Uždaryti

JAU VEIKIA PORTALO BETA VERSIJA!

Apsilankykite beta versijos Europos e. teisingumo portale ir išsakykite, ką apie jį manote!

 
 

Naršymo kelias

  • Pradžia
  • Teisė kreiptis į teismus aplinkosaugos klausimais

menu starting dummy link

Page navigation

menu ending dummy link

Πρόσβαση στη δικαιοσύνη για περιβαλλοντικά θέματα - Φινλανδία

Šis puslapis išverstas mašininio vertimo priemone ir jo kokybė negali būti užtikrinta.

Šio vertimo kokybė: vidutinė

Ar šis vertimas Jums naudingas?


  1. Συνταγματικά θεμέλια
  2. Δικαιοσύνη
  3. Πρόσβαση σε πληροφορίες — υποθέσεις σχετικές με το περιβάλλον
  4. Πρόσβαση στη δικαιοσύνη και συμμετοχή του κοινού
  5. Πρόσβαση στη δικαιοσύνη κατά πράξεων ή παραλείψεων
  6. Άλλα μέσα πρόσβασης στη δικαιοσύνη
  7. Ιδιότητα διαδίκου
  8. Νομική εκπροσώπηση
  9. Αποδεικτικά στοιχεία
  10. Προσωρινά μέτρα
  11. Επί των δικαστικών εξόδων
  12. Μηχανισμοί οικονομικής συνδρομής
  13. Επικαιρότητα
  14. Άλλα θέματα
  15. Αλλοδαποί
  16. Διασυνοριακές υποθέσεις

I Συνταγματικά θεμέλια

Το Σύνταγμα της Φινλανδίας (731/1999), που εγκρίθηκε υπό τη σημερινή βασική μορφή του το 2000, περιλαμβάνει ένα βασικό δικαίωμα για το περιβάλλον στο άρθρο 20. Το άρθρο αυτό προβλέπει τα εξής:

  • Η φύση και η βιοποικιλότητα, το περιβάλλον και η εθνική κληρονομιά αποτελούν ευθύνη του κάθε πολίτη.
  • Οι δημόσιες αρχές καταβάλλουν προσπάθειες για να εξασφαλιστεί σε όλους το δικαίωμα σε ένα υγιές περιβάλλον και σε όλους η δυνατότητα να επηρεάζουν τις αποφάσεις που αφορούν το δικό τους περιβάλλον διαβίωσης.

Η πρόσβαση στη δικαιοσύνη προβλέπεται από το άρθρο 21 με τίτλο «προστασία βάσει του νόμου». Το άρθρο εγγυάται σε όλους το δικαίωμα να αντιμετωπίζεται η υπόθεσή τους με τον κατάλληλο τρόπο και χωρίς καθυστέρηση από αρμόδιο δικαστήριο ή άλλη αρχή, καθώς και να εξετάζονται οι αποφάσεις που αφορούν τα δικαιώματα ή τις υποχρεώσεις τους από δικαστήριο ή άλλο ανεξάρτητο όργανο για την απονομή της δικαιοσύνης.

Ενώ η συνταγματική εποπτεία ασκείται άμεσα εκ των προτέρων μέσω της αξιολόγησης των νομοθετικών προτάσεων από την Επιτροπή Συνταγματικής Νομοθεσίας του Κοινοβουλίου, μπορεί επίσης να γίνει επίκληση των συνταγματικών δικαιωμάτων ενώπιον των δικαστηρίων. Εάν, σε ένα θέμα που εκδικάζεται από δικαστήριο, η εφαρμογή ενός νόμου θα ερχόταν εμφανώς σε αντίθεση με το Σύνταγμα, το Δικαστήριο πρέπει να δίνει προτεραιότητα στη διάταξη του Συντάγματος. Το δικαίωμα στο περιβάλλον έχει αποτελέσει αρκετές φορές αντικείμενο της νομολογίας του Ανώτατου Διοικητικού Δικαστηρίου, ειδικά όσον αφορά την ερμηνεία των διατάξεων σχετικά με το δικαίωμα άσκησης έφεσης. Η δυνατότητα εφαρμογής των διεθνών συμβάσεων, από την άλλη πλευρά, εξαρτάται από την εφαρμογή τους στο εθνικό δίκαιο. Σύμφωνα με τη δημοσιευμένη νομολογία, η σύμβαση του Aarhus έχει εφαρμοστεί μία φορά, προκειμένου να αποκαταστήσει μια ασυνέπεια όσον αφορά το δικαίωμα προσφυγής των μη κυβερνητικών οργανώσεων (ΜΚΟ), μέσω της διεύρυνσης της ερμηνείας του εφαρμοστέου εθνικού δικαίου.

II δικαστικού συστήματος

Το φινλανδικό σύστημα δικαστηρίων χωρίζεται σε δύο ανεξάρτητες κατηγορίες δικαιοδοσίας: τα γενικά και τα διοικητικά δικαστήρια.

Η κατηγορία του γενικού δικαστηρίου αποτελείται από τρία επίπεδα:

  • τοπικά δικαστήρια
  • Εφετεία
  • Το Ανώτατο Δικαστήριο

Η κατηγορία του διοικητικού δικαστηρίου αποτελείται από δύο επίπεδα:

  • περιφερειακά διοικητικά δικαστήρια,
  • Ανώτατο Διοικητικό Δικαστήριο

Τα γενικά δικαστήρια χειρίζονται αστικές και ποινικές υποθέσεις, ενώ τα διοικητικά δικαστήρια χειρίζονται κατά κύριο λόγο προσφυγές κατά των αποφάσεων των αρχών. Επιπλέον, υπάρχει μια σειρά ειδικευμένων δικαστηρίων (π.χ. το Δικαστήριο Αγοράς, το Ασφαλιστικό Δικαστήριο και το Εργατοδικείο), καθώς και τμήματα προσφυγών που λειτουργούν στο πλαίσιο της μίας ή και των δύο κατηγοριών.

Δεδομένου ότι τα περιβαλλοντικά θέματα εκδικάζονται σε πρώτο βαθμό από τις δημόσιες αρχές, οι περιβαλλοντικές διαφορές συνήθως καταλήγουν στα διοικητικά δικαστήρια. Υπάρχουν ορισμένες αξιοσημείωτες εξαιρέσεις, ήτοι υποθέσεις ακινήτων και αστικής δουλείας, στις οποίες οι προσφυγές υποβάλλονται στα ειδικά δικαστήρια γεωργικών υποθέσεων που λειτουργούν ως παραρτήματα των επαρχιακών δικαστηρίων. Επιπλέον, οι περιβαλλοντικές αδικοπραξίες και ποινικές υποθέσεις εκδικάζονται από τα γενικά δικαστήρια.

Στο πλαίσιο του διοικητικού δικαστικού συστήματος, ένα σημαντικό μέρος του συνόλου των περιβαλλοντικών υποθέσεων έχουν συγκεντρωθεί σε ένα από τα περιφερειακά διοικητικά δικαστήρια, δηλαδή το Διοικητικό Δικαστήριο του Vaasa. Το δικαστήριο εξετάζει όλες τις περιπτώσεις, σύμφωνα με τον νόμο περί προστασίας του περιβάλλοντος (EPA, 86/2000) και τον νόμο για τα ύδατα (587/2011), που αντιστοιχούν περίπου το ένα τέταρτο των περιβαλλοντικών υποθέσεων στα διοικητικά δικαστήρια σε εθνικό επίπεδο. Οι υπόλοιπες περιβαλλοντικές υποθέσεις, όπως αυτές που αφορούν την προστασία της φύσης, τις εξορύξεις και τα λατομεία, καθώς και τη χωροταξία και τις οικοδομικές κατασκευές, εξετάζονται από το αρμόδιο περιφερειακό διοικητικό δικαστήριο. Επιπλέον, η επιτροπή προσφυγών αγροτικών επιχειρήσεων (maaseutuelinkeinojen valituslautakunta, landsbygdsnäringarnas besvärsnämnd) εξετάζει ορισμένες προσφυγές όσον αφορά τη γεωργία, τη δασοκομία, το κυνήγι και την αλιεία. Συνολικά, οι γεωγραφικές και ουσιαστικές δικαιοδοσίες των αρμόδιων δικαστηρίων σε θέματα περιβάλλοντος ορίζονται σαφώς από τον νόμο, και αν και μπορούν να προκύψουν οριακές υποθέσεις, η δυνατότητα της άγρας αρμόδιου δικαστηρίου (forum shopping) είναι ανύπαρκτη.

Σε γενικές γραμμές οι αποφάσεις των αρχών μπορούν να προσβληθούν μέσω της άσκησης διοικητικής προσφυγής στο περιφερειακό διοικητικό δικαστήριο, όπως ορίζεται στον νόμο περί διοικητικής δικαστικής διαδικασίας (AJPA, 586/1996). Κατ’ εξαίρεση από τον κανόνα αυτόν, οι αποφάσεις που λαμβάνονται από τις δημοτικές αρχές στο πλαίσιο της αρμοδιότητας που παρέχεται από τις αυτοδιοικήσεις τους, προσβάλλονται αντίθετα μέσω δημοτικής προσφυγής, η οποία αποτελεί τη δεύτερη βασική κατηγορία προσφυγών. Ενώ οι αποφάσεις για το περιβάλλον υπόκεινται συνήθως σε διοικητικές προσφυγές, υπάρχουν μερικές αξιοσημείωτες εξαιρέσεις (π.χ. δημοτικά σχέδια χρήσης γης, διατάγματα δόμησης και τοπικοί περιβαλλοντικοί κανονισμοί, καθώς και άδειες εξορύξεων και λατομείων), οι οποίες εξετάζονται με βάση τις δημοτικές προσφυγές.

Ο νόμος που προβλέπει την αρμοδιότητα για τη λήψη αποφάσεων υποδεικνύει σε ποιον τύπο προσφυγής υπάγεται η απόφαση. Η κύρια διαφορά μεταξύ δύο διαδικασιών προσφυγής είναι ότι η δημοτική προσφυγή είναι διαθέσιμη σε όλα τα μέλη ενός δήμου, ενώ το δικαίωμα της διοικητικής προσφυγής συνήθως περιορίζεται σε διαδίκους που θίγονται πιο άμεσα από την απόφαση. Από την άλλη πλευρά, οι ελεγκτικές εξουσίες του διοικητικού δικαστηρίου είναι ευρύτερες για τη διοικητική προσφυγή σε σχέση με την προσφυγή στον δήμο. Η γενική προθεσμία υποβολής προσφυγής είναι τριάντα ημέρες από την ημερομηνία κοινοποίησης της απόφασης. Οι διαδικασίες στο διοικητικό δικαστήριο πραγματοποιούνται κυρίως εγγράφως, μέσω γραπτών καταθέσεων από τις αρχές, τους αναιρεσείοντες και άλλους διαδίκους. Η παρουσία δικηγόρου δεν είναι υποχρεωτική και ο νόμος περί διοικητικής δικαστικής διαδικασίας δεν θέτει πολλές τυπικές προϋποθέσεις ως προς την προσφυγή ή άλλα στάδια της διαδικασίας.

Οι προσφυγές κατά αποφάσεων του διοικητικού δικαστηρίου μπορούν να εκδικαστούν από το ανώτατο διοικητικό δικαστήριο. Ανάλογα με την εκάστοτε υπόθεση, καθώς και το αποτέλεσμα στο διοικητικό δικαστήριο, μπορεί να ζητηθεί άσκηση έφεσης κατά της απόφασης (σε θέματα περιβάλλοντος, π.χ. χρήση γης και οικοδομικών αδειών, αποφάσεων λεπτομερών σχεδίων), αλλά κατά γενικό κανόνα το ανώτατο διοικητικό δικαστήριο αποφασίζει για όλες τις υποθέσεις που εκδικάζει. Οι αποφάσεις των υπουργείων και της κυβέρνησης (άδειες απαλλοτρίωσης, για παράδειγμα) γενικά προσβάλλονται μέσω προσφυγής απευθείας στο ανώτατο διοικητικό δικαστήριο. Εκτός από τις συνήθεις προσφυγές, υπάρχουν πολλά συγκεκριμένα ένδικα μέσα, όπως οι διοικητικές προσφυγές (hallintoriita, förvaltningstvistemål) και οι ουσιαστικές φορολογικές προσφυγές (perustevalitus, grundbesvär), οι οποίες δεν είναι ιδιαίτερα συναφείς σε σχέση με την περιβαλλοντική δικαιοσύνη. Επιπλέον, ο νόμος περί διοικητικής δικαστικής διαδικασίας προβλέπει τρία έκτακτα ένδικα μέσα:

  • τη διαδικαστική καταγγελία (kantelu, klagan), η οποία μπορεί να κατατεθεί στο περιφερειακό διοικητικό δικαστήριο εντός εξάμηνης περιόδου προσφυγής
  • αποκατάσταση (menetetyn määräajan palauttaminen προθεσμία, återställande av försutten fatalietid), η οποία υποβάλλεται στο Ανώτατο Διοικητικό Δικαστήριο
  • την αίτηση ακύρωσης (purku, återbrytande), η οποία υποβάλλεται στο Ανώτατο Διοικητικό Δικαστήριο

Η διοικητική προσφυγή είναι ένα τροποποιητικό ένδικο μέσο, το οποίο σημαίνει ότι το Δικαστήριο είναι αρμόδιο να τροποποιήσει την προσβληθείσα απόφαση. Κατ’ αρχήν, οι εξουσίες του δικαστηρίου να επανεξετάζει την εκάστοτε υπόθεση είναι αρκετά εκτεταμένες, αλλά επιδεικνύεται αυτοσυγκράτηση όσον αφορά αυτό το θέμα. Οι τροποποιήσεις συνήθως αφορούν καταστάσεις στις οποίες η προσβαλλόμενη υπόθεση κρίνεται παράνομη ως έχει, αλλά η ακύρωση και η ανανέωση της διοικητικής διαδικασίας μπορεί να αποφευχθεί με μια περιορισμένη τροποποίηση, η οποία εξυπηρετεί έτσι οικονομικούς σκοπούς της γενικής διαδικασίας. Σε περιβαλλοντικές υποθέσεις η αναθεώρηση αμφισβητούμενων όρων αδειοδότησης περιλαμβάνει τυπική χρήση της εν λόγω τροποποιητικής εξουσίας. Η δημοτική προσφυγή αντιθέτως έχει ακυρωτικό χαρακτήρα, δηλαδή το Δικαστήριο μπορεί μόνο να επικυρώσει ή να ακυρώσει την απόφαση της Αρχής. Ωστόσο, ο νόμος προβλέπει συνήθως εξαιρέσεις από αυτόν τον κανόνα σε θέματα περιβάλλοντος, επιτρέποντας στο διοικητικό δικαστήριο να προβαίνει σε περιορισμένες τροποποιήσεις, επίσης, σε τέτοιες περιπτώσεις (πχ. θέματα αδειοδότησης εξορύξεων).

Ο νόμος περί διοικητικής δικαστικής διαδικασίας απαιτεί οι αναιρεσείοντες να αναφέρουν τους λόγους προσβολής μιας απόφασης, αλλά εναπόκειται στο διοικητικό δικαστήριο να διακρίνει τον νόμο σύμφωνα με τον οποίο θα επανεξεταστεί η νομιμότητα της απόφασης. Κατά την εξέταση διοικητικών προσφυγών οι αρμοδιότητες του διοικητικού δικαστηρίου είναι αρκετά ευρείες και η επανεξέταση δεν περιορίζεται ρητά σε ό, τι έχει αναφερθεί στην προσφυγή. Κατά την εξέταση δημοτικών προσφυγών, από την άλλη πλευρά, το Δικαστήριο δεσμεύεται αυστηρά από τους λόγους έλλειψης νομιμότητας που επικαλείται ο αναιρεσείων. Στις διαδικασίες δημοτικής προσφυγής, οι λόγοι προσφυγής πρέπει επίσης να δηλώνονται εντός της περιόδου προσφυγής, ενώ η διαδικασία διοικητικής προσφυγής παρέχει μεγαλύτερα περιθώρια για την ολοκλήρωσή της κατά τη διάρκεια της διαδικασίας.

Όσον αφορά την επανεξέταση των πραγματικών περιστατικών, ο νόμος περί διοικητικής δικαστικής διαδικασίας προβλέπει ότι το δικαστήριο συγκεντρώνει αυτεπαγγέλτως αποδεικτικά στοιχεία, καθόσον απαιτεί η αμεροληψία και ο δίκαιος χαρακτήρας της διαδικασίας και η φύση της υπόθεσης. Το Δικαστήριο μπορεί, για παράδειγμα, να ζητήσει συγκεκριμένα στοιχεία από τους διαδίκους, να ζητήσει δηλώσεις πραγματογνωμόνων ή να οργανώσει μια ακροαματική διαδικασία ή παράσταση για να διαπιστώσει τα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης.

Οι γενικές δικαστικές διαδικασίες ακολουθούν διαφορετικούς και ως έναν βαθμό πιο λεπτομερείς διαδικαστικούς κανόνες, κυρίως τον Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (CJP, 4/1734, με πολυάριθμες τροπολογίες) και τον Κώδικα Ποινικής Δικονομίας (CPA, 689/1997). Οι διαδικασίες είναι κατά κύριο λόγο προφορικές και οι ευθύνες των διαδίκων να επικαλούνται συνθήκες και να εκθέτουν τα περιστατικά είναι γενικά πιο μεγάλες σε σχέση με αυτές των διαδικασιών του διοικητικού δικαστηρίου. Η απόφαση ενός περιφερειακού δικαστηρίου μπορεί να προσβληθεί ενώπιον του Εφετείου, αλλά η πλήρης εξέταση της προσφυγής απαιτεί την ύπαρξη ειδικού συμφέροντος (επαρκή πολιτική αγωγή ή ποινική καταδίκη) ή, εναλλακτικά, τη χορήγηση ξεχωριστής άδειας για τη συνέχιση των διαδικασιών. Η προσβολή της απόφασης του εφετείου απαιτεί άδεια προσφυγής κατά της απόφασης από το Ανώτατο Δικαστήριο, το οποίο αποτελεί πρωτίστως δικαστική αρχή για υποθέσεις που έχουν ήδη εκδικασθεί (σε αντίθεση με το ανώτατο διοικητικό δικαστήριο). Υπό ορισμένες συνθήκες, είναι δυνατόν να υποβληθεί αίτηση άδειας προσφυγής κατά της απόφασης του περιφερειακού δικαστηρίου άμεσα στο Ανώτατο Δικαστήριο, και ορισμένα έκτακτα ένδικα μέσα είναι επίσης διαθέσιμα στα γενικά δικαστήρια.

