Fermer

LA VERSION BÊTA DU PORTAIL EST DISPONIBLE!

Consultez la version bêta du portail européen e-Justice et faites-nous part de votre expérience!

 
 

Chemin de navigation

  • Accueil
  • Accès à la justice dans le domaine environnemental

menu starting dummy link

Page navigation

menu ending dummy link

Πρόσβαση στη δικαιοσύνη για περιβαλλοντικά θέματα - Πολωνία

Cette page a été traduite automatiquement: sa qualité ne peut pas être garantie.

La qualité de cette traduction a été évaluée comme: moyenne

Estimez-vous que cette traduction est utile?


  1. Συνταγματικά θεμέλια
  2. Δικαιοσύνη
  3. #II
  4. Πρόσβαση σε πληροφορίες — υποθέσεις σχετικές με το περιβάλλον
  5. Πρόσβαση στη δικαιοσύνη και συμμετοχή του κοινού
  6. Πρόσβαση στη δικαιοσύνη κατά πράξεων ή παραλείψεων
  7. Άλλα μέσα πρόσβασης στη δικαιοσύνη
  8. Ιδιότητα διαδίκου
  9. Νομική εκπροσώπηση
  10. Αποδεικτικά στοιχεία
  11. Προσωρινά μέτρα
  12. Επί των δικαστικών εξόδων
  13. Μηχανισμοί οικονομικής συνδρομής
  14. Επικαιρότητα
  15. Άλλα θέματα
  16. Αλλοδαποί
  17. Διασυνοριακές υποθέσεις

I. Συνταγματικά θεμέλια

Το Σύνταγμα της Πολωνίας δεν προβλέπει το δικαίωμα (για καθαρό, υγιές, ευχάριστο κτλ.) περιβάλλον.

  • Το άρθρο 5 του Συντάγματος προβλέπει τον γενικό κανόνα ότι η Δημοκρατία της Πολωνίας εγγυάται την προστασία του περιβάλλοντος σύμφωνα με την αρχή της αειφόρου ανάπτυξης.
  • Σύμφωνα με το άρθρο 86 του Συντάγματος, ο καθένας πρέπει να φροντίζει για την ποιότητα του περιβάλλοντος και πρέπει να θεωρείται υπεύθυνος για την πρόκληση της υποβάθμισής του. Οι αρμόδιες αρχές πρέπει να προβλέπονται από τον νόμο.
  • Άρθρα 74 παράγραφος 1,2 και 4 του Συντάγματος προβλέπουν τη γενική υποχρέωση των δημόσιων αρχών να προστατεύουν το περιβάλλον.
    • Οι δημόσιες αρχές πρέπει να επιδιώξουν πολιτικές για την προστασία της οικολογικής ασφάλειας των σημερινών και των μελλοντικών γενεών.
    • Η προστασία του περιβάλλοντος πρέπει να αποτελεί καθήκον των δημόσιων αρχών.
    • Οι δημόσιες αρχές πρέπει να στηρίζουν τις δραστηριότητες των πολιτών για την προστασία και τη βελτίωση της ποιότητας του περιβάλλοντος.
  • Το άρθρο 68 παράγραφος 4 του Συντάγματος ορίζει ότι οι δημόσιες αρχές πρέπει να καταπολεμούν ασθένειες και να προλαμβάνουν αρνητικές συνέπειες για την υγεία από την υποβάθμιση του περιβάλλοντος.
  • Το άρθρο 74 παράγραφος 3 διασφαλίζει στον καθένα το δικαίωμα της λήψης πληροφοριών σχετικά με την ποιότητα του περιβάλλοντος και της προστασίας του.

Θα ήταν ανεπαρκής η επίκληση μόνο των συνταγματικών διατάξεων σε διοικητικές ή δικαστικές διαδικασίες, εφόσον οι ανωτέρω συνταγματικές διατάξεις που προβλέπονται στα άρθρα 86 και 74 πρέπει να περιλαμβάνονται στη νομοθεσία (βλ. άρθρο 81 και τελευταία πρ όταση του άρθρου 86 του Συντάγματος). Μπορεί ωστόσο να τα επικαλεσθεί κάποιος ως συμπληρωματικά επιχειρήματα προκειμένου να ενισχυθεί η επιχειρηματολογία της αίτησής του.

Μπορεί να γίνει επίκληση διεθνών συμφωνιών απευθείας σε δικαστικές και διοικητικές διαδικασίες, καθώς και, σύμφωνα με το άρθρο 91 παράγραφος 1 και 2 του Συντάγματος, επικυρωμένων διεθνών συμφωνιών, μετά τη δημοσίευσή τους στην Επίσημη Εφημερίδα, μόλις αποτελέσουν τμήμα της εσωτερικής έννομης τάξης και εφαρμοστούν άμεσα. Στην πράξη, ωστόσο, γίνεται επίκληση τόσο των διεθνών συμφωνιών όσο και του εφαρμοστέου εθνικού δικαίου.

Η σύμβαση του Aarhus μπορεί να εφαρμοστεί άμεσα από διοικητικά όργανα και δικαστήρια, εφόσον πληροί τους όρους της άμεσης εφαρμογής — πληροί τις προϋποθέσεις του άρθρο 91 του Συντάγματος.

Σε μία περίπτωση, το Δικαστήριο έκρινε ότι η σύμβαση του Aarhus δεν πληρούν το πρότυπο αυτό λόγω της διατάξεις που απαιτούν από τα μέρη να «λάβουν τα αναγκαία νομοθετικά, κανονιστικά και άλλα μέτρα» ενώ σε αρκετές άλλες αποφάσεις των δικαστηρίων, χωρίς εκτίμηση της άμεσης εφαρμογής, να επικαλεστεί τη σύμβαση του Aarhus πέρα από τους σχετικούς εθνικούς κανονισμούς (και όχι ως τη μοναδική, κύρια, νομική βάση).

ΙΙ. Δικαιοσύνη

Σύμφωνα με το άρθρο 175 παράγραφος 1 του Συντάγματος, το πολωνικό δικαστικό σύστημα αποτελείται από τα ακόλουθα κύρια είδη δικαστηρίων:

  1. Τα λεγόμενα γενικά δικαστήρια, τα οποία διακρίνονται περαιτέρω στα εξής:

α) τα αστικά δικαστήρια, στα οποία — εκτός από τους «γενικούς» αστικούς κλάδους — περιλαμβάνονται πχ. εμπορικοί, οικογενειακοί και εργατικοί κλάδοι·

β) Ποινικά δικαστήρια·

  1. Διοικητικά δικαστήρια·
  2. Στρατιωτικά δικαστήρια.

Τα ανωτέρω δικαστήρια χωρίζονται σε επίπεδα (βαθμούς δικαιοδοσίας). Υπάρχουν τρεις βαθμοί δικαιοδοσίας γενικών δικαστηρίων — ο υψηλότερος βαθμός είναι το Ανώτατο Δικαστήριο (Sąd Najwyższy). Ωστόσο, δεν μπορούν να παραπέμπονται όλες οι υποθέσεις στο Ανώτατο Δικαστήριο (για ορισμένες υποθέσεις υπάρχουν διαθέσιμοι μόλις δύο βαθμοί δικαιοδοσίας).

Τα διοικητικά δικαστήρια περιλαμβάνουν δύο βαθμούς δικαιοδοσίας — ο δεύτερος (και ο υψηλότερος) είναι το κύριο διοικητικό δικαστήριο (Naczelny Sąd Administracyjny). Σύμφωνα με το άρθρο 184 του Συντάγματος, ο ρόλος τους είναι ο δικαστικός έλεγχος των δραστηριοτήτων της δημόσιας διοίκησης.

Πρακτικά οι περισσότερες υποθέσεις που σχετίζονται με το περιβάλλον υπόκεινται στη δικαιοδοσία του διοικητικού δικαστηρίου (καθώς για τα περιβαλλοντικά ζητήματα συνήθως εκδίδονται διοικητικές αποφάσεις ή διοικητικές πράξεις).

Τα πολιτικά δικαστήρια εξετάζουν υποθέσεις του κλάδου ιδιωτικού δικαίου (διαφορές μεταξύ δύο ιδιωτών) συμπεριλαμβανομένων των περιπτώσεων που αφορούν περιβαλλοντική ζημιά σε περιουσία.

Τα ποινικά δικαστήρια εξετάζουν υποθέσεις που σχετίζονται με περιβαλλοντικά εγκλήματα ή πταίσματα που προβλέπονται στον ποινικό κώδικα ή στην περιβαλλοντική νομοθεσία.

Στην Πολωνία οι περιβαλλοντικές υποθέσεις εκδικάζονται από τα όργανα και τα δικαστήρια γενικής αρμοδιότητας, δεν υπάρχουν ειδικά περιβαλλοντικά δικαστήρια ή συμβούλια.

Η λεγόμενη «άγρα δωσιδικίας» (forum shopping), η επιλογή δηλαδή του αρμόδιου δικαστηρίου από έναν διάδικο, δεν είναι δυνατή στην Πολωνία. Αυτό σημαίνει ότι κάποιος πρέπει να υποβάλει την υπόθεση στο σωστό δικαστήριο (πχ. διοικητικό ή γενικό), του σωστού βαθμού δικαιοδοσίας και στη σωστή περιοχή (πόλη).

Το σύστημα των προσφυγών διαφέρει ανάλογα με τον τύπο του Δικαστηρίου.

Στην περίπτωση των διοικητικών αποφάσεων (συμπεριλαμβανομένων των αποφάσεων που αφορούν περιβαλλοντικές υποθέσεις), το σύνηθες σύστημα προσφυγών αποτελείται από τρία βήματα:

  • πρώτο — υποβολή καταγγελίας στη δευτεροβάθμια διοικητική αρχή (ανώτερη σε σχέση με την αρχή που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση). Για παράδειγμα, για τις αυτοδιοικητικές αρχές η δευτεροβάθμια αρχή θα είναι η αυτοδιοικητική αρχή προσφυγών (Samorządowe Kolegium Odwoławcze), για το βοεβοδάτο (wojewoda) — τον σχετικό υπουργό κλπ.
  • Σε περίπτωση που η απόφαση της δευτεροβάθμιας αρχής δεν είναι υπέρ του ενάγοντος, μπορεί να υποβάλει καταγγελία στο πρωτοβάθμιο διοικητικό δικαστήριο, δηλ. στο διοικητικό δικαστήριο του βοεβοδάτου (wojewódzki sąd administracyjny)
  • Σε περίπτωση που η απόφαση του Δικαστηρίου δεν είναι υπέρ του ενάγοντος, μπορεί να υποβάλει καταγγελία στο δευτεροβάθμιο διοικητικό δικαστήριο, δηλ. στο κεντρικό διοικητικό δικαστήριο (Naczelny Sąd Administracyjny)

Τα έκτακτα μέτρα μπορούν να ληφθούν στο πλαίσιο διοικητικής διαδικασίας (δηλ. ενώπιον των διοικητικών αρχών) στην περίπτωση που:

  • Η διοικητική απόφαση είναι ήδη τελεσίδικη (δεν υπάρχει δυνατότητα προσβολής της στο πλαίσιο του συνήθους συστήματος)
  • Η απόφαση έχει ορισμένα, σοβαρά πλημμέλεια — μία από εκείνες που αναφέρονται στα άρθρα 145 και 156 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας (Kodeks postępowania administracyjnego), για παράδειγμα όταν το άτομο που έπρεπε να θεωρηθεί ως διάδικος στη διαδικασία — και το οποίο έχει το δικαίωμα να συμμετέχει στην εν λόγω διαδικασία — στερήθηκε το εν λόγω δικαίωμα από την αρχή (πχ. επειδή η αρχή δεν ενημέρωσε σωστά το άτομο αυτό).

Όλες οι προαναφερθείσες καταγγελίες μπορούν να υποβάλλονται μόνο από έχοντες έννομο συμφέρον (βλ. κεφάλαιο VII για την νομιμοποίηση άσκησης προσφυγής).

Το Δικαστήριο δεν έχει το δικαίωμα να τροποποιήσει την απόφαση αυτοβούλως.

Σε περίπτωση που το διοικητικό δικαστήριο κρίνει ότι η καταγγελία κατά της διοικητικής αποφάσεως είναι αιτιολογημένη, ακυρώνει την απόφαση, γεγονός που συνεπάγεται ότι η διαδικασία παραπέμπεται εκ νέου στη διοικητική αρχή που την εξέδωσε. Στη συνέχεια, η αρμόδια αρχή, κατά την εκ νέου εξέταση της υπόθεσης, δεσμεύεται από τις ερμηνείες που παρέχονται από το Δικαστήριο.

