Αφερεγγυότητα

Αν μια εταιρεία ή ένας επιχειρηματίας περιέλθει σε οικονομική δυσχέρεια ή αδυνατεί να πληρώσει τα χρέη της/του, υπάρχουν συγκεκριμένες διαδικασίες σε κάθε χώρα για την αντιμετώπιση της κατάστασης συνολικά, με τη συμμετοχή όλων των πιστωτών (δηλαδή αυτών στους οποίους οφείλονται χρήματα).


Οι διαδικασίες αφερεγγυότητας διαφέρουν ανάλογα με τους στόχους τους:

Εταιρείες

•      Αν η εταιρεία μπορεί να σωθεί ή η επιχείρηση είναι βιώσιμη, μπορεί να γίνει αναδιάρθρωση των χρεών της (συνήθως σε συμφωνία με τους πιστωτές). Ο στόχος είναι η διαφύλαξη της επιχείρησης και η διατήρηση των θέσεων εργασίας.

•      Αν η επιχείρηση δεν μπορεί να σωθεί, η εταιρεία θα πρέπει να εκκαθαριστεί («πτωχεύει»).

Επιχειρηματίες

•   Οι επιχειρηματίες μπορούν συνήθως να υποβάλουν αίτηση για εφαρμογή διαδικασίας που περιλαμβάνει συγκροτημένο σχέδιο αποπληρωμής των χρεών τους και απαλλαγή από τα χρέη μετά από εύλογο χρονικό διάστημα (3 χρόνια, συνήθως). Έτσι, δεν υφίστανται προσωπική πτώχευση και μπορούν να αναλάβουν άλλα επιχειρηματικά εγχειρήματα στο μέλλον.

Σε όλες τις περιπτώσεις, όταν δρομολογηθούν επίσημα οι διαδικασίες, οι πιστωτές δεν μπορούν πλέον να προβούν σε ατομικές ενέργειες για να διεκδικήσουν τα ποσά που τους οφείλονται. Αυτό γίνεται για να διασφαλιστεί η ισότιμη αντιμετώπιση όλων των πιστωτών και η προστασία των περιουσιακών στοιχείων του οφειλέτη.

Οι πιστωτές, για να πληρωθούν, πρέπει να αποδείξουν τις απαιτήσεις τους, είτε στο δικαστήριο είτε στο όργανο (κατά κανόνα, διαχειριστή ή εκκαθαριστή) που έχει την ευθύνη για την εξυγίανση ή την εκκαθάριση της περιουσίας του οφειλέτη. Σε ειδικές περιπτώσεις, αυτό μπορεί να γίνει από τον ίδιο τον οφειλέτη.

Διασυνοριακή αφερεγγυότητα (κανόνες της ΕΕ)

Οι περιπτώσεις αφερεγγυότητας που αφορούν εταιρείες ή επιχειρηματίες που έχουν δραστηριότητες, περιουσιακά στοιχεία ή υποθέσεις σε διάφορες χώρες μπορούν να αντιμετωπιστούν σύμφωνα με το δίκαιο της ΕΕ – και συγκεκριμένα τοv Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροκανονισμό 2015/848 (εδώ παρουσιάζεται Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροσυνοπτικά ο τρόπος λειτουργίας του).

Έντυπα που αναφέρονται στον κανονισμό 2015/848

Εθνικές διαδικασίες

Επιλέξτε τη σημαία της χώρας που σας ενδιαφέρει για περισσότερες πληροφορίες.

Σύνδεσμος

Μητρώα αφερεγγυότητας


Για τη διαχείριση αυτής της ιστοσελίδας υπεύθυνη είναι η Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Οι πληροφορίες που περιλαμβάνονται στην παρούσα σελίδα δεν απηχούν κατ’ ανάγκη την επίσημη θέση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Η Επιτροπή δεν αναλαμβάνει καμία απολύτως ευθύνη όσον αφορά πληροφορίες ή δεδομένα που περιέχονται ή αναφέρονται στο παρόν έγγραφο. Παρακαλείσθε να συμβουλευθείτε την ανακοίνωση νομικού περιεχομένου σχετικά με το καθεστώς πνευματικής ιδιοκτησίας που διέπει τις σελίδες των ευρωπαϊκών θεσμικών οργάνων.

Τελευταία επικαιροποίηση: 18/01/2019

Αφερεγγυότητα - Τσεχική ∆ηµοκρατία

ΠΙΝΑΚΑΣ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΩΝ


Νομικό πλαίσιο

Οι διαδικασίες αφερεγγυότητας στην Τσεχική Δημοκρατία ρυθμίζονται κυρίως από τον νόμο αριθ. 182/2006 περί αφερεγγυότητας και διαδικασιών αφερεγγυότητας (Zákon č. 182/2006 Sb., o úpadku a způsobech jeho řešení) (ο «νόμος περί αφερεγγυότητας»), σε συνδυασμό με τον νόμο αριθ. 99/1963 περί κώδικα πολιτικής δικονομίας (Zákon č. 99/1963 Sb., občanský soudní řád).

Άλλο σημαντικό νομοθέτημα αποτελεί ο νόμος αριθ. 312/2006 σχετικά με τους διαχειριστές αφερεγγυότητας (Zákon č. 312/2006 Sb., o insolvenčních správcích), ο οποίος (σε συνδυασμό με τον νόμο περί αφερεγγυότητας) θεσπίζει το νομικό πλαίσιο για το επάγγελμα του διαχειριστή αφερεγγυότητας.

Οι διατάξεις, ως έχουν επί του παρόντος, είναι διαθέσιμες στη Διαδικτυακή Πύλη Δημόσιας Διοίκησης (Portál veřejné správy): Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροhttps://portal.gov.cz/app/zakony/.

1 Εναντίον ποιων μπορούν να κινηθούν διαδικασίες αφερεγγυότητας;

Διαδικασία αφερεγγυότητας μπορεί να κινηθεί κατά φυσικών και νομικών προσώπων, ανεξαρτήτως του χαρακτηρισμού τους ως επιχειρηματικών οντοτήτων.

Τα διάφορα είδη διαδικασιών αφερεγγυότητας (πτώχευση, εξυγίανση, διαγραφή χρεών) διαφέρουν ως προς τις οντότητες για τις οποίες προορίζονται. Ενώ μπορεί να κατατεθεί αίτηση πτώχευσης για το σύνολο των οντοτήτων, η εξυγίανση αφορά αποκλειστικά τις επιχειρήσεις, ενώ η διαγραφή χρεών εφαρμόζεται πρωτίστως στις μη επιχειρηματικές οντότητες (όπως επεξηγείται κατωτέρω).

Δεν μπορεί να κινηθεί διαδικασία αφερεγγυότητας κατά του κράτους, των αρχών τοπικής αυτοδιοίκησης, πολιτικών κομμάτων και κινημάτων κατά τη διάρκεια των εκλογών, καθώς και κατά λοιπών επιλεγμένων οντοτήτων κυρίως δημοσίου δικαίου. Εφαρμόζονται ειδικοί κανόνες όσον αφορά τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα και τις ασφαλιστικές εταιρείες.

2 Ποιες είναι οι προϋποθέσεις για την έναρξη διαδικασιών αφερεγγυότητας;

Αφερεγγυότητα ή επικείμενη αφερεγγυότητα

Η διαδικασία αφερεγγυότητας συνιστά δικαστική διαδικασία για την αντιμετώπιση της αφερεγγυότητας ή επικείμενης αφερεγγυότητας οφειλέτη. Η βασική προϋπόθεση, ως εκ τούτου, είναι η ύπαρξη κατάστασης αφερεγγυότητας ή επικείμενης αφερεγγυότητας.

Λογίζεται ότι ένας οφειλέτης είναι αφερέγγυος εάν (σωρευτικοί όροι):

  • ο οφειλέτης έχει περισσότερους από έναν πιστωτές
  • ο οφειλέτης έχει οφειλές χρηματικής φύσης που είναι ληξιπρόθεσμες για πάνω από 30 ημέρες
  • ο οφειλέτης αδυνατεί να εκπληρώσει τις εν λόγω υποχρεώσεις του.

Ο οφειλέτης λογίζεται ότι είναι αφερέγγυος ιδιαίτερα εάν έχει προβεί σε παύση πληρωμών ως προς σημαντικό ποσοστό των οφειλών του ή εάν δεν εκπληρώνει τις σχετικές υποχρεώσεις του για χρονικό διάστημα άνω των τριών μηνών αφότου καταστούν ληξιπρόθεσμες ή εάν ληξιπρόθεσμες χρηματικές απαιτήσεις κατά του οφειλέτη δεν μπορούν να ικανοποιηθούν μέσω αναγκαστικής εκτέλεσης ή κατάσχεσης.

Εάν ο οφειλέτης είναι επιχειρηματική οντότητα (είτε πρόκειται για νομικό είτε για φυσικό πρόσωπο) λογίζεται επίσης ως αφερέγγυος εάν είναι υπερχρεωμένος. Οι οφειλέτες χαρακτηρίζονται ως υπερχρεωμένοι εάν έχουν πολλαπλούς πιστωτές και το σύνολο των οφειλών τους υπερβαίνει την αξία των περιουσιακών τους στοιχείων.

Επικείμενη αφερεγγυότητα υπάρχει όταν, λαμβανομένου υπόψη του συνόλου των περιστάσεων, μπορεί ευλόγως να συναχθεί ότι ο οφειλέτης δεν θα είναι σε θέση να ικανοποιήσει ουσιώδες τμήμα των χρηματικών του υποχρεώσεων δεόντως και εγκαίρως.

Είδη διαδικασιών αφερεγγυότητας

Το τσεχικό δίκαιο διακρίνει τρεις βασικούς τρόπους για την αντιμετώπιση της αφερεγγυότητας ή της επικείμενης αφερεγγυότητας οφειλέτη στο πλαίσιο των διαδικασιών αφερεγγυότητας:

  • την πτώχευση (konkurs)
  • την εξυγίανση (reorganizace)
  • τη διαγραφή χρεών (oddlužení).

Ο νόμος περί αφερεγγυότητας δεν ορίζει ποια από τις διαφορετικές μεθόδους αντιμετώπισης αφερεγγυότητας πρέπει να χρησιμοποιείται από τον εκάστοτε οφειλέτη, αλλά αφήνει την επιλογή στη διακριτική ευχέρεια των ενδιαφερομένων. Παρέχεται η δυνατότητα για κίνηση διαδικασίας εκκαθάρισης (πτώχευση), αλλά επίσης προσφέρεται η δυνατότητα μεθόδων ανάκαμψης (εξυγίανση και διαγραφή χρεών). Η επιλογή της κατάλληλης μεθόδου για την αντιμετώπιση της αφερεγγυότητας οφειλέτη πρέπει να γίνεται με γνώμονα τη βέλτιστη δυνατή έκβαση για τους πιστωτές.

Η πτώχευση είναι ένας γενικός τρόπος αντιμετώπισης της αφερεγγυότητας, στο πλαίσιο του οποίου, βάσει δικαστικής απόφασης που κηρύσσει τον οφειλέτη σε πτώχευση, οι αναγνωρισμένες απαιτήσεις των πιστωτών ικανοποιούνται κατά βάση από τη ρευστοποίηση της περιουσίας του οφειλέτη. Οι απαιτήσεις που δεν έχουν ικανοποιηθεί είτε εν μέρει είτε στο σύνολό τους δεν αποσβένονται, με την επιφύλαξη αντίθετης διάταξης του νόμου. Η εν λόγω μέθοδος αφερεγγυότητας χρησιμοποιείται πάντα όταν είναι αδύνατη η χρήση των επιεικέστερων μεθόδων της εξυγίανσης ή της διαγραφής χρεών κατά του οφειλέτη, η εάν καταστεί σαφές κατά τη διάρκεια της διαδικασίας ότι δεν μπορούν να συνεχιστούν οι εν λόγω μέθοδοι.

H εξυγίανση μπορεί να χρησιμοποιηθεί για την αντιμετώπιση της αφερεγγυότητας ή επικείμενης αφερεγγυότητας οφειλετών που αποτελούν επιχειρηματικές οντότητες. Συνεπάγεται την αναδιοργάνωση της επιχείρησης. Συνήθως προσδοκάται ότι οι απαιτήσεις των πιστωτών θα ικανοποιηθούν σταδιακά ενώ η επιχείρηση του οφειλέτη παραμένει σε λειτουργία σύμφωνα με μέτρα για την αναζωογόνηση της διαχείρισής της με βάση σχέδιο εξυγίανσης που έχει προηγουμένως εγκριθεί από το πτωχευτικό δικαστήριο. Οι πιστωτές παρακολουθούν την πρόοδο του σχεδίου εξυγίανσης.

Η διαγραφή χρεών συνιστά έναν τρόπο αντιμετώπισης της αφερεγγυότητας ή της επικείμενης αφερεγγυότητας οφειλετών που στην ουσία δεν έχουν επιχειρηματικά χρέη και που, στην περίπτωση των νομικών προσώπων, δεν αποτελούν επιχειρηματικές οντότητες. Αυτή η μέθοδος αφερεγγυότητας εστιάζει κυρίως σε κοινωνικές παρά σε οικονομικές πτυχές. Σκοπός είναι να παρέχεται στους οφειλέτες η ευκαιρία μιας «νέας αρχής» και να ενθαρρύνονται αυτοί να συμμετέχουν ενεργά στην εξόφληση των οφειλών τους, τουλάχιστον έως το προβλεπόμενο επίπεδο του 30 % στις περιπτώσεις των ανέγγυων (εγχειρόγραφων) πιστωτών. Τεκμαίρεται ότι οι απαιτήσεις των ενέγγυων πιστωτών θα ικανοποιηθούν από τη σχετική εμπράγματη ασφάλεια. Παράλληλος σκοπός είναι επίσης η μείωση των δημόσιων δαπανών που πραγματοποιούνται για την ανάκαμψη των προσώπων που βρίσκονται σε κατάσταση κοινωνικής κρίσης. Η διαγραφή χρεών μπορεί να επιτευχθεί μέσω της ρευστοποίησης της πτωχευτικής περιουσίας, της θέσπισης χρονοδιαγράμματος αποπληρωμής ή συνδυασμού και των δύο αυτών μεθόδων.

Ποιος νομιμοποιείται ενεργητικά να κινήσει διαδικασία αφερεγγυότητας;

Διαδικασία αφερεγγυότητας μπορεί να κινηθεί μόνον με την κατάθεση σχετικής αίτησης. Η διαδικασία αρχίζει κατά την ημερομηνία κατά την οποία η αίτηση για την έναρξη διαδικασίας αφερεγγυότητας άγεται ενώπιον αρμόδιου δικαστηρίου. Την αίτηση για την έναρξη διαδικασίας αφερεγγυότητας μπορούν να καταθέσουν τόσο οι οφειλέτες όσο και οι πιστωτές, με εξαίρεση τις περιπτώσεις της επικείμενης αφερεγγυότητας, στις οποίες την αίτηση μπορεί να καταθέσει μόνο ο οφειλέτης.

Οι οφειλέτες που είναι επιχειρηματικές οντότητες (φυσικά και νομικά πρόσωπα ομοίως) οφείλουν να καταθέσουν αμελλητί αίτηση για την έναρξη διαδικασίας αφερεγγυότητας μόλις λάβουν γνώση της αφερεγγυότητάς τους ή αφότου θα είχαν λάβει γνώση της αφερεγγυότητάς τους εάν είχαν επιδείξει τη δέουσα επιμέλεια.

Έναρξη διαδικασίας πτώχευσης

Το πτωχευτικό δικαστήριο εκδίδει απόφαση περί κήρυξης σε πτώχευση με αυτοτελή του απόφαση. Σε εξαιρετικές περιπτώσεις, η κήρυξη σε πτώχευση μπορεί να διατάσσεται με την απόφαση περί αφερεγγυότητας (εάν ο οφειλέτης δεν πληροί τους όρους υπαγωγής σε καθεστώς εξυγίανσης ή διαγραφής χρεών). Η κήρυξη σε πτώχευση παράγει αποτελέσματα με τη δημοσίευση της απόφασης περί κήρυξης σε πτώχευση στο μητρώο αφερεγγυότητας.

Έναρξη διαδικασίας εξυγίανσης

Η διαδικασία εξυγίανσης κινείται με την άδεια του πτωχευτικού δικαστηρίου, η οποία εκδίδεται κατόπιν σχετικής αίτησης του οφειλέτη ή αναγγελθέντος πιστωτή.

Η άδεια για τη διαδικασία εξυγίανσης χορηγείται εάν πληρούται ένας από τους παρακάτω όρους (μη σωρευτικοί όροι):

  • o συνολικός ετήσιος κύκλος εργασιών του οφειλέτη κατά την τελευταία λογιστική χρήση πριν από την αίτηση για την έναρξη διαδικασίας αφερεγγυότητας ήταν τουλάχιστον 50 000 000 CZK , ή
  • ο οφειλέτης απασχολεί τουλάχιστον 50 υπαλλήλους, ή
  • ο οφειλέτης υποβάλλει ενώπιον του πτωχευτικού δικαστηρίου, μαζί με την αίτηση για την έναρξη διαδικασίας αφερεγγυότητας ή το αργότερο μέχρι την ημερομηνία έκδοσης της απόφασης περί αφερεγγυότητας, σχέδιο εξυγίανσης το οποίο έχει εγκριθεί από τουλάχιστον το 50 % του συνόλου των ενέγγυων πιστωτών (υπολογιζόμενο με βάση το συνολικό ποσό των απαιτήσεών τους) και τουλάχιστον το 50 % των ανέγγυων πιστωτών (επίσης υπολογιζόμενο με βάση το σύνολο των απαιτήσεών τους).

Ο οφειλέτης δεν μπορεί να υπαχθεί σε καθεστώς εξυγίανσης εάν είναι νομικό πρόσωπο υπό εκκαθάριση, εταιρεία εμπορίας κινητών αξιών ή οντότητα εξουσιοδοτημένη να δραστηριοποιείται σε χρηματιστήρια εμπορευμάτων δυνάμει ειδικού νόμου.

Το πτωχευτικό δικαστήριο επιτρέπει την εξυγίανση εφόσον πληρούνται οι αντίστοιχες νόμιμες προϋποθέσεις. Η σχετική απόφαση δεν υπόκειται σε έφεση.

Το πτωχευτικό δικαστήριο απορρίπτει την αίτηση για χορήγηση άδειας υπαγωγής σε καθεστώς εξυγίανσης εφόσον: α) λαμβανομένου υπόψη του συνόλου των περιστάσεων, μπορεί εύλογα να συναχθεί η ύπαρξη κακόβουλης πρόθεσης, β) η αίτηση έχει κατατεθεί εκ νέου από πρόσωπο του οποίου έχει ήδη εκδικαστεί αίτηση για χορήγηση άδειας υπαγωγής σε καθεστώς εξυγίανσης ή γ) η αίτηση έχει κατατεθεί από πιστωτή αλλά δεν έχει εγκριθεί στο πλαίσιο συνέλευσης των πιστωτών. Κατά τέτοιας απόφασης μπορούν να ασκήσουν έφεση μόνο οι ασκήσαντες την αίτηση επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση.

Έναρξη διαδικασίας διαγραφής χρεών

Αίτηση για υπαγωγή σε καθεστώς διαγραφής χρεών μπορεί να καταθέσει ο οφειλέτης με τη χρήση προβλεπόμενου συναφώς εντύπου, ενώ, εφόσον συντρέχει περίπτωση, η αίτηση υποβάλλεται μαζί με αίτηση για την έναρξη διαδικασίας αφερεγγυότητας (εάν δεν έχει ήδη κινηθεί διαδικασία αφερεγγυότητας από πιστωτή).

Η αίτηση για τη διαγραφή χρεών μαζί με τα παραρτήματά της πρέπει να περιέχει, ιδίως, στοιχεία σχετικά με τα παρελθόντα και τα προσδοκώμενα μελλοντικά εισοδήματα του οφειλέτη, κατάλογο των περιουσιακών του στοιχείων, καθώς και κατάλογο των υποχρεώσεων που τον βαρύνουν. Εάν οποιοσδήποτε προθυμοποιείται να προβεί σε δωρεά υπέρ του οφειλέτη έτσι ώστε να πληρωθούν οι όροι της διαγραφής χρεών ή εάν οποιοσδήποτε προθυμοποιείται να προβαίνει σε τακτικές πληρωμές σε μετρητά προς τον οφειλέτη κατά τη διάρκεια της διαδικασίας διαγραφής χρεών, ο οφειλέτης επισυνάπτει τη σχετική πράξη δωρεάς ή σύμβασης παροχής εισοδημάτων στην αίτηση για διαγραφή χρεών.

Το πτωχευτικό δικαστήριο χορηγεί άδεια για τη διαγραφή χρεών εάν πληρούνται οι σχετικοί όροι. Το εν λόγω δικαστήριο απορρίπτει την αίτηση για διαγραφή χρεών εάν, λαμβανομένου υπόψη του συνόλου των περιστάσεων, μπορεί εύλογα να συναχθεί η ύπαρξη κακόβουλης πρόθεσης ή εάν, συνεπεία της διαγραφής των χρεών, οι ανέγγυοι πιστωτές θα εισπράξουν λιγότερο από το 30 % των απαιτήσεών τους (εκτός εάν συμφωνούν σ’ αυτό). Το πτωχευτικό δικαστήριο επίσης απορρίπτει την αίτηση για διαγραφή χρεών εάν από τη μέχρι τούδε διαδικασία προκύπτει ότι ο οφειλέτης επέδειξε αμέλεια ή απερισκεψία κατά την εκπλήρωση των υποχρεώσεών του στο πλαίσιο της διαδικασίας αφερεγγυότητας. Μόνο ο οφειλέτης νομιμοποιείται να ασκήσει έφεση σε περίπτωση απόρριψης της αίτησης.

Πότε παράγει αποτελέσματα η έναρξη διαδικασίας αφερεγγυότητας

Η έναρξη διαδικασίας αφερεγγυότητας παράγει αποτελέσματα με τη δημοσίευση ανακοίνωσης περί της έναρξης της διαδικασίας αφερεγγυότητας στο μητρώο αφερεγγυότητας (βλ. παρακάτω). Τα αποτελέσματα που παράγονται με την έναρξη της διαδικασίας διαρκούν έως το πέρας της διαδικασίας αφερεγγυότητας, εκτός εάν ο νόμος ορίζει διαφορετικά για οποιαδήποτε εκ των μεθόδων αφερεγγυότητας.

Προσωρινά μέτρα ενώ εκκρεμεί απόφαση περί αφερεγγυότητας

Το πτωχευτικό δικαστήριο μπορεί να διατάξει αυτεπαγγέλτως προσωρινά μέτρα για το χρονικό διάστημα κατά το οποίο εκκρεμεί η έκδοση της απόφασής του επί αίτησης για την έναρξη διαδικασίας αφερεγγυότητας, εκτός εάν ορίζεται διαφορετικά στον νόμο. Όποιος τυχόν αιτείται τη λήψη προσωρινών μέτρων τα οποία μπορεί άλλως να διατάξει αυτεπαγγέλτως το δικαστήριο δεν υποχρεούται να προβεί σε κατάθεση εγγύησης. Ο οφειλέτης δεν υποχρεούται να προβεί σε κατάθεση εγγύησης όταν αιτείται τη λήψη προσωρινών μέτρων.

Βάσει τέτοιων προσωρινών μέτρων, το πτωχευτικό δικαστήριο μπορεί μεταξύ άλλων:

  • να διορίσει προσωρινό διαχειριστή,
  • να περιορίσει ορισμένα από τα αποτελέσματα που παράγει η έναρξη της διαδικασίας αφερεγγυότητας,
  • να διατάξει οποιονδήποτε από τους αιτούντες την έναρξη διαδικασίας αφερεγγυότητας να προβεί σε κατάθεση εγγύησης η οποία να καλύπτει την αποζημίωση για τυχόν ζημίες ή απώλειες του οφειλέτη.

Μητρώο αφερεγγυότητας

Οι διαδικασίες αφερεγγυότητας δημοσιεύονται στο μητρώο αφερεγγυότητας, το οποίο τελεί υπό τη διαχείριση του Υπουργείου Δικαιοσύνης (Ministerstvo spravedlnosti). Πρόκειται για διαδικτυακό σύστημα πληροφοριών της δημόσιας διοίκησης, στο οποίο παρέχεται πρόσβαση στην ηλεκτρονική διεύθυνση Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροhttps://isir.justice.cz/

Πρωταρχικός λόγος της σύστασης του μητρώου αφερεγγυότητας είναι η απόδοση της μέγιστης δυνατής δημοσιότητας στις διαδικασίες αφερεγγυότητας και η παροχή της δυνατότητας παρακολούθησης της εξέλιξής τους. Το μητρώο χρησιμοποιείται για τη δημοσίευση αποφάσεων του πτωχευτικού δικαστηρίου σε διαδικασίες αφερεγγυότητας και παρεμπίπτουσες διαφορές, εγγράφων που περιλαμβάνονται σε σχετικές δικογραφίες και άλλων πληροφοριών, όπως ορίζεται από τον νόμο περί αφερεγγυότητας ή διατάσσεται από το πτωχευτικό δικαστήριο.

