Zamknij

PORTAL JEST JUŻ DOSTĘPNY W WERSJI BETA!

Odwiedź europejski portal „e-Sprawiedliwość” w wersji beta i powiedz nam, co o nim myślisz!

 
 

Ścieżka nawigacji

  • Strona główna
  • Dostęp do wymiaru sprawiedliwości w sprawach dotyczących środowiska

menu starting dummy link

Page navigation

menu ending dummy link

Πρόσβαση στη δικαιοσύνη για περιβαλλοντικά θέματα - Κάτω Χώρες

Ta strona została przetłumaczona maszynowo – nie ma więc gwarancji co do jakości tłumaczenia.

Jakość tłumaczenia została oceniona jako: przeciętna

Czy to tłumaczenie okazało się przydatne?


  1. Συνταγματικά θεμέλια
  2. Δικαιοσύνη
  3. #II
  4. Πρόσβαση σε πληροφορίες — υποθέσεις σχετικές με το περιβάλλον
  5. Πρόσβαση στη δικαιοσύνη και συμμετοχή του κοινού
  6. Πρόσβαση στη δικαιοσύνη κατά πράξεων ή παραλείψεων
  7. Άλλα μέσα πρόσβασης στη δικαιοσύνη
  8. Ιδιότητα διαδίκου
  9. Νομική εκπροσώπηση
  10. Αποδεικτικά στοιχεία
  11. Προσωρινά μέτρα
  12. Επί των δικαστικών εξόδων
  13. Μηχανισμοί οικονομικής συνδρομής
  14. Επικαιρότητα
  15. Άλλα θέματα
  16. Αλλοδαποί
  17. Διασυνοριακές υποθέσεις

I. Συνταγματικά θεμέλια

Το άρθρο 21 του Ολλανδικού Συντάγματος (Grondwet [1]) υποχρεώνει την κυβέρνηση να εξασφαλίζει για τους πολίτες της ένα κατοικήσιμο περιβάλλον και να μεριμνά για την προστασία και τη βελτίωσή του.#1 Μαζί με το άρθρο 11, το οποίο διασφαλίζει το δικαίωμα στην προσωπική ακεραιότητα και το άρθρο 22, το οποίο εξασφαλίζει το δικαίωμα στην υγεία, οι διατάξεις αυτές είναι τα κύρια (κοινωνικά) θεμελιώδη δικαιώματα που σχετίζονται με το περιβάλλον, τα οποία προβλέπονται στο Ολλανδικό Σύνταγμα. Η πρόσβαση στη δικαιοσύνη διασφαλίζεται από το άρθρο 17, το οποίο αναφέρει ότι σε κανέναν δεν μπορεί να απαγορευτεί η πρόσβαση στη δικαιοσύνη, εφόσον το επιθυμεί. Επιπλέον, το κεφάλαιο 6 του Ολλανδικού Συντάγματος είναι σχετικό, καθώς αναφέρει ότι ο νόμος καθιστά σαφές ποιο δικαστήριο είναι αρμόδιο. Οι πολίτες έχουν το δικαίωμα να επικαλούνται τα θεμελιώδη δικαιώματα απευθείας σε διοικητικές ή δικαστικές διαδικασίες, αν τα δικαιώματα αυτά θεωρούνται υποκειμενικά δικαιώματα. Επομένως, οι πολίτες μπορούν να επικαλούνται το άρθρο 21 του Συντάγματος σε διαδικασίες κατά αποφάσεων από τις δημόσιες αρχές. Στις περισσότερες περιπτώσεις, ωστόσο, δεν έχει το επιθυμητό αποτέλεσμα, λόγω της διακριτικής ευχέρειας της κυβέρνησης για την επίτευξη του/των στόχου (-ων) της παρούσας διάταξης. Μπορεί να γίνει επίκληση οποιασδήποτε διάταξης διεθνούς συνθήκης και δικαστικής απόφασης, εάν έχει δημοσιευθεί, και όταν οι εν λόγω διατάξεις έχουν γενικά δεσμευτικό χαρακτήρα (άρθρο 93 του Συντάγματος). Αυτό ισχύει επίσης και για τη λεγόμενη σύμβαση του Aarhus, που έχει εγκριθεί και από τις Κάτω Χώρες και από την Ευρωπαϊκή Ένωση.

ΙΙ. Δικαιοσύνη

Η νομική προστασία στις Κάτω Χώρες παρέχεται κατ’ αρχάς από τα δικαστήρια γενικής δικαιοδοσίας που είναι αρμόδια να αποφασίζουν για αστικές και ποινικές υποθέσεις. [2]#2 Αυτό το σύστημα έχει τρία σκέλη. Μια υπόθεση εκδικάζεται σε πρώτη φάση από το επαρχιακό δικαστήριο (Rechtbank) και αν ένας διάδικος δεν συμφωνεί με την απόφαση, μπορεί να ασκήσει έφεση σε Εφετείο (Gerechtshof). Το Εφετείο επανεξετάζει τα πραγματικά περιστατικά και καταλήγει στα δικά του συμπεράσματα. Στη συνέχεια, είναι συνήθως δυνατή η παραπομπή μιας διαφοράς στο Ανώτατο Δικαστήριο, το ανώτατο δικαστήριο των Κάτω Χωρών (Hoge Raad). Το ανώτατο δικαστήριο των Κάτω Χωρών ελέγχει μόνο αν το/τα κατώτερο (-α) δικαστήριο (-α) εφάρμοσε (-αν) ορθά τον νόμο κατά τη λήψη της απόφασής του/τους. Σε αυτό το στάδιο, τα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης, όπως διαπιστώνονται από το/τα κατώτερο (-α) δικαστήριο (-α) δεν πρόκειται πλέον να συζητηθούν. Από το 2013 οι Κάτω Χώρες διαιρούνται σε 11 περιφέρειες και η κάθε μία έχει το δικό της περιφερειακό δικαστήριο. Τα περιφερειακά δικαστήρια χωρίζονται σε 3 τομείς: τον τομέα του αστικού δικαίου, τον τομέα του ποινικού δικαίου και τον τομέα του διοικητικού δικαίου. Οι 11 περιφέρειες χωρίζονται σε 4 τομείς αρμοδιότητας για τα Εφετεία για αστικές και ποινικές διαφορές και κάποιες συγκεκριμένες διοικητικές διαφορές (π.χ. φορολογικό δίκαιο). Όσον αφορά το ποινικό και αστικό δίκαιο, οι δικαστές του Εφετείου εξετάζουν μόνο υποθέσεις για τις οποίες έχει ασκηθεί προσφυγή κατά της απόφασης που εκδίδεται από το περιφερειακό δικαστήριο. Δεν υπάρχει ειδικό δικαστήριο για θέματα περιβάλλοντος. Ο νόμος ορίζει ποιο δικαστήριο είναι αρμόδιο, επομένως δεν υπάρχει σχετική δυνατότητα άγρας αρμόδιου δικαστηρίου (forum shopping). Με λίγες εξαιρέσεις, οι διοικητικές διαφορές σχετικά με κυβερνητικές αποφάσεις για περιβαλλοντικά θέματα εκδικάζονται σε πρώτη φάση από ένα από τα έντεκα Περιφερειακά Δικαστήρια (τομέας του διοικητικού δικαίου). Συνήθως οι υποθέσεις εκδικάζονται από το Περιφερειακό Δικαστήριο σε μονομελές τμήμα, αλλά το δικαστήριο μπορεί να αποφασίσει να διορίσει τρεις δικαστές σε μια υπόθεση η οποία είναι πολύπλοκη ή αφορά θεμελιώδη ζητήματα. Σε περιβαλλοντικά θέματα που διέπονται από το διοικητικό δίκαιο και σε πολλούς άλλους τομείς της έφεσης αφορά το Τμήμα Διοικητικής Δικαιοδοσίας του Συμβουλίου της Επικρατείας (Afdeling Bestuursrechtspraak van de Raad van State), τα οποία θα εξετάζεται από τρεις δικαστές, αν και θα μπορούσε να αποφασίσει να κάνει χρήση ενός απλού υπόθεσή τους σε μονομελές τμήμα. Σε άλλους τομείς, το ολλανδικό δίκαιο προβλέπει ειδικό δικαστήριο προσφυγών, όπως το Κεντρικό Εφετείο (Centrale Raad van Beroep) για υποθέσεις που αφορούν τους δημοσίους υπαλλήλους και θέματα κοινωνικής ασφάλισης, το Εφετείο για την άσκηση προσφυγής κατά των πράξεων επιβολής φόρου και το Εφετείο Εμπορικών και Βιομηχανικών Υποθέσεων (College van Beroep voor het Bedrijfsleven) για διαφορές στον τομέα του κοινωνικοοικονομικού διοικητικού δικαίου και για προσφυγές κατά συγκεκριμένων νόμων, όπως του νόμου περί ανταγωνισμού. Σε πολλές διοικητικές υποθέσεις, η ακρόαση από το τμήμα διοικητικού δικαίου του Περιφερειακού Δικαστηρίου προηγείται μιας διαδικασίας ένστασης υπό την αιγίδα της διοικητικής αρχής. Όταν μια υπόθεση εξετάζεται σε μια διαδικασία ένστασης ή από τα διοικητικά δικαστήρια, ο προσφεύγων έχει τη δυνατότητα να ζητήσει από το Δικαστήριο τη λήψη προσωρινών μέτρων σε μια συγκεκριμένη διαδικασία, εφόσον υπάρχει επαρκής λόγος και αρκούντως επείγον συμφέρον (άρθρα 8: 81-8: 86 του γενικού νόμου περί διοικητικών διαδικασιών). Εάν τα προσωρινά μέτρα που απαιτούνται γίνουν δεκτά από το διοικητικό δικαστήριο, τις περισσότερες φορές σημαίνει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση έχει ανασταλεί.