Στην Πολωνία δεν υπάρχουν ειδικά περιβαλλοντικά δικαστήρια ή συγκεκριμένες δικαστικές διαδικασίες που να ισχύουν για περιβαλλοντικά ζητήματα.

Κατά κανόνα, τα διοικητικά δικαστήρια δεσμεύονται από το περιεχόμενο των προτάσεων που υποβλήθηκαν από τους διαδίκους κατά τη διαδικασία (δεν ενεργούν αυτεπαγγέλτως).

Ως εκ τούτου τα δικαστήρια εξετάζουν μόνο τις παραβάσεις του νόμου ή άλλες πτυχές που υποδεικνύουν από τους διαδίκους, αλλά ορισμένες σοβαρότατες παραβάσεις πρέπει να λαμβάνονται υπόψη από το Δικαστήριο ακόμη και αν δεν έχουν υποδειχθεί από τον ενάγοντα.

Τα διοικητικά δικαστήρια βασίζονται μόνο στα έγγραφα των διοικητικών διαδικασιών που διακυβεύονται και στα αποδεικτικά στοιχεία που υποβάλλουν οι διάδικοι (δεν έχουν το δικαίωμα να ζητήσουν τη συνδρομή πραγματογνωμόνων).

ΙΙΙ. Πρόσβαση σε πληροφορίες — υποθέσεις σχετικές με το περιβάλλον

Η άρνηση κοινοποίησης πληροφοριών πρέπει να έχει τη μορφή διοικητικής απόφασης. Ως εκ τούτου το σύνηθες σύστημα προσβολής της απόφασης (όπως περιγράφηκε στο κεφάλαιο ΙΙ ανωτέρω) εφαρμόζεται, δηλ.:

  • καταγγελία στη δευτεροβάθμια διοικητική αρχή
  • αν η δευτεροβάθμια διοικητική αρχή επιβεβαιώσει την άρνηση — καταγγελία στο πρωτοβάθμιο διοικητικό δικαστήριο, δηλ. στο περιφερειακό διοικητικό δικαστήριο (wojewódzki sąd administracyjny)
  • Αν η ετυμηγορία του περιφερειακού δικαστηρίου δεν είναι ικανοποιητική — καταγγελία στο κεντρικό διοικητικό δικαστήριο

Σε περίπτωση που η άρνηση προήλθε από την ανώτερη αρχή (δηλ. μια αρχή που δεν διαθέτει προϊστάμενη «δευτεροβάθμια αρχή», πχ. υπουργός), το άτομο στο οποίο δεν παρασχέθηκαν οι πληροφορίες πρέπει να υποβάλει στην εν λόγω αρχή αίτημα για επανεξέταση της υπόθεσης. Όταν η αρχή επιβεβαιώνει την αρχική της άρνηση, ο ενδιαφερόμενος μπορεί να υποβάλει αίτηση στο διοικητικό δικαστήριο (στο περιφερειακό δικαστήριο και στη συνέχεια στο κεντρικό διοικητικό δικαστήριο.

Η απόρριψη του αιτήματος παροχής πληροφοριών πρέπει να περιλαμβάνει πληροφορίες σχετικά με τα διαθέσιμα ένδικα μέσα (όπως συμβαίνει με όλες τις διοικητικές υποθέσεις). Στην πράξη, μερικές φορές οι αρχές (παρά την υποχρέωση) δεν συμπεριλαμβάνουν τις εν λόγω πληροφορίες, γεγονός το οποίο δεν σημαίνει ωστόσο ότι δεν υπάρχουν διαθέσιμα ένδικα μέσα.

  • Η καταγγελία στη δευτεροβάθμια διοικητική αρχή (ή το αίτημα επανεξέτασης της υπόθεσης) πρέπει να υποβληθεί εντός 14 ημερών, εφόσον η απόφαση απόρριψης έχει επιδοθεί στον ενδιαφερόμενο.
  • Η καταγγελία στο Διοικητικό Πρωτοδικείο — πρέπει να υποβληθεί (μέσω της αντίστοιχης διοικητικής αρχής) εντός 30 ημερών από την επίδοση της απόφασης της δευτεροβάθμιας αρχής (ή η επιβεβαίωση της απόρριψης).
  • Η καταγγελία στο δευτεροβάθμιο διοικητικό δικαστήριο — πρέπει να υποβληθεί εντός 30 ημερών από την έκδοση της ετυμηγορίας του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου.

Σε σχέση με την πρόσβαση σε πληροφορίες (είτε πρόκειται για πρόσβαση σε γενικές πληροφορίες είτε για πρόσβαση σε περιβαλλοντικές πληροφορίες) ισχύουν ειδικοί δικονομικοί κανόνες, για να επιταχυνθεί η διαδικασία και να γίνει άμεση επανεξέταση από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο. Ως εκ τούτου η διοικητική αρχή μέσω της οποίας υποβλήθηκε η καταγγελία στο Διοικητικό Δικαστήριο, υποχρεούται να διαβιβάσει στο Δικαστήριο τόσο την καταγγελία όσο και την απάντησή του στην καταγγελία εντός 15 ημερών. Το δικαστήριο υποχρεούται να εξετάσει την καταγγελία εντός 30 ημερών. Αυτό διασφαλίζει την άμεση επανεξέταση από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο σε σύγκριση με άλλες υποθέσεις όπου συνήθως η ετυμηγορία του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου εκδίδεται μετά από πολλούς μήνες.

Κάθε καταγγελία πρέπει:

  • να περιλαμβάνει τα στοιχεία του ενάγοντος,
  • να αναφέρει σε ποια αρχή (ή δικαστήριο) απευθύνεται,
  • να αναφέρει ποια απόφαση (ετυμηγορία) αφορά,
  • να αναφέρει τι επιζητεί ο ενάγων (πχ. ακύρωση της άρνησης),
  • να υπογράφεται ιδιοχείρως.

Οι καταγγελίες που απευθύνονται στο Δικαστήριο πρέπει να περιλαμβάνουν κατάλληλη αιτιολόγηση των ισχυρισμών. Οι καταγγελίες που απευθύνονται επισήμως σε δευτεροβάθμια αρχή δεν πρέπει να περιλαμβάνουν τέτοια αιτιολόγηση, αλλά στην πράξη η αιτιολόγηση αυξάνει σημαντικά τις πιθανότητες να κερδηθεί η υπόθεση.

Μόνο οι καταγγελίες που απευθύνονται στο δευτεροβάθμιο διοικητικό δικαστήριο (κεντρικό διοικητικό δικαστήριο) πρέπει να συντάσσονται και να υπογράφονται από τον δικηγόρο που εκπροσωπεί τον ενάγοντα· Για τις υπόλοιπες καταγγελίες δεν υφίσταται αυτή η υποχρέωση.

Συνήθως τα δικαστήρια δεν έχουν τις πληροφορίες, των οποίων αμφισβητείται η προσβασιμότητα.

Αποφασίζουν με βάση την περιγραφή των πληροφοριών που περιλαμβάνονται στην εισήγηση του ενάγοντος και τα επιχειρήματα της αρχής που αρνείται την παροχή των πληροφοριών.

Όταν το δικαστήριο κρίνει δικαιολογημένη την καταγγελία, ακυρώνει την απόφαση με την οποία απορρίπτεται το αίτημα παροχής πληροφοριών και αιτιολογεί τους λόγους για τους οποίους η άρνηση ήταν εσφαλμένη.

Η αρχή δεσμεύεται από την ερμηνεία του Δικαστηρίου και έτσι — έμμεσα- είναι υποχρεωμένη να διαβιβάσει τις πληροφορίες. Ωστόσο, δεν αποκλείεται η αρχή να επικαλεστεί άλλους λόγους άρνησης (εξαιρέσεις που της επιτρέπουν να αρνηθεί να παράσχει τις πληροφορίες) οι οποίοι δεν αναφέρθηκαν νωρίτερα και επομένως δεν ελήφθησαν υπόψη από το Δικαστήριο.

IV. Πρόσβαση στη δικαιοσύνη και συμμετοχή του κοινού

Για περιβαλλοντικά θέματα οι αρχές μπορούν να λάβουν μέτρα:

  • με τη μορφή διοικητικής απόφασης — στην περίπτωση επιμέρους υπόθεσης, όπως για παράδειγμα άδεια εκπομπών από ένα εργοστάσιο, μιας «απόφασης ΕΠΕ» συμπεριλαμβανομένης της διαδικασίας περιβαλλοντικής εκτίμησης επιπτώσεων για ένα νέο (προγραμματισμένο) έργο, ή απόφασης επιβολής προστίμου σε εργοστάσιο που προβαίνει σε παράνομες απορρίψεις.
  • με τη μορφή ψηφίσματος (uchwała) που εγκρίνεται από συλλογικό όργανο όπως το τοπικό κοινοτικό συμβούλιο (rada gminy)· Τα ψηφίσματα μπορεί να αφορούν την έγκριση πχ. σχεδίων χρήσης γης ή άλλως σχεδίων ή προγραμμάτων.

Οι διαδικαστικές πτυχές μεμονωμένων διοικητικών αποφάσεων ρυθμίζονται στον Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας — ΚΔΔ (Kodeks postępowania administracyjnego).

Στην εν λόγω διαδικασία ορισμένα άτομα (που έχουν έννομο συμφέρον στην υπόθεση) έχουν το δικαίωμα να συμμετέχουν και κατά συνέπεια να αμφισβητήσουν την υπόθεση. Τα εν λόγω άτομα είναι «διάδικοι». Ο ΚΔΔ και συγκεκριμένες διατάξεις προβλέπουν κανόνες όσον αφορά το ποιος μπορεί να θεωρηθεί διάδικος σε μια υπόθεση (βλ. κεφάλαιο VII για τη νομιμοποίηση άσκησης προσφυγής).

Η διοικητική απόφαση μπορεί να προσβληθεί ενώπιον της δευτεροβάθμιας διοικητικής αρχής.

Σε περίπτωση που η ανώτερη αρχή έχει εκδώσει απόφαση (δηλ. μια αρχή που δεν διαθέτει προϊστάμενη «δευτεροβάθμια αρχή», πχ. υπουργός), ο ενδιαφερόμενος μπορεί να υποβάλει στην εν λόγω αρχή ένα αίτημα για επανεξέταση της υπόθεσης.

Οι πρωτοβάθμιες διοικητικές αποφάσεις δεν μπορούν να προσβληθούν απευθείας ενώπιον δικαστηρίου.

Κατά κανόνα, πριν κάποιος υποβάλει μήνυση σε διοικητικό δικαστήριο, πρέπει να προσφύγει σε διοικητικές διαδικασίες. Αυτό σημαίνει ότι οποιαδήποτε πράξη ή παράλειψη μιας δημόσιας αρχής (συμπεριλαμβανομένης διοικητικής απόφασης) πρέπει να προσβληθεί πρώτα στο πλαίσιο διοικητικής διαδικασίας (πιο συχνά — ενώπιον δευτεροβάθμιας αρχής), και μόνο αφού η εν λόγω διαδικασία ολοκληρωθεί, η υπόθεση μπορεί να παραπεμφθεί ενώπιον διοικητικού δικαστηρίου.

Τα διοικητικά δικαστήρια, κατά την εξέταση της υπόθεσης, ελέγχουν τη διαδικαστική και ουσιαστική νομιμότητα της απόφασης. Αυτό σημαίνει ότι η αποστολή τους είναι να διαπιστωθεί αν το διοικητικό όργανο εξέδωσε την απόφασή του σύμφωνα με το εφαρμοστέο δίκαιο ή όχι.

Ως εκ τούτου, το Δικαστήριο μπορεί να εξετάσει τον τεχνικό φάκελο μόνο στον βαθμό που η νομοθεσία προβλέπει ειδικές προϋποθέσεις που πρέπει να πληρούν τα εν λόγω έγγραφα (πχ. ένας κατάλογος των υποχρεωτικών ζητημάτων που πρέπει εξεταστούν στην έκθεση ΕΠΕ). Το δικαστήριο μπορεί στη συνέχεια να ελέγξει αν έχουν συμπεριληφθεί όλα τα απαιτούμενα στοιχεία και συνήθως δεν επιθυμεί να εξετάσει την ακρίβεια των παρεχόμενων τεχνικών στοιχείων (ιδίως ότι τα διοικητικά δικαστήρια δεν καλούν πραγματογνώμονες και οι ίδιοι οι δικαστές δεν διαθέτουν τις σχετικές τεχνικές γνώσεις).

Οι ιδιοκτήτες των ακινήτων που καλύπτονται από το σχέδιο χρήσης γης, καθώς και οι γείτονες των εν λόγω ακινήτων, μπορούν να αμφισβητήσουν το σχέδιο.

