Αναζήτηση εμπειρογνώμονα

Ο πραγματογνώμονας είναι πρόσωπο που διορίζεται από το δικαστήριο ή τους διαδίκους προκειμένου να παράσχει την εμπειρογνωσία του επί συγκεκριμένου θέματος κατά τη διάρκεια δικαστικής διαδικασίας. Ακόμη και αν ο πραγματογνώμονας έχει διοριστεί από τους διαδίκους, αναλαμβάνει καθήκοντα έναντι του δικαστηρίου.

Συνήθως, η εθνική νομοθεσία καθορίζει τα καθήκοντα και τις αρμοδιότητες των πραγματογνωμόνων. Οι περισσότερες χώρες καθορίζουν προϋποθέσεις (εκπαίδευση, κατάρτιση και/ή πιστοποίηση) για την αναγνώριση της ιδιότητας του πραγματογνώμονα σε δικαστικές διαδικασίες. Επί του παρόντος, δεν υπάρχει συμφωνία μεταξύ των κρατών μελών σχετικά με τις προϋποθέσεις για τους (δικαστικούς) πραγματογνώμονες και τα εθνικά συστήματα διαφέρουν σημαντικά μεταξύ τους.

Υπάρχουν πολλά είδη πραγματογνωμόνων:

  • Ο πραγματογνώμων μάρτυρας καλείται να ερμηνεύσει τα πραγματικά περιστατικά και/ή να γνωμοδοτήσει με βάση την εμπειρογνωσία του επί τεχνικών θεμάτων ή την πείρα του, προκειμένου να αποσαφηνιστούν τα επιχειρήματα των διαδίκων·
  • Ο τεχνικός πραγματογνώμονας καλείται να γνωμοδοτήσει επί τεχνικών ή επιστημονικών ζητημάτων·
  • Ο νομικός πραγματογνώμονας καλείται να γνωμοδοτήσει σχετικά με τους κανόνες, τις πρακτικές και τα δικαιώματα που ισχύουν σε αλλοδαπό δίκαιο·
  • Άλλοι πραγματογνώμονες.

Τα εθνικά ενημερωτικά δελτία για τους πραγματογνώμονες και την εμπειρογνωσία παρέχουν πληροφορίες σχετικά με τους υφιστάμενους εθνικούς καταλόγους και εθνικά μητρώα πραγματογνωμόνων, τις προϋποθέσεις που πρέπει να πληρούν οι πραγματογνώμονες, την αμοιβή και την ευθύνη των πραγματογνωμόνων, καθώς και πληροφορίες σχετικά με τη διεξαγωγή διαδικασιών πραγματογνωμοσύνης.

 

Τα εν λόγω εθνικά ενημερωτικά δελτία έχουν καταρτιστεί από το Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροΕυρωπαϊκό Ίδρυμα Εμπειρογνωσίας και Εμπειρογνωμόνων (European Expertise & Experts Institute – EEEI) στο πλαίσιο του έργου «Εξεύρεση πραγματογνώμονα», το οποίο χρηματοδοτείται στο πλαίσιο του προγράμματος «Δικαιοσύνη» της Ευρωπαϊκής Επιτροπής.


Για τη διαχείριση αυτής της ιστοσελίδας υπεύθυνη είναι η Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Οι πληροφορίες που περιλαμβάνονται στην παρούσα σελίδα δεν απηχούν κατ’ ανάγκη την επίσημη θέση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Η Επιτροπή δεν αναλαμβάνει καμία απολύτως ευθύνη όσον αφορά πληροφορίες ή δεδομένα που περιέχονται ή αναφέρονται στο παρόν έγγραφο. Παρακαλείσθε να συμβουλευθείτε την ανακοίνωση νομικού περιεχομένου σχετικά με το καθεστώς πνευματικής ιδιοκτησίας που διέπει τις σελίδες των ευρωπαϊκών θεσμικών οργάνων.

Τελευταία επικαιροποίηση: 21/09/2020

Αναζήτηση εμπειρογνώμονα - Δανία


Ι. Κατάλογοι και μητρώα πραγματογνωμόνων

Στη Δανία υπάρχουν διάφορα είδη πραγματογνωμόνων και ο διορισμός, οι σχετικές διαδικασίες και η ύπαρξη ή μη δημόσιου καταλόγου/μητρώου των οικείων πραγματογνωμόνων εξαρτώνται από το είδος πραγματογνώμονα για το οποίο γίνεται λόγος.

Παραδείγματα πραγματογνωμόνων:

  • Πραγματογνώμονας-αξιολογητής
  • Αξιολογητής στο δικαστήριο μισθωτικών διαφορών
  • Πραγματογνώμονες σε θέματα παιδιών
  • Πραγματογνώμονας-εκτιμητής
  • Τεχνικοί πραγματογνώμονες σε υποθέσεις ήσσονος σημασίας

Επιπλέον, ενώσεις μπορούν επίσης να παρέχουν πραγματογνωμοσύνες σε ορισμένους τομείς.

Σε ορισμένες περιπτώσεις, το δικαστήριο μπορεί να επιλέξει τον πραγματογνώμονα από μια εσωτερική βάση δεδομένων, στην οποία έχουν πρόσβαση όλα τα δικαστήρια της Δανίας. Η διαδικασία διορισμού των εν λόγω πραγματογνωμόνων μπορεί να ποικίλλει, ωστόσο κοινό στοιχείο όλων των περιπτώσεων αποτελεί το γεγονός ότι ο πραγματογνώμονας πρέπει να διαθέτει άμεμπτη φήμη. Ο κατάλογος / το μητρώο των εν λόγω πραγματογνωμόνων σε κάποιες περιπτώσεις δημοσιεύεται επίσης στον ιστότοπο των δικαστηρίων της Δανίας, ώστε να εξασφαλίζεται διαφάνεια.

Σε άλλες περιπτώσεις, το δικαστήριο μπορεί να διορίσει οποιοδήποτε πρόσωπο κρίνει κατάλληλο και ικανό. Ως προς τις περιπτώσεις αυτές, ορισμένοι δημόσιοι οργανισμοί τηρούν μητρώα πραγματογνωμόνων, από τα οποία το δικαστήριο μπορεί να επιλέξει πραγματογνώμονα, όταν το υπό εξέταση ζήτημα εμπίπτει στο αντίστοιχο γνωστικό πεδίο, για παράδειγμα της ανακριτικής. Όταν δεν υπάρχει κατάλογος και εφόσον συμφωνούν οι διάδικοι, το δικαστήριο διορίζει ως πραγματογνώμονα πρόσωπο που κρίνεται ικανό. Μόνο πρόσωπα με άμεμπτη φήμη μπορούν να διοριστούν.

ΙΙ. Προσόντα των πραγματογνωμόνων

Δεν τίθενται απαιτήσεις για τα προσόντα των πραγματογνωμόνων. Το δικαστήριο δεν δεσμεύεται από τη γνώμη των πραγματογνωμόνων, αλλά την εκτιμά ελεύθερα. Το ίδιο ισχύει και ως προς την αποδεικτική ισχύ των αποδεικτικών στοιχείων. Όταν η Διοίκηση των Δανικών Δικαστηρίων (Domstolsstyrelsen) εξετάζει αιτήσεις πραγματογνωμόνων που επιθυμούν να εργαστούν ως πραγματογνώμονες σε υποθέσεις ήσσονος σημασίας, ζητεί τη γνώμη των οικείων επαγγελματικών οργανώσεων, καθώς και την υποβολή ποινικού μητρώου του αιτούντος. Πέραν τούτου, δεν τίθενται απαιτήσεις σε σχέση με το εκπαιδευτικό ή το επαγγελματικό υπόβαθρο των πραγματογνωμόνων.

ΙΙΙ. Αμοιβή των πραγματογνωμόνων

Η αμοιβή εξαρτάται από το είδος του πραγματογνώμονα που συμμετέχει στην υπόθεση.

Η αμοιβή των πραγματογνωμόνων-αξιολογητών, των αξιολογητών στο δικαστήριο μισθωτικών διαφορών και των πραγματογνωμόνων σε θέματα παιδιών είναι καθορισμένη, οι δε σχετικοί κανόνες για την αμοιβή τους καθορίζονται από τη Διοίκηση των Δανικών Δικαστηρίων (άρθρο 93 του νόμου για την απονομή της δικαιοσύνης και άρθρο 172 του νόμου για τις κοινωνικές υπηρεσίες).

Στην πολιτική δίκη, όταν απαιτείται αξιολόγηση από πραγματογνώμονα, π.χ. τεχνική έκθεση, δεν υφίστανται προκαθορισμένα τιμολόγια ούτε τίθενται περιορισμοί ως προς τις αμοιβές των πραγματογνωμόνων. Η πληρωμή των πραγματογνωμόνων δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί προκαταβολικά. Το δικαστήριο καθορίζει την αμοιβή που είναι πληρωτέα στον πραγματογνώμονα για την έκθεσή του και την παράστασή του στο δικαστήριο, καθώς και για την επιστροφή των εξόδων στα οποία τυχόν υποβλήθηκε. Πριν από την έκδοση της απόφασής του, το δικαστήριο ζητεί από τους διαδίκους να υποβάλουν τις παρατηρήσεις τους. Με την απόφασή του, το δικαστήριο αποφασίζει επίσης τον τρόπο επιμερισμού του κόστους της αμοιβής μεταξύ των διαδίκων (άρθρο 208 του νόμου για την απονομή της δικαιοσύνης).

Ο διάδικος που ζήτησε από το δικαστήριο να διατάξει τη διεξαγωγή πραγματογνωμοσύνης και ο νόμιμος εκπρόσωπός του ευθύνονται για τα σχετικά έξοδα. Ωστόσο, ο άλλος διάδικος και ο νόμιμος εκπρόσωπός του επίσης ευθύνονται για το μέρος των εξόδων που αντιστοιχεί στην απάντηση στα δικά του ερωτήματα. Ο διάδικος που ζήτησε να κληθεί ο πραγματογνώμονας να παραστεί στην ακροαματική διαδικασία ευθύνεται για τα συναφή έξοδα. Το δικαστήριο μπορεί να καλέσει τους διαδίκους να παράσχουν εγγύηση για τα έξοδα της έκθεσης πραγματογνωμοσύνης την οποία ζητούν (άρθρο 208 του νόμου για την απονομή της δικαιοσύνης).

Στην ποινική δίκη ισχύουν παρόμοιοι κανόνες σχετικά με τις εκθέσεις πραγματογνωμόνων (με τις αναγκαίες προσαρμογές) (άρθρο 210 του νόμου για την απονομή της δικαιοσύνης).

Όσον αφορά τους τεχνικούς πραγματογνώμονες σε υποθέσεις ήσσονος σημασίας, οι εν λόγω πραγματογνώμονες καλούνται να υποβάλουν προϋπολογισμό των προβλεπόμενων εξόδων και δεν επιτρέπεται να απαντήσουν στα τεχνικά ερωτήματα πριν από τη διευθέτηση της αμοιβής τους. Στη συνέχεια, οι διάδικοι πρέπει να υποβάλουν παρατηρήσεις επί του προϋπολογισμού των εξόδων του πραγματογνώμονα. Αξιοσημείωτο είναι το γεγονός ότι, αν οι διάδικοι δεν μπορούν να παράσχουν εγγύηση για τα έξοδα, το δικαστήριο μπορεί να διατάξει τη συνέχιση της δίκης χωρίς την έκθεση του πραγματογνώμονα. Οι σχετικοί κανόνες καθορίζονται από τη Διοίκηση των Δανικών Δικαστηρίων (άρθρο 404 του νόμου για την απονομή της δικαιοσύνης).

IV. Ευθύνη των πραγματογνωμόνων

Δεν υπάρχουν ειδικές διατάξεις που να ρυθμίζουν την ευθύνη των πραγματογνωμόνων. Οι πραγματογνώμονες πρέπει να τηρούν τους επαγγελματικούς κανόνες που διέπουν το επάγγελμά τους και να εκπληρώνουν τις υποχρεώσεις τους αμεροληψίας και τήρησης του επαγγελματικού απορρήτου. Δηλαδή, η ευθύνη τους διέπεται από τους γενικούς κανόνες περί ευθύνης από αδικοπραξία/σύμβαση. Οι κανόνες αυτοί δεν προβλέπουν ανώτατο όριο ευθύνης.

Πραγματογνώμονας που δεν τηρεί τους επαγγελματικούς κανόνες όπως οφείλει μπορεί να αντικατασταθεί, να υποστεί μείωση αμοιβής ή ακόμη και να διωχθεί νομικά.

Πραγματογνώμονας που παραβαίνει ποινικές διατάξεις κατά την εκτέλεση του έργου του υπόκειται σε ποινική δίωξη.

Τέλος, δεν προβλέπεται για τους πραγματογνώμονες υποχρέωση σύναψης σύμβασης ασφάλισης επαγγελματικής ευθύνης για την κάλυψη της ενδεχόμενης ευθύνης τους.

V. Περαιτέρω πληροφορίες σχετικά με τις διαδικασίες πραγματογνωμοσύνης

Οι κανόνες που ρυθμίζουν τις διαδικασίες πραγματογνωμοσύνης είναι διεσπαρμένοι σε διάφορα νομοθετήματα και εξαρτώνται από το είδος του εκάστοτε πραγματογνώμονα. Ωστόσο, οι περισσότεροι από τους εν λόγω κανόνες περιέχονται στον νόμο για την απονομή της δικαιοσύνης (ενοποιημένος νόμος αριθ. 1284 της 14/11/2018). Όσον αφορά τους πραγματογνώμονες σε θέματα παιδιών, οι σχετικοί κανόνες περιλαμβάνονται εν μέρει στον νόμο για τις κοινωνικές υπηρεσίες.

Αποσπάσματα του νόμου για την απονομή της δικαιοσύνης μεταφράζονται στα αγγλικά.

1. Διορισμός πραγματογνωμόνων

Στις αστικές υποθέσεις, πραγματογνώμονες είναι δυνατόν να διοριστούν από το δικαστήριο ή τους διαδίκους. Διάδικος μπορεί να ζητήσει από το δικαστήριο να αναθέσει σε πραγματογνώμονα την εκπόνηση έκθεσης πραγματογνωμοσύνης επί ενός ή περισσότερων ερωτημάτων.

Στις ποινικές υποθέσεις, το δικαστήριο αποφασίζει αν χρειάζεται παρέμβαση πραγματογνώμονα εφόσον ζητηθεί από τον κατηγορούμενο ή τον εισαγγελέα. Τόσο ο κατηγορούμενος όσο και ο εισαγγελέας μπορούν να καλέσουν πραγματογνώμονες ως μάρτυρες.

Οι πραγματογνώμονες υποχρεούνται να γνωστοποιήσουν τυχόν συγκρούσεις συμφερόντων τους με αυτά διαδίκου.

Στις υποθέσεις ήσσονος σημασίας (υποθέσεις στις οποίο το αντικείμενο της διαφοράς δεν έχει οικονομική αξία ή η οικονομική αξία του είναι χαμηλότερη των 5.000 δανικών κορωνών), ο δικαστής μπορεί να αποφασίσει να ζητήσει γνωμοδότηση πραγματογνώμονα. Οι πραγματογνώμονες που γνωμοδοτούν σε υποθέσεις ήσσονος σημασίας διορίζονται από τη Διοίκηση των Δανικών Δικαστηρίων.

α) Διορισμός από το δικαστήριο

Ο προεδρεύων δικαστής / το δικαστήριο διορίζει τους πραγματογνώμονες-αξιολογητές κ.λπ. για την εκάστοτε υπό κρίση υπόθεση, εφόσον κρίνει αναγκαία τη συμβολή της πραγματογνωσίας τους. Ο προεδρεύων δικαστής επιλέγει πραγματογνώμονα-αξιολογητή από τον σχετικό κατάλογο / μητρώο / εσωτερική βάση δεδομένων, αλλά, σε ορισμένες υποθέσεις, δεν υποχρεούται να επιλέξει από αυτό. Προτού ο προεδρεύων δικαστής / το δικαστήριο αποφασίσει να διορίσει πραγματογνώμονες-αξιολογητές, οι διάδικοι μπορούν να υποβάλουν παρατηρήσεις σχετικά με την απόφαση.

Στις περιπτώσεις που οι διάδικοι ζητούν αξιολόγηση από πραγματογνώμονα, αυτοί μπορούν να διορίσουν πραγματογνώμονα, αλλά το δικαστήριο δεν δεσμεύεται από την απόφασή τους. Όταν οι διάδικοι συμφωνούν επί του προσώπου του πραγματογνώμονα, ο δικαστής συνήθως διορίζει τον πραγματογνώμονα που έχουν επιλέξει οι διάδικοι (παρότι δεν είναι υποχρεωμένος να το πράξει). Αν το δικαστήριο αποφασίσει να διορίσει πραγματογνώμονα, ενημερώνει τους διαδίκους για το πρόσωπο το οποίο προτίθεται να διορίσει και παρέχει στους διαδίκους τη δυνατότητα να υποβάλουν τις παρατηρήσεις τους. Αν υφίσταται σχετικός κατάλογος/μητρώο, το δικαστήριο ή ο διάδικος επιλέγει συνήθως πραγματογνώμονα από τον εν λόγω κατάλογο/μητρώο, αλλά αυτό δεν είναι πάντοτε υποχρεωτικό.

β) Διορισμός από τους διαδίκους

Όταν οι διάδικοι επιθυμούν να διορίσουν πραγματογνώμονα για να γνωμοδοτήσει, οφείλουν να ακολουθήσουν συγκεκριμένη διαδικασία: για να ζητήσουν οι διάδικοι την εκπόνηση έκθεσης πραγματογνωμοσύνης σε αστική υπόθεση, πρέπει να υποβάλουν σχετική έγγραφη αίτηση στο δικαστήριο. Η αίτηση πρέπει να περιέχει πληροφορίες σχετικά με τον σκοπό της έκθεσης πραγματογνωμοσύνης και το αντικείμενο που πρόκειται να υποβληθεί σε πραγματογνωμοσύνη.

Αν το δικαστήριο κάνει δεκτή την αίτηση, οι διάδικοι πρέπει να υποβάλουν τα ερωτήματά τους στο δικαστήριο. Μετά την παραλαβή των ερωτημάτων, το δικαστήριο διορίζει έναν ή περισσότερους πραγματογνώμονες. Όπως προαναφέρθηκε, οι διάδικοι επίσης μπορούν να διορίσουν πραγματογνώμονα, αλλά το δικαστήριο δεν δεσμεύεται από τον διορισμό αυτόν.

2. Διαδικασία

α) Πολιτική δικονομία

Η διαδικασία εξαρτάται από το είδος του πραγματογνώμονα που συμμετέχει στην υπόθεση. Σε ορισμένες περιπτώσεις, ο πραγματογνώμονας καλείται σε ακροαματική διαδικασία για να απαντήσει σε ερωτήματα σχετικά με κάποιο αντικείμενο, π.χ. πραγματογνώμονας σε θέματα παιδιών μπορεί να κληθεί σε υπόθεση οικογενειακού δικαίου για να γνωμοδοτήσει επί τεχνικών ερωτημάτων, ενώ σε άλλες περιπτώσεις ο πραγματογνώμονας καλείται μόνο να εκπονήσει γραπτή έκθεση. Περαιτέρω, σε άλλες περιπτώσεις, ο πραγματογνώμονας έχει ρόλο δικαστή και συμμετέχει στις διαβουλεύσεις.

Ακολουθούν δύο συναφή παραδείγματα:

Ο πραγματογνώμονας-αξιολογητής που διορίζεται από τον προεδρεύοντα δικαστή / το δικαστήριο σε συγκεκριμένη υπόθεση, στην οποία κρίνεται αναγκαία η συμβολή της πραγματογνωσίας του, έχει ρόλο δικαστή (αλλά και ειδικές γνώσεις σε συγκεκριμένο γνωστικό αντικείμενο) και συμμετέχει στις διαβουλεύσεις του δικαστηρίου. Στις υποθέσεις οικογενειακού δικαίου, το δικαστήριο επικουρείται από πραγματογνώμονες σε θέματα παιδιών.

Στις υποθέσεις στις οποίες ορισμένο ζήτημα πρέπει να αξιολογηθεί από πραγματογνώμονα, ο πραγματογνώμονας πρέπει να απαντήσει στα ερωτήματα που του έθεσε το δικαστήριο υποβάλλοντας γραπτή έκθεση προς το δικαστήριο. Ο πραγματογνώμονας πρέπει να ενημερώσει τους διαδίκους για τον χρόνο και τον τόπο της αυτοψίας του. Αν η έκθεση πραγματογνωμοσύνης είναι ελλιπής, το δικαστήριο μπορεί να διατάξει τον πραγματογνώμονα να πραγματοποιήσει νέα αυτοψία ή να συμπληρώσει την έκθεσή του με πρόσθετη γραπτή έκθεση. Για την έκθεση πραγματογνωμοσύνης υπάρχουν προκαθορισμένα υποδείγματα. Το δικαστήριο δεν παρακολουθεί τη δραστηριότητα του πραγματογνώμονα. Μετά την υποβολή της έκθεσης, οι διάδικοι μπορούν να υποβάλουν συμπληρωματικά ερωτήματα στον πραγματογνώμονα, εφόσον το επιτρέψει το δικαστήριο. Στη συνέχεια, το δικαστήριο αποφασίζει αν τα συμπληρωματικά ερωτήματα πρέπει να απαντηθούν από τον πραγματογνώμονα εγγράφως, με συμπληρωματική έκθεση, ή προφορικά, στο πλαίσιο ακροαματικής διαδικασίας. Ο πραγματογνώμονας μπορεί επίσης να κληθεί να παραστεί σε ακροαματική διαδικασία για να απαντήσει σε ερωτήσεις σχετικά με την έκθεσή του.

Οι έγγραφες ή προφορικές γνωμοδοτήσεις των πραγματογνωμόνων αμφισβητούνται από τους διαδίκους κατά τη διάρκεια της δίκης. Σε κάθε περίπτωση, ο δικαστής ουδέποτε δεσμεύεται από τις γνωμοδοτήσεις των πραγματογνωμόνων.

β) Άλλες διαδικασίες

Στις ποινικές υποθέσεις επίσης υπάρχει η δυνατότητα συμμετοχής πραγματογνωμόνων. Οι πραγματογνώμονες καλούνται και συνήθως παρίστανται στη δίκη.

 

Οι πληροφορίες που παρουσιάζονται στην παρούσα ενότητα συγκεντρώθηκαν στο πλαίσιο του έργου «Εξεύρεση πραγματογνώμονα» από σημεία επαφής ανά χώρα που επιλέχθηκαν από το Ευρωπαϊκό Ίδρυμα Εμπειρογνωσίας και Εμπειρογνωμόνων Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυρο(European Expertise & Experts Institute – EEEI).


Την έκδοση αυτής της σελίδας στην εθνική γλώσσα διαχειρίζεται το εκάστοτε κράτος μέλος. Οι μεταφράσεις έχουν γίνει από την αρμόδια υπηρεσία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Οι τυχόν αλλαγές που επιφέρει η αρμόδια εθνική αρχή στο πρωτότυπο ενδέχεται να μην έχουν περιληφθεί ακόμα στις μεταφράσεις. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή δεν αναλαμβάνει καμία ευθύνη όσον αφορά τις πληροφορίες ή τα στοιχεία που περιλαμβάνονται ή για τα οποία γίνεται λόγος στο παρόν έγγραφο. Βλ. την ανακοίνωση νομικού περιεχομένου για τους κανόνες πνευματικής ιδιοκτησίας που ισχύουν στο κράτος μέλος που είναι αρμόδιο για την παρούσα σελίδα.

Τελευταία επικαιροποίηση: 09/09/2020

Αναζήτηση εμπειρογνώμονα - Γερµανία


Ι. Κατάλογοι και μητρώα πραγματογνωμόνων

Υπάρχουν πλήρη μητρώα πραγματογνωμόνων. Υπάρχουν περίπου 200-300 διαφορετικοί τομείς εξειδίκευσης.

  • Κατάλογος των πραγματογνωμόνων που έχουν πιστοποιηθεί από τα εμπορικά και βιομηχανικά επιμελητήρια υπάρχει Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροεδώ.
  • Κατάλογος των πραγματογνωμόνων που έχουν πιστοποιηθεί από τα βιοτεχνικά επιμελητήρια υπάρχει Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροεδώ.
  • Κατάλογοι των πραγματογνωμόνων που έχουν πιστοποιηθεί από τα γεωργικά επιμελητήρια υπάρχουν στους Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροπεριφερειακούς ιστοτόπους των γεωργικών επιμελητηρίων.
  • Κατάλογοι των πραγματογνωμόνων που έχουν πιστοποιηθεί από τα αρχιτεκτονικά επιμελητήρια υπάρχουν στους Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροπεριφερειακούς ιστοτόπους των αρχιτεκτονικών επιμελητηρίων.
  • Πληροφορίες για τους πραγματογνώμονες που έχουν πιστοποιηθεί από τα επιμελητήρια μηχανικών και για τα σχετικά μητρώα υπάρχουν Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροεδώ.
  • Κατάλογος των πραγματογνωμόνων που έχουν πιστοποιηθεί από τα επιμελητήρια λογιστών υπάρχει Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροεδώ.
  • Μια άλλη βάση δεδομένων υπάρχει στη διεύθυνση Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροhttps://www.bvs-ev.de/sachverstaendigenverzeichnis/ πρόκειται για ομοσπονδία ορκωτών πραγματογνωμόνων.
  • Οι ιατρικοί πραγματογνώμονες δεν έχουν υποχρέωση πιστοποίησης. Κατάλογοι ιατρικών πραγματογνωμόνων υπάρχουν στους περιφερειακούς ιστοτόπους των ιατρικών συλλόγων.

Ο διορισμός πραγματογνώμονα από το μητρώο είναι πρακτική που ακολουθείται ευρέως από τα δικαστήρια. Αν πληρούνται οι σχετικές απαιτήσεις, ο πραγματογνώμονας εγγράφεται στο μητρώο αυτομάτως. Τα οριζόμενα από το κράτος επιμελητήρια εγγραφής είναι υπεύθυνα για την άμεση επικαιροποίηση των μητρώων.