Εκτός από τα ανωτέρω, πρέπει να αναφερθούν επίσης οι ανεξάρτητες νήσοι Åland. Αυτή η αυτοδιοικούμενη περιοχή είναι αρμόδια για τη θέσπιση της δικής της νομοθεσίας σε πολλούς τομείς του δικαίου, συμπεριλαμβανομένων των περιβαλλοντικών θεμάτων, όπως προβλέπεται από τον νόμο για την αυτονομία των νήσων Åland (1144/1991). Άλλοι τομείς, όπως το δικαστικό σύστημα και οι διαδικασίες, εξακολουθούν να διέπονται κατά κύριο λόγο από το εθνικό δίκαιο, το οποίο σημαίνει ότι η προαναφερθείσα εθνική νομοθεσία εφαρμόζεται στις δικαστικές διαδικασίες. Οι νήσοι έχουν ένα γενικό περιφερειακό δικαστήριο, καθώς και ένα διοικητικό δικαστήριο, τα οποία λειτουργούν στο πλαίσιο των αντίστοιχων εθνικών κλιμάκων ιεραρχίας. Ωστόσο, οι αποφάσεις που λαμβάνονται από την περιφερειακή κυβέρνηση εκδικάζονται απευθείας στο ανώτατο διοικητικό δικαστήριο. Επιπλέον, η συγκέντρωση του δικαστικού ελέγχου για περιβαλλοντικά θέματα που περιγράφονται ανωτέρω δεν ισχύει για περιβαλλοντικά θέματα στις νήσους Åland, δηλαδή το διοικητικό δικαστήριο των Νήσων Åland ασχολείται με αυτά τα θέματα στις νήσους.

III υποθέσεις πρόσβασης σε πληροφορίες

Η πρόσβαση σε περιβαλλοντικές πληροφορίες διέπεται γενικά από τον νόμο σχετικά με τη διαφάνεια των δραστηριοτήτων της κυβέρνησης (AOGA, 621/1999), σύμφωνα με τον οποίο τα επίσημα έγγραφα είναι στη διάθεση του κοινού, εκτός αν υπάρχει διαφορετική πρόβλεψη.

Σε περιπτώσεις που ένας αξιωματούχος ή υπάλληλος μιας αρχής αρνηθεί ένα αίτημα παροχής πληροφοριών:

  • Αυτός ή αυτή είναι υποχρεωμένος (-η) να αναφέρει τους λόγους της άρνησης, καθώς και να παράσχει οδηγίες σχετικά με το πώς πρέπει να προχωρήσει το θέμα.
  • Μετά από την άρνηση, η αίτηση πρόσβασης μπορεί να ανανεωθεί από την ίδια την αρχή, προκειμένου να επανεξεταστεί μέσω διοικητικής απόφασης.
  • Ο νόμος προβλέπει ότι πρέπει να λαμβάνεται υπόψη η αίτηση πρόσβασης και η πρόσβαση να χορηγείται χωρίς καθυστέρηση, και σε κάθε περίπτωση εντός δύο εβδομάδων από την υποβολή της αίτησης (τέσσερις εβδομάδες για εξαιρετικά απαιτητικές αιτήσεις).

Εάν η οριστική απόφαση της αρχής είναι αρνητική, τότε μπορεί να προσβληθεί μέσω διοικητικής προσφυγής στο περιφερειακό διοικητικό δικαστήριο, όπως περιγράφεται στην προηγούμενη ενότητα. Οι προσφυγές κατά των αποφάσεων ορισμένων αρχών κατατίθενται απευθείας στο ανώτατο διοικητικό δικαστήριο. Όπως οποιαδήποτε απόφαση αρχής, μια τέτοια απόφαση άρνησης απαιτείται βάσει του νόμου περί διοικητικής δικαστικής διαδικασίας να περιλαμβάνει οδηγίες για την προσφυγή, οι οποίες διευκρινίζουν σε ποιες περιπτώσεις μπορεί να ασκηθεί προσφυγή και σε ποια χρονική περίοδο, καθώς και άλλες απαιτήσεις για την προσβολή της απόφασης.

Το διοικητικό δικαστήριο έχει γενικά πρόσβαση σε ολόκληρο το διοικητικό φάκελο της προσβαλλόμενης απόφασης, έχοντας ταυτόχρονα την επιλογή να ζητήσει περαιτέρω πληροφορίες από την Αρχή. Έτσι, οι πληροφορίες, για την αποκάλυψη των οποίων υπάρχει διαφωνία, ζητούνται συνήθως από το Δικαστήριο, προκειμένου να ελέγχετ αι η αξιοπιστία των λόγων για τους οποίους υπήρξε άρνηση πρόσβασης στις πληροφορίες. Κατά την εξέταση της απόφασης της Αρχής, το Δικαστήριο, σε περίπτωση που καταλήξει σε διαφορετικό συμπέρασμα, είναι αρμόδιο να εξασφαλίσει στον αναιρεσείοντα την πρόσβαση στο ζητούμενο έγγραφο.

Ο νόμος δεν προβλέπει επί του παρόντος πλήρως αποτελεσματικά ένδικα μέσα σε περιπτώσεις όπου η αρχή που κατέχει τις αιτούμενες πληροφορίες καθυστερεί να συμμορφωθεί με τα αιτήματα πρόσβασης· Ωστόσο αυτή η νομοθεσία είναι υπό εξέταση. Επί του παρόντος, η πρόσβαση στο δικαστήριο απαιτεί μια απόφαση άρνησης που μπορεί να προσβληθεί, καθώς τα διοικητικά δικαστήρια δεν είναι αρμόδια να παρέμβουν σε περίπτωση που μια αρχή απλώς αδρανεί (βλ. ενότητα XIII). Ωστόσο, είναι δυνατή η υποβολή διοικητικής ένστασης σε εποπτεύουσα αρχή ή διαμεσολαβητή, αλλά οι επόπτες συνήθως δεν έχουν την εξουσία να απαιτήσουν ο, τιδήποτε από την αδρανούσα αρχή σε επιμέρους θέματα.

Όσον αφορά την περιφερειακή διοίκηση των νήσων Åland, η πρόσβαση στις πληροφορίες ρυθμίζεται από την περιφερειακή νομοθεσία (Landskapslagen om allmänna handlingars offentlighet, 1977: 72). Παρά τις λιγότερο λεπτομερείς διατάξεις όσον αφορά τα αιτούμενα έγγραφα, η σχετική διαδικασία σύμφωνα με τον περιφερειακό νόμο αντιστοιχεί σε ό, τι έχει περιγραφεί ανωτέρω. Το ίδιο ισχύει και για την προσβολή της άρνησης μέσω άσκησης προσφυγής· Με την εξαίρεση ότι δικαστήριο επιτρέπεται σε ορισμένες περιπτώσεις προηγηθεί αίτηση για διοικητικό έλεγχο από την περιφερειακή κυβέρνηση. Όπως προαναφέρθηκε, οι προσφυγές κατά των αποφάσεων της περιφερειακής κυβέρνησης κατατίθενται απευθείας στο ανώτατο διοικητικό δικαστήριο.

IV Η πρόσβαση στη δικαιοσύνη και συμμετοχή του κοινού

Γενική Διοικητική Διαδικασία

Η διαδικασία σε διοικητικά θέματα διέπεται σε γενικές γραμμές από την Πράξη Διοικητικής Διαδικασίας (ΠΔΔ, 434/2003), η οποία περιλαμβάνει διατάξεις σχετικά με τις θεμελιώδεις αρχές της χρηστής διοίκησης και τη διαδικασία που εφαρμόζεται σε διοικητικά θέματα. Σε θέματα περιβάλλοντος τηρείται η διαδικασία που προβλέπεται στην ΠΔΔ, εκτός εάν προβλέπεται διαφορετικά στο ισχύον ουσιαστικό δίκαιο. Ακόμη και τότε, οι διατάξεις καθώς και οι αρχές της ΠΔΔ εφαρμόζονται συμπληρωματικά. Με άλλα λόγια, η ΠΔΔ καθορίζει μια καθολική διαδικασία, η οποία στη συνέχεια προσαρμόζεται ανάλογα με το θέμα με διάφορους άλλους νόμους. Πολλά είδη περιβαλλοντικών θεμάτων τηρούν αυτές τις προσαρμοσμένες διαδικασίες. Η περιβαλλοντική αδειοδότηση βάσει του ΝΠΠ και ο σχεδιασμός χρήσης γης βάσει του νόμου για τη χρήση γης και την οικοδομική δραστηριότητα (LUBA, 132/1999) αποτελούν παραδείγματα διαδικασιών που ρυθμίζονται εκτενώς κατά παρέκκλιση από την ΠΔΔ. Εκτός από τη δική της περιφερειακή ουσιαστική νομοθεσία όσον αφορά το περιβάλλον, η διοίκηση των Νήσων Åland συμμορφώνεται με μια περιφερειακή πράξη που ρυθμίζει τη διοικητική διαδικασία (Förvaltningslag för landskapet Åland, 2008: 9). Η γενική διοικητική διαδικασία βάσει του περιφερειακού νόμου αντιστοιχεί σε μεγάλο βαθμό με τη διαδικασία βάσει της εθνικής νομοθεσίας.

Η διοικητική διαδικασία δεν περιλαμβάνει ένα γενικό στάδιο εσωτερικής επανεξέτασης, δηλαδή αναθεώρηση από τον φορέα λήψης απόφασης ή ένα ανώτερο διοικητικό όργανο. Ωστόσο, το ουσιαστικό δίκαιο μπορεί να προβλέπει τέτοιες διοικητικές διαδικασίες επανεξέτασης. Εάν προβλέπεται διαδικασία επανεξέτασης, δεν μπορεί να παρακαμφθεί με απευθείας προσφυγή στο Δικαστήριο. Για παράδειγμα, ο νόμος για τη χρήση γης και την οικοδομική δραστηριότητα ορίζει ότι οι δικαστικές διαδικασίες έπονται της υποβολής αίτησης διόρθωσης στη δημοτική εποπτεύουσα αρχή στις περιπτώσεις που για ένα θέμα έχει λάβει απόφαση από κατώτερο υπάλληλο βάσει κατ’ εξουσιοδότησης. Η προθεσμία για την υποβολή αίτησης για διοικητική επανεξέταση είναι συνήθως μικρότερη από τη διαδικασία προσφυγής και η αρχή μπορεί να υποχρεωθεί να δώσει επίσης προτεραιότητα στην εξέταση της αίτησης. Τυπικά μόνο όσοι έχουν υποβάλει αίτηση για διοικητική επανεξέταση έχουν το δικαίωμα να προσβάλουν την απόφαση επανεξέτασης μέσω προσφυγής, εκτός και αν η αρχική απόφαση έχει τροποποιηθεί λόγω της αίτησης.

Το διοικητικό δικαστήριο είναι αρμόδιο για τον έλεγχο της διαδικαστικής και ουσιαστικής νομιμότητας των διοικητικών αποφάσεων, και, με εξαίρεση τις δημοτικές προσφυγές (βλ. τμήμα ΙΙ ανωτέρω), δεν δεσμεύεται αυστηρά από ισχυρισμούς που προβάλλονται ειδικά στην προσφυγή. Το δικαστήριο θα ελέγξει την εγκυρότητα των υλικών και τεχνικών στοιχείων, στα οποία βασίστηκε η απόφαση, όταν του ζητηθεί. Το Δικαστήριο είναι ελεύθερο να αμφισβητήσει την πραγματογνωμοσύνη της αρχής και να επανεκτιμήσει ανεξάρτητα τα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης ή τις επιπτ ώσεις τους στο υπό εξέταση ζήτημα. Όπως προαναφέρθηκε, τα μέσα του δικαστηρίου για την εκπλήρωση των υποχρεώσεων επανεξέτασης περιλαμβάνουν για παράδειγμα τη διενέργεια επιτόπιου ελέγχου, για την επιθεώρηση μιας εγκατάστασης ή ακροαματική διαδικασία με τις αρμόδιες εξωτερικές αρχές για το υπό εξέταση ζήτημα.

Σχέδια χρήσης γης

Οι αποφάσεις για την έγκριση δημοτικών σχεδίων χρήσης γης (τοπικά γενικά ή λεπτομερή σχέδια) στο πλαίσιο του νόμου για τη χρήση γης και την οικοδομική δραστηριότητα μπορούν να προσβληθούν μέσω δημοτικής προσφυγής στο περιφερειακό διοικητικό δικαστήριο. Εκτός από τους άμεσα ενδιαφερόμενους διαδίκους, το δικαίωμα προσφυγής ανήκει σε όλα τα μέλη του δήμου. Αυτό περιλαμβάνει τις νόμιμα συσταθείσες ενώσεις που έχουν την έδρα τους στον δήμο. Επιπλέον, το δικαίωμα προσφυγής ανήκει σε οποιονδήποτε άλλο νόμιμα συσταθέντα τοπικό ή περιφερειακό οργανισμό όταν το ζήτημα βρίσκεται στο πεδίο δραστηριοτήτων του.

Αντίθετα, οι προσφυγές κατά περιφερειακών σχεδίων, τα οποία επικυρώνονται από το Υπουργείο Περιβάλλοντος, υποβάλλονται άμεσα στο ανώτατο διοικητικό δικαστήριο. Εκτός από τους ανωτέρω, οργανισμοί που δραστηριοποιούνται σε εθνικό επίπεδο έχουν επίσης το δικαίωμα να προσφύγουν κατά των αποφάσεων για την έγκριση των περιφερειακών σχεδίων για συγκεκριμένους λόγους, οι οποίοι ορίζονται στον νόμο. Δεδομένου ότι οι αποφάσεις σχεδιασμού εξετάζονται με βάση τις δημοτικές προσφυγές, ο έλεγχος του Δικαστηρίου περιορίζεται αυστηρά στους λόγους της έλλειψης νομιμότητας που αναφέρονται από τον αναιρεσείοντα. Κατά παρέκκλιση από την ακυρωτική φύση της δημοτικής προσφυγής, ο νόμος για τη χρήση γης και την οικοδομική δραστηριότητα περιλαμβάνει διατάξεις που επιτρέπουν στο Δικαστήριο να προβεί σε τροποποιήσει ενμέρει το σχέδιο σε συγκεκριμένες περιπτώσεις. Σε ό, τι αφορά άλλα ζητήματα, οι διαδικασίες ακολουθούν το πρότυπο της γενικής διαδικασίας στο πλαίσιο του νόμου περί διοικητικής δικαστικής διαδικασίας.

Η νήσοι Åland έχουν τον δικό τους περιφερειακό νόμο που διέπει τα σχέδια και τις κατασκευές (Plan- och bygglag för landskapet Åland, 2008: 102). Ο περιφερειακός νόμος προβλέπει δύο επίπεδα σχεδίων: τοπικά, γενικά και λεπτομερή σχέδια. Όπως συμβαίνει με τους ομολόγους τους βάσει του νόμου για τη χρήση γης και την οικοδομική δραστηριότητα, τα σχέδια αυτά εγκρίνονται από τον δήμο και προσβάλλονται μέσω δημοτικής προσφυγής στο διοικητικό δικαστήριο των Åland. Εκτός από τα άμεσα ενδιαφερόμενα μέρη και τα μέλη του δήμου, το δικαίωμα προσφυγής ανήκει σε οργανισμούς που έχουν συσταθεί νόμιμα στην περιφέρεια, όταν το θέμα εμπίπτει στο πεδίο των δραστηριοτήτων τους.

Περιβαλλοντικές άδειες

Η αρμοδιότητα για τη χορήγηση αδειών στο πλαίσιο του ΝΠΠ για δραστηριότητες που μπορούν να οδηγήσουν σε ρύπανση του περιβάλλοντος (περιβαλλοντικές άδειες) κατανέμεται μεταξύ των τεσσάρων περιφερειακών διοικητικών οργανισμών (RSA-agency· AVI, RFV) και των δημοτικών περιβαλλοντικών αρχών. Το καθεστώς αδειών περιλαμβάνει δραστηριότητες από καταφύγια ζώων έως μεγάλες βιομηχανικές εγκαταστάσεις (ΟΠΕΡ), και οι άδειες μπορούν επίσης να ενσωματωθούν σε αυτές που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του νόμου για τα ύδατα. Αποφάσεις σχετικές με τις άδειες μπορούν να προσβληθούν μέσω διοικητικής προσφυγής στο Διοικητικό Δικαστήριο του Vaasa, το οποίο έχει εθνική δικαιοδοσία σε θέματα προσφυγών στο πλαίσιο του ΝΠΠ. Εξαίρεση από αυτό αποτελεί η αυτόνομη περιοχή των νήσων Åland, τα οποία έχουν τη δική τους νομοθεσία για την προστασία του περιβάλλοντος. Οι αποφάσεις χορήγησης αδειών στο πλαίσιο αυτής της περιφερειακής νομοθεσίας λαμβάνονται από την αρχή των Νήσων Åland για την προστασία του περιβάλλοντος και της υγείας (Ålands miljö-och hälsoskyddsmyndighet) και εξετάζονται μετά από προσφυγή από το διοικητικό δικαστήριο των Νήσων Åland.