Στις διαδικασίες κατά διοικητικών αποφάσεων ένα αρμόδιο δικαστήριο θα αναιρέσει (ή: να ακυρώσει) την απόφαση εάν ο προσφεύγων αποδείξει ότι η απόφαση ελήφθη κατά παράβαση του νόμου. Παρά το γεγονός ότι τα δικαστήρια έχουν την αρμοδιότητα να αλλάζουν ή να τροποποιούν διοικητικές αποφάσεις, όταν έχουν ακυρωθεί, η άσκηση της εν λόγω εξουσίας δικαιολογείται μόνο σε περιπτώσεις όπου δεν είναι αρκετά προφανές τι απόφαση θα έπρεπε να λάβει το διοικητικό όργανο μετά την ακύρωση. Στις περισσότερες περιπτώσεις, η ακύρωση της απόφασης θα οδηγήσει σε μια νέα απόφαση από την ίδια διοικητική αρχή. Τα δικαστήρια είναι σε θέση να επιδικάζουν αντισταθμιστικές αποζημιώσεις στους πολίτες κατά της δημόσιας αρχής, όταν υπάρχουν λόγοι να γίνει κάτι τέτοιο (με βάση την αδικοπραξία), όταν έχει υποβληθεί σχετικό αίτημα από τον ενδιαφερόμενο και η προσβαλλόμενη απόφαση έχει διαπιστωθεί ότι παραβιάζει τον νόμο. Οι διαδικασίες κατά διοικητικών αποφάσεων σε περιβαλλοντικά θέματα διέπονται τόσο από τις γενικές διατάξεις του (διοικητικού) δικονομικού δικαίου που ορίζονται στον γενικό νόμο περί διοικητικών διαδικασιών (Algemene Wet Bestuursrecht), κυρίως τα κεφάλαια 6, 7 και 8, και από κάποιες διατάξεις σε συγκεκριμένους νόμους εκ των οποίων ο πιο σημαντικός είναι ο νόμος περί περιβαλλοντικής διαχείρισης (Wet milieubeheer), ο γενικός νόμος για την Περιβαλλοντική Αδειοδότηση (Wet algemene bepalingen omgevingsrecht), του νόμου περί χωροταξίας (Wet ruimtelijke ordening), ο νόμος για τα ύδατα (Waterwet), ο νόμος περί διατήρησης της φύσης (Natuurbeschermingswet 1998) και την Πανίδα (Flora- Flora- και πράξης και Faunawet). Στο πλαίσιο διαδικασιών που αφορούν διοικητικές αποφάσεις σχετικά με περιβαλλοντικά θέματα, υπάρχει η πιθανότητα το δικαστήριο να διορίσει έναν ειδικό ανεξάρτητο πραγματογνώμονα, το ίδρυμα για την παροχή συμβουλών στα Διοικητικά Δικαστήρια στις υποθέσεις περιβάλλοντος και χρήσης γης (Stichting Advisering Bestuursrechtspraak ή StAB). Το ίδρυμα αυτό χρηματοδοτείται από την κυβέρνηση και ειδικεύεται σε θέματα περιβάλλοντος. Ο νόμος προβλέπει ότι θα συντάξει μια έκθεση για κάθε περιβαλλοντική υπόθεση κατόπιν αιτήματος του διοικητικού δικαστηρίου. Στις διοικητικές δικαστικές διαδικασίες τα δικαστήρια δεν έχουν τη δυνατότητα να εξετάσουν τα μέρη της διοικητικής απόφασης που δεν έχουν προσβληθεί από τον προσφεύγοντα. Κάθε δικαστήριο έχει, ωστόσο, την εξουσία να εξετάζει τα στοιχεία της υπόθεσης μέσω της εξέτασης μαρτύρων, ζητώντας (γραπτά) αποδεικτικά στοιχεία ή διορίζοντας κάποιον πραγματογνώμονα εφόσον αφορά τη σύγκρουση για την οποία έχουν προσφύγει ενώπιον του Δικαστηρίου οι διάδικοι. Τα διοικητικά δικαστήρια θα χρησιμοποιήσουν τις εξουσίες αυτές σε περιπτώσεις όπου ο προσφεύγων παρέχει επαρκείς πληροφορίες αμφισβήτησης των πραγματικών περιστατικών στα οποία είχε βασιστεί η διοικητική αρχή για την έκδοση της απόφασής της. Η νομολογία αποδεικνύει ότι οι διάδικοι σε μια υπόθεση που εκδικάζεται από τα δικαστήρια έχουν την υποχρέωση να προσκομίζουν αποδεικτικά στοιχεία με δική τους πρωτοβουλία. Αυτό ισχύει επίσης και για την εκδίκαση περιβαλλοντικών υποθέσεων ενώπιον διοικητικών δικαστηρίων, αν και η διοικητική αρχή έχει ασφαλώς πάντα την υποχρέωση να επιδεικνύει τη δέουσα προσοχή κατά την προετοιμασία κάθε διοικητικής απόφασης.

ΙΙΙ. Πρόσβαση σε πληροφορίες — υποθέσεις σχετικές με το περιβάλλον

Το άρθρο 110 του Ολλανδικού Συντάγματος (Grondwet) προβλέπει ότι κυβέρνηση είναι αρμόδια για τη θέσπιση νομοθεσίας με στόχο την εξασφάλιση της πρόσβασης των πολιτών σε πληροφορίες που αφορούν κυβερνητικές υποθέσεις. Ο νόμος για την ελεύθερη πρόσβαση στην πληροφόρηση (Wet openbaarheid van bestuur) επιτρέπει την πλήρη ή μερική δημοσιοποίηση των πληροφοριών που δεν έχουν κοινοποιηθεί και των εγγράφων που ελέγχονται από όλες τις βαθμίδες της κυβέρνησης και σχετίζονται με τις δημόσιες υποθέσεις. Ο νόμος για την ελεύθερη πρόσβαση στην πληροφόρηση αναφέρει ότι σχεδόν όλα τα αρχεία που σχετίζονται με κυβερνητικές υποθέσεις υπόκεινται σε γνωστοποίηση, ορίζει την αρχή της υποχρεωτικής δημοσιοποίησης, αλλά περιέχει επίσης μια σειρά από λόγους άρνησης στα άρθρο 10 και 11. Οι αποφάσεις σχετικά με τη δημοσιοποίηση των πληροφοριών θα πρέπει να λαμβάνουν πάντοτε υπόψη αυτούς τους λόγους. Σύμφωνα με το άρθρο 3 του νόμου για την ελεύθερη πρόσβαση στην πληροφόρηση (Wet openbaarheid van bestuur) οποιοσδήποτε μπορεί να ζητήσει πληροφορίες που περιέχονται σε δημόσια αρχεία που πρέπει να γνωστοποιούνται. Οι αιτούντες δεν υποχρεούνται να προσδιορίζουν το αντικείμενο ή τον λόγο του συμφέροντός τους. Η κοινοποίηση πληροφοριών κρίνεται απαραίτητη για την εξασφάλιση του κράτους δικαίου σε μια δημοκρατική κοινωνία. Επίσης δεν υπάρχουν σχετικές τυπικές προϋποθέσεις για ένα τέτοιο αίτημα, αν και προτιμάται η γραπτή αίτηση. Δεν υφίσταται υποχρέωση αναφοράς της δημόσιας υπόθεσης στην οποία αναφέρεται το αίτημα. Η απόφαση σχετικά με το αίτημα πρέπει να ληφθεί εντός 4 εβδομάδων, στην περίπτωση των περιβαλλοντικών πληροφοριών εντός 2 εβδομάδων. Η διοικητική αρχή μπορεί να προσφέρει στους ενδιαφερόμενους διαδίκους τη δυνατότητα να διατυπώσουν τις απόψεις τους σχετικά με την κοινοποίηση των πληροφοριών που μπορούν να επηρεάσουν τα συμφέροντά τους, στην οποία περίπτωση η απόφαση αναστέλλεται (άρθρο 6 παράγραφος 3 Freedom of Information Act). Σύμφωνα με τις διατάξεις του γενικού νόμου περί διοικητικών διαδικασιών (Algemene wet bestuursrecht) η άρνηση πρέπει να συνοδεύεται από δήλωση περί των λόγων της άρνησης και να περιλαμβάνει πληροφορίες σχετικά με τα διαθέσιμα ένδικα μέσα. Τα πρόσωπα που δεν είναι ικανοποιημένα με την απόφαση (άρνηση, ελλιπής ή ανεπαρκής απάντηση) μπορούν να υποβάλουν αίτηση επανεξέτασης υπό την αιγίδα της διοικητικής αρχής που απέρριψε το αίτημα. Εάν εξακολουθούν να κρίνουν ότι η απόφαση δεν είναι ικανοποιητική, τότε μπορούν να απευθυνθούν στο διοικητικό τμήμα του περιφερειακού δικαστηρίου για την έκδοση δικαστικής απόφασης. Αυτό συνάδει με τις γενικές διατάξεις που προβλέπονται στο άρθρο 8: 1 και 7: 1 του γενικού νόμου περί διοικητικών διαδικασιών (Algemene wet bestuursrecht). Τέλος, είναι δυνατό να υποβληθεί προσφυγή στο Τμήμα Διοικητικής Δικαιοδοσίας του Συμβουλίου της Επικρατείας (Afdeling Bestuursrechtspraak van de Raad van State). Όλες οι διαδικασίες θα πρέπει να κατατεθούν εντός 6 εβδομάδων και δεν υπάρχουν κανόνες για την υποχρεωτική νομική εκπροσώπηση. Ωστόσο, στις περιπτώσεις όπου δεν έχει ληφθεί απόφαση εντός της προθεσμίας που δόθηκε στη δημόσια αρχή να λάβει την απόφαση, για την αδράνεια της δημόσιας αρχής μπορεί να ασκηθεί απευθείας προσφυγή στο Δικαστήριο. Στις περιπτώσεις που κρίνεται αναγκαίο για τη διαλεύκανση της υπόθεσης, τα δικαστήρια είναι γενικά αρμόδια να ζητούν πληροφορίες από τη διοικητική αρχή. Το άρθρο 8: 29 του γενικού νόμου περί διοικητικών διαδικασιών (Algemene wet bestuursrecht) επιτρέπει στις δημόσιες αρχές να αποστέλλουν πληροφορίες στο Δικαστήριο ζητώντας να μην αποκαλύπτουν τις πληροφορίες στον προσφεύγοντα. Αυτό θα μπορούσε να συμβεί σε μια υπόθεση που αφορά το αίτημα κοινοποίησης ορισμένων πληροφοριών. Μόνο σε περιπτώσεις όπου ο αιτών έχει επιτρέψει στο Δικαστήριο να αποκτήσει πρόσβαση στις πληροφορίες και να κρίνει την υπόθεση με βάση τις πληροφορίες αυτές, παρά το γεγονός ότι ο αιτών δεν είχε πρόσβαση, θα μπορούσε να επηρεάσει την ετυμηγορία του δικαστηρίου. Όταν το Δικαστήριο καταλήγει στο συμπέρασμα ότι δεν υπάρχει (εύλογη) αιτία να αρνηθεί την κοινοποίηση, μπορεί να διατάξει την κοινοποίηση των πληροφοριών.

