Διεξαγωγή αποδείξεων

Πορτογαλία
Περιεχόμενο που παρέχεται από
European Judicial Network
Ευρωπαϊκό Δικαστικό Δίκτυο (για αστικές και εμπορικές υποθέσεις)

1 Βάρος της απόδειξης

1.1 Ποιοι είναι οι κανόνες που διέπουν το βάρος της απόδειξης;

Σημείωση: Οι γενικοί κανόνες για τα παραδεκτά αποδεικτικά στοιχεία, την αποδεικτική τους ισχύ, το βάρος της απόδειξης και τον τρόπο με τον οποίο προσκομίζονται καθορίζονται στις διατάξεις του Αστικού Κώδικα και του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, οι οποίες παρατίθενται κατωτέρω. Οι σύνδεσμοι για την πρόσβαση σ’ αυτές τις δύο νομικές πράξεις, στην ενοποιημένη πορτογαλική έκδοση, βρίσκονται στο τέλος του παρόντος δελτίου.

Το άρθρο 342 του Αστικού Κώδικα ορίζει τα ακόλουθα:

  • κατά κανόνα, το πρόσωπο που επικαλείται δικαίωμα πρέπει να αποδείξει τα πραγματικά περιστατικά που συνιστούν το προβαλλόμενο δικαίωμα.
  • η απόδειξη των πραγματικών περιστατικών που εμποδίζουν, αλλοιώνουν ή εξαλείφουν το προβαλλόμενο δικαίωμα εναπόκειται στο πρόσωπο κατά του οποίου στρέφεται η αξίωση.
  • Σε περίπτωση αμφιβολίας, τα πραγματικά περιστατικά θεωρείται ότι συντελούν στη διάπλαση δικαιώματος.

Σε περίπτωση αρνητικής αναγνωριστικής αγωγής [άρθρο 10 παράγραφος 3 στοιχείο a) του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας και άρθρο 343 του Αστικού Κώδικα], η οποία χαρακτηρίζεται από την απουσία αιτήματος καταδίκης του αντιδίκου και από απλό αίτημα διαπίστωσης της ανυπαρξίας δικαιώματος ή πραγματικού περιστατικού, ο εναγόμενος (δηλαδή ο διάδικος κατά του οποίου ασκείται η αγωγή) οφείλει να αποδείξει τα συστατικά στοιχεία του εν λόγω δικαιώματος.

Στις αγωγές που πρέπει να ασκηθούν εντός συγκεκριμένης προθεσμίας από την ημερομηνία κατά την οποία ο ενάγων έλαβε γνώση συγκεκριμένου γεγονότος, ο εναγόμενος οφείλει να αποδείξει ότι η προθεσμία έληξε, εκτός εάν ο νόμος προβλέπει διαφορετικά (άρθρο 343 παράγραφος 2 του Αστικού Κώδικα).

Εάν το επικαλούμενο από τον ενάγοντα δικαίωμα υπόκειται σε αναβλητική αίρεση (μελλοντικό και αβέβαιο γεγονός από την επέλευση του οποίου οι διάδικοι εξάρτησαν τα αποτελέσματα της δικαιοπραξίας – άρθρο 270 του Αστικού Κώδικα) ή σε αναβλητική προθεσμία (χρονικό σημείο από το οποίο γεννάται το δικαίωμα – άρθρο 278 του Αστικού Κώδικα), ο ενάγων οφείλει να αποδείξει ότι η αίρεση πληρώθηκε ή ότι η αρχική προθεσμία παρήλθε (άρθρο 343 παράγραφος 3 του Αστικού Κώδικα).

Εάν το δικαίωμα που επικαλείται ο ενάγων υπόκειται σε διαλυτική αίρεση (μελλοντικό και αβέβαιο γεγονός από την επέλευση του οποίου οι διάδικοι εξάρτησαν την ανατροπή των αποτελεσμάτων της δικαιοπραξίας – άρθρο 270 του Αστικού Κώδικα) ή διαλυτική προθεσμία (χρονικό σημείο μετά το οποίο το δικαίωμα λήγει – άρθρο 278 του Αστικού Κώδικα), ο ενάγων οφείλει να αποδείξει ότι η αίρεση πληρώθηκε ή ότι η τελική προθεσμία παρήλθε (άρθρο 343 παράγραφος 3 του Αστικού Κώδικα).

Οι ανωτέρω κανόνες αντιστρέφονται όταν υπάρχει νόμιμο τεκμήριο (αποτέλεσμα ή συμπέρασμα το οποίο συνάγει ο νόμος από γνωστό γεγονός για τη διαπίστωση άγνωστου γεγονότος), εξαίρεση ή απαλλαγή από το βάρος απόδειξης ή ισχυρή σύμβαση προς τον σκοπό αυτό και, γενικά, οσάκις κάτι τέτοιο προβλέπεται από τον νόμο (άρθρο 344 παράγραφος 1 του Αστικού Κώδικα). Το βάρος απόδειξης αντιστρέφεται επίσης εάν ο αντίδικος κατέστησε σκόπιμα ανέφικτη την προσκόμιση της απόδειξης από τον διάδικο που έπρεπε να την προσκομίσει (άρθρο 344 παράγραφος 2 του Αστικού Κώδικα).

Είναι άκυρη η σύμβαση η οποία:

  • αντιστρέφει το βάρος της απόδειξης είναι ανίσχυρη όταν αφορά αναπαλλοτρίωτο δικαίωμα (δικαίωμα από το οποίο ένας διάδικος δεν μπορεί να παραιτηθεί με απλή δήλωση βούλησης) ή εάν καθιστά υπερβολικά δυσχερή την άσκηση του δικαιώματος από έναν από τους διαδίκους (άρθρο 345 παράγραφος 1 του Αστικού Κώδικα).
  • αποκλείει οποιοδήποτε νόμιμο αποδεικτικό μέσο ή επιτρέπει μη προβλεπόμενο στον νόμο αποδεικτικό μέσο, ωστόσο εάν οι νομικές διατάξεις σχετικά με τη διεξαγωγή αποδείξεων βασίζονται σε λόγους δημόσιας τάξης, η σύμβαση είναι άκυρη σε κάθε περίπτωση (άρθρο 345 παράγραφος 2 του Αστικού Κώδικα).