Εκτός από τη ρύθμιση της διοικητικής διαδικασίας χορήγησης αδειών, ο ΝΠΠ περιλαμβάνει επίσης ειδικές διατάξεις σχετικά με τις δικαστικές διαδικασίες. Το δικαίωμα προσφυγής είναι κάπως ευρύτερο σε σχέση με αυτό που ορίζεται στις τυπικές διατάξεις του νόμου περί διοικητικής δικαστικής διαδικασίας, αφορώντας πρόσωπα των οποίων τα δικαιώματα ή τα συμφέροντα μπορούν να επηρεαστούν από το θέμα. Το δικαίωμα προσφυγής παρέχεται επίσης για τα σωματεία ή ιδρύματα που έχουν συσταθεί νόμιμα, σκοπός των οποίων είναι η προαγωγή της προστασίας του περιβάλλοντος, της υγείας ή της φύσης ή της ποιότητας του περιβάλλοντος και των οποίων ο τομέας δραστηριοτήτων υπόκειται στις υπό εξέταση περιβαλλοντικές επιπτώσεις. Επιπλέον, ορισμένες αρχές έχουν το δικαίωμα να ασκήσουν προσφυγές κατά αποφάσεων δυνάμει του ΝΠΠ. Συμμετοχή της κατά τη διάρκεια της διοικητικής διαδικασίας χορήγησης αδειών δεν αποτελεί προϋπόθεση για την παρουσία στο δικαστήριο, αλλά εκτός από τις άλλες απαιτήσεις για την παράδοση και τη δημοσίευση των αποφάσεων, η αρχή αδειοδότησης έχει απαλλαγεί από την υποχρέωση χωριστής κοινοποίηση της απόφασής της σε οποιονδήποτε έχει υποβάλει ένσταση κατά τη διαδικασία ή να ζητήσει την κοινοποίηση αυτή.

Τα αρχικά στάδια των δικαστικών διαδικασιών σε περιπτώσεις προσφυγών του ΝΠΠ διαφέρουν από τη γενική διαδικασία προσφυγών:

  • Οι προσφυγές υποβάλλονται στην αρχή που εξέδωσε την απόφαση αδείας, και όχι στο Δικαστήριο.
  • Στη συνέχεια η αρχή κοινοποιεί τις προσφυγές που υποβλήθηκαν και ενημερώνει ξεχωριστά τους ενδιαφερόμενους διαδίκους και αρχές, προκειμένου να επιτρέψει την υποβολή απαντήσεων.
  • Μόνο τότε η πλήρης δικογραφία υποβάλλεται στο Διοικητικό Δικαστήριο του Vaasa.

Ένα άλλο στοιχείο που χαρακτηρίζει τις δικαστικές διαδικασίες στις υποθέσεις ΝΠΠ είναι η διαθέσιμη επιλογή για το δικαστήριο ή για ένα τμήμα της σύνθεσής του να προβεί σε επιτόπιο έλεγχο, δηλαδή μια λιγότερο επίσημη μορφή παράστασης.

Η αρμοδιότητα και οι ευθύνες επανεξέτασης του δικαστηρίου είναι ίδιες με αυτές που αφορούν άλλες υποθέσεις διοικητικών προσφυγών. Και η διαδικαστική και η ουσιαστική νομιμότητα της προσβαλλόμενης απόφασης υπόκεινται σε επανεξέταση, καθώς και τα σημαντικά υλικά και τεχνικά ευρήματα. Ωστόσο, προκειμένου να διασφαλιστεί στο δικαστήριο επαρκής πραγματογνωμοσύνη, ορίζεται ένας αριθμός ειδικών δικαστών, οι οποίοι έχουν εκπαιδευτεί σε τεχνικές ή φυσικές επιστήμες αντί της νομικής, ως πλήρη μέλη του Διοικητικού Δικαστηρίου του Vaasa. Κατά την εκδίκαση θεμάτων βάσει του ΝΠΠ ή του νόμου περί υδάτων, δύο νομικοί του δικαστηρίου συνεργάζονται με ένα από τα εν λόγω ειδικά μέλη, αντί για τη γενικά αρμόδια επιτροπή τριών δικαστών με νομική κατάρτιση. Δεδομένου ότι ούτε ο εθνικός ΝΠΠ ούτε η συνδεόμενη δικαστική ειδίκευση ισχύει στις Νήσους Åland, οι αντίστοιχες προσφυγές για άδειες εκδικάζονται σύμφωνα με τη συνήθη διοικητική δικαστική διαδικασία στο διοικητικό δικαστήριο των Νήσων Åland.

Η απόφαση του Διοικητικού Δικαστηρίου του Vaasa μπορεί να εκδικαστεί περαιτέρω από το ανώτατο διοικητικό δικαστήριο με τον συνήθη τρόπο. Οι δικαστές οι οποίοι έχουν επίσης σπουδάσει τεχνικές και φυσικές επιστήμες απασχολούνται και από το Ανώτατο Δικαστήριο, βάσει σύμβασης μερικής απασχόλησης. Οι εν λόγω ειδικευμένοι δικαστές συμμετέχουν επίσης στις αποφάσεις που αφορούν προσφυγές κατά αποφάσεων του Διοικητικού Δικαστηρίου των Νήσων Åland σε υποθέσεις που αφορούν την περιβαλλοντική προστασία και τα ύδατα. Αξίζει να σημειωθεί ότι τα αντίστοιχα εξειδικευμένα μέλη μερικής απασχόλησης του δικαστηρίου συμμετέχουν επίσης στη λήψη αποφάσεων που αφορούν ορισμένα είδη προσφυγών, όπως και την προστασία των παιδιών, την ακούσια θεραπεία και τα διπλώματα ευρεσιτεχνίας.

Ο γενικός κανόνας σε όλες τις διοικητικές δικαστικές διαδικασίες, ο οποίος εφαρμόζεται επίσης σε θέματα περιβαλλοντικών αδειών, είναι ότι οι διοικητικές αποφάσεις μπορούν να εκτελεστούν μόνο αφού εξαντληθούν τα μέσα και οι προθεσμίες για την προσβολή της απόφασης μέσω της άσκησης προσφυγής. Έτσι, η άσκηση προσφυγής κατά αποφάσεως που αφορά περιβαλλοντική άδεια αναστέλλει συνήθως την έναρξη της εγκεκριμένης δραστηριότητας μέχρι το εφετείο να αποφανθεί επί του θέματος. Ως εξαίρεση από αυτό το ανασταλτικό αποτέλεσμα, η διοικητική αρχή μπορεί υπό ορισμένες προϋποθέσεις να εκδώσει προσωρινή διαταγή για την έναρξη ισχύος της άδειας, παρά τις προσφυγές, είτε μαζί με την απόφαση σχετικά με την άδεια είτε αμέσως μετά από μια ξεχωριστή απόφαση. Το Δικαστήριο είναι αρμόδιο να εξετάσει μια τέτοια διαταγή και να αναστείλει παρόλα αυτά την εκτέλεσή της. Το σύστημα ασφαλιστικών μέτρων περιγράφεται με περισσότερες λεπτομέρειες κατωτέρω (ενότητα Χ).

Διαδικασία ΕΠΕ

Η εκτίμηση περιβαλλοντικών επιπτώσεων (ΕΠΕ) ρυθμίζεται από το νόμο για τη διαδικασία εκτίμησης περιβαλλοντικών επιπτώσεων (νόμος ΕΠΕ, 468/1994) και με ένα συμπληρωματικό κυβερνητικό διάταγμα (713/2006). Το διάταγμα περιλαμβάνει κατάλογο δραστηριοτήτων (κατώτατα όρια), για τα οποία απαιτείται πάντοτε διενέργεια ΕΠΕ. Επιπλέον, η κρατική αρχή είναι αρμόδια να αποφασίσει για το αν η ΕΠΕ είναι υποχρεωτική σε περίπτωση άλλων δραστηριοτήτων (έλεγχος). Στις περισσότερες περιπτώσεις, αυτή η κρατική αρχή είναι το περιφερειακό κέντρο για την οικονομική ανάπτυξη, τις μεταφορές και το περιβάλλον (ETE-centre; ELY-keskus, NTM-central).

Στις περιπτώσεις που μια απόφαση ελέγχου είναι θετική, δηλαδή απαιτείται διαδικασία αξιολόγησης:

  • Η απόφαση μπορεί να προσβληθεί με διοικητική προσφυγή στο περιφερειακό διοικητικό δικαστήριο από τον κύριο του έργου/φορέα εκμετάλλευσης.
  • Η διαδικασία επανεξέτασης ακολουθεί τη συνήθη διαδικασία διοικητικών προσφυγών βάσει του νόμου περί διοικητικής δικαστικής διαδικασίας, όπως περιγράφεται σε προηγούμενα πλαίσια.

Σε περιπτώσεις που μια απόφαση ελέγχου είναι αρνητική:

  • Η απόφαση μπορεί να προσβληθεί μόνο σε μεταγενέστερο στάδιο, στο πλαίσιο τελικής άδειας ή άλλης απόφασης συναίνεσης σε αυτόν τον τομέα.
  • Οι προϋποθέσεις της διαδικασίας, περιλαμβανομένου του δικαιώματος προσφυγής, καθορίζονται από τον τρόπο που μπορεί να προσβληθεί αυτή η απόφαση συναίνεσης.

Για παράδειγμα, η απόφαση να μην απαιτείται ΕΠΕ για ένα σχέδιο χρήσης γης μπορεί να προσβληθεί, αν και όταν το σχέδιο εγκριθεί, μέσω της δημοτικής προσφυγής στο περιφερειακό διοικητικό δικαστήριο, ενώ ανάλογη αρνητική απόφαση πριν από την περιβαλλοντική άδεια προσβάλλεται μαζί με την άδεια, μέσω διοικητικής προσφυγής στο Διοικητικό Δικαστήριο του Vaasa.

Τόσο η ουσιαστική όσο και η τυπική νομιμότητα της απόφασης ελέγχου μπορεί να επανεξεταστεί σε αυτό το σημείο και οι εξουσίες επανεξέτασης του Δικαστηρίου αφορούν την επανεξέταση της απόφασης συναίνεσης. Προσωρινές δηλώσεις που εκδίδονται από την αρχή συντονισμού κατά τη διάρκεια των διερευνητικών ή τελικών σταδίων της διαδικασίας αξιολόγησης δεν αποτελούν ξεχωριστό αντικείμενο αναίρεσης. Αντίθετα, ο νόμος περί ΕΠΕ ορίζει ότι βασικές ελλείψεις στην αξιολόγηση, η οποία καλύπτει και πάλι τόσο ουσιαστικές όσο και διαδικαστικές ελλείψεις, μπορεί να εφαρμοστεί κατά την τελική απόφαση συναίνεσης. Το Δικαστήριο μπορεί να εξακριβώσει την εγκυρότητα των αμφισβητούμενων πορισμάτων της ΕΠΕ, όταν του ζητηθεί. Η συμμετοχή στη διαδικασία ΕΠΕ δεν αποτελεί τυπική προϋπόθεση για την προσβολή της απόφασης συναίνεσης ή της ΕΠΕ που προηγείται. Το γεγονός ότι η αξιολόγηση αυτή θα μπορούσε γενικά να χρησιμοποιείται με παρόμοιο τρόπο, η οποία, σύμφωνα με την πάγια νομολογία, σημαίνει το Διοικητικό Δικαστήριο είναι αρμόδιο να εξετάσει την ανάγκη μιας ΕΠΕ είτε έχει εκδοθεί απόφαση επιλογής ή όχι, αναφέροντας ότι τα πραγματικά στοιχεία που ήσαν αναγκαία για να επιλύσουν αυτό το ζήτημα.

Η εκτελεστότητα και τα ασφαλιστικά μέτρα διέπονται από τη διαδικασία που ακολουθείται για την απόφαση συναίνεσης. Επιπλέον, ο νόμος περί ΕΠΕ ορίζει ότι, σε περίπτωση που η εφαρμογή ενός σχεδίου δεν απαιτεί άδεια ή άλλη απόφαση συναίνεσης και η υλοποίηση έχει ξεκινήσει χωρίς την απαραίτητη ΕΠΕ, η αρμόδια περιφερειακή κρατική αρχή έχει την εξουσία να διατάξει την παύση της εν λόγω εφαρμογής έως την έκδοση της ΕΠΕ.

Διαδικασία ΕΠΕ στις Νήσους Åland διέπεται από έναν περιφερειακό νόμο (Landskapslag om miljökonsekvensbedömning, 2006: 82) και το διάταγμα (Landskapsförordning om miljökonsekvensbedömning, 2006: 86). Σε αντίθεση με την εθνική διαδικασία, δεν υπάρχει ξεχωριστή αρχή αρμόδια για τον έλεγχο, δηλαδή η διοικητική αρχή που είναι αρμόδια για το θέμα χορήγησης της κύριας άδειας ή της συναίνεσης αποφασίζει αν απαιτείται ΕΠΕ, όταν δεν προβλέπεται από τον νόμο. Η προσφυγή κατά απόφασης σχετικά με την ΕΠΕ και ακύρωσης κάποιας ΕΠΕ ασκούνται με τα προαναφερόμενα. Οι προσφυγές κατατίθενται είτε στο Διοικητικό Δικαστήριο Åland ή στο ανώτατο διοικητικό δικαστήριο, ανάλογα με τη διοικητική αρχή η απόφαση συναίνεσης της οποίας προσβάλλεται.

V. Πρόσβαση στη δικαιοσύνη κατά πράξεων ή παραλείψεων

Συνήθως, ο ευκολότερος τρόπος που μπορεί να χρησιμοποιήσει κάποιος για την εκπλήρωση των περιβαλλοντικών υποχρεώσεων έναντι ιδιωτών είναι η προσέγγιση της αρμόδιας δημοτικής ή κρατικής αρχής με το αίτημα λήψης μέτρων επιβολής. Η ιδιωτική επιβολή του δημοσίου δικαίου δεν είναι δυνατή, δηλαδή οι ιδιώτες δεν μπορούν να μηνύσουν άλλους ιδιώτες για παραβίαση περιβαλλοντικών υποχρεώσεων έναντι του Δημοσίου.

Η επιβολή ιδιωτικών περιβαλλοντικών ευθυνών είναι δυνατή. Αποζημίωση για ζημιές που προκύπτουν από περιβαλλοντικές οχλήσεις, όπως υλικές ζημιές, τραυματισμοί ή οικονομική απώλεια, μπορεί να ζητηθεί στο Γενικό Δικαστήριο. Υπάρχει ένας συγκεκριμένος νόμος που ρυθμίζει αυτό το είδος των ιδιωτικών ζημιών, ο νόμος για την αποζημίωση για περιβαλλοντικές ζημιές (737/1994), ο οποίος συμπληρώνεται από τον γενικό νόμο περί αδικοπραξίας (412/1974). Ο πρώτος νόμος καλύπτει επίσης το κόστος των μέτρων για την πρόληψη περιβαλλοντικών ζημιών που απειλούν το πρόσωπο που λαμβάνει τα μέτρα, καθώς και τα μέτρα για την αποκατάσταση περιβάλλοντος που έχει υποστεί ζημία. Αυτό σημαίνει ότι είναι δυνατό να ζητηθεί η έκδοση δικαστικής απόφασης όσον αφορά το κόστος για την αποκατάσταση της ιδιοκτησίας κάποιου προσώπου από τον ίδιο τον υπαίτιο, χωρίς να ζητηθεί εντολή για μέτρα απορρύπανσης ή άλλων σχετικών μέτρων από τις κρατικές αρχές. Εκτός από σπάνιες εξαιρέσεις, οι ιδιώτες δεν μπορούν να διεκδικήσουν με άλλο τρόπο αποζημίωση για πρόκληση ζημιάς στο περιβάλλον. Ορισμένες δραστηριότητες και καταστάσεις, όπως η όχληση λόγω εξορύξεων ή η υποκείμενη σε άδεια ρύπανση των υδάτων, υπόκεινται σε διαδικασίες αποζημίωσης ειδικής ρύθμισης, που παρακάμπτουν τη νομοθεσία γενικής αστικής ευθύνης. Εντολές ασφαλιστικών μέτρων δεν μπορούν συνήθως να ζητηθούν απευθείας κατά φορέων εκμετάλλευσης στο δικαστήριο· Η εφαρμογή πρέπει να ζητηθεί από την αρμόδια εποπτεύουσα διοικητική αρχή.

Κατά βάση οι ίδιες δυνατότητες είναι διαθέσιμες όσον αφορά τις προσφυγές κατά δημοσίων αρχών: Προκειμένου να εκδοθεί δικαστική απόφαση που υποχρεώνει μια δημόσια αρχή να λάβει μέτρα, απαιτείται γενικά μια πρωτόδικη απόφαση από την ίδια την αρχή. Μόνο μετά την επανεξέταση της εν λόγω απόφασης, το Διοικητικό Δικαστήριο είναι αρμόδιο να λάβει μέτρα επιβολής. Όσα προαναφέρθηκαν σχετικά με την προσφυγή έναντι της αδράνειας της αρχής ισχύουν επίσης και εδώ (βλ. επίσης ενότητα XIII). Καταγγελίες για την εποπτεία των κρατικών αρχών θα περιγραφούν με περισσότερες λεπτομέρειες κατωτέρω (ενότητα VI). Από την άλλη πλευρά, αποζημίωση για ζημιές που προκλήθηκαν από την άσκηση της κρατικής εξουσίας μπορεί, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, να ζητηθεί απευθείας στο Γενικό Δικαστήριο βάσει του νόμου περί αδικοπραξίας ευθύνης. Συνήθως, αν οι προσφυγές στρέφονται κατά του κράτους ή της δημοτικής αρχής υπό την ιδιότητα του φορέα εκμετάλλευσης, για παράδειγμα, εφαρμόζονται οι ίδιες διαδικασίες με αυτές που ισχύουν για τους ιδιωτικούς φορείς.

