απορρέουν από σύμβαση εργασίας ή από την αθέτηση ή τη λύση της

iv) μισθώματα από μίσθωση οποιουδήποτε είδους, συμπεριλαμβανομένης της χρηματοδοτικής, καταβολές τιμήματος αγοράς ή ενυπόθηκου δανείου, που σχετίζονται με τον τόπο στον οποίο ο οφειλέτης ασκεί τη δραστηριότητά του ή διατηρεί την έδρα του ή την κατοικία του

h) ο οφειλέτης είναι μία από τις οντότητες που αναφέρονται στο άρθρο 3 παράγραφος 2 και το παθητικό του υπερβαίνει το ενεργητικό του σύμφωνα με τον τελευταίο εγκεκριμένο ισολογισμό ή καθυστερεί περισσότερο από εννέα μήνες σε ό,τι αφορά την έγκριση και την κατάθεση των λογαριασμών του, εάν υπέχει σχετική εκ του νόμου υποχρέωση.

2 – Οι διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου δεν θίγουν τη δυνατότητα εκπροσώπησης των δημόσιων φορέων σύμφωνα με το άρθρο 13».

Τύπος και περιεχόμενο της αίτησης

Οι λόγοι της αίτησης κήρυξης σε αφερεγγυότητα που πρέπει να προβληθούν και να αποδειχθούν προβλέπονται στα άρθρα 23 έως 25 του κώδικα αφερεγγυότητας, το λεκτικό των οποίων ακολουθεί:

«Άρθρο 23

Τύπος και περιεχόμενο της αίτησης

1 – Η αίτηση του ίδιου του οφειλέτη ή πιστωτή για την κήρυξη του οφειλέτη σε αφερεγγυότητα διατυπώνεται με γραπτή αίτηση, στην οποία εκτίθενται τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν τις προϋποθέσεις της αιτηθείσας κήρυξης και ολοκληρώνεται με τη διατύπωση του αντίστοιχου αιτήματος.

2 – Στην αίτηση, ο αιτών:

a) εφόσον ο οφειλέτης είναι ο ίδιος, αναφέρει εάν η αφερεγγυότητα υφίσταται επί του παρόντος ή επίκειται και, αν ο αιτών είναι φυσικό πρόσωπο, αν επιδιώκει την απαλλαγή από τις εναπομείνασες οφειλές, σύμφωνα με τις διατάξεις του τίτλου XII κεφάλαιο I

β) υποδεικνύει τους πραγματικούς και εκ του νόμου διευθυντές του οφειλέτη και τους πέντε μεγαλύτερους πιστωτές του, εκτός από τον ίδιο τον αιτούντα

γ) αν ο οφειλέτης είναι έγγαμος, υποδεικνύει τον/την σύζυγό του και αναφέρει το καθεστώς των περιουσιακών σχέσεων των συζύγων

δ) επισυνάπτει πιστοποιητικό ληξιαρχείου, εμπορικού μητρώου ή άλλου δημόσιου μητρώου στο οποίο μπορεί να υπόκειται ο οφειλέτης.

3 – Αν δεν είναι δυνατό για τον αιτούντα να υποβάλει τα στοιχεία και να επισυνάψει τα έγγραφα της προηγούμενης παραγράφου, ζητεί να τα προσκομίσει ο οφειλέτης».

«Άρθρο 24

Έγγραφα που προσκομίζονται από τον οφειλέτη

1 – Αν ο αιτών είναι ο ίδιος ο οφειλέτης, επισυνάπτει επίσης στην αίτηση τα ακόλουθα έγγραφα:

a) αλφαβητικό κατάλογο όλων των πιστωτών, στον οποίο αναφέρεται η διεύθυνση των πιστωτών, το ύψος των απαιτήσεών τους, η ημερομηνία κατά την οποία οι απαιτήσεις καθίστανται ληξιπρόθεσμες και το είδος, τυχόν ασφάλειες των οποίων απολαύουν καθώς και τυχόν ειδικές σχέσεις του άρθρου 49.

b) αναφορά και προσδιορισμό όλων των αγωγών και εκτελέσεων που εκκρεμούν εναντίον του

c) έγγραφο στο οποίο διευκρινίζεται η δραστηριότητα ή δραστηριότητες του οφειλέτη κατά τα τελευταία τρία έτη και οι εγκαταστάσεις των οποίων είναι ιδιοκτήτης, καθώς και τις εικαζόμενες, σύμφωνα με τον οφειλέτη, αιτίες της κατάστασης στην οποία βρίσκεται

d) έγγραφο στον οποίο προσδιορίζεται ο κληρονομούμενος, σε περίπτωση σχολάζουσας κληρονομιάς, οι εταίροι, οι συνεργάτες ή τα γνωστά μέλη του νομικού προσώπου, εάν υπάρχουν και, στις υπόλοιπες περιπτώσεις κατά τις οποίες η αφερεγγυότητα δεν αφορά φυσικό πρόσωπο, τα πρόσωπα που σύμφωνα με τον νόμο ευθύνονται για τις απαιτήσεις αφερεγγυότητας

e) κατάλογο των περιουσιακών στοιχείων που κατέχει υπό καθεστώς μίσθωσης ακινήτου ή κινητού ή χρηματοδοτικής μίσθωσης ή πώλησης με παρακράτηση κυριότητας και όλων των υπολοίπων περιουσιακών στοιχείων και δικαιωμάτων των οποίων είναι κύριος ή δικαιούχος, αναφέροντας τη φύση τους, τον τόπο στον οποίο βρίσκονται, στοιχεία καταχώρησης, αν υπάρχουν, αξία κτήσης και εκτίμηση της τρέχουσας αξίας τους

f) αν ο οφειλέτης υποχρεούται να τηρεί λογιστικά βιβλία και στοιχεία, τους ετήσιους λογαριασμούς για τα τρία τελευταία οικονομικά έτη και τις συναφείς εκθέσεις πεπραγμένων της διοίκησης, παρακολούθησης και ελέγχου, γνωμοδοτήσεις του εποπτικού οργάνου και έγγραφα νομικής πιστοποίησης, εφόσον είναι υποχρεωτικά ή εφόσον υπάρχουν, και πληροφορίες ως προς τις σημαντικότερες μεταβολές των περιουσιακών στοιχείων που επήλθαν μετά την ημερομηνία των τελευταίων λογαριασμών και για τις πράξεις οι οποίες, λόγω της φύσης, του αντικειμένου ή της διάστασής τους, υπερβαίνουν τις τρέχουσες επιχειρηματικές δραστηριότητες του οφειλέτη

g) στην περίπτωση εταιρείας που περιλαμβάνεται σε ενοποιημένους λογαριασμούς, τις ενοποιημένες εκθέσεις πεπραγμένων της διοίκησης, τους ετήσιους ενοποιημένους λογαριασμούς και τα λοιπά λογιστικά έγγραφα των τριών τελευταίων οικονομικών ετών, καθώς και τις αντίστοιχες εκθέσεις παρακολούθησης και ελέγχου, τις γνωμοδοτήσεις του εποπτικού οργάνου, τα έγγραφα νομικής πιστοποίησης και τις εκθέσεις των ενδοομιλικών συναλλαγών που καταρτίστηκαν την ίδια περίοδο

h) τις ειδικές εκθέσεις και λογαριασμούς και τις τριμηνιαίες και εξαμηνιαίες πληροφορίες, σε μεμονωμένη και ενοποιημένη βάση, που αναφέρονται σε ημερομηνίες μεταγενέστερες του τελευταίου οικονομικού έτους και τις οποίες η εταιρεία υποχρεούται να υποβάλει σύμφωνα με τον κώδικα περί κινητών αξιών (Código dos Valores Mobiliários) και τους κανόνες της επιτροπής κεφαλαιαγοράς (Comissão do Mercado de Valores Mobiliários).

i) Κατάλογο του προσωπικού που απασχολεί ο οφειλέτης.

2 – Ο οφειλέτης υποχρεούται επίσης:

a) να προσκομίσει έγγραφο που πιστοποιεί τις εξουσίες των διευθυντών που το εκπροσωπούν και αντίγραφο της πράξης που τεκμηριώνει τη διαβούλευση ως προς την κατάθεση της αίτησης από το αντίστοιχο εταιρικό διαχειριστικό όργανο, κατά περίπτωση

b) να αιτιολογήσει τη μη προσκόμιση ή μη συμμόρφωση οποιωνδήποτε εκ των εγγράφων που απαιτούνται σύμφωνα με την παράγραφο 1.

3 – Με την επιφύλαξη μεταγενέστερης υποβολής αίτησης σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 223 και επ., η αίτηση που υποβάλλεται από τον οφειλέτη μπορεί να συνοδεύεται από σχέδιο αφερεγγυότητας.»

«Άρθρο 25

Υποβολή αίτησης από τρίτον νομιμοποιούμενο

1 – Αν η αίτηση δεν υποβάλλεται από τον ίδιο τον οφειλέτη, ο αιτών την κήρυξη της αφερεγγυότητας πρέπει να αιτιολογήσει στην αίτησή του την προέλευση, τη φύση και το ύψος της απαίτησής του, ή την ευθύνη του σχετικά με τις απαιτήσεις αφερεγγυότητας, ανάλογα με την περίπτωση, και να υποβάλει με την αίτηση τα στοιχεία που έχει στη διάθεσή του σχετικά με το ενεργητικό και το παθητικό του οφειλέτη.

2 – Ο αιτών πρέπει επίσης να υποβάλει όλα τα αποδεικτικά στοιχεία που έχει στη διάθεσή του και υποχρεούται να παρουσιάσει τους μάρτυρες που έχουν προταθεί, εντός των ορίων που προβλέπονται στο άρθρο 511 του κώδικα πολιτικής δικονομίας.»

Ημερομηνία έναρξης της διαδικασίας και προθεσμίες

Η ημερομηνία έναρξης της διαδικασίας, οι προθεσμίες για την άσκηση ανακοπής ή/και για την έκδοση απόφασης, καθώς για την απόφαση με την οποία κηρύσσεται η αφερεγγυότητα καθορίζονται κυρίως στα άρθρα 4, 27 έως 30, 35 και 36 του κώδικα αφερεγγυότητας, τα οποία παρατίθενται κατωτέρω:

«Άρθρο 4

Ημερομηνία κήρυξης της αφερεγγυότητας και έναρξη της διαδικασίας

1 – Όταν η ακρίβεια μπορεί να έχει βαρύνουσα σημασία, οι παραπομπές του παρόντος κώδικα στην ημερομηνία κήρυξης της αφερεγγυότητας νοούνται ως αναφορές στην ώρα έκδοσης της απόφασης.

2 – Όλες οι προθεσμίες που καθορίζονται στον παρόντα κώδικα μέχρι το τέλος της διαδικασίας αφερεγγυότητας πρέπει επίσης να καλύπτουν την περίοδο μεταξύ της ημερομηνίας αυτής και της ημερομηνίας της κήρυξης της αφερεγγυότητας.

3 – Εάν η αφερεγγυότητα έχει κηρυχθεί σε διαδικασία η οποία θα έπρεπε να είχε ανασταλεί σύμφωνα με το άρθρο 8 παράγραφος 2, λόγω προγενέστερης εκκρεμούσας διαδικασίας που έχει κινηθεί κατά του ίδιου οφειλέτη, η ημερομηνία έναρξης αυτής θα χρησιμοποιείται για τους σκοπούς των προθεσμιών της προηγούμενης παραγράφου το ίδιο ισχύει σε περίπτωση αναστολής της προγενέστερης διαδικασίας σύμφωνα με το άρθρο 264 παράγραφος 3 στοιχείο b).»

«Άρθρο 27

Προσωρινή αξιολόγηση

1 – Την ημέρα της διανομής ή, αν αυτό δεν είναι δυνατό, έως και την τρίτη εργάσιμη ημέρα μετά απ’ αυτήν, ο δικαστής:

a) απορρίπτει προσωρινά την αίτηση κήρυξης αφερεγγυότητας αν αυτή είναι προδήλως αβάσιμη ή αν σε περίπτωση πρόδηλων ανυπέρβλητων παρελκυστικών εξαιρέσεων τις οποίες πρέπει να λάβει υπόψη αυτεπαγγέλτως

b) παραχωρεί στον αιτούντα, υπό ποινή απόρριψης, προθεσμία πέντε ημερών για τη διόρθωση των ιάσιμων πλημμελειών της αίτησης, ιδίως όταν η αίτηση δεν συμμορφώνεται με τις απαιτήσεις του νόμου ή δεν συνοδεύεται από τα απαραίτητα για την κατάθεσή της έγγραφα, σε περιπτώσεις όπου η εν λόγω έλλειψη δεν δικαιολογείται δεόντως.

2 — Σε περίπτωση αίτησης του οφειλέτη για την κήρυξή του σε αφερεγγυότητα, διαταγή προσωρινής απόρριψης που δεν βασίζεται, εν όλω ή εν μέρει, στη μη προσκόμιση των εγγράφων του άρθρου 24 παράγραφος 2 στοιχείο a) δημοσιεύεται στη δικτυακή πύλη Citius εντός της προθεσμίας που ορίζεται στο άρθρο 38 παράγραφος 8 και περιλαμβάνει τα στοιχεία του άρθρου 37 παράγραφος 8.»

«Άρθρο 28

Άμεση κήρυξη σε κατάσταση αφερεγγυότητας

Η αίτηση του οφειλέτη για την κήρυξή του σε αφερεγγυότητα συνεπάγεται ότι αυτός αναγνωρίζει την κατάσταση αφερεγγυότητας στην οποία βρίσκεται, η οποία κηρύσσεται μέχρι την τρίτη εργάσιμη ημέρα μετά τη διανομή της αρχικής αίτησης ή, σε περίπτωση ιάσιμων πλημμελειών, μετά την ίασή τους.»

«Άρθρο 29

Κλήτευση του οφειλέτη

1 – Με την επιφύλαξη του άρθρου 31 παράγραφος 3, εάν η αίτηση δεν υποβληθεί από τον ίδιο τον οφειλέτη και δεν υπάρχει λόγος προσωρινής απόρριψής της, ο δικαστής διατάζει την κλήτευση του οφειλέτη εντός της προθεσμίας του προηγούμενου άρθρου.

2 – Στην κλήση, ο οφειλέτης ενημερώνεται για τις επιπτώσεις της παραγράφου 5 του επόμενου άρθρου, καθώς και για το ότι τα έγγραφα του άρθρου 24 παράγραφος 1 πρέπει να είναι έτοιμα για άμεση παράδοση στον διαχειριστή αφερεγγυότητας σε περίπτωση κήρυξης της αφερεγγυότητας.»

«Άρθρο 30

Ανακοπή του οφειλέτη

1 – Εντός 10 ημερών ο οφειλέτης μπορεί να ασκήσει ανακοπή, για την οποία εφαρμόζονται οι διατάξεις του άρθρου 25 παράγραφος 2.

2 – Με την επιφύλαξη των διατάξεων της επόμενης παραγράφου, ο οφειλέτης, υπό ποινή απόρριψης, επισυνάπτει στην ανακοπή τον κατάλογο των πέντε μεγαλύτερων πιστωτών του, εξαιρουμένου του αιτούντος, αναφέροντας τη διεύθυνση του καθενός.

3 – Η ανακοπή του οφειλέτη στην αίτηση πιστωτή για κήρυξή του σε αφερεγγυότητα μπορεί να βασίζεται στην απουσία των περιστατικών στα οποία βασίζεται η υποβληθείσα αίτηση ή σε ανυπαρξία της κατάστασης αφερεγγυότητας.

4 – Είναι ευθύνη του οφειλέτη να αποδείξει τη φερεγγυότητά του, βάσει υποχρεωτικά τηρουμένων λογιστικών στοιχείων, κατά περίπτωση, που τηρούνται με τη δέουσα οργάνωση και επιμέλεια, με την επιφύλαξη του άρθρου 3 παράγραφος 3.

5 – Εάν δεν έχει χορηγηθεί εξαίρεση του οφειλέτη ως προς την παράστασή του στη συζήτηση σύμφωνα με το άρθρο 12 και ο οφειλέτης δεν έχει ασκήσει ανακοπή, τα πραγματικά περιστατικά που αναφέρονται στην αρχική αίτηση θεωρούνται καθομολογημένα και κηρύσσεται η αφερεγγυότητα την εργάσιμη ημέρα που έπεται της λήξης της προθεσμίας που αναφέρεται στην παράγραφο 1, εάν τα εν λόγω πραγματικά περιστατικά πληρούν τις προϋποθέσεις οποιουδήποτε σημείου του άρθρου 20 παράγραφος 1.»

«Άρθρο 35

Συζήτηση και έκδοση απόφασης

1 – Αν ο οφειλέτης ασκήσει ανακοπή ή εξαιρεθεί από την ακρόαση, ορίζεται αμέσως, για μία από τις επόμενες πέντε ημέρες, συζήτηση για την έκδοση απόφασης, γεγονός που κοινοποιείται στον αιτούντα, στον οφειλέτη και σε όλους τους πραγματικούς και εκ του νόμου διευθυντές που αναφέρονται στην αρχική αίτηση, ώστε να παραστούν αυτοπροσώπως ή να εκπροσωπηθούν από πρόσωπο εξουσιοδοτημένο να προβεί σε συμβιβασμό.

2 – Αν ο οφειλέτης ή ο εκπρόσωπός του δεν παραστούν, τα γεγονότα που αναφέρονται στην αρχική αίτηση θεωρούνται καθομολογημένα, σε περίπτωση που ο οφειλέτης δεν έχει εξαιρεθεί από την ακρόαση σύμφωνα με το άρθρο 12.

3 – Αν δεν υφίστανται οι περιστάσεις της προηγούμενης παραγράφου, σε περίπτωση που ο αιτών δεν παραστεί, είτε αυτοπροσώπως είτε μέσω εκπροσώπου, το γεγονός αυτό ισοδυναμεί με παραίτηση από την αίτηση.

4 – Ο δικαστής καταχωρίζει αμέσως στα πρακτικά, ανάλογα με την περίπτωση, είτε απόφαση κήρυξης της αφερεγγυότητας, αν τα γεγονότα που αναφέρονται στην αρχική αίτηση μπορούν να υπαχθούν στο άρθρο 20 παράγραφος 1, είτε απόφαση με την οποία επικυρώνεται η παραίτηση από την αίτηση.

5 – Αν παραστούν αμφότεροι οι διάδικοι, ή μόνο ο αιτών ή μόνο ο εκπρόσωπός του, αλλά ο οφειλέτης έχει εξαιρεθεί από την ακρόαση, ο δικαστής εκδίδει διαταγή προσδιορισμού του αντικειμένου της διαφοράς και απαρίθμησης των αποδεικτικών στοιχείων.

6 – Στη συνέχεια, λαμβάνεται απόφαση ως προς τις προβληθείσες απαιτήσεις και αμέσως μετά ακολουθεί η προσκόμιση αποδεικτικών στοιχείων.

7 – Μετά την ολοκλήρωση της προσκόμισης αποδεικτικών στοιχείων, πραγματοποιείται προφορική συζήτηση και στη συνέχεια το δικαστήριο εκδίδει απόφαση.

8 – Αν δεν είναι δυνατή η έκδοση της απόφασης αμέσως, αυτή εκδίδεται εντός πέντε ημερών.»

«Άρθρο 36

Απόφαση κήρυξης της αφερεγγυότητας

1 – Στην απόφαση με την οποία κηρύσσεται η αφερεγγυότητα, ο δικαστής:

a) αναφέρει την ημερομηνία και την ώρα της δημοσίευσης της απόφασης, ενώ σε αντίθετη περίπτωση θεωρείται ότι η απόφαση εκδόθηκε το μεσημέρι

b) προσδιορίζει τον αφερέγγυο οφειλέτη, αναφέροντας την έδρα ή τον τόπο κατοικίας του

c) προσδιορίζει τους πραγματικούς και εκ του νόμου διευθυντές του οφειλέτη, αναφέροντας παράλληλα τη διεύθυνσή τους, καθώς και τον ίδιο τον οφειλέτη, εφόσον αυτός είναι φυσικό πρόσωπο

d) διορίζει τον διαχειριστή αφερεγγυότητας, αναφέροντας την επαγγελματική του έδρα

e) διατάσσει τη διασφάλιση της διαχείρισης της πτωχευτικής περιουσίας από τον οφειλέτη εφόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 224 παράγραφος 2

f) διατάσσει την άμεση παράδοση από τον οφειλέτη στον διαχειριστή αφερεγγυότητας των εγγράφων του άρθρου 24 παράγραφος 1 τα οποία δεν έχουν ακόμη συμπεριληφθεί στον φάκελο

g) διατάσσει την κατάσχεση, προς άμεση παράδοση στον διαχειριστή αφερεγγυότητας, των λογιστικών βιβλίων και στοιχείων του οφειλέτη και όλων των περιουσιακών στοιχείων του, ακόμα και αν αυτά έχουν κατασχεθεί, ενεχυριαστεί ή άλλως δεσμευτεί ή παρακρατηθεί, με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 150 παράγραφος 1

h) διατάσσει την παράδοση στην εισαγγελία, για κάθε νόμιμη χρήση, των στοιχείων που υποδεικνύουν την τέλεση εγκλήματος

i) αν έχει στη διάθεσή του στοιχεία που δικαιολογούν την κίνηση της διαδικασίας χαρακτηρισμού της αφερεγγυότητας (qualificação da insolvência), κηρύσσει την έναρξη της διαδικασίας χαρακτηρισμού, πλήρους ή περιορισμένης έκτασης, με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 187

j) προσδιορίζει προθεσμία έως και 30 ημερών για την αναγγελία απαιτήσεων

l) ενημερώνει τους πιστωτές ότι πρέπει να γνωστοποιήσουν αμελλητί στον διαχειριστή αφερεγγυότητας τις εμπράγματες ασφάλειες των οποίων απολαύουν

m) γνωστοποιεί στους οφειλέτες του αφερέγγυου οφειλέτη ότι οι πληρωμές τους πρέπει να καταβληθούν στον διαχειριστή αφερεγγυότητας και όχι στον αφερέγγυο οφειλέτη

n) προσδιορίζει ημερομηνία και ώρα, η οποία θα είναι από 45 έως 60 ημέρες αργότερα, για τη συνέλευση των πιστωτών του άρθρου 156, η οποία ονομάζεται «συνέλευση για την αξιολόγηση της έκθεσης» (assembleia de apreciação do relatório), ή δηλώνει, αιτιολογημένα, ότι δεν απαιτείται η διενέργεια της εν λόγω συνέλευσης.

2 – Η τελευταία διάταξη του στοιχείου n) της προηγούμενης παραγράφου δεν εφαρμόζεται στις περιπτώσεις όπου προβλέπεται η υποβολή σχεδίου αφερεγγυότητας ή όπου έχει οριστεί ότι η διαχείριση της αφερεγγυότητας θα πραγματοποιηθεί από τον οφειλέτη.

3 – Αν δεν προσδιοριστεί ημέρα για τη διενέργεια της συνέλευσης για την αξιολόγηση της έκθεσης σύμφωνα με την παράγραφο 1 στοιχείο n), και οποιοσδήποτε ενδιαφερόμενος, εντός της προθεσμίας αναγγελίας απαιτήσεων στο δικαστήριο, ζητήσει από το δικαστήριο τη σύγκληση της συνέλευσης, ο δικαστής ορίζει ημέρα και ώρα για τη διενέργειά της η οποία είναι 45 έως 60 ημέρες μετά την ημερομηνία της απόφασης κήρυξης της αφερεγγυότητας.

4 – Αν δεν προσδιοριστεί ημερομηνία για τη συνέλευση αξιολόγησης της έκθεσης σύμφωνα με την παράγραφο 1 στοιχείο n), οι προθεσμίες που προβλέπονται στον παρόντα κώδικα, οι οποίες υπολογίζονται με σημείο αναφοράς την ημερομηνία διενέργειας της εν λόγω συνέλευσης, τρέχουν με σημείο αναφοράς την τεσσαρακοστή πέμπτη ημέρα από την ημερομηνία έκδοσης της απόφασης κήρυξης της αφερεγγυότητας.

5 – Ο δικαστής που αποφάσισε τη μη διενέργεια της συνέλευσης εξέτασης της έκθεσης, πρέπει, στην απόφαση, να προσαρμόσει τη σχετική διαδικασία σ’ αυτό το γεγονός, λαμβάνοντας υπόψη τη συγκεκριμένη υπόθεση.»

Κοινοποίηση και δημοσιότητα της απόφασης

Η κοινοποίηση και η δημοσιότητα της απόφασης κήρυξης της αφερεγγυότητας προβλέπονται στα άρθρα 37 και 38 του κώδικα αφερεγγυότητας, το λεκτικό των οποίων ακολουθεί:

«Άρθρο 37

Κοινοποίηση της απόφασης και επίδοση

1 – Η απόφαση επιδίδεται άμεσα στους διευθυντές του οφειλέτη των οποίων η διεύθυνση έχει προσδιοριστεί, με τον τρόπο και με τον τρόπο που προβλέπεται από το δικονομικό δίκαιο της ως προς τις επιδόσεις, και τους αποστέλλονται επίσης αντίγραφα της αίτησης.

2 – Με την επιφύλαξη των κοινοποιήσεων που είναι υποχρεωτικές σύμφωνα με το εργατικό δίκαιο, ιδίως προς το ταμείο εγγύησης μισθών (Fundo de Garantia Salarial), η απόφαση κοινοποιείται επίσης στην εισαγγελία, το Ινστιτούτο Κοινωνικών Ασφαλίσεων (Instituto de Segurança Social), τον αιτούντα την κήρυξη της πτώχευσης, τον οφειλέτη, όπως προβλέπεται για τις επιδόσεις, αν η απόφαση δεν του έχει ήδη επιδοθεί στο πλαίσιο της διαδικασίας, και, αν ο οφειλέτης είναι ιδιοκτήτης επιχείρησης, στην επιτροπή των εργαζομένων.

3 – Κοινοποίηση διενεργείται προς τους πέντε μεγαλύτερους γνωστούς πιστωτές, εκτός του αιτούντος, σύμφωνα με την παράγραφο 1 ή με συστημένη επιστολή, ανάλογα με το αν διατηρούν τη συνήθη διαμονή, έδρα ή κατοικία τους στην Πορτογαλία.

4 – Οι γνωστοί πιστωτές που διατηρούν τη συνήθη διαμονή, κατοικία ή έδρα τους σε κράτος μέλος άλλο από εκείνο στο οποίο κινήθηκε η διαδικασία, συμπεριλαμβανομένων των φορολογικών αρχών και των οργανισμών κοινωνικής ασφάλισης των εν λόγω κρατών μελών, λαμβάνουν αμέσως κοινοποίηση με συστημένη επιστολή, σύμφωνα με το άρθρο 54 του κανονισμού (ΕΕ) 2015/848 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 20ής Μαΐου 2015.

5 – Σε περίπτωση απαιτήσεων του Δημοσίου, δημόσιων οργανισμών που δεν είναι δημόσιες επιχειρήσεις ή φορέων κοινωνικής ασφάλισης, η επίδοση ή κοινοποίηση γίνεται με συστημένη επιστολή.

6 – Οι διατάξεις των προηγούμενων παραγράφων δεν θίγουν τη δυνατότητα επίδοσης ή κοινοποίησης με ηλεκτρονικά μέσα, υπό τους όρους που καθορίζονται με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης.

7 – Η κοινοποίηση προς τους λοιπούς πιστωτές και άλλα ενδιαφερόμενα μέρη διενεργείται με δημόσια ανακοίνωση, με περίοδο χάριτος πέντε ημερών, η οποία αναρτάται στην έδρα ή στην κατοικία του οφειλέτη, στις εγκαταστάσεις του και στο ίδιο το δικαστήριο, και με ανακοίνωση που δημοσιεύεται στη δικτυακή πύλη Citius.

8 – Οι δημόσιες ανακοινώσεις και οι δημοσιεύσεις της προηγούμενης παραγράφου πρέπει να αναφέρουν τον αριθμό της διαδικασίας, την περίοδο χάριτος και τη δυνατότητα άσκησης προσφυγής ή ανακοπής και να περιλαμβάνουν τα στοιχεία και τις πληροφορίες που αναφέρονται στα στοιχεία a) έως e) και i) έως n) του προηγούμενου άρθρου καθώς και να αναφέρουν ότι η προθεσμία προσφυγής, ανακοπής και αναγγελλίας απαιτήσεων αρχίζει να τρέχει μετά τη λήξη της περιόδου χάριτος, και ότι η εν λόγω περίοδος χάριτος τρέχει από τη δημοσίευση της ανακοίνωσης της προηγούμενης παραγράφου.»

«Άρθρο 38

Δημοσιότητα και μητρώο

[…]

2 – Η κήρυξη της αφερεγγυότητας και ο διορισμός διαχειριστή αφερεγγυότητας καταχωρίζονται αυτεπαγγέλτως, με βάση το αντίστοιχο πιστοποιητικό, που αποστέλλεται για τον σκοπό αυτό από τη γραμματεία:

a) στο ληξιαρχείο, αν ο οφειλέτης είναι φυσικό πρόσωπο

b) στο εμπορικό μητρώο, αν υπάρχουν στοιχεία σχετικά με τον αφερέγγυο οφειλέτη που υπόκεινται σε υποχρέωση καταχώρισης

c) στον φορέα που είναι υπεύθυνος για την τήρηση άλλου δημόσιου μητρώου στο οποίο υπόκειται, ενδεχομένως, ο οφειλέτης.

3 – Με την επιφύλαξη του άρθρου 43 παράγραφος 5 του κώδικα κτηματολογίου (Código de Registo Predial), η κήρυξη της αφερεγγυότητας καταχωρίζεται και στο κτηματολόγιο για τα στοιχεία της πτωχευτικής περιουσίας, σύμφωνα με το πιστοποιητικό του δικαστηρίου ως προς την οριστική απόφαση κήρυξης σε αφερεγγυότητα, εφόσον η υπηρεσία μητρώου δεν είναι σε θέση να έχει ηλεκτρονική πρόσβαση στις απαιτούμενες πληροφορίες, καθώς και με τη δήλωση του διαχειριστή αφερεγγυότητας η οποία προσδιορίζει τα εν λόγω στοιχεία.