Όταν ο διάδικος που φέρει το βάρος απόδειξης συγκεκριμένου πραγματικού περιστατικού προσκομίζει αποδείξεις, ο αντίδικος μπορεί να προσκομίσει ανταποδείξεις προκειμένου να τις αμφισβητήσει. Εφόσον το επιτύχει, η απόφαση λαμβάνεται εις βάρος του διαδίκου που φέρει το βάρος της απόδειξης (άρθρο 346 του Αστικού Κώδικα).

Πλήρης νομική απόδειξη μπορεί να αντικρουστεί μόνον με στοιχεία τα οποία αποδεικνύουν ότι το γεγονός από το οποίο πηγάζει δεν είναι αληθές, με την επιφύλαξη άλλων περιορισμών οι οποίοι καθορίζονται ρητώς στον νόμο (άρθρο 347 του Αστικού Κώδικα).

Όποιος επικαλείται εθιμικό, τοπικό ή αλλοδαπό δίκαιο οφείλει να αποδείξει την ύπαρξη και το περιεχόμενό του, αλλά το δικαστήριο οφείλει να καταβάλει αυτεπαγγέλτως προσπάθεια εξασφάλισης των σχετικών γνώσεων (άρθρο 348 παράγραφος 1 του Αστικού Κώδικα). Το δικαστήριο οφείλει επίσης να λαμβάνει γνώση του σχετικού δικαίου αυτεπαγγέλτως όταν καλείται να κρίνει βάσει εθιμικού, τοπικού ή αλλοδαπού δικαίου και κανένας από τους διαδίκους δεν έχει επικαλεστεί το εν λόγω δίκαιο ή ο αντίδικος έχει αναγνωρίσει την ύπαρξη και το περιεχόμενό του ή δεν ήγειρε καμία ένσταση (άρθρο 348 παράγραφος 2 του Αστικού Κώδικα). Εάν δεν είναι σε θέση να εξακριβώσει το περιεχόμενο του εφαρμοστέου δικαίου, το δικαστήριο χρησιμοποιεί τους κανόνες του κοινού δικαίου της Πορτογαλίας (άρθρο 348 παράγραφος 3 του Αστικού Κώδικα).

1.2 Υπάρχουν κανόνες που εξαιρούν ορισμένα πραγματικά περιστατικά από το βάρος της απόδειξης; Σε ποιες περιπτώσεις; Είναι δυνατό στις περιπτώσεις αυτές να προσκομισθούν αποδείξεις περί της μη ισχύος συγκεκριμένου νόμιμου τεκμηρίου;

Ναι, υπάρχουν κανόνες που εξαιρούν ορισμένα πραγματικά περιστατικά από το βάρος της απόδειξης.

Σύμφωνα με το άρθρο 412 παράγραφος 1 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, δεν απαιτείται επίκληση ή απόδειξη:

  • των πασίδηλων πραγματικών περιστατικών, τα οποία θεωρείται ότι είναι τα πραγματικά περιστατικά που αποτελούν κοινή γνώση·
  • και τα πραγματικά περιστατικά που γνωρίζει το δικαστήριο στο πλαίσιο της άσκησης των καθηκόντων του, και σ’ αυτήν την περίπτωση το δικαστήριο πρέπει να επισυνάψει στη δικογραφία έγγραφο που να αποδεικνύει τα πραγματικά περιστατικά.

Το πορτογαλικό δίκαιο δέχεται τεκμήρια, τα οποία είναι διδάγματα που ο νόμος ή το δικαστήριο αντλεί από γνωστό πραγματικό περιστατικό προκειμένου να διαπιστώσει ένα άγνωστο πραγματικό περιστατικό (άρθρο 349 του Αστικού Κώδικα).

Το πρόσωπο που επικαλείται νόμιμο τεκμήριο εξαιρείται από την υποχρέωση απόδειξης του γεγονότος στο οποίο στηρίζεται το εν λόγω τεκμήριο (άρθρο 350 παράγραφος 1, του Αστικού Κώδικα).

Τα νόμιμα τεκμήρια είναι κατά κανόνα μαχητά, δηλαδή επιδέχονται ανταπόδειξη· ωστόσο, κατ’ εξαίρεση, σε περιπτώσεις που απαγορεύονται από τον νόμο, τα νομικά τεκμήρια είναι αμάχητα, δηλαδή δεν επιδέχονται ανταπόδειξη (άρθρο 350 παράγραφος 2 του Αστικού Κώδικα).

1.3 Σε ποιο βαθμό πρέπει το δικαστήριο να πεισθεί για ένα πραγματικό περιστατικό ώστε να βασίσει την απόφασή του στην ύπαρξη αυτού του πραγματικού περιστατικού;

Η αξία κάθε αποδεικτικού μέσου ποικίλλει ανάλογα με τη διαφορετική φύση του.

Τα δημόσια έγγραφα έχουν πλήρη αποδεικτική ισχύ για ορισμένα πραγματικά περιστατικά, τα οποία μπορούν να αμφισβητηθούν μόνον εάν τα έγγραφα είναι πλαστά (άρθρα 369 έως 372 του Αστικού Κώδικα).

Τα ιδιωτικά έγγραφα έχουν πλήρη αποδεικτική ισχύ εάν η γραφή και η υπογραφή, ή μόνο η υπογραφή, αναγνωρίζονται ή δεν αμφισβητούνται, με την επιφύλαξη της επίκλησης πλαστότητας (άρθρα 373 έως 379 του Αστικού Κώδικα).