Όσον αφορά την λήψη μέτρων επιβολής κατόπιν αιτήματος στην αρμόδια εποπτεύουσα αρχή, η αρμόδια αρχή στην οποία μπορεί να απευθυνθεί κάποιος προσδιορίζεται γενικά από το εφαρμοστέο ουσιαστικό δίκαιο ή, στην περίπτωση των δημοτικών αρχών, από δημοτικούς κανονισμούς που εκδίδονται βάσει αυτού του νόμου. Ως εκ τούτου και ο ΝΠΠ, για παράδειγμα, προσδιορίζει την αρμόδια κρατική εποπτεύουσα αρχή, και απαιτεί από τον δήμο να ορίσει μία από τις επιτροπές του ως τοπική εποπτεύουσα αρχή. Σε κρατικό επίπεδο, το κέντρο ΟΜΠ είναι συνήθως η αρμόδια εποπτεύουσα αρχή σε θέματα περιβάλλοντος.

Το ουσιαστικό δίκαιο καθορίζει τις εξουσίες επιβολής της αρχής, δηλαδή την αρμοδιότητα της αρχής να χρησιμοποιεί διοικητικά μέτρα επιβολής κατά προσώπου που παραβιάζει τις διατάξεις του νόμου. Ανάλογα με την περίπτωση, αυτό μπορεί να συνεπάγεται για παράδειγμα εντολές συμμόρφωσης με την άδεια, πρόληψης ή αποκατάστασης των περιβαλλοντικών ζημιών ή την ανάκληση της άδειας. Κατ’ αρχήν, οποιοσδήποτε πολίτης μπορεί να απευθυνθεί την αρχή υποβάλλοντας αίτημα λήψης των εν λόγω μέτρων επιβολής από την Εποπτεύουσα Αρχή, αν και ορισμένοι περιβαλλοντικοί νόμοι περιλαμβάνουν ειδικές διατάξεις όσον αφορά το εν λόγω δικαίωμα. Εκτός από τις άλλες μορφές διοικητικής επιβολής, η διαδικασία που περιγράφεται εδώ εφαρμόζεται ουσιαστικά στην επιβολή των υποχρεώσεων που εμπίπτουν στο καθεστώς της οδηγίας για την περιβαλλοντική ευθύνη, η οποία μεταφέρθηκε εν μέρει από τον νόμο για την αποκατάσταση ορισμένων περιβαλλοντικών ζημιών (383/2009).

Ανεξάρτητα από το αν μια υπόθεση αστικής ευθύνης ή άλλο θέμα εποπτείας ή εκτέλεσης έχει υποβληθεί με ιδιωτική αίτηση ή με πρωτοβουλία της ίδιας της αρχής, η τελική απόφαση επί του θέματος μπορεί συνήθως να προσβληθεί μέσω προσφυγής με τον συνήθη τρόπο. Αυτό σημαίνει ότι μια απόφαση επιβολής σε έναν φορέα για τη διόρθωση μιας κατάστασης που παραβιάζει την άδειά του, για παράδειγμα, μπορεί να προσβληθεί από τον εν λόγω φορέα, ενώ μια απόφαση που δεν προβλέπει μέτρα επιβολής στον φορέα μπορεί να προσβληθεί από έναν ενδιαφερόμενο τρίτο (πχ. μια ΜΚΟ που ζήτησε την επιβολή). Όπως συνήθως, το δικαίωμα προσφυγής ρυθμίζεται από το εφαρμοστέο ουσιαστικό δίκαιο. Τυπικά, το δικαίωμα ένστασης κατά αποφάσεων που αφορούν την επιβολή είναι πιο περιορισμένο σε σχέση με αντίστοιχα θέματα έγκρισης αδειών, αυτό όμως ασφαλώς και δεν συμβαίνει σε όλες τις περιπτώσεις. Στις περισσότερες περιπτώσεις, τουλάχιστον οι γείτονες και οι ΜΚΟ έχουν το δικαίωμα να ασκήσουν προσφυγή. Αξίζει να τονιστεί ότι το γεγονός ότι η εποπτεύουσα αρχή έχει αποφασίσει σχετικά με το αίτημα επιβολής, δεν δίνει αυτόματα το δικαίωμα στο πρόσωπο που κίνησε το θέμα, δηλαδή υπέβαλε το αίτημα, να προσβάλει την απόφαση στο Δικαστήριο.

Όσον αφορά τις νήσους Åland, το εθνικό ενοχικό δίκαιο ισχύει επίσης στην αυτόνομη περιοχή. Παρομοίως, οι αρχές που διέπουν την υποβολή αιτημάτων επιβολής στις αρχές αντιστοιχούν σε όσα προαναφέρθηκαν. Οι πρωτοβάθμιες εποπτεύουσες αρχές στις Νήσους Åland είναι η αρχή προστασίας του περιβάλλοντος και της υγείας, η περιφερειακή κυβέρνηση και οι εποπτεύουσες αρχές δημοτικών κατοικιών.

VI άλλα μέσα πρόσβασης στη δικαιοσύνη

Όπως προαναφέρθηκε, εκτός από την προσφυγή κατά διοικητικών αποφάσεων, υπάρχει επίσης η δυνατότητα άσκησης διοικητικής προσφυγής. Καταγγελίες μπορούν να υποβληθούν στις δημοτικές ή κρατικές εποπτικές αρχές, κατά περίπτωση, ή στους δύο ανώτατους επόπτες.

Ο κοινοβουλευτικός διαμεσολαβητής και ο Υπουργός της Δικαιοσύνης είναι οι δύο ανώτατοι φορείς εποπτείας των δημόσιων αρχών και της συμμόρφωσης των υπαλλήλων με τη νομοθεσία και την ορθή διοικητική πρακτική, με έμφαση στα θεμελιώδη και τα ανθρώπινα δικαιώματα. Με μικρές διαφορές, οι αρμοδιότητες των ανώτατων εποπτικών φορέων είναι σε μεγάλο βαθμό οι ίδιες και ασκούνται επίσης και ως προς τις αρχές των αυτόνομων νήσων Åland. Οι επόπτες γνωμοδοτούν για τις καταγγελίες που τους έχουν υποβληθεί, και είναι επίσης αρμόδιοι να εκδίδουν επίσημες επιπλήξεις καθώς και να κινούν ποινικές διώξεις για κακοδιαχείριση. Οι επόπτες μπορούν επίσης να κινήσουν έρευνες αυτεπάγγελτα. Αξίζει να σημειωθεί ότι οι ανώτατοι επόπτες της νομιμότητας είναι αρμόδιοι να διερευνούν τις ενέργειες των δικαστηρίων και των δικαστικών υπαλλήλων, γεγονός το οποίο φυσικά συνεπάγεται προσεκτική εξέταση σε σχέση με τον διαχωρισμό των εξουσιών και την ανεξαρτησία της δικαιοσύνης. Οι επόπτες δεν είναι αρμόδιοι να υποχρεώνουν τις αρχές ή τους υπαλλήλους για επιμέρους θέματα ούτε να ακυρώνουν ή να τροποποιούν αποφάσεις ή να καταθέτουν προσφυγές.

Υπάρχουν επίσης μερικοί ειδικευμένοι επόπτες με εθνική δικαιοδοσία, όπως η αρχή προστασίας δεδομένων, ο συνήγορος του καταναλωτή και ο Διαμεσολαβητής για τις μειονότητες, για παράδειγμα, αλλά δεν έχει οριστεί συγκεκριμένη υπηρεσία για ειδικά περιβαλλοντικά θέματα. Αντ’ αυτού, διοικητικές καταγγελίες μπορούν να υποβάλλονται σε τοπικές ή περιφερειακές διοικητικές αρχές με εποπτικές αρμοδιότητες, όπως είναι οι ανώτερες δημοτικές αρχή, το προαναφερθέν κέντρο ΟΜΠ ή ο περιφερειακός διοικητικός οργανισμός.

Επιπλέον, εποπτικές ή άλλες αρχές συχνά δικαιούνται να ασκούν προσφυγές κατά περιβαλλοντικών αποφάσεων, με τον ίδιο τρόπο όπως και οι ιδιώτες. Τυπικά, το εν λόγω δικαίωμα μιας αρχής να ασκεί προσφυγές για θέματα περιβάλλοντος ανατίθεται στο κέντρο ΟΜΠ. Η ενημέρωση της εν λόγω αρχής όσον αφορά μια αμφισβητούμενη απόφαση μπορεί να επεκτείνει την εφαρμογή του δικαιώματος άσκησης προσφυγής της από την αρχή, αλλά δεν υπάρχουν τα μέσα για την αποτελεσματική επιβολή σε μια αρχή να αξιοποιήσει το δικαίωμα προσφυγής.

Στο πλαίσιο ποινικών διαδικασιών, ο εισαγγελέας είναι, κατόπιν αιτήματος, υποχρεωμένος να ασκήσει ιδιωτική αγωγή αποζημίωσης εκ μέρους του ζημιωθέντος διαδίκου. Η βοήθεια αυτή παρέχεται δωρεάν και οι εισαγγελέας μπορεί να αρνηθεί το αίτημα μόνο αν η αγωγή είναι προφανώς αβάσιμη ή η υποβολή της θα επηρεάσει σημαντικά την εκδίκαση της υπόθεσης. Οι ζημιωθέντες διάδικοι έχουν επίσης ένα δευτερεύον δικαίωμα δίωξης. Με άλλα λόγια, σε μια ποινική υπόθεση όπου ο εισαγγελέας έχει αποφασίσει να μην ασκήσει δίωξη, ο ζημιωθείς διάδικος έχει δικαίωμα να ασκήσει ποινική δίωξη για το αδίκημα και η υπόθεση να εκδικαστεί στο δικαστήριο.

Σε εθνικό επίπεδο, υπάρχει ένας αριθμός εισαγγελέων ειδικευμένων σε θέματα περιβάλλοντος, στους οποίους μπορούν να ανατεθούν, κατόπιν ειδικής εντολής, υποθέσεις εκτός της συνήθους δικαιοδοσίας τους.

VII νομικό καθεστώς

Ιδιότητα διαδίκου

Διοικητική διαδικασία

Δικαστική διαδικασία

Πρόσωπα

Η υποχρέωση ακρόασης των διαδίκων κατά τη διάρκεια της διοικητικής διαδικασίας συνήθως διέπεται από το εφαρμοστέο ουσιαστικό δίκαιο (αλλιώς ΠΔΔ)· Άλλα πρόσωπα μπορούν να συμμετέχουν μέσω δημόσιας διαβούλευσης.

Το δικαίωμα προσφυγής για άμεσα πληγέντες διαδίκους καθώς και για άλλα πρόσωπα, όταν προβλέπεται από το εφαρμοστέο ουσιαστικό δίκαιο· Όλα τα μέλη του δήμου, σε θέματα που υπόκεινται σε δημοτική προσφυγή.

ΜΚΟ

Με λίγες εξαιρέσεις, δεν υπάρχουν ειδικές διατάξεις για τη νομιμοποίηση κατά τη διάρκεια της διοικητικής διαδικασίας, ήτοι οι ΜΚΟ μπορούν γενικά να συμμετέχουν μέσω δημόσιας διαβούλευσης.

Το δικαίωμα προσφυγής προβλέπεται από το ουσιαστικό δίκαιο στις περισσότερες σημαντικές περιβαλλοντικές υποθέσεις, το οποίο συμπληρώνεται επίσης σε κάποιο βαθμό από τη νομολογία. Η ΜΚΟ πρέπει να έχει συσταθεί νόμιμα, και προβλέπονται ορισμένες προϋποθέσεις όσον αφορά το πεδίο δραστηριοτήτων (γεωγραφικοί όροι/σκοποί καταχώρισης).

Λοιπές νομικές οντότητες

Άλλα νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου έχουν συνήθως συμμετοχικά δικαιώματα, σύμφωνα με τους ίδιους κανόνες που ισχύουν και για τους ιδιώτες.

Άλλα νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου έχουν συνήθως δικαιώματα άσκησης προσφυγής, σύμφωνα με τους ίδιους κανόνες που ισχύουν και για τους ιδιώτες.

Ad hoc ομάδες

Συμμετοχή μέσω δημόσιας διαβούλευσης· διαφορετικά με την ιδιότητα των θιγέντων προσώπων.

Όχι, δηλ. μόνο με την ιδιότητα των θιγέντων προσώπων.

Αλλοδαπές ΜΚΟ

Δικαιώματα συμμετοχής στη διασυνοριακή διαδικασία ΕΠΕ· συνθήκες για τα σύνορα και άλλες συμφωνίες μπορεί να προβλέπουν δικαιώματα σε άλλες διαδικασίες.

Δικαίωμα προσφυγής σύμφωνα με τις συνήθεις διατάξεις, δηλαδή κατά κανόνα με βάση το πεδίο δραστηριότητας, λαμβάνοντας υπόψη τις πιθανές υποχρεώσεις που απορρέουν από συνθήκες για τα σύνορα ή άλλες συνθήκες.

Λοιποί [1]#_ftn1

Το εφαρμοστέο ουσιαστικό δίκαιο μπορεί να προβλέπει ότι οι κρατικές αρχές, οι δήμοι ή/και οι δημοτικές αρχές θα πρέπει να συμμετέχουν σε διαβουλεύσεις πριν από τη λήψη αποφάσεων.

Οι κρατικές αρχές, οι δήμοι, καθώς και οι δημοτικές αρχές μπορεί να έχουν δικαίωμα προσφυγής βάσει του εφαρμοστέου ουσιαστικού δικαίου ή με βάση τον νόμο περί διοικητικής δικαστικής διαδικασίας.

Οι παρατηρήσεις που παρουσιάζονται στον ανωτέρω πίνακα συνιστούν μια πρόχειρη γενίκευση. Οι διατάξεις σχετικά με συμμετοχικά δικαιώματα και την ιδιότητα διαδίκου τόσο κατά τη διάρκεια της διοικητικής διαδικασίας και όσο και στις διαδικασίες προσφυγής ποικίλλουν ανάλογα με το εφαρμοστέο ουσιαστικό και/ή δικονομικό δίκαιο.

Τυπικά, το ουσιαστικό δίκαιο προβλέπει ποιος πρέπει να ειδοποιείται ειδικά και/ή έχει το δικαίωμα ακρόασης κατά τη διάρκεια της διοικητικής διαδικασίας, καθώς και αν ορίζεται ευρύτερη δημόσια διαβούλευση πριν από τη λήψη της απόφασης. Εάν δεν προβλέπονται ειδικές ρυθμίσεις για τη διαδικασία, εφαρμόζονται οι γενικές διατάξεις της ΠΔΔ. Η ΠΔΔ προβλέπει την ιδιότητα διαδίκου για πρόσωπα των οποίων τα δικαιώματα, τα συμφέροντα ή οι υποχρεώσεις επηρεάζονται από ένα θέμα και απαιτεί ο διάδικος να έχει το δικαίωμα ακρόασης πριν τη λήψη απόφασης για το θέμα. Επιπλέον, η ΠΔΔ απαιτεί από την αρχή να διασφαλίζει σε άλλους την δυνατότητα να συμμετέχουν σε θέματα που ενδέχεται να έχουν σημαντικές επιπτώσεις στις συνθήκες διαβίωσης ή εργασίας προσώπων εκτός των διαδίκων. Στις περισσότερες περιπτώσεις, το ουσιαστικό περιβαλλοντικό δίκαιο προβλέπει ευρύτερη νομιμοποίηση και/ή διαβούλευση. Σε θέματα περιβαλλοντικών αδειών, για παράδειγμα, ο ΝΠΠ προβλέπει την ιδιότητα διαδίκου (δικαίωμα ακρόασης) για οποιοδήποτε πρόσωπο, του οποίου τα δικαιώματα, τα συμφέροντα ή οι υποχρεώσεις μπορούν να επηρεαστούν από το θέμα, και παρέχει σε άλλους την ευκαιρία να εκφράσουν τη γνώμη τους κατά τη διάρκεια γενικής δημόσιας διαβούλευσης (γραπτώς). Για τις ΜΚΟ δεν προβλέπεται συνήθως δικαίωμα διαδίκου κατά τη διάρκεια των διοικητικών διαδικασιών, γεγονός που σημαίνει ότι είναι γενικά σε θέση να συμμετέχουν κατά τη διάρκεια των δημόσιων διαβουλεύσεων, όταν αυτές προβλέπονται στο πλαίσιο της διαδικασίας.

Όπως έχει προαναφερθεί, ο νόμος περί διοικητικής δικαστικής διαδικασίας προβλέπει ένα γενικό δικαίωμα προσφυγής κατά των διοικητικών αποφάσεων. Το δικαίωμα αυτό ανήκει σε κάθε πρόσωπο στο οποίο απευθύνεται η απόφαση ή του οποίου το δικαίωμα, η υποχρέωση ή το συμφέρον επηρεάζεται άμεσα από την απόφαση. Ωστόσο, η ουσιαστική περιβαλλοντική νομοθεσία περιλαμβάνει συχνά αντικατάσταση διατάξεων, οι οποίες προβλέπουν συνήθως ένα ευρύτερο δικαίωμα προσφυγής. Έτσι, ο ΝΠΠ, για παράδειγμα, παρέχει ένα γενικό δικαίωμα προσφυγής για όλα τα πρόσωπα των οποίων τα δικαιώματα ή τα συμφέροντα μπορούν να επηρεαστούν από το θέμα, ενώ την οικοδομική δραστηριότητα θεσπίζει ένα λεπτομερέστερο πλαίσιο για το δικαίωμα προσφυγής κατά διαφόρων τύπων αδειών που αφορούν οικοδομή και χρήση γης βάσει του καθεστώτος. Επιπλέον, οι αποφάσεις που υπόκεινται σε δημοτική προσφυγή, όπως είναι οι αποφάσεις χωροταξικού σχεδιασμού, μπορούν να προσβληθούν από οποιοδήποτε μέλος του δήμου, δηλαδή οποιοδήποτε πρόσωπο, εταιρεία κ.λπ. που εδρεύει στον Δήμο, καθώς και από οποιονδήποτε κατέχει ή χρησιμοποιεί ακίνητη περιουσία στον δήμο.