4 – Όταν η καταχώριση της προηγούμενης παραγράφου είναι προσωρινή, διενεργείται βάσει των πληροφοριών που περιέχονται στον δικτυακό τόπο του δικαστηρίου σύμφωνα με την παράγραφο 6 στοιχείο b)και τη δήλωση του διαχειριστή αφερεγγυότητας η οποία προσδιορίζει τα στοιχεία.

5 – Εάν υπάρχει στο μητρώο, ως προς τα στοιχεία της πτωχευτικής περιουσίας, οποιαδήποτε εγγραφή κτήσης ή αναγνώρισης του δικαιώματος κυριότητας ή της απλής κατοχής υπέρ προσώπου άλλου από τον αφερέγγυο οφειλέτη, ο διαχειριστής αφερεγγυότητας περιλαμβάνει στο φάκελο πιστοποιητικό των αντίστοιχων εγγραφών.

6 – Η γραμματεία:

a) καταχωρίζει αυτεπαγγέλτως την κήρυξη της αφερεγγυότητας και τον διορισμό διαχειριστή αφερεγγυότητας στο μηχανογραφικό μητρώο εκτελέσεων που συστάθηκε από τον κώδικα πολιτικής δικονομίας

b) φροντίζει για τη δημοσίευση των εν λόγω πληροφοριών, καθώς και για την προθεσμία αναγγελίας απαιτήσεων, στην ιστοσελίδα του δικαστηρίου

c) γνωστοποιεί την κήρυξη της αφερεγγυότητας στην Τράπεζα της Πορτογαλίας ώστε αυτή να προχωρήσει στην καταχώρισή της στην κεντρική βάση πιστωτικών κινδύνων.

7 – Η έδρα του διαχειριστή αφερεγγυότητας αναγράφεται στα μητρώα διορισμού του.

8 – Όλες οι σχετικές με τη δημοσιότητα και την καταχώριση διατυπώσεις πρέπει να έχουν διεκπεραιωθεί εντός πέντε ημερών.

9 – Η δημοσιότητα και η καταχώριση της απόφασης κίνησης της διαδικασίας αφερεγγυότητας στην αλλοδαπή και, κατά περίπτωση, της απόφασης διορισμού διαχειριστή αφερεγγυότητας σύμφωνα με τα άρθρα 28 και 29 του κανονισμού (ΕΕ) 2015/848 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 20ης Μαΐου 2015, πρέπει να ζητηθούν από το πορτογαλικό δικαστήριο του τόπου εγκατάστασης του οφειλέτη ή, σε αντίθετη περίπτωση, στο από το εμποροδικείο Λισαβόνας, και το δικαστήριο μπορεί να ζητήσει επίσημη μετάφραση από πρόσωπο εξουσιοδοτημένο προς τούτο σύμφωνα με το δίκαιο κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

10 – Με την επιφύλαξη των διατάξεων της προηγούμενης παραγράφου, αν το δίκαιο του κράτους της διαδικασίας αφερεγγυότητας προβλέπει καταχώριση η οποία δεν προβλέπεται από το πορτογαλικό δίκαιο, προσδιορίζεται το μητρώο με τις μεγαλύτερες ομοιότητες.

11 – Με την επιφύλαξη των διατάξεων της παραγράφου 9, η δημοσίευση σύμφωνα με το άρθρο 29 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΕ) 2015/848 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 20ής Μαΐου 2015, προσδιορίζεται αυτοδικαίως από τις αρμόδιες υπηρεσίες μητρώου εάν ο οφειλέτης διαθέτει εγκατάσταση στην Πορτογαλία.»

Συντηρητικά μέτρα

Η δυνατότητα να διαταχθούν συντηρητικά μέτρα προβλέπεται στο άρθρο 31 του κώδικα αφερεγγυότητας, το λεκτικό του οποίου έχει ως εξής:

«Άρθρο 31

Συντηρητικά μέτρα

1 – Αν υπάρχουν αιτιολογημένοι φόβοι για πράξεις κακοδιαχείρισης, ο δικαστής, αυτεπαγγέλτως ή κατόπιν αιτήσεως του αιτούντος, διατάσσει τα συντηρητικά μέτρα που είναι αναγκαία ή πρόσφορα για την πρόληψη της υποβάθμισης της περιουσιακής κατάστασης του οφειλέτη μέχρι την έκδοση δικαστικής απόφασης.

2 – Τα συντηρητικά μέτρα μπορούν ιδίως να συνίστανται στον διορισμό προσωρινού συνδίκου με αποκλειστικές εξουσίες για τη διαχείριση της περιουσίας του οφειλέτη ή στην παροχή συνδρομής στον οφειλέτη στην εν λόγω διαχείριση.

3 – Η λήψη συντηρητικών μέτρων μπορεί να πραγματοποιηθεί πριν από την κλήτευση του οφειλέτη, σε περίπτωση που η εν λόγω πρόληψη κριθεί απαραίτητη προκειμένου να μην τεθεί σε κίνδυνο η αποτελεσματικότητά τους, ωστόσο η κλήτευση δεν μπορεί να διενεργηθεί σε καμία περίπτωση περισσότερο από 10 ημέρες μετά την προθεσμία που άλλως θα ίσχυε.»

ΕΙΔΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΔΙΑΣΩΣΗΣ

Προϋποθέσεις για την έναρξη της ειδικής διαδικασίας διάσωσης βάσει του άρθρου 1 παράγραφος 2 του κώδικα αφερεγγυότητας:

Η δεύτερη ως άνω διαδικασία, που προβλέπεται στο άρθρο 1 παράγραφος 2 του κώδικα αφερεγγυότητας, είναι η ειδική διαδικασία αφερεγγυότητας, την κίνηση της οποίας μπορεί να αιτηθεί εταιρεία η οποία βρίσκεται σε δυσχερή οικονομική κατάσταση ή σε κατάσταση επαπειλούμενης αφερεγγυότητας.

Σκοπός και διατυπώσεις της ειδικής διαδικασίας διάσωσης

Ο σκοπός της ειδικής διαδικασίας διάσωσης, η υποβολή σχετικής αίτησης και οι διατυπώσεις της, καθώς και η έννοια της δυσχερούς οικονομικής κατάστασης καθορίζονται, αντίστοιχα, στα άρθρα 17-A, 17-B και 17-C του κώδικα αφερεγγυότητας, το λεκτικό των οποίων ακολουθεί.

«Άρθρο 17-A

Σκοπός και φύση της ειδικής διαδικασίας διάσωσης

1 – Η ειδική διαδικασία διάσωσης έχει σκοπό να επιτρέψει στην επιχείρηση που έχει αποδειχθεί ότι βρίσκεται σε δυσχερή οικονομική κατάσταση ή σε κατάσταση επαπειλούμενης αφερεγγυότητας, αλλά που εξακολουθεί να είναι ικανή να ανακάμψει, να αρχίσει διαπραγματεύσεις με τους πιστωτές της προκειμένου να συνάψει μ’ αυτούς συμφωνία η οποία θα έχει ως αποτέλεσμα την αναδιοργάνωσή της.

2 – Η διαδικασία της προηγούμενης παραγράφου μπορεί να χρησιμοποιηθεί από οποιαδήποτε επιχείρηση η οποία βεβαιώνει με γραπτή και υπογεγραμμένη δήλωση ότι πληροί τις αναγκαίες προϋποθέσεις εξυγίανσης και η οποία, εφόσον ο έλεγχος των λογαριασμών της είναι υποχρεωτικός από τον νόμο, υποβάλλει δήλωση υπογεγραμμένη από ορκωτό λογιστή ή ελεγκτή, με ημερομηνία που δεν υπερβαίνει τις 30 ημέρες πριν, με την οποία βεβαιώνεται ότι η επιχείρηση δεν βρίσκεται επί του παρόντος σε κατάσταση αφερεγγυότητας σύμφωνα με τα κριτήρια του άρθρου 3,

3 – Η ειδική διαδικασία διάσωσης έχει επείγοντα χαρακτήρα και εφαρμόζεται σε όλους τους κανόνες που προβλέπονται στον παρόντα κώδικα και δεν είναι ασύμβατοι προς τη φύση της.»

«Άρθρο 17-B

Έννοια της δυσχερούς οικονομικής κατάστασης

Για τους σκοπούς του παρόντος κώδικα, μια επιχείρηση βρίσκεται σε δυσχερή οικονομική κατάσταση όταν αντιμετωπίζει σοβαρές δυσκολίες όσον αφορά την έγκαιρη εκπλήρωση των υποχρεώσεών της, ιδίως λόγω της έλλειψης ρευστότητας ή λόγω της μη πρόσβασής της σε πίστωση.»

«Άρθρο 17-C

Αίτηση και διατυπώσεις

1 – Η ειδική διαδικασία διάσωσης κινείται με την έκφραση της βούλησης της επιχείρησης και του ή των πιστωτών της που δεν διαθέτουν ιδιαίτερη σχέση με την επιχείρηση αλλά κατέχουν τουλάχιστον το 10 % των προνομιούχων απαιτήσεων, οι οποίες αναγγέλλονται σύμφωνα με την παράγραφο 3 στοιχείο b) η εν λόγω βούληση εκφράζεται με γραπτή δήλωση ως προς την έναρξη διαπραγματεύσεων που θα οδηγήσουν στη διάσωση της επιχείρησης με την έγκριση σχεδίου αναδιοργάνωσης.

2 – Η δήλωση της προηγούμενης παραγράφου πρέπει να υπογράφεται από όλους τους δηλούντες και να φέρει ημερομηνία υπογραφής.

3 – Η επιχείρηση υποβάλλει στο δικαστήριο που είναι αρμόδιο για την κήρυξή της σε αφερεγγυότητα αίτηση με την οποία εκφράζεται η βούληση της παραγράφου 1 και η οποία συνοδεύεται από τα ακόλουθα έγγραφα:

a) τη γραπτή αίτηση των προηγούμενων παραγράφων

b) αντίγραφο των εγγράφων που απαριθμούνται στο άρθρο 24 παράγραφος 1, τα οποία παραμένουν διαθέσιμα στη γραμματεία του δικαστηρίου ώστε οι πιστωτές να τα συμβουλεύονται καθ’ όλη τη διάρκεια της διαδικασίας

c) πρόταση για σχέδιο αναδιοργάνωσης το οποίο συνοδεύεται τουλάχιστον από την περιγραφή της περιουσιακής, οικονομικής και πιστωτικής θέσης της εταιρείας.

4 – Μετά την κατάθεση της αίτησης που αναφέρεται στην προηγούμενη παράγραφο, ο δικαστής διορίζει αμέσως, με απόφαση, προσωρινό σύνδικο σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 32 έως 34, τηρουμένων των αναλογιών.

5 – Η απόφαση της προηγούμενης παραγράφου κοινοποιείται αμέσως στην επιχείρηση και εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 37 και 38, τηρουμένων των αναλογιών.

6 – Κατόπιν αιτιολογημένης αίτησης της επιχείρησης και του ή των πιστωτών που πληρούν τις διατάξεις της παραγράφου 1 και κατέχουν απαιτήσεις που ανέρχονται τουλάχιστον σε 5 % των σχετικών απαιτήσεων ή κατόπιν αιτιολογημένης αίτησης της επιχείρησης, ο δικαστής μπορεί να μειώσει το ανώτατο όριο του 10 % της παραγράφου 1, λαμβάνοντας υπόψη κατά την εξέταση της αίτησης το απόλυτο ποσό των σχετιζόμενων απαιτήσεων και τη σύνθεση των πιστωτών.

7 – Αυτεπαγγέλτως ή κατόπιν αίτησης του προσωρινού συνδίκου, επισυνάπτονται στον φάκελο οι ειδικές διαδικασίες διάσωσης που έχουν κινηθεί από εμπορικές εταιρείες με τις οποίες η εταιρεία βρίσκεται σε σχέση ελέγχου ή ομίλου σύμφωνα με τους όρους του κώδικα εμπορικών εταιρειών και η εν λόγω αίτηση μπορεί να υποβληθεί από όλες τις εταιρείες στις περιπτώσεις που έχουν κινήσει ειδικές διαδικασίες διάσωσης.

8 – Η επισύναψη της προηγούμενης παραγράφου μπορεί να ζητηθεί μόνο μέχρι την έναρξη της προθεσμίας διαπραγματεύσεων του άρθρου 17-D παράγραφος 5 για τη διαδικασία στο πλαίσιο της οποίας πρέπει να επισυναφθούν, και εφαρμόζεται το άρθρο 86 παράγραφος 4 τηρουμένων των αναλογιών.»

Επιπλέον, τα άρθρα 17-D έως 17-I του κώδικα αφερεγγυότητας ως προς την ειδική διαδικασία διάσωσης προβλέπουν τα ακόλουθα:

  • τη διαδικασία που ακολουθεί (π.χ. πρόσκληση σε όλους τους πιστωτές που δεν έχουν υπογράψει τη δήλωση με την οποία κινήθηκε η διαδικασία να συμμετάσχουν στις διαδικασίες που αποσκοπούν στη διάσωση)
  • τα αποτελέσματα (π.χ. απαγόρευση της κίνησης οποιασδήποτε διαδικασίας κατά του οφειλέτη για την κάλυψη οφειλών)
  • την ολοκλήρωση των διαπραγματεύσεων με την έγκριση του σχεδίου αναδιοργάνωσης που θα οδηγήσει στην ανάκαμψη της επιχείρησης ή χωρίς την έγκριση του σχεδίου αναδιοργάνωσης
  • τις εγγυήσεις που συμφωνήθηκαν μεταξύ του οφειλέτη και των πιστωτών
  • την έγκριση εξωδικαστικών συμφωνιών για την αναδιοργάνωση του οφειλέτη.

ΕΙΔΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΠΕΡΙ ΣΥΜΦΩΝΙΑΣ ΡΥΘΜΙΣΗΣ ΟΦΕΙΛΩΝ

Προϋποθέσεις για την έναρξη της ειδικής διαδικασίας περί συμφωνίας ρύθμισης οφειλών βάσει του άρθρου 1 παράγραφος 3 του κώδικα αφερεγγυότητας:

Η τρίτη διαδικασία που αναφέρεται στο άρθρο 1 παράγραφος 3 του κώδικα αφερεγγυότητας είναι η ειδική διαδικασία περί συμφωνίας ρύθμισης οφειλών (processo especial para acordo de pagamento) που αναφέρεται στα άρθρα 222-A έως 222-J του κώδικα αφερεγγυότητας.

Η ειδική διαδικασία περί συμφωνίας ρύθμισης οφειλών έχει χαρακτήρα επείγοντος και μπορεί να χρησιμοποιηθεί για κάθε οφειλέτη που δεν είναι επιχείρηση, αλλά αποδεδειγμένα βρίσκεται σε δυσχερή οικονομική κατάσταση ή σε κατάσταση επαπειλούμενης πτώχευσης.

Σύμφωνα με το άρθρο 222-B του κώδικα αφερεγγυότητας, ένας οφειλέτης βρίσκεται σε δυσχερή οικονομική κατάσταση όταν αντιμετωπίζει σοβαρές δυσκολίες όσον αφορά την έγκαιρη εκπλήρωση των υποχρεώσεών του, ιδίως λόγω της έλλειψης ρευστότητας ή λόγω της μη πρόσβασής του σε πίστωση.

Η εν λόγω ειδική διαδικασία κινείται:

  • Με γραπτή δήλωση του οφειλέτη και ενός ή περισσότερων πιστωτών του, με την οποία εκφράζουν την επιθυμία τους να αρχίσουν διαπραγματεύσεις για τη σύναψη συμφωνίας ρύθμισης οφειλών,

ή

  • Με την υποβολή εξωδικαστικής συμφωνίας ρύθμισης οφειλών, υπογεγραμμένης από τον οφειλέτη και από πιστωτές που αντιπροσωπεύουν τουλάχιστον την πλειοψηφία.

Η προαναφερόμενη δήλωση ή συμφωνία, καθώς και ο κατάλογος των πιστωτών και ο κατάλογος όλων των εκκρεμών αγωγών είσπραξης οφειλών, υποβάλλονται στο δικαστήριο. Όταν το δικαστήριο λάβει τη δήλωση ή τη συμφωνία διορίζει τον προσωρινό σύνδικο.

Μόλις ενημερωθεί σχετικά με την απόφαση διορισμού προσωρινού συνδίκου, ο οφειλέτης αποστέλλει συστημένη επιστολή σε όλους τους πιστωτές που δεν έχουν υπογράψει την αρχική δήλωση ή τη συμφωνία, καλώντας τους να συμμετάσχουν. Σε περίπτωση που ο οφειλέτης έχει υποβάλει εξωδικαστική συμφωνία ρύθμισης οφειλών, η γραμματεία του δικαστηρίου ενημερώνει τους πιστωτές που δεν είναι μέρη της εν λόγω εξωδικαστικής συμφωνίας και που περιλαμβάνονται στον κατάλογο των απαιτήσεων που έχει αναγγείλει ο οφειλέτης.

Από την ημερομηνία δημοσίευσης της απόφασης διορισμού του προσωρινού συνδίκου στη δικτυακή πύλη Citius, κάθε πιστωτής διαθέτει προθεσμία 20 ημερών για την αναγγελία των απαιτήσεών του στον σύνδικο.

Στη συνέχεια, ο προσωρινός σύνδικος καταρτίζει τον κατάλογο των απαιτήσεων και τον υποβάλλει στη γραμματεία του δικαστηρίου. Ο κατάλογος δημοσιεύεται στη δικτυακή πύλη Citius. Ο εν λόγω κατάλογος μπορεί να προσβληθεί εντός πέντε εργάσιμων ημερών.

Τα αποτελέσματα σε άλλες διαδικασίες είναι τα ακόλουθα:

  • με την κίνηση της ειδικής διαδικασίας για περί συμφωνίας ρύθμισης οφειλών και τον επακόλουθο διορισμό προσωρινού συνδίκου, δεν μπορεί πλέον να κινηθεί οποιαδήποτε διαδικασία είσπραξης οφειλών κατά του οφειλέτη
  • δεν επιτρέπεται η αναστολή παροχής ουσιωδών δημόσιων υπηρεσιών
  • αναστέλλονται διαδικασίες αφερεγγυότητας στο πλαίσιο των οποίων έχει ζητηθεί προηγουμένως η κήρυξη του οφειλέτη σε αφερεγγυότητα, εφόσον δεν έχει εκδοθεί απόφαση με την οποία κηρύσσεται η αφερεγγυότητα (και παύουν οριστικά αμέσως μόλις εγκριθεί και επικυρωθεί συμφωνία ρύθμισης οφειλών)
  • αναστέλλονται οι εκκρεμούσες διαδικασίες είσπραξης οφειλών (και παύουν οριστικά αμέσως μόλις εγκριθεί και επικυρωθεί συμφωνία ρύθμισης οφειλών, εκτός εάν στη συμφωνία προβλέπεται η συνέχισή τους).
  • διακόπτονται οι προθεσμίες παραγραφής και οι αποσβεστικές προθεσμίες τις οποίες μπορεί να προσβάλει ο οφειλέτης.

Από την έναρξη της διαδικασίας, δεν επιτρέπεται στον οφειλέτη να εκτελεί πράξεις ιδιαίτερης σημασίας χωρίς την προηγούμενη έγκριση του συνδίκου.

Οι διαπραγματεύσεις μεταξύ του οφειλέτη και των πιστωτών διέπονται από τους όρους που έχουν συμφωνηθεί από όλα τα ενδιαφερόμενα μέρη ή, ελλείψει συμφωνίας, από τους κανόνες που καθορίζονται από τον προσωρινό σύνδικο.

Μετά την ολοκλήρωση των διαπραγματεύσεων με την ομόφωνη έγκριση συμφωνίας διευθέτησης οφειλών, στις οποίες συμμετέχουν όλοι οι πιστωτές, η συμφωνία πρέπει να υπογραφεί από όλους τους πιστωτές και εντάσσεται αμέσως στη διαδικασία ώστε να επικυρωθεί ή να απορριφθεί από τον δικαστή.

Εάν οι διαπραγματεύσεις ολοκληρωθούν με την έγκριση της συμφωνίας διευθέτησης οφειλών αλλά χωρίς να συμμετάσχουν σε αυτές όλοι οι πιστωτές, η συμφωνία παραπέμπεται στο δικαστήριο ώστε να επικυρωθεί ή να απορριφθεί από τον δικαστή και δημοσιεύεται στη δικτυακή πύλη Citius τα ενδιαφερόμενα μέρη έχουν στη διάθεσή τους προθεσμία δέκα ημερών από την ημερομηνία δημοσίευσης ώστε να αιτηθούν τη μη επικύρωση του σχεδίου.

Η συμφωνία διευθέτησης οφειλών θεωρείται ότι έχει εγκριθεί εφόσον:

  • την ψηφίσουν οι πιστωτές των οποίων οι απαιτήσεις αντιπροσωπεύουν τουλάχιστον το ένα τρίτο του συνόλου των απαιτήσεων που συνδέονται με δικαίωμα ψήφου και που περιλαμβάνονται στον κατάλογο των απαιτήσεων και λάβει θετική ψήφο που υπερβαίνει τα δύο τρίτα των ψηφισάντων και περισσότερο από το ήμισυ των ψήφων αντιστοιχεί σε προνομιούχες απαιτήσεις, χωρίς να λαμβάνεται υπόψη η αποχή.

ή

  • λάβει τη θετική ψήφο των πιστωτών οι απαιτήσεις των οποίων αντιπροσωπεύουν περισσότερο από το ήμισυ του συνόλου των απαιτήσεων που συνδέονται με δικαίωμα ψήφου και περισσότερο από το ήμισυ των εν λόγων ψήφων αντιστοιχεί σε προνομιούχες απαιτήσεις, χωρίς να λαμβάνεται υπόψη η αποχή

Εάν ο οφειλέτης ή η πλειοψηφία των πιστωτών καταλήξει εκ των προτέρων στο συμπέρασμα ότι δεν είναι δυνατή η επίτευξη συμφωνίας, ή σε περίπτωση υπέρβασης της δίμηνης προθεσμίας για την ολοκλήρωση των διαπραγματεύσεων, η διαδικασία διαπραγμάτευσης παύει. Ελλείψει συμφωνίας, η παύση της διαδικασίας σημαίνει ότι δεν παράγει κανένα αποτέλεσμα ως προς τον οφειλέτη, αν αυτός δεν βρίσκεται ακόμα σε κατάσταση αφερεγγυότητας. Ειδάλλως, η παύση της διαδικασίας θα έχει ως αποτέλεσμα την αφερεγγυότητα του οφειλέτη.

Οι εγγυήσεις που συμφωνήθηκαν με τον οφειλέτη κατά τη διάρκεια της ειδικής διαδικασίας περί συμφωνίας ρύθμισης οφειλών προκειμένου να του παρασχεθούν τα οικονομικά μέσα για να συνεχίσει τη δραστηριότητά του διατηρούνται ακόμα και αν, μετά το πέρας της διαδικασίας, ο οφειλέτης κηρυχθεί σε αφερεγγυότητα εντός προθεσμίας δύο ετών. Επιπλέον, οι πιστωτές που έχουν χρηματοδοτήσει τη δραστηριότητα του οφειλέτη κατά τη διάρκεια της διαδικασίας προκειμένου να συμμορφωθούν με τη συμφωνία ρύθμισης οφειλών απολαμβάνουν γενικό προνόμιο επί των κινητών που κατατάσσεται πριν από το γενικό προνόμιο επί των κινητών το οποίο έχουν οι εργαζόμενοι.

3 Ποια περιουσιακά στοιχεία ανήκουν στην πτωχευτική περιουσία; Πώς αντιμετωπίζονται τα περιουσιακά στοιχεία που αποκτώνται από τον οφειλέτη ή που περιέρχονται σε αυτόν μετά την έναρξη της διαδικασίας αφερεγγυότητας;

Το άρθρο 46 του κώδικα αφερεγγυότητας προβλέπει ποια περιουσιακά στοιχεία ανήκουν στην πτωχευτική περιουσία:

«Άρθρο 46

Έννοια της πτωχευτικής περιουσίας

1 – Η πτωχευτική περιουσία αποσκοπεί στην ικανοποίηση των πτωχευτικών πιστωτών μετά την εξόφληση των οφειλών της εν λόγω περιουσίας και, εκτός αν προβλέπεται διαφορετικά, περιλαμβάνει όλα τα περιουσιακά στοιχεία του οφειλέτη κατά τον χρόνο της κήρυξης της αφερεγγυότητας, καθώς και τα περιουσιακά στοιχεία και τα δικαιώματα που αποκτά κατά τη διάρκεια της διαδικασίας.

2 – Τα ακατάσχετα πράγματα περιλαμβάνονται στην πτωχευτική περιουσία μόνον εάν ο οφειλέτης τα αναφέρει οικειοθελώς και το ακατάσχετο δεν είναι απόλυτο.»

Συναφώς, το άρθρο 736 του πορτογαλικού κώδικα πολιτικής δικονομίας προβλέπει ότι εκτός από τα πράγματα που είναι εξαιρούνται από την κατάσχεση με ειδική διάταξη, είναι επίσης απολύτως ακατάσχετα τα ακόλουθα: τα αναπαλλοτρίωτα πράγματα και δικαιώματα τα πράγματα που ανήκουν στην κυριότητα του δημοσίου και άλλων νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου τα αντικείμενα των οποίων η κατάσχεση μπορεί να προσβάλλει τα χρηστά ήθη ή στερείται οικονομικής λογικής λόγω της αμελητέας αγοραίας αξίας τους τα αντικείμενα που προορίζονται ειδικά για τη δημόσια λατρεία οι τάφοι τα εργαλεία και αντικείμενα που είναι απαραίτητα σε άτομα με αναπηρία και προοριζόμενα για τη θεραπεία ασθενών.

4 Ποιες εξουσίες έχουν ο οφειλέτης και ο διαχειριστής της διαδικασίας αφερεγγυότητας, αντίστοιχα;

Οι εν λόγω εξουσίες προβλέπονται στα άρθρα 223 και 224 του κώδικα αφερεγγυότητας, το λεκτικό των οποίων ακολουθεί:

Διαχείριση από τον οφειλέτη

«Άρθρο 223

Περιορισμός στις επιχειρήσεις

Η διάταξη του παρόντος τίτλου εφαρμόζονται μόνο στις περιπτώσεις που στην πτωχευτική περιουσία περιλαμβάνεται επιχείρηση.»

«Άρθρο 224

Προϋποθέσεις για τη διαχείριση από τον οφειλέτη

1 – Στην απόφαση με την οποία κηρύσσεται η αφερεγγυότητα, ο δικαστής μπορεί να ορίσει ότι η διαχείριση της πτωχευτικής περιουσίας πραγματοποιείται από τον οφειλέτη.

2 – Για την απόφαση της προηγούμενης παραγράφου ισχύουν οι ακόλουθες προϋποθέσεις:

a) Έχει υποβληθεί σχετικό αίτημα από τον οφειλέτη

b) Ο οφειλέτης έχει ήδη υποβάλει ή δεσμεύεται να υποβάλει εντός 30 ημερών μετά την ημερομηνία της απόφασης κήρυξης της αφερεγγυότητας σχέδιο αφερεγγυότητας το οποίο προβλέπει τη συνέχιση της διαχείρισης της επιχείρησης από τον ίδιο

c) Δεν υπάρχει λόγος που αιτιολογεί τον φόβο καθυστερήσεων στην πρόοδο της διαδικασίας ή άλλων μειονεκτημάτων για τους πιστωτές

d) Ο αιτών την κήρυξη της αφερεγγυότητας συναινεί, υπό την προϋπόθεσή ότι αυτός δεν είναι ο οφειλέτης.

3 – Η διαχείριση ανατίθεται επίσης στον οφειλέτη κατόπιν αίτησής του και σχετικής απόφασης των πιστωτών κατά τη συνεδρίαση αξιολόγησης της έκθεσης ή στην προηγούμενη αυτής συνέλευση, ανεξαρτήτως της πλήρωσης των προϋποθέσεων της προηγούμενης παραγράφου στοιχεία c) και d), και η προθεσμία της προηγούμενης παραγράφου στοιχείο b) αρχίζει να τρέχει από την απόφαση των πιστωτών.»

Διορισμός και καθεστώς διαχειριστή

Σε ό,τι αφορά τις εξουσίες του διαχειριστή αφερεγγυότητας και τα απαιτούμενα προσόντα, αυτά προκύπτουν από τα άρθρα 52, 53 και 55 του κώδικα αφερεγγυότητας, το λεκτικό των οποίων ακολουθεί:

«Άρθρο 52

Διορισμός από τον διαχειριστή και καθεστώς

1 – Ο διορισμός του διαχειριστή αφερεγγυότητας εμπίπτει στην αρμοδιότητα του δικαστή.

2 – Οι διατάξεις του άρθρου 32 παράγραφος 1 εφαρμόζονται ως προς τον διορισμό του διαχειριστή αφερεγγυότητας και ο δικαστής μπορεί επίσης να λάβει υπόψη τυχόν υποδείξεις που έχουν γίνει είτε από τον ίδιο τον οφειλέτη είτε από την επιτροπή πιστωτών, εάν υπάρχει, ή από τους πιστωτές, ακόμη και στην περίπτωση που η πτωχευτική περιουσία περιλαμβάνει επιχείρηση με εν ενεργεία εγκατάσταση ή εγκαταστάσεις ή που η διαδικασία αφερεγγυότητας είναι μεγάλης πολυπλοκότητας, και στον αρχικό διορισμό δίνεται προτεραιότητα στον προσωρινό σύνδικο που ασκούσε τα εν λόγω καθήκοντα κατά την ημερομηνία της κήρυξης της αφερεγγυότητας.

3 – Η διαδικασία συμπερίληψης στους επίσημους καταλόγους, καθώς και το καθεστώς του διαχειριστή αφερεγγυότητας, προβλέπονται σε χωριστό νόμο, με την επιφύλαξη των διατάξεων του παρόντος κώδικα.

4 – Αν η διαδικασία αφερεγγυότητας είναι ιδιαιτέρως πολύπλοκη ή όταν απαιτούνται ειδικές γνώσεις από τον διαχειριστή αφερεγγυότητας, ο δικαστής μπορεί, αυτεπαγγέλτως ή κατόπιν αιτήσεως οποιουδήποτε ενδιαφερόμενου, να διορίσει περισσότερους από έναν διαχειριστή αφερεγγυότητας και, σε περίπτωση υποβολής σχετικής αίτησης, ο αιτών είναι υπεύθυνος να προτείνει, σε αιτιολογημένη βάση, τον διαχειριστή αφερεγγυότητας που θα διοριστεί, καθώς και να καταβάλει την αμοιβή του διαχειριστή αφερεγγυότητας τον οποίο έχει προτείνει, υπό την προϋπόθεση ότι έχει διοριστεί ο εν λόγω διαχειριστής αφερεγγυότητας και η πτωχευτική περιουσία δεν επαρκεί για την κάλυψη της αμοιβής του.

