Κλείσιμο

Η ΕΚΔΟΣΗ BETA ΤΗΣ ΠΥΛΗΣ ΕΙΝΑΙ ΤΩΡΑ ΔΙΑΘΕΣΙΜΗ!

Επισκεφθείτε την έκδοση BETA της διαδικτυακής πύλης της ευρωπαϊκής ηλεκτρονικής δικαιοσύνης και πείτε μας τη γνώμη σας!

 
 

Διαδρομή πλοήγησης

menu starting dummy link

Page navigation

menu ending dummy link

Ευρωπαϊκός εκτελεστός τίτλος - Γερµανία


ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ ΑΡΜΟΔΙΩΝ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΩΝ/ΑΡΧΩΝ

Το παρακάτω εργαλείο αναζήτησης θα σας βοηθήσει να προσδιορίσετε τα δικαστήρια ή τις αρχές με αρμοδιότητα για συγκεκριμένη ευρωπαϊκή νομική πράξη. Σημείωση: παρότι έχει καταβληθεί κάθε δυνατή προσπάθεια για να διασφαλιστεί η ακρίβεια των αποτελεσμάτων, ενδέχεται, να μην καλύπτονται ορισμένες περιπτώσεις καθορισμού αρμοδιοτήτων.

Γερµανία

Αναγνώριση και εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις - Ευρωπαϊκός εκτελεστός τίτλος


1. Διαδικασίες για διόρθωση και αναθεώρηση (άρθρο 10, παρ. 2)

2. Διαδικασίες για επανεξέταση (άρθρο 19, παρ. 1)

3. Γλώσσες που γίνονται δεκτές (άρθρο 20 παρ.2, εδάφιο γ)

4. Αρχές που ορίζονται για την πιστοποίηση δημοσίων εγγράφων (άρθρο 25)

1. Διαδικασίες για διόρθωση και αναθεώρηση (άρθρο 10, παρ. 2)

Ο νόμος σχετικά με τη μεταφορά στην εθνική νομοθεσία του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 805/2004 για τη θέσπιση ευρωπαϊκού εκτελεστού τίτλου για μη αμφισβητούμενες αξιώσεις («Νόμος για τη μεταφορά στην εθνική νομοθεσία του ευρωπαϊκού εκτελεστού τίτλου») είχε ως αποτέλεσμα την προσθήκη των ακόλουθων διατάξεων στον γερμανικό κώδικα πολιτικής δικονομίας («ZPO»):

«Άρθρο 1081

Διόρθωση και ανάκληση

(1)          Κάθε αίτηση βάσει του άρθρου 10 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 805/2004 για τη διόρθωση ή την ανάκληση δικαστικού πιστοποιητικού υποβάλλεται στο δικαστήριο το οποίο εξέδωσε το πιστοποιητικό. Επί της αίτησης αποφαίνεται το εν λόγω δικαστήριο. Κάθε αίτηση για τη διόρθωση ή την ανάκληση πιστοποιητικού που έχει εκδοθεί από συμβολαιογράφο ή διοικητική αρχή υποβάλλεται στον συμβολαιογράφο ή τη διοικητική αρχή που το εξέδωσε. Ο εκάστοτε συμβολαιογράφος ή η διοικητική αρχή διαβιβάζουν πάραυτα την αίτηση για έκδοση απόφασης στο περιφερειακό δικαστήριο που είναι κατά τόπον αρμόδιο για την περιοχή στην οποία εδρεύουν.

(2)          Ο οφειλέτης δύναται να υποβάλει αίτηση ανάκλησης εντός προθεσμίας ενός μηνός. Σε περίπτωση που το πιστοποιητικό πρέπει να επιδοθεί ή να κοινοποιηθεί στην αλλοδαπή, η σχετική προθεσμία είναι δύο μήνες. Πρόκειται για εκ του νόμου προθεσμία, η οποία αρχίζει να τρέχει από τη στιγμή της επίδοσης ή κοινοποίησης του πιστοποιητικού και, πάντως, όχι πριν από την επίδοση ή κοινοποίηση του τίτλου στον οποίο αναφέρεται το πιστοποιητικό. Στην αίτηση ανάκλησης παρατίθενται υποχρεωτικά οι λόγοι για τους οποίους η έκδοση του τίτλου ήταν προδήλως εσφαλμένη.