Το δικαίωμα προσφυγής παρέχεται στις ΜΚΟ κατά των περισσότερων, όχι όμως όλων των τύπων αποφάσεων. Επιπλέον, η νομολογία προβλέπει περαιτέρω δικαίωμα προσφυγής επίσης σε ορισμένα θέματα, όπου δεν έχει οριστεί ρητά από το νόμο. Μια ΜΚΟ πρέπει να έχει συσταθεί νόμιμα προκειμένου να έχει το δικαίωμα να ασκήσει έφεση. Επιπλέον, το εφαρμοστέο ουσιαστικό δίκαιο συνήθως περιλαμβάνει απαιτήσεις σχετικά με το γεωγραφικό/ουσιαστικό πεδίο δραστηριότητας του Οργανισμού. Κατά συνέπεια, ο ΝΠΠ για παράδειγμα, παρέχει το δικαίωμα προσφυγής στα σωματεία ή ιδρύματα που έχουν συσταθεί νόμιμα, σκοπός των οποίων είναι η προαγωγή της προστασίας του περιβάλλοντος, της υγείας ή της φύσης ή της ποιότητας του περιβάλλοντος και των οποίων ο τομέας δραστηριοτήτων υπόκειται στις υπό εξέταση περιβαλλοντικές επιπτώσεις. Σε περιπτώσεις όπου η σύνδεση μεταξύ του σκοπού της ΜΚΟ και της προσβληθείσας απόφασης δεν μπορεί να είναι αυτονόητη, όπως διάφορες ενώσεις κατοίκων ή ενώσεις κοινοτήτων, για παράδειγμα, συνήθως για τον καθορισμό του δικαιώματος προσφυγής. Δεν υπάρχουν απαιτήσεις σχετικά με τη διάρκεια της δραστηριότητας ή τον αριθμό των μελών.

Μόλις θεσπιστεί το δικαίωμα προσφυγής, ωστόσο, οι αναιρεσείοντες, είτε είναι ΜΚΟ είτε ιδιώτες, δεν παρεμποδίζεται να το ασκήσει σε περίπτωση που θίγονται τα δικαιώματα ή τα συμφέροντά του, αλλά αντίθετα είναι ελεύθεροι να προσβάλουν την απόφαση για λόγους δημοσίου συμφέροντος. Ο έχων έννομο συμφέρον ιδιώτης μπορεί να προσβάλει μια άδεια εξόρυξης σε περίπτωση που θέτει σε κίνδυνο το φυσικό περιβάλλον ενός προστατευόμενου είδους, για παράδειγμα.

Όπως περιγράφεται, ο ΝΠΠ προβλέπει δημόσια κοινοποίηση/διαβούλευση, επίσης, κατά τη διάρκεια της δικαστικής διαδικασίας προσφυγής (βλέπε ενότητα IV). Άλλες δικαστικές διαδικασίες για περιβαλλοντικά θέματα δεν προβλέπουν τέτοιο στάδιο και, ως εκ τούτου, προβλέπουν μόνο την ακρόαση των άμεσα ενδιαφερομένων μερών. Ευκαιρίες για συμμετοχή των ΜΚΟ και άλλων μελών του κοινού, οι οποίοι δεν προσέβαλαν την εν λόγω απόφαση, είναι ως εκ τούτου αρκετά περιορισμένες. Υπάρχει, ωστόσο, νομολογία που συνδέει την παρουσία στο δικαστήριο τέτοιων μη αναιρεσειόντων ιδιωτών/οντοτήτων με τη συμμετοχή τους κατά τη διάρκεια της διοικητικής διαδικασίας.

Εκτός από τη δημοτική προσφυγή, δεν προβλέπεται λαϊκή αγωγή όσον αφορά την πρόσβαση στη δικαιοσύνη. Επισημαίνεται ωστόσο η δυνατότητα αιτήματος ανάληψης δράσης από εποπτεύουσα αρχή (βλ. ενότητα V). Η παράσταση σε θέματα ΟΠΕΡ ακολουθεί τον ΝΠΠ, ενώ η παράσταση σε θέματα ΕΠΕ εντάσσεται είτε στον νόμο περί διοικητικής δικαστικής διαδικασίας ή στην τελική διαδικασία θεμάτων συναίνεσης (βλ. ενότητα IV).

Η συμμετοχή στη διαδικασία ΕΠΕ σχεδίων που ενδέχεται να έχουν σημαντικές διασυνοριακές επιπτώσεις περιγράφεται κατωτέρω (ενότητα XVI). Σε άλλες διαδικασίες η παράσταση και η συμμετοχή ιδιωτών που εδρεύουν σε άλλες χώρες καθώς και αλλοδαπών ΜΚΟ ρυθμίζονται κυρίως από τις συνθήκες περί συνόρων και άλλες διμερείς ή πολυμερείς συμφωνίες και τη νομοθεσία που τις μεταφέρει στα εθνικά δίκαια. Πρέπει να αναφερθεί ειδικότερα η σύμβαση για την προστασία του περιβάλλοντος μεταξύ της Δανίας, της Φινλανδίας, της Νορβηγίας και της Σουηδίας (Σύμβαση της Στοκχόλμης για την προστασία του περιβάλλοντος, SopS 75/1976). Τυπικά, η παρουσία στο δικαστήριο αντιστοιχεί με την παρουσία εγχώριων συμμετεχόντων, γεγονός το οποίο ισχύει ιδίως για πολίτες των προαναφερθεισών σκανδιναβικών χωρών. Ορισμένες συμφωνίες περιέχουν επίσης παρόμοιες διατάξεις για την ίση μεταχείριση όσον αφορά το δικαίωμα προσφυγής. Σε κάθε περίπτωση, σύμφωνα με τη νομολογία που αφορά τον νόμο περί υδάτων, για παράδειγμα, οι αλλοδαπές ΜΚΟ έχουν το δικαίωμα προσφυγής σύμφωνα με τα ίδια κριτήρια που ισχύουν για τις εγχώριες ΜΚΟ, δηλαδή με βάση το πεδίο δραστηριοτήτων. Έτσι, προσφυγές οι οποίες υποβλήθηκαν από εσθονικές ΜΚΟ κατά απόφασης για τον αγωγό Nord Stream εκδικάστηκαν για παράδειγμα μαζί με εγχώριες προσφυγές.

Στο πλαίσιο της απονομής της δικαιοσύνης, η οποία εμπίπτει στο πεδίο αρμοδιότητας του κράτους, το δικαίωμα προσφυγής ρυθμίζεται από το εθνικό δίκαιο, επίσης, στις Νήσους Åland. Έτσι, το δικαίωμα προσφυγής για θέματα περιβάλλοντος καθορίζεται συνήθως σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο που αντιστοιχεί στο εφαρμοστέο περιφερειακό δίκαιο.

Οι κρατικές και δημοτικές αρχές καθώς και οι δήμοι μπορούν να έχουν δικονομικά δικαιώματα σε διοικητικά θέματα για τα οποία δεν είναι αρμόδιοι να αποφασίσουν. Σε διαδικασίες για το περιβάλλον είναι συνήθης πρακτική η αρμόδια διοικητική αρχή να οφείλει να διαβουλεύεται με άλλους δημόσιους φορείς, πριν από τη λήψη της απόφασής της. Αυτή η υποχρέωση διαβούλευσης μπορεί να είναι άνευ όρων ή να εξαρτάται από τις περιστάσεις της υπόθεσης. Ομοίως, το ουσιαστικό περιβαλλοντικό δίκαιο συχνά παρέχει σε ορισμένες αρχές το δικαίωμα να προσβάλουν τις αποφάσεις της αρμόδιας αρχής. Εάν το εν λόγω δικαίωμα προσφυγής της αρχής δεν προβλέπεται ρητά, η αρμόδια αρχή μπορεί επίσης να επιχειρήσει να το διεκδικήσει με βάση μια γενική διάταξη του νόμου περί διοικητικής δικαστικής διαδικασίας, σύμφωνα με την οποία χορηγείται, εφόσον είναι απαραίτητο για την προστασία του γενικού συμφέροντος που βρίσκεται υπό την εποπτεία της Αρχής. Τυπικά, το δικαίωμα προσφυγής ανατίθεται στο περιφερειακό κέντρο ΟΜΠ σε θέματα που αποφασίζονται από τις δημοτικές αρχές ή άλλες κρατικές αρχές. Οι δημοτικές αρχές για την προστασία του περιβάλλοντος ή της υγείας, οι περιφερειακές ή εθνικές αρχές μουσείων, καθώς και οι ίδιοι οι δήμοι αποτελούν παραδείγματα άλλων αρχών που μπορούν να έχουν το δικαίωμα άσκησης προσφυγής. Με εξαίρεση την ειδική διαδικασία διαβούλευσης στο πλαίσιο της διαδικασίας προσφυγής βάσει του ΝΠΠ, οι εν λόγω «πρόσθετες» αρχές έχουν δικαίωμα παράστασης στο δικαστήριο μόνο υπό την ιδιότητα του αναιρεσείοντος.

Οι ανώτατοι επόπτες της νομιμότητας δεν έχουν ιδιότητα διαδίκου ή το δικαίωμα προσφυγής για διοικητικά θέματα. Ομοίως, άλλοι διαμεσολαβητές συνήθως δεν έχουν ιδιότητα διαδίκου σε περιβαλλοντικές υποθέσεις. Με την προαναφερθείσα εξαίρεση όσον αφορά τις αξιώσεις αποζημίωσης αστικού δικαίου, η παράσταση εισαγγελέων περιορίζεται σε ποινικές διαδικασίες· δεν έχουν το δικαίωμα παράστασης σε διοικητικές περιβαλλοντικές υποθέσεις. Όπως προαναφέρθηκε (βλ. ενότητα V), αστικές αξιώσεις που βασίζονται στο δημόσιο συμφέρον δεν μπορούν συνήθως να εκδικαστούν σε γενικά δικαστήρια. Ομοίως, το δευτερεύον δικαίωμα δίωξης ανήκει μόνο σε ζημιωθέντα αντίδικο.

Δεν έχει θεσπιστεί σύστημα συλλογικής αγωγής σε περιβαλλοντικά θέματα.

VIII Νομική εκπροσώπηση

Η απλή και μη δαπανηρή πρόσβαση στο δικαστήριο αποτελεί έναν από τους ακρογωνιαίους λίθους των δικαστικών διαδικασιών, και αντίστοιχα, η παρουσία συνηγόρου δεν είναι υποχρεωτική σε όλες τις περιβαλλοντικές διοικητικές διαδικασίες. Στην πράξη δεν είναι σύνηθες επίσης οι ιδιώτες ή οι ΜΚΟ που ασκούν προσφυγές να ορίζουν συνήγορο. Για τις επιχειρήσεις, με την ιδιότητα αναιρεσείοντος ή άλλου ενδιαφερόμενου διαδίκου, είναι πιο σύνηθες φαινόμενο. Ο νόμος περί διοικητικής δικαστικής διαδικασίας δεν απαιτεί να έχει ο συνήγορος πτυχίο Νομικής ή άλλου είδους κατάρτιση, απαιτείται μόνο η εν γένει καταλληλότητά του.

Η παρουσία συνηγόρου δεν είναι υποχρεωτική ούτε στις διαδικασίες του Γενικού Δικαστηρίου, αλλά στην περίπτωση αυτή είναι πιο σύνηθες φαινόμενο. Σε αντίθεση με τον νόμο περί διοικητικής δικαστικής διαδικασίας ο Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας απαιτεί και νομική κατάρτιση από το πρόσωπο που ενεργεί ως συνήγορος ή δικηγόρος, με εξαίρεση ορισμένους τύπους υποθέσεων (οι οποίες περιλαμβάνουν δικαστικές γεωργικές υποθέσεις).

Δεν υπάρχει ειδική επίσημη πιστοποίηση για περιβαλλοντικούς δικηγόρους, εκτός από σπουδές στο πλαίσιο προπτυχιακών και μεταπτυχιακών τίτλων. Ωστόσο, υπάρχουν δικηγόροι και δικηγορικά γραφεία διαφόρων μεγεθών που προσφέρουν εξειδικευμένες νομικές συμβουλές για το περιβάλλον. Τα περισσότερα από τα μεγαλύτερα γραφεία προσφέρουν υπηρεσίες στον τομέα του περιβαλλοντικού δικαίου, αν και συνήθως αυτό συμβαίνει στο πλαίσιο του δικαίου των επιχειρήσεων. Δεν υπάρχει ολοκληρωμένο αρχείο γραφείων ή δικηγόρων που ειδικεύονται στο περιβαλλοντικό δίκαιο. Ο φινλανδικός Δικηγορικός Σύλλογος παρέχει μια μηχανή αναζήτησης που επιτρέπει την αναζήτηση των μελών και των επιχειρήσεων ανάλογα με την τοποθεσία και τους τομείς εξειδίκευσης, συμπεριλαμβανομένων των τομέων της περιβαλλοντικής νομοθεσίας, και η οποία περιλαμβάνει επίσης γραφεία των Νήσων Ålands (ο σύνδεσμος περιλαμβάνεται στο τέλος του εγγράφου). Οι ΜΚΟ συνήθως δεν διαφημίζουν νομικές υπηρεσίες.

IX αποδεικτικά στοιχεία

Κατά την εξέταση των προσφυγών το διοικητικό δικαστήριο έχει συνήθως πρόσβαση στον πλήρη διοικητικό φάκελο της υπόθεσης (το πρώτο βήμα για την επεξεργασία μιας προσφυγής είναι να ζητηθεί από την αρχή η υποβολή του φακέλου, μαζί με μία δήλωση). Όπως προαναφέρθηκε, ο νόμος περί διοικητικής δικαστικής διαδικασίας επιβάλλει περαιτέρω τη γενική υποχρέωση εξέτασης της υπόθεσης στο Δικαστήριο.

  • Στόχος είναι η διαπίστωση των πραγματικών περιστατικών της υπόθεσης.
  • Το δικαστήριο εκπληρώνει την υποχρέωσή του, ζητώντας αποδεικτικά στοιχεία που κρίνει αναγκαία ή χρήσιμα εκτός από τον διοικητικό φάκελο της υπόθεσης.
  • Συνήθως, τα εν λόγω αιτήματα απευθύνονται στην αρχή, ενώ οι διάδικοι της υπόθεσης έχουν τη δυνατότητα να παρέχουν τα δικά τους στοιχεία.

Αντίστοιχα με αυτήν την αρχή δικαστικής έρευνας, δεν υπάρχουν σαφείς γενικοί κανόνες σχετικά με το βάρος της απόδειξης όσον αφορά τους διαδίκους των διαδικασιών προσφυγής. Έχουν αναπτυχθεί ορισμένες σιωπηρές αρχές για διαφορετικούς τύπους υποθέσεων και καταστάσεων, οι οποίες στηρίζονται επίσης στη νομολογία του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων. Ωστόσο, πρέπει να τονιστεί ότι τα ζητήματα που αφορούν τα αποδεικτικά στοιχεία επιλύονται συνήθως σε πρώτο βαθμό από τη διοικητική αρχή, και, αντίστοιχα, το έργο του Δικαστηρίου δεν είναι συνήθως τόσο η εξέταση νέων στοιχείων, όσο η επανεξέταση στοιχείων που είχαν υποβληθεί προηγουμένως στην Αρχή καθώς και η αξιολόγηση που διενεργείται από την Αρχή. Εκτός από το αίτημα χορήγησης εγγράφων ή απόψεων από την πρωτοβάθμια αρχή και τους διαδίκους, το Δικαστήριο μπορεί να διευκολύνει επίσης την εξέταση του με άλλα μέσα:

  • Το Δικαστήριο μπορεί να συμμετέχει σε διαβουλεύσεις με άλλες αρχές ή να ορίζει παράσταση ή ακροαματική διαδικασία.
  • Οι διάδικοι είναι ελεύθεροι να παράσχουν δικά τους αποδεικτικά στοιχεία για να στηρίξουν τους ισχυρισμούς και τα επιχειρήματά τους.
  • Οι διάδικοι μπορούν επίσης να ζητήσουν από το Δικαστήριο να χρησιμοποιήσει οποιαδήποτε από τα μέσα διερεύνησης που έχει στη διάθεσή του.

Το Δικαστήριο έχει τη διακριτική ευχέρεια να κρίνει αν συμφωνεί ή όχι με τα αιτήματα των διαδίκων. Το μέτρο της διακριτικής ευχέρειας εξαρτάται από τον τύπο του αιτήματος καθώς και από την υπό εξέταση υπόθεση και φυσιολογικά μπορεί να γίνει επίκληση της άρνησης περαιτέρω διερεύνησης κατά της τελικής απόφασης του Δικαστηρίου, εάν υπόκειται σε περαιτέρω προσφυγή.

