Затваряне

БЕТА ВЕРСИЯТА НА ПОРТАЛА ВЕЧЕ Е НА РАЗПОЛОЖЕНИЕ!

Посетете БЕТА версията на Европейския портал за електронно правосъдие и дайте мнение за вашето посещение!

 
 

Навигационна пътека

  • Начало
  • Достъп до правосъдие по въпроси на околната среда

menu starting dummy link

Page navigation

menu ending dummy link

Πρόσβαση στη δικαιοσύνη για περιβαλλοντικά θέματα - Λεττονία

Тази страница е машинно преведена и качеството ѝ не може да бъде гарантирано.

Качеството на този превод е оценено като: средно

Мислите ли, че този превод е полезен?


  1. Συνταγματικά θεμέλια
  2. Δικαιοσύνη
  3. #II
  4. Πρόσβαση σε πληροφορίες — υποθέσεις σχετικές με το περιβάλλον
  5. Πρόσβαση στη δικαιοσύνη και συμμετοχή του κοινού
  6. Πρόσβαση στη δικαιοσύνη κατά πράξεων ή παραλείψεων
  7. Άλλα μέσα πρόσβασης στη δικαιοσύνη
  8. Ιδιότητα διαδίκου
  9. Νομική εκπροσώπηση
  10. Αποδεικτικά στοιχεία
  11. Προσωρινά μέτρα
  12. Επί των δικαστικών εξόδων
  13. Μηχανισμοί οικονομικής συνδρομής
  14. Επικαιρότητα
  15. Άλλα θέματα
  16. Αλλοδαποί
  17. Διασυνοριακές υποθέσεις

I. Συνταγματικά θεμέλια

Σύμφωνα με το Σύνταγμα της Λετονίας (Satversme), το κράτος προστατεύει το δικαίωμα όλων να ζουν σε ευνοϊκό περιβάλλον, παρέχοντας πληροφορίες σχετικά με τις περιβαλλοντικές συνθήκες και προωθώντας τη διατήρηση και βελτίωση του περιβάλλοντος. Το συνταγματικό δικαίωμα περιλαμβάνει:

1) τη διαδικαστική πτυχή: το δικαίωμα του κοινού για πρόσβαση σε περιβαλλοντικές πληροφορίες και για συμμετοχή στη λήψη αποφάσεων σε περιβαλλοντικές υποθέσεις,

2) την ουσιαστική πτυχή: το δικαίωμα του κοινού να ζητά από δημόσιες αρχές ή ιδιωτικά πρόσωπα τον τερματισμό ενεργειών ή παραλείψεων που επηρεάζουν αρνητικά την ποιότητα του περιβάλλοντος, προκαλούν βλάβη ή συνιστούν απειλή βλάβης ως προς την ανθρώπινη υγεία ή ζωή, ή άλλα νόμιμα δικαιώματα.

Οι συνταγματικές διατάξεις μπορούν να εφαρμόζονται απευθείας τόσο στις διοικητικές όσο και στις δικαστικές διαδικασίες. Οι πολίτες μπορούν να επικαλεστούν τις διατάξεις σε οποιοδήποτε στάδιο των διοικητικών ή δικαστικών διαδικασιών.

Το διεθνές δίκαιο, συμπεριλαμβανομένης της Σύμβασης του Aarhus, μπορεί επίσης να εφαρμόζεται απευθείας από τα διοικητικά όργανα και τα δικαστήρια. Σε περίπτωση σύγκρουσης μεταξύ νομικού κανόνα του διεθνούς δικαίου και κανόνα του δικαίου της Λετονίας ίσης νομικής ισχύος, πρέπει να εφαρμόζεται ο νομικός κανόνας του διεθνούς δικαίου.

ΙΙ. Δικαιοσύνη

Το δικαστικό σύστημα της Λετονίας απαρτίζεται από δικαστήρια τριών βαθμίδων.

Η πρώτη βαθμίδα αποτελείται από 34 επαρχιακά (δημοτικά) δικαστήρια για αστικές και ποινικές υποθέσεις, καθώς και από 5 επαρχιακά διοικητικά δικαστήρια που βρίσκονται σε διαφορετικές πόλεις, καλύπτοντας το σύνολο της επικράτειας της Λετονίας.

Η δεύτερη βαθμίδα αποτελείται από 5 περιφερειακά δικαστήρια για αστικές και ποινικές υποθέσεις και ένα περιφερειακό διοικητικό δικαστήριο για διοικητικές υποθέσεις. Τα περιφερειακά δικαστήρια λειτουργούν ως εφετεία σε αστικές, ποινικές και διοικητικές υποθέσεις οι οποίες εκδικάσθηκαν από επαρχιακά δικαστήρια. Τα περιφερειακά δικαστήρια έχουν τη δικαιοδοσία να λειτουργούν ως πρωτοβάθμια δικαστήρια σε συγκεκριμένες κατηγορίες υποθέσεων που προβλέπει το δικονομικό δίκαιο.

Το Ανώτατο Δικαστήριο είναι το τριτοβάθμιο δικαστήριο. Αποτελείται από:

1) το τμήμα αστικών υποθέσεων και το τμήμα ποινικών υποθέσεων, το οποίο λειτουργεί ως εφετείο σε αστικές και ποινικές υποθέσεις οι οποίες εκδικάσθηκαν από πρωτοβάθμια περιφερειακά δικαστήρια·

2) τη Γερουσία, η οποία απαρτίζεται από τρία τμήματα και λειτουργεί ως ακυρωτικό δικαστήριο σε αστικές, ποινικές και διοικητικές υποθέσεις.

Η επανεξέταση αστικών, ποινικών και διοικητικών υποθέσεων διεξάγεται κατά κανόνα από δικαστήρια και των τριών βαθμίδων. Ωστόσο, η επανεξέταση συγκεκριμένων κατηγοριών αστικών και διοικητικών υποθέσεων διεξάγεται από δικαστήρια δύο μόνο βαθμίδων. Οι εν λόγω εξαιρέσεις ορίζονται από τον νόμο περί διοικητικής διαδικασίας για αστικές μικροδιαφορές, καθώς και από ειδικούς νόμους που διέπουν διοικητικές διαδικασίες, όπως τις αιτήσεις των πολιτών για πληροφορίες ή τη σύναψη δημοσίων συμβάσεων. Υπάρχουν αρκετοί τύποι υποθέσεων οι οποίες εκδικάζονται από δικαστήριο μίας μόνο βαθμίδας (για παράδειγμα, υποθέσεις αιτούντων άσυλο).

Το δίκαιο της Λετονίας προβλέπει διαδικασίες σχετικά με διοικητικά αδικήματα (παραβάσεις). Σε περίπτωση που ένα άτομο διαπράξει αδίκημα ήσσονος σημασίας το οποίο περιλαμβάνεται στον κώδικα διοικητικών αδικημάτων, η ποινή επιβάλλεται από διοικητικό όργανο. Υπάρχει η δυνατότητα άσκησης προσφυγής κατά των ποινών που επιβλήθηκαν από διοικητικά όργανα ενώπιον επαρχιακών (δημοτικών) δικαστηρίων, τα οποία είναι δικαστήρια για αστικές και ποινικές υποθέσεις. Υπάρχει η δυνατότητα άσκησης προσφυγής ενώπιον περιφερειακών δικαστηρίων κατά υποθέσεων που εκδικάσθηκαν από δικαστές επαρχιακών (δημοτικών) δικαστηρίων. Οι αποφάσεις των περιφερειακών δικαστηρίων είναι οριστικές και δεν μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο προσφυγής.

Οι υποθέσεις εκδικάζονται από επαγγελματίες δικαστές, οι οποίοι είναι ανεξάρτητοι και υπόκεινται μόνο στον νόμο. Η εκδίκαση των υποθέσεων γίνεται δημοσία, με εξαιρέσεις που αποσκοπούν μόνο στην προστασία της ιδιωτικής ζωής ή άλλων σημαντικών αξιών που προστατεύονται από τον νόμο. Εάν το Δικαστήριο, σύμφωνα με τον νόμο, διεξάγει γραπτές διαδικασίες οι δικαστικές αποφάσεις γνωστοποιούνται στο κοινό.

Η γλώσσα στα δικαστήρια είναι η λετονική. Οι διάδικοι που δεν έχουν επαρκή γνώση της επίσημης γλώσσας, μπορούν να συμμετέχουν στις διαδικασίες με τη βοήθεια ενός διερμηνέα. Το δικαστήριο παρέχει διερμηνέα στις περιπτώσεις που προβλέπει το δικονομικό δίκαιο.

Στη Λετονία δεν υπάρχουν ειδικευμένα δικαστήρια.

Υποθέσεις που αφορούν τη συμφωνία των νόμων με το Σύνταγμα ή τη συμφωνία άλλων κανονιστικών πράξεων με κανόνες υπέρτερης ισχύος επανεξετάζονται από το Συνταγματικό Δικαστήριο. Υπάρχει η δυνατότητα συνταγματικής προσφυγής, δηλαδή οι πολίτες μπορούν να ασκήσουν προσφυγή εφόσον θεωρούν ότι μια κανονιστική πράξη παραβιάζει θεμελιώδη δικαιώματά τους τα οποία προστατεύονται από το Σύνταγμα. Υπάρχει η δυνατότητα συνταγματικής προσφυγής μόνο εφόσον τα τακτικά ένδικα μέσα (διοικητικά όργανα, δικαστήρια γενικής αρμοδιότητας) εξαντληθούν.

Δεν υφίστανται ειδικευμένα δικαστήρια ή οιονεί δικαστήρια που αναλαμβάνουν περιβαλλοντικές υποθέσεις.

Σε περίπτωση που ένα πρόσωπο θεωρεί ότι μια διοικητική απόφαση ή ενέργεια, καθώς και παράλειψη, παραβιάζει τον νόμο για την προστασία του περιβάλλοντος και της φύσης ή ενδέχεται να προκαλέσει ζημιά στο περιβάλλον, μπορεί να ασκήσει προσφυγή στο Δικαστήριο. Καθώς τα περιβαλλοντικά ζητήματα διευθετούνται κατά κανόνα βάσει διοικητικών αποφάσεων (άδειες οικοδομής, άδειες χρήσης υδάτινων πόρων, άδειες ρύπανσης κτλ.), οι εν λόγω διαφορές συνήθως επανεξετάζονται από τα διοικητικά δικαστήρια. Η άσκηση του δικαιώματος προσφυγής ενώπιον δικαστηρίου δεν μπορεί να επιφέρει δυσμενείς συνέπειες για τον ενάγοντα, συμπεριλαμβανομένων συνεπειών που εμπίπτουν στο ιδιωτικό δίκαιο.

Στις αστικές διαδικασίες ο πολίτης μπορεί να προβάλει αξίωση αποζημίωσης από οποιοδήποτε πρόσωπο, σε περίπτωση που το εν λόγω πρόσωπο έχει παραβιάσει, μεταξύ άλλων, κανονισμούς που αφορούν περιβαλλοντικά ζητήματα και κατά συνέπεια προκάλεσε ζημία στον ενάγοντα. Οι δημόσιες αρχές, ενεργώντας εκ μέρους του κράτους, μπορούν να προβάλουν αξίωση αποζημίωσης για περιβαλλοντική ζημιά.

Οι πολίτες που κατέχουν πληροφορίες σχετικά με ποινικά αδικήματα που ενδέχεται να προκαλέσουν περιβαλλοντική ζημιά, οφείλουν να ενημερώσουν οποιονδήποτε αξιωματούχο ή φορέα με αρμοδιότητα να διεξάγει ποινικές διαδικασίες (αστυνομία, εισαγγελική αρχή).

Δεν υπάρχει δυνατότητα επιλογής όσον αφορά τα διοικητικά δικαστήρια. Σε αστικές υποθέσεις υπάρχει η δυνατότητα επιλογής δικαστηρίου: Γενικά, η αγωγή πρέπει να ασκηθεί ενώπιον δικαστηρίου σύμφωνα με τον τόπο κατοικίας του εναγομένου (για φυσικά πρόσωπα) ή τη νόμιμη διεύθυνση του εναγομένου (για νομικά πρόσωπα)· Ωστόσο, σε ειδικές περιπτώσεις, το δίκαιο πολιτικής δικονομίας προβλέπει εναλλακτική δικαιοδοσία σύμφωνα με την επιλογή του ενάγοντα ή σύμφωνα με τις συμβατικές διατάξεις, εφόσον υπάρχουν (βλέπε κατά τόπον αρμοδιότητα).Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροhttp://ec.europa.eu/civiljustice/jurisdiction_courts/jurisdiction_courts_lat_en.htm#B.II.