Προκειμένου να γίνει αυτό πρέπει:

  • να καταθέσουν αίτηση για την επανεξέταση της υπόθεσης στο δημοτικό συμβούλιο το οποίο ενέκρινε το σχέδιο·
  • Αν το Συμβούλιο εμμείνει στην προηγούμενη απόφασή του — να καταθέσουν αγωγή στο πρωτοβάθμιο διοικητικό δικαστήριο, δηλ. στο περιφερειακό διοικητικό δικαστήριο (wojewódzki sąd administracyjny)
  • Αν η ετυμηγορία του περιφερειακού δικαστηρίου δεν είναι ικανοποιητική — αγωγή στο κεντρικό διοικητικό δικαστήριο.

Ο ενδιαφερόμενος που ασκεί αγωγή πρέπει να αποδείξει ότι έχει «έννομο συμφέρον» στην υπόθεση (δηλ. ότι είναι ο ιδιοκτήτης του ακινήτου που μπορεί να επηρεάζεται από το σχέδιο).

Κατά τη διάρκεια της διαδικασίας ΕΠΕ για τα λεγόμενα «έργα της ομάδας ΙΙ», η αρμόδια αρχή εκδίδει πρώτα μια «απόφαση παρακολούθησης ΕΠΕ» (postanowienie w sprawie obowiązku przeprowadzenia oceny oddziaływania na środowisko) με την οποία αποφασίζει αν απαιτείται ή όχι ΕΠΕ για το σχέδιο.

Η απόφαση ΕΠΕ (“decyzja o środowiskowych uwarunkowaniach”) είναι το επόμενο βήμα.

Αυτές οι «αποφάσεις παρακολούθησης ΕΠΕ» (postanowienia), μπορούν να προσβληθούν ξεχωριστά από τα μέρη στις διαδικασίες [δηλ. μέσω καταγγελίας (zażalenie)] όταν είναι «θετικές», δηλ. όταν οι αρχές αποφασίζουν να διενεργήσουν διαδικασία ΕΠΕ.

Σε περίπτωση που η «απόφαση παρακολούθησης ΕΠΕ» (postanowienie) είναι αρνητική (οι αρχές αποφασίζουν να μην διενεργήσουν διαδικασία ΕΠΕ) μπορεί να προσβληθεί στο πλαίσιο αιτήσεως αναιρέσεως (odwołanie) κατά της απόφασης ΕΠΕ (‘decyzja o środowiskowych uwarunkowaniach’).

«Αποφάσεις καθορισμού εμβέλειας» (postanowienia dotyczące zakresu raportu) είναι αποφάσεις που εκδίδονται στο πλαίσιο της διαδικασίας ΕΠΕ κατά την οποία η αρμόδια αρχή καθορίζει το πεδίο εφαρμογής της έκθεσης ΕΠΕ (δήλωση, μελέτη περιβαλλοντικών επιπτώσεων) που πρόκειται να καταρτιστεί από φορέα ανάπτυξης.

Για τα «έργα της ομάδας ΙΙ» η θετική απόφαση μετά από εξέταση (postanowienie nakładające obowiązek przeprowadzenia oceny oddziaływania na środowisko) καθορίζει ταυτόχρονα το πεδίο εφαρμογής της έκθεσης. Μια τέτοια απόφαση (postanowienie) μπορεί να αμφισβητηθεί από τους διαδίκους.

Για τα «σχέδια της ομάδας Ι» η αρμόδια αρχή εκδίδει μια απόφαση καθορισμού της εμβέλειας (postanowienie dotyczące zakresu raportu) μόνο μετά από αίτημα του φορέα ανάπτυξης. Μια τέτοια απόφαση καθορισμού της εμβέλειας (postanowienie) δεν μπορεί να προσβληθεί ξεχωριστά (μέσω καταγγελίας — zażalenie), ωστόσο μπορεί να προσβληθεί από τους διαδίκους στο πλαίσιο προσφυγής (odwołanie) κατά της απόφασης ΕΠΕ (“decyzja o środowiskowych uwarunkowaniach”).

Οι διάδικοι καθώς και οι ΜΚΟ που συμμετέχουν στη διαδικασία με δικαιώματα διαδίκου μπορούν να προσβάλλουν τις αποφάσεις ΕΠΕ: πρώτα ενώπιον δευτεροβάθμιας διοικητικής αρχής και στη συνέχεια ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου.

Με τις καταγγελίες τους οι διάδικοι και οι ΜΚΟ μπορούν να θέσουν διαδικαστικά και ουσιαστικά ζητήματα.

Οι διάδικοι σχετικά με μια απόφαση ΕΠΕ (δηλ. άτομα των οποίων το έννομο συμφέρον μπορεί να επηρεαστεί από την απόφαση, συνήθως ιδιοκτήτες παρακείμενων οικημάτων), καθώς και οι ΜΚΟ που συμμετέχουν στη διαδικασία μπορούν να προσβάλουν την απόφαση: πρώτα ενώπιον δευτεροβάθμιας διοικητικής αρχής και στη συνέχεια ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου.

Τα διοικητικά δικαστήρια, κατά την εξέταση της υπόθεσης, ελέγχουν τη διαδικαστική και ουσιαστική νομιμότητα της απόφασης. Αυτό σημαίνει ότι η αποστολή τους είναι να διαπιστωθεί αν το διοικητικό όργανο εξέδωσε την απόφασή του σύμφωνα με το εφαρμοστέο δίκαιο ή όχι.

Ως εκ τούτου, το Δικαστήριο μπορεί να εξετάσει τις τεχνικές πτυχές της υπόθεσης (πχ. τα τεχνικά έγγραφα) μόνο στο βαθμό που η νομοθεσία προβλέπει ειδικές προϋποθέσεις που πρέπει να πληρούν τα εν λόγω έγγραφα (πχ. ένας κατάλογος των υποχρεωτικών ζητημάτων που πρέπει εξεταστούν στην έκθεση ΕΠΕ). Το δικαστήριο μπορεί στη συνέχεια να ελέγξει αν έχουν συμπεριληφθεί όλα τα απαιτούμενα στοιχεία και συνήθως δεν επιθυμεί να εξετάσει την ακρίβεια των παρεχόμενων τεχνικών στοιχείων (ιδίως ότι τα διοικητικά δικαστήρια δεν καλούν πραγματογνώμονες και οι ίδιοι οι δικαστές δεν διαθέτουν τις σχετικές τεχνικές γνώσεις).

Τα μέρη της διαδικασίας σχετικά με την απόφαση ΕΠΕ και οι περιβαλλοντικές ΜΚΟ μπορούν να προσβάλουν την απόφαση ΕΠΕ ανεξαρτήτως της συμμετοχής τους στο στάδιο της δημόσιας διαβούλευσης.

Η προσφυγή σε δευτεροβάθμια διοικητική αρχή έχει ανασταλτικό αποτέλεσμα, το οποίο συνεπάγεται ότι η απόφαση ΕΠΕ δεν μπορεί να εκτελεστεί από φορέα ανάπτυξης. Στην πράξη αυτό σημαίνει ότι ο φορέας ανάπτυξης δεν μπορεί να υποβάλει αίτηση για άδεια κατασκευής ή άλλη απόφαση που απαιτείται για την εκτέλεση του έργου.

Ωστόσο, οι αρμόδιες αρχές κάποιες φορές καταθέτουν «αίτημα άμεσης εφαρμογής» στην απόφαση ΕΠΕ, ιδίως όσον αφορά κατασκευαστικά έργα, όπως δρόμους κτλ. Ένα τέτοιο «αίτημα» συνεπάγεται ότι ο φορέας ανάπτυξης μπορεί να αιτηθεί άδεια κατασκευής από τη στιγμή που λαμβάνει την απόφαση ΕΠΕ.

Η κατάθεση αγωγής στο πρωτοβάθμιο διοικητικό δικαστήριο δεν αναστέλλει αυτόματα την εκτέλεση της διοικητικής απόφασης που υπόκειται σε προσφυγή. Ωστόσο, το διοικητικό δικαστήριο μπορεί να αναστείλει την εκτέλεση της απόφασης, μετά από πρόταση του ενάγοντος, σε περίπτωση που υπάρχει απειλή ότι η εκτέλεση μπορεί να προκαλέσει σημαντική βλάβη ή ζημιές που είναι δύσκολο να αποκατασταθούν. Σε αυτές τις περιπτώσεις ο ενάγων οφείλει να αποδείξει ότι η απειλή είναι σοβαρή.

Οι διάδικοι της διαδικασίας, καθώς και οι ΜΚΟ που συμμετέχουν στις διαδικασίες με δικαιώματα διαδίκου μπορούν να προσβάλλουν την άδεια ΟΠΕΡ: πρώτα ενώπιον δευτεροβάθμιας διοικητικής αρχής και στη συνέχεια ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου.

Τα διοικητικά δικαστήρια, κατά την εξέταση της υπόθεσης, ελέγχουν τη διαδικαστική και ουσιαστική νομιμότητα της απόφασης. Αυτό σημαίνει ότι η αποστολή τους είναι να διαπιστωθεί αν το διοικητικό όργανο εξέδωσε την απόφασή του σύμφωνα με το εφαρμοστέο δίκαιο ή όχι.

Ως εκ τούτου, το Δικαστήριο μπορεί να εξετάσει τις τεχνικές πτυχές της υπόθεσης (πχ. τα τεχνικά έγγραφα) μόνο στον βαθμό που η νομοθεσία προβλέπει ειδικές προϋποθέσεις που πρέπει να πληρούν τα εν λόγω έγγραφα (πχ. ένας κατάλογος των υποχρεωτικών ζητημάτων που πρέπει εξεταστούν στην άδεια ΟΠΕΡ). Το δικαστήριο μπορεί στη συνέχεια να ελέγξει αν έχουν συμπεριληφθεί όλα τα απαιτούμενα στοιχεία και συνήθως δεν επιθυμεί να εξετάσει την ακρίβεια των παρεχόμενων τεχνικών στοιχείων (ιδίως ότι τα διοικητικά δικαστήρια δεν καλούν πραγματογνώμονες και οι ίδιοι οι δικαστές δεν διαθέτουν τις σχετικές τεχνικές γνώσεις).

Οι διάδικοι της διαδικασίας σχετικά με τις άδειες ΟΠΕΡ και οι περιβαλλοντικές ΜΚΟ μπορούν να προσβάλουν τις άδειες ανεξαρτήτως της συμμετοχής τους στο στάδιο της δημόσιας διαβούλευσης.

V. Πρόσβαση στη δικαιοσύνη κατά πράξεων ή παραλείψεων

Πράξεις ή παραλείψεις ιδιωτών ή νομικών προσώπων που βλάπτουν το περιβάλλον μπορούν να προσβληθούν ενώπιον των αστικών δικαστηρίων μόνο στην περίπτωση που αυτές προκαλούν ταυτόχρονα βλάβη σε ένα υλικό ή μη υλικό συμφέρον (π.χ. όταν η ρύπανση των υδάτων προκαλεί ζημιά σε μια γεωργική εκμετάλλευση). Σε τέτοιες περιπτώσεις, τα θιγόμενα πρόσωπα μπορούν να διεκδικήσουν αποζημίωση από τον ρυπαίνοντα (αλλά δεν μπορούν να διεκδικήσουν την αποκατάσταση του περιβάλλοντος με τον ίδιο τρόπο).

Σε περίπτωση που η πράξη ή η παράλειψη πλήττει το περιβάλλον «ως κοινό αγαθό», οι περιβαλλοντικές ΜΚΟ μπορούν να καταθέσουν αγωγή στα πολιτικά δικαστήρια εναντίον οποιασδήποτε οντότητας (ατόμου) που προκαλεί βλάβη ή απειλή βλάβης ως συνέπεια της ανεπίτρεπτης επίδρασης της στο περιβάλλον. Στην αγωγή μπορεί να ζητήσουν την αποκατάσταση της κατάστασης σύμφωνα με το νόμο ή την ανάληψη σχετικών προληπτικών μέτρων (άρθρο 323 του νόμου περί προστασίας του περιβάλλοντος του 2001).

Η αγωγή μπορεί να ασκηθεί τόσο κατά «ιδιώτη» (π.χ. εταιρεία που λειτουργεί βιομηχανική εγκατάσταση) και κατά δημόσιας αρχής — στην περίπτωση που δεν λειτουργεί βάσει της ρυθμιστικής της ικανότητας, αλλά π.χ. ως ιδιοκτήτης ή διαχειριστής ορισμένων περιουσιακών στοιχείων, είτε ως φορέας εκμετάλλευσης της εγκατάστασης.

Οι αποφάσεις των αρχών μπορούν να προσβληθούν από τους έχοντες έννομο συμφέρον (διάδικοι, κλπ.).