Το μητρώο αφερεγγυότητας είναι διαθέσιμο στο κοινό (με εξαίρεση ορισμένα στοιχεία), ενώ οποιοσδήποτε έχει το δικαίωμα να το εξετάσει, καθώς και να ζητήσει τη λήψη αντιγράφων και αποσπασμάτων από αυτό.

Εκτός από πηγή πληροφοριών, το μητρώο αφερεγγυότητας διαδραματίζει κρίσιμο ρόλο στη διαδικασία κοινοποίησης εγγράφων, καθώς αποτελεί το μέσο για την επίδοση των περισσότερων δικαστικών αποφάσεων και λοιπών εγγράφων. Η έναρξη διαδικασίας αφερεγγυότητας κατά κανόνα καταχωρίζεται στο μητρώο αφερεγγυότητας εντός δύο ωρών από την κατάθεση της σχετικής αίτησης (κατά τη διάρκεια των ωρών λειτουργίας του δικαστηρίου). Στη συνέχεια, όλες οι δικαστικές αποφάσεις και λοιπά έγγραφα δημοσιεύονται στο μητρώο αφερεγγυότητας. Με τον τρόπο αυτό παρέχεται σε όλους εικόνα των διαδικασιών αφερεγγυότητας που διεξάγονται στην Τσεχική Δημοκρατία.

3 Ποια περιουσιακά στοιχεία ανήκουν στην πτωχευτική περιουσία; Πώς αντιμετωπίζονται τα περιουσιακά στοιχεία που αποκτώνται από τον οφειλέτη ή που περιέρχονται σε αυτόν μετά την έναρξη της διαδικασίας αφερεγγυότητας;

Πτωχευτική περιουσία

Όταν η αίτηση για την έναρξη διαδικασίας αφερεγγυότητας ασκείται από τον οφειλέτη, η πτωχευτική περιουσία περιλαμβάνει τα περιουσιακά στοιχεία που ανήκουν στον οφειλέτη κατά τη στιγμή που αρχίζει να παράγει αποτελέσματα η έναρξη της διαδικασίας αφερεγγυότητας, μαζί με τα περιουσιακά στοιχεία που αποκτώνται από τον οφειλέτη κατά τη διάρκεια της διαδικασίας αφερεγγυότητας.

Όταν η αίτηση για την έναρξη διαδικασίας αφερεγγυότητας ασκείται από πιστωτή, η πτωχευτική περιουσία περιλαμβάνει τα περιουσιακά στοιχεία που ανήκουν στον οφειλέτη κατά τη στιγμή που τίθενται σε ισχύ τα προσωρινά μέτρα του δικαστηρίου που περιορίζουν (εν όλω ή εν μέρει) το δικαίωμα του οφειλέτη διάθεσης των περιουσιακών του στοιχείων, τα περιουσιακά στοιχεία που ανήκουν στον οφειλέτη κατά τη στιγμή που τίθενται σε ισχύ οι αποφάσεις περί της αφερεγγυότητας του οφειλέτη, καθώς και τα περιουσιακά στοιχεία που αποκτώνται από τον οφειλέτη κατά τη διάρκεια της διαδικασίας αφερεγγυότητας αφότου έχουν τεθεί σε ισχύ οι εν λόγω αποφάσεις.

Σε περίπτωση συγκυριότητας του οφειλέτη επί περιουσιακών στοιχείων, στην πτωχευτική περιουσία περιλαμβάνεται το αντίστοιχο μερίδιο κυριότητας του οφειλέτη. Τα περιουσιακά αυτά στοιχεία αποτελούν τμήμα της πτωχευτικής περιουσίας ακόμα και εάν αποτελούν τμήμα της κοινής γαμικής περιουσίας του οφειλέτη και του/της συζύγου του.

Εκτός από τα περιουσιακά στοιχεία του οφειλέτη, τμήμα της πτωχευτικής περιουσίας αποτελούν, στις περιπτώσεις που αυτό ορίζεται από τον νόμο, και περιουσιακά στοιχεία άλλων προσώπων, ιδίως στοιχεία που έχουν δοθεί ως αντιπαροχή στο πλαίσιο ανίσχυρων δικαιοπραξιών. Για τους σκοπούς της ρευστοποίησης του ενεργητικού, τα εν λόγω περιουσιακά στοιχεία λογίζονται ως τμήμα της περιουσίας του οφειλέτη.

Εκτός εάν ορίζεται διαφορετικά από τον νόμο, η πτωχευτική περιουσία αποτελείται κυρίως από μετρητά, κινητές και ακίνητες αξίες, εξοπλισμό και εγκαταστάσεις, βιβλιάρια καταθέσεων, πιστοποιητικά κατάθεσης και λοιπές μορφές καταθέσεων, μετοχές, ομόλογα, επιταγές και άλλα χρεόγραφα, μερίδια συμμετοχής, χρηματικές και μη χρηματικές απαιτήσεις του οφειλέτη, συμπεριλαμβανόμενων των υπό αίρεση απαιτήσεων και των μη ληξιπρόθεσμων απαιτήσεων, μισθούς, ημερομίσθια και επιμίσθια, καθώς και έσοδα που έχουν χαρακτήρα αμοιβής για εργασία του οφειλέτη, καθώς και άλλα περιουσιακά στοιχεία με αξία αποτιμητή σε χρήμα. Η πτωχευτική περιουσία ομοίως περιλαμβάνει τους τόκους, καρπούς, προσόδους και λοιπά κέρδη που προκύπτουν από τα εν λόγω περιουσιακά στοιχεία.

Εκτός εάν ορίζεται διαφορετικά από τον νόμο, τα περιουσιακά στοιχεία που δεν μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο κατάσχεσης ή αναγκαστικής εκτέλεσης δεν αποτελούν μέρος της πτωχευτικής περιουσίας. Το ζήτημα αυτό διέπεται από τον νόμο αριθ. 99/1963 περί κώδικα πολιτικής δικονομίας. Δεν μπορεί να επισπευστεί αναγκαστική εκτέλεση επί των περιουσιακών στοιχείων του οφειλέτη τα οποία είναι απολύτως αναγκαία για την ικανοποίηση των αναγκών διαβίωσης του ιδίου και της οικογένειάς του ή τα οποία είναι απαραίτητα στο πλαίσιο της εκτέλεσης των καθηκόντων της εργασίας του, καθώς και επί αντικειμένων των οποίων η εκποίηση θα ήταν αντίθετη στα χρηστά ήθη (κυρίως, είδη καθημερινής ένδυσης, κοινά οικιακά σκεύη, δαχτυλίδια γάμου και λοιπά παρόμοια αντικείμενα, ιατροφαρμακευτικά είδη και λοιπά αντικείμενα που είναι απαραίτητα λόγω ασθένειας ή σωματικής ανικανότητας, μετρητά έως το ποσό που αντιστοιχεί στο διπλάσιο του ποσού του ελάχιστου ορίου διαβίωσης, καθώς και κατοικίδια ζώα). Εντούτοις, τα αντικείμενα που χρησιμοποιούνται για τις επιχειρηματικές δραστηριότητες του οφειλέτη δεν αποκλείονται από την πτωχευτική περιουσία. Εκτός εάν ορίζεται διαφορετικά από τον νόμο, η πτωχευτική περιουσία δεν περιλαμβάνει περιουσιακά στοιχεία τα οποία δυνάμει ειδικής νομοθεσίας μπορούν να διατεθούν αποκλειστικά με συγκεκριμένο τρόπο (όπως οι στοχοθετημένες επιχορηγήσεις και οι επιστρεπτέες ενισχύσεις από προϋπολογισμούς κεντρικής ή περιφερειακής διοίκησης ή κρατικού ταμείου).

Μεταχείριση των περιουσιακών στοιχείων που αποκτά ο οφειλέτης ή που περιέρχονται στον οφειλέτη μετά την έναρξη της διαδικασίας αφερεγγυότητας

Σε γενικές γραμμές, τα περιουσιακά στοιχεία που αποκτά ο οφειλέτης ή που περιέρχονται σε αυτόν μετά την έναρξη της διαδικασίας αφερεγγυότητας συμπεριλαμβάνονται στην πτωχευτική περιουσία. Εντούτοις, ανάλογα με την εφαρμοζόμενη μέθοδο αφερεγγυότητας, μπορεί να υπάρχουν αποκλίσεις στον γενικό αυτό κανόνα. Οι οφειλέτες μπορούν να διαθέσουν στοιχεία της πτωχευτικής περιουσίας μόνο εφόσον τηρούν τους περιορισμούς του εκάστοτε σταδίου της διαδικασίας αφερεγγυότητας και της εκάστοτε μεθόδου αφερεγγυότητας.

4 Ποιες εξουσίες έχουν ο οφειλέτης και ο διαχειριστής της διαδικασίας αφερεγγυότητας, αντίστοιχα;

Καθήκοντα και καθεστώς του διαχειριστή αφερεγγυότητας

Η κύρια αποστολή του διαχειριστή αφερεγγυότητας είναι η διαχείριση της πτωχευτικής περιουσίας του οφειλέτη και ο χειρισμός παρεμπιπτουσών και λοιπών διαφορών. Ο διαχειριστής αφερεγγυότητας επιδιώκει την επίτευξη σύμμετρης, ταχείας και οικονομικής ικανοποίησης των πιστωτών στον μέγιστο δυνατό βαθμό.

Ο διαχειριστής αφερεγγυότητας έχει καθήκον να δρα με επαγγελματική ευσυνειδησία και να επιδεικνύει τη δέουσα επιμέλεια. Πρέπει να καταβάλλει κάθε δυνατή προσπάθεια που μπορεί ευλόγως να απαιτηθεί από αυτόν για την ικανοποίηση των πιστωτών στον μέγιστο δυνατό βαθμό. Πρέπει να θέτει το κοινό συμφέρον των πιστωτών πάνω από τα ίδια συμφέροντά του και τα συμφέροντα άλλων προσώπων.

Στις διαδικασίες πτώχευσης, ο διαχειριστής αφερεγγυότητας αναλαμβάνει την εξουσία διάθεσης της πτωχευτικής περιουσίας, την άσκηση των σχετικών δικαιωμάτων και την εκπλήρωση των υποχρεώσεων του οφειλέτη που συνδέονται με την πτωχευτική περιουσία. Ιδίως, ο διαχειριστής αφερεγγυότητας ασκεί τα εταιρικά δικαιώματα που ανήκουν σε εταιρικά μερίδια τα οποία περιλαμβάνονται στην πτωχευτική περιουσία, ενεργεί ως εργοδότης έναντι των εργαζομένων του οφειλέτη και είναι υπεύθυνος για τη λειτουργία της επιχείρησης του οφειλέτη, καθώς και για την τήρηση των λογιστικών βιβλίων και τη φορολογική συμμόρφωσή της. Ο διαχειριστής αφερεγγυότητας είναι επίσης υπεύθυνος για τη ρευστοποίηση της πτωχευτικής περιουσίας.

Στις διαδικασίες εξυγίανσης, ο διαχειριστής αφερεγγυότητας κυρίως επιβλέπει τις δραστηριότητες οφειλέτη που έχει τη διαχείριση της περιουσίας του, είναι υπεύθυνος για τον συνεχή προσδιορισμό της πτωχευτικής περιουσίας και την κατάρτιση σχετικού πίνακα απογραφής, χειρίζεται παρεμπίπτουσες διαφορές, καταρτίζει και συμπληρώνει τον πίνακα πιστωτών, και υποβάλλει αναφορές στην επιτροπή πιστωτών. Ο διαχειριστής αφερεγγυότητας ασκεί επίσης τις αρμοδιότητες της γενικής συνέλευσης ή της συνέλευσης των εταίρων του οφειλέτη.

Στις διαδικασίες διαγραφής χρεών, ο διαχειριστής αφερεγγυότητας, από κοινού με το πτωχευτικό δικαστήριο και τους πιστωτές, επιβλέπει τον οφειλέτη και τις ενέργειές του, ρευστοποιεί τα περιουσιακά στοιχεία του οφειλέτη και πραγματοποιεί τις μηνιαίες πληρωμές στους πιστωτές, σύμφωνα με το οριζόμενα στο σχετικό χρονοδιάγραμμα πληρωμών.

Καθεστώς του οφειλέτη

Στις διαδικασίες πτώχευσης, ο οφειλέτης χάνει την εξουσία διάθεσης της πτωχευτικής περιουσίας, καθώς και τη δυνατότητα άσκησης των δικαιωμάτων και εκπλήρωσης των υποχρεώσεων που συνδέονται με την πτωχευτική περιουσία. Η εξουσία αυτή μεταβιβάζεται στον διαχειριστή αφερεγγυότητας. Ο νόμος ορίζει ότι οι σχετικές δικαιοπραξίες στις οποίες προβαίνει ο οφειλέτης μετά τη μεταβίβαση της εξουσίας διάθεσης της πτωχευτικής περιουσίας στον διαχειριστή αφερεγγυότητας είναι ανίσχυρες έναντι των πιστωτών.

Στις διαδικασίες εξυγίανσης, η πτωχευτική περιουσία παραμένει υπό τη διαχείριση του οφειλέτη με ορισμένους περιορισμούς. Δικαιοπραξίες ουσιώδους σημασίας για τη διάθεση και διαχείριση της πτωχευτικής περιουσίας μπορούν να εκτελεσθούν από τον οφειλέτη που έχει τη διαχείριση της περιουσίας του μόνο κατόπιν έγκρισης της επιτροπής πιστωτών. Οφειλέτης που παραβαίνει την ως άνω υποχρέωση οφείλει να αποκαταστήσει κάθε ζημιά ή άλλη απώλεια που υπέστη συναφώς πιστωτής ή τρίτος. Τα μέλη του οργάνου διοίκησης του οφειλέτη ευθύνονται από κοινού και εις ολόκληρον για τις εν λόγω ζημιές ή απώλειες. «Δικαιοπραξίες ουσιώδους σημασίας» είναι εκείνες που μεταβάλλουν ουσιωδώς την αξία της πτωχευτικής περιουσίας, τη θέση των πιστωτών ή τον βαθμό ικανοποίησης των πιστωτών. Ο διαχειριστής αφερεγγυότητας ασκεί τις αρμοδιότητες της γενικής συνέλευσης ή της συνέλευσης των εταίρων του οφειλέτη.

Στις διαδικασίες εξυγίανσης, η πτωχευτική περιουσία παραμένει υπό τη διαχείριση του οφειλέτη με ορισμένους περιορισμούς. Ο οφειλέτης τελεί υπό την εποπτεία του πτωχευτικού δικαστηρίου, του διαχειριστή αφερεγγυότητας και των πιστωτών.

5 Κάτω από ποιες προϋποθέσεις μπορεί να προταθεί συμψηφισμός;

Σε γενικές γραμμές, ο συμψηφισμός ρυθμίζεται στον τσεχικό αστικό κώδικα. Κατά κανόνα, εάν τα μέρη διατηρούν αμοιβαία αντίθετες ομοειδείς απαιτήσεις, οποιοδήποτε εκ των μερών μπορεί να προβεί σε δήλωση συμψηφισμού της απαίτησής του με την ανταπαίτηση του αντισυμβαλλομένου του. Συμψηφισμός μπορεί να προβληθεί οσάκις ένα μέρος έχει το δικαίωμα τόσο να αξιώσει την ικανοποίηση της απαίτησής του όσο και να εκπληρώσει τη δική του οφειλή. Ο συμψηφισμός οδηγεί στην απόσβεση των αντίθετων απαιτήσεων στον βαθμό που συμπίπτουν. Εάν δεν αλληλοκαλύπτονται απόλυτα, οι απαιτήσεις αποσβένονται με συμψηφισμό κατά τρόπο παρόμοιο με αυτόν της εκπλήρωσης της παροχής. Τα αποτελέσματα αυτά παράγονται όταν δύο απαιτήσεις πληρούν τις προϋποθέσεις για συμψηφισμό.

Στις διαδικασίες αφερεγγυότητας, οι αντίθετες απαιτήσεις του πιστωτή και του οφειλέτη μπορούν να συμψηφιστούν μετά την απόφαση περί αφερεγγυότητας εφόσον οι κατά νόμο απαιτούμενες προϋποθέσεις για τον συμψηφισμό (βάσει του τσεχικού αστικού κώδικα) έχουν ήδη πληρωθεί πριν από την έκδοση της απόφασης περί της μεθόδου που θα χρησιμοποιηθεί για την αντιμετώπιση της αφερεγγυότητας, εκτός εάν ορίζεται διαφορετικά στον νόμο περί αφερεγγυότητας.

Στις διαδικασίες αφερεγγυότητας ο συμψηφισμός απαγορεύεται εάν ο πιστωτής του οφειλέτη:

  • δεν έχει αναγγελθεί ως πιστωτής όσον αφορά την προτεινόμενη σε συμψηφισμό απαίτηση, ή
  • έχει αποκτήσει την προτεινόμενη σε συμψηφισμό απαίτηση βάσει ανίσχυρης δικαιοπραξίας, ή
  • γνώριζε την αφερεγγυότητα του οφειλέτη κατά τον χρόνο της απόκτησης της προτεινόμενης σε συμψηφισμό απαίτησης, ή
  • δεν έχει ικανοποιήσει ακόμη τη ληξιπρόθεσμη απαίτηση του οφειλέτη στον βαθμό που ξεπερνά την προτεινόμενη σε συμψηφισμό δική του απαίτηση, ή
  • στις περιπτώσεις που ορίζονται βάσει προσωρινών μέτρων που διατάζει το πτωχευτικό δικαστήριο.

6 Ποια αποτελέσματα έχουν οι διαδικασίες αφερεγγυότητας επί των υφισταμένων συμβάσεων στις οποίες ο οφειλέτης αποτελεί συμβαλλόμενο μέρος;

Αμφοτεροβαρείς συμβάσεις

Εάν ο οφειλέτης, κατά τον χρόνο της κήρυξης της πτώχευσης ή της έγκρισης της υπαγωγής σε καθεστώς εξυγίανσης ή διαγραφής χρεών, είναι συμβαλλόμενο μέρος σε αμφοτεροβαρή σύμβαση, συμπεριλαμβανόμενων των προσυμφώνων, η οποία ακόμα δεν έχει εκτελεστεί πλήρως, είτε εκ μέρους του οφειλέτη είτε εκ μέρους του αντισυμβαλλομένου του, κατά τον χρόνο της κήρυξης της πτώχευσης ή της έγκρισης της υπαγωγής σε καθεστώς εξυγίανσης ή διαγραφής χρεών, ισχύουν τα ακόλουθα:

– στις διαδικασίες πτώχευσης ή διαγραφής χρεών, ο διαχειριστής αφερεγγυότητας μπορεί είτε να προβεί στην εκτέλεση της σύμβασης αντί του οφειλέτη και να απαιτήσει την εκπλήρωση της παροχής του αντισυμβαλλομένου είτε να αρνηθεί την εκτέλεση της σύμβασης

– στις διαδικασίες εξυγίανσης, ο οφειλέτης που έχει τη διαχείριση της περιουσίας του διαθέτει ομοίως την εξουσία να προβεί στις ως άνω ενέργειες, υπό την επιφύλαξη της έγκρισης της επιτροπής των πιστωτών.

Στις διαδικασίες πτώχευσης ή διαγραφής χρεών, αν ο διαχειριστής αφερεγγυότητας δεν δηλώσει εντός 30 ημερών από την απόφαση περί κήρυξης της πτώχευσης ή έγκρισης της υπαγωγής στο καθεστώς διαγραφής χρεών ότι η σύμβαση θα εκτελεστεί, λογίζεται ότι έχει αρνηθεί την εκτέλεση της σύμβασης. Μέχρι τη λήξη της ως άνω προθεσμίας, ο αντισυμβαλλόμενος δεν μπορεί να υπαναχωρήσει από τη σχετική σύμβαση, εκτός εάν αυτό επιτρέπεται με βάση τις διατάξεις της σύμβασης. Στις διαδικασίες εξυγίανσης, αν ο οφειλέτης που διατηρεί τη διαχείριση της περιουσίας του δεν δηλώσει ότι αρνείται την εκτέλεση της σύμβασης εντός 30 ημερών από την έγκριση της υπαγωγής σε καθεστώς εξυγίανσης, υποχρεούται να εκτελέσει την αμφοτεροβαρή σύμβαση.

Αντισυμβαλλόμενος που υποχρεούται να εκπληρώσει πρώτος την παροχή του δύναται να αρνηθεί την εκπλήρωση έως ότου πραγματοποιηθεί ή διασφαλιστεί η αμοιβαία εκπλήρωση, εκτός εάν η σύμβαση συνάφθηκε από τον αντισυμβαλλόμενο μετά τη δημοσίευση της απόφασης περί αφερεγγυότητας.

Εάν ο διαχειριστής αφερεγγυότητας ή ο οφειλέτης που έχει τη διαχείριση της περιουσίας του αρνηθεί την εκτέλεση της σύμβασης, ο αντισυμβαλλόμενος μπορεί να αξιώσει αποζημίωση για τη ζημία που υπέστη, αναγγέλλοντας τη σχετική αξίωσή του εντός 30 ημερών από την άρνηση της εκτέλεσης. Οι απαιτήσεις του αντισυμβαλλομένου που απορρέουν από την εξακολούθηση της σύμβασης μετά την κήρυξη σε πτώχευση συνιστούν απαιτήσεις κατά της πτωχευτικής περιουσίας.

Ο αντισυμβαλλόμενος δεν μπορεί να απαιτήσει την αναστροφή μερικής εκπλήρωσης στην οποία προέβη πριν από την απόφαση περί αφερεγγυότητας επικαλούμενος ότι ο οφειλέτης δεν προέβη στην αντίστοιχη αντιπαροχή.

Συμβάσεις με δήλη ημέρα ή προθεσμία εκπλήρωσης

Εάν έχει συμφωνηθεί ότι ένα παραδοτέο αγαθό με αγοραία τιμή πρέπει να παραδοθεί σε συγκεκριμένο χρονικό σημείο ή εντός συγκεκριμένης προθεσμίας και το χρονικό σημείο ή η λήξη της προθεσμίας εκπλήρωσης επέλθει μετά την κήρυξη σε πτώχευση, δεν μπορεί να απαιτηθεί η εκπλήρωση της σχετικής παροχής. Μπορεί να απαιτηθεί μόνο αποζημίωση για τη ζημία που προκλήθηκε λόγω της μη εκπλήρωσης της συμβατικής υποχρέωσης του οφειλέτη. Ως «ζημία» νοείται η διαφορά μεταξύ του συμφωνηθέντος τιμήματος και της αγοραίας τιμής κατά την ημερομηνία ισχύος της κήρυξης σε πτώχευση και στον τόπο που ορίζεται στη σύμβαση ως ο τόπος εκπλήρωσης της παροχής. Ο αντισυμβαλλόμενος μπορεί να αξιώσει αποζημίωση ως πτωχευτικός πιστωτής, αναγγέλλοντας τη σχετική απαίτησή του εντός 30 ημερών από την κήρυξη σε πτώχευση.

Δανειακές συμβάσεις

Σε περίπτωση που ο οφειλέτης έχει συνάψει δανειακή σύμβαση, ο διαχειριστής αφερεγγυότητας μπορεί, μετά την κήρυξη σε πτώχευση, να απαιτήσει την επιστροφή του δανείου πριν από τη λήξη της συμβατικής περιόδου δανεισμού.

Μίσθωση, υπομίσθωση

Οι συμβάσεις μίσθωσης και υπομίσθωσης ρυθμίζονται λεπτομερώς. Μετά την κήρυξη σε πτώχευση, ο διαχειριστής αφερεγγυότητας δύναται, μεταξύ άλλων, να καταγγείλει εντός της νόμιμης ή συμβατικής προθεσμίας τις συμβάσεις μίσθωσης ή υπομίσθωσης που έχει συνάψει ο οφειλέτης, ακόμα και όταν πρόκειται για συμβάσεις ορισμένου χρόνου. H περίοδος προειδοποίησης δεν μπορεί να υπερβαίνει τους τρεις μήνες. Τα ως άνω ισχύουν με την επιφύλαξη των διατάξεων του τσεχικού αστικού κώδικα με τις οποίες ρυθμίζεται πότε και υπό ποιους όρους μπορεί ο εκμισθωτής να καταγγείλει τη σύμβαση μίσθωσης.

Σχέδια συμβάσεων του οφειλέτη που δεν έχουν ακόμη γίνει δεκτά από τον αντισυμβαλλόμενο κατά τον χρόνο κήρυξης της πτώχευσης

Η κήρυξη σε πτώχευση επιφέρει την απόσβεση των προτάσεων του οφειλέτη για τη σύναψη σύμβασης των οποίων η αποδοχή τελεί σε εκκρεμότητα καθώς και τυχόν σχεδίων σύμβασης που έχουν γίνει δεκτά από τον οφειλέτη αλλά δεν έχουν ακόμη συναφθεί, κατά το μέτρο που αφορούν την πτωχευτική περιουσία. Τα σχέδια σύμβασης τα οποία δεν έχουν ακόμη γίνει δεκτά από τον οφειλέτη κατά την κήρυξη της πτώχευσης μπορούν να γίνουν δεκτά μόνο από τον διαχειριστή αφερεγγυότητας.