IV. Πρόσβαση στη δικαιοσύνη σε σχέση με τη συμμετοχή του κοινού

Οι διοικητικές διαδικασίες για περιβαλλοντικά θέματα διέπονται τόσο από τις γενικές διατάξεις σχετικά με τη διοικητική διαδικασία του γενικού νόμου περί διοικητικών διαδικασιών (Algemene Wet Bestuursrecht) και από κάποιες συγκεκριμένες διατάξεις του γενικού νόμου για την Περιβαλλοντική Αδειοδότηση (Wet algemene bepalingen omgevingsrecht) και του νόμου για την περιβαλλοντική διαχείριση (Wet milieubeheer) και του νόμου περί χωροταξίας (Wet ruimtelijke ordening). Για μια σειρά σημαντικών αποφάσεων περιβαλλοντικής αδειοδότησης, όπως για το αν πρέπει ή όχι να χορηγηθεί περιβαλλοντική άδεια (όπως μια άδεια ΟΠΕΡ) και την έγκριση χωροταξικού σχεδιασμού, ο νόμος προβλέπει μια διαδικασία που περιλαμβάνει τη συμμετοχή του κοινού η οποία βασίζεται σε ένα σχέδιο απόφασης από τη δημόσια αρχή. Μόλις συνταχθεί και δημοσιευθεί το σχέδιο απόφασης και τα έγγραφα στα οποία βασίζεται θα είναι διαθέσιμα στο κοινό για 6 εβδομάδες. Κατά το διάστημα αυτό οποιοσδήποτε μπορεί να συμμετέχει στη διαδικασία λήψης της απόφασης, υποβάλλοντας απόψεις στην αρμόδια αρχή. Η αρμόδια αρχή θα πρέπει να εξετάσει αυτές τις απόψεις πριν τη λήψη και δημοσίευση της τελικής απόφασης. Μια τέτοια οριστική απόφαση πρέπει να ληφθεί εντός 6 μηνών από την αίτηση για την περιβαλλοντική αδειοδότηση. Αυτή η διοικητική διαδικασία ορίζεται στην ενότητα 3.4 (εκτεταμένη δημόσια διαδικασία κατάρτισης) του γενικού νόμου περί διοικητικών διαδικασιών (Algemene Wet Bestuursrecht) και στο τμήμα 3.3 του γενικού νόμου για την Περιβαλλοντική Αδειοδότηση (Wet algemene bepalingen omgevingsrecht). Η διαδικασία αυτή εφαρμόζεται όταν προβλέπεται από τον νόμο ή όταν η διοικητική αρχή αποφασίζει να καταρτίσει την απόφαση ακολουθώντας αυτή τη διαδικασία. Κάθε απόφαση που καταρτίστηκε βάσει αυτής της εκτενούς διαδικασίας υπόκειται σε απευθείας έλεγχο από δικαστήριο. Η διαδικασία έκδοσης οποιασδήποτε άλλης απόφασης είναι λιγότερο εκτενής και (στις περισσότερες περιπτώσεις) δεν περιλαμβάνει τη συμμετοχή του κοινού. Σε αυτές τις περιπτώσεις, η λήψη τελικής απόφασης διαρκεί συνήθως 8 εβδομάδες. Αυτή η διαδικασία προβλέπεται στην ενότητα 4.1 του γενικού νόμου περί διοικητικών διαδικασιών (Algemene Wet Bestuursrecht) και στο τμήμα 3.2 του γενικού νόμου για την Περιβαλλοντική Αδειοδότηση (Wet algemene bepalingen omgevingsrecht). Σε περιπτώσεις όπου έχει εφαρμοστεί η εκτενής διαδικασία για την έκδοση της απόφασης, κάθε ενδιαφερόμενος (βλ. άρθρο 1: 2 του γενικού νόμου περί διοικητικών διαδικασιών) που υπέβαλε επίσης απόψεις σχετικά με το σχέδιο απόφασης (βλ. άρθρα 8: 1 και 6: 13 του γενικού νόμου περί διοικητικών διαδικασιών) μπορεί να ασκήσει προσφυγή. Ως ενδιαφερόμενος θεωρείται κάποιος του οποίου το συμφέρον επηρεάζεται άμεσα από μια διοικητική απόφαση. Η νομολογία προβλέπει ότι θα πρέπει να υπάρχει προσωπικό, αντικειμενικά προσδιορισμένο συμφέρον του προσώπου που ασκεί την προσφυγή. Όσον αφορά τις διοικητικές αρχές, τα συμφέροντα που τους ανατίθενται θεωρείται ότι είναι τα δικά τους συμφέροντα. Όσον αφορά τα νομικά πρόσωπα, τα συμφέροντά τους θεωρείται ότι περιλαμβάνουν τα γενικά και συλλογικά συμφέροντα που εκπροσωπούν και εναρμονίζονται με τους στόχους τους και τις εκάστοτε δραστηριότητές τους. Ένα παράδειγμα γενικού συμφέροντος θα μπορούσε να είναι η προστασία του περιβάλλοντος σε μια συγκεκριμένη περιοχή. Όταν δεν έχει εφαρμοστεί η εκτενής διαδικασία, τα άρθρα 8: 1 και 7: 1 του γενικού νόμου περί διοικητικών διαδικασιών (Algemene wet bestuursrecht) ορίζουν ότι κάθε ενδιαφερόμενος που θέλει να προσφύγει στο Δικαστήριο, θα πρέπει πρώτα να προσφύγει (bezwaarschrift) στην αρχή που έλαβε την απόφαση. Το αποτέλεσμα της εν λόγω διαδικασίας προσφυγής θα είναι μια νέα (ή αναθεωρημένη) απόφαση από την ίδια δημόσια αρχή και μόνο αυτή η απόφαση μπορεί να παραπεμφθεί ενώπιον του Δικαστηρίου. Σε κάθε περίπτωση, μόνο τα μέρη της απόφασης που έχουν επίσης προσβληθεί κατά το διοικητικό στάδιο μπορούν να προσβληθούν στο δικαστήριο (άρθρο 6: 13 του γενικού νόμου περί διοικητικών διαδικασιών).

Οι περισσότερες υποθέσεις παραπέμπονται στα Περιφερειακά Δικαστήρια εκτός και αν ειδικός νόμος ορίζει διαφορετική διαδικασία (πχ. προσφυγή μόνο πρωτόδικα στο Τμήμα Διοικητικής Δικαιοδοσίας του Συμβουλίου της Επικρατείας). Για υποθέσεις που αφορούν περιβαλλοντικές άδειες είναι συνήθως αρμόδιο το περιφερειακό δικαστήριο και στη συνέχεια το Τμήμα Διοικητικής Δικαιοδοσίας του Συμβουλίου της Επικρατείας. Οι υποθέσεις που αφορούν χωροταξικά σχέδια παραπέμπονται απευθείας στο Τμήμα Διοικητικής Δικαιοδοσίας του Συμβουλίου της Επικρατείας. Για παράδειγμα: ένα χωροταξικό σχέδιο θα εγκριθεί σύμφωνα με την εκτενή διαδικασία που εφαρμόζεται από την αρμόδια αρχή κατά την κατάρτιση της απόφασης. Ο δικαστικός έλεγχος του χωροταξικού σχεδίου αφορά το Τμήμα Διοικητικής Δικαιοδοσίας του Συμβουλίου της Επικρατείας (Afdeling Bestuursrechtspraak van de Raad van State) σε πρώτο και τελευταίο βαθμό. Η αίτηση για την άδεια ΟΠΕΡ (σύμφωνα με το άρθρο 2.1(1) ΥΠΟ ε του γενικού νόμου για την περιβαλλοντική αδειοδότηση) θα εξεταστεί επίσης στο πλαίσιο της εκτενούς διοικητικής διαδικασίας, αλλά θα υπόκειται σε δικαστικό έλεγχο από το Επαρχιακό Δικαστήριο και σε προσφυγή από το Τμήμα Διοικητικής Δικαιοδοσίας του Συμβουλίου της Επικρατείας. Σε περιπτώσεις που αφορούν άδειες ΟΠΕΡ, τα δικαστήρια θα παράσχουν στη δημόσια αρχή ένα μικρό περιθώριο εκτίμησης κατά τον προσδιορισμό των βέλτιστων διαθέσιμων τεχνικών για τη συγκεκριμένη υπό εξέταση εγκατάσταση. Σε όλες τις διαδικασίες του δικαστικού ελέγχου ο αιτών μπορεί να ζητήσει τη λήψη προσωρινών μέτρων, σύμφωνα με τις γενικές διατάξεις περί ασφαλιστικών μέτρων στις διοικητικές διαδικασίες (άρθρα 8: 81-8: 86 του γενικού νόμου περί διοικητικών διαδικασιών).