Κατά την προσφυγή κατά διοικητικών αποφάσεων ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου, ο ενάγων μπορεί να ζητήσει από το Δικαστήριο:

1) να αναστείλει ή να ακυρώσει (στο σύνολό της ή εν μέρει) ή να κηρύξει παράνομη την προσβαλλόμενη απόφαση. Σε περίπτωση που γίνει δεκτή η προσφυγή, το Δικαστήριο μπορεί επιπλέον, εάν το κρίνει απαραίτητο, να υποχρεώσει το διοικητικό όργανο να άρει τις συνέπειες της διοικητικής απόφασης,

2) να κηρύξει ως ενέργειες που έχουν ήδη πραγματοποιηθεί ή πρόκειται να πραγματοποιηθούν και να αρθούν οι συνέπειές τους παράνομα·

3) να υποχρεώσει το διοικητικό όργανο να εκδώσει ευνοϊκή απόφαση,

4) να κηρύξει ως υφιστάμενες ή μη υφιστάμενες συγκεκριμένες προσβαλλόμενες έννομες σχέσεις,

5) να διατάξει σύναψη δημόσιας σύμβασης, να τερματίσει μια δημόσια σύμβαση, να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις που προκύπτουν από μια δημόσια σύμβαση, ή να αποφανθεί ότι οι σχετικές υποχρεώσεις εκπληρώθηκαν.

Υπάρχει η δυνατότητα προσφυγής κατά της παραβίασης διαδικαστικών κανόνων ακόμα και σε περίπτωση που ο ενάγων είναι ικανοποιημένος με την τελική απόφαση, ωστόσο στη συγκεκριμένη περίπτωση θα πρέπει να αποδείξει την ουσιαστική παραβίαση των δικαιωμάτων του, ώστε να έχει νομιμότητα διαδίκου.

Σε περίπτωση που ένα πρόσωπο θεωρεί ότι μία διοικητική απόφαση, ενέργεια ή παράλειψη έχει προκαλέσει οικονομική απώλεια ή προσωπική βλάβη (συμπεριλαμβανομένης ηθικής βλάβης), μπορεί να προβάλει αξίωση αποζημίωσης ενώπιον διοικητικού δικαστηρίου. Η αξίωση αποζημίωσης μπορεί να συμπεριληφθεί στη γραπτή προσφυγή κατά της διοικητικής απόφασης, ή, σε περίπτωση που δεν υποβάλλεται παράλληλα με την προσφυγή κατά της διοικητικής απόφασης, μπορεί να υποβληθεί ξεχωριστή αξίωση αποζημίωσης μετά την παραλαβή της οριστικής απόφασης σχετικά με τη μη νομιμότητα της απόφασης (ενέργειας).

Το διοικητικό δικαστήριο μπορεί να ακυρώσει την προσβληθείσα απόφαση (στο σύνολό της ή εν μέρει), χωρίς να έχει ωστόσο την αρμοδιότητα να τροποποιήσει το περιεχόμενο της απόφασης με δική του πρωτοβουλία, για παράδειγμα να αλλάξει τους όρους μιας άδειας οικοδομής. Σε κάποιες περιπτώσεις ο νόμος επιτρέπει στο Δικαστήριο να τροποποιήσει την προσβληθείσα απόφαση, ωστόσο δεν υφίστανται ανάλογες διατάξεις στους περιβαλλοντικούς κανονισμούς.

Οι περιβαλλοντικές υποθέσεις εξετάζονται με βάση τους ίδιους διαδικαστικούς κανόνες όπως στις υπόλοιπες διοικητικές υποθέσεις. Εντούτοις, κάποιες κανονιστικές πράξεις που αφορούν περιβαλλοντικά ζητήματα προβλέπουν ειδικούς κανόνες προσφυγής κατά συγκεκριμένων περιβαλλοντικών αποφάσεων. Για παράδειγμα, οι πολίτες μπορούν να ασκήσουν ένσταση κατά των όρων μιας άδειας για ρυπαίνουσες δραστηριότητες καθόλη την περίοδο ισχύος της, το οποίο διαφοροποιείται σημαντικά από τον γενικό κανόνα που ορίζει ότι προσφυγές κατά οποιασδήποτε απόφασης υποβάλλονται εντός ενός μηνός από την ημερομηνία που η απόφαση τίθεται σε ισχύ.

Το διοικητικό δικαστήριο ερευνά την υπόθεση με βάση τα όσα καταγγέλλει ο ενάγων. Το Δικαστήριο δεν μπορεί αυτεπαγγέλτως να αλλάξει την καταγγελία ή να εξετάσει αποφάσεις κατά των οποίων δεν ασκήθηκε γραπτή προσφυγή από τον ενάγοντα. Ωστόσο, εντός των συγκεκριμένων τυπικών ορίων, το Δικαστήριο είναι ελεύθερο να εξετάσει την απόφαση στο σύνολό της: Σύμφωνα με την αρχή της αμερόληπτης έρευνας, η εξακρίβωση των πραγματικών γεγονότων που οδήγησαν στην έκδοση της συγκεκριμένης απόφασης και η ορθή εφαρμογή του νόμου είναι εντός της αρμοδιότητας του Δικαστηρίου. Επιπλέον, το Δικαστήριο μπορεί αυτεπαγγέλτως να υποβάλει προσφυγή στο Συνταγματικό Δικαστήριο ή να ζητήσει από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο την έκδοση προδικαστικής απόφασης.

Το Δικαστήριο μπορεί να εκδώσει την αποκαλούμενη συμπληρωματική απόφαση, εφόσον κατά την εκδίκαση της υπόθεσης διαπιστώσει γεγονότα που υποδηλώνουν πιθανή παράβαση του νόμου, η οποία δεν ερευνήθηκε άμεσα στο πλαίσιο της συγκεκριμένης υπόθεσης. Η συμπληρωματική απόφαση κοινοποιείται εν συνεχεία στον αρμόδιο φορέα ή στην εισαγγελική αρχή. Τα δικαστήρια ενίοτε ενημερώνουν μέσω των συμπληρωματικών αποφάσεων το Κοινοβούλιο ή τον εκτελεστικό κλάδο (υπουργεία, υπουργικό συμβούλιο) σχετικά με την έλλειψη νομοθετικών ρυθμίσεων ή άλλα ζητήματα που πρέπει να διευθετηθούν μέσω νομοθεσίας.

ΙΙΙ. Πρόσβαση σε πληροφορίες — υποθέσεις σχετικές με το περιβάλλον

Κάθε πρόσωπο το οποίο έχει ζητήσει περιβαλλοντικές πληροφορίες από δημόσια αρχή και θεωρεί ότι η αίτησή του για παροχή πληροφοριών αγνοήθηκε ή απορριφθεί (εν μέρει ή πλήρως), ή μια κατάλληλη απάντηση δεν έχουν ληφθεί, ή δικαιωμάτων σε περιβαλλοντικές πληροφορίες έχει με άλλο τρόπο παραβιαστεί, δικαιούται να ασκήσει προσφυγή κατά παραλείψεως ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου.

Σε περίπτωση που η αρχή αρνηθεί να αποκαλύψει τις αιτούμενες πληροφορίες, οφείλει να αιτιολογήσει γραπτώς την απόφαση αυτή, δίνοντας πληροφορίες σχετικά με τα ένδικα μέσα που διατίθενται για τη συγκεκριμένη περίπτωση, δηλαδή το όργανο ενώπιον του οποίου πρέπει να υποβληθεί η προσφυγή, καθώς και την προθεσμία υποβολής.

Σύμφωνα με τον νόμο περί ελευθερίας της πληροφόρησης, η απάντηση του οργάνου ή η παράλειψη απάντησης μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο προσφυγής ενώπιον ανώτερου διοικητικού οργάνου και εν συνεχεία ενώπιον του επαρχιακού διοικητικού δικαστηρίου.

Η προσφυγή πρέπει να υποβάλλεται εντός ενός μηνός από την έκδοση της απάντησης, ή εντός ενός έτους για τις υποθέσεις που αφορούν παράλειψη απάντησης ή όταν η διαδικασία υποβολής προσφυγών δεν έχει αποσαφηνιστεί στη γραπτή απάντηση. Σε περίπτωση που υφίσταται ανώτερο διοικητικό όργανο, η προσφυγή στο εν λόγω όργανο είναι υποχρεωτική. Η προσφυγή πρέπει να υποβάλλεται είτε γραπτώς είτε προφορικώς στο όργανο που εξέδωσε (ή όφειλε να εκδώσει) την απάντηση. Σε περίπτωση που η προσφυγή υποβάλλεται προφορικά, το όργανο πρέπει να τη συντάξει άμεσα γραπτώς και ο ενάγων να την υπογράψει. Η προσφυγή πρέπει να προωθηθεί σε ανώτερο όργανο ώστε να ερευνηθεί. Αν δεν υφίσταται ανώτερο όργανο ή αν το ανώτερο όργανο είναι το Υπουργικό Συμβούλιο, η προσφυγή κατά της απάντησης (ή της παράλειψης απάντησης) πρέπει να υποβληθεί άμεσα στο επαρχιακό διοικητικό δικαστήριο.

Η προσφυγή μπορεί επίσης να υποβληθεί ηλεκτρονικά μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, ωστόσο στην περίπτωση αυτή πρέπει να είναι υπογεγραμμένη με ηλεκτρονική υπογραφή.

Το κρατικό τέλος των 20 λατς Λετονίας (LVL). 29 EUR) πρέπει να καταβληθούν πριν από την υποβολή της προσφυγής στο επαρχιακό διοικητικό δικαστήριο. Αυτό μπορεί να γίνει μέσω τράπεζας. Το Δικαστήριο, λαμβάνοντας υπόψη την οικονομική κατάσταση ενός φυσικού προσώπου, μπορεί να μειώσει το ποσό του τέλους ή να απαλλάξει το εν λόγω πρόσωπο από την υποχρέωση καταβολής τέλους.

Κάθε πρόσωπο έχει το δικαίωμα συμμετοχής στις διαδικασίες με τη συνδρομή εκπροσώπου ή μέσω εκπροσώπου. Δεν υφίστανται κανόνες που να καθιστούν υποχρεωτική τη συμμετοχή δικηγόρου σε δικαστικές διαδικασίες (συμπεριλαμβανομένων ακυρωτικών διαδικασιών).

Κατά τη διάρκεια της εξέτασης της υπόθεσης και εφόσον κριθεί απαραίτητο, το Δικαστήριο έχει πρόσβαση στις πληροφορίες των οποίων η προσβασιμότητα αποτελεί το αντικείμενο διαμάχης.

Το δικαστήριο θα υποχρεώσει το όργανο να αποκαλύψει τις αιτούμενες πληροφορίες στον ενάγοντα, εφόσον κρίνει ότι οι αιτίες άρνησης παροχής πληροφοριών δεν είναι επαρκώς τεκμηριωμένες. Ακόμα και αν συντρέχουν λόγοι για τους οποίους η πρόσβαση στις αιτούμενες πληροφορίες πρέπει να είναι περιορισμένη, το όργανο θα υποχρεωθεί να αποκαλύψει το μέρος των πληροφοριών που μπορεί να αποκαλυφθεί.

IV. Πρόσβαση στη δικαιοσύνη και συμμετοχή του κοινού

Η εξέταση περιβαλλοντικών υποθέσεων από διοικητικά όργανα διεξάγεται με βάση τους ίδιους διαδικαστικούς κανόνες όπως στις υπόλοιπες διοικητικές υποθέσεις. Ο νόμος περί διοικητικής διαδικασίας ρυθμίζει τη διαδικασία, λαμβάνοντας υπόψη τις εξαιρέσεις και τους διαφορετικούς κανόνες που περιλαμβάνονται στον νόμο για την προστασία του περιβάλλοντος ή ειδικές κανονιστικές πράξεις που αφορούν περιβαλλοντικά ζητήματα, όπως για παράδειγμα τον νόμο για την εκτίμηση των περιβαλλοντικών επιπτώσεων.