Το διοικητικό δικαστήριο είναι ελεύθερο να αξιολογήσει ανεξάρτητα τα αποδεικτικά στοιχεία και να επανεκτιμήσει τα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης. Συναφώς, το Δικαστήριο δεν δεσμεύεται ούτε από τα επιχειρήματα των διαδίκων, δηλ. οι διάδικοι δεν μπορούν συνήθως να καταλήξουν για τα περιστατικά της υπόθεσης. Συνήθως, οι ισχυρισμοί που αφορούν τα αποδεικτικά στοιχεία καθοδηγούν την έρευνα του Δικαστηρίου σχετικά με την υπόθεση. Όπως προαναφέρθηκε, το Δικαστήριο είναι αρμόδιο να επεκτείνει την έρευνά του σε τεχνικές ή άλλες επιστημονικές βάσεις της προσβαλλόμενης απόφασης. Κατά συνέπεια, το Δικαστήριο είναι ελεύθερο να αμφισβητήσει επιστημονικές μελέτες ή αναφορές πραγματογνωμόνων, ανεξάρτητα από το ποιος τις υπέβαλε ή από ποιον ζητήθηκαν. Επαναλαμβάνεται ότι το Διοικητικό Δικαστήριο του Vaasa, με εθνική αρμοδιότητα επί των θεμάτων προσφυγών που εμπίπτουν στον ΝΠΠ και στον νόμο για τα ύδατα, χρησιμοποιεί δικαστές που έχουν σπουδάσει φυσικές και τεχνικές επιστήμες, προκειμένου να διασφαλιστεί ότι διαθέτουν επαρκή τεχνογνωσία για μια τέτοια εξέταση (βλ. ενότητα IV).

Δεν υπάρχει γενικός κανόνας σχετικά με τη χρήση ή τις συνέπειες νέων αποδεικτικών στοιχείων που υποβάλλονται κατά τη διάρκεια διαδικασιών προσφυγής. Μια νέα μελέτη εμπειρογνωμόνων που υπέβαλε αναιρεσείουσες κατά απόφασης για τη χορήγηση άδειας θα μπορούσε, για παράδειγμα, να αποκλείσει το ότι η απόφαση αδειοδότησης είναι παράνομη ή ότι το Δικαστήριο θα μπορούσε να κρίνει απαραίτητο να επανέλθει το θέμα και νέα αποδεικτικά στοιχεία που θα (επανα) εξετάζονται σε πρώτο βαθμό από την αρχή αδειοδότησης. Με non-jurist δικαστές του, το Διοικητικό Δικαστήριο του Vaasa είναι εκ φύσεως καλύτερα εξοπλισμένη ώστε να αξιολογεί άμεσα επιστημονικά στοιχεία και να προβεί σε επί της ουσίας απόφαση στηριζόμενο σε νέα στοιχεία, αλλά το Δικαστήριο πρέπει προφανώς να είναι προσεκτικό ώστε να μην εισχωρούν υπερβολικά σε πρώτο βαθμό διακριτική ευχέρεια της διοικήσεως. Ως εκ τούτου, οι διάδικοι δεν θα πρέπει να περιμένουν το στάδιο προσφυγών προκειμένου να υποβάλουν αποδεικτικά στοιχεία σχετικά με την υπόθεση, όταν έχουν την ευκαιρία να το πράξουν ήδη κατά τη διάρκεια της διοικητικής διαδικασίας.

Τα γενικά δικαστήρια έχουν την ίδια κύρια αρμοδιότητα αξιολόγησης των ευρημάτων, αλλά πρέπει να τονιστεί ότι σε αστικές υποθέσεις το πεδίο επανεξέτασης εκ μέρους του Δικαστηρίου όσον αφορά αυτό το ζήτημα συνήθως περιορίζεται αποκλειστικά και μόνο στους ισχυρισμούς και στα αποδεικτικά στοιχεία που υπέβαλαν οι διάδικοι. Αντίστοιχα, ο ρόλος των διαδίκων όσον αφορά επίσης την παροχή επιστημονικής πραγματογνωμοσύνης είναι πολύ πιο ενισχυμένος.

X Τα ασφαλιστικά μέτρα

Σύμφωνα με τις γενικές διατάξεις σχετικά με την εφαρμογή του νόμου περί διοικητικής δικαστικής διαδικασίας, μια διοικητική απόφαση για την οποία υποβάλλεται προσφυγή δεν μπορεί να εφαρμοσθεί πριν εξαντληθούν τα (τακτικά) ένδικα μέσα της προσβολής της, δηλαδή η απόφαση έχει αποκτήσει «νομική ισχύ» (saanut lainvoiman, vunnit laga kraft). Αυτό συνεπάγεται ότι η άσκηση προσφυγής κατά απόφασης συνήθως αυτόματα καθυστερεί την εκτέλεσή της.

Περιβαλλοντικά και άλλα καθεστώτα αδειών προβλέπουν συνήθως τη δυνατότητα υποβολής αιτήματος δικαιώματος έναρξης εργασιών/δραστηριοτήτων σύμφωνα με την απόφαση αδειοδότησης, ανεξαρτήτως των αξιώσεων εναντίον της. Δεδομένου ότι οι προϋποθέσεις για τη χορήγηση αυτού του δικαιώματος έναρξης καθορίζονται από το εφαρμοστέο ουσιαστικό δίκαιο, μπορεί να ποικίλλουν, αλλά συνήθως οι απαιτήσεις είναι οι εξής:

  • δικαιολογημένη αιτία άμεσης εκτέλεσης
  • η εκτέλεση δεν αντίκειται στον σκοπό των προσφυγών κατά της απόφασης
  • Ο αιτών καταθέτει έγκυρη εγγύηση

Το δικαίωμα έναρξης μπορεί να παραχωρηθεί είτε μαζί με την άδεια, είτε μετά από ξεχωριστό αίτημα που επιβάλλεται εντός μιας χρονικής περιόδου που έπεται της λήξης της προθεσμίας υποβολής προσφυγών (τυπικά 14 ημέρες). Στις περισσότερες περιπτώσεις, υποβάλλεται αίτημα δικαιώματος έναρξης και στη συνέχεια η αρχή αδειοδότησης αποφαίνεται επί του θέματος.

Το διοικητικό δικαστήριο στο οποίο έχει προσβληθεί η απόφαση αδειοδότησης είναι επίσης αρμόδιο για τον έλεγχο μιας εντολής παραχώρησης του δικαιώματος έναρξης, μετά από την υποβολή αίτησης από αναιρεσείοντα ή αυτεπάγγελτα. Η παράσταση σε διαδικασία λήψης προσωρινών μέτρων αντιστοιχεί με παράσταση στις κύριες διαδικασίες. Το Δικαστήριο μπορεί να ακυρώσει ή να τροποποιήσει την εντολή ή να διατάξει ασφαλιστικά μέτρα με άλλο τρόπο. Τυπικά, κάθε μέτρο που προκαλεί ή ενέχει τον κίνδυνο αμετάκλητων επιπτώσεων στο περιβάλλον, αναστέλλεται. Η προσωρινή απόφαση του Δικαστηρίου, είτε είναι θετική είτε αρνητική, δεν μπορεί συνήθως να προσβληθεί ξεχωριστά, αλλά το θέμα των ασφαλιστικών μέτρων μπορεί να τεθεί εκ νέου αν η τελική απόφαση του δικαστηρίου προσβληθεί στο Ανώτατο Διοικητικό Δικαστήριο. Είναι, ωστόσο, δυνατό να υποβληθεί εκ νέου αίτηση ασφαλιστικών μέτρων στο ίδιο δικαστήριο, με βάση, για παράδειγμα μια μεταβολή των συνθηκών. Υπάρχουν επίσης καθεστώτα βάσει των οποίων αποφασίζεται πρωτόδικα το δικαίωμα έναρξης από το αρμόδιο εφετείο (πχ. βάσει του νόμου για τα ύδατα) ή στις περιπτώσεις που είναι δυνατόν το εφετείο να εκδώσει μια εντολή μαζί με την απόρριψη προσφυγών κατά μιας απόφασης αδειοδότησης (πχ. ΝΠΠ).

Υπάρχουν επίσης ορισμένα είδη αποφάσεων που είναι άμεσα εκτελεστές χωρίς να έχουν αποκτήσει νομική ισχύ, δηλαδή, παρά τις προσφυγές, εκτός εάν το εφετείο κρίνει διαφορετικά. Παραδείγματα τέτοιων αποφάσεων είναι αυτές που αφορούν προστατευόμενους οικοτόπους ή την επιβολή προστασίας βάσει του νόμου για την προστασία της φύσης. Σε περιπτώσεις όπου δεν υπάρχουν ειδικές διατάξεις όσον αφορά την επιβολή, ο νόμος περί διοικητικής δικαστικής διαδικασίας προβλέπει τη γενική δυνατότητα εκτέλεσης πριν από τη νομική ισχύ. Η εν λόγω εντολή εκτέλεσης επιτρέπεται αν η απόφαση είναι άμεσα εκτελεστή ή αν η εκτέλεσή της δεν μπορεί να καθυστερήσει για λόγους δημοσίου συμφέροντος. Επίσης η εντολή υπόκειται σε έλεγχο από το διοικητικό δικαστήριο.

Δεν απαιτείται εγγύηση από τον προσφεύγοντα για τη λήψη ασφαλιστικών μέτρων, ανεξάρτητα από το αν η εκτελεστότητα βασίζεται σε χορηγηθέν δικαίωμα έναρξης ή σε άλλη εντολή εκτέλεσης.

Μια άλλη μορφή προσωρινής δικαστικής προστασίας είναι η εξουσία του δικαστηρίου να διατάξει η διοικητική απόφαση να παραμείνει σε ισχύ έως ότου αποφασίσει να την ακυρώσει. Ένα παράδειγμα εφαρμογής θα ήταν μια υπόθεση όπου η απόφαση για την εφαρμογή μέτρων προστασίας της φύσης ακυρώνεται και παραπέμπεται εκ νέου για μερική επανεξέταση ή αναθεώρηση της λανθασμένης διαδικασίας.

XI δαπάνες

Όσον αφορά τις διοικητικές δικαστικές διαδικασίες, προβλέπονται τα ακόλουθα δικαστικά τέλη από τον αναιρεσείοντα, ανάλογα με το στάδιο προσφυγών (από τις αρχές του 2011):

  • Διοικητικό Δικαστήριο 90 EUR
  • Ανώτατο διοικητικό δικαστήριο: EUR 226

Ορισμένοι τύποι υποθέσεων εξαιρούνται από τέλη, παρά το γεγονός ότι δεν αφορούν τυπικά περιβαλλοντικά ζητήματα. Ομοίως, μεμονωμένοι αναιρεσείοντες μπορούν να εξαιρεθούν υπό ορισμένες προϋποθέσεις. Ένας σημαντικός λόγος εξαίρεσης είναι ο αναιρεσείων να κερδίσει την υπόθεση προσβολής της απόφασης (δεν ισχύει για το ανώτατο διοικητικό δικαστήριο). Τέλη δεν προβλέπονται για προσφυγές που έχουν απορριφθεί χωρίς εξέταση της ουσίας της υπόθεσης, πχ. αν οι προσφυγές δεν υποβληθούν εγκαίρως ή αν δεν υπάρχει δικαίωμα προσφυγής, καθώς και στην περίπτωση απόσυρσης των προσφυγών. Όταν απορρίπτεται μια έκτακτη προσφυγή ή η άσκηση έφεσης απορρίπτεται από το ανώτατο διοικητικό δικαστήριο, το τέλος μειώνεται στο μισό.

Δεν υπάρχουν επιπλέον δικαστικά τέλη για οποιοδήποτε πρόσθετο στάδιο της διαδικασίας, πχ. την εξέταση μιας αίτησης ασφαλιστικών μέτρων ή τον ορισμό ακροαματικής διαδικασίας ή παράστασης. Παρομοίως, οι διάδικοι δεν θα επιβαρυνθούν με έξοδα για άλλα μέτρα του Δικαστηρίου για τη διερεύνηση του θέματος, όπως για την έκθεση εμπειρογνωμόνων.

Κατά την από κοινού προσφυγή από πολλά πρόσωπα, χρεώνεται μόνο ένα τέλος.

Όσον αφορά τα έξοδα των διαδίκων, ο νόμος περί διοικητικής δικαστικής διαδικασίας προβλέπει έναν βασικό κανόνα, σύμφωνα με τον οποίο οι διάδικοι αναλαμβάνουν τα δικά τους έξοδα, εκτός εάν αυτό θεωρείται παράλογο λόγω των περιστάσεων. Αυτά περιλαμβάνουν τα τέλη παράστασης συνηγόρου, καθώς και πιθανές δαπάνες για την κατάρτιση δηλώσεων πραγματογνωμόνων ή άλλων αποδεικτικών στοιχείων μετά από πρωτοβουλία κάποιου προσώπου. Σε περίπτωση ακροαματικής διαδικασίας το κράτος είναι υπεύθυνο για την αποζημίωση των μαρτύρων και των πραγματογνωμόνων που έχουν κληθεί από το δικαστήριο αυτεπάγγελτα. Οι διάδικοι, από την άλλη πλευρά, γενικά υποχρεούνται να αποζημιώνουν τους μάρτυρες που έχουν καλέσει.

Όσον αφορά την απαλλαγή από την ανάληψη εξόδων από ένα συγκεκριμένο πρόσωπο, δηλαδή την υποχρέωση κάποιου άλλου διαδίκου ή της αρχής της οποίας η απόφαση έχει προσβληθεί να αναλάβει αυτά τα έξοδα στο σύνολό τους ή εν μέρει, το Δικαστήριο εξετάζει κάθε περίπτωση ξεχωριστά. Ο νόμος περί διοικητικής δικαστικής διαδικασίας προβλέπει ότι είναι το τελικό αποτέλεσμα που πρέπει να λαμβάνεται υπόψη. Επιπλέον, κατά την εκτίμηση της σχετικής υποχρέωσης που ενδέχεται να έχει η δημόσια αρχή, θα πρέπει να λαμβάνεται ιδιαιτέρως υπόψη το αν οι διαδικασίες προέκυψαν από σφάλμα της αρχής. Επιπλέον, ο νόμος περί διοικητικής δικαστικής διαδικασίας αναφέρει ότι οι ιδιώτες υποχρεούνται να αναλάβουν τα έξοδα μιας δημόσιας αρχής μόνο αν έχουν υποβάλει μια προδήλως αβάσιμη αξίωση. Στην πράξη, είναι επίσης σπάνιο για τους ιδιώτες να υποχρεούνται να καταβάλλουν τα έξοδα των άλλων διαδίκων. Αυτό σημαίνει ότι ερωτήματα όσον αφορά τα έξοδα συνήθως περιστρέφονται γύρω από το αν η αρχή πρέπει να θεωρηθεί υπόχρεη για τα έξοδα ενός νικήσαντος αναιρεσείοντος. Ωστόσο, είναι σκόπιμο να επισημανθεί και πάλι ότι οι διοικητικές δικαστικές διαδικασίες συνήθως έχουν σχετικά χαμηλό κόστος, και είναι πολύ πιο σύνηθες οι ιδιώτες να μην διεκδικούν έξοδα στο δικαστήριο σε σχέση με αυτό που πράττουν.

Για τις γενικές δικαστικές διαδικασίες προβλέπονται τα ακόλουθα δικαστικά τέλη από τον ενάγοντα/αναιρεσείοντα (από τις αρχές του 2011), με τις αντίστοιχες ή παρόμοιες απαλλαγές με αυτές που ισχύουν για τις διαδικασίες ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου.

  • Περιφερειακό Δικαστήριο: 60 — 180
  • Court of Appeals: 182 EUR (90 EUR σε ποινικές υποθέσεις)
  • Ανώτατο Δικαστήριο: 226 EUR (113 EUR σε ποινικές υποθέσεις)

Σε αντίθεση με τις διοικητικές δικαστικές διαδικασίες, η αρχή «ο ηττηθείς πληρώνει» ισχύει για αστικές διαφορές στις γενικές δικαστικές διαδικασίες. Αυτό σημαίνει ότι ο ηττηθείς διάδικος αναλαμβάνει την ευθύνη για τις εύλογες δαπάνες των αναγκαίων μέτρων του αντιδίκου. Ο κώδικας πολιτικής δικονομίας προβλέπει επίσης ορισμένους πιο συγκεκριμένους λόγους εξαίρεσης ή μείωσης της υποχρέωσης, συμπεριλαμβανομένων των ανούσιων αγωγών, μιας δικαιολογημένης αιτίας για τη συνέχιση μιας χαμένης υπόθεσης ή των συνθηκών που θα καταστήσουν με άλλο τρόπο την υποχρέωση προφανώς παράλογη. Αν η βάση ή ο λογικός χαρακτήρας των διεκδικούμενων αποζημιώσεων προσβληθεί από τον υπεύθυνο διάδικο, το δικαστήριο αποφασίζει σχετικά με το κόστος για κάθε περίπτωση χωριστά.

Σύμφωνα με μια έρευνα που ανατέθηκε από το Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών Νομικής Πολιτικής, ο μέσος όρος των εξόδων νομικής προστασίας το 2008 σε αστικές υποθέσεις που εκδικάστηκαν σε περιφερειακά δικαστήρια ήταν 6 543 EUR εκ μέρους των εναγόντων και 5 554 EUR εκ μέρους των εναγομένων. Ο μέσος όρος των εξόδων με τα οποία επιβαρύνθηκαν οι ηττηθέντες διαδίκους ήταν 5 277 EUR. Η μέση ωριαία αμοιβή που ορίστηκε για την παρουσία συνηγόρου ήταν 160 EUR, η οποία σύμφωνα με γενικές έρευνες είναι η συνήθης αμοιβή για την παρουσία συνηγόρου.

XII μηχανισμοί οικονομικής συνδρομής

Εκτός από αυστηρές εξαιρέσεις από τα δικαστικά τέλη οι οποίες προαναφέρθηκαν, απαλλαγή μπορεί να χορηγηθεί για λόγους έλλειψης λογικής βάσης για κάθε περίπτωση ξεχωριστά από τον γραμματέα/εισηγητή που τα καθορίζει. Παρά το γεγονός ότι το δικαστικό τέλος προβλέπεται από την απόφαση του Δικαστηρίου, μπορεί να προσβληθεί ξεχωριστά μέσω αιτήματος επανεξέτασης στον υπάλληλο που καθόρισε το τέλος. Η απόφαση του υπαλλήλου μπορεί να αμφισβητηθεί μέσω διοικητικής προσφυγής.

