Chiudi

LA VERSIONE BETA DEL PORTALE È DISPONIBILE ORA!

Visita la versione BETA del portale europeo della giustizia elettronica e lascia un commento sulla tua esperienza sul sito!

 
 

Percorso di navigazione

menu starting dummy link

Page navigation

menu ending dummy link

Πρόσβαση στη δικαιοσύνη για περιβαλλοντικά θέματα - Αυστρία

La pagina è stata tradotta automaticamente. Non è possibile garantirne la qualità.

La qualità della traduzione è stata giudicata: media

La traduzione vi risulta utile?


  1. Συνταγματικά θεμέλια
  2. Δικαιοσύνη
  3. #II
  4. Πρόσβαση σε πληροφορίες — υποθέσεις σχετικές με το περιβάλλον
  5. Πρόσβαση στη δικαιοσύνη και συμμετοχή του κοινού
  6. Πρόσβαση στη δικαιοσύνη κατά πράξεων ή παραλείψεων
  7. Άλλα μέσα πρόσβασης στη δικαιοσύνη
  8. Ιδιότητα διαδίκου
  9. Νομική εκπροσώπηση
  10. Αποδεικτικά στοιχεία
  11. Προσωρινά μέτρα
  12. Επί των δικαστικών εξόδων
  13. Μηχανισμοί οικονομικής συνδρομής
  14. Επικαιρότητα
  15. Άλλα θέματα
  16. Αλλοδαποί
  17. Διασυνοριακές υποθέσεις

I. Συνταγματικά θεμέλια

Το Ομοσπονδιακό Σύνταγμα της Αυστρίας δεν κατοχυρώνει το υποκειμενικό δικαίωμα για (ένα καθαρό, υγιές, ευχάριστο κτλ.) περιβάλλον.

Η Αυστρία έχει υιοθετήσει πλήρως τον συνολικό στόχο της προστασίας του περιβάλλοντος. Η ομολογία αυτή κατοχυρώνεται από το 1984 στο πλαίσιο του ομοσπονδιακού συντάγματος (Bundes-Verfassungsgesetz — B-VG) για την ολοκληρωμένη προστασία του περιβάλλοντος (B-VG über den umfassenden Umweltschutz) αλλά δεν προβλέπει το θεμελιώδες δικαίωμα στην προστασία του περιβάλλοντος. Το ομοσπονδιακό σύνταγμα για μια μη πυρηνική Αυστρία (B-VG über ein atomfreies Österreich) αναφέρεται στην απαγόρευση της παραγωγής πυρηνικής ενέργειας στην Αυστρία. Το ομοσπονδιακό σύνταγμα προβλέπει την κατανομή των αρμοδιοτήτων μεταξύ του ομοσπονδιακού κράτους, των περιφερειών και των περιφερειακών αρχών στον τομέα της προστασίας του περιβάλλοντος.

Σύμφωνα με το Ομοσπονδιακό Σύνταγμα της Αυστρίας (B-VG) η προστασία του περιβάλλοντος είναι ένα διατομεακό ζήτημα το οποίο κατανέμεται μεταξύ της ομοσπονδιακής κυβέρνησης και των ομόσπονδων επαρχιών. Έτσι, η ομοσπονδιακή νομοθεσία (π.χ. νόμος διαχείρισης αποβλήτων, κώδικας του κλάδου 1994, νόμος για την εκτίμηση των περιβαλλοντικών επιπτώσεων του 2000, νομοθετική πράξη για τα ύδατα, ο νόμος περί δασοκομίας) ισχύει παράλληλα με τον περιφερειακό νόμο (π.χ. πράξεις που αφορούν την προστασία της φύσης ή του πολεοδομικού δικαίου) για τη ρύθμιση της προστασίας του περιβάλλοντος.

Η Ευρωπαϊκή Σύμβαση για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ) η οποία διέπεται από συνταγματικό καθεστώς στην Αυστρία ορίζει το δικαίωμα σε μια δίκαιη δίκη για όλους όσον αφορά τα πολιτικά δικαιώματα και τις υποχρεώσεις τους, καθώς και ποινικές διαδικασίες (άρθρο 6 της ΕΣΔΑ). Κάθε πρόσωπο έχει δικαίωμα πρόσβασης στη δικαιοσύνη — από ανεξάρτητο και αμερόληπτο δικαστήριο, που έχει συσταθεί νομίμως. Οι διαδικασίες πρέπει να διεξάγονται δημοσίως και προφορικά. Η διάταξη αυτή ενσωματώνει, επιπλέον, το δικαίωμα εύλογης διάρκειας των διαδικασιών. Το άρθρο 13 της ΕΣΔΑ διασφαλίζει το δικαίωμα πραγματικής προσφυγής.

Οι πολίτες της Αυστρίας δεν έχουν το δικαίωμα να επικαλεστούν άμεσα το δικαίωμα στο περιβάλλον σε μια διοικητική ή δικαστική διαδικασία. Ούτε το Αυστριακό Σύνταγμα ούτε η Ευρωπαϊκή Σύμβαση για τα δικαιώματα του ανθρώπου ή η Χάρτα των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης κατοχυρώνουν ένα τέτοιο θεμελιώδες δικαίωμα.

Οι διάδικοι μπορούν να επικαλούνται απευθείας τις διεθνείς συμφωνίες, εάν έχουν συνταγματική ή νομική ιδιότητα και αν το περιεχόμενό τους καθορίζεται επαρκώς (άρθρο 18 του ομοσπονδιακού συνταγματικού δικαίου). Εάν τα αρμόδια όργανα (κοινοβούλιο, ομοσπονδιακή κυβέρνηση, ομοσπονδιακός Πρόεδρος) αποφασίσουν να εγκρίνουν μια διεθνή συμφωνία με χωριστές πράξεις, κανονισμούς κλπ. δεν είναι δυνατή καμία άμεση επίκληση (άρθρο 50 παράγραφος 2 στοιχείο 4 του ομοσπονδιακού συνταγματικού δικαίου).

Η σύμβαση για την πρόσβαση σε πληροφορίες, η συμμετοχή του κοινού στη διαδικασία λήψης αποφάσεων και η πρόσβαση στη δικαιοσύνη σε θέματα περιβάλλοντος (σύμβαση του Aarhus), κυρώθηκε χωρίς να αναφέρει την έγκριση της συμφωνίας με χωριστές πράξεις, κανονισμούς κλπ. στο αυστριακό νομικό πλαίσιο. Αν είχε προσδιοριστεί επαρκώς το περιεχόμενο των διατάξεών της, θα ήταν δυνατή η άμεση επίκληση.

ΙΙ. Δικαιοσύνη

Η Αυστρία εφαρμόζει την αρχή της διάκρισης της εκτελεστικής και της δικαστικής εξουσίας — Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο πρέπει να υπάρχει διάκριση

α.) η αστικού και ποινικού δικαστικού κλάδου, και

β) η διοικητικού δικαστικού κλάδου.

Στις αστικές και ποινικές υποθέσεις υπάρχουν τέσσερις διαφορετικοί τύποι δικαστηρίων (οι οποίοι απαριθμούνται από το χαμηλότερο στο υψηλότερο δικαστικό επίπεδο):

  • Τοπικά δικαστήρια
  • Περιφερειακά δικαστήρια
    • Λειτουργούν ως πρωτοβάθμια δικαστήρια στις πιο σημαντικές υποθέσεις
    • Επίσης λειτουργούν ως εφετεία σε σχέση με τα περιφερειακά δικαστήρια
  • Τέσσερα Εφετεία
    • Λειτουργούν ως δευτεροβάθμια δικαστήρια επισήμως έναντι των περιφερειακών δικαστηρίων
  • Ανώτατο δικαστήριο στο οποίο υπάγονται όλες οι αστικές και ποινικές υποθέσεις

Τα αστικά και ποινικά δικαστήρια δεν έχουν αρμοδιότητα να αναθεωρούν αποφάσεις ή ρυθμίσεις που εκδίδονται από διοικητικές αρχές.

Κατά κανόνα, σε διοικητικές υποθέσεις δεν υπάρχει τέτοιο δικαστικό σύστημα. Μόνο κάποιες αποφάσεις από διοικητικά όργανα μπορούν να υπόκεινται σε έλεγχο από τα Ανεξάρτητα Διοικητικά Δικαστήρια στα ομόσπονδα κρατίδια (Unabhängige Verwaltungssenate UVS). Αν όλα τα διοικητικά μέσα έχουν εξαντληθεί η μόνη δυνατότητα είναι η έκτακτη προσφυγή σε δικαστήριο τελευταίου βαθμού (Διοικητικό Δικαστήριο — Verwaltungsgerichtshof) για την πρόσβαση σε δικαστήριο για διοικητικά θέματα. Το Συνταγματικό Δικαστήριο (Verfassungsgerichtshof) είναι αρμόδιο για τον δικαστικό έλεγχο της νομιμότητας των διοικητικών αποφάσεων ή κρίσεων, τους διοικητικούς κανονισμούς και τη συνταγματικότητα των νόμων. Πχ. στην περίπτωση παραβίασης θεμελιωδών δικαιωμάτων από δημόσιες αρχές αρμόδιο είναι το Συνταγματικό Δικαστήριο.

Τα γενικά διοικητικά όργανα αποφασίζουν για περιβαλλοντικά ζητήματα (πχ. οι ομοσπονδιακοί υπουργοί, οι περιφερειακοί διοικητές κλπ.) και έχουν οριστεί ειδικές διοικητικές αρχές οι οποίες αποφασίζουν για αυτά τα ζητήματα. Τα προαναφερθέντα Ανεξάρτητα Διοικητικά Δικαστήρια λειτουργούν ως όργανα προσφυγής σε ορισμένες ομοσπονδιακές ή περιφερειακές περιβαλλοντικές υποθέσεις και λειτουργούν ως δευτεροβάθμια όργανα σε διαδικασίες επιβολής περιβαλλοντικών ποινών. Προσφυγή σε ξεχωριστή περιβαλλοντική αρχή μπορεί να γίνει αποκλειστικά σε εκτιμήσεις περιβαλλοντικών επιπτώσεων — Η Ανεξάρτητη Περιβαλλοντική Γερουσία (unabhängiger Umweltsenat — US) λειτουργεί εδώ ως δευτεροβάθμια αρχή.

Γενικά το forum shopping (η επιλογή του αρμόδιου δικαστηρίου από έναν διάδικο στις διαδικασίες) δεν ισχύει στην Αυστρία — απαιτείται η υπόθεση να υποβληθεί στο αρμόδιο δικαστήριο (διοικητικό ή γενικό), του σωστού επιπέδου δικαιοδοσίας και στο σωστό μέρος (πόλη). Οπωσδήποτε όμως, σε ορισμένες αστικές διαδικασίες υπάρχει μια πιθανότητα οι διάδικοι να αποφασίσουν από κοινού ποιο δικαστήριο έχει δικαιοδοσία σε περίπτωση άσκησης προσφυγής.

Η προσφυγή περιγράφεται ως μια επίσημη προσβολή των κυβερνητικών — πιο συχνά δικαστικών αποφάσεων (πχ. δικαστικών κρίσεων). Μπορεί να γίνει χρήση ενός τακτικού ένδικου μέσου για την προσβολή αποφάσεων οι οποίες δεν είναι ακόμη νομικά δεσμευτικές (δηλ. των οποίων η προθεσμία προσφυγής δεν έχει λήξει). Υπάρχουν διαφορετικοί τύποι προσφυγών στο αυστριακό νομικό πλαίσιο:

  • Berufung
  • Rekurs και
  • Αναθεώρηση.

Στόχος των έκτακτων ένδικων μέσων είναι να προσβάλλουν νομικά δεσμευτικές αποφάσεις. Ο νόμος καθορίζει κάτω από ποιες ειδικές συνθήκες μπορεί να ασκηθεί ένα τέτοιο έκτακτο ένδικο μέσο.

Το διοικητικό δικαστήριο μπορεί να απορρίψει την προσφυγή ως αβάσιμη, να αναπέμψει την υπόθεση ή να προβεί σε επανεξέταση του περιεχομένου (SEC. 42 παράγραφος 1 του Νόμου περί Διοικητικών Δικαστηρίων — Verwaltungsgerichtshofgesetz — VwGG). Αυτό μπορεί να συμβεί αν η υπόθεση είναι έτοιμη για την έκδοση απόφασης και αν εξετάζει καλύτερα τους παράγοντες απλούστευση, καταλληλότητα και εξοικονόμηση δαπανών (άρθρο 42 παράγραφος 3α του νόμου περί διοικητικών δικαστηρίων) ώστε η απόφαση να ληφθεί από το διοικητικό δικαστήριο. Σε περίπτωση αναπομπής, η διοικητική αρχή δεσμεύεται στη συνέχεια από τη γνώμη του διοικητικού δικαστηρίου.

Κατά κανόνα τα περισσότερα περιβαλλοντικά θέματα υπόκεινται σε διοικητικές διαδικασίες — Ωστόσο, ορισμένα περιβαλλοντικά ζητήματα πρέπει να αποφασίζονται στο πλαίσιο της ποινικής και αστικής δικαιοδοσίας.