Οι κύριες νομικές διατάξεις που ισχύουν στη Γερμανία για τη δικαστική πραγματογνωμοσύνη είναι οι εξής:

ΙΙ. Προσόντα του πραγματογνώμονα

Ένα πρόσωπο μπορεί να περιληφθεί στον κατάλογο των πραγματογνωμόνων αν έχει ιδιαίτερα υψηλό επίπεδο προσόντων στον τομέα της ειδικότητάς του. Ο αιτών, για να περιληφθεί στον κατάλογο, πρέπει απαραιτήτως να διαθέτει κατάλληλη επαγγελματική πείρα. Η εμπειρογνωσία πρέπει να αποδεικνύεται με την υποβολή κατάλληλων δικαιολογητικών που πιστοποιούν τα προσόντα του πραγματογνώμονα (π.χ. βιογραφικό σημείωμα, αντίγραφα πιστοποιητικών για όλα τα σχετικά ακαδημαϊκά και επαγγελματικά προσόντα, επαγγελματική πείρα, εκθέσεις, κατάρτιση). Γίνεται επίσης εξέταση από τα βιομηχανικά και εμπορικά επιμελητήρια / βιοτεχνικά επιμελητήρια και, στην περίπτωση των αρχιτεκτόνων και των μηχανικών, από τα επαγγελματικά τους επιμελητήρια. Εκτός από τα προσόντα, ο ενδιαφερόμενος πρέπει να αποδείξει ότι διαθέτει περαιτέρω εκπαίδευση και πείρα, ανεξαρτησία και ακεραιότητα.

Συνήθως, οι αναγνωρισμένοι πραγματογνώμονες πιστοποιούνται και εγγράφονται στα σχετικά μητρώα για διάστημα πέντε ετών. Για να πιστοποιηθούν και, συνεπώς, να εγγραφούν στα μητρώα για μία ακόμη πενταετία, πρέπει, πριν από τη λήξη της πενταετούς περιόδου, να αποδείξουν την επάρκεια, την ακεραιότητα και την κατάρτισή τους (π.χ. με επαλήθευση και έλεγχο των εκθέσεων που πρέπει να υποβληθούν για την εγγραφή τους στα μητρώα για νέα περίοδο 5 ετών). Οι αρμόδιοι φορείς πρέπει να παρέχουν κατάρτιση. Αν ο πραγματογνώμονας δεν τηρεί τους σχετικούς κανόνες ή δεν επικαιροποιεί τα προσόντα του, τα επιμελητήρια δικαιούνται να τον διαγράψουν από τα μητρώα.

ΙΙΙ. Αμοιβή των πραγματογνωμόνων

Σε αστικές, διοικητικές και ποινικές υποθέσεις, η αμοιβή υπολογίζεται βάσει του Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυρογερμανικού νόμου περί δικαστικών αμοιβών και αποζημιώσεων (JVEG).

Μπορούν να ζητηθούν προκαταβολές και προπληρωμές.

Όταν ο πραγματογνώμονας αναλαμβάνει εξωδικαστική αποστολή, η αμοιβή εξαρτάται από τη συγκεκριμένη συμφωνία αποζημίωσης.

IV. Ευθύνη των πραγματογνωμόνων

Ο πραγματογνώμονας φέρει ευθύνη για τυχόν εσφαλμένη γνωμοδότηση, ανεξάρτητα από το αν η πραγματογνωμοσύνη τού έχει ανατεθεί από ιδιώτες ή από το δικαστήριο. Αν ο πραγματογνώμονας που έχει οριστεί από το δικαστήριο καταρτίσει εσφαλμένη γνωμοδότηση εκ προθέσεως ή από βαρεία αμέλεια και αυτή η εσφαλμένη γνωμοδότηση αποτελέσει τη βάση δικαστικής απόφασης, ο διάδικος που υφίσταται ζημία μπορεί να προσφύγει στο δικαστήριο για να αποζημιωθεί για την εν λόγω ζημία [άρθρο 839a του Αστικού Κώδικα (BGB)].

Όταν ο πραγματογνώμονας αναλαμβάνει εξωδικαστική αποστολή, εφαρμόζονται οι γενικές διατάξεις περί (συμβατικής) ευθύνης.

V. Πρόσθετες πληροφορίες σχετικά με τη διαδικασία της πραγματογνωμοσύνης

1. Διορισμός πραγματογνωμόνων

Ο πραγματογνώμονας διορίζεται από το δικαστήριο. Ωστόσο, οι διάδικοι έχουν το δικαίωμα να υποβάλλουν προτάσεις σχετικά με τα πρόσωπα που πρέπει να διοριστούν.

α) Διορισμός από το δικαστήριο

Το δικαστήριο συνήθως χρησιμοποιεί κατάλογο ή μητρώο πραγματογνωμόνων. Το δικαστήριο μπορεί επίσης να διορίζει οποιονδήποτε πραγματογνώμονα θεωρείται κατάλληλος και ικανός. Πραγματογνώμονας διορισμένος από δικαστήριο είναι πραγματογνώμονας που διορίζεται και δέχεται εντολές από το δικαστήριο. Το κύριο καθήκον του είναι να επικουρεί το δικαστήριο στο πλαίσιο του τομέα της ειδικότητάς του.

β) Διορισμός από τους διαδίκους

Αν οι διάδικοι συμφωνήσουν για τον διορισμό συγκεκριμένων προσώπων ως πραγματογνωμόνων, το δικαστήριο υποχρεούται να ακολουθήσει τη συμφωνία τους· ωστόσο, το δικαστήριο μπορεί να περιορίσει την επιλογή που έκαναν οι διάδικοι σε ορισμένο μόνο αριθμό προσώπων.

Αν ένας διάδικος επιθυμεί να διορίσει πραγματογνώμονα από τη δική του πλευρά για να τον επικουρεί, ο εν λόγω πραγματογνώμονας δεν θεωρείται δικαστικός αλλά ιδιωτικός πραγματογνώμονας.

2. Διαδικασία

α) Αστική διαδικασία

Το δικαστήριο πρέπει να αιτιολογεί τις αποφάσεις του και να παραπέμπει στα συμπεράσματα του πραγματογνώμονα, αν ακολουθήσει τη γνωμοδότηση του πραγματογνώμονα. Το δικαστήριο δεν δεσμεύεται από τη γνωμοδότηση του πραγματογνώμονα, αλλά η γνωμοδότηση αυτή έχει συχνά κρίσιμη σημασία για την απόφαση. Σε περίπτωση αυτοψίας, ο πραγματογνώμονας πρέπει να επικοινωνήσει με όλους τους διαδίκους. Όταν, για παράδειγμα, ο πραγματογνώμονας χρειάζεται περισσότερες πληροφορίες από τους διαδίκους, η διαχείριση του θέματος αυτού πρέπει κατά κανόνα να γίνει από το δικαστήριο.

i. Έκθεση πραγματογνωμοσύνης

Οι διάδικοι μπορούν να αμφισβητήσουν την έκθεση του διορισμένου πραγματογνώμονα με δικούς τους ισχυρισμούς ή με την πρόσληψη ιδιώτη πραγματογνώμονα και την υποβολή δικής τους έκθεσης στο δικαστήριο, προβαίνοντας έτσι σε αντιπραγματογνωμοσύνη.

ii. Ακροαματική διαδικασία ενώπιον του δικαστηρίου

Για τη διεξαγωγή αποδείξεων, μπορεί να κινηθεί ανεξάρτητη διαδικασία πριν από τη δίκη («selbständiges Beweisverfahren»). Στο πλαίσιο αυτό, ο πραγματογνώμονας μπορεί να διοριστεί πριν από την έναρξη της κύριας διαδικασίας. Το αντικείμενο αυτής της διαδικασίας περιορίζεται στη διαφύλαξη αποδεικτικών στοιχείων για μεταγενέστερες δικαστικές διαδικασίες ή για την αποφυγή της δικαστικής διαμάχης.

Η ακροαματική διαδικασία διέπεται από κώδικα δεοντολογίας και από διαδικαστικούς κανόνες. Ο πραγματογνώμονας πρέπει να απαντά στα ερωτήματα με τρόπο αντικειμενικό, κατανοητό και περιεκτικό. Στο γερμανικό δικονομικό δίκαιο δεν προβλέπεται εξέταση από την πλευρά του αντιδίκου, αλλά ερωτήσεις μπορούν να τεθούν όχι μόνο από τον δικαστή αλλά και από τους διαδίκους.

β) Λοιπά

Σε ποινικές υποθέσεις, το δικαστήριο πρέπει να διορίζει τον πραγματογνώμονα από αναγνωρισμένο μητρώο δικαστικών πραγματογνωμόνων· άλλα πρόσωπα μπορούν να επιλεγούν μόνο αν αυτό επιβάλλεται από ειδικές περιστάσεις, κατά το άρθρο 73 παράγραφος 2 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας (StPO). Το δικαστήριο μπορεί να κατευθύνει τη δραστηριότητα του πραγματογνώμονα. Άλλοι σχετικοί κανόνες υπάρχουν στον Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροΚώδικα Ποινικής Δικονομίας.

 

Οι πληροφορίες που παρουσιάζονται στην παρούσα ενότητα συγκεντρώθηκαν στο πλαίσιο του έργου «Εξεύρεση πραγματογνώμονα» από σημεία επαφής ανά χώρα που επιλέχθηκαν από το Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροΕυρωπαϊκό Ίδρυμα Εμπειρογνωσίας και Εμπειρογνωμόνων (European Expertise & Experts Institute – EEEI).


Την έκδοση αυτής της σελίδας στην εθνική γλώσσα διαχειρίζεται το εκάστοτε κράτος μέλος. Οι μεταφράσεις έχουν γίνει από την αρμόδια υπηρεσία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Οι τυχόν αλλαγές που επιφέρει η αρμόδια εθνική αρχή στο πρωτότυπο ενδέχεται να μην έχουν περιληφθεί ακόμα στις μεταφράσεις. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή δεν αναλαμβάνει καμία ευθύνη όσον αφορά τις πληροφορίες ή τα στοιχεία που περιλαμβάνονται ή για τα οποία γίνεται λόγος στο παρόν έγγραφο. Βλ. την ανακοίνωση νομικού περιεχομένου για τους κανόνες πνευματικής ιδιοκτησίας που ισχύουν στο κράτος μέλος που είναι αρμόδιο για την παρούσα σελίδα.

Τελευταία επικαιροποίηση: 22/09/2020

Αναζήτηση εμπειρογνώμονα - Εσθονία


Ι. Κατάλογοι και μητρώα πραγματογνωμόνων

Σύμφωνα με τον εσθονικό νόμο περί εγκληματολογικών ερευνών, ο πραγματογνώμονας είναι πρόσωπο που παρέχει μη νομική ή νομική εμπειρογνωμοσύνη στις υποθέσεις που ο νόμος το επιτρέπει. Ορισμένοι πραγματογνώμονες απασχολούνται από κρατικούς φορείς («δικαστικοί πραγματογνώμονες»), ενώ άλλοι είναι εγγεγραμμένοι στον κατάλογο φορέα πραγματογνωμόνων.

Υπάρχουν επίσημοι κατάλογοι πραγματογνωμόνων στην Εσθονία. Οι κατάλογοι είναι ελεύθερα προσβάσιμοι στο κοινό. Μπορείτε να τηλεφορτώσετε ή να διαβάσετε τους καταλόγους Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροεδώ και Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροεδώ.

Το Εσθονικό Εγκληματολογικό Ινστιτούτο, ένα κρατικό εγκληματολογικό εργαστήριο, είναι υπεύθυνο για την επικαιροποίηση των εν λόγω καταλόγων. Κάθε πρόσωπο που πληροί τις απαιτήσεις του άρθρου 6 παράγραφος 1 σημεία 1)-3) και παράγραφος 2 σημεία 1) και 2) του νόμου περί εγκληματολογικών ερευνών εγγράφεται στον δεύτερο κατάλογο που αναφέρεται ανωτέρω.

ΙΙ. Προσόντα των πραγματογνωμόνων

Οι ελάχιστες απαιτήσεις για τη χορήγηση του καθεστώτος του δικαστικού πραγματογνώμονα βασίζονται στον νόμο περί εγκληματολογικών ερευνών. Η εμπειρογνωμοσύνη του δικαστικού πραγματογνώμονα αποκτάται μέσω κατάρτισης.

Η κατάρτιση των ιατροδικαστών παρέχεται από το Πανεπιστήμιο του Tartu στο πλαίσιο του προγράμματος ιατροδικαστικής ειδίκευσης διάρκειας 4 ετών. Οι ειδικευόμενοι αποκτούν επαγγελματικές δεξιότητες στο EFSI, το οποίο αποτελεί μία από τις βάσεις κατάρτισης του Πανεπιστημίου του Tartu.

Δεν υπάρχει εκπαιδευτικό ίδρυμα για την κατάρτιση των δικαστικών πραγματογνωμόνων στους λοιπούς τομείς της εγκληματολογίας στην Εσθονία. Οι πραγματογνώμονες καταρτίζονται στο EFSI υπό την καθοδήγηση έμπειρων επαγγελματιών. Στις περισσότερες περιπτώσεις η εκπαίδευση διαρκεί 2 έτη. Το πρόγραμμα κατάρτισης περιλαμβάνει τόσο γενικά όσο και ειδικότερα θέματα και αποσκοπεί στην απόκτηση επαγγελματικών δεξιοτήτων από τον πραγματογνώμονα. Το πρόγραμμα κατάρτισης καταστρώνεται με βάση τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά κάθε είδους εμπειρογνωμοσύνης, λαμβάνοντας επίσης υπόψη το επαγγελματικό πανεπιστημιακό υπόβαθρο και την προηγούμενη εργασιακή πείρα του ασκούμενου πραγματογνώμονα.

Εάν ο εργαζόμενος πληροί τις απαιτήσεις που προβλέπονται για τους δικαστικούς πραγματογνώμονες στον νόμο περί εγκληματολογικών ερευνών, έχει ολοκληρώσει την κατάρτιση και έχει αποκτήσει επαρκή πείρα για την παροχή ανεξάρτητης πραγματογνωμοσύνης, του αναγνωρίζεται το καθεστώς του δικαστικού πραγματογνώμονα. Μετά την όρκισή του ως δικαστικού πραγματογνώμονα που προβλέπεται στον νόμο περί εγκληματολογικών ερευνών, μπορεί να ξεκινήσει την εργασία του ως δικαστικός πραγματογνώμονας.

ΙΙΙ. Αμοιβή των πραγματογνωμόνων

Η χρηματοδότηση των ερευνών περιγράφεται στο κεφάλαιο 5 του νόμου περί εγκληματολογικών ερευνών. Η διεξαγωγή ερευνών σε κρατικό εγκληματολογικό φορέα χρηματοδοτείται από τον ετήσιο κρατικό προϋπολογισμό. Τα ακριβή τέλη των ερευνών καθορίζονται στο άρθρο 26 του νόμου περί εγκληματολογικών ερευνών.

Δεν υπάρχει ειδική μέθοδος για την αποζημίωση των πραγματογνωμόνων. Στις περισσότερες περιπτώσεις, απαιτείται από τους πραγματογνώμονες να υποβάλουν προσφορά πριν από τον διορισμό τους. Το δικονομικό δίκαιο προβλέπει επίσης την επιστροφή των εξόδων του πραγματογνώμονα.

Οι δαπάνες των ερευνών περιλαμβάνουν το σύνολο των δαπανών που πραγματοποιήθηκαν στο πλαίσιο της έρευνας, συμπεριλαμβανομένων των δαπανών που προέκυψαν από την εμπλοκή πραγματογνωμόνων ή φορέων με υπεργολαβία. Τα έξοδα εξωδικαστικών διαδικασιών πραγματογνωμοσύνης μπορούν να συμπεριληφθούν στο διαδικαστικό κόστος.

Οι πραγματογνώμονες μπορούν να λαμβάνουν προκαταβολή επί των εξόδων.

IV. Ευθύνη των πραγματογνωμόνων

Οι πραγματογνώμονες οφείλουν να ενημερώνουν κάθε μέρος που συμμετέχει στη διαδικασία σχετικά με την έναρξη της έρευνας. Η εκ προθέσεως υποβολή ψευδούς πραγματογνωμοσύνης συνιστά ποινικό αδίκημα σύμφωνα με το άρθρο 321 του Ποινικού Κώδικα.

Οι πραγματογνώμονες ευθύνονται βάσει των γενικών διατάξεων περί συμβατικής και αδικοπρακτικής ευθύνης. Επιπλέον, υπάρχει ειδική διάταξη του ποινικού δικαίου που αφορά την ευθύνη των πραγματογνωμόνων: Ψευδής κατηγορία: (1) H εν γνώσει υποβολή ψευδών κατηγοριών σχετικά με την τέλεση αξιόποινης πράξης από άλλο πρόσωπο τιμωρείται με χρηματική ποινή ή με φυλάκιση έως ένα έτος. (2) Η ίδια πράξη, αν περιλαμβάνει απατηλή κατασκευή αποδεικτικών μέσων, τιμωρείται με χρηματική ποινή ή με φυλάκιση έως πέντε έτη.

Οι πραγματογνώμονες δεν υποχρεούνται να συνάπτουν σύμβαση ασφάλισης επαγγελματικής ευθύνης για την κάλυψη της ευθύνης τους.

V. Περαιτέρω πληροφορίες σχετικά με τις διαδικασίες πραγματογνωμοσύνης

Νομικές διατάξεις σχετικά με τις διαδικασίες πραγματογνωμοσύνης στην Εσθονία διατίθενται στη διεύθυνση:

Δεν υπάρχουν διαφορές μεταξύ του διορισμού πραγματογνωμόνων σε αστικές ή διοικητικές διαδικασίες. Στις ποινικές διαδικασίες διορίζεται δικαστικός πραγματογνώμονας κατόπιν αιτήματος προς το EFSI για να συνδράμει τον εισαγγελέα και το δικαστήριο, εφόσον είναι αναγκαίο.

Ο τίτλος του πραγματογνώμονα δεν προστατεύεται στην Εσθονία. Σε πάνω από το 70 % των ποινικών υποθέσεων, το 30 % των αστικών διαδικασιών και το 10 % των διοικητικών διαδικασιών διορίζονται πραγματογνώμονες.

V.1 Διορισμός πραγματογνωμόνων

Οι πραγματογνώμονες μπορούν να διορίζονται από το δικαστήριο και, σε ορισμένες περιπτώσεις, από τα μέρη. Πραγματογνώμονες μπορούν επίσης να διοριστούν για τους σκοπούς προκαταρκτικής ή προδικαστικής διαδικασίας. Δεν υπάρχει υποχρέωση διορισμού πραγματογνώμονα εγγεγραμμένου σε έναν από τους καταλόγους. Στις ποινικές διαδικασίες, κατά το στάδιο της προδικασίας, μπορεί να διοριστεί πραγματογνώμονας από την αστυνομία (ανακριτική αρχή) ή από εισαγγελέα.

Εάν τα μέρη δεν διορίσουν πραγματογνώμονα ή δεν καταλήξουν σε συμφωνία σχετικά με το πρόσωπο που θα διοριστεί ή σε περίπτωση που έχει συνταχθεί έκθεση πραγματογνωμοσύνης πριν από τη δίκη, το δικαστήριο μπορεί να διορίσει πραγματογνώμονα. Σε υποθέσεις αστικού δικαίου, οι διάδικοι πρέπει να καταβάλουν προκαταβολή για τα έξοδα πραγματογνωμοσύνης πριν από τον διορισμό του πραγματογνώμονα. Τα μέρη μπορούν να υποβάλουν τις προτάσεις τους σχετικά με το ποιος πρέπει να διορισθεί πραγματογνώμονας, αλλά οι προτάσεις αυτές δεν είναι δεσμευτικές για το δικαστήριο.

Δεν υπάρχουν σημαντικές διαφορές όσον αφορά τον διορισμό πραγματογνωμόνων από τα διάφορα δικαστήρια και τους διάφορους κλάδους της δικαιοσύνης.

Οι πραγματογνώμονες που διορίζονται από το δικαστήριο έχουν νομική υποχρέωση να αναφέρουν οποιαδήποτε σύγκρουση συμφερόντων.

V.2 Διαδικασία

Αστική Διαδικασία

Οι πραγματογνώμονες υπέχουν τη γενική υποχρέωση να εκτελούν τα καθήκοντά τους με επιμέλεια, πληρότητα και αντικειμενικότητα και να διασφαλίζουν ότι οι πραγματογνωμοσύνες τους είναι επιστημονικά έγκυρες. Αυτό ισχύει για όλα τα είδη των δικαστικών διαδικασιών.

Τα μέρη μπορούν να αμφισβητήσουν την έκθεση πραγματογνωμοσύνης με δηλώσεις τους ή με την προσκόμιση αντιπραγματογνωμοσύνης.

Το δικαστήριο δεν δεσμεύεται από τη γνωμοδότηση του πραγματογνώμονα. Το δικαστήριο μπορεί να ακολουθήσει τη γνωμοδότηση του πραγματογνώμονα, έστω και αν ένας εκ των διαδίκων την έχει αμφισβητήσει κατά τη διάρκεια της δίκης.

Ακόμη και στην περίπτωση αυτή, δεδομένου ότι η πραγματογνωμοσύνη αποτελεί ένα μόνο αποδεικτικό μέσο μεταξύ άλλων, το δικαστήριο θα εξετάσει την αποδεικτική ισχύ της πραγματογνωμοσύνης σε σχέση με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα.

Δεν προβλέπεται διαδικασία κατά την οποία οι πραγματογνώμονες συναντώνται πριν από τη δίκη ή εξετάζονται κατ’ αντιπαράσταση.

Οι πραγματογνώμονες επιτρέπεται να έλθουν σε επαφή με τους διαδίκους κατά τη διάρκεια της διαδικασίας, εάν χρειάζονται περισσότερες πληροφορίες.

1. Έκθεση πραγματογνωμοσύνης

Στην Εσθονία οι εκθέσεις πραγματογνωμοσύνης μπορούν να υποβάλλονται γραπτά και ενίοτε προφορικά. Οι πραγματογνώμονες δεν υποχρεούνται να ακολουθούν ορισμένη δομή κατά την υποβολή της έκθεσής τους, με την εξαίρεση της ποινικής διαδικασίας.

Οι πραγματογνώμονες οφείλουν να απαντούν στα επιχειρήματα των μερών στην τελική έκθεση. Όταν τα μέρη ζητούν συμπληρωματική έκθεση λόγω ζητημάτων στην αρχική έκθεση, το δικαστήριο μπορεί να διατάξει τη σύνταξη συμπληρωματικής έκθεσης. Σε περίπτωση ασάφειας, αντιφατικότητας ή ανεπάρκειας της πραγματογνωμοσύνης που δεν μπορεί να εξαλειφθεί με συμπληρωματικά ερωτήματα, το δικαστήριο έχει το δικαίωμα να διατάξει άλλη έρευνα. Η επανέρευνα διενεργείται από τον ίδιο ή από άλλο πραγματογνώμονα.

2. Ακροαματική διαδικασία

Οι πραγματογνώμονες δεν παρίστανται σε τυχόν προκαταρκτικές ακροάσεις, αλλά καλούνται στις ακροάσεις για να απαντήσουν σε ερωτήσεις του δικαστηρίου ή των διαδίκων. Αποτελεί συνήθη πρακτική να εξετάζονται οι πραγματογνώμονες κατ’ αντιπαράσταση. Μπορεί να γίνει ακρόαση των πραγματογνωμόνων μέσω τηλεφωνικής διάσκεψης, εάν τα μέρη συμφωνήσουν σχετικά πριν από την ακρόαση.

 

Οι πληροφορίες που παρουσιάζονται στην παρούσα ενότητα συγκεντρώθηκαν στο πλαίσιο του έργου «Εξεύρεση πραγματογνώμονα» από σημεία επαφής ανά χώρα που επιλέχθηκαν από το Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροΕυρωπαϊκό Ίδρυμα Εμπειρογνωσίας και Εμπειρογνωμόνων (European Expertise & Experts Institute – EEEI).


Την έκδοση αυτής της σελίδας στην εθνική γλώσσα διαχειρίζεται το εκάστοτε κράτος μέλος. Οι μεταφράσεις έχουν γίνει από την αρμόδια υπηρεσία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Οι τυχόν αλλαγές που επιφέρει η αρμόδια εθνική αρχή στο πρωτότυπο ενδέχεται να μην έχουν περιληφθεί ακόμα στις μεταφράσεις. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή δεν αναλαμβάνει καμία ευθύνη όσον αφορά τις πληροφορίες ή τα στοιχεία που περιλαμβάνονται ή για τα οποία γίνεται λόγος στο παρόν έγγραφο. Βλ. την ανακοίνωση νομικού περιεχομένου για τους κανόνες πνευματικής ιδιοκτησίας που ισχύουν στο κράτος μέλος που είναι αρμόδιο για την παρούσα σελίδα.

Τελευταία επικαιροποίηση: 10/09/2020

Αναζήτηση εμπειρογνώμονα - Ελλάδα


Ι. Κατάλογοι και μητρώα πραγματογνωμόνων

Στην Ελλάδα οι πραγματογνώμονες κατηγοριοποιούνται ανά ειδικότητα. Τα μητρώα των πραγματογνωμόνων τηρούνται από τα πρωτοδικεία. Είναι δημόσια, αλλά χρησιμοποιούνται μόνο από τους δικαστές που επιθυμούν να διορίσουν πραγματογνώμονα. Το δικαστήριο μπορεί να διορίσει έναν ή περισσότερους πραγματογνώμονες, αν κρίνει ότι τα υπό εξέταση ζητήματα απαιτούν ειδικές γνώσεις. Επιπλέον, το δικαστήριο υποχρεούται να διορίσει πραγματογνώμονες αν το ζητήσει διάδικος και το δικαστήριο κρίνει ότι χρειάζονται ειδικές γνώσεις.

Για να εγγραφεί πραγματογνώμονας στο μητρώο, πρέπει να υποβάλει σχετική αίτηση.