Σε ορισμένες περιβαλλοντικές υποθέσεις ο νόμος ορίζει ότι η έκθεση εκτίμησης περιβαλλοντικών επιπτώσεων (ΕΠΕ) πρέπει να συνταχθεί από τον αιτούντα προτού η δημόσια αρχή να είναι σε θέση να αποφανθεί σχετικά με την αίτηση (κεφάλαιο 7 του νόμου για την περιβαλλοντική διαχείριση). Οποιαδήποτε απόφαση σχετικά με τον έλεγχο των αδειών ΕΠΕ, αποφάσεις σχετικά με το πεδίο εφαρμογής των ΕΠΕ ή αποδοχής έκθεσης ΕΠΕ από τη δημόσια αρχή μπορούν να προσβληθούν στο δικαστήριο μέσω της άσκησης προσφυγής κατά απόφασης η οποία εγκρίνει ή απορρίπτει την αίτηση. Δεν ισχύουν ειδικοί κανόνες για τις νομικές προϋποθέσεις, τη συνεδρίαση, την εξέταση, τα αποδεικτικά στοιχεία ή το εύρος της αναθεώρησης από το Δικαστήριο. Η ΕΠΕ θεωρείται ένα σημαντικό μέσο για την κατάρτιση ορισμένων αποφάσεων που έχουν δυνητικά σημαντικές επιπτώσεις στο περιβάλλον. Εξασφαλίζει σε όσους εμπλέκονται ότι η αρμόδια αρχή είναι σε θέση να τηρήσει το καθήκον της προσεκτικής προετοιμασίας της απόφασης. Στις περισσότερες περιπτώσεις, το σχέδιο απόφασης συντάσσεται μαζί με την έκθεση ΕΠΕ και οποιοσδήποτε έχει τη δυνατότητα να διατυπώσει τις απόψεις του πριν από τη λήψη τελικής απόφασης. Τα διοικητικά δικαστήρια επανεξετάζουν τη νομιμότητα τόσο τη διαδικαστική όσο και την ουσιαστική νομιμότητα των διοικητικών αποφάσεων, εφόσον οι ενδιαφερόμενοι έχουν συμπεριλάβει το συγκεκριμένο τμήμα της απόφασης στην προσφυγή (βλ. άρθρο 8: 69 (1) Του γενικού νόμου περί διοικητικών διαδικασιών). Όταν έχει παραχωρήσει στη δημόσια αρχή περιθώριο εκτίμησης από τον νομοθέτη για τη στάθμιση των διαφόρων συμφερόντων για τη λήψη συγκεκριμένης απόφασης, το Δικαστήριο παρέχει το εν λόγω περιθώριο διενεργώντας έναν οριακό έλεγχο και υποστηρίζοντας όποιες αποφάσεις δεν θεωρεί αδικαιολόγητες (άρθρο 3: 4(2) Του γενικού νόμου περί διοικητικών διαδικασιών). Σε γενικές γραμμές, τα δικαστήρια επανεξετάζουν τη διοικητική απόφαση και ειδικά εάν η αρμόδια αρχή θα μπορούσε αιτιολογήσει την απόφαση όσον αφορά το υλικό, τα τεχνικά ευρήματα και τους υπολογισμούς που χρησιμοποιήθηκαν. Δεν υπάρχουν γραπτοί κανόνες αποδεικτικών στοιχείων, εκτός από τους τυπικούς κανόνες που πρέπει να εφαρμόζονται κατά τον καθορισμό των πραγματικών περιστατικών. Το Δικαστήριο είναι αρμόδιο για παράδειγμα, να διορίσει ανεξάρτητο πραγματογνώμονα, όπως το Ίδρυμα για την παροχή συμβουλών στα Διοικητικά Δικαστήρια στις υποθέσεις περιβάλλοντος και χρήσης γης (Stichting Advisering Bestuursrechtspraak ή StAB). Στις περιπτώσεις κατά τις οποίες το Δικαστήριο καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η απόφαση είναι παράνομη, θα ακυρώσει την προσβληθείσα απόφαση. Ωστόσο, το άρθρο 6: 22 του γενικού νόμου περί διοικητικών διαδικασιών (Algemene wet bestuursrecht) προβλέπει ότι κάθε διαδικαστικό ελάττωμα που δεν πλήττει τα συμφέροντα των ενδιαφερόμενων μερών θα μπορούσε να αγνοηθεί από το Δικαστήριο. Στο εγγύς μέλλον, ωστόσο, η διάταξη αυτή θα παρέχει την ίδια δυνατότητα για κάθε ουσιαστικό ελάττωμα. Επίσης, στο εγγύς μέλλον θα υπάρξει μια νέα διάταξη στο γενικό διοικητικό δικονομικό δίκαιο, η οποία θα προβλέπει ότι μια διοικητική απόφαση δεν θα ακυρώνεται από το Δικαστήριο, αν παραβιάζει οποιονδήποτε κανόνα, που δεν θεσπίστηκε για να προστατεύσει τα συμφέροντα του μέρους που κατέθεσε την προσφυγή. Η υπόθεση θα εξεταστεί σύμφωνα με τις γενικές διατάξεις για τις διοικητικές διαδικασίες που προβλέπονται στο κεφάλαιο 8 του γενικού νόμου περί διοικητικών διαδικασιών (Algemene wet bestuursrecht). Το δικαστήριο εξετάζει δημοσίως τις περισσότερες υποθέσεις (άρθρα 8: 56-8: 65 του γενικού νόμου περί διοικητικών διαδικασιών) αλλά μερικές φορές εφαρμόζεται μια απλουστευμένη διαδικασία (άρθρο 8: 54 του γενικού νόμου περί διοικητικών διαδικασιών). Δεν υπάρχουν γραπτοί κανόνες αποδεικτικών στοιχείων, εκτός από τους τυπικούς κανόνες για το αίτημα πληροφοριών, τον διορισμό πραγματογνώμονα κλπ. (άρθρα 8: 27-8: 29 και 8: 42-8: 51 του γενικού νόμου περί διοικητικών διαδικασιών). Η νομολογία ασφαλώς προβλέπει εμπειρικούς κανόνες σχετικά με τους ουσιαστικές διατάξεις για την αποδεικτική διαδικασία. Για παράδειγμα: Όταν η προσβαλλόμενη απόφαση περιορίζει τα δικαιώματα ενός πολίτη ή έχει κατασταλτικό χαρακτήρα, το βάρος της απόδειξης εναπόκειται στη δημόσια αρχή. Ένας άλλος σχετικός εμπειρικός κανόνας είναι: ποιος πήρε την πρωτοβουλία για τη διοικητική απόφαση; Εάν η διοικητική διαδικασία λήψης απόφασης ξεκίνησε από αίτηση του εμπλεκόμενου πολίτη, το πρώτο βάρος της απόδειξης εναπόκειται στον αιτούντα. Τα έγγραφα πολιτικής και γενικά οι δεσμευτικοί κανόνες δεν μπορούν να ελεγχθούν απευθείας από τα διοικητικά δικαστήρια.

V. Πρόσβαση στη δικαιοσύνη κατά πράξεων ή παραλείψεων

Όταν ιδιώτες ή νομικά πρόσωπα ενεργούν κατά παράβαση της περιβαλλοντικής νομοθεσίας, η ολλανδική νομοθεσία προβλέπει τη δυνατότητα προσφυγής απευθείας στο Δικαστήριο. Ωστόσο, οι διαδικασίες αυτές δεν αφορούν ειδικά περιβαλλοντικές υποθέσεις, αλλά εκδικάζονται σε (αστικά, τακτικά) δικαστήρια με βάση το δίκαιο περί αδικοπραξίας, το οποίο ρυθμίζεται από το άρθρο 6: 162 του ολλανδικού αστικού κώδικα (Burgerlijk Wetboek). Ο προσφεύγων μπορεί να ζητήσει αποζημίωση ή μπορεί να απαιτήσει από το Δικαστήριο να διατάξει τον ιδιώτη ή το νομικό πρόσωπο να διακόψει τη δραστηριότητά του. Το ίδιο ισχύει και για τις προσφυγές κατά κρατικών φορέων. Τα διοικητικά δικαστήρια στην Ολλανδία που χειρίζονται υποθέσεις για τις περιβαλλοντικές άδειες και για την επιβολή του περιβαλλοντικού δικαίου δεν είναι αρμόδια σε τέτοιες περιπτώσεις για ιδιώτες ή νομικά πρόσωπα. Τα διοικητικά δικαστήρια είναι ασφαλώς αρμόδια όταν πρόκειται για περιπτώσεις κατά τις οποίες λαμβάνεται απόφαση για τη χορήγηση περιβαλλοντικής άδειας, την επιβολή μέτρων αναγκαστικής εκτέλεσης και την έγκριση ή την απόρριψη αιτημάτων σε άλλα περιβαλλοντικά ζητήματα. Η οδηγία περί περιβαλλοντικής ευθύνης (2004/35/ΕΚ) τέθηκε σε εφαρμογή από τις Κάτω Χώρες με το άρθρο 17.2 του νόμου για την περιβαλλοντική διαχείριση (Wet Milieubeheer). Η αρμόδια αρχή για τις ζημιές που προκαλούνται στο περιβάλλον είναι η αρχή που είναι αρμόδια για την έκδοση της άδειας για την εγκατάσταση (inrichting) βάσει του γενικού νόμου περί Περιβαλλοντικής Αδειοδότησης (Wet algemene bepalingen omgevingsrecht) ή — για τις εγκαταστάσεις που διέπονται από γενικούς δεσμευτικούς κανόνες για την προστασία του περιβάλλοντος, στις περισσότερες περιπτώσεις, το διάταγμα για τους γενικούς κανόνες για τις δραστηριότητες (Activiteitenbesluit) — η αρχή που είναι αρμόδια για την επιβολή των γενικών κανόνων. Σε περιπτώσεις όπου η ζημιά προκαλείται εκτός μιας εγκατάστασης, η αρμόδια αρχή ορίζεται με βάση τη φύση της ζημιάς, σύμφωνα με το άρθρο 17.9 παράγραφοι 1-4 του νόμου για την περιβαλλοντική διαχείριση. Κάθε ενδιαφερόμενο μέρος, όπως ορίζεται στο άρθρο 1: 2 του γενικού νόμου περί διοικητικών διαδικασιών (ΓΕΝΙΚΟΣ ΝΟΜΟΣ ΠΕΡΙ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΩΝ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΩΝ — Algemene Wet Bestuursrecht), ή κρατικός φορέας μπορεί να ζητήσει από την αρμόδια αρχή να αποφασίσει τη λήψη προληπτικών ή διορθωτικών μέτρων. Αν ένα ενδιαφερόμενο μέρος ασκήσει έφεση, οποιαδήποτε απόφαση σύμφωνα με τον κανονισμό για την εφαρμογή της οδηγίας περί περιβαλλοντικής ευθύνης από μια δημόσια αρχή σε σχέση με την περιβαλλοντική ευθύνη υπόκειται σε δικαστικό έλεγχο. Κάθε προσφυγή εξετάζεται σύμφωνα με τον γενικό κανονισμό για τη διοικητική εκδίκαση υποθέσεων που καθορίζεται στον γενικό νόμο περί διοικητικών διαδικασιών και τους ειδικούς διαδικαστικούς κανόνες για θέματα περιβάλλοντος στον νόμο για την περιβαλλοντική διαχείριση. Όταν ένα διοικητικό δικαστήριο δεν είναι αρμόδιο να επιληφθεί της υπόθεσης που έχει παραπεμφθεί στο Δικαστήριο, το πολιτικό δικαστήριο θα είναι αρμόδιο να εξετάσει την υπόθεση.