Η νομική συνδρομή κατά του κράτους παρέχεται σε πρόσωπα που χρειάζονται τη βοήθεια πραγματογνωμόνων σε νομικά ζητήματα. Η νομική συνδρομή παρέχεται σε πρόσωπα που διαμένουν στη Φινλανδία ή σε άλλη χώρα της ΕΕ ή του ΕΟΧ. Παρέχεται επίσης ανεξαρτήτως του τόπου κατοικίας, αν ο δικαιούχος πρέπει να συμμετέχει σε ακροαματική διαδικασία σε φινλανδικό δικαστήριο ή όταν υπάρχει ειδικός λόγος.

Η νομική συνδρομή δεν προβλέπεται για ΜΚΟ ή εταιρείες.

Η νομική συνδρομή χορηγείται με βάση τα διαθέσιμα μέσα του προσφεύγοντος. Παρέχεται δωρεάν σε άπορους πολίτες, ενώ άλλοι δικαιούχοι έχουν την υποχρέωση να καταβάλουν ένα μέρος του κόστους.

Η συνδρομή καλύπτει τις νομικές συμβουλές καθώς και τα απαραίτητα μέτρα και την εκπροσώπηση ενώπιον ενός δικαστηρίου ή μιας άλλης αρχής. Για τις δικαστικές διαδικασίες, ο προσφεύγων μπορεί να επιλέξει μεταξύ της εκπροσώπησης από έναν κρατικό δικηγόρο που παρέχει νομική συνδρομή ή από έναν ιδιωτικό δικηγόρο. Σε άλλες υποθέσεις η νομική συνδρομή παρέχεται αποκλειστικά από κρατικούς δικηγόρους. Πρόσωπα στα οποία έχει χορηγηθεί νομική συνδρομή εξαιρούνται επίσης από τα δικαστικά τέλη. Υπάρχουν κάποιες εξαιρέσεις ως προς το πότε παρέχεται νομική συνδρομή, όπως θέματα που θεωρούνται απλά ή μικρής σημασίας από νομική άποψη για τον προσφεύγοντα, καθώς και θέματα στα οποία η παρουσία στο δικαστήριο εξαρτάται από την ιδιότητα μέλους στον δήμο, για παράδειγμα.

Εκτός από τα ανωτέρω, αν ο προσφεύγων διαθέτει ασφάλιση νομικής προστασίας που καλύπτει την υπό εξέταση υπόθεση, δεν χορηγείται καμία συνδρομή ή χορηγείται μόνο ένα μέρος αυτής. Αυτό είναι σχετικά σύνηθες, καθώς η εν λόγω ασφάλιση συνήθως περιλαμβάνεται σε πολλά είδη ασφαλιστηρίων συμβολαίων, όπως η ασφάλιση κατοικίας, η ασφάλιση αυτοκινήτου, καθώς και οι ασφάλειες συνδικαλιστικών φορέων. Η οικονομική συνδρομή που παρέχεται από την ασφάλιση νομικής προστασίας ποικίλλει ανάλογα με την εκάστοτε πολιτική, η οποία καθορίζει το πεδίο εφαρμογής της, καθώς και ανάλογα με τις ισχύουσες ατέλειες και τις μέγιστες αποζημιώσεις. Οι προϋποθέσεις ασφάλισης κοινής χρήσης προβλέπουν έκπτωση 15 % και ανώτατο όριο αποζημίωσης τα 8 500 EUR.

Τη νομική συνδρομή τη διαχειρίζεται το κράτος και κατά συνέπεια διατίθεται σύμφωνα με τις ίδιες προϋποθέσεις που ισχύον για τις νήσους Åland.

Εκτός από τη νομική συνδρομή, ο εναγόμενος σε ποινική διαδικασία ή προδικαστικές έρευνες μπορεί να δικαιούται δημόσιο συνήγορο, ανεξάρτητα από τα διαθέσιμα μέσα.

Πολλά δικηγορικά γραφεία, ιδίως τα μεγαλύτερα, προσφέρουν δωρεάν νομικές υπηρεσίες, συχνά σύμφωνα με τα δωρεάν προγράμματα που έχουν καταρτίσει τα ίδια. Ενώσεις κοινής ωφέλειας, συμπεριλαμβανομένων επίσης περιβαλλοντικών ΜΚΟ, μπορούν να λάβουν δωρεάν νομική συνδρομή. Δεν υπάρχουν ευρέως δημοσιευμένα δωρεάν προγράμματα παροχής νομικής συνδρομής σε ιδιώτες ειδικά σε περιβαλλοντικά ζητήματα. Συνολικά, η δωρεάν παροχή υπηρεσιών δεν διαδραματίζει σημαντικό ρόλο στις δικαστικές διαδικασίες που αφορούν το περιβάλλον.

XIII επικαιρότητα

Η ΠΔΔ γενικά προβλέπει ότι ένα διοικητικό ζήτημα εξετάζεται χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση. Σε περιβαλλοντικές υποθέσεις, ειδικές προθεσμίες προβλέπονται τυπικά περισσότερο για τους διαδίκους και όχι για την αρχή, παρά το γεγονός ότι υπάρχουν εξαιρέσεις, όπως η διαδικασία ΕΠΕ, όπου προβλέπονται προθεσμίες και για την Αρχή. Καθώς οι περιβαλλοντικές αποφάσεις λαμβάνονται από αρκετές διαφορετικές αρχές, δεν υπάρχουν στοιχεία περί του μέσου όρου των προθεσμιών αναμονής. Οι αρχές μπορούν να παρέχουν εκτιμήσεις με βάση τον μέσο όρο στους δικτυακούς τους τόπους, και απαιτείται επίσης από την ΠΔΔ να παράσχει μια εκτίμηση που αφορά την κάθε περίπτωση ξεχωριστά εφόσον ζητηθεί, καθώς και να απαντούν σε ερωτήματα σχετικά με την εξέλιξη του θέματος. Στους περιφερειακούς διοικητικούς οργανισμούς, οι οποίοι διαχειρίζονται τα πιο σοβαρά θέματα περιβαλλοντικών αδειών, ο μέσος όρος αναμονής κυμαίνεται από 11 έως 16 μήνες τα τελευταία έτη.

Η περιφερειακή νομοθεσία η οποία ρυθμίζει τη διοικητική διαδικασία στις Νήσους Åland (βλ. ενότητα IV) έχει ομοιότητες με την ΠΔΔ όσον αφορά τις απαιτήσεις των προθεσμιών και παρέχει εκτιμήσεις σχετικά με τους χρόνους αναμονής. Ωστόσο, περιλαμβάνει επίσης μια γενική υποχρέωση για τη λήψη αποφάσεων εντός τριών μηνών από την έναρξη, όταν είναι εφικτό, και προβλέπει περαιτέρω ότι οι υπόλογοι υπάλληλοι πρέπει να συντάσσουν μια ετήσια έκθεση σχετικά με τους λόγους της καθυστέρησης για τις υποθέσεις που υπερβαίνουν αυτό το όριο. Φυσιολογικά, για τα περιβαλλοντικά θέματα μπορεί να παρέλθει περισσότερος χρόνος έως ότου εξεταστούν. Όσον αφορά τα θέματα που αποφασίζονται από την κύρια περιφερειακή περιβαλλοντική αρχή (Ålands miljö-och hälsoskyddsmyndighet), για την άδεια του χαμηλότερου δραστηριότητες (miljögranskning) είναι τακτικά εκδίδεται απόφαση εντός 6 μηνών, ενώ οι χρόνοι αναμονής για τις περιβαλλοντικές άδειες για σημαντικές δραστηριότητες (π.χ. ΟΠΕΡ) είναι κατά μέσο όρο 15 μήνες.

Επί του παρόντος δεν υπάρχουν πλήρως αποτελεσματικά ένδικα μέσα σε περίπτωση καθυστερήσεων ή παθητικής στάσης από την πλευρά της διοικητικής αρχής. Το διοικητικό δικαστήριο δεν είναι αρμόδιο να επεμβαίνει σε μια διοικητική διαδικασία πριν τη λήψη της τελικής απόφασης από την Αρχή. Η παθητική στάση σε αυτό το πλαίσιο δεν θα πρέπει να συγχέεται ωστόσο με μια εκδοθείσα απόφαση που δεν προβλέπει τη λήψη μέτρων επιβολής, η οποία μπορεί κανονικά να προσβληθεί με προσφυγή (βλ. ενότητα V). Επίσης λαμβάνεται υπόψη η νομοθεσία που εξετάζει το ζήτημα της καθυστέρησης. Ομοίως, δεν υπάρχει γενικό καθεστώς όσον αφορά τις κυρώσεις για τις καθυστερήσεις. Σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν (ενότητα VI), οι εποπτικές αρχές είναι αρμόδιες να προβαίνουν σε δημόσιες επιπλήξεις καθώς και να κινούν ποινικές διώξεις σε σοβαρές υποθέσεις. Σε ορισμένες υποθέσεις μια κρατική εποπτική αρχή μπορεί επίσης να έχει την αρμοδιότητα να ζητήσει από έναν δήμο να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις του εντός καθορισμένης χρονικής περιόδου. Οι αρχές υπόκεινται επίσης σε γενική ευθύνη εξ αδικοπραξίας, αλλά οι αποζημιώσεις για ζημιές που προκαλούνται εξαιτίας καθυστέρησης είναι σπάνιες.

Όσον αφορά τις διαδικασίες προσφυγών στα διοικητικά δικαστήρια, δεν υπάρχουν καθορισμένες προθεσμίες για τα περισσότερα ζητήματα. Το Σύνταγμα παρέχει σε όλους το δικαίωμα εκδίκασης της υπόθεσής τους από τα δικαστήρια χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση. Επιπλέον, ορισμένες κατηγορίες και τύποι θεμάτων προσφυγής χαρακτηρίζονται ως επείγουσες υποθέσεις βάσει νόμου, γεγονός το οποίο συνεπάγεται στην πράξη ιεράρχηση προτεραιοτήτων όσον αφορά τη σειρά έκδοσης αποφάσεων. Παραδείγματα των εν λόγω νομικά επειγουσών περιβαλλοντικών υποθέσεων αποτελούν τα λεπτομερή σχέδια χρήσης γης και τα σχέδια για τους δημόσιους δρόμους, όταν χαρακτηρίζονται ως κοινοτικής σημασίας. Παρά το γεγονός ότι δεν υπάρχουν ειδικές διατάξεις όσον αφορά τις αιτήσεις για τη λήψη ασφαλιστικών μέτρων, αυτές εξετάζονται επειγόντως και μπορούν να επιλυθούν ακόμη και σε λίγες μέρες ή πιο σύντομα, σε ακραίες περιπτώσεις. Δεν υπάρχει κανένας θεσπισμένος μηχανισμός επιβολής κυρώσεων σε σχέση με αδικαιολόγητες καθυστερήσεις, αλλά τα δικαστήρια υπόκεινται στην ίδια εποπτεία με τους ανώτατους επόπτες της νομιμότητας που υπόκεινται και οι διοικητικές αρχές, καθώς και σε πιθανή ποινική και αδικοπρακτική ευθύνη.

Οι χρόνοι αναμονής για διαδικασίες προσφυγών σε περιφερειακά διοικητικά δικαστήρια είναι κατά μέσο όρο τα τελευταία έτη (10-12) περίπου 2009 μήνες στην κατηγορία των θεμάτων χωροταξίας και οικοδομικής δραστηριότητας και λίγο λιγότερο από 2011 μήνες σε άλλα περιβαλλοντικά ζητήματα. Στο Ανώτατο Διοικητικό Δικαστήριο οι αντίστοιχοι χρόνοι αναμονής ήταν περίπου 12 και 13 μήνες αντίστοιχα.

Η διαδικαστική νομοθεσία που διέπει τις διαδικασίες των γενικών δικαστηρίων περιλαμβάνει λεπτομερέστερες διατάξεις σχετικά με τις προθεσμίες συγκεκριμένων σταδίων της διαδικασίας. Οι μέσοι χρόνοι αναμονής (2009 — 2010) σε περιφερειακά δικαστήρια ήταν ελαφρώς περισσότερο από 8 μήνες σε αστικές διαφορές πλήρους κλίμακας και περίπου 3,5 μήνες σε ποινικές υποθέσεις. Στα εφετεία ο μέσος χρόνος αναμονής για διαδικασίες προσφυγών ήταν περίπου 6,5 μήνες. Στο Ανώτατο Δικαστήριο οι μέσοι όροι ήταν περίπου 4,5 μήνες για απορριφθείσα άσκηση έφεσης και 16 μήνες για αποφάσεις επί της ουσίας.

Όσον αφορά τα γενικά δικαστήρια, ισχύει επίσης ένα καθεστώς αποζημίωσης για αδικαιολόγητες καθυστερήσεις, που ρυθμίζεται από τον νόμο περί καταβολής αποζημίωσης για την υπερβολική διάρκεια των δικαστικών διαδικασιών (362/2009). Ο νόμος προβλέπει ότι αγωγή αποζημίωσης μπορεί να υποβληθεί στο δικαστήριο που εκδικάζει την υπόθεση και ορίζει ως τιμή αποζημίωσης σε EUR 1 500/year καθυστέρησης. Σε διοικητικές δικαστικές διαδικασίες, δεν μπορεί να γίνει το ίδιο επί του παρόντος αδύνατος όταν πρόκειται για οικονομικές και διοικητικές κυρώσεις, αλλά το γενικό καθεστώς αποζημίωσης για διοικητικές δικαστικές διαδικασίες βρίσκεται στο στάδιο της προετοιμασίας.

XIV άλλα θέματα

Ενώ η συμμετοχή στη διοικητική διαδικασία περιβαλλοντικών υποθέσεων μπορεί να είναι δυνατή σε σχετικά πρώιμο στάδιο, προσφυγή στο δικαστήριο επιτρέπεται συνήθως αφού πρώτα ληφθεί οριστική διοικητική απόφαση επί του θέματος. Αντιθέτως, τα διαδικαστικά σφάλματα που διαπράττονται κατά τα προπαρασκευαστικά στάδια λήψης αποφάσεων μπορούν να χρησιμοποιηθούν ως λόγος αμφισβήτησης της οριστικής απόφασης. Ορισμένες περιβαλλοντικές διαδικασίες μπορούν να περιλαμβάνουν τέτοιες «οριστικές αποφάσεις» σε πολλαπλά στάδια, εναντίον των οποίων μπορεί κανονικά να ασκηθεί προσφυγή στο Δικαστήριο. Τα διαφορετικά επίπεδα των χωροταξικών σχεδίων με την επακόλουθη κατασκευή ή/και τις άδειες δραστηριότητας αποτελούν μερικά τέτοια παραδείγματα. Μερικές φορές η νομοθεσία μπορεί να προβλέπει περιορισμούς για τη συνακόλουθη επανεξέταση από το Δικαστήριο, όπως και στην περίπτωση του σχεδιασμού των δημόσιων δρόμων στο πλαίσιο του νόμου περί αυτοκινητοδρόμων (503/2005).

Ο νόμος περί διοικητικής δικαστικής διαδικασίας απαιτεί οι οδηγίες σχετικά με τις προσφυγές να επιδίδονται μαζί με τις αποφάσεις που αποτελούν αντικείμενο προσφυγής, ώστε να ενημερώνονται οι διαδίκοι πού και πότε μια απόφαση μπορεί να προσβληθεί, καθώς και σχετικά με τις προθεσμίες προσφυγής. Εναλλακτικά, πρέπει να αναφέρεται η νομική βάση για την απαγόρευση προσφυγής. Ο νόμος περί διοικητικής δικαστικής διαδικασίας προβλέπει οι προσφυγές να μην απορρίπτονται με το αιτιολογικό ότι ασκήθηκαν με την ενδεδειγμένη διαδικασία λόγω του ότι ήταν ελλιπείς ή λανθασμένες οι οδηγίες προσφυγής. Ως εκ τούτου, η προσφυγή του αναιρεσείοντος που ενεργεί σύμφωνα με τις οδηγίες προσφυγής που προβλέπουν εσφαλμένη προθεσμία προσφυγής, για παράδειγμα, δεν θα πρέπει να απορρίπτεται λόγω υπέρβασης της προθεσμίας άσκησης της προσφυγής.

Δεν διατίθενται εκτενείς πληροφορίες σχετικά με την πρόσβαση στη δικαιοσύνη όσον αφορά περιβαλλοντικά ζητήματα. Γενικές πληροφορίες σχετικά με τις διοικητικές (και γενικές) δικαστικές διαδικασίες είναι διαθέσιμες στον δικτυακό τόπο του συστήματος δικαιοσύνης της Φινλανδίας (παρέχεται μια σύνδεση στο τέλος του εγγράφου) και η νομοθεσία είναι διαθέσιμη στη βάση δεδομένων FINLEX (ο σύνδεσμος αναφέρεται στο τέλος του εγγράφου). Ο γενικός δικτυακός τόπος της περιβαλλοντικής διοίκησης παρέχει πληροφορίες σχετικά με διαφορετικές περιβαλλοντικές διαδικασίες, συμπεριλαμβανομένων αυτών που αφορούν την πρόσβαση στο δικαστήριο (ο σύνδεσμος αναφέρεται στο τέλος του εγγράφου). Οι δικτυακοί τόποι των τεσσάρων περιφερειακών διοικητικών οργανισμών για άδειες που αφορούν περιβαλλοντικά θέματα καθώς και θέματα για τα ύδατα, περιλαμβάνουν μητρώα σχετικά με εκκρεμή θέματα αδειών και αποφάσεων αδειών (ο σύνδεσμος αναφέρεται στο τέλος του εγγράφου). Περισσότερες πληροφορίες σχετικά με συγκεκριμένες περιβαλλοντικές διαδικασίες καθώς και την πρόσβαση στη δικαιοσύνη μπορούν να συμπεριληφθούν στους δικτυακούς τόπους των δήμων, για παράδειγμα.