Κατόπιν δημόσιας πρόσκλησης υποβολής αιτήσεων σε πολιτικό ή διοικητικό πρωτοδικείο (μέσω του επίσημου ιστότοπου του δικαστηρίου), κάθε ενδιαφερόμενος υποβάλλει γραπτή αίτηση με τα προσωπικά του στοιχεία στη γραμματεία του πρωτοδικείου, με την οποία δηλώνει ότι:

  • δεν έχει καταδικαστεί ούτε κατηγορείται για κακούργημα ή πλημμέλημα που συνεπάγεται στέρηση των πολιτικών του δικαιωμάτων,
  • δεν στερείται την άδεια να ασκεί το επάγγελμά του,
  • δεν έχει στερηθεί το δικαίωμα να διαθέτει ελεύθερα την περιουσία του λόγω πτώχευσης ή θέσης υπό συμπαράσταση,
  • δεν είναι δικαστής, εισαγγελέας ή υπάλληλος της γραμματείας δικαστηρίου.

Μετά την ολοκλήρωση της διαδικασίας υποβολής αιτήσεων, η οποία πραγματοποιείται κάθε χρόνο, δημοσιεύεται σχέδιο καταλόγου πραγματογνωμόνων. Μόλις παρέλθει η προθεσμία υποβολής αντιρρήσεων κατά του καταλόγου, ο οριστικός κατάλογος εγκρίνεται από το οικείο πολυμελές πρωτοδικείο.

Όσον αφορά τις ποινικές διαδικασίες, το μητρώο πραγματογνωμόνων καταρτίζεται από το συμβούλιο πλημμελειοδικών ύστερα από πρόταση του εισαγγελέα. Οι πραγματογνώμονες πρέπει να πληρούν τις ακόλουθες προϋποθέσεις:

  • να είναι άνω των 21 ετών,
  • να είναι νομικά ικανοί και να μην πάσχουν από διανοητική διαταραχή,
  • να μην έχουν καταδικαστεί για κακούργημα ή πλημμέλημα που συνεπάγεται τη στέρηση των πολιτικών τους δικαιωμάτων ή την έκπτωσή τους από τη δημόσια υπηρεσία,
  • να μην τους έχει αφαιρεθεί η άδεια να ασκούν το επάγγελμά τους,
  • να μην έχουν συμπράξει στη διαμόρφωση του αντικειμένου της πραγματογνωμοσύνης,
  • να μην είναι οι αρμόδιοι δικαστές, εισαγγελείς, γραμματείς ή υπάλληλοι στη σχετική διαδικασία,
  • να μην έχουν καταδικαστεί για την ίδια πράξη με τον κατηγορούμενο, και
  • να μην είναι σύζυγοι, αδέλφια ή στενοί συγγενείς του κατηγορουμένου.

Οι πραγματογνώμονες μπορούν να διαγραφούν από το μητρώο με δική τους επιθυμία, αν δεν πληρούν πλέον τις προϋποθέσεις ή αν το αποφασίσει η αρμόδια αρχή.

ΙΙ. Προσόντα των πραγματογνωμόνων

Οι πραγματογνώμονες, για να θεωρούνται πραγματογνώμονες, πρέπει να είναι μέλη επαγγελματικής οργάνωσης.

ΙΙΙ. Αμοιβή των πραγματογνωμόνων

Στις ποινικές διαδικασίες, η αμοιβή του πραγματογνώμονα καταβάλλεται από το κράτος. Όσον αφορά τις αστικές διαδικασίες, ο ενάγων πρέπει να καταβάλει προκαταβολή επί των εξόδων για τους πραγματογνώμονες που διορίζονται από το δικαστήριο. Στο τέλος της δίκης, τα έξοδα επιβάλλονται σε βάρος του ηττηθέντος διαδίκου. Οι αμοιβές των πραγματογνωμόνων αποτελούν αντικείμενο ελεύθερης διαπραγμάτευσης. Οι διάδικοι μπορούν, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, να λάβουν νομική βοήθεια όσον αφορά την αμοιβή του πραγματογνώμονα.

IV. Ευθύνη των πραγματογνωμόνων

Οι πραγματογνώμονες ευθύνονται βάσει του γενικού δικαίου για τις συμβάσεις και τις αδικοπραξίες. Δεν υποχρεούνται να συνάψουν σύμβαση ασφάλισης επαγγελματικής ευθύνης για την κάλυψη της ενδεχόμενης ευθύνης τους.

V. Περαιτέρω πληροφορίες σχετικά με τις διαδικασίες πραγματογνωμοσύνης

Οι κύριες νομικές διατάξεις που διέπουν τη δικαστική πραγματογνωμοσύνη στην Ελλάδα είναι τα άρθρα 368-392 του ελληνικού κώδικα πολιτικής δικονομίας, το βασιλικό διάταγμα αριθ. 566/1968 και το άρθρο 20 παράγραφος 7 του νόμου 2882/2001 (κώδικας αναγκαστικών απαλλοτριώσεων). Περαιτέρω, εφαρμόζονται επίσης κατά περίπτωση τα άρθρα 159-168 του ελληνικού κώδικα διοικητικής δικονομίας και τα άρθρα 183-203 του ελληνικού κώδικα ποινικής δικονομίας.

Το δικαστήριο έχει τη διακριτική ευχέρεια να διατάξει τη διεξαγωγή αποδείξεων, δεδομένου ότι υπερισχύει ο σκοπός της διακρίβωσης της αλήθειας. Το μόνο όριο της εξουσίας αυτής είναι η αρχή της εκατέρωθεν ακροάσεως.

1. Διορισμός πραγματογνωμόνων

Πραγματογνώμονες μπορούν να διοριστούν από το δικαστήριο και από τους διαδίκους. Ο διορισμός πραγματογνωμόνων στις διοικητικές διαδικασίες είναι παρόμοιος μ’ αυτόν στις αστικές διαδικασίες. Στις διαδικασίες ενώπιον ποινικού δικαστηρίου, ο πραγματογνώμονας μπορεί να διοριστεί από τον εισαγγελέα ή από το δικαστήριο κατά τη διάρκεια της ανάκρισης. Για τον σκοπό αυτό, τηρείται διαφορετικό μητρώο από αυτό που τηρείται για τις αστικές διαδικασίες και ο πραγματογνώμονας πρέπει να πληροί αυστηρότερες προϋποθέσεις απ’ ό,τι στις αστικές και τις διοικητικές διαδικασίες.

α) Διορισμός από το δικαστήριο

Το πολιτικό δικαστήριο έχει τη διακριτική ευχέρεια να διορίσει πραγματογνώμονα είτε αυτεπαγγέλτως είτε κατόπιν ρητού αιτήματος διαδίκου, αν τα σχετικά ζητήματα δεν μπορούν να διαγνωστούν διαφορετικά. Στην περίπτωση αυτή, η συζήτηση της υπόθεσης αναβάλλεται για ημερομηνία μετά την υποβολή της έκθεσης πραγματογνωμοσύνης. Το δικαστήριο έχει τη δυνατότητα να διορίσει ως πραγματογνώμονα οποιοδήποτε πρόσωπο που θεωρεί κατάλληλο για τον σκοπό αυτόν. Ο πραγματογνώμονας οφείλει να γνωστοποιήσει στο δικαστήριο κάθε τυχόν σύγκρουση συμφερόντων του. Οι πραγματογνώμονες που διορίζονται από το δικαστήριο έχουν πρόσβαση στη δικογραφία.

β) Διορισμός από τους διαδίκους

Στην Ελλάδα υπάρχουν τρία είδη διορισμένων από διάδικο πραγματογνωμόνων: τεχνικοί σύμβουλοι (άρθρα 391-392 του κώδικα πολιτικής δικονομίας, άρθρο 167 του κώδικα διοικητικής δικονομίας, άρθρα 204 επ. του κώδικα ποινικής δικονομίας), εξωδικαστικοί πραγματογνώμονες και μάρτυρες με ειδικές γνώσεις. Ο τεχνικός σύμβουλος διορίζεται από τον διάδικο για να ελέγχει τη δράση πραγματογνώμονα που έχει διοριστεί από το δικαστήριο. Ο εξωδικαστικός πραγματογνώμονας επιλέγεται από τον διάδικο. Η έκθεσή του πρέπει να προβληθεί και να προσκομιστεί από τον διάδικο, διαφορετικά απορρίπτεται ως απαράδεκτη. Αν πληρούνται οι εν λόγω προϋποθέσεις, το δικαστήριο εξετάζει και εκτιμά ελεύθερα τη γνωμοδότηση του πραγματογνώμονα. Η έκθεση δεν θεωρείται αποδεικτικό μέσο. Αντιθέτως, συνδέεται μάλλον με τη νομική βάση της επιχειρηματολογίας του διαδίκου. Οι μάρτυρες με ειδικές γνώσεις είναι μάρτυρες με ειδικές επιστημονικές ή τεχνικές γνώσεις οι οποίοι εξετάζονται από το δικαστήριο.

Το δικαστήριο μπορεί να αποφασίσει αν θα στηρίξει το σκεπτικό της απόφασής του στη γνωμοδότηση του πραγματογνώμονα. Το δικαστήριο μπορεί να στηρίξει την απόφασή του στη γνωμοδότηση του πραγματογνώμονα ακόμη και αν η έκθεση πραγματογνωμοσύνης εκδόθηκε κατά παράβαση δικονομικών κανόνων. Ωστόσο, αν η παράβαση δικονομικών κανόνων είναι ουσιώδης, η έκθεση πραγματογνωμοσύνης θεωρείται ανυπόστατη. Στην περίπτωση αυτή, ο δικαστής δεν μπορεί να στηρίξει το σκεπτικό της απόφασής του στη γνωμοδότηση του πραγματογνώμονα.

2. Δικονομία (πολιτική)

Στους πραγματογνώμονες που έχουν διοριστεί από το δικαστήριο μπορούν να υποβάλουν ερωτήσεις και οι τεχνικοί σύμβουλοι των διαδίκων, εφόσον οι διάδικοι έχουν διορίσει τέτοιους συμβούλους. Μόνη υποχρέωση του πραγματογνώμονα είναι να υποβάλει την έκθεσή του. Οι πραγματογνώμονες που έχουν διοριστεί από τους διαδίκους μπορούν να επικοινωνούν με τους διαδίκους κατά τη διάρκεια της διαδικασίας, ενώ οι πραγματογνώμονες που έχουν διοριστεί από το δικαστήριο χρειάζονται για τον σκοπό αυτόν άδεια του δικαστηρίου.

α) Έκθεση πραγματογνωμοσύνης

Στις ελληνικές διαδικασίες πραγματογνωμοσύνης δεν απαιτείται η υποβολή προκαταρκτικής έκθεσης πραγματογνωμοσύνης. Η κύρια έκθεση πραγματογνωμοσύνης μπορεί να υποβληθεί εγγράφως ή να παρουσιαστεί προφορικώς. Ο πραγματογνώμονας δεν υποχρεούται να ακολουθήσει συγκεκριμένη δομή κατά την παρουσίαση της έκθεσής του.

Αν το δικαστήριο κρίνει ότι η έκθεση είναι ελλιπής ή ότι ο πραγματογνώμονας υπέπεσε σε αδικαιολόγητο παράπτωμα, μπορεί να διατάξει την εκπόνηση νέας ή συμπληρωματικής έκθεσης, αυτεπαγγέλτως ή κατόπιν αιτήματος των διαδίκων. Το δικαστήριο μπορεί επίσης να διατάξει τον πραγματογνώμονα να καταβάλει τα δικαστικά έξοδα που οφείλονται στο αδικαιολόγητο παράπτωμα του πραγματογνώμονα.

Η έκθεση πραγματογνωμοσύνης μπορεί να αμφισβητηθεί με τους ισχυρισμούς των διαδίκων και αντιπραγματογνωμοσύνη.

β) Ακροαματική διαδικασία

Ο δικαστής διατάζει τον πραγματογνώμονα να παραστεί στην ακροαματική διαδικασία μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις.

 

Οι πληροφορίες που παρουσιάζονται στην παρούσα ενότητα συγκεντρώθηκαν στο πλαίσιο του έργου «Εξεύρεση πραγματογνώμονα» από σημεία επαφής ανά χώρα που επιλέχθηκαν από το Ευρωπαϊκό Ίδρυμα Εμπειρογνωσίας και Εμπειρογνωμόνων Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυρο(European Expertise & Experts Institute – EEEI).


Την έκδοση αυτής της σελίδας στην εθνική γλώσσα διαχειρίζεται το εκάστοτε κράτος μέλος. Οι μεταφράσεις έχουν γίνει από την αρμόδια υπηρεσία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Οι τυχόν αλλαγές που επιφέρει η αρμόδια εθνική αρχή στο πρωτότυπο ενδέχεται να μην έχουν περιληφθεί ακόμα στις μεταφράσεις. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή δεν αναλαμβάνει καμία ευθύνη όσον αφορά τις πληροφορίες ή τα στοιχεία που περιλαμβάνονται ή για τα οποία γίνεται λόγος στο παρόν έγγραφο. Βλ. την ανακοίνωση νομικού περιεχομένου για τους κανόνες πνευματικής ιδιοκτησίας που ισχύουν στο κράτος μέλος που είναι αρμόδιο για την παρούσα σελίδα.

Τελευταία επικαιροποίηση: 10/09/2020

Αναζήτηση εμπειρογνώμονα - Γαλλία


Ι. Κατάλογοι και μητρώα πραγματογνωμόνων

Κάθε εφετείο και το γαλλικό ανώτατο δικαστήριο αστικών και ποινικών υποθέσεων (Ακυρωτικό Δικαστήριο) τηρεί κατάλογο ή μητρώο πραγματογνωμόνων.

Ωστόσο, τα δικαστήρια και οι εισαγγελείς είναι ελεύθεροι να διορίζουν οποιοδήποτε πρόσωπο θεωρείται κατάλληλο και ικανό. Στις περιπτώσεις αυτές πρέπει να αιτιολογούν την επιλογή τους.

Οι κατάλογοι των πραγματογνωμόνων δημοσιεύονται στους ιστοτόπους των δικαστηρίων και ιδίως στον ιστότοπο του Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροΑκυρωτικού Δικαστηρίου και των εφετείων.

Για να εγγραφούν σε κατάλογο δικαστηρίου, οι πραγματογνώμονες πρέπει να πληρούν τις ακόλουθες προϋποθέσεις:

  • να είναι κάτω των 70 ετών. Στην πράξη, ο πραγματογνώμονας πρέπει να είναι ηλικίας μεταξύ 35 και 57-58 ετών για να εγγραφεί σε κατάλογο πραγματογνωμόνων·
  • να είναι πολίτης της Ευρωπαϊκής Ένωσης·
  • να μην έχει προσβάλει την τιμή, την εντιμότητα και τα χρηστά ήθη·
  • να μην του έχουν επιβληθεί πειθαρχικές ή διοικητικές κυρώσεις συνεπαγόμενες απόλυση, διαγραφή από το μητρώο, έκπτωση, ανάκληση της έγκρισης ή ανάκληση της άδειας·
  • να μην έχει κηρυχθεί ο ίδιος σε πτώχευση ή να μην του έχει επιβληθεί οποιαδήποτε άλλη κύρωση προβλεπόμενη από τον εμπορικό κώδικα·
  • να έχει συμπληρώσει ελάχιστη περίοδο σε δραστηριότητα σχετική με την ειδικότητά του·
  • να μην έχει ασκήσει καμία δραστηριότητα ασυμβίβαστη με την ανεξαρτησία που απαιτείται για την άσκηση δικαστικών (νομικών) πραγματογνωμοσυνών·
  • να έχει ασκήσει την κύρια δραστηριότητά του εντός της περιφέρειας του δικαστηρίου.

Οι πραγματογνώμονες με εξειδίκευση στη μετάφραση οι οποίοι υποβάλλουν αίτηση εγγραφής σε κατάλογο πρωτοδικείου πρέπει να ασκούν το επάγγελμά τους στην περιφέρεια του συγκεκριμένου δικαστηρίου ή να κατοικούν σ’ αυτήν την περιφέρεια σε περίπτωση που έχουν ήδη συνταξιοδοτηθεί.

Η αίτηση εγγραφής του πραγματογνώμονα εξετάζεται από τον εισαγγελέα και τους δικαστές του πρωτοδικείου. Η απόφαση εκδίδεται από σώμα δικαστών του εφετείου.

Πριν από την εγγραφή τους, οι πραγματογνώμονες οφείλουν να δώσουν όρκο.

Για να εγγραφούν στον κατάλογο του Ακυρωτικού Δικαστηρίου (εθνικός κατάλογος), είναι απαραίτητο να είναι εγγεγραμμένοι σε κατάλογο εφετείου (περιφερειακός κατάλογος) για τουλάχιστον πέντε έτη.

Κάθε πραγματογνώμονας που έχει εγγραφεί για πρώτη φορά πρέπει να υποβάλει νέα αίτηση για επανεγγραφή μετά από τρία έτη. Από τότε και έπειτα οι πραγματογνώμονες πρέπει να υποβάλλουν νέα αίτηση εγγραφής ανά πενταετία. Η απόφαση για μη επανεγγραφή πραγματογνώμονα πρέπει να αναφέρει τους λόγους της άρνησης και μπορεί να προσβληθεί.

Οι πραγματογνώμονες μπορούν να διαγραφούν από το μητρώο ως συνέπεια πειθαρχικής κύρωσης που επιβάλλεται από το εφετείο και η οποία μπορεί να προσβληθεί.

Υπάρχει κώδικας δεοντολογίας που δημοσιεύθηκε από τη Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυρογαλλική ομοσπονδία πραγματογνωμόνων.

ΙΙ. Προσόντα των πραγματογνωμόνων

Γενικά, οι πραγματογνώμονες πρέπει να διαθέτουν επαρκή προσόντα στο πεδίο ειδίκευσής τους.

Οι πραγματογνώμονες πρέπει να διαθέτουν επαγγελματική πείρα και γνώση των διαδικαστικών κανόνων, ιδίως των κανόνων που εφαρμόζονται στις διαδικασίες πραγματογνωμοσύνης.

Πρέπει να παρακολουθούν συνεχή εκπαίδευση και αυτό ελέγχεται ανά πέντε έτη από τα εφετεία. Η συνεχής εκπαίδευση των πραγματογνωμόνων περιλαμβάνει:

  • Κατάρτιση στην ειδικότητά τους που παρέχεται από επαγγελματικές οργανώσεις·
  • Σεμινάρια κατάρτισης σχετικά με τη διεξαγωγή πραγματογνωμοσύνης που παρέχονται από δικαστές και ενώσεις πραγματογνωμόνων.

ΙΙΙ. Αμοιβή των πραγματογνωμόνων

Στις ποινικές διαδικασίες, υπάρχει κανονισμός σχετικά με την αμοιβή του πραγματογνώμονα για ορισμένα καθήκοντα που εκτελεί ο πραγματογνώμονας. Σε ορισμένα πεδία ειδίκευσης, ο εισαγγελέας ή ο ανακριτής μπορούν να προκηρύξουν πρόσκληση υποβολής προσφορών για την πραγματογνωμοσύνη και να επιλέξουν την πλέον συμφέρουσα προσφορά. Το Υπουργείο Δικαιοσύνης επωμίζεται, μέσω του προϋπολογισμού για τη δικαιοσύνη, το κόστος της πραγματογνωμοσύνης.

Στις αστικές υποθέσεις, η αμοιβή υπολογίζεται γενικά με βάση τον αριθμό των ωρών που δαπάνησε ο πραγματογνώμονας για την υπόθεση πολλαπλασιαζόμενο επί την ωριαία αμοιβή, στην οποία προστίθενται τα έξοδα και ο ΦΠΑ.

Το Δικαστήριο αποφαίνεται επί του ποσού της αμοιβής του πραγματογνώμονα, στο πλαίσιο της κατ’ αντιμωλία διαδικασίας, λαμβάνοντας υπόψη κατά πόσον η έκθεση υποβλήθηκε εγκαίρως, την ποιότητα της έκθεσης του πραγματογνώμονα και το επίπεδο επιμέλειας που επέδειξε ο πραγματογνώμονας κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του.

Συνήθως, ο ενάγων καταβάλλει προκαταβολή έναντι της αμοιβής του πραγματογνώμονα. Ωστόσο, το δικαστήριο μπορεί να διατάξει αμφότερους τους διαδίκους να προκαταβάλουν μέρος των εν λόγω εξόδων.

Στην οριστική του απόφαση το δικαστήριο διατάσσει τον ηττηθέντα διάδικο να καταβάλει την αμοιβή του πραγματογνώμονα.

Για την κάλυψη των εξόδων της διαδικασίας πραγματογνωμοσύνης προβλέπεται νομική συνδρομή.

IV. Ευθύνη των πραγματογνωμόνων

Ο πραγματογνώμονας υποχρεούται να καλύπτει ενδεχόμενη ευθύνη του μέσω ασφάλισης επαγγελματικής ευθύνης.

Η ασφάλιση καλύπτει την αστική και επαγγελματική ευθύνη του πραγματογνώμονα, συμπεριλαμβανομένων αποστολών σε άλλα κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

V. Περαιτέρω πληροφορίες σχετικά με τις διαδικασίες πραγματογνωμοσύνης

Στις ποινικές υποθέσεις, οι πραγματογνώμονες μπορούν να διορίζονται από τον ανακριτή, τον εισαγγελέα ή από αστυνομικό που έχει την εξουσία προς τούτο (officier de police judiciaire: αστυνομικός ο οποίος, σύμφωνα με το γαλλικό δίκαιο, είναι υπεύθυνος για τη διεξαγωγή ποινικών ερευνών και του επιτρέπεται να θέτει υπόπτους υπό κράτηση).

Σε όλες τις άλλες περιπτώσεις, ο πραγματογνώμονας διορίζεται μόνο από το δικαστήριο είτε αυτεπαγγέλτως είτε κατόπιν αιτήσεως διαδίκου.

Στις αστικές διαδικασίες η προκαταρκτική έκθεση πραγματογνωμοσύνης δεν είναι υποχρεωτική, αλλά συνιστάται ένθερμα και συχνά απαιτείται ειδικώς. Ο πραγματογνώμονας καταρτίζει γραπτή τελική έκθεση. Εάν ο πραγματογνώμονας κρίνει αναγκαίο να ζητήσει τη γνώμη τεχνικού που ειδικεύεται σε διαφορετικό πεδίο ειδίκευσης, ο πραγματογνώμονας επισυνάπτει τη γνώμη του τεχνικού στην έκθεση πραγματογνωμοσύνης. Το Δικαστήριο μπορεί να ζητήσει από τον πραγματογνώμονα να καταθέσει κατά την προφορική συζήτηση εάν η έκθεση δεν αποτελεί επαρκή βάση για την έκδοση απόφασης από το Δικαστήριο. Η τελική έκθεση πρέπει να απαντά σε κάθε ερώτηση που τέθηκε από το δικαστήριο και να λαμβάνει υπόψη όλες τις παρατηρήσεις που υποβλήθηκαν από τα μέρη στον πραγματογνώμονα κατά τη διάρκεια της διαδικασίας πραγματογνωμοσύνης.

1. Διορισμός πραγματογνωμόνων

Ο τίτλος του πραγματογνώμονα (expert de justice) προστατεύεται από το ποινικό δίκαιο. Ο πραγματογνώμονας είναι εγγεγραμμένος σε κατάλογο που τηρείται από τα εφετεία και το Ανώτατο Δικαστήριο.

Στη Γαλλία υπάρχουν 8 000 έως 10 000 δικαστικοί πραγματογνώμονες.

Σε αστικές, εμπορικές και διοικητικές υποθέσεις, μπορούν να διορίζονται πραγματογνώμονες σε προκαταρκτικές ή προδικαστικές διαδικασίες. Το 80 % των διαδικασιών πραγματογνωμοσύνης κινούνται σε τέτοιο προδικαστικό στάδιο.

Το δικαστήριο διορίζει πραγματογνώμονα όταν χρειάζεται κάποια τεχνική εμπειρογνωμοσύνη για την επίλυση της διαφοράς: το δικαστήριο μπορεί να διορίσει πραγματογνώμονα αυτεπαγγέλτως ή κατόπιν αιτήσεως ενός εκ των διαδίκων. Ο δικαστής αποφασίζει ποιος διάδικος θα προκαταβάλει μέρος των εξόδων που θα χρησιμοποιηθεί για την πληρωμή της αμοιβής του πραγματογνώμονα.

Οι διάδικοι μπορούν να προτείνουν πραγματογνώμονα, αλλά πάντοτε το δικαστήριο ή ο εισαγγελέας αποφασίζει ποιος πραγματογνώμονας θα διοριστεί. Εάν δεν υπάρχει ειδική αιτιολογία, ο πραγματογνώμονας πρέπει να επιλέγεται από κατάλογο που καταρτίζει το εφετείο.

Στις αστικές διαδικασίες, οι διάδικοι συμμετέχουν ενεργά στις εργασίες του πραγματογνώμονα. Οφείλουν να συνεργάζονται και να ανταποκρίνονται σε όλες τις απαιτήσεις του πραγματογνώμονα για τη χορήγηση εγγράφων. Μπορούν να θέτουν απευθείας ερωτήσεις στον πραγματογνώμονα κατά τη διάρκεια της συζήτησης κατ’ αντιμωλία και να ζητούν από τον πραγματογνώμονα να σχολιάσει τις παρατηρήσεις τους. Οι δυνατότητες αυτές είναι πολύ πιο περιορισμένες στις ποινικές διαδικασίες, στις οποίες ο πραγματογνώμονας εργάζεται εξαρτώμενος απόλυτα από τον δικαστή ή τον εισαγγελέα ο οποίος τον διόρισε.

2. Διαδικασία

Τα κύρια νομικά κείμενα που αφορούν τη δικαστική πραγματογνωμοσύνη στη Γαλλία είναι τα εξής:

  • Κώδικας Ποινικής Δικονομίας και Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας·
  • Νόμος 71-498 της 29ης Ιουνίου 1971 περί δικαστικών πραγματογνωμόνων, ο οποίος τροποποιήθηκε αρκετές φορές, ιδίως στις 18 Νοεμβρίου 2016·
  • Διάταγμα της 23ης Δεκεμβρίου 2004, που τροποποιήθηκε αρκετές φορές.