5 – Σε περίπτωση διαφωνίας μεταξύ του διαχειριστή αφερεγγυότητας που έχει διοριστεί από τον δικαστή σύμφωνα με την παράγραφο 1 και των διαχειριστών αφερεγγυότητας που διορίζονται κατόπιν αιτήματος οποιουδήποτε ενδιαφερομένου, υπερισχύει, σε περίπτωση ισοψηφίας, η γνώμη του πρώτου.

6 – Αν ο οφειλέτης είναι εμπορική εταιρεία η οποία, σύμφωνα με τους όρους του κώδικα εμπορικών εταιρειών, με τις οποίες η εταιρεία βρίσκεται σε σχέση ελέγχου ή ομίλου με άλλες εταιρείες για τις οποίες έχει κινηθεί διαδικασία αφερεγγυότητας, ο δικαστής, αυτεπαγγέλτως ή κατόπιν υπόδειξης του οφειλέτη ή των πιστωτών, μπορεί να διορίσει έναν διαχειριστή αφερεγγυότητας για όλες τις εταιρείες στην περίπτωση αυτή ο δικαστής διορίζει, υπό γενικούς όρους, άλλον διαχειριστή αφερεγγυότητας με αρμοδιότητες που περιορίζονται στην εκτίμηση των απαιτήσεων μεταξύ οφειλετών του ίδιου ομίλου, αμέσως μόλις αυτές επαληθευτούν, ιδίως κατόπιν υπόδειξης του αρχικού διαχειριστή.

«Άρθρο 53

Επιλογή άλλου διαχειριστή από τους πιστωτές

1 – Υπό την προϋπόθεση ότι η αποδοχή της προσφοράς θα περιληφθεί στον φάκελο πριν από την ψηφοφορία, οι πιστωτές που συνέρχονται σε συνέλευση πιστωτών δύνανται, μετά το διορισμό του διαχειριστή αφερεγγυότητας, να εκλέξουν για τον σκοπό αυτό άλλο πρόσωπο, το οποίο μπορεί να είναι ή να μην είναι εγγεγραμμένο στον επίσημο κατάλογο, και να καθορίσουν την αμοιβή του, με απόφαση που λαμβάνεται από την πλειοψηφία των ψηφισάντων, χωρίς να λαμβάνεται υπόψη η αποχή.

2 – Πρόσωπο που δεν περιλαμβάνεται στον επίσημο κατάλογο μπορεί να διοριστεί μόνο σε περιπτώσεις που δικαιολογούνται δεόντως από το συγκεκριμένο μέγεθος της επιχείρησης που περιλαμβάνεται στην πτωχευτική περιουσία, από την ιδιαιτερότητα του κλάδου δραστηριότητάς της ή από την πολυπλοκότητα της υπόθεσης.

3 – Ο δικαστής μπορεί να αρνηθεί τον διορισμό του προσώπου που θα υποδείξουν οι πιστωτές ως διαχειριστή αφερεγγυότητας στη θέση του υφιστάμενου διαχειριστή μόνο εάν θεωρεί ότι το διορισθέν πρόσωπο δεν διαθέτει εχέγγυα αξιοπιστίας ή τα προσόντα για την άσκηση των καθηκόντων του, ότι η εγκριθείσα από τους πιστωτές αμοιβή του είναι προδήλως υπερβολική ή, στην περίπτωση προσώπου που δεν περιλαμβάνεται στον επίσημο κατάλογο, ότι δεν πληρείται καμία από τις προϋποθέσεις της προηγούμενης παραγράφου.»

«Άρθρο 55

Καθήκοντα και άσκηση αυτών

1 – Εκτός από τα υπόλοιπα καθήκοντα που του έχουν ανατεθεί, ο διαχειριστής αφερεγγυότητας, με τη συνεργασία και υπό την εποπτεία της επιτροπής πιστωτών, έχει τις εξής αρμοδιότητες:

a) να προετοιμάσει την εξόφληση των οφειλών του αφερέγγυου οφειλέτη από τα ρευστά διαθέσιμα που περιλαμβάνονται στην πτωχευτική περιουσία, ιδίως τα ποσά που προέρχονται από εκποίηση των πραγμάτων που περιλαμβάνονται σ’ αυτήν, για την οποία είναι αρμόδιος ο διαχειριστής αφερεγγυότητας

b) να διασφαλίσει ότι ο αφερέγγυος οφειλέτης διατηρεί εντωμεταξύ τα δικαιώματά του και απολαύει αυτών καθώς και ότι συνεχίζεται η εκμετάλλευση της επιχείρησης, ανάλογα με την περίπτωση, αποφεύγοντας, στο μέτρο του δυνατού, την περαιτέρω επιδείνωση της οικονομικής κατάστασης του οφειλέτη.

2 – Με την επιφύλαξη των περιπτώσεων υποχρεωτικής νομικής εκπροσώπησης ή της απαίτησης πρότερης συμφωνίας της επιτροπής πιστωτών, ο διαχειριστής αφερεγγυότητας ασκεί αυτοπροσώπως τα καθήκοντά του δικαιούται επίσης να αναθέσει, εγγράφως, τη διενέργεια συγκεκριμένων πράξεων σε άλλο διαχειριστή αφερεγγυότητας ο οποίος είναι εγγεγραμμένος στους εν ισχύ επίσημους καταλόγους.

3 – Ο διαχειριστής αφερεγγυότητας μπορεί, κατά την άσκηση των καθηκόντων του, να επικουρείται υπ’ ευθύνη του από τεχνικούς ή άλλους επικουρικούς υπαλλήλους, είτε αμειβόμενους είτε όχι, συμπεριλαμβανομένου του ίδιου του οφειλέτη, με την επιφύλαξη της πρότερης συμφωνίας της επιτροπής πιστωτών ή, ελλείψει αυτής, του δικαστή.

4 – Ο διαχειριστής αφερεγγυότητας μπορεί να συνάπτει συμβάσεις απασχόλησης ορισμένου ή αορίστου χρόνου με εργαζόμενους που είναι απαραίτητοι για την εκκαθάριση της πτωχευτικής περιουσίας ή για τη συνέχιση της λειτουργίας της επιχείρησης, αλλά οι νέες συμβάσεις λήγουν κατά την οριστική παύση λειτουργίας της εγκατάστασης στην οποία οι εργαζόμενοι παρέχουν τις υπηρεσίες τους ή, εκτός εάν έχει συμφωνηθεί διαφορετικά, κατά τη μεταβίβασή της.

5 – Ο διαχειριστής αφερεγγυότητας είναι επίσης αρμόδιος για την παροχή στην επιτροπή πιστωτών και στο δικαστήριο όλων των αναγκαίων πληροφοριών σχετικά με τη διαχείριση και την εκκαθάριση της πτωχευτικής περιουσίας.

6 – Κατόπιν αιτήματος του διαχειριστή αφερεγγυότητας και εφόσον αυτός δεν έχει άμεση πρόσβαση στις ζητούμενες πληροφορίες, ο δικαστής διατάσσει οποιαδήποτε δημόσια αρχή και πιστωτικό ίδρυμα να παράσχει, βάσει των αρχείων του, τις πληροφορίες που κρίνονται απαραίτητες ή πρόσφορες για τους σκοπούς της διαδικασίας, ιδίως όσον αφορά την ύπαρξη περιουσιακών στοιχείων που αποτελούν μέρος της πτωχευτικής περιουσίας.

7 – Η αμοιβή του διαχειριστή αφερεγγυότητας που αναφέρεται στο τελευταίο εδάφιο της παραγράφου 2 αποτελεί ευθύνη του υποκατασταθέντος διαχειριστή αφερεγγυότητας, και ο τελευταίος ευθύνεται για όλες τις πράξεις που διενεργούνται από τον διαχειριστή αφερεγγυότητας στο πλαίσιο της υποκατάστασης που αναφέρεται στην ίδια παράγραφο.

8 – Ο διαχειριστής αφερεγγυότητας έχει την εξουσία να προβαίνει σε παραίτηση, ομολογία ή συμβιβασμό, μετά από σύμφωνη γνώμη της επιτροπής πιστωτών, στο πλαίσιο οποιασδήποτε δικαστικής διαδικασίας της οποίας διάδικος είναι ο αφερέγγυος οφειλέτης ή η πτωχευτική περιουσία.»

Δικαστική εποπτεία

Ο δικαστής εποπτεύει τη δραστηριότητα του διαχειριστή αφερεγγυότητας σύμφωνα με το άρθρο 58 του κώδικα αφερεγγυότητας, το λεκτικό του οποίου έχει ως εξής:

«Άρθρο 58

Εποπτεία από τον δικαστή

Ο διαχειριστής αφερεγγυότητας ασκεί τη δραστηριότητά του υπό την εποπτεία του δικαστή, ο οποίος μπορεί ανά πάσα στιγμή να απαιτήσει από τον διαχειριστή να παράσχει πληροφορίες για οποιοδήποτε θέμα ή να υποβάλει έκθεση σχετικά με τη δραστηριότητά του και την κατάσταση της διαχείρισης και της εκκαθάρισης.»

Η επιτροπή πιστωτών έχει επίσης εξουσία εποπτείας των δραστηριοτήτων του διαχειριστή αφερεγγυότητας σύμφωνα με το άρθρο 68 του κώδικα αφερεγγυότητας.

Αμοιβή διαχειριστή

Η αμοιβή του διαχειριστή αφερεγγυότητας καθορίζεται σύμφωνα με το άρθρο 60 του κώδικα αφερεγγυότητας, το λεκτικό του οποίου έχει ως εξής:

«Άρθρο 60

Αμοιβή

1 – Ο διαχειριστής αφερεγγυότητας που διορίζεται από τον δικαστή δικαιούται την αμοιβή που προβλέπεται από τον σχετικό κανονισμό για το εν λόγω επάγγελμα, καθώς και την επιστροφή των εξόδων που ευλόγως θεώρησε χρήσιμα ή απαραίτητα.

2 – Όταν ο διαχειριστής αφερεγγυότητας εκλέγεται από τη συνέλευση των πιστωτών, η αμοιβή του είναι αυτή που προβλέπεται στη σχετική απόφαση.

3 – Ο διαχειριστής αφερεγγυότητας ο οποίος δεν έχει συναινέσει ως προς την αμοιβή που καθορίστηκε από τη συνέλευση των πιστωτών η οποία συνήλθε με σκοπό την κατάρτιση σχεδίου αφερεγγυότητας, τη διαχείριση της εταιρείας μετά τη συνέλευση για την αξιολόγηση της έκθεσης ή την εποπτεία του εγκεκριμένου σχεδίου αφερεγγυότητας, μπορεί να παραιτηθεί από την άσκηση των καθηκόντων του, υπό τον όρο ότι το πράττει κατά τη συνεδρίαση στην οποία λαμβάνεται η απόφαση.»

5 Κάτω από ποιες προϋποθέσεις μπορεί να προταθεί συμψηφισμός;

Υπάρχει η δυνατότητα συμψηφισμού απαιτήσεων κατά της πτωχευτικής περιουσίας με ανταπαιτήσεις αυτής, εφόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 99 του κώδικα αφερεγγυότητας, το λεκτικό του οποίου έχει ως εξής:

«Άρθρο 99

Συμψηφισμός

1 – Με την επιφύλαξη άλλων διατάξεων του παρόντος κώδικα, από την ημερομηνία της κήρυξης της αφερεγγυότητας, οι δικαιούχοι απαιτήσεων αφερεγγυότητας μπορούν να συμψηφίσουν τις απαιτήσεις τους με ανταπαιτήσεις από την πτωχευτική περιουσία μόνο εφόσον πληρούται τουλάχιστον μία από τις ακόλουθες προϋποθέσεις:

a) οι εκ του νόμου προβλεπόμενες υποθέσεις για τον συμψηφισμό πληρούνται πριν από την ημερομηνία κήρυξης της αφερεγγυότητας

b) η απαίτηση αφερεγγυότητας πληρούσε τις προϋποθέσεις του άρθρου 847 του Αστικού Κώδικα πριν από την ανταπαίτηση.

2 – Για τους σκοπούς των στοιχείων a) και b) της προηγούμενης παραγράφου δεν λαμβάνονται υπόψη:

a) η απώλεια του ευεργετήματος της προθεσμίας του άρθρου 780 παράγραφος 1 του Αστικού Κώδικα

b) η πρόωρη λήξη και η μετατροπή σε χρήμα που προκύπτουν από τις διατάξεις του άρθρου 91 παράγραφος 1 και του άρθρου 96.

3 – Ο συμψηφισμός δεν επηρεάζεται από το γεγονός ότι οι υποχρεώσεις αφορούν διαφορετικά νομίσματα ή μονάδες υπολογισμού, αν η αμοιβαία μετατροπή τους διενεργείται αντί της καταβολής της ανταπαίτησης και η μετατροπή διενεργείται με βάση τις τιμές που ισχύουν στον εκάστοτε τόπο κατά την ημερομηνία που ο συμψηφισμός παράγει τα αποτελέσματά του.

4 –Συμψηφισμός δεν επιτρέπεται:

a) αν οι απαιτήσεις προς την πτωχευτική περιουσία γεννήθηκαν μετά την ημερομηνία της κήρυξης της αφερεγγυότητας, ιδίως σε συνέχεια ανάκλησης πράξης προς όφελος της πτωχευτικής περιουσίας

b) αν ο πτωχευτικός πιστωτής έχει αποκτήσει την απαίτησή του από άλλον μετά την ημερομηνία κήρυξης της αφερεγγυότητας

c) ως προς απαιτήσεις του αφερέγγυου οφειλέτη για τις οποίες δεν ευθύνεται η πτωχευτική περιουσία

d) μεταξύ απαιτήσεων προς την πτωχευτική περιουσία και απαιτήσεων αφερεγγυότητας μειωμένης εξασφάλισης.»

Εκτός από τον γενικό κανόνα του άρθρου 99 του κώδικα αφερεγγυότητας, υπάρχουν άλλες νομικές διατάξεις που προβλέπουν ενίοτε τη δυνατότητα συμψηφισμού: το άρθρο 102 παράγραφος 3 στοιχείο e), το άρθρο 154 παράγραφος 1, το άρθρο 242 παράγραφος 3 και το άρθρο 286 του κώδικα αφερεγγυότητας.

6 Ποια αποτελέσματα έχουν οι διαδικασίες αφερεγγυότητας επί των υφισταμένων συμβάσεων στις οποίες ο οφειλέτης αποτελεί συμβαλλόμενο μέρος;

Τα αποτελέσματα της αφερεγγυότητας επί των υφιστάμενων συμβάσεων στις οποίες ο οφειλέτης αποτελεί συμβαλλόμενο μέρος εξαρτώνται από τη φύση της σύμβασης και καθορίζονται, ειδικότερα, στα άρθρα 102 έως 119 του κώδικα αφερεγγυότητας, το λεκτικό των οποίων ακολουθεί:

«Άρθρο 102

Γενική αρχή ως προς τις συναλλαγές που δεν έχουν ακόμα ολοκληρωθεί

1 – Με την επιφύλαξη των ακόλουθων άρθρων, σε οποιαδήποτε διμερή σύμβαση η οποία, κατά την ημερομηνία της κήρυξης της αφερεγγυότητας, δεν έχει ακόμα εκπληρωθεί πλήρως είτε από τον αφερέγγυο οφειλέτη είτε από τον αντισυμβαλλόμενο, η εκπλήρωσή της αναστέλλεται έως ότου ο διαχειριστής αφερεγγυότητας αποφασίσει την εκπλήρωση ή τη μη εκπλήρωσή της.

2 – Ο αντισυμβαλλόμενος μπορεί, ωστόσο, να τάξει εύλογη προθεσμία στον διαχειριστή αφερεγγυότητας προς άσκηση του δικαιώματος επιλογής, μετά την παρέλευση της οποίας θεωρείται ότι ο διαχειριστής επιλέγει τη μη εκπλήρωση της σύμβασης.

3 – Αν ο διαχειριστής αφερεγγυότητας επιλέξει τη μη εκπλήρωση της σύμβασης και με την επιφύλαξη του δικαιώματος αποχωρισμού του πράγματος, κατά περίπτωση:

a) κανένα εκ των μερών δεν δικαιούται απόδοση της παροχής του

b) η πτωχευτική περιουσία έχει το δικαίωμα να απαιτήσει την αξία της αντιπαροχής που αντιστοιχεί στην παροχή που έχει ήδη εκπληρώσει ο οφειλέτης, στον βαθμό που αυτή δεν έχει ακόμα εκπληρωθεί από τον αντισυμβαλλόμενο

c) ο αντισυμβαλλόμενος δικαιούται να προβάλει ως απαίτηση αφερεγγυότητας την αξία της παροχής του οφειλέτη, κατά το μέρος που αυτή δεν έχει εκπληρωθεί, αφαιρώντας την αξία της αντίστοιχης αντιπαροχής που δεν έχει ακόμα εκπληρωθεί

d) το δικαίωμα αποζημίωσης για τη ζημία που έχει προκληθεί στον αντισυμβαλλόμενο λόγω της μη εκπλήρωσης:

i) υφίσταται μόνο έως και την αξία τυχόν υποχρέωσης που επιβάλλεται σύμφωνα με το στοιχείο b)

ii) αφαιρείται από το ποσό το οποίο δικαιούται ο αντισυμβαλλόμενος, κατ’ εφαρμογή του στοιχείου c)

iii) αποτελεί απαίτηση αφερεγγυότητας

e) οποιοδήποτε εκ των μερών μπορεί να δηλώσει τον συμψηφισμό των υποχρεώσεων των στοιχείων c) και d) με τις υποχρεώσεις του στοιχείου b), έως και το αντίστοιχο ποσό.

4 – Η επιλογή της εκπλήρωσης είναι καταχρηστική εάν η έγκαιρη εκπλήρωση των συμβατικών υποχρεώσεων από την πτωχευτική περιουσία είναι προδήλως απίθανη.»

«Άρθρο 103

Αδιαίρετες παροχές

1 – Εάν η σύμβαση επιβάλλει στον αντισυμβαλλόμενο παροχή μη αντικαταστατής φύσης ή παροχή που είναι διαιρετή σε πράγματα που δεν υποκαθίστανται εύκολα, μεταξύ των οποίων υπάρχει λειτουργική σχέση, και ο διαχειριστής αφερεγγυότητας επιλέξει τη μη εκπλήρωση:

a) το δικαίωμα της παραγράφου 3 στοιχείο b) του προηγούμενου άρθρου υποκαθίσταται από το δικαίωμα να απαιτηθεί από τον αντισυμβαλλόμενο η απόδοση της προς αυτόν παροχής, στο μέτρο του πλουτισμού του κατά την ημερομηνία της κήρυξης της αφερεγγυότητας

b) το αντικείμενο του δικαιώματος της παραγράφου 3 στοιχείο c) του προηγούμενου άρθρου είναι η διαφορά μεταξύ της αξίας του συνόλου των συμβατικών παροχών, αν αυτή είναι ευνοϊκή έναντι του αντισυμβαλλόμενου

c) ο αντισυμβαλλόμενος, ως πτωχευτικός πιστωτής, δικαιούται την απόδοση της δαπάνης ή της αξίας του μέρους της παροχής που έχει εκπληρωθεί πριν από την κήρυξη της αφερεγγυότητας, ανάλογα με το αν η παροχή είναι αντικαταστατή ή όχι.

2 – Ο αντισυμβαλλόμενος δικαιούται, ωστόσο, να ολοκληρώσει την παροχή και να προβάλει ως απαίτηση αφερεγγυότητας το μέρος της οφειλόμενης αντιπαροχής, περίπτωση στην οποία δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις της παραγράφου 1 και του προηγούμενου άρθρου.

3 – Εάν ο διαχειριστής αφερεγγυότητας δεν αρνηθεί την εκπλήρωση, το δικαίωμα του αντισυμβαλλόμενου στην αντιπαροχή αποτελεί απαίτηση επί της πτωχευτικής περιουσίας μόνο στον βαθμό που υπερβαίνει την αξία η οποία θα είχε υπολογιστεί κατόπιν εφαρμογής των διατάξεων της παραγράφου 1 στοιχείο c) εφόσον ο διαχειριστής αφερεγγυότητας είχε επιλέξει να αρνηθεί την εκπλήρωση.

4 – Αν η εκπλήρωση παροχής της παραγράφου 1 αποτελεί συμβατική υποχρέωση του αφερέγγυου οφειλέτη και ο διαχειριστής αφερεγγυότητας αρνηθεί την εκπλήρωσή της:

a) το δικαίωμα της παραγράφου 3 στοιχείο b) του προηγούμενου άρθρου δεν ισχύει ή υποκαθίσταται από το δικαίωμα απόδοσης της αξίας του τμήματος της παροχής που έχει ήδη εκπληρωθεί πριν από την κήρυξη της αφερεγγυότητας, ανάλογα με το αν η παροχή είναι αντικαταστατή ή όχι

b) εφαρμόζονται οι διατάξεις της παραγράφου 1 στοιχείο b) και ο αντισυμβαλλόμενος έχει επιπλέον το δικαίωμα επιστροφής της παροχής την οποία έχει ήδη εκπληρώσει επίσης ως απαίτηση αφερεγγυότητας.

5 –Αν η εκπλήρωση παροχής της παραγράφου 1 αποτελεί συμβατική υποχρέωση του αφερέγγυου οφειλέτη και ο διαχειριστής αφερεγγυότητας δεν αρνηθεί την εκπλήρωσή της, το δικαίωμα του αντισυμβαλλόμενου στην οφειλόμενη αντιπαροχή αποτελεί, στο σύνολό του, απαίτηση επί της πτωχευτικής περιουσίας.

6 – Αν η μη αντικαταστατή παροχή διαιρείται σε αυτόνομα τμήματα και ένα ή περισσότερα εξ αυτών έχουν ήδη εκπληρωθεί, οι διατάξεις των ανωτέρω παραγράφων εφαρμόζονται μόνο στα εναπομένοντα τμήματα, και η αντιπαροχή κατανέμεται δεόντως σε όλα.»

«Άρθρο 104

Πώληση με επιφύλαξη κυριότητας και παρόμοιες πράξεις

1 – Στη σύμβαση αγοραπωλησίας με επιφύλαξη κυριότητας στην οποία ο πωλητής είναι ο αφερέγγυος οφειλέτης, ο αντισυμβαλλόμενος μπορεί να απαιτήσει την εκπλήρωση της σύμβασης αν τα πράγματα έχουν ήδη παραδοθεί σ’ αυτόν κατά την ημερομηνία της κήρυξης της αφερεγγυότητας.

2 – Σε περίπτωση αφερεγγυότητας του εκμισθωτή, οι διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου εφαρμόζονται σε συμβάσεις χρηματοδοτικής μίσθωσης και σε συμβάσεις μίσθωσης που περιέχουν ρήτρα ότι το μίσθιο θα περιέρχεται στην κυριότητα του μισθωτή μετά την καταβολή όλων των συμφωνηθέντων μισθωμάτων.

3 – Αν ο αγοραστής ή ο μισθωτής είναι ο αφερέγγυος οφειλέτης και έχει στην κατοχή του το πράγμα, η προθεσμία που τάσσεται στον διαχειριστή αφερεγγυότητας σύμφωνα με το άρθρο 102 παράγραφος 2 δεν λήγει πριν παρέλθουν πέντε ημέρες από την ημερομηνία της συνέλευσης για την αξιολόγηση της έκθεσης, εκτός εάν το πράγμα υπόκειται σε σημαντική απόσβεση κατά τη διάρκεια της εν λόγω περιόδου και ο αντισυμβαλλόμενος γνωστοποιήσει ρητά το γεγονός αυτό στον διαχειριστή αφερεγγυότητας.

4 – Η ρήτρα επιφύλαξης κυριότητας στις συμβάσεις πώλησης εκποίησης συγκεκριμένου πράγματος στις οποίες ο αφερέγγυος οφειλέτης είναι ο αγοραστής είναι αντιτάξιμη κατά της πτωχευτικής περιουσίας μόνο εάν έχει συνομολογηθεί γραπτώς μέχρι τον χρόνο της παράδοσης του πράγματος.

5 – Τα αποτελέσματα της άρνησης εκπλήρωσης από τον διαχειριστή αφερεγγυότητας, εφόσον είναι παραδεκτά, είναι αυτά που προβλέπονται στο άρθρο 102 παράγραφος 3, με την προϋπόθεση ότι το δικαίωμα του στοιχείου c) έχει ως αντικείμενο την πληρωμή, ως απαίτηση αφερεγγυότητας, της τυχόν θετικής διαφοράς μεταξύ του ποσού των παροχών ή των μισθωμάτων που προβλέπονται έως τη λήξη της σύμβασης, επικαιροποιημένων έως την ημερομηνία της κήρυξης της αφερεγγυότητας σύμφωνα με το άρθρο 91 παράγραφος 2, και της αξίας του πράγματος κατά την ημερομηνία της άρνησης, αν ο αντισυμβαλλόμενος είναι ο αγοραστής ή ο εκμισθωτής, ή της τυχόν θετικής διαφοράς μεταξύ της τελευταίας αυτής αξίας και του εν λόγω ποσού, αν ο αντισυμβαλλόμενος είναι ο αγοραστής ή ο μισθωτής.»

«Άρθρο 105

Πώληση χωρίς παράδοση

1 – Με την επιφύλαξη του άρθρου 107, εάν η υποχρέωση παράδοσης από τον πωλητή δεν έχει εκπληρωθεί ακόμη, αλλά έχει ήδη μεταβιβαστεί η κυριότητα:

a) Ο διαχειριστής αφερεγγυότητας δεν μπορεί να αρνηθεί την εκπλήρωση της σύμβασης, σε περίπτωση αφερεγγυότητας του πωλητή

b) Η άρνηση εκπλήρωσης από τον διαχειριστή αφερεγγυότητας, σε περίπτωση αφερεγγυότητας του αγοραστή, παράγει τα αποτελέσματα της παραγράφου 5 του προηγούμενου άρθρου, που εφαρμόζονται τηρουμένων των αναλογιών.

2 – Οι διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου εφαρμόζονται επίσης, τηρουμένων των αναλογιών, και στις συμβάσεις μεταβίβασης άλλων εμπράγματων δικαιωμάτων χρήσης και κάρπωσης.»

«Άρθρο 106

Υποσχετική σύμβαση

1 – Σε περίπτωση αφερεγγυότητας του υποσχεθέντος πωλητή, ο διαχειριστής αφερεγγυότητας δεν μπορεί να αρνηθεί την εκπλήρωση της υποσχετικής σύμβασης με γνήσιες συμβάσεις, εάν τα πράγματα έχουν ήδη παραδοθεί υπέρ του υποσχεθέντος αγοραστή.

2 – Σε περίπτωση που ο διαχειριστής αφερεγγυότητας αρνηθεί την εκπλήρωση υποσχετικής σύμβασης αγοραπωλησίας εφαρμόζονται κατ’ αναλογία οι διατάξεις του άρθρου 104 παράγραφος 5, ανεξάρτητα από το αν η αφερεγγυότητα αφορά τον υποσχεθέντα αγοραστή ή τον υποσχεθέντα πωλητή.»

«Άρθρο 107

Προθεσμιακές πράξεις

1 – Σε περίπτωση που η παράδοση εμπορευμάτων ή η παροχή χρηματοοικονομικών υπηρεσιών που έχουν αγοραία τιμή πρέπει να πραγματοποιηθεί σε ορισμένη ημερομηνία ή εντός ορισμένης προθεσμίας και η ημερομηνία εκπλήρωσης ή η προθεσμία επέρχεται ή εκπνέει αντίστοιχα μετά την κήρυξη της αφερεγγυότητας, δεν μπορεί να απαιτηθεί εκπλήρωση από κανένα από τα μέρη και ο αγοραστής ή ο πωλητής, ανάλογα με την περίπτωση, δικαιούται μόνο την καταβολή της διαφοράς μεταξύ της προσαρμοσμένης τιμής και της αγοραίας τιμής του πράγματος ή της χρηματοοικονομικής παροχής την δεύτερη ημέρα μετά την κήρυξη της αφερεγγυότητας για συμβάσεις με την ίδια ημερομηνία ή προθεσμία εκπλήρωσης η οποία, καθώς είναι απαιτητή κατά του αφερέγγυου οφειλέτη, συνιστά απαίτηση αφερεγγυότητας.

2 – Σε κάθε περίπτωση, ο πωλητής επιστρέφει τα ποσά που έχουν ήδη καταβληθεί και μπορεί να συμψηφίσει την υποχρέωση αυτή έναντι της απαίτησης που του αναγνωρίζεται με βάση την προηγούμενη παράγραφο, έως το ύψος των αντίστοιχων ποσών αν ο πωλητής είναι ο αφερέγγυος οφειλέτης, το δικαίωμα επιστροφής των ποσών αποτελεί απαίτηση αφερεγγυότητας υπέρ του αντισυμβαλλόμενου.

3 – Για τους σκοπούς της προηγούμενης παραγράφου, θεωρούνται ως χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες:

a) Η παράδοση κινητών αξιών, εκτός εάν πρόκειται για μετοχές που αντιπροσωπεύουν τουλάχιστον το 10 % του εταιρικού κεφαλαίου και ο διακανονισμός που προβλέπεται στη σύμβαση δεν είναι αποκλειστικά οικονομικής φύσης

b) Η παράδοση πολύτιμων μετάλλων

c) Οι καταβολές σε μετρητά το ύψος των οποίων καθορίζεται άμεσα ή έμμεσα από τη συναλλαγματική ισοτιμία ξένου νομίσματος, από το νόμιμο επιτόκιο, από μονάδα υπολογισμού ή από την τιμή άλλων εμπορευμάτων ή υπηρεσιών

d) Δικαιώματα προαίρεσης ή άλλα δικαιώματα πώλησης ή παράδοσης των πραγμάτων που αναφέρονται στα στοιχεία a) και b) καταβολής που αναφέρεται στο στοιχείο c).