Σε ποινικές διαδικασίες κάθε πολίτης δικαιούται να αναφέρει εγκληματικές πράξεις (π.χ. κατάχρηση εξουσίας εκ μέρους συγκεκριμένων αρχών) στον εισαγγελέα. Οποιοσδήποτε μπορεί να συμμετέχει ως μάρτυρας στις διαδικασίες αλλά δεν μπορεί να αξιώσει να παραπεμφθεί η υπόθεση στο Δικαστήριο. Τα ένδικα μέσα κατά δικαστικών αποφάσεων περιορίζονται στον εισαγγελέα και στον κατηγορούμενο.

Το αυστριακό αστικό δίκαιο προβλέπει μόνο μερικές διατάξεις σε θέματα περιβάλλοντος. Το. 364 και 364α του αυστριακού αστικού κώδικα (Allgemeines Bürgerliches Gesetzbuch — ABGB). Νομιμοποίηση άσκησης προσφυγής έχουν οι «γείτονες» — ως γείτονες ορίζονται όλα τα άτομα που ζουν σε μια περιοχή η οποία πλήττεται από τις εισροές ρύπων ή από μια εγκατάσταση. Έχουν το δικαίωμα να καταθέσουν ασφαλιστικά μέτρα και αγωγή αποζημιώσεως — Εάν η λειτουργία της μονάδας καλύπτεται από διοικητική άδεια, ο γείτονας πρέπει να ανέχεται την όχληση από τις εκπομπές της μονάδας (αν και δικαιούται αποζημίωση). Μόνο στην περίπτωση που οι εκπομπές από τη μονάδα η οποία καλύπτεται από άδεια θέτουν σε κίνδυνο τη ζωή ή την υγεία των γειτόνων μπορούν να καθοριστούν περαιτέρω περιορισμοί.

Κατά κανόνα, η πρόσβαση στη δικαιοσύνη πρέπει να εξασφαλίζεται σε κάθε πρόσωπο του οποίου τα υποκειμενικά δικαιώματα έχουν παραβιαστεί από το κράτος. Ένα υποκειμενικό δικαίωμα διασφαλίζεται με τους κανόνες εκείνους που έχουν σχεδιαστεί για να εξυπηρετούν και να προστατεύουν μεταξύ άλλων και τα ατομικά συμφέροντα. Σε αυτό το πλαίσιο, ιδιαίτερη σημασία αποδίδεται στα θεμελιώδη δικαιώματα, ο μοναδικός σκοπός των οποίων είναι η προστασία των ατομικών συμφερόντων έναντι του κράτους.

Σύμφωνα με τους ανωτέρω κανόνες, ένα άτομο έχει τη νομιμοποίηση άσκησης προσφυγής σε διοικητικές διαδικασίες όσον αφορά περιβαλλοντικά ζητήματα, αν πλήττεται άμεσα — πρέπει να πλήττεται ένα «υποκειμενικό δικαίωμα» και ο νόμος πρέπει να προβλέπει ειδικά δικαιώματα διαδίκου για την κίνηση διοικητικών διαδικασιών ή τη συμμετοχή σε αυτές.

Κατά κανόνα, τα δικαστήρια δεσμεύονται από το περιεχόμενο των προτάσεων που υποβλήθηκαν από τους διαδίκους κατά τη διαδικασία — δηλαδή δεν ενεργούν αυτεπαγγέλτως.

ΙΙΙ. Πρόσβαση σε πληροφορίες — υποθέσεις σχετικές με το περιβάλλον

Οι περιβαλλοντικές πληροφορίες πρέπει να παρέχονται από διοικητικούς φορείς και άλλα όργανα τα οποία φέρουν περιβαλλοντικές ευθύνες. Αν τα εν λόγω όργανα αρνηθούν να παράσχουν περιβαλλοντικές πληροφορίες ή τις παρέχουν με ακατάλληλο ή ανεπαρκή τρόπο, ο αιτών τις πληροφορίες ή το άτομο που πλήττεται άμεσα από την άρνηση ή τις λανθασμένες πληροφορίες μπορεί να ζητήσει την έκδοση μιας επίσημης αρνητικής απόφασης (SEC. 8 του νόμου για τις Περιβαλλοντικές Πληροφορίες/Umweltinformationsgesetz — UIG). Στη συνέχεια ο αιτών δικαιούται να προσφύγει κατά των επίσημα εκδοθέντων αρνητικών αποφάσεων στο Ανεξάρτητο Διοικητικό Δικαστήριο. Μετά από αυτό ο αιτών μπορεί να υποβάλει καταγγελία (Bescheidbeschwerde) στο Συνταγματικό ή Διοικητικό Δικαστήριο.

Η άρνηση ή η ανεπαρκής εκπλήρωση του αιτήματος παροχής πληροφοριών πρέπει να είναι αιτιολογημένη (SEC. 5 του UIG) και ο αιτών τις πληροφορίες πρέπει να ενημερώνεται για τα διαθέσιμα ένδικα μέσα που προβλέπονται από το άρθρο 8 του νόμου για τις Περιβαλλοντικές Πληροφορίες (UIG).

Οι διαδικαστικοί κανόνες οι οποίοι ισχύουν για τις αιτήσεις περιβαλλοντικών πληροφοριών καθορίζονται κατά κανόνα από τον νόμο για τις Περιβαλλοντικές Πληροφορίες (UIG). Για όλα τα ζητήματα που δεν εξετάζει ο εν λόγω νόμος, πρέπει να εφαρμόζονται οι διαδικαστικές διατάξεις του Γενικού Νόμου Διοικητικής Διαδικασίας (Allgemeines Verwaltungsverfahrensgesetz — AVG).

Για την έκδοση της επίσημης απόφασης ο Γενικός Νόμος Διοικητικής Διαδικασίας πρέπει να εφαρμόζεται αναλόγως εάν οι τομεακές διατάξεις για το εκάστοτε ζήτημα δεν προβλέπουν ειδικούς διαδικαστικούς κανόνες (άρθρο. 8/2 ΤΟΥ UIG).

Σύμφωνα με τον Γενικό Νόμο Διοικητικής Διαδικασίας οι τυπικές προϋποθέσεις για την άσκηση προσφυγής είναι οι εξής:

  • γραπτή μορφή
  • κατά κανόνα γραμμένη στη γερμανική γλώσσα
  • προθεσμία δύο εβδομάδων μετά την παραλαβή της επίσημης αρνητικής απόφασης
  • Η προσφυγή πρέπει να κατατεθεί στο διοικητικό όργανο που εξέδωσε την αρνητική απόφαση.

Στις διοικητικές διαδικασίες δεν συμμετέχουν υποχρεωτικά συνήγοροι. Ωστόσο προσφυγές στο Διοικητικό Δικαστήριο ή στο Συνταγματικό Δικαστήριο, πρέπει να κατατίθενται από εξουσιοδοτημένο δικηγόρο (υποχρεωτική παράσταση συνηγόρου) (άρθρο 24 παράγραφος 2 του νόμου περί διοικητικών δικαστηρίων και SEC. 17 παράγραφος 2 του Νόμου περί Συνταγματικών Δικαστηρίων — Verfassungsgerichtshofgesetz — VfGG).

Τα δικαστήρια έχουν πρόσβαση στις πληροφορίες, η προσβασιμότητα των οποίων αμφισβητείται. Το δικαστήριο εκδίδει την απόφασή του βάσει των πληροφοριών η προσβασιμότητα των οποίων αμφισβητείται — λαμβάνοντας με αυτόν τον τρόπο τόσο τους λόγους που επικαλείται ο αιτών όσο και τους λόγους που επικαλείται η αρχή

Εάν το Ανεξάρτητο Διοικητικό Δικαστήριο κρίνει ότι η προσφυγή είναι αιτιολογημένη, ακυρώνεται η απόφαση άρνησης της παροχής πληροφοριών. Η αρχή δεσμεύεται από την απόφαση και τις ερμηνείες του Δικαστηρίου και είναι υποχρεωμένη να διαβιβάζει τις πληροφορίες.

Το σύστημα περιβαλλοντικών πληροφοριών διέπεται από το δημόσιο δίκαιο (öffentliches Recht) αποτελείται από έναν ομοσπονδιακό του νόμου για τις Περιβαλλοντικές Πληροφορίες (Bundes-Umweltinformationsgesetz — UIG) και εννέα περιφερειακές περιβαλλοντικές πληροφορίες πράξεις (Landes-Umweltinformationsgesetze — L-UIGs), οι οποίες καλύπτουν αιτήσεις περιβαλλοντικών πληροφοριών στο πλαίσιο των νομοθετικών αρμοδιοτήτων εννέα επαρχιών της Αυστρίας (δηλ. προστασία της φύσης).

IV. Πρόσβαση στη δικαιοσύνη και συμμετοχή του κοινού

Επισημαίνεται ότι η Αυστρία δεν έχει μία μόνο νομοθετική πράξη περιβαλλοντικού δικαίου ούτε μια ξεχωριστή αρμόδια αρχή που είνα ι υπεύθυνη για τις διαδικασίες που αφορούν την περιβαλλοντική νομοθεσία. Αυστριακές διατάξεις που αφορούν την προστασία του περιβάλλοντος, μπορεί μάλλον να εντοπιστεί σε πολλές νομικές πράξεις που αφορούν τον τομέα του αστικού δικαίου (ιδίως το λεγόμενο ιδιωτικό περιβαλλοντικό δίκαιο), του ποινικού δικαίου — στις περισσότερες περιπτώσεις — και διοικητικού δικαίου (π.χ. διαχείριση των υδάτων — Wasserrechtsgesetz — WRG, ο νόμος για τη διαχείριση των Αποβλήτων — Abfallwirtschaftsgesetz _AWG, το εμπόριο και τη Βιομηχανία — Gewerbeordnung — GewO κλπ.). Το πιο σημαντικό τμήμα της αυστριακής νομοθεσίας για την προστασία του περιβάλλοντος ανήκει στον τομέα του διοικητικού δικαίου. Το αυστριακό διοικητικό δίκαιο αποτελεί τμήμα του δημόσιου δικαίου (Öffentliches Recht) το οποίο διέπει τη σχέση μεταξύ ιδιωτών (πολιτών, εταιρειών) και του κράτους. Πρέπει να τονιστεί ότι η Δημοκρατία της Αυστρίας είναι ένα ομοσπονδιακό κράτος. Αυτό σημαίνει ότι η θέσπιση νομοθεσία και η εφαρμογή των νόμων αποτελεί καθήκον τόσο της ομοσπονδιακής κυβέρνησης όσο και των εννέα ομοσπονδιακών κρατιδίων (“Länder”) σύμφωνα με τις αντίστοιχες αρμοδιότητες που τους έχουν ανατεθεί. Το αυστριακό Ομοσπονδιακό Συνταγματικό Δίκαιο (B-VG) ρυθμίζει τις νομοθετικές και εκτελεστικές αρμοδιότητες που εκχωρούνται στην ομοσπονδιακή κυβέρνηση αφενός και στα ομόσπονδα κρατίδια αφετέρου. Εκτός και αν οι τομεακοί νόμοι περιέχουν ειδικές διατάξεις σχετικά με τη διοικητική διαδικασία, η Γενική Πράξη Διοικητικής Διαδικασίας (Allgemeines Verwaltungsverfahrensgesetz — AVG) ισχύει για την εφαρμογή αυτών των νόμων.

Οι διαδικασίες που αφορούν το αστικό δίκαιο και το διοικητικό δίκαιο είναι ξεχωριστές. Και τα δύο συστήματα λειτουργούν ανεξάρτητα. Ωστόσο, τα ένδικα μέσα τους αλληλοσυμπληρώνονται και αλληλοϋποστηρίζονται. Όσον αφορά το περιβαλλοντικό ιδιωτικό δίκιο, ο Αυστριακός Αστικός Κώδικας (ABGB) προβλέπει ένα σύνολο γενικών και ειδικών κανόνων. Γενικά, οποιοσδήποτε πολίτης κινδυνεύει ή νομίζει ότι κινδυνεύει από τη ρύπανση έχει το δικαίωμα τα καταθέσει αγωγή κατά του ρυπαίνοντος και να ζητήσει τη λήψη ασφαλιστικών μέτρων. Συγκεκριμένα, το άρθρο 364 και επ. του Αυστριακού Αστικού Κώδικα (ABGB) προβλέπει τη δυνατότητα για τους γείτονες να υποβάλουν μήνυση λόγω απαράδεκτων εισροών ρύπων που προέρχονται από γειτονικά ακίνητα. Επιπλέον, οι γείτονες έχουν το δικαίωμα να απαγορεύουν τις εισροές ρύπων που υπερβαίνουν ένα ορισμένο επίπεδο. Σε αυτό το πλαίσιο, οι άμεσες ή έμμεσες εισροές ρύπων που έχουν επιπτώσεις από τη μία ιδιοκτησία στην άλλη (πχ. λύματα, οσμές, θόρυβος, φως και ακτινοβολία) θεωρούνται προβλήματα.

