Κλείσιμο

Η ΕΚΔΟΣΗ BETA ΤΗΣ ΠΥΛΗΣ ΕΙΝΑΙ ΤΩΡΑ ΔΙΑΘΕΣΙΜΗ!

Επισκεφθείτε την έκδοση BETA της διαδικτυακής πύλης της ευρωπαϊκής ηλεκτρονικής δικαιοσύνης και πείτε μας τη γνώμη σας!

 
 

Διαδρομή πλοήγησης

menu starting dummy link

Page navigation

menu ending dummy link

Ευρωπαϊκός εκτελεστός τίτλος - Ρουμανία


ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ ΑΡΜΟΔΙΩΝ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΩΝ/ΑΡΧΩΝ

Το παρακάτω εργαλείο αναζήτησης θα σας βοηθήσει να προσδιορίσετε τα δικαστήρια ή τις αρχές με αρμοδιότητα για συγκεκριμένη ευρωπαϊκή νομική πράξη. Σημείωση: παρότι έχει καταβληθεί κάθε δυνατή προσπάθεια για να διασφαλιστεί η ακρίβεια των αποτελεσμάτων, ενδέχεται, να μην καλύπτονται ορισμένες περιπτώσεις καθορισμού αρμοδιοτήτων.

Ρουμανία

Αναγνώριση και εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις - Ευρωπαϊκός εκτελεστός τίτλος


1. Διαδικασίες για διόρθωση και αναθεώρηση (άρθρο 10, παρ. 2)

2. Διαδικασίες για επανεξέταση (άρθρο 19, παρ. 1)

3. Γλώσσες που γίνονται δεκτές (άρθρο 20 παρ.2, εδάφιο γ)

4. Αρχές που ορίζονται για την πιστοποίηση δημοσίων εγγράφων (άρθρο 25)

1. Διαδικασίες για διόρθωση και αναθεώρηση (άρθρο 10, παρ. 2)

Στην περίπτωση που ο εκτελεστός τίτλος είναι δικαστική απόφαση, συμπεριλαμβανομένης αυτής που συνιστά δικαστικό συμβιβασμό ή άλλης υπόθεσης των μερών εντός του νόμου, η πιστοποίηση είναι αρμοδιότητα πρωτοβάθμιου δικαστηρίου (άρθρο 2 παράγραφος 1 του έκτακτου κυβερνητικού διατάγματος αριθ. 119/2006 σχετικά με ορισμένα αναγκαία μέτρα για την εφαρμογή κοινοτικών κανονισμών από την ημερομηνία προσχώρησης της Ρουμανίας στην ΕΕ, που εγκρίθηκε με τροποποιήσεις με τον νόμο αριθ. 191/2007, όπως έχει τροποποιηθεί και συμπληρωθεί).

Το αίτημα διόρθωσης ενός πιστοποιητικού εμπίπτει στην αρμοδιότητα του δικαστηρίου που χορήγησε το πιστοποιητικό. Το δικαστήριο αποφαίνεται για το αίτημα χορήγησης πιστοποιητικού εκδίδοντας απόφαση, χωρίς κλήτευση των μερών. Η απόφαση με την οποία το αίτημα γίνεται δεκτό δεν επιδέχεται προσφυγή. Το πιστοποιητικό χορηγείται στον πιστωτή και αντίγραφό του κοινοποιείται στον οφειλέτη. Η απόφαση με την οποία απορρίπτεται το αίτημα μπορεί να προσβληθεί με έφεση, εντός 15 ημερών από την έκδοσή της, αν ο πιστωτής είναι παρών, και από την κοινοποίησή της αν αυτός είναι απών. Οι διατάξεις αυτές εφαρμόζονται κατ’ αναλογία και σε περίπτωση αναίρεσης (άρθρα 2, 3, 5 και 6 του άρθρου Ι 1 του έκτακτου κυβερνητικού διατάγματος αριθ. 119/2006 σχετικά με ορισμένα αναγκαία μέτρα για την εφαρμογή κοινοτικών κανονισμών από την ημερομηνία προσχώρησης της Ρουμανίας στην ΕΕ, που εγκρίθηκε με τροποποιήσεις με τον νόμο αριθ. 191/2007, όπως έχει τροποποιηθεί και συμπληρωθεί).