Πράξεις ή παραλείψεις κρατικών φορέων όπως για παράδειγμα η απόφαση της επιθεώρησης για την Προστασία του Περιβάλλοντος (Inspekcja Ochrony Środowiska) να μην επιβάλλει μέτρα συμμόρφωσης με περιβαλλοντικές απαιτήσεις στον ρυπαίνοντα (ή να του επιβάλει υπερβολικά επιεικείς κυρώσεις) δεν μπορούν να προσβληθούν από το κοινό.

Οι ΜΚΟ μπορούν ωστόσο να ζητήσουν από τις δημόσιες αρχές να παρέμβουν σε περιπτώσεις όπου παραβιάζεται το περιβαλλοντικό δίκαιο από τρίτους και έχουν το δικαίωμα να ασκήσουν προσφυγή λόγω της αδράνειας των αρχών (άρθρο 31 του Κώδικα Διοικητικής Προστασίας). Όταν μια δημόσια αρχή (πχ. Επιθεωρητής για την προστασία του περιβάλλοντος) αναγνωρίζει ως αιτιολογημένο το αίτημα του Οργανισμού, μπορεί να αποφασίσει να κινήσει τη διαδικασία ex officio. Η απόφαση άρνησης κίνησης της διαδικασίας μπορεί να προσβληθεί από τον οργανισμό στη δευτεροβάθμια αρχή και στη συνέχεια — κατά συνέπεια — στο διοικητικό δικαστήριο.

Οι περιφερειακοί διευθυντές για την προστασία του περιβάλλοντος (regionalni dyrektorzy ochrony środowiska) είναι οι αρχές που είναι αρμόδιες για την αντιμετώπιση ζητημάτων περιβαλλοντικής ευθύνης (αυτών που ρυθμίζονται με τον νόμο του 2007 για την πρόληψη και την αποκατάσταση περιβαλλοντικής ζημίας· μεταφορά της οδηγίας 2004/35).

Σε περίπτωση ζημιών που προκαλούνται από ΜΚΟ αρμόδια αρχή είναι το Υπουργείο Περιβάλλοντος (Minister Środowiska).

Κάθε άτομο μπορεί να κοινοποιεί στις αρχές κάθε περιβαλλοντική βλάβη που διαπιστώνεται, ζητώντας από αυτές να λάβουν τα σχετικά μέτρα. Το πρόσωπο που υποβάλλει την κοινοποίηση, επισυνάπτει τις σχετικές πληροφορίες και τα στοιχεία που στηρίζουν τις παρατηρήσεις που συνδέονται με την περιβαλλοντική ζημιά (άρθρο 24.1 και 2 του νόμου του 2007 για την πρόληψη και την αποκατάσταση περιβαλλοντικής ζημιάς).

Σε περίπτωση που η αρμόδια αρχή αρνηθεί να αναλάβει δράση, το πρόσωπο που υπέβαλε αίτημα για την λήψη μέτρων μπορεί να προσβάλει την άρνηση στο διοικητικό δικαστήριο.

Οι περιβαλλοντικές ΜΚΟ ή οι κρατικοί φορείς οι οποίοι έχουν κοινοποιήσει ζημιά στην αρμόδια αρχή μπορούν επίσης να συμμετέχουν στις διαδικασίες και να καταθέσουν μήνυση κατά «θετικής» απόφασης που εκδόθηκε από την αρχή (πχ. μια απόφαση που επιβάλλει υποχρεώσεις σε ένα πρόσωπο που προκάλεσε τη ζημιά). Η απόφαση αυτή μπορεί επίσης να προσβληθεί από το άτομο στο οποίο απευθύνεται η απόφαση (ο «ρυπαίνων»). Άλλα πρόσωπα που έχουν κοινοποιήσει ζημιά δεν δικαιούνται να το πράξουν.

Δεν υπάρχουν επιπλέον μέσα εκτός από αυτά που περιγράφονται ανωτέρω.

VI. Άλλα μέσα πρόσβασης στη δικαιοσύνη

Εκτός από τα ανωτέρω διοικητικά και πολιτικά μέσα, υπάρχουν επίσης ποινικά μέσα που μπορούν να χρησιμοποιηθούν σε περίπτωση που η πράξη ή παράλειψη αποτελούν ταυτόχρονα ποινικό αδίκημα.

Σε αυτήν την περίπτωση, όποιος (συμπεριλαμβανομένων των ΜΚΟ) αντιληφθεί το την παράβαση έχει την υποχρέωση να ενημερώσει την εισαγγελική αρχή ή τις αστυνομικές αρχές (άρθρο 304 του κώδικα ποινικής δικονομίας του 1997).

Ο εισαγγελέας υποχρεούται στη συνέχεια να ενεργήσει αυτεπαγγέλτως. Ωστόσο, αν αποφασίσει να μην κινήσει διαδικασία έρευνας (γιατί τη θεωρεί μη αιτιολογημένη), το δικαίωμα προσβολής μιας τέτοιας απόφασης το έχει μόνο:

  • Ο ζημιωθείς (και υπενθυμίζεται ότι σε συνήθεις περιβαλλοντικές υποθέσεις δεν υπάρχει συνήθως κανείς που θα μπορούσε να ισχυριστεί ότι είναι ο ζημιωθείς),
  • Η ΜΚΟ (καθώς και οι δημόσιες αρχές και φορείς) που κοινοποιούν την παράβαση.

Φυσικά πρόσωπα (πολίτες) που κοινοποιούν την παράβαση δεν έχουν το δικαίωμα να αμφισβητήσουν την άρνηση του εισαγγελέα.

Η απόφαση του εισαγγελέα να διακόψει την έρευνα που έχει ξεκινήσει (σε περίπτωση που δεν βρίσκει επαρκή αιτιολόγηση ή αποδεικτικά στοιχεία για την απαγγελία κατηγορίας) μπορεί να προσβληθεί μόνο από το ζημιωθέν μέρος (οι ΜΚΟ δεν έχουν αυτό το δικαίωμα).

Στην Πολωνία δεν υπάρχουν ειδικοί διαμεσολαβητές και εισαγγελείς που ασχολούνται με περιβαλλοντικές υποθέσεις, ως εκ τούτου οι εν λόγω υποθέσεις εξετάζονται από τους γενικούς διαμεσολαβητές και εισαγγελείς.

Διαμεσολαβητές και εισαγγελείς έχουν νομιμοποίηση να συμμετέχουν σε διοικητικές διαδικασίες: μπορούν είτε να κινήσουν τη διαδικασία είτε να παρέμβουν σε εν εξελίξει διαδικασία (συμπεριλαμβανομένης της προσφυγής κατά αποφάσεων). Παρά το γεγονός ότι ενεργούν αυτεπαγγέλτως, συχνά αναλαμβάνουν δράση μετά τη λήψη πληροφοριών/καταγγελιών από ιδιώτες ή ΜΚΟ.

Οι εισαγγελείς είναι ασφαλώς επίσης αρμόδιοι να κινήσουν ποινικές διαδικασίες, συμπεριλαμβανομένων υποθέσεων περιβαλλοντικών αδικημάτων (που περιγράφονται στο κεφάλαιο XXII του Ποινικού Κώδικα ή σε άλλες νομικές πράξεις).

Δεν προβλέπεται άσκηση ποινικής δίωξης από ιδιώτη για περιβαλλοντικά θέματα.

Σε περίπτωση που η αρχή δεν εκδώσει την απόφαση εγκαίρως ή δεν ενημερώσει τους διαδίκους σχετικά με τους λόγους της καθυστέρησης, οι διάδικοι (αλλά όχι τρίτα πρόσωπα) μπορούν να υποβάλουν καταγγελία στη δευτεροβάθμια διοικητική αρχή και στη συνέχεια στο διοικητικό δικαστήριο.

Οι καταγγελίες μπορούν να υποβληθούν και σε περίπτωση που η διαδικασία είναι εξαιρετικά χρονοβόρα (przewlekłość postępowania), δηλ. όταν η Αρχή κρίνει ότι είναι αδικαιολόγητη η παράταση της προθεσμίας.

Η δευτεροβάθμια αρχή και στη συνέχεια το διοικητικό δικαστήριο διατάσσει την πρωτοβάθμια αρχή να διεκπεραιώσει την υπόθεση (να εκδώσει απόφαση).

VII. Ιδιότητα διαδίκου

Ιδιότητα διαδίκου

Διοικητική διαδικασία

Δικαστική διαδικασία

Πρόσωπα

Σε διοικητικές διαδικασίες που αφορούν επιμέρους διοικητικές αποφάσεις νομιμοποίηση έχουν, σε «διάδικοι» σε μια διοικητική διαδικασία, ενώ διάδικος — σύμφωνα με το άρθρο 28 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας — μπορεί να είναι ένα «πρόσωπο του οποίου το έννομο συμφέρον ή καθήκον επηρεάζεται από τις διαδικασίες ή το οποίο απαιτεί δραστηριότητες αρχής εξαιτίας του εν λόγω νομικού συμφέροντος ή καθήκοντος». Ως εκ τούτου, ο ορισμός «διάδικος κατά τη διοικητική διαδικασία» καθίσταται καθοριστικός για να γίνει κατανοητό ποιος μπορεί να προσβάλει τις αποφάσεις της διοικητικής αρχής.

Επομένως νομιμοποίηση έχουν οι ιδιώτες που (είτε πρόκειται για φυσικά είτε για νομικά πρόσωπα) έχουν «έννομο συμφέρον» (το οποίο περιλαμβάνει επίσης διοικητικά καθήκοντα). Ένα πρόσωπο έχει έννομο συμφέρον σε περίπτωση που το εν λόγω συμφέρον προστατεύεται από οποιαδήποτε διάταξη (διοικητικού, αστικού ή άλλου) δικαίου. Για παράδειγμα όταν μια διοικητική απόφαση μπορεί να επηρεάσει την περιουσία κάποιου (πχ. στην περίπτωση κατασκευής ενός νέου κτίσματος οι ιδιοκτήτες των παρακείμενων ιδιοκτησιών μπορεί να επηρεαστούν). Ένα πρόσωπο που υπέβαλε αίτηση για μια διοικητική απόφαση που είχε προσβληθεί τότε ενώπιον του διοικητικού δικαστηρίου ή ένα πρόσωπο στο οποίο απευθυνόταν μια απόφαση έχει πάντα «έννομο συμφέρον» στην υπόθεση και συνεπώς, ιδιότητα διαδίκου. Τα πρόσωπα αυτά θεωρούνται «διάδικοι» σε μια διοικητική διαδικασία.

Καθώς οι διαδικασίες ενώπιον των διοικητικών δικαστηρίων σε περίπτωση μεμονωμένων διοικητικών αποφάσεων αποτελούν συνέχεια της διαδικασίας ενώπιον δευτεροβάθμιας αρχής, ο κύκλος των προσώπων που δικαιούνται να υποβάλουν καταγγελία στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο καθορίζεται από τη διοικητική φάση της διαδικασίας.

Ωστόσο, ένα πρόσωπο που δεν συμμετείχε στη διοικητική διαδικασία αλλά του οποίου το έννομο συμφέρον επηρεάζεται από τις διαδικασίες μπορεί επίσης να υποβάλει καταγγελία (άρθρο 50.1 του γενικού νόμου περί διαδικασιών των διοικητικών δικαστηρίων· PACLA). Ωστόσο, για να δικαιούται μια κοινωνική οργάνωση να υποβάλει καταγγελία, θα πρέπει να έχει συμμετάσχει στις προηγούμενες διοικητικές διαδικασίες.

Εκτός από το δικαίωμα υποβολής καταγγελίας, υπάρχει η δυνατότητα συμμετοχής στη διαδικασία με την ιδιότητα του διαδίκου τα ακόλουθα άτομα:

  • άτομα που συμμετείχαν στις προηγούμενες διοικητικές διαδικασίες (και οι δύο διάδικοι στις διοικητικές διαδικασίες και οι οργανισμοί με τα δικαιώματα διαδίκου) αλλά δεν υπέβαλαν καταγγελία στο διοικητικό δικαστήριο (η συμμετοχή των εν λόγω ατόμων πραγματοποιείται αυτεπαγγέλτως, χωρίς να χρειάζεται να υποβάλουν οποιαδήποτε πρόταση — άρθρο 33.1 του PACLA)·
  • άτομα των οποίων το έννομο συμφέρον επηρεάζεται από τις δικαστικές-διοικητικές διαδικασίες, αλλά τα οποία δεν έλαβαν μέρος στις προηγούμενες διοικητικές διαδικασίες (η συμμετοχή των προσώπων αυτών μπορεί να επιτραπεί από το Δικαστήριο μετά την υποβολή της πρότασής τους· Η άρνηση των δικαστηρίων μπορεί να προσβληθεί ενώπιον του δευτεροβάθμιου διοικητικού δικαστηρίου — άρθρο 33.2 του PACLA)· Η κατάσταση αυτή μπορεί να αφορά για παράδειγμα τη σύζυγο του προσώπου που προσέβαλε την απόφαση περί φορολόγησης που εκδόθηκε από τη δευτεροβάθμια διοικητική αρχή, στην περίπτωση που η απόφαση αυτή αρχικά απευθυνόταν και στους δύο συζύγους.