Μαζί με τη γενική έννοια των δικαιωμάτων των γειτόνων στον Αστικό Κώδικα και τη δυνατότητα άσκησης προσφυγής σε αυτήν τη βάση, οι γείτονες και τα δεδομένα δικαιώματά τους ως διαδίκων στη διαδικασία συχνά περιλαμβάνονται ρητά στους ξεχωριστούς διοικητικούς περιβαλλοντικούς νόμους (πχ. Νόμος ΕΠΕ, Νόμος Διαχείρισης Αποβλήτων, Βιομηχανικός Κώδικας).

Οι πρωτοβάθμιες διοικητικές αποφάσεις δεν μπορούν να προσβληθούν απευθείας ενώπιον δικαστηρίου. Ωστόσο, για ορισμένες υποθέσεις, προβλέπεται νομικά η προσφυγή σε Ανεξάρτητα Διοικητικά Δικαστήρια (Unabhängige Verwaltungssenate) τα οποία λειτουργούν ως δευτεροβάθμια δικαστήρια.

Τα διοικητικά ένδικα μέσα πρέπει να εξαντληθούν πριν οι διάδικοι προσφύγουν στο Διοικητικό Δικαστήριο ή στο Συνταγματικό Δικαστήριο (έκτακτα ένδικα μέσα).

Το διοικητικό δικαστήριο δεν έχει μόνο ακυρωτική δικαστήριο — έχει το δικαίωμα να αναθεωρήσει την ουσιαστική και τυπική νομιμότητα των διοικητικών αποφάσεων και να αναπέμψει τις αντίστοιχες υποθέσεις και η αρχή που έλαβε την απόφαση μπορεί να διενεργήσει νέα διαδικασία και να λάβει μια προσαρμοσμένη απόφαση — αλλά το Διοικητικό Δικαστήριο είναι επίσης αρμόδιο να αποφασίζει επί της ουσίας των υποθέσεων αυτών (SEC. 42 παράγραφοι 1 και 3α του νόμου για τα διοικητικά δικαστήρια).

Ένα σημαντικό νομικό μέσο που καλύπτει ένα ευρύ φάσμα δραστηριοτήτων που αφορούν το περιβάλλον είναι ο νόμος για την εκτίμηση των περιβαλλοντικών επιπτώσεων — Νόμος ΕΠΕ (Umweltverträglichkeitsprüfungsgesetz — UVP-G 2000). Προβλέπει τους δικούς του διαδικαστικούς κανόνες σχετικά με τις περιβαλλοντικές επιπτώσεις τόσο των ιδιωτικών όσο και των δημόσιων έργων που πρέπει να υποβληθούν σε ειδική εκτίμηση περιβαλλοντικών επιπτώσεων (ΕΠΕ).

Όλοι οι διάδικοι των διαδικασιών ΕΠΕ δικαιούνται να προσφύγουν κατά της τελικής απόφασης ΕΠΕ. Εκτός από τον κύριο του έργου, τα ακόλουθα άτομα μπορούν να είναι διάδικοι στις διαδικασίες ΕΠΕ (άρθρο 19 του Νόμου ΕΠΕ):

  • Γείτονες
  • Ο Διαμεσολαβητής για το περιβάλλον
  • Συνεργαζόμενες αρχές
  • Ομάδες πολιτών
  • Περιβαλλοντικές οργανώσεις
  • Το όργανο σχεδιασμού διαχείρισης των υδάτων
  • Διάδικοι που προβλέπονται από τις σχετικές διοικητικές διατάξεις

Οι τελικές άδειες ΕΠΕ μπορούν να επανεξεταστούν από την Ανεξάρτητη Περιβαλλοντική Γερουσία (Unabhängiger Umweltsenat) σε δεύτερο βαθμό (SEC. 40 του Νόμου ΕΠΕ), η οποία είναι αρμόδια για την εξέταση της πρωτόδικης απόφασης προς κάθε κατεύθυνση, και τελικά από το συνταγματικό ή το διοικητικό δικαστήριο. Μόνο το συνταγματικό ή το διοικητικό δικαστήριο μπορεί να επανεξετάσει τις άδειες ΕΠΕ που χορηγήθηκαν από τον Ομοσπονδιακό Υπουργό Μεταφορών, Καινοτομίας και Τεχνολογίας. Προσφυγές κατά των αποφάσεων ΕΠΕ πρέπει να υποβάλλονται εντός τεσσάρων εβδομάδων. Η απόφαση της Ανεξάρτητης Περιβαλλοντικής Γερουσίας μπορεί να είναι τροποιητική ή ακυρωτική. Η προσφυγή δεν έχει ανασταλτικό αποτέλεσμα (SEC. 64 της Γενικής Πράξης Διοικητικής Διαδικασίας). Τα αποδεικτικά στοιχεία λαμβάνονται από το ίδιο το δικαστήριο (αμεσότητα λήψης αποδεικτικών στοιχείων) — ως εκ τούτου, μια προφορική ακρόαση μπορεί να διεξαχθεί αν η Ανεξάρτητη Περιβαλλοντική Γερουσία το θεωρεί σκόπιμο ή αν το απαιτεί κάποιος διάδικος. Κατά κανόνα, οι ακροάσεις πρέπει να διεξάγονται με την παρουσία κοινού.

Με την πιο πρόσφατη τροποποίηση του Νόμου ΕΠΕ το 2012, θεσπίστηκε ένα πρόσθετο νομικό μέσο για τις περιβαλλοντικές οργανώσεις οι οποίες δικαιούνται τώρα να υποβάλουν αίτηση επανεξέτασης της απόφασης όσον αφορά το αν η ΕΠΕ πρέπει να πραγματοποιείται σε σχέση με ένα έργο ή όχι.

Όσον αφορά τις υπό εξέταση αποφάσεις για τους ομοσπονδιακούς δρόμους και τις σιδηροδρομικές γραμμές υψηλής ταχύτητας που εκδόθηκαν από τον Ομοσπονδιακό Υπουργό Μεταφορών, Καινοτομίας και Τεχνολογίας, η Ανεξάρτητη Περιβαλλοντική Γερουσία δεν ενεργεί ως δευτεροβάθμιο όργανο. Μπορεί να ασκηθεί έφεση κατά των εν λόγω αποφάσεων ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου από τον αιτούντα το έργο, της συνεργαζόμενης αρχής, του Διαμεσολαβητή για το περιβάλλον και του δήμου υποδοχής.

Η καταγγελία στο Διοικητικό Δικαστήριο πρέπει να υποβάλλεται γραπτώς μέσω δικηγόρου εντός έξι εβδομάδων από την τελική απόφαση. Δεν έχει ανασταλτικό αποτέλεσμα, αλλά το δικαστήριο μπορεί να την εκδώσει εφόσον δεν αντιτίθεται στο δημόσιο συμφέρον και είναι απαραίτητη για να αποφευχθεί δυσανάλογο μειονέκτημα για τον προσφεύγοντα. Η απόφαση του διοικητικού δικαστηρίου μπορεί να είναι ακυρωτική ή μια απόφαση η οποία αφορά την ουσία της υπόθεσης (SEC. 42 παράγραφοι 1 και 3α του νόμου για τα διοικητικά δικαστήρια).

Κατά γενικό κανόνα, τα ασφαλιστικά μέτρα προβλέπονται στις αυστριακές περιβαλλοντικές διαδικασίες — όπως και στις διαδικασίες ΕΠΕ. Η ισχύουσα άδεια ή διαδικασία έφεσης αναστέλλει την έναρξη του έργου.

Εξαιρέσεις αποτελούν διαδικασίες ΕΠΕ που αφορούν τις εθνικές οδούς και τις σιδηροδρομικές γραμμές υψηλής ταχύτητας — και όπως ο Ομοσπονδιακός Υπουργός Μεταφορών, Καινοτομίας και Τεχνολογίας είναι αρμόδιος σε πρώτο βαθμό, το δευτεροβάθμιο δικαιοδοτικό όργανο είναι το Διοικητικό Δικαστήριο και ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου δεν λαμβάνονται αποφάσεις με ανασταλτικό αποτέλεσμα. Το έργο μπορεί να ξεκινήσει παρά την προσφυγή ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου. Αυτό δεν ισχύει αν το Διοικητικό Δικαστήριο αναγνωρίσει ρητώς το ανασταλτικό αποτέλεσμα στο πλαίσιο της διαδικασίας προσφυγής.

Όσον αφορά τις βιομηχανικές δραστηριότητες στο πλαίσιο της ολοκληρωμένης πρόληψης και ελέγχου της ρύπανσης, δύο διαφορετικά στάδια προσφυγών μπορούν να προκύψουν στις διαδικασίες ΟΠΕΡ.

  • Αν η εγκατάσταση ΟΠΕΡ πληροί τις προϋποθέσεις για την διενέργεια μιας ΕΠΕ, η προσφυγή μπορεί να υποβληθεί στην Ανεξάρτητη Περιβαλλοντική Γερουσία σε δεύτερο βαθμό.
  • Οι τελικές άδειες ΟΠΕΡ — οι οποίες δεν υπόκεινται σε άδειες ΕΠΕ — μπορούν να επανεξεταστούν από το αντίστοιχο Ανεξάρτητο Διοικητικό Δικαστήριο — το οποίο στο δικαστικό σύστημα κατατάσσεται στην ίδια κατηγορία με την Ανεξάρτητη Περιβαλλοντική Γερουσία.
  • Επιπλέον, στο Διοικητικό ή Συνταγματικό Δικαστήριο μπορούν να ασκηθούν έκτακτα ένδικα μέσα.

Κατ’ αρχήν, οι άδειες ΟΠΕΡ πρέπει να τίθενται στη διάθεση του κοινού, το οποίο πρέπει να έχει τη δυνατότητα να εκφράσει τη γνώμη του πριν η διοικητική αρχή αναγνωρίσει τη βιομηχανική άδεια.

Ορισμένοι πιστοποιημένοι εθνικοί ή διεθνείς περιβαλλοντικοί οργανισμοί νομιμοποιούνται να ασκούν προσφυγές κατά τη διάρκεια των διαδικασιών αδειοδότησης ΟΠΕΡ (SEC. 356β Εμπορικός και Βιομηχανικός Κώδικας — Gewerbeordnung)

Το ανεξάρτητο διοικητικό δικαστήριο και η Ανεξάρτητη Περιβαλλοντική Γερουσία έχουν το δικαίωμα να εξετάζουν τη νομιμότητα των αποφάσεων ΟΠΕΡ από διαδικαστική και ουσιαστική άποψη και να ελέγχουν τα ουσιαστικά και τεχνικά πορίσματα και τους υπολογισμούς, καθώς επίσης τα έγγραφα ΟΠΕΡ.

Ιδιότητα διαδίκου στις αποφάσεις ΟΠΕΡ:

  • Για τη διατήρηση των δικαιωμάτων διαδίκου στις διαδικασίες ΟΠΕΡ και για την περαιτέρω άσκηση προσφυγών κατά τις διαδικασίες, οι γείτονες των σχεδιαζόμενων εγκαταστάσεων πρέπει κατά κανόνα να προβάλουν τις αντιρρήσεις τους κατά του σχεδίου το αργότερο έως την ακρόαση — διαφορετικά τα δικαιώματά τους δεν λαμβάνονται υπόψη. Το θέμα των αντιρρήσεών τους θα πρέπει να είναι η παραβίαση του υποκειμενικού τους δικαιώματος.
  • Τα δικαιώματα διαδίκου των ανωτέρω περιβαλλοντικών οργανισμών δεν λαμβάνονται υπόψη αν δεν υποβάλουν τις γραπτές τους αντιρρήσεις εντός έξι εβδομάδων από τη δημοσίευση της αίτησης ΟΠΕΡ.

Κατά κανόνα η έναρξη της διαδικασίας προσφυγής αναστέλλει την έναρξη του αδειοδοτούμενου σε πρώτο βαθμό σχεδίου (ανασταλτικό αποτέλεσμα της προσφυγής).

Ωστόσο, κατά τη διάρκεια των διαδικασιών αδειοδότησης ΟΠΕΡ το διοικητικό σώμα βρίσκεται υπό ορισμένες συνθήκες (εάν οι προκαταρκτικές διαδικασίες έχουν μεγάλη διάρκεια και η άδεια είναι προβλέψιμη) να θεσπίσει άδεια λειτουργίας πριν από την έναρξη ισχύος της τελικής αδειοδότησης (SEC. 354 του Εμπορικού και Βιομηχανικού Κώδικα). Στο πλαίσιο της διαδικασίας προσφυγής η εν λόγω προέγκριση λήγει με την έκδοση της απόφασης επί της προσφυγής.

Όταν το Διοικητικό Δικαστήριο ακυρώνει την άδεια ΟΠΕΡ, η εγκατάσταση ΟΠΕΡ μπορεί να εξακολουθεί να λειτουργεί έως και ένα έτος μετά την απόφαση του διοικητικού δικαστηρίου (SEC. 359γ του Εμπορικού και Βιομηχανικού Κώδικα). Αυτό δεν ισχύει αν το Διοικητικό Δικαστήριο αναγνωρίσει το ανασταλτικό αποτέλεσμα στο πλαίσιο της διαδικασίας προσφυγής.