Επιφύλαξη κυριότητας

Εάν ο οφειλέτης έχει προβεί σε πώληση αγαθού με επιφύλαξη της κυριότητας και το έχει παραδώσει στον αγοραστή πριν από την κήρυξη της πτώχευσης, ο αγοραστής μπορεί είτε να επιστρέψει το αγαθό είτε να εμμείνει στην εκτέλεση της σύμβασης. Εάν, πριν από την κήρυξη της πτώχευσης, ο οφειλέτης προβεί σε αγορά και παραλαβή αγαθού με επιφύλαξη της κυριότητας, ο πωλητής δεν μπορεί να απαιτήσει την επιστροφή του αγαθού στην περίπτωση που ο διαχειριστής αφερεγγυότητας εκπληρώσει τις συμβατικές υποχρεώσεις αμελλητί κατόπιν σχετικής όχλησης του πωλητή.

7 Ποια αποτελέσματα έχουν οι διαδικασίες αφερεγγυότητας επί των ατομικών διώξεων εκ μέρους πιστωτών (εκτός εάν υφίσταται εκκρεμοδικία);

Η έναρξη της διαδικασίας αφερεγγυότητας παράγει τα ακόλουθα αποτελέσματα:

  • αξιώσεις και λοιπά δικαιώματα που αφορούν την πτωχευτική περιουσία δεν μπορούν να προβληθούν με αγωγή εφόσον μπορούν να προβληθούν με αναγγελία
  • το δικαίωμα ικανοποίησης δυνάμει εμπράγματης ασφάλειας επί περιουσιακών στοιχείων του οφειλέτη ή περιουσιακών στοιχείων που ανήκουν στην πτωχευτική περιουσία μπορεί να ασκηθεί και να αποκτηθεί μόνο υπό τους όρους που προβλέπονται στον νόμο περί αφερεγγυότητας. Το ίδιο ισχύει ως προς τη σύσταση δικαστικού ή αναγκαστικού βάρους επί ακινήτου η αίτηση για το οποίο υποβλήθηκε μετά την έναρξη της διαδικασίας αφερεγγυότητας
  • μπορεί να διαταχθεί ή να κινηθεί διαδικασία αναγκαστικής εκτέλεσης ή συντηρητικής κατάσχεσης επί περιουσιακών στοιχείων που ανήκουν στον οφειλέτη, καθώς και επί άλλων περιουσιακών στοιχείων που ανήκουν στην πτωχευτική περιουσία, αλλά δεν μπορεί ωστόσο να εκτελεσθεί. Για τις απαιτήσεις κατά της πτωχευτικής περιουσίας καθώς και τις ισοδύναμες με αυτές απαιτήσεις, εντούτοις, είναι δυνατή η επίσπευση αναγκαστικής εκτέλεσης ή η επιβολή συντηρητικής κατάσχεσης επί περιουσιακών στοιχείων που ανήκουν στην πτωχευτική περιουσία του οφειλέτη δυνάμει σχετικής απόφασης του πτωχευτικού δικαστηρίου και υπό τους όρους που θα θέτει η εν λόγω απόφαση
  • κατά την εκτέλεση απόφασης, δεν είναι δυνατή η άσκηση δικαιώματος συμφωνηθέντος μεταξύ του πιστωτή και του οφειλέτη κατάσχεσης στα χέρια τρίτου μισθών ή άλλων εισοδημάτων που αντιμετωπίζονται ως μισθοί.

8 Ποια αποτελέσματα έχουν οι διαδικασίες αφερεγγυότητας επί των εκκρεμών κατά τον χρόνο της έναρξης της διαδικασίας αφερεγγυότητας δικών;

Οι αποφάσεις περί αφερεγγυότητας επιφέρουν την αναστολή των δικαστικών και διαιτητικών διαδικασιών που αφορούν απαιτήσεις και λοιπά δικαιώματα που σχετίζονται με την πτωχευτική περιουσία και που πρέπει να αναγγελθούν στο πλαίσιο της διαδικασίας αφερεγγυότητας ή που θεωρούνται ως αναγγελθέντα στη διαδικασία αφερεγγυότητας ή που αφορούν απαιτήσεις που δεν υπάγονται στη διαδικασία αφερεγγυότητας. Πλην εάν ορίζεται διαφορετικά, δεν είναι δυνατή η συνέχιση των εν λόγω διαδικασιών για όσο χρονικό διάστημα τελεί σε ισχύ η απόφαση περί αφερεγγυότητας.

9 Ποια είναι τα κύρια χαρακτηριστικά της συμμετοχής των πιστωτών στη διαδικασία αφερεγγυότητας;

Αρχές που σχετίζονται με τη συμμετοχή των πιστωτών

Οι διαδικασίες αφερεγγυότητας βασίζονται, μεταξύ άλλων, στις ακόλουθες αρχές ως προς τη συμμετοχή των πιστωτών:

  • οι διαδικασίες αφερεγγυότητας πρέπει να διεξάγονται κατά τρόπο ώστε κανένα από τα μέρη να μην θίγεται αδικαιολόγητα ή να μην ωφελείται αθέμιτα και ώστε να επιτυγχάνεται η μέγιστη δυνατή, ταχεία και οικονομική ικανοποίηση των απαιτήσεων των πιστωτών
  • οι πιστωτές που εκ του νόμου υπάγονται στο ίδιο ουσιαστικά ή παρόμοιο καθεστώς έχουν όμοιες ευκαιρίες στη διαδικασία αφερεγγυότητας
  • πλην αν ο νόμος ορίζει διαφορετικά, δικαιώματα που απέκτησε καλόπιστα πιστωτής πριν από την έναρξη της διαδικασίας αφερεγγυότητας δεν μπορούν να περιοριστούν με απόφαση του πτωχευτικού δικαστηρίου ή ως συνέπεια της διαδικασίας που εφαρμόζει ο διαχειριστής αφερεγγυότητας
  • οι πιστωτές υποχρεούνται να απέχουν από πράξεις που σκοπούν στην ικανοποίηση των απαιτήσεών τους εκτός του πλαισίου της διαδικασίας αφερεγγυότητας, με την εξαίρεση των περιπτώσεων που αυτό επιτρέπεται από τον νόμο.

Όργανα των πιστωτών

Τα όργανα των πιστωτών είναι τα εξής:

  • η συνέλευση των πιστωτών,
  • η επιτροπή των πιστωτών (ή ο εκπρόσωπος των πιστωτών).

Η συνέλευση των πιστωτών είναι αρμόδια για την εκλογή και καθαίρεση των μελών και αναπληρωτών μελών της επιτροπής πιστωτών (ή του εκπροσώπου των πιστωτών). Η συνέλευση των πιστωτών μπορεί να διατηρεί υπό την αρμοδιότητά της οτιδήποτε εμπίπτει στις αρμοδιότητες των οργάνων των πιστωτών. Εάν δεν διοριστεί επιτροπή πιστωτών ή εκπρόσωπος των πιστωτών, η συνέλευση των πιστωτών αναλαμβάνει τα καθήκοντα των ως άνω οργάνων, πλην αν ο νόμος ορίζει διαφορετικά.

Εάν αναγγελθούν περισσότεροι από 50 πιστωτές, η συνέλευση των πιστωτών οφείλει να διορίσει επιτροπή πιστωτών. Εναλλακτικά, αρκεί να εκλέξει εκπρόσωπο των πιστωτών.

Η επιτροπή πιστωτών ασκεί τις εξουσίες των οργάνων των πιστωτών, με εξαίρεση τα ζητήματα που εμπίπτουν στην αρμοδιότητα της συνέλευσης των πιστωτών ή που έχουν διατηρηθεί από τη συνέλευση των πιστωτών υπό τη δική της αρμοδιότητα. Ιδίως, η επιτροπή πιστωτών επιβλέπει τις ενέργειες του διαχειριστή αφερεγγυότητας και δύναται να υποβάλλει προτάσεις στο πτωχευτικό δικαστήριο σχετικά με τη διαδικασία αφερεγγυότητας. Η επιτροπή πιστωτών προστατεύει το κοινό συμφέρον των πιστωτών και, σε συνεργασία με τον διαχειριστή αφερεγγυότητας, συμβάλλει στην επίτευξη του σκοπού της διαδικασίας αφερεγγυότητας. Οι διατάξεις σχετικά με την επιτροπή πιστωτών εφαρμόζονται αναλογικά και στην περίπτωση του εκπροσώπου των πιστωτών.

Κατηγορίες πιστωτών

Ο νόμος διακρίνει μεταξύ ενέγγυων και ανέγγυων πιστωτών.

Ενέγγυοι πιστωτές είναι οι πιστωτές των οποίων η απαίτηση διασφαλίζεται με περιουσιακά στοιχεία που ανήκουν στην πτωχευτική περιουσία, με δικαίωμα εμπράγματης ασφάλειας, δικαίωμα επίσχεσης, περιορισμό μεταβίβασης, καταπιστευτική μεταβίβαση δικαιώματος, εγγυητική εκχώρηση απαίτησης ή παρόμοιο δικαίωμα που προβλέπεται από αλλοδαπό δίκαιο.

Οι ενέγγυοι πιστωτές είναι σε θέση να ασκούν σημαντική επιρροή καθ’ όλη την πορεία της διαδικασίας αφερεγγυότητας. Σε περίπτωση που ο οφειλέτης αποτελεί επιχειρηματική οντότητα που μπορεί να τεθεί σε καθεστώς εξυγίανσης βάσει του νόμου περί αφερεγγυότητας, η λήψη απόφασης σχετικά με τη μέθοδο αντιμετώπισης της αφερεγγυότητας (πτώχευση ή εξυγίανση) απαιτεί τη θετική ψήφο τουλάχιστον του 50 % του συνόλου των ενέγγυων πιστωτών (καθώς επίσης και των ανέγγυων πιστωτών, αντίστοιχα) που παρίστανται στη συνέλευση των πιστωτών, ποσοστό που υπολογίζεται με βάση το ποσό των απαιτήσεών τους, εκτός εάν τουλάχιστον το 90 % των πιστωτών που παρίστανται, ποσοστό που επίσης υπολογίζεται με βάση το ποσό των απαιτήσεών τους, ψηφίσει υπέρ της σχετικής απόφασης. Ενέγγυος πιστωτής μπορεί επίσης να παρέχει δεσμευτικές οδηγίες στον κάτοχο του αγαθού σχετικά με τη διαχείριση του αγαθού που συνιστά την ασφάλεια, υπό τον όρο ότι οι εν λόγω οδηγίες σκοπούν στην καλή διαχείριση του εν λόγω αγαθού. Ο διαχειριστής αφερεγγυότητας επίσης δεσμεύεται από τις οδηγίες των ενέγγυων πιστωτών ως προς τη μέθοδο ρευστοποίησης της ασφάλειας. Ο διαχειριστής αφερεγγυότητας μπορεί να μην ακολουθήσει τις εν λόγω οδηγίες εάν κρίνει ότι το αγαθό που συνιστά την ασφάλεια μπορεί να ρευστοποιηθεί με ευνοϊκότερο τρόπο, στην περίπτωση δε αυτή ζητείται από το πτωχευτικό δικαστήριο να κρίνει τις εν λόγω οδηγίες στο πλαίσιο των εποπτικών καθηκόντων του. Η ρευστοποίηση πράγματος, δικαιώματος, απαίτησης ή άλλου περιουσιακού στοιχείου στο πλαίσιο της διαδικασίας αφερεγγυότητας επιφέρει την απάλειψη της ασφάλειας που καλύπτει την απαίτηση του ενέγγυου πιστωτή, ακόμη και εάν ο πιστωτής δεν είχε προβεί στην αναγγελία της απαίτησής του.

Οι απαιτήσεις των ενέγγυων πιστωτών ικανοποιούνται από ολόκληρο το προϊόν της ρευστοποίησης, αφού αφαιρεθεί η αμοιβή του διαχειριστή αφερεγγυότητας και τα έξοδα διαχείρισης και ρευστοποίησης, ανά πάσα στιγμή κατά τη διάρκεια της διαδικασίας, λαμβανομένου υπόψη του χρόνου σύστασης της ασφάλειας.

Όλοι οι υπόλοιποι πιστωτές καλούνται ανέγγυοι πιστωτές. Βρίσκονται σε λιγότερο ευνοϊκή θέση στο πλαίσιο της διαδικασίας αφερεγγυότητας και το προβλεπόμενο επίπεδο ικανοποίησης των σχετικών απαιτήσεών τους είναι συνήθως, βάσει των σχετικών στατιστικών στοιχείων, πολύ χαμηλότερο.

10 Με ποιον τρόπο μπορεί ο διαχειριστής/διαχειρίστρια αφερεγγυότητας να χρησιμοποιήσει ή να διαθέσει περιουσιακά στοιχεία της πτωχευτικής περιουσίας;

Ο διαχειριστής αφερεγγυότητας μπορεί να χρησιμοποιεί τα περιουσιακά στοιχεία της πτωχευτικής περιουσίας κατά τη διάρκεια διαδικασίας πτώχευσης. Ο διαχειριστής αφερεγγυότητας διαθέτει εξουσία διάθεσης των στοιχείων της πτωχευτικής περιουσίας, άσκησης των δικαιωμάτων και εκπλήρωσης των υποχρεώσεων του οφειλέτη που συνδέονται με την πτωχευτική περιουσία. Ιδίως, ο διαχειριστής αφερεγγυότητας ασκεί τα εταιρικά δικαιώματα που ανήκουν σε εταιρικά μερίδια τα οποία περιλαμβάνονται στην πτωχευτική περιουσία, λαμβάνει αποφάσεις επί ζητημάτων εμπορικού απορρήτου και λοιπών ζητημάτων εμπιστευτικότητας, ενεργεί ως εργοδότης έναντι των εργαζομένων του οφειλέτη και είναι υπεύθυνος για τη λειτουργία της επιχείρησης του οφειλέτη, καθώς και για την τήρηση των λογιστικών βιβλίων και τη φορολογική συμμόρφωσή της. Ο διαχειριστής αφερεγγυότητας είναι επίσης υπεύθυνος για τη ρευστοποίηση της πτωχευτικής περιουσίας.

Στις διαδικασίες εξυγίανσης και διαγραφής χρεών, ο οφειλέτης συνεχίζει να διαθέτει τα εν λόγω δικαιώματα, η άσκησή τους ωστόσο υπόκειται σε σημαντικούς περιορισμούς.

11 Ποιες απαιτήσεις δύνανται να αναγγελθούν κατά της πτωχευτικής περιουσίας του οφειλέτη και με ποιον τρόπο αντιμετωπίζονται οι απαιτήσεις που προκύπτουν μετά την έναρξη της διαδικασίας αφερεγγυότητας;

Οι απαιτήσεις κατά της πτωχευτικής περιουσίας και οι ισοδύναμες με αυτές απαιτήσεις μπορεί να εξοφληθούν στο ακέραιο ανά πάσα στιγμή μετά την έκδοση της απόφασης περί αφερεγγυότητας.

Γίνεται η εξής διάκριση:

  • απαιτήσεις κατά της πτωχευτικής περιουσίας που γεννώνται μετά την έναρξη της διαδικασίας αφερεγγυότητας ή μετά τη δήλωση αναστολής πληρωμών (ιδίως, για την επιστροφή δαπανών σε μετρητά και η αμοιβή του προσωρινού διαχειριστή, του εκκαθαριστή του οφειλέτη και των μελών της επιτροπής πιστωτών, καθώς και οι απαιτήσεις των πιστωτών που απορρέουν από χρηματοδότηση μέσω πιστώσεων),
  • απαιτήσεις κατά της πτωχευτικής περιουσίας που γεννώνται μετά την έκδοση της απόφασης περί αφερεγγυότητας (ιδίως, οι δαπάνες σε μετρητά και η αμοιβή του διαχειριστή αφερεγγυότητας, τέλη, φόροι, δασμοί, εισφορές κοινωνικής ασφάλισης, εισφορές που σχετίζονται με την κρατική πολιτική απασχόλησης, καθώς και εισφορές δημόσιας υγειονομικής ασφάλισης).
  • απαιτήσεις που ισοδυναμούν με απαιτήσεις κατά της πτωχευτικής περιουσίας (ιδίως, οι εργατικές απαιτήσεις των υπαλλήλων του οφειλέτη, καθώς και απαιτήσεις πιστωτών από νόμιμη υποχρέωση διατροφής).

12 Ποιοι είναι οι κανόνες που διέπουν την αναγγελία, την εξέλεγξη και την τελική επαλήθευση των απαιτήσεων;

Αναγγελία των απαιτήσεων

Οι πιστωτές αναγγέλλουν τις απαιτήσεις τους ενώπιον του πτωχευτικού δικαστηρίου και με τη χρήση τυποποιημένου εντύπου, μπορούν δε να προβούν στην αναγγελία από την έναρξη της διαδικασίας αφερεγγυότητας μέχρι και την καταληκτική ημερομηνία που τάσσει η απόφαση περί αφερεγγυότητας. Απαιτήσεις που αναγγέλλονται μετά την πάροδο της εν λόγω προθεσμίας δεν λαμβάνονται υπόψη από το πτωχευτικό δικαστήριο και δεν ρυθμίζονται στη διαδικασία αφερεγγυότητας. Πρέπει επίσης να αναγγελθούν οι απαιτήσεις που έχουν ήδη αποτελέσει αντικείμενο δικαστικής αναγνώρισης, καθώς και οι εκτελεστές απαιτήσεις, συμπεριλαμβανομένων εκείνων των οποίων η ικανοποίηση επιδιώκεται μέσω διαδικασιών αναγκαστικής εκτέλεσης ή συντηρητικής κατάσχεσης. Πιστωτής που αναγγέλλει απαιτήσεις ή που θεωρείται αναγγελθείς πιστωτής μπορεί να ανακαλέσει την απαίτησή του ανά πάσα στιγμή κατά τη διάρκεια της διαδικασίας αφερεγγυότητας.

Η αίτηση αναγγελίας απαίτησης πρέπει να περιλαμβάνει λεπτομερή στοιχεία σχετικά με τη γενεσιουργό αιτία της απαίτησης και να προσδιορίζει το σχετικό ποσό. Η απαίτηση πρέπει να πάντοτε να αποτιμάται σε χρήματα, ακόμη κι αν πρόκειται για μη χρηματική απαίτηση. Τα έγγραφα τα οποία τυχόν αναφέρονται στην αίτηση αναγγελίας πρέπει να επισυνάπτονται στην αίτηση. Η εκτελεστότητα της απαίτησης πρέπει να αποδεικνύεται μέσω δημόσιου εγγράφου.

Για τους σκοπούς του υπολογισμού της παραγραφής ή της αποσβεστικής προθεσμίας δικαιωμάτων, η αίτηση αναγγελίας απαίτησης παράγει τα ίδια αποτελέσματα με εκείνα της άσκησης αγωγής ή της με άλλον τρόπο διεκδίκησης δικαιώματος ενώπιον δικαστηρίου. Η προθεσμία αρχίζει να τρέχει από την ημερομηνία κατάθεσης της αίτησης ενώπιον του πτωχευτικού δικαστηρίου.

Ο πιστωτής είναι υπεύθυνος για την ακρίβεια των στοιχείων που περιέχονται στην αίτηση αναγγελίας απαίτησης. Το πτωχευτικό δικαστήριο μπορεί, κατόπιν σχετικής πρότασης του διαχειριστή αφερεγγυότητας, να επιβάλει κυρώσεις σε περίπτωση υπερτίμησης του ποσού απαίτησης (σε ποσοστό άνω του 100%), διατάσσοντας την καταβολή υπέρ της πτωχευτικής περιουσίας ποσού το οποίο καθορίζεται λαμβανομένου υπόψη του συνόλου των περιστάσεων που σχετίζονται με την αναγγελία της απαίτησης και κατόπιν ελέγχου της ίδιας της απαίτησης, με ανώτατο όριο το ποσό κατά το οποίο η αναγγελθείσα απαίτηση υπερέβη την πραγματική βεβαιωθείσα αξία της.

Το δικαίωμα πιστωτή για ικανοποίηση της απαίτησής του από το προϊόν της ρευστοποίησης ασφάλειας δεν λαμβάνεται υπόψη εάν η απαίτηση αναγγελθεί σε εσφαλμένη σειρά κατάταξης ή εάν, κατά τον έλεγχό της, διαπιστωθεί ότι το επίπεδο κάλυψής της από την ασφάλεια είχε υπερεκτιμηθεί σε ποσοστό άνω του 100 %. Στην περίπτωση αυτή, το πτωχευτικό δικαστήριο μπορεί να επιβάλει κυρώσεις στον πιστωτή, διατάσσοντάς τον να καταβάλει ορισμένο (χρηματικό) ποσό υπέρ των ενέγγυων πιστωτών που ανήγγειλαν απαιτήσεις με ασφάλειες επί των ίδιων περιουσιακών στοιχείων. Το ποσό που πρέπει να καταβληθεί ορίζεται από το πτωχευτικό δικαστήριο, το οποίο λαμβάνει υπόψη του όλες τις περιστάσεις υπό τις οποίες ασκήθηκε και εξετάστηκε το δικαίωμα ικανοποίησης της απαίτησης από το προϊόν της ρευστοποίησης ασφάλειας, το δε εν λόγω ποσό μπορεί να ανέλθει έως το ποσό κατά το οποίο η αξία της ασφάλειας που δηλώθηκε στην αίτηση υπερέβαινε την πραγματική βεβαιωθείσα αξία της.

Επαλήθευση των αναγγελθεισών απαιτήσεων

Οι απαιτήσεις που αναγγέλλονται εξετάζονται αρχικά από τον διαχειριστή αφερεγγυότητας, ο οποίος κυρίως προβαίνει στην αντιπαραβολή τους με τα συνοδευτικά έγγραφα και τους λογαριασμούς και αρχεία που τηρεί ο οφειλέτης σύμφωνα με τη σχετική ειδική νομοθεσία. Στη συνέχεια, ο διαχειριστής αφερεγγυότητας καλεί τον οφειλέτη να υποβάλει παρατηρήσεις σχετικά με τις απαιτήσεις. Εφόσον συντρέχει περίπτωση, ο διαχειριστής αφερεγγυότητας διενεργεί την απαραίτητη έρευνα όσον αφορά τις αναγγελθείσες απαιτήσεις, σε συνεργασία με τις αρχές, οι οποίες οφείλουν να παράσχουν τη συνεργασία τους.

Εάν αναγγελία απαίτησης είναι ελλιπής ή πλημμελής, ο διαχειριστής αφερεγγυότητας καλεί τον οικείο πιστωτή να διορθώσει ή να συμπληρώσει την αναγγελία του εντός 15 ημερών (ή τάσσοντάς του μεγαλύτερη προθεσμία) και του παρέχει σχετικές οδηγίες. Αναγγελίες που δεν συμπληρώνονται ή δεν διορθώνονται δεόντως και εμπροθέσμως παραπέμπονται από τον διαχειριστή αφερεγγυότητας στο πτωχευτικό δικαστήριο προκειμένου να αποφανθεί αυτό εάν η σχετική αναγγελία πρέπει να ληφθεί υπόψη ή όχι. Ο πιστωτής πρέπει να ενημερωθεί σχετικά.

Ο διαχειριστής αφερεγγυότητας συντάσσει πίνακα με τις αναγγελθείσες απαιτήσεις. Οι ενέγγυοι πιστωτές καταχωρίζονται χωριστά. Ο διαχειριστής αφερεγγυότητας πρέπει να δηλώνει ρητά την τυχόν απόρριψη απαιτήσεων. Για όλους τους πιστωτές, πρέπει να αναφέρονται όλες οι πληροφορίες που είναι αναγκαίες για την ταυτοποίησή τους, καθώς και για την αξιολόγηση της γενεσιουργού αιτίας, του ποσού και της κατάταξης των απαιτήσεών τους. Επιπλέον, για τους ενέγγυους πιστωτές, πρέπει να αναφέρεται η αιτία και η μορφή της ασφάλειάς τους.

Ο κατάλογος των αναγγελθεισών απαιτήσεων δημοσιεύεται από το πτωχευτικό δικαστήριο στο μητρώο αφερεγγυότητας πριν από τη συζήτηση για την επαλήθευση των απαιτήσεων. Το πτωχευτικό δικαστήριο δημοσιεύει επίσης στο μητρώο αφερεγγυότητας, χωρίς καθυστέρηση, κάθε μεταβολή που επέρχεται στον πίνακα των αναγγελθεισών απαιτήσεων.

Οι αναγγελθείσες απαιτήσεις στη συνέχεια επαληθεύονται σε συζήτηση επαλήθευσης που διατάσσεται από το πτωχευτικό δικαστήριο. Ο τόπος και η ημερομηνία της συζήτησης ορίζονται από το πτωχευτικό δικαστήριο στην απόφασή του περί αφερεγγυότητας. Οι πιστωτές δύνανται να μεταβάλουν το ποσό της αναγγελθείσας απαίτησής τους μέχρι και το πέρας της συζήτησης επαλήθευσης, εκτός εάν πρόκειται για ασφαλισμένη απαίτηση ή για απαίτηση που έχει απορριφθεί με τελεσίδικη απόφαση. Εντούτοις, δεν μπορούν να μεταβληθούν στο πλαίσιο αυτό ούτε η γενεσιουργός αιτία της αναγγελθείσας απαίτησης ούτε η σειρά κατάταξής της.