Οι διαδικασίες ενώπιον διοικητικών οργάνων διεξάγονται στη λετονική γλώσσα, με δυνατότητα υποβολής της προσφυγής σε ξένη γλώσσα, κατ’ εξαίρεση, μόνο σε επείγουσες περιπτώσεις.

Οι διοικητικές διαδικασίες είναι δωρεάν, με εξαιρέσεις που προβλέπει ο νόμος. Εάν το ίδρυμα (ή κατά συνέπεια, το δικαστήριο) διαπιστώσει ότι το πρόσωπο (αποδέκτης της απόφασης, για φυσικά πρόσωπα μόνο) βρίσκεται σε δυσχερή οικονομική κατάσταση και ότι η συγκεκριμένη διοικητική υπόθεση είναι πολύπλοκη, μπορεί να αποφασίσει η αμοιβή του εκπροσώπου του εν λόγω προσώπου, που υπόκειται σε περιορισμούς, να καλυφθεί μέσω του κρατικού προϋπολογισμού.

Το δικαίωμα συμμετοχής σε διοικητικές διαδικασίες αναγνωρίζεται τόσο σε φυσικά όσο και νομικά πρόσωπα (συμπεριλαμβανομένων μη κυβερνητικών οργανώσεων), καθώς και σε συλλόγους φυσικών ή νομικών προσώπων. Ένα πρόσωπο έχει το δικαίωμα συμμετοχής στις διαδικασίες είτε αυτοπροσώπως, είτε με την συνδρομή εκπροσώπου ή μέσω εκπροσώπου.

Η συλλογή όλων των σχετικών με την υπόθεση πληροφοριών αποτελεί υποχρέωση του αρμόδιου διοικητικού οργάνου. Ωστόσο, όλα τα πρόσωπα οφείλουν να διαθέτουν τυχόν πληροφορίες και αποδεικτικά στοιχεία που έχουν στην κατοχή τους.

Οι διάδικοι έχουν το δικαίωμα πρόσβασης στα έγγραφα της δικογραφίας, καθώς και το δικαίωμα νομότυπης ακροάσεως ενώπιον του οργάνου που θα λάβει την απόφαση. Στις περιβαλλοντικές υποθέσεις τα διαδικαστικά δικαιώματα ρυθμίζονται από λεπτομερείς διαδικαστικούς κανόνες του νόμου για την προστασία του περιβάλλοντος (για περιβαλλοντικές υποθέσεις γενικά), καθώς και από άλλες κανονιστικές πράξεις που αφορούν συγκεκριμένα ζητήματα του περιβαλλοντικού δικαίου, όπως τη διαδικασία εκτίμησης περιβαλλοντικών επιπτώσεων.

Σε γενικές γραμμές, τα διοικητικά όργανα πρέπει να εκδικάζουν τις υποθέσεις εντός ενός μηνός από την παραλαβή της προσφυγής. Πρέπει να σημειωθεί ότι αρκετές κανονιστικές πράξεις σχετικά με το περιβάλλον ορίζουν διαφορετικές προθεσμίες. Το όργανο μπορεί να επεκτείνει την προθεσμία εφόσον είναι απαραίτητο για τη λήψη ορθής οριστικής απόφασης. Σε επείγουσες περιπτώσεις, το ενδιαφερόμενο πρόσωπο μπορεί να ζητήσει την άμεση έκδοση της απόφασης από το όργανο.

Εάν το πρόσωπο θεωρήσει την απόφαση του διοικητικού οργάνου παράνομη ή μη ικανοποιητική, μπορεί να ασκηθεί προσφυγή κατά της απόφασης σε ανώτερο διοικητικό όργανο εντός ενός μηνός από της θέσεως σε ισχύ της απόφασης, ή εντός ενός έτους από της θέσεως σε ισχύ της αποφάσεως εάν πληροφορίες σχετικά με τις διαδικασίες που εφαρμόζονται στις αιτήσεις αναιρέσεως δεν έχει συμπεριληφθεί στη γραπτή απόφαση. Η προσφυγή πρέπει να υποβληθεί είτε γραπτώς είτε προφορικώς στο όργανο που εξέδωσε την απόφαση και να προωθηθεί για εξέταση σε ανώτερο όργανο.

Η προσφυγή ενώπιον ανώτερου διοικητικού οργάνου είναι υποχρεωτική, με εξαίρεση τις περιπτώσεις στις οποίες δεν υφίσταται ανώτερο όργανο ή το ανώτερο όργανο είναι το υπουργικό συμβούλιο. Το δικαστήριο θα απορρίψει την απευθείας προσφυγή αν το ενδιαφερόμενο πρόσωπο δεν αποδείξει ότι προσπάθησε να ασκήσει προσφυγή ενώπιον ανώτερου οργάνου.

Κατά την εξέταση της υπόθεσης, το δικαστήριο θα ερευνήσει τόσο τη διαδικαστική όσο και την ουσιαστική νομιμότητα της απόφασης.

Όσον αφορά τη διαδικαστική νομιμότητα, το Δικαστήριο μπορεί να ακυρώσει την απόφαση σε περίπτωση που συμπεράνει ότι το διοικητικό όργανο διέπραξε σοβαρά διαδικαστικά σφάλματα. Ιδιαίτερη προσοχή δίνεται συνήθως στα παρακάτω θέματα:

1) αν τα πρόσωπα που επηρεάζονται άμεσα από την απόφαση, καθώς και πρόσωπα που επιδεικνύουν ενδιαφέρον για θέματα περιβάλλοντος είχαν με δυνατότητα συμμετοχής στη λήψη αποφάσεων (δηλαδή, κατά πόσον υπήρξε έγκαιρη ενημέρωση σχετικά με την κίνηση της διαδικασίας λήψης αποφάσεων, κατά πόσον οι πολίτες είχαν τη δυνατότητα να εξοικειωθούν με το φάκελο, κατά πόσον οι πολίτες είχαν τη δυνατότητα ακροάσεως ενώπιον του οργάνου, το οποίο επίσης περιλαμβάνει το δικαίωμα παροχής πληροφοριών στο όργανο και έκφρασης γνώμης και προτάσεις)·

2) κατά πόσον το όργανο έλαβε γνώση όλων των απαραίτητων πληροφοριών (κατά πόσον το όργανο εξακρίβωσε όλα τα περιστατικά που αφορούν την υπόθεση, κατά πόσον έχει λάβει υπόψη του και σταθμίσει τα συμφέροντα διαφορετικών ατόμων και ομάδων),

3) κατά πόσον το όργανο παρείχε επαρκή και σαφή αιτιολόγηση και νομικούς ισχυρισμούς (με αναφορά σε νομικούς κανόνες) για την απόφαση.

Όσον αφορά την ουσιαστική νομιμότητα, το Δικαστήριο θα εξετάσει κατά πόσον η έκδοση της προσβαλλόμενης αποφάσεως ήταν νόμιμη, λαμβάνοντας υπόψη τα διαπιστωθέντα περιστατικά. Για παράδειγμα, κατά πόσον υπό συγκεκριμένες συνθήκες επιτρέπεται η έκδοση άδειας για τη λειτουργία μιας εξαιρετικά ρυπογόνου εγκατάστασης.

Σε περίπτωση που οι ενάγοντες διατηρούν εύλογες αμφιβολίες όσον αφορά τα ουσιαστικά και τεχνικά ευρήματα, το Δικαστήριο μπορεί να ελέγξει τα ευρήματα αυτά. Τα εν λόγω ζητήματα ανατίθενται συνήθως σε ανεξάρτητους πραγματογνώμονες, τα έξοδα των οποίων καλύπτονται μέσω του κρατικού προϋπολογισμού. Οι διάδικοι μπορούν επίσης να παρουσιάσουν γνωμοδοτήσεις πραγματογνωμόνων δικής τους επιλογής.

Το Δικαστήριο είναι αναρμόδιο μόνο σε δύο μόνο περιπτώσεις: Όταν το όργανο είχε την αποκαλούμενη διακριτική ευχέρεια (ευχέρεια που επιτρέπει την καλύτερη δυνατή επιλογή μεταξύ περισσότερων της μίας νόμιμων επιλογών), ή όταν το όργανο υπέβαλε αξιολόγηση η οποία, λόγω της φύσεώς της, εμπίπτει στις αρμοδιότητές του και δεν μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο προσφυγής ενώπιον δικαστηρίου.

Για παράδειγμα, το διοικητικό δικαστήριο δεν μπορεί να επανεξετάσει προσφυγές κατά κανονιστικών πράξεων, σχεδίων χωροθέτησης και σχεδίων χρήσης γης της τοπικής αυτοδιοίκησης. Τα παραπάνω μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο προσφυγής στο Συνταγματικό Δικαστήριο (βλέπε Κεφάλαιο ΙΙ).

Από το 2012, το διοικητικό δικαστήριο έχει την αρμοδιότητα να επανεξετάζει λεπτομερή σχέδια, τα οποία, εφόσον είναι απαραίτητο, περιγράφουν λεπτομερώς το περιεχόμενο των σχεδίων χωροθέτησης και χρήσης γης της τοπικής αυτοδιοίκησης (χωρικά σχέδια και τοπικά σχέδια) που αφορούν συγκεκριμένες εκτάσεις γης, καθώς θεωρούνται διοικητικές αποφάσεις γενικής φύσεως. Μπορεί να υποβληθεί προσφυγή κατά των λεπτομερών σχεδίων εντός ενός μηνός από την επίσημη δημοσίευση της έγκρισής τους. Μπορεί να υποβληθεί προσφυγή κατά των λεπτομερών σχεδίων από πρόσωπα που θίγονται από το σχέδιο ή πρόσωπα που δεν χορηγήθηκε συμμετοχής στη διαδικασία λήψης αποφάσεων που εγγυάται τα δικαιώματα των πολιτών, καθώς και πρόσωπα τα οποία θεωρούν ότι το σχέδιο δεν συμμορφώνονται προς τις απαιτήσεις της νομοθεσίας σχετικά με το περιβάλλον, προκαλεί περιβαλλοντική ζημία ή απειλή περιβαλλοντικής ζημίας. Πρέπει να υποβληθεί γραπτή προσφυγή με όλες τις ενστάσεις στο επαρχιακό διοικητικό δικαστήριο, στην οποία θα επισυνάπτονται όλα τα διαθέσιμα αποδεικτικά στοιχεία. Το δικαστήριο μπορεί επίσης αυτεπαγγέλτως να συγκεντρώσει τα απαραίτητα αποδεικτικά στοιχεία για την έκδοση απόφασης σχετικά με τη υπόθεση, συμπεριλαμβανομένων γνωμοδοτήσεων εμπειρογνωμόνων. Οι υποθέσεις εκδικάζονται με γραπτή διαδικασία. Ωστόσο το δικαστήριο διεξάγει προφορικές ακροάσεις, είτε με δική του απόφαση είτε σε περίπτωση που ο ενάγων, το τρίτο πρόσωπο που εμπλέκεται στη διαδικασία ή νομικοί φορείς που υπερασπίζονται τα δικαιώματα και τα έννομα συμφέροντα ιδιωτών, έχουν ζητήσει προφορική διαδικασία. Το διοικητικό όργανο (ο εναγόμενος) δεν έχει το δικαίωμα να ασκήσει ένσταση κατά της γραπτής διαδικασίας.

Κατά τη διαδικασία εκτίμησης περιβαλλοντικών επιπτώσεων (ΕΠΕ), το διοικητικό δικαστήριο μπορεί να επανεξετάσει αποφάσεις ελέγχου ΕΠΕ. Το πρόσωπο που σχεδιάζει να εκτελέσει την προγραμματισμένη δραστηριότητα μπορεί να ασκήσει προσφυγή κατά της απόφασης που καθιστά την ΕΠΕ υποχρεωτική. Μια απόφαση που καθιστά την ΕΠΕ μη υποχρεωτική δεν μπορεί να αποτελέσει άμεσα αντικείμενο προσφυγής ενώπιον δικαστηρίου, ωστόσο μπορεί να υποβληθεί σε έλεγχο κατά την επανεξέταση της πράξης που επιτρέπει την υλοποίηση του προγραμματισμένου έργου (για παράδειγμα, άδεια οικοδομής).