ΜΚΟ

Οι κοινωνικές οργανώσεις έχουν τη νομιμοποίηση άσκησης προσφυγής σε υποθέσεις που αφορούν επιμέρους διοικητικές αποφάσεις εφόσον εκπροσωπούν κάποιο κοινό συμφέρον. Ο Οργανισμός μπορεί να συμμετέχει σε διαδικασίες με το δικαίωμα διαδίκου, γεγονός που σημαίνει ότι απολαμβάνει τα ίδια δικαιώματα με αυτά του διαδίκου στις διαδικασίες, συμπεριλαμβανομένου του δικαιώματος άσκησης προσφυγής. Προκειμένου να γίνει δεκτός να συμμετέχει, ένας οργανισμός πρέπει να υποβάλει σχετική πρόταση.

Η δημόσια αρχή στη συνέχεια αξιολογεί την πρόταση και αποφασίζει εάν είναι αιτιολογημένη. Η αξιολόγηση δεν περιορίζεται στον έλεγχο των τυπικών προϋποθέσεων, αλλά αφορά επίσης την προταθείσα αιτιολόγηση (ανάγκη) της συμμετοχής του οργανισμού σε μια δεδομένη υπόθεση (με άλλα λόγια: Η Αρχή αποφασίζει αν θεωρεί σκόπιμο να επιτρέψει τη συμμετοχή του Οργανισμού). Μια άρνηση μπορεί να προσβληθεί από τον οργανισμό (άρθρο 31 του κώδικα διοικητικής διαδικασίας).

Οι ΜΚΟ μπορούν να ενεργούν «σε περιπτώσεις που αφορούν το έννομο συμφέρον άλλων προσώπων», αλλά όχι απαραίτητα με σκοπό την προστασία των εν λόγω συμφερόντων. Για παράδειγμα, σε περιβαλλοντικές υποθέσεις, μια ΜΚΟ δρα για την προστασία του περιβάλλοντος και όχι του έννομου συμφέροντος του προσώπου που βλάπτει το περιβάλλον (πχ. ενός βιομηχανικού φορέα) — ωστόσο η υπόθεση αφορά το συμφέρον του εν λόγω φορέα.

Σε ορισμένες περιβαλλοντικές υποθέσεις οι περιβαλλοντικές ΜΚΟ έχουν ευρύτερα δικαιώματα (βλ. απάντηση στην ερώτηση 2 κατωτέρω).

Οι ΜΚΟ που δεν συμμετείχαν στις προηγούμενες διοικητικές διαδικασίες έχουν νομιμοποίηση άσκησης προσφυγής επίσης ενώπιον διοικητικών δικαστηρίων.

Οι ΜΚΟ που δεν συμμετείχαν στις προηγούμενες διοικητικές διαδικασίες αν οι δικαστικές-διοικητικές διαδικασίες αφορούν το πεδίο δραστηριότητάς τους (η συμμετοχή των εν λόγω οργανώσεων μπορεί να επιτραπεί από το Δικαστήριο μετά την υποβολή της πρότασής τους· Η άρνηση των δικαστηρίων μπορεί να προσβληθεί ενώπιον του δευτεροβάθμιου διοικητικού δικαστηρίου. Σύμφωνα με τη νομολογία, το Δικαστήριο πρέπει επίσης να ελέγξει αν το «δημόσιο συμφέρον» αφορά τη συμμετοχή των ΜΚΟ.

Σε ορισμένες περιβαλλοντικές υποθέσεις οι περιβαλλοντικές ΜΚΟ έχουν ευρύτερα δικαιώματα (βλ. απάντηση στην ερώτηση 2 κατωτέρω).

Λοιπές νομικές οντότητες

Νομικά πρόσωπα έχουν τα ίδια δικαιώματα με τους ιδιώτες

Νομικά πρόσωπα έχουν τα ίδια δικαιώματα με τους ιδιώτες

Ad hoc ομάδες

Δεν διαθέτουν ικανότητα διαδίκου

Δεν διαθέτουν ικανότητα διαδίκου

Αλλοδαπές ΜΚΟ

Το ίδιο με τις πολωνικές ΜΚΟ, ωστόσο μπορεί να δυσκολεύονται να αποδείξουν ότι η συμμετοχή τους είναι αιτιολογημένη (ότι προστατεύουν το κοινό συμφέρον σε μια δεδομένη υπόθεση).

Το ίδιο με τις πολωνικές ΜΚΟ.

Λοιποί [1]#_ftn1

Οι δημόσιες αρχές σε ορισμένες ειδικές περιπτώσεις μπορεί να ασκήσουν διοικητική προσφυγή κατά μιας άλλης δημόσιας αρχής. Για παράδειγμα το βοεβοδάτο (επικεφαλής της περιφερειακής δημόσιας διοίκησης), εποπτεύει — ως ένα ορισμένο βαθμό — τη δραστηριότητα των αυτοδιοικητικών αρχών και σε ορισμένες περιπτώσεις έχει το δικαίωμα να ακυρώσει πράξεις των εν λόγω αρχών ή να υποβάλει καταγγελία για τις εν λόγω πράξεις στο διοικητικό δικαστήριο.

Επιπλέον, ο εισαγγελέας και ο διαμεσολαβητής μπορούν επίσης να κινήσουν διοικητικές διαδικασίες ή διαδικασίες ενώπιον διοικητικού δικαστηρίου.

Οι δημόσιες αρχές σε ορισμένες ειδικές περιπτώσεις μπορεί να ασκήσουν διοικητική προσφυγή κατά μιας άλλης δημόσιας αρχής. Για παράδειγμα το βοεβοδάτο (επικεφαλής της περιφερειακής δημόσιας διοίκησης), εποπτεύει — ως ένα ορισμένο βαθμό — τη δραστηριότητα των αυτοδιοικητικών αρχών και σε ορισμένες περιπτώσεις έχει το δικαίωμα να ακυρώσει πράξεις των εν λόγω αρχών ή να υποβάλει καταγγελία για τις εν λόγω πράξεις στο διοικητικό δικαστήριο.

Επιπλέον, ο εισαγγελέας και ο διαμεσολαβητής μπορούν επίσης να κινήσουν διοικητικές διαδικασίες ή διαδικασίες ενώπιον διοικητικού δικαστηρίου.

Οι περιβαλλοντικές ΜΚΟ έχουν ευρύτερα δικαιώματα από άλλους κοινωνικούς οργανισμούς σε περιβαλλοντικές υποθέσεις σχετικά με το ποια δημόσια συμμετοχή απαιτείται (δηλ. ζητήματα ΕΠΕ [2] και ΟΠΕΡ [3]).#_ftn2#_ftn3 Ωστόσο το δικαίωμα να προσβληθεί μια απόφαση δημόσιας αρχής δεν περιορίζεται σε ζητήματα δημόσιας συμμετοχής. Από τη στιγμή που εμπλέκεται η δημόσια συμμετοχή, οι περιβαλλοντικές ΜΚΟ αποκτούν το δικαίωμα να προσβάλουν όλα τα διαδικαστικά και ουσιαστικά ζητήματα που σχετίζονται με την απόφαση. Η διαφορά μεταξύ των γενικών κανόνων της συμμετοχής των ΜΚΟ (όπως προβλέπεται στο άρθρο 31 του κώδικα διοικητικής δικονομίας) και των δικαιωμάτων των περιβαλλοντικών ΜΚΟ (όπως προβλέπεται στο άρθρο 44 της πράξης ΕΠΕ) μπορεί να εξηγηθεί ως εξής:

  • Άρθ. 31 του ΚΔΔ αναφέρει ότι μια ΜΚΟ μπορεί να συμμετέχει στις διαδικασίες με τα δικαιώματα διαδίκου (το οποίο σημαίνει ότι απολαμβάνει τα ίδια δικαιώματα με αυτά του διαδίκου στις διαδικασίες, συμπεριλαμβανομένου του δικαιώματος προσφυγής) μόνο όταν η δημόσια αρχή θεωρεί ότι το συμφέρον της κοινωνίας απαιτεί τη συμμετοχή της ΜΚΟ (με άλλα λόγια: Η Αρχή αποφασίζει αν θεωρεί σκόπιμο να επιτρέψει τη συμμετοχή του Οργανισμού)·
  • Σύμφωνα με το άρθρο 44 της πράξης ΕΠΕ, οι περιβαλλοντικές ΜΚΟ μπορούν να συμμετέχουν στις διαδικασίες με το δικαίωμα διαδίκου, αλλά — σε αντίθεση με άλλους οργανισμούς — δεν χρειάζεται να αποδείξουν ότι «το δημόσιο συμφέρον απαιτεί τη συμμετοχή τους». Με άλλα λόγια: Σε αυτήν την περίπτωση η αρχή απλώς εξετάζει κατά πόσον ένας περιβαλλοντικός οργανισμός πληροί τυπικές προϋποθέσεις (βλ. κατωτέρω) αλλά δεν έχει το δικαίωμα να αποφασίζει αν η συμμετοχή ενός τέτοιου οργανισμού είναι «σκόπιμη» και «αιτιολογημένη» από την άποψη του δημοσίου συμφέροντος. Τα ευρύτερα δικαιώματα στις διοικητικές διαδικασίες οδηγούν αυτόματα σε ευρύτερη νομιμοποίηση στη διαδικασία ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου.

Επιπλέον, μια περιβαλλοντική ΜΚΟ μπορεί να ασκήσει έφεση κατά της απόφασης στη δευτεροβάθμια αρχή ακόμη και αν δεν συμμετείχε στις πρωτοβάθμιες διοικητικές διαδικασίες.

Στην Πολωνία δεν εφαρμόζεται η αρχή της λαϊκής αγωγής (actio popularis).

Ο μόνος μηχανισμός που μπορεί να μοιάζει με την αρχή της λαϊκής αγωγής είναι η «διαδικασία καταγγελιών και προτάσεων» που έχει θεσπιστεί στον Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας του 1960 (άρθρα 221-260) αλλά έχει πολύ γενικό πεδίο εφαρμογής. Σύμφωνα με την εν λόγω διαδικασία, οποιοσδήποτε μπορεί να υποβάλει καταγγελία ή να υποβάλει πρόταση είτε με βάση το δημόσιο συμφέρον είτε για ίδιο έμπρακτο συμφέρον (εδώ απαιτείται μη έννομο συμφέρον ή ουσιαστικά νομικά δικαιώματα). Οι καταγγελίες και οι προτάσεις μπορεί να αφορούν οποιαδήποτε δραστηριότητα (ή παράλειψη) οποιουδήποτε δημόσιου φορέα ή αρχής (και στην πραγματικότητα και άλλους φορείς όπως για παράδειγμα συνδικάτα κλπ.). Η καταγγελία πρέπει να εξετάζεται από αρχή που είναι ανώτερη από την αρχή που αναφέρεται στην καταγγελία. Μια πρόταση πρέπει να εξεταστεί από την αρχή που είναι αρμόδια για τα εκάστοτε ζητήματα. Αν μια καταγγελία ή πρόταση υποβληθεί σε αναρμόδιο φορέα, ο εν λόγω φορέας πρέπει να την προωθήσει στον αρμόδιο (αρμόδιο). Ο αρμόδιος φορέας πρέπει να εξετάσει την καταγγελία ή πρόταση και να αποφανθεί επ ΄ αυτής εντός ενός μήνα. Οι καταγγελίες και οι προτάσεις στο πλαίσιο αυτής της διαδικασίας θεωρούνται ως «ατελή νομικά μέσα», επειδή το πρόσωπο που τα χρησιμοποιεί δεν έχει καμία επίσημη ιδιότητα σχετικά με την ουσία της υπόθεσης, δεν έχει δικαίωμα να προωθήσει την υπόθεση, και να προχωρήσει στη συνέχεια στην προσφυγή σε οποιοδήποτε δικαστήριο.

Ο Διαμεσολαβητής και οι εισαγγελείς δεν αποτελούν «όργανα προσφυγής», ωστόσο έχουν αποκτήσει μια ιδιότητα σε μια διοικητική διαδικασία: μπορούν είτε να κινήσουν τη διαδικασία είτε να παρέμβουν σε εν εξελίξει διαδικασία (συμπεριλαμβανομένης της προσφυγής κατά αποφάσεων). Παρά το γεγονός ότι ενεργούν αυτεπαγγέλτως, συχνά αναλαμβάνουν δράση μετά τη λήψη πληροφοριών/καταγγελιών από ιδιώτες ή οργανισμό.