V. Πρόσβαση στη δικαιοσύνη κατά πράξεων ή παραλείψεων

Στην Αυστρία δεν υπάρχει μέχρι στιγμής γενικό καθεστώς αστικής περιβαλλοντικής ευθύνης. Εκτός από τα ήδη προαναφερθέντα:

α) και την ευθύνη ελέγχου εισροών ρύπων neighbourly (SEC. 364 και 364α του Αστικού Κώδικα) που εκδικάζεται στα αστικά δικαστήρια, επίσης

β) η αστική ευθύνη λόγω πταίσματος (άρθρα 1293 ff του Αστικού Κώδικα) που εκδικάζεται σε αστικά δικαστήρια,

γ) ειδικές περιβαλλοντική νομοθεσία (πχ. ο νόμος για τα ύδατα, ο νόμος περί δασοκομίας) που εκδικάζεται σε αστικά δικαστήρια, πρέπει να αναφερθούν σε αυτό το σημείο.

Πρ. α)

Σύμφωνα με τους κανόνες αστικής ευθύνης — η υποχρέωση να καταβάλει αποζημίωση προϋποθέτει υπαιτιότητα του ρυπαίνοντος. Η πράξη ή παράλειψη πρέπει να είναι παράνομη και πρέπει να έχει αιτιώδη σχέση με τη ζημιά. Η προσφυγή σε τέτοιες διαδικασίες προβλέπει τη φυσική αποκατάσταση ή αν δεν είναι δυνατόν, την αποζημίωση για τις προκληθείσες ζημιές.

Πρ. β)

Για την ευθύνη ελέγχου εισροών ρύπων δεν απαιτείται αξιόποινη πράξη — Ο γείτονας έχει το δικαίωμα μόνιμης αίτησης ασφαλιστικών μέτρων και αγωγής αποζημιώσεως — Εξαίρεση αποτελεί SEC. 364α του αυστριακού αστικού κώδικα, καθώς δεν προβλέπονται ασφαλιστικά μέτρα εφόσον η όχληση αυτή προκύπτει από εγκατάσταση εγκεκριμένη από την αρμόδια διοικητική αρχή. Σε αυτήν την περίπτωση ο γείτονας πρέπει να ανεχθεί τις επιπτώσεις (παρά το γεγονός ότι μπορεί να αποζημιωθεί)

Πρ. γ)

Οι διατάξεις περί ευθύνης στο πλαίσιο της περιβαλλοντικής νομοθεσίας είναι συγκεκριμένες και, ως εκ τούτου, εφαρμόζονται κατά προτίμηση στο πλαίσιο αστικής ευθύνης. Αυτό προβλέπει απόλυτη ευθύνη, ανεξαρτήτως υπαιτιότητας και μεταθέτει το βάρος της απόδειξης ευνοώντας τον ενάγοντα στο πλαίσιο της διαδικασίας.

Σύμφωνα με την ευθύνη των δημόσιων οργανισμών στην Αυστρία, προσφυγές κατά κρατικών οργάνων για παράνομες και δόλιες ενέργειες των υπηρεσιών τους στο πλαίσιο των καθηκόντων τους μπορούν να υποβάλλονται στα αρμόδια περιφερειακά δικαστήρια (Νόμος περί ευθύνης δημόσιων οργάνων). Όσον αφορά τα περιβαλλοντικά θέματα, για παράδειγμα, η παροχή λανθασμένων περιβαλλοντικών πληροφοριών θα μπορούσε να αναφερθεί εδώ ως δόλια ενέργεια.

Η ο θιγόμενος διάδικος μπορεί να αξιώσει οικονομική αποζημίωση για τις προκληθείσες ζημιές (SEC. 1 AHG).

Επιπλέον, αν το κράτος δεν εφαρμόσει σωστά τη νομοθεσία της ΕΕ, είναι δυνατόν να ασκηθεί προσφυγή εναντίον του κράτους στο αρμόδιο περιφερειακό δικαστήριο. Αν ο αυστριακός νομοθέτης ευθύνεται για τη «ζημιά» που προκαλείται (π.χ. καθυστερημένη εφαρμογή της νομοθεσίας της ΕΕ), η καταγγελία πρέπει να υποβληθεί στο Συνταγματικό Δικαστήριο.

Το καθεστώς περιβαλλοντικής ευθύνης που διέπεται από το δημόσιο δίκαιο αποτελείται από έναν ομοσπονδιακό νόμο για την περιβαλλοντική ευθύνη (Β-UHG) και εννέα περιφερειακές νομοθετικές πράξεις για την περιβαλλοντική ευθύνη (L-UHG).

Σύμφωνα με τους νόμους της Αυστρίας για την περιβαλλοντική ευθύνη η αρμόδια τοπική διοικητική αρχή (Bezirksverwaltungsbehörde) είναι αρμόδια να αποφασίζει για θέματα περιβαλλοντικής ευθύνης.

Η περιβαλλοντική καταγγελία (SEC. 11 του νόμου για την περιβαλλοντική ευθύνη — Bundes-Umwelthaftungsgesetz — B-UHG) μπορεί να υποβληθεί από φυσικά ή νομικά πρόσωπα των οποίων τα δικαιώματα θα μπορούσαν να έχουν παραβιαστεί από την προκύπτουσα περιβαλλοντική ζημιά ή από περιβαλλοντικές οργανώσεις και τον Διαμεσολαβητή για το περιβάλλον. Τα πρόσωπα αυτά μπορούν να υποβάλουν γραπτό αίτημα μέτρων αναθεώρησης στην αρμόδια περιφερειακή αρχή. Ο καταγγέλλων μπορεί να αποδείξει τους ισχυρισμούς του/της παρέχοντας σχετικές πληροφορίες ή αποδεικτικά στοιχεία (άρθρο Sec.11/3 Νόμος για την περιβαλλοντική ευθύνη).

Με την υποβολή της περιβαλλοντικής καταγγελίας ή την υποβολή δήλωσης, εντός δύο εβδομάδων από την ανακοίνωση της περιβαλλοντικής ζημιάς από την Αρχή, τα πρόσωπα που αναφέρονται στο άρθρο 11 (1) Ομοσπονδιακού νόμου για την περιβαλλοντική ευθύνη νομιμοποιούνται — εκτός από τον φορέα εκμετάλλευσης — να ασκούν προσφυγές κατά τη διοικητική διαδικασία αποκατάστασης.

Οι αποφάσεις που λαμβάνονται από την τοπική διοικητική αρχή, κατ’ εφαρμογή του νόμου για την περιβαλλοντική ευθύνη, μπορούν να προσβληθούν στο αντίστοιχο τοπικό Ανεξάρτητο Διοικητικό Δικαστήριο από τους διαδίκους — π.χ. αποφάσεις με τις οποίες η τοπική διοικητική αρχή αρνήθηκε το δικαίωμα υποβολής περιβαλλοντικής καταγγελίας.

Το ανεξάρτητο διοικητικό δικαστήριο μπορεί να ελέγξει τη διαδικαστική και ουσιαστική νομιμότητα των αποφάσεων περιβαλλοντικής ευθύνης. Εάν το όργανο αυτό εκδώσει τροποποιητικές αποφάσεις μπορεί να κινήσει διαδικασία συγκέντρωσης αποδεικτικών στοιχείων και εξουσιοδοτείται να ελέγχει το υλικό, τα τεχνικά ευρήματα κτλ.

Μπορεί να ασκηθεί προσφυγή στο Διοικητικό και Συνταγματικό Δικαστήριο, εάν τα υποκειμενικά δικαιώματα του προσφεύγοντος παραβιάζονται από την απόφαση του ανεξάρτητου διοικητικού δικαστηρίου. Ο Ομοσπονδιακός Υπουργός Γεωργίας, Δασών, Περιβάλλοντος και Διαχείρισης Υδάτων έχει το δικαίωμα να υποβάλει επίσημη καταγγελία στο Διοικητικό Δικαστήριο όσον αφορά τις διαδικασίες ανάκτησης κόστους.

Ο Διαμεσολαβητής για το περιβάλλον και οι περιβαλλοντικοί οργανισμοί δεν έχουν πρόσβαση στο διοικητικό δικαστήριο όσον αφορά θέματα περιβαλλοντικής ευθύνης.

Διαδικασία προσφυγής στο Δικαστήριο για Επιβολή Περιβαλλοντικής Ευθύνης:

  • Το πρόσωπο πρέπει να είναι διάδικος (τα υποκειμενικά του δικαιώματα έχουν προσβληθεί) στην υπό εξέλιξη διαδικασία με τη διοικητική περιφερειακή αρχή.
  • Η γραπτή προσφυγή ενώπιον της Επιτροπής Διοικητικής Αναθεώρησης πρέπει να υποβληθεί στην πρωτοβάθμια αρχή.
  • Η προσφυγή πρέπει να ασκηθεί εντός δύο εβδομάδων μετά την έναρξη ισχύος της πρωτόδικης απόφασης.
  • Η προσφυγή πρέπει να είναι αιτιολογημένη και οι ενέργειες που απαιτούνται να είναι σαφείς. Επιπλέον, πρέπει να αναφέρεται η απόφαση κατά της οποίας ασκείται η προσφυγή.
  • Στο Διοικητικό Δικαστήριο μπορούν να χρησιμοποιηθούν έκτακτα ένδικα μέσα.
  • Πρέπει να υποβληθεί καταγγελία
  • Η καταγγελία πρέπει να υποβληθεί εντός έξι εβδομάδων από την έκδοση της απόφασης

Η καταγγελία πρέπει να υποβάλλεται από εξουσιοδοτημένο δικηγόρο

VI. Άλλα μέσα πρόσβασης στη δικαιοσύνη

Άλλα μέσα:

  • Το έργο των γενικών διαμεσολαβητών είναι να ελέγχουν τις ενέργειες των διοικητικών οργάνων.
  • Ο Διαμεσολαβητής μπορεί να ενεργεί αυτεπαγγέλτως ή βάσει καταγγελίας από κάποιον που θεωρεί ότι αποτελεί θύμα κακοδιαχείρισης.
  • Ο γενικός διαμεσολαβητής μπορεί να κάνει κάποια σύσταση στο διοικητικό όργανο.
  • Ο γενικός διαμεσολαβητής υποβάλλει ετήσια έκθεση στο Κοινοβούλιο σχετικά με τις δραστηριότητές του.
  • Ο γενικός διαμεσολαβητής δικαιούται να προσβάλει τους διοικητικούς κανονισμούς υποβάλλοντας καταγγελία στο Συνταγματικό Δικαστήριο (άρθρο 139 και 148ε του συνταγματικού δικαίου).

Ο Διαμεσολαβητής για το περιβάλλον δεν έχει δικαιώματα διαδίκου σε περιβαλλοντικές διοικητικές διαδικασίες — ενεργεί στο πλαίσιο των διαδικασιών προστασίας του περιβάλλοντος. Επιπλέον έχει δικαιώματα διαδίκου στις διαδικασίες ΕΠΕ ή στις διαδικασίες διαχείρισης αποβλήτων.

  • Καθήκον του είναι να ζητά την τήρηση του αντικειμενικού περιβαλλοντικού δικαίου. Αποτελεί τυπικό/επίσημο διάδικο στις διαδικασίες (Formalpartei).
  • Ως διάδικος στις ανωτέρω περιβαλλοντικές διαδικασίες, είναι αρμόδιος να προσβάλει τις εν λόγω διοικητικές διαδικασίες.
  • Κατά κανόνα έχει το δικαίωμα να υποβάλει καταγγελίες στα Διοικητικά Δικαστήρια, καθώς δεν βασίζει την ιδιότητά του σε υποκειμενικό δικαίωμα. Σε ορισμένες περιπτώσεις του δίνεται το νόμιμο δικαίωμα να υποβάλει καταγγελία (πχ. σε διαδικασίες ΕΠΕ, σε διαδικασίες διαχείρισης αποβλήτων)
  • Δεν έχει το δικαίωμα πρόσβασης στο διοικητικό δικαστήριο για θέματα περιβαλλοντικής ευθύνης.
  • Λόγω του ότι έχει την ιδιότητα επίσημου διαδίκου, δεν έχει την αρμοδιότητα να υποβάλει καταγγελίες στο Συνταγματικό Δικαστήριο.

Ο εισαγγελέας είναι αρμόδιος όσον αφορά την εισαγγελική αρχή στο πλαίσιο ποινικών διαδικασιών. Ηγείται της έρευνας στις εν λόγω διαδικασίες. Δεσμεύεται από τις οδηγίες του εποπτεύοντος διοικητικού του οργάνου. Οι εν λόγω εξουσίες δεν διαφέρουν στο πλαίσιο ποινικής διαδικασίας για περιβαλλοντικά θέματα.

Ούτε ο αυστριακός ποινικός κώδικας ούτε ο διοικητικός ποινικός κώδικας (Verwaltungsstrafgesetz) προβλέπει ιδιωτική ποινική δίωξη για περιβαλλοντικά θέματα. Ωστόσο, όποιος υποψιάζεται τη διάπραξη ποινικών αδικημάτων, έχει το δικαίωμα να το αναφέρει στις αντίστοιχες υπηρεσίες επιβολής.