Το αίτημα για την ανάκληση πιστοποιητικού υποβάλλεται στο δικαστήριο που εξέδωσε το πιστοποιητικό, εντός ενός μηνός από την κοινοποίησή του. Σε περίπτωση που, ύστερα από κλήτευση των μερών, το δικαστήριο διαπιστώσει ότι το πιστοποιητικό εκδόθηκε χωρίς να πληρούνται οι προϋποθέσεις που ορίζει ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 805/2004, επανεξετάζει τα ληφθέντα μέτρα και αποφασίζει την ανάκληση, συνολικά ή εν μέρει, του πιστοποιητικού. Η απόφαση μπορεί να προσβληθεί με έφεση εντός 15 ημερών από την κοινοποίησή της. Οι διατάξεις αυτές εφαρμόζονται κατ’ αναλογία και σε περίπτωση αναίρεσης (άρθρο 7 του άρθρου Ι 1 του έκτακτου κυβερνητικού διατάγματος αριθ. 119/2006 σχετικά με ορισμένα αναγκαία μέτρα για την εφαρμογή κοινοτικών κανονισμών από την ημερομηνία προσχώρησης της Ρουμανίας στην ΕΕ, που εγκρίθηκε με τροποποιήσεις με τον νόμο αριθ. 191/2007, όπως έχει τροποποιηθεί και συμπληρωθεί).

Διαδικασίες επανεξέτασης που προβλέπονται στο άρθρο 19 παράγραφος 1

Οι διαδικασίες επανεξέτασης της ρουμανικής νομοθεσίας στις οποίες αναφέρεται το άρθρο 19 παράγραφος 1 είναι αυτές της τακτικής προσφυγής [έφεση (apel)] και της έκτακτης [αναίρεση (recurs), αίτηση ακύρωσης (contestație în anulare), αναθεώρηση (revizuirea)].

2. Διαδικασίες για επανεξέταση (άρθρο 19, παρ. 1)

Διαδικασίες επανεξέτασης που προβλέπονται στο άρθρο 19 παράγραφος 1

Οι διαδικασίες επανεξέτασης της ρουμανικής νομοθεσίας στις οποίες αναφέρεται το άρθρο 19 παράγραφος 1 είναι αυτές της τακτικής προσφυγής [έφεση (apel)] και της έκτακτης [αναίρεση (recurs), αίτηση ακύρωσης (contestație în anulare), αναθεώρηση (revizuirea)].

Η έφεση διέπεται από τα άρθρα 466-482 του κώδικα πολιτικής δικονομίας

Οι αποφάσεις που εκδίδονται σε πρώτο βαθμό μπορούν να προσβληθούν με έφεση. Η προθεσμία για την έφεση είναι 30 ημέρες από την κοινοποίηση της απόφασης. Η προθεσμία για την έφεση αναστέλλει την εκτέλεση της απόφασης σε πρώτο βαθμό. Η έφεση και οι λόγοι άσκησης της έφεσης κατατίθενται στο δικαστήριο η απόφαση του οποίου προσβάλλεται με την έφεση.

Ο εφεσίβλητος έχει το δικαίωμα, μετά την εκπνοή της προθεσμίας για την έφεση, να ασκήσει έφεση εγγράφως (η επονομαζόμενη αντέφεση - apel incident), στο πλαίσιο της διαδικασίας κατά την οποία εκδικάζεται η έφεση του άλλου μέρους, μέσω δικής του αίτησης με την οποία επιδιώκει να ανασκευάσει την πρωτοβάθμια απόφαση.

Στην περίπτωση διαδικαστικής ομοδικίας, και αν τρίτα μέρη έχουν παρέμβει στην πρωτοβάθμια διαδικασία, ο εφεσίβλητος έχει το δικαίωμα, μετά την εκπνοή της προθεσμίας για την άσκηση έφεσης, να ασκήσει έφεση εγγράφως (η επονομαζόμενη προκαλούμενη έφεση - apel provocat) κατά άλλου εφεσιβλήτου είτε κατά προσώπου που παραστάθηκε σε πρώτο βαθμό και το οποίο δεν είναι διάδικος στην κύρια έφεση, αν το τελευταίο αυτό πρόσωπο θα μπορούσε να επηρεάσει τη θέση του εφεσιβλήτου στη δίκη.