Υπάρχουν ειδικές διατάξεις σχετικά με την αποδεικτική ισχύ των πρακτικών, των εγγράφων, των σημειώσεων, των πιστοποιητικών, των βεβαιώσεων επί πιστοποιητικών, των δημόσιων εντύπων και των φωτοαντιγράφων (άρθρα 380 έως 387 του Αστικού Κώδικα).

Η πραγματογνωμοσύνη αξιολογείται ελεύθερα από τον δικαστή με έλεγχο και μαρτυρική κατάθεση (άρθρα 389, 391 και 396 του Αστικού Κώδικα).

Τα δικαστικά τεκμήρια επιτρέπονται μόνον εφόσον και υπό τους όρους υπό τους οποίους επιτρέπεται η κατάθεση μαρτύρων (άρθρο 351 του Αστικού Κώδικα).

Η ελεύθερη εκτίμηση των αποδείξεων από τον δικαστή δεν καλύπτει πραγματικά περιστατικά για τα οποία ο νόμος απαιτεί ειδικές διατυπώσεις απόδειξης ή εκείνα τα οποία μπορούν να αποδειχθούν μόνον εγγράφως ή αποδεικνύονται πλήρως είτε με έγγραφα είτε με συμφωνία ή ομολογία των διαδίκων (άρθρο 607 παράγραφος 5 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας).

Το δικαστήριο οφείλει να λαμβάνει υπόψη όλες τις αποδείξεις, ανεξαρτήτως εάν προέρχονται από τον διάδικο που όφειλε να τις προσκομίσει, με την επιφύλαξη των διατάξεων που προβλέπουν ότι η απόδειξη ενός πραγματικού περιστατικού είναι αλυσιτελής εάν δεν προσκομίζεται από συγκεκριμένο ενδιαφερόμενο διάδικο (άρθρο 413 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας).

Κάθε αμφιβολία σχετικά με την πραγματικότητα ενός περιστατικού ή σχετικά με το βάρος απόδειξης επιλύεται κατά του διαδίκου που ωφελείται από το πραγματικό περιστατικό (άρθρο 414 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας).

2 Διεξαγωγή αποδείξεων

2.1 Απαιτείται πάντοτε αίτηση διαδίκου για τη διεξαγωγή των αποδείξεων ή μπορεί ο δικαστής σε ορισμένες περιπτώσεις να πραγματοποιήσει τη διεξαγωγή των αποδείξεων αυτεπαγγέλτως;

Το πορτογαλικό δίκαιο καθιερώνει την αρχή της ανακριτικής διαδικασίας, δηλαδή την υποχρέωση του δικαστή να προβαίνει ή να διατάσσει αυτεπαγγέλτως τη διενέργεια όλων των αναγκαίων πράξεων για την εξακρίβωση της αλήθειας και της δίκαιης σύνθεσης της διαφοράς σε σχέση με τα πραγματικά περιστατικά επί των οποίων έχει αρμοδιότητα να αποφανθεί (άρθρο 411 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας).

O δικαστής μπορεί, σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας, να διατάξει την προσωπική εμφάνιση των διαδίκων ενώπιον του δικαστηρίου, ώστε να καταθέσουν σχετικά με τα πραγματικά περιστατικά που σχετίζονται με τη λήψη της απόφασης (άρθρο 452 παράγραφος 1 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας).

Το δικαστήριο οφείλει, ιδία πρωτοβουλία ή κατόπιν αιτήματος ενός εκ των διαδίκων, να ζητεί πληροφορίες, τεχνικές γνωμοδοτήσεις, σχέδια, φωτογραφίες, διαγράμματα, αντικείμενα ή άλλα έγγραφα απαραίτητα για τη διαπίστωση της αλήθειας. Το σχετικό αίτημα του δικαστηρίου μπορεί να απευθύνεται σε υπηρεσίες και αρχές, στους διαδίκους ή σε τρίτους (άρθρο 436 παράγραφοι 1 και 2 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας).

Το δικαστήριο μπορεί, όποτε το κρίνει σκόπιμο, αυτεπαγγέλτως ή κατόπιν αιτήματος των διαδίκων, και με σεβασμό της ιδιωτικότητα και της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, να διεξάγει έρευνα σχετικά με πρόσωπα ή πράγματα, με σκοπό την αποσαφήνιση οποιουδήποτε πραγματικού περιστατικού σχετίζεται με τη λήψη της απόφασης και μπορεί να πραγματοποιήσει επιτόπια επίσκεψη ή να διατάξει αναπαράσταση των πραγματικών περιστατικών, εφόσον το κρίνει απαραίτητο (άρθρο 490 παράγραφος 1 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας).

Όταν στο πλαίσιο δικαστικής διαδικασίας εικάζεται βάσιμα ότι ένα πρόσωπο το οποίο δεν κλήθηκε ως μάρτυρας γνωρίζει πραγματικά περιστατικά τα οποία είναι σημαντικά για την έκδοση ορθής απόφασης, ο δικαστής μπορεί να διατάξει την κλήτευση του συγκεκριμένου προσώπου για να καταθέσει ενώπιον του δικαστηρίου (άρθρο 526 παράγραφος 1 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας).

Το δικαστήριο μπορεί επίσης να διατάξει αυτεπαγγέλτως τη διεξαγωγή πραγματογνωμοσύνης (άρθρο 477 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας).

Το γενικό καθήκον όλων των προσώπων να συνεργάζονται για την ανακάλυψη της αλήθειας κατοχυρώνεται στο άρθρο 417 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας.