VI. Άλλα μέσα πρόσβασης στη δικαιοσύνη

Η εισαγγελία (openbaar ministerie) είναι αρμόδια για τη δίωξη ποινικών πράξεων κατά του περιβάλλοντος, οι οποίες ορίζονται από τον ολλανδικό ποινικό κώδικα (Wetboek van Strafrecht). Για περιβαλλοντικά θέματα υπάρχει ένα συγκεκριμένο τμήμα της εισαγγελικής αρχής για την άσκηση διώξεων σχετικά με αυτό το είδος υποθέσεων. Δεν προβλέπεται άσκηση ποινικής δίωξης από ιδιώτη για περιβαλλοντικά θέματα. Ωστόσο, υπάρχει η δυνατότητα του ενδιαφερομένου να ζητήσει από το ποινικό δικαστήριο να ζητήσει από την εισαγγελία να ασκήσει δίωξη για μια ορισμένη εγκληματική πράξη· Το άρθρο 12 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας (Wetboek van Strafvordering).

Η ύπαρξη ενός εθνικού διαμεσολαβητή διασφαλίζεται από το άρθρο 78α του Ολλανδικού Συντάγματος (Grondwet). Οι Κάτω Χώρες έχουν έναν ειδικό νόμο για τον εθνικό διαμεσολαβητή (Wet Nationale ombudsman). Επιπλέον, το έργο του γραφείου του εθνικού διαμεσολαβητή καλύπτεται από τον ολλανδικό γενικό νόμο περί διοικητικών διαδικασιών (Algemene wet bestuursrecht). Ο εθνικός διαμεσολαβητής διερευνά καταγγελίες που υποβάλλουν σε αυτόν οι πολίτες. Μπορεί επίσης να ξεκινήσει έρευνες αυτεπαγγέλτως. Δεν υπάρχει ειδικός διαμεσολαβητής για θέματα περιβάλλοντος. Μετά από καταγγελία οποιουδήποτε πολίτη ο ολλανδός διαμεσολαβητής είναι αρμόδιος για τη διερεύνηση της συμπεριφοράς της κυβέρνησης. Ο διαμεσολαβητής (http://www.nationaleombudsman.nl/) βοηθά τους πολίτες που αντιμετωπίζουν προβλήματα με την κυβέρνηση και εξηγεί στις διοικητικές αρχές πώς μπορούν να βελτιώσουν την κατάσταση.Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροhttp://www.nationaleombudsman.nl/ Όταν κρίνεται σκόπιμο, ο Εθνικός Διαμεσολαβητής ανταποκρίνεται σε προβλήματα ή παράπονα ξεκινώντας έρευνες. Βάσει νόμου, όλα τα ενδιαφερόμενα μέρη πρέπει να συνεργάζονται με αυτόν. Ο εθνικός διαμεσολαβητής αποτελεί «εφεδρικό μηχανισμό». Αν έχετε κάποια καταγγελία για την κυβέρνηση, το πρώτο βήμα είναι να την υποβάλετε στην ίδια τη διοικητική αρχή. Ο εθνικός διαμεσολαβητής μπορεί να εξετάσει μια καταγγελία, εάν έχει υποβληθεί για πρώτη φορά στην ίδια τη διοικητική αρχή και δεν αντιμετωπίστηκε επαρκώς.

VII. Ιδιότητα διαδίκου

Ιδιότητα διαδίκου

Διοικητική διαδικασία (συμμετοχή του κοινού)

Δικαστική διαδικασία

Πρόσωπα

Στη διοικητική διαδικασία κατά κανόνα ένα ενδιαφερόμενο μέρος, ένα πρόσωπο του οποίου το συμφέρον επηρεάζεται άμεσα από μια απόφαση (άρθρο 1: 2(1) Γενικού νόμου περί διοικητικών διαδικασιών), πρέπει να είναι σε θέση να συμμετάσχει στη διαδικασία που θα οδηγήσει στην απόφαση. Αυτό συμβαίνει τόσο στη διαδικασία που προβλέπεται για επιμέρους αποφάσεις και την εκτενή διαδικασία κατάρτισης του σημείου 3.4 του γενικού νόμου περί διοικητικών διαδικασιών. Στον τομέα του περιβάλλοντος υπάρχουν ωστόσο συγκεκριμένες διατάξεις που θα επιτρέψουν όχι μόνο σε ένα ενδιαφερόμενο μέρος, αλλά σε κάθε πολίτη να καταθέσει τις απόψεις του/της σχετικά με το σχέδιο απόφαση ς, για παράδειγμα στο άρθρο 3.12 παράγραφος 5 του γενικού νόμου περί Περιβαλλοντικής Αδειοδότησης (Wabo).

Το άρθρο 8: 1 του γενικού νόμου περί διοικητικών διαδικασιών (Algemene wet bestuursrecht) προβλέπει ότι μόνο ένας ενδιαφερόμενος (belanghebbende) έχει το δικαίωμα να ασκήσει προσφυγή κατά μιας απόφασης που έχει ληφθεί από δημόσια αρχή. Ένα ενδιαφερόμενο μέρος είναι ένα πρόσωπο του οποίου το συμφέρον επηρεάζεται άμεσα από μια απόφαση (άρθρο 1: 2(1) Του γενικού νόμου περί διοικητικών διαδικασιών). Πριν ασκηθεί μια προσφυγή, είναι υποχρεωτική μια διαδικασία υποβολής ενστάσεων σύμφωνα με το άρθρο 7: 1 του γενικού νόμου περί διοικητικών διαδικασιών, εκτός εάν η απόφαση προετοιμάστηκε σύμφωνα με την εκτενή διαδικασία κατάρτισης που περιγράφεται στην ενότητα 3.4 του γενικού νόμου περί διοικητικών διαδικασιών.

ΜΚΟ

Άρθρο 1: 2(1) ΓΝΔΔ ορίζει ότι ενδιαφερόμενο μέρος είναι ένα φυσικό πρόσωπο (ή νομικό πρόσωπο) του οποίου το συμφέρον επηρεάζεται άμεσα από μια απόφαση. Άρθρο 1: 2(3) Του γενικού νόμου περί διοικητικών διαδικασιών ορίζει ότι όσον αφορά τα νομικά πρόσωπα, τα συμφέροντά τους θεωρείται ότι περιλαμβάνουν τα γενικά και συλλογικά συμφέροντα που εκπροσωπούν ιδιαίτερα σύμφωνα με τους στόχους τους και όπως αποδεικνύεται από τις πραγματικές δραστηριότητές τους. Στον τομέα του περιβάλλοντος υπάρχουν ωστόσο συγκεκριμένες διατάξεις που θα επιτρέψουν όχι μόνο σε ένα ενδιαφερόμενο μέρος, αλλά σε κάθε πολίτη να καταθέσει τις απόψεις του/της σχετικά με το σχέδιο απόφασης.

Το άρθρο 8: 1 του ΓΝΔΔ προβλέπει ότι μόνο ένας ενδιαφερόμενος (belanghebbende) έχει το δικαίωμα να ασκήσει προσφυγή κατά μιας απόφασης που έχει ληφθεί από δημόσια αρχή. Άρθρο 1: 2(1) Γενικού νόμου περί διοικητικών διαδικασιών ορίζει ότι ενδιαφερόμενο μέρος είναι ένα φυσικό πρόσωπο (ή νομικό πρόσωπο) του οποίου το συμφέρον επηρεάζεται άμεσα από μια απόφαση. Άρθρο 1: 2(3) Του γενικού νόμου περί διοικητικών διαδικασιών ορίζει ότι όσον αφορά τα νομικά πρόσωπα, τα συμφέροντά τους θεωρείται ότι περιλαμβάνουν τα γενικά και συλλογικά συμφέροντα που εκπροσωπούν ιδιαίτερα σύμφωνα με τους στόχους τους και όπως αποδεικνύεται από τις πραγματικές δραστηριότητές τους.