Αμφισβήτηση των απαιτήσεων

Το κύρος, το ύψος και η σειρά κατάταξης όλων των αναγγελθεισών απαιτήσεων μπορεί να αμφισβητηθούν από τα εξής πρόσωπα: α) τον διαχειριστή αφερεγγυότητας, β) τον οφειλέτη, ή γ) οποιονδήποτε αναγγελθέντα πιστωτή.

Η αμφισβήτηση απαίτησης πιστωτή από άλλο αναγγελθέντα πιστωτή πρέπει να περιέχει τα ίδια στοιχεία με αυτά που πρέπει να περιέχει αγωγή σύμφωνα με τον τσεχικό κώδικα πολιτικής δικονομίας, ενώ πρέπει να διευκρινίζεται με σαφήνεια εάν αμφισβητείται το κύρος, το ύψος ή η σειρά κατάταξης της σχετικής απαίτησης. Η αμφισβήτηση απαίτησης συντάσσεται βάσει τυποποιημένου εντύπου.

Ο νόμος περί αφερεγγυότητας αναγνωρίζει τις ακόλουθες μορφές αμφισβήτησης:

  • αμφισβήτηση του κύρους της απαίτησης, κατά την οποία προβάλλεται ο ισχυρισμός ότι η απαίτηση ουδέποτε γεννήθηκε ή ότι έχει επέλθει πλήρης απόσβεση ή παραγραφή της απαίτησης
  • αμφισβήτηση του ύψους της απαίτησης, κατά την οποία προβάλλεται ο ισχυρισμός ότι η υποχρέωση του οφειλέτη είναι χαμηλότερη σε αξία από το αναγγελθέν ποσό (το πρόσωπο που αμφισβητεί την απαίτηση πρέπει επίσης να δηλώσει το πραγματικό ύψος της απαίτησης)
  • αμφισβήτηση της σειράς κατάταξης της απαίτησης, κατά την οποία προβάλλεται ο ισχυρισμός ότι η απαίτηση έχει λιγότερο προνομιακή κατάταξη από εκείνη που αναφέρεται στην αναγγελθείσα απαίτηση ή αμφισβητείται το δικαίωμα ικανοποίησης της απαίτησης από την ασφάλεια (το πρόσωπο που αμφισβητεί τη σειρά κατάταξης της απαίτησης πρέπει επίσης να προσδιορίσει την ορθή σειρά κατάταξης με βάση την οποία θα πρέπει να ικανοποιηθεί η απαίτηση).

Σε περίπτωση αμφισβήτησης απαίτησης αναγγελθέντος πιστωτή από άλλον αναγγελθέντα πιστωτή, οι εν λόγω πιστωτές καθίστανται αντίδικοι παρεμπίπτουσας διαφοράς. Διαχειριστής αφερεγγυότητας που επιθυμεί να επικουρήσει διάδικο στο πλαίσιο παρεμπίπτουσας διαφοράς στην οποία δεν μετέχει έχει το δικαίωμα να παρέμβει.

Το πτωχευτικό δικαστήριο αποφαίνεται σχετικά με το κύρος, το ύψος και τη σειρά κατάταξης των αμφισβητούμενων απαιτήσεων.

13 Ποιοι είναι οι κανόνες που διέπουν τη διανομή του προϊόντος της ρευστοποίησης των περιουσιακών στοιχείων; Με ποιον τρόπο κατατάσσονται οι απαιτήσεις και τα δικαιώματα των πιστωτών;

Στο πλαίσιο διαδικασίας πτώχευσης, η πτωχευτική περιουσία ρευστοποιείται. Αυτό σημαίνει ότι το σύνολο των περιουσιακών στοιχείων που ανήκουν στην πτωχευτική περιουσία μετατρέπεται σε μετρητά προς τον σκοπό της σύμμετρης ικανοποίηση των πιστωτών. Υπεύθυνος για τη ρευστοποίηση της πτωχευτικής περιουσίας είναι ο διαχειριστής αφερεγγυότητας. Το στάδιο αυτό μπορεί να διεξαχθεί μόνο αφότου καταστεί τελεσίδικη η απόφαση πτώχευσης και διεξαχθεί η πρώτη συνέλευση των πιστωτών. Εξαιρούνται από τη ρευστοποίηση τα περιουσιακά στοιχεία για τα οποία υπάρχει άμεσος κίνδυνος φθοράς ή αλλοίωσής τους, ενώ το πτωχευτικό δικαστήριο μπορεί να επιτρέψει εξαιρέσεις και για άλλους λόγους. Η ρευστοποίηση της πτωχευτικής περιουσίας επιφέρει την απόσβεση όλων των αποτελεσμάτων τυχόν επισπευσθείσας αναγκαστικής εκτέλεσης ή τυχόν διαταχθείσας συντηρητικής κατάσχεσης και όλων των λοιπών ελαττωμάτων που συνδέονται με τη ρευστοποίηση των περιουσιακών στοιχείων, πλην εάν ορίζεται διαφορετικά από τον νόμο.

Η πτωχευτική περιουσία μπορεί να ρευστοποιηθεί με τους εξής τρόπους:

  • με δημόσιο πλειστηριασμό,
  • με την πώληση κινητών και ακίνητων αγαθών βάσει των διατάξεων περί αναγκαστικής εκτέλεσης του τσεχικού κώδικα πολιτικής δικονομίας,
  • με την πώληση περιουσιακών στοιχείων εκτός του πλαισίου δημόσιου πλειστηριασμού.

Εάν το προϊόν της ρευστοποίησης της πτωχευτικής περιουσίας δεν επαρκεί για την ικανοποίηση του συνόλου των απαιτήσεων, καταβάλλονται αρχικά η αμοιβή του διαχειριστή αφερεγγυότητας και οι δαπάνες σε μετρητά και ακολουθούν οι απαιτήσεις των πιστωτών που γεννήθηκαν κατά τη διάρκεια της αναστολής πληρωμών, οι απαιτήσεις των πιστωτών που απορρέουν από χρηματοδότηση μέσω πιστώσεων, οι δαπάνες συντήρησης και διαχείρισης της πτωχευτικής περιουσίας, οι εργατικές απαιτήσεις των υπαλλήλων του οφειλέτη και οι απαιτήσεις πιστωτών για διατροφή και για αποζημίωση λόγω σωματικής βλάβης. Οι λοιπές απαιτήσεις ικανοποιούνται συμμέτρως.

Αφού καταστεί τελεσίδικη η απόφαση με την οποία εγκρίνεται η τελική έκθεση, ο διαχειριστής αφερεγγυότητας υποβάλλει στο πτωχευτικό δικαστήριο σχέδιο απόφασης σχετικά με τη διανομή της πτωχευτικής περιουσίας, δηλώνοντας το ποσό που πρέπει να καταβληθεί για κάθε απαίτηση του αναθεωρημένου πίνακα αναγγελθεισών απαιτήσεων. Στη βάση αυτή, το πτωχευτικό δικαστήριο εκδίδει απόφαση σχετικά με τη διανομή της πτωχευτικής περιουσίας, στην οποία προσδιορίζει τα ποσά που πρέπει να καταβληθούν στους πιστωτές. Όλοι οι πιστωτές που συμπεριλαμβάνονται στον πίνακα διανομής ικανοποιούνται ανάλογα με το βεβαιωθέν ποσό της απαίτησής τους. Πριν από τη διανομή, ικανοποιούνται οι ανεξόφλητες απαιτήσεις που μπορούν να εξοφληθούν ανά πάσα στιγμή κατά τη διάρκεια της διαδικασίας πτώχευσης, και ειδικότερα:

  • οι απαιτήσεις κατά της πτωχευτικής περιουσίας — δαπάνες σε μετρητά και αμοιβή του διαχειριστή αφερεγγυότητας, απαιτήσεις για δαπάνες που σχετίζονται με τη συντήρηση και τη διαχείριση της πτωχευτικής περιουσίας του οφειλέτη, φόροι, δασμοί, τέλη, εισφορές κοινωνικής ασφάλισης, εισφορές που σχετίζονται με την κρατική πολιτική απασχόλησης, εισφορές δημόσιας υγειονομικής ασφάλισης κ.λπ.
  • οι ισοδύναμες με αυτές απαιτήσεις — εργατικές απαιτήσεις των υπαλλήλων του οφειλέτη, απαιτήσεις πιστωτών για αποζημίωση λόγω βλάβης στην υγεία, απαιτήσεις του Δημοσίου κ.λπ.
  • οι ασφαλισμένες απαιτήσεις.

14 Ποιες είναι οι προϋποθέσεις και τα αποτελέσματα της περάτωσης της διαδικασίας αφερεγγυότητας (ιδίως διά πτωχευτικού συμβιβασμού);

Περάτωση της διαδικασίας πτώχευσης

Μετά τη ρευστοποίηση της πτωχευτικής περιουσίας, ο διαχειριστής αφερεγγυότητας υποβάλλει μια τελική έκθεση στο πτωχευτικό δικαστήριο. Στην τελική έκθεση πρέπει να περιγράφονται τα γενικά χαρακτηριστικά των ενεργειών στις οποίες προέβη ο διαχειριστής αφερεγγυότητας και να πραγματοποιείται ποσοτικός προσδιορισμός των οικονομικών αποτελεσμάτων τους. Η έκθεση πρέπει να προσδιορίζει το ποσό προς διανομή μεταξύ των πιστωτών και να κατονομάζει εν λόγω πιστωτές, αναφέροντας το ποσό που τους αναλογεί εκ του συνολικού ποσού. Μαζί με την τελική έκθεση, ο διαχειριστής αφερεγγυότητας υποβάλλει στο πτωχευτικό δικαστήριο δήλωση της αμοιβής και των εξόδων του.

Το πτωχευτικό δικαστήριο ελέγχει την τελική έκθεση και το τιμολόγιο του διαχειριστή αφερεγγυότητας, και, κατόπιν ακρόασης του τελευταίου, διορθώνει τυχόν σφάλματα και παραλείψεις σε αυτά. Το πτωχευτικό δικαστήριο κοινοποιεί την αναθεωρημένη τελική έκθεση του διαχειριστή αφερεγγυότητας στα μέρη μέσω της δημοσίευσής της υπό τη μορφή δημόσιας ανακοίνωσης. Αφού καταστεί τελεσίδικη η απόφαση με την οποία εγκρίνεται η τελική έκθεση, ο διαχειριστής αφερεγγυότητας υποβάλλει στο πτωχευτικό δικαστήριο σχέδιο απόφασης σχετικά με τη διανομή της πτωχευτικής περιουσίας, δηλώνοντας το ποσό που πρέπει να καταβληθεί για κάθε απαίτηση του αναθεωρημένου πίνακα αναγγελθεισών απαιτήσεων. Στη συνέχεια, το πτωχευτικό δικαστήριο εκδίδει απόφαση σχετικά με τη διανομή της περιουσίας, στην οποία προσδιορίζει τα ποσά που πρέπει να καταβληθούν στους πιστωτές. Όλοι οι πιστωτές που συμπεριλαμβάνονται στον πίνακα διανομής ικανοποιούνται ανάλογα με το βεβαιωθέν ποσό της απαίτησής τους. Στην απόφαση για τη διανομή, το πτωχευτικό δικαστήριο θέτει στον διαχειριστή αφερεγγυότητας προθεσμία για την πραγματοποίηση της διανομής, η οποία δεν μπορεί να υπερβαίνει τους δύο μήνες από την ημερομηνία κατά την οποία η απόφαση για τη διανομή αποκτά ισχύ δεδικασμένου.

Η διαδικασία πτώχευσης περατώνεται με την υποβολή της έκθεσης του διαχειριστή αφερεγγυότητας σχετικά με την εκτέλεση της απόφασης διανομής και την απόφαση του πτωχευτικού δικαστηρίου περί περάτωσης της διαδικασίας. Το δικαστήριο αποφασίζει επίσης να περατώσει τη διαδικασία πτώχευσης σε ορισμένες άλλες περιπτώσεις που ορίζει ο νόμος, π.χ. εάν διαπιστωθεί ότι τα περιουσιακά στοιχεία του οφειλέτη είναι προφανώς ανεπαρκή για την ικανοποίηση πιστωτών. Μόλις καταστεί τελεσίδικη η απόφαση περί περάτωσης της διαδικασίας πτώχευσης, η σχετική διαδικασία περατώνεται.

Περάτωση της διαδικασίας εξυγίανσης

Η διαδικασία εξυγίανσης περατώνεται με την απόφαση του πτωχευτικού δικαστηρίου με την οποία βεβαιώνεται η ολοκλήρωση του σχεδίου εξυγίανσης ή σημαντικού μέρους αυτού. Η απόφαση αυτή δεν υπόκειται σε ένδικα μέσα.

Η διαδικασία εξυγίανσης μπορεί ομοίως να περατωθεί με απόφαση του πτωχευτικού δικαστηρίου για μετατροπή της διαδικασίας εξυγίανσης σε διαδικασία πτώχευσης, γεγονός που συμβαίνει στις οριζόμενες στον νόμο περιπτώσεις, ιδίως δε όταν προκύπτουν προβλήματα όσον αφορά την έγκριση του σχεδίου εξυγίανσης και τη συμμόρφωση με αυτό. Το πτωχευτικό δικαστήριο δεν μπορεί να λάβει απόφαση για μετατροπή της διαδικασίας εξυγίανσης σε διαδικασία πτώχευσης εάν έχουν ήδη εφαρμοστεί οι σημαντικές πτυχές του σχεδίου εξυγίανσης. Απόφαση για τη μετατροπή διαδικασίας εξυγίανσης σε διαδικασία πτώχευσης μπορεί να προσβληθεί με έφεση από τον οφειλέτη, τον αιτούντα την εξυγίανση, τον διαχειριστή αφερεγγυότητας ή την επιτροπή πιστωτών. Εάν το πτωχευτικό δικαστήριο διατάξει τη μετατροπή της διαδικασίας εξυγίανσης σε διαδικασία πτώχευσης, επέρχονται τα αποτελέσματα που συνδέονται με την κήρυξη σε πτώχευση, εκτός εάν το πτωχευτικό δικαστήριο, με την απόφασή του για τη μετατροπή, ορίσει διαφορετικά.

Περάτωση της διαδικασίας διαγραφής χρεών

Η διαδικασία διαγραφής χρεών περατώνεται με απόφαση του πτωχευτικού δικαστηρίου με την οποία αποφασίζεται η διαγραφή χρεών. Η απόφαση αυτή δεν υπόκειται σε ένδικα μέσα. Εάν ο οφειλέτης εκπληρώσει δεόντως και εμπροθέσμως το σύνολο των υποχρεώσεών του βάσει της εγκριθείσας διαδικασίας διαγραφής χρεών, το πτωχευτικό δικαστήριο, κατόπιν αίτησης του οφειλέτη, εκδίδει απόφαση με την οποία απαλλάσσει τον οφειλέτη από την υποχρέωση εξόφλησης των απαιτήσεων που συμπεριλαμβάνονται στη διαδικασία διαγραφής χρεών, στον βαθμό κατά τον οποίο δεν έχουν ήδη εξοφληθεί.

Η διαδικασία διαγραφής χρεών μπορεί επίσης να περατωθεί αν το δικαστήριο διατάξει τη διακοπή της διαδικασίας αυτής και αποφασίσει να χειριστεί την αφερεγγυότητα του οφειλέτη μέσω διαδικασίας πτώχευσης, γεγονός που συμβαίνει στις προβλεπόμενες από τον νόμο περιπτώσεις, ιδίως δε όταν ο οφειλέτης δεν συμμορφώνεται με τους όρους της διαγραφής χρεών.

15 Ποια είναι τα δικαιώματα των πιστωτών μετά την περάτωση της διαδικασίας αφερεγγυότητας;

Στις διαδικασίες πτώχευσης που αφορούν την περιουσία φυσικού προσώπου (ανά πάσα στιγμή μετά την περάτωση της διαδικασίας πτώχευσης) ή νομικού προσώπου (μέχρι τη λύση του, που επέρχεται με τη διαγραφή του από το οικείο δημόσιο μητρώο), μετά την περάτωση της διαδικασίας μπορεί να εκδοθεί απόφαση που να διατάσσει αναγκαστική εκτέλεση ή συντηρητική κατάσχεση σε σχέση με αναγνωρισμένη απαίτηση που δεν έχει αμφισβητηθεί από τον οφειλέτη και η οποία δεν έχει ικανοποιηθεί στο πλαίσιο της διαδικασίας πτώχευσης. Η υποβολή αίτησης για την έναρξη διαδικασίας αναγκαστικής εκτέλεσης απαιτεί μόνο την υποβολή εντύπου επαλήθευσης και έκθεσης σχετικά με την επαλήθευση της οικείας απαίτησης στη διαδικασία πτώχευσης. Το δικαίωμα αυτό παραγράφεται δέκα έτη μετά την περάτωση της διαδικασίας πτώχευσης, ενώ η προθεσμία παραγραφής αρχίζει να τρέχει από την ημερομηνία ισχύος της απόφασης που περατώνει τη διαδικασία.

Στις περιπτώσεις εξυγίανσης, αφότου το σχέδιο εξυγίανσης τεθεί σε ισχύ, μπορεί να διαταχθεί και να επισπευστεί αναγκαστική εκτέλεση ή συντηρητική κατάσχεση σε βάρος του οφειλέτη με σκοπό την ικανοποίηση απαίτησης που περιέχεται στο σχέδιο εξυγίανσης. Εντούτοις, σε περίπτωση αμφισβήτησης της απαίτησης, η αναγκαστική εκτέλεση ή η συντηρητική κατάσχεση είναι δυνατή μόνον αφότου καταστεί τελεσίδικη η απόφαση του πτωχευτικού δικαστηρίου αναγνώρισης της απαίτησης, ενώ η απόφαση αυτή πρέπει να επισυναφθεί στην αίτηση.

Στη διαδικασία διαγραφής χρεών, με την ολοκλήρωση της διαγραφής χρεών και την απαλλαγή του οφειλέτη από τις υπολειπόμενες απαιτήσεις, δεν είναι πλέον δυνατή η επιδίωξη της ικανοποίησης των εν λόγω υπολειπόμενων απαιτήσεων μέσω αναγκαστικής εκτέλεσης ή συντηρητικής κατάσχεσης. Δεν ασκεί επιρροή το εάν οι πιστωτές έχουν ικανοποιηθεί μόνο εν μέρει στο πλαίσιο της διαδικασίας διαγραφής χρεών ή εάν είχαν καν αναγγείλει την απαίτησή τους στη διαδικασία αφερεγγυότητας.

16 Πού καταλογίζονται το κόστος και οι δαπάνες της διαδικασίας αφερεγγυότητας;

Τα έξοδα, κυρίως η αμοιβή του διαχειριστή αφερεγγυότητας και οι δαπάνες σε μετρητά, θα πρέπει να καλυφθούν από την πτωχευτική περιουσία, ήτοι βαρύνουν τον οφειλέτη.

Καθώς η πτωχευτική περιουσία συχνά δεν επαρκεί για την κάλυψη των εξόδων, το πτωχευτικό δικαστήριο δύναται, προτού αποφανθεί επί αίτησης για την έναρξη διαδικασίας αφερεγγυότητας, να διατάξει τον αιτούντα να προκαταβάλει μέρος των εξόδων της διαδικασίας αφερεγγυότητας, τάσσοντάς του σχετική προθεσμία, όταν αυτό είναι απαραίτητο για την κάλυψη των εξόδων της διαδικασίας και οι αναγκαίοι πόροι δεν μπορούν να εξασφαλιστούν με άλλα μέσα. Τα ανωτέρω ισχύουν ακόμη και εάν προκύπτει με σαφήνεια ότι ο οφειλέτης δεν διαθέτει περιουσιακά στοιχεία. Ο νόμος ορίζει ανώτατο όριο του ποσού της εν λόγω προκαταβολής. Εάν η αίτηση για την έναρξη διαδικασίας αφερεγγυότητας ασκείται από περισσότερους αιτούντες, αυτοί υποχρεούνται να καταβάλουν την προκαταβολή από κοινού και εις ολόκληρον.

Εάν η πτωχευτική περιουσία δεν επαρκεί για την κάλυψη των εξόδων, το εναπομένον ποσό καλύπτεται από την προκαταβολή για τα έξοδα της διαδικασίας αφερεγγυότητας, ήτοι βαρύνει τον αιτούντα.

Εάν ούτε η προκαταβολή δεν επαρκεί για να καλύψει τα έξοδα, τα έξοδα καλύπτονται από το Δημόσιο. Ειδική νομοθεσία θέτει όριο στο ποσό των εξόδων που καλύπτει το Δημόσιο.

17 Ποιοι είναι οι κανόνες που άπτονται της ακυρότητας, της ακυρωσίας ή του ανενεργού των επιβλαβών για όλους τους πιστωτές δικαιοπραξιών;

Δικαιοπραξίες στις οποίες προβαίνει ο οφειλέτης για να μειώσει τις πιθανότητες ικανοποίησης πιστωτών ή για να ευνοήσει ορισμένους πιστωτές έναντι άλλων είναι ανενεργές. Τυχόν παραλείψεις του οφειλέτη στο ίδιο πλαίσιο λογίζονται επίσης ως δικαιοπραξίες. Υπάρχουν τρεις κατηγορίες ανενεργών δικαιοπραξιών: α) οι δικαιοπραξίες χωρίς επαρκή αντιπαροχή, β) οι προτιμησιακές δικαιοπραξίες που οδηγούν σε κατάσταση στην οποία ορισμένος πιστωτής λαμβάνει, σε βάρος άλλων πιστωτών, υψηλότερη ικανοποίηση από εκείνη την οποία διαφορετικά θα λάμβανε στο πλαίσιο της πτώχευσης, και γ) οι δικαιοπραξίες στις οποίες ο οφειλέτης περιορίζει με πρόθεση την ικανοποίηση απαίτησης πιστωτή, εφόσον η πρόθεσή του αυτή τελούσε σε γνώση του αντισυμβαλλομένου του ή, ενόψει του συνόλου των περιστάσεων, θα έπρεπε να τελεί σε γνώση του αντισυμβαλλομένου του.

Το ανενεργό δικαιοπραξίας του οφειλέτη κηρύσσεται με απόφαση του πτωχευτικού δικαστηρίου επί αγωγής του διαχειριστή αφερεγγυότητας με την οποία προσβάλλεται η σχετική δικαιοπραξία του οφειλέτη (αγωγή πτωχευτικής ανάκλησης). Ο διαχειριστής αφερεγγυότητας μπορεί να ασκήσει αγωγή πτωχευτικής ανάκλησης εντός ενός έτους από την έναρξη ισχύος των αποτελεσμάτων της απόφασης περί αφερεγγυότητας. Εάν η αγωγή δεν ασκηθεί εντός της εν λόγω προθεσμίας, το δικαίωμα άσκησης αγωγής πτωχευτικής ανάκλησης αποσβένεται. Η αντιπαροχή του οφειλέτη στο πλαίσιο ανενεργού δικαιοπραξίας περιέρχεται στην πτωχευτική περιουσία μόλις καταστεί τελεσίδικη η απόφαση πτωχευτικής ανάκλησης.

Το ανενεργό μιας δικαιοπραξίας δεν θίγει τη δυνατότητα εφαρμογής της. Ωστόσο, στις διαδικασίες αφερεγγυότητας, η αντιπαροχή του οφειλέτη στο πλαίσιο ανενεργών δικαιοπραξιών περιέρχεται στην πτωχευτική περιουσία. Εάν η αρχική αντιπαροχή του οφειλέτη στο πλαίσιο ανίσχυρης δικαιοπραξίας δεν μπορεί να μεταβιβαστεί στην πτωχευτική περιουσία, πρέπει να παρασχεθεί αντίστοιχη αποζημίωση.

Το πτωχευτικό δικαστήριο δεν δεσμεύεται από απόφαση άλλου δικαστηρίου ή πόρισμα άλλης αρχής που αποφαίνεται, στο πλαίσιο διαδικασίας αφερεγγυότητας, ότι δικαιοπραξία που αφορά τα στοιχεία ενεργητικού ή παθητικού του οφειλέτη είναι άκυρη, ή από οποιοδήποτε ανάλογο πόρισμα, ανεξαρτήτως του πώς έχει προκύψει. Στο πλαίσιο διαδικασίας αφερεγγυότητας, μόνο το πτωχευτικό δικαστήριο δύναται να εξετάσει την τυχόν ακυρότητα τέτοιας δικαιοπραξίας, είτε στο πλαίσιο παραπομπής για την έκδοση προδικαστικής απόφασης είτε στο πλαίσιο παρεμπίπτουσας διαφοράς επί του εν λόγω ζητήματος. Αγωγή για τέτοια παρεμπίπτουσα διαφορά μπορούν να ασκήσουν τα μέρη της διαδικασίας αφερεγγυότητας πλην του οφειλέτη, εκτός εάν πρόκειται για οφειλέτη που έχει τη διαχείριση της περιουσίας του, ο διαχειριστής αφερεγγυότητας και ο εισαγγελέας. Ο διαχειριστής αφερεγγυότητας πρέπει να είναι πάντα είτε ενάγων είτε εναγόμενος. Εάν με την τελεσίδικη απόφαση κριθεί ακολούθως ότι η δικαιοπραξία αναφορικά με στοιχεία ενεργητικού ή παθητικού του οφειλέτη είναι άκυρη, το οικονομικό όφελος που αποκτήθηκε υπό τη μορφή της αντιπαροχής πρέπει να μεταβιβαστεί και πάλι στην πτωχευτική περιουσία.