2.2 Ποιες είναι οι ενέργειες μετά την έγκριση της αίτησης διαδίκου σχετικά με τη διεξαγωγή αποδείξεων;

Τα αποδεικτικά στοιχεία αναφέρονται, κατά κανόνα, από τους διαδίκους στα υπομνήματα, ιδίως στο εισαγωγικό της δίκης έγγραφο και στο υπόμνημα αντίκρουσης (π.χ. άρθρα 552 και 572 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας).

Το αίτημα διεξαγωγής αποδείξεων μπορεί να τροποποιηθεί κατά την προηγούμενη συζήτηση και ο κατάλογος των μαρτύρων μπορεί να τροποποιηθεί έως και 20 ημέρες πριν από τη δικάσιμο (άρθρο 598 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας).

Κατά την προκαταρκτική συζήτηση ή με διάταξη, ανάλογα με την περίπτωση, το δικαστήριο καθορίζει ποια αποδεικτικά στοιχεία είναι παραδεκτά και θα προσκομιστούν (άρθρα 591 και 593 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας).

Κατά γενικό κανόνα, η διεξαγωγή αποδείξεων πραγματοποιείται κατά την τελική συζήτηση, αλλά, κατ’ εξαίρεση, το δικαστήριο μπορεί να επιτρέψει την εκ των προτέρων προσκόμιση αποδεικτικών στοιχείων (άρθρο 419 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας).

Η διεξαγωγή αποδείξεων κατά την τελική συζήτηση πραγματοποιείται με την ακόλουθη σειρά, όπως προβλέπεται στο άρθρο 604 παράγραφος 3 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας και με την επιφύλαξη της αλλαγής της εν λόγω διάταξης από τον δικαστή:

  • μαρτυρικές καταθέσεις
  • προβολή αναπαραγωγών εικόνας ή ήχου
  • προφορικές εξηγήσεις από πραγματογνώμονες
  • εξέταση των μαρτύρων

Εάν, μετά το πέρας της ακροαματικής διαδικασίας, ο δικαστής κρίνει ότι δεν διαθέτει επαρκείς πληροφορίες, μπορεί να διατάξει την επανάληψη της ακροαματικής διαδικασίας και να εξετάσει τα πρόσωπα που επιθυμεί ή να διατάξει την προσκόμιση άλλων αναγκαίων αποδεικτικών στοιχείων (άρθρο 607 παράγραφος 1 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας).

2.3 Σε ποιες περιπτώσεις μπορεί το δικαστήριο να απορρίψει αίτηση διαδίκου για συγκέντρωση αποδεικτικών στοιχείων;

Αίτημα διεξαγωγής αποδείξεων μπορεί να απορριφθεί αν δεν υποβληθεί εντός της νόμιμης προθεσμίας ή αν έχουν απαγορευθεί τα αποδεικτικά στοιχεία.

Τα ακόλουθα παραδείγματα οδηγούν σε ολική ή μερική απόρριψη του αιτήματος διεξαγωγής αποδείξεων:

  • εάν ο κατάλογος των μαρτύρων περιλαμβάνει αριθμό μεγαλύτερο από το επιτρεπόμενο από τον νόμο όριο, αυτοί που υπερβαίνουν το όριο αυτό θεωρείται ότι δεν επιτρέπονται, με την επιφύλαξη της δυνατότητας του δικαστηρίου να δεχθεί την εξέταση μαρτύρων πέραν του ορίου που προβλέπει ο νόμος, σε εξαιρετικές περιπτώσεις (άρθρο 511 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας).
  • εάν οι διάδικοι έχουν κλητευθεί ως μάρτυρες (άρθρο 496 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας)·
  • εάν, κατά την προκαταρκτική εξέταση του μάρτυρα, ο δικαστής διαπιστώσει ότι ο μάρτυρας δεν είναι σε θέση να καταθέσει (άρθρο 513 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας)·
  • εάν ζητηθεί από διάδικο να καταθέσει πραγματικά περιστατικά για τα οποία δεν έχει γνώση (άρθρο 454 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας)
  • γενικά, εάν ο δικαστής, κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας, αποφασίζει σχετικά με αποδεικτικά στοιχεία που δεν είναι συναφή ή είναι παρελκυστικά (άρθρο 6 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας).

Σύμφωνα με το άρθρο 417 παράγραφος 2 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, όταν ένα αποδεικτικό μέσο περιλαμβάνει παραβίαση της σωματικής ή ηθικής ακεραιότητας προσώπων, επέμβαση στην ιδιωτική ή οικογενειακή ζωή, την κατοικία, την αλληλογραφία ή τις τηλεπικοινωνίες, ή παραβίαση του επαγγελματικού απορρήτου, του απορρήτου των δημοσίων υπαλλήλων ή του κρατικού απορρήτου, ο κλητευθείς μπορεί να αρνηθεί να συνεργαστεί με το δικαστήριο, αλλά εάν η άρνηση βασίζεται σε παραβίαση του απορρήτου, το δικαστήριο μπορεί να ελέγξει τη νομιμότητα του προβαλλόμενου λόγου και να απαλλάξει το πρόσωπο από το καθήκον τήρησης του απορρήτου που επικαλείται.

Ως εκ τούτου, εάν ζητηθεί από πορτογαλικό δικαστήριο η προσκόμιση αποδεικτικών στοιχείων που θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε παραβίαση του απορρήτου, το δικαστήριο του κράτους μέλους προέλευσης θα πρέπει να αναφέρει στο έντυπο της αίτησης ότι, σε μια τέτοια περίπτωση, θα επιθυμούσε να αναλάβει το πορτογαλικό δικαστήριο την πρωτοβουλία να ανοίξει το ζήτημα της απαλλαγής από την υποχρέωση τήρησης του απορρήτου.