Τα διοικητικά όργανα τελούν υπό την καθοδήγηση και την εποπτεία των ανώτατων διοικητικών οργάνων και δεσμεύονται από τις οδηγίες τους. Επιπλέον, το Διοικητικό Δικαστήριο ασκεί ανώτερο δικαστικό έλεγχο. Σε ορισμένες περιπτώσεις, ο αρμόδιος ομοσπονδιακός υπουργός δικαιούται να υποβάλει καταγγελία (Amtsbeschwerde) ενώπιον του διοικητικού δικαστηρίου κατά μιας υποθετικά παράνομης διοικητικής απόφασης. Οι διαμεσολαβητές είναι αρμόδιοι να ενεργούν σε περίπτωση ακατάλληλων διοικητικών πράξεων ή παραλείψεων.

Επιπλέον υπάρχει το επίσημο και κρατικό καθεστώς ευθύνης (s.o. V/2) σχετικά με ισχυρισμούς σε βάρος κρατικών οργάνων για τις παράνομες και δόλιες ενέργειες των οργάνων τους.

Ο εισαγγελέας για θέματα διαφθοράς είναι ο καθ ΄ ύλην αρμόδιος.

VII. Ιδιότητα διαδίκου

Ιδιότητα διαδίκου

Διοικητική διαδικασία

Δικαστική διαδικασία

Πρόσωπα

Πρέπει να αποδείξουν ότι έχουν έννομο συμφέρον που προβλέπεται από τη νομοθεσία.

Τα δικαιώματα των διαδίκων παύουν να ισχύουν αν δεν ενεργήσουν εγκαίρως.

Πρέπει να αποδείξουν ότι έχουν έννομο συμφέρον που προβλέπεται από τη νομοθεσία.

Δεν έχουν κανένα δικαίωμα αν πάψουν να ισχύουν τα δικαιώματά τους ως διαδίκων στο πλαίσιο της διοικητικής διαδικασίας (πρωτόδικη διαδικασία)

Καταγγελία στο Διοικητικό και Συνταγματικό Δικαστήριο

ΜΚΟ

Οι ΜΚΟ νομιμοποιούνται να ασκούν προσφυγές αν πληρούν ορισμένες προϋποθέσεις

που προβλέπονται από τον νόμο — Νομιμοποίηση

(πχ. στο πλαίσιο διαδικασιών ΕΠΕ)

Ανάγκη να αποδειχθεί το δημόσιο συμφέρον.

Τα δικαιώματα των διαδίκων παύουν να ισχύουν αν δεν ενεργήσουν εγκαίρως.

Νομιμοποίηση άσκησης προσφυγής μέσω εκπροσώπησης δημοσίων συμφερόντων.

Δεν έχουν καμία νομιμοποίηση αν τα δικαιώματά τους ως διαδίκων πάψουν να ισχύουν στο πλαίσιο της διοικητικής διαδικασίας (πρωτόδικη διαδικασία)

Δεν έχουν το δικαίωμα τα υποβάλουν καταγγελία στο διοικητικό ή το Συνταγματικό Δικαστήριο (εκτός από ορισμένες περιπτώσεις ΕΠΕ)

Λοιπές νομικές οντότητες

Δήμος υποδοχής και άλλοι πληγέντες δήμοι

Αξίωση της τήρησης των νομικών διατάξεων και των δημοσίων συμφερόντων (ως υποκειμενικό δικαίωμα)

Οι δήμοι υποδοχής ή άλλοι πληγέντες δήμοι έχουν το δικαίωμα να υποβάλουν καταγγελία στο Διοικητικό Δικαστήριο.

Ad hoc ομάδες

Οι ομάδες πολιτών πρέπει να πληρούν ορισμένες προϋποθέσεις —

(αριθμός ατόμων, κατοικία κλπ.)

Πρέπει να αποδείξουν ότι έχουν έννομο συμφέρον που προβλέπεται από τη νομοθεσία.

Τα δικαιώματα των διαδίκων παύουν να ισχύουν αν δεν ενεργήσουν εγκαίρως.

Η νομιμοποίηση άσκησης προσφυγής σε διαδικασίες ενώπιον του διοικητικού και του Συνταγματικού Δικαστηρίου είναι διασφαλισμένη καθώς οι εν λόγω ομάδες μπορούν να αποδείξουν υποκειμενικό δικαίωμα.

Αλλοδαπές ΜΚΟ

Έργα διεθνούς εμβέλειας

Το κράτος στο οποίο η ΜΚΟ έχει την έδρα της πρέπει να έχει ενημερωθεί από την Αυστρία για το έργο.

Το έργο και οι πιθανές επιπτώσεις του πρέπει να εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της δραστηριότητας της ΜΚΟ.

(CP. (πρβλ. Νομιμοποίηση αυστριακών ΜΚΟ)

Δυνητικά δικαιώματα διαδίκου εντός της χώρας προέλευσής τους

ΠΣ. Ανωτέρω: Νομιμοποίηση αυστριακών ΜΚΟ

Λοιποί [1]#_ftn1

Διαμεσολαβητής για το περιβάλλον

Ενεργεί με στόχο τη συμμόρφωση με την περιβαλλοντική νομοθεσία (επίσημος διάδικος)

Δεν στερείται τα δικαιώματα του διαδίκου

Έχει το δικαίωμα να υποβάλει καταγγελία στο Διοικητικό Δικαστήριο

(1) Οι περιβαλλοντικές ΜΚΟ νομιμοποιούνται να ασκούν προσφυγές αποκλειστικά στο πλαίσιο διαδικασιών ΕΠΕ, διαδικασιών αδειοδότησης ΟΠΕΡ και διαδικασιών περιβαλλοντικής αποκατάστασης (Umweltsanierungsverfahren). Στις διαδικασίες ΕΠΕ έχουν το δικαίωμα να απευθυνθούν στο διοικητικό δικαστήριο. Στις διαδικασίες ελέγχου ΕΠΕ και στην περίπτωση που η Αρχή αποφασίσει ότι ένα έργο δεν πρέπει να υποβάλλεται σε εκτίμηση περιβαλλοντικών επιπτώσεων, ένας νομικά αναγνωρισμένος περιβαλλοντικός οργανισμός έχει το δικαίωμα να υποβάλει αίτηση για την εξέταση της συμμόρφωσης με τις υποχρεώσεις ΕΠΕ στην Περιβαλλοντική Γερουσία.

(2) Οι ομάδες πολιτών έχουν νομιμοποίηση αποκλειστικά στις διαδικασίες ΕΠΕ — περαιτέρω τομεακή νομοθεσία δεν προβλέπει κανένα δικαίωμα διαδίκου των ομάδων πολιτών.

(3) Το νομικό πλαίσιο της Αυστρίας δεν προβλέπει τη δυνατότητα λαϊκής αγωγής.

(4) Ο γενικός διαμεσολαβητής νομιμοποιείται να ασκεί προσφυγές κατά διοικητικών κανονισμών στο Συνταγματικό Δικαστήριο (άρθρο 139 και 148ε του συνταγματικού δικαίου).

(5) Η νομιμοποίηση άσκησης προσφυγής έχει παραχωρηθεί στον διαμεσολαβητή για το περιβάλλον σε

  • Διαδικασίες για την προστασία της φύσης που ρυθμίζονται από περιφερειακούς νόμους (Landesgesetze) και
  • σε ορισμένες διαδικασίες που ρυθμίζονται από την ομοσπονδιακή νομοθεσία (Bundesgesetz) — διαδικασίες ΕΠΕ, διαδικασίες σύμφωνα με τον νόμο για τη διαχείριση των αποβλήτων ή διαδικασίες περιβαλλοντικής αποκατάστασης

Νομιμοποιείται να ασκεί προσφυγές στο Διοικητικό Δικαστήριο σχετικά με θέματα ΕΠΕ και διαχείρισης αποβλήτων.

(6) Οι ιδιωτικοί εισαγγελείς έχουν νομιμοποίηση άσκησης προσφυγής στο πλαίσιο ποινικών ή διοικητικών διαδικασιών, αν αυτό προβλέπεται από το ουσιαστικό δίκαιο.

(7) Το όργανο σχεδιασμού της διαχείρισης των υδάτων έχει νομιμοποίηση άσκησης προσφυγής στις διαδικασίες ΕΠΕ. Προστατεύει τα συμφέροντα της διαχείρισης των υδάτων (επίσημος διάδικος). Τα δικαιώματα παράστασής του δεν μπορούν να αφαιρεθούν και έχει το δικαίωμα να υποβάλει καταγγελία στο Διοικητικό Δικαστήριο.

Κατά κανόνα οι κανόνες ΕΠΕ και ΟΠΕΡ είναι έκτακτοι, τουλάχιστον όσον αφορά τα δικαιώματα παράστασης των ΜΚΟ. Η Γενική Πράξη Διοικητικής Διαδικασίας προβλέπει τον γενικό κανόνα όσον αφορά τα δικαιώματα παράστασης. Τα δικαιώματα διαδίκου εξαρτώνται από τα νόμιμα συμφέροντα όσον αφορά την εκάσ τοτε υπόθεση. Τα προαναφερθέντα νόμιμα συμφέροντα ή υποκειμενικά δικαιώματα αναφέρονται στο πλαίσιο της τομεακής νομοθεσίας. Σε περιβαλλοντικά ζητήματα κατά κανόνα οι «γείτονες» δεν νομιμοποιούνται να ασκούν προσφυγές — αλλά η έννοια του «γείτονα» ερμηνεύεται διαφορετικά στο πλαίσιο των αντίστοιχων νόμων.

VIII. Νομική εκπροσώπηση

Ο δικηγόρος ενεργεί ως νομικός σύμβουλος σε νομικά θέματα. Για αυτόν τον σκοπό παρέχει νομικές συμβουλές και εκπροσωπεί τους πελάτες του σε δικαστικές ή διοικητικές διαδικασίες. Η εκπροσώπηση από δικηγόρο είναι δυνατή σε όλες τις διαδικασίες ενώπιον δικαστηρίων ή διοικητικών αρχών. Κατά τη διάρκεια ποινικής δίκης ο δικηγόρος ενεργεί ως συνήγορος υπεράσπισης. Στις αστικές διαδικασίες ενώπιον περιφερειακών δικαστηρίων και του Ανώτατου Δικαστηρίου, η εκπροσώπηση από δικηγόρο είναι υποχρεωτική.

Η παρουσία συνηγόρου δεν είναι υποχρεωτική σε διοικητικές περιβαλλοντικές διαδικασίες — ο Γενικός Νόμος Διοικητικής Διαδικασίας προβλέπει μόνο την δυνατότητα νομικής εκπροσώπησης (εκπροσώπηση η οποία καθορίζεται ελεύθερα).

Στο πλαίσιο διαδικασιών ενώπιον του Διοικητικού και Συνταγματικού Δικαστηρίου, η παρουσία συνηγόρου είναι υποχρεωτική σε όλα τα ζητήματα.

Ο δικηγορικός σύλλογος στην Αυστρία παρέχει πληροφορίες σχετικά με τους εγγεγραμμένους δικηγόρους ανά περιοχή και τομέα δραστηριότητας. [2]#_ftn2

Στην Αυστρία οι δικηγόροι γενικά ειδικεύονται σε ορισμένους τομείς — υπάρχουν μάλιστα σε ολόκληρη τη χώρα περιβαλλοντικά δικηγορικά γραφεία και δικηγόροι.

IX. Αποδεικτικά στοιχεία

Οι διάδικοι διοικητικών διαδικασιών μπορούν να ζητήσουν μια επιτόπια επίσκεψη από τον δικαστή, μπορούν να υποβάλουν εκθέσεις πραγματογνωμοσύνης ή να απαιτήσουν τον διορισμό ενός εσωτερικού πραγματογνώμονα. Μπορούν επίσης να παρέχουν ιδιωτικά ή δημόσια αρχεία ή μαρτυρίες.

Η δωρεάν εξέταση αποδεικτικών στοιχείων (freie Beweiswürdigung) αποτελεί τη βασική αρχή της αποδεικτικής διαδικασίας. Η αρχή ή το δικαστήριο πρέπει να κρίνουν αν ένα περιστατικό μπορεί να θεωρείται ως δεδομένο ή όχι. Συνεπώς η αρχή ή το δικαστήριο πρέπει να λαμβάνουν υπόψη τους γενικά αναγνωρισμένους νομοτελειακούς κανόνες (π.χ φυσικές επιστήμες ή ψυχολογία κλπ.). Κατά κανόνα, όλα τα είδη των προαναφερθέντων αποδεικτικών στοιχείων πρέπει να αντιμετωπίζονται κατά τον ίδιο τρόπο — όλα εξαρτώνται από το κατά πόσο είναι πειστικό το περιεχόμενό τους.

Η μόνη εξαίρεση είναι τα αποδεικτικά στοιχεία των δημόσιων αρχείων — αποτελούν πλήρη αποδεικτικά στοιχεία ανάλογα με την ακρίβεια του περιεχομένου τους.

Οι διάδικοι μπορούν να υποβάλουν νέα αποδεικτικά στοιχεία σε πρωτοβάθμιες διοικητικές διαδικασίες καθώς και σε δευτεροβάθμιες διαδικασίες. Έχουν το δικαίωμα να παράσχουν πληροφορίες σε σχέση με όλες τις σχετικές πτυχές της υπόθεσης και δικαιούνται να ζητήσουν προσκόμιση των αποδεικτικών στοιχείων (SEC. 43/4 της Γενικής Πράξης Διοικητικής Διαδικασίας). Η αρχή έχει το δικαίωμα να απορρίψει την αίτηση, αν θεωρεί πως δεν σχετίζεται με την υπόθεση.