(3)          Το άρθρο 319 παράγραφοι 2 και 3 ισχύει κατ’ αναλογία στη διόρθωση και την ανάκληση.»

Το άρθρο 319 παράγραφοι 2 και 3 του ZPO ορίζει τα εξής:

«Άρθρο 319

Διόρθωση δικαστικών αποφάσεων

(1) ...

(2)          Η απόφαση στην οποία έχει ενσωματωθεί διόρθωση καταχωρείται στη δικαστική απόφαση και στα τυχόν αντίγραφα αυτής. Αν η διάταξη με την οποία παραγγέλλεται η διόρθωση γίνεται με τον τύπο που καθορίζεται στο άρθρο 130b, πρέπει να αποθηκεύεται σε χωριστό ηλεκτρονικό έγγραφο. Το έγγραφο αυτό πρέπει να επισυνάπτεται κατά τρόπο αναπόσπαστο στη δικαστική απόφαση.

(3)          Δεν χωρεί προσφυγή κατά διάταξης με την οποία απορρίπτεται αίτηση διόρθωσης επιτρέπεται να ασκηθεί πάραυτα ανακοπή κατά διάταξης στην οποία έχει ενσωματωθεί διόρθωση.»

(3)         Δεν χωρεί προσφυγή κατά διάταξης με την οποία απορρίπτεται αίτηση διόρθωσης. Επιτρέπεται να υποβληθεί πάραυτα καταγγελία κατά διάταξης στην οποία έχει ενσωματωθεί διόρθωση.».

2. Διαδικασίες για επανεξέταση (άρθρο 19, παρ. 1)

Σύμφωνα με τις τρέχουσες διατάξεις του γερμανικού κώδικα πολιτικής δικονομίας, ο οφειλέτης δύναται, και μάλιστα κατά κανόνα και όχι μόνο στις έκτακτες περιπτώσεις που μνημονεύονται στο άρθρο 19 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 805/2004, να υποβάλει αίτηση επανεξέτασης της εκδοθείσας απόφασης με αιτιολογία τη μη άσκηση ανακοπής ή την ερημοδικία του (πρβλ. το άρθρο 19 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 805/2004).

(α)   Δικαστικές αποφάσεις με ερημοδικία και εκτελεστοί τίτλοι

Σύμφωνα με το άρθρο 338 του ZPO, ο οφειλέτης δύναται να υποβάλει αίτηση για την ανάκληση της δικαστικής απόφασης που εκδόθηκε ερήμην του. Το ίδιο ένδικο μέσο προβλέπεται για τη διαταγή που εκδίδεται στο πλαίσιο διαδικασίας έκδοσης διαταγής πληρωμής (πρβλ. άρθρο 700 του ZPO σε συνδυασμό με το άρθρο 338 του ZPO). Η αίτηση υποβάλλεται με την άσκηση ανακοπής ενώπιον του δικάζοντος δικαστηρίου. Η προθεσμία για την άσκηση της ανακοπής είναι δύο εβδομάδες. Πρόκειται για εκ του νόμου προθεσμία, η οποία αρχίζει να τρέχει από τη στιγμή της επίδοσης ή κοινοποίησης της απόφασης. Εάν η αίτηση κριθεί παραδεκτή, η διαδικασία επανέρχεται στο σημείο στο οποίο βρισκόταν προ της ερημοδικίας. Το παραδεκτό της αίτησης δεν επηρεάζεται από τους λόγους για τους οποίους ο οφειλέτης παρέλειψε να εναντιωθεί στην εγερθείσα αξίωση ή να προσέλθει στη δικάσιμο.