Οι κανόνες πρόσβασης στη δικαιοσύνη σε περιβαλλοντικές υποθέσεις διαφορετικές για στρατηγικές αποφάσεις (όπως σχέδια για την ποιότητα του αέρα ή άλλα έγγραφα στρατηγικής) σε σχέση με τις επιμέρους διοικητικές αποφάσεις (όπως μια απόφαση ΕΠΕ, άδεια ΟΠΕΡ, τομεακή άδεια εκπομπής).

Για στρατηγικές αποφάσεις η πρόσβαση στη δικαιοσύνη είναι πολύ περιορισμένη.

Σε περίπτωση που οι κανονιστικές νομοθετικές πράξεις καθορίζουν το καθεστώς τους ως «τοπική νομοθεσία», μπορούν να προσβληθούν από άτομα των οποίων το νομικό συμφέρον μπορεί να επηρεαστεί από την εφαρμογή του σχεδίου.

Ωστόσο, δεν είναι πάντα σαφές αν ένας δεδομένος τύπος σχεδίου αποτελεί «τοπική νομοθεσία» ή όχι.

Για παράδειγμα τα τοπικά σχέδια χρήσης γης ή τα σχέδια δράσης για την ποιότητα του αέρα θεωρούνται «τοπική νομοθεσία» αντίστοιχα από τον νόμο περί Χωροταξίας ή από τον νόμο περί προστασίας του περιβάλλοντος.

Ταυτόχρονα το καθεστώς των πράξεων αυτών, για παράδειγμα το ένα από τα προγράμματα προστασίας του περιβάλλοντος είναι ασαφές, κατά τον νόμο περί προστασίας του περιβάλλοντος δεν την ορίζει και η νομολογία είναι επίσης ασυνεπής σχετικά με αυτό το θέμα (για παράδειγμα, το περιφερειακό διοικητικό δικαστήριο της Κρακοβίας δήλωσε ότι τα σχέδια διαχείρισης αποβλήτων — που αποτελούν μέρος των προγραμμάτων προστασίας του περιβάλλοντος — δεν αποτελούν τοπική νομοθεσία· Ωστόσο, αυτή η άποψη δεν είναι πάντα αποδεκτή).

Αυτή η διαφορά όσον αφορά τις στρατηγικές αποφάσεις είναι σημαντική, καθώς η πρόσβαση στη δικαιοσύνη διασφαλίζεται μόνο για εκείνες τις στρατηγικές αποφάσεις οι οποίες θεωρούνται ως «τοπική νομοθεσία».

Δεν υπάρχουν ειδικά δικαιώματα όσον αφορά τις ΜΚΟ για την προσβολή στρατηγικών αποφάσεων.

Για επιμέρους διοικητικές αποφάσεις, η ιδιότητα των ιδιωτών και των ΜΚΟ μπορεί να εξαρτάται από τον τύπο της απόφασης. Οι γενικοί κανόνες περιγράφονται σε έναν πίνακα ανωτέρω και τα ειδικά δικαιώματα των περιβαλλοντικών ΜΚΟ στην απάντηση της ερώτησης 2.

Υπάρχουν επίσης ορισμένες τροποποιήσεις όσον αφορά την ιδιότητα των ατόμων:

  • Το κτίριο (νόμου περί BLA) αναφέρει ότι οι διάδικοι σε μια διαδικασία σχετικά με τη χορήγηση άδειας κατασκευής είναι μόνο ο αιτών και οι ιδιοκτήτες ή διαχειριστές των ακινήτων που βρίσκονται στην περιοχή η οποία πλήττεται από την κατασκευή, ενώ η «πληγείσα περιοχή» ορίζεται ως η περιοχή που υποδεικνύεται από ειδικές διατάξεις που προβλέπουν περιορισμούς στη χρήση της περιοχής (άρθρο 28.2 και άρθρο 3 σημείο 20 του BLA). Η εν λόγω διάταξη περιορίζει σημαντικά τον κύκλο των διαδίκων, καθώς «ειδικές διατάξεις που προβλέπουν περιορισμούς στη χρήση της περιοχής» είναι μάλλον σπάνιες.

Ο κύκλος των διαδίκων στις διαδικασίες άδειας κατασκευής καθορίζεται σύμφωνα με τους γενικούς κανόνες (δηλ. βάσει του ΚΔΔ) μόνο όταν στο πλαίσιο των εν λόγω διαδικασιών διενεργείται «επαναλαμβανόμενη εκτίμηση των περιβαλλοντικών επιπτώσεων».

  • Ο νόμος περί προστασίας του περιβάλλοντος (EPLA) περιορίζει τον κύκλο των διαδίκων στις διαδικασίες που αφορούν «τομεακές» άδειες για εκπομπές στον αέρα ή στο νερό, καθώς και άδειες για την παραγωγή αποβλήτων. Σύμφωνα με τις διατάξεις του EPLA, μόνο ο φορέας που υποβάλλει αίτηση για την άδεια και οι ιδιοκτήτες των ακινήτων που βρίσκονται μέσα στην «περιοχή περιορισμένης χρήσης» αν η περιοχή αυτή δημιουργήθηκε για την εγκατάσταση, είναι διάδικοι.

Ο κύκλος των διαδίκων στις διαδικασίες άδειας εκπομπών καθορίζεται σύμφωνα με τους γενικούς κανόνες (δηλ. βάσει του ΚΔΔ) μόνο όσον αφορά τις άδειες ΟΠΕΡ (που απαιτούνται από την οδηγία ΟΠΕΡ).

  • Ο νόμος περί υδάτων αναφέρει ότι «διάδικος στη διαδικασία που αφορά άδειες υδάτων είναι: (1) πρόσωπο που υποβάλλει αίτηση για άδεια· (2) ιδιοκτήτης υδάτων· (3) ιδιοκτήτης του αποχετευτικού συστήματος στο οποίο τα βιομηχανικά λύματα που πρόκειται να εισαχθούν· (4) ιδιοκτήτης της υφιστάμενης εγκατάστασης ύδατος που βρίσκονται εντός του πεδίου εφαρμογής των συνεπειών της δραστηριότητας που υπόκειται σε άδεια ύδατος· (5) ιδιοκτήτης της γης εγκατάσταση η οποία βρίσκεται εντός του πεδίου εφαρμογής των συνεπειών της δραστηριότητας που υπόκειται σε άδεια ύδατος· (6) πρόσωπο που δικαιούται να αλιεύουν στην περιοχή εντός του πεδίου εφαρμογής των συνεπειών της δραστηριότητας που υπόκειται σε άδεια ύδατος» (άρθ. 127.7 του νόμου περί υδάτων).

Ωστόσο, σε αντίθεση με τα δύο ανωτέρω παραδείγματα, το άρθρο 127 του νόμου περί υδάτων δεν φαίνεται να περιορίζει τον κύκλο των διαδίκων, αλλά μόνο τον καθορίζει, συνάδοντας με το άρθρο 28 του ΚΔΔ.

  • Ο Γεωλογικός και Μεταλλευτικός Νόμος που ορίζει ότι οι διάδικοι στις διαδικασίες σχετικά με την παραχώρηση για την εξόρυξη ορυκτών πόρων είναι ιδιοκτήτες των ακινήτων επί των οποίων πρέπει να πραγματοποιηθεί η μεταλλευτική δραστηριότητα (άρθρο 41 του Γεωλογικού και Μεταλλευτικού Νόμου).

VIII. Νομική εκπροσώπηση

Δεν υπάρχει καμία απαίτηση εκπροσώπησης από δικηγόρο ενώπιον των διοικητικών αρχών και ενώπιον του πρωτοβάθμιου διοικητικού δικαστηρίου. Η υποχρέωση αυτή αφορά μόνο περιπτώσεις ενώπιον δευτεροβάθμιων διοικητικών δικαστηρίων — η καταγγελία ακύρωσης πρέπει να συνταχθεί από συνήγορο (adwokat) ή δικηγόρο (radca prawny).

Ορισμένα δικηγορικά γραφεία ειδικεύονται στο περιβαλλοντικό δίκαιο. Αν κάποιος αναζητά ένα τέτοιο δικηγορικό γραφείο, πρέπει να επισκεφτεί τους δικτυακούς τους τόπους προκειμένου να διαπιστώσει την πείρα τους στον τομέα αυτό.

Συμβαίνει ορισμένες περιβαλλοντικές ΜΚΟ να παρέχουν επίσης νομικές συμβουλές (δωρεάν ή σε μειωμένες τιμές) αλλά συνήθως βασίζονται σε συγκεκριμένα έργα (δηλ. έργα όταν μια ΜΚΟ εκτελεί ένα έργο για οποίο προβλέπεται η παροχή νομικών συμβουλών). Ως εκ τούτου, στην πράξη οι ΜΚΟ δεν παρέχουν τέτοιες συμβουλές σε μόνιμη βάση.

IX. Αποδεικτικά στοιχεία

Τα διοικητικά δικαστήρια αποφασίζουν για υποθέσεις βάσει των εγγράφων που συγκεντρώνονται κατά τη διάρκεια μιας διοικητικής διαδικασίας που προηγείται της ένδικης φάσης, καθώς η δικαστική διαδικασία επικεντρώνεται στην επαλήθευση της ορθότητας των διαδικασιών που πραγματοποιούνται από τις διοικητικές αρχές.

Όταν το Δικαστήριο αναφέρει ότι τα στοιχεία που συγκεντρώθηκαν κατά τη διάρκεια της διοικητικής διαδικασίας ήταν ανεπαρκή, ακυρώνει την απόφαση και παραπέμπει και πάλι την υπόθεση στη διοικητική αρχή, ζητώντας της να επαναλάβει τη διαδικασία υποβολής αποδεικτικών στοιχείων.

Όπως προαναφέρθηκε, τα διοικητικά δικαστήρια αξιολογούν στοιχεία που έχουν συγκεντρωθεί κατά τη διάρκεια των διοικητικών διαδικασιών και συνεπώς δεν κινούν διαδικασίες υποβολής αποδεικτικών στοιχείων.

Τα διοικητικά δικαστήρια (τα οποία συνήθως εξετάζουν περιβαλλοντικές υποθέσεις) δεν απευθύνονται σε πραγματογνώμονες. Οι αποφάσεις τους βασίζονται στα έγγραφα που συγκεντρώθηκαν κατά τη διάρκεια της διοικητικής διαδικασίας. Οι διάδικοι στις διαδικασίες μπορούν να υποβάλλουν προτάσεις και επιχειρήματα και θεωρητικά μπορούν να τα συνοδεύουν με απόψεις πραγματογνωμόνων, αλλά το Δικαστήριο δεν δεσμεύεται από αυτά.

Χ. Τα ασφαλιστικά μέτρα

Η προσφυγή σε δευτεροβάθμια διοικητική αρχή έχει ανασταλτικό αποτέλεσμα.

Σε εξαιρετικές περιπτώσεις η πρωτοβάθμια αρχή μπορεί να εκδίδει την απόφασή της βάσει της λεγόμενης διαταγής άμεσης εκτελεστότητας (go-ahead order). Η έκδοση μιας τέτοιας απόφασης καθορίζει ότι η εν λόγω απόφαση πρωτοβάθμιας αρχής μπορεί να καταστεί άμεσα εκτελεστή ανεξαρτήτως του αν έχει υποβληθεί προσφυγή ή όχι (σε αυτήν την περίπτωση η προσφυγή δεν έχει ανασταλτικό αποτέλεσμα). Οι προϋποθέσεις υπό τις οποίες μπορεί μια απόφαση να καταστεί άμεσα εκτελεστή είναι οι εξής: προστασία της ανθρώπινης υγείας ή ζωής, άλλα σημαντικά δημόσια συμφέροντα ή ιδιαίτερα σημαντικό συμφέρον ενός διαδίκου.

Αν εκδοθεί η απόφαση, δεν υπάρχουν άλλα διαθέσιμα μέσα σε διοικητικό επίπεδο για την αναστολή της εκτελεστότητας της απόφασης, ωστόσο η πρόταση (η οποία αποτελεί τμήμα της διοικητικής απόφασης) μπορεί να προσβληθεί σε διοικητικό δικαστήριο.

Για αποφάσεις ΕΠΕ μπορούν να χορηγηθούν περιβαλλοντικές άδειες εκπομπών (συμπεριλαμβανομένων αδειών ΟΠΕΡ) σύμφωνα με τους γενικούς κανόνες — βάσει των προϋποθέσεων που περιγράφονται ανωτέρω.