Οι αποφάσεις οριοθέτησης του πεδίου εφαρμογής ΕΠΕ και οι γνωμοδοτήσεις της αρμόδιας αρχής σχετικά με την έκθεση ΕΠΕ (οριστική απόφαση ΕΠΕ) δεν μπορούν να αναθεωρηθούν ξεχωριστά από το Δικαστήριο. Εντούτοις, το Δικαστήριο μπορεί να επανεξετάσει την τελική άδεια της προγραμματισμένης δραστηριότητας, και στο πλαίσιο αυτό, μπορεί να εξετάσει τις ενστάσεις που διατυπώθηκαν κατά της διαδικασίας ΕΠΕ και της οριστικής απόφασης ΕΠΕ.

Το δικαστήριο επανεξετάζει τόσο τη διαδικαστική όσο και την ουσιαστική νομιμότητα των αποφάσεων ΕΠΕ:

1) κατά πόσον τηρούνται οι ουσιώδεις διαδικαστικούς κανόνες σε σχέση με τα θιγόμενα πρόσωπα και τα πρόσωπα που έχουν συμφέροντα σε περιβαλλοντικά θέματα, με ιδιαίτερη έμφαση στην πρόσβαση σε περιβαλλοντικές πληροφορίες και το δικαίωμα συμμετοχής στη διαδικασία λήψης αποφάσεων, συμπεριλαμβανομένης της δυνατότητας υποβολής πληροφοριών, διατύπωσης απόψεων και προτάσεων, και τη στάση του οργάνου κατάφωρη προς τις εν λόγω απόψεις και προτάσεις·

2) αν έχει διενεργηθεί ΕΠΕ κατά τρόπο ώστε να παρέχονται επαρκής δυνατότητα συλλογής όλων των πληροφοριών σχετικά με τις δυνητικές επιπτώσεις της σχεδιαζόμενης δραστηριότητας στο περιβάλλον,

3) κατά πόσον η οριστική απόφαση ΕΠΕ βασίζεται σε αξιόπιστα ευρήματα και κατά πόσον περιλαμβάνει σαφή και επαρκή γραπτή αιτιολόγηση.

Το Δικαστήριο δεν μπορεί να κοινοποιήσει τις δικές του αποφάσεις και εκθέσεις σχετικά με τις επιπτώσεις της προγραμματισμένης δραστηριότητας, αντί εκείνων του διοικητικού οργάνου. Ωστόσο, το Δικαστήριο μπορεί να εντοπίσει σφάλματα περί των πραγματικών περιστατικών και σφάλματα κατά τη μελέτη της υπόθεσης, τα οποία οδήγησαν ή πιθανώς οδήγησαν σε εσφαλμένη οριστική απόφαση.

Προκειμένου να έχει νομιμότητα διαδίκου ενώπιον διοικητικού δικαστηρίου σε υποθέσεις χορήγησης οριστικής έγκρισης, το ενδιαφερόμενο πρόσωπο πρέπει να επικαλεστεί παραβίαση των δικαιωμάτων του (για παράδειγμα, εικαζόμενη παραβίαση δικαιωμάτων ιδιοκτησίας) ή περιβαλλοντικό συμφέρον. Το πρόσωπο που υποβάλει προσφυγή επικαλούμενο την προστασία του περιβάλλοντος θα πρέπει να αναφέρει τους λόγους για τους οποίους θεωρεί ότι η έγκριση της προγραμματισμένης δραστηριότητας, πιθανότατα λόγω εσφαλμένης διαδικασίας ΕΠΕ, δεν συμμορφώνεται με το περιβαλλοντικό δίκαιο ή ενδέχεται να προκαλέσει περιβαλλοντική ζημιά.

Κατά γενικό κανόνα, όταν μια προσφυγή υποβάλλεται ενώπιον ανώτερου διοικητικού οργάνου ή διοικητικού δικαστηρίου έχει ανασταλτικό αποτέλεσμα για την προσβληθείσα απόφαση. Δηλαδή, απαγορεύεται να αρχίσει η λειτουργία της προγραμματισμένης δραστηριότητας, για την έναρξη εργασιών κατασκευής, ή η έκδοση νέων αποφάσεων βάσει της προσβληθείσας. Ο νόμος για την εκτίμηση περιβαλλοντικών επιπτώσεων δεν προβλέπει καμία εξαίρεση. Το πρόσωπο που επιθυμεί να εκτελέσει την προγραμματισμένη (πλέον αναστέλλουσα) δραστηριότητα έχει το δικαίωμα να ζητήσει την επαναφορά της ισχύος της απόφασης. Το δικαστήριο θα αποφασίσει για την παροχή προσωρινής προστασίας, λαμβάνοντας υπόψη τόσο τη νομιμότητα της απόφασης (με συνοπτική διαδικασία, με την επιφύλαξη της οριστικής απόφασης) όσο και τη ζημιά που ενδέχεται να προκληθεί στα εμπλεκόμενα πρόσωπα και στο περιβάλλον.

Τα διοικητικά δικαστήρια μπορούν να επανεξετάσουν άδειες για εξαιρετικά ρυπογόνες βιομηχανικές και αγροτικές δραστηριότητες (αποφάσεις ΟΠΕΡ). Οποιοδήποτε πρόσωπο (φυσικό, νομικό, μη κυβερνητική οργάνωση) μπορεί να ασκήσει προσφυγή κατά αποφάσεων ΟΠΕΡ ενώπιον δικαστηρίου. Μεταξύ άλλων, ένα πρόσωπο μπορεί να υποβάλει προσφυγή εφόσον θεωρεί ότι το δικαίωμά του για πρόσβαση σε περιβαλλοντικές πληροφορίες ή για συμμετοχή στη διαδικασία λήψης αποφάσεων έχει παραβιαστεί.

Η προσφυγή πρέπει να υποβάλλεται σε ανώτερη αρχή (Κρατική περιβαλλοντική υπηρεσία). Κατά συνέπεια, πρέπει να υποβληθεί γραπτή προσφυγή στο επαρχιακό διοικητικό δικαστήριο, στην οποία θα αναφέρονται οι ενστάσεις και θα επισυνάπτονται όλα τα διαθέσιμα αποδεικτικά στοιχεία. Το δικαστήριο μπορεί επίσης αυτεπαγγέλτως να συγκεντρώσει τα απαραίτητα αποδεικτικά στοιχεία για την έκδοση απόφασης σχετικά με τη υπόθεση, συμπεριλαμβανομένων γνωμοδοτήσεων εμπειρογνωμόνων. Το δικαστήριο εκδικάζει την απόφαση με γραπτή διαδικασία, με εξαίρεση τις υποθέσεις όπου οι διάδικοι (πλην του διοικητικού οργάνου, τον εναγόμενο) έχουν αιτηθεί προφορική διαδικασία.

Το Δικαστήριο εξετάζει κατά πόσον η άδεια εκδόθηκε σύμφωνα με τους υποχρεωτικούς διαδικαστικούς κανόνες, όπου περιλαμβάνεται και η δυνατότητα για τα πρόσωπα που έχουν συμφέροντα σε όλες τις σχετικές πληροφορίες και να εξηγούνται σαφώς, καθώς και τη δυνατότητα των προσώπων που έχουν έννομο συμφέρον να υποβάλουν ενστάσεις, προτάσεις, καθώς και αποδείξεις ότι το όργανο έλαβε υπόψη τις ενστάσεις και προτάσεις τους.

Το Δικαστήριο μπορεί να ελέγξει τα στοιχεία που αιτιολογούν την έκδοση άδειας, όπως είναι για παράδειγμα οι πληροφορίες σχετικά με την προγραμματισμένη βιομηχανική δραστηριότητα, τα χαρακτηριστικά των εγκαταστάσεων, καθώς και οι πληροφορίες για τις τρέχουσες περιβαλλοντικές συνθήκες.

O ενάγων δεν είναι απαραίτητο να συμμετάσχει στη φάση δημόσιας ακρόασης της διαδικασίας ΟΠΕΡ ούτε να προβεί σε σχόλια κατά τη δημόσια διαβούλευση, προκειμένου να υποβάλει προσφυγή στο διοικητικό δικαστήριο.

Κατά κανόνα η προσφυγή ενώπιον ανώτερου διοικητικού οργάνου ή διοικητικού δικαστηρίου έχει ανασταλτικό αποτέλεσμα για την άδεια ΟΠΕΡ, δηλαδή δεν επιτρέπεται η έναρξη λειτουργίας της ρυπαίνουσας εγκατάστασης, εκτός αν το Δικαστήριο αποφανθεί ότι ισχύει εκ νέου η άδεια. Οι εν λόγω κανόνες εφαρμόζονται όταν ο ενάγων έχει υποβάλει προσφυγή εντός ενός μηνός από την ημερομηνία που άρχισε να ισχύει η απόφαση.

Ωστόσο, προβλέπεται μία εξαίρεση όσον αφορά ρυπαίνουσες δραστηριότητες για τις οποίες απαιτείται κατηγορίας Α είτε κατηγορίας Β άδεια. Σύμφωνα με τον νόμο περί ρύπανσης, κάθε άτομο μπορεί να υποβάλει προσφυγή σχετικά με τους όρους της άδειας καθόλη την περίοδο ισχύος της σχετικής άδειας. Τέτοιου είδους προσφυγές επιτρέπονται όταν η ρυπαίνουσα δραστηριότητα ενδέχεται να επηρεάσει αρνητικά είτε την ανθρώπινη υγεία ή το περιβάλλον, είτε τους στόχους σχετικά με την ποιότητα του περιβάλλοντος που ορίζονται από το περιβαλλοντικό δίκαιο ή άλλες κανονιστικές πράξεις. Σε αυτή την περίπτωση, η προσφυγή κατά της απόφασης δεν θα αναστείλει την ισχύ της άδειας.

V. Πρόσβαση στη δικαιοσύνη κατά πράξεων ή παραλείψεων

Σε περίπτωση που ένα πρόσωπο θεωρήσει ότι ένας ιδιώτης ή ένα νομικό πρόσωπο προκαλεί ζημιά ή ενδέχεται να προκαλέσει ζημιά στο περιβάλλον, δεν έχει το δικαίωμα να υποβάλει καταγγελία στο αστικό δικαστήριο, ούτε προσφυγή κατά των εν λόγω ενεργειών στο διοικητικό δικαστήριο. Μπορεί να προβάλει αξίωση αποζημίωσης για ζημιά που υπέστη το ίδιο, ωστόσο δεν έχει το δικαίωμα να προβάλει αξίωση αποζημίωσης για περιβαλλοντική ζημιά. Συνεπώς, αν ένα πρόσωπο θεωρεί ότι οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο, είτε με επικείμενη είτε με υλοποιηθείσα ενέργειά του, προκαλεί ή ενδέχεται να προκαλέσει ζημιά στο περιβάλλον, μπορεί να ενεργήσει με τους παρακάτω τρόπους:

1) σε περίπτωση που η εικαζόμενη επικίνδυνη δραστηριότητα διεξάγεται σύμφωνα με απόφαση διοικητικού οργάνου, το ενδιαφερόμενο πρόσωπο μπορεί να ασκήσει προσφυγή κατά της απόφασης ενώπιον ανώτερου διοικητικού οργάνου και εν συνεχεία ενώπιον διοικητικού δικαστηρίου, ή,

2) να υποβάλει προσφυγή στο εκάστοτε διοικητικό όργανο που έχει την αρμοδιότητα να προστατεύει το περιβάλλον και να προβαίνει στις κατάλληλες ενέργειες για τον τερματισμό της περιβαλλοντικής ζημιάς. Σε περίπτωση που το αρμόδιο διοικητικό όργανο αρνηθεί να δράσει, μπορεί να υποβληθεί προσφυγή κατά των αποφάσεων ή παραλείψεων του τελευταίου ενώπιον ανώτερου διοικητικού οργάνου και εν συνεχεία ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου. Στην προκειμένη περίπτωση, το ενδιαφερόμενο πρόσωπο μπορεί να ζητήσει από το Δικαστήριο να υποχρεώσει το αρμόδιο όργανο να λάβει μια απόφαση που θα στοχεύει στην προστασία του περιβάλλοντος. Για παράδειγμα, σε περίπτωση που ένα άτομο έχει κατασκευάσει παράνομα, χωρίς άδεια, μια οδό σε προστατευόμενη φυσική περιοχή, το ενδιαφερόμενο πρόσωπο μπορεί να ζητήσει από το αρμόδιο διοικητικό όργανο να υποχρεώσει το εν λόγω άτομο να κατεδαφίσει την κατασκευή, να επαναφέρει την περιοχή στην προηγούμενη κατάσταση και να καταβάλει αποζημίωση για σημαντική περιβαλλοντική ζημιά.