Εάν δικαιοπραξία αναφορικά με στοιχεία ενεργητικού ή παθητικού του οφειλέτη κριθεί άκυρη με δικαστική απόφαση που κατέστη τελεσίδικη πριν από την έναρξη της διαδικασίας αφερεγγυότητας, η εν λόγω δικαιοπραξία την οποία αφορά η δικαστική απόφαση λογίζεται ως άκυρη και στο πλαίσιο της διαδικασίας αφερεγγυότητας.

Ειδικοί κανόνες για ορισμένες κατηγορίες απαιτήσεων

Ειδικοί κανόνες εφαρμόζονται στις ακόλουθες κατηγορίες απαιτήσεων:

  • απαιτήσεις κατά της πτωχευτικής περιουσίας που γεννώνται μετά την έναρξη της διαδικασίας αφερεγγυότητας ή μετά τη δήλωση αναστολής πληρωμών,
  • απαιτήσεις κατά της πτωχευτικής περιουσίας που γεννώνται μετά την έκδοση της απόφασης περί αφερεγγυότητας,
  • απαιτήσεις που ισοδυναμούν με απαιτήσεις κατά της πτωχευτικής περιουσίας,
  • απαιτήσεις μειωμένης εξασφάλισης,
  • απαιτήσεις των μετόχων ή εταίρων του οφειλέτη που απορρέουν από τη συμμετοχή τους στην εταιρεία ή τον συνεταιρισμό.

Την έκδοση αυτής της σελίδας στην εθνική γλώσσα διαχειρίζεται ο αντίστοιχος αρμόδιος επαφής του ΕΔΔ. Οι μεταφράσεις έχουν γίνει από την αρμόδια υπηρεσία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Οι τυχόν αλλαγές που επιφέρει η αρμόδια εθνική αρχή στο πρωτότυπο ενδέχεται να μην έχουν περιληφθεί ακόμα στις μεταφράσεις. Η Επιτροπή και το Ευρωπαϊκό Δικαστικό Δίκτυο δεν αναλαμβάνουν καμία απολύτως ευθύνη όσον αφορά πληροφορίες ή δεδομένα που περιέχονται ή αναφέρονται στο παρόν έγγραφο. Βλ. την ανακοίνωση νομικού περιεχομένου για τους κανόνες πνευματικής ιδιοκτησίας που ισχύουν στο κράτος μέλος που είναι αρμόδιο για την παρούσα σελίδα.

Τελευταία επικαιροποίηση: 21/08/2018

Αφερεγγυότητα - Εσθονία

ΠΙΝΑΚΑΣ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΩΝ


Η εσθονική νομοθεσία προβλέπει τρεις διαφορετικές διαδικασίες αφερεγγυότητας: την πτωχευτική διαδικασία, τη διαδικασία αναδιοργάνωσης και τη διαδικασία αναδιάρθρωσης χρέους. Η πτωχευτική διαδικασία διέπεται από τον πτωχευτικό νόμο, οι κανόνες που διέπουν την αναδιοργάνωση ορίζονται στον νόμο περί αναδιοργάνωσης και οι κανόνες για την αναδιάρθρωση χρέους καθορίζονται στον νόμο περί αναδιάρθρωσης χρέους και προστασίας των χρεών. Οι εν λόγω νόμοι διατίθενται στην εσθονική και στην αγγλική γλώσσα από την επίσημη διαδικτυακή έκδοση της Εσθονίας Riigi Teataja (Εφημερίδα της Κυβερνήσεως).

Σκοπός της πτωχευτικής διαδικασίας είναι η ικανοποίηση των απαιτήσεων των πιστωτών από τα στοιχεία ενεργητικού του οφειλέτη με τη μεταβίβαση των στοιχείων ενεργητικού του οφειλέτη ή την ανασυγκρότηση της εμπορικής επιχείρησης του οφειλέτη. Οι οφειλέτες που είναι φυσικά πρόσωπα έχουν την ευκαιρία να απαλλαγούν από τις οφειλές τους μέσω πτωχευτικής διαδικασίας. Στη διάρκεια της πτωχευτικής διαδικασίας, εξακριβώνεται η αιτία της αφερεγγυότητας του οφειλέτη.

Σκοπός της διαδικασίας αναδιοργάνωσης είναι να ληφθούν υπόψη τα συμφέροντα και να προστατευθούν τα δικαιώματα των επιχειρήσεων, των πιστωτών και των τρίτων μερών κατά την αναδιοργάνωση μιας εμπορικής επιχείρησης. Η αναδιοργάνωση μιας εμπορικής επιχείρησης συνεπάγεται την εφαρμογή δέσμης μέτρων ώστε να μπορέσει η επιχείρηση να υπερβεί τις οικονομικές δυσκολίες, να αποκαταστήσει τη ρευστότητά της, να βελτιώσει την κερδοφορία της και να διασφαλίσει τη βιώσιμη διαχείρισή της.

Σκοπός της διαδικασίας αναδιάρθρωσης χρέους είναι να διευκολύνει την αναδιάρθρωση των χρεών φυσικού προσώπου που αντιμετωπίζει προβλήματα φερεγγυότητας (οφειλέτης), ώστε να ξεπεραστούν τα προβλήματα φερεγγυότητας και να αποφευχθεί η πτωχευτική διαδικασία. Η διαδικασία αναδιάρθρωσης χρέους επιτρέπει στον οφειλέτη να αναδιαρθρώσει τις οικονομικές υποχρεώσεις (προσωπικά χρέη) του παρατείνοντας την προθεσμία για την εκπλήρωση μιας υποχρέωσης, αποπληρώνοντας την υποχρέωση σε δόσεις ή μειώνοντας το ύψος της υποχρέωσης.

Το πεδίο εφαρμογής του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1346/2000 του Συμβουλίου, της 29ης Μαΐου 2000, σχετικά με τις διαδικασίες αφερεγγυότητας καλύπτει την πτωχευτική διαδικασία. Το πεδίο εφαρμογής του κανονισμού (ΕΕ) 2015/848 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 20ης Μαΐου 2015 σχετικά με τις διαδικασίες αφερεγγυότητας (αναδιατύπωση) καλύπτει την πτωχευτική διαδικασία και τη διαδικασία αναδιάρθρωσης χρέους.

1 Εναντίον ποιων μπορούν να κινηθούν διαδικασίες αφερεγγυότητας;

Βάσει του εσθονικού δικαίου, ως φυσικό πρόσωπο νοείται ο άνθρωπος, ενώ νομικό πρόσωπο είναι μια νομική οντότητα που συστάθηκε σύμφωνα με τον νόμο. Ένα νομικό πρόσωπο μπορεί να είναι νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου ή νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου. Ως «νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου» νοείται κάθε νομικό πρόσωπο το οποίο συστήνεται για την εξυπηρέτηση ιδιωτικών συμφερόντων και βάσει νόμου ο οποίος αφορά το αντίστοιχο είδος νομικού προσώπου. Οι ομόρρυθμες εταιρείες, οι ετερόρρυθμες εταιρείες, οι εταιρείες περιορισμένης ευθύνης, οι ανώνυμες εταιρείες, οι εμπορικές ενώσεις, τα ιδρύματα και οι μη κερδοσκοπικοί οργανισμοί αποτελούν νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου. Το Δημόσιο, οι τοπικές αρχές και άλλα νομικά πρόσωπα που συστήνονται υπέρ του δημόσιου συμφέροντος και βάσει νόμου ο οποίος αφορά το εκάστοτε είδος νομικού προσώπου είναι νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου.

1. Πτωχευτική διαδικασία

Η πτωχευτική διαδικασία μπορεί να κινηθεί κατά νομικών και φυσικών προσώπων, ανεξάρτητα από το αν το φυσικό πρόσωπο είναι επιχείρηση. Το Δημόσιο και οι τοπικές αρχές δεν είναι δυνατό να πτωχεύσουν.

2. Διαδικασία αναδιοργάνωσης

Η διαδικασία αναδιοργάνωσης μπορεί να κινηθεί μόνο κατά νομικών προσώπων ιδιωτικού δικαίου.

3. Διαδικασία αναδιάρθρωσης χρέους

Η διαδικασία αναδιάρθρωσης χρέους μπορεί να κινηθεί κατά φυσικών προσώπων που αντιμετωπίζουν προβλήματα φερεγγυότητας, ανεξάρτητα από το αν είναι επιχειρήσεις. Αναδιάρθρωση χρέους μπορεί να ζητήσει οφειλέτης ο οποίος έχει ως τόπο διαμονής την Εσθονία και κατοικεί στην Εσθονία για διάστημα τουλάχιστον δύο ετών πριν από την υποβολή της αίτησης αναδιάρθρωσης χρέους.

2 Ποιες είναι οι προϋποθέσεις για την έναρξη διαδικασιών αφερεγγυότητας;

1. Πτωχευτική διαδικασία

Πτώχευση είναι η αφερεγγυότητα οφειλέτη η οποία κηρύσσεται με δικαστική απόφαση. Συνεπώς, η πρώτη βασική προϋπόθεση για την κίνηση πτωχευτικής διαδικασίας είναι η αφερεγγυότητα του οφειλέτη.

Ένας οφειλέτης χαρακτηρίζεται αφερέγγυος εάν αδυνατεί να ικανοποιήσει τις απαιτήσεις των πιστωτών και εάν, λόγω της οικονομικής κατάστασης του οφειλέτη, αυτή η αδυναμία δεν έχει προσωρινό χαρακτήρα. Οφειλέτης που είναι νομικό πρόσωπο θεωρείται επίσης αφερέγγυος εάν τα στοιχεία ενεργητικού του οφειλέτη δεν επαρκούν για να καλύψουν τις υποχρεώσεις του και εάν, λόγω της οικονομικής κατάστασης του οφειλέτη, αυτή η ανεπάρκεια δεν έχει προσωρινό χαρακτήρα. Αν ο οφειλέτης υποβάλει αίτηση πτώχευσης, το δικαστήριο κηρύσσει πτώχευση και σε περίπτωση πιθανής αφερεγγυότητας στο μέλλον. Αν ο οφειλέτης υποβάλει αίτηση πτώχευσης, θεωρείται ότι ο οφειλέτης είναι αφερέγγυος.

Η δεύτερη βασική προϋπόθεση για την κίνηση πτωχευτικής διαδικασίας είναι η υποβολή αίτησης πτώχευσης, η οποία μπορεί να γίνει είτε από τον οφειλέτη είτε από πιστωτή.

Αν η αίτηση πτώχευσης υποβληθεί από τον οφειλέτη, ο οφειλέτης πρέπει να τεκμηριώσει την αφερεγγυότητά του στην αίτηση πτώχευσης. Αν η αίτηση πτώχευσης υποβληθεί από πιστωτή, ο πιστωτής πρέπει να τεκμηριώσει την αφερεγγυότητα του οφειλέτη και να αποδείξει την ύπαρξη της απαίτησης στην αίτηση πτώχευσης.

Το δικαστήριο μπορεί να ζητήσει από τον αιτούντα πιστωτή να καταβάλει το χρηματικό ποσό που ορίζεται από το δικαστήριο ως προκαταβολή δικαστικών εξόδων ώστε να καλυφθούν η αμοιβή και τα έξοδα του προσωρινού συνδίκου εάν θεωρείται, δικαιολογημένα, ότι η πτωχευτική περιουσία δεν επαρκεί για την κάλυψή τους. Αν ο πιστωτής δεν καταβάλει την προκαταβολή, η διαδικασία περατώνεται.

Το δικαστήριο αρνείται να κάνει δεκτή την αίτηση πτώχευσης του πιστωτή αν η αίτηση πτώχευσης δεν αποδεικνύει την ύπαρξη απαίτησης του αιτούντα κατά του οφειλέτη, αν η αίτηση πτώχευσης δεν τεκμηριώνει την αφερεγγυότητα του οφειλέτη ή αν η αίτηση πτώχευσης βασίζεται σε απαίτηση η οποία έχει ενταχθεί σε σχέδιο αναδιοργάνωσης ή σχέδιο αναδιάρθρωσης χρέους. Το δικαστήριο αρνείται επίσης να κάνει δεκτή μια αίτηση πτώχευσης εάν συντρέχουν άλλοι λόγοι οι οποίοι προβλέπονται στον Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας.

Το δικαστήριο αποφασίζει παύση των εργασιών της πτώχευσης χωρίς κήρυξη πτώχευσης, ανεξαρτήτως της αφερεγγυότητας του οφειλέτη, εάν τα στοιχεία ενεργητικού του οφειλέτη δεν επαρκούν για την κάλυψη του κόστους της πτωχευτικής διαδικασίας και αν δεν είναι δυνατή η ανάκτηση ή η επιστροφή των στοιχείων ενεργητικού ή η έγερση απαίτησης κατά μέλους οργάνου της διοίκησης.

Το δικαστήριο κηρύσσει την πτώχευση με απόφασή του (απόφαση για κήρυξη πτώχευσης). Μια απόφαση για κήρυξη πτώχευσης πρέπει να ορίζει τον χρόνο κήρυξης της πτώχευσης. Η πτωχευτική διαδικασία αρχίζει με την κήρυξη της πτώχευσης.

Όταν το δικαστήριο κηρύσσει πτώχευση, δημοσιεύει αμέσως σχετική ανακοίνωση (ανακοίνωση πτώχευσης) στην επίσημη έκδοση Ametlikud Teadaanded (Επίσημες Ανακοινώσεις).

Οι αποφάσεις για κήρυξη πτώχευσης είναι άμεσα εκτελεστές. Η εκτέλεση απόφασης για κήρυξη πτώχευσης δεν μπορεί να ανασταλεί ή να αναβληθεί, και ο τρόπος ή η διαδικασία που προβλέπεται από τον νόμο για την εκτέλεση της απόφασης για κήρυξη πτώχευσης δεν μπορεί να αλλάξει. Εάν ανώτερο δικαστήριο ακυρώσει απόφαση για κήρυξη πτώχευσης, αυτό δεν επηρεάζει την εγκυρότητα των νομικών πράξεων που συνάπτονται από ή σε σχέση με τον σύνδικο. Ο οφειλέτης και ο αιτών πιστωτής μπορούν να ασκήσουν εφέσεις κατά της απόφασης για κήρυξη πτώχευσης εντός 15 ημερών από τη δημοσίευση της ανακοίνωσης πτώχευσης. Ο οφειλέτης και ο αιτών την πτώχευση μπορούν να προσφύγουν στο Ανώτατο Δικαστήριο κατά της απόφασης που εκδίδει το πρωτοβάθμιο δικαστήριο επί της έφεσης κατά της απόφασης. Ο σύνδικος δεν δύναται να ασκήσει έφεση εξ ονόματος του οφειλέτη ούτε να εκπροσωπήσει τον οφειλέτη στην ακρόαση έφεσης.

Η διάρκεια της πτωχευτικής διαδικασίας στην Εσθονία είναι μάλλον μακρά. Οι διαδικασίες που τερματίζονται με παύση των εργασιών της πτώχευσης χωρίς κήρυξη πτώχευσης διαρκούν κατά μέσο όρο 94 ημέρες για τα νομικά πρόσωπα και 85 ημέρες για τα φυσικά πρόσωπα. Για την κατάρτιση πρότασης διανομής βάσει της οποίας και μόνον είναι δυνατή η πραγματοποίηση πληρωμών στους πιστωτές, απαιτούνται κατά μέσο όρο 462 ημέρες για τα νομικά πρόσωπα και 455 ημέρες για τα φυσικά πρόσωπα. Οι πτωχευτικές διαδικασίες που περατώνονται με συμβιβασμό διαρκούν κατά μέσο όρο 340 ημέρες για τα νομικά πρόσωπα και 352 ημέρες για τα φυσικά πρόσωπα. Οι πιο χρονοβόρες πτωχευτικές διαδικασίες είναι εκείνες που τερματίζονται με παύση εργασιών μετά από κήρυξη πτώχευσης, με μέση διάρκεια 745 ημερών για τα νομικά πρόσωπα και 709 ημερών για τα φυσικά πρόσωπα. Η διάρκεια ολόκληρης της διαδικασίας, από την υποβολή της αίτησης πτώχευσης έως την περάτωση της πτωχευτικής διαδικασίας, φτάνει, κατά μέσο όρο, τις 270-280 ημέρες.[1]

Ανακοινώσεις ή διαδικαστικά έγγραφα προς δημοσίευση στο πλαίσιο πτωχευτικής διαδικασίας πρέπει να δημοσιεύονται στο Ametlikud Teadaanded. Το δικαστήριο δύναται να δημοσιεύσει ανακοίνωση σχετικά με τον χρόνο και τον τόπο της εξέτασης μιας αίτησης πτώχευσης στο Ametlikud Teadaanded. Η ανακοίνωση απόφασης με την οποία κηρύσσεται η πτώχευση οφειλέτη (ανακοίνωση πτώχευσης) δημοσιεύεται αμέσως από το δικαστήριο στο Ametlikud Teadaanded.

Πριν από την κήρυξη πτώχευσης και την έναρξη της πτωχευτικής διαδικασίας, διεξάγεται η λεγόμενη προκαταρκτική διαδικασία. Αν το δικαστήριο αποφασίσει να κάνει δεκτή μια αίτηση πτώχευσης, διορίζει προσωρινό σύνδικο. Το δικαστήριο μπορεί επίσης να αρνηθεί να διορίσει προσωρινό σύνδικο, λαμβάνοντας υπόψη την οικονομική κατάσταση του οφειλέτη, και να κηρύξει τον οφειλέτη σε πτώχευση. Εάν το δικαστήριο δεν διορίσει προσωρινό σύνδικο, η διαδικασία δεν συνεχίζεται στη βάση της αίτησης πτώχευσης και η διαδικασία περατώνεται. Ο προσωρινός σύνδικος καθορίζει τα στοιχεία ενεργητικού του οφειλέτη, συμπεριλαμβανομένων των υποχρεώσεων του οφειλέτη και των διαδικασιών αναγκαστικής εκτέλεσης που αφορούν στοιχεία ενεργητικού του οφειλέτη, και εξακριβώνει εάν επαρκούν για να καλύψουν το κόστος της πτωχευτικής διαδικασίας. Ο προσωρινός σύνδικος διενεργεί εκτίμηση της οικονομικής κατάστασης και της φερεγγυότητας του οφειλέτη καθώς και των προοπτικών για συνέχιση των δραστηριοτήτων της εμπορικής επιχείρησης του οφειλέτη και, αν ο οφειλέτης είναι νομικό πρόσωπο, για ανασυγκρότηση του οφειλέτη, εγγυάται τη διατήρηση των στοιχείων ενεργητικού του οφειλέτη, κλπ. Οι δραστηριότητες του προσωρινού συνδίκου πρέπει να καταδείξουν αν η αίτηση πτώχευσης πρέπει να γίνει δεκτή ή να απορριφθεί.

2. Διαδικασία αναδιοργάνωσης

Για να κινηθεί διαδικασία αναδιοργάνωσης για εμπορική επιχείρηση, η επιχείρηση υποβάλλει τη σχετική αίτηση.

Το δικαστήριο κινεί διαδικασία αναδιοργάνωσης αν η αίτηση αναδιοργάνωσης πληροί τις απαιτήσεις του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας και του νόμου περί αναδιοργάνωσης και αν η επιχείρηση έχει τεκμηριώσει με επιχειρήματα ότι:

  1. είναι πιθανό να καταστεί αφερέγγυα στο μέλλον
  2. η εμπορική επιχείρηση χρήζει αναδιοργάνωσης
  3. υπάρχει πιθανότητα βιώσιμης διαχείρισης της εμπορικής επιχείρησης μετά την αναδιοργάνωση.

Δεν κινείται διαδικασία αναδιοργάνωσης εάν:

  1. έχει κινηθεί πτωχευτική διαδικασία κατά της επιχείρησης
  2. έχει εκδοθεί δικαστική απόφαση για υποχρεωτική διάλυση της επιχείρησης ή εκτελείται συμπληρωματική εκκαθάριση
  3. έχει μεσολαβήσει διάστημα μικρότερο των δύο ετών από την περάτωση διαδικασίας αναδιοργάνωσης σε σχέση με την επιχείρηση.

Αν μια επιχείρηση ζητήσει την αναδιοργάνωση εμπορικής επιχείρησης, το δικαστήριο μπορεί επίσης να αρνηθεί να κάνει δεκτή την αίτηση εάν η επιχείρηση δεν έχει τεκμηριώσει με επιχειρήματα ότι η εμπορική επιχείρηση έχει ανάγκη αναδιοργάνωσης και ότι υπάρχει πιθανότητα βιώσιμης διαχείρισης της επιχείρησης μετά την αναδιοργάνωση.

Η αποτελεσματικότητα της διαδικασίας αναδιοργάνωσης μπορεί να αξιολογηθεί στη βάση της έγκρισης του σχεδίου αναδιοργάνωσης, που χρειάζεται κατά μέσο όρο έξι μήνες από την υποβολή της αίτησης αναδιοργάνωσης.[2] Παρατείνεται επίσης κατά τον χρόνο που χρειάζεται για την εφαρμογή του σχεδίου αναδιοργάνωσης και την επίτευξη πραγματικών αποτελεσμάτων, ο οποίος διαφέρει μεταξύ των διαφόρων διαδικασιών αναδιοργάνωσης.

Αν το δικαστήριο αποφάσισε να κινήσει διαδικασία αναδιοργάνωσης και εξέδωσε απόφαση αναδιοργάνωσης, ο σύμβουλος αναδιοργάνωσης αποστέλλει αμέσως στους πιστωτές ανακοίνωση αναδιοργάνωσης με την οποία τους ενημερώνει για την έναρξη της διαδικασίας αναδιοργάνωσης και για το ύψος των απαιτήσεών τους κατά της επιχείρησης σύμφωνα με τον κατάλογο χρεών.

Στη διαδικασία αναδιοργάνωσης, προκαταρκτική διαδικασία θεωρείται η διαδικασία από την υποβολή της αίτησης αναδιοργάνωσης έως την έγκριση σχεδίου αναδιοργάνωσης ή την περάτωση της διαδικασίας αναδιοργάνωσης. Στη διάρκεια αυτής της περιόδου, το δικαστήριο αναστέλλει διαδικασίες αναγκαστικής εκτέλεσης που διεξάγονται σε σχέση με τα στοιχεία ενεργητικού της επιχείρησης έως την έγκριση του σχεδίου αναδιοργάνωσης ή την περάτωση της διαδικασίας αναδιοργάνωσης, με εξαίρεση την περίπτωση διαδικασίας αναγκαστικής εκτέλεσης για την ικανοποίηση απαίτησης που γεννήθηκε στο πλαίσιο σχέσης απασχόλησης ή απαίτησης για πληρωμή διατροφής ο υπολογισμός τόκων υπερημερίας ή συμβατικής ποινής που προσαυξάνεται στο πέρασμα του χρόνου επί απαίτησης κατά της επιχείρησης αναστέλλεται έως την έγκριση του σχεδίου αναδιοργάνωσης το δικαστήριο που εξετάζει την υπόθεση δύναται, κατόπιν αίτησης από επιχείρηση και με την έγκριση του συμβούλου αναδιοργάνωσης, η οποία επισυνάπτεται στην αίτηση, να αναστείλει δικαστική διαδικασία με αντικείμενο χρηματοπιστωτική απαίτηση κατά της επιχείρησης έως την έγκριση του σχεδίου αναδιοργάνωσης ή την περάτωση της διαδικασίας αναδιοργάνωσης, με εξαίρεση την περίπτωση απαίτησης που εγείρεται στο πλαίσιο σχέσης απασχόλησης ή απαίτησης για πληρωμή διατροφής η οποία εκκρεμεί στο δικαστήριο στη βάση αίτησης πτώχευσης που υποβάλλεται από πιστωτή, το δικαστήριο μεταθέτει χρονικά την απόφαση σχετικά με την έναρξη της πτωχευτικής διαδικασίας έως την έγκριση του σχεδίου αναδιοργάνωσης ή την περάτωση της διαδικασίας αναδιοργάνωσης. Το δικαστήριο διορίζει σύμβουλο αναδιοργάνωσης έως την περάτωση της διαδικασίας αναδιοργάνωσης.

3. Διαδικασία αναδιάρθρωσης χρέους

Η διαδικασία αναδιάρθρωσης χρέους παρέχει στους οφειλέτες τη δυνατότητα να αναδιαρθρώσουν τις οικονομικές υποχρεώσεις τους. Ένας οφειλέτης θεωρείται ότι έχει προβλήματα φερεγγυότητας αν δεν είναι σε θέση ή αν είναι πιθανό να μην είναι σε θέση να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις του όταν αυτές καταστούν ληξιπρόθεσμες.