Ωστόσο, στην περίπτωση ορισμένων έργων υποδομής (όπως δρόμοι, αεροδρόμια, υποδομές πλημμυρών), οι ειδικές νομικές πράξεις ρυθμίζουν τη διαδικασία κατασκευής τους, οι οποίες προβλέπουν εξαιρετικά ευρείες δυνατότητες για τους κατασκευαστές ώστε να λάβουν τη διαταγή άμεσης εκτελεστότητας των αδειών κατασκευής (zezwolenie na realizację) ενός συγκεκριμένου έργου. Στην πράξη, στο πλαίσιο των ειδικών νομικών πράξεων, η διαταγή άμεσης εκτελεστότητας χορηγείται σχεδόν αυτόματα — κατόπιν αιτήματος του κατασκευαστή του έργου.

Η καταγγελία στο πρωτοβάθμιο διοικητικό δικαστήριο δεν αναστέλλει αυτόματα την εκτέλεση της διοικητικής απόφασης που υπόκειται σε καταγγελία. Ωστόσο, το διοικητικό δικαστήριο μπορεί να αναστείλει την εκτέλεση της απόφασης, μετά από πρόταση του ενάγοντος, σε περίπτωση που υπάρχει απειλή ότι η εκτέλεση μπορεί να προκαλέσει σημαντική βλάβη ή ζημιές που είναι δύσκολο να αποκατασταθούν. Σε αυτές τις περιπτώσεις ο ενάγων οφείλει να αποδείξει ότι η απειλή είναι σοβαρή.

Κανονικά, ο ενάγων δεν είναι υποχρεωμένος να καταθέσει οποιοδήποτε εφάπαξ ποσό ως εγγύηση, ωστόσο η υποχρέωση αυτή μπορεί να επιβληθεί από το Δικαστήριο στο πλαίσιο διαδικασίας σχετικά με οικοδομικές άδειες. Σε περίπτωση που απορριφθεί η καταγγελία, η εγγύηση διαβιβάζεται στον κατασκευαστή προκειμένου να ικανοποιηθεί η αξίωσή του.

Σε περιπτώσεις όπου μια απόφαση εκδόθηκε διαταγή άμεσης εκτελεστότητας σε διοικητικό επίπεδο (και κανείς δεν έχει προσβάλει τη διαταγή στο δικαστήριο, ή το Δικαστήριο επικύρωσε τη διαταγή), το δικαστήριο μπορεί πιθανότατα να απορρίψει επίσης την πρόταση αναστολής της εκτέλεσης της απόφασης (βλ. απόφαση του κύριου διοικητικού δικαστηρίου της 1 Μαρτίου 2011 (I OSK 289/11) στην οποία το Δικαστήριο έκρινε ότι μια τέτοια αναστολή θα ήταν αντίθετη προς τον θεσμό της «άμεσης εκτελεστότητας» και του νόμιμου στόχου).

XI. Επί των δικαστικών εξόδων

Η προσφυγή σε δευτεροβάθμια διοικητική αρχή (και — ταυτόχρονα η διαδικασία προσφυγής) είναι δωρεάν.

Θεωρητικά, ένας διάδικος (συμπεριλαμβανομένων των διαδικασιών προσφυγής) και άτομα με δικαιώματα διαδίκου μπορούν ωστόσο να επιβαρύνονται με το κόστος των διαδικασιών οι οποίες (1) προκλήθηκαν από υπαιτιότητα του διαδίκου, πχ. όταν η Αρχή πρέπει να επαναλάβει ορισμένες πράξεις κατά τη διάρκεια των διαδικασιών γιατί ο διάδικος δεν συμμετείχε στην εν λόγω πράξη· (2) σημειώθηκαν προς το συμφέρον ή μετά από πρόταση του διαδίκου και ταυτόχρονα δεν προέκυψαν από τις νόμιμες υποχρεώσεις των αρχών, πχ. όταν ο διάδικος απαιτεί να κληθεί ένας επιπλέον πραγματογνώμονας ως μάρτυρας. Το κόστος της διαδικασίας μπορεί να περιλαμβάνει πχ. έξοδα μετακίνησης των μαρτύρων και των πραγματογνωμόνων μαρτύρων ή έξοδα επιτόπιου ελέγχου, καθώς και — έξοδα μετάφρασης σε περίπτωση αλλοδαπών οι οποίοι συμμετέχουν στις διαδικασίες. Δεν υπάρχουν διαθέσιμα στατιστικά στοιχεία όσον αφορά το πόσο συχνά οι αρχές κάνουν χρήση των εν λόγω διατάξεων· Ωστόσο, οι συντάκτες της παρούσας έκθεσης δεν έχουν συναντήσει ποτέ παρόμοια περίπτωση στη νομική πρακτική τους.

Σε περίπτωση κατά την οποία ένα πρόσωπο αποφασίσει να διορίσει συνήγορο (δικηγόρο) ή να προσλάβει πραγματογνώμονα σε διοικητικές διαδικασίες, πρέπει να καλύψει τα έξοδά τους. Στις διοικητικές διαδικασίες κάθε διάδικος καλύπτει τα έξοδά του (οι διοικητικές αρχές δεν αποφασίζουν σχετικά με το κόστος).

Όσον αφορά τα δικαστικά τέλη για την υποβολή καταγγελίας στο πρωτοβάθμιο διοικητικό δικαστήριο, το πολωνικό νομικό σύστημα χρησιμοποιεί δικαστικά τέλη που ποικίλλουν ανάλογα με την «αξία της υπόθεσης» — αλλά μόνο σε περιπτώσεις όπου η αξία της υπό εξέταση υπόθεσης μπορεί να μετρηθεί (αν η υπόθεση αφορά χρηματική υποχρέωση, για παράδειγμα την πληρωμή τέλους για τη χρήση του περιβάλλοντος ή διοικητικού προστίμου για μη συμμόρφωση με τις περιβαλλοντικές απαιτήσεις). Σε αυτές τις περιπτώσεις τα δικαστικά τέλη ορίζονται ως εξής:

  • για τις υποθέσεις διακυβευόµενης αξίας έως 10.000 πολωνικά ζλότι (2 500 EUR) — 4 % της διακυβευόµενης αξίας, αλλά όχι λιγότερο από 100 πολωνικά ζλότι (25 EUR)·
  • για τις υποθέσεις διακυβευόµενης αξίας μεταξύ 10.000 πολωνικά ζλότι (50,000 EUR) και 2500 πολωνικά ζλότι (12,500 EUR) — 3 % της διακυβευόµενης αξίας, αλλά όχι λιγότερο από 400 πολωνικά ζλότι (100 EUR)·
  • για τις υποθέσεις διακυβευόµενης αξίας μεταξύ 50.000 πολωνικά ζλότι (100,000 EUR) και 12.500 πολωνικά ζλότι (25,000 EUR) — 2 % της διακυβευόµενης αξίας, αλλά όχι λιγότερο από 1500 πολωνικά ζλότι (375 EUR)·
  • για τις υποθέσεις διακυβευόµενης αξίας πάνω από 100.000 πολωνικά ζλότι (25,000 EUR) — 1 % της διακυβευόµενης αξίας, αλλά όχι λιγότερο από 2000 πολωνικά ζλότι (100,000 EUR) και όχι περισσότερο από 500 πολωνικά ζλότι (25,000 EUR).

Ωστόσο, στην πλειονότητα των περιβαλλοντικών υποθέσεων, η αξία της υπό εξέταση υπόθεσης δεν μπορεί να υπολογιστεί. Σε αυτές τις περιπτώσεις, το δικαστικό τέλος για την υποβολή καταγγελίας στο πρωτοβάθμιο διοικητικό δικαστήριο σε περιβαλλοντικές υποθέσεις ορίζεται στα 200 πολωνικά ζλότι (περίπου 50 EUR). Πρόκειται για ένα σχετικά μικρό ποσό και δεν μπορεί να θεωρηθεί εμπόδιο για την πρόσβαση στη δικαιοσύνη.

Το δικαστικό τέλος για την υποβολή καταγγελίας στο δευτεροβάθμιο διοικητικό δικαστήριο ανέρχεται στο 50 % του πρωτοβάθμιου δικαστικού τέλους σε μια συγκεκριμένη υπόθεση — αλλά όχι λιγότερο από 100 πολωνικά ζλότι (25 EUR).

Εκτός από τα δικαστικά τέλη, οι διάδικοι πρέπει να καλύψουν τις δικές τους δαπάνες (όπως έξοδα μετάβασης στο δικαστήριο), συμπεριλαμβανομένων εξόδων δικηγόρου (αν αποφασίσουν να εκπροσωπηθούν από δικηγόρο).

Ούτε οι δευτεροβάθμιες διοικητικές αρχές, ούτε τα διοικητικά δικαστήρια καλούν μάρτυρες ή πραγματογνώμονες, δεν υπάρχουν έτσι δαπάνες που σχετίζονται με τη συμμετοχή τους.

Ωστόσο, οι διάδικοι μπορεί να επιθυμούν να ζητήσουν και να υποβάλουν στην αρχή την γνώμη του πραγματογνώμονα για να στηρίξουν την άποψη του διαδίκου. Το κόστος της γνώμης αυτής δεν επιστρέφεται από τον ηττηθέντα διάδικο.

Το «βασικό» δικηγορικό τέλος ορίζεται από τον νόμο. Οι ελάχιστες τιμές στις διαδικασίες ενώπιον των διοικητικών δικαστηρίων (σε περιβαλλοντικές υποθέσεις) είναι οι εξής:

α) στο πρωτοδικείο — 240 πολωνικά ζλότι (60 EUR)

β) στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο — 75 % του ανωτέρω ποσού.

Τα ανωτέρω ποσά μπορούν να αυξηθούν, ανάλογα με την υπόθεση, από το Δικαστήριο και να ανέλθουν έως και στο 600 % της ελάχιστης τιμής. Κατά τον καθορισμό του τελικού ποσού των δικηγορικών τελών, το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη του την πολυπλοκότητα της υπόθεσης, τον όγκο της δουλειάς που απαιτείται κλπ.

Ωστόσο, στην πράξη τα πραγματικά δικηγορικά τέλη υπερβαίνουν τα ανωτέρω ποσά (υπολογίζονται σε ωριαία ή ημερήσια βάση) και καθορίζονται με ατομικές συμφωνίες μεταξύ του δικηγόρου και του πελάτη. Ωστόσο το πρόσθετο τέλος δεν επιστρέφεται στον ηττηθέντα διάδικο.

Τα τέλη των πραγματογνωμόνων καθορίζονται πάντα σε ατομικές συμφωνίες μεταξύ του πραγματογνώμονα και του πελάτη.

Σε περίπτωση που οι αρχές χάσουν την υπόθεση, πρέπει να καταβάλουν στον ν ικήσαντα διάδικο τα έξοδα (τα δικαστικά και τα δικηγορικά τέλη που δεν υπερβαίνουν τις ανωτέρω νόμιμες τιμές, αλλά όχι και τα έξοδα πραγματογνωμόνων), αλλά αν οι αρχές κερδίσουν την υπόθεση — δεν δικαιούνται να διεκδικήσουν επιστροφή των εξόδων τους.

ΧΙΙ. Μηχανισμοί οικονομικής συνδρομής

Τα πρόσωπα (φυσικά και νομικά, συμπεριλαμβανομένων των ΜΚΟ) τα οποία δεν είναι σε θέση να αναλάβουν τα δικαστικά έξοδα ή να προσλάβουν δικηγόρο, μπορούν να υποβάλουν αίτηση στο διοικητικό δικαστήριο για τη χορήγηση νομικής συνδρομής που στην Πολωνία ονομάζεται «δικαίωμα συνδρομής» (prawo pomocy). Η αίτηση πρέπει να συνοδεύεται από αποδεικτικά στοιχεία σχετικά με την οικονομική κατάσταση του ενάγοντα. Το δικαίωμα συνδρομής απαλλάσσει από τα δικαστικά έξοδα και τον διορισμό δικηγόρου ο οποίος — δωρεάν — θα εκπροσωπήσει τον ενάγοντα στο δικαστήριο. Το δικαίωμα συνδρομής μπορεί να ανακληθεί σε περίπτωση που δεν υφίστανται πλέον οι λόγοι χορήγησής του. Δεν υπάρχουν ωστόσο στατιστικά στοιχεία όσον αφορά τη συχνότητα χορήγησης ή την άρνηση χορήγησής της από τα δικαστήρια. Οι οργανισμοί αιτούνται σπάνια την εν λόγω συνδρομή, καθώς τα έξοδα των διαδικασιών δεν είναι τόσο υψηλά.