2.4 Ποια είναι τα διάφορα αποδεικτικά μέσα;

Θεωρούνται αποδεικτικά μέσα:

α) τα τεκμήρια (άρθρο 349 του Αστικού Κώδικα)·

β) η ομολογία διαδίκου (άρθρο 352 του Αστικού Κώδικα)·

γ) οι δηλώσεις των διαδίκων, που διαφέρουν από την ομολογία (άρθρο 466 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας)·

δ) τα έγγραφα (άρθρο 362 του Αστικού Κώδικα και άρθρο 423 παράγραφος 1 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας)· στα εν λόγω έγγραφα περιλαμβάνονται οι γνωμοδοτήσεις δικηγόρων, νομικών ή τεχνικών που δεν είναι αποτέλεσμα πραγματογνωμοσύνης η οποία έχει διαταχθεί από το δικαστήριο (άρθρο 426 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας).

ε) η πραγματογνωμοσύνη (άρθρο 388 του Αστικού Κώδικα και άρθρο 467 παράγραφος 1 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας)·

στ) η δικαστική αυτοψία (άρθρο 390 του Αστικού Κώδικα και άρθρο 490 παράγραφος 1 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας)· στη δικαστική αυτοψία περιλαμβάνεται η δικαστική αυτοψία από ειδικό εμπειρογνώμονα (άρθρο 494 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας)·

ζ) η μαρτυρική κατάθεση (άρθρο 392 του Αστικού Κώδικα και άρθρο 495 παράγραφος 1 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας)·

η) η προσκόμιση αποδεικτικών στοιχείων (άρθρο 416 παράγραφος 1 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας).

2.5 Ποιες είναι οι μέθοδοι συγκέντρωσης αποδεικτικών στοιχείων από την κατάθεση μαρτύρων και σε τι διαφέρουν από τη συγκέντρωση αποδείξεων που προέρχονται από πραγματογνώμονα; Ποιοι είναι οι κανόνες που διέπουν την υποβολή γραπτών αποδεικτικών στοιχείων και εκθέσεων/γνωμοδοτήσεων πραγματογνωμόνων;

Το πορτογαλικό αστικό δικονομικό δίκαιο βασίζεται στις αρχές της προφορικότητας και της αμεσότητας, και ως εκ τούτου, κατά κανόνα, κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας και της δίκης:

  • οι μάρτυρες και οι διάδικοι (άρθρα 452, 456, 457, 466, 500, 501, 503, 506, 518 και 520 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας) εξετάζονται αυτοπροσώπως από το επιληφθέν δικαστήριο· Αν κατοικούν εκτός του τόπου της έδρας του Δικαστηρίου, εξετάζονται στο πλαίσιο βιντεοδιάσκεψης· Σε ειδικές περιπτώσεις (π.χ. ασθένεια ή σοβαρή δυσκολία προσέλευσης) μπορούν να εξεταστούν τηλεφωνικώς, με κάθε άλλο μέσο άμεσης επικοινωνίας που υποδεικνύεται από το δικαστήριο ή εγγράφως, ή ακόμα το δικαστήριο μπορεί να επισκεφθεί τον τόπο στον οποίο βρίσκονται ώστε να τους εξετάσει· Κατ’ εξαίρεση, ορισμένοι μάρτυρες έχουν το προνόμιο να εξεταστούν γραπτώς
  • το δικαστήριο μπορεί να καλέσει τους πραγματογνώμονες να παράσχουν προφορικές εξηγήσεις κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας· Οι πραγματογνώμονες των επίσημων ιδρυμάτων μπορούν επίσης να εξεταστούν μέσω βιντεοδιάσκεψης από τον τόπο εργασίας τους (άρθρο 486 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας)·
  • το δικαστήριο μπορεί να διενεργήσει επιτόπιους ελέγχους ή να διατάξει αναπαράσταση, ο δε δικαστής συνοδεύεται από τεχνικό, εφόσον το κρίνει σκόπιμο (άρθρα 490 και 492 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας)·
  • οι ισχυρισμοί των δικηγόρων στο τέλος της ακροαματικής διαδικασίας διατυπώνονται προφορικά ενώπιον του δικαστηρίου.

Από την άλλη πλευρά, οι εκθέσεις πραγματογνωμοσύνης, τα έγγραφα, οι γνωμοδοτήσεις και τα γραπτά αποδεικτικά στοιχεία γενικά, οι φωτογραφίες, οι αναπαραγωγές εικόνας και ήχου και η παρουσίαση κινητών πραγμάτων, συμπεριλαμβάνονται εκ των προτέρων στη δικογραφία, ώστε να μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο κατ’ αντιμωλία διαδικασίας και να εξεταστούν κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας (άρθρο 416 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας).

Ακίνητη ή κινητή περιουσία που δεν μπορεί να συμπεριληφθεί στον φάκελο της δικογραφίας μπορεί να επιθεωρηθεί από το δικαστήριο κατά την τελική συζήτηση και να υποβληθεί σε προηγούμενη εξέταση ή σε δικαστική αυτοψία από ειδικό εμπειρογνώμονα (άρθρο 416 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας).

Σε επείγουσες και αιτιολογημένες περιπτώσεις μπορεί να διαταχθεί η εκ των προτέρων προσκόμιση αποδεικτικών στοιχείων (άρθρο 419 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας).

Όταν τα πρόσωπα που πρόκειται να εξεταστούν διαμένουν στο εξωτερικό μπορούν να εξεταστούν πριν από την ακροαματική διαδικασία, με αίτηση για τη διενέργεια διαδικαστικών πράξεων ή, στην περίπτωση προσώπων με πορτογαλική ιθαγένεια, με ειδική επιστολή κλήτευσης που απευθύνεται στο πορτογαλικό προξενείο [άρθρο 500 στοιχείο b) του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας]. Ωστόσο, εάν ζητηθεί η διεξαγωγή αποδείξεων στο εξωτερικό μέσω βιντεοδιάσκεψης, αυτή πραγματοποιείται κατά κανόνα κατά τη διάρκεια της δίκης.