Η Κρατική Περιβαλλοντική Υπηρεσία είναι το αρμόδιο όργανο που διεξάγει τον κρατικό έλεγχο για την προστασία του περιβάλλοντος και τη χρήση φυσικών πόρων. Ασκεί τα καθήκοντά της μέσω 8 περιφερειακών περιβαλλοντικών συμβουλίων, καθώς και μέσω της Διοίκησης θαλάσσιων και εσωτερικών υδάτων, και του Κέντρου Ασφάλειας Ακτινοπροστασίας.

Υπάρχει η δυνατότητα προσφυγής κατά των αποφάσεων των περιφερειακών περιβαλλοντικών συμβουλίων σε ανώτερο διοικητικό όργανο, το οποίο στις περισσότερες περιπτώσεις είναι η Κρατική Περιβαλλοντική Υπηρεσία.

Η καταγγελία μπορεί να είναι είτε γραπτή είτε προφορική. Οι προφορικές καταγγελίες καταγράφονται αμέσως από τον υπάλληλο του οργάνου. Υπάρχει επίσης η δυνατότητα υποβολής γραπτών καταγγελιών και προσφυγών μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου με ηλεκτρονική υπογραφή.

Σε περίπτωση που το άτομο δεν μείνει ικανοποιημένο με την απόφαση ή παράλειψη του αρμόδιου οργάνου, μπορεί να ασκήσει προσφυγή ενώπιον ανώτερου διοικητικού οργάνου. Η προσφυγή πρέπει να υποβάλλεται γραπτώς ή προφορικώς στο όργανο που εξέδωσε (ή όφειλε να εκδώσει) την απάντηση αναφορικά με την αρχική καταγγελία. Η προσφυγή θα προωθηθεί σε ανώτερο όργανο ώστε να ερευνηθεί. Η προσφυγή σε ανώτερο διοικητικό όργανο πριν την προσφυγή ενώπιον διοικητικού δικαστηρίου είναι υποχρεωτική.

Η επίκληση περιβαλλοντικού συμφέροντος κατά την προσφυγή ενώπιον του διοικητικού δικαστηρίου, επαρκεί για να έχει ένα πρόσωπο νομιμότητα διαδίκου. Πρέπει να υποβληθεί γραπτή προσφυγή ενώπιον του επαρχιακού διοικητικού δικαστηρίου, στην οποία θα επισυνάπτονται όλα τα διαθέσιμα αποδεικτικά στοιχεία.

VI. Άλλα μέσα πρόσβασης στη δικαιοσύνη

Πέρα από τη διοικητική και δικαστική επανεξέταση των αποφάσεων ή παραλείψεων των διοικητικών οργάνων, διατίθενται περαιτέρω ένδικα μέσα για περιβαλλοντικές υποθέσεις.

Η προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, συμπεριλαμβανομένου του δικαιώματος διαβίωσης σε ευνοϊκό περιβάλλον, εμπίπτουν στην αρμοδιότητα του διαμεσολαβητή (Tiesībsargs). Ο Διαμεσολαβητής:

1) εξετάζει καταγγελίες και προτάσεις ιδιωτών να διερευνά τα περιστατικά,

2) ζητά από τα όργανα να εξακριβώνουν τα βασικά περιστατικά που αφορούν την υπόθεση και να τον ενημερώνουν σχετικά,

3) κατά τη διάρκεια ή μετά την εξέταση υποβάλλει στα όργανα συστάσεις και γνωμοδοτήσεις σχετικά με τη νομιμότητα και την αποτελεσματικότητα των δραστηριοτήτων τους, καθώς και τη συμμόρφωση με την αρχή της καλής διοικήσεως,

4) στα πλαίσια που ορίζει ο νόμος επιλύει διαφορές μεταξύ ιδιωτών και οργάνων, καθώς και διαφορές σε σχέση με τα ανθρώπινα δικαιώματα μεταξύ ιδιωτών·

5) να προωθεί συμβιβασμό μεταξύ των διαδίκων της διαφοράς·

6) κατά την επίλυση των διαφορών υποβάλλει γνωμοδοτήσεις και συστάσεις σε ιδιώτες για την αποτροπή της παραβίασης των ανθρωπίνων δικαιωμάτων,

7) υποβάλλει στο Κοινοβούλιο, το Υπουργικό Συμβούλιο, την τοπική αυτοδιοίκηση ή άλλα όργανα συστάσεις σχετικά με την έκδοση ή τις τροποποιήσεις της νομοθεσίας,

8) παρέχει συμβουλές σχετικά με ζητήματα που αφορούν ανθρώπινα δικαιώματα,

9) διεξάγει έρευνες και αναλύει την κατάσταση στον τομέα των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, ενώ παρέχει παράλληλα γνωμοδοτήσεις σχετικά με συγκεκριμένα ζητήματα που αφορούν τα ανθρώπινα δικαιώματα.

Η εισαγγελική αρχή έχει εποπτική εξουσία, δηλαδή ο εισαγγελέας έχει καθήκον να λαμβάνει τα απαραίτητα μέτρα για την προστασία των δικαιωμάτων και έννομων συμφερόντων των προσώπων και του κράτους. Στα παραπάνω περιλαμβάνεται και η προστασία του περιβάλλοντος. Στα μέτρα που λαμβάνει ο εισαγγελέας περιλαμβάνονται η έναρξη δικαστικής έρευνας, καθώς και άλλες ενέργειες. Ο εισαγγελέας μπορεί να:

1) απευθύνει προειδοποίηση σε πρόσωπα των οποίων οι ενέργειες υποδηλώνουν πιθανή παράβαση του νόμου,

2) απευθύνει διαμαρτυρία κατά του υπουργικού συμβουλίου, των υπουργείων και άλλων διοικητικών οργάνων, οργάνων της τοπικής αυτοδιοίκησης, επιθεωρήσεων και δημόσιων υπηρεσιών, επιχειρήσεων, οργάνων, οργανώσεων και αξιωματούχων, όταν οι αποφάσεις τους δεν συμμορφώνονται με τον νόμο. Το εν λόγω όργανο ή αξιωματούχος πρέπει να ενημερώσει τον εισαγγελέα για τα αποτελέσματα της διαμαρτυρίας του εντός 10 ημερών. Ο εισαγγελέας μπορεί να ασκήσει προσφυγή σε δικαστήριο σε περίπτωση που απορριφθεί η διαμαρτυρία του χωρίς αιτιολόγηση ή δεν λάβει απάντηση,

3) να υποβάλει γραπτή αίτηση στην επιχείρηση, αρχή, οργάνωση, αξιωματούχο ή πρόσωπο, εφόσον είναι απαραίτητο να τερματιστεί μία παράνομη δραστηριότητα, να αρθούν οι συνέπειες μιας τέτοιας δραστηριότητας ή να αποτραπεί μια παράβαση. Αν οι όροι που αναγράφονται στην αίτηση δεν τηρηθούν ή αν δεν δοθεί απάντηση, ο εισαγγελέας έχει το δικαίωμα να υποβάλει στο Δικαστήριο ή σε οποιοδήποτε άλλο αρμόδιο όργανο αίτηση απαιτώντας τον καταλογισμό ευθυνών.

Στη Λετονία δεν υπάρχει η δυνατότητα ποινικής δίωξης από ιδιώτες. Όταν υπάρχουν υποψίες για ενδεχόμενο ποινικό αδίκημα πρέπει να ενημερώνεται αστυνομία ή η εισαγγελική αρχή.

VII. Ιδιότητα διαδίκου

Ιδιότητα διαδίκου

Διοικητική διαδικασία

Δικαστική διαδικασία

Πρόσωπα

περιβαλλοντικό συμφέρον

περιβαλλοντικό συμφέρον

ΜΚΟ

Η ίδια

Η ίδια

Λοιπές νομικές οντότητες

Η ίδια

Η ίδια

Ad hoc ομάδες

Η ίδια

Η ίδια

Αλλοδαπές ΜΚΟ

Η ίδια

Η ίδια

Λοιποί#_ftn1

όχι

όχι

Κάθε πρόσωπο έχει το δικαίωμα υποβολής καταγγελίας στο αρμόδιο διοικητικό όργανο ή προσφυγής στο διοικητικό δικαστήριο σε περιβαλλοντικές υποθέσεις, χωρίς περαιτέρω συγκεκριμένους όρους, δηλαδή μια καταγγελία μπορεί να υποβληθεί εφόσον κάποιος θεωρεί ότι μια διοικητική απόφαση ή πραγματική ενέργεια, καθώς και παράλειψη, παραβιάζει τον νόμο για την προστασία του περιβάλλοντος και της φύσης, ή ενδέχεται να προκαλέσει ζημιά στο περιβάλλον.

Το δικαίωμα συμμετοχής σε διοικητικές διαδικασίες αναγνωρίζεται ισότιμα σε όλα τα πρόσωπα: σε φυσικά και νομικά πρόσωπα (συμπεριλαμβανομένων μη κυβερνητικών οργανώσεων, εθνικών ή αλλοδαπών, ή άλλου τύπου, πολιτικών κομμάτων, εμπορικών οργανώσεων), καθώς και σε συλλόγους προσώπων, εφόσον διαθέτουν επαρκή οργανωτική δομή για την επίτευξη συγκεκριμένων στόχων. Τα κρατικά και τα δημοτικά όργανα δεν επιτρέπεται να υποβάλλουν προσφυγή τα μεν εναντίον των δε ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου. Επιτρέπονται μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις, όταν αποφάσεις ή παραλείψεις του διοικητικού οργάνου επηρεάζουν το κράτος ή τον δήμο όπως οποιοδήποτε άλλο (ιδιωτικό) πρόσωπο.

Το ευρύ δικαίωμα υποβολής καταγγελιών και προσφυγών αναγνωρίζεται ισότιμα σε όλα τα είδη περιβαλλοντικών ζητημάτων, συμπεριλαμβανομένων των υποθέσεων εκτίμησης περιβαλλοντικών επιπτώσεων ή διαδικασιών άδειας ΟΠΕΡ.

Το δικαίωμα υποβολής καταγγελίας και προσφυγής για καθαρά περιβαλλοντικούς λόγους είναι η μόνη περίπτωση στην οποία η αρχή της λαϊκής αγωγής (το δικαίωμα υπεράσπισης κοινού συμφέροντος) ενώπιον διοικητικών οργάνων ή δικαστηρίων. Σε οποιοδήποτε άλλο είδος νομικής διαφοράς, ο ενδιαφερόμενος πρέπει να αποδείξει την παραβίαση των δικαιωμάτων του ώστε να έχει το δικαίωμα καταγγελίας ή προσφυγής ενώπιον του Δικαστηρίου.

Σύμφωνα με το άρθρο 29 του νόμου περί διοικητικής διαδικασίας, στις περιπτώσεις που ορίζει ο νόμος, οι δημόσιες αρχές έχουν το δικαίωμα υποβολής καταγγελίας ενώπιον διοικητικού οργάνου ή προσφυγής ενώπιον δικαστηρίου ώστε να προστατεύσουν τα δικαιώματα και τα νόμιμα συμφέροντα ιδιωτών. Στα παραπάνω περιλαμβάνεται και το δικαίωμα ενός ιδιώτη να διαμένει σε ευνοϊκό περιβάλλον.

Σύμφωνα με τον νόμο περί Διαμεσολαβητή, σε περίπτωση που ο Διαμεσολαβητής διαπιστώσει μια παράβαση, έχει το δικαίωμα να υπερασπιστεί τα δικαιώματα και τα συμφέροντα ενός ιδιώτη στο δικαστήριο, εφόσον είναι απαραίτητο για το δημόσιο συμφέρον.