Οι περιβαλλοντικές ΜΚΟ μπορεί να λάβουν δημόσια χρηματοδότηση για τα έργα που πραγματοποιούν. Η δημόσια χρηματοδότηση μπορεί επίσης να καλύψει τα έξοδα που συνδέονται με νομικές διαδικασίες (συνήθως οι ΜΚΟ πρέπει να συμπεριλάβουν αυτού του είδους τα έξοδα στον προϋπολογισμό του έργου).

Ορισμένες ΜΚΟ ασκούν δραστηριότητα που αφορά την υπεράσπιση άλλων ΜΚΟ ή ιδιωτών, συμπεριλαμβανομένης της συνδρομής σε νομικές διαδικασίες. Αυτές οι ΜΚΟ μπορεί επίσης να λάβουν δημόσια χρηματοδότηση για αυτήν τη δραστηριότητα. Καθώς η εν λόγω δραστηριότητα βασίζεται σε μεμονωμένα έργα, δεν υπάρχει κατάλογος των ΜΚΟ που ασχολούνται με την υπεράσπιση διαδίκων στον τομέα του περιβαλλοντικού δικαίου.

Στην Πολωνία υπάρχουν κέντρα παροχής νομικών συμβουλών, ωστόσο γενικά δεν επικεντρώνονται στο περιβαλλοντικό δίκαιο.

ΧΙΙΙ. Επικαιρότητα

Το βασικό χρονικό περιθώριο για την έκδοση μιας απόφασης από ένα διοικητικό όργανο είναι ένας μήνας και σε ιδιαίτερα περίπλοκες υποθέσεις — δύο μήνες.

Ωστόσο, η Αρχή μπορεί να παρατείνει την προθεσμία αυτή και να ενημερώσει τους διαδίκους για το γεγονός αυτό, τους λόγους της καθυστέρησης, και να αναφέρει τη νέα προθεσμία για τη διεκπεραίωση της υπόθεσης.

Σε περίπτωση που η αρχή δεν εκδώσει την απόφαση εγκαίρως ή δεν ενημερώσει τους διαδίκους σχετικά με τους λόγους της καθυστέρησης, οι διάδικοι μπορούν να υποβάλουν καταγγελία στη δευτεροβάθμια διοικητική αρχή και στη συνέχεια στο διοικητικό δικαστήριο.

Οι καταγγελίες μπορούν να υποβληθούν και σε περίπτωση που η διαδικασία είναι εξαιρετικά χρονοβόρα (przewlekłość postępowania), δηλ. όταν η Αρχή κρίνει ότι είναι αδικαιολόγητη η παράταση της προθεσμίας.

Η δευτεροβάθμια αρχή και στη συνέχεια το διοικητικό δικαστήριο διατάσσει την πρωτοβάθμια αρχή να διεκπεραιώσει την υπόθεση (να εκδώσει απόφαση).

Ο υπάλληλος που δεν διεκπεραίωσε εγκαίρως την υπόθεση με την κατάλληλη αιτιολόγηση υπόκειται σε πειθαρχικές κυρώσεις. Οι διατάξεις του νόμου δεν διευκρινίζουν τους τύπους των κυρώσεων που μπορεί να επιβληθούν στον υπάλληλο της υπηρεσίας (πρόκειται για εσωτερικό θέμα ενός συγκεκριμένου διοικητικού οργάνου).

Τα πρόσωπο που επιθυμεί να προσβάλει μια διοικητική απόφαση (μια μεμονωμένη ή μια στρατηγικής σημασίας απόφαση) ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου, πρέπει να υποβάλει αγωγή εντός 30 ημερών από την ημέρα που του επιδόθηκε η απόφαση ή από την ημέρα που δημοσιεύθηκε.

Συνήθως δεν υπάρχουν χρονικά όρια που θέτει ο νόμος για την έκδοση απόφασης από τα δικαστήρια. Μόνο σε ορισμένες περιπτώσεις, που αναφέρονται στη νομοθεσία, υπάρχουν τέτοιες προθεσμίες — για παράδειγμα σε περιπτώσεις πρόσβασης σε πληροφορίες (βλ. τμήμα ΙΙΙ).

Τυπικά η δικαστική διαδικασία ενώπιον πρωτοβάθμιου δικαστηρίου διαρκεί μερικούς μήνες (περίπου 3-7 μήνες). Η δικαστική διαδικασία ενώπιον δευτεροβάθμιου δικαστηρίου διαρκεί περίπου 6-12 μήνες.

Όπως αναφέρθηκε ανωτέρω, συνήθως δεν υπάρχουν προθεσμίες που θέτει ο νόμος για την έκδοση απόφασης από τα δικαστήρια. Μόνο σε ορισμένες περιπτώσεις, που αναφέρονται στη νομοθεσία, υπάρχουν τέτοιες προθεσμίες — για παράδειγμα σε περιπτώσεις πρόσβασης σε πληροφορίες (βλ. τμήμα ΙΙΙ).

Δεν προβλέπονται κυρώσεις κατά δικαστηρίων που καθυστερούν την έκδοση αποφάσεων.

ΧΙV. Άλλα θέματα

Οι περιβαλλοντικές αποφάσεις προσβάλλονται από τα μέρη αφού εκδοθούν από πρωτοβάθμια διοικητική αρχή. Στη συνέχεια, η απόφαση της δευτεροβάθμιας διοικητικής αρχής μπορεί να προσβληθεί ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου.

Δεν ήταν δυνατόν να βρεθούν πληροφορίες σχετικά με την πρόσβαση στη δικαιοσύνη για περιβαλλοντικά ζητήματα που να παρέχονται στο κοινό με καθορισμένη και προσβάσιμη διαδικασία.

Στο στάδιο της διοικητικής διαδικασίας μια διοικητική υπόθεση μπορεί να διευθετηθεί στο πλαίσιο «συμβιβασμού» μεταξύ των διαδίκων της διαδικασίας (ο οποίος μπορεί να θεωρηθεί εναλλακτική επίλυση διαφορών). Οι συμβιβασμοί μπορούν να χρησιμοποιηθούν κατά τις πρωτοβάθμιες και δευτεροβάθμιες διαδικασίες.

Ωστόσο, μόνο διάδικοι των διαδικασιών και όχι ΜΚΟ (οι οποίες συμμετέχουν «με το δικαίωμα του διαδίκου») μπορούν να συμμετέχουν στον συμβιβασμό.

Στις δικαστικές διαδικασίες ενώπιον διοικητικού δικαστηρίου, οι διάδικοι μπορούν να επιλύσουν τις διαφορές τους μέσω της διαμεσολάβησης.

Στην πράξη ο συμβιβασμός στις διοικητικές διαδικασίες καθώς και η διαμεσολάβηση ενώπιον διοικητικού δικαστηρίου χρησιμοποιούνται σπάνια.

XV. Αλλοδαποί

Στο πολωνικό δικονομικό δίκαιο, δεν προβλέπονται άμεσα ρήτρες για την καταπολέμηση των διακρίσεων όσον αφορά τη γλώσσα ή τη χώρα προέλευσης.

Ωστόσο, το γεγονός ότι οι νόμοι δεν αποκλείουν αλλοδαπούς από τις ισχύουσες δικαστικές προσφυγές σημαίνει ότι έχουν τα ίδια δικαιώματα με τους πολωνούς πολίτες.

Παρόλα αυτά όλες οι διαδικασίες ενώπιον των πολωνικών αρχών και δικαστηρίων διεξάγονται στην πολωνική γλώσσα. Αυτό σημαίνει ότι οι αλλοδαποί που δεν μιλούν πολωνικά πρέπει να διαθέτουν διερμηνέα.

Τα έξοδα μετάφρασης στις διαδικασίες ενώπιον διοικητικών δικαστηρίων τα αναλαμβάνουν οι αλλοδαποί διάδικοι και — όταν κερδίσουν την υπόθεση μπορούν να διεκδικήσουν την απόδοσή τους από τον ηττηθέντα διάδικο.

Για το ζήτημα των εξόδων μετάφρασης στις διαδικασίες ενώπιον διοικητικών δικαστηρίων δεν υπάρχουν συγκεκριμένες ρυθμίσεις, έτσι οι κανόνες στον τομέα αυτόν είναι ασαφείς.

ΧVΙ. Διασυνοριακές υποθέσεις

Στις υποθέσεις στις οποίες η Πολωνία είναι η χώρα προέλευσης (η δραστηριότητα που πραγματοποιήθηκε στην Πολωνία έχει επιπτώσεις σε άλλη χώρα) οι πολωνικοί διαδικαστικοί κανόνες δεν εισάγουν διακρίσεις και δεν αποκλείουν το αλλοδαπό κοινό.

Ωστόσο, υπάρχουν επίσης γενικοί κανόνες όσον αφορά αυτό το ζήτημα. Το πρόβλημα ρυθμίζεται μόνο στις υποθέσεις κατά τις οποίες — σύμφωνα με τις απαιτήσεις της σύμβασης Espoo ή των οδηγιών της ΕΕ (ΕΠΕ, ΟΠΕΡ) — η πολωνική νομοθεσία προβλέπει τη λεγόμενη διασυνοριακή διαδικασία. Στην περίπτωση αυτής της διαδικασίας οι κυβερνήσεις και των δύο χωρών (χώρας προέλευσης και πληγείσας χώρας) είναι υπεύθυνες για τη διεξαγωγή της.

Στο πολωνικό δίκαιο δεν υπάρχει ειδικός ορισμός του «ενδιαφερόμενου κοινού» σε διασυνοριακό πλαίσιο. Μόνο σε περιπτώσεις κατά τις οποίες απαιτείται και διεξάγεται μια διασυνοριακή διαδικασία στο πλαίσιο της σύμβασης Espoo ή άλλων διεθνών συμφωνιών, οι κανόνες προσδιορισμού του ενδιαφερόμενου κοινού σε άλλη χώρα προβλέπονται από τις εν λόγω συμφωνίες.

Δεν υπάρχουν ειδικοί κανονισμοί σχετικά με τη συμμετοχή αλλοδαπών ΜΚΟ σε περιβαλλοντικές διαδικασίες, ωστόσο, το πολωνικό δίκαιο δεν στερεί στις ΜΚΟ από άλλα κράτη τη δυνατότητα να συμμετέχουν στις διαδικασίες με τα δικαιώματα διαδίκου. Ως εκ τούτου, μπορεί να συναχθεί το συμπέρασμα ότι οι αλλοδαπές περιβαλλοντικές ΜΚΟ απολαμβάνουν τα ίδια δικαιώματα με τις εθνικές ΜΚΟ.

Οι συντάκτες της παρούσας έκθεσης δεν είναι ενήμεροι για τυχόν προσπάθειες αλλοδαπών περιβαλλοντικών ή άλλων κοινωνικών οργανώσεων να συμμετάσχουν σε διοικητικές διαδικασίες στην Πολωνία, δεν είναι επομένως σε θέση να αξιολογήσουν την πρακτική όσον αφορά αυτό το θέμα (πιθανότατα δεν υπάρχει καμία πρακτική).

Όταν μια υπόθεση εμπίπτει στη δικαιοδοσία των πολωνικών δικαστηρίων, δεν υπάρχει καμία δυνατότητα επιλογής διαφορετικού δικαστηρίου της χώρας (η λεγόμενη «άγρα δικαστηρίου» δεν υφίσταται στο πολωνικό δίκαιο).

Σχετικοί σύνδεσμοι

  • Εθνική νομοθεσία για περιβαλλοντικά ζητήματα (στην πολωνική γλώσσα):

Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροhttp://www.gdos.gov.pl/Articles/view/1916/Akty_prawne

Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροhttp://www.ekoportal.gov.pl/opencms/opencms/ekoportal/prawo_dokumenty_strategiczne/PodstawoweAkty/

  • Κύριες εθνικές περιβαλλοντικές αρχές:

Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροhttp://www.mos.gov.pl/ http://www.gdos.gov.pl/
Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροhttp://www.gdos.gov.pl/

Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροhttp://www.ekoportal.gov.pl/opencms/opencms/ekoportal/home/index.html (φορέας που ειδικεύεται στις περιβαλλοντικές πληροφορίες)

  • Δικηγορικοί σύλλογοι:

Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροhttp://www.nra.pl/nra.php

Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροhttp://www.kirp.pl

  • Γραφείο Διαμεσολαβητή:

Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροhttp://www.rpo.gov.pl/

  • Γραφείο Εισαγγελέα:

Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροhttp://www.pg.gov.pl/


Αυτόματη μετάφραση του περιεχομένου. Ο ιδιοκτήτης της σελίδας αυτής δεν αποδέχεται καμία ευθύνη για την ποιότητα αυτής της μετάφρασης, που έγινε από μηχανή.

Τελευταία επικαιροποίηση: 14/09/2016