Ο βασικός κανόνας στο πλαίσιο της διαδικασίας προσκόμισης αποδεικτικών στοιχείων (στο πλαίσιο περιβαλλοντικών και γενικών διοικητικών διαδικασιών) υλοποιείται με την υποχρέωση των κρατών να υποβάλουν όλα τα σχετικά πραγματικά περιστατικά σε μια συγκεκριμένη υπόθεση (Offizialmaxime). Έτσι, η αρχή υποχρεούται να διεξαγάγει την αποδεικτική διαδικασία αυτεπαγγέλτως. Ο κανόνας αυτός πρέπει να ακολουθείται επίσης από τα ανεξάρτητα δικαστήρια που ενεργούν ως «δικαστικά» όργανα σε διοικητικές διαδικασίες.

Οι αποδεικτικές διαδικασίες ενώπιον τακτικών πολιτικών δικαστηρίων διέπονται από την αρχή της διάθεσης (Dispositionsgrundsatz). Αυτό σημαίνει ότι ουσιαστικά εναπόκειται στους διαδίκους να κινήσουν μια διαδικασία ώστε να διακοπεί ή να τροποποιηθεί η διαδικασία που κίνησαν.

Η αξιοποίηση γνωμοδοτήσεων πραγματογνωμόνων είναι αποδεκτή αν θεωρείται απολύτως αναγκαία στο πλαίσιο της διαδικασίας:

  • Αυτό συμβαίνει στην περίπτωση που η νομοθεσία προβλέπει γνωμοδότηση πραγματογνωμόνων, ή
  • Αν η λύση που σχετίζεται με αποφάσεις εξαρτάται από την ειδικευμένη γνώση την οποία δεν διαθέτει η αρχή.

Αν η γνώμη των πραγματογνωμόνων είναι απαραίτητη για την επίλυση της διαφοράς, τότε η αρχή πρέπει κατά κύριο λόγο να έχει πρόσβαση σε επίσημους πραγματογνώμονες (οι οποίοι σε αντίθεση με τους ιδιωτικούς πρα γματογνώμονες διορίζονται σε μόνιμη βάση από τις διοικητικές αρχές).

Η γνώμη των πραγματογνωμόνων δεν είναι δεσμευτική για τις αρχές, λόγω της αρχής της ελεύθερης εξέτασης των αποδεικτικών στοιχείων. Η Αρχή μπορεί να ελέγξει τη γνώμη ως προς την ακρίβεια, την αποδεικτική της αξία και την πληρότητά της. Εάν η αρχή δεν είναι πεπεισμένη για την ποιότητα της γνώμης, πρέπει να ζητηθεί δεύτερη γνώμη από πραγματογνώμονες.

Χ. Τα ασφαλιστικά μέτρα

Η προσφυγή στο Ανεξάρτητο Διοικητικό Δικαστήριο δεν έχει ανασταλτικό αποτέλεσμα, ενώ η καταγγελία στο Διοικητικό Δικαστήριο ουσιαστικά δεν έχει ανασταλτικό αποτέλεσμα, εκτός αν έχει ρητά αναγνωρισθεί ότι έχει ανασταλτικό αποτέλεσμα.

Η προσφυγή δεν έχει ανασταλτικό αποτέλεσμα, αν η άμεση εκτέλεση της διοικητικής απόφασης

  • ικανοποιεί το συμφέρον ενός διαδίκου, ή
  • ικανοποιεί το δημόσιο συμφέρον λόγω επικείμενων κινδύνων (SEC. 64 παράγραφος 2 της Γενικής Πράξης Διοικητικής Διαδικασίας). Ωστόσο, η προστασία του γενικού συμφέροντος δεν είναι η μόνη περίπτωση κατά την οποία λαμβάνεται υπόψη η ύπαρξη άμεσου κινδύνου.

Η Αρχή πρέπει να προβεί σε στάθμιση συμφερόντων (το συμφέρον του προσφεύγοντα για νομική προστασία έναντι άλλων δημόσιων ή ιδιωτικών συμφερόντων) προκειμένου να λάβει απόφαση για τον αποκλεισμό ανασταλτικής απόφασης.

Κατά κανόνα, στο πλαίσιο πρωτοβάθμιων διαδικασιών το σχεδιαζόμενο έργο δεν πρόκειται να υλοποιηθεί έως ότου δοθεί η δεσμευτική άδεια.

Μέσω της εγγύησης του ανασταλτικού αποτελέσματος των προσφυγών στο πλαίσιο διοικητικών διαδικασιών (SEC. 64 της Γενικής Πράξης Διοικητικής Διαδικασίας) παρέχεται προσωρινή νομική προστασία. Επιπλέον, εάν στο πλαίσιο δικαστικών διαδικασιών (εδώ καθώς και στη διαδικασία ενώπιον Ανεξάρτητων Διοικητικών Δικαστηρίων) το κοινοτικό δίκαιο μπορεί να εφαρμοστεί με λανθασμένο τρόπο, δεν επιτρέπεται ο αποκλεισμός του ανασταλτικού αποτελέσματος μιας προσφυγής. Το Δικαστήριο πρέπει να λάβει προσωρινά μέτρα αν κριθεί σκόπιμο — ακόμη και αν η εθνική νομοθεσία δεν προβλέπει ασφαλιστικά μέτρα/προσωρινά μέτρα.

Το αυστριακό αστικό δίκαιο προβλέπει μόνο μερικές διατάξεις σε θέματα περιβάλλοντος. Το. 364 και 364α του αυστριακού αστικού κώδικα (Allgemeines Bürgerliches Gesetzbuch — ABGB). Νομιμοποίηση άσκησης προσφυγής έχουν οι «γείτονες» — ως γείτονες ορίζονται όλα τα άτομα που ζουν σε μια περιοχή η οποία πλήττεται από τις εισροές ρύπων ή από μια εγκατάσταση. Έχουν το δικαίωμα να καταθέσουν ασφαλιστικά μέτρα και αγωγή αποζημιώσεως — Εάν η λειτουργία της μονάδας καλύπτεται από διοικητική άδεια, ο γείτονας πρέπει να ανέχεται την όχληση από τις εκπομπές της μονάδας (αν και δικαιούται αποζημίωση). Μόνο στην περίπτωση που οι εκπομπές από τη μονάδα η οποία καλύπτεται από άδεια θέτουν σε κίνδυνο τη ζωή ή την υγεία των γειτόνων μπορούν να καθοριστούν περαιτέρω περιορισμοί.

Επιπλέον, η λήψη ασφαλιστικών μέτρων είναι εγγυημένη κατά πράξεων ή παραλείψεων που εμπίπτουν στον έλεγχο αστικών εισροών ρύπων, δηλαδή όταν υποβληθεί καταγγελία για παράλειψη και πρέπει να καταβληθεί αποζημίωση. Εκτός από αυτό ο προσφεύγων δικαιούται να καταθέσει αγωγή παραβίασης — κατά τη διάρκεια της διαδικασίας ελέγχου των εισροών ρύπων — η οποία χαρακτηρίζεται από την πολύ μικρή διάρκεια των διαδικασιών της.

Αγωγή παραβίασης:

  • Η καταγγελία πρέπει να υποβληθεί εντός 30 ημερών από τη στιγμή που προέκυψε η παραβίαση.
  • Κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας, μόνο το γεγονός της κατοχής και η παρεμβολή (πχ. μη εξουσιοδοτημένη πρόσβαση) θα συζητηθούν.
  • Η τελική απόφαση περιέχει εντολή ή απαγόρευση και ενδεχομένως μέτρα προστασίας.
  • Η απόφαση πρέπει να εκτελεστεί προτού τεθεί σε ισχύ.

Στο πλαίσιο της διαδικασίας ελέγχου των εισροών ρύπων ο γείτονας έχει το δικαίωμα να ζητήσει τη λήψη μόνιμων ασφαλιστικών μέτρων και αποζημίωση. Προϋπόθεση για να ληφθούν ασφαλιστικά μέτρα είναι οι εισροές ρύπων να υπερβαίνουν το σύνηθες τοπικό όριο και να καθιστούν ουσιαστικά επικίνδυνη τη χρήση της περιουσίας του γείτονα.

Εξαίρεση αποτελεί η SEC. 364α του αυστριακού αστικού κώδικα, καθώς δεν προβλέπονται ασφαλιστικά μέτρα εφόσον η όχληση αυτή προκύπτει από εγκατάσταση εγκεκριμένη από την αρμόδια διοικητική αρχή. Σε αυτήν την περίπτωση ο γείτονας πρέπει να ανεχθεί τις επιπτώσεις (παρά το γεγονός ότι μπορεί να αποζημιωθεί). Προϋπόθεση για κάποιον που επιθυμεί να επικαλεστεί το άρθρο 364α του Αστικού Κώδικα είναι ο γείτονας να έχει υπάρξει διάδικος στην προηγούμενη διοικητική διαδικασία σχετικά με την άδεια λειτουργίας της μονάδας ή της εγκατάστασης.

Τα ασφαλιστικά μέτρα λαμβάνονται μόνο κατόπιν αιτήματος. Αρμόδιο για την έκδοση απόφασης ασφαλιστικών μέτρων είναι το δικαστήριο στο οποίο πραγματοποιούνται οι κύριες διαδικασίες. Προϋπόθεση για την τη λήψη ασφαλιστικών μέτρων είναι να τίθεται σε κίνδυνο η ουσία ή η κατάσταση του αντικειμένου το οποίο αφορά η διαδικασία και αναλαμβάνεται η υποχρέωση αποζημίωσης. Τα ασφαλιστικά μέτρα έχουν ως στόχο τη διατήρηση της υφιστάμενης κατάστασης, ώστε να μην υπάρξει επιδείνωση.

Στο πλαίσιο διαδικασιών προσωρινών μέτρων τα οποία καταλήγουν σε απόφαση (μόνιμη διαταγή — Unterlassungsurteil) η προσφυγή πρέπει να κατατεθεί στο αρμόδιο περιφερειακό δικαστήριο.

Στη διαδικασία προσωρινών μέτρων υπάρχουν δύο ένδικα μέσα — χωρίς ανασταλτικό αποτέλεσμα:

  • Η ανακοπή (Widerspruch)
  • Η προσφυγή (Rekurs)

Στο πλαίσιο διαδικασιών καταπάτησης εφαρμόζεται το αστικό δικονομικό δίκαιο. Η προσφυγή μπορεί να κατατεθεί εντός προθεσμίας τεσσάρων εβδομάδων στο περιφερειακό δικαστήριο. Οποιαδήποτε περαιτέρω προσφυγή δεν είναι δυνατή (τριτοβάθμια δικαιοδοσία).

Η μόνιμη διαταγή μπορεί να προσβληθεί (προσφυγή) στο αρμόδιο περιφερειακό δικαστήριο.

XI. Επί των δικαστικών εξόδων

Για τις διοικητικές διαδικασίες υπάρχει μια κατηγορία κόστους για κάθε προσφυγή. Ο κατάλογος είναι αρκετά περιεκτικός. Οι κατηγορίες κόστους προβλέπονται από τον επίσημο αυστριακό φορολογικό κανονισμό (Bundesverwaltungsabgabenverordnung). Ο εν λόγω κανονισμός προβλέπει σχετικές περιβαλλοντικές κατηγορίες δαπανών, πχ.:

  • Εξουσιοδοτήσεις για τα ύδατα
  • Βιομηχανικές και εμπορικές υποθέσεις
  • Ηλεκτρική ενέργεια
  • Θέματα που αφορούν ατμολέβητες
  • Θέματα σιδηροδρόμων

Επιπλέον οι διατάξεις της Πράξης Δημόσιων Τελών (Gebührengesetz) ισχύουν για έγγραφα και επίσημες πράξεις που εκτελούνται από διοικητικούς φορείς και ο κανονισμός για τα τέλη της Επιτροπής (Kommissionsgebührenverordnung 2007) ισχύει για τις πράξεις που ορίζονται από ένα διοικητικό όργανο εκτός της υπηρεσίας του.

  • Τα δικαστικά τέλη σε αστικές διαδικασίες εξαρτώνται από την αξία της άσκησης της προσφυγής που προβλέπει η Αυστριακή Πράξη Δικαστικών Τελών (Gerichtsgebührengesetz — GGG) — παρατίθενται ορισμένα παραδείγματα:

Αξία επίδικου αντικειμένου

Δικαστικό τέλος

Διαδικασίες προσφυγής

700 EUR, —

58 EUR, —

37 EUR, —

7,000 EUR, —

285 EUR, —

518 EUR, —

70,000 EUR, —

1,322 EUR

1,945 EUR, —

Ασφ. Σ.Π. Άρθρο 32 της Αυστριακής Πράξης Δικαστικών Τελών (GGG)

  • Το τέλος για την κατάθεση προσφυγής στην Ανεξάρτητη Περιβαλλοντική Γερουσία είναι 14,30 EUR.
  • Το τέλος για την κατάθεση προσφυγής στο Ανεξάρτητο Διοικητικό Δικαστήριο είναι

α) 14,30 EUR όσον αφορά διοικητικές περιβαλλοντικές υποθέσεις, και

β) 20 % της επιβληθείσας ποινής σε διαδικασίες διοικητικών ποινών.