Επιπλέον, σύμφωνα με τον νόμο περί εισαγγελίας, οι εισαγγελείς έχουν το δικαίωμα να ασκήσουν προσφυγή στο δικαστήριο εφόσον άλλα μέτρα, δηλαδή η προειδοποίηση, η διαμαρτυρία ή η αίτηση (βλέπε κεφάλαιο VI) απέβησαν άκαρπες.

VIII. Νομική εκπροσώπηση

Κατά κανόνα κάθε πρόσωπο μπορεί να ασκήσει προσφυγή ενώπιον διοικητικού οργάνου ή δικαστηρίου αυτοπροσώπως, χωρίς να είναι υποχρεωτική η παράσταση νομικού συμβούλου. Λαμβάνοντας υπόψη ότι το διοικητικό δικαστήριο δεσμεύεται από την αρχή της αμερόληπτης έρευνας, το Δικαστήριο μπορεί αυτεπαγγέλτως να ξεκαθαρίσει τυχόν ασάφειες της γραπτής προσφυγής, ή να ζητήσει από τους διαδίκους και άλλα πρόσωπα να υποβάλουν τα απαραίτητα αποδεικτικά στοιχεία. Το παραπάνω αποτελεί σημαντικό πλεονέκτημα για πρόσωπα που προσφεύγουν ενώπιον του διοικητικού δικαστηρίου για να υπερασπιστούν τα δικαιώματά τους ή να προστατεύσουν το περιβάλλον. Παρόλα αυτά, ένα πρόσωπο μπορεί να ορίσει ένα άλλο πρόσωπο, δικηγόρο ή μη, ως εκπρόσωπό του ή/και νομικό σύμβουλο σε διοικητικές ή δικαστικές διαδικασίες. Δεν υφίστανται κανόνες σχετικά με υποχρεωτική παράσταση νομικού συμβούλου σε διοικητικές διαδικασίες ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου, ούτε του Ανώτατου Δικαστηρίου.

Το πρόσωπο που χρειάζεται νομικό σύμβουλο μπορεί να επικοινωνήσει με μέλη του Σώματος Ορκωτών Δικηγόρων καθώς και άλλους δικηγόρους. Οι οποίοι παρέχουν νομικές συμβουλές, προετοιμάζουν νομικά έγγραφα και ασκούν άλλες νομικές δραστηριότητες.

Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροΚατάλογος ορκωτών δικηγόρων

Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροΤο λετονικό υποκατάστημα της Διεθνούς Διαφάνειας Delna παρέχει νομική συνδρομή σε πολίτες για ζητήματα που αφορούν οικοδομή και χρήση γης. Η Delna αναλαμβάνει υποθέσεις δημοσίου συμφέροντος, δηλαδή σε περίπτωση πρόκλησης ή επικείμενης πρόκλησης περιβαλλοντικής ζημιάς, ή υποθέσεις που μπορεί να χρησιμεύσουν ως προηγούμενο και να συμβάλουν στη βελτίωση της νομοθεσίας ή της νομικής πρακτικής.

IX. Αποδεικτικά στοιχεία

Κατά την άσκηση προσφυγής κατά συγκεκριμένης διοικητικής αποφάσεως ενώπιον δικαστηρίου, ο ενάγων πρέπει να επισυνάπτει όλα τα διαθέσιμα αποδεικτικά στοιχεία για την αιτιολόγηση της ένστασης. Το διοικητικό όργανο (ο κατηγορούμενος) θα επισυνάψει εν συνεχεία στις διευκρινίσεις του όλα τα απαραίτητα αποδεικτικά στοιχεία που αιτιολογούν την απόφασή του. Οι διάδικοι μπορούν να ζητήσουν από το Δικαστήριο να συγκεντρώσει επιπλέον αποδεικτικά στοιχεία, μεταξύ άλλων προφορικές καταθέσεις και γνωμοδοτήσεις εμπειρογνωμόνων. Το Δικαστήριο έχει το δικαίωμα να ζητήσει αυτεπαγγέλτως αποδεικτικά στοιχεία, καθώς δεσμεύεται από την αρχή της αμερόληπτης έρευνας και αποτελεί καθήκον του να αξιολογεί τη νομιμότητα της προσβληθείσας διοικητικής απόφασης. Οι διάδικοι μπορούν επιπλέον να προσκομίσουν νέα αποδεικτικά στοιχεία κατά τη διάρκεια των δικαστικών διαδικασιών στο Πρωτοδικείο ή στο εφετείο. Νέα αποδεικτικά στοιχεία δεν γίνονται δεκτά από το ακυρωτικό δικαστήριο (το ανώτατο δικαστήριο), καθώς αποκλειστικό του καθήκον είναι η εξέταση των νομικών στοιχείων.

Το διοικητικό δικαστήριο δέχεται και αξιολογεί όλα τα είδη αποδεικτικών στοιχείων:

1) οι καταθέσεις των μαρτύρων,

2) αποδεικτικά έγγραφα (μεταξύ άλλων γραπτά τεκμήρια, ακουστικό, οπτικό και ψηφιακό υλικό),

3),

4 γνωμοδοτήσεις εμπειρογνωμόνων (συνήθως προκύπτουν κατά τις δικαστικές διαδικασίες από εμπειρογνώμονες που επιλέγει το δικαστήριο).

Ένας άλλος τρόπος με τον οποίο λαμβάνει το δικαστήριο επιπλέον πληροφορίες, είναι μέσω της γνωμοδότησης ενός amicus curiae («φίλος του δικαστηρίου»): κάθε σύλλογος που αντιπροσωπεύει τα συμφέροντα ενός συγκεκριμένου κλάδου και είναι ικανός να υποβάλει αξιόπιστη γνωμοδότηση, μπορεί να ζητήσει από το Δικαστήριο να εκφράσει την άποψή του σχετικά με τα πραγματικά και νομικά περιστατικά.

Το Δικαστήριο μπορεί να απορρίψει αποδεικτι κά στοιχεία τα οποία δεν είναι σχετικά με την υπόθεση. Την αξιολόγηση των αποδεκτών και νόμιμων αποδεικτικών στοιχείων, το Δικαστήριο θα υποβάλει τα συμπεράσματά της σύμφωνα με τις πεποιθήσεις τους βασίζεται στο διεξοδικά, πλήρως και αντικειμενικά αποδεικτικά στοιχεία, και σύμφωνα με τη δικαστική συνείδηση που βασίζεται σε κανόνες της λογικής, τα ευρήματα της επιστήμης και τις αρχές της δικαιοσύνης.

Σε περίπτωση που οι διάδικοι διατηρούν εύλογες αμφιβολίες σχετικά με τα περιστατικά στα οποία βασίζεται η υπό αμφισβήτηση διοικητική απόφαση, μπορούν να ζητήσουν από το Δικαστήριο να διατάξει έρευνα από εμπειρογνώμονα. Αν το δικαστήριο πεισθεί για την αναγκαιότητα της διεξαγωγής έρευνας από εμπειρογνώμονα, θα επιλέξει έναν ή περισσότερους εμπειρογνώμονες, λαμβάνοντας υπόψη τις απόψεις των διαδίκων. Οι διάδικοι έχουν το δικαίωμα να υποδείξουν ζητήματα για τα οποία, κατά την άποψή τους, απαιτείται η γνωμοδότηση εμπειρογνώμονα, ωστόσο τα ζητήματα αυτά θα καθοριστούν εν τέλει από το Δικαστήριο.

Το δικαστήριο θα αξιολογήσει τις γνωμοδοτήσεις των εμπειρογνωμόνων όπως κάθε άλλο αποδεικτικό στοιχείο: Το Δικαστήριο δεν δεσμεύεται από τη γνωμοδότηση του πραγματογνώμονα, καθώς θα συνάγει οριστικά συμπεράσματα αφού αξιολογήσει την αξιοπιστία της γνωμοδότησης. Το δικαστήριο υποχρεούται να παραθέσει στην ετυμηγορία του τους λόγους για τους οποίους προτιμήθηκαν συγκεκριμένα αποδεικτικά στοιχεία έναντι άλλων, καθώς και τους λόγους για τους οποίους συγκεκριμένα περιστατικά αναγνωρίστηκαν ως αποδειχθέντα και άλλα ως μη αποδειχθέντα.

Χ. Τα ασφαλιστικά μέτρα

Όταν ασκείται προσφυγή κατά διοικητικής αποφάσεως στο διοικητικό δικαστήριο, η προσφυγή έχει συνήθως ανασταλτικό αποτέλεσμα, δηλαδή η εφαρμογή της διοικητικής πράξης αναστέλλεται από την ημέρα υποβολής της προσφυγής. Για παράδειγμα, αν κάποιος υποβάλει προσφυγή κατά μιας άδειας οικοδομής, δεν επιτρέπεται η κατασκευή του υπό αμφισβήτηση κτηρίου.

Ωστόσο, ο νόμος περί διοικητικής διαδικασίας ορίζει αρκετές εξαιρέσεις βάσει των οποίων η υπό αμφισβήτηση διοικητική απόφαση μπορεί εκτελεστεί παρά την προσφυγή ενώπιον του Δικαστηρίου. Οι βασικές εξαιρέσεις είναι οι ακόλουθες:

1) η διοικητική πράξη επιβάλει την καταβολή φόρου, τέλους ή άλλου είδους πληρωμής προς το κράτος ή την τοπική αυτοδιοίκηση, πλην ποινών·

2) προβλέπεται από άλλους νόμους, για παράδειγμα αν κάποιος υποβάλει προσφυγή κατά των όρων μιας άδειας λόγω ρυπογόνων δραστηριοτήτων μετά τη γενική προθεσμία του ενός μηνός που προβλέπεται για την υποβολή προσφυγών κατά διοικητικών αποφάσεων, η προσφυγή δεν θα αναστείλει την ισχύ της άδειας,

3) το όργανο, αιτιολογώντας την επείγουσα ανάγκη εκτέλεσης όσον αφορά το συγκεκριμένο θέμα, έχει προβλέψει ότι η διοικητική πράξη θα πρέπει να εκτελεστεί δίχως καθυστέρηση, ή

4) μια διοικητική πράξη της αστυνομίας, τη συνοριακής φρουράς, της εθνικής φρουράς, της πυροσβεστικής υπηρεσίας και άλλων αδειοδοτημένων αξιωματούχων εκδίδεται με στόχο την άμεση αποτροπή κινδύνου για την ασφάλεια του κράτους, τη δημόσια τάξη, ή τη ζωή, υγεία ή περιουσία προσώπων,

5) η υπό αμφισβήτηση διοικητική πράξη εδραιώνει, τροποποιεί ή τερματίζει τις νομικές σχέσεις του οργάνου με έναν δημόσιο υπάλληλο,

6) η υπό αμφισβήτηση απόφαση είναι γενικής φύσεως, για παράδειγμα περιορίζει τη χρήση μιας επαρχιακής οδού,

7) η υπό αμφισβήτηση διοικητική πράξη ακυρώνει ή αναστέλλει μια ειδικού τύπου άδεια.

Οι διάδικοι μπορούν να ζητήσουν από το δικαστήριο προσωρινή προστασία:

1) σε περίπτωση που η προσφυγή είχε ανασταλτικό αποτέλεσμα, ο αποδέκτης της υπό αμφισβήτηση απόφασης, μπορεί να ζητήσει από το Δικαστήριο να επαναφέρει την ισχύ (εκτέλεση) της απόφασης, για παράδειγμα να επιτρέψει την έναρξη των εργασιών κατασκευής ή τη λειτουργία του συγκροτήματος παραγωγής ισχύος,

2) σε περίπτωση που η προσφυγή δεν είχε ανασταλτικό αποτέλεσμα, το πρόσωπο που άσκησε την προσφυγή κατά της απόφασης μπορεί να ζητήσει από το Δικαστήριο να αναστείλει την εκτέλεση της προσβαλλομένης αποφάσεως.

Σε οποιαδήποτε από τις προαναφερθείσες περιπτώσεις το δικαστήριο θα αποφασίσει για τη λήψη προσωρινών μέτρων λαμβάνοντας υπόψη του τόσο τη νομιμότητα της απόφασης (με σύντομη διαδικασία, με την επιφύλαξη της οριστικής απόφασης) όσο και τη ζημιά που ενδέχεται να προκληθεί.