Οσάκις, στις περιπτώσεις που μνημονεύονται στο άρθρο 19 παράγραφος 1 στοιχείο α) του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 805/2004, δεν έχει σημειωθεί μόνο παράλειψη προσήκουσας επίδοσης ή κοινοποίησης του εισαγωγικού της δίκης εγγράφου ή ισοδύναμου εγγράφου ή κλήτευσης σε ακροαματική διαδικασία αλλά εξακολουθεί να υφίσταται το ελάττωμα της επίδοσης ή κοινοποίησης της δικαστικής απόφασης, παραδείγματος χάρη επειδή η επίδοση ή κοινοποίηση πραγματοποιήθηκε σε αμφότερες περιπτώσεις σε διεύθυνση στην οποία ο οφειλέτης δεν είχε διαμείνει επί μεγάλο χρονικό διάστημα, τότε ισχύουν τα εξής: Εάν δεν μπορεί να αποδειχθεί η προσήκουσα επίδοση ή κοινοποίηση της εκδοθείσας με ερημοδικία δικαστικής απόφασης ή του εκτελεστού τίτλου ή εάν η πραγματοποιηθείσα επίδοση ή κοινοποίηση πάσχει ακυρότητα λόγω της μη τήρησης ουσιωδών κανόνων οι οποίοι διέπουν την επίδοση ή κοινοποίηση, η προθεσμία δύο εβδομάδων για την άσκηση ανακοπής αρχίζει να τρέχει μόνο από τη στιγμή κατά την οποία ο οφειλέτης πράγματι παραλαμβάνει την εκδοθείσα με ερημοδικία δικαστική απόφαση ή τον εκτελεστό τίτλο. Πέραν αυτού, ο οφειλέτης εξακολουθεί να έχει το δικαίωμα να ζητήσει την ανάκληση της δικαστικής απόφασης.

Στις περιπτώσεις που μνημονεύονται στο άρθρο 19 παράγραφος 1 στοιχείο β) του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 805/2004, δηλαδή οσάκις η επίδοση ή κοινοποίηση έγινε προσηκόντως, αλλά ο οφειλέτης δεν μπόρεσε να εναντιωθεί στην αξίωση λόγω ανωτέρας βίας ή έκτακτων περιστάσεων που δεν οφείλονται σε δική του υπαιτιότητα, ισχύουν οι εξής κανόνες: Εάν το κώλυμα αρθεί εγκαίρως πριν από τη λήξη της προθεσμίας που ισχύει για την υποβολή αίτησης ανάκλησης της απόφασης, ο οφειλέτης έχει στη διάθεσή του το κανονικό ένδικο μέσο που αναγνωρίζεται σε μια τέτοια περίπτωση, δηλαδή μπορεί να ασκήσει ανακοπή (βλ. παραπάνω). Αν υποτεθεί, για παράδειγμα, ότι ο οφειλέτης δεν ήταν σε θέση να εμφανισθεί ενώπιον του δικαστηρίου λόγω τροχαίου ατυχήματος, τότε κατά κανόνα του αναγνωρίζεται το δικαίωμα να ασκήσει ανακοπή εντός προθεσμίας δύο εβδομάδων από την επίδοση ή κοινοποίηση της δικαστικής απόφασης, είτε αυτοπροσώπως είτε μέσω αντιπροσώπου τον οποίον διορίζει για τον σκοπό αυτό. Αν το κώλυμα εξακολουθεί να υφίσταται και μετά την εκπνοή της προθεσμίας άσκησης ανακοπής, το άρθρο 233 του ZPO ορίζει ότι ο οφειλέτης δύναται να ζητήσει την επαναφορά της διαδικασίας στην προτεραία κατάσταση. Οι ανωτέρω διατάξεις δεν ισχύουν μόνο σε περίπτωση ανωτέρας βίας, αλλά παρέχουν στον διάδικο τη δυνατότητα να ζητήσει την επαναφορά της διαδικασίας στην προτεραία κατάσταση εάν, χωρίς δική του υπαιτιότητα, εμποδίστηκε να συμμορφωθεί με εκ του νόμου προβλεπόμενη προθεσμία (ή με άλλες ειδικές προθεσμίες). Η αίτηση επαναφοράς της διαδικασίας στην προτεραία κατάσταση πρέπει να υποβληθεί εντός προθεσμίας δύο εβδομάδων από την ημερομηνία κατά την οποία εξέλιπε το κώλυμα. Σε περίπτωση που δεν γίνει κάτι τέτοιο εντός έτους από την παρέλευση της μη τηρηθείσας προθεσμίας, δεν χωρεί πλέον τέτοια ανακοπή. Επί της ανακοπής αποφαίνεται το δικαστήριο που είναι αρμόδιο να αποφανθεί επί της αίτησης ανάκλησης της απόφασης (δηλαδή το δικαστήριο που έχει επιληφθεί της υπόθεσης), η οποία πρέπει ομοίως να ασκηθεί εντός προθεσμίας δύο εβδομάδων.