Οι πραγματογνώμονες μπορούν να έρχονται σε επαφή με τους διαδίκους κατά τη διάρκεια της διαδικασίας, αλλά με αυστηρή τήρηση της αρχής της εκατέρωθεν ακρόασης. Εξαιρέσεις προβλέπονται σε περιπτώσεις ιατρικών ή επιχειρηματικών απορρήτων.

Δεν υπάρχει καθορισμένη δομή για τις εκθέσεις των πραγματογνωμόνων, αλλά υπάρχουν πρωτοβουλίες για την κάλυψη αυτού του κενού.

Ωστόσο, στην έκθεση οι πραγματογνώμονες πρέπει:

  • να παρουσιάζουν λεπτομερώς την επιχειρηματολογία τους·
  • να προσδιορίζουν τα έγγραφα στα οποία βάσισαν τη γνώμη τους·
  • να απαντούν στις δηλώσεις των διαδίκων·
  • να παρέχουν πλήρη κατάλογο των εγγράφων που τους κοινοποιήθηκαν.

Όταν έχει ζητηθεί από το δικαστήριο προκαταρκτική έκθεση, ο πραγματογνώμονας τη διαβιβάζει στους διαδίκους για να λάβει τις δηλώσεις τους.

Στις ποινικές υποθέσεις ο πραγματογνώμονας πρέπει να παρίσταται στο ακροατήριο. Στις αστικές υποθέσεις, το δικαστήριο μπορεί να ζητήσει από τον πραγματογνώμονα να παραστεί στη συζήτηση.

Ο πραγματογνώμονας μπορεί με απόφαση του δικαστηρίου να υποχρεωθεί να συντάξει συμπληρωματική έκθεση, για παράδειγμα, αφού τα μέρη έχουν υποβάλει παρατηρήσεις επί της έκθεσης και έχουν θέσει συμπληρωματικές ερωτήσεις.

Το δικαστήριο ελέγχει την πρόοδο των ερευνών του πραγματογνώμονα. Το καθήκον αυτό ανατίθεται σε ορισμένο δικαστή πρωτοβαθμίου δικαστηρίου.

 

Οι πληροφορίες που παρουσιάζονται στην παρούσα ενότητα συγκεντρώθηκαν στο πλαίσιο του έργου «Εξεύρεση πραγματογνώμονα» από σημεία επαφής ανά χώρα που επιλέχθηκαν από το Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροΕυρωπαϊκό Ίδρυμα Εμπειρογνωσίας και Εμπειρογνωμόνων (European Expertise & Experts Institute – EEEI).


Την έκδοση αυτής της σελίδας στην εθνική γλώσσα διαχειρίζεται το εκάστοτε κράτος μέλος. Οι μεταφράσεις έχουν γίνει από την αρμόδια υπηρεσία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Οι τυχόν αλλαγές που επιφέρει η αρμόδια εθνική αρχή στο πρωτότυπο ενδέχεται να μην έχουν περιληφθεί ακόμα στις μεταφράσεις. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή δεν αναλαμβάνει καμία ευθύνη όσον αφορά τις πληροφορίες ή τα στοιχεία που περιλαμβάνονται ή για τα οποία γίνεται λόγος στο παρόν έγγραφο. Βλ. την ανακοίνωση νομικού περιεχομένου για τους κανόνες πνευματικής ιδιοκτησίας που ισχύουν στο κράτος μέλος που είναι αρμόδιο για την παρούσα σελίδα.

Τελευταία επικαιροποίηση: 10/09/2020

Αναζήτηση εμπειρογνώμονα - Κροατία


Ι. Κατάλογοι και μητρώα πραγματογνωμόνων

Βάσει της πραγματογνωσίας τους, οι πραγματογνώμονες που διορίζονται από το δικαστήριο παρέχουν σ’ αυτό πραγματογνωμοσύνη, στον βαθμό που είναι αναγκαία, για τη διακρίβωση ή τη διευκρίνιση των πραγματικών περιστατικών που προβάλλονται κατά τη διαδικασία.

Τα περιφερειακά δικαστήρια και τα εμποροδικεία τηρούν κατάλογο των πραγματογνωμόνων οι οποίοι μπορούν να διορίζονται από τα δικαστήρια, καθώς και κατάλογο των νομικών προσώπων, ινστιτούτων, οργανισμών και κρατικών φορέων που διαθέτουν άδεια άσκησης καθηκόντων πραγματογνώμονα (στο εξής: κατάλογος νομικών οντοτήτων). Οι κατάλογοι δημοσιεύονται στους ιστότοπους των δικαστηρίων.

Το Υπουργείο Δικαιοσύνης τηρεί έναν ενιαίο ηλεκτρονικό Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροκατάλογο των πραγματογνωμόνων οι οποίοι μπορούν να διορίζονται από τα δικαστήρια, στον οποίο οι πραγματογνώμονες είναι ταξινομημένοι κατά ειδικότητα, καθώς και Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροκατάλογο νομικών οντοτήτων για ολόκληρη την επικράτεια της Δημοκρατίας της Κροατίας, και δημοσιεύει αμφότερους τους εν λόγω καταλόγους στον Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροιστότοπό του.

Η διαδικασία για την καταχώριση πραγματογνώμονα στον κατάλογο κινείται με αίτηση που υποβάλλεται στον πρόεδρο του περιφερειακού δικαστηρίου ή εμποροδικείου στου οποίου την περιφέρεια ανήκει ο τόπος κατοικίας του αιτούντος ή η έδρα του νομικού προσώπου. Οι υπήκοοι των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης και των κρατών που έχουν υπογράψει τη συμφωνία για τον Ευρωπαϊκό Οικονομικό Χώρο οι οποίοι δεν διαμένουν μόνιμα στη Δημοκρατία της Κροατίας υποβάλλουν την αίτηση για την καταχώρισή τους στο περιφερειακό δικαστήριο του Ζάγκρεμπ ή στο εμποροδικείο του Ζάγκρεμπ.

Αν ο υποψήφιος για καταχώριση στον κατάλογο πληροί τις προϋποθέσεις, ο πρόεδρος του οικείου περιφερειακού δικαστηρίου ή εμποροδικείου παραπέμπει τον υποψήφιο για εξέταση των γνώσεών του σχετικά με τη δομή του δικαστικού συστήματος, τη δημόσια διοίκηση και τη νομική ορολογία, πριν αποφασίσει ως προς την καταχώρισή του στον κατάλογο πραγματογνωμόνων. Η εξέταση διενεργείται από τις εξεταστικές επιτροπές των περιφερειακών δικαστηρίων, στις οποίες συμμετέχουν ένας δικαστής του εκάστοτε οικείου δικαστηρίου ως πρόεδρος και δύο δικαστές του εκάστοτε οικείου δικαστηρίου ως μέλη. Οι υποψήφιοι για θέση πλήρους απασχόλησης οι οποίοι διαθέτουν πτυχίο νομικής δεν υποχρεούνται να υποβληθούν στην εξέταση. Οι υποψήφιοι για καταχώριση στον κατάλογο οι οποίοι επιτυγχάνουν στην εξέταση παραπέμπονται από τον πρόεδρο του εκάστοτε οικείου δικαστηρίου για να παρακολουθήσουν πρόγραμμα επαγγελματικής επιμόρφωσης, το οποίο διοργανώνεται από επαγγελματική ένωση δικαστικών πραγματογνωμόνων. (Ωστόσο, οι ειδικοί εγκληματολόγοι που διαθέτουν εν ισχύι άδεια άσκησης επαγγέλματος, καθώς και οι υπάλληλοι που ασκούν καθήκοντα πραγματογνώμονα σε ινστιτούτα, οργανισμούς και κρατικούς φορείς δεν υποχρεούνται να παρακολουθήσουν πρόγραμμα επαγγελματικής επιμόρφωσης σε τομείς για τους οποίους τα εν λόγω ινστιτούτα, οργανισμοί και κρατικοί φορείς διαθέτουν άδεια άσκησης καθηκόντων πραγματογνώμονα.)

Μετά την ολοκλήρωση της επαγγελματικής επιμόρφωσης και τη συγκέντρωση των αποδεικτικών στοιχείων σχετικά με την επιλεξιμότητα του υποψηφίου να καταχωριστεί στον κατάλογο πραγματογνωμόνων ή σχετικά με την πλήρωση των προϋποθέσεων για την ανάληψη από τον υποψήφιο καθηκόντων δικαστικού πραγματογνώμονα, ο πρόεδρος του οικείου περιφερειακού δικαστηρίου ή εμποροδικείου εκδίδει απόφαση επί της αίτησης του υποψηφίου.

Οι πραγματογνώμονες, φυσικά πρόσωπα ή νομικές οντότητες, πρέπει να είναι ασφαλισμένοι καθ’ όλο το διάστημα που ασκούν καθήκοντα πραγματογνώμονα. Αποδεικτικά στοιχεία για τη σύναψη σύμβασης ασφάλισης αστικής ευθύνης (ασφαλιστήριο συμβόλαιο) υποβάλλονται στον πρόεδρο του οικείου περιφερειακού δικαστηρίου ή εμποροδικείου πριν από την καταχώριση του υποψηφίου στον κατάλογο, καθώς και κάθε επόμενο έτος διάρκειας της περιόδου καταχώρισης στον κατάλογο ή της άδειας.

Οι πραγματογνώμονες καταχωρίζονται στον κατάλογο για θητεία τεσσάρων ετών. Οι νομικές οντότητες, τα ινστιτούτα, οι οργανισμοί και οι κρατικοί φορείς λαμβάνουν άδεια άσκησης καθηκόντων δικαστικού πραγματογνώμονα για περίοδο τεσσάρων ετών.

Ο διορισμένος πραγματογνώμονας ορκίζεται ενώπιον του προέδρου του δικαστηρίου που τον διόρισε ως πραγματογνώμονα.

Μετά τη λήξη της περιόδου για την οποία έχει διοριστεί, καταχωρισμένος στον κατάλογο πραγματογνώμονας μπορεί να διοριστεί εκ νέου για περίοδο τεσσάρων ετών, ενώ νομική οντότητα, ινστιτούτο, οργανισμός ή κρατικός φορέας μπορεί να λάβει εκ νέου άδεια άσκησης καθηκόντων δικαστικού πραγματογνώμονα. Η αίτηση για τον εκ νέου διορισμό ή την εκ νέου χορήγηση άδειας υποβάλλεται το αργότερο 30 ημέρες πριν από τη λήξη του τρέχοντος διορισμού.

Η καταχώριση πραγματογνώμονα στον κατάλογο ανακαλείται (προσωρινά) από τον πρόεδρο του οικείου περιφερειακού δικαστηρίου ή εμποροδικείου:

  • αν το ζητήσει ο πραγματογνώμονας,
  • αν ο πραγματογνώμονας αλλάξει τόπο κατοικίας, αν διαπιστωθεί ότι δεν πληρούνταν οι προϋποθέσεις για την καταχώριση του πραγματογνώμονα ή αν διαπιστωθεί ότι έχουν παύσει να πληρούνται οι προϋποθέσεις για τον διορισμό του πραγματογνώμονα,
  • αν, βάσει τελεσίδικης απόφασης της αρμόδιας αρχής, ο πραγματογνώμονας κηρύχθηκε ακατάλληλος να ασκεί τα καθήκοντά του στον τομέα για τον οποίο έχει διοριστεί,
  • αν ο πραγματογνώμονας στερήθηκε τη δικαιοπρακτική του ικανότητα με τελεσίδικη απόφαση,
  • αν ο πραγματογνώμονας καταδικάστηκε για ποινικό αδίκημα που συνιστά κώλυμα στην ανάληψη δημόσιων καθηκόντων,
  • αν ο πραγματογνώμονας εκτελεί τα καθήκοντά του κακόπιστα ή αμελώς,
  • αν ο πραγματογνώμονας δεν υποβάλει, μέχρι την εκπνοή της σχετικής προθεσμίας, απόδειξη της σύναψης σύμβασης ασφάλισης της ευθύνης του από την άσκηση καθηκόντων καταχωρισμένου πραγματογνώμονα,
  • αν ο πραγματογνώμονας παραβιάζει τις διατάξεις περί του απορρήτου των όσων περιέρχονται σε γνώση του κατά την άσκηση των καθηκόντων του.

Ο πρόεδρος του οικείου περιφερειακού δικαστηρίου ή εμποροδικείου διαγράφει οριστικά τον πραγματογνώμονα από τον κατάλογο αν ο πραγματογνώμονας εκτελέσει καθήκοντα διορισμένου από το δικαστήριο πραγματογνώμονα μετά τη θέση σε ισχύ της διάταξης περί προσωρινής άρνησης ή απαγόρευσης της άσκησης των καθηκόντων του.

Οι πραγματογνώμονες, συμπεριλαμβανομένων των νομικών οντοτήτων που έχουν άδεια άσκησης καθηκόντων διορισμένου από το δικαστήριο πραγματογνώμονα, υποχρεούνται να γνωστοποιούν αμέσως κάθε αλλαγή στα στοιχεία τους στο δικαστήριο που τους καταχώρισε στον κατάλογο ή που τους χορήγησε την άδεια. Το δικαστήριο υποχρεούται να καταχωρίσει αμέσως τις εν λόγω αλλαγές στους καταλόγους στους οποίους καταχωρίζονται οι πραγματογνώμονες και οι νομικές οντότητες που μπορούν να διορίζονται από τα δικαστήρια.

ΙΙ. Προσόντα των πραγματογνωμόνων

Το διάταγμα για τους διοριζόμενους από το δικαστήριο πραγματογνώμονες (Επίσημη Εφημερίδα 38/14, 123/15, 29/16 διορθωτικό και 61/19) καθορίζει τις προϋποθέσεις και τη διαδικασία για τον διορισμό, τα δικαιώματα και τα καθήκοντα των διοριζόμενων από το δικαστήριο πραγματογνωμόνων.

Πρόσωπο μπορεί να αναλάβει καθήκοντα διορισμένου από το δικαστήριο πραγματογνώμονα αν πληροί τις ακόλουθες προϋποθέσεις:

1. είναι πολίτης της Δημοκρατίας της Κροατίας, κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή κράτους μέλους της συμφωνίας για τον Ευρωπαϊκό Οικονομικό Χώρο,

2. είναι ικανός να εκτελεί τα καθήκοντα διορισμένου από το δικαστήριο πραγματογνώμονα,

3. μετά την ολοκλήρωση των κατάλληλων σπουδών, έχει αποκτήσει σχετική επαγγελματική εμπειρία, και συγκεκριμένα:

  • 8 τουλάχιστον ετών, αν διαθέτει πτυχίο ανώτατης εκπαίδευσης ή μεταπτυχιακό τίτλο ειδίκευσης,
  • 10 τουλάχιστον ετών, αν διαθέτει πτυχίο ανώτερης ή ανώτερης επαγγελματικής εκπαίδευσης,
  • 12 τουλάχιστον ετών, αν έχει ολοκληρώσει την κατάλληλη δευτεροβάθμια εκπαίδευση και δεν υπάρχει σχετικό πτυχίο ανώτερης ή ανώτερης επαγγελματικής εκπαίδευσης, ή πτυχίο ανώτατης εκπαίδευσης ή μεταπτυχιακός τίτλος ειδίκευσης,

4. έχει επιτύχει στην εξέταση γνώσεων σχετικά με την οργάνωση του δικαστικού συστήματος, τη δημόσια διοίκηση και τη νομική ορολογία,

5. έχει ολοκληρώσει επιτυχώς επαγγελματική επιμόρφωση όπως ορίζεται από την οικεία επαγγελματική ένωση,

6. διατηρεί σύμβαση ασφάλισης αστικής ευθύνης για την εκτέλεση των καθηκόντων διορισμένου από το δικαστήριο πραγματογνώμονα,

7. έχει αποκτήσει τους τίτλους που αφορούν τους τομείς ειδίκευσής του,

8. δεν υφίσταται κώλυμα στην ανάληψη από το εν λόγω πρόσωπο δημόσιων καθηκόντων.

Η διάρκεια της επαγγελματικής επιμόρφωσης δεν μπορεί να υπερβαίνει το ένα έτος. Οι επαγγελματικές ενώσεις υποχρεούνται να διορίζουν εκπαιδευτές για την επαγγελματική επιμόρφωση. Καταχωρισμένος πραγματογνώμονας μπορεί να διοριστεί εκπαιδευτής αν διαθέτει τουλάχιστον πενταετή εμπειρία στην άσκηση καθηκόντων διορισμένου από το δικαστήριο πραγματογνώμονα. Ο κατάλογος των εκπαιδευτών πρέπει να υποβληθεί στα περιφερειακά δικαστήρια και τα εμποροδικεία. Η ικανότητα υποψηφίου (ο οποίος έχει παραπεμφθεί για επαγγελματική επιμόρφωση) να ασκεί τα καθήκοντα διορισμένου από το δικαστήριο πραγματογνώμονα κρίνεται με βάση την έκθεση για την επαγγελματική επιμόρφωση την οποία παρακολούθησε ο αιτών. Εντός ενός μήνα από την ολοκλήρωση της επαγγελματικής επιμόρφωσης, η οικεία επαγγελματική ένωση καλείται να καταρτίσει έγγραφη γνωμοδότηση σχετικά με την επιτυχία της επιμόρφωσης του υποψηφίου και την ικανότητά του να ασκεί τα καθήκοντα διορισμένου από το δικαστήριο πραγματογνώμονα, βάσει έκθεσης που συντάσσεται από τον εκπαιδευτή που ανέλαβε την επιμόρφωση του υποψηφίου. Η οικεία επαγγελματική ένωση υποχρεούται να αποστείλει την εν λόγω έκθεση στον πρόεδρο του οικείου περιφερειακού δικαστηρίου ή εμποροδικείου.

Οι ειδικευμένοι ιατροί πληρούν τις προϋποθέσεις για την καταχώρισή τους στον κατάλογο αφού επιτύχουν στην εξέταση για την ειδικότητα.

Οι νομικές οντότητες είναι επιλέξιμες για την ανάληψη καθηκόντων δικαστικού πραγματογνώμονα:

  • αν είναι επίσης καταχωρισμένες στο πεδίο της ειδίκευσής τους για συγκεκριμένο τομέα,
  • αν οι υπάλληλοί τους έχουν καταχωριστεί στον κατάλογο πραγματογνωμόνων για τον τομέα για τον οποίο ζητείται άδεια,
  • αν διατηρούν σύμβαση ασφάλισης αστικής ευθύνης για την εκτέλεση καθηκόντων δικαστικού πραγματογνώμονα.

ΙΙΙ. Αμοιβή των πραγματογνωμόνων

Στις δικαστικές διαδικασίες, οι πραγματογνώμονες επιλέγονται κατά βάση από τον κατάλογο καταχωρισμένων πραγματογνωμόνων.

Οι διορισμένοι από το δικαστήριο πραγματογνώμονες δικαιούνται αμοιβή και αποζημίωση για τα έξοδά τους. Το ποσό της αποζημίωσης καθορίζεται κατά περίπτωση από το δικαστήριο σύμφωνα με ειδικό τιμολόγιο για την αποζημίωση των εξόδων και τις αμοιβές των διοριζόμενων από το δικαστήριο πραγματογνωμόνων. Το εν λόγω τιμολόγιο αποτελεί αναπόσπαστο μέρος του κανονισμού για τους διοριζόμενους από το δικαστήριο πραγματογνώμονες.

Ο διορισμένος από το δικαστήριο πραγματογνώμονας αποζημιώνεται για την πραγματογνωμοσύνη του μετά την ολοκλήρωσή της.

IV. Ευθύνη των πραγματογνωμόνων

Οι διοριζόμενοι από το δικαστήριο πραγματογνώμονες, φυσικά πρόσωπα ή νομικές οντότητες, πρέπει να είναι ασφαλισμένοι καθ’ όλο το διάστημα που ασκούν καθήκοντα πραγματογνώμονα. Το ελάχιστο ποσό ασφαλιστικής κάλυψης της ευθύνης από την άσκηση καθηκόντων δικαστικού πραγματογνώμονα είναι οι 200.000,00 HRK (περίπου 26.807,50 EUR) για τα φυσικά πρόσωπα και οι 500.000,00 HRK (περίπου 67.018,74 EUR) για τις νομικές οντότητες.

Πολίτης κράτους μέλους της ΕΕ ή της συμφωνίας για τον Ευρωπαϊκό Οικονομικό Χώρο μπορεί να είναι ασφαλισμένος για την άσκηση των καθηκόντων πραγματογνώμονα στη χώρα καταγωγής του.

V. Περαιτέρω πληροφορίες σχετικά με τις διαδικασίες πραγματογνωμοσύνης

Ο διορισμός των πραγματογνωμόνων ρυθμίζεται από δικονομικούς κανόνες, δηλαδή από τον κώδικα πολιτικής δικονομίας και τον κώδικα ποινικής δικονομίας.

VI. Διορισμός πραγματογνωμόνων

Οι διοριζόμενοι από το δικαστήριο πραγματογνώμονες διορίζονται, κατόπιν αίτησης διαδίκου ή αυτεπαγγέλτως, σε συγκεκριμένη δικαστική διαδικασία, όταν υπάρχει ανάγκη να διεξαχθεί πραγματογνωμοσύνη για να διακριβωθούν ή να διευκρινιστούν τα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά.

VI.1 Έκθεση πραγματογνωμοσύνης

Η μορφή των πορισμάτων και των γνωμοδοτήσεων των διοριζόμενων από το δικαστήριο πραγματογνωμόνων δεν είναι καθορισμένη. Το δικαστήριο καθορίζει αν ο πραγματογνώμονας θα παρουσιάσει τα πορίσματα και τη γνωμοδότησή του μόνο προφορικά κατά την ακροαματική διαδικασία ή αν θα τα υποβάλει εγγράφως πριν από αυτήν. Το δικαστήριο τάσσει εγγράφως προθεσμία για την υποβολή των πορισμάτων και των γνωμοδοτήσεων, η οποία δεν μπορεί να υπερβαίνει τις 60 ημέρες. Ο πραγματογνώμονας πρέπει πάντοτε να διατυπώνει τη γνώμη του. Το δικαστήριο κοινοποιεί στους διαδίκους έγγραφη έκθεση με τα πορίσματα και τη γνωμοδότηση του πραγματογνώμονα το αργότερο 15 ημέρες πριν από την ακροαματική διαδικασία κατά την οποία θα συζητηθούν τα πορίσματα.

VI.2 Ακροαματική διαδικασία

Το δικαστήριο μπορεί να θέσει ερωτήσεις σχετικά με τα πορίσματα του πραγματογνώμονα κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας.

 

Οι πληροφορίες που παρουσιάζονται στην παρούσα ενότητα συγκεντρώθηκαν στο πλαίσιο του έργου «Εξεύρεση πραγματογνώμονα» από σημεία επαφής ανά χώρα που επιλέχθηκαν από το Ευρωπαϊκό Ίδρυμα Εμπειρογνωσίας και Εμπειρογνωμόνων (Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροEuropean Expertise & Experts Institute – EEEI).


Την έκδοση αυτής της σελίδας στην εθνική γλώσσα διαχειρίζεται το εκάστοτε κράτος μέλος. Οι μεταφράσεις έχουν γίνει από την αρμόδια υπηρεσία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Οι τυχόν αλλαγές που επιφέρει η αρμόδια εθνική αρχή στο πρωτότυπο ενδέχεται να μην έχουν περιληφθεί ακόμα στις μεταφράσεις. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή δεν αναλαμβάνει καμία ευθύνη όσον αφορά τις πληροφορίες ή τα στοιχεία που περιλαμβάνονται ή για τα οποία γίνεται λόγος στο παρόν έγγραφο. Βλ. την ανακοίνωση νομικού περιεχομένου για τους κανόνες πνευματικής ιδιοκτησίας που ισχύουν στο κράτος μέλος που είναι αρμόδιο για την παρούσα σελίδα.

Τελευταία επικαιροποίηση: 10/09/2020

Αναζήτηση εμπειρογνώμονα - Λουξεµβούργο


Ι. Κατάλογοι και μητρώα πραγματογνωμόνων

Το Υπουργείο Δικαιοσύνης τηρεί μητρώο δικαστικών πραγματογνωμόνων. Το μητρώο διακρίνει τους πραγματογνώμονες σε 12 τομείς. Είναι διαθέσιμο σε όλους τους επαγγελματίες και στο κοινό Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροεδώ. Αν και το μητρώο έχει σχεδιαστεί για ποινικές και διοικητικές υποθέσεις, χρησιμοποιείται και για αστικές και εμπορικές υποθέσεις. Τα δικαστήρια δεν υποχρεούνται να διορίζουν πραγματογνώμονες που περιλαμβάνονται στο μητρώο, αλλά συνήθως το πράττουν.

Οι επαγγελματίες υποβάλλουν αίτηση στο Υπουργείο Δικαιοσύνης για να εγγραφούν στο μητρώο. Πλήρης φάκελος (που περιλαμβάνει δίπλωμα στον εν λόγω τομέα, απόδειξη επαγγελματικής πείρας, βιογραφικό σημείωμα και απόσπασμα ποινικού μητρώου) αποστέλλεται στο Υπουργείο Δικαιοσύνης, το οποίο στη συνέχεια ξεκινά διαδικασία επαλήθευσης, μεταξύ άλλων, της αξιοπιστίας του πραγματογνώμονα. Το υπουργείο αποφασίζει εάν θα καταχωρίσει τον πραγματογνώμονα ελέγχοντας τα προσόντα του υποψηφίου (συμπεριλαμβανομένων των πτυχίων στον τομέα και της περαιτέρω εκπαίδευσης) και την πείρα του. Σε περίπτωση εγγραφής στο μητρώο, οι πραγματογνώμονες πρέπει να δώσουν όρκο ενώπιον του δικαστηρίου.

Μόλις οι πραγματογνώμονες οριστούν από το Υπουργείο Δικαιοσύνης και ορκιστούν από το δικαστήριο, το περιεχόμενο του μητρώου δημοσιεύεται στην Επίσημη Εφημερίδα του Λουξεμβούργου. Μετά την εγγραφή τους στο μητρώο, οι πραγματογνώμονες δεν έχουν κάποια ιδιαίτερη υποχρέωση. Δεν χρειάζεται να αποστέλλουν έκθεση δραστηριοτήτων στο υπουργείο. Δεν υποχρεούνται να παρακολουθούν συνεχή εκπαίδευση. Το μητρώο επικαιροποιείται ανά τακτά χρονικά διαστήματα.