Για να κινηθεί διαδικασία αναδιάρθρωσης χρέους, κατατίθεται από οφειλέτη σχετική αίτηση σε δικαστήριο, η οποία πρέπει να συνοδεύεται, μεταξύ άλλων, από σχέδιο αναδιάρθρωσης χρέους όπου προσδιορίζονται οι προς αναδιάρθρωση υποχρεώσεις και ο τρόπος αναδιάρθρωσης καθώς και η προθεσμία εφαρμογής του σχεδίου αναδιάρθρωσης. Πριν από την κατάθεση αίτησης αναδιάρθρωσης χρέους σε δικαστήριο, ο οφειλέτης πρέπει να προβεί στις αναγκαίες ενέργειες για εξωδικαστική αναδιάρθρωση του χρέους.

Το δικαστήριο κάνει δεκτή αίτηση αναδιάρθρωσης χρέους εάν αυτή πληροί τις απαιτήσεις του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας και του νόμου περί αναδιάρθρωσης χρέους και προστασίας των χρεών. Η απόφαση σχετικά με την αποδοχή αίτησης διαβιβάζεται στον οφειλέτη και σε όλους τους πιστωτές των οποίων τις απαιτήσεις επιδιώκει να αναδιαρθρώσει ο οφειλέτης. Η απόφαση δημοσιεύεται επίσης στο Ametlikud Teadaanded.

Το δικαστήριο δεν κάνει δεκτή αίτηση αναδιάρθρωσης χρέους εάν:

  1. ο οφειλέτης έχει κηρυχθεί σε πτώχευση
  2. στη διάρκεια της δεκαετίας που προηγήθηκε της κατάθεσης της αίτησης το δικαστήριο έκανε δεκτή αίτηση αναδιάρθρωσης χρέους του οφειλέτη ή αίτηση του οφειλέτη για απαλλαγή από χρέη σε πτωχευτική διαδικασία
  3. ο οφειλέτης δεν αντιμετωπίζει προβλήματα φερεγγυότητας ή είναι σαφές ότι τα εν λόγω προβλήματα μπορούν να ξεπεραστούν χωρίς αναδιάρθρωση των χρεών, μεταξύ άλλων με εκποίηση των στοιχείων ενεργητικού του οφειλέτη για την κάλυψη των χρεών του σε έναν βαθμό που θα μπορούσε εύλογα να αναμένεται από τον οφειλέτη
  4. η αίτηση ή τα συνημμένα αυτής δεν πληρούν τις νόμιμες απαιτήσεις.

Το δικαστήριο μπορεί να αρνηθεί να κάνει δεκτή αίτηση αναδιάρθρωσης χρέους εάν:

  1. είναι απίθανο να εγκριθεί ή να τηρηθεί το σχέδιο αναδιάρθρωσης χρέους που προτείνεται από τον οφειλέτη, λαμβάνοντας υπόψη, μεταξύ άλλων, τη φερεγγυότητα του οφειλέτη κατά την τριετία που προηγήθηκε της υποβολής της αίτησης αναδιάρθρωσης χρέους και την ικανότητα του οφειλέτη να ασκήσει ευλόγως κερδοφόρα δραστηριότητα κατά τη διάρκεια ισχύος του σχεδίου αναδιάρθρωσης χρέους, και συνεκτιμώντας την ηλικία, το επάγγελμα και την εκπαίδευση του οφειλέτη
  2. πριν από την κατάθεση της αίτησης αναδιάρθρωσης χρέους στο δικαστήριο, ο οφειλέτης δεν προέβη στις αναγκαίες ενέργειες για εξωδικαστική αναδιάρθρωση του χρέους
  3. ο οφειλέτης, σκοπίμως ή λόγω βαριάς αμέλειας, προσκόμισε ουσιωδώς εσφαλμένες ή ελλιπείς πληροφορίες σχετικά με τα στοιχεία ενεργητικού, τα εισοδήματα, τους πιστωτές ή τις υποχρεώσεις του
  4. ο οφειλέτης αρνείται να βεβαιώσει ενόρκως το αληθές των πληροφοριών που υπέβαλε ή να προσκομίσει πρόσθετες πληροφορίες τις οποίες ζήτησε το δικαστήριο
  5. ο οφειλέτης έχει καταδικαστεί για αδίκημα σε σχέση με πτωχευτική διαδικασία ή διαδικασία αναγκαστικής εκτέλεσης, για φορολογικό αδίκημα ή για συγκεκριμένο ποινικό αδίκημα όσον αφορά εταιρείες, και τα στοιχεία που αφορούν την καταδίκη δεν έχουν διαγραφεί από τη βάση δεδομένων ποινικού μητρώου
  6. κατά την τριετία που προηγήθηκε της υποβολής της αίτησης ή μετά την υποβολή της αίτησης, ο οφειλέτης, σκοπίμως ή λόγω βαριάς αμέλειας, προσκόμισε ουσιωδώς εσφαλμένες ή ελλιπείς πληροφορίες σχετικά με την οικονομική κατάστασή του με σκοπό να εξασφαλίσει ενίσχυση ή άλλες παροχές από το Δημόσιο, την τοπική αυτοδιοίκηση ή κάποιο ίδρυμα ή με σκοπό να φοροδιαφύγει
  7. είναι καταφανές ότι ο οφειλέτης έχει συνάψει σκοπίμως συναλλαγές οι οποίες προκαλούν βλάβη στους πιστωτές.

Αν το δικαστήριο αποφασίσει, αποφαινόμενο για την αίτηση του οφειλέτη, ότι πρέπει να κινηθεί διαδικασία αναδιάρθρωσης χρέους, το δικαστήριο διαβιβάζει την απόφαση σχετικά με την αποδοχή της αίτησης στον οφειλέτη και σε όλους τους πιστωτές των οποίων τις απαιτήσεις επιδιώκει να αναδιαρθρώσει ο οφειλέτης. Η απόφαση δημοσιεύεται επίσης στο Ametlikud Teadaanded.

Στη διαδικασία αναδιάρθρωσης χρέους, η λεγόμενη προκαταρκτική διαδικασία είναι η περίοδος από την υποβολή της αίτησης αναδιάρθρωσης χρέους έως την έγκριση σχεδίου αναδιάρθρωσης χρέους. Αν η αίτηση αναδιάρθρωσης χρέους γίνει δεκτή, ο υπολογισμός τόκων υπερημερίας ή συμβατικής ποινής που προσαυξάνεται στο πέρασμα του χρόνου επί απαίτησης κατά του οφειλέτη αναστέλλεται έως την έγκριση του σχεδίου αναδιάρθρωσης ή την περάτωση της διαδικασίας. Αυτό δεν ισχύει για τις απαιτήσεις των οποίων την αναδιάρθρωση επιδιώκει ο οφειλέτης. Εάν μια αίτηση γίνει δεκτή, ένας πιστωτής δεν μπορεί, στηριζόμενος σε αθέτηση οικονομικής υποχρέωσης η οποία έλαβε χώρα πριν από την υποβολή της αίτησης αναδιάρθρωσης χρέους, να καταγγείλει σύμβαση που συνάφθηκε με τον οφειλέτη και γεννά τις απαιτήσεις των οποίων την αναδιάρθρωση επιδιώκει ο οφειλέτης, ή να αρνηθεί, με αυτή την αιτιολογία, την εκπλήρωση των υποχρεώσεών του. Συμφωνία βάσει της οποίας πιστωτής μπορεί να προχωρήσει σε καταγγελία σύμβασης εάν υποβληθεί αίτηση αναδιάρθρωσης χρέους ή εάν εγκριθεί σχέδιο αναδιάρθρωσης χρέους είναι άκυρη. Όταν μια αίτηση γίνεται δεκτή, το δικαστήριο αναστέλλει τη διαδικασία αναγκαστικής εκτέλεσης η οποία διεξάγεται σε σχέση με στοιχεία ενεργητικού του οφειλέτη με σκοπό την είσπραξη χρηματικών ποσών έως την έγκριση του σχεδίου αναδιάρθρωσης ή την περάτωση της διαδικασίας. Το δικαστήριο δύναται επίσης να αναστείλει δικαστική διαδικασία με αντικείμενο χρηματοπιστωτική απαίτηση κατά του οφειλέτη επί της οποίας εκκρεμεί δικαστική απόφαση να ακυρώσει μέτρα για την εξασφάλιση αγωγής, συμπεριλαμβανομένης της κατάσχεσης τραπεζικών λογαριασμών και να απαγορεύσει στους πιστωτές να ασκήσουν τα δικαιώματα που απορρέουν από την πρόσθετη ασφάλεια την οποία παρέσχε ο οφειλέτης, συμπεριλαμβανομένων των δικαιωμάτων από την εκποίηση ή την αίτηση για εκποίηση του αντικειμένου του ενεχύρου


[1] Έρευνα σχετικά με την αποτελεσματικότητα των διαδικασιών αφερεγγυότητας (19 Μαρτίου 2013), η οποία διενεργήθηκε από την εταιρεία συμβούλων AS Pricewaterhouse Coopers, για λογαριασμό του Γραφείου της Κυβέρνησης της Εσθονίας, Ταμείο Συνετών Αποφάσεων, εταίρος: Υπουργείο Δικαιοσύνης, σ. 7.

[2] Όπ.π., σ. 8.

3 Ποια περιουσιακά στοιχεία ανήκουν στην πτωχευτική περιουσία; Πώς αντιμετωπίζονται τα περιουσιακά στοιχεία που αποκτώνται από τον οφειλέτη ή που περιέρχονται σε αυτόν μετά την έναρξη της διαδικασίας αφερεγγυότητας;

Με την κήρυξη της πτώχευσης, τα στοιχεία ενεργητικού του οφειλέτη συνιστούν την πτωχευτική περιουσία και το δικαίωμα του οφειλέτη να διαχειρίζεται και να διαθέτει την πτωχευτική περιουσία μεταβιβάζεται στον σύνδικο πτώχευσης.

Τα στοιχεία ενεργητικού του οφειλέτη συνιστούν την πτωχευτική περιουσία βάσει απόφασης για κήρυξη πτώχευσης και χρησιμοποιούνται ως στοιχεία ενεργητικού τα οποία προορίζονται για την ικανοποίηση των απαιτήσεων των πιστωτών και τη διεξαγωγή της πτωχευτικής διαδικασίας. Ως πτωχευτική περιουσία νοούνται τα στοιχεία ενεργητικού του οφειλέτη κατά τον χρόνο κήρυξης της πτώχευσης, καθώς και τα στοιχεία ενεργητικού που επιστρέφονται ή ανακτώνται και τα στοιχεία ενεργητικού που αποκτώνται από τον οφειλέτη στη διάρκεια της πτωχευτικής διαδικασίας. Στοιχεία ενεργητικού του οφειλέτη κατά των οποίων δεν είναι δυνατό, βάσει του νόμου, να εγερθεί απαίτηση για πληρωμή δεν περιλαμβάνονται στην πτωχευτική περιουσία.

Στοιχεία ενεργητικού κατά των οποίων δεν είναι δυνατό, βάσει του νόμου, να εγερθεί απαίτηση για πληρωμή διέπονται από τον Κώδικα Διαδικασίας Αναγκαστικής Εκτέλεσης. Ο νόμος ορίζει έναν μη εξαντλητικό κατάλογο αντικειμένων που δεν μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο κατάσχεσης. Βασικός σκοπός του καταλόγου αντικειμένων που δεν μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο κατάσχεσης είναι να διασφαλιστεί μια ελάχιστη κοινωνική προστασία για τον οφειλέτη. Η απαγόρευση εκποίησης αντικειμένων που δεν μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο κατάσχεσης εκπορεύεται επίσης από την ανάγκη προστασίας άλλων θεμελιωδών δικαιωμάτων: του δικαιώματος του καθενός να επιλέγει ελεύθερα τον τομέα δραστηριότητας, το επάγγελμα και τη θέση του, το δικαίωμα άσκησης επιχειρηματικής δραστηριότητας, το δικαίωμα στην εκπαίδευση, η θρησκευτική ελευθερία, η προστασία της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής, κλπ. Επιπροσθέτως, η κατάσχεση ορισμένων αντικειμένων αντιβαίνει στις γενικά αποδεκτές αρχές ηθικής.

Σύμφωνα με την εσθονική νομοθεσία, εφαρμόζονται επίσης περιορισμοί στη κατάσχεση εισοδημάτων, με βασικό σκοπό να διασφαλίζεται ότι ο οφειλέτης διαθέτει τα ελάχιστα μέσα βιοπορισμού που είναι αναγκαία για τον ίδιο και τα προστατευόμενα μέλη του σύμφωνα με τους όρους της διαδικασίας που διεξάγεται σε σχέση με τον οφειλέτη. Ισχύουν δύο κατηγορίες περιορισμών, αφενός για το μέρος του εισοδήματος που δεν μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο κατάσχεσης και πρέπει να παραμείνει προς χρήση στον οφειλέτη, και αφετέρου για τις λεγόμενες κοινωνικές παροχές: η πρώτη κατηγορία εξασφαλίζει ότι ο οφειλέτης συνεχίζει να διαθέτει τα ελάχιστα μέσα βιοπορισμού, ενώ η δεύτερη περιλαμβάνει τα ad hoc ποσά που καταβάλλονται για την προστασία ορισμένου δικαιώματος και δεν είναι υποχρεωτικό να χρησιμοποιούνται για την κάλυψη άλλων υποχρεώσεων. Ωστόσο, υπό ορισμένες προϋποθέσεις είναι επίσης δυνατή η μερική κατάσχεση κοινωνικών παροχών.

Μετά την κήρυξη πτώχευσης, κάθε διάθεση στοιχείων ενεργητικού από τον οφειλέτη όσον αφορά αντικείμενα τα οποία αποτελούν μέρος της πτωχευτικής περιουσίας είναι άκυρη. Τα στοιχεία ενεργητικού που μεταβιβάζονται από τον αντισυμβαλλόμενο μετά από πράξη διάθεσης επιστρέφονται στον συμβαλλόμενο εφόσον τα στοιχεία ενεργητικού παραμένουν στην πτωχευτική περιουσία, ή χορηγείται αποζημίωση αν η πτωχευτική περιουσία αυξήθηκε ως αποτέλεσμα της μεταβίβασης. Αν ο οφειλέτης προχώρησε σε διάθεση των μελλοντικών απαιτήσεών του πριν από την κήρυξη πτώχευσης, η διάθεση καθίσταται άκυρη όταν κηρύσσεται η πτώχευση όσον αφορά τις απαιτήσεις που γεννώνται μετά την κήρυξη της πτώχευσης. Οφειλέτες που είναι φυσικά πρόσωπα δύνανται να διαθέτουν την πτωχευτική περιουσία με τη συναίνεση του συνδίκου. Η διάθεση στοιχείων ενεργητικού χωρίς τη συναίνεση του συνδίκου είναι άκυρη.

Μετά την κήρυξη πτώχευσης, η εκπλήρωση υποχρέωσης που περιλαμβάνεται στην πτωχευτική περιουσία και είναι οφειλόμενη στον οφειλέτη μπορεί να γίνει δεκτή μόνον από τον σύνδικο. Αν η υποχρέωση εκπληρώθηκε προς όφελος του οφειλέτη, η υποχρέωση θεωρείται εκπληρωθείσα μόνον εάν τα στοιχεία ενεργητικού που μεταβιβάστηκαν για την εκπλήρωση της υποχρέωσης παραμένουν στην πτωχευτική περιουσία ή εάν η πτωχευτική περιουσία αυξήθηκε ως αποτέλεσμα της μεταβίβασης. Αν η υποχρέωση εκπληρώθηκε προς όφελος του οφειλέτη πριν από τη δημοσίευση της ανακοίνωσης πτώχευσης, η υποχρέωση θεωρείται εκπληρωθείσα εάν το πρόσωπο που εκπλήρωσε την υποχρέωση δεν είχε και δεν όφειλε να έχει γνώση της κήρυξης πτώχευσης όταν εκπλήρωνε την υποχρέωση.

4 Ποιες εξουσίες έχουν ο οφειλέτης και ο διαχειριστής της διαδικασίας αφερεγγυότητας, αντίστοιχα;

Με την κήρυξη της πτώχευσης, οι οφειλέτες που είναι φυσικά πρόσωπα εκπίπτουν του δικαιώματός τους να συνάπτουν συναλλαγές σε σχέση με την πτωχευτική περιουσία, ενώ οι οφειλέτες που είναι νομικά πρόσωπα εκπίπτουν του δικαιώματός τους να συνάπτουν οποιαδήποτε συναλλαγή.

Ο οφειλέτης παρέχει στο δικαστήριο, τον σύνδικο και την πτωχευτική επιτροπή τις πληροφορίες που χρειάζονται σε σχέση με την πτωχευτική διαδικασία, ιδίως όσον αφορά τα στοιχεία ενεργητικού του οφειλέτη, συμπεριλαμβανομένων των υποχρεώσεών του, και τις επιχειρηματικές ή επαγγελματικές του δραστηριότητες. Ο οφειλέτης υποχρεούται να παράσχει στον σύνδικο ισολογισμό και απογραφή των στοιχείων ενεργητικού του οφειλέτη, συμπεριλαμβανομένου και του παθητικού, κατά την ημερομηνία κήρυξης της πτώχευσης.

Το δικαστήριο μπορεί να ζητήσει από τον οφειλέτη να βεβαιώσει ενόρκως ότι οι πληροφορίες που υποβλήθηκαν στο δικαστήριο σε σχέση με τα στοιχεία ενεργητικού, τα χρέη και τις επιχειρηματικές ή επαγγελματικές δραστηριότητές του είναι ορθές εξ όσων γνωρίζει ο οφειλέτης.

Ο οφειλέτης οφείλει να παρέχει τη συνδρομή του στον προσωρινό σύνδικο και στον σύνδικο κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους.

Ο οφειλέτης δεν μπορεί να εγκαταλείψει την Εσθονία χωρίς την άδεια του δικαστηρίου μετά την κήρυξη της πτώχευσης και πριν προβεί σε ένορκη βεβαίωση.

Το δικαστήριο δύναται να επιβάλει πρόστιμο, υποχρέωση εμφάνισης στις αρχές ή σύλληψη του οφειλέτη σε περίπτωση μη συμμόρφωσης με δικαστική διαταγή ή προκειμένου να διασφαλιστεί η εκπλήρωση υποχρέωσης που προβλέπεται από τον νόμο.

Ο οφειλέτης έχει δικαίωμα να εξετάσει τον φάκελο του συνδίκου και τον δικαστικό φάκελο της πτώχευσης. Ο σύνδικος δύναται να αρνηθεί αίτημα του οφειλέτη για εξέταση εγγράφου το οποίο περιλαμβάνεται στον φάκελο του συνδίκου, τεκμηριώνοντας δεόντως την άρνησή του, εάν αυτό θα έβλαπτε τη διεξαγωγή της πτωχευτικής διαδικασίας.

Σύνδικος πτώχευσης

  • Ο σύνδικος πτώχευσης συνάπτει συναλλαγές που σχετίζονται με την πτωχευτική περιουσία καθώς και άλλες νομικές πράξεις. Τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις που απορρέουν από τις πράξεις του συνδίκου ανήκουν στον οφειλέτη. O σύνδικος, βάσει των καθηκόντων του, παρίσταται στο δικαστήριο ως διάδικος στις διαφορές που σχετίζονται με την πτωχευτική περιουσία αντί του οφειλέτη.
  • Με την κήρυξη της πτώχευσης, το δικαίωμα του οφειλέτη να διαχειρίζεται και να διαθέτει την πτωχευτική περιουσία μεταβιβάζεται στον σύνδικο πτώχευσης. Στις διαδικασίες πτώχευσης οφειλέτη που είναι νομικό πρόσωπο, ο σύνδικος μπορεί να συνάπτει συναλλαγές και νομικές πράξεις σε σχέση με την πτωχευτική περιουσία. Σε περίπτωση πτώχευσης οφειλέτη που είναι φυσικό πρόσωπο, ο σύνδικος μπορεί να συνάπτει συναλλαγές και νομικές πράξεις σε σχέση με την πτωχευτική περιουσία μόνο στον βαθμό που κρίνονται αναγκαίες για την επίτευξη του σκοπού της πτωχευτικής διαδικασίας και για την άσκηση των καθηκόντων του συνδίκου.
  • Ο σύνδικος υπερασπίζεται τα δικαιώματα και τα συμφέροντα όλων των πιστωτών και του οφειλέτη και εγγυάται τη νομιμότητα, την ταχύτητα περάτωσης και το λογικό κόστος της πτωχευτικής διαδικασίας. Ο σύνδικος πρέπει να εκπληρώνει τις υποχρεώσεις του με τη μέριμνα που είναι αναμενόμενη από έναν επιμελή και έντιμο σύνδικο και να λαμβάνει υπόψη τα συμφέροντα όλων των πιστωτών και του οφειλέτη.
  • Ο σύνδικος καθορίζει τις απαιτήσεις των πιστωτών, διαχειρίζεται την πτωχευτική περιουσία, οργανώνει τον προσδιορισμό και την εκποίησή της καθώς και την ικανοποίηση των απαιτήσεων των πιστωτών από την πτωχευτική περιουσία εξακριβώνει τα αίτια της αφερεγγυότητας του οφειλέτη και τη χρονική στιγμή στην οποία τοποθετείται η αρχή της αφερεγγυότητας προβαίνει σε ενέργειες ώστε να συνεχιστεί η επιχειρηματική δραστηριότητα του οφειλέτη, κατά περίπτωση αναλαμβάνει την εκκαθάριση του οφειλέτη,όταν ο τελευταίος είναι νομικό πρόσωπο, κατά περίπτωση παρέχει πληροφορίες στους πιστωτές και στον οφειλέτη στις περιπτώσεις που προβλέπονται από τον νόμο υποβάλλει εκθέσεις σχετικά με τις δραστηριότητές τους και παρέχει πληροφορίες σχετικά με την πτωχευτική διαδικασία στο δικαστήριο, στον υπάλληλο-επόπτη και στην πτωχευτική επιτροπή εκπληρώνει άλλες υποχρεώσεις βάσει του νόμου. Αν η αφερεγγυότητα του οφειλέτη προκλήθηκε λόγω σοβαρού διαχειριστικού σφάλματος, ο σύνδικος οφείλει να εγείρει απαίτηση αποζημίωσης κατά του προσώπου που ευθύνεται για το σφάλμα αμέσως μόλις τεκμηριωθεί επαρκώς το βάσιμο της απαίτησης αποζημίωσης. Εκτός από τα δικαιώματα του συνδίκου όπως προβλέπονται βάσει του νόμου, ο σύνδικος έχει επίσης τα δικαιώματα του προσωρινού συνδίκου.

5 Κάτω από ποιες προϋποθέσεις μπορεί να προταθεί συμψηφισμός;

Στην Εσθονία επιτρέπονται οι συμψηφισμοί στις πτωχευτικές διαδικασίες. Ο συμψηφισμός απαιτήσεων σε πτωχευτική διαδικασία υπόκειται στις εξής προϋποθέσεις:

1)    οι απαιτήσεις προς συμψηφισμό πρέπει να είναι οικονομικές υποχρεώσεις ή άλλες υποχρεώσεις του ίδιου τύπου

2)    το δικαίωμα του πιστωτή για εκπλήρωση της υποχρέωσής του πρέπει να έχει θεμελιωθεί και η υποχρέωση του οφειλέτη πρέπει να έχει καταστεί ληξιπρόθεσμη

3)    ο πιστωτής πρέπει να υποβάλει δήλωση συμψηφισμού στον οφειλέτη πριν από την υποβολή της τελικής πρότασης διανομής στο δικαστήριο, δήλωση η οποία δεν πρέπει να περιλαμβάνει αιρέσεις ή όρους

4)    το δικαίωμα του πιστωτή για συμψηφισμό της απαίτησής του με την απαίτηση του οφειλέτη πρέπει να έχει θεμελιωθεί πριν από την κήρυξη της πτώχευσης.

Αν η απαίτηση του οφειλέτη τελούσε υπό αναβλητική αίρεση ή δεν είχε λήξει ακόμη όταν κηρύχθηκε η πτώχευση ή αν δεν αφορά την εκπλήρωση υποχρεώσεων του ίδιου τύπου, η απαίτηση μπορεί να συμψηφιστεί μόνο με την πλήρωση της αναβλητικής αίρεσης, τη λήξη της απαίτησης του οφειλέτη ή όταν οι υποχρεώσεις καταστούν υποχρεώσεις του ίδιου τύπου. Δεν επιτρέπεται συμψηφισμός εάν επέλθει πλήρωση της αναβλητικής αίρεσης όσον αφορά την απαίτηση του οφειλέτη ή λήξη της απαίτησης προτού ο πιστωτής αποκτήσει δικαίωμα συμψηφισμού της απαίτησής του.