Σε περίπτωση που ο οφειλέτης ασκήσει παραδεκτώς ανακοπή και ακολούθως δεν προσέλθει στην ορισθείσα δικάσιμο, δεν προβλέπεται άλλο ένδικο μέσο κατά της δικαστικής απόφασης που εκδίδεται με ερημοδικία και με την οποία απορρίπτεται το αίτημά του (πρβλ. άρθρο 345 του ZPO). Παρόλα αυτά, ο οφειλέτης έχει δικαίωμα να ασκήσει έφεση, αλλά το δικαίωμα αυτό είναι περιορισμένο. Σύμφωνα με το άρθρο 514 παράγραφος 2 του ZPO, σε τέτοιες περιπτώσεις ο οφειλέτης μπορεί να επικαλεσθεί προς επίρρωση της έφεσης το γεγονός ότι η μη εμφάνισή του στο δικαστήριο δεν οφειλόταν σε αμέλεια. Δεν ισχύουν εν προκειμένω οι γενικοί περιορισμοί που ισχύουν για το παραδεκτό της έφεσης (πρβλ. άρθρο 511 παράγραφος 2 του ZPO). Η έφεση ασκείται με την κατάθεση σχετικού δικογράφου στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο. Η προθεσμία για την άσκηση έφεσης είναι ένας μήνας. Πρόκειται για προθεσμία εκ του νόμου, η οποία αρχίζει να τρέχει από τη στιγμή της επίδοσης ή κοινοποίησης του πλήρους κειμένου της δικαστικής απόφασης και πάντως το αργότερο πέντε μήνες μετά την έκδοση της δικαστικής απόφασης. Δεδομένου ότι πρόκειται για προθεσμία εκ του νόμου, ο οφειλέτης δύναται να ζητήσει την επαναφορά της διαδικασίας στην προτεραία κατάσταση δυνάμει του άρθρου 233 του ZPO εφόσον η αδυναμία του να συμμορφωθεί με την προθεσμία που ισχύει για την άσκηση έφεσης δεν οφείλεται σε δική του υπαιτιότητα (βλ. παραπάνω).

(β)   Δικαστικές αποφάσεις εκδιδόμενες με βάση τον φάκελο της υπόθεσης

Αν ο οφειλέτης δεν προσέλθει στην προφορική διαδικασία και το δικαστήριο δεν εκδώσει απόφαση με ερημοδικία αλλά, αντ’ αυτού, κατόπιν αιτήσεως του δανειστή, εκδώσει απόφαση με βάση τα στοιχεία του φακέλου της υπόθεσης (πρβλ. άρθρο 331a παράγραφος 2 του ZPO), χωρεί έφεση κατά αυτής της δικαστικής απόφασης. Σύμφωνα με το άρθρο 511 του ZPO, χωρεί έφεση υπό την προϋπόθεση ότι η χρηματική αξία της αξίωσης υπερβαίνει τα 600 ευρώ ή εφόσον το πρωτοβάθμιο δικαστήριο χορήγησε, στο πλαίσιο της απόφασης που εξέδωσε, άδεια για την άσκηση έφεσης για λόγους αρχής (άρθρο 511 παράγραφος 4 του ZPO). Αναφορικά με τις τυπικές προϋποθέσεις που ισχύουν για την άσκηση έφεσης και το δικαίωμα να ζητηθεί η επαναφορά της διαδικασίας στην προτεραία κατάσταση, ο αναγνώστης παραπέμπεται σε όσα αναπτύσσονται παραπάνω.