Οι πραγματογνώμονες μπορούν να ανακληθούν εάν παραβαίνουν τις υποχρεώσεις τους ή τους επαγγελματικούς κανόνες δεοντολογίας ή για άλλους σοβαρούς λόγους. Τέτοιοι λόγοι συντρέχουν αν δεν πληρούν πλέον τα απαιτούμενα προσόντα, αν έχουν επιδείξει αμέλεια κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους ή αν δεν παρέχουν πλέον τα απαιτούμενα εχέγγυα αξιοπιστίας, π.χ. αν έχουν καταδικαστεί για ποινικό αδίκημα. Ο πραγματογνώμονας απαλλάσσεται από τα καθήκοντά του με απόφαση του υπουργού, κατόπιν γνωμοδότησης του εισαγγελέα και ακρόασης του ενδιαφερόμενου πραγματογνώμονα. Η απαλλαγή από τα καθήκοντα λαμβάνει τη μορφή ανάκλησης με υπουργικό διάταγμα. Η ανάκληση μπορεί να προσβληθεί ενώπιον του διοικητικού δικαστηρίου. Δεν υπάρχει ειδικός κώδικας συμπεριφοράς ή δεοντολογίας για τους πραγματογνώμονες. Ωστόσο, πρέπει να τηρούνται οι κώδικες δεοντολογίας και οι λοιποί επαγγελματικοί κώδικες που ισχύουν για το συγκεκριμένο επάγγελμα του πραγματογνώμονα.

ΙΙ. Προσόντα των πραγματογνωμόνων

Οι πραγματογνώμονες πρέπει να έχουν φτάσει σε ορισμένο επίπεδο εκπαίδευσης στο πεδίο ειδίκευσής τους προκειμένου να αποκαλούνται πραγματογνώμονες. Τα εν λόγω πτυχία είναι απαραίτητα για την εγγραφή τους στο μητρώο πραγματογνωμόνων που τηρείται από το Υπουργείο Δικαιοσύνης. Οι πραγματογνώμονες δεν χρειάζεται ούτε να είναι μέλη επαγγελματικής οργάνωσης προκειμένου να ασκούν το επάγγελμά τους ως πραγματογνώμονες, ούτε να βελτιώνουν τακτικά τις δεξιότητές τους (δεν υπάρχει σύστημα συνεχούς νομικής εκπαίδευσης, αλλά οι πραγματογνώμονες μπορούν να παρακολουθούν επιμορφώσεις σε εθελοντική βάση).

ΙΙΙ. Αμοιβή των πραγματογνωμόνων

Η αμοιβή των πραγματογνωμόνων καθορίζεται από κανονισμό. Σε συγκεκριμένες περιπτώσεις, ιδίως εάν η αποστολή του πραγματογνώμονα είναι ιδιαίτερα περίπλοκη, το δικαστήριο μπορεί να αποφασίσει να μην εφαρμόσει το νόμιμο τιμολόγιο. Στην πράξη, οι πραγματογνώμονες ζητούν συνήθως από τους διαδίκους να συμφωνήσουν να τους καταβάλουν υψηλότερο ποσό αμοιβής από το νόμιμο τιμολόγιο. Στις αστικές υποθέσεις, όταν ο πραγματογνώμονας διορίζεται από το δικαστήριο, ο ένας διάδικος υποχρεούται να προκαταβάλει την αμοιβή του πραγματογνώμονα. Οι πραγματογνώμονες μπορούν να λάβουν προκαταβολή έναντι της αμοιβής τους που υπερβαίνει το νόμιμο τιμολόγιο. Ωστόσο, στο τέλος της δίκης, στην απόφαση επί της ουσίας, το δικαστήριο αποφασίζει ποιος θα φέρει τελικά το κόστος. Το κόστος μπορεί να επιμεριστεί μεταξύ των διαδίκων. Τα μέρη μπορούν να λάβουν νομική συνδρομή προκαθορισμένου ύψους όσον αφορά την αμοιβή του πραγματογνώμονα.

Στις ποινικές υποθέσεις η προκαταβολή έναντι των εξόδων καταβάλλεται πάντοτε από το κράτος. Ο κατηγορούμενος οφείλει να καταβάλει την αμοιβή του πραγματογνώμονα μόνο σε περίπτωση καταδίκης του. Οι πραγματογνώμονες που ζητεί ο εισαγγελέας μπορούν επίσης να αμείβονται από το κράτος.

IV. Ευθύνη των πραγματογνωμόνων

Δεν υπάρχει ειδικός κανόνας για την ευθύνη των πραγματογνωμόνων. Συνεπώς, η δράση τους διέπεται από τους γενικούς κανόνες περί αδικοπρακτικής και συμβατικής ευθύνης. Οι εν λόγω κανόνες δεν προβλέπουν ανώτατο όριο ευθύνης. Δεν υπάρχει υποχρέωση κάλυψης της πιθανής ευθύνης του πραγματογνώμονα μέσω ασφάλισης επαγγελματικής ευθύνης.

V. Περαιτέρω πληροφορίες σχετικά με τις διαδικασίες πραγματογνωμοσύνης

Ο διορισμός των πραγματογνωμόνων διέπεται από ειδικό νόμο της 7ης Ιουλίου 1971, τον «Loi du 7 juillet 1971 portant en matière répressive et administrative, institution d’experts, de traducteurs et d’interprètes assermentés et complétant les dispositions légales relatives à l’assermentation des experts, traducteurs et interprètes». Ο εν λόγω νόμος διέπει μόνο τις ποινικές και διοικητικές υποθέσεις. Δεν υπάρχει ειδικός νόμος για τις αστικές υποθέσεις. Ισχύουν ορισμένες διατάξεις των κωδίκων ποινικής και πολιτικής δικονομίας, καθώς και ο γενικός νόμος περί διοικητικής διαδικασίας της 21ης Ιουνίου 1999, ο «loi du 21 juin 1999 portant règlement de procedure devant les juridictions administratives».

Δεν υπάρχουν θεμελιώδεις διαφορές μεταξύ των διαδικασιών διορισμού σε αστικές, διοικητικές και ποινικές υποθέσεις. Ωστόσο, στις ποινικές υποθέσεις, ο κατηγορούμενος έχει περισσότερα δικαιώματα απ’ ό,τι στις λοιπές υποθέσεις. Η συντριπτική πλειονότητα των δικαστικών πραγματογνωμόνων διορίζονται σε προκαταρκτικές διαδικασίες, πριν από τη δίκη. Τουλάχιστον το ήμισυ των αιτημάτων διορισμού πραγματογνώμονα υποβάλλονται στο πλαίσιο προκαταρκτικής διαδικασίας. Ο διορισμός πραγματογνώμονα κατά τη διάρκεια της κύριας διαδικασίας δεν συνηθίζεται.

1. Διορισμός πραγματογνωμόνων

Στο Λουξεμβούργο, οι δικαστικοί πραγματογνώμονες διορίζονται από τα δικαστήρια ή προσλαμβάνονται από τους διαδίκους. Μόνον οι δικαστές μπορούν να διορίζουν πραγματογνώμονες που έχουν την ιδιότητα του δικαστικού πραγματογνώμονα, είτε κατόπιν αιτήσεως των διαδίκων είτε αυτεπαγγέλτως. Στις ποινικές υποθέσεις ο ανακριτής, ο «juge d’instruction», διορίζει συχνά πραγματογνώμονα, κατόπιν αιτήσεως του κατηγορουμένου ή του εισαγγελέα. Ο ανακριτής μπορεί επίσης να διορίσει αυτεπαγγέλτως πραγματογνώμονα. Δεδομένου ότι η απόφαση του ανακριτή συνιστά προδικαστική απόφαση, δεν εφαρμόζεται η αρχή της εκατέρωθεν ακρόασης.

Στο ποινικό δίκαιο υπάρχουν ειδικοί κανόνες για συμπραγματογνώμονες ή αντιπραγματογνώμονες που βρίσκονται στη διάθεση του κατηγορουμένου.

Σε αστικές, εμπορικές και διοικητικές υποθέσεις, μπορεί να διοριστεί πραγματογνώμονας πριν από τη δίκη, εφόσον υπάρχει ιδιαίτερα επείγουσα ανάγκη.

α) Διορισμός από το δικαστήριο

Κατά τη διάρκεια της κύριας δίκης, το δικαστήριο διορίζει δικαστικό πραγματογνώμονα όταν χρειάζεται συμβουλές για τεχνικά ζητήματα τα οποία ανακύπτουν κατά τη διάρκεια της δίκης. Τα δικαστήρια μπορούν να διορίσουν πραγματογνώμονα κατόπιν αιτήσεως των διαδίκων ή αυτεπαγγέλτως. Οι πραγματογνώμονες πρέπει να αναφέρουν τυχόν συγκρούσεις συμφερόντων με διάδικο.

Ο προδικαστικός διορισμός πραγματογνώμονα είναι εφικτός εάν το ζήτημα είναι επείγον ή απαιτείται πραγματογνωμοσύνη ενόψει επικείμενης δίκης επί της ουσίας της διαφοράς. Ο διορισμός πραγματογνώμονα στο εν λόγω προκαταρκτικό στάδιο αποτελεί το μοναδικό αντικείμενο της διαδικασίας και προϋποθέτει την υποβολή ειδικής αίτησης από τους διαδίκους. Κατά κανόνα, η διαδικασία αυτή δεν μπορεί να κινηθεί χωρίς να δοθεί στον κατηγορούμενο η δυνατότητα ακρόασης από τον δικαστή. Ωστόσο, σε εξαιρετικά επείγουσες περιπτώσεις, δικαστικοί πραγματογνώμονες μπορούν να διορίζονται αμέσως, αλλά στην περίπτωση αυτή πρέπει να δίνεται στον εναγόμενο η δυνατότητα ακρόασης σε μεταγενέστερο στάδιο.

Οι διάδικοι, όταν υποβάλλουν αίτηση διορισμού δικαστικού πραγματογνώμονα ή υποβάλλουν παρατηρήσεις επί της υπόδειξης του δικαστηρίου για σχετικό διορισμό, μπορούν να προτείνουν ονόματα και να συμφωνήσουν σε ορισμένο πραγματογνώμονα. Εάν το δικαστήριο αποφασίσει να διορίσει αυτεπαγγέλτως δικαστικό πραγματογνώμονα, πρέπει να ενημερώσει τους διαδίκους σχετικά και να ζητήσει τις παρατηρήσεις τους προτού λάβει την εν λόγω απόφαση. Τα δικαστήρια δεν υποχρεούνται να διορίζουν πραγματογνώμονες που περιλαμβάνονται στο μητρώο πραγματογνωμόνων, αλλά συνήθως το πράττουν.

β) Διορισμός από τους διαδίκους

Αν και τα μέρη δεν διορίζουν ποτέ δικαστικούς πραγματογνώμονες, μπορούν να συμμετέχουν στον διορισμό πραγματογνώμονα από το δικαστήριο. Ενδέχεται να συμφωνήσουν επί της αποστολής του πραγματογνώμονα, επί της επιβάρυνσης με τις δαπάνες και ακόμη και επί συγκεκριμένου πραγματογνώμονα. Στη συνέχεια, αποστέλλουν κοινή επιστολή διορισμού στον επιλεγμένο πραγματογνώμονα. Εφόσον συμφωνούν αμφότεροι οι διάδικοι, ο δικαστής μπορεί να επιτρέψει τον διορισμό του εν λόγω πραγματογνώμονα. Αυτό συμβαίνει πολύ συχνά στο πλαίσιο προκαταρκτικών διαδικασιών.

2. Δικονομία (πολιτική)

Ο δικαστικός πραγματογνώμονας, μόλις διοριστεί, συγκαλεί τους διαδίκους για να συζητήσει μαζί τους την υπόθεση. Οι πραγματογνώμονες επικοινωνούν συνήθως με τους διαδίκους μέσω των δικηγόρων τους και ενημερώνουν επίσης το δικαστήριο για τις εξελίξεις. Δεν υπάρχουν ειδικοί κανόνες για τον τρόπο διεξαγωγής της διαδικασίας αυτής, εκτός από την υποχρέωση να τηρείται πάντα η αρχή της εκατέρωθεν ακρόασης: κάθε διάδικος έχει πάντα το δικαίωμα να εκφράζει τη γνώμη του για όλες τις πτυχές της υπόθεσης.

Η εν λόγω αρχή υποχωρεί σε δύο περιπτώσεις. Πρόκειται για την εξέταση από τον πραγματογνώμονα των αμιγώς πραγματικών πτυχών και για τις έρευνες που εισβάλλουν στην ιδιωτική σφαίρα (δηλαδή τις ιατρικές εξετάσεις). Όμως, σ’ αυτές τις περιπτώσεις, ο πραγματογνώμονας πρέπει να παρουσιάσει τα αποτελέσματα των ερευνών στους λοιπούς διαδίκους πριν από την οριστική υποβολή της έκθεσής του.

Η πρόοδος των ερευνών του πραγματογνώμονα παρακολουθείται από το αρμόδιο δικαστήριο. Κατόπιν υποβολής σχετικής αίτησης, το δικαστήριο μπορεί να συμφωνήσει ότι ο πραγματογνώμονας δεν διαθέτει επαρκή προσόντα και να διορίσει διαφορετικό πραγματογνώμονα. Δεδομένου ότι στη συντριπτική πλειονότητα των υποθέσεων διορίζεται ένας μόνο πραγματογνώμονας, δεν προβλέπεται διαδικασία συνάντησης των πραγματογνωμόνων πριν από τη δίκη για να περιορίσουν τα ζητήματα.

α) Έκθεση πραγματογνωμοσύνης

Ο πραγματογνώμονας υποβάλλει την έκθεσή του γραπτώς. Δεν υπάρχει συγκεκριμένη δομή που πρέπει να ακολουθεί ο πραγματογνώμονας στην έκθεσή του. Ο πραγματογνώμονας έχει υποχρέωση πίστης κατά την εκτέλεση της αποστολής του και υποχρέωση τήρησης της αρχής της εκατέρωθεν ακρόασης. Πρέπει να απαντήσει σε όλες τις ερωτήσεις σχετικά με τα πραγματικά περιστατικά που περιέχονται στην αποστολή του, αλλά δεν επιτρέπεται να απαντά σε νομικές ερωτήσεις. Η αποστολή του πραγματογνώμονα καθορίζεται από το δικαστήριο, με εξαίρεση τις διαδικασίες στις οποίες ο πραγματογνώμονας διορίστηκε από τους διαδίκους χωρίς την παρέμβαση του δικαστή, στις οποίες απαντά στις ερωτήσεις των διαδίκων.

Δεν είναι υποχρεωτική η σύνταξη προκαταρκτικής έκθεσης, αλλά τέτοια έκθεση μπορεί να συνταχθεί εάν απαιτείται από τις περιστάσεις της συγκεκριμένης υπόθεσης. Αυτό ισχύει ιδίως εάν προκύψουν νέα ερωτήματα κατά την εκτέλεση της αποστολής ή εάν οι διάδικοι δεν συνεργαστούν με τον πραγματογνώμονα.

Οι περιπτώσεις στις οποίες ο πραγματογνώμονας μπορεί να χρειαστεί να υποβάλει συμπληρωματική έκθεση είναι σπάνιες. Αυτό μπορεί να συμβεί αν ο πραγματογνώμονας δεν απάντησε σε όλες τις ερωτήσεις που περιλαμβάνονταν στην αποστολή του ή όταν ανακύπτουν πρόσθετες ερωτήσεις αργότερα. Το δικαστήριο εκδίδει νέα εντολή, στην οποία αναφέρεται η ανάγκη πρόσθετων στοιχείων και προσδιορίζονται οι ερωτήσεις που πρέπει να απαντηθούν. Οι διάδικοι μπορούν να ζητήσουν περαιτέρω διευκρινίσεις από τον δικαστή. Ωστόσο, στην πράξη, είναι πιθανότερο να διοριστεί άλλος πραγματογνώμονας, ανάλογα με τον βαθμό ικανοποίησης των διαδίκων από την πρώτη έκθεση.

Οι εκθέσεις των πραγματογνωμόνων μπορούν να αμφισβητηθούν τόσο με τις δηλώσεις των διαδίκων όσο και με την παροχή αντίθετης πραγματογνωμοσύνης. Τα δικαστήρια δεν δεσμεύονται από τη γνώμη που διατυπώνεται στις εκθέσεις πραγματογνωμοσύνης. Σύμφωνα με τη νομολογία, το δικαστήριο μπορεί να μην υιοθετήσει τη γνώμη του πραγματογνώμονα εάν υπάρχουν βάσιμοι λόγοι προς τούτο, δηλαδή εάν ένας ή αμφότεροι οι διάδικοι αποδείξουν ότι ο πραγματογνώμονας έχει άδικο. Αντιφατικές εκθέσεις έχουν την ίδια αποδεικτική ισχύ, ανεξάρτητα από το αν ο πραγματογνώμονας διορίστηκε από το δικαστήριο ή από τους διαδίκους. Εκθέσεις που συντάχθηκαν με πρωτοβουλία ενός εκ των διαδίκων, ή αντιφατικές εκθέσεις, ή εκθέσεις που συντάχθηκαν κατά παράβαση από τον πραγματογνώμονα της αρχής της εκατέρωθεν ακρόασης μπορούν να προσκομίζονται και να συζητούνται στη δίκη, αλλά δεν έχουν την ίδια αποδεικτική ισχύ με τις εκθέσεις που υποβάλλονται κατόπιν τήρησης της εν λόγω αρχής.

β) Ακροαματική διαδικασία

Οι πραγματογνώμονες δεν χρειάζεται να παρίστανται σε τυχόν προκαταρκτική ακρόαση. Πρέπει να παραστούν στη συζήτηση προκειμένου να απαντήσουν σε ερωτήσεις του δικαστηρίου μετά την υποβολή της έκθεσής τους. Δεν αντεξετάζονται στο δικαστήριο.

 

Οι πληροφορίες που παρουσιάζονται στην παρούσα ενότητα συγκεντρώθηκαν στο πλαίσιο του έργου «Εξεύρεση πραγματογνώμονα» από σημεία επαφής ανά χώρα που επιλέχθηκαν από το Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροΕυρωπαϊκό Ίδρυμα Εμπειρογνωσίας και Εμπειρογνωμόνων (European Expertise & Experts Institute – EEEI).


Την έκδοση αυτής της σελίδας στην εθνική γλώσσα διαχειρίζεται το εκάστοτε κράτος μέλος. Οι μεταφράσεις έχουν γίνει από την αρμόδια υπηρεσία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Οι τυχόν αλλαγές που επιφέρει η αρμόδια εθνική αρχή στο πρωτότυπο ενδέχεται να μην έχουν περιληφθεί ακόμα στις μεταφράσεις. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή δεν αναλαμβάνει καμία ευθύνη όσον αφορά τις πληροφορίες ή τα στοιχεία που περιλαμβάνονται ή για τα οποία γίνεται λόγος στο παρόν έγγραφο. Βλ. την ανακοίνωση νομικού περιεχομένου για τους κανόνες πνευματικής ιδιοκτησίας που ισχύουν στο κράτος μέλος που είναι αρμόδιο για την παρούσα σελίδα.

Τελευταία επικαιροποίηση: 16/10/2020

Αναζήτηση εμπειρογνώμονα - Μάλτα


Ι. Κατάλογοι και μητρώα πραγματογνωμόνων

Το δικαστήριο μπορεί να χρησιμοποιεί κατάλογο ή μητρώο προσώπων που ενδιαφέρονται να αναλάβουν τα καθήκοντα του πραγματογνώμονα. Ο κατάλογος ή το μητρώο τηρείται από το Υπουργείο Δικαιοσύνης. Τα μέλη του δικαστικού σώματος διατηρούν τη διακριτική ευχέρεια ορισμού δικαστικού πραγματογνώμονα από τον κατάλογο / το μητρώο που έχουν στη διάθεσή τους για εσωτερική χρήση. Το μητρώο αυτό προορίζεται για χρήση μόνο από το δικαστικό σώμα. Τα πρόσωπα που ενδιαφέρονται να ασκήσουν καθήκοντα πραγματογνώμονα πρέπει να εκδηλώσουν το ενδιαφέρον τους ώστε το όνομά τους και τα στοιχεία τους να συμπεριληφθούν στον κατάλογο του Υπουργείου Δικαιοσύνης. Δεν ορκίζονται· ωστόσο, καλούνται να συμπληρώσουν έντυπο δέουσας επιμέλειας, με το οποίο παρέχουν τη συναίνεσή τους στη διενέργεια εξακριβώσεων από το Υπουργείο Δικαιοσύνης, και να υποβάλουν, μαζί με το έντυπο, επικυρωμένο αντίγραφο της επαγγελματικής τους επάρκειας ή/και των επαγγελματικών προσόντων τους, πρόσφατο αντίγραφο ποινικού μητρώου, βιογραφικό σημείωμα Europass και μια χειρόγραφη επιστολή εκδήλωσης ενδιαφέροντος. Ο συνολικός αριθμός των ενδιαφερομένων που επιθυμούν να ασκήσουν καθήκοντα δικαστικού πραγματογνώμονα είναι περίπου 1.000. Ωστόσο, οι δικαστές μπορούν να διορίσουν οποιοδήποτε πρόσωπο θεωρούν κατάλληλο και ικανό, ακόμη και αν το πρόσωπο αυτό δεν περιλαμβάνεται στους καταλόγους (τα δικαστήρια έχουν ελευθερία επιλογής). Τέλος, τα δικαστήρια δημοσιεύουν επίσης τρεις καταλόγους δικαστικών πραγματογνωμόνων, και συγκεκριμένα κατάλογο αρχιτεκτόνων και πολιτικών μηχανικών, κατάλογο λογιστών και κατάλογο μηχανικών. Οι κατάλογοι αυτοί δημοσιεύονται κάθε χρόνο στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης.

Ο κατάλογος των πραγματογνωμόνων για το 2019 είναι διαθέσιμος Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροσ’ αυτόν τον σύνδεσμο (σ. 4 επ. του αρχείου PDF).

II. Προσόντα των πραγματογνωμόνων

Οι πραγματογνώμονες πρέπει να διαθέτουν τα κατάλληλα προσόντα ώστε να ασκήσουν τα σχετικά καθήκοντα, αλλά δεν είναι απαραίτητο να είναι μέλη επαγγελματικής ένωσης. Δεν υπάρχει σύστημα συνεχούς επαγγελματικής εξέλιξης ούτε απαίτηση για τακτική βελτίωση. Δεν υπάρχουν μαθήματα κατάρτισης πραγματογνωμόνων. Ο τίτλος του πραγματογνώμονα δεν προστατεύεται και δεν υπάρχει διάκριση μεταξύ των διαφόρων κατηγοριών πραγματογνωμόνων. Ο κατάλογος / το μητρώο των προσώπων που ενδιαφέρονται να αναλάβουν καθήκοντα πραγματογνώμονα, που τηρείται από το Υπουργείο Δικαιοσύνης, κατηγοριοποιείται με βάση τον τομέα εξειδίκευσης.

III. Αμοιβή των πραγματογνωμόνων

Η αμοιβή του πραγματογνώμονα υπολογίζεται βάσει προκαθορισμένων αμοιβών, αλλά δεν υπάρχει περιορισμός ως προς τον τρόπο καταβολής της. Η αμοιβή του πραγματογνώμονα καταβάλλεται από τον ένα διάδικο και το δικαστήριο αποφασίζει ποιος διάδικος αναλαμβάνει τη σχετική δαπάνη. Οι διάδικοι έχουν τη δυνατότητα να λάβουν το ευεργέτημα της πενίας και δεν υπάρχουν προκαθορισμένα ποσά. Σε ό,τι αφορά την προκαταβολή, το δικαστήριο μπορεί να διατάξει τους διαδίκους να προβούν σε κατάθεση χρημάτων στο δικαστήριο, τα οποία εισπράττει ο πραγματογνώμονας μετά την ολοκλήρωση του έργου του.

IV. Ευθύνη των πραγματογνωμόνων

Οι γενικές αρχές του δικαίου των αδικοπραξιών και των συμβάσεων εφαρμόζονται χωρίς ανώτατο όριο ευθύνης. Οι πραγματογνώμονες δεν υποχρεούνται να διαθέτουν ασφάλιση επαγγελματικής ευθύνης.

V. Περαιτέρω πληροφορίες

Ο διορισμός πραγματογνωμόνων διέπεται από τα Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροάρθρα 644 έως 682 του Κώδικα Οργάνωσης και Πολιτικής Δικονομίας, κεφάλαιο 12, της νομοθεσίας της Μάλτας.

Επιπλέον, στον ποινικό τομέα, ο διορισμός πραγματογνωμόνων διέπεται από τα Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροάρθρα 650 έως 657 του Ποινικού Κώδικα, κεφάλαιο 9, της νομοθεσίας της Μάλτας.

Διορισμός πραγματογνωμόνων

Στις αστικές διαδικασίες, οι πραγματογνώμονες διορίζονται από το δικαστήριο. Μπορούν επίσης να προταθούν επίσης από τους διαδίκους. Ως εκ τούτου, οι πραγματογνώμονες διορίζονται κατόπιν αιτήματος είτε του δικαστηρίου είτε των διαδίκων, σε υποθέσεις που πρέπει να διευκρινιστούν ζητήματα τεχνικής φύσης. Αυτό συμβαίνει, για παράδειγμα, σε υποθέσεις που αφορούν κτίρια, τροχαία ατυχήματα, ζητήματα λογιστικής φύσης, ιατρικά προβλήματα και εκτίμηση ζημιών.