Η αντέφεση και η προκαλούμενη έφεση κατατίθενται από τον εφεσίβλητο μαζί με το υπόμνημα αντίκρουσης στην κυρία έφεση.

Η έφεση που ασκείται εμπρόθεσμα προκαλεί νέα εκδίκαση επί της ουσίας και το δευτεροβάθμιο δικαστήριο εξετάζει τόσο τα πραγματικά όσο και τα νομικά ζητήματα (μεταβιβαστικό αποτέλεσμα της έφεσης).

Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο θα προβεί στην επανεξέταση της υπόθεσης επί της ουσίας εντός των ορίων που έχει θέσει ο εκκαλών, καθώς και ως προς τις λύσεις που εξαρτώνται από το μέρος της απόφασης το οποίο προσβάλλεται με την έφεση. H μεταβίβαση θα λειτουργήσει για ολόκληρη την υπόθεση όταν η έφεση δεν προσβάλλει συγκεκριμένα μόνο μέρη του διατακτικού της απόφασης, όταν επιδιώκει την ακύρωση της απόφασης ή όταν το αντικείμενο της διαφοράς είναι αδιαίρετο.

Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο μπορεί να επικυρώσει την προσβληθείσα απόφαση, οπότε στην περίπτωση αυτή απορρίπτει την έφεση, την ακυρώνει ή την κηρύσσει άνευ αντικειμένου. Στην περίπτωση αποδοχής της έφεσης, το δικαστήριο μπορεί να ακυρώσει ή να αλλάξει την προσβληθείσα απόφαση.

Στην περίπτωση κατά την οποία διαπιστώσει ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο εσφαλμένα εκδίκασε την υπόθεση χωρίς να εισχωρήσει στην ουσία της υπόθεσης ή ότι η δίκη πραγματοποιήθηκε ερήμην διαδίκου που δεν είχε κλητευτεί, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο θα ακυρώσει την προσβληθείσα απόφαση και θα εξετάσει την υπόθεση ως προς την ουσία της. Κατόπιν, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο θα ακυρώσει την προσβληθείσα απόφαση και θα αναπέμψει την υπόθεση για επανεκδίκαση στο αρμόδιο πρωτοβάθμιο δικαστήριο η αναπομπή αυτή μπορεί να γίνει μόνο μία φορά στη διάρκεια της διαδικασίας.

Αν το δευτεροβάθμιο δικαστήριο διαπιστώσει ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο ήταν αναρμόδιο, τότε θα ακυρώσει την προσβληθείσα απόφαση και θα αναπέμψει την υπόθεση στο αρμόδιο δικαστήριο ή, ανάλογα με την περίπτωση, θα απορρίψει την αίτηση ως απαράδεκτη.

Στην περίπτωση κατά την οποία το δευτεροβάθμιο δικαστήριο διαπιστώσει ότι έχει την αρμοδιότητα να εκδικάσει σε πρώτο βαθμό, τότε θα ακυρώσει την προσβληθείσα απόφαση και θα εκδικάσει την υπόθεση επί της ουσίας.

Ο εκκαλών δεν μπορεί, ως αποτέλεσμα της δικής του έφεσης, να βρεθεί σε χειρότερη θέση από αυτήν στην οποία τέθηκε με την προσβληθείσα απόφαση.