3. Γλώσσες που γίνονται δεκτές (άρθρο 20 παρ.2, εδάφιο γ)

Ο «Νόμος για τη μεταφορά στην εθνική νομοθεσία του ευρωπαϊκού εκτελεστού τίτλου» είχε ως αποτέλεσμα την προσθήκη των ακόλουθων διατάξεων στον ZPO:

«Άρθρο 1083

Μετάφραση

Αν ο δανειστής οφείλει να προσκομίσει μετάφραση κατ’ εφαρμογή του άρθρου 20 παράγραφος 2 στοιχείο γ) του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 805/2004, η μετάφραση συντάσσεται στα γερμανικά και πρέπει να επικυρωθεί από πρόσωπο διαθέτον σχετική νομιμοποίηση σε ένα από τα κράτη μέλη.»

4. Αρχές που ορίζονται για την πιστοποίηση δημοσίων εγγράφων (άρθρο 25)

Στη Γερμανία, δημόσια έγγραφα κατά την έννοια του άρθρου 25 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 805/2004 είναι τα εκτελεστά έγγραφα που εκδίδονται από συμβολαιογράφους και από τις υπηρεσίες κοινωνικής πρόνοιας νεότητας. Βάσει του νέου άρθρου 1079 που πρόκειται να προστεθεί στον ZPO, ο «Νόμος για τη μεταφορά στην εθνική νομοθεσία του ευρωπαϊκού εκτελεστού τίτλου» ορίζει ότι η εξουσία έκδοσης πιστοποιητικών ευρωπαϊκού εκτελεστού τίτλου για τους σκοπούς του άρθρου 25 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 805/2004 ανήκει στη δημόσια αρχή που είναι αρμόδια για τη χορήγηση εκτελεστού αντιγράφου (πρβλ. άρθρο 724 του ZPO). Το κείμενο των σχετικών διατάξεων έχει ως εξής:

«Άρθρο 1079

Αρμοδιότητα

Πιστοποιητικά σύμφωνα με:

1.            το άρθρο 9 παράγραφος 1, το άρθρο 24 παράγραφος 1, το άρθρο 25 παράγραφος 1, και

2.            το άρθρο 6 παράγραφοι 2 και 3 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 805/2004 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 21ης Απριλίου 2004, για τη θέσπιση ευρωπαϊκού εκτελεστού τίτλου για μη αμφισβητούμενες αξιώσεις (ΕΕ L 143, σελ. 15), εκδίδονται από τα δικαστήρια, τις αρχές και τους συμβολαιογράφοι που είναι αρμόδιοι για τη χορήγηση εκτελεστών αντιγράφων.»

Σύμφωνα με το άρθρο 797 παράγραφος 2 του ZPO, εκτελεστό αντίγραφο (άρα και πιστοποιητικό ευρωπαϊκού εκτελεστού τίτλου) συμβολαιογραφικής πράξης νομιμοποιείται να εκδίδει ο συμβολαιογράφος στην κατοχή του οποίου βρίσκεται η πράξη. Αν η πράξη βρίσκεται στην κατοχή δημόσιας αρχής, αρμόδια προς τούτο είναι η εν λόγω αρχή. Η συνήθης περίπτωση είναι να βρίσκεται η πράξη στην κατοχή του συμβολαιογράφου που την επικύρωσε.