Λοιπές νομικές οντότητες

Βλ. ιδιώτες και/ή ΜΚΟ

Βλ. ιδιώτες και/ή ΜΚΟ

Ad hoc ομάδες

Πρέπει να ανταποκρίνονται στις ανάγκες των ιδιωτών ή των ΜΚΟ

Πρέπει να ανταποκρίνονται στις ανάγκες των ιδιωτών ή των ΜΚΟ πριν το τέλος της περιόδου προσφυγής

Αλλοδαπές ΜΚΟ

Βλ. ιδιώτες και/ή ΜΚΟ

Βλ. ιδιώτες και/ή ΜΚΟ

Λοιποί

Βλ. ιδιώτες και/ή ΜΚΟ

Βλ. ιδιώτες και/ή ΜΚΟ

Ο κανόνας που προβλέπει ότι μόνο ένα ενδιαφερόμενο μέρος έχει το δικαίωμα να προσφύγει κατά απόφασης μιας δημόσιας αρχής (άρθρο 8: 1 και 1: 2 του γενικού νόμου περί διοικητικών διαδικασιών) ισχύει για όλες τις διοικητικές δικαστικές διαδικασίες. Από τον Οκτωβρίου 2005 το ολλανδικό διοικητικό δικονομικό δίκαιο δεν προβλέπει πια τη λαϊκή αγωγή. Η τομεακή, περιβαλλοντική νομοθεσία δεν αποκλίνει από αυτόν τον γενικό κανόνα της ικανότητας διαδίκου· Ως εκ τούτου, εφαρμόζεται σε περιπτώσεις που αφορούν άδειες ΕΠΕ και ΟΠΕΡ. Ωστόσο, η τομεακή νομοθεσία αναφέρει, σε περιβαλλοντικά θέματα, ότι όχι μόνο ένα ενδιαφερόμενο μέρος, αλλά και κάθε πολίτης έχει το δικαίωμα να καταθέτει τις απόψεις του/της σχετικά με ένα σχέδιο απόφασης. Η νομιμοποίηση άσκησης προσφυγής για τα κυβερνητικά όργανα ρυθμίζεται στο άρθρο 1: 2 παράγραφοι 1 και 2 του γενικού νόμου περί διοικητικών διαδικασιών, σύμφωνα με το οποίο μια διοικητική αρχή μπορεί να θεωρείται ενδιαφερόμενο μέρος εφόσον τα συμφέροντα που υποχρεούται να προστατεύει βάσει νόμου θεωρούνται δικά της συμφέροντα. Τα δημόσια καθήκοντα που της ανατίθενται και οι αρμοδιότητές της είναι καθοριστικής σημασίας για τον καθορισμό των συμφερόντων που υποχρεούται να προστατεύει. Σύμφωνα με το άρθρο 1: 1 του γενικού νόμου περί διοικητικών διαδικασιών ο Εθνικός Διαμεσολαβητής δεν θεωρείται ως τέτοια διοικητική αρχή. Επιπλέον, δεν υπήρξε ποτέ περίπτωση τέτοιας διαδικασίας ενώπιον διοικητικού δικαστηρίου που κινήθηκε από την Εισαγγελία.

VIII. Νομική εκπροσώπηση

Οι δικηγόροι διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο στις δικαστικές διαδικασίες που σχετίζονται με περιβαλλοντικά ζητήματα, καθώς το περιβαλλοντικό δίκαιο καθίσταται ολοένα και πιο περίπλοκο. Εάν η υπόθεση κερδηθεί στο διοικητικό δικαστήριο, η δημόσια αρχή θα μπορούσε να επιστρέψει τις δαπάνες για τη νομική συνδρομή αν το δικαστήριο το αποφασίσει. Το ποσό που μπορεί να χορηγηθεί είναι μεγιστοποιημένο και συνήθως είναι αρκετά χαμηλότερο από τις εκάστοτε δαπάνες (άρθρο 8: 75 του γενικού νόμου περί διοικητικών διαδικασιών). Ωστόσο, στις διοικητικές διαδικασίες η παρουσία συνηγόρου δεν είναι υποχρεωτική. Το ίδιο ισχύει και για όλα τα διοικητικά δικαστήρια. Συνεπώς, η παρουσία συνηγόρου δεν είναι υποχρεωτική στις διοικητικές δικαστικές διαδικασίες. Με άλλα λόγια, ο γενικός νόμος περί διοικητικών διαδικασιών (Algemene wet bestuursrecht) δεν προβλέπει την παρουσία συνηγόρου για την υποβολή προσφυγής, ούτε νομική εκπροσώπηση στο δικαστήριο. Στις αστικές δικαστικές διαδικασίες η νομική εκπροσώπηση είναι υποχρεωτική, αν και υπάρχει μια σημαντική εξαίρεση για τις περιπτώσεις στις οποίες το οικονομικό συμφέρον της υπόθεσης είναι μεγαλύτερο των 25,000 EUR. Το ίδιο ισχύει για τις διαδικασίες στα ποινικά δικαστήρια. Όλοι οι δικηγόροι είναι μέλη του Δικηγορικού Συλλόγου («Orde van Advocaten» http://www.advocatenorde.nl/).Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροhttp://www.advocatenorde.nl/ Στον δικτυακό τους τόπο μπορεί να γίνει αναζήτηση δικηγόρων με χρησιμοποίηση λέξεων-κλειδιά, όπως τομείς εξειδίκευσης, για παράδειγμα περιβαλλοντική νομοθεσία (milieurecht). Σε ορισμένες περιπτώσεις, ΜΚΟ όπως η Greenpeace (http://www.greenpeace.nl/), Stichting Natuur en Milieu (www2.natuurenmilieu.nl) ή η Milieudefensie (http://www.milieudefensie.nl/. milieudefensie.nl/), είναι σε θέση να συμβάλουν στην άσκηση δημόσιων προσφυγών.Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροhttp://www.greenpeace.nl/Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροhttp://www.milieudefensie.nl/

IX. Αποδεικτικά στοιχεία

Οι Κάτω Χώρες δεν έχουν συγκεκριμένους κανόνες περί αποδεικτικών στοιχείων που ισχύουν μόνο σε θέματα περιβάλλοντος. Σε ποινικές και αστικές δικαστικές διαδικασίες υπάρχουν συγκεκριμένοι κανόνες όσον αφορά τον τρόπο προσκόμισης αποδεικτικών στοιχείων όπως και το ποιος φέρει το βάρος της απόδειξης. Στις αστικές διαδικασίες οι διάδικοι πρέπει να προσκομίσουν όλα τα αποδεικτικά στοιχεία τους για τις καταθέσεις τους στο Δικαστήριο το συντομότερο δυνατό. Ο εισαγγελέας ασκεί την ποινική δίωξη και πρέπει να παρέχει όλα τα στοιχεία στις ποινικές διαδικασίες που αφορούν περιβαλλοντικά θέματα. Στους κανόνες σχετικά με τις διοικητικές δικαστικές διαδικασίες υπάρχουν κάποιοι που αφορούν την παροχή αποδεικτικών στοιχείων, αλλά κανένας για το ποιος από τους διαδίκους φέρει το βάρος της απόδειξης. Η προσκόμιση νέων αποδεικτικών στοιχείων για πρώτη φορά συνήθως επιτρέπεται, εκτός εάν έχει παραβιαστεί η αρχή της δίκαιης δίκης. Αν και ο νομοθέτης αφότου τους εξηγηθεί ότι τα διοικητικά δικαστήρια θα πρέπει να αναζητούν την ουσιαστική αλήθεια και τα δικαστήρια είναι αρμόδια να ζητούν αποδεικτικά στοιχεία αυτεπάγγελτα (ex officio), οι τρέχουσες διαδικασίες ενώπιον των διοικητικών δικαστηρίων, από πολλές απόψεις, μοιάζει με τη διαδικασία των πολιτικών δικαστηρίων, όπου οι διάδικοι αναμένεται να παράσχουν αποδεικτικά στοιχεία. Οι διάδικοι έχουν τη δυνατότητα να παρουσιάσουν τις απόψεις των πραγματογνωμόνων, να έχουν έναν πραγματογνώμονα ως μάρτυρα και να ζητήσουν από το δικαστήριο να διορίσει πραγματογνώμονα για τη διεξαγωγή έρευνας (βλέπε τμήμα 8.2.2 του γενικού νόμου περί διοικητικών διαδικασιών σχετικά με την προκαταρκτική έρευνα). Το δικαστήριο αξιολογεί όλα τα αποδεικτικά στοιχεία που υποβάλλονται και κρίνει ποια από αυτά είναι αξιόπιστα. Όταν παρουσιάζεται η γνώμη των πραγματογνωμόνων, δεν είναι ασφαλώς δεσμευτική για τον διοικητικό δικαστή, αν και οι δικαστές είναι πιθανό να συμφωνήσουν με τη γνώμη του πραγματογνώμονα που διόρισαν. Η γνώμη του πραγματογνώμονα δεν είναι επίσης δεσμευτική στην περίπτωση που το δικαστήριο δεν διόρισε πραγματογνώμονα, αλλά ένας διάδικος υπέβαλε μια έκθεση. Τα δικαστήρια είναι πάντα σε θέση να αξιολογούν την ποιότητα και τη συνοχή της έκθεσης και λαμβάνουν υπόψη τους το αν ο πραγματογνώμονας υπέβαλε στοιχεία σύμφωνα με την αρχή της επιμέλειας. Στο πλαίσιο διαδικασιών που αφορούν διοικητικές αποφάσεις σχετικά με περιβαλλοντικά θέματα, υπάρχει η πιθανότητα το δικαστήριο να διορίσει έναν ειδικό ανεξάρτητο πραγματογνώμονα, το ίδρυμα για την παροχή συμβουλών στα Διοικητικά Δικαστήρια στις υποθέσεις περιβάλλοντος και χρήσης γης (Stichting Advisering Bestuursrechtspraak ή StAB). Το ίδρυμα αυτό χρηματοδοτείται από την κυβέρνηση και ειδικεύεται σε θέματα περιβάλλοντος. Ο νόμος προβλέπει ότι θα συντάξει μια έκθεση για κάθε περιβαλλοντική υπόθεση κατόπιν αιτήματος του διοικητικού δικαστηρίου. Λόγω της διαθεσιμότητας του ιδρύματος, η πιθανότητα το δικαστήριο να διορίσει έναν πραγματογνώμονα για να εξετάσει τη συγκεκριμένη απόφαση κρίνεται ελαφρώς καλύτερη σε διαδικασίες σχετικά με περιβαλλοντικά θέματα.

Χ. Τα ασφαλιστικά μέτρα

Σε γενικές γραμμές μια απόφαση διοικητικής αρχής τίθεται σε ισχύ όταν έχει κοινοποιηθεί σύμφωνα με τους γενικούς κανόνες περί κοινοποίησης του γενικού νόμου περί διοικητικών διαδικασιών. Ωστόσο, οι πιο σημαντικές περιβαλλοντικές αποφάσεις τίθενται σε ισχύ μόνο όταν η περίοδος άσκησης προσφυγής κατά των αποφάσεων αυτών έχει λήξει, εφόσον αυτό προβλέπει η τομεακή νομοθεσία. Σε γενικές γραμμές η προσφυγή κατά κυβερνητικής απόφασης στις Κάτω Χώρες δεν έχει ανασταλτικό αποτέλεσμα (βλ. άρθρο 6: 16 του γενικού νόμου περί διοικητικών διαδικασιών). Ωστόσο, η τομεακή ή ειδική νομοθεσία μερικές φορές αποκλίνει από αυτόν τον γενικό κανόνα. Ως εκ τούτου, οι διοικητικές αποφάσεις μπορούν γενικά να εκτελούνται άμεσα, ακόμη και σε περίπτωση άσκησης προσφυγής ή δικαστικής απόφασης. Οιαδήποτε εκτέλεση απόφασης που ακυρώνεται αργότερα από το δικαστήριο δύναται ωστόσο να οδηγήσει στον καταλογισμό ευθύνης.