Εάν υπάρχει λόγος να θεωρηθεί ότι η υπό αμφισβήτηση διοικητική πράξη ή οι συνέπειες από τη μη έκδοση μιας διοικητικής πράξης μπορεί να προκαλέσει σημαντική βλάβη ή ζημιές, των οποίων η αποτροπή ή αποκατάσταση θα ήταν πολύ βεβαρημένα ή θα απαιτούσε δυσανάλογα πόρους, και αν από την εξέταση των πληροφοριών που έχει στη διάθεσή του το Δικαστήριο προκύπτει ότι η προσβαλλόμενη πράξη είναι εκ πρώτης όψεως παράνομη, το Δικαστήριο μπορεί, σύμφωνα με την αιτιολογημένη αίτηση του αιτούντος, να λάβει απόφαση για προσωρινά μέτρα. Το Δικαστήριο μπορεί να εκδώσει τα ακόλουθα προσωρινά μέτρα:

1) μια απόφαση του Δικαστηρίου η οποία, εν αναμονή της εκδίκασης της υπόθεσης, υποκαθιστά τη διοικητική πράξη ή τις ενέργειες του οργάνου,

2) μια απόφαση του Δικαστηρίου η οποία υποχρεώνει το ανάλογο όργανο να πραγματοποιήσει μια συγκεκριμένη ενέργεια εντός συγκεκριμένου χρονικού πλαισίου ή απαγορεύει μια συγκεκριμένη ενέργεια,

3) μια απόφαση του Δικαστηρίου η οποία αναθέτει στο Κτηματολόγιο να προβλέψει περιορισμούς στο δικαίωμα διάθεσης του ιδιοκτήτη με ακίνητη περιουσία.

Όλοι οι παραπάνω κανόνες εφαρμόζονται και στις περιβαλλοντικές υποθέσεις.

Οι διάδικοι μπορούν να ζητήσουν προσωρινά μέτρα σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας, ακόμα και στο εφετείο ή στο ακυρωτικό δικαστήριο, εφόσον θεωρούν ότι υπάρχει επιτακτική ανάγκη προσωρινής προστασίας. Δεν προβλέπονται επίσημες προθεσμίες. Η άσκηση του δικαιώματος αίτησης για παροχή προσωρινής προστασίας δεν μπορεί καθαυτή να επιφέρει δυσμενείς συνέπειες στον ενάγοντα, συμπεριλαμβανομένων συνεπειών που εμπίπτουν στο ιδιωτικό δίκαιο. Αυτό σημαίνει ότι το πρόσωπο που ζήτησε τα προσωρινά μέτρα δεν ευθύνεται για οικονομικές απώλειες που προκλήθηκαν στο άλλο πρόσωπο λόγω της απόφασης του Δικαστηρίου.

Υπάρχει η δυνατότητα προσφυγής κατά της απόφασης για προσωρινά μέτρα. Επιπλέον, ο διάδικος μπορεί να ζητήσει την αντικατάσταση ή την ανάκληση των προσωρινών μέτρων.

XI. Επί των δικαστικών εξόδων

Οι διοικητικές διαδικασίες ενώπιον διοικητικών οργάνων είναι δωρεάν.

Αν κάποιος υποβάλει προσφυγή ενώπιον διοικητικού δικαστηρίου, πρέπει να λάβει υπόψη του τα κρατικά τέλη.

Τόσο κατά τις διοικητικές όσο και κατά τις δικαστικές διαδικασίες ο ενάγων πρέπει να καλύπτει τα έξοδά του:

1) αμοιβή του εκπροσώπου ή νομικού συμβούλου (εφόσον το εμπλεκόμενο πρόσωπο έχει ορίσει κάποιον)· Εάν το διοικητικό όργανο (ή κατά συνέπεια, το δικαστήριο) διαπιστώσει ότι το πρόσωπο (αποδέκτης της απόφασης, για φυσικά πρόσωπα μόνο) βρίσκεται σε δυσχερή οικονομική κατάσταση και ότι η συγκεκριμένη διοικητική υπόθεση είναι πολύπλοκη, μπορεί να αποφασίσει η αμοιβή του εκπροσώπου του εν λόγω προσώπου, που υπόκειται σε περιορισμούς, να καλυφθεί από τον κρατικό προϋπολογισμό.

2) καταβολή αμοιβής των πραγματογνωμόνων (εφόσον το εμπλεκόμενο πρόσωπο έχει ορίσει κάποιον με δική του πρωτοβουλία)· Ο κρατικός προϋπολογισμός θα καλύψει μόνο η αμοιβή των πραγματογνωμόνων που ορίστηκαν με δικαστική απόφαση.

Κρατικά τέλη. Κατά την προσφυγή ενώπιον του πρωτοβάθμιου διοικητικού δικαστηρίου ο ενάγων οφείλει να καταβάλει κρατικό τέλος, το οποίο ανέρχεται σε 20 λατς Λετονίας (περίπου. 29 EUR). Το κρατικό τέλος για προσφυγή κατά της απόφασης του Πρωτοδικείου ανέρχεται σε 40 λατς Λετονίας (περίπου. 57 EUR). Η προκαταβολή για την υποβολή αίτησης αναίρεσης στο Ανώτατο Δικαστήριο ανέρχεται σε 50 λατς Λετονίας (71 EUR) (ισχύει από 1η Μαρτίου 2013). Η προκαταβολή για αιτήσεις προσωρινών μέτρων ή συμπληρωματικές προσφυγές κατά διαδικαστικών αποφάσεων ανέρχεται σε 10 λατς Λετονίας (περίπου. 14 EUR). Η προκαταβολή για ζητήματα που προκύπτουν εκ νέου από περιστατικά προσφάτως ανακαλυφθέντα ανέρχεται σε 10 λατς Λετονίας (περίπου. 14 EUR).

Το κρατικό τέλος είναι κοινό για όλες τις κατηγορίες διοικητικών υποθέσεων. Μοναδική εξαίρεση αποτελούν οι υποθέσεις των αιτούντων άσυλο, για τις οποίες δεν υπάρχει χρέωση. Το Δικαστήριο, λαμβάνοντας υπόψη την οικονομική κατάσταση ενός φυσικού προσώπου, μπορεί να μειώσει το ποσό του τέλους ή να απαλλάξει το εν λόγω πρόσωπο από την υποχρέωση καταβολής τέλους.

Ο νόμος περί διοικητικής διαδικασίας δεν προβλέπει περαιτέρω τέλη ή πληρωμές προκαταβολής.

Τα έξοδα που αφορούν τη νομική συνδρομή ή τις έρευνες των πραγματογνωμόνων δεν είναι προκαθορισμένα και εξαρτώνται κυρίως από τις συνθήκες της αγοράς, την πολυπλοκότητα της υπόθεσης ή τα πραγματικά περιστατικά που ερευνήθηκαν από τους πραγματογνώμονες.

Με την απόφασή του το Δικαστήριο θα δώσει εντολή για επιστροφή του κρατικού τέλους: Αν η προσφυγή κατά της διοικητικής απόφασης ή παράλειψης ήταν στο σύνολό της ή εν μέρει επιτυχής, το Δικαστήριο θα δώσει εντολή στον εναγόμενο (το κράτος ή τον δήμο) να επιστρέψει το κρατικό τέλος στον ενάγοντα· Αν η προσφυγή ήταν ανεπιτυχής, ο ενάγων δεν θα ανακτήσει το κρατικό τέλος που κατέβαλε. Οι ίδιες αρχές εφαρμόζονται και για τις πληρωμές προκαταβολών: Ο ενάγων θα ανακτήσει το ποσό της προκαταβολής σε περίπτωση που η αίτηση αναίρεσης (ή η αίτηση για προσωρινά μέτρα, συμπληρωματική προσφυγή ή εκ νέου επανεξέταση) ήταν επιτυχής.

Η δικαστική απόφαση για επιστροφή των εξόδων δεν καλύπτει άλλου είδους έξοδα. Συνεπώς, τυχόν επιπλέον έξοδα των διαδίκων πλην κρατικών τελών και προκαταβολών, δεν ανακτώνται. Ωστόσο, σε περίπτωση που η προσφυγή κατά της διοικητικής απόφασης ήταν επιτυχής, ο ενάγων μπορεί στη συνέχεια να ζητήσει από τον εναγόμενο να αποκαταστήσει όλες τις ζημιές που προκλήθηκαν λόγω της παράνομης απόφασης, στις οποίες μπορεί να περιλαμβάνονται οι αμοιβές νομικών συμβούλων ή εμπειρογνωμόνων.

ΧΙΙ. Μηχανισμοί οικονομικής συνδρομής

Ένα φυσικό πρόσωπο που ασκεί προσφυγή κατά μιας διοικητικής απόφασης ενώπιον του διοικητικού δικαστηρίου μπορεί να ζητήσει:

1) για τη μείωση του ποσού του κρατικού τέλους ή απαλλαγή από την υποχρέωση καταβολής τέλους. Το δικαστήριο θα λάβει υπόψη του την οικονομική κατάσταση του προσώπου,

2) για την αμοιβή του εκπροσώπου του. Σε περίπτωση που το Δικαστήριο διαπιστώσει ότι το πρόσωπο (αποδέκτης της απόφασης, για φυσικά πρόσωπα μόνο) βρίσκεται σε δυσχερή οικονομική κατάσταση και ότι η συγκεκριμένη διοικητική υπόθεση είναι πολύπλοκη, μπορεί να αποφασίσει η αμοιβή του εκπροσώπου του εν λόγω προσώπου, που υπόκειται σε περιορισμούς, να καλυφθεί μέσω του κρατικού προϋπολογισμού.

Ο νόμος περί κρατικής νομικής συνδρομής εξασφαλίζει οικονομική στήριξη μέσω του κρατικού προϋπολογισμού για νομική συνδρομή τόσο σε δικαστικές διαδικασίες όσο και σε εξωδικαστικούς διακανονισμούς. Πρόκειται για διαφορετικό μηχανισμό νομικής συνδρομής σε αστικές, ποινικές και διοικητικές υποθέσεις, τον οποίο διαχειρίζεται η διοίκηση νομικής συνδρομής. Ωστόσο, νομική συνδρομή παρέχεται μόνο σε διοικητικές υποθέσεις που αφορούν τη χορήγηση ασύλου, ενώ σε περιβαλλοντικές υποθέσεις δεν παρέχεται νομική συνδρομή με κρατική χρηματοδότηση.

Σε μεμονωμένες περιπτώσεις υπάρχει η δυνατότητα παροχής δωρεάν νομικής αρωγής σε διοικητικές υποθέσεις. Για παράδειγμα, αν το αποτέλεσμα της υπόθεσης ή η ερμηνεία των νομικών διατάξεων θα μπορούσε να είναι ελάσσονος σημασίας, οι δικηγόροι προτίθενται ενίοτε να παρέχουν δωρεάν νομικές συμβουλές. Από το 2010 τέσσερις νομικές εταιρείες έχουν συμφωνήσει να συμμετάσχουν στο έργο του ιδρύματος Soros και να παρέχουν δωρεάν νομικές συμβουλές σε ΜΚΟ μέσω του κέντρου παροχής δωρεάν νομικών συμβουλών (τηλ. + 371 67294646).Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροhttp://www.sfl.lv/public/index.html Η επικοινωνία με άλλες νομικές εταιρείες και δικηγόρους γίνεται προσωπικά.

Το κέντρο παροχής νομικών συμβουλών που λειτουργεί στο Πανεπιστήμιο της Λετονίας παρέχει νομικές συμβουλές σε άτομα με χαμηλό εισόδημα.Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροhttp://www.lu.lv/eng/faculties/fl/structural-units/the-legal-aid-and-assistance-centre/ Οι νομικές συμβουλές που παρέχουν οι φοιτητές της νομικής καλύπτουν συνήθως τομείς όπως η απασχόληση, η ενοικίαση εγκαταστάσεων στέγασης ή το επίδομα διατροφής για παιδιά.

Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροΤο λετονικό υποκατάστημα της Διεθνούς Διαφάνειας Delna παρέχει νομική συνδρομή σε πολίτες για ζητήματα που αφορούν οικοδομή και χρήση γης. Η Delna αναλαμβάνει υποθέσεις δημοσίου συμφέροντος, δηλαδή περιπτώσεις πρόκλησης ή επικείμενης πρόκλησης περιβαλλοντικής ζημιάς ή υποθέσεις που μπορούν να χρησιμεύσουν ως προηγούμενο και να συμβάλουν στη βελτίωση της νομοθεσίας ή της νομικής πρακτικής.