  • Το τέλος για την κατάθεση προσφυγής στο διοικητικό δικαστήριο είναι 240,00 EUR.
  • Το τέλος για την κατάθεση προσφυγής στο Συνταγματικό Δικαστήριο είναι 240,00 EUR.

Οι αμοιβές των εμπειρογνωμόνων υπόκεινται σε μεγάλες διακυμάνσεις, ανάλογα με την περίπτωση.

Οι αμοιβές των εμπειρογνωμόνων για την αξιολόγηση μεγάλων έργων σε διάφορους τομείς (π.χ. ένα έργο 10 στρεμμάτων ή υποδομές μεταφορών μήκους τουλάχιστον 10 χλμ.), χωρίς λεπτομερέστερη επιτόπια έρευνα μπορεί να εκτιμηθούν ως εξής:

Ατμοσφαιρική ρύπανση:

15.000 — 40.000, —

Θόρυβος:

20.000 — 50.000 — ευρώ (για έργα μεταφορών)

10.000 — 40.000 (για άλλα μεγάλα έργα)

Φυτά, ζώα, οικότοποι:

25.000 — 50.000 — ευρώ (για έργα μεταφορών)

10.000 — 30.000 — (για άλλα μεγάλα έργα)

Κατά κανόνα, οι δικηγορικές αμοιβές εξαρτώνται πάντα από τη διάρκεια και την πολυπλοκότητα των σχετικών διαδικασιών. Έτσι, οι ακόλουθες εκτιμήσεις αναφέρονται σε μεμονωμένες περιπτώσεις και επομένως δεν πρέπει να γενικεύονται:

α) πρώτο παράδειγμα διαδικασίας ΕΠΕ:

Η αμοιβή των δικηγόρων για την υποβολή κατάθεσης και τη συμμετοχή σε ακροαματική διαδικασία ήταν 2.500, — ευρώ

Δευτεροβάθμια διαδικασία ενώπιον της Ανεξάρτητης Περιβαλλοντικής Γερουσίας:

Για την κατάθεση της προσφυγής, περαιτέρω γραπτές παρατηρήσεις και δύο γραπτές δηλώσεις — 4.130, — ευρώ

β) eia πρωτοβάθμια διαδικασία σχετικά με εθνική οδό:

Για προσβολή κανονισμού — 5.400, — ευρώ

Διαδικασία στο διοικητικό δικαστήριο.

Για την υποβολή καταγγελίας κατά δευτεροβάθμιας απόφασης — 5.000, — ευρώ

Το κόστος για προσωρινά μέτρα σε αστικές προσφυγές υπολογίζεται βάσει των διατάξεων περί αστικών τελών — Αυστριακός νόμος περί τελών. Τα τέλη εξαρτώνται από την αξία στις δικαστικές διαφορές:

Αξία επίδικου αντικειμένου

Δικαστικό τέλος

700 EUR, —

28 EUR, —

7,000 EUR, —

142,50 EUR

70,000 EUR, —

661 EUR, —

Ασφ. Σ.Π. Άρθρο 32 της Αυστριακής Πράξης Δικαστικών Τελών (GGG)

Ο αυστριακός νόμος περί επιβολής απαιτεί την υποχρέωση αποζημίωσης σε διαδικασίες ασφαλιστικών μέτρων (SEC. 390 Exekutionsordnung — EO)

Η υποχρέωση αποζημίωσης απαιτείται υπό ορισμένες προϋποθέσεις στο πλαίσιο διαδικασιών διοικητικών κυρώσεων για τον ύποπτο.

Για τις διοικητικές διαδικασίες (συμπεριλαμβανομένων των διαδικασιών ΕΠΕ και την άσκηση προσφυγών ενώπιον της Ανεξάρτητης Περιβαλλοντικής Γερουσίας), ο Γενικός Νόμος Διοικητικής Διαδικασίας περιλαμβάνει διατάξεις σχετικά με το ποιος αναλαμβάνει το κόστος. Κατά κανόνα, κάθε διάδικος πρέπει να αναλαμβάνει τα δικά του έξοδα (εκτός από την περίπτωση των γνωμοδοτήσεων των εμπειρογνωμόνων). Δαπάνες της Αρχής (οι οποίες προκύπτουν σε μια συγκεκριμένη διαδικασία και υπερβαίνουν τις συνήθεις διοικητικές δαπάνες της αρχής — πχ. τέλη για μη επίσημες γνωμοδοτήσεις εμπειρογνωμόνων) αναλαμβάνονται από τον αιτούντα.

Ο κανόνας για την ανάληψη των δαπανών που προκύπτουν ενώπιον του Διοικητικού ή Συνταγματικού Δικαστηρίου προβλέπει ότι «ο ηττηθείς πληρώνει»: Ο ηττηθείς διάδικος επιβαρύνεται με τα έξοδα του νικήσαντα διαδίκου.

Αιτήσεις περιβαλλοντικών πληροφοριών απαλλάσσονται από τον φόρο και τα τέλη χαρτοσήμου και ως εκ τούτου απαλλάσσονται από επιβαρύνσεις (SEC. 16 του νόμου για τις Περιβαλλοντικές Πληροφορίες/Umweltinformationsgesetz — UIG και SEC. 14 Tarifpost 6 Eingaben παράγραφος 5 (23) της Πράξης Δημόσιων Τελών (Gebührengesetz)).

ΧΙΙ. Μηχανισμοί οικονομικής συνδρομής

Η νομική συνδρομή προβλέπεται από το αστικό δικονομικό δίκαιο.

Διαδικασίες ενώπιον του Διοικητικού και Συνταγματικού Δικαστηρίου:

Αν κάποιος έχει χαμηλό εισόδημα και βρίσκεται σε επισφαλή οικονομική κατάσταση, είναι δυνατόν να υποβάλει αίτηση για νομική συνδρομή. Τμήμα της νομικής συνδρομής μπορεί να είναι και η προσωρινή απαλλαγή από τα διαδικαστικά έξοδα. Η νομική συνδρομή πρέπει να παρέχεται το αργότερο κατά την κατάθεση της προσφυγής.

Κατά κανόνα, δεν είναι δυνατή η αίτηση για νομική συνδρομή στο πλαίσιο διοικητικών διαδικασιών:

Διαδικασίες ΕΠΕ:

Για να αποφευχθεί το ενδεχόμενο ο διαμεσολαβητής για το περιβάλλον να μην είναι σε θέση να συμμετέχει ή να κινήσει διαδικασίες ΕΠΕ λόγω υψηλού κόστους (πχ. υψηλές ταμειακές δαπάνες — SEC. 76 της Γενικής Πράξης Διοικητικής Διαδικασίας) εξαιρείται ρητά από την υποχρέωση να αντικαταστήσει τις ταμειακές δαπάνες (άρθρο 3 του Νόμου ΕΠΕ).

Στην Αυστρία, η «BIV — Grün-Alternativer Verein zur Unterstützung von BürgerInnen-Initiativen» (Οικολογική Εναλλακτική Ένωση για την υποστήριξη των ομάδων πολιτών) στηρίζει οικονομικάτις πρωτοβουλίες των πολιτών σε περιβαλλοντικές διαδικασίες.Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροhttp://www.gruene.at/index.php?id=69849

Η ÖKOBÜRO αποτελεί τη μοναδική αυστριακή περιβαλλοντική ΜΚΟ και οργάνωση νομικής επιχείρησης περιβαλλοντικού δικαίου που παρέχει νομική συνδρομή για περιβαλλοντικά ζητήματα:

  • Δικηγόροι που ειδικεύονται σε περιβαλλοντικές υποθέσεις μπορούν να παράσχουν νομικές συμβουλές, αλλά δεν παρέχουν νομική
  • εκπροσώπηση σε διαδικασίες σχετικά με περιβαλλοντικά ζητήματα.

Δεν υπάρχουν προϋποθέσεις για την πρόσβαση στην παροχή νομικών συμβουλών — κάθε άτομο μπορεί να έχει πρόσβαση, καθώς και οι ΜΚΟ και ο Διαμεσολαβητής για το περιβάλλον.

Ο Διαμεσολαβητής για το περιβάλλον παρέχει δωρεάν συμβουλές όσον αφορά περιβαλλοντικά ζητήματα — αλλά ενεργεί κυρίως ως φορέας παρακολούθησης της τήρησης του περιβαλλοντικού δικαίου στο πλαίσιο περιβαλλοντικών διαδικασιών.

Η δωρεάν νομική συνδρομή είναι εγγυημένη μόνο στο πλαίσιο αστικών και ποινικών διαδικασιών (Verfahrenshilfe), καθώς και στο πλαίσιο των διαδικασιών ενώπιον του διοικητικού και του Συνταγματικού Δικαστηρίου. Εκτός από αυτό, σε περιβαλλοντικές υποθέσεις, δεν μπορεί να ζητηθεί νομική συνδρομή.

Ο Διαμεσολαβητής για το περιβάλλον εξετάζει περιβαλλοντικές υποθέσεις, ως φορέας παρακολούθησης της τήρησης του περιβαλλοντικού δικαίου στο πλαίσιο περιβαλλοντικών διαδικασιών.

ΧΙΙΙ. Επικαιρότητα

Τα διοικητικά όργανα υποχρεούνται να αποφασίζουν σχετικά με τις αιτήσεις και τις προσφυγές αμελλητί και πρέπει να εκδώσει απόφαση το αργότερο εντός έξι μηνών μετά την κατάθεση του δικογράφου της προσφυγής ή της έφεσης (CP. Ασφ. Σ.Π. 73 της Γενικής Πράξης Διοικητικής Διαδικασίας και SEC.. 27 παράγραφος 1 του νόμου περί διοικητικών δικαστηρίων· Η παραβίαση της υποχρεώσεως να αποφασίσει να αυξάνονται οι πιθανότητες άσκησης αγωγών σύμφωνα με το νόμος περί ευθύνης δημόσιων οργάνων του Δημοσίου (Amtshaftungsgesetz — AHG). Αλλά οι προθεσμίες μπορούν να ρυθμίζονται διαφορετικά στο πλαίσιο των αντίστοιχων τομεακών νόμων.

  • Αν το διοικητικό όργανο δεν έχει ακόμη αποφασίσει, έξι μήνες μετά, ο διάδικος μπορεί να υποβάλει αίτηση μεταβίβασης (Devolutionsantrag) στην αρχή υψηλότερου επιπέδου δικαιοδοσίας. Στη συνέχεια η εν λόγω αρχή πρέπει να εκδώσει απόφαση αμελλητί και το αργότερο στο τέλος της εξάμηνης περιόδου.
  • Αν ο διάδικος απευθυνθεί στην ανώτατη διοικητική αρχή σε διοικητική διαδικασία (επί της προσφυγής ή στο πλαίσιο διαδικασιών αποκέντρωσης) και η εν λόγω αρχή δεν εκδώσει απόφαση εγκαίρως, ο διάδικος έχει το δικαίωμα να υποβάλει προσφυγή (Säumnisbeschwerde) στο Διοικητικό Δικαστήριο. Το διοικητικό δικαστήριο στη συνέχεια θέτει προθεσμία 3 μηνών για την Αρχή προκειμένου η τελευταία να εκδώσει απόφαση. Μετά από αυτή την προθεσμία η αρμοδιότητα έκδοσης απόφασης μεταβιβάζεται στο Διοικητικό Δικαστήριο.

Κατά κανόνα, οι ανωτέρω προθεσμίες έχουν την ισχύ τους για τις γενικές διοικητικές διαδικασίες και αναλόγως (αν οι ουσιαστικοί νόμοι δεν διαφέρουν από τον Γενικό Νόμο Διοικητικής Διαδικασίας) για περιβαλλοντικά θέματα:

  • Σε ορισμένες διαδικασίες ΕΠΕ δεν ισχύει αυτός μεταβάλλεται και η αρχή πρέπει να λάβει απόφαση εντός εννέα μηνών (άρθρα. 7/2 του Νόμου ΕΠΕ).
  • Η προθεσμία για τη διεξαγωγή των διαδικασιών ΕΠΕ όσον αφορά τις εθνικές οδούς και τις σιδηροδρομικές γραμμές υψηλής ταχύτητας είναι δώδεκα μήνες (SEC. 24b/2 του Νόμου ΕΠΕ).
  • Οι διαδικασίες παρακολούθησης ΕΠΕ πρέπει να ολοκληρωθούν εντός έξι εβδομάδων (SEC. 3/7 του Νόμου ΕΠΕ) — όσον αφορά τα εθνικά σχέδια οδών ή σιδηροδρομικών γραμμών υψηλής ταχύτητας, εντός οκτώ εβδομάδων (άρθρο. 24/5 του Νόμου ΕΠΕ).
  • Στο πλαίσιο των διαδικασιών ΕΠΕ οι διάδικοι υποχρεούνται να υποβάλουν τις προσφυγές τους εντός τεσσάρων εβδομάδων μετά την έκδοση της διοικητικής απόφασης.