Συνήθως δεν είναι δυνατόν να γίνουν επίσημοι συμβιβασμοί στις περιπτώσεις προσφυγών ενώπιον διοικητικών δικαστηρίων, με συνέπεια να μην μπορεί να χρησιμοποιηθεί η διαμεσολάβηση ή άλλα μέσα εναλλακτικής επίλυσης διαφορών σε διοικητικές περιβαλλοντικές υποθέσεις. Στις αστικές υποθέσεις χρησιμοποιούνται διαφορετικές μέθοδοι επίλυσης διαφορών. Η δικαστική διαμεσολάβηση παρέχεται από τα γενικά δικαστήρια, και είναι επίσης δυνατοί οι εξωδικαστικοί συμβιβασμοί. Μπορούν να υποβάλλονται αιτήσεις νομικής συνδρομής.

XV αλλοδαποί

Τα δικαιώματα των ατόμων να χρησιμοποιούν τις δύο επίσημες γλώσσες, τη φινλανδική και τη σουηδική, όπως προβλέπεται από το άρθρο 17 του Συντάγματος, καθορίζονται στον νόμο για τη γλώσσα (423/2003). Επιπλέον γλωσσικά δικαιώματα παρέχονται για τους αυτόχθονες Sámi, καθώς και για άλλες ομάδες. Ειδικά σε σχέση με τους αλλοδαπούς, η ενότητα 6 του Συντάγματος ορίζει ότι όλοι είναι ίσοι ενώπιον του νόμου και ότι κανείς δεν θα πρέπει, χωρίς σοβαρό λόγο, να αντιμετωπίζεται διαφορετικά από άλλα πρόσωπα με την αιτιολογία της καταγωγής ή της γλώσσας, μεταξύ άλλων. Ο Διαμεσολαβητής για τις μειονότητες εποπτεύει την τήρηση των απαγορεύσεων των εθνοτικών διακρίσεων και εργάζεται για την προώθηση του καθεστώτος και της νομικής προστασίας των εθνικών μειονοτήτων και των αλλοδαπών.

Η νομοθεσία που καλύπτει τη διοικητική και τη δικαστική διαδικασία (η ΠΔΔ, ο νόμος περί διοικητικής δικαστικής διαδικασίας, ο κώδικας πολιτικής δικονομίας και ο Κώδικας Ποινικής Δικονομίας) περιλαμβάνει συμπληρωματικές διατάξεις σχετικά με τα γλωσσικά δικαιώματα. Συμπληρωματικές διατάξεις περιλαμβάνονται για ορισμένες ειδικές διαδικασίες, αλλά όχι για περιβαλλοντικές διαδικασίες. Σε διοικητικά θέματα μπορούν να παρέχονται υπηρεσίες μετάφρασης και διερμηνείας στους διαδίκους, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, κυρίως σε θέματα που έχουν κινήσει οι αρχές, αλλά είναι επίσης δυνατόν για τη διασφάλιση των δικαιωμάτων των διαδίκων σε άλλα θέματα. Τα γενικά γλωσσικά δικαιώματα σε διοικητικές δικαστικές διαδικασίες αντιστοιχούν με τα ανωτέρω, αλλά προβλέπουν το ανεπιφύλακτο δικαίωμα παροχής διερμηνείας σε περίπτωση προφορικής ακρόασης. Σε ποινικές υποθέσεις, τα γλωσσικά δικαιώματα είναι φυσιολογικά πιο σημαντικά. Σε αστικές διαφορές, ένας διάδικος που δεν μιλάει φινλανδικά, σουηδικά ή Sámi είναι συνήθως υπεύθυνος/η για τη μετάφραση με δικά του/της έξοδα, εκτός εάν το Δικαστήριο κρίνει διαφορετικά, λόγω της φύσης της υπόθεσης. Εκτός από τα παραπάνω, οι διοικητικές αρχές και τα δικαστήρια έχουν την υποχρέωση να διασφαλίζουν ότι οι πολίτες των άλλων σκανδιναβικών χωρών λαμβάνουν τη γλωσσική βοήθεια που απαιτούν.

Σύμφωνα με τα ανωτέρω, πρόσωπα που δεν μιλούν τις γλώσσες των σκανδιναβικών χωρών και επιθυμούν να συμμετέχουν σε διαδικασία σχετική με το περιβάλλον, πρέπει τυπικά να καλύψουν οι ίδιοι τα έξοδα μετάφρασης. Ωστόσο, όταν παρέχεται νομική συνδρομή (βλ. ενότητα XII καλύπτει και το κόστος της απαιτούμενης μετάφρασης και διερμηνείας. Οι μεταφράσεις σε διασυνοριακά περιβαλλοντικά θέματα εξετάζονται παρακάτω (ενότητα XVI).

Σε αντίθεση με τις υπόλοιπες περιοχές της Φινλανδίας, στις αυτόνομες Νήσους Åland μιλούν μόνο σουηδικά. Αυτό ισχύει για τις περιφερειακές και δημοτικές αρχές καθώς και για τις κρατικές αρχές στις νήσους, συμπεριλαμβανομένων των δικαστηρίων. Ο νόμος για την Αυτονομία των Åland περιλαμβάνει διατάξεις όσον αφορά τα δικαιώματα χρήσης των φινλανδικών σε περιφερειακές κρατικές αρχές και δικαστήρια, και ο περιφερειακός νόμος περί διοικητικής διαδικασίας (Förvaltningslag för landskapet Åland) περιέχει διατάξεις παρόμοιες με την κρατική νομοθεσία για την παροχή διερμηνείας και μετάφρασης στις περιφερειακές και δημοτικές αρχές.

XVI διασυνοριακές υποθέσεις

Για τη μεταφορά της Σύμβασης Espoo ΕΠΕ και άλλων διεθνών υποχρεώσεων, ο φινλανδικός νόμος ΕΠΕ περιέχει διατάξεις σχετικά με τα έργα που ενδέχεται να έχουν σημαντικές περιβαλλοντικές επιπτώσεις στο έδαφος άλλης χώρας. Ο νόμος προβλέπει ότι η αρμόδια αρχή ΕΠΕ ενημερώνει το Υπουργείο Περιβάλλοντος, το οποίο είναι υπεύθυνο για τον συντονισμό με άλλα ενδιαφερόμενα κράτη.

Τα ενδιαφερόμενα κράτη ενημερώνονται για το έργο που εκκρεμεί και τους παρέχονται πληροφορίες σχετικά με τις διασυνοριακές επιπτώσεις του καθώς και τη διαδικασία αξιολόγησης και συναίνεσης. Αυτό γενικά περιλαμβάνει μεταφράσεις τουλάχιστον στον βαθμό που απαιτείται για την κατανόηση του υπό εξέταση θέματος, καθώς και πληροφορίες σχετικά με πιθανές δημόσιες ακροάσεις στη χώρα προορισμού ή στη Φινλανδία. Προβλέπεται προθεσμία για τις αρχές και το κοινό προκειμένου να ενημερώνουν το Υπουργείο όσον αφορά την επιθυμία τους να συμμετέχουν στη διαδικασία αξιολόγησης. Η δημόσια διαβούλευση που αντιστοιχεί με την εθνική διαδικασία ΕΠΕ διενεργείται στη συνέχεια στη γειτονική χώρα, συνήθως από μια αρχή επαφής που ανήκει στο εν λόγω κράτος. Το γεωγραφικό πεδίο της κοινοποίησης για τη διαβούλευση αυτή δεν καθορίζεται στον νόμο, αλλά δεν περιορίζεται ούτε το δικαίωμα υποβολής παρατηρήσεων. Ο κύριος του έργου αναλαμβάνει το κόστος των απαιτούμενων μεταφράσεων. Το Υπουργείο Περιβάλλοντος είναι επίσης αρμόδιο για τον συντονισμό της δημόσιας διαβούλευσης και για την κοινοποίηση των απόψεων των φινλανδών συμμετεχόντων σε περιπτώσεις όπου η Φινλανδία είναι πιθανόν να επηρεαστεί από ένα ξένο έργο.

Ο νόμος σχετικά με την εκτίμηση των περιβαλλοντικών επιπτώσεων ορισμένων σχεδίων και προγραμμάτων (Νόμος SEA 2005/200) περιλαμβάνει παρόμοιες διατάξεις όσον αφορά τη στρατηγική περιβαλλοντική εκτίμηση σχεδίων και προγραμμάτων.

Συνθήκες για τα σύνορα ή άλλες συμφωνίες μεταξύ κρατών σε συνδυασμό με την αντίστοιχη νομοθεσία μπορεί να περιλαμβάνει πιο λεπτομερείς διατάξεις σχετικά με τη διασυνοριακή διαδικασία αξιολόγησης (π.χ. συμφωνία μεταξύ της Εσθονίας και της Φινλανδίας για τη διασυνοριακή ΕΠΕ), καθώς και διατάξεις σχετικά με το έννομο συμφέρον και τη συμμετοχή σε περιβαλλοντικές υποθέσεις που δεν συνεπάγεται την ΕΠΕ (π.χ. η σύμβαση της Στοκχόλμης για την προστασία του περιβάλλοντος ή η Συνθήκη στα σύνορα μεταξύ Φινλανδίας και Σουηδίας).

Σύμφωνα με τον νόμο για την αυτονομία των νήσων Åland, το κράτος έχει κύρια νομοθετική εξουσία σε θέματα εξωτερικής πολιτικής. Παρά το γεγονός ότι ο περιφερειακός νόμος για την ΕΠΕ περιέχει ορισμένες διατάξεις σχετικά με την παροχή πληροφοριών σε περίπτωση διασυνοριακών επιπτώσεων, η διεθνής ακροαματική διαδικασία ορίζεται μέσω του Υπουργείου Περιβάλλοντος.

Όπως προαναφέρθηκε (ενότητα VII), οι αλλοδαπές ΜΚΟ έχουν το δικαίωμα προσφυγής σύμφωνα με τα ίδια κριτήρια που ισχύουν για τις εγχώριες ΜΚΟ. Από τη στιγμή που ορίζεται η παρουσία στο δικαστήριο, ισχύουν τα ίδια διαδικαστικά δικαιώματα (το αίτημα για λήψη ασφαλιστικών μέτρων, για παράδειγμα), ανεξαρτήτως εθνικότητας. Όσον αφορά τη νομική συνδρομή και τη γλώσσα, βλ. ανωτέρω (ενότητες XII και XV, αντίστοιχα).

Αν ένα έργο απαιτεί άδειες σε δύο (ή περισσότερες) χώρες, ιδιώτες ή ΜΚΟ μπορεί να θέλουν/πρέπει να προστατεύσουν τα συμφέροντά τους συμμετέχοντας στις διαδικασίες και στις δύο πλευρές των συνόρων. Όσον αφορά τις απαιτήσεις αδειοδότησης και λοιπές υποχρεώσεις δημοσίου δικαίου, οι ευκαιρίες να επιλέξουν σε ποια δικαιοδοσία να ενεργήσουν είναι συνήθως αρκετά περιορισμένες. Οι διασυνοριακές υποχρεώσεις αστικού δικαίου, από την άλλη πλευρά, διέπονται συνήθως από διμερείς ή πολυμερείς συνθήκες και την εθνική και ενωσιακή νομοθεσία που τις μεταφέρει. Για παράδειγμα, η σύμβαση για την προστασία του περιβάλλοντος μεταξύ της Δανίας, της Φινλανδίας, της Νορβηγίας και της Σουηδίας προβλέπει ότι οι αξιώσεις για ζημιές μπορούν να κατατεθούν στο αρμόδιο δικαστήριο του κράτους όπου πραγματοποιήθηκε η δυνητικά επιβλαβής δραστηριότητα.

Σχετικοί σύνδεσμοι [2]#_ftn2

Βάση FINLEX (νομοθεσία, παράγωγο δίκαιο, μεταφράσεις, νομολογία κλπ.):

Επιλεγμένη νομοθεσία (η σουηδική έκδοση μπορεί να αναζητηθεί μέσω του επακόλουθου συνδέσμου στη φινλανδική έκδοση· Επισημαίνεται ότι η αγγλική μετάφραση είναι ανεπίσημη και μπορεί να μην περιλαμβάνει τις τελευταίες τροποποιήσεις):

— constitution της Φινλανδίας (731/1999)

— Δαπάνες διοικητικής δικονομίας (434/2003)

— Τοπικό κυβερνητικής πράξης (γνωστός και ως Νόμος περί Δήμων· 365/1995

— act για τη διαφάνεια των δραστηριοτήτων της κυβέρνησης (621/1999)

Δικαστική διαδικασία — Δαπάνες διοικητικής πράξης (586/1996)

— Ομάδας του κώδικα πολιτικής δικονομίας (4/1734)

— Ποινική Δικονομίας (689/1997)

— Δικαστικά Aid Act (257/2002)

— act περί καταβολής αποζημίωσης για την υπερβολική διάρκεια των δικαστικών διαδικασιών (362/2009)

— Περιβάλλον Protection Act (86/2000)

— Νερό Act (587/2011)

— land χρήση και την οικοδομική δραστηριότητα (132/1999)

— nature διατήρηση Act (1096/1996)

Εκχύλιση — land Act (555/1981)

— mining Act (621/2011)

— act για την εκτίμηση των περιβαλλοντικών επιπτώσεων (468/1994)

— act, σχετικά με την αξιολόγηση των επιπτώσεων ορισμένων σχεδίων και προγραμμάτων στο περιβάλλον (200/2005):

— act για την αποκατάσταση ορισμένων περιβαλλοντικών ζημιών (383/2009)

— act για την αποκατάσταση περιβαλλοντικών ζημιών (737/1994)

— tort ευθύνης πράξη (412/1974)

— nordic σύμβαση για την προστασία του περιβάλλοντος (SopS 75/1976)

Λοιποί ιστότοποι

— Το φινλανδικό δικαστικό σύστημα (μεταξύ άλλων με πληροφορίες σχετικά με τις δικαστικές διαδικασίες και τη νομική συνδρομή, καθώς και δικτυακούς τόπους μεμονωμένων δικαστηρίων και άλλων γραφείων):

— Γραφείο του Κοινοβουλευτικού Διαμεσολαβητή:

— Γραφείο του Καγκελαρίου Δικαιοσύνης:

— ombudsman για τις μειονότητες

— Η φινλανδική περιβαλλοντική διαχείριση (συμπεριλαμβανομένων πληροφοριών σχετικά με την περιβαλλοντική νομοθεσία και τις διαδικασίες):

— ece-centers, Περιβάλλον και φυσικοί πόροι:

— rsa-authority (τόπος στην αγγλική γλώσσα υπό κατασκευή):

Μηχανή αναζήτησης δικηγόρων — bar σύνδεσης:

— finnish Ένωση για τη διατήρηση της φύσης:

— wwf Φινλανδίας (στη φινλανδική γλώσσα):

— finnish Ένωση για τη φύση και το περιβάλλον:

— birdlife Φινλανδία:

Νήσοι Åland

— act για την αυτονομία των νήσων Åland (1144/1991).

— περιφερειακή νομοθεσία των Νήσων Åland (μόνο στη σουηδική γλώσσα):

ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΕΣ και προστασία της υγείας — αρχή των Νήσων Åland (μόνο στη σουηδική γλώσσα):

— Περιβαλλοντική υπηρεσία της περιφερειακής κυβέρνησης των Νήσων Åland (μόνο στη σουηδική γλώσσα):

— ålands Natur och Miljö (ΜΚΟ, τόπος στη σουηδική γλώσσα):



 

#_ftnref1[1] Σε αυτήν την κατηγορία πρέπει να συμπεριλαμβάνονται όλα τα πιθανά ενδιαφερόμενα μέρη που δεν καλύπτονται από τις προηγούμενες γραμμές, π.χ. έχουν οι αρμόδιες αρχές καθεστώς διαδίκου κατά αποφάσεων άλλων αρμόδιων αρχών;

#_ftnref2[2] Παρακαλούμε να παράσχετε συνδέσμους για το ακόλουθο περιεχόμενο:

  • εθνική νομοθεσία σχετικά με την πρόσβαση στη δικαιοσύνη για περιβαλλοντικά θέματα (στην επίσημη γλώσσα (-ες) της χώρας ή στην αγγλική, αλλά κατά προτίμηση και στις δύο)
  • κατάλογοι και μητρώα περιβαλλοντικών εμπειρογνωμόνων διαθέσιμα στο κοινό
  • κατάλογοι και μητρώα περιβαλλοντικών δικηγόρων διαθέσιμα στο κοινό
  • Δικηγορικοί σύλλογοι
  • γραφεία περιβαλλοντικού δικαίου που προσφέρουν δωρεάν υπηρεσίες
  • Κατάλογος εθνικών και διεθνών ΜΚΟ που λειτουργούν στη χώρα, οι οποίες δραστηριοποιούνται στην πρόσβαση στη δικαιοσύνη για περιβαλλοντικά θέματα
  • γραφεία διαμεσολαβητών, εισαγγελικές αρχές
  • πληροφορίες σχετικά με την πρόσβαση στη δικαιοσύνη για περιβαλλοντικά ζητήματα παρέχονται στο κοινό με καθορισμένο και προσβάσιμο τρόπο

Αυτόματη μετάφραση του περιεχομένου. Ο ιδιοκτήτης της σελίδας αυτής δεν αποδέχεται καμία ευθύνη για την ποιότητα αυτής της μετάφρασης, που έγινε από μηχανή.

Τελευταία επικαιροποίηση: 14/09/2016