Εάν το ένδικο μέσο που ασκείται κατά απόφασης έχει κατατεθεί στο περιφερειακό δικαστήριο ή, πριν από την ενδεχόμενη προσφυγή στο περιφερειακό δικαστήριο, εάν ασκήθηκε ανακοπή, ο Πρόεδρος του περιφερειακού δικαστηρίου που έχει ή μπορεί να έχει δικαιοδοσία στο πλαίσιο της διαδικασίας επί της ουσίας μπορεί, κατόπιν αιτήσεως, να χορηγούν προσωρινή λύση στις περιπτώσεις που η ταχύτητα είναι ζωτικής σημασίας λόγω των εμπλεκομένων συμφερόντων. Έτσι, μόλις υποβληθεί ένσταση ή να ασκηθεί προσφυγή (pro forma), τα δικαστήρια είναι αρμόδια να διατάξει τη λήψη ασφαλιστικών μέτρων κατόπιν αιτήσεως κάθε ενδιαφερομένου που έχει υποβάλει την ένσταση ή η προσφυγή και έχει αποδείξει την επείγουσα ανάγκη για λήψη ασφαλιστικών μέτρων λόγω των εμπλεκομένων συμφερόντων (βλ. άρθρο 8: 81 του γενικού νόμου περί διοικητικών διαδικασιών).

Τα ασφαλιστικά μέτρα περιλαμβάνουν οποιαδήποτε δικαστική προσφυγή αλλά πρακτικά σε όλες τις υποθέσεις αποδίδουν ανασταλτική ισχύ ή περιστέλλουν την ανασταλτική ισχύ μιας απόφασης που έλαβε μια διοικητική αρχή. Δεν προβλέπεται προσφυγή κατά παραλείψεως από το διοικητικό δικαστήριο.

XI. Επί των δικαστικών εξόδων

Οι διοικητικές διαδικασίες δεν συνεπάγονται τέλη. Προκειμένου ένα διοικητικό δικαστήριο να εξετάσει την υπόθεση του αιτούντα, είναι απαραίτητη η καταβολή τέλους. Το τέλος που καταβάλλεται για τις δικαστικές διαδικασίες σε πρώτο βαθμό ορίζεται στο άρθρο 8: 41 του γενικού νόμου περί διοικητικών διαδικασιών (Algemene wet bestuursrecht). Γενικά το τέλος δεν θεωρείται ιδιαίτερα υψηλό. Ποικίλλει ανάλογα με το είδος του προσώπου που κινεί τη διαδικασία και τον τύπο της υπόθεσης και του ουσιαστικού δικαίου που ισχύει για την υπόθεση. Άρθρο 8: 41(3) Γενικού νόμου περί διοικητικών διαδικασιών ορίζει ρητά τα διάφορα τέλη. Το 2013 το τέλος είναι 44 EUR για κάθε φυσικό πρόσωπο που ασκεί προσφυγή ή αιτείται τη λήψη ασφαλιστικών μέτρων κατά αποφάσεως διοικητικής αρχής η οποία εξετάζει θέματα κοινωνικής ασφάλισης και θέματα συναφούς νομοθεσίας (βλ. άρθρο 8: 41 (3) Του γενικού νόμου περί διοικητικών διαδικασιών). Ορίζεται στα 160 EUR για τα φυσικά πρόσωπα σε κάθε άλλη περίπτωση και 318 EUR για κάθε νομικό πρόσωπο που καταθέτει προσφυγή ή αίτηση λήψης ασφαλιστικών μέτρων. Τα τέλη για τις διαδικασίες ενώπιον διοικητικού δικαστηρίου είναι κάπως υψηλότερα και προβλέπονται στη νομοθεσία που εφαρμόζεται στη διαδικασία ενώπιον των εφετείων. Όταν η προσφυγή είναι επιτυχής, οι εν λόγω δαπάνες συνήθως θα πρέπει να καταβληθούν από τη διοικητική αρχή (άρθρο 8: 75 του γενικού νόμου περί διοικητικών διαδικασιών). Σε πολύ σπάνιες περιπτώσεις κατάχρησης του δικαιώματος προσφυγής, το Δικαστήριο μπορεί να αποφασίσει ότι ο προσφεύγων πρέπει να αναλάβει τα (πάγια) έξοδα της διοικητικής αρχής. Στις περισσότερες περιπτώσεις δεν ισχύει η αρχή σύμφωνα με την οποία «ο ηττηθείς πληρώνει». Στις αστικές δικαστικές διαδικασίες το κόστος είναι λίγο υψηλότερο. Το κόστος των δικαστικών διαδικασιών σε Περιφερειακό Δικαστήριο κυμαίνεται (στις πιο συνήθεις περιπτώσεις το 2013 ήταν 274 EUR για φυσικά πρόσωπα και 589 EUR για νομικά πρόσωπα, μπορεί ωστόσο να είναι υψηλότερο όταν τα συμφέροντα της υπόθεσης είναι μεγαλύτερα). Όταν μια υπόθεση αφορά αξιώσεις πάνω από 25,000 EUR ή πάνω από 100,000 EUR, τα τέλη είναι αντίστοιχα υψηλότερα. Κάτω από ειδικές συνθήκες, όταν ένα πρόσωπο θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως άπορο ή φτωχό ορίζεται ένα ειδικό χαμηλό τέλος. Σε αστικές υποθέσεις επικρατεί η αρχή «ο ηττηθείς πληρώνει». Σε όλες τις άλλες περιπτώσεις το κόστος μπορεί να είναι οι δαπάνες για την επαγγελματική νομική συνδρομή σε νομικές διαδικασίες. Τα έξοδα αυτά διαφέρουν με βάση το είδος (και την εξειδίκευση) του δικηγόρου που προσλαμβάνει ο αιτών. Αν ο προσφεύγων ή ο αιτών θεωρείται άπορος ή φτωχός, μπορεί να ζητήσει την επιδοτούμενη νομική συνδρομή, αλλά θα πρέπει να αναλάβει και ο ίδιος ένα μέρος του κόστους

ΧΙΙ. Μηχανισμοί οικονομικής συνδρομής

Τα δικαστήρια δεν μπορούν να παρέχουν απαλλαγές από τα δικαστικά τέλη. Ωστόσο, η ολλανδική νομοθεσία προβλέπει την επιδοτούμενη νομική συνδρομή και τα μειωμένα τέλη για τους προσφεύγοντες οι οποίοι θεωρούνται άποροι ή φτωχοί. Επιπλέον, υπάρχουν ειδικά γραφεία που παρέχουν νομική συνδρομή σε ανεπίσημη βάση, αν και αυτό τις περισσότερες φορές συνεπάγεται κανονικά έξοδα για την παροχή νομικής συνδρομής, για τα οποία θα μπορούσε να παρέχεται επιδότηση σύμφωνα με τις ίδιες προϋποθέσεις που ισχύουν για τα μειωμένα τέλη. Επιπλέον αυτά τα δικηγορικά γραφεία μπορούν να πειστούν να παρέχουν δωρεάν νομική συνδρομή και ορισμένα ισχυρίζονται ότι το πράττουν τακτικά, ωστόσο τα περισσότερα δικηγορικά γραφεία συνήθως δεν παρέχουν δωρεάν νομική συνδρομή σε σχετικά κανονικές υποθέσεις. Δεν υπάρχουν κέντρα παροχής νομικών συμβουλών που να ασχολούνται με περιβαλλοντικές υποθέσεις, τα οποία να είναι διαθέσιμα στο ευρύ κοινό. Ωστόσο, σε ορισμένες περιπτώσεις, ΜΚΟ όπως η Greenpeace οργανώνουν διαμαρτυρίες κατά αποφάσεων δημοσίων αρχών και παρέχουν συνδρομή για την υποβολή προσφυγών.