Τυπική διάρκεια διαδικασιών:

  • Το 2011 η μέση διάρκεια των τακτικών διαδικασιών ΕΠΕ ήταν περίπου δεκαεπτά μήνες.
  • Στο πλαίσιο των απλουστευμένων διαδικασιών ΕΠΕ η μέση διάρκεια ήταν λίγο λιγότερο από δέκα μήνες.
  • Η μέση διάρκεια των διαδικασιών παρακολούθησης ΕΠΕ ήταν λίγο περισσότερο από τέσσερις μήνες.
  • Η μέση διάρκεια των διαδικασιών της Ανεξάρτητης Περιβαλλοντικής Γερουσίας ήταν λιγότερο από έξι μήνες.

Σε αστικές διαδικασίες, εάν το δικαστήριο δεν εκδώσει μια απόφαση εντός ευλόγου χρονικού διαστήματος — μπορεί να υποβληθεί αίτηση (Fristsetzungsantrag) στο δικαστήριο που καθυστέρησε — το εν λόγω δικαστήριο έχει σε αυτήν την περίπτωση τέσσερις εβδομάδες για να εκδώσει την απόφαση ή να προβεί σε άλλη ενέργεια που απαιτείται από τον αιτούντα. Αν το Δικαστήριο δεν έχει προβεί σε καμία ενέργεια μέσα σε αυτές τις τέσσερις εβδομάδες, η αίτηση διαβιβάζεται στο ανώτερο δικαστήριο, το οποίο θέτει νέα προθεσμία για την έκδοση απόφασης από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο. Εκτός από αυτά τα μέσα που έχουν σχεδιαστεί για να επισπεύσουν την έκδοση των αποφάσεων, δεν προβλέπονται ποινές κατά δικαστηρίων που εκδίδουν αποφάσεις με καθυστέρηση.

Κατά κανόνα, η Αρχή πρέπει να εκδώσει μια απόφαση χωρίς περιττή καθυστέρηση και το αργότερο έξι μήνες μετά την έναρξη της διαδικασίας (SEC. 73 της Γενικής Πράξης Διοικητικής Διαδικασίας). Στις διοικητικές διαδικασίες το αίτημα μεταβίβασης και η προσφυγή ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου αποτελούν τις μοναδικές νομικά δεσμευτικές προθεσμίες/χρονικά περιθώρια από τα οποία δεσμεύονται τα διοικητικά όργανα.

ΧΙV. Άλλα θέματα

Μια προσφυγή μπορεί να κατατεθεί μόνο μετά την περάτωση των πρωτόδικων διαδικασιών, με την έκδοση επίσημης απόφασης.

Η ÖKOBÜRO παρέχει πληροφορίες σχετικά με την πρόσβαση στη δικαιοσύνη για περιβαλλοντικά θέματα — το ενημερωτικό υλικό αφορά το νομικό καθεστώς και τα δικαιώματα προσφυγής σε διοικητικές διαδικασίες, εξηγήσεις των δικαιωμάτων των διαδίκων, διαδικαστικές προϋποθέσεις και το περιεχόμενο των διαδικασιών ΕΠΕ και ΟΠΕΡ. Επιπλέον, παρέχονται πληροφορίες σχετικά με την περιβαλλοντική ευθύνη και τις διαδικασίες περιβαλλοντικών πληροφοριών, ορισμένους τομεακούς περιβαλλοντικούς νόμους όσον αφορά τον τρόπο ανάληψης μιας πρωτοβουλίας ευρωπαίων πολιτών. Επιπλέον, στον δικτυακό της τόπο παρέχονται σημαντικοί σύνδεσμοι σχετικά με την περιβαλλοντική νομοθεσία και την επικοινωνία με τα σχετικά θεσμικά όργανα:

Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροhttp://www.oekobuero.at/

Επιπλέον, η Ομοσπονδιακή Υπηρεσία Περιβάλλοντος παρέχει πληροφορίες σχετικά με την πρόσβαση στη δικαιοσύνη:

Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροhttp://www.umweltbundesamt.at/umweltsituation/uvpsup/uvpoesterreich1/verfahrensablauf/beteiligung/

Το Ομοσπονδιακό Υπουργείο Γεωργίας, Δασών, Περιβάλλοντος και Διαχείρισης των Υδάτων παρέχει πληροφορίες σχετικά με τη συμμετοχή του κοινού, περιβαλλοντικές πληροφορίες, ΕΠΕ και τη Σύμβαση του Aarhus στους ακόλουθους δικτυακούς τόπους:

Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροhttp://www.partizipation.at/

http://www.lebensministerium.at/umwelt/betriebl_umweltschutz_uvp/kontrolle-info.html

Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροhttp://www.lebensministerium.at/umwelt/betriebl_umweltschutz_uvp/uvp.html

http://www.lebensministerium.at/umwelt/eu-international/umweltpolitik_internat/aarhus-konvention.html

Το αυστριακό νομικό πλαίσιο σε ποινικές και αστικές υποθέσεις χρησιμοποιεί την Εναλλακτική Επίλυση Διαφορών ή τροποποιημένες μορφές της, αλλά στο πλαίσιο των διοικητικών διαδικασιών το μέσο αυτό δεν εφαρμόζεται κατά κανόνα.

Ένας τομέας στον οποίο ισχύει η εναλλακτική επίλυση διαφορών (ΕΕΔ) είναι αυτός των μελετών περιβαλλοντικών επιπτώσεων (άρθρο 16/2 UVP-G). Η ΕΕΔ μπορεί να χρησιμοποιηθεί κατά τη διάρκεια της τακτικής διαδικασίας ΕΠΕ — δεν είναι δυνατόν με την απλοποιημένη διαδικασία ΕΠΕ.

Η διαμεσολάβηση πράγματι χρησιμοποιείται για την επίλυση των συγκρούσεων στην Αυστρία. Μια εμπειρική έρευνα που αφορούσε πρακτικές εμπειρίες σχετικά με την περιβαλλοντική διαμεσολάβηση στην Αυστρία εξέφρασε την άποψη ότι οι διαδικασίες διαμεσολάβησης χρησιμοποιούνται σε περιβαλλοντικά θέματα και ότι οι διαδικασίες αυτές μπορεί να έχουν πολύ θετικά αποτελέσματα.Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροhttp://www.oegut.at/de/

Όπως προαναφέρθηκε, ο νόμος για την εκτίμηση των περιβαλλοντικών επιπτώσεων της Αυστρίας προβλέπει ρητά τη διακοπή της διαδικασίας ΕΠΕ για μια διαδικασία διαμεσολάβησης, κατόπιν αιτήματος του υποβάλλοντος το σχέδιο (SEC. 16/2 του Νόμου ΕΠΕ)

XV. Αλλοδαποί

Ο κανόνας της ισότητας κατοχυρώνεται στο αυστριακό Σύνταγμα. Αυτό σημαίνει ότι το νομοθετικό σώμα δεν μπορεί να εισάγει διακρίσεις μεταξύ των πολιτών (άρθρο 7 B-VG). Επιπλέον, ο Ομοσπονδιακός Συνταγματικός Νόμος σχετικά με την απαγόρευση των φυλετικών διακρίσεων (BVG betreffend das Verbot rassischer Diskriminierung) δεν επιτρέπει διακρίσεις μεταξύ αλλοδαπών. Οποιαδήποτε διάκριση λόγω φυλής, χρώματος, γενεαλογικών καταβολών ή εθνικής ή εθνοτικής καταγωγής απαγορεύεται. Ακόμη και τα εκτελεστικά/διοικητικά όργανα δεσμεύονται από τον κανόνα της ισότητας.

  • Διαφορετικές αποφάσεις για παρόμοιες υποθέσεις γίνονται δεκτές μόνο σε περίπτωση που παρέχεται επαρκής αιτιολόγηση.
  • Τα διοικητικά όργανα δεν έχουν το δικαίωμα να αποφασίζουν αυθαίρετα.
  • Παραβιάζουν τον κανόνα της ισότητας αν στηρίξουν την απόφασή τους σε έναν νόμο ο οποίος έρχεται σε αντίθεση με τον ομοσπονδιακό συνταγματικό νόμο σχετικά με την απαγόρευση των φυλετικών διακρίσεων.

Στις δικαστικές διαδικασίες επίσημη γλώσσα είναι η γερμανική. Αν οι διάδικοι ή οι μάρτυρες τις διαδικασίας δεν μιλούν γερμανικά χρησιμοποιείται μεταφραστής. Η κυβέρνηση αναλαμβάνει τη μετάφραση σε δικαστικές διαδικασίες — οι μεταφραστές είναι εγκεκριμένοι και ορκωτοί. Το κόστος του μεταφραστή πρέπει να καταβάλλεται από τον αντίστοιχο διάδικο και, τελικά, από τον ηττηθέντα διάδικο (εκτός εάν δικαιούται νομική συνδρομή).

ΧVΙ. Διασυνοριακές υποθέσεις

Σε διασυνοριακές διαδικασίες ΕΠΕ οι συμμετέχοντες αλλοδαποί διάδικοι πρέπει να ενημερώνονται σχετικά με

  • Την προτεινόμενη δραστηριότητα
  • Τις πιθανές διασυνοριακές περιβαλλοντικές επιπτώσεις
  • τη φύση πιθανών αποφάσεων που μπορούν να ληφθούν σε μια διαδικασία ΕΠΕ

Ο υποβάλλων σχέδιο πρέπει να βεβαιωθεί ότι η τεκμηρίωση ΕΠΕ είναι ολοκληρωμένη. Η αρμόδια αρχή υποχρεούνται να αποστείλει τις εν λόγω πληροφορίες στους συμμετέχοντες αλλοδαπούς διαδίκους.

Η εν λόγω τεκμηρίωση ΕΠΕ περιλαμβάνει τα ακόλουθα:

  • Περιγραφή του έργου
  • Λογικές εναλλακτικές λύσεις
  • Περιγραφή των πραγματικών περιβαλλοντικών συνθηκών στην περιοχή του έργου.
  • Καταγραφή των μέτρων άμβλυνσης

Σύμφωνα με τη σύμβαση για την εκτίμηση των περιβαλλοντικών επιπτώσεων σε διασυνοριακό πλαίσιο (σύμβαση ESPOO), ο ορισμός του «κοινού» νοείται ως «ένα ή περισσότερα φυσικά ή νομικά πρόσωπα καθώς και, σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία ή πρακτική, οι ενώσεις, οργανώσεις ή ομάδες τους. (CP. Άρθρα 1/x σύμβαση Espoo).»

Οι ΜΚΟ και οι Γείτονες της πληγείσας χώρας νομιμοποιούνται να ασκούν προσφυγές στις διαδικασίες ΕΠΕ στην Αυστρία, υπό ορισμένες προϋποθέσεις οι οποίες ισχύουν επίσης για τους αυστριακούς «ομολόγους» τους.

Οι ΜΚΟ της πληγείσας χώρας έχουν νομιμοποίηση άσκησης προσφυγής σύμφωνα με το άρθρο. Οι ΜΚΟ της πληγείσας χώρας έχουν νομιμοποίηση άσκησης προσφυγών σύμφωνα με το άρθρο 19/11 του Νόμου ΕΠΕ αν:

  • το ξένο κράτος έχει ενημερωθεί για την προγραμματισμένη δραστηριότητα
  • το τμήμα του περιβάλλοντος στο ξένο κράτος μπορεί να επηρεαστεί από τις επιπτώσεις της προτεινόμενης δραστηριότητας του οποίου την προστασία επιδιώκει η ΜΚΟ, και
  • αν η ΜΚΟ θα μπορούσε να συμμετάσχει σε μια διαδικασία ΕΠΕ αν το έργο υλοποιήθηκε σε αυτό το ξένο κράτος.

Επιπλέον στους αλλοδαπούς γείτονες και τους δήμους (οι οποίοι ενεργούν ως γείτονες) διασφαλίζεται η νομιμοποίηση άσκησης προσφυγής σύμφωνα με το άρθρο. 19/1/1 του Νόμου ΕΠΕ.

Οι ανωτέρω διάδικοι απολαμβάνουν τα ίδια δικαιώματα διαδίκου με αυτά των αυστριακών ΜΚΟ και των γειτόνων.

Οι ομάδες αλλοδαπών πολιτών δεν έχουν νομιμοποίηση για την άσκηση προσφυγής σε διασυνοριακές διαδικασίες ΕΠΕ, δεδομένου ότι δεν πληρούν τα κριτήρια που έχουν καθοριστεί για τις εθνικές ομάδες πολιτών — δηλαδή οι αλλοδαποί δεν έχουν το δικαίωμα ψήφου στην Αυστρία.

Δεν παρέχεται νομική συνδρομή σε διοικητικές διαδικασίες στην Αυστρία.

Δεν υπάρχει η δυνατότητα επιλογής μεταξύ δικαστηρίων διαφορετικών χωρών.


Αυτόματη μετάφραση του περιεχομένου. Ο ιδιοκτήτης της σελίδας αυτής δεν αποδέχεται καμία ευθύνη για την ποιότητα αυτής της μετάφρασης, που έγινε από μηχανή.

Τελευταία επικαιροποίηση: 14/09/2016