4 – Σε περίπτωση που διάφορες συναλλαγές που αφορούν χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες εντάσσονται σε σύμβαση-πλαίσιο η οποία μπορεί να καταγγελθεί στο σύνολό της μόνο σε περίπτωση αθέτησης, το σύνολο των εν λόγω συναλλαγών θεωρείται διμερής σύμβαση για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου και του άρθρου 102.

5 – Στις προθεσμιακές πράξεις που δεν εμπίπτουν στην παράγραφο 1 εφαρμόζονται οι διατάξεις του άρθρου 104 παράγραφος 5, τηρουμένων των αναλογιών.»

«Άρθρο 108

Μίσθωση στην οποία ο αφερέγγυος οφειλέτης είναι ο μισθωτής

1 – Η κήρυξη αφερεγγυότητας δεν αναστέλλει τη σύμβαση μίσθωσης στην οποία ο μισθωτής είναι ο αφερέγγυος οφειλέτης, αλλά ο διαχειριστής αφερεγγυότητας μπορεί πάντοτε να καταγγείλει την εν λόγω σύμβαση με πρότερη ειδοποίηση 60 ημερών εάν εκ του νόμου ή σύμφωνα με τη σύμβαση δεν επιτρέπεται μικρότερη περίοδος προειδοποίησης.

2 – Από την προηγούμενη παράγραφο εξαιρείται μίσθωση στο πλαίσιο της οποίας το μίσθιο προορίζεται για κατοικία του αφερέγγυου οφειλέτη σ’ αυτήν την περίπτωση, ο διαχειριστής αφερεγγυότητας μπορεί μόνο να δηλώσει ότι το δικαίωμα στην καταβολή των καταβλητέων μισθωμάτων μετά την πάροδο 60 ημερών από την εν λόγω δήλωση δεν μπορεί να ασκηθεί στο πλαίσιο της αφερεγγυότητας, οπότε ο κύριος του ακινήτου μπορεί να απαιτήσει στο πλαίσιο της διαδικασίας αφερεγγυότητας την αποζημίωσή του για τη ζημία που υπέστη λόγω έξωσης εξαιτίας μη καταβολής ενός ή περισσότερων εκ των εν λόγω μισθωμάτων, έως ποσό που αντιστοιχεί σε μισθώματα ενός τριμήνου.

3 – Για την καταγγελία της σύμβασης από τον διαχειριστή αφερεγγυότητας σύμφωνα με την παράγραφο 1 απαιτείται η καταβολή, ως απαίτηση αφερεγγυότητας, του τιμήματος που αντιστοιχεί στην περίοδο μεταξύ της ημερομηνίας κατά την οποία η καταγγελία παράγει τα αποτελέσματά της και της ημερομηνίας λήξης της συμβατικής περιόδου, ή της ημερομηνίας κατά την οποία θα ήταν άλλως δυνατή η καταγγελία από τον αφερέγγυο οφειλέτη, μείον το κόστος που απορρέει από την παροχή από τον εκμισθωτή για την εν λόγω περίοδο, καθώς και τα κέρδη που προέκυψαν από διαφορετική χρήση του μίσθιου, εφόσον αυτά οφείλονται στην πρόωρη λύση της σύμβασης, και όλα τα ποσά επικαιροποιούνται, σύμφωνα με το άρθρο 91 παράγραφος 2, έως την ημερομηνία κατά την οποία η καταγγελία παράγει τα αποτελέσματά της.

4 – Ο εκμισθωτής δεν μπορεί να ζητήσει τη λύση της σύμβασης μετά την κήρυξη της αφερεγγυότητας του μισθωτή για οποιονδήποτε από τους ακόλουθους λόγους:

a) Μη καταβολή μισθωμάτων για κινητά ή ακίνητα που αντιστοιχούν σε χρόνο που προηγείται της κήρυξης της αφερεγγυότητας

b) Επιδείνωση της οικονομικής κατάστασης του μισθωτή.

5 – Αν το μίσθιο δεν έχει ακόμη παραδοθεί στον μισθωτή κατά την ημερομηνία κήρυξης της αφερεγγυότητας, τόσο ο διαχειριστής αφερεγγυότητας όσο και ο εκμισθωτής μπορούν να καταγγείλουν τη σύμβαση και οποιοσδήποτε εξ αυτών μπορεί να τάξει στον αντισυμβαλλόμενο εύλογη προθεσμία γι’ αυτόν τον σκοπό, στη λήξη της οποίας παύει να ισχύει το δικαίωμα καταγγελίας.»

«Άρθρο 109

Μίσθωση στην οποία ο αφερέγγυος οφειλέτης είναι ο εκμισθωτής

1 – Η κήρυξη της πτώχευσης δεν αναστέλλει την εκπλήρωση σύμβασης μίσθωσης όπου ο εκμισθωτής είναι ο αφερέγγυος οφειλέτης και η καταγγελία της από οποιοδήποτε μέρος είναι δυνατή μόνο κατά τη λήξη της υφιστάμενης προθεσμίας, με την επιφύλαξη των περιπτώσεων υποχρεωτικής ανανέωσης.

2 – Αν, ωστόσο, το μίσθιο δεν έχει ακόμη παραδοθεί στον μισθωτή κατά την ημερομηνία κήρυξης της αφερεγγυότητας, εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις της παραγράφου 5 του προηγούμενου άρθρου.

3 – Η εκποίηση του μίσθιου σε διαδικασία αφερεγγυότητας ακινήτου δεν στερεί από τον μισθωτή τα σχετικά δικαιώματά του στο πλαίσιο του αστικού δικαίου.»

«Άρθρο 110

Συμβάσεις εντολής και διαχείρισης

1 – Οι συμβάσεις εντολής, συμπεριλαμβανομένων των συμβάσεων παραγγελίας, που δεν αποδεικνύεται ότι είναι ξένες προς την πτωχευτική περιουσία, λύονται με την κήρυξη της αφερεγγυότητας του εντολέα, ακόμα και αν η εντολή έχει ανατεθεί και υπέρ του εντολοδόχου ή τρίτου, χωρίς ο εντολοδόχος να δικαιούται αποζημίωσης για τη ζημία που υπέστη.

2 – Ωστόσο, η σύμβαση εντολής θεωρείται ότι διατηρείται στις ακόλουθες περιπτώσεις:

a) Αν είναι απαραίτητη η διεκπεραίωση πράξεων από τον εντολοδόχο για την αποφυγή προβλέψιμης ζημίας για την πτωχευτική περιουσία, μέχρις ότου ο διαχειριστής αφερεγγυότητας λάβει τα απαραίτητα μέτρα

b) Για το διάστημα κατά το οποίο ο εντολοδόχος άσκησε τα καθήκοντά του τελώντας ανυπαίτια σε άγνοια της κήρυξης του εντολέα σε αφερεγγυότητα.

3 – Η αμοιβή του εντολοδόχου και η επιστροφή σ’ αυτόν των εξόδων του αποτελούν οφειλή της πτωχευτικής περιουσίας στην περίπτωση του στοιχείου a) της προηγούμενης παραγράφου και οφειλή αφερεγγυότητας στην περίπτωση του στοιχείου b).

4 – Οι διατάξεις των προηγούμενων παραγράφων εφαρμόζονται, τηρουμένων των αναλογιών, σε κάθε άλλη σύμβαση με την οποία ο αφερέγγυος οφειλέτης έχει αναθέσει σε τρίτον τη διαχείριση περιουσιακών στοιχείων, με ένα ελάχιστο επίπεδο αυτονομίας, ιδίως συμβάσεων διαχείρισης χαρτοφυλακίου και διαχείρισης περιουσιακών στοιχείων.»

«Άρθρο 111

Σύμβαση διαρκούς παροχής υπηρεσιών διαρκούς χαρακτήρα

1 – Οι συμβάσεις που υποχρεώνουν σε παροχή υπηρεσίας διαρκούς χαρακτήρα προς όφελος του αφερέγγυου οφειλέτη και οι οποίες δεν λύονται σύμφωνα με τις διατάξεις του προηγούμενου άρθρου, δεν αναστέλλονται λόγω της κήρυξης της αφερεγγυότητας και μπορούν να καταγγελθούν από οποιοδήποτε από τα μέρη σύμφωνα με το άρθρο 108 παράγραφος 1, τηρουμένων των αναλογιών.

2 – Η πρόωρη καταγγελία της σύμβασης υποχρεώνει σε αποκατάσταση της προκληθείσας ζημίας μόνο αν στην καταγγελία προέβη ο διαχειριστής αφερεγγυότητας και σ’ αυτήν την περίπτωση η αποζημίωση υπολογίζεται, τηρουμένων των αναλογιών, σύμφωνα με το άρθρο 108 παράγραφος 3 και αποτελεί, για τον αντισυμβαλλόμενο, απαίτηση αφερεγγυότητας.»

«Άρθρο 112

Πληρεξουσιότητες

1 – Με την εξαίρεση των περιπτώσεων του άρθρου 110 παράγραφος 2 στοιχείο a), με την κήρυξη της αφερεγγυότητας παύουν να ισχύουν οι πληρεξουσιότητες που αφορούν περιουσιακά στοιχεία τα οποία ανήκουν στην πτωχευτική περιουσία, ακόμα και αν οι εξουσίες έχουν ανατεθεί υπέρ του εντολοδόχου ή τρίτου.

2 – Οι διατάξεις του άρθρου 81 παράγραφοι 6 και 7 εφαρμόζονται, τηρουμένων των αναλογιών, στις πράξεις που εκτελούνται από τον εντολοδόχο μετά τη λήξη ισχύος της πληρεξουσιότητας.

3 – Εντολοδόχος που, ανυπαίτια, δεν έχει γνώση ως προς την κήρυξη της αφερεγγυότητας του εντολέα δεν ευθύνεται έναντι τρίτων για το ανίσχυρο πράξης που οφείλεται στην έλλειψη εξουσιών εκπροσώπησης.»

«Άρθρο 113

Αφερεγγυότητα εργαζομένου

1 – Η κήρυξη του εργαζομένου σε αφερεγγυότητα δεν αναστέλλει τη σύμβαση εργασίας.

2 – Η αποκατάσταση ζημίας που απορρέει από ενδεχόμενη αθέτηση συμβατικών υποχρεώσεων μπορεί να απαιτηθεί μόνο από τον ίδιο τον αφερέγγυο οφειλέτη.»

«Άρθρο 114

Παροχή υπηρεσίας από τον οφειλέτη

1 – Οι διατάξεις του προηγούμενου άρθρου εφαρμόζονται σε συμβάσεις με τις οποίες οφειλέτης που είναι φυσικό πρόσωπο υποχρεούται να παράσχει υπηρεσία, εκτός εάν η τελευταία αποτελεί μέρος της δραστηριότητας επιχείρησης κυριότητας του αφερέγγυου οφειλέτη και είναι μη αντικαταστατής φύσης.

2 – Με την επιφύλαξη των διατάξεων της προηγούμενης παραγράφου, στις συμβάσεις το αντικείμενο των οποίων είναι η διαρκής παροχή υπηρεσίας από τον οφειλέτη εφαρμόζεται, τηρουμένων των αναλογιών, το άρθρο 111, αλλά η υποχρέωση αποζημίωσης ισχύει μόνο όταν η καταγγελία διενεργείται από τον αντισυμβαλλόμενο.»

«Άρθρο 115

Εκχώρηση και ενεχυρίαση μελλοντικών απαιτήσεων

1 – Σε περίπτωση που ο οφειλέτης είναι φυσικό πρόσωπο και έχει προηγουμένως εκχωρήσει ή ενεχυριάσει, πριν από την κήρυξη της αφερεγγυότητας, μελλοντικές απαιτήσεις που απορρέουν από σύμβαση εργασίας ή παροχής υπηρεσιών, ή το δικαίωμα σε μελλοντικές παροχές υποκατάστασης, όπως επιδόματα ανεργίας και συνταξιοδότησης, τα αποτελέσματα της πράξης θα περιορίζονται στα έσοδα που αφορούν την περίοδο πριν από την ημερομηνία της κήρυξης της αφερεγγυότητας, στο υπόλοιπο του τρέχοντος μήνα που έπεται της εν λόγω ημερομηνίας και στους επόμενους 24 μήνες.

2 – Τα αποτελέσματα της εκχώρησης ή της ενεχυρίασης από τον οφειλέτη πριν από την κήρυξη της αφερεγγυότητας, το αντικείμενο της οποίας είναι μισθώματα επί κινητών ή ακινήτων που οφείλονται βάσει σύμβασης μίσθωσης την οποία ο διαχειριστής αφερεγγυότητας δεν μπορεί να καταγγείλει ή να λύσει, αντιστοίχως, σύμφωνα με το άρθρο 104 παράγραφος 2 και το άρθρο 109 παράγραφος 1, περιορίζονται, ανεξάρτητα από το αν ο οφειλέτης είναι φυσικό πρόσωπο ή όχι, στα μισθώματα που αφορούν την περίοδο πριν από την ημερομηνία της κήρυξης της αφερεγγυότητας, στο υπόλοιπο του τρέχοντος μήνα που έπεται της εν λόγω ημερομηνίας και στον επόμενο μήνα.

3 – Ο οφειλέτης με απαιτήσεις που προκύπτουν σύμφωνα με τις προηγούμενες παραγράφους μπορεί να τις συμψηφίσει με οφειλές προς την πτωχευτική περιουσία, με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 99 παράγραφος 1 στοιχείο b) παράγραφος 4 στοιχεία b) έως d).»

«Άρθρο 116

Αλληλόχρεοι λογαριασμοί

Η κήρυξη της αφερεγγυότητας συνεπάγεται την καταγγελία των συμβάσεων αλληλόχρεων λογαριασμών στις οποίες ο αφερέγγυος οφειλέτης είναι συμβαλλόμενο μέρος, καθώς και κλείσιμο των λογαριασμών.»

«Άρθρο 117

Αφανής εταιρεία

1 – Η αφανής εταιρεία λύεται σε περίπτωση πτώχευσης του εμφανούς εταίρου.

2 – Ο αφανής εταίρος υποχρεούται να αποδώσει στην πτωχευτική περιουσία του εμφανούς εταίρου το μερίδιο που του αναλογεί στις ζημίες και που δεν έχει ακόμα καταβληθεί, διατηρώντας παράλληλα το δικαίωμα να προβάλει, ως απαίτηση αφερεγγυότητας, τις καταβολές στις οποίες έχει προβεί και που δεν πρέπει να περιληφθούν στη συμμετοχή του στις ζημίες.»

«Άρθρο 118

Όμιλος οικονομικού σκοπού και ευρωπαϊκός όμιλος οικονομικού σκοπού

1 – Με την επιφύλαξη άλλων διατάξεων της σύμβασης, ο όμιλος οικονομικού σκοπού και ο ευρωπαϊκός όμιλος οικονομικού σκοπού δεν λύονται λόγω αφερεγγυότητας ενός ή περισσότερων μελών του ομίλου.

2 – Το μέλος που κηρύσσεται σε αφερεγγυότητα μπορεί να αποδεσμευτεί από τον όμιλο οικονομικού σκοπού.

3 – Συμβατική ρήτρα που υποχρεώνει από το μέλος που κηρύσσεται σε αφερεγγυότητα να αποζημιώσει τα υπόλοιπα μέλη ή τον όμιλο για προκληθείσα ζημία είναι άκυρη.»

«Άρθρο 119

Κανόνες αναγκαστικού δικαίου

1 – Κάθε συμφωνία των μερών η οποία αποκλείει ή περιορίζει την εφαρμογή των ως άνω κανόνων του παρόντος κεφαλαίου είναι άκυρη.

2 – Είναι ιδίως άκυρη ρήτρα που αποδίδει στην κατάσταση αφερεγγυότητας ενός εκ των μερών αξία διαλυτικής αίρεσης ως προς τη συναλλαγή ή αποδίδει, σ’ αυτήν την περίπτωση, στον αντισυμβαλλόμενο δικαίωμα αποζημίωσης, λύσης ή καταγγελίας άλλο από αυτά που προβλέπονται στο παρόν κεφάλαιο.

3 – Οι διατάξεις των προηγούμενων παραγράφων δεν απαγορεύουν να αποτελέσει η κατάσταση αφερεγγυότητας βάσιμο λόγο λύσης ή καταγγελίας λόγω της φύσης και του περιεχομένου των συμβατικών παροχών.»

7 Ποια αποτελέσματα έχουν οι διαδικασίες αφερεγγυότητας επί των ατομικών διώξεων εκ μέρους πιστωτών (εκτός εάν υφίσταται εκκρεμοδικία);

Αποτελέσματα για τις διαδικασίες

Η κήρυξη της αφερεγγυότητας αποκλείει τη λήψη εκτελεστικών μέτρων εκ μέρους των πτωχευτικών πιστωτών (άρθρο 88 παράγραφος 1 του κώδικα αφερεγγυότητας).

Αποτελέσματα για τις απαιτήσεις

Τα αποτελέσματα της αφερεγγυότητας επί των υφιστάμενων απαιτήσεων επί της πτωχευτικής περιουσίας προβλέπονται στα άρθρα 90 έως 101 του κώδικα αφερεγγυότητας, το λεκτικό των οποίων ακολουθεί:

«Άρθρο 90

Προβολή απαιτήσεων αφερεγγυότητας

Οι πτωχευτικοί πιστωτές μπορούν να ασκούν τα δικαιώματά τους μόνο σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος κώδικα, στο πλαίσιο της διαδικασίας αφερεγγυότητας.»

«Άρθρο 91

Οφειλές που καθίστανται ληξιπρόθεσμες με άμεση ισχύ

1 – Η κήρυξη της αφερεγγυότητας έχει ως αποτέλεσμα να καθίστανται ληξιπρόθεσμες όλες οι οφειλές του αφερέγγυου οφειλέτη που δεν τελεί υπό αναβλητική αίρεση.

2 –Κάθε οφειλή που δεν έχει ακόμα καταστεί απαιτητή κατά την ημερομηνία κήρυξης της αφερεγγυότητας και για την οποία δεν οφείλεται αντισταθμιστικός τόκος ή για την οποία οφείλονται τόκοι μικρότεροι του νόμιμου επιτοκίου, θεωρείται ότι μειώνεται στο ποσό που θα αντιστοιχούσε στην αξία της εν λόγω οφειλής αν είχαν προστεθεί στο ίδιο ποσό τόκοι υπολογισμένοι επί αυτού βάσει, αντιστοίχως, του νόμιμου συντελεστή ή συντελεστή ίσου προς τη διαφορά μεταξύ του νόμιμου και του συμφωνηθέντος τόκου, για την περίοδο κατά την οποία επισπεύδεται το ληξιπρόθεσμο της οφειλής.

3 – Σε περίπτωση διαιρετής οφειλής, οι διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου ισχύουν για κάθε καταβολή που ακόμα δεν έχει καταστεί απαιτητή.

4 – Κατά τον υπολογισμό της περιόδου επίσπευσης του ληξιπρόθεσμου, θεωρείται ότι αυτό θα επερχόταν κατά την ημερομηνία που οι οφειλές θα καθίσταντο απαιτητές, ή κατά την οποία θα ήταν πιθανό να συμβεί αυτό, αν η εν λόγω ημερομηνία δεν έχει προσδιοριστεί.

5 – Η μείωση του ποσού της οφειλής που προβλέπεται στις προηγούμενες παραγράφους ισχύει ακόμη και στην περίπτωση απώλειας του ευεργετήματος της προθεσμίας εξαιτίας κατάστασης η οποία δεν έχει ακόμη κηρυχθεί από το δικαστήριο, όπως προβλέπεται στο άρθρο 780 παράγραφος 1 του Αστικού Κώδικα.

6 – Η υποκατάσταση στα δικαιώματα του πιστωτή που απορρέει από την εκπλήρωση υποχρέωσης τρίτου από τον αφερέγγυο οφειλέτη πραγματοποιείται κατ’ αναλογία προς το καταβληθέν ποσό σε σχέση με το ύψος της οφειλής του εν λόγω τρίτου, που επικαιροποιείται σύμφωνα με την παράγραφο 2.

7 – Η διάταξη της προηγούμενης παραγράφου ισχύει για το δικαίωμα προσφυγής κατά άλλων συνοφειλετών.»

«Άρθρο 92

Σχέδια ρύθμισης

Όταν οφειλές που καλύπτονται από σχέδιο ρύθμισης φορολογικών και ασφαλιστικών εισφορών καθίστανται ληξιπρόθεσμες με άμεση ισχύ σύμφωνα με την παράγραφο 1 του προηγούμενου άρθρου, τα αποτελέσματα είναι αυτά που προβλέπονται από τη σχετική νομοθετική πράξη ως προς τη μη εκπλήρωση του σχεδίου και τα απαιτητά ποσά υπολογίζονται σύμφωνα με τους οικείους κανόνες των εν λόγω πράξεων.»

«Άρθρο 93

Αξιώσεις διατροφής

Το δικαίωμα προβολής αξίωσης διατροφής κατά του αφερέγγυου οφειλέτη το οποίο αφορά περίοδο που προηγείται της κήρυξης της αφερεγγυότητας μπορεί να ασκηθεί κατά της πτωχευτικής περιουσίας μόνο αν κανένα από τα πρόσωπα του άρθρου 2009 του Αστικού Κώδικα δεν είναι σε θέση να καταβάλλει τη διατροφή και, σ’ αυτήν την περίπτωση, ο δικαστής ορίζει το αντίστοιχο ποσό.»

«Άρθρο 94

Απαιτήσεις που υπόκεινται σε διαλυτική αίρεση

Στη διαδικασία αφερεγγυότητας, οι απαιτήσεις αφερεγγυότητας που υπόκεινται σε διαλυτική αίρεση θεωρούνται ως μη τελούσες υπό αίρεση έως ότου εκπληρωθεί η αίρεση, με την επιφύλαξη της υποχρέωσης επιστροφής των εισπραχθεισών πληρωμών μετά την επαλήθευση της πλήρωσης της αίρεσης.»

«Άρθρο 95

Αλληλεγγύως ευθυνόμενοι οφειλέτες και εγγυητές

1 – Ο πιστωτής έχει δικαίωμα εις ολόκληρον επί της απαίτησής του κατά κάθε μίας εκ των διαφορετικών πτωχευτικών περιουσιών αλληλεγγύως ευθυνόμενων οφειλετών και εγγυητών, ωστόσο το άθροισμα των ποσών που θα λάβει από αυτές δεν μπορεί να υπερβαίνει το ποσό της απαίτησης.

2 – Το δικαίωμα κατά του αφερέγγυου οφειλέτη που απορρέει από ενδεχόμενη μελλοντική καταβολή της οφειλής από αλληλεγγύως ευθυνόμενο συνοφειλέτη ή εγγυητή μπορεί να ασκηθεί μόνο στο πλαίσιο της διαδικασίας αφερεγγυότητας, ως απαίτηση τελούσα υπό αναβλητική αίρεση, εφόσον ο ίδιος ο πιστωτής που έχει την απαίτηση δεν την προβάλει.»

«Άρθρο 96

Μετατροπή απαιτήσεων

1 – Για τον σκοπό της συμμετοχής του αντίστοιχου δικαιούχου στη διαδικασία:

a) Οι μη χρηματικές απαιτήσεις λαμβάνονται υπόψη στην εκτιμώμενη αξία τους σε ευρώ κατά την ημερομηνία της κήρυξης της αφερεγγυότητας

b) Οι χρηματικές απαιτήσεις το ύψος των οποίων δεν είναι προσδιορισμένο λαμβάνονται υπόψη στην εκτιμώμενη αξία τους σε ευρώ κατά την ημερομηνία της κήρυξης της αφερεγγυότητας

c) Οι απαιτήσεις που εκφράζονται σε ξένο νόμισμα ή δείκτη λαμβάνονται υπόψη στην αξία τους σε ευρώ στην ισοτιμία που ίσχυε κατά την ημερομηνία κήρυξης της αφερεγγυότητας στον τόπο της αντίστοιχης πληρωμής.

2 – Οι απαιτήσεις των στοιχείων a) και c) της προηγούμενης παραγράφου θεωρούνται οριστικά μετατραπείσες σε ευρώ μετά την αναγνώρισή τους.»

«Άρθρο 97

Εξάλειψη των πιστωτικών προνομίων και των εμπράγματων ασφαλειών

1 – Με την κήρυξη της αφερεγγυότητας εξαλείφονται τα ακόλουθα:

a) Τα γενικά πιστωτικά προνόμια που συνδέονται με απαιτήσεις αφερεγγυότητας, δικαιούχοι των οποίων είναι το δημόσιο, οργανισμοί τοπικής αυτοδιοίκησης και φορείς κοινωνικής ασφάλισης, και που έχουν συσταθεί περισσότερο από 12 μήνες πριν από την ημερομηνία έναρξης της διαδικασίας αφερεγγυότητας

b) Τα ειδικά πιστωτικά προνόμια που συνδέονται με απαιτήσεις αφερεγγυότητας, δικαιούχοι των οποίων είναι το δημόσιο, οργανισμοί τοπικής αυτοδιοίκησης και φορείς κοινωνικής ασφάλισης, και που έχουν καταστεί ληξιπρόθεσμες περισσότερο από 12 μήνες πριν από την ημερομηνία έναρξης της διαδικασίας αφερεγγυότητας

c) Οι νόμιμες υποθήκες η εγγραφή των οποίων έχει ζητηθεί κατά τους δύο μήνες που προηγούνται της ημερομηνίας έναρξης της διαδικασίας αφερεγγυότητας και που είναι παρεπόμενες απαιτήσεων αφερεγγυότητας, δικαιούχοι των οποίων είναι το δημόσιο, οργανισμοί τοπικής αυτοδιοίκησης και φορείς κοινωνικής ασφάλισης

d) Εφόσον υπόκεινται σε εγγραφή, οι εμπράγματες ασφάλειες επί ακινήτων ή τα ενέχυρα επί κινητών που υπόκεινται σε απογραφή και αποτελούν την πτωχευτική περιουσία, οι οποίες είναι παρεπόμενες απαιτήσεων αφερεγγυότητας αλλά δεν έχουν ακόμα εγγραφεί και δεν αποτελούν αντικείμενο αίτησης εγγραφής

e) Εμπράγματες ασφάλειες επί πραγμάτων που αποτελούν την πτωχευτική περιουσία και είναι παρεπόμενες απαιτήσεων που θεωρούνται μειωμένης εξασφάλισης.

2 – Μετά την κήρυξη της αφερεγγυότητας καθώς και μετά την περάτωση της διαδικασίας, δεν επιτρέπεται η εγγραφή νόμιμης υποθήκης για την εξασφάλιση απαιτήσεων αφερεγγυότητας, εκτός αν η σχετική αίτηση υποβλήθηκε πριν από την κήρυξη της αφερεγγυότητας ή, για τις υποθήκες του στοιχείου c) της προηγούμενης παραγράφου, δύο μήνες πριν από την εν λόγω ημερομηνία.»

«Άρθρο 98

Χορήγηση προνομίου στον αιτούντα πιστωτή

1 – Οι προνομιούχες απαιτήσεις του πιστωτή κατόπιν αίτησης του οποίου κηρύχθηκε η αφερεγγυότητα απολαμβάνουν γενικό προνόμιο, κατατασσόμενο στην τελευταία θέση, επί όλων των κινητών πραγμάτων που ανήκουν στην πτωχευτική περιουσία, για ένα τέταρτο του ποσού του με ανώτατο όριο τις 500 λογιστικές μονάδες.

2 – Αν η συνέχιση της διαδικασίας που έχει κινηθεί από πιστωτή επηρεάζεται δυσμενώς από την κήρυξη του οφειλέτη σε αφερεγγυότητα στο πλαίσιο διαδικασίας που κινείται εκ των υστέρων, το προνόμιο της προηγούμενης παραγράφου αποδίδεται στον αιτούντα της παλαιότερης διαδικασίας στην περίπτωση του άρθρου 264 παράγραφος 3 στοιχείο b), το γενικό προνόμιο επί των κινητών πραγμάτων του/της συζύγου που κατέθεσε την αίτηση και επί του μισού της κοινής περιουσίας ανήκει στον αιτούντα στο πλαίσιο της πρώτης διαδικασίας, με την επιφύλαξη της αναστολής των αποτελεσμάτων του.».

«Άρθρο 99

Συμψηφισμός

1 – Με την επιφύλαξη άλλων διατάξεων του παρόντος κώδικα, από την ημερομηνία της κήρυξης της αφερεγγυότητας, οι δικαιούχοι απαιτήσεων αφερεγγυότητας μπορούν να συμψηφίσουν τις απαιτήσεις τους με ανταπαιτήσεις από την πτωχευτική περιουσία μόνο εφόσον πληρούται τουλάχιστον μία από τις ακόλουθες προϋποθέσεις:

a) οι εκ του νόμου προβλεπόμενες υποθέσεις για τον συμψηφισμό πληρούνται πριν από την ημερομηνία κήρυξης της αφερεγγυότητας

b) η απαίτηση αφερεγγυότητας πληρούσε τις προϋποθέσεις του άρθρου 847 του Αστικού Κώδικα πριν από την ανταπαίτηση.

2 – Για τους σκοπούς των στοιχείων a) και b) της προηγούμενης παραγράφου δεν λαμβάνονται υπόψη:

a) η απώλεια του ευεργετήματος της προθεσμίας του άρθρου 780 παράγραφος 1 του Αστικού Κώδικα

b) η πρόωρη λήξη και η μετατροπή σε χρήμα που προκύπτουν από τις διατάξεις του άρθρου 91 παράγραφος 1 και του άρθρου 96.

3 – Ο συμψηφισμός δεν επηρεάζεται από το γεγονός ότι οι υποχρεώσεις αφορούν διαφορετικά νομίσματα ή μονάδες υπολογισμού, αν η αμοιβαία μετατροπή τους διενεργείται αντί της καταβολής της ανταπαίτησης και η μετατροπή διενεργείται με βάση τις τιμές που ισχύουν στον εκάστοτε τόπο κατά την ημερομηνία που ο συμψηφισμός παράγει τα αποτελέσματά του.