Σύμφωνα με το άρθρο 60(3)(1) του τόμου VIII («Μέριμνα για τους ανηλίκους και τα νεαρά άτομα») του γερμανικού κώδικα κοινωνικής πρόνοιας, η «Υπηρεσία πρόνοιας νεότητας», στην οποία έχει ανατεθεί η ευθύνη για την επικύρωση αναλαμβανόμενων υποχρεώσεων, είναι αρμόδια για την έκδοση εκτελεστών αντιγράφων επίσημων εγγράφων που υπάγονται στον τομέα της πρόνοιας νεότητας. Το αποτέλεσμα είναι η «Υπηρεσία πρόνοιας νεότητας» που εξέδωσε το πρωτότυπο επίσημο έγγραφο να είναι αρμόδια και για την έκδοση πιστοποιητικού ευρωπαϊκού εκτελεστού τίτλου. Με τον «Νόμο για τη μεταφορά στην εθνική νομοθεσία του ευρωπαϊκού εκτελεστού τίτλου» θεσπίστηκε αποσαφήνιση του θέματος μέσω αναθεώρησης του άρθρου 60(3)(1) του τόμου VIII του κώδικα κοινωνικής πρόνοιας.

Από το καθεστώς που ισχύει αναφορικά με την αρμοδιότητα έκδοσης εκτελεστών αντιγράφων συνάγεται ότι στη Γερμανία κάθε συμβολαιογράφος και κάθε κρατικός λειτουργός των υπηρεσιών πρόνοιας νεότητας δύνανται κατά κανόνα να εκδίδουν πιστοποιητικά ευρωπαϊκού εκτελεστού τίτλου. Επειδή στη Γερμανία υπάρχουν περίπου 8.000 συμβολαιογράφοι και αρκετές εκατοντάδες γραφεία πρόνοιας νεότητας, δεν κρίνεται σκόπιμη η κατάρτιση σχετικού καταλόγου για δημοσίευση στην Επίσημη Εφημερίδα. Εκτός αυτού, θα ήταν δυσανάλογα υψηλό το κόστος για τη διαρκή ενημέρωση ενός τέτοιου καταλόγου. Προς το παρόν, η γερμανική κυβέρνηση απέχει από τη διαβίβαση του καταλόγου και, αντ’ αυτού, προβαίνει σε κοινοποίηση των κανονιστικών ρυθμίσεων που καθορίζονται στο άρθρο 1097 του ZPO σε συνδυασμό με το άρθρο 797 παράγραφος 2 του ZPO ή με το άρθρο 60(3)(1) του τόμου VIII του γερμανικού κώδικα κοινωνικής πρόνοιας με σκοπό τη δημοσίευσή τους στην Επίσημη Εφημερίδα. Τα στοιχεία αυτά επιτρέπουν στον δανειστή να εντοπίζει χωρίς δυσκολία την αρχή που είναι αρμόδια για τους σκοπούς του άρθρου 25 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 805/2004. Εξάλλου, στη συντριπτική πλειονότητα των περιπτώσεων, αρμόδια είναι η αρχή που εξέδωσε το δημόσιο έγγραφο, όπως έχει ήδη εξηγηθεί παραπάνω.


Την έκδοση αυτής της σελίδας στην εθνική γλώσσα διαχειρίζεται το εκάστοτε κράτος μέλος. Οι μεταφράσεις έχουν γίνει από την αρμόδια υπηρεσία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Οι τυχόν αλλαγές που επιφέρει η αρμόδια εθνική αρχή στο πρωτότυπο ενδέχεται να μην έχουν περιληφθεί ακόμα στις μεταφράσεις. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή δεν αναλαμβάνει καμία ευθύνη όσον αφορά τις πληροφορίες ή τα στοιχεία που περιλαμβάνονται ή για τα οποία γίνεται λόγος στο παρόν έγγραφο. Βλ. την ανακοίνωση νομικού περιεχομένου για τους κανόνες πνευματικής ιδιοκτησίας που ισχύουν στο κράτος μέλος που είναι αρμόδιο για την παρούσα σελίδα.

Τελευταία επικαιροποίηση: 09/10/2018