Σε ποινικές υποθέσεις, οι πραγματογνώμονες επιλέγονται από το δικαστήριο. Η διαδικασία αμφισβήτησης των εν λόγω πραγματογνωμόνων είναι η ίδια με τη διαδικασία στις αστικές υποθέσεις. Στις ποινικές υποθέσεις, οι πραγματογνώμονες μπορούν να υποβάλουν την έκθεσή τους, προφορικώς ή γραπτώς, σύμφωνα με τις οδηγίες του δικαστηρίου. Στην έκθεση πρέπει να αναφέρονται τα πραγματικά περιστατικά και οι περιστάσεις στις οποίες βασίζονται τα συμπεράσματα των πραγματογνωμόνων. Εάν η έκθεση γίνει προφορικά, πρέπει να καταγραφεί από τον γραμματέα ή από το πρόσωπο που ενεργεί αντ’ αυτού.

1. Διορισμός από το δικαστήριο

Οι πραγματογνώμονες έχουν εκ του νόμου την υποχρέωση να δηλώνουν συγκρούσεις συμφερόντων. Οι εκθέσεις των πραγματογνωμόνων που διορίζονται από το δικαστήριο έχουν μεγαλύτερη βαρύτητα από τις εκθέσεις των πραγματογνωμόνων που διορίζουν οι διάδικοι.

2. Διορισμός από τους διαδίκους

Δεν υπάρχει ειδική διαδικασία για τον διορισμό πραγματογνώμονα από τους διαδίκους. Ένας μόνος πραγματογνώμονας μπορεί να διοριστεί από κοινού κατόπιν συμφωνίας. Το δικαστήριο μπορεί να διατάξει τους διαδίκους να διορίσουν έναν μόνο πραγματογνώμονα.

VI. Διαδικασία

Α) Πολιτική δικονομία

Δεν υπάρχει διαφορά στη διαδικασία διορισμού για προκαταρκτικές ή προδικαστικές διαδικασίες.

1. Έκθεση πραγματογνωμοσύνης

Οι διάδικοι οφείλουν να παρέχουν λεπτομερείς οδηγίες στον πραγματογνώμονα και να του υποβάλλουν ερωτήματα τα οποία αυτός θα πρέπει να απαντήσει. Η δικαστική διαταγή διορισμού του πραγματογνώμονα πρέπει να περιέχει τους όρους αναφοράς που πρέπει να εξετάσει ο πραγματογνώμονας. Αφού ο πραγματογνώμονας υποβάλει την έκθεση πραγματογνωμοσύνης και λάβει την αμοιβή του, καλείται να λάβει όρκο ως προς την έκθεση και, σ’ αυτό το στάδιο, εξετάζεται από αμφότερους τους διαδίκους.

Δεν υπάρχει καθορισμένη δομή για την έκθεση και οι πραγματογνώμονες δεν υποχρεούνται να συντάξουν προκαταρκτική έκθεση. Οφείλουν να απαντήσουν στα ερωτήματα των διαδίκων στην τελική έκθεση. Το άρθρο 665 του Κώδικα Οργάνωσης και Πολιτικής Δικονομίας, κεφάλαιο 12, της νομοθεσίας της Μάλτας ορίζει τι θα πρέπει να περιλαμβάνει η έκθεση. Προβλέπει ότι η έκθεση θα πρέπει να αναφέρει τις διενεργηθείσες έρευνες και τους λόγους των πορισμάτων. Επιπλέον, ορίζει ότι η έκθεση θα πρέπει να είναι σαφώς και ευανάγνωστα δακτυλογραφημένη ή γραμμένη με μελάνι. Η έκθεση δεν θα πρέπει να συμπληρώνεται με σχέδια ή υποδείγματα, εκτός εάν το δικαστήριο το διατάξει ή συναινέσουν οι διάδικοι.

2. Ακροαματική διαδικασία

Δεν απαιτείται η παράσταση του πραγματογνώμονα σε προκαταρκτική ακρόαση. Κατά κανόνα, οι πραγματογνώμονες οφείλουν να ενημερώνουν τους διαδίκους μόνο για κάθε συνεδρίαση την οποία έχουν συγκαλέσει οι ίδιοι και τυχόν αιτήματα των πραγματογνωμόνων προς τους διαδίκους πρέπει να υποβάλλονται κατά τη διάρκεια των εν λόγω συνεδριάσεων. Συνήθως, οι πραγματογνώμονες εξετάζονται κατά την ακροαματική διαδικασία. Το δικαστήριο δεν παρακολουθεί ούτε ελέγχει την πρόοδο των ερευνών του πραγματογνώμονα και δεν υπάρχει έλεγχος ποιότητας από το δικαστήριο. Οι διάδικοι μπορούν να αμφισβητήσουν την έκθεση πραγματογνωμοσύνης με ισχυρισμούς, καθώς και με αντιπραγματογνωμοσύνη. Το δικαστήριο δεν δεσμεύεται να εγκρίνει την έκθεση του πραγματογνώμονα ενάντια στη δικανική πεποίθηση.

 

Οι πληροφορίες που παρουσιάζονται στην παρούσα ενότητα συγκεντρώθηκαν στο πλαίσιο του έργου «Εξεύρεση πραγματογνώμονα» από σημεία επαφής ανά χώρα που επιλέχθηκαν από το Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροΕυρωπαϊκό Ίδρυμα Εμπειρογνωσίας και Εμπειρογνωμόνων (European Expertise & Experts Institute – EEEI).


Την έκδοση αυτής της σελίδας στην εθνική γλώσσα διαχειρίζεται το εκάστοτε κράτος μέλος. Οι μεταφράσεις έχουν γίνει από την αρμόδια υπηρεσία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Οι τυχόν αλλαγές που επιφέρει η αρμόδια εθνική αρχή στο πρωτότυπο ενδέχεται να μην έχουν περιληφθεί ακόμα στις μεταφράσεις. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή δεν αναλαμβάνει καμία ευθύνη όσον αφορά τις πληροφορίες ή τα στοιχεία που περιλαμβάνονται ή για τα οποία γίνεται λόγος στο παρόν έγγραφο. Βλ. την ανακοίνωση νομικού περιεχομένου για τους κανόνες πνευματικής ιδιοκτησίας που ισχύουν στο κράτος μέλος που είναι αρμόδιο για την παρούσα σελίδα.

Τελευταία επικαιροποίηση: 10/09/2020

Αναζήτηση εμπειρογνώμονα - Κάτω Χώρες


Ι. Κατάλογοι και μητρώα πραγματογνωμόνων

Στις Κάτω Χώρες υπάρχουν δύο μητρώα: ένα κυρίως για αστικές και διοικητικές υποθέσεις (LRGD) και ένα κυρίως για ποινικές υποθέσεις (NRGD). Επιπλέον, υπάρχει ένα ινστιτούτο πραγματογνωμόνων για αποδεικτικά στοιχεία στο πλαίσιο εγκληματολογικής έρευνας (NFI) και ένα ινστιτούτο πραγματογνωμόνων σε θέματα περιβαλλοντικού δικαίου (STAB). Και τα δύο χρηματοδοτούνται από το ολλανδικό δημόσιο. Περαιτέρω, υπάρχει η ολλανδική ένωση εκθέσεων ιατρικών πραγματογνωμόνων (NVMSR). Οι πραγματογνώμονες αναφέρονται με βάση την ειδικότητά τους. Τα μητρώα των πραγματογνωμόνων τηρούνται με διαφορετικούς τρόπους: το LRGD και τα NVSR είναι ιδιωτικά, το NRGD και το NFI τελούν υπό τη διαχείριση του Υπουργείου Δικαιοσύνης και το STAB είναι ανεξάρτητο όργανο, το οποίο εξυπηρετεί αυστηρά στο δικαστικό σώμα. Κανένα δικαστήριο δεν είναι αρμόδιο για τα μητρώα, ούτε για την ποιότητα των πραγματογνωμόνων που είναι εγγεγραμμένοι σ’ αυτά. Στις Κάτω Χώρες, τα μητρώα τηρούνται εντελώς χωριστά. Τα δικαστήρια επαφίενται στις δηλώσεις ποιότητας που παρέχει ο οικείος οργανισμός. Ωστόσο, οι δικαστές συμμετέχουν στη διαδικασία εισδοχής και/ή διαπίστευσης ως προς τα μητρώα LRGD και NRGD.

Σύνδεσμοι:

Τα μητρώα NRGD, LRGD, NVSR και ο ιστότοπος του STAB είναι προσβάσιμα στο κοινό. Υπάρχουν εργαλεία αναζήτησης, ωστόσο δεν είναι δυνατή η διαβούλευση με πραγματογνώμονες του STAB από τους διαδίκους διότι αυτό θα έθετε την ανεξαρτησία τους υπό αμφισβήτηση, καθώς οι πραγματογνώμονες διορίζονται μόνο με σκοπό την παροχή συμβουλών προς το δικαστήριο. Κοινό: βλ. Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροεξεύρεση πραγματογνώμονα. Το εργαλείο αυτό καλύπτει μόνο τους πραγματογνώμονες που είναι καταχωρισμένοι στο μητρώο LRGD. Η αναζήτηση μπορεί να γίνει με βάση την ειδικότητα. Όλοι οι πραγματογνώμονες που εργάζονται στο STAB είναι εγγεγραμμένοι στο μητρώο LRGD.

Για να αποκτήσουν την ιδιότητα του δικαστικού πραγματογνώμονα, τα μέλη της NVMSR χρειάζεται να υποβληθούν σε διαδικασία κατάρτισης και εξετάσεων.

Για να εγγραφούν στο μητρώο NRGD, οι πραγματογνώμονες πρέπει να υποβληθούν σε διαδικασία πιστοποίησης, στην οποία λαμβάνεται υπόψη τόσο ο τομέας εξειδίκευσής τους, στον οποίο θα πρέπει να έχουν άριστες επιδόσεις, όσο και οι δεξιότητες που απαιτούνται ώστε να εκτελούν σωστά τα καθήκοντά τους ως δικαστικοί πραγματογνώμονες. Το μητρώο LRGD βασίζεται στην πιστοποίηση των επαγγελματικών προτύπων που καθορίζονται από τους επαγγελματικούς φορείς και τους επαγγελματικούς συλλόγους του ίδιου του επαγγέλματος, καθώς και στην κατάρτιση ως προς τον ρόλο του πραγματογνώμονα, όπως και σε ένα σύστημα συνεχούς επιμόρφωσης.

Το STAB έχει πολύ αυστηρά πρότυπα πρόσληψης και διαθέτει αυστηρό σύστημα συνεχούς επιμόρφωσης. Η αξιολόγηση των εκθέσεων πραγματογνωμοσύνης από ομοτίμους αποτελεί πάγια πρακτική του STAB.

Οι πραγματογνώμονες δεν υποχρεούνται να δώσουν όρκο. Οι πραγματογνώμονες μπορεί να διαγραφούν από τα μητρώα μετά από επίσημη καταγγελία για μη συμμόρφωσή τους με τους κανόνες δεοντολογίας των διάφορων δικαστηρίων, οι οποίοι είναι σε μεγάλο βαθμό παρόμοιοι.

Τα μητρώα ενημερώνονται από τους διαχειριστικούς διοικητικούς φορείς.

II. Προσόντα των πραγματογνωμόνων

Οι πραγματογνώμονες που είναι εγγεγραμμένοι στο LRGD πρέπει να είναι μέλη επαγγελματικού συλλόγου ώστε να μπορούν να χαρακτηριστούν πραγματογνώμονες. Συνεπώς, τα κριτήρια ως προς τον επαγγελματισμό και τις εκπαιδευτικές απαιτήσεις καθορίζονται από τον οικείο σύλλογο. Το NRGD θέτει επίσης υψηλά πρότυπα ως προς την εκπαίδευση για την εγγραφή ενός πραγματογνώμονα στο μητρώο. Οι πραγματογνώμονες είναι συχνά μέλη επαγγελματικού συλλόγου, αλλά υπάρχουν εξειδικευμένοι τομείς όπου δεν υπάρχουν επαγγελματικοί σύλλογοι και, ως εκ τούτου, η σχετική υποχρέωση δεν είναι αυστηρή. Στο πλαίσιο του STAB, του LRGD και, κατά πάσα πιθανότητα, του NRGD, απαιτείται συνεχής επιμόρφωση με τη μορφή της συνεχούς επαγγελματικής ανάπτυξης. Για παράδειγμα, στο πλαίσιο του STAB το 15 % του χρόνου είναι αφιερωμένο σ’ αυτόν τον σκοπό, ενώ στο LRGD απαιτούνται τουλάχιστον 6 ώρες ετησίως. Συχνά οι επαγγελματικοί σύλλογοι πιστοποιούν εκπαιδευτικά ιδρύματα. Οφείλουν να αποδείξουν ότι η επιμόρφωση έλαβε χώρα, παρέχοντας καταλόγους ηλεκτρονικών εγγραφών των συμμετεχόντων στην επιμόρφωση. Η επιμόρφωση έχει δύο στόχους: δεξιότητες στο δικαστικό πλαίσιο και εμπειρογνωμοσύνη.

III. Αμοιβή των πραγματογνωμόνων

Στις ποινικές και διοικητικές διαδικασίες η αμοιβή του πραγματογνώμονα καταβάλλεται από το δημόσιο. Υπάρχει σύστημα πάγιων αμοιβών και ο πραγματογνώμονας πρέπει να προβαίνει σε εκ των προτέρων υπολογισμό. Στο πλαίσιο του STAB η διαδικασία είναι διαφορετική, καθώς αυτό χρηματοδοτείται από το Υπουργείο Περιβάλλοντος. Στις αστικές υποθέσεις τα έξοδα της πραγματογνωμοσύνης αναλαμβάνονται από τους διαδίκους.

IV. Ευθύνη των πραγματογνωμόνων

Οι πραγματογνώμονες φέρουν ευθύνη βάσει του γενικού δικαίου των συμβάσεων και των αδικοπραξιών. Οι πραγματογνώμονες δεν υποχρεούνται από τον νόμο ή από τον διορίζοντα δικαστή να έχουν ασφάλιση αστικής ευθύνης. Οι πραγματογνώμονες μπορούν να ασφαλίζονται από την εταιρεία για την οποία εργάζονται. Οι ανεξάρτητοι πραγματογνώμονες ασφαλίζονται κατά τη διακριτική τους ευχέρεια, ωστόσο αρκετοί επαγγελματικοί σύλλογοι επιβάλλουν την υποχρέωση ασφάλισης αστικής ευθύνης.

V. Περαιτέρω πληροφορίες σχετικά με τις διαδικασίες πραγματογνωμοσύνης

Οι κύριες νομικές διατάξεις που ισχύουν στις Κάτω Χώρες για τη δικαστική πραγματογνωμοσύνη είναι το άρθρο 194 του ολλανδικού κώδικα πολιτικής δικονομίας, το άρθρο 8.47 του γενικού νόμου διοικητικού δικαίου (Awb), ο κώδικας διοικητικού δικαίου και ο νόμος για τη δικαστική πραγματογνωμοσύνη στο ποινικό δίκαιο.

Οι νόμοι αυτοί συνιστούν ένα πλαίσιο: λεπτομερείς κατευθυντήριες γραμμές για τη δικαστική πραγματογνωμοσύνη βρίσκονται στις Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροοδηγίες πρακτικής εφαρμογής για τους πραγματογνώμονες σε υποθέσεις αστικού δικαίου στις Κάτω Χώρες.

Επιπλέον, υπάρχει κώδικας δεοντολογίας —με νομική βάση— για τους πραγματογνώμονες στο ποινικό δίκαιο, καθώς και κώδικας δεοντολογίας που έχει εκδοθεί από το Ανώτατο Διοικητικό Δικαστήριο για τη δικαστική πραγματογνωμοσύνη. Για τις περισσότερες μορφές πραγματογνωμοσύνης υπάρχουν πρόσθετες απαιτήσεις όσον αφορά την ποιότητά της ή τα προσόντα των πραγματογνωμόνων.

Ο τίτλος του πραγματογνώμονα δεν προστατεύεται.

1 Διορισμός πραγματογνωμόνων

Οι πραγματογνώμονες μπορούν να διορίζονται από το δικαστήριο και τους διαδίκους. Ο διορισμός πραγματογνωμόνων σε διοικητικές διαδικασίες είναι παρόμοιος μ’ αυτόν στις αστικές διαδικασίες, με την διαφορά ότι στο διοικητικό δίκαιο τα έξοδα βαρύνουν το δημόσιο και στις αστικές διαδικασίες βαρύνουν τους διαδίκους. Σε όλες τις περιπτώσεις, ο διορισμένος από το δικαστήριο πραγματογνώμονας έχει καθήκον να απαντήσει στα ερωτήματα που του υποβάλλει το δικαστήριο (ενδεχομένως μετά από διαβούλευση με τους διαδίκους). Στις διαδικασίες ενώπιον ποινικού δικαστηρίου μπορεί να διοριστεί πραγματογνώμονας από τον εισαγγελέα ή από τον δικαστή κατά την ανακριτική διαδικασία. Γι’ αυτόν τον σκοπό, υπάρχει μητρώο που διέπεται από τον νόμο. Οι πραγματογνώμονες που καταχωρίζονται σ’ αυτό πρέπει να πληρούν αυστηρότερες απαιτήσεις απ’ ό,τι οι πραγματογνώμονες που διορίζονται σε αστικές και διοικητικές διαδικασίες. Όλοι οι πραγματογνώμονες που διορίζονται από το δικαστήριο έχουν την εκ του νόμου υποχρέωση να αναφέρουν οποιαδήποτε σύγκρουση συμφερόντων.

1.α Διορισμός από το δικαστήριο

Το πολιτικό δικαστήριο έχει τη διακριτική ευχέρεια να διορίσει πραγματογνώμονα είτε  αυτεπαγγέλτως είτε κατόπιν ρητού αιτήματος ενός εκ των διαδίκων, εάν τα σχετικά πραγματικά περιστατικά δεν μπορούν να διαπιστωθούν άλλως. Στην περίπτωση αυτή η προφορική συζήτηση αναβάλλεται για ημερομηνία μετά τη δημοσίευση της έκθεσης πραγματογνωμοσύνης. Το δικαστήριο έχει καταρχήν την ελευθερία να διορίσει οποιοδήποτε πρόσωπο θεωρεί κατάλληλο να ενεργήσει ως πραγματογνώμονας. Ωστόσο, η πρακτική που ακολουθείται ευρύτερα από όλα τα δικαστήρια είναι ο διορισμός πραγματογνώμονα από το οικείο μητρώο. Ο πραγματογνώμονας οφείλει να αναφέρει στο δικαστήριο κάθε σύγκρουση συμφερόντων. Οι πραγματογνώμονες που διορίζονται από το δικαστήριο έχουν πρόσβαση στο φάκελο της υπόθεσης. Στις αστικές διαδικασίες υπάρχουν επιπλέον αυστηροί κανόνες που ισχύουν για τους επιμέρους πραγματογνώμονες τους οποίους συμβουλεύεται ο διορισμένος πραγματογνώμονας κατά την άσκηση των καθηκόντων του. Σύμφωνα με τους κανόνες αυτούς, οι διάδικοι πρέπει να γνωρίζουν εκ των προτέρων τα πρόσωπα των οποίων η γνώμη θα ζητηθεί και τα ερωτήματα που θα τους υποβληθούν.

1.β Διορισμός από τους διαδίκους

Όταν οι διάδικοι ορίζουν πραγματογνώμονα, αυτό γίνεται συνήθως κατά την έναρξη της διαδικασίας, για τη στήριξη της υπόθεσής τους. Το δικαστήριο μπορεί να χρησιμοποιήσει τις οικείες εκθέσεις για να αποφανθεί επί της υπόθεσης. Κάθε δικαστής μπορεί, ανά πάσα στιγμή κατά τη διάρκεια της διαδικασίας, να διορίσει πραγματογνώμονα κατόπιν αιτήματος των διαδίκων. Όλοι οι πραγματογνώμονες πρέπει να ασκούν τα καθήκοντά τους σύμφωνα με τους ισχύοντες κανόνες και τους κώδικες δεοντολογίας που αφορούν τους πραγματογνώμονες που διορίζονται από το δικαστήριο.

Αμφότεροι οι διάδικοι μπορούν να ζητήσουν τον διορισμό συγκεκριμένου πραγματογνώμονα και δεν ισχύουν ειδικοί κανόνες. Ο δικαστής μπορεί να διατάξει τον ορισμό πραγματογνώμονα και από τους δύο διαδίκους, αλλά αυτό δεν αποτελεί συνήθη πρακτική.

2 Διαδικασία

2.α Πολιτική δικονομία

Το δικαστήριο παρακολουθεί την πρόοδο των ερευνών των πραγματογνωμόνων μόνο σε ό,τι αφορά τη διαχείριση του χρόνου. Δεν υπάρχει ποιοτικός έλεγχος για τον τρόπο με τον οποίο ο πραγματογνώμονας ασκεί τα καθήκοντά του και δεν περιλαμβάνονται σχετικές αναφορές στις δικαστικές αποφάσεις. Ωστόσο, το STAB λαμβάνει τακτικά σχόλια από τα δικαστήρια σχετικά με τον τρόπο με τον οποίο οι πραγματογνώμονες ασκούν τα καθήκοντά τους, μολονότι σπάνια ζητείται η συμβολή του στο πλαίσιο αστικών διαδικασιών.

Οι διάδικοι μπορούν να αμφισβητήσουν την έκθεση με δηλώσεις ή με την παροχή αντιπραγματογνωμοσύνης. Τα δικαστήρια δεν δεσμεύονται από την έκθεση πραγματογνωμοσύνης, ωστόσο συνήθως λαμβάνουν υπόψη τη γνώμη του πραγματογνώμονα που έχουν διορίσει. Οι πραγματογνώμονες που ορίζονται από τους διαδίκους συνήθως έχουν μικρότερη επιρροή από ό,τι οι πραγματογνώμονες που διορίζονται από το δικαστήριο. Δεν υπάρχουν διαδικασίες στο πλαίσιο των οποίων οι πραγματογνώμονες συνέρχονται ή εξετάζονται πριν από τη δίκη ώστε να υπάρξει μεγαλύτερη επικέντρωση στα ζητήματα και το δικαστήριο να κατανοήσει τις διαφορές.

Οι πραγματογνώμονες μπορούν επικοινωνούν με τους διαδίκους κατά τη διάρκεια της διαδικασίας, αλλά μόνο αν είναι απαραίτητο για τη διαπίστωση πραγματικών περιστατικών και παρουσία όλων των διαδίκων. Ο πραγματογνώμονας πρέπει να διοργανώνει συναντήσεις παρουσία όλων των διαδίκων ώστε να συγκεντρώνει τα σχόλιά τους, εφόσον αυτό επιτρέπεται με βάση τα ισχύοντα επαγγελματικά πρότυπα, όπως για παράδειγμα σε υποθέσεις ιατρικής φύσης.

1. Έκθεση πραγματογνωμοσύνης

Στις Κάτω Χώρες υπάρχει υπόδειγμα έκθεσης. Οι πραγματογνώμονες υποχρεούνται να υποβάλλουν προκαταρκτική έκθεση, οι δε διάδικοι έχουν το δικαίωμα να διατυπώνουν παρατηρήσεις. Ο πραγματογνώμονας πρέπει να απαντήσει στα επιχειρήματα των διαδίκων τόσο στην προκαταρκτική έκθεση όσο και στην τελική έκθεση. Δεν απαιτείται η τήρηση άλλων ειδικών απαιτήσεων ως προς την έκθεση. Εάν διαταχθεί από το δικαστήριο, ο πραγματογνώμονας πρέπει να συντάξει συμπληρωματική έκθεση, για παράδειγμα εάν υπάρχουν πρόσθετα ερωτήματα. Συνήθως, η έκθεση υποβάλλεται εγγράφως, αλλά μπορεί να υποβληθεί και προφορικά στο πλαίσιο της επ’ ακροατηρίου συζήτησης.

2. Ακροαματική διαδικασία

Το δικαστήριο διατάσσει τον πραγματογνώμονα να παραστεί στις επ’ ακροατηρίου συζητήσεις μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις. Η παρουσία του μπορεί να ζητηθεί από τους διαδίκους ή να διαταχθεί από τον δικαστή. Δεν συνηθίζεται η αντεξέταση.

2.β Άλλα

Οι διαφορές για άλλα είδη δικαίου πέραν του αστικού δεν είναι σημαντικές.

 

Οι πληροφορίες που παρουσιάζονται στην παρούσα ενότητα συγκεντρώθηκαν στο πλαίσιο του έργου «Εξεύρεση πραγματογνώμονα» από σημεία επαφής ανά χώρα που επιλέχθηκαν από το Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροΕυρωπαϊκό Ίδρυμα Εμπειρογνωσίας και Εμπειρογνωμόνων (European Expertise & Experts Institute – EEEI).


Την έκδοση αυτής της σελίδας στην εθνική γλώσσα διαχειρίζεται το εκάστοτε κράτος μέλος. Οι μεταφράσεις έχουν γίνει από την αρμόδια υπηρεσία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Οι τυχόν αλλαγές που επιφέρει η αρμόδια εθνική αρχή στο πρωτότυπο ενδέχεται να μην έχουν περιληφθεί ακόμα στις μεταφράσεις. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή δεν αναλαμβάνει καμία ευθύνη όσον αφορά τις πληροφορίες ή τα στοιχεία που περιλαμβάνονται ή για τα οποία γίνεται λόγος στο παρόν έγγραφο. Βλ. την ανακοίνωση νομικού περιεχομένου για τους κανόνες πνευματικής ιδιοκτησίας που ισχύουν στο κράτος μέλος που είναι αρμόδιο για την παρούσα σελίδα.

Τελευταία επικαιροποίηση: 10/09/2020

Αναζήτηση εμπειρογνώμονα - Αυστρία


Ι. Κατάλογοι και μητρώα πραγματογνωμόνων

Στην Αυστρία, οι πραγματογνώμονες καταχωρίζονται στα μητρώα ανά ειδικότητα. Τα μητρώα των πραγματογνωμόνων τηρούνται από το πρωτοδικείο («Landesgericht»).

Τα μητρώα είναι διαθέσιμα στο κοινό σ’ αυτόν τον Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροσύνδεσμο.

Για να εγγραφούν στο μητρώο, οι πραγματογνώμονες πρέπει να υποβάλουν αίτηση και να επιτύχουν σε εξετάσεις.