4 –Συμψηφισμός δεν επιτρέπεται:

a) αν οι απαιτήσεις προς την πτωχευτική περιουσία γεννήθηκαν μετά την ημερομηνία της κήρυξης της αφερεγγυότητας, ιδίως σε συνέχεια ανάκλησης πράξης προς όφελος της πτωχευτικής περιουσίας

b) αν ο πτωχευτικός πιστωτής έχει αποκτήσει την απαίτησή του από άλλον μετά την ημερομηνία κήρυξης της αφερεγγυότητας

c) ως προς απαιτήσεις του αφερέγγυου πιστωτή για τις οποίες δεν ευθύνεται η πτωχευτική περιουσία

d) μεταξύ απαιτήσεων προς την πτωχευτική περιουσία και απαιτήσεων αφερεγγυότητας μειωμένης εξασφάλισης.»

«Άρθρο 100

Αναστολή αποσβεστικής προθεσμίας και παραγραφή

Η απόφαση με την οποία κηρύσσεται η αφερεγγυότητα καθορίζει την αναστολή όλων των αποσβεστικών προθεσμιών και της παραγραφής τις οποίες επικαλείται ο οφειλέτης κατά τη διάρκεια της διαδικασίας.»

«Άρθρο 101

Συστήματα διακανονισμού

Οι κανόνες του παρόντος κεφαλαίου εφαρμόζονται με την επιφύλαξη του άρθρου 283 και επόμενα του πορτογαλικού κώδικα περί κινητών αξιών.»

8 Ποια αποτελέσματα έχουν οι διαδικασίες αφερεγγυότητας επί των εκκρεμών κατά τον χρόνο της έναρξης της διαδικασίας αφερεγγυότητας δικών;

Τα αποτελέσματα της διαδικασίας επί των εκκρεμών δικών προβλέπονται στα άρθρα 85 έως 89 του κώδικα αφερεγγυότητας, το λεκτικό των οποίων ακολουθεί:

«Άρθρο 85

Αποτελέσματα επί των εκκρεμών δικών

1 – Μετά την κήρυξη της αφερεγγυότητας, όλες οι δίκες με αντικείμενο ζητήματα που αφορούν περιουσιακά στοιχεία της πτωχευτικής περιουσίας και οι οποίες έχουν κινηθεί κατά του οφειλέτη ή κατά τρίτου αλλά το αποτέλεσμα των οποίων θα μπορούσε να επηρεάσει την αξία της πτωχευτικής περιουσίας, και όλες οι δίκες το αντικείμενο των οποίων είναι περιουσιακά στοιχεία και οι οποίες έχουν κινηθεί από τον οφειλέτη συνεκδικάζονται στο πλαίσιο της διαδικασίας αφερεγγυότητας, εφόσον η συνεκδίκαση ζητηθεί από τον διαχειριστή αφερεγγυότητας, εφόσον αυτό είναι πρόσφορο για τους σκοπούς της διαδικασίας.

2 – Ο δικαστής ζητεί από το δικαστήριο ή την αρμόδια αρχή την παραπομπή, για τον σκοπό της συνεκδίκασης με την αφερεγγυότητα, όλων των διαδικασιών στις οποίες πραγματοποιήθηκε οποιαδήποτε πράξη κατάσχεσης ή κράτησης περιουσιακών στοιχείων που περιλαμβάνονται στην πτωχευτική περιουσία.

3 – Ο διαχειριστής αφερεγγυότητας υποκαθιστά τον αφερέγγυο οφειλέτη σε όλες τις διαδικασίες που αναφέρονται στις προηγούμενες παραγράφους, ανεξάρτητα από την συνεκδίκαση με τη διαδικασία αφερεγγυότητας και της συμφωνίας του αντιδίκου.»

«Άρθρο 86

Συνεκδίκαση διαδικασιών αφερεγγυότητας

1 – Κατόπιν αίτησης του διαχειριστή αφερεγγυότητας, συνεκδικάζονται με τη διαδικασία αφερεγγυότητας οι διαδικασίες στο πλαίσιο των οποίων έχει κηρυχθεί η αφερεγγυότητα προσώπων τα οποία ευθύνονται εκ του νόμου για τις οφειλές του αφερέγγυου οφειλέτη ή, σε περίπτωση έγγαμου φυσικού προσώπου, του/της συζύγου του, εφόσον δεν υφίσταται καθεστώς περιουσιακής αυτοτέλειας.

2 – Το ίδιο ισχύει, όταν ο οφειλέτης είναι εμπορική εταιρεία για τις διαδικασίες στις οποίες η έχει κηρυχθεί η αφερεγγυότητα εταιρειών με τις οποίες η εν λόγω εταιρεία, σύμφωνα με τον κώδικα εμπορικών εταιρειών, βρίσκεται σε σχέση ελέγχου ή ομίλου.

3 – Η συνεκδίκαση της παραγράφου 2 μπορεί να αποφασιστεί αυτεπαγγέλτως από τον δικαστή της διαδικασίας με την οποία συνεκδικάζονται οι υποθέσεις ή να ζητηθεί από όλους τους οφειλέτες που έχουν κηρυχθεί αφερέγγυοι στις προς συνεκδίκαση υποθέσεις.

4 – Όταν οι διαδικασίες τρέχουν ενώπιον δικαστηρίου με διαφορετική καθ’ ύλην αρμοδιότητα, η συνεκδίκαση διατάσσεται μόνο αν ζητηθεί από τον διαχειριστή αφερεγγυότητας της διαδικασίας που έχει κινηθεί ενώπιον δικαστηρίου με ειδική αρμοδιότητα ή αν αποφασιστεί από τον δικαστή της εν λόγω διαδικασίας.»

«Άρθρο 87

Συμβάσεις διαιτησίας

1 – Αναστέλλεται η ισχύς των συμβάσεων διαιτησίας στις οποίες συμβάλλεται ο αφερέγγυος οφειλέτης και οι οποίες αφορούν διαφορές το αποτέλεσμα των οποίων μπορεί να επηρεάσει την αξία της πτωχευτικής περιουσίας, με την επιφύλαξη των διατάξεων των εφαρμοστέων διεθνών συνθηκών.

2 – Ωστόσο, διαδικασίες που εκκρεμούν κατά την ημερομηνία κήρυξης της αφερεγγυότητας συνεχίζονται, με την επιφύλαξη, ανάλογα με την περίπτωση, των διατάξεων του άρθρου 85 παράγραφος 3 και του άρθρου 128 παράγραφος 5.»

«Άρθρο 88

Διαδικασίες εκτέλεσης

1 – Η κήρυξη της αφερεγγυότητας αναστέλλει οποιαδήποτε πράξη εκτέλεσης ή μέτρο που έχουν αιτηθεί οι πτωχευτικοί πιστωτές και που αφορά τα στοιχεία της πτωχευτικής περιουσίας και εμποδίζει την κίνηση ή τη συνέχιση οποιασδήποτε εκτελεστικής πράξης που επισπεύδουν οι πτωχευτικοί πιστωτές ωστόσο, αν υπάρχουν άλλοι καθ’ ων η εκτέλεση, η εκτέλεση συνεχίζεται κατά αυτών.

2 – Σε περίπτωση εκτελέσεων κατά άλλων καθ’ ων η εκτέλεση οι οποίες δεν χρειάζεται να ενταχθούν στη διαδικασία σύμφωνα με το άρθρο 85 παράγραφος 2, εξάγεται και παρέχεται προς συνεκδίκαση μόνο απόσπασμα που αφορά τον αφερέγγυο οφειλέτη.

3 – Διαδικασία εκτέλεσης που αναστέλλεται σύμφωνα με την παράγραφο 1 παύει ως προς τον καθ’ ου η εκτέλεση αφερέγγυο οφειλέτη όταν η διαδικασία της αφερεγγυότητας περατωθεί σύμφωνα με το άρθρο 230 παράγραφος 1 στοιχεία a) και d), με την εξαίρεση της άσκησης του εκ του νόμου προβλεπόμενου δικαιώματος ανάκτησης της κυριότητας.

4 – Είναι ευθύνη του διαχειριστή αφερεγγυότητας να κοινοποιεί εγγράφως και, κατά προτίμηση με ηλεκτρονικά μέσα, στα όργανα εκτέλεσης που έχουν επιληφθεί των εκτελέσεων οι οποίες επηρεάζονται από την κήρυξη της αφερεγγυότητας και για τις οποίες έχει γνώση, ή στο δικαστήριο, όταν οι πράξεις εκτέλεσης διενεργούνται από δικαστικό επιμελητή, την επέλευση των γεγονότων της προηγούμενης παραγράφου.»

«Άρθρο 89

Πράξεις που σχετίζονται με οφειλές της πτωχευτικής περιουσίας

1 – Κατά τη διάρκεια των τριών μηνών που ακολουθούν την ημερομηνία κήρυξης της αφερεγγυότητας, δεν μπορούν να διενεργηθούν εκτελέσεις για την εξόφληση οφειλών της πτωχευτικής περιουσίας.

2 – Πράξεις, μεταξύ των οποίων και πράξεις εκτέλεσης, που σχετίζονται με οφειλές της πτωχευτικής περιουσίας, εντάσσονται στη διαδικασία αφερεγγυότητας, με την εξαίρεση οφειλών φορολογικής φύσης.»

9 Ποια είναι τα κύρια χαρακτηριστικά της συμμετοχής των πιστωτών στη διαδικασία αφερεγγυότητας;

Τα όργανα της αφερεγγυότητας είναι ο διαχειριστής αφερεγγυότητας, η επιτροπή πιστωτών και η συνέλευση των πιστωτών. Η επιτροπή πιστωτών και η συνέλευση των πιστωτών αποτελούνται από τους πιστωτές σύμφωνα με τα άρθρα 66 έως 80 του κώδικα αφερεγγυότητας, το λεκτικό των οποίων ακολουθεί:

«Άρθρο 66

Διορισμός της επιτροπής πιστωτών από τον δικαστή

1 – Πριν από την πρώτη συνέλευση των πιστωτών, και συγκεκριμένα στην ίδια την απόφαση με την οποία κηρύσσεται η αφερεγγυότητα, ο δικαστής διορίζει επιτροπή πιστωτών που αποτελείται από τρία ή πέντε τακτικά και δύο αναπληρωματικά μέλη καθήκοντα προέδρου ασκεί κατά προτίμηση ο μεγαλύτερος πιστωτής της επιχείρησης και τα υπόλοιπα μέλη επιλέγονται έτσι ώστε να διασφαλίζεται επαρκής εκπροσώπηση των διαφόρων κατηγοριών πιστωτών, με εξαίρεση τους πιστωτές μειωμένης εξασφάλισης.

2 – Ο δικαστής μπορεί να μην προβεί στον διορισμό που προβλέπεται στην προηγούμενη παράγραφο εφόσον κρίνει ότι αυτό δικαιολογείται λόγω του μικρού μεγέθους της πτωχευτικής περιουσίας, τον μη σύνθετο χαρακτήρα της εκκαθάρισης ή τον μικρό αριθμό των πτωχευτικών πιστωτών.

3 – Για τους σκοπούς της παραγράφου 1, ένα από τα μέλη της επιτροπής εκπροσωπεί τους εργαζομένους που έχουν απαιτήσεις κατά της επιχείρησης και η επιλογή του εν λόγω μέλους πρέπει να συνάδει με την υπόδειξη των ίδιων των εργαζομένων ή της επιτροπής των εργαζομένων, όταν υπάρχει.

4 – Τα μέλη της επιτροπής πιστωτών μπορεί να είναι είτε φυσικά είτε νομικά πρόσωπα όταν επιλέγεται νομικό πρόσωπο, εναπόκειται στο τελευταίο να ορίσει τον εκπρόσωπό του με σχετικό πληρεξούσιο ή εξουσιοδότηση που υπογράφεται από πρόσωπο με εξουσίες να δεσμεύει την εταιρεία.

5 – Το δημόσιο και οι φορείς κοινωνικής ασφάλισης μπορούν να διοριστούν στην προεδρία της επιτροπής πιστωτών μόνον εφόσον στον φάκελο της δικογραφίας περιλαμβάνεται διαταγή από το μέλος της κυβέρνησης που έχει την εποπτεία των εν λόγω φορέων με την οποία εγκρίνεται η άσκηση των εν λόγω καθηκόντων και υποδεικνύεται ο εκπρόσωπος.»

«Άρθρο 67

Παρέμβαση της συνέλευσης των πιστωτών

1 – Η συνέλευση των πιστωτών μπορεί να παραιτηθεί από τη συγκρότηση επιτροπής πιστωτών, να αντικαταστήσει οποιοδήποτε τακτικό ή αναπληρωματικό μέλος αυτής που έχει οριστεί από τον δικαστή, να εκλέξει δύο επιπλέον μέλη και, εάν ο δικαστής δεν έχει προβεί στη συγκρότησή της, να συστήσει επιτροπή αποτελούμενη από τρία, πέντε ή επτά τακτικά και δύο αναπληρωματικά μέλη, να διορίσει τον πρόεδρό της και να τροποποιεί τη σύνθεσή της ανά πάσα στιγμή, ανεξάρτητα από την ύπαρξη εύλογης αιτίας.

2 – Τα μέλη της επιτροπής πιστωτών που εκλέγονται από τη συνέλευση δεν είναι υποχρεωτικό να είναι πιστωτές και, κατά την επιλογή τους, όπως και κατά τον διορισμό του προέδρου, η συνέλευση δεν υποχρεούται να τηρεί τα κριτήρια της παραγράφου 1 του προηγούμενου άρθρου, αλλά πρέπει να συμμορφώνεται μόνο με το κριτήριο της παραγράφου 3 του εν λόγω άρθρου.

3 – Οι αποφάσεις της συνέλευσης των πιστωτών που αναφέρονται στην παράγραφο 1 πρέπει να λαμβάνονται από την πλειοψηφία του άρθρου 53 παράγραφος 1, εκτός από την περίπτωση παύσης μέλους για βάσιμο λόγο.»

«Άρθρο 68

Καθήκοντα και εξουσίες της επιτροπής πιστωτών

1 – Εκτός των άλλων καθηκόντων που της έχουν ειδικά ανατεθεί, η επιτροπή είναι αρμόδια για την εποπτεία της δραστηριότητας του διαχειριστή αφερεγγυότητας και να συνεργάζεται μαζί του.

2 – Κατά την άσκηση των καθηκόντων της, η επιτροπή είναι ελεύθερη να εξετάζει τα λογιστικά στοιχεία του οφειλέτη και να ζητεί από τον διαχειριστή αφερεγγυότητας τις πληροφορίες και την υποβολή των στοιχείων που θεωρεί απαραίτητα.»

«Άρθρο 69

Αποφάσεις της επιτροπής πιστωτών

1 – Η επιτροπή των πιστωτών συνεδριάζει κάθε φορά που συγκαλείται από τον πρόεδρο ή από δύο άλλα μέλη.

2 – Η επιτροπή δεν αποφασίζει χωρίς να παρίσταται η πλειοψηφία των μελών της, οι δε αποφάσεις λαμβάνονται με την πλειοψηφία των παρόντων μελών και, σε περίπτωση ισοψηφίας, υπερισχύει η ψήφος του προέδρου.

3 – Για τη λήψη των αποφάσεων γίνονται δεκτές οι γραπτές ψήφοι αν, προηγουμένως, όλα τα μέλη έχουν συμφωνήσει σ’ αυτή τη μορφή λήψης απόφασης.

4 – Ο εκάστοτε πρόεδρος της επιτροπής πιστωτών γνωστοποιεί τις αποφάσεις της στον δικαστή.

5 – Δεν χωρεί προσφυγή ενώπιον του δικαστηρίου κατά αποφάσεων της επιτροπής πιστωτών.

«Άρθρο 70

Ευθύνη των μελών της επιτροπής

Τα μέλη της επιτροπής ευθύνονται έναντι των πτωχευτικών πιστωτών για ζημία που απορρέει από υπαίτια αθέτηση των καθηκόντων τους και εφαρμόζονται οι διατάξεις του άρθρου 59 παράγραφος 4.»

«Άρθρο 71

Επιστροφή εξόδων

Τα μέλη της επιτροπής πιστωτών δεν αμείβονται και δικαιούνται μόνο την επιστροφή των εξόδων που είναι απολύτως αναγκαία για την άσκηση των καθηκόντων τους.»

«Άρθρο 72

Συμμετοχή στη συνέλευση των πιστωτών

1 – Δικαίωμα συμμετοχής στη συνέλευση των πιστωτών έχουν όλοι οι πτωχευτικοί πιστωτές, καθώς και οι κάτοχοι των δικαιωμάτων που αναφέρονται στο άρθρο 95 παράγραφος 2 και που, σύμφωνα με την εν λόγω διάταξη, δεν μπορούν να ασκηθούν στο πλαίσιο της διαδικασίας.

2 – Οι διατάξεις των παραγράφων 1 και 4 του επόμενου άρθρου εφαρμόζονται, τηρουμένων των αναλογιών, στο δικαίωμα συμμετοχής στη συνέλευση των πιστωτών μειωμένης εξασφάλισης.

3 – Οι πιστωτές μπορούν να εκπροσωπούνται από εξουσιοδοτημένους εκπροσώπους με ειδικές εξουσίες γι’ αυτόν τον σκοπό.

4 – Στο μέτρο που είναι αναγκαίο για την ομαλή διεξαγωγή της διαδικασίας, ο δικαστής μπορεί να περιορίσει τη συμμετοχή στη συνέλευση στους δικαιούχους απαιτήσεων το ύψος των οποίων ανέρχεται έως ορισμένο ποσό που δεν υπερβαίνει τις 10 000 EUR και οι επηρεαζόμενοι πιστωτές μπορούν να εκπροσωπηθούν από άλλον πιστωτή του οποίου οι απαιτήσεις είναι τουλάχιστον ίσες προς το καθορισμένο όριο ή να συγκροτήσουν ομάδα το ύψος των απαιτήσεων της οποίας να συμπληρώνει το ποσό που απαιτείται και να συμμετέχουν μέσω κοινού εκπροσώπου.

5 – Ο διαχειριστής αφερεγγυότητας, τα μέλη της επιτροπής πιστωτών και ο οφειλέτης και οι διευθυντές του έχουν δικαίωμα και υποχρέωση συμμετοχής.

6 – Δίνεται επίσης η δυνατότητα συμμετοχής στη συνέλευση σε έως και τρεις εκπροσώπους της επιτροπής των εργαζομένων ή, αν δεν υπάρχει τέτοια επιτροπή, σε έως τρεις εκπροσώπους των εργαζομένων που ορίζονται από τους τελευταίους, καθώς κα στην εισαγγελία».

«Άρθρο 73

Δικαιώματα ψήφου

1 – Οι απαιτήσεις παρέχουν μία ψήφο για κάθε ευρώ ή κλάσμα εάν έχουν ήδη αναγνωριστεί με οριστική απόφαση που εκδίδεται στο παράρτημα επαλήθευσης και κατάταξης των απαιτήσεων ή στο πλαίσιο μεταγενέστερης αγωγής επαλήθευσης ή αν πληρούνται σωρευτικά οι κάτωθι προϋποθέσεις:

a) Ο πιστωτής έχει ήδη αναγγείλει τις απαιτήσεις στο πλαίσιο της διαδικασίας ή, αν δεν έχει εξαντληθεί ακόμα η προθεσμία που ορίζεται στην απόφαση για την αναγγελία απαιτήσεων, τις αναγγείλει στο πλαίσιο της συνέλευσης, με σκοπό τη συμμετοχή στη συνεδρίασή της·

b) Οι απαιτήσεις δεν έχουν αμφισβητηθεί στη συνέλευση από τον διαχειριστή αφερεγγυότητας ή από πιστωτή με δικαίωμα ψήφου.

2 – Ο αριθμός των ψήφων που χορηγούνται σε απαίτηση τελούσα υπό αναβλητική αίρεση καθορίζεται πάντα από τον δικαστή, λαμβανομένης υπόψη της πιθανότητας πλήρωσης της αίρεσης.

3 – Οι απαιτήσεις μειωμένης εξασφάλισης δεν παρέχουν δικαίωμα ψήφου εκτός αν η απόφαση της συνέλευσης των πιστωτών αφορά την έγκριση σχεδίου αφερεγγυότητας.

4 – Κατόπιν αίτησης του ενδιαφερομένου, ο δικαστής μπορεί να χορηγήσει δικαίωμα ψήφου σε αμφισβητούμενες απαιτήσεις καθορίζοντας το αντίστοιχο ποσό, λαμβάνοντας υπόψη όλες τις σχετικές περιστάσεις, και ιδίως την πιθανότητα ύπαρξης της απαίτησης, το ύψος και την κατάταξή της και, στην περίπτωση απαιτήσεων που υπόκεινται σε αναβλητική αίρεση, την πιθανότητα πλήρωσης της αίρεσης.

5 – Κατά της απόφασης του δικαστή η οποία αναφέρεται στην προηγούμενη παράγραφο δεν χωρεί ένδικο μέσο.

6 – Δεν χωρεί λόγος ακυρότητας των αποφάσεων που έλαβε η συνέλευση αν αποδειχθεί σε μεταγενέστερο χρόνο ότι οι πιστωτές δικαιούνταν διαφορετικό αριθμό ψήφων από εκείνον που τους αποδόθηκε.

7 – Με την επιφύλαξη των διατάξεων των προηγούμενων παραγράφων, οι απαιτήσεις που εξασφαλίζονται με εμπράγματη ασφάλεια για τις οποίες δεν ευθύνεται προσωπικά ο οφειλέτης παρέχουν μία ψήφο για κάθε ευρώ του ύψους τους ή της αξίας του πράγματος που αποτελεί το αντικείμενο της ασφάλειας, αν η τελευταία είναι χαμηλότερη.»

«Άρθρο 74

Προεδρία

Της συνέλευσης των πιστωτών προεδρεύει ο δικαστής.»

«Άρθρο 75

Σύγκληση της συνέλευσης των πιστωτών

1 – Η συνέλευση των πιστωτών συγκαλείται από τον δικαστή, είτε αυτεπαγγέλτως είτε μετά από αίτηση του διαχειριστή αφερεγγυότητας, της επιτροπής πιστωτών, ή πιστωτή ή ομάδας πιστωτών των οποίων οι απαιτήσεις αντιπροσωπεύουν, κατά την εκτίμηση του δικαστή, τουλάχιστον το ένα πέμπτο των συνολικών προνομιούχων απαιτήσεων.

2 – Η ημερομηνία, η ώρα, ο τόπος και η ημερήσια διάταξη της συνέλευσης των πιστωτών κοινοποιούνται αμέσως στα ενδιαφερόμενα μέρη τουλάχιστον 10 ημέρες πριν με ανακοίνωση που δημοσιεύεται στη δικτυακή πύλη Citius και μέσω δημόσιων ανακοινώσεων που θυροκολλούνται στην έδρα ή στην κατοικία του οφειλέτη και στις εγκαταστάσεις του.

3 – Οι πέντε μεγαλύτεροι πιστωτές, καθώς και ο οφειλέτης, οι διευθυντές του και η επιτροπή των εργαζομένων ενημερώνονται επίσης για την ημερομηνία, την ώρα και τον τόπο της συνέλευσης, με συστημένες επιστολές που αποστέλλονται με την ίδια προθεσμία.

4 – Η ανακοίνωση, οι δημόσιες ανακοινώσεις και οι επιστολές των προηγούμενων παραγράφων περιλαμβάνουν επίσης τα ακόλουθα:

a) μνεία της διαδικασίας·

b) το όνομα και την έδρα ή τον τόπο κατοικίας του οφειλέτη, αν είναι γνωστά

c) γνωστοποίηση προς τους δικαιούχους μη αναγγελθεισών απαιτήσεων με την οποία ενημερώνονται ότι πρέπει να προβούν στην αναγγελία, αν τρέχει ακόμα η προθεσμία που έχει οριστεί στην απόφαση για την αναγγελία απαιτήσεων και ότι η αναγγελία μόνο για τους σκοπούς συμμετοχής στη συνέλευση μπορεί να γίνει κατά τη διάρκεια της ίδιας της συνεδρίασής της, εφόσον κατά την ημερομηνία αυτής η προαναφερθείσα προθεσμία δεν έχει παρέλθει

d) αναφορά τυχόν ορίων συμμετοχής που έχουν καθοριστεί σύμφωνα με το άρθρο 72 παράγραφος 4 καθώς και πληροφοριών ως προς τη δυνατότητα ομαδοποίησης ή εκπροσώπησης.»

«Άρθρο 76

Αναστολή της συνέλευσης

Ο δικαστής μπορεί να αποφασίσει την αναστολή των εργασιών της συνέλευσης, ορίζοντας ότι αυτές θα συνεχιστούν εντός των επόμενων 15 εργάσιμων ημερών.»

«Άρθρο 77

Πλειοψηφία

Με την εξαίρεση των περιπτώσεων για τις οποίες ο παρών κώδικας απαιτεί μεγαλύτερη πλειοψηφία ή ορίζει άλλες απαιτήσεις, οι αποφάσεις της συνέλευσης των πιστωτών λαμβάνονται με πλειοψηφία των ψηφισάντων, χωρίς να λαμβάνεται υπόψη η αποχή, και ανεξαρτήτως του αριθμού των πιστωτών που είναι παρόντες ή εκπροσωπούνται ή του ποσοστού των απαιτήσεών τους.»

«Άρθρο 78

Προσβολή ενώπιον του δικαστή και προσφυγή

1 – Ο διαχειριστής αφερεγγυότητας ή οποιοσδήποτε πιστωτής με δικαίωμα ψήφου μπορεί να προσβάλει ενώπιον του δικαστή αποφάσεις της συνέλευσης οι οποίες αντιβαίνουν στο κοινό συμφέρον των πιστωτών, υπό την προϋπόθεση ότι το πράττει κατά την ίδια τη συνεδρίαση.

2 – Κατά της απόφασης με την οποία γίνεται δεκτή η προσβολή της απόφασης της συνέλευσης των πιστωτών μπορεί να προσφύγει οποιοσδήποτε πιστωτής που ψήφισε υπέρ της ληφθείσας απόφασης, ενώ κατά απορριπτικής απόφασης μόνο ο αιτών.»

«Άρθρο 79

Πληροφορίες

Ο διαχειριστής αφερεγγυότητας παρέχει στη συνέλευση, κατόπιν αιτήματός της, πληροφορίες για οποιοδήποτε θέμα άπτεται των καθηκόντων του.»

«Άρθρο 80

Υπερίσχυση της συνέλευσης των πιστωτών

Όλες οι αποφάσεις της επιτροπής πιστωτών μπορούν να ακυρωθούν από τη συνέλευση των πιστωτών και ευνοϊκή απόφαση της συνέλευσης επιτρέπει τη διενέργεια οποιασδήποτε πράξης για την οποία, σύμφωνα με τον παρόντα κώδικα, απαιτείται η έγκριση της επιτροπής πιστωτών.»

10 Με ποιον τρόπο μπορεί ο διαχειριστής/διαχειρίστρια αφερεγγυότητας να χρησιμοποιήσει ή να διαθέσει περιουσιακά στοιχεία της πτωχευτικής περιουσίας;

Ο διαχειριστής αφερεγγυότητας μπορεί να χρησιμοποιήσει ή να διαθέσει περιουσιακά στοιχεία της πτωχευτικής περιουσίας, ιδίως σύμφωνα με τα άρθρα 149 έως 150 και 157 έως 158 του κώδικα αφερεγγυότητας, το λεκτικό των οποίων ακολουθεί:

«Άρθρο 149

Κατάσχεση περιουσιακών στοιχείων

1 – Μετά την έκδοση της απόφασης με την οποία κηρύσσεται η αφερεγγυότητα, διενεργείται αμέσως η κατάσχεση των λογιστικών στοιχείων και όλων των περιουσιακών στοιχείων της πτωχευτικής περιουσίας, ακόμα και εκείνων που:

a) έχουν κατασχεθεί, ενεχυριαστεί ή κατακρατηθεί ή δεσμευτεί με οποιονδήποτε τρόπο, ανεξαρτήτως της οικείας διαδικασίας, με την εξαίρεση περιουσιακών στοιχείων που έχουν κατασχεθεί λόγω διάπραξης αξιόποινης πράξης ή διοικητικής παράβασης

b) αποτελούν αντικείμενο εκχώρησης στους πιστωτές σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 831 επ. του Αστικού Κώδικα.

2 – Αν τα περιουσιακά στοιχεία έχουν ήδη πωληθεί, αντικείμενο της κατάσχεσης αποτελεί το προϊόν της πώλησης, εφόσον αυτό δεν έχει ήδη καταβληθεί ή διανεμηθεί στους πιστωτές.»

«Άρθρο 150

Παράδοση κατασχεθέντων περιουσιακών στοιχείων

1 – Η εξουσία κατάσχεσης απορρέει από την κήρυξη της αφερεγγυότητας και ο διαχειριστής αφερεγγυότητας, με την επιφύλαξη του άρθρου 756 παράγραφοι 1 και 2 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, να μεριμνήσει ώστε να του παραδοθούν αμέσως τα περιουσιακά στοιχεία ώστε να καταστεί θεματοφύλακάς τους, η δε θεματοφυλακή διέπεται από τους γενικούς κανόνες και, ιδίως, εκείνους που διέπουν τη δικαστική παρακαταθήκη των κατασχεθέντων πραγμάτων.

2 – Η κατάσχεση διενεργείται από τον ίδιο τον διαχειριστή αφερεγγυότητας, επικουρούμενο από την επιτροπή πιστωτών ή εκπρόσωπό της, εφόσον υπάρχει, και, εφόσον είναι πρόσφορο, παρουσία του πιστωτή που αιτείται την αφερεγγυότητα και του ίδιου του αφερέγγυου οφειλέτη.

3 – Σε περίπτωση που ο διαχειριστής αφερεγγυότητας δεν μπορεί να προβεί αυτοπροσώπως στην κατάσχεση, η κατάσχεση περιουσιακών στοιχείων που βρίσκονται σε διαφορετική περιφέρεια απ’ αυτήν της αφερεγγυότητας διενεργείται μέσω αίτησης προς το αρμόδιο δικαστήριο για τη διενέργεια των σχετικών διαδικαστικών πράξεων και η φύλαξη των εν λόγω περιουσιακών στοιχείων ανατίθεται σε ειδικό θεματοφύλακα, αλλά κατόπιν εντολής του διαχειριστή αφερεγγυότητας.