2.6 Υπάρχουν αποδεικτικά μέσα με μεγαλύτερη αποδεικτική αξία από τα άλλα;

Ναι, η αποδεικτική ισχύς ποικίλλει ανάλογα με τη φύση κάθε αποδεικτικού μέσου (βλ. απάντηση στην ερώτηση 1.3).

Ακολουθούν ορισμένα παραδείγματα αποδεικτικών μέσων με μεγαλύτερη αποδεικτική αξία από τα άλλα.

Η μαρτυρική κατάθεση δεν γίνεται δεκτή εάν η δήλωση βούλησης πρέπει, βάσει του νόμου ή συμφωνίας των διαδίκων, να είναι έγγραφη ή να αποδεικνύεται εγγράφως (άρθρο 393 παράγραφος 1 του Αστικού Κώδικα).

Επίσης, η μαρτυρική κατάθεση δεν γίνεται δεκτή όταν το γεγονός έχει αποδειχθεί πλήρως με έγγραφα ή άλλα μέσα με πλήρη αποδεικτική ισχύ (άρθρο 393 παράγραφος 2 του Αστικού Κώδικα).

Η μαρτυρική κατάθεση δεν γίνεται δεκτή εάν βασίζεται σε οποιαδήποτε συμφωνία αντίθετη ή πρόσθετη στο περιεχόμενο δημόσιων ή ιδιωτικών εγγράφων με πλήρη αποδεικτική ισχύ, ανεξαρτήτως εάν η συμφωνία συνήφθη πριν από, ταυτόχρονα με, ή μετά τη δημιουργία του εκάστοτε εγγράφου (άρθρο 394 παράγραφος 1 του Αστικού Κώδικα).

Έγγραφη δικαστική ομολογία έχει πλήρη αποδεικτική ισχύ κατά του ομολογούντος (άρθρο 358 παράγραφος 1 του Αστικού Κώδικα).

Εξωδικαστική ομολογία, με τη μορφή δημόσιου ή ιδιωτικού εγγράφου, θεωρείται αποδεδειγμένη σύμφωνα με τις προϋποθέσεις που ισχύουν για τα εν λόγω έγγραφα και, εάν έγινε προς τον αντίδικο ή τον εκπρόσωπό του, έχει πλήρη αποδεικτική ισχύ (άρθρο 358 παράγραφος 2 του Αστικού Κώδικα).

Εξωδικαστική ομολογία η οποία δεν έχει τη μορφή εγγράφου δεν μπορεί να αποδειχθεί με μάρτυρες στις περιπτώσεις στις οποίες δεν γίνονται δεκτές μαρτυρικές καταθέσεις όταν αυτές γίνονται δεκτές, το δικαστήριο εκτιμά ελεύθερα την αποδεικτική ισχύ τους (άρθρο 358 παράγραφος 3 του Αστικού Κώδικα).

Μη έγγραφες δικαστικές ομολογίες και εξωδικαστικές ομολογίες σε τρίτο ή περιεχόμενες σε διαθήκη εκτιμώνται ελεύθερα από το δικαστήριο (άρθρο 358 παράγραφος 4 του Αστικού Κώδικα).

Η ομολογία δεν αποτελεί απόδειξη κατά του ομολογούντος (άρθρο 354 του Αστικού Κώδικα) στις ακόλουθες περιπτώσεις: εάν κρίνεται ανεπαρκής από τον νόμο ή βασίζεται σε πραγματικά περιστατικά των οποίων η αναγνώριση ή η διερεύνηση απαγορεύεται από τον νόμο εάν βασίζεται σε πραγματικά περιστατικά που αφορούν αναπαλλοτρίωτα δικαιώματα εάν το πραγματικό περιστατικό που αποτελεί αντικείμενο της ομολογίας είναι ανέφικτο ή προφανώς ανύπαρκτο.

Δεν είναι παραδεκτή η μαρτυρική κατάθεση επί εικονικής συμφωνίας ή καλυπτόμενης δικαιοπραξίας όταν τις επικαλούνται τα μέρη τους (άρθρο 394 του Αστικού Κώδικα).

2.7 Είναι υποχρεωτική η χρήση συγκεκριμένων αποδεικτικών μέσων για την απόδειξη ορισμένων πραγματικών περιστατικών;

Ναι, ιδίως στις ακόλουθες περιπτώσεις:

  • Όταν ο νόμος απαιτεί ως αποδεικτικό μέσο δήλωσης βούλησης έγγραφο το οποίο υπόκειται σε ορισμένο τύπο, αυτό δεν μπορεί να υποκατασταθεί από άλλο αποδεικτικό μέσο ή από άλλο έγγραφο, εκτός εάν το τελευταίο έχει ανώτερη αποδεικτική ισχύ (άρθρο 364 παράγραφος 1 του Αστικού Κώδικα)·
  • Όταν ο νόμος απαιτεί ειδικό τύπο για την ύπαρξη ή την απόδειξη νομικού γεγονότος, ο εν λόγω τύπος είναι απαραίτητος (άρθρο 220 του Αστικού Κώδικα).

2.8 Οι μάρτυρες υποχρεούνται από το νόμο να καταθέσουν;

Κάθε πρόσωπο, ανεξάρτητα από το κατά πόσον είναι διάδικος στην υπόθεση, υποχρεούται να συνεργάζεται για την εξακρίβωση της αλήθειας. Οφείλει να απαντά στις ερωτήσεις που του τίθενται, να υποβάλλεται στις αναγκαίες έρευνες, να παρέχει τα στοιχεία που του ζητούνται και να εκτελεί τις πράξεις που καθορίζονται (άρθρο 417 παράγραφος 1 του Αστικού Κώδικα).