II. Προσόντα των πραγματογνωμόνων

Οι αιτούντες που επιθυμούν να διοριστούν από τα δικαστήρια θα πρέπει να αποδεικνύουν ότι διαθέτουν επαγγελματική πείρα στον τομέα της τους. Επιπλέον, ο πραγματογνώμονας πρέπει να έχει ουσιαστική γνώση των σημαντικότερων αρχών του αυστριακού δικονομικού δικαίου, να γνωρίζει πώς να συντάσσει την έκθεση πραγματογνωμοσύνης και να παράσχει αποδείξεις πενταετούς επαγγελματικής εμπειρίας κατά την αμέσως προηγούμενη της εγγραφής του στο μητρώο περίοδο, εφόσον διαθέτει μεταπτυχιακό, ή δεκαετούς επαγγελματικής εμπειρίας στον τομέα του εφόσον δεν διαθέτει μεταπτυχιακό. Επιπλέον, πρέπει να διαθέτουν πλήρη δικαιοπρακτική ικανότητα και να είναι αξιόπιστοι. Για να είναι αξιόπιστοι, η συνολική συμπεριφορά των πραγματογνωμόνων πρέπει να είναι άμεμπτη, ώστε να διασφαλίζεται η αμεροληψία τους και η ποιότητα της δουλειάς τους.

Η αίτηση εγγραφής στο μητρώο «ορκωτών και πιστοποιημένων» πραγματογνωμόνων (σύμφωνα με το λεκτικό του Ευρωπαϊκού Ιδρύματος Εμπειρογνωσίας και Εμπειρογνωμόνων που αφορά τους αναγνωρισμένους πραγματογνώμονες) υποβάλλεται στον πρόεδρο του πρωτοδικείου του τόπου της συνήθους διαμονής ή του τόπου επαγγελματικής δραστηριότητας του αιτούντος.

Κατά τη διάρκεια της διαδικασίας εγγραφής, ο πρόεδρος που είναι αρμόδιος για την εγγραφή αναθέτει σε επιτροπή να γνωμοδοτήσει ως προς το αν πληρούνται οι απαιτήσεις εγγραφής.

Πριν από την εγγραφή τους, οι πραγματογνώμονες ορκίζονται.

Εφόσον οι πραγματογνώμονες πληρούν όλες τις προαναφερθείσες απαιτήσεις, διορίζονται για πέντε έτη από τον πρόεδρο που είναι αρμόδιος για την εγγραφή. Οι πραγματογνώμονες πρέπει να υποβάλουν αίτηση εκ νέου εγγραφής κάθε πέντε χρόνια. Εάν οι πραγματογνώμονες εξακολουθούν να πληρούν όλες τις απαιτήσεις, μπορούν να εγγραφούν εκ νέου (χωρίς να χρειάζεται να συμμετάσχουν σε άλλες εξετάσεις).

Οι πραγματογνώμονες μπορούν να διαγραφούν από το μητρώο εάν το επιθυμούν, εάν δεν πληρούν πλέον τις απαιτήσεις ή εάν το αποφασίσει η αρμόδια αρχή. Η απόφαση για τη μη επανεγγραφή ενός πραγματογνώμονα πρέπει να αναφέρει τους λόγους της σχετικής άρνησης και μπορεί να προσβληθεί.

Υπάρχει Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροκώδικας δεοντολογίας που δημοσιεύεται από την αυστριακή ένωση ορκωτών και πιστοποιημένων πραγματογνωμόνων.

III. Αμοιβή των πραγματογνωμόνων

III.1 Γενικές πληροφορίες

Στις αμοιβές των πραγματογνωμόνων εφαρμόζεται Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροο αυστριακός νόμος για τις αμοιβές («Gebührenanspruchgesetz 1975»). Ο εν λόγω νόμος περιλαμβάνει γενικούς κανόνες που ισχύουν για τους πραγματογνώμονες. Επιπλέον, προβλέπει ειδικό σύστημα αμοιβών για τους γιατρούς, τους ανθρωπολόγους, τους οδοντιάτρους, τους κτηνιάτρους, τους πραγματογνώμονες σε θέματα χημικής ανάλυσης και τους πραγματογνώμονες για τα μηχανοκίνητα οχήματα.

III.2 Αμοιβές

Συνήθως, οι αμοιβές εξαρτώνται από την πολυπλοκότητα της πραγματογνωμοσύνης. Ισχύει ειδικό σύστημα αμοιβών στο πλαίσιο της ποινικής διαδικασίας και της διαδικασίας οικογενειακών διαφορών για ορισμένους πραγματογνώμονες (βλ. σημείο II.1 ανωτέρω).

III.3 Πληρωμή

Εντός 14 ημερών μετά την πραγματογνωμοσύνη, ο πραγματογνώμονας οφείλει να απευθύνει στο δικαστήριο τιμολόγιο με την αμοιβή του. Γενικά, η αμοιβή καταβάλλεται μέσω τραπεζικού εμβάσματος.

III.3.1 Αστικές διαδικασίες

Στις αστικές διαδικασίες, προτού ο πραγματογνώμονας αρχίσει να τις εργασίες για τη διενέργεια της πραγματογνωμοσύνης, το δικαστήριο συνήθως διατάσσει τους διαδίκους να προβούν σε προκαταβολή («Kostenvorschuss») στο δικαστήριο. Το ύψος της προκαταβολής εξαρτάται από την πολυπλοκότητα της υπόθεσης και από την κλίμακα της πραγματογνωμοσύνης. Γενικά, η αμοιβή υπολογίζεται βάσει του αριθμού των ωρών που αφιέρωσε ο πραγματογνώμονας στην υπόθεση, ο οποίος πολλαπλασιάζεται επί ωρομισθίου. Στην αμοιβή του πραγματογνώμονα προστίθενται επίσης τα έξοδά του και ο ΦΠΑ. Ο δικαστής ορίζει το ποσό που πρέπει να προκαταβάλουν τα μέρη, με βάση την εμπειρία του. Εάν το ποσό της προκαταβολής δεν επαρκεί, μπορεί να διαταχθεί η καταβολή επιπλέον ποσού.

III.3.2 Ποινικές διαδικασίες

Στις ποινικές διαδικασίες η αμοιβή του πραγματογνώμονα καταβάλλεται από το δημόσιο.

III.3.3 Διαδικασίες οικογενειακών διαφορών

Στις διαδικασίες οικογενειακών διαφορών η αμοιβή του πραγματογνώμονα καταβάλλεται συνήθως από το δημόσιο.

III.4 Υποθέσεις νομικής συνδρομής

Σε γενικές γραμμές, νομική συνδρομή χορηγείται σε πρόσωπα τα οποία, λόγω της οικονομικής τους κατάστασης, δεν είναι σε θέση να αντεπεξέλθουν στα δικαστικά έξοδα, συμπεριλαμβανομένων των εξόδων των πραγματογνωμόνων. Οι αποδέκτες της νομικής συνδρομής πρέπει να την επιστρέψουν, εν όλω ή εν μέρει, εάν η οικονομική τους κατάσταση βελτιωθεί σημαντικά εντός τριών ετών από την έναρξη της διαδικασίας. Σημειώνεται ότι ο ηττηθείς διάδικος καλύπτει πάντοτε τα έξοδα του νικήσαντα διαδίκου.

III.5 Καταβολή της αμοιβής των πραγματογνωμόνων

Το δικαστήριο περιλαμβάνει την απόφαση για την καταβολή της (κατ’ αναλογία) αμοιβής του πραγματογνώμονα στην απόφασή του. Ως εκ τούτου, τα σχετικά έξοδα είναι εκτελεστά.

IV. Ευθύνη των πραγματογνωμόνων

Οι πραγματογνώμονες φέρουν ευθύνη βάσει του γενικού δικαίου των συμβάσεων και των αδικοπραξιών. Υποχρεούνται να καλύπτουν την πιθανή ευθύνη τους μέσω ασφάλισης επαγγελματικής ευθύνης.

V. Περαιτέρω πληροφορίες σχετικά με τις διαδικασίες πραγματογνωμοσύνης

Ο δικτυακός τόπος της Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροαυστριακής ένωσης ορκωτών και πιστοποιημένων πραγματογνωμόνων παρέχει λεπτομερείς πληροφορίες σχετικά με τα έξοδα (παρατίθεται υποδειγματικό τιμολόγιο), καθώς τον τρόπο με τον οποίο μπορεί κανείς να γίνει αναγνωρισμένος πραγματογνώμονας. Ο ιστότοπος αυτός είναι πολύ ενημερωτικός και εύκολα προσβάσιμος για το κοινό.

V.1 Νομική βάση

Οι κύριες νομικές διατάξεις που εφαρμόζονται στη δικαστική πραγματογνωμοσύνη στην Αυστρία είναι οι εξής:

V.2. Διορισμός πραγματογνωμόνων

Οι πραγματογνώμονες μπορούν να διοριστούν από το δικαστήριο αλλά όχι από τους διαδίκους. Ο διορισμός πραγματογνωμόνων σε διοικητικές διαδικασίες είναι παρόμοιος μ’ αυτόν στις αστικές διαδικασίες. Στο στάδιο της προανάκρισης, ο πραγματογνώμονας μπορεί να διοριστεί από τον εισαγγελέα.

V.2.α. Διορισμός από το δικαστήριο

Το πολιτικό δικαστήριο έχει τη διακριτική ευχέρεια να διορίσει πραγματογνώμονα είτε αυτεπαγγέλτως είτε κατόπιν ρητού αιτήματος ενός εκ των διαδίκων, εάν τα σχετικά πραγματικά περιστατικά δεν μπορούν να διαπιστωθούν άλλως. Το μόνο όριο της εξουσίας αυτής είναι η αρχή της εκατέρωθεν ακρόασης. Το δικαστήριο έχει τη δυνατότητα να διορίσει ως πραγματογνώμονα οποιοδήποτε πρόσωπο το οποίο θεωρεί κατάλληλο για τον σκοπό αυτόν. Ο πραγματογνώμονας οφείλει να γνωστοποιήσει στο δικαστήριο κάθε τυχόν σύγκρουση συμφερόντων του. Οι πραγματογνώμονες που διορίζονται από το δικαστήριο έχουν πρόσβαση στον σχετικό φάκελο της υπόθεσης.

V.2.β. Διορισμός από τους διαδίκους

Στην Αυστρία, οι διάδικοι επιλέγουν ιδιώτη πραγματογνώμονα. Η έκθεσή του πρέπει να προβληθεί και να προσκομιστεί από τον διάδικο, διαφορετικά απορρίπτεται ως απαράδεκτη. Αν πληρούνται οι εν λόγω προϋποθέσεις, το δικαστήριο εξετάζει και εκτιμά ελεύθερα τη γνωμοδότηση του πραγματογνώμονα. Η έκθεση θεωρείται αποδεικτικό μέσο, αλλά δεν ακυρώνει την έκθεση πραγματογνώμονα που έχει διοριστεί από το δικαστήριο. Αντιθέτως, συνδέεται μάλλον με τη νομική βάση της επιχειρηματολογίας του διαδίκου.

Το δικαστήριο μπορεί να αποφασίσει αν θα στηρίξει το σκεπτικό της απόφασής του στη γνωμοδότηση του πραγματογνώμονα που έχει διοριστεί από διάδικο.

V.3 Διαδικασία

Στους πραγματογνώμονες που έχουν διοριστεί από το δικαστήριο μπορούν να υποβάλουν ερωτήσεις και οι συνήγοροι των διαδίκων.

V.3.α. Έκθεση πραγματογνωμοσύνης

Στις αυστριακές διαδικασίες πραγματογνωμοσύνης δεν απαιτείται η υποβολή προκαταρκτικής έκθεσης πραγματογνωμοσύνης. Η κύρια έκθεση πραγματογνωμοσύνης μπορεί να υποβληθεί εγγράφως ή να παρουσιαστεί προφορικώς. Ο πραγματογνώμονας δεν υποχρεούται να ακολουθήσει συγκεκριμένη δομή κατά την παρουσίαση της έκθεσής του.

Αν το δικαστήριο κρίνει ότι η έκθεση είναι ελλιπής ή ότι ο πραγματογνώμονας υπέπεσε σε αδικαιολόγητο παράπτωμα, μπορεί να διατάξει την εκπόνηση νέας ή συμπληρωματικής έκθεσης, αυτεπαγγέλτως ή κατόπιν αιτήματος των διαδίκων. Το δικαστήριο μπορεί επίσης να διατάξει τον πραγματογνώμονα να καταβάλει τα δικαστικά έξοδα που οφείλονται στο αδικαιολόγητο παράπτωμα του πραγματογνώμονα.

Η έκθεση πραγματογνωμοσύνης μπορεί να αμφισβητηθεί με τους ισχυρισμούς των διαδίκων και αντιπραγματογνωμοσύνη.

Στις αστικές διαδικασίες, οι διάδικοι συμμετέχουν σε μεγάλο βαθμό στις εργασίες των πραγματογνωμόνων. Πρέπει να συνεργάζονται και να απαντούν σε όλα τα αιτήματα του πραγματογνώμονα για παροχή εγγράφων. Μπορούν να υποβάλουν απευθείας ερωτήσεις στον πραγματογνώμονα στο πλαίσιο της εκατέρωθεν ακρόασης και να ζητήσουν απ’ αυτόν να σχολιάσει τις παρατηρήσεις τους.

V.3.β. Ακροαματική διαδικασία

Το δικαστήριο διατάζει τον πραγματογνώμονα να παραστεί στην ακροαματική διαδικασία μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις.

 

Οι πληροφορίες που παρουσιάζονται στην παρούσα ενότητα συγκεντρώθηκαν στο πλαίσιο του έργου «Εξεύρεση πραγματογνώμονα» από σημεία επαφής ανά χώρα που επιλέχθηκαν από το Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροΕυρωπαϊκό Ίδρυμα Εμπειρογνωσίας και Εμπειρογνωμόνων (European Expertise & Experts Institute – EEEI).


Την έκδοση αυτής της σελίδας στην εθνική γλώσσα διαχειρίζεται το εκάστοτε κράτος μέλος. Οι μεταφράσεις έχουν γίνει από την αρμόδια υπηρεσία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Οι τυχόν αλλαγές που επιφέρει η αρμόδια εθνική αρχή στο πρωτότυπο ενδέχεται να μην έχουν περιληφθεί ακόμα στις μεταφράσεις. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή δεν αναλαμβάνει καμία ευθύνη όσον αφορά τις πληροφορίες ή τα στοιχεία που περιλαμβάνονται ή για τα οποία γίνεται λόγος στο παρόν έγγραφο. Βλ. την ανακοίνωση νομικού περιεχομένου για τους κανόνες πνευματικής ιδιοκτησίας που ισχύουν στο κράτος μέλος που είναι αρμόδιο για την παρούσα σελίδα.

Τελευταία επικαιροποίηση: 09/09/2020

Αναζήτηση εμπειρογνώμονα - Ρουμανία


Ι. Κατάλογοι και μητρώα πραγματογνωμόνων

Στη Ρουμανία οι πραγματογνώμονες κατηγοριοποιούνται σε καταλόγους ανά ειδικότητα. Τα μητρώα πραγματογνωμόνων τίθενται στη διάθεση των δικαστηρίων από το Υπουργείο Δικαιοσύνης και τηρούνται από τα πολιτικά δικαστήρια ή τα ποινικά δικαστήρια. Οι σχετικοί κατάλογοι διατίθενται Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροεδώ.

Οι πραγματογνώμονες λαμβάνουν άδεια και καταχωρίζονται στο μητρώο έπειτα από εξετάσεις που διοργανώνονται από το Υπουργείο Δικαιοσύνης.

Για να αποκτήσει την ιδιότητα δικαστικού πραγματογνώμονα, ο υποψήφιος πρέπει να πληροί τις ακόλουθες προϋποθέσεις:

  • να είναι Ρουμάνος πολίτης, πολίτης κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή του Ευρωπαϊκού Οικονομικού Χώρου ή πολίτης της Ελβετικής Συνομοσπονδίας·
  • να γνωρίζει τη ρουμανική γλώσσα·
  • να έχει πλήρη δικαιοπρακτική ικανότητα·
  • να έχει ολοκληρώσει σπουδές στην ειδικότητα για την οποία προσέρχεται στις εξετάσεις πραγματογνωμόνων, αποδεικνυόμενες με πτυχίο·
  • να διαθέτει τουλάχιστον τριετή εμπειρία στην ειδικότητα αυτή·
  • να είναι ιατρικά ικανός για την εκτέλεση των καθηκόντων πραγματογνώμονα·
  • να έχει λευκό ποινικό μητρώο και καλή επαγγελματική και κοινωνική φήμη·
  • να περάσει με επιτυχία τις εξετάσεις που διοργανώνει το Υπουργείο Δικαιοσύνης.

Πολίτης άλλου κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή του Ευρωπαϊκού Οικονομικού Χώρου ή Ρουμάνος πολίτης που έχει αποκτήσει τα απαιτούμενα επαγγελματικά προσόντα σε άλλο κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή του Ευρωπαϊκού Οικονομικού Χώρου μπορεί να αποκτήσει την ιδιότητα του πραγματογνώμονα στη Ρουμανία υπό τους ίδιους όρους με τους Ρουμάνους πολίτες.

Οι πραγματογνώμονες μπορούν να διαγραφούν από το μητρώο με δική τους επιθυμία, αν δεν πληρούν πλέον τις προϋποθέσεις ή αν το αποφασίσει η αρμόδια αρχή.

ΙΙ. Προσόντα των πραγματογνωμόνων

Οι πραγματογνώμονες, για να θεωρούνται πραγματογνώμονες, πρέπει να είναι μέλη επαγγελματικής οργάνωσης.

ΙΙΙ. Αμοιβή των πραγματογνωμόνων

1. Πολιτική δικονομία

Η δικαστική απόφαση διορισμού του πραγματογνώμονα ορίζει την αμοιβή του πραγματογνώμονα και, αν συντρέχει περίπτωση, την προκαταβολή των εξόδων ταξιδίου του. Το δικαστήριο μπορεί να ζητήσει από τον πραγματογνώμονα να προϋπολογίσει εγγράφως τα έξοδα της πραγματογνωμοσύνης εντός συγκεκριμένης προθεσμίας.

Η απόδειξη πληρωμής της αμοιβής κατατίθεται στη γραμματεία του δικαστηρίου από τον διάδικο στον οποίο απευθυνόταν η απόφαση, εντός πέντε ημερών από τον διορισμό του πραγματογνώμονα ή εντός της προθεσμίας που όρισε το δικαστήριο. Το δικαστήριο μπορεί να αυξήσει την αμοιβή έως ότου υποβληθεί η έκθεση πραγματογνωμοσύνης.

2. Ποινικές διαδικασίες

Ο πραγματογνώμονας δικαιούται αμοιβή για τη διεξαγωγή της πραγματογνωμοσύνης. Το ύψος της αμοιβής καθορίζεται από τον εισαγγελέα ή το δικαστήριο ανάλογα με τη φύση και την πολυπλοκότητα της υπόθεσης και τα έξοδα στα οποία υποβάλλεται ο πραγματογνώμονας.

IV. Ευθύνη των πραγματογνωμόνων

Οι πραγματογνώμονες ευθύνονται βάσει των γενικών διατάξεων περί συμβατικής και αδικοπρακτικής ευθύνης. Υποχρεούνται να συνάψουν σύμβαση ασφάλισης επαγγελματικής ευθύνης για την κάλυψη της ενδεχόμενης ευθύνης τους.

Σε βάρος των δικαστικών τεχνικών πραγματογνωμόνων που διαπράττουν παράπτωμα κατά την άσκηση των καθηκόντων τους είναι δυνατόν να επιβληθούν οι ακόλουθες πειθαρχικές κυρώσεις από την Κεντρική Υπηρεσία Δικαστικής Τεχνικής Πραγματογνωμοσύνης, ανάλογα με τη βαρύτητα του διαπραχθέντος παραπτώματος:

  • έγγραφη προειδοποίηση·
  • αναστολή του δικαιώματος άσκησης των καθηκόντων δικαστικού πραγματογνώμονα για διάστημα από 3 μήνες έως ένα έτος·
  • στέρηση της ιδιότητας του δικαστικού πραγματογνώμονα.

V. Περαιτέρω πληροφορίες σχετικά με τις διαδικασίες πραγματογνωμοσύνης

Οι κύριες νομικές διατάξεις που διέπουν τη δικαστική πραγματογνωμοσύνη στη Ρουμανία είναι τα άρθρα 330-331 του ρουμανικού κώδικα πολιτικής δικονομίας. Περαιτέρω, εφαρμόζονται κατά περίπτωση τα άρθρα 172-191 του ρουμανικού κώδικα ποινικής δικονομίας.

Οι πραγματογνώμονες κατηγοριοποιούνται σε καταλόγους ανά ειδικότητα. Τα μητρώα πραγματογνωμόνων είναι δημόσια και δημοσιεύονται στον ιστότοπο του Υπουργείου Δικαιοσύνης.

Για να εγγραφούν στο μητρώο, οι πραγματογνώμονες πρέπει να υποβάλουν αίτηση.

1. Διορισμός πραγματογνωμόνων

Το ρουμανικό αστικό δίκαιο προβλέπει τον διορισμό ενός ή τριών πραγματογνωμόνων. Πραγματογνώμονες μπορούν να διοριστούν από το δικαστήριο και από τους διαδίκους. Οι διάδικοι μπορούν να συμφωνήσουν επί ενός πραγματογνώμονα. Αν δεν συμφωνήσουν, ο πραγματογνώμονας θα επιλεγεί τυχαία από το δικαστήριο σε δημόσια συνεδρίαση, από κατάλογο που καταρτίζει και κοινοποιεί η υπηρεσία πραγματογνωμοσύνης.

Το ρουμανικό ποινικό δίκαιο προβλέπει τον διορισμό ενός μόνο πραγματογνώμονα. Ο πραγματογνώμονας μπορεί να διοριστεί από το δικαστήριο κατά τη διάρκεια της δίκης και από τον εισαγγελέα κατά τη διάρκεια της ανάκρισης. Κατά γενικό κανόνα, ο εισαγγελέας ή το δικαστήριο διορίζει έναν πραγματογνώμονα. Μόνο σε περιπτώσεις στις οποίες απαιτούνται διεπιστημονικές γνώσεις διορίζονται δύο ή περισσότεροι πραγματογνώμονες.

Για τον σκοπό αυτό, χρησιμοποιείται το ίδιο μητρώο που χρησιμοποιείται και στις αστικές υποθέσεις. Οι προβλεπόμενες για τους πραγματογνώμονες απαιτήσεις είναι οι ίδιες τόσο στις ποινικές όσο και στις αστικές διαδικασίες.

α) Διορισμός από το δικαστήριο

Το πολιτικό ή το ποινικό δικαστήριο έχει την ευχέρεια να διορίσει πραγματογνώμονα είτε αυτεπαγγέλτως είτε κατόπιν ρητού αιτήματος διαδίκου, αν τα σχετικά ζητήματα δεν μπορούν να διαγνωστούν παρά μόνο με τη βοήθεια ειδικού. Στην περίπτωση αυτή, ο πραγματογνώμονας οφείλει να απαντήσει στα ερωτήματα του δικαστηρίου ή του εισαγγελέα εντός συγκεκριμένης προθεσμίας. Ο πραγματογνώμονας οφείλει να γνωστοποιήσει στο δικαστήριο κάθε τυχόν σύγκρουση συμφερόντων του. Οι διορισμένοι από το δικαστήριο πραγματογνώμονες έχουν πρόσβαση στη δικογραφία.

β) Διορισμός από τους διαδίκους

Στη Ρουμανία υπάρχουν διάφορα είδη διορισμένων από διάδικο πραγματογνωμόνων:

  • εγκεκριμένοι ανεξάρτητοι πραγματογνώμονες, που διορίζονται κατόπιν αιτήματος των διαδίκων ή του κατηγορουμένου (άρθρο 172 παράγραφος 8 του κώδικα ποινικής δικονομίας)
  • επίσημοι πραγματογνώμονες από εργαστήρια ή ειδικευμένα ιδρύματα
  • εγκεκριμένοι ανεξάρτητοι εθνικοί πραγματογνώμονες
  • πραγματογνώμονες από το εξωτερικό (άρθρο 172 παράγραφος 8 του κώδικα ποινικής δικονομίας).
Όταν δεν υπάρχουν διαθέσιμοι εγκεκριμένοι πραγματογνώμονες, το δικαστήριο μπορεί να ζητήσει τις απόψεις ενός ή περισσοτέρων προσώπων ή ειδικών στον οικείο τομέα (άρθρο 330 παράγραφος 3 του κώδικα πολιτικής δικονομίας), που καθίστανται, στο πλαίσιο αυτό, εξωδικαστικοί πραγματογνώμονες ή μάρτυρες με ειδικές γνώσεις. Οι πραγματογνώμονες που διορίζονται από τους διαδίκους ελέγχουν τη δράση του πραγματογνώμονα που έχει διοριστεί από το δικαστήριο. Οι διάδικοι δεν μπορούν να διορίσουν πραγματογνώμονα αν δεν έχει διορίσει πραγματογνώμονα το δικαστήριο (άρθρο 173 παράγραφος 4 του κώδικα ποινικής δικονομίας). Οι μάρτυρες με ειδικές γνώσεις είναι μάρτυρες με ειδικές επιστημονικές ή τεχνικές γνώσεις οι οποίοι εξετάζονται από το δικαστήριο.

Οι πραγματογνώμονες έχουν το δικαίωμα να αρνηθούν να διεξαγάγουν την πραγματογνωμοσύνη για τους ίδιους λόγους που οι μάρτυρες έχουν το δικαίωμα να αρνηθούν να καταθέσουν.

2. Διαδικασία

α) Πολιτική δικονομία

Ο δικαστής δεν δεσμεύεται από τη γνωμοδότηση του πραγματογνώμονα. Μόνη υποχρέωση του πραγματογνώμονα είναι να υποβάλει την έκθεσή του. Οι πραγματογνώμονες μπορούν να επικοινωνούν με τους διαδίκους κατά τη διάρκεια της διαδικασίας, ενώ οι πραγματογνώμονες που έχουν διοριστεί από το δικαστήριο χρειάζονται για τον σκοπό αυτόν άδεια του δικαστηρίου.

i. Έκθεση πραγματογνωμοσύνης

Στις ρουμανικές διαδικασίες πραγματογνωμοσύνης δεν απαιτείται η υποβολή προκαταρκτικής έκθεσης πραγματογνωμοσύνης. Η κύρια έκθεση μπορεί να υποβληθεί μόνο εγγράφως. Ο πραγματογνώμονας πρέπει να ακολουθήσει συγκεκριμένη δομή κατά την παρουσίαση της έκθεσής του.