4 – Η κατάσχεση πραγματοποιείται με μεσεγγύηση (arrolamento) ή με απευθείας παράδοση μέσω λεπτομερούς καταλόγου, σύμφωνα με τους ακόλουθους κανόνες:

a) Αν τα περιουσιακά στοιχεία βρίσκονται ήδη υπό δικαστική παρακαταθήκη, διατηρείται η εν λόγω κατάθεση, ωστόσο τα περιουσιακά στοιχεία καθίστανται διαθέσιμα και υπό τις εντολές του διαχειριστή αφερεγγυότητας

b) Σε περίπτωση δυσχερειών ως προς τη φροντίδα των περιουσιακών στοιχείων ή αμφιβολιών ως προς το ποια απ’ αυτά περιλαμβάνονται σ’ αυτά που βρίσκονται υπό παρακαταθήκη, ο διαχειριστής αφερεγγυότητας μπορεί να ζητήσει από δικαστικό επιμελητή να μεταβεί στην τοποθεσία όπου βρίσκονται τα περιουσιακά στοιχεία προκειμένου να αρθούν οι δυσχέρειες ή να διευκρινιστούν οι αμφιβολίες και να του παραδοθούν πραγματικά τα περιουσιακά στοιχεία

c) Σε περίπτωση που ο διαχειριστής αφερεγγυότητας αντιμετωπίσει αντιδράσεις ή αντίσταση κατά την κατάσχεση, μπορεί να αιτηθεί τη συνδρομή των αρχών επιβολής του νόμου, περίπτωση στην οποία καθίσταται νόμιμο το σπάσιμο πόρτας ή χρηματοκιβωτίου, και συντάσσεται έκθεση ως προς το συμβάν

d) Η μεσεγγύηση συνίσταται στην περιγραφή, την εκτίμηση και τη θεματοφυλακή των περιουσιακών στοιχείων

e) Είτε στην περίπτωση της μεσεγγύησης είτε στην παράδοση μέσω λεπτομερούς καταλόγου, ο διαχειριστής αφερεγγυότητας ή ο βοηθός του συντάσσει την πράξη στην οποία περιγράφονται τα περιουσιακά στοιχεία με αριθμημένα ποσά όπως στην απογραφή και δηλώνεται η αξία που έχει καθοριστεί κατόπιν εκτίμησης δηλώνεται επίσης αν η παράδοση έγινε προς τον διαχειριστή αφερεγγυότητας ή ειδικό θεματοφύλακα και αναφέρονται όλα τα σχετικά περιστατικά που άπτονται της διαδικασίας

f) Η έκθεση υπογράφεται από το πρόσωπο που επιλήφθηκε της διαδικασίας και από τον νομέα ή τον κάτοχο των κατασχεθέντων περιουσιακών στοιχείων ή, όταν το εν λόγω πρόσωπο δεν δύναται ή δεν επιθυμεί να υπογράψει, από δύο διαθέσιμους μάρτυρες.

5 – Η έξωση του αφερέγγυου οφειλέτη από την κατοικία στην οποία έχει τη συνήθη διαμονή του διέπεται από το άρθρο 862 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας.

6 – Τα ποσά που εισπράττει ο διαχειριστής αφερεγγυότητας σε μετρητά, εκτός από αυτά που είναι απολύτως απαραίτητα για την κάλυψη των τρεχόντων εξόδων διαχείρισης, κατατίθενται αμέσως σε πιστωτικό ίδρυμα που έχει επιλεγεί από τον διαχειριστή αφερεγγυότητας.»

«Άρθρο 157

Πρόωρο κλείσιμο

Ο διαχειριστής αφερεγγυότητας μπορεί να προχωρήσει στο κλείσιμο των εγκαταστάσεων του οφειλέτη ή στο κλείσιμο οποιασδήποτε ή οποιωνδήποτε εξ αυτών, πριν από τη συνέλευση αξιολόγησης της έκθεσης:

a) με τη θετική γνώμη της επιτροπής πιστωτών, αν υπάρχει

b) εφόσον ο οφειλέτης δεν προβάλει αντιρρήσεις, αν δεν υπάρχει επιτροπή πιστωτών, ή εφόσον, παρά τις αντιρρήσεις του οφειλέτη, το κλείσιμο εγκριθεί από τον δικαστή με την αιτιολογία ότι η αναβολή του μέτρου μέχρι την ημερομηνία της ως άνω συνέλευσης θα είχε ως αποτέλεσμα σημαντική μείωση της πτωχευτικής περιουσίας.»

«Άρθρο 158

Έναρξη της πώλησης περιουσιακών στοιχείων

1 – Όταν η απόφαση με την οποία κηρύσσεται η αφερεγγυότητα αποκτήσει ισχύ δεδικασμένου και πραγματοποιηθεί η συνέλευση αξιολόγησης της έκθεσης, ο διαχειριστής αφερεγγυότητας προχωρεί αμελλητί στην πώληση όλων των κατασχεθέντων περιουσιακών στοιχείων της πτωχευτικής περιουσίας, ανεξάρτητα από την επαλήθευση των υποχρεώσεων, εφόσον αυτό δεν αντιβαίνει στις αποφάσεις που έλαβαν οι πιστωτές στην εν λόγω συνέλευση.

2 – Ο διαχειριστής αφερεγγυότητας, ωστόσο, προβαίνει σε πρώιμη πώληση των περιουσιακών στοιχείων της πτωχευτικής περιουσίας τα οποία δεν μπορούν ή δεν πρέπει να διατηρηθούν καθώς ενδέχεται να φθαρούν ή να απαξιωθούν.

3 – Αν αποφασίσει να προβεί σε πρώιμη πώληση περιουσιακών στοιχείων σύμφωνα με την προηγούμενη παράγραφο, ο διαχειριστής αφερεγγυότητας ενημερώνει σχετικά τον οφειλέτη, την επιτροπή πιστωτών, εφόσον υπάρχει, και τον δικαστή τουλάχιστον δύο εργάσιμες ημέρες πριν από την πραγματοποίηση της πώλησης και προβαίνει σε σχετική δημοσίευση στη δικτυακή πύλη Citius.

4 – Ο δικαστής, αυτεπαγγέλτως ή μετά από αίτηση του οφειλέτη, της επιτροπής πιστωτών ή οποιουδήποτε εκ των πτωχευτικών πιστωτών ή των πιστωτών της πτωχευτικής περιουσίας, μπορεί να εμποδίσει την πρώιμη πώληση των περιουσιακών στοιχείων της παραγράφου 2, η δε απόφαση αυτή κοινοποιείται αμέσως στον διαχειριστή αφερεγγυότητας, στον οφειλέτη, στην επιτροπή πιστωτών και στον πιστωτή που έχει υποβάλει τη σχετική αίτηση και δεν υπόκειται σε ένδικα μέσα.

5 – Στην αίτηση της προηγούμενης παραγράφου το ενδιαφερόμενο μέρος παρέχει τεκμηριωμένη αιτιολόγηση των λόγων για τη μη πραγματοποίηση της πώλησης και υποβάλλει, ει δυνατόν, βιώσιμη εναλλακτική λύση στην πράξη στην οποία προτίθεται να προβεί ο διαχειριστής αφερεγγυότητας.»

11 Ποιες απαιτήσεις δύνανται να αναγγελθούν κατά της πτωχευτικής περιουσίας του οφειλέτη και με ποιον τρόπο αντιμετωπίζονται οι απαιτήσεις που προκύπτουν μετά την έναρξη της διαδικασίας αφερεγγυότητας;

Οι κατηγορίες απαιτήσεων αφερεγγυότητας και η αντιμετώπιση των απαιτήσεων που προκύπτουν μετά την έναρξη της διαδικασίας αφερεγγυότητας, συμπεριλαμβανομένων των οφειλών της πτωχευτικής περιουσίας, προβλέπονται, ιδίως, στα άρθρα 47 έως 51 του κώδικα αφερεγγυότητας, το λεκτικό των οποίων ακολουθεί:

«Άρθρο 47

Έννοια των πτωχευτικών πιστωτών και κατηγορίες των απαιτήσεων αφερεγγυότητας

1 – Μετά την κήρυξη της αφερεγγυότητας, όλοι οι δικαιούχοι απαιτήσεων περιουσιακής φύσης έναντι του αφερέγγυου οφειλέτη ή απαιτήσεων που εξασφαλίζονται με περιουσιακά στοιχεία της πτωχευτικής περιουσίας, οι οποίες γεννήθηκαν πριν από την κήρυξη της αφερεγγυότητας, θεωρούνται πτωχευτικοί πιστωτές, ανεξαρτήτως της ιθαγένειας και του τόπου κατοικίας τους.

2 – Οι απαιτήσεις της προηγούμενης παραγράφου, από κοινού με τις εξομοιούμενες μ’ αυτές απαιτήσεις και τις αντίστοιχες οφειλές, αναφέρονται στον παρόντα κώδικα, αντίστοιχα, ως απαιτήσεις αφερεγγυότητας και οφειλές αφερεγγυότητας.

3 – Οι δικαιούχοι απαιτήσεων που αποδεικνύουν ότι οι απαιτήσεις τους γεννήθηκαν κατά τη διάρκεια της διαδικασίας εξισώνονται με τους δικαιούχους απαιτήσεων αφερεγγυότητας κατά την ημερομηνία κήρυξης της αφερεγγυότητας.

4 – Για τους σκοπούς του παρόντος κώδικα, οι απαιτήσεις αφερεγγυότητας κατατάσσονται ως εξής:

a) σε «ενέγγυες» και «προνομιούχες» απαιτήσεις, δηλαδή απαιτήσεις που απολαύουν, αντίστοιχα, εμπράγματης ασφάλειας, συμπεριλαμβανομένων ειδικών πιστωτικών προνομίων, και γενικού πιστωτικού προνομίου επί πραγμάτων της πτωχευτικής περιουσίας, έως το αντίστοιχο ύψος της αξίας των πραγμάτων που αποτελούν αντικείμενο της εξασφάλισης ή του γενικού προνομίου, λαμβανομένων υπόψη τυχόν υπερισχυόντων βαρών

b) σε «μειωμένης εξασφάλισης», δηλαδή τις απαιτήσεις του επόμενου άρθρου, εκτός από όταν απολαύουν πιστωτικών προνομίων, γενικών ή ειδικών, ή νόμιμης υποθήκης, που δεν αποσβένονται λόγω της κήρυξης της αφερεγγυότητας

c) σε «κοινές», δηλαδή τις υπόλοιπες απαιτήσεις.»

«Άρθρο 48

Απαιτήσεις μειωμένης εξασφάλισης

Οι ακόλουθες θεωρούνται απαιτήσεις μειωμένης εξασφάλισης και κατατάσσονται μετά τις υπόλοιπες απαιτήσεις αφερεγγυότητας:

a) Απαιτήσεις προσώπων που έχουν ειδική σχέση με τον οφειλέτη, εφόσον η ειδική σχέση υπήρχε ήδη κατά τη γέννησή τους, και προσώπων στα οποία οι απαιτήσεις μεταβιβάστηκαν κατά τα δύο έτη που προηγούνται της έναρξης της διαδικασίας αφερεγγυότητας

b) Τόκοι επί προνομιούχων απαιτήσεων που γεννώνται μετά την κήρυξη της αφερεγγυότητας, με την εξαίρεση των απαιτήσεων που διασφαλίζονται με εμπράγματη ασφάλεια και με γενικό πιστωτικό προνόμιο, έως την αξία των αντίστοιχων περιουσιακών στοιχείων

c) Απαιτήσεις η κατάταξη των οποίων έχει συμφωνηθεί από τα μέρη

d) Απαιτήσεις το αντικείμενο των οποίων είναι χαριστικές παροχές του οφειλέτη

e) Απαιτήσεις αφερεγγυότητας οι οποίες, συνεπεία της ανάκλησης υπέρ της πτωχευτικής περιουσίας, προκύπτουν κακόπιστα υπέρ τρίτου

f) Τόκοι επί απαιτήσεων μειωμένης εξασφάλισης που γεννώνται μετά την κήρυξη της αφερεγγυότητας

g) Απαιτήσεις από δάνεια.»

«Άρθρο 49

Πρόσωπα με ειδική σχέση με τον οφειλέτη

1 – Ειδική σχέση με τον οφειλέτη που είναι φυσικό πρόσωπο θεωρείται ότι έχουν τα ακόλουθα πρόσωπα:

a) Ο/Η σύζυγός του και τα πρόσωπα από τα οποία έχει λάβει διαζύγιο κατά τα δύο έτη που προηγούνται της έναρξης της διαδικασίας αφερεγγυότητας

b) Οι ανιόντες, οι κατιόντες ή τα αδέλφια του οφειλέτη ή οποιουδήποτε προσώπου της προηγούμενης παραγράφου

c) Οι σύζυγοι των ανιόντων, των κατιόντων ή των αδελφών του οφειλέτη

d) Τα πρόσωπα που έχουν συμβιώσει σε συνήθη βάση με τον οφειλέτη υπό το καθεστώς της κοινής συμβίωσης (economia comum) για διάστημα που εμπίπτει εντός των δύο ετών που προηγούνται της έναρξης της διαδικασίας αφερεγγυότητας

2 – Ειδική σχέση με τον οφειλέτη που είναι νομικό πρόσωπο θεωρείται ότι έχουν τα ακόλουθα πρόσωπα:

a) Οι εταίροι, οι συνεργάτες ή τα μέλη που έχουν εκ του νόμου την ευθύνη για τις οφειλές του και τα πρόσωπα που είχαν την εν λόγω ιδιότητα κατά τα δύο έτη που προηγούνται της έναρξης της διαδικασίας αφερεγγυότητας

b) Πρόσωπα που, ανάλογα με την περίπτωση, είχαν με την αφερέγγυα επιχείρηση σχέση ελέγχου ή ομίλου σύμφωνα με το άρθρο 21 του κώδικα περί κινητών αξιών, σε χρονική περίοδο που εμπίπτει εντός των δύο ετών που προηγούνται της έναρξης της διαδικασίας αφερεγγυότητας

c) Οι πραγματικοί και εκ του νόμου διαχειριστές του οφειλέτη και εκείνοι που είχαν την εν λόγω ιδιότητα σε οποιαδήποτε χρονική στιγμή που εμπίπτει εντός των δύο ετών που προηγούνται της έναρξης της διαδικασίας αφερεγγυότητας

d) Τα πρόσωπα που συνδέονται με οποιοδήποτε εκ των προσώπων των προηγούμενων στοιχείων με οποιαδήποτε σχέση απ’ αυτές που αναφέρονται στην παράγραφο 1.

3 – Σε περίπτωση που η αφερεγγυότητα αφορά μόνο αυτόνομη περιουσία, θεωρούνται πρόσωπα με ειδική σχέση οι αντίστοιχοι δικαιούχοι και διευθυντές, καθώς και τα πρόσωπα που συνδέονται μ’ αυτούς με οποιαδήποτε σχέση απ’ αυτές που αναφέρονται στις προηγούμενες παραγράφους και, επιπλέον, στην περίπτωση σχολάζουσας κληρονομιάς, τα πρόσωπα που συνδέονται με τον κληρονομούμενο με οποιαδήποτε σχέση απ’ αυτές που αναφέρονται στην παράγραφο 1, κατά τον χρόνο της επαγωγής της κληρονομιάς ή κατά τα δύο προηγούμενα έτη.»

«Άρθρο 50

Απαιτήσεις που υπόκεινται σε αίρεση

1 – Για τους σκοπούς του παρόντος κώδικα, μια απαίτηση θεωρείται ότι τελεί υπό αναβλητική ή διαλυτική αίρεση, αντίστοιχα, όταν η γέννηση ή η διατήρησή της εξαρτάται από την επέλευση ή όχι μελλοντικού και αβέβαιου γεγονότος, εκ του νόμου, δυνάμει δικαστικής απόφασης ή δικαιοπραξίας.

2 – Θεωρούνται, ιδίως, απαιτήσεις υπό αναβλητική αίρεση:

a) απαιτήσεις που απορρέουν από την άρνηση εκπλήρωσης ή πρόωρη καταγγελία, από τον διαχειριστή αφερεγγυότητας, διμερών συμβάσεων που βρίσκονται σε ισχύ κατά την ημερομηνία κήρυξης της αφερεγγυότητας ή από την ανάκληση πράξεων προς όφελος της πτωχευτικής περιουσίας, εφόσον δεν πραγματοποιείται η εν λόγω καταγγελία, άρνηση ή ανάκληση

b) απαιτήσεις που δεν μπορούν να προβληθούν κατά του αφερέγγυου οφειλέτη χωρίς προηγουμένως να επιχειρηθεί εκτέλεση επί της περιουσίας τρίτου, εφόσον δεν επαληθεύεται η εν λόγω απόπειρα εκτέλεσης (ένσταση δίζησης-excussão)

c) απαιτήσεις αφερεγγυότητας για τις οποίες δεν ευθύνεται προσωπικά ο αφερέγγυος οφειλέτης, για όσο διάστημα η οφειλή δεν έχει καταστεί απαιτητή.»

«Άρθρο 51

Χρέη της πτωχευτικής περιουσίας

1 – Εκτός αν ορίζεται ρητώς διαφορετικά, εκτός των χρεών που χαρακτηρίζονται ως τέτοια στον παρόντα κώδικα, αποτελούν χρέη της πτωχευτικής περιουσίας και τα ακόλουθα:  
a) τα έξοδα της διαδικασίας αφερεγγυότητας  
b) οι αμοιβές του διαχειριστή αφερεγγυότητας και καθώς και τα έξοδά του καθώς και των μελών της επιτροπής πιστωτών  
c) οι οφειλές που προκύπτουν από πράξεις διαχείρισης, εκκαθάρισης και διανομής της πτωχευτικής περιουσίας

d) οι οφειλές που απορρέουν από τις ενέργειες στις οποίες προβαίνει ο διαχειριστής αφερεγγυότητας κατά την άσκηση των καθηκόντων του  
e) οποιαδήποτε οφειλή γεννάται από διμερή σύμβαση την εκπλήρωση της οποίας δεν μπορεί να αρνηθεί ο διαχειριστής αφερεγγυότητας, εκτός από τον βαθμό στον οποίο αυτή αφορά χρονικό διάστημα που προηγείται της κήρυξης της αφερεγγυότητας  
f) οποιαδήποτε οφειλή γεννάται από διμερή σύμβαση την εκπλήρωση της οποίας δεν έχει αρνηθεί ο διαχειριστής αφερεγγυότητας, εκτός από τον βαθμό που αντιστοιχεί στην αντιπαροχή η οποία έχει ήδη πραγματοποιηθεί από τον αντισυμβαλλόμενο πριν από την κήρυξη της αφερεγγυότητας ή που αφορά χρονικό διάστημα που προηγείται της εν λόγω κήρυξης  
g) οποιαδήποτε οφειλή απορρέει από σύμβαση το αντικείμενο της οποίας είναι διαρκής παροχή, στον βαθμό που αντιστοιχεί στην αντιπαροχή που έχει ήδη πραγματοποιηθεί από τον αντισυμβαλλόμενο και την εκπλήρωση της οποίας έχει απαιτήσει ο προσωρινός σύνδικος  
h) οι οφειλές που γεννώνται από πράξεις του προσωρινού συνδίκου κατά την άσκηση των εξουσιών του  
i) οι οφειλές που απορρέουν από αδικαιολόγητο πλουτισμό της πτωχευτικής περιουσίας  
j) η υποχρέωση διατροφής που αφορά χρονικό διάστημα που προηγείται της ημερομηνίας της κήρυξης της αφερεγγυότητας, υπό τους όρους του άρθρου 93.º  

2 – Οι απαιτήσεις που αντιστοιχούν σε χρέη της πτωχευτικής περιουσίας και οι δικαιούχοι των εν λόγω απαιτήσεων αναφέρονται, αντίστοιχα, στον παρόντα κώδικα ως απαιτήσεις κατά της πτωχευτικής περιουσίας και πτωχευτικοί πιστωτές.

12 Ποιοι είναι οι κανόνες που διέπουν την αναγγελία, την εξέλεγξη και την τελική επαλήθευση των απαιτήσεων;

Οι κανόνες που διέπουν την αναγγελία, την εξέλεγξη και την τελική επαλήθευση των απαιτήσεων προβλέπονται στα άρθρα 128 έως 140 του κώδικα αφερεγγυότητας, το λεκτικό των οποίων ακολουθεί:

«Άρθρο 128

Αναγγελία απαιτήσεων

1 – Εντός της προθεσμίας που προβλέπεται γι’ αυτόν τον σκοπό από την απόφαση με την οποία κηρύσσεται η αφερεγγυότητα, οι πτωχευτικοί πιστωτές, συμπεριλαμβανομένης της εισαγγελίας που υπερασπίζεται τα συμφέροντα των φορέων που εκπροσωπεί, ζητούν την επαλήθευση των απαιτήσεών τους μέσω αίτησης συνοδευόμενης από όλα τα διαθέσιμα αποδεικτικά στοιχεία, στην οποία αναφέρουν:

a) την προέλευση της απαίτησης, την ημερομηνία κατά την οποία κατέστη απαιτητή, το ύψος του κεφαλαίου και των τόκων

b) τις αιρέσεις στις οποίες υπόκειται η απαίτηση, αναβλητικές και διαλυτικές

c) αν η απαίτηση είναι κοινή, μειωμένης εξασφάλισης, προνομιούχος ή εξασφαλισμένη και, στην τελευταία περίπτωση, τα περιουσιακά στοιχεία ή δικαιώματα που αποτελούν το αντικείμενο της εγγύησης και τα αντίστοιχα στοιχεία καταχώρισης, κατά περίπτωση

d) τυχόν εγγυήσεις ενοχικής φύσης, με υπόδειξη των εγγυητών

e) το ισχύον επιτόκιο υπερημερίας.

2 – Η αίτηση απευθύνεται στον διαχειριστή αφερεγγυότητας και υποβάλλεται μέσω ηλεκτρονικής διαβίβασης δεδομένων σύμφωνα με τους όρους της υπουργικής απόφασης του άρθρου 17 παράγραφος 2.

3 – Σε περίπτωση που οι πτωχευτικοί πιστωτές δεν είναι εξασφαλισμένοι, η αίτηση για την αναγγελία απαίτησης υποβάλλεται στην επαγγελματική έδρα του διαχειριστή αφερεγγυότητας ή αποστέλλεται σ’ αυτήν με ηλεκτρονικό ταχυδρομείο ή με συστημένη επιστολή, και ο διαχειριστής αφερεγγυότητας υπογράφει, αντίστοιχα, το έγγραφο παράδοσης ή αποστέλλει στον πιστωτή, εντός τριών ημερών από την παραλαβή, απόδειξη παραλαβής με τη μορφή που υποβλήθηκε η αίτηση.

4 – Η αναγγελία απαιτήσεων της παραγράφου 1 μπορεί να διενεργηθεί μέσω του εντύπου που διατίθεται γι’ αυτόν τον σκοπό στη δικτυακή πύλη που υποδεικνύεται με υπουργική απόφαση του αρμόδιου υπουργού για τον τομέα της δικαιοσύνης ή μέσω του τυποποιημένου εντύπου για την αναγγελία απαιτήσεων των άρθρων 54 και 55 του κανονισμού (ΕΕ) 2015/848 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 20ής Μαΐου 2015, όταν εφαρμόζεται ο εν λόγω κανονισμός.

5 – Αντικείμενο της επαλήθευσης αποτελούν όλες οι απαιτήσεις αφερεγγυότητας, ανεξάρτητα από τη φύση τους και τη βάση τους και ακόμη και πιστωτής του οποίου η απαίτηση έχει αναγνωριστεί με οριστική απόφαση πρέπει να αναγγείλει την απαίτησή του στο πλαίσιο της διαδικασίας αφερεγγυότητας εάν επιθυμεί την ικανοποίησή της.»

«Άρθρο 129

Κατάλογος αναγνωρισμένων και μη αναγνωρισμένων απαιτήσεων

1 – Εντός 15 ημερών από τη λήξη της προθεσμίας αναγγελίας, ο διαχειριστής αφερεγγυότητας υποβάλλει στη γραμματεία αλφαβητικό κατάλογο όλων των πιστωτών που έχει αναγνωρίσει και αλφαβητικό κατάλογο των μη αναγνωρισμένων πιστωτών οι κατάλογοι αναφέρουν όχι μόνο τους πιστωτές που έχουν προβάλει τις απαιτήσεις τους αλλά και τους πιστωτές των οποίων τα δικαιώματα περιλαμβάνονται στα λογιστικά στοιχεία του οφειλέτη ή είναι με άλλο τρόπο γνωστά σ’ αυτόν.

2 – Στον κατάλογο των αναγνωρισμένων πιστωτών αναγράφονται τα στοιχεία κάθε πιστωτή, η φύση της απαίτησης, το ύψος του κεφαλαίου και των τόκων κατά την ημερομηνία λήξης της προθεσμίας αναγγελίας, οι εξασφαλίσεις ενοχικής ή εμπράγματης φύσης, τα προνόμια, το ισχύον επιτόκιο υπερημερίας, τυχόν αναβλητικές ή διαλυτικές αιρέσεις και η αξία των στοιχείων της πτωχευτικής περιουσίας επί των οποίων έχουν συσταθεί εμπράγματες ασφάλειες για απαιτήσεις για τις οποίες δεν ευθύνεται προσωπικά ο οφειλέτης.

3 – Ο κατάλογος των μη αναγνωρισμένων πιστωτών αναφέρει τους λόγους μη αναγνώρισης.

4 – Όλοι οι μη αναγνωρισμένοι πιστωτές, καθώς και οι πιστωτές των οποίων οι απαιτήσεις έχουν αναγνωριστεί χωρίς να τις έχουν προβάλει ή έχουν αναγνωριστεί με όρους διαφορετικούς απ’ αυτούς της αντίστοιχης αναγγελίας, πρέπει να λάβουν σχετική γνωστοποίηση από τον διαχειριστή αφερεγγυότητας με συστημένη επιστολή ή με ένα από τα μέσα που προβλέπονται στο άρθρο 128 παράγραφοι 2 και 3 και, στην περίπτωση γνωστών πιστωτών που έχουν τη συνήθη διαμονή, κατοικία ή έδρα σε κράτος μέλος άλλο από εκείνο στο οποίο κινήθηκε η διαδικασία, συμπεριλαμβανομένων των φορολογικών αρχών και των φορέων κοινωνικής ασφάλισης των εν λόγω κρατών μελών, η σχετική ανακοίνωση γνωστοποιείται σύμφωνα με το άρθρο 54 του κανονισμού (ΕΕ) 2015/848 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 20ής Μαΐου 2015.

5 – Η επικοινωνία της προηγούμενης παραγράφου μπορεί να πραγματοποιηθεί με ηλεκτρονικό ταχυδρομείο στις περιπτώσεις που η αναγγελία απαιτήσεων έγινε με το ίδιο μέσο και θεωρείται ότι πραγματοποιήθηκε κατά την ημερομηνία της αποστολής ο διαχειριστής αφερεγγυότητας πρέπει να επισυνάψει στον φάκελο απόδειξη ως προς την αποστολή.»

«Άρθρο 130

Αντιρρήσεις ως προς τον κατάλογο των αναγνωρισμένων πιστωτών

1 – Εντός 10 ημερών μετά τη λήξη της προθεσμίας που προβλέπεται στο άρθρο 1, κάθε ενδιαφερόμενος μπορεί να διατυπώσει αντιρρήσεις ως προς τον κατάλογο των αναγνωρισμένων πιστωτών με αίτηση που απευθύνεται στον δικαστή για λόγους αδικαιολόγητης συμπερίληψης ή μη συμπερίληψης πιστώσεων, ή ανακρίβειας του ποσού ή του χαρακτηρισμού των αναγνωρισμένων απαιτήσεων.

2 – Αναφορικά με τους πιστωτές στους οποίους απευθύνεται γνωστοποίηση με συστημένη επιστολή, η προθεσμία των 10 ημερών αρχίζει να τρέχει από την τρίτη εργάσιμη ημέρα μετά την ημέρα της αντίστοιχης αποστολής.

3 – Σε περίπτωση μη διατύπωσης αντιρρήσεων, εκδίδεται αμέσως απόφαση επαλήθευσης και κατάταξης των απαιτήσεων, με την οποία, με εξαίρεση την περίπτωση προδήλου σφάλματος, εγκρίνεται ο κατάλογος των αναγνωρισμένων πιστωτών που καταρτίζεται από τον διαχειριστή αφερεγγυότητας και κατατάσσονται οι απαιτήσεις σύμφωνα με τα περιεχόμενα του εν λόγω καταλόγου.»

«Άρθρο 131

Απάντηση στις αντιρρήσεις

1 – Σε οποιαδήποτε εκ των αντιρρήσεων μπορεί να απαντήσει ο διαχειριστής αφερεγγυότητας και οποιοσδήποτε ενδιαφερόμενος που λαμβάνει αντίθετη θέση, συμπεριλαμβανομένου του οφειλέτη.

2 – Ωστόσο, αν οι αντιρρήσεις βασίζονται στην αδικαιολόγητη συμπερίληψη ορισμένης πίστωσης στον κατάλογο των αναγνωρισμένων πιστωτών, στην παράλειψη αναφοράς των αιρέσεων στις οποίες υπόκειται ή στο γεγονός ότι έχει αναγνωριστεί στην απαίτηση υπερβολικό ποσό ή ανώτερη σειρά κατάταξης από τη σωστή, μπορεί να απαντήσει σ’ αυτές μόνο ο ίδιος ο δικαιούχος.

3 – Η απάντηση διατυπώνεται εντός των 10 ημερών που έπονται της προθεσμίας του προηγούμενου άρθρου ή της γνωστοποίησης στον δικαιούχο της απαίτησης σχετικά με την οποία έχουν προβληθεί αντιρρήσεις, ανάλογα με την περίπτωση, μετά την πάροδο των οποίων οι αντιρρήσεις γίνονται δεκτές.»

«Άρθρο 132

Καταγραφή αντιρρήσεων και απαντήσεων

Ο κατάλογος των αναγνωρισμένων και μη αναγνωρισμένων από τον διαχειριστή αφερεγγυότητας απαιτήσεων, οι αντιρρήσεις και οι απαντήσεις σ’ αυτές καταγράφονται σε ένα μόνο παράρτημα στον φάκελο.»