Αν η απαίτηση πιστωτή έχει λήξει, ο πιστωτής μπορεί και πάλι να προχωρήσει σε συμψηφισμό της απαίτησης αν το δικαίωμα συμψηφισμού θεμελιώθηκε πριν από τη λήξη της απαίτησης. Οι πιστωτές μπορούν επίσης να συμψηφίζουν απαιτήσεις που απορρέουν από αδυναμία του οφειλέτη να τηρήσει σύμβαση, αδυναμία που οφείλεται στο γεγονός ότι ο σύνδικος παραιτήθηκε από την υποχρέωση του οφειλέτη μετά την κήρυξη της πτώχευσης. Αν το αντικείμενο συμβατικής υποχρέωσης είναι διαιρέσιμο και ο πιστωτής έχει εν μέρει εκπληρώσει την υποχρέωσή του πριν από την κήρυξη της πτώχευσης, ο πιστωτής μπορεί να προχωρήσει σε συμψηφισμό με την οικονομική υποχρέωση του οφειλέτη ο οποίος αντιστοιχεί στο μέρος της υποχρέωσης του πιστωτή που έχει εκπληρωθεί. Αν ο οφειλέτης είναι εκμισθωτής κατοικίας ή εμπορικού ακινήτου και ο μισθωτής κατοικίας ή εμπορικού ακινήτου έχει προκαταβάλει στον οφειλέτη το μίσθωμα για ακίνητο ή επαγγελματικό χώρο πριν από την κήρυξη της πτώχευσης, αυτό θεμελιώνει απαίτηση για αδικαιολόγητο πλουτισμό κατά του οφειλέτη την οποία ο μισθωτής κατοικίας ή εμπορικού ακινήτου μπορεί να συμψηφίσει προς την απαίτηση του οφειλέτη κατά του μισθωτή κατοικίας ή εμπορικού ακινήτου, και ο μισθωτής κατοικίας ή εμπορικού ακινήτου δύναται επίσης να προχωρήσει σε συμψηφισμό απαίτησης αποζημίωσης λόγω πρόωρης λύσης του συμβολαίου ή υπαναχώρησης από το συμβόλαιο.

Απαίτηση που αποκτήθηκε μέσω εκχώρησης μπορεί να συμψηφιστεί σε πτωχευτική διαδικασία μόνον εάν η απαίτηση εκχωρήθηκε και ο οφειλέτης έλαβε σχετική γραπτή ειδοποίηση τουλάχιστον τρεις μήνες πριν από την κήρυξη της πτώχευσης. Απαίτηση κατά του οφειλέτη η οποία αποκτήθηκε μέσω εκχώρησης δεν μπορεί να συμψηφιστεί εάν η απαίτηση εκχωρήθηκε εντός των τριών ετών που προηγήθηκαν του διορισμού προσωρινού συνδίκου, εάν ο οφειλέτης ήταν τότε αφερέγγυος και εάν το πρόσωπο που έγινε κάτοχος της απαίτησης είχε ή έπρεπε να έχει γνώση της αφερεγγυότητας κατά την εκχώρηση.

Στις απαιτήσεις που δεν μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο συμψηφισμού συγκαταλέγονται οι απαιτήσεις για διατροφή, απαιτήσεις για αποζημίωση λόγω πρόκλησης βλάβης στην υγεία ή λόγω θανάτου προσώπου και απαιτήσεις που γεννήθηκαν από παράνομη και εκ προθέσεως πρόκληση βλάβης τις οποίες εγείρει ο αντισυμβαλλόμενος κατά του συμβαλλομένου που αιτείται τον συμψηφισμό οι απαιτήσεις του αντισυμβαλλομένου επί των οποίων δεν μπορεί να εγερθεί απαίτηση πληρωμής κατά τον νόμο κατασχεθείσες απαιτήσεις κατά της απαίτησης του συμβαλλομένου κατά του αντισυμβαλλομένου εάν ο συμβαλλόμενος που αιτείται τον συμψηφισμό έγινε κάτοχος της απαίτησης μετά την κατάσχεση ή εάν η απαίτηση έληξε μετά την κατάσχεση και μεταγενέστερα από την κατασχεθείσα απαίτηση απαιτήσεις έναντι των οποίων ο αντισυμβαλλόμενος δύναται να προβάλλει αντιρρήσεις ή απαιτήσεις του αντισυμβαλλομένου των οποίων ο συμψηφισμός δεν επιτρέπεται για άλλους λόγους που απορρέουν από τη νομοθεσία.

Οι συμψηφισμοί δεν διέπονται από ξεχωριστούς κανόνες στην περίπτωση της διαδικασίας αναδιοργάνωσης και της διαδικασίας αναδιάρθρωσης χρέους και, συνεπώς, ισχύει για αυτούς η γενική διαδικασία βάσει του νόμου περί ενοχικού δικαίου.

6 Ποια αποτελέσματα έχουν οι διαδικασίες αφερεγγυότητας επί των υφισταμένων συμβάσεων στις οποίες ο οφειλέτης αποτελεί συμβαλλόμενο μέρος;

Πτωχευτική διαδικασία

Ο σύνδικος έχει δικαίωμα να εκπληρώσει μη εκπληρωθείσα υποχρέωση που απορρέει από σύμβαση την οποία σύναψε ο οφειλέτης και να ζητήσει από τον αντισυμβαλλόμενο να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις του ή να παραιτηθεί από υποχρέωση του οφειλέτη που απορρέει από σύμβαση, εκτός εάν ο νόμος προβλέπει διαφορετικά. Ο σύνδικος δεν μπορεί να παραιτηθεί από υποχρέωση του οφειλέτη η οποία απορρέει από σύμβαση εάν η υποχρέωση εξασφαλίζεται από εκ των προτέρων ειδοποίηση που έχει καταχωριστεί στο κτηματολόγιο. Αν ο σύνδικος συνεχίσει να εκπληρώνει υποχρέωση του οφειλέτη ή διαβιβάσει ειδοποίηση ότι προτίθεται να εκπληρώσει την υποχρέωση, ο αντισυμβαλλόμενος συνεχίζει να εκπληρώνει τις υποχρεώσεις του. Σε αυτή την περίπτωση, ο σύνδικος εκπίπτει του δικαιώματός του να αρνηθεί την εκπλήρωση της υποχρέωσης του οφειλέτη. Αν ο σύνδικος ζητήσει από τον αντισυμβαλλόμενο να τηρήσει τους όρους της σύμβασης, ο αντισυμβαλλόμενος μπορεί να ζητήσει από τον σύνδικο να εξασφαλίσει την εκπλήρωση της υποχρέωσης του οφειλέτη. Ο αντισυμβαλλόμενος δύναται να αρνηθεί να εκπληρώσει την υποχρέωσή του, να υπαναχωρήσει από τη σύμβαση ή να ακυρώσει τη σύμβαση έως ότου ο σύνδικος εξασφαλίσει την εκπλήρωση της υποχρέωσης του οφειλέτη. Απαίτηση του αντισυμβαλλόμενου κατά του οφειλέτη η οποία γεννήθηκε από εκπλήρωση υποχρέωσης μετά από αίτημα του συνδίκου για εκπλήρωση της υποχρέωσης από τον αντισυμβαλλόμενο συνιστά ενοποιημένη υποχρέωση. Αν ο σύνδικος παραιτήθηκε από υποχρέωση του οφειλέτη μετά την κήρυξη της πτώχευσης, ο αντισυμβαλλόμενος δύναται να εγείρει απαίτηση η οποία απορρέει από αθέτηση σύμβασης υπό την ιδιότητα του πιστωτή στην πτωχευτική διαδικασία. Αν το αντικείμενο συμβατικής υποχρέωσης είναι διαιρέσιμο και ο αντισυμβαλλόμενος έχει εν μέρει εκπληρώσει την υποχρέωσή του πριν από την κήρυξη της πτώχευσης, ο αντισυμβαλλόμενος δύναται να ζητήσει την εκπλήρωση της οικονομικής υποχρέωσης του οφειλέτη σε βαθμό που αντιστοιχεί στο μέρος της υποχρέωσης του αντισυμβαλλόμενου που έχει εκπληρωθεί μόνον υπό την ιδιότητα του πιστωτή στην πτωχευτική διαδικασία.

Ο νόμος προβλέπει επίσης ειδικές περιπτώσεις για ορισμένους τύπους συμβάσεων:

1)    εάν ο οφειλέτης έχει πωλήσει κινητή περιουσία με επιφύλαξη κυριότητας πριν από την κήρυξη της πτώχευσης και έχει παραδώσει την κινητή περιουσία στον αγοραστή, ο αγοραστής έχει δικαίωμα να ζητήσει την τήρηση των όρων της σύμβασης πώλησης. Σε αυτή την περίπτωση, ο σύνδικος δεν μπορεί να παραιτηθεί από τις υποχρεώσεις του οφειλέτη που απορρέουν από τη σύμβαση πώλησης

2)    η πτώχευση εκμισθωτή κατοικίας ή εμπορικού ακινήτου δεν αποτελεί αιτία για λύση του μισθωτηρίου συμβολαίου κατοικίας ή εμπορικού ακινήτου, εκτός εάν το συμβόλαιο περιέχει διαφορετική πρόβλεψη. Αν το μισθωτήριο συμβόλαιο κατοικίας ή εμπορικού ακινήτου ορίζει ότι η πτώχευση αποτελεί αιτία λύσης του συμβολαίου, ο σύνδικος μπορεί να ακυρώσει το συμβόλαιο εντός προθεσμίας ενός μηνός, ή και σε μικρότερο διάστημα εφόσον αυτό προβλέπεται στο συμβόλαιο. Η πτώχευση εκμισθωτή κατοικίας δεν αποτελεί αιτία για λύση του μισθωτηρίου συμβολαίου της κατοικίας. Αν το μίσθωμα για ακίνητο ή επαγγελματικό χώρο έχει προκαταβληθεί στον οφειλέτη πριν από την κήρυξη της πτώχευσης, ο μισθωτής κατοικίας ή εμπορικού ακινήτου μπορεί να εγείρει ανταπαίτηση για αδικαιολόγητο πλουτισμό κατά της απαίτησης του οφειλέτη κατά του μισθωτή κατοικίας ή εμπορικού ακινήτου

3)    σε περίπτωση πτώχευσης μισθωτή κατοικίας ή εμπορικού ακινήτου, ο εκμισθωτής κατοικίας ή εμπορικού ακινήτου δύναται να καταγγείλει το μισθωτήριο συμβόλαιο κατοικίας ή εμπορικού ακινήτου μόνο σύμφωνα με τη γενική διαδικασία, και το μισθωτήριο συμβόλαιο κατοικίας ή εμπορικού ακινήτου δεν μπορεί να ακυρωθεί λόγω καθυστέρησης στην καταβολή του μισθώματος αν η καθυστέρηση αφορά πληρωμή μισθώματος καταβλητέου πριν από την κατάθεση της αίτησης πτώχευσης. Ο σύνδικος έχει δικαίωμα να ακυρώσει το μισθωτήριο συμβόλαιο κατοικίας ή εμπορικού ακινήτου που σύναψε ο οφειλέτης εντός προθεσμίας ενός μηνός, ή και σε μικρότερο διάστημα εφόσον αυτό προβλέπεται στο συμβόλαιο. Αν το ακίνητο ή ο επαγγελματικός χώρος δεν έχουν παραδοθεί στον οφειλέτη κατά την κήρυξη της πτώχευσης, τόσο ο σύνδικος όσο και ο αντισυμβαλλόμενος δύνανται να υπαναχωρήσουν από το συμβόλαιο. Σε περίπτωση υπαναχώρησης από το συμβόλαιο ή ακύρωσης του συμβολαίου, ο αντισυμβαλλόμενος μπορεί να ζητήσει αποζημίωση για βλάβη την οποία υπέστη από την πρόωρη λύση του συμβολαίου υπό την ιδιότητα του πιστωτή στην πτωχευτική διαδικασία ή μέσω συμψηφισμού

4)    η διαδικασία για τα μισθωτήρια συμβόλαια κατοικίας ή εμπορικού ακινήτου ισχύει επίσης για τις συμβάσεις χρηματοδοτικής μίσθωσης που έχει συνάψει ο οφειλέτης.

Ο σύνδικος έχει το δικαίωμα να αποφασίσει τη συνέχιση ή τη λύση μιας σύμβασης, αλλά αν ο αντισυμβαλλόμενος υποβάλει πρόταση στον σύνδικο για άσκηση του δικαιώματος επιλογής, ο σύνδικος πρέπει αμέσως, και το αργότερο εντός επτά ημερών, να γνωστοποιήσει αν προτίθεται να εκπληρώσει ή να παραιτηθεί από την υποχρέωση του οφειλέτη. Μετά από αίτημα συνδίκου, το δικαστήριο μπορεί επίσης να παρατείνει το εν λόγω διάστημα. Αν ο σύνδικος δεν γνωστοποιήσει εγκαίρως την πρόθεσή του να εκπληρώσει την υποχρέωση ή να παραιτηθεί από αυτή, ο σύνδικος δεν έχει δικαίωμα να ζητήσει από τον αντισυμβαλλόμενο να τηρήσει τους όρους της σύμβασης πριν ο σύνδικος εκπληρώσει την υποχρέωση του οφειλέτη.

Είναι επίσης δυνατό ορισμένες συμβάσεις που έχουν συναφθεί από τον οφειλέτη να είναι ανακτήσιμες. Π.χ. το δικαστήριο ακυρώνει συμβάσεις που έχουν συναφθεί στη διάρκεια της περιόδου από τον διορισμό προσωρινού συνδίκου έως την κήρυξη της πτώχευσης. Εκτός από τον όρο που αφορά το χρόνο σύναψης, προϋπόθεση για την ανάκτηση είναι η πρόκληση βλάβης στα συμφέροντα των πιστωτών λόγω της σύμβασης. Αν δεν έχει προκληθεί βλάβη στα συμφέροντα των πιστωτών και αν η πτωχευτική περιουσία δεν αυξάνεται ως αποτέλεσμα της ανάκτησης, δεν συντρέχει λόγος εκτέλεσης της ανάκτησης.

Γενικά, ένας οφειλέτης σε κατάσταση πτώχευσης ή ο σύνδικός του δεν εξουσιοδοτούνται να προχωρούν σε τροποποιήσεις συμβάσεων. Ωστόσο, είναι δυνατή η τροποποίηση συμβάσεων εάν συναφθεί συμβιβασμός μετά την κήρυξη της πτώχευσης. Σε αυτή την περίπτωση, είναι δυνατή η μερική διαγραφή των χρεών ή η παράταση της πληρωμής κατόπιν συμφωνίας μεταξύ του οφειλέτη και των πιστωτών. Το ίδιο αποτέλεσμα μπορεί επίσης να επιτευχθεί μέσω διαδικασίας αναδιοργάνωσης ή διαδικασίας αναδιάρθρωσης χρέους. Ο πτωχευτικός νόμος, ο νόμος περί αναδιοργάνωσης και ο νόμος περί αναδιάρθρωσης χρέους δεν καλύπτουν την εκχώρηση απαιτήσεων ή την ανάληψη υποχρεώσεων ξεχωριστά, και, συνεπώς, εφαρμόζεται η γενική διαδικασία που προβλέπεται στον νόμο περί ενοχικού δικαίου.

Διαδικασία αναδιοργάνωσης και διαδικασία αναδιάρθρωσης χρέους

Η αναδιάρθρωση συμβάσεων επιτρέπεται στις διαδικασίες αναδιοργάνωσης. Συμφωνία βάσει της οποίας πιστωτής δύναται να προχωρήσει σε καταγγελία σύμβασης εάν κινηθεί διαδικασία αναδιοργάνωσης ή εγκριθεί σχέδιο αναδιοργάνωσης είναι άκυρη. Απαιτήσεις που γεννήθηκαν βάσει σύμβασης απασχόλησης ή από συναλλαγή με παράγωγα δεν είναι δυνατό να αναδιαρθρωθούν σε σχέδιο αναδιοργάνωσης.

Εάν μια αίτηση αναδιάρθρωσης χρέους γίνει δεκτή, ένας πιστωτής δεν μπορεί, στηριζόμενος σε αθέτηση οικονομικής υποχρέωσης η οποία έλαβε χώρα πριν από την υποβολή της αίτησης αναδιάρθρωσης χρέους, να καταγγείλει σύμβαση που συνάφθηκε με τον οφειλέτη και γεννά τις απαιτήσεις των οποίων την αναδιάρθρωση επιδιώκει ο οφειλέτης, ή να αρνηθεί, με αυτή την αιτιολογία, την εκπλήρωση των υποχρεώσεών του. Συμφωνία βάσει της οποίας πιστωτής μπορεί να προχωρήσει σε καταγγελία σύμβασης εάν υποβληθεί αίτηση αναδιάρθρωσης χρέους ή εάν εγκριθεί σχέδιο αναδιάρθρωσης χρέους είναι άκυρη. Υποχρεώσεις απορρέουσες από σύμβαση διαρκούς χαρακτήρα οι οποίες δημιουργούνται ή λήγουν μετά την υποβολή αίτησης αναδιάρθρωσης χρέους μπορούν να συμπεριληφθούν στη διαδικασία αναδιάρθρωσης χρέους. Στο σχέδιο αναδιάρθρωσης μπορεί να ορίζεται ότι πιστωτική συμφωνία ή άλλη σύμβαση διαρκούς χαρακτήρα η οποία έχει συναφθεί από οφειλέτη πριν από την υποβολή αίτησης αναδιάρθρωσης χρέους και η οποία επιβάλλει στον οφειλέτη οικονομικές υποχρεώσεις που λήγουν μετά την υποβολή της αίτησης αναδιάρθρωσης χρέους λύεται με την έγκριση του σχεδίου αναδιάρθρωσης. Η λύση σύμβασης έχει τις ίδιες συνέπειες με την έκτακτη ακύρωση σύμβασης λόγω συνθηκών που σχετίζονται τον οφειλέτη. Οι υποχρεώσεις του οφειλέτη που απορρέουν από λύση σύμβασης μπορούν να υποβληθούν εκ των προτέρων σε αναδιάρθρωση βάσει σχεδίου αναδιάρθρωσης. Αν επίκειται αναδιάρθρωση υποχρεώσεων που γεννώνται από σύμβαση χρηματοδοτικής μίσθωσης, ο εκμισθωτής που έχει και την ιδιότητα του πιστωτή μπορεί εκτάκτως να ακυρώσει τη σύμβαση εντός μίας εβδομάδας από την έγκριση του σχεδίου αναδιάρθρωσης.

7 Ποια αποτελέσματα έχουν οι διαδικασίες αφερεγγυότητας επί των ατομικών διώξεων εκ μέρους πιστωτών (εκτός εάν υφίσταται εκκρεμοδικία);

Μετά την κήρυξη πτώχευσης, οι πιστωτές στην πτωχευτική διαδικασία μπορούν να εγείρουν τις απαιτήσεις τους κατά του οφειλέτη μόνο στο πλαίσιο της πτωχευτικής διαδικασίας. Ο σύνδικος πρέπει να λάβει γνώση όλων των απαιτήσεων των πιστωτών κατά του οφειλέτη οι οποίες γεννήθηκαν πριν από την κήρυξη της πτώχευσης, ανεξαρτήτως της αιτιολογίας ή των καθορισμένων προθεσμιών για την ικανοποίηση των απαιτήσεων. Διαδικασίες αναγκαστικής εκτέλεσης που έχουν κινηθεί κατά οφειλέτη τερματίζονται σε περίπτωση κήρυξης πτώχευσης, και ο πιστωτής πρέπει να εγείρει την απαίτησή του στον σύνδικο πτώχευσης.

Στη διαδικασία αναδιοργάνωσης και στη διαδικασία αναδιάρθρωσης χρέους, δεν μπορούν να κινηθούν νέες διαδικασίες κατά το διάστημα ισχύος του σχεδίου αναδιοργάνωσης ή αναδιάρθρωσης χρέους, αντίστοιχα, μόνον από τους πιστωτές των οποίων οι απαιτήσεις περιλαμβάνονται στο εν λόγω σχέδιο. Σε περίπτωση αναδιοργάνωσης, αναστέλλονται οι διαδικασίες αναγκαστικής εκτέλεσης, με εξαίρεση την περίπτωση διαδικασίας αναγκαστικής εκτέλεσης για την ικανοποίηση απαίτησης που γεννήθηκε στο πλαίσιο σχέσης απασχόλησης ή απαίτησης για πληρωμή διατροφής. Στη διαδικασία αναδιάρθρωσης χρέους, το δικαστήριο μπορεί να αναστείλει διαδικασία αναγκαστικής εκτέλεσης ως μέτρο προσωρινής δικαστικής προστασίας ακόμη και πριν από τη λήψη απόφασης ή την υποβολή αίτησης. Κάνοντας δεκτή μια αίτηση, το δικαστήριο αναστέλλει τη διαδικασία αναγκαστικής εκτέλεσης η οποία διεξάγεται σε σχέση με στοιχεία ενεργητικού του οφειλέτη με σκοπό την είσπραξη χρηματικών ποσών έως την έγκριση του σχεδίου αναδιάρθρωσης ή την περάτωση της διαδικασίας.

8 Ποια αποτελέσματα έχουν οι διαδικασίες αφερεγγυότητας επί των εκκρεμών κατά τον χρόνο της έναρξης της διαδικασίας αφερεγγυότητας δικών;

Πτωχευτική διαδικασία

Σε αντιδικίες επί της πτωχευτικής περιουσίας ή επί των στοιχείων ενεργητικού που μπορούν να συμπεριληφθούν στην πτωχευτική περιουσία, το δικαίωμα συμμετοχής στη δικαστική διαδικασία με την ιδιότητα του διαδίκου μεταβιβάζεται από τον οφειλέτη στον σύνδικο. Εάν αγωγή ή άλλη αίτηση σχετικά με την πτωχευτική περιουσία η οποία έχει κατατεθεί από τον οφειλέτη κατά άλλου προσώπου εξετάζεται σε δικαστική διαδικασία η οποία άρχισε πριν από την κήρυξη της πτώχευσης ή εάν ο οφειλέτης συμμετέχει σε δικαστική διαδικασία ως τρίτος, ο σύνδικος δύναται, στο πλαίσιο των καθηκόντων του, να συμμετάσχει στη διαδικασία αντί του οφειλέτη. Εάν ο σύνδικος έχει γνώση της εν λόγω διαδικασίας αλλά δεν συμμετέχει σε αυτή, ο οφειλέτης μπορεί να συνεχίσει να συμμετέχει ως ενάγων, αιτών ή τρίτος.

Εάν υπάρχει απαίτηση ιδιοκτησιακής φύσης κατά οφειλέτη σε δικαστική διαδικασία η οποία ξεκίνησε πριν από την κήρυξη της πτώχευσης, αλλά εκκρεμεί ακόμη η απόφαση σχετικά με την απαίτηση, το δικαστήριο δεν εξετάζει την απαίτηση στο πλαίσιο της διαδικασίας εκδίκασης της αγωγής. Το δικαστήριο κινεί εκ νέου τη διαδικασία μετά από αίτηση του ενάγοντα εάν ανώτερο δικαστήριο ακύρωσε την απόφαση για κήρυξη πτώχευσης και έχει τεθεί σε ισχύ απόφαση απόρριψης της αίτησης πτώχευσης ή εάν η πτωχευτική διαδικασία τερματίστηκε με παύση εργασιών μετά από κήρυξη πτώχευσης.

Εάν έχει εγερθεί απαίτηση για εξαίρεση αντικειμένου από την πτωχευτική περιουσία κατά του οφειλέτη σε δικαστική διαδικασία η οποία ξεκίνησε πριν από την κήρυξη της πτώχευσης, το δικαστήριο εξετάζει την απαίτηση. Σε αυτή την περίπτωση, ο σύνδικος πτώχευσης μπορεί να συμμετάσχει στη διαδικασία αντί του οφειλέτη. Ο σύνδικος έχει τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του οφειλέτη ως εναγομένου. Αν ο σύνδικος δεν συμμετέχει στη διαδικασία, η διαδικασία είναι δυνατόν να συνεχιστεί μετά από αίτημα του ενάγοντα.

Αν υπάρχει απαίτηση ιδιοκτησιακής φύσης κατά οφειλέτη σε δικαστική διαδικασία της οποίας η απόφαση επί της απαίτησης είναι εφέσιμη, μπορεί να ασκηθεί έφεση από τον σύνδικο εξ ονόματος του οφειλέτη μετά την κήρυξη πτώχευσης. Ο οφειλέτης μπορεί να ασκήσει την έφεση με τη συναίνεση του συνδίκου.

Εάν διοικητική πράξη κατά οφειλέτη αποτελεί αντικείμενο δικαστικής προσφυγής, αναστέλλεται η προθεσμία για προσφυγή κατά της διοικητικής πράξης.

Διαδικασία αναδιοργάνωσης και διαδικασία αναδιάρθρωσης χρέους

Μετά την υποβολή αίτησης αναδιοργάνωσης, το δικαστήριο που εξετάζει την υπόθεση δύναται, κατόπιν αίτησης από επιχείρηση και με την έγκριση του συμβούλου αναδιοργάνωσης, η οποία επισυνάπτεται στην αίτηση, να αναστείλει δικαστική διαδικασία με αντικείμενο χρηματοπιστωτική απαίτηση κατά της επιχείρησης έως την έγκριση του σχεδίου αναδιοργάνωσης ή την περάτωση της διαδικασίας αναδιοργάνωσης, με εξαίρεση την περίπτωση απαίτησης που εγείρεται στο πλαίσιο σχέσης απασχόλησης ή απαίτησης για πληρωμή διατροφής η οποία εκκρεμεί στο δικαστήριο. Όταν κάνει δεκτή μια αίτηση αναδιάρθρωσης χρέους, το δικαστήριο αναστέλλει δικαστική διαδικασία με αντικείμενο χρηματοπιστωτική απαίτηση κατά του οφειλέτη επί της οποίας εκκρεμεί η απόφαση έως την έγκριση του σχεδίου αναδιοργάνωσης ή την περάτωση της διαδικασίας αναδιοργάνωσης.