2.9 Σε ποιες περιπτώσεις οι μάρτυρες μπορούν να αρνηθούν να καταθέσουν;

Μπορούν να αρνηθούν να καταθέσουν ως μάρτυρες, με εξαίρεση τις διαδικασίες που στοχεύουν στην εξακρίβωση της γέννησης ή του θανάτου παιδιού (άρθρο 497 παράγραφος 1 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας):

  • οι ανιόντες σε υποθέσεις που αφορούν κατιόντες τους, οι θετοί γονείς σε υποθέσεις που αφορούν τα θετά τέκνα τους και αντιστρόφως
  • ο πεθερός ή η πεθερά σε υποθέσεις που αφορούν τον γαμπρό ή τη νύφη τους και αντιστρόφως
  • ο ένας εκ των συζύγων ή πρώην συζύγων σε υποθέσεις στις οποίες διάδικος είναι ο άλλος σύζυγος ή πρώην σύζυγος
  • οποιοσδήποτε συγκατοικεί ή συγκατοίκησε, στο πλαίσιο ελεύθερης συμβίωσης, υπό συνθήκες ανάλογες με εκείνες των συζύγων, με οποιονδήποτε από τους διαδίκους.

Ο δικαστής οφείλει να ενημερώσει τα προαναφερθέντα πρόσωπα για το δικαίωμά τους να αρνηθούν να καταθέσουν στο δικαστήριο (άρθρο 497 παράγραφος 2 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας).

Οι μάρτυρες που δεσμεύονται από επαγγελματικό απόρρητο, το απόρρητο των δημοσίων υπαλλήλων και το κρατικό απόρρητο, μπορούν δικαιολογημένα να αρνηθούν να καταθέσουν σε σχέση με πραγματικά περιστατικά που καλύπτονται από το εν λόγω απόρρητο (άρθρο 497 παράγραφος 3 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας).

2.10 Μπορεί ένα πρόσωπο που αρνείται τη μαρτυρία να υποστεί κυρώσεις ή να εξαναγκασθεί να καταθέσει;

Η άρνηση ορκοδοσίας εξισώνεται με άρνηση κατάθεσης και σε κάθε περίπτωση το δικαστήριο μπορεί να επιβάλει πρόστιμο στον μάρτυρα (άρθρο 417 παράγραφος 2, άρθρο 459 και άρθρο 513 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας).

Εάν ο μάρτυρας απουσιάζει αδικαιολόγητα, το δικαστήριο μπορεί να του επιβάλει πρόστιμο ή να διατάξει την κράτησή του (άρθρο 508 παράγραφος 4 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας).

Η ψευδής μαρτυρία είναι αδίκημα (άρθρο 360 του Ποινικού Κώδικα).

2.11 Υπάρχουν πρόσωπα τα οποία δεν επιτρέπεται να εξετάζονται ως μάρτυρες;

Δεν μπορούν να καταθέσουν ως μάρτυρες πρόσωπα που δεν έχουν την πνευματική ικανότητα να καταθέσουν ως προς τα πραγματικά περιστατικά που αποτελούν αντικείμενο της διεξαγωγής αποδείξεων, ενώ εναπόκειται στον δικαστή να αξιολογήσει τη σωματική τους ικανότητα (άρθρο 495 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας).

Τα πρόσωπα που ενδέχεται να καταθέσουν ως διάδικοι δεν μπορούν να καταθέσουν ως μάρτυρες (άρθρο 496 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας).

Μπορούν να καταθέσουν ως διάδικοι πρόσωπα που έχουν ικανότητα διαδίκου, ενήλικοι που τελούν υπό δικαστική συμπαράσταση, κηδεμόνες ανηλίκων, νομικά πρόσωπα και ενώσεις προσώπων, υπό τους όρους που προβλέπονται στο άρθρο 453 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας.

2.12 Ποιος είναι ο ρόλος του δικαστή και των διαδίκων κατά την εξέταση μάρτυρα; Υπό ποίους όρους μπορεί ένας μάρτυρας να εξεταστεί με τηλεδιάσκεψη ή άλλα τεχνικά μέσα;

Οι μάρτυρες καταθέτουν στην τελική συνεδρίαση είτε με προσωπική παρουσία στο δικαστήριο είτε μέσω βιντεοδιάσκεψης (άρθρο 500 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας), εξαιρουμένων των ακόλουθων περιπτώσεων:

  • όταν η εξέταση του μάρτυρα διεξάγεται σε προγενέστερο στάδιο (αυτό μπορεί να συμβεί όταν υπάρχει βάσιμος φόβος να καταστεί ανέφικτη ή εξαιρετικά δυσχερής η κατάθεση ορισμένου προσώπου)
  • όταν η κατάθεση πραγματοποιείται στο πλαίσιο αίτησης δικαστικής συνδρομής προς πορτογαλικό προξενείο
  • όταν η κατάθεση διεξάγεται στην κατοικία του προσώπου ή στην έδρα υπηρεσιών (δικαίωμα που αναγνωρίζεται στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας και στους αλλοδαπούς διπλωματικούς υπαλλήλους, υπό τον όρο της αμοιβαιότητας)
  • όταν διαπιστώνεται αδυναμία εμφάνισης ενώπιον του δικαστηρίου
  • όταν ασκείται το δικαίωμα κατάθεσης εγγράφως.

Ο μάρτυρας πρέπει να καταθέσει με ακρίβεια, αναφέροντας τους λόγους και τις περιστάσεις που δικαιολογούν τη γνώση των πραγματικών περιστατικών Η γνώση της οποίας γίνεται επίκληση πρέπει να προσδιορίζεται και να αιτιολογείται, εφόσον είναι εφικτό (άρθρο 516 παράγραφος 1 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας).