«Άρθρο 133

Εξέταση των αναγγελιών και των λογιστικών βιβλίων του αφερέγγυου οφειλέτη

Κατά τη διάρκεια της περιόδου που τάσσεται για τη διατύπωση αντιρρήσεων και απαντήσεων, και προκειμένου κάθε ενδιαφερόμενο μέρος και η επιτροπή πιστωτών να είναι σε θέση να τα εξετάσει, ο διαχειριστής αφερεγγυότητας οφείλει να θέσει στη διάθεσή τους τις αναγγελίες απαιτήσεων, τα σχετικά έγγραφα και τα λογιστικά βιβλία του αφερέγγυου οφειλέτη στον πλέον κατάλληλο τόπο, ο οποίος αναφέρεται στο τέλος του καταλόγου των αναγνωρισμένων και μη αναγνωρισμένων πιστωτών.»

«Άρθρο 134

Αποδεικτικά μέσα, αντίγραφα και απαλλαγή από την υποχρέωση γνωστοποίησης

1 – Οι αντιρρήσεις και οι απαντήσεις σ’ αυτές υπόκεινται στις διατάξεις του άρθρου 25 παράγραφος 2.

2 – Μόνο δύο αντίγραφα των υπομνημάτων και των συνοδευτικών εγγράφων, το ένα εκ των οποίων προορίζεται για το αρχείο του δικαστηρίου και το άλλο και το άλλο για τη γραμματεία του δικαστηρίου, τίθενται στη διάθεση των ενδιαφερομένων από τον αιτούντα σε περίπτωση που η υποβολή έχει γίνει σε ψηφιακή μορφή, αυτά εξάγονται από τη γραμματεία.

3 – Σε περίπτωση αντίρρησης το αντικείμενο της οποίας είναι αναγνωρισμένες απαιτήσεις και δεν έχει διατυπωθεί από τον ίδιο τον δικαιούχο, κατ’ εξαίρεση επισυνάπτεται ή εξάγεται ένα επιπλέον αντίγραφο το οποίο προορίζεται για τον οικείο δικαιούχο.

4 – Οι αντιρρήσεις γνωστοποιούνται μόνο στους δικαιούχους απαιτήσεων τις οποίες αφορούν, αν οι εν λόγω δικαιούχοι δεν έχουν προβάλει οι ίδιοι τις αντιρρήσεις.

5 – Ενόσω τρέχει η προθεσμία για τη διατύπωση αντιρρήσεων και απαντήσεων, ο φάκελος παραμένει στη γραμματεία του δικαστηρίου ώστε οι ενδιαφερόμενοι να μπορούν να τον εξετάσουν και να τον συμβουλευτούν.»

«Άρθρο 135

Γνώμη της επιτροπής πιστωτών

Εντός 10 ημερών από τη λήξη της προθεσμίας απάντησης στις αντιρρήσεις, η επιτροπή πιστωτών επισυνάπτει στον φάκελο τη γνώμη της επί των αντιρρήσεων.»

«Άρθρο 136

Ολοκλήρωση της διαδικασίας

1 – Μετά την επισύναψη της γνώμης της επιτροπής πιστωτών ή τη λήξη της προθεσμίας του προηγούμενου άρθρου χωρίς να επισυναφθεί η εν λόγω γνώμη, ο δικαστής δηλώνει, με ισχύ απόφασης, ότι επαληθεύονται οι απαιτήσεις που περιλαμβάνονται στον αντίστοιχο κατάλογο και επί των οποίων δεν έχουν διατυπωθεί αντιρρήσεις, με την εξαίρεση προδήλου σφάλματος, και μπορεί να ορίσει ημέρα και ώρα για απόπειρα συμβιβασμού εντός των επόμενων 10 ημερών, στον οποίο προσκαλούνται ώστε να παραστούν αυτοπροσώπως ή να εκπροσωπηθούν από πληρεξουσίους με ειδικές εξουσίες να προβούν σε συμβιβασμό όλοι όσοι έχουν διατυπώσει αντιρρήσεις και απαντήσεις, η επιτροπή πιστωτών και ο διαχειριστής αφερεγγυότητας.

2 – Στην απόπειρα συμβιβασμού θεωρούνται αναγνωρισμένες όλες οι απαιτήσεις που εγκρίνονται από όλους τους παρόντες και υπό τους ακριβείς όρους υπό τους οποίους εγκρίθηκαν.

3 – Μετά την ολοκλήρωση της απόπειρας συμβιβασμού, η διαδικασία παραπέμπεται αμέσως στον δικαστή προκειμένου αυτός να εκδώσει απόφαση σύμφωνα με τα άρθρα 595 και 596 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας.

4 – (Καταργήθηκε.)

5 – Θεωρούνται επίσης ότι έχουν εγκριθεί οι υπόλοιπες απαιτήσεις που μπορούν να αναγνωριστούν λαμβανομένων υπόψη των αποδεικτικών στοιχείων του φακέλου της υπόθεσης.

6 – Η διαταγή με την οποία ολοκληρώνεται η διαδικασία (despacho saneador) έχει, ως προς τις αναγνωρισμένες απαιτήσεις, τη μορφή και το κύρος απόφασης με την οποία γίνεται αποδεκτή η αναγνώρισή τους και κατατάσσονται σύμφωνα με τις διατάξεις του νόμου.

7 – Αν για την επαλήθευση απαίτησης απαιτείται η προσκόμιση αποδείξεων, η κατάταξη όλων των απαιτήσεων διενεργείται με την οριστική απόφαση, εκτός αν ο δικαστής θεωρήσει ότι οι υπό εξέταση αντιρρήσεις, δεδομένου του ύψους ή της φύσης τους, δεν εμποδίζουν την άμεση έκδοση απόφασης, σε συμμόρφωση με το άρθρο 180 παράγραφος 1.

8 – Αν ο δικαστής θεωρεί ότι δεν είναι σκόπιμη η απόπειρα συμβιβασμού, εκδίδει αμέσως τη διαταγή της παραγράφου 3.»

«Άρθρο 137

Διεξαγωγή αποδείξεων

Αν, πριν τη συζήτηση και την έκδοση απόφασης, πρέπει να διενεργηθεί διεξαγωγή αποδείξεων, ο δικαστής διατάσσει τα απαραίτητα μέτρα ώστε οι αποδείξεις να διεξαχθούν εντός 20 ημερών από την ημερομηνία που διατάχθηκαν, και όλοι οι ενδιαφερόμενοι μπορούν να επωφεληθούν από αποδεικτικό στοιχείο που προσκομίζεται από οποιονδήποτε εξ αυτών.»

«Άρθρο 138

Ορισμός ημερομηνίας συζήτησης

Μετά την προσκόμιση των αποδεικτικών στοιχείων ή την πάροδο της προθεσμίας που αναφέρεται στις επιστολές, ορίζεται η ημερομηνία για τη συζήτηση και έκδοση απόφασης εντός των 10 επόμενων ημερών.»

«Άρθρο 139

Συζήτηση στο ακροατήριο

Η συζήτηση διενεργείται σύμφωνα με τους όρους για τις κοινές διαδικασίες, ενώ προσδιορίζονται ειδικά τα ακόλουθα:

Η συζήτηση διενεργείται σύμφωνα με τους όρους για τις κοινές διαδικασίες, ενώ προσδιορίζονται ειδικά τα ακόλουθα:

a) Εφόσον είναι αναγκαίο, κατά τον χρόνο που καθορίζεται από το δικαστήριο, στη συζήτηση καταθέτουν είτε ο διαχειριστής αφερεγγυότητας είτε η επιτροπή πιστωτών

b) Τα αποδεικτικά στοιχεία προσκομίζονται με τη σειρά κατά την οποία διατυπώθηκαν οι αντιρρήσεις

c) Στη συζήτηση μπορούν να πάρουν τον λόγο πρώτα οι συνήγοροι των προσώπων που διατυπώνουν τις αντιρρήσεις και στη συνέχεια των προσώπων που απαντούν, χωρίς να παρέχεται το δικαίωμα ανταπάντησης.»

«Άρθρο 140

Απόφαση

1 – Μετά την ολοκλήρωση της συζήτησης, εντός των επόμενων 10 ημερών, ο δικαστής εκδίδει απόφαση με την οποία επαληθεύονται και κατατάσσονται οι απαιτήσεις.

2 – Η κατάταξη είναι γενική για τα περιουσιακά στοιχεία της πτωχευτικής περιουσίας και ειδική για τα περιουσιακά στοιχεία τα οποία αφορά εμπράγματη ασφάλεια και πιστωτικό προνόμιο.

3 – Στην κατάταξη των απαιτήσεων δεν λαμβάνεται υπόψη η προτίμηση που απορρέει από υποθήκη ή ενέχυρο, αλλά τα έξοδα που έχουν καταβληθεί από τον αιτούντα ή τον επισπεύδοντα αποτελούν οφειλές της πτωχευτικής περιουσίας.»

13 Ποιοι είναι οι κανόνες που διέπουν τη διανομή του προϊόντος της ρευστοποίησης των περιουσιακών στοιχείων; Με ποιον τρόπο κατατάσσονται οι απαιτήσεις και τα δικαιώματα των πιστωτών;

Οι κανόνες που διέπουν την πληρωμή των πιστωτών προβλέπουν διαφορετική μεταχείριση ανάλογα με το αν η απαίτηση είναι ενέγγυα, προνομιούχος, κοινή ή μη εξασφαλισμένη. Διατυπώνονται στα άρθρα 172 έως 184 του κώδικα αφερεγγυότητας, το λεκτικό των οποίων ακολουθεί. Στις ίδιες διατάξεις προβλέπονται επίσης τα ακόλουθα: Η δυνατότητα πληρωμής οφειλής τρίτου που αποτελεί αντικείμενο υποκατάστασης και το καθεστώς που ισχύει σε περίπτωση αλληλεγγύως ευθυνόμενων οφειλετών.

«Άρθρο 172

Πληρωμή των οφειλών της πτωχευτικής περιουσίας

1 – Πριν από την εξόφληση των απαιτήσεων αφερεγγυότητας, ο διαχειριστής αφερεγγυότητας αφαιρεί από την πτωχευτική περιουσία τα περιουσιακά στοιχεία ή δικαιώματα που απαιτούνται για την ικανοποίηση των οφειλών της πτωχευτικής περιουσίας, συμπεριλαμβανομένων αυτών που προβλέπεται ότι θα δημιουργηθούν μέχρι την ολοκλήρωση της διαδικασίας.

2 – Οι οφειλές της πτωχευτικής περιουσίας καταλογίζονται στα έσοδά της και, ως προς το πλεόνασμα, κατ’ αναλογία στο προϊόν κάθε περιουσιακού στοιχείου, κινητού ή ακίνητου ωστόσο, ο καταλογισμός δεν υπερβαίνει το 10 % του προϊόντος των περιουσιακών στοιχείων που αποτελούν αντικείμενο εμπράγματης ασφάλειας, εκτός από τον βαθμό που είναι απαραίτητο για την πλήρη ικανοποίηση των οφειλών της πτωχευτικής περιουσίας ή που δεν θίγει την πλήρη ικανοποίηση των εξασφαλισμένων απαιτήσεων.

3 – Η πληρωμή των οφειλών της πτωχευτικής περιουσίας διενεργείται κατά την ημερομηνία που αυτές καθίστανται ληξιπρόθεσμες, ανεξαρτήτως του σταδίου της διαδικασίας.

4 – Μετά την κίνηση διαδικασίας για την επαλήθευση του δικαιώματος επιστροφής ή διαχωρισμού των περιουσιακών στοιχείων που έχουν ρευστοποιηθεί και μετά τη σύνταξη της πράξης στην οποία διατυπώνεται το σχετικό αίτημα (termo de protesto), διατηρείται σε κατάθεση και εξαιρείται από τις καταβολές προς τους πιστωτές της πτωχευτικής περιουσίας ή τους πτωχευτικούς πιστωτές, για όσο διάστημα το αίτημα εκκρεμεί, ποσό ίσο με το προϊόν της πώλησης, όταν αυτό μπορεί να προσδιοριστεί ή, σε αντίθετη περίπτωση, ίσο με το ποσό που εμφανίζεται στην απογραφή εφαρμόζονται οι διατάξεις του άρθρου 180 άρθρα 2 και 3, τηρουμένων των αναλογιών.»

«Άρθρο 173

Έναρξη καταβολής των απαιτήσεων αφερεγγυότητας

Η καταβολή των απαιτήσεων αφερεγγυότητας καταλαμβάνει μόνο τις απαιτήσεις που έχουν επαληθευτεί με απόφαση που έχει ισχύ δεδικασμένου.»

«Άρθρο 174

Πληρωμή προς τους ενέγγυους πιστωτές

1 – Με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 172 παράγραφοι 1 και 2, μετά τη ρευστοποίηση περιουσιακών στοιχείων που εξασφαλίζονται με εμπράγματη ασφάλεια και αφού αφαιρεθούν τα αντίστοιχα έξοδα, διενεργείται αμέσως η πληρωμή προς τους ενέγγυους πιστωτές, σύμφωνα με την κατάταξή τους στην περίπτωση των πιστωτών που δεν εξοφλούνται πλήρως και έναντι των οποίων ο οφειλέτης ευθύνεται με το σύνολο της περιουσίας του, τα αντίστοιχα υπόλοιπα συμπεριλαμβάνονται στις κοινές απαιτήσεις αντί των εκτιμώμενων υπολοίπων, εάν δεν συμπίπτουν.

2 – Πριν από την πώληση των περιουσιακών στοιχείων, το εκτιμώμενο υπόλοιπο που αναγνωρίζεται ως κοινή απαίτηση και λαμβάνεται υπόψη στις κατανομές που θα πραγματοποιηθούν μεταξύ των κοινών πιστωτών ωστόσο, θα πρέπει να εξακολουθήσουν να είναι κατατεθειμένα τα ποσά που αντιστοιχούν στις κατανομές μέχρι την επιβεβαίωση του πραγματικού υπολοίπου, ενώ η ανάληψη εγκρίνεται μετά την επιβεβαίωση.

3 – Η καταβολή μη απαιτητής οφειλής τρίτου:

a) δεν διενεργείται στην περίπτωση του άρθρου 164 παράγραφος 5 ή αν ο οικείος δικαιούχος παραιτηθεί από την εγγύηση

b) δεν μπορεί να υπερβαίνει το ποσό της οφειλής, που επικαιροποιείται κατά την ημερομηνία της καταβολής κατ’ εφαρμογή του άρθρου 91 παράγραφος 2

c) επιφέρει υποκατάσταση στα δικαιώματα του πιστωτή, κατ’ αναλογία του ποσού που καταβάλλεται σε σχέση με το ποσό της οφειλής, που επικαιροποιείται με τους ίδιους όρους.»

«Άρθρο 175

Πληρωμή προς τους προνομιούχους πιστωτές

1 – Η εξόφληση των προνομιούχων απαιτήσεων γίνεται από τα περιουσιακά στοιχεία που δεν εξασφαλίζονται με υπερισχύουσα εμπράγματη ασφάλεια, σύμφωνα με την κατάταξή τους και κατ’ αναλογία των ποσών τους σε σχέση με όσες είναι εξίσου προνομιούχες.

2 – Εφαρμόζονται οι διατάξεις του προηγούμενου άρθρου, παράγραφοι 1 και 2, τηρουμένων των αναλογιών.»

«Άρθρο 176

Πληρωμή προς τους κοινούς πιστωτές

Η πληρωμή προς τους κοινούς πιστωτές διενεργείται κατ’ αναλογία προς τις απαιτήσεις τους, αν η πτωχευτική περιουσία δεν επαρκεί για την πλήρη εξόφλησή τους.»

«Άρθρο 177

Πληρωμή προς τους πιστωτές μειωμένης εξασφάλισης

1 – Η εξόφληση των απαιτήσεων μειωμένης εξασφάλισης πραγματοποιείται μόνο μετά την πλήρη εξόφληση των κοινών απαιτήσεων και σύμφωνα με τη σειρά με την οποία οι εν λόγω απαιτήσεις αναφέρονται στο άρθρο 48, και, για όσες αναφέρονται στο ίδιο εδάφιο, εάν η πτωχευτική περιουσία δεν επαρκεί για την πλήρη εξόφλησή τους, κατ’ αναλογία προς τα αντίστοιχα ποσά τους.

2 – Σε περίπτωση κατάταξης των απαιτήσεων ως μειωμένης εξασφάλισης βάσει σύμβασης, τα μέρη μπορούν να αποδώσουν στην απαίτηση διαφορετική προτεραιότητα από εκείνη που απορρέει από το άρθρο 48.»

«Άρθρο 178

Μερική κατανομή

1 – Αν υπάρχουν κατατεθειμένα ποσά που διασφαλίζουν ότι η διανομή δεν θα είναι μικρότερη από το 5 % της αξίας των προνομιούχων ή κοινών απαιτήσεων ή των απαιτήσεων μειωμένης εξασφάλισης, ο διαχειριστής αφερεγγυότητας προσκομίζει, με τη γνώμη της επιτροπής πιστωτών, αν υπάρχει, με σκοπό την επισύναψη στην κύρια διαδικασία, το σχέδιο και τον πίνακα κατανομής την πραγματοποίηση της οποίας θεωρεί απαραίτητη.

2 – Ο δικαστής αποφασίζει ως προς τις πληρωμές που θεωρεί δικαιολογημένες.»

«Άρθρο 179

Πληρωμή σε περίπτωση αλληλεγγύως ευθυνόμενων οφειλετών

1 – Όταν, εκτός από τον αφερέγγυο οφειλέτη, βρίσκεται στην ίδια κατάσταση μ’ αυτόν και άλλος αλληλεγγύως ευθυνόμενος οφειλέτης, ο πιστωτής δεν εισπράττει κανένα ποσό αν δεν προσκομίσει απόδειξη ως προς τα ποσά που έχουν εισπραχθεί στις διαδικασίες αφερεγγυότητας που αφορούν τους υπόλοιπους οφειλέτες ο διαχειριστής αφερεγγυότητας γνωστοποιεί την πληρωμή που πραγματοποιείται στο πλαίσιο των υπολοίπων διαδικασιών.

2 – Ο αλληλεγγύως ευθυνόμενος αφερέγγυος οφειλέτης που εξοφλεί μόνο μερικώς την οφειλή δεν λαμβάνει πληρωμή στις διαδικασίες αφερεγγυότητας των συνοφειλετών αν δεν ικανοποιηθεί πλήρως ο πιστωτής.»

«Άρθρο 180

Μέτρα πρόληψης

1 – Σε περίπτωση προσφυγής κατά της απόφασης επαλήθευσης και κατάταξης των απαιτήσεων ή διατύπωσης αντιρρήσεων στο πλαίσιο εκκρεμούς διαδικασίας, θεωρούνται επαληθευμένες υπό αίρεση οι απαιτήσεις των προσώπων που διατυπώνουν τις αντιρρήσεις ή οι απαιτήσεις που αποτελούν αντικείμενο της προσφυγής, στην τελευταία περίπτωση κατά το μέγιστο ποσό που μπορεί να προκύψει αν υπάρχει γνώση αυτών, με σκοπό να ληφθούν υπόψη στις κατανομές που θα πραγματοποιηθούν ωστόσο, εξακολουθούν να παραμένουν κατατεθειμένα τα ποσά που τους έχουν αποδοθεί.

2 – Μετά την έκδοση οριστικής απόφασης ως προς την προσφυγή ή τις αντιρρήσεις, εγκρίνεται η ανάληψη των κατατεθειμένων ποσών, στον βαθμό που επιβάλλεται ή, ανάλογα με την περίπτωση, μετά την κατανομή τους μεταξύ των πιστωτών σε περίπτωση μερικής ανάληψης, αντικείμενο της κατανομής αποτελεί το υπόλοιπο ποσό.

3 – Όποιος ασκεί προσφυγή ή διατυπώνει αντιρρήσεις εμποδίζοντας, γι’ αυτόν τον λόγο, την ανάληψη οποιουδήποτε ποσού, και ηττηθεί, αποζημιώνει τους ζημιωθέντες πιστωτές, καταβάλλοντας τόκους υπερημερίας με τον νόμιμο συντελεστή για το καθυστερούμενο ποσό, έως την ημερομηνία της κατανομής στην οποία αυτό συμπεριλήφθηκε.»

4 – Σε περίπτωση προσφυγής μετά την πραγματοποίηση της κατανομής, πρέπει να αποδοθεί στους οικείους πιστωτές, σε μεταγενέστερες κατανομές, το επιπλέον ποσό που απαιτείται για την αποκατάσταση της ισότητας με τους εξομοιούμενους πιστωτές, με την επιφύλαξη της διατήρησης του ποσού αυτού σε κατάθεση αν δεν έχει εκδοθεί ακόμα οριστική απόφαση.»

«Άρθρο 181

Απαιτήσεις που υπόκεινται σε αναβλητική αίρεση

1 – Οι απαιτήσεις που υπόκεινται σε αναβλητική αίρεση λαμβάνονται υπόψη στην ονομαστική τους αξία στις μερικές κατανομές, ενώ τα ποσά που τους αποδίδονται πρέπει να παραμείνουν κατατεθειμένα για όσο χρόνο εκκρεμεί η αίρεση.

2 – Ωστόσο, στην τελική κατανομή, αν δεν πληρούται η αίρεση:

a) Δεν λαμβάνονται υπόψη απαιτήσεις που στερούνται αξίας λόγω της πρόδηλης απιθανότητας πλήρωσης της αίρεσης, περίπτωση στην οποία ποσά που έχουν κατατεθεί σύμφωνα με την προηγούμενη παράγραφο διανέμονται στους υπόλοιπους πιστωτές

b) Σε περίπτωση που δεν επέλθει η κατάσταση του προηγούμενου στοιχείου, ο διαχειριστής αφερεγγυότητας καταθέτει σε πιστωτικό ίδρυμα το ποσό που αντιστοιχεί στην ονομαστική αξία της απαίτησης ώστε να παραδοθεί στον δικαιούχο μετά την πλήρωση της αναβλητικής αίρεσης ή να κατανεμηθεί στους υπόλοιπους πιστωτές όταν διαπιστωθεί με βεβαιότητα ότι η πλήρωσή της είναι αδύνατη.»

«Άρθρο 182

Τελική κατανομή

1 – Όταν ολοκληρωθεί η ρευστοποίηση της πτωχευτικής περιουσίας, η διανομή και η τελική κατανομή πραγματοποιούνται από τη γραμματεία του δικαστηρίου κατά την παραπομπή της υπόθεσης για υπολογισμό των εξόδων και μετά την ολοκλήρωσή του η ολοκλήρωση της εκκαθάρισης δεν εμποδίζεται αν η δραστηριότητα του οφειλέτη δημιουργεί εισόδημα που αυξάνει την πτωχευτική περιουσία.

2 – Σε περίπτωση που το υπόλοιπο της εκκαθάρισης δεν καλύπτει καν τα έξοδα της κατανομής, αποδίδεται στον οργανισμό οικονομικής και περιουσιακής διαχείρισης του Υπουργείου Δικαιοσύνης.

3 – Ο διαχειριστής αφερεγγυότητας μπορεί να υποβάλει στο πλαίσιο της διαδικασίας πρόταση τελικής διανομής και κατανομής, συνοδευόμενη από τη σχετική τεκμηρίωση, και οι εν λόγω πληροφορίες αξιολογούνται από τη γραμματεία του δικαστηρίου.»

«Άρθρο 183

Πληρωμές

1 – Όλες οι πληρωμές πραγματοποιούνται, χωρίς να απαιτείται αίτηση, κατά προτίμηση μέσω τραπεζικού εμβάσματος στον λογαριασμό του δικαιούχου και το ποσό των χρημάτων αφαιρείται από τον λογαριασμό της αφερεγγυότητας.

2 – Αν δεν είναι δυνατή η εξόφληση απαίτησης σύμφωνα με την προηγούμενη παράγραφο, ο διαχειριστής αφερεγγυότητας πρέπει να χρησιμοποιήσει επιταγή που πληρώνεται από τον λογαριασμό της αφερεγγυότητας.

3 – Αν η επιταγή δεν προσκομιστεί για πληρωμή εντός ενός έτους από την ημερομηνία της γνωστοποίησης στον πιστωτή, η απαίτηση παραγράφεται και το ποσό της καταβάλλεται στο ινστιτούτο οικονομικής και περιουσιακής διαχείρισης της δικαιοσύνης (Instituto de Gestão Financeira e Equipamentos da Justiça, I. P.)

4 – Η χρήση οποιουδήποτε από τα μέσα πληρωμής που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2 δεν απαλλάσσει τον διαχειριστή αφερεγγυότητας από την υποχρέωση συμμόρφωσης με τις νομικές ή συμβατικές απαιτήσεις για την κίνηση του λογαριασμού αφερεγγυότητας, με τις αναγκαίες προσαρμογές, και ιδίως το άρθρο 167 παράγραφος 2.»

«Άρθρο 184

Υπόλοιπο

1 – Αν το προϊόν της ρευστοποίησης επαρκεί για την εξόφληση του συνόλου των απαιτήσεων αφερεγγυότητας, ο διαχειριστής αφερεγγυότητας καταβάλλει το υπόλοιπο στον οφειλέτη.

2 – Αν ο οφειλέτης δεν είναι φυσικό πρόσωπο, ο διαχειριστής αφερεγγυότητας παραδίδει στα μέλη του το τμήμα του υπολοίπου που θα τους αναλογούσε αν η ρευστοποίηση είχε πραγματοποιηθεί εκτός της διαδικασίας αφερεγγυότητας ή συμμορφώνεται με τυχόν διαφορετικές σχετικές νομικές ή καταστατικές διατάξεις.»

14 Ποιες είναι οι προϋποθέσεις και τα αποτελέσματα της περάτωσης της διαδικασίας αφερεγγυότητας (ιδίως διά πτωχευτικού συμβιβασμού);

Οι προϋποθέσεις και τα αποτελέσματα της περάτωσης της διαδικασίας αφερεγγυότητας προβλέπονται στα άρθρα 231 έως 234 του κώδικα αφερεγγυότητας, το λεκτικό των οποίων ακολουθεί. Οι εν λόγω διατάξεις του νόμου προβλέπουν, ιδίως, τις περιπτώσεις όπου υπάρχει: έγκριση σχεδίου αφερεγγυότητας αν το περιεχόμενό του δεν είναι αντίθετο στην περάτωση παύση της αφερεγγυότητας ρευστοποίηση και τελική κατανομή και ανεπάρκεια της πτωχευτικής περιουσίας.

«Άρθρο 231

Περάτωση κατόπιν αιτήματος του οφειλέτη

1 – Η αίτηση του οφειλέτη για περάτωση της διαδικασίας αφερεγγυότητας με βάση την παύση της κατάστασης αφερεγγυότητας γνωστοποιείται στους πιστωτές, προκειμένου όσοι από αυτούς το επιθυμούν να ασκήσουν ανακοπή εντός οκτώ ημερών, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 41 παράγραφοι 3 και 4.

2 – Αίτηση του οφειλέτη που δεν στηρίζεται στην παύση της κατάστασης αφερεγγυότητας συνοδεύεται από έγγραφα που αποδεικνύουν τη συγκατάθεση όλων των πιστωτών που έχουν προβάλει τις απαιτήσεις τους όταν η αίτηση υποβάλλεται μετά τη λήξη της προθεσμίας που προβλέπεται για τον σκοπό αυτό ή, στην αντίθετη περίπτωση, όλων των γνωστών πιστωτών.

3 – Προτού αποφασίσει σχετικά με την αίτηση, ο δικαστής ακούει σε κάθε περίπτωση τον διαχειριστή αφερεγγυότητας και την επιτροπή πιστωτών, εάν υπάρχει.»

«Άρθρο 232

Περάτωση λόγω ανεπάρκειας της πτωχευτικής περιουσίας

1 – Αφού διαπιστωθεί ότι η πτωχευτική περιουσία δεν επαρκεί για την κάλυψη των εξόδων της διαδικασίας και των υπόλοιπων οφειλών της πτωχευτικής περιουσίας, ο διαχειριστής αφερεγγυότητας γνωστοποιεί το γεγονός αυτό στον δικαστή, ο οποίος μπορεί να έχει λάβει γνώση αυτεπαγγέλτως.

2 – Μετά από ακρόαση του οφειλέτη, της συνέλευσης των πιστωτών και των πιστωτών της πτωχευτικής περιουσίας, ο δικαστής δηλώνει ότι η διαδικασία περατώνεται, εκτός εάν ενδιαφερόμενος καταθέσει σε διαταγή του δικαστηρίου το ποσό που καθορίζεται από τον δικαστή σύμφωνα μ’ αυτό που θεωρεί ευλόγως απαραίτητο για να διασφαλιστεί η πληρωμή των εξόδων της διαδικασίας και των λοιπών χρεών της πτωχευτικής περιουσίας.

3 – Όταν η υπόθεση παραπεμφθεί προς υπολογισμό των εξόδων και σε συνέχεια αυτού, η γραμματεία του δικαστηρίου διανέμει τα χρηματικά ποσά της πτωχευτικής περιουσίας μετά την πληρωμή των εξόδων, στους πιστωτές της πτωχευτικής περιουσίας, κατ’ αναλογία προς τις απαιτήσεις τους.

4 – Αφού διαπιστωθεί η ανεπάρκεια της πτωχευτικής περιουσίας, ο διαχειριστής αφερεγγυότητας μπορεί να διακόψει αμέσως τη ρευστοποίησή της.

5 – Μετά την περάτωση της διαδικασίας αφερεγγυότητας λόγω ανεπάρκειας της πτωχευτικής περιουσίας, σε περιπτώσεις κατά τις οποίες έχει κινηθεί διαδικασία χαρακτηρισμού της αφερεγγυότητας (qualificação da insolvência) που δεν έχει ολοκληρωθεί, η τελευταία συνεχίζεται με περιορισμένο χαρακτήρα.

6 – Οι διατάξεις των προηγούμενων παραγράφων δεν εφαρμόζονται όταν ο οφειλέτης δικαιούται να επωφεληθεί από το ευεργέτημα της αναβολής καταβολής των εξόδων σύμφωνα με το άρθρο 248 παράγραφος 1 για τη διάρκεια του εν λόγω ευεργετήματος.

7 – Η ανεπάρκεια της πτωχευτικής περιουσίας τεκμαίρεται όταν η αξία των περιουσιακών στοιχείων της είναι μικρότερη από 5 000 EUR.»

