menu starting dummy link

Page navigation

menu ending dummy link

Αποδείξεις


Η παρούσα ενότητα παρέχει μια επισκόπηση της νομοθεσίας της ΕΕ σχετικά με τη συγκέντρωση αποδεικτικών στοιχείων σε διασυνοριακές υποθέσεις.


Ιστορικό

Η κατάργηση των συνοριακών ελέγχων εντός της ΕΕ έχει διευκολύνει σημαντικά την ελεύθερη κυκλοφορία των πολιτών της Ένωσης. Ωστόσο, έχει διευκολύνει και τις διασυνοριακές δραστηριότητες των εγκληματιών.

Ως εκ τούτου, η αποτελεσματική συνεργασία των χωρών της ΕΕ στον τομέα της συγκέντρωσης αποδεικτικών στοιχείων σε ποινικές υποθέσεις έχει αποκτήσει κρίσιμη σημασία.

Νομοθεσία της ΕΕ

Τρέχουσα κατάσταση

Οι κανόνες σχετικά με τη συγκέντρωση αποδεικτικών στοιχείων σε ποινικές υποθέσεις στην ΕΕ βασίζονται σε συμφωνίες «αμοιβαίας συνδρομής».

Ειδικότερα:

Από το 2017

Από τις 22 Μαΐου 2017 η συγκέντρωση αποδεικτικών στοιχείων στην ΕΕ θα διέπεται από την οδηγία για την ευρωπαϊκή εντολή έρευνας.

Η νέα οδηγία βασίζεται στην αμοιβαία αναγνώριση και αντικαθιστά τα αντίστοιχα μέτρα των ανωτέρω συμβάσεων.

Θα εφαρμόζεται μεταξύ των χωρών της ΕΕ που δεσμεύονται από την οδηγία.

Μετά τη θέσπιση της οδηγίας, η Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροαπόφαση-πλαίσιο σχετικά με το ευρωπαϊκό ένταλμα συγκέντρωσης αποδεικτικών στοιχείων, του 2008 (η οποία είχε πιο περιορισμένο πεδίο εφαρμογής), καταργήθηκε με τον κανονισμό 2016/95, της 20ής Ιανουαρίου 2016.

Σύμβαση για την αμοιβαία δικαστική συνδρομή επί ποινικών υποθέσεων του 2000

Η σύμβαση αυτή αποτελεί το πλέον χρησιμοποιούμενο μέσο για τη συγκέντρωση αποδεικτικών στοιχείων.

Καλύπτει την παροχή αμοιβαίας συνδρομής σε τομείς όπως:

  • η λήψη καταθέσεων από υπόπτους και μάρτυρες
  • η χρήση της εικονοτηλεδιάσκεψης
  • η διενέργεια ερευνών και κατασχέσεων για τη συγκέντρωση αποδεικτικών στοιχείων
  • οι τηλεπικοινωνίες.

Το πρωτόκολλό της περιλαμβάνει κανόνες για τη συγκέντρωση πληροφοριών σχετικά με τραπεζικούς λογαριασμούς και τραπεζικές συναλλαγές.

Αίτηση αμοιβαίας συνδρομής

Η αιτούσα αρχή μπορεί να επικοινωνήσει απευθείας με την αρχή προς την οποία απευθύνεται η αίτηση.

Πλην εάν η αρχή εκτέλεσης έχει λόγους να απορρίψει την αίτηση, η αίτηση θα πρέπει να εκτελεστεί το συντομότερο δυνατόν και, εφόσον είναι εφικτό, εντός της προθεσμίας που έχει υποδείξει η αιτούσα αρχή.

Προκειμένου να διασφαλίζεται ότι τα στοιχεία που θα συγκεντρωθούν θα είναι παραδεκτά, οι αρχές του κράτους εκτέλεσης πρέπει να τηρούν τις διαδικασίες που τυχόν έχουν υποδείξει οι αρχές του αιτούντος κράτους, υπό την προϋπόθεση ότι δεν αντιβαίνουν σε θεμελιώδεις αρχές δικαίου στο κράτος εκτέλεσης.