Η εξέταση γίνεται από τον δικηγόρο του διαδίκου που κάλεσε τον μάρτυρα να καταθέσει και ο εν λόγω δικηγόρος δικαιούται να θέσει ερωτήσεις στον μάρτυρα σχετικά με τα πραγματικά περιστατικά που αναφέρονται στην κατάθεσή του, οι οποίες είναι απαραίτητες για να συμπληρωθεί ή να διευκρινισθεί η κατάθεση (άρθρο 516 παράγραφος 2 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας).

Ο δικαστής μεριμνά ώστε οι δικηγόροι να φέρονται με ευγένεια στον μάρτυρα και να μην του απευθύνουν ερωτήσεις ή σκέψεις αλυσιτελείς, κατευθυντήριες, παραπλανητικές ή προσβλητικές (άρθρο 516 παράγραφος 3 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας).

Η εξέταση και η αντεξέταση διεξάγονται από εκπροσώπους των διαδίκων, με την επιφύλαξη των πληροφοριών που ζητεί ο δικαστής ή της δυνατότητας του δικαστή να θέσει ερωτήσεις τις οποίες θεωρεί σκόπιμες για την εξακρίβωση της αλήθειας (άρθρο 516 παράγραφος 4 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας).

Ο δικαστής διεξάγει την εξέταση ο ίδιος, εφόσον αυτό είναι απαραίτητο για να διασφαλισθεί η ηρεμία του μάρτυρα ή να τεθεί τέλος σε ανάρμοστη αντεξέταση (άρθρο 516 παράγραφος 5 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας).

Ο μάρτυρας, προτού απαντήσει στις ερωτήσεις που του τίθενται, μπορεί να ανατρέξει στη δικογραφία, να ζητήσει να του επιδειχθούν ορισμένα έγγραφα που περιέχονται σε αυτήν ή να προσκομίσει έγγραφα προς υποστήριξη της κατάθεσής του μόνον έγγραφα τα οποία δεν θα μπορούσε να προσκομίσει ο αντίστοιχος διάδικος παραλαμβάνονται και περιλαμβάνονται στη δικογραφία (άρθρο 516 παράγραφος 6 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας).

3 Αξιολόγηση των αποδεικτικών στοιχείων

3.1 Στις περιπτώσεις που τα αποδεικτικά στοιχεία δεν έχουν συγκεντρωθεί με νόμιμο τρόπο από διάδικο, μπορεί να τα χρησιμοποιήσει το δικαστήριο για την έκδοση της απόφασής του;

Ναι, ιδίως στις περιπτώσεις που προβλέπονται στα ακόλουθα άρθρα του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας:

  • 421 — όρια της εκτός της διαδικασίας αξίας των αποδεικτικών στοιχείων
  • 444, 446 και 451 — αμφισβήτηση εγγράφων, αντίκρουση της γνησιότητάς τους και ψευδής δικαστική πράξη
  • 464 — αγωγή για την κήρυξη της ακυρότητας της ομολογίας
  • 490 — παραβίαση της ιδιωτικής ζωής, της οικογενειακής ζωής και της ανθρώπινης αξιοπρέπειας
  • 514 — μαρτυρικές καταθέσεις που προσβάλλονται για τους ίδιους λόγους με εκείνους για τους οποίους ο δικαστής πρέπει να αντιταχθεί στην κατάθεση

3.2 Γίνονται δεκτές ως αποδεικτικά στοιχεία οι μαρτυρίες των διαδίκων;

Ναι, στην περίπτωση της απόδειξης με ομολογία, η οποία συνίσταται στην αναγνώριση, από τον διάδικο, ενός πραγματικού περιστατικού που είναι δυσμενές γι’ αυτόν και ευνοεί τον αντίδικο, και λαμβάνεται μέσω κατάθεσης του διαδίκου (άρθρο 352 του Αστικού Κώδικα και άρθρο 452 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας).

Επίσης, δηλώσεις των διαδίκων, που μπορούν να ζητηθούν από τους διαδίκους μέχρι την έναρξη της διατύπωσης ισχυρισμών στο πλαίσιο της πρωτόδικης διαδικασίας και αφορούν πραγματικά περιστατικά στα οποία οι διάδικοι παρενέβησαν προσωπικά ή των οποίων έχουν άμεση γνώση (άρθρο 466 παράγραφος 1 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας).

Το δικαστήριο εκτιμά ελεύθερα τις δηλώσεις των διαδίκων, εκτός εάν περιλαμβάνουν ομολογία (άρθρο 466 παράγραφος 3 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας).

Συναφώς, βλέπε επίσης την απάντηση στην ερώτηση 2.6.

Χρήσιμοι σύνδεσμοι

Αστικός Κώδικας

Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας

Τελευταία επικαιροποίηση: 23/11/2021

Την έκδοση αυτής της σελίδας στην εθνική γλώσσα διαχειρίζεται ο αντίστοιχος αρμόδιος επαφής του ΕΔΔ. Οι μεταφράσεις έχουν γίνει από την αρμόδια υπηρεσία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Οι τυχόν αλλαγές που επιφέρει η αρμόδια εθνική αρχή στο πρωτότυπο ενδέχεται να μην έχουν περιληφθεί ακόμα στις μεταφράσεις. Η Επιτροπή και το Ευρωπαϊκό Δικαστικό Δίκτυο δεν αναλαμβάνουν καμία απολύτως ευθύνη όσον αφορά πληροφορίες ή δεδομένα που περιέχονται ή αναφέρονται στο παρόν έγγραφο. Βλ. την ανακοίνωση νομικού περιεχομένου για τους κανόνες πνευματικής ιδιοκτησίας που ισχύουν στο κράτος μέλος που είναι αρμόδιο για την παρούσα σελίδα.