«Άρθρο 233

Αποτελέσματα της περάτωσης

1 Μετά την περάτωση της διαδικασίας και με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 217 παράγραφος 5 ως προς τα πραγματικά άμεσα αποτελέσματα της απόφασης έγκρισης του σχεδίου αφερεγγυότητας:

a) Παύουν όλα τα αποτελέσματα της κήρυξης της αφερεγγυότητας και ο οφειλέτης ανακτά ιδίως το δικαίωμα διάθεσης των περιουσιακών στοιχείων του και της ελεύθερης διαχείρισης των υποθέσεών του, με την επιφύλαξη των αποτελεσμάτων του χαρακτηρισμού της αφερεγγυότητας ως δόλιας και των διατάξεων του επόμενου άρθρου

b) Παύουν τα καθήκοντα της επιτροπής πιστωτών και του διαχειριστή αφερεγγυότητας, με την εξαίρεση όσων άπτονται της υποβολής λογαριασμών και όσων έχουν ενδεχομένως ανατεθεί για το σχέδιο αφερεγγυότητας

c) Οι πτωχευτικοί πιστωτές θα μπορούν να ασκούν τα δικαιώματά τους κατά του οφειλέτη χωρίς περιορισμούς άλλους από αυτούς που περιλαμβάνονται στο σχέδιο αφερεγγυότητας, στο σχέδιο πληρωμών και στο άρθρο 242 παράγραφος 1 και, γι’ αυτόν τον σκοπό, έχει ισχύ εκτελεστού τίτλου η απόφαση με την οποία εγκρίνεται το σχέδιο πληρωμών, καθώς και η απόφαση επαλήθευσης των απαιτήσεων ή η απόφαση που εκδίδεται κατόπιν μεταγενέστερης αγωγής αναγνώρισης απαιτήσεων, σε συνδυασμό, εφόσον συντρέχει περίπτωση, με την απόφαση με την οποία εγκρίνεται το σχέδιο αφερεγγυότητας

d) Οι πιστωτές της πτωχευτικής περιουσίας μπορούν να προβάλουν έναντι του οφειλέτη τα δικαιώματά τους που δεν έχουν ικανοποιηθεί.

2 – Η περάτωση της διαδικασίας αφερεγγυότητας πριν από την τελική κατανομή έχει τα εξής αποτελέσματα:

a) Η ανάκληση πράξεων υπέρ της πτωχευτικής περιουσίας καθίσταται ανίσχυρη, εκτός αν το σχέδιο αφερεγγυότητας χορηγεί στον διαχειριστή αφερεγγυότητας εξουσίες υπεράσπισης των αγωγών που αποσκοπούν στην προσβολή της ανάκλησης, καθώς και στις περιπτώσεις που δεν χωρεί προσβολή της επειδή έχει παρέλθει η προθεσμία του άρθρου 125 ή η προσβολή έχει ήδη απορριφθεί μέσω απόφασης που έχει αποκτήσει ισχύ δεδικασμένου

b) Κατάργηση της δίκης ως προς τις εκκρεμούσες διαδικασίες επαλήθευσης απαιτήσεων και αποκατάστασης και διαχωρισμού ήδη ρευστοποιημένων περιουσιακών στοιχείων, εκτός αν έχει ήδη εκδοθεί η απόφαση επαλήθευσης και κατάταξης των απαιτήσεων του άρθρου 140 ή αν η περάτωση απορρέει από την έγκριση του σχεδίου αφερεγγυότητας, οπότε συνεχίζονται ως την ολοκλήρωσή τους οι προσφυγές κατά της εν λόγω απόφασης και οι αγωγές των οποίων το επιθυμούν οι ενάγοντες ή ο οφειλέτης, εντός περιόδου 30 ημερών

c) Κατάργηση της δίκης ως προς τις αγωγές που εκκρεμούν κατά των προσώπων που εκ του νόμου ευθύνονται για τα χρέη του αφερέγγυου οφειλέτη και τις οποίες έχει καταθέσει ο διαχειριστής αφερεγγυότητας, εκτός αν το σχέδιο αφερεγγυότητας χορηγεί στον διαχειριστή αφερεγγυότητας εξουσίες για την εξακολούθησή τους.

3 – Τα έξοδα των αγωγών με τις οποίες προσβάλλεται η ανάκληση πράξεων υπέρ της πτωχευτικής περιουσίας και οι οποίες κρίνονται παραδεκτές δυνάμει των διατάξεων του στοιχείου a) της προηγούμενης παραγράφου βαρύνουν την πτωχευτική περιουσία αν η διαδικασία περατωθεί λόγω ανεπάρκειάς της.

4 – Με εξαίρεση τις διαδικασίες επαλήθευσης απαιτήσεων, οποιαδήποτε αγωγή που εξαρτάται από τη διαδικασία αφερεγγυότητας και της οποίας η δίκη δεν καταργείται, σύμφωνα με την παράγραφο 2 στοιχείο b), ούτε πρέπει να συνεχιστεί από τον διαχειριστή αφερεγγυότητας, σύμφωνα με το σχέδιο αφερεγγυότητας, διαχωρίζεται από τη διαδικασία και παραπέμπεται στο αρμόδιο δικαστήριο, οπότε ο οφειλέτης διαθέτει αποκλειστικά τη σχετική νομιμοποίηση, ανεξάρτητα από την εξουσιοδότηση ή τη συγκατάθεση του αντισυμβαλλόμενου.

5 – Εντός 10 ημερών από την περάτωση, ο διαχειριστής αφερεγγυότητας παραδίδει στο δικαστήριο προς αρχειοθέτηση κάθε έγγραφο που σχετίζεται με τη διαδικασία και το οποίο έχει στη διάθεσή του, καθώς και τα λογιστικά στοιχεία του οφειλέτη που δεν πρέπει να του επιστραφούν.

6 – Όταν η διαδικασία αφερεγγυότητας περατώνεται χωρίς να κινηθεί διαδικασία χαρακτηρισμού δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 36 παράγραφος 1 σημείο i), ο δικαστής πρέπει να δηλώσει ρητώς στην απόφαση του άρθρου 230 τον απροσχεδίαστο χαρακτήρα της αφερεγγυότητας.

7 – Η περάτωση της διαδικασίας αφερεγγυότητας σύμφωνα με το άρθρο 230 παράγραφος 1 στοιχείο e), όταν υπάρχουν περιουσιακά στοιχεία ή δικαιώματα προς ρευστοποίηση, καθορίζει μόνο την έναρξη της περιόδου εκχώρησης του διαθέσιμου εισοδήματος.»

«Άρθρο 234

Αποτελέσματα για τις εμπορικές εταιρείες

1 – Αν η περάτωση της διαδικασίας βασίζεται στην έγκριση σχεδίου αφερεγγυότητας που προβλέπει τη συνέχιση των δραστηριοτήτων της εμπορικής εταιρείας, η εν λόγω εταιρεία συνεχίζει τις δραστηριότητές της ανεξάρτητα από την απόφαση των εταίρων.

2 – Οι εταίροι μπορούν να αποφασίσουν την εξακολούθηση των δραστηριοτήτων της εταιρείας αν η περάτωση βασίζεται στο άρθρο 230 παράγραφος 1 στοιχείο c).

3 – Με την καταχώρηση της περάτωσης της διαδικασίας μετά την τελική κατανομή, η εταιρεία θεωρείται ότι έχει λυθεί.

4 – Σε περίπτωση περάτωσης λόγω ανεπάρκειας της πτωχευτικής περιουσίας, η εκκαθάριση της εταιρείας διενεργείται σύμφωνα με το νομικό καθεστώς που διέπει τις διοικητικές διαδικασίες λύσης και εκκαθάρισης εμπορικών εταιρειών και ο δικαστής πρέπει να κοινοποιήσει την περάτωση και τα περιουσιακά στοιχεία της εταιρείας στην αρμόδια υπηρεσία μητρώου.»

Αποτελέσματα για τα φυσικά πρόσωπα

Αν ο οφειλέτης είναι φυσικό πρόσωπο, μπορεί να απαλλαγεί, κατόπιν αιτήματός του, από τις απαιτήσεις αφερεγγυότητας που δεν έχουν εξοφληθεί εξολοκλήρου κατά τη διαδικασία αφερεγγυότητας ή κατά τα πέντε έτη που έπονται της περάτωσής της, υπό τους όρους και σύμφωνα με τις προϋποθέσεις των άρθρων 235 έως 248 του κώδικα αφερεγγυότητας.

Εφόσον γίνει δεκτή, η άφεση χρέους φυσικού προσώπου σημαίνει ότι κατά τα πέντε έτη που έπονται της περάτωσης της διαδικασίας αφερεγγυότητας (περίοδος εκχώρησης), το εισόδημα που θα λαμβάνει ο οφειλέτης θεωρείται ότι εκχωρείται σε εντολοδόχο (fiduciário) που επιλέγεται από το δικαστήριο. Ο εντολοδόχος, στο τέλος κάθε έτους κατά το οποίο πραγματοποιείται η εκχώρηση, κατανέμει τα εισπραχθέντα ποσά: a) στην πληρωμή οφειλόμενων εξόδων της διαδικασίας αφερεγγυότητας b) στην επιστροφή, στον οργανισμό οικονομικής και περιουσιακής διαχείρισης του Υπουργείου Δικαιοσύνης, της αμοιβής και των εξόδων του διαχειριστή αφερεγγυότητας και του ίδιου του εντολοδόχου τα οποία ανέλαβε ο εν λόγω οργανισμός c) στην καταβολή της αμοιβής που του οφείλεται και των δαπανών που έχουν πραγματοποιηθεί d) στη διανομή του υπολοίπου στους πτωχευτικούς πιστωτές, υπό τους όρους που προβλέπονται για την εξόφληση των πιστωτών στη διαδικασία αφερεγγυότητας.

Μετά την ολοκλήρωση της περιόδου εκχώρησης, η απαλλαγή του οφειλέτη μπορεί να εγκριθεί από το δικαστήριο και σ’ αυτήν την περίπτωση ακυρώνονται όλες οι απαιτήσεις αφερεγγυότητας που υπάρχουν ακόμα κατά την ημερομηνία της άφεσης, μεταξύ των οποίων και οι απαιτήσεις που δεν έχουν αναγγελθεί και επαληθευθεί. Ωστόσο, η απαλλαγή δεν καταλαμβάνει: a) τις αξιώσεις διατροφής b) τις αποζημιώσεις που οφείλονται από παράνομες πράξεις που διαπράχθηκαν με δόλο από τον οφειλέτη και οι οποίες απαιτήθηκαν ως τέτοιες c) τις απαιτήσεις που απορρέουν από πρόστιμα και άλλες χρηματικές ποινές για εγκλήματα ή άλλες παραβάσεις ή παραβάσεις d) τις απαιτήσεις από φορολογικές οφειλές.

15 Ποια είναι τα δικαιώματα των πιστωτών μετά την περάτωση της διαδικασίας αφερεγγυότητας;

Τα δικαιώματα των πιστωτών μετά την περάτωση της διαδικασίας αφερεγγυότητας έχουν ήδη αναφερθεί στην απάντηση στην προηγούμενη ερώτηση. Καταρχήν, μετά την περάτωση της διαδικασίας, οι πτωχευτικοί πιστωτές θα μπορούν να ασκούν τα δικαιώματά τους έναντι του οφειλέτη χωρίς άλλους περιορισμούς απ’ αυτούς που περιλαμβάνονται στο σχέδιο αφερεγγυότητας, στο σχέδιο πληρωμών και στο άρθρο 242 παράγραφος 1 του κώδικα αφερεγγυότητας.

Για την άσκηση των δικαιωμάτων τους, έχει ισχύ εκτελεστού τίτλου η απόφαση με την οποία εγκρίνεται το σχέδιο πληρωμών, καθώς και η απόφαση επαλήθευσης των απαιτήσεων ή η απόφαση που εκδίδεται κατόπιν μεταγενέστερης αγωγής αναγνώρισης απαιτήσεων, σε συνδυασμό, εφόσον συντρέχει περίπτωση, με την απόφαση με την οποία εγκρίνεται το σχέδιο αφερεγγυότητας.

Το άρθρο 242 παράγραφος 1 του κώδικα αφερεγγυότητας προβλέπει ότι, σε περίπτωση άφεσης χρέους φυσικού προσώπου, δεν επιτρέπεται εκτέλεση επί των περιουσιακών στοιχείων του οφειλέτη με σκοπό την ικανοποίηση των απαιτήσεων αφερεγγυότητας κατά τη διάρκεια της περιόδου εκχώρησης.

Η διαδικασία αφερεγγυότητας θεωρείται ότι περατώνεται κατά τον χρόνο που ορίζεται στο άρθρο 230 του κώδικα αφερεγγυότητας. Η στιγμή της περάτωσης ποικίλλει ανάλογα με διάφορες περιστάσεις που την καθορίζουν και που αναφέρονται στη συνέχεια:

«Άρθρο 230

Χρόνος περάτωσης της διαδικασίας

1 – Αν η διαδικασία συνεχίζεται μετά την κήρυξη της αφερεγγυότητας, ο δικαστής κηρύσσει την περάτωσή της:

a) μετά την ολοκλήρωση της τελικής κατανομής, με την επιφύλαξη του άρθρου 239 παράγραφος 6

b) όταν η απόφαση έγκρισης του σχεδίου αφερεγγυότητας αποκτήσει ισχύ δεδικασμένου, εφόσον το σχέδιο δεν προβλέπει το αντίθετο

c) κατόπιν αιτήματος του οφειλέτη, όταν ο οφειλέτης παύσει να βρίσκεται σε κατάσταση αφερεγγυότητας ή όλοι οι πιστωτές δώσουν τη συγκατάθεσή τους

d) όταν ο διαχειριστής αφερεγγυότητας διαπιστώσει ανεπάρκεια της πτωχευτικής περιουσίας για την κάλυψη των εξόδων της διαδικασίας και των υπολοίπων οφειλών της πτωχευτικής περιουσίας.

e) όταν δεν έχει ακόμα κηρυχθεί η περάτωση, στην αρχική απόφαση περί άφεσης του υπολειπόμενου χρέους σύμφωνα με το άρθρο 237 στοιχείο b).

2 – Η απόφαση περάτωσης της διαδικασίας κοινοποιείται στους πιστωτές και δημοσιεύεται και καταχωρίζεται στο μητρώο σύμφωνα με τα άρθρα 37 και 38, με μνεία των λόγων της απόφασης.»

16 Πού καταλογίζονται το κόστος και οι δαπάνες της διαδικασίας αφερεγγυότητας;

Το κόστος και οι δαπάνες της διαδικασίας αφερεγγυότητας θεωρούνται οφειλές της πτωχευτικής περιουσίας, σύμφωνα με το προαναφερθέν άρθρο 51 του κώδικα αφερεγγυότητας.

Πριν από την εξόφληση των απαιτήσεων αφερεγγυότητας, ο διαχειριστής αφερεγγυότητας αφαιρεί από την πτωχευτική περιουσία τα περιουσιακά στοιχεία ή δικαιώματα που απαιτούνται για την εξόφληση του κόστους και των δαπανών της διαδικασίας, συμπεριλαμβανομένων αυτών που προβλέπεται ότι θα προκύψουν μέχρι την περάτωση της διαδικασίας. Ο καταλογισμός του κόστους και των δαπανών της διαδικασίας γίνεται σύμφωνα με το άρθρο 172 του κώδικα αφερεγγυότητας, που αναφέρεται παραπάνω.

Σε περίπτωση άφεσης χρέους φυσικού προσώπου, ο εντολοδόχος διαθέτει τα ποσά που εισπράχθηκαν στο τέλος κάθε έτους της περιόδου εκχώρησης καταρχάς για την πληρωμή του κόστους και των δαπανών σύμφωνα με το άρθρο 241 του κώδικα αφερεγγυότητας.

17 Ποιοι είναι οι κανόνες που άπτονται της ακυρότητας, της ακυρωσίας ή του ανενεργού των επιβλαβών για όλους τους πιστωτές δικαιοπραξιών;

Τα άρθρα 120 έως 127 του κώδικα αφερεγγυότητας, το λεκτικό των οποίων ακολουθεί, προβλέπουν τη δυνατότητα ανάκλησης πράξεων που θίγουν τα συλλογικά συμφέροντα των πιστωτών, με την επιφύλαξη της πλήρωσης των προϋποθέσεων των εν λόγω άρθρων.

«Άρθρο 120

Γενικές αρχές

1 – Οποιαδήποτε βλαπτική για την πτωχευτική περιουσία πράξη μπορεί να ακυρωθεί προς όφελος της πτωχευτικής περιουσίας εντός των δύο ετών που προηγούνται της ημερομηνίας έναρξης της διαδικασίας αφερεγγυότητας.

2 – Θεωρούνται βλαπτικές για την πτωχευτική περιουσία οι πράξεις που μειώνουν, ματαιώνουν, εμποδίζουν, θέτουν σε κίνδυνο ή καθυστερούν την ικανοποίηση των πτωχευτικών πιστωτών.

3 – Τεκμαίρονται ως βλαπτικές για την πτωχευτική περιουσία οποιουδήποτε είδους πράξεις του προηγούμενου άρθρου, ακόμα και αν έχουν διενεργηθεί η παραλειφθεί εκτός της προθεσμίας που αναφέρεται σ’ αυτό.

4 – Εκτός από τις περιπτώσεις στις οποίες εφαρμόζεται το ακόλουθο άρθρο, η ανάκληση προϋποθέτει κακή πίστη τρίτου, η οποία τεκμαίρεται για πράξεις που διενεργήθηκαν ή παραλείφθηκαν εντός των δύο ετών που προηγούνται της έναρξης της διαδικασίας αφερεγγυότητας και στην οποία συμμετείχε ή την οποία ενέκρινε πρόσωπο με ιδιαίτερη σχέση με τον αφερέγγυο οφειλέτη, ακόμα και αν η ειδική σχέση δεν υπήρχε κατά την εν λόγω ημερομηνία.

5 – Θεωρείται κακή πίστη η γνώση, κατά την ημερομηνία της πράξης, οποιωνδήποτε εκ των ακολούθων περιστάσεων:

a) ότι ο οφειλέτης βρισκόταν σε κατάσταση αφερεγγυότητας

b) ότι η πράξη είχε βλαπτικό χαρακτήρα και ότι, κατά την εν λόγω ημερομηνία, ο οφειλέτης βρισκόταν σε κατάσταση επαπειλούμενης αφερεγγυότητας

a) ότι είχε κινηθεί η διαδικασία αφερεγγυότητας.

6 – Δεν ανακαλούνται λόγω εφαρμογής των κανόνων του παρόντος κεφαλαίου οι δικαιοπραξίες που συνάπτονται στο πλαίσιο ειδικής διαδικασίας διάσωσης ή ειδικής διαδικασίας περί συμφωνίας ρύθμισης οφειλών που διέπονται από τον παρόντα νόμο, μέτρων αναδιοργάνωσης ή εξυγίανσης, ή στο πλαίσιο λήψης των μέτρων εξυγίανσης που προβλέπονται στο μέρος VIII του γενικού καθεστώτος πιστωτικών ιδρυμάτων και χρηματοπιστωτικών εταιρειών, που εγκρίθηκε με το νομοθετικό διάταγμα αριθ. 298/92 της 31ης Δεκεμβρίου, καθώς και οι δικαιοπραξίες που συνάπτονται στο πλαίσιο του εξωδικαστικού καθεστώτος αναδιοργάνωσης επιχειρήσεων ή άλλης ισοδύναμης διαδικασίας που προβλέπεται σε ειδικό νόμο, σκοπός της οποίας είναι να παρασχεθούν στον οφειλέτη επαρκή μέσα χρηματοδότησης για καταστεί βιώσιμη η αναδιοργάνωσή του.»

«Άρθρο 121

Ανάκληση άνευ όρων

1 – Είναι ακυρώσιμες υπέρ της πτωχευτικής περιουσίας οι ακόλουθες πράξεις, χωρίς οποιαδήποτε προϋπόθεση:

a) Διανεμητική πράξη που διενεργήθηκε λιγότερο από ένα έτος πριν από την έναρξη της διαδικασίας αφερεγγυότητας όταν το μερίδιο του αφερέγγυου οφειλέτη συνίσταται σε εύκολα αποκρύψιμα στοιχεία, ενώ οι υπόλοιποι δικαιούχοι έλαβαν το σύνολο των ακινήτων και των ονομαστικών αξιών

b) πράξεις που συνήφθησαν από τον οφειλέτη χαριστική αιτία εντός των δύο ετών που προηγούνται της έναρξης της διαδικασίας αφερεγγυότητας, συμπεριλαμβανομένης της αποποίησης κληρονομιάς ή κληροδοσίας, με την εξαίρεση δωρεών που πραγματοποιήθηκαν σύμφωνα με τις κοινωνικές συνήθειες

c) σύσταση από τον οφειλέτη εμπράγματων εξασφαλίσεων που σχετίζονται με προϋπάρχουσες υποχρεώσεις ή άλλων που τις υποκαθιστούν, τους έξι μήνες που προηγούνται της ημερομηνίας έναρξης της διαδικασίας αφερεγγυότητας

d) εγγύηση, μετεγγύηση, τριτεγγύηση και πιστωτική εντολή που έχει παράσχει ο αφερέγγυος οφειλέτης κατά την περίοδο του προηγούμενου στοιχείου και δεν αφορούν επιχειρηματικές συναλλαγές πραγματικού ενδιαφέροντος γι’ αυτόν

e) σύσταση από τον οφειλέτη εμπράγματης ασφάλειας παράλληλα με τη δημιουργία εγγυημένων υποχρεώσεων εντός των 60 ημερών που προηγούνται της ημερομηνίας έναρξης της διαδικασίας αφερεγγυότητας

f) πληρωμή ή άλλη πράξη εξάλειψης υποχρεώσεων που κατέστησαν ληξιπρόθεσμες μετά την ημερομηνία έναρξης της διαδικασίας αφερεγγυότητας, οι οποίες διενεργούνται κατά τους έξι μήνες που προηγούνται της ημερομηνίας έναρξης της διαδικασίας αφερεγγυότητας, ή έπειτα απ’ αυτήν αλλά πριν από την ημερομηνία κατά την οποία οι υποχρεώσεις καθίστανται ληξιπρόθεσμες

g) πληρωμή ή με άλλο τρόπο εξάλειψη υποχρεώσεων που έχουν δημιουργηθεί κατά τους έξι μήνες που προηγούνται της ημερομηνίας έναρξης της διαδικασίας αφερεγγυότητας υπό όρους που δεν είναι σύνηθες στο πλαίσιο των νόμιμων συναλλαγών και που ο πιστωτής δεν θα μπορούσε να απαιτήσει

h) πράξεις εξ επαχθούς αιτίας στις οποίες έχει προβεί ο αφερέγγυος οφειλέτης κατά το έτος που προηγείται της ημερομηνίας έναρξης της διαδικασίας αφερεγγυότητας, στο πλαίσιο των οποίων οι υποχρεώσεις που έχει αναλάβει ο αφερέγγυος οφειλέτης υπερβαίνουν προδήλως αυτές του αντισυμβαλλόμενου

i) επιστροφή των δανείων μετόχων, όταν διενεργείται εντός της προθεσμίας που αναφέρεται στο προηγούμενο στοιχείο. 2 – Των διατάξεων της προηγούμενης παραγράφου υπερισχύουν νομικοί κανόνες που προϋποθέτουν κατ’ εξαίρεση πάντα κακή πίστη ή την πλήρωση άλλων προϋποθέσεων.»

«Άρθρο 122

Συστήματα πληρωμών

Δεν ανακαλούνται πράξεις που εμπίπτουν στο πλαίσιο συστήματος πληρωμών, όπως ορίζεται στο άρθρο 2 στοιχείο α) της οδηγίας 98/26/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 19ης Μαΐου 1998, ή παρόμοιου συστήματος.»

«Άρθρο 123

Μορφή της ανάκλησης και παραγραφή

1 – Η ανάκληση πραγματοποιείται από τον διαχειριστή αφερεγγυότητας με συστημένη επιστολή με απόδειξη παραλαβής που αποστέλλεται εντός των έξι μηνών που έπονται της ημερομηνίας κατά την οποία έλαβε γνώση της πράξης, όμως όχι μετά την πάροδο δύο ετών από την ημερομηνία κήρυξης της αφερεγγυότητας.

2 – Ωστόσο, αν η συναλλαγή δεν έχει πραγματοποιηθεί, η ανάκληση μπορεί να δηλωθεί κατ’ εξαίρεση χωρίς χρονικό περιορισμό.»

«Άρθρο 124

Αντιταξιμότητα έναντι εκδοχέων

1 – Η αντιταξιμότητα της ανάκλησης της πράξης έναντι μεταγενέστερων εκδοχέων προϋποθέτει την κακή πίστη αυτών, εκτός από την περίπτωση καθολικών διαδόχων ή αν η νέα μεταβίβαση πραγματοποιήθηκε χαριστική αιτία.

2 – Η διάταξη της προηγούμενης παραγράφου εφαρμόζεται, τηρουμένων των αναλογιών, στη σύσταση δικαιωμάτων επί περιουσιακών στοιχείων που μεταβιβάζονται προς όφελος τρίτου.»

«Άρθρο 125

Προσβολή της ανάκλησης

Το δικαίωμα προσβολής της ανάκλησης δεν μπορεί να ασκηθεί μετά την πάροδο τριών μηνών, ενώ εκκρεμεί η αντίστοιχη αγωγή κατά της πτωχευτικής περιουσίας που εξαρτάται από τη διαδικασία αφερεγγυότητας.»

«Άρθρο 126

Αποτελέσματα της ανάκλησης

1 – Η ανάκληση έχει αναδρομική ισχύ και τα πράγματα πρέπει να επαναφερθούν στην κατάσταση που θα υφίστατο αν η πράξη δεν είχε πραγματοποιηθεί ή παραλειφθεί, ανάλογα με την περίπτωση.

2 – Η αγωγή που ασκείται από τον διαχειριστή αφερεγγυότητας για τους σκοπούς της προηγούμενης παραγράφου εξαρτάται από τη διαδικασία της αφερεγγυότητας.

3 – Στον τρίτο που δεν προσκομίζει τα περιουσιακά στοιχεία ή τις αξίες που πρέπει να επιστραφούν στην πτωχευτική περιουσία εντός της προθεσμίας που ορίζεται στην απόφαση επιβάλλονται οι κυρώσεις που προβλέπονται στη δικονομία για τον θεματοφύλακα ενεχυριασμένων περιουσιακών στοιχείων σε περίπτωση μη έγκαιρης παράδοσής τους.

4 – Η επιστροφή πράγματος που έχει παρασχεθεί από τρίτο χωρεί μόνο αν το πράγμα μπορεί να ταυτοποιηθεί και να διαχωριστεί από την υπόλοιπη πτωχευτική περιουσία.

5 – Σε περίπτωση μη επαλήθευσης των περιστάσεων της προηγούμενης παραγράφου, η υποχρέωση επιστροφής της αντίστοιχης αξίας αποτελεί οφειλή της πτωχευτικής περιουσίας στον βαθμό του αντίστοιχου πλουτισμού κατά την ημερομηνία κήρυξης της αφερεγγυότητας και οφειλή αφερεγγυότητας ως προς τυχόν υπόλοιπό της.

6 – Δεν υφίσταται υποχρέωση δωρεάν επιστροφής με επιβάρυνση του αγοραστή εκτός από τον βαθμό του πλουτισμού αυτού, με την εξαίρεση πραγματικής ή εικαζόμενης κακής πίστης.»

«Άρθρο 127

Αγωγή διάρρηξης

1 – Απαγορεύεται στους πτωχευτικούς πιστωτές να καταθέσουν νέες αγωγές διάρρηξης κατά πράξεων του οφειλέτη τις οποίες έχει ανακαλέσει ο διαχειριστής αφερεγγυότητας.

2 – Οι αγωγές διάρρηξης που εκκρεμούν κατά την ημερομηνία της κήρυξης της αφερεγγυότητας ή που κατατίθενται μετά απ’ αυτήν δεν εξαρτώνται από τη διαδικασία αφερεγγυότητας και, σε περίπτωση ανάκλησης της πράξης από τον διαχειριστή αφερεγγυότητας, συνεχίζονται μόνο αν η εν λόγω ανάκληση ακυρωθεί με οριστική απόφαση, η οποία θα έχει δεσμευτική ισχύ στο πλαίσιο των εν λόγω πράξεων ως προς τα ζητήματα που έχει εξετάσει ο διαχειριστής αφερεγγυότητας, εφόσον δεν αντιβαίνει σε προηγούμενη πράξη με ισχύ δεδικασμένου.

3 – Αν η αγωγή διάρρηξης γίνει δεκτή, το συμφέρον του πιστωτή που την κατάθεσε αξιολογείται για τους σκοπούς του άρθρου 616 του Αστικού Κώδικα χωρίς να λαμβάνονται υπόψη οι τροποποιήσεις ως προς την απαίτησή του με ενδεχόμενο σχέδιο αφερεγγυότητας ή πληρωμών.»

Προειδοποίηση: Το περιεχόμενο του παρόντος ενημερωτικού δελτίου δεν δεσμεύει το σημείο επαφής ή τα δικαστήρια και δεν συνεπάγεται ότι δεν πρέπει να ανατρέξετε στην ισχύουσα νομοθεσία και τις τυχόν τροποποιήσεις αυτής. Οι ως άνω διατάξεις του κώδικα αφερεγγυότητας λαμβάνουν υπόψη το νομοθετικό διάταγμα αριθ. 53/2004 της 18ης Μαρτίου 2004, μέχρι και την αναθεώρησή του με τον νόμο αριθ. 8/2018 της 2ας Μαρτίου 2018.

Τελευταία επικαιροποίηση: 15/01/2021

Την έκδοση αυτής της σελίδας στην εθνική γλώσσα διαχειρίζεται ο αντίστοιχος αρμόδιος επαφής του ΕΔΔ. Οι μεταφράσεις έχουν γίνει από την αρμόδια υπηρεσία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Οι τυχόν αλλαγές που επιφέρει η αρμόδια εθνική αρχή στο πρωτότυπο ενδέχεται να μην έχουν περιληφθεί ακόμα στις μεταφράσεις. Η Επιτροπή και το Ευρωπαϊκό Δικαστικό Δίκτυο δεν αναλαμβάνουν καμία απολύτως ευθύνη όσον αφορά πληροφορίες ή δεδομένα που περιέχονται ή αναφέρονται στο παρόν έγγραφο. Βλ. την ανακοίνωση νομικού περιεχομένου για τους κανόνες πνευματικής ιδιοκτησίας που ισχύουν στο κράτος μέλος που είναι αρμόδιο για την παρούσα σελίδα.