Αν υπάρχει ανάγκη αποσαφήνισης ή συμπλήρωσης της έκθεσης πραγματογνωμοσύνης ή αν υπάρχουν ασυμβατότητες μεταξύ των γνωμοδοτήσεων των πραγματογνωμόνων, το δικαστήριο μπορεί, αυτεπαγγέλτως ή κατόπιν αιτήματος των διαδίκων, να ζητήσει από τους πραγματογνώμονες να αποσαφηνίσουν ή να συμπληρώσουν τις εκθέσεις τους.

Το δικαστήριο μπορεί να διατάξει αντιπραγματογνωμοσύνη κατόπιν αιτήματος των διαδίκων ή αυτεπαγγέλτως, αν συντρέχει συναφώς εύλογη αιτία. Η αντιπραγματογνωμοσύνη διεξάγεται από πραγματογνώμονα άλλον από αυτόν που εκπόνησε την αρχική έκθεση. Το δικαστήριο αποφασίζει ελεύθερα το σκεπτικό επί του οποίου στηρίζει την απόφασή του.

ii. Ακροαματική διαδικασία

Στο πλαίσιο της ποινικής δίωξης ή της ποινικής δίκης, ο πραγματογνώμονας μπορεί να εξεταστεί από τον ανακριτή ή το δικαστήριο κατόπιν αιτήματος του εισαγγελέα ή των διαδίκων ή αυτεπαγγέλτως, αν η εξέτασή του είναι αναγκαία για να διευκρινιστούν τα πορίσματα ή τα συμπεράσματα του πραγματογνώμονα.

Στο πλαίσιο της πολιτικής δικονομίας, αν οι πραγματογνώμονες μπορούν να διατυπώσουν άμεσα τη γνωμοδότησή τους, εξετάζονται κατά την ακροαματική διαδικασία, βάσει των ίδιων κανόνων που διέπουν και τις μαρτυρικές καταθέσεις, και η γνωμοδότησή τους καταγράφεται στην απόφαση.

β) Ποινικές διαδικασίες

Αν ο εισαγγελέας ή το δικαστήριο κρίνει ότι η πραγματογνωμοσύνη είναι ελλιπής και ότι οι ελλείψεις της δεν μπορούν να αποκατασταθούν με την εξέταση του πραγματογνώμονα, το δικαστήριο διατάζει, αυτεπαγγέλτως ή κατόπιν αιτήματος των διαδίκων, συμπληρωματική πραγματογνωμοσύνη από τον ίδιο πραγματογνώμονα. Αν δεν είναι δυνατόν να οριστεί ο ίδιος πραγματογνώμονας, διατάζεται αντιπραγματογνωμοσύνη.

Ο εισαγγελέας ή το δικαστήριο διατάζει νέα πραγματογνωμοσύνη αν τα συμπεράσματα της έκθεσης πραγματογνωμοσύνης είναι ασαφή ή αντιφατικά και οι ελλείψεις αυτές δεν μπορούν να αποκατασταθούν με την εξέταση του πραγματογνώμονα.

 

Οι πληροφορίες που παρουσιάζονται στην παρούσα ενότητα συγκεντρώθηκαν στο πλαίσιο του έργου «Εξεύρεση πραγματογνώμονα» από σημεία επαφής ανά χώρα που επιλέχθηκαν από το Ευρωπαϊκό Ίδρυμα Εμπειρογνωσίας και ΕμπειρογνωμόνωνΟ σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυρο(European Expertise & Experts Institute – EEEI).


Την έκδοση αυτής της σελίδας στην εθνική γλώσσα διαχειρίζεται το εκάστοτε κράτος μέλος. Οι μεταφράσεις έχουν γίνει από την αρμόδια υπηρεσία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Οι τυχόν αλλαγές που επιφέρει η αρμόδια εθνική αρχή στο πρωτότυπο ενδέχεται να μην έχουν περιληφθεί ακόμα στις μεταφράσεις. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή δεν αναλαμβάνει καμία ευθύνη όσον αφορά τις πληροφορίες ή τα στοιχεία που περιλαμβάνονται ή για τα οποία γίνεται λόγος στο παρόν έγγραφο. Βλ. την ανακοίνωση νομικού περιεχομένου για τους κανόνες πνευματικής ιδιοκτησίας που ισχύουν στο κράτος μέλος που είναι αρμόδιο για την παρούσα σελίδα.

Τελευταία επικαιροποίηση: 22/09/2020

Αναζήτηση εμπειρογνώμονα - Σλοβενία


Ι. Κατάλογοι και μητρώα πραγματογνωμόνων

Το Υπουργείο Δικαιοσύνης της Δημοκρατίας της Σλοβενίας τηρεί μητρώο πραγματογνωμόνων.
Το μητρώο αυτό είναι διαθέσιμο στο κοινό Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροεδώ.

Το σλοβενικό δίκαιο δεν παρέχει ορισμό της πραγματογνωμοσύνης. Ωστόσο, γίνεται διάκριση μεταξύ πραγματογνωμοσύνης, πραγματογνωμόνων και νομικών πραγματογνωμόνων.

Δεν περιλαμβάνονται όλοι οι πραγματογνώμονες στο μητρώο – το μητρώο περιλαμβάνει μόνο τους δικαστικούς πραγματογνώμονες. Το μητρώο αποτελείται από 50 κύριες ομάδες και περιλαμβάνει συνολικά περίπου 1000 πραγματογνώμονες.

ΙΙ. Προσόντα του πραγματογνώμονα

Σύμφωνα με το άρθρο 16 του σλοβενικού νόμου για τους δικαστικούς πραγματογνώμονες, τους πιστοποιημένους εκτιμητές και τους δικαστικούς διερμηνείς, τα κριτήρια που πρέπει να πληρούν οι πραγματογνώμονες για να εγγραφούν στο μητρώο είναι, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα:

  • να είναι πολίτες της Δημοκρατίας της Σλοβενίας ή κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή κράτους μέλους του Ευρωπαϊκού Οικονομικού Χώρου και να γνωρίζουν πολύ καλά τη σλοβενική γλώσσα,
  • να μην έχουν καταδικαστεί με απόφαση που έχει ισχύ δεδικασμένου για αυτεπαγγέλτως διωκόμενη προμελετημένη αξιόποινη πράξη, η οποία τους καθιστά ηθικά ακατάλληλους για την παροχή γνωμοδότησης πραγματογνωμοσύνης, καθώς θα μπορούσε να εμποδίσει την αμερόληπτη ή επαγγελματική εκτέλεση της εργασίας τους ή να βλάψει τη φήμη του δικαστηρίου,
  • να διαθέτουν πανεπιστημιακή εκπαίδευση πριν από τη διαδικασία της Μπολόνιας ή να έχουν ολοκληρώσει μεταπτυχιακό πρόγραμμα σπουδών της διαδικασίας της Μπολόνιας και να διαθέτουν κατάλληλες επαγγελματικές γνώσεις και πρακτικές δεξιότητες καθώς και πείρα για ένα συγκεκριμένο είδος εξειδικευμένης εργασίας,
  • να διαθέτουν πείρα έξι ετών στον τομέα στον οποίο επιθυμούν να εργαστούν ως πραγματογνώμονες,
  • να μην ασκούν δραστηριότητα ασυμβίβαστη με τη δικαστική πραγματογνωμοσύνη.

Το πρόσωπο που επιθυμεί να διοριστεί δικαστικός πραγματογνώμονας υποβάλλει στο Υπουργείο Δικαιοσύνης την αίτηση διορισμού του ως δικαστικού πραγματογνώμονα, στο προβλεπόμενο έντυπο και βάσει ανοικτής πρόσκλησης. Για να προσδιοριστούν το επίπεδο των γνώσεων, οι πρακτικές δεξιότητες και η πείρα του υποψηφίου, ο υπουργός διατάσσει τη διενέργεια ειδικής δοκιμασίας επάρκειας. Στη συνέχεια, το Υπουργείο εκδίδει απόφαση και ο πραγματογνώμονας ορκίζεται.
Ο πραγματογνώμονας, για να εγγραφεί, δεν χρειάζεται να αποδεχθεί κάποιον κώδικα πρακτικής ή δεοντολογίας.

Υπάρχουν απαιτήσεις για συνεχή επαγγελματική εξέλιξη. Οι δικαστικοί πραγματογνώμονες πρέπει να επικαιροποιούν διαρκώς τις γνώσεις τους και να ενημερώνονται για τις νέες μεθόδους που εφαρμόζονται στο επάγγελμά τους ή να συμμετέχουν σε επιμορφωτικές εκδηλώσεις και σε προγράμματα επαγγελματικής κατάρτισης που διοργανώνονται από αρμόδια κρατική αρχή, εγκεκριμένο οργανισμό, επαγγελματική ένωση ή άλλον επαγγελματικό φορέα. Μετά την πάροδο πέντε ετών από την ημερομηνία διορισμού τους και μετά τη λήξη κάθε επιπλέον διαστήματος πέντε ετών, όλοι οι δικαστικοί πραγματογνώμονες υποχρεούνται να υποβάλλουν στο Συμβούλιο Πραγματογνωμόνων αποδεικτικά στοιχεία για τα μαθήματα επαγγελματικής κατάρτισης που παρακολούθησαν τα τελευταία πέντε έτη και το Συμβούλιο Πραγματογνωμόνων επαληθεύει την επάρκειά τους.

Η γενική επαγγελματική εκπαίδευση περιλαμβάνει βασικές γνώσεις για τη συνταγματική οργάνωση της Δημοκρατίας της Σλοβενίας, την οργάνωση και τη λειτουργία του δικαστικού σώματος, τις δικαστικές διαδικασίες, τους κανόνες απόδειξης, τις νομικές διατάξεις σχετικά με τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των δικαστικών πραγματογνωμόνων, των δικαστικών εκτιμητών ή των δικαστικών διερμηνέων, το δίκαιο και τα όργανα της Ευρωπαϊκής Ένωσης και για άλλα θέματα που σχετίζονται με το έργο των δικαστικών πραγματογνωμόνων, των δικαστικών εκτιμητών ή των δικαστικών διερμηνέων.

Η ειδική επαγγελματική εκπαίδευση περιλαμβάνει ειδική εμπειρογνωμοσία σε επιμέρους τομείς και υποτομείς εμπειρογνωμοσύνης.

Οι πραγματογνώμονες δεν υποχρεούνται να είναι μέλη επαγγελματικής ένωσης προκειμένου να εγγραφούν στο μητρώο.
Ο πραγματογνώμονας μπορεί να διαγραφεί μόνιμα από το μητρώο από τον υπουργό:

  • αν το δικαίωμά του να εργάζεται ως πραγματογνώμονας τού αφαιρεθεί οριστικά στο πλαίσιο πειθαρχικής διαδικασίας,
  • αν ο πραγματογνώμονας υποβάλει γραπτή δήλωση ότι δεν επιθυμεί πλέον να παρέχει γνωμοδοτήσεις δικαστικής πραγματογνωμοσύνης,
  • σε περίπτωση απόλυσης του πραγματογνώμονα
  • αν ασκηθεί δίωξη κατά του πραγματογνώμονα για αυτεπαγγέλτως διωκόμενο ποινικό αδίκημα το οποίο επισύρει ποινή φυλάκισης άνω των δύο ετών, οπότε το Υπουργείο αφαιρεί τον εν λόγω πραγματογνώμονα από το δημόσιο τμήμα του καταλόγου το αργότερο τρεις ημέρες από την ημερομηνία κατά την οποία του κοινοποιείται το σχετικό νομικό γεγονός. Η επανεγγραφή στο δημόσιο τμήμα του καταλόγου πραγματοποιείται μετά την εξάλειψη των λόγων της διαγραφής.

ΙΙΙ. Αμοιβή των πραγματογνωμόνων

Η αμοιβή των πραγματογνωμόνων που διορίζονται από το δικαστήριο ρυθμίζεται από τον νόμο. Το ύψος της αμοιβής εξαρτάται, μεταξύ άλλων, από τον αριθμό των σελίδων της δικογραφίας, από τον χρόνο που αφιερώθηκε στην έρευνα και την προετοιμασία της ακρόασης, από τό αν χρειάστηκε να συγκεντρωθούν και να εξεταστούν συμπληρωματικά έγγραφα, από το κατά πόσον είναι αναγκαία η διεξαγωγή έρευνας και από την πολυπλοκότητα της υπόθεσης. Εκτός από την αμοιβή, οι πραγματογνώμονες δικαιούνται επιστροφή των δαπανών και των εξόδων τους.

Οι διάδικοι μπορούν να λάβουν νομική συνδρομή προκαθορισμένου ύψους (ευεργέτημα πενίας) για την αμοιβή του πραγματογνώμονα.

Το δικαστήριο ορίζει στην απόφασή του ποιος διάδικος ή ποιοι διάδικοι οφείλουν να καταβάλουν την αμοιβή.

IV. Ευθύνη των πραγματογνωμόνων

Η ευθύνη του πραγματογνώμονα δεν υπόκειται σε ανώτατο όριο καθορισμένο από τον νόμο. Ισχύουν οι γενικές διατάξεις. Οι πραγματογνώμονες δεν υποχρεούνται να καλύπτουν την πιθανή ευθύνη τους μέσω ασφάλισης επαγγελματικής ευθύνης.

V. Πρόσθετες πληροφορίες σχετικά με τη διαδικασία της πραγματογνωμοσύνης

Δυστυχώς, η αγγλική έκδοση του νόμου για τους δικαστικούς πραγματογνώμονες, τους πιστοποιημένους εκτιμητές και τους δικαστικούς διερμηνείς δεν είναι διαθέσιμη στο διαδίκτυο.

1. Διορισμός πραγματογνωμόνων

1α. Διορισμός από το δικαστήριο

Το δικαστήριο μπορεί να διορίζει πραγματογνώμονα οποιοδήποτε πρόσωπο θεωρεί κατάλληλο και ικανό. Στις περισσότερες περιπτώσεις, τα δικαστήρια διορίζουν πραγματογνώμονα από το επίσημο μητρώο.

1β. Διορισμός από τους διαδίκους

Οι διάδικοι μπορούν να αμφισβητήσουν τα πορίσματα του πραγματογνώμονα που διορίστηκε από το δικαστήριο και να προσλάβουν πραγματογνώμονα με δικά τους έξοδα για τον σκοπό αυτόν.

2. Διαδικασία

Α) Αστική διαδικασία

Οι διάδικοι οφείλουν να παρέχουν λεπτομερείς πληροφορίες, οδηγίες και ερωτήσεις για τον πραγματογνώμονα.
Ο πραγματογνώμονας μπορεί να έλθει σε επαφή με τους διαδίκους, αν αυτό είναι αναγκαίο για τη γνωμοδότησή του.

Το δικαστήριο δεν παρακολουθεί την πρόοδο της έρευνας του πραγματογνώμονα. Ωστόσο, κάθε πραγματογνώμονας οφείλει να ενημερώσει το δικαστήριο αν αναμένει να εκτελέσει τη σχετική εργασία εγκαίρως. Δεν υπάρχει έλεγχος ποιότητας. Τα δικαστήρια δεν δεσμεύονται από τη γνώμη που διατυπώνεται στις εκθέσεις πραγματογνωμοσύνης.

Οι διάδικοι μπορούν να αμφισβητήσουν την έκθεση με δικούς τους ισχυρισμούς ή με την προσκόμιση αντιπραγματογνωμοσύνης πριν ο δικαστής λάβει απόφαση για την υπόθεση.

Όταν ένας διάδικος ζητά να υποβληθούν πρόσθετες ερωτήσεις ή το δικαστήριο χρειάζεται περισσότερες πληροφορίες, το δικαστήριο μπορεί να διατάξει να συνταχθεί συμπληρωματική έκθεση.

Το δικαστήριο δεν δεσμεύεται από πραγματογνωμοσύνη, αλλά συνήθως τη λαμβάνει υπόψη του όταν εκδίδει οριστική απόφαση.

1. Έκθεση πραγματογνωμοσύνης

Ο πραγματογνώμονας υποβάλλει την έκθεσή του εγγράφως ή προφορικά, αν το επιθυμεί το δικαστήριο.

Στην τελική έκθεση ο πραγματογνώμονας πρέπει να σχολιάσει τα επιχειρήματα των διαδίκων. Δεν υπάρχει καθορισμένη δομή για την έκθεση ούτε άλλες ειδικές απαιτήσεις τις οποίες πρέπει να τηρούν οι πραγματογνώμονες στην έκθεσή τους.

Ο νόμος για τους δικαστικούς πραγματογνώμονες, τους πιστοποιημένους εκτιμητές και τους δικαστικούς διερμηνείς προβλέπει τη σύνταξη γενικών και ειδικών κατευθυντήριων γραμμών για την κατάρτιση των γνωμοδοτήσεων πραγματογνωμοσύνης, οι οποίες θα δημοσιευθούν στον ιστότοπο του Υπουργείου Δικαιοσύνης. Οι κατευθυντήριες γραμμές θα εγκριθούν από το Συμβούλιο Πραγματογνωμόνων και θα περιλαμβάνουν ομοιόμορφους κανόνες για τη διάρθρωση των εκθέσεων πραγματογνωμοσύνης και οδηγίες για την κατάρτισή τους. Οι γενικές και ειδικές κατευθυντήριες γραμμές σχετικά με τους τομείς και τους υποτομείς πραγματογνωμοσύνης των δικαστικών πραγματογνωμόνων θα εγκριθούν και θα δημοσιευθούν στον ιστότοπο του Υπουργείου εντός δύο ετών από την έναρξη της εφαρμογής του προαναφερθέντος νόμου (έως την 1 Ιανουαρίου 2021).

2. Ακροαματική διαδικασία ενώπιον του δικαστηρίου

Οι πραγματογνώμονες πρέπει να παρίστανται στην ακροαματική διαδικασία, αν το ζητήσει το δικαστήριο.

Β) Λοιπά

Οι άλλες διαδικασίες είναι σε μεγάλο βαθμό όμοιες με την αστική διαδικασία.

 

Οι πληροφορίες που παρουσιάζονται στην παρούσα ενότητα συγκεντρώθηκαν στο πλαίσιο του έργου «Εξεύρεση πραγματογνώμονα» από σημεία επαφής ανά χώρα που επιλέχθηκαν από το Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροΕυρωπαϊκό Ίδρυμα Εμπειρογνωσίας και Εμπειρογνωμόνων (European Expertise & Experts Institute – EEEI).


Την έκδοση αυτής της σελίδας στην εθνική γλώσσα διαχειρίζεται το εκάστοτε κράτος μέλος. Οι μεταφράσεις έχουν γίνει από την αρμόδια υπηρεσία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Οι τυχόν αλλαγές που επιφέρει η αρμόδια εθνική αρχή στο πρωτότυπο ενδέχεται να μην έχουν περιληφθεί ακόμα στις μεταφράσεις. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή δεν αναλαμβάνει καμία ευθύνη όσον αφορά τις πληροφορίες ή τα στοιχεία που περιλαμβάνονται ή για τα οποία γίνεται λόγος στο παρόν έγγραφο. Βλ. την ανακοίνωση νομικού περιεχομένου για τους κανόνες πνευματικής ιδιοκτησίας που ισχύουν στο κράτος μέλος που είναι αρμόδιο για την παρούσα σελίδα.

Τελευταία επικαιροποίηση: 22/09/2020

Αναζήτηση εμπειρογνώμονα - Σουηδία


Ι. Κατάλογοι και μητρώα πραγματογνωμόνων

Στη Σουηδία δεν υπάρχουν μητρώα ή αρχεία πραγματογνωμόνων και δεν σχεδιάζεται η εισαγωγή τέτοιων αρχείων.

ΙΙ. Προσόντα των πραγματογνωμόνων

Άνευ αντικειμένου.

ΙΙΙ. Αμοιβή των πραγματογνωμόνων

Μη διαθέσιμη.

IV. Ευθύνη των πραγματογνωμόνων

Μη διαθέσιμη.

V. Περαιτέρω πληροφορίες σχετικά με τις διαδικασίες πραγματογνωμοσύνης

1. Διορισμός πραγματογνωμόνων

α) Διορισμός από το δικαστήριο

Δεν συνηθίζεται να διορίζει το δικαστήριο πραγματογνώμονα αυτεπαγγέλτως στο πλαίσιο δίκης.

β) Διορισμός από τους διαδίκους

Στη Σουηδία, οι πραγματογνώμονες που παρεμβαίνουν στη δίκη προσλαμβάνονται συνήθως από διάδικο στη δίκη, γεγονός που σημαίνει ότι οι κανόνες που ισχύουν για τους μάρτυρες εφαρμόζονται και στον πραγματογνώμονα («πραγματογνώμων μάρτυρας»),

2. Διαδικασία

Η σουηδική δικαστική παράδοση βασίζεται στην αρχή της ελεύθερης εξέτασης των αποδεικτικών μέσων, πράγμα που σημαίνει ότι τα αποδεικτικά μέσα που υποβάλλονται δεν απορρίπτονται απλώς για δικονομικούς λόγους. Ως εκ τούτου, η αξία της κατάθεσης του πραγματογνώμονα μάρτυρα εξαρτάται από τα συμπεράσματα και την κατάθεση σε κάθε μεμονωμένη υπόθεση. Η αποδεικτική ισχύς της κατάθεσης αξιολογείται από το δικαστήριο, ενώ η αξιοπιστία και η ικανότητα του μάρτυρα να συναγάγει συμπεράσματα θα πρέπει να αποδειχθεί από τους διαδίκους (μέσω εξέτασης και αντεξέτασης).

Ο σουηδικός κώδικας πολιτικής δικονομίας και οι κανόνες του περί διεξαγωγής των αποδείξεων βασίζονται γενικά στις αρχές της αμεσότητας των αποδείξεων, της συγκεντρωτικής διαδικασίας και της προφορικότητας.

Τη μεγαλύτερη αξία έχει η μαρτυρία όταν υπάρχει μειωμένος κίνδυνος παρανοήσεων, όπως συμβαίνει στην περίπτωση της αυτοπρόσωπης παρουσίας: είναι ευκολότερο για το δικαστήριο να αξιολογήσει την αξιοπιστία της μαρτυρίας. Από ορισμένες απόψεις, ο κανόνας αυτός διασφαλίζει επίσης το δικαίωμα των διαδίκων σε αντεξέταση (διαφύλαξη της αρχής της ισότητας των όπλων).

Συνέπεια των αρχών αυτών είναι ότι τα αποδεικτικά μέσα παρουσιάζονται κατά βάση στην κύρια συζήτηση ενώπιον του δικαστηρίου. Ως εκ τούτου, οι μαρτυρίες πρέπει να υποβάλλονται απευθείας και προφορικώς στο δικαστήριο. Οι γραπτές μαρτυρίες, οι ένορκες βεβαιώσεις και οι εξετάσεις μέσω βιντεοδιάσκεψης κανονικά δεν γίνονται δεκτές ως υποκατάστατα της αυτοπρόσωπης μαρτυρίας (με την εξαίρεση των βιντεοσκοπημένων μαρτυριών ανηλίκων).

Από το 2008, οι μαρτυρικές καταθέσεις εκτός της κύριας συζήτησης και η χρήση κατά την κύρια συζήτηση της εξέτασης μέσω τηλεφώνου και βιντεοδιάσκεψης επιτρέπονται σε μεγαλύτερο βαθμό: η βιντεοδιάσκεψη —συνήθως σε αίθουσα συνεδριάσεων του δικαστηρίου της δικαστικής περιφέρειας του μάρτυρα— γίνεται γενικά δεκτή ως ισότιμη με την παράσταση στο δικαστήριο.

Στην πράξη, η απαγόρευση των ένορκων βεβαιώσεων δεν ισχύει για πιστοποιητικά που έχουν εκδοθεί από ιατρούς και αξιωματούχους ή δημοσίους υπαλλήλους· ωστόσο, αυτό εξαρτάται πάντοτε από την υπόθεση και τα διαθέσιμα αποδεικτικά μέσα.

Η δικαστική πραγματογνωμοσύνη διέπεται από τον σουηδικό κώδικα πολιτικής δικονομίας και διατίθεται στη διεύθυνση:

Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροΟ σουηδικός κώδικας πολιτικής δικονομίας (1942:740)

Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροΟ σουηδικός κώδικας πολιτικής δικονομίας (1998:000) (κεφάλαιο 40, σελίδα 215, δεν έχει επικαιροποιηθεί)

 

Οι πληροφορίες που παρουσιάζονται στην παρούσα ενότητα συγκεντρώθηκαν στο πλαίσιο του έργου «Εξεύρεση πραγματογνώμονα» από σημεία επαφής ανά χώρα που επιλέχθηκαν από το Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροΕυρωπαϊκό Ίδρυμα Εμπειρογνωσίας και Εμπειρογνωμόνων (European Expertise & Experts Institute – EEEI).


Την έκδοση αυτής της σελίδας στην εθνική γλώσσα διαχειρίζεται το εκάστοτε κράτος μέλος. Οι μεταφράσεις έχουν γίνει από την αρμόδια υπηρεσία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Οι τυχόν αλλαγές που επιφέρει η αρμόδια εθνική αρχή στο πρωτότυπο ενδέχεται να μην έχουν περιληφθεί ακόμα στις μεταφράσεις. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή δεν αναλαμβάνει καμία ευθύνη όσον αφορά τις πληροφορίες ή τα στοιχεία που περιλαμβάνονται ή για τα οποία γίνεται λόγος στο παρόν έγγραφο. Βλ. την ανακοίνωση νομικού περιεχομένου για τους κανόνες πνευματικής ιδιοκτησίας που ισχύουν στο κράτος μέλος που είναι αρμόδιο για την παρούσα σελίδα.

Τελευταία επικαιροποίηση: 23/09/2020