Η αναίρεση διέπεται από τα άρθρα 483-502 του κώδικα πολιτικής δικονομίας

Οι αποφάσεις που εκδίδονται κατ’ έφεση, αυτές για τις οποίες δεν υφίσταται δικαίωμα έφεσης, όπως και ορισμένες άλλες που προσδιορίζονται ρητώς υπόκεινται σε αναίρεση. Δεν υπόκεινται σε αναίρεση οι αποφάσεις που εκδίδονται σε συγκεκριμένους τομείς όπως: η κηδεμονία, η οικογένεια, οι ληξιαρχικές πράξεις, η διαχείριση κτηρίων, η εκκένωση οι δουλείες, η μετατόπιση συνόρων, η οριοθέτηση συνόρων, η εκτέλεση (ή μη) πράξεων μη αποτιμητών σε χρήμα, οι δικαστικές αποφάσεις με τις οποίες κηρύσσεται αποβιώσαν ένα πρόσωπο, ο δικαστικός διαχωρισμός περιουσιακών στοιχείων, η πολιτική ναυσιπλοΐα, οι εργατικές διαφορές, η κοινωνική ασφάλιση, οι απαλλοτριώσεις, η αποκατάσταση ζημίας που προκλήθηκε από δικαστικό σφάλμα, οι χρηματικές αξιώσεις έως 500.000 ρουμανικά λέου και οι αποφάσεις δευτεροβάθμιων δικαστηρίων υπόκεινται μόνο σε έφεση.

Η προθεσμία για την άσκηση αναίρεσης είναι 30 ημέρες από την κοινοποίηση της απόφασης. Η αναίρεση εκδικάζεται από το δικαστήριο που είναι ιεραρχικά ανώτερο από αυτό που εξέδωσε την προσβληθείσα απόφαση. Αν το ζητήσει ο αναιρεσείων, το δικαστήριο το οποίο επιλαμβάνεται της αίτησης αναίρεσης μπορεί να αναστείλει την προσβληθείσα απόφαση.

Ανταναίρεση και προκαλούμενη αναίρεση μπορούν να ασκηθούν στις περιπτώσεις που προβλέπονται για την αντέφεση και την προκαλούμενη έφεση.

Στην περίπτωση που η αίτηση αναίρεσης κριθεί καταρχήν παραδεκτή, το δικαστήριο μπορεί, αφού επαληθεύσει όλους τους προβαλλόμενους λόγους και αποφαινόμενο επί της αναίρεσης, να κάνει δεκτή, να απορρίψει, να ακυρώσει ή να κηρύξει άνευ αντικειμένου την αναίρεση. Στην περίπτωση που η αίτηση αναίρεσης γίνει δεκτή, η προσβληθείσα απόφαση μπορεί να αναιρεθεί στο σύνολό της ή εν μέρει. Η αναιρεθείσα απόφαση δεν έχει καμία ισχύ. Μέτρα εκτέλεσης ή εξασφάλισης που ελήφθησαν κατ’ εφαρμογή της αναιρεθείσας απόφασης είναι νομικώς ανίσχυρα. Το δικαστήριο αποφαίνεται επ’ αυτού αυτεπαγγέλτως με διάταξη στην απόφαση αναίρεσης.

Στην περίπτωση αναίρεσης, οι αποφάσεις του αναιρετικού δικαστηρίου για τα νομικά ζητήματα που έχουν επιλυθεί είναι δεσμευτικές για το δικαστήριο που εκδικάζει την ουσία της υπόθεσης. Όταν η απόφαση αναιρείται για λόγους παραβίασης διαδικαστικών κανόνων, η επανεξέταση της υπόθεσης ξεκινά από το σημείο της ακυρωθείσας πράξης. Μετά την αναίρεση, το δικαστήριο που επιλαμβάνεται της ουσίας εκδικάζει εκ νέου την υπόθεση, εντός των ορίων της αναίρεσης και λαμβάνει υπόψη του όλους τους λόγους που είχαν προβληθεί ενώπιον του δικαστηρίου του οποίου η απόφαση αναιρέθηκε.

Η απόφαση αναίρεσης, όπως και η απόφαση που εκδίδεται από το δικαστήριο της αναπομπής μετά την αναίρεση, δεν μπορεί να οδηγήσει σε χειροτέρευση της θέσης του οικείου διαδίκου.