ΧΙΙΙ. Επικαιρότητα

Τα διοικητικά όργανα πρέπει να εκδίδουν την απόφασή τους εντός ενός μηνός από την ημερομηνία υποβολής της καταγγελίας ή της προσφυγής. Σε επείγουσες περιπτώσεις, το ενδιαφερόμενο πρόσωπο μπορεί να ζητήσει την άμεση έκδοση της απόφασης από το όργανο.

Για αντικειμενικούς λόγους το όργανο μπορεί να παρατείνει την προθεσμία έως τέσσερις μήνες. Αν προκύψουν αντικειμενικές δυσκολίες κατά την εξακρίβωση των πραγματικών περιστατικών, η προθεσμία μπορεί να παραταθεί έως ένα έτος, κατόπιν έγκρισης ενός ανώτερου διοικητικού οργάνου. Υπάρχει η δυνατότητα προσφυγής κατά της απόφασης του οργάνου για την παράταση της προθεσμίας ενώπιον ανώτερου διοικητικού οργάνου ή εν συνεχεία ενώπιον δικαστηρίου.

Αν υπάρξει καθυστέρηση στην έκδοση της απόφασης, δεν προβλέπονται άμεσες κυρώσεις κατά του οργάνου. Ωστόσο, ο διάδικος μπορεί να υποβάλει προσφυγή με ένα βασικό αίτημα απευθείας ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου και, πέραν του βασικού αιτήματος, να ζητήσει από το δικαστήριο να επιδικάσει εύλογη αποζημίωση για οικονομική απώλεια ή ηθική βλάβη λόγω της καθυστέρησης.

Εάν το πρόσωπο αποφασίσει να ασκήσει προσφυγή κατά της διοικητικής απόφασης ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου, η προσφυγή πρέπει να υποβληθεί εντός ενός μηνός από την έκδοση της διοικητικής απόφασης ή εντός ενός έτους για τις υποθέσεις που αφορούν παράλειψη απάντησης ή όταν η διαδικασία υποβολής προσφυγών δεν έχει διευκρινιστεί στη γραπτή απόφαση. Το πρόσωπο που δεν είναι αποδέκτης της απόφασης και δεν ενεπλάκη στη διοικητική διαδικασία (για παράδειγμα, περιβαλλοντική ΜΚΟ) θα πρέπει να υποβάλει την προσφυγή ενώπιον του Πρωτοδικείου εντός μηνός από την ημέρα κατά την οποία το πρόσωπο να ενημερωθεί σχετικώς, αλλά το αργότερο εντός προθεσμίας ενός έτους από την ημερομηνία που άρχισε να ισχύει η απόφαση. Οι διάδικοι θα ενημερωθούν για τους επακόλουθους υποχρεωτικούς διαδικαστικούς κανόνες και τις προθεσμίες κατά τη διάρκεια των δικαστικών διαδικασιών. Η προθεσμία προσφυγής κατά της πρωτοβάθμιας δικαστικής απόφασης και αίτησης αναίρεσης ενώπιον του Ανώτατου Δικαστηρίου είναι ένας μήνας. Υπάρχει η δυνατότητα προσφυγής κατά ση μαντικότερων διαδικαστικών αποφάσεων του Δικαστηρίου, όπως απόρριψη προσφυγής, ενώπιον δικαστηρίου υψηλότερης βαθμίδας εντός 14 ημερών.

Το Δικαστήριο οφείλει να τηρεί προθεσμίες στις ακόλουθες περιπτώσεις:

1) όταν αποφασίζει κατά πόσον μια προσφυγή θα γίνει δεκτή (7 ημέρες, Η προθεσμία μπορεί να επεκταθεί έως ένα μήνα),

2) όταν αποφασίζει για προσωρινά μέτρα (εντός εύλογου χρονικού διαστήματος ανάλογα με την επιτακτικότητα της υπόθεσης, το αργότερο εντός ενός μηνός),

3) όταν εκδίδει απόφαση μετά την ακροαματική διαδικασία (21 ημέρες για το Πρωτοδικείο και το εφετείο, και 30 ημέρες για το Ανώτατο Δικαστήριο· Το τελευταίο μπορεί να δοθεί επιπλέον παράταση δύο μηνών).

Σε όλες τις άλλες περιπτώσεις το Δικαστήριο δεν δεσμεύεται από αυστηρές προθεσμίες και δεν υποχρεούται να επανεξετάζει υποθέσεις εντός συγκεκριμένου χρονικού διαστήματος. Ωστόσο, υποχρεούται να επανεξετάζει υποθέσεις και να εκδίδει την οριστική απόφαση το συντομότερο δυνατόν με σειρά προτεραιότητας.

Οι εν λόγω κανόνες εφαρμόζονται εξίσου σε όλες τις υποθέσεις, συμπεριλαμβανομένων των περιβαλλοντικών.

Η τυπική διάρκεια μιας δικαστικής περιβαλλοντικής υπόθεσης είναι περίπου 1 έτος για το επαρχιακό δικαστήριο, 1,5 έτος για το περιφερειακό δικαστήριο, και περίπου 9 μήνες για το Ανώτατο Δικαστήριο.

Σημαντική καθυστέρηση στην έκδοση διαταγών και αποφάσεων ή μη τήρηση άλλων προθεσμιών που ορίζονται από τον νόμο, ενδέχεται να αποτελέσουν αιτία πειθαρχικών μέτρων κατά δικαστών.

ΧΙV. Άλλα θέματα

Συνήθως υπάρχει η δυνατότητα προσφυγής μόνο κατά οριστικών διοικητικών αποφάσεων (διοικητικές πράξεις, προφανείς παραλείψεις) ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου. Συνεπώς, το κοινό συνήθως ασκεί προσφυγή κατά αποφάσεων όπως άδειες οικοδομής που επιτρέπουν την εκτέλεση προγραμματισμένων δραστηριοτήτων, άδειες ρυπογόνων δραστηριοτήτων ή άδειες χρήσης υδάτων, ενώ υπάρχει παράλληλα η δυνατότητα επανεξέτασης προγενέστερων διαδικαστικών αποφάσεων. Η προσφυγή κατά αποφάσεων ελέγχου ΕΠΕ είναι μια τεχνική που χρησιμοποιείται συχνά ώστε να γίνει παραπομπή της υπόθεσης ενώπιον δικαστηρίου. Δεν υπάρχει η δυνατότητα αξίωσης αποζημίωσης χωρίς να προηγηθεί προσφυγή κατά της απόφασης ή της παράλειψης που προκάλεσε περιβαλλοντική ζημιά.

Το κοινό έχει πρόσβαση σε κατανοητές πληροφορίες σχετικά με περιβαλλοντικές υποθέσεις που περιλαμβάνουν διάφορους τομείς κυβερνητικών δραστηριοτήτων, καθώς και πρόσβαση στη δικαιοσύνη στον διαδικτυακό τόπο: Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροΥπουργείο Περιβαλλοντικής Προστασίας και Περιφερειακής Ανάπτυξης, όπου υπάρχει σύνδεσμος παραπομπής σε ενημερωτικό φυλλάδιο σχετικά με την πρόσβαση στη δικαιοσύνη για περιβαλλοντικές υποθέσεις.Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροhttp://www.varam.gov.lv/lat/darbibas_veidi/vides_informacija_un_sabiedribas_lidzdaliba/files/text/Darb_jomas/PieejaTiesuVarai_RECbrosura2008_LV.pdf

Η διαδικτυακή πύλη της δικαστικής αρχής παρέχει πληροφορίες για τις διοικητικές διαφορές, με πρότυπα διαδικαστικών εγγράφων.Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροhttp://www.tiesas.lv/

Δεν έχουν θεσπιστεί συγκεκριμένες νομοθετικές διατάξεις σχετικά με την εναλλακτική επίλυση διαφορών (ΕΕΔ). Έχει υποβληθεί σχέδιο νόμου στο υπουργικό συμβούλιο. Παρόλα αυτά, οι διάδικοι διοικητικών ή δικαστικών διαδικασιών, συμπεριλαμβανομένων περιβαλλοντικών υποθέσεων, μπορούν να διαπραγματευτούν και να συνάψουν διοικητική σύμβαση σχετικά με το υπό αμφισβήτηση θέμα και να διευθετήσουν την επίδικη διαφορά πριν την έκδοση δικαστικής απόφασης.

XV. Αλλοδαποί

Σύμφωνα με τον νόμο περί δικαστικής εξουσίας, όλοι είναι ίσοι απέναντι στον νόμο και το Δικαστήριο. Οι υποθέσεις εκδικάζονται κατά τρόπο ανεξάρτητο, μεταξύ άλλων, από την καταγωγή, εθνικότητα, γλώσσα ή τόπο διαμονής ενός ατόμου.

Η γλώσσα στα δικαστήρια είναι η λετονική. Οι διάδικοι που δεν έχουν επαρκή γνώση της επίσημης γλώσσας, μπορούν να συμμετέχουν στις διαδικασίες με τη βοήθεια ενός διερμηνέα. Το δικαστήριο παρέχει, μέσω κρατικής χρηματοδότησης, διερμηνέα σε φυσικά πρόσωπα ή τους εκπροσώπους τους, για την πρόσβαση στα έγγραφα της υπόθεσης και για τη συμμετοχή τους στις ακροαματικές διαδικασίες. Στη διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου εναπόκειται να παρέχει διερμηνέα και σε νομικό πρόσωπο.

ΧVΙ. Διασυνοριακές υποθέσεις

Οι διαδικαστικοί κανόνες είναι κοινοί για όλες τις υποθέσεις. Το δίκαιο της Λετονίας δεν περιορίζει τη νομιμότητα διαδίκου σύμφωνα με τις άμεσα ή έμμεσες επιπτώσεις της απόφασης στους ιδιώτες που προσέφυγαν ενώπιον διοικητικού δικαστηρίου. Κατά συνέπεια οποιοδήποτε πρόσωπο, συμπεριλαμβανομένων ΜΚΟ, μπορεί να ασκήσει προσφυγή στο διοικητικό δικαστήριο εφόσον μπορεί να αποδείξει ότι η διοικητική απόφαση ή παράλειψη παραβιάζει τον νόμο για την προστασία του περιβάλλοντος και της φύσης, ή ενδέχεται να προκαλέσει ζημιά στο περιβάλλον. Κατά τη διάρκεια της δικαστικής διαδικασίας, οι διάδικοι μπορούν να προβάλουν τα ίδια αιτήματα, συμπεριλαμβανομένων των αιτημάτων για προσωρινά και ασφαλιστικά μέτρα.

Οικονομική βοήθεια για νομική συνδρομή μπορεί να χορηγηθεί μόνο σε φυσικά πρόσωπα (αποδέκτες της απόφασης) σε δυσχερή οικονομική κατάσταση και μόνο σε περίπτωση που η διοικητική υπόθεση είναι περίπλοκη. Συνεπώς, αποκλείεται σχεδόν η δυνατότητα στο κοινό ή σε ΜΚΟ να λάβουν οικ ονομική στήριξη μέσω του κρατικού προϋπολογισμού.

Η χορήγηση δωρεάν νομικής αρωγής στους διαδίκους εξαρτάται από δική τους πρωτοβουλία διαπραγμάτευσης με δικηγόρους ή νομικές εταιρείες.

Δεν υπάρχουν νομικές διατάξεις ή δικαστική πρακτική σχετικά με την επιλογή δικαστηρίου εντός της Λετονίας ή σε άλλη χώρα σε περίπτωση διασυνοριακού αποτελέσματος των περιβαλλοντικών αποφάσεων. Τα δικαστήρια της Λετονίας έχουν αρμοδιότητα επί των αποφάσεων των λετονικών διοικητικών οργάνων.

Σχετικοί σύνδεσμοι


Αυτόματη μετάφραση του περιεχομένου. Ο ιδιοκτήτης της σελίδας αυτής δεν αποδέχεται καμία ευθύνη για την ποιότητα αυτής της μετάφρασης, που έγινε από μηχανή.

Τελευταία επικαιροποίηση: 14/09/2016