Η οδηγία για την ευρωπαϊκή εντολή έρευνας

Η ευρωπαϊκή εντολή έρευνας είναι δικαστική απόφαση την οποία εκδίδει ή επικυρώνει δικαστική αρχή κράτους μέλους της ΕΕ με σκοπό την εκτέλεση ερευνητικών μέτρων σε άλλο κράτος μέλος της ΕΕ για τη συγκέντρωση αποδεικτικών στοιχείων σε ποινική υπόθεση.

Η οδηγία για την ευρωπαϊκή εντολή έρευνας εκδόθηκε στις 3 Απριλίου 2014. Η Δανία και η Ιρλανδία επέλεξαν να μη συμμετάσχουν.

Στόχος της οδηγίας ήταν η καθιέρωση της αρχής της αμοιβαίας αναγνώρισης με παράλληλη:

  • διατήρηση ευελιξίας στο σύστημα αμοιβαίας νομικής συνδρομής και
  • προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων.

Καλύπτει όλα τα ερευνητικά μέτρα (με εξαίρεση τη σύσταση κοινής ομάδας έρευνας).

Ευρωπαϊκή εντολή έρευνας μπορεί να εκδοθεί σε ποινική, διοικητική ή αστική διαδικασία, εφόσον η απόφαση μπορεί να οδηγήσει σε δίκη ενώπιον ποινικού δικαστηρίου.

Οι αρχές έκδοσης μπορούν να καταφύγουν στη χρήση ευρωπαϊκής εντολής έρευνας μόνο αν το σχετικό ερευνητικό μέτρο είναι:

  • απαραίτητο,
  • αναλογικό και
  • επιτρεπτό σε παρόμοιες εγχώριες υποθέσεις.

Σύμφωνα με τη νέα οδηγία, τα ερευνητικά μέτρα πρέπει να εκτελούνται από το κράτος μέλος εκτέλεσης με την ταχύτητα και την προτεραιότητα που θα δινόταν για παρόμοια εγχώρια υπόθεση.

Επιπλέον, τα ερευνητικά μέτρα πρέπει να εκτελούνται «το συντομότερο δυνατόν». Η οδηγία τάσσει συναφώς προθεσμίες (ανώτατο όριο 30 ημερών για τη λήψη της απόφασης για την αναγνώριση και εκτέλεση της αίτησης, και 90 ημερών για την ουσιαστική εκτέλεση της αίτησης).

Τα κράτη μέλη της ΕΕ μπορούν να απορρίπτουν την αίτηση για ορισμένους λόγους. Οι ακόλουθοι γενικοί λόγοι απόρριψης ισχύουν για όλα τα μέτρα:

  1. ασυλία ή προνόμιο ή κανόνες περιορισμού της ποινικής ευθύνης σχετικά με την ελευθερία του Τύπου
  2. βλάβη σε ουσιώδη συμφέροντα εθνικής ασφαλείας
  3. μη ποινική διαδικασία
  4. αρχή ne bis in idem
  5. εξωεδαφικότητα σε συνδυασμό με τον κανόνα για το διττό αξιόποινο
  6. ασυμβατότητα με υποχρεώσεις σεβασμού θεμελιωδών δικαιωμάτων.

Επιπλέον, υπάρχουν περαιτέρω λόγοι απόρριψης που αφορούν ορισμένα μέτρα:

  1. έλλειψη διττού αξιοποίνου (με την εξαίρεση ορισμένων σοβαρών αδικημάτων)
  2. αδυναμία εκτέλεσης του μέτρου (το ερευνητικό μέτρο δεν υφίσταται ή δεν είναι διαθέσιμο σε παρόμοιες εγχώριες υποθέσεις και δεν υπάρχει εναλλακτικό μέτρο).

Για τη διαχείριση αυτής της ιστοσελίδας υπεύθυνη είναι η Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Οι πληροφορίες που περιλαμβάνονται στην παρούσα σελίδα δεν απηχούν κατ’ ανάγκη την επίσημη θέση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Η Επιτροπή δεν αναλαμβάνει καμία απολύτως ευθύνη όσον αφορά πληροφορίες ή δεδομένα που περιέχονται ή αναφέρονται στο παρόν έγγραφο. Παρακαλείσθε να συμβουλευθείτε την ανακοίνωση νομικού περιεχομένου σχετικά με το καθεστώς πνευματικής ιδιοκτησίας που διέπει τις σελίδες των ευρωπαϊκών θεσμικών οργάνων.

Τελευταία επικαιροποίηση: 28/02/2017