ΧΙΙΙ. Επικαιρότητα

Εάν ζητηθεί η έκδοση απόφασης, η διοικητική αρχή πρέπει να εκδώσει απόφαση εντός του χρόνου που προβλέπεται στην τομεακή νομοθεσία ή — εάν δεν προβλέπεται τέτοιος όρος — εντός εύλογου χρονικού διαστήματος, το οποίο θεωρείται ότι είναι οκτώ εβδομάδες σύμφωνα με το άρθρο 4: 13 γενικού νόμου περί διοικητικών διαδικασιών. Η προθεσμία για την υποβολή αίτησης για μια (περίπλοκη) περιβαλλοντική άδεια είναι έξι μήνες και για λιγότερο περίπλοκες υποθέσεις είναι οκτώ εβδομάδες, όπως ισχύει για την οικοδομική άδεια. Και οι δύο ορίζονται στον γενικό νόμο για την Περιβαλλοντική Αδειοδότηση (Wet algemene bepalingen omgevingsrecht). Υπάρχουν τουλάχιστον δύο διαφορετικά είδη κυρώσεων, όταν μια διοικητική αρχή δεν εκδίδει απόφαση εγκαίρως. Ο αιτών πρέπει καταρχάς να ενημερώσει τη δημόσια αρχή ότι η απόφαση δεν εκδόθηκε εγκαίρως και δύο εβδομάδες μετά την επίσημη ανακοίνωση υπάρχει η δυνατότητα να γίνουν δύο ενέργειες. Πρώτον, ο αιτών έχει το δικαίωμα να προσφύγει στο δικαστήριο άμεσα για το γεγονός ότι δεν εκδόθηκε καμία απόφαση. Όταν το αρμόδιο δικαστήριο αποφασίσει ότι η δημόσια αρχή πράγματι δεν εξεπλήρωσε την υποχρέωσή της να εκδώσει απόφαση εγκαίρως, υποχρεώνει τη δημόσια αρχή να εκδώσει απόφαση και ορίζει χρηματική ποινή για κάθε ημέρα που η δημόσια αρχή δεν εκδίδει απόφαση. Δεύτερον, σε περίπτωση που έχουν παρέλθει δύο εβδομάδες από την ενημέρωση του προσφεύγοντα, είναι η καταβολή χρηματικής αποζημίωσης για κάθε ημέρα που η δημόσια αρχή καθυστερεί, με μέγιστο όριο τα 1 260 EUR. Αν κάποιος επιθυμεί να προσβάλει μια απόφαση, η προσφυγή πρέπει να κατατίθεται εντός έξι εβδομάδων από την κοινοποίηση της απόφασης. Στις περισσότερες περιπτώσεις, κανείς δεν επιτρέπεται να υποβάλει προσωρινή (pro forma) προσφυγή, γεγονός που συνεπάγεται ότι ορίζεται νέα προθεσμία για την υποβολή των λόγων άσκησης της προσφυγής. Παρά το γεγονός ότι τα δικαστήρια προσπάθησαν πρόσφατα να θέσουν πιο σύντομα δικαστικές προθεσμίες, συνήθως πραγματοποιείται ακρόαση μετά από εννιά μήνες. Αυτό επιτρέπει στους διαδίκους να υποβάλλουν τους λόγους της προσφυγής και δεν θίγει τα δικαιώματά τους να απαντήσουν στις γραπτές κοινοποιήσεις τους εκατέρωθεν. Δεν υπάρχει χρονικό όριο όσον αφορά τον ορισμό ημερομηνίας για την ακροαματική διαδικασία από το Δικαστήριο. Εάν ένα δικαστήριο έχει τεθεί προθεσμία στα μέρη μέχρι δέκα ημέρες πριν από την ακροαματική διαδικασία για την παροχή νέων πληροφοριών ή νέων λόγο αναιρέσεώς τους, αλλά θα πρέπει να έχουν υπόψη τους ότι η αρχή της δίκαιης δίκης θα μπορούσε να περιορίσει την ελευθερία να υποβάλουν νέα στοιχεία ή χαρακτηριστικά που συνιστούν λόγους διακρίσεων. Ο γενικός νόμος περί διοικητικών διαδικασιών ορίζει το χρονικό όριο για την έκδοση απόφασης μετά την ακρόαση από ένα διοικητικό δικαστήριο. Η προθεσμία αυτή ορίζεται στις έξι εβδομάδες και μπορεί να παραταθεί για άλλες έξι εβδομάδες. Δεν προβλέπονται ωστόσο κυρώσεις κατά δικαστηρίων που καθυστερούν την έκδοση αποφάσεων. Συνήθως ένα δικαστήριο οφείλει να εκδώσει απόφαση εντός 9 έως 12 μηνών. Πρόσφατα, τονίστηκε από τον νομοθέτη και από τη δικαστική εξουσία ότι οι δικαστικές διαδικασίες θα πρέπει στο μέτρο του δυνατού να οδηγούν σε οριστική επίλυση της διοικητικής διαφοράς. Ως εκ τούτου, έχουν χρησιμοποιηθεί πολλά μέσα που επιτρέπουν στα δικαστήρια να προσπαθούν να επιτυγχάνουν αυτόν τον στόχο. Για παράδειγμα, όταν ένα δικαστήριο εκτιμά ότι μια απόφαση παραβιάζει τη νομοθεσία, έχει ανατεθεί η αρμοδιότητα να ζητήσει από τη διοικητική αρχή προσπαθεί να αποκαταστήσουν τις παρατυπίες (αυτό ονομάζεται «διοικητικός βρόχος»· Άρθρο 8: 51α — 8: 51 και άρθρο 8: 80α και 8: 80β του γενικού δικαίου act.act).

ΧΙV. Άλλα θέματα

Οι περιβαλλοντικές αποφάσεις συνήθως προσβάλλονται στο πλαίσιο δικαστικής διοικητικής διαδικασίας μέσω της υποβολής απόψεων και μέσω της προσβολής του σχεδίου απόφασης. Σε (περίπλοκες, σημαντικές) περιβαλλοντικές υποθέσεις είναι σύνηθες να διεξάγεται συζήτηση για το υπό εξέταση σχέδιο με το ενδιαφερόμενο κοινό πριν ξεκινήσει η επίσημη διοικητική διαδικασία. Στις περισσότερες περιπτώσεις οι απόψεις που υποβάλλονται είναι πιθανότατα γνωστές στη δημόσια αρχή λόγω των πληροφοριών που έχουν συλλεχθεί κατά την κατάρτιση του σχεδίου της απόφασης. Πληροφορίες σχετικά με τις περιβαλλοντικές επιπτώσεις σε γενικές γραμμές δεν προβλέπονται συστηματικά με καθορισμένη και εύκ ολα προσβάσιμη διαδικασία, αλλά το αίτημα πληροφοριών θα οδηγήσει σε μια απόφαση σχετικά με τη δημοσιοποίηση των πληροφοριών, η οποία μπορεί να προσβληθεί στο δικαστήριο. Πληροφορίες σχετικά με την εκτίμηση περιβαλλοντικών επιπτώσεων είναι σε μεγάλο βαθμό προσβάσιμες μέσω του δικτυακού τόπου της Επιτροπής για την εκτίμηση περιβαλλοντικών επιπτώσεων (http://www.commissiemer.nl/).Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροhttp://www.commissiemer.nl/ Επιπλέον πληροφορίες για νομικά θέματα παρέχονται από μια υπηρεσία της κυβέρνησης (http://www.agentschapnl.nl/), η οποία έχει διάφορους δικτυακούς τόπους με πληροφορίες σχετικά με το περιβάλλον στις Κάτω Χώρες και την περιβαλλοντική νομοθεσία (http://www.infomil.nl/).Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροhttp://www.agentschapnl.nl/Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροhttp://www.infomil.nl/ Οι κυβερνητικές οργανώσεις στις Κάτω Χώρες είναι πλέον πεπεισμένες ότι η εξωδικαστική επίλυση των διαφορών αποτελεί μια καλή εναλλακτική λύση σε σχέση με τις δικαστικές διαδικασίες. Αυτό ισχύει και για τις περιβαλλοντικές υποθέσεις. Επιπλέον, ορισμένα διοικητικά δικαστήρια, όπως το ανώτατο διοικητικό δικαστήριο για περιβαλλοντικές υποθέσεις, προσφέρουν στους διαδίκους τη δυνατότητα να ορίσουν έναν διαμεσολαβητή και να προσπαθήσουν να διευθετήσουν τη διαφορά τους μέσω του συμβιβασμού και χωρίς την έκδοση απόφασης από δικαστήρια.

XV. Αλλοδαποί

Οι διακρίσεις με βάση τη χώρα προέλευσης ή/και τη γλώσσα απαγορεύονται από το ολλανδικό Σύνταγμα (άρθρο 1). Σε γενικές γραμμές η (διαδικαστική) νομοθεσία απαιτεί όλες οι αγωγές, προσφυγές και άλλα κείμενα να υποβάλλονται στο δικαστήριο στην ολλανδική γλώσσα. Η απόφαση και άλλα κείμενα του δικαστηρίου θα είναι επίσης στην ολλανδική γλώσσα. Υπάρχουν ωστόσο δυνατότητες κάποια σχετικά έγγραφα να έχουν συνταχθεί σε άλλη μεταφρασμένη γλώσσα. Επιπλέον, όταν κάποιος συμμετέχει σε μια ακροαματική διαδικασία και δεν είναι σε θέση να μιλήσει την ολλανδική γλώσσα επαρκώς, επιτρέπεται να χρησιμοποιήσει τη δική του γλώσσα και το Δικαστήριο θα μεριμνήσει για τη δωρεάν διερμηνεία (βλ. άρθρο 8: 36 του γενικού νόμου περί διοικητικών διαδικασιών).

ΧVΙ. Διασυνοριακές υποθέσεις

Δεν υπάρχουν γενικοί διαδικαστικοί κανόνες στην ολλανδική νομοθεσία όσον αφορά τα περιβαλλοντικά ζητήματα σε άλλη χώρα. Στις περισσότερες περιπτώσεις οι διασυνοριακές υποθέσεις εξετάζονται σύμφωνα με τους συνήθεις διαδικαστικούς κανόνες. Ασφαλώς οι περιβαλλοντικές επιπτώσεις ολλανδικών σχεδίων σε άλλες χώρες λαμβάνονται υπόψη για τις αποφάσεις που λαμβάνουν οι ολλανδικές αρχές, αλλά δεν υπάρχουν γενικοί κανόνες σχετικά με τις διασυνοριακές υποθέσεις. Οι αλλοδαποί οι οποίοι πλήττονται από την απόφαση που έχει λάβει μια δημόσια αρχή μπορούν να θεωρηθούν ενδιαφερόμενα μέρη (άρθρο 1: 2 του γενικού νόμου περί διοικητικών διαδικασιών) και έχουν επομένως ικανότητα διαδίκου στα ολλανδικά διοικητικά δικαστήρια και είναι επιλέξιμοι σχεδόν για το σύνολο της νομικής και οικονομικής συνδρομής που προαναφέρθηκε.

Σχετικοί σύνδεσμοι

[1] Το σύνολο της ολλανδικής νομοθεσίας που περιλαμβάνεται στον παρόντα δικτυακό τόπο βρίσκεται στη διεύθυνση http://wetten.overheid.nl/zoeken/.Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροhttp://wetten.overheid.nl/zoeken/

[2] Πληροφορίες σχετικά με το ολλανδικό δικαστικό σύστημα είναι διαθέσιμες στο διαδίκτυο στη διεύθυνση http://www.rechtspraak.nl/.Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροhttp://www.rechtspraak.nl/


Αυτόματη μετάφραση του περιεχομένου. Ο ιδιοκτήτης της σελίδας αυτής δεν αποδέχεται καμία ευθύνη για την ποιότητα αυτής της μετάφρασης, που έγινε από μηχανή.

Τελευταία επικαιροποίηση: 14/09/2016