Η αίτηση ακύρωσης διέπεται από τα άρθρα 503-508 του κώδικα πολιτικής δικονομίας

Οι οριστικές αποφάσεις μπορούν να προσβληθούν με αίτηση ακύρωσης, όταν ο προσφεύγων δεν κλητεύτηκε νόμιμα ούτε παραστάθηκε κατά την εκδίκαση της υπόθεσης. Η αίτηση ακύρωσης κατατίθεται στο δικαστήριο η απόφαση του οποίου προσβάλλεται. Η αίτηση ακύρωσης μπορεί να υποβληθεί εντός 15 ημερών από την ημερομηνία κοινοποίησης της απόφασης, αλλά το αργότερο ένα έτος από την ημερομηνία κατά την οποία η απόφαση έγινε οριστική. Το δικαστήριο δύναται να αναστείλει την εκτέλεση της απόφασης της οποίας επιδιώκεται η ακύρωση, υπό την προϋπόθεση της καταβολής εγγύησης. Αν ο λόγος της ακύρωσης είναι βάσιμος, το δικαστήριο θα αποφανθεί εκδίδοντας μία μόνο απόφαση, ακυρωτική της προσβληθείσας απόφασης.  Η απόφαση που εκδίδεται σε ακυρωτική διαδικασία υπόκειται στα ίδια ένδικα μέσα όπως και η προσβληθείσα με την αίτηση ακύρωσης απόφαση.

Η αναθεώρηση διέπεται από τα άρθρα 509-513 του κώδικα πολιτικής δικονομίας

Μπορεί να ζητηθεί αναθεώρηση μιας απόφασης που εκδόθηκε επί της ουσίας ή η οποία αναφέρεται στην ουσία της υπόθεσης, αν, για παράδειγμα, ο διάδικος εμποδίστηκε να παραστεί στη διαδικασία και αδυνατούσε να ενημερώσει σχετικά το δικαστήριο για λόγους ανεξάρτητους από τη θέλησή του. Η προθεσμία για την αναθεώρηση είναι 15 ημέρες και υπολογίζεται από τον χρόνο άρσης του εμποδίου. Το δικαστήριο δύναται να αναστείλει την εκτέλεση της απόφασης της οποίας επιδιώκεται η αναθεώρηση, υπό την προϋπόθεση της καταβολής εγγύησης. Αν το δικαστήριο δεχθεί την αίτηση αναθεώρησης, τροποποιεί, εν μέρει ή συνολικά, την προσβληθείσα απόφαση, ενώ, στην περίπτωση δυσμενούς οριστικής απόφασης, την ακυρώνει. Η απόφαση που εκδίδεται επί της αίτησης αναθεώρησης υπόκειται στα ίδια ένδικα μέσα που προβλέπει ο νόμος για την αναθεωρηθείσα απόφαση.

3. Γλώσσες που γίνονται δεκτές (άρθρο 20 παρ.2, εδάφιο γ)

Ρουμανικά.

4. Αρχές που ορίζονται για την πιστοποίηση δημοσίων εγγράφων (άρθρο 25)

Αν ο εκτελεστός τίτλος είναι δημόσιο έγγραφο, η πιστοποίηση είναι αρμοδιότητα του τοπικού δικαστηρίου (judecatorie) στην αρμοδιότητα του οποίου υπάγεται η αρχή που εξέδωσε το έγγραφο (άρθρο 2 παράγραφος 2 του άρθρου Ι 1 του έκτακτου κυβερνητικού διατάγματος αριθ. 119/2006 σχετικά με ορισμένα αναγκαία μέτρα για την εφαρμογή κοινοτικών κανονισμών από την ημερομηνία προσχώρησης της Ρουμανίας στην ΕΕ, που εγκρίθηκε με τροποποιήσεις με τον νόμο αριθ. 191/2007, όπως έχει τροποποιηθεί και συμπληρωθεί).


Την έκδοση αυτής της σελίδας στην εθνική γλώσσα διαχειρίζεται το εκάστοτε κράτος μέλος. Οι μεταφράσεις έχουν γίνει από την αρμόδια υπηρεσία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Οι τυχόν αλλαγές που επιφέρει η αρμόδια εθνική αρχή στο πρωτότυπο ενδέχεται να μην έχουν περιληφθεί ακόμα στις μεταφράσεις. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή δεν αναλαμβάνει καμία ευθύνη όσον αφορά τις πληροφορίες ή τα στοιχεία που περιλαμβάνονται ή για τα οποία γίνεται λόγος στο παρόν έγγραφο. Βλ. την ανακοίνωση νομικού περιεχομένου για τους κανόνες πνευματικής ιδιοκτησίας που ισχύουν στο κράτος μέλος που είναι αρμόδιο για την παρούσα σελίδα.

Τελευταία επικαιροποίηση: 16/02/2017