9 Ποια είναι τα κύρια χαρακτηριστικά της συμμετοχής των πιστωτών στη διαδικασία αφερεγγυότητας;

Συμμετοχή των πιστωτών στην πτωχευτική διαδικασία

Κάθε πιστωτής εκπροσωπεί την απαίτησή του στην πτωχευτική διαδικασία. Οι πιστωτές οφείλουν να γνωστοποιήσουν στον σύνδικο όλες τις απαιτήσεις τους κατά του οφειλέτη οι οποίες είχαν γεννηθεί πριν από την κήρυξη της πτώχευσης, ανεξαρτήτως της αιτιολογίας ή των καθορισμένων προθεσμιών για την ικανοποίηση των απαιτήσεων, το αργότερο εντός δύο μηνών από την ημερομηνία δημοσίευσης της ανακοίνωσης πτώχευσης στο Ametlikud Teadaanded. Ο σύνδικος πρέπει να ενημερώνεται για κάθε απαίτηση μέσω έγγραφης αίτησης (απόδειξη απαίτησης). Οι πιστωτές πρέπει να αναγγείλουν τις απαιτήσεις τους σε γενική συνέλευση των πιστωτών (συνέλευση για την αναγγελία των απαιτήσεων). Η αναγγελία των δικαιωμάτων ασφάλειας συνδυάζεται με την αναγγελία των απαιτήσεων που αυτά εξασφαλίζουν. Η απαίτηση, η κατάταξή της και το δικαίωμα ασφάλειας που εξασφαλίζει την απαίτηση θεωρείται ότι έγιναν δεκτά εάν ούτε ο σύνδικος ούτε οποιοσδήποτε πιστωτής προβάλλουν αντίρρηση εναντίον τους στη συνέλευση για την αναγγελία των απαιτήσεων. Μια απαίτηση ή η κατάταξή της η οποία έγινε δεκτή σε συνέλευση για την αναγγελία των απαιτήσεων δεν μπορεί να αμφισβητηθεί αργότερα.

Πέραν του γεγονότος ότι κάθε πιστωτής εκπροσωπεί την απαίτησή του και πέραν την αναγγελίας των απαιτήσεων, οι πιστωτές συμμετέχουν επίσης στη διεξαγωγή της πτωχευτικής διαδικασίας μέσω της γενικής συνέλευσης των πιστωτών. Η γενική συνέλευση των πιστωτών είναι αρμόδια να εγκρίνει τον σύνδικο και να εκλέξει την πτωχευτική επιτροπή, να αποφασίσει σχετικά με τη συνέχιση της δραστηριότητας ή τη διάλυση της εμπορικής επιχείρησης του οφειλέτη, να αποφασίσει τη διάλυση του οφειλέτη αν ο τελευταίος είναι νομικό πρόσωπο, να συνάψει συμβιβασμό, να αποφασίζει στο μέτρο που προβλέπεται από τον νόμο για ζητήματα που άπτονται της εκποίησης της πτωχευτικής περιουσίας, να προβαίνει σε αναγγελία απαιτήσεων, να αποφαίνεται σχετικά με καταγγελίες που υποβάλλονται κατά των δραστηριοτήτων του συνδίκου, να καθορίσει την αμοιβή των μελών της πτωχευτικής επιτροπής και να επιλύει άλλα θέματα που εμπίπτουν στη δικαιοδοσία της γενικής συνέλευσης των πιστωτών βάσει του νόμου. Αν η γενική συνέλευση των πιστωτών αποφασίσει να εκλέξει πτωχευτική επιτροπή, η τελευταία έχει καθήκον, μεταξύ άλλων, να προασπίζει τα συμφέροντα όλων των πιστωτών στο πλαίσιο της πτωχευτικής διαδικασίας.

Συμμετοχή των πιστωτών στη διαδικασία αναδιοργάνωσης

Ο σύμβουλος αναδιοργάνωσης ενημερώνει αμέσως τους πιστωτές για την έναρξη της διαδικασίας αναδιοργάνωσης και για το ύψος των απαιτήσεών τους κατά της επιχείρησης σύμφωνα με τον κατάλογο χρεών. Για τον σκοπό αυτό, ο σύμβουλος απευθύνει στους πιστωτές ανακοίνωση αναδιοργάνωσης. Εάν πιστωτής του οποίου η απαίτηση εντάσσεται σε σχέδιο αναδιοργάνωσης δεν συμφωνεί με τα στοιχεία που περιλαμβάνονται στην ανακοίνωση αναδιοργάνωσης, ο πιστωτής υποβάλλει στον σύμβουλο αναδιοργάνωσης, εντός της προθεσμίας που ορίζεται στην ανακοίνωση αναδιοργάνωσης, γραπτή αίτηση στην οποία εξηγεί σε ποιο σημείο(-α) δεν συμφωνεί με την απαίτηση στην ανακοίνωση αναδιοργάνωσης, καθώς και αποδεικτικά στοιχεία για την τεκμηρίωση των όσων υποστηρίζει. Αν δεν υποβληθεί αίτηση εντός της προβλεπόμενης προθεσμίας, θεωρείται ότι ο πιστωτής συμφωνεί με το ύψος της απαίτησης. Αν ο σύμβουλος αναδιοργάνωσης δεν συμφωνεί με ισχυρισμό που διατυπώνεται στην αίτηση του πιστωτή, καταθέτει αμέσως την αίτηση συνοδευόμενη από αποδεικτικά στοιχεία στο δικαστήριο και τεκμηριώνει γιατί διαφωνεί με τα στοιχεία που περιλαμβάνονται στην αίτηση. Ο σύμβουλος αναδιοργάνωσης οφείλει να αιτιολογήσει τους ισχυρισμούς του. Με βάση τους ισχυρισμούς και τα αποδεικτικά στοιχεία που έχουν προσκομιστεί, το δικαστήριο αποφασίζει για το ύψος της κύριας απαίτησης και της απαίτησης πρόσθετης ασφάλειας του πιστωτή και για την ύπαρξη και το πεδίο εφαρμογής της ασφάλειας.

Συμμετοχή των πιστωτών στη διαδικασία αναδιάρθρωσης χρέους

Οι διαδικασίες αναδιάρθρωσης χρέους αφορούν τους πιστωτές των οποίων οι απαιτήσεις κατά του οφειλέτη έχουν καταστεί ληξιπρόθεσμες κατά την υποβολή αίτησης αναδιάρθρωσης χρέους. Η απόφαση για την αποδοχή αίτησης αναδιάρθρωσης λαμβάνεται από το δικαστήριο, το οποίο μπορεί, κατά περίπτωση, να συμβουλευθεί επίσης τον πιστωτή και να ζητήσει πρόσθετες πληροφορίες ή έγγραφα. Η απόφαση σχετικά με την αποδοχή μιας αίτησης διαβιβάζεται στον οφειλέτη και σε όλους τους πιστωτές των οποίων τις απαιτήσεις επιδιώκει να αναδιαρθρώσει ο οφειλέτης. Εάν μια αίτηση γίνει δεκτή, ένας πιστωτής δεν μπορεί, στηριζόμενος σε αθέτηση οικονομικής υποχρέωσης η οποία έλαβε χώρα πριν από την υποβολή της αίτησης αναδιάρθρωσης χρέους, να καταγγείλει σύμβαση που συνάφθηκε με τον οφειλέτη και γεννά τις απαιτήσεις των οποίων την αναδιάρθρωση επιδιώκει ο οφειλέτης, ή να αρνηθεί, με αυτή την αιτιολογία, την εκπλήρωση των υποχρεώσεών του. Με τη διαβίβαση σχεδίου αναδιάρθρωσης στον πιστωτή, το δικαστήριο παρέχει στον πιστωτή προθεσμία τουλάχιστον δύο εβδομάδων, όχι όμως μεγαλύτερη των τεσσάρων εβδομάδων, από την παραλαβή του σχεδίου αναδιάρθρωσης προκειμένου να διατυπώσει τη γνώμη του ενώπιον του δικαστηρίου ή στον σύμβουλο. Ο πιστωτής διατυπώνει τις απόψεις του σχετικά με το αν ο ίδιος συμφωνεί με τα στοιχεία του οφειλέτη όσον αφορά την απαίτηση και την ασφάλεια, με τον υπολογισμό του χρέους από τον οφειλέτη και με την αναδιάρθρωση του χρέους κατά τον τρόπο που προτείνει ο οφειλέτης. Εάν ο πιστωτής δεν συμφωνεί με την αναδιάρθρωση του χρέους κατά τον τρόπο που προτείνει ο οφειλέτης, ο πιστωτής πρέπει να διευκρινίσει αν θα συμφωνούσε με την αναδιάρθρωση του χρέους με άλλο τρόπο. Εάν πιστωτής του οποίου η απαίτηση εντάσσεται στην αναδιάρθρωση δεν συμφωνεί με τα στοιχεία που υποβλήθηκαν από τον οφειλέτη στον κατάλογο χρεών, ο πιστωτής ενημερώνει το δικαστήριο ή, ανάλογα με το τι έχει ορίσει το δικαστήριο, τον σύμβουλο, εντός της προθεσμίας που έχει τεθεί από το δικαστήριο σε ποιο σημείο(-α) δεν συμφωνεί με την απαίτηση και υποβάλλει αποδεικτικά στοιχεία για την τεκμηρίωση των όσων υποστηρίζει. Αν δεν υποβληθεί η αίτηση εντός της προβλεπόμενης προθεσμίας, θεωρείται ότι ο πιστωτής συμφωνεί με το ύψος της απαίτησης. Αν ο οφειλέτης ή ο σύμβουλος δεν συμφωνεί με ισχυρισμό που διατυπώνεται στην αίτηση του πιστωτή, καταθέτει αμέσως την αίτηση συνοδευόμενη από αποδεικτικά στοιχεία στο δικαστήριο και τεκμηριώνει γιατί διαφωνεί με τα στοιχεία που περιλαμβάνονται στην αίτηση. Με βάση τους ισχυρισμούς και τα αποδεικτικά στοιχεία που έχουν προσκομιστεί, το δικαστήριο αποφασίζει για το ύψος της κύριας απαίτησης και της απαίτησης πρόσθετης ασφάλειας του πιστωτή και για την ύπαρξη της ασφάλειας.

10 Με ποιον τρόπο μπορεί ο διαχειριστής/διαχειρίστρια αφερεγγυότητας να χρησιμοποιήσει ή να διαθέσει περιουσιακά στοιχεία της πτωχευτικής περιουσίας;

Τα στοιχεία ενεργητικού του οφειλέτη συνιστούν την πτωχευτική περιουσία βάσει απόφασης για κήρυξη πτώχευσης και χρησιμοποιούνται ως στοιχεία ενεργητικού τα οποία προορίζονται για την ικανοποίηση των απαιτήσεων των πιστωτών και τη διεξαγωγή της πτωχευτικής διαδικασίας. Ως πτωχευτική περιουσία νοούνται τα στοιχεία ενεργητικού του οφειλέτη κατά τον χρόνο κήρυξης της πτώχευσης, καθώς και τα στοιχεία ενεργητικού που επιστρέφονται ή ανακτώνται και τα στοιχεία ενεργητικού που αποκτώνται από τον οφειλέτη στη διάρκεια της πτωχευτικής διαδικασίας. Στοιχεία ενεργητικού του οφειλέτη κατά των οποίων δεν είναι δυνατό, βάσει του νόμου, να εγερθεί απαίτηση για πληρωμή δεν περιλαμβάνονται στην πτωχευτική περιουσία.

Με την κήρυξη της πτώχευσης, το δικαίωμα του οφειλέτη να διαχειρίζεται και να διαθέτει την πτωχευτική περιουσία μεταβιβάζεται στον σύνδικο πτώχευσης. Μετά την κήρυξη πτώχευσης, κάθε διάθεση στοιχείων ενεργητικού από τον οφειλέτη όσον αφορά αντικείμενα τα οποία αποτελούν μέρος της πτωχευτικής περιουσίας είναι άκυρη. Πριν από την κήρυξη πτώχευσης, το δικαστήριο μπορεί να απαγορεύσει σε οφειλέτη την διάθεση των στοιχείων ενεργητικού ή μέρους των στοιχείων ενεργητικού χωρίς τη συναίνεση του προσωρινού συνδίκου.

Τα στοιχεία ενεργητικού του οφειλέτη πρέπει να περιέλθουν στον σύνδικο ώστε να αρχίσει η διοίκηση της πτωχευτικής περιουσίας αμέσως μετά την έκδοση απόφασης για κήρυξη πτώχευσης. Ο σύνδικος πρέπει να απαιτήσει επιστροφή των στοιχείων ενεργητικού του οφειλέτη που έχουν περιέλθει στην κατοχή τρίτου για την πτωχευτική περιουσία, εκτός εάν ο νόμος προβλέπει διαφορετικά. Η διοίκηση της πτωχευτικής περιουσίας περιλαμβάνει τη σύναψη πράξεων σε σχέση με την πτωχευτική περιουσία οι οποίες είναι αναγκαίες για τη διατήρηση της πτωχευτικής περιουσίας και τη διεξαγωγή της πτωχευτικής διαδικασίας, καθώς και τη διαχείριση των δραστηριοτήτων του οφειλέτη εάν ο οφειλέτης είναι νομικό πρόσωπο ή την οργάνωση των επαγγελματικών δραστηριοτήτων του οφειλέτη εάν ο τελευταίος είναι αυτοαπασχολούμενος. Στις πτωχευτικές διαδικασίες οφειλετών που είναι νομικά πρόσωπα, ο σύνδικος έχει τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του διοικητικού συμβουλίου ή του οργάνου που υποκαθιστά το διοικητικό συμβούλιο του νομικού προσώπου στον βαθμό που δεν έρχονται σε σύγκρουση με τον σκοπό της πτωχευτικής διαδικασίας. Η ευθύνη του συνδίκου είναι ισοδύναμη με την ευθύνη μέλους οργάνου της διοίκησης.

Ο σύνδικος δύναται να συνάπτει συναλλαγές σε μετρητά σε σχέση με την πτωχευτική περιουσία μόνο με άδεια του δικαστηρίου. Ο σύνδικος δεν πραγματοποιεί πληρωμές σε μετρητά στους πιστωτές με βάση τον συντελεστή διανομής. Ο σύνδικος δύναται να συνάπτει συναλλαγές με ιδιαίτερη συνάφεια για την πτωχευτική διαδικασία μόνο με τη συναίνεση της πτωχευτικής επιτροπής. Οι συναλλαγές ιδιαίτερης συνάφειας είναι, πρωτίστως, ο δανεισμός και, στην περίπτωση εμπορικής επιχείρησης που περιλαμβάνεται στην πτωχευτική περιουσία, όλες οι συναλλαγές που δεν εμπίπτουν στη συνήθη επιχειρηματική δραστηριότητα της επιχείρησης. Ο σύνδικος δεν επιτρέπεται να συνάπτει συναλλαγές με τον εαυτό του ή με πρόσωπα που σχετίζονται με τον ίδιο σε σχέση με ή για λογαριασμό της πτωχευτικής περιουσίας, ούτε να συνάπτει άλλες συναλλαγές παρεμφερούς χαρακτήρα ή συναλλαγές που ενέχουν σύγκρουση συμφερόντων, ούτε, τέλος, να ζητεί αποζημίωση για τις δαπάνες με τις οποίες επιβαρύνεται σε αυτές τις συναλλαγές.

Ο σύνδικος μπορεί να αρχίσει την εκποίηση της πτωχευτικής περιουσίας μετά την πρώτη γενική συνέλευση των πιστωτών, εκτός εάν η συνέλευση των πιστωτών αποφασίσει διαφορετικά. Αν ο οφειλέτης έχει ασκήσει έφεση κατά της απόφασης για κήρυξη πτώχευσης, τα στοιχεία ενεργητικού του οφειλέτη δεν μπορούν να εκποιηθούν χωρίς τη συναίνεση του οφειλέτη πριν από την ακρόαση της έφεσης που ασκήθηκε στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο. Οι περιορισμοί αυτοί δεν ισχύουν για την εκποίηση στοιχείων ενεργητικού τα οποία υπόκεινται σε άμεση φθορά ή υποτίμηση της αξίας τους ή έχουν υψηλό κόστος φύλαξης ή διατήρησης. Αν η εμπορική επιχείρηση του πιστωτή συνεχίζει τις δραστηριότητες της, τα στοιχεία ενεργητικού δεν μπορούν να εκποιηθούν αν αυτό δημιουργεί εμπόδια στη συνέχιση των δραστηριοτήτων της επιχείρησης. Αν κατατεθεί πρόταση συμβιβασμού, τα στοιχεία ενεργητικού δεν μπορούν να εκποιηθούν πριν από τη σύναψη του συμβιβασμού, εκτός εάν η γενική συνέλευση των πιστωτών αποφασίσει ότι μπορούν να εκποιηθούν, ανεξαρτήτως της πρότασης συμβιβασμού. Η πτωχευτική περιουσία εκποιείται με πλειστηριασμό σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπεται στον Κώδικα Διαδικασίας Αναγκαστικής Εκτέλεσης.

11 Ποιες απαιτήσεις δύνανται να αναγγελθούν κατά της πτωχευτικής περιουσίας του οφειλέτη και με ποιον τρόπο αντιμετωπίζονται οι απαιτήσεις που προκύπτουν μετά την έναρξη της διαδικασίας αφερεγγυότητας;

Έγερση απαιτήσεων κατά της πτωχευτικής περιουσίας του οφειλέτη

Όλες οι απαιτήσεις που γεννήθηκαν κατά του οφειλέτη πριν από την κήρυξη της πτώχευσης εγείρονται κατά της πτωχευτικής περιουσίας του οφειλέτη, ανεξαρτήτως της αιτιολογίας ή των καθορισμένων προθεσμιών για την ικανοποίηση των απαιτήσεων. Με την κήρυξη της πτώχευσης, όλες οι απαιτήσεις των πιστωτών κατά του οφειλέτη θεωρούνται ληξιπρόθεσμες, εκτός εάν ο νόμος προβλέπει διαφορετικά. Εάν πιστωτής κατέθεσε αντίστοιχη απαίτηση ενώπιον του δικαστηρίου επί της οποίας όμως εκκρεμεί η δικαστική απόφαση, το δικαστήριο αναστέλλει την εκδίκαση της αγωγής και ο πιστωτής πρέπει να εγείρει την απαίτηση στον σύνδικο πτώχευσης. Εάν πιστωτής εγείρει απαίτηση ενώπιον του δικαστηρίου και το δικαστήριο εξέδωσε απόφαση που έχει τεθεί σε ισχύ, ο πιστωτής πρέπει επίσης να εγείρει την απαίτησή του στον σύνδικο πτώχευσης, αλλά η εν λόγω απαίτηση θεωρείται ότι έχει αναγγελθεί. Εάν ο οφειλέτης μπορούσε να αμφισβητήσει τη δικαστική απόφαση, ο σύνδικος πτώχευσης έχει το ίδιο δικαίωμα.

Χειρισμός των απαιτήσεων που γεννώνται μετά την έναρξη πτωχευτικής διαδικασίας

Μετά την κήρυξη πτώχευσης, οι πιστωτές στην πτωχευτική διαδικασία μπορούν να εγείρουν τις απαιτήσεις του κατά του οφειλέτη μόνο σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπεται στον πτωχευτικό νόμο. Έγερση απαίτησης μπορεί να γίνει μόνο στον σύνδικο πτώχευσης και αφορά μόνο τις απαιτήσεις που γεννήθηκαν πριν από την κήρυξη πτώχευσης. Δεν είναι δυνατή η έγερση απαιτήσεων που γεννώνται μετά την κήρυξη πτώχευσης πριν από την περάτωση της πτωχευτικής διαδικασίας. Επισημαίνεται το γεγονός ότι, στην περίπτωση των νομικών προσώπων, στις περισσότερες περιπτώσεις η περάτωση της πτωχευτικής διαδικασίας συνεπάγεται εκκαθάριση του νομικού προσώπου, με αποτέλεσμα να μην υπάρχει πλέον πρόσωπο κατά του οποίου μπορούν να εγείρονται απαιτήσεις μετά την πτωχευτική διαδικασία. Συνεπώς, απαιτείται προσοχή και συνεκτίμηση του ενεχόμενου κινδύνου κατά τη σύναψη συναλλαγών με νομικό πρόσωπο που έχει πτωχεύσει. Απαιτήσεις κατά φυσικού προσώπου οι οποίες γεννώνται κατά τη διάρκεια της πτωχευτικής διαδικασίας μπορούν να εγείρονται μετά την πτωχευτική διαδικασία σύμφωνα με τη γενική διαδικασία. Υποχρεώσεις καταβολής αποζημίωσης για βλάβη που προκλήθηκε στη διάρκεια της πτωχευτικής διαδικασίας από παράνομη πράξη οφειλέτη ο οποίος είναι νομικό πρόσωπο συνιστούν ενοποιημένες υποχρεώσεις και, συνεπώς, ο οφειλέτης μπορεί να κληθεί να τις εκπληρώσει στη διάρκεια της πτωχευτικής διαδικασίας σύμφωνα με τη γενική διαδικασία. Μπορεί επίσης να εφαρμοστεί διαδικασία αναγκαστικής εκτέλεσης σε σχέση με την πτωχευτική περιουσία για τις υποχρεώσεις που πρέπει να εκπληρωθούν.

Είναι επίσης δυνατό να προκύψει κατάσταση στην οποία ο οφειλέτης προβαίνει, μετά την κήρυξη της πτώχευσης, σε διάθεση αντικειμένου που ανήκει στην πτωχευτική περιουσία. Η εν λόγω διάθεση είναι άκυρη, καθώς, με την κήρυξη πτώχευσης, το το δικαίωμα διαχείρισης και διάθεσης της πτωχευτικής περιουσίας μεταβιβάστηκε στον σύνδικο πτώχευσης. Αν, παρά ταύτα, ο οφειλέτης προχωρήσει σε διάθεση, τα στοιχεία ενεργητικού που μεταβιβάζονται από τον αντισυμβαλλόμενο μετά από πράξη διάθεσης επιστρέφονται στον συμβαλλόμενο εφόσον τα στοιχεία ενεργητικού έχουν παραμείνει στην πτωχευτική περιουσία, ή χορηγείται αποζημίωση αν η πτωχευτική περιουσία αυξήθηκε ως αποτέλεσμα της μεταβίβασης. Εάν ο οφειλέτης διαθέσει το αντικείμενο την ημέρα κήρυξης της πτώχευσης, θεωρείται ότι η διάθεση πραγματοποιήθηκε μετά την κήρυξη της πτώχευσης. Εάν ο οφειλέτης προχώρησε σε διάθεση των μελλοντικών απαιτήσεών του πριν από την κήρυξη της πτώχευσης, η διάθεση καθίσταται άκυρη με την κήρυξη της πτώχευσης όσον αφορά τις απαιτήσεις που γεννώνται μεταγενέστερα. Οφειλέτες που είναι φυσικά πρόσωπα δύνανται να διαθέτουν την πτωχευτική περιουσία με τη συναίνεση του συνδίκου. Η διάθεση στοιχείων ενεργητικού χωρίς τη συναίνεση του συνδίκου είναι άκυρη.

Χειρισμός των απαιτήσεων που γεννώνται μετά την έναρξη διαδικασίας αναδιοργάνωσης και αναδιάρθρωσης χρέους

Κατά τη διάρκεια ισχύος ενός σχεδίου αναδιοργάνωσης, δεν μπορεί να κατατεθεί δήλωση απαίτησης στη βάση απαίτησης η οποία εντάσσεται στο σχέδιο αναδιοργάνωσης. Μπορούν να κατατίθενται δηλώσεις απαίτησης για άλλες απαιτήσεις. Κατά τη διάρκεια ισχύος ενός σχεδίου αναδιάρθρωσης, δεν μπορεί να κατατεθεί δήλωση απαίτησης ή αίτηση στο πλαίσιο διαδικασίας βάσει αίτησης για απαίτηση η οποία εντάσσεται στο σχέδιο αναδιάρθρωσης. Μπορούν να κατατίθενται δηλώσεις απαίτησης για άλλες απαιτήσεις. Η έγκριση σχεδίου αναδιάρθρωσης δεν περιορίζει το δικαίωμα του πιστωτή να ασκήσει προσφυγή ενώπιον δικαστηρίου κατά των απαιτήσεων που δεν έγιναν δεκτές στο σχέδιο αναδιάρθρωσης. Ο πιστωτής μπορεί επίσης να ασκήσει προσφυγή ενώπιον δικαστηρίου κατά του ύψους της απαίτησης έως του μεριδίου που δεν γίνεται δεκτό.

Η υποβολή αίτησης αναδιοργάνωσης ή αίτησης αναδιάρθρωσης χρέους από οφειλέτη επιφέρει αναστολή της περιόδου παραγραφής σε σχέση με τις απαιτήσεις κατά του οφειλέτη. Μετά την υποβολή αίτησης αναδιοργάνωσης, το δικαστήριο που εξετάζει την υπόθεση δύναται, κατόπιν αίτησης από επιχείρηση και με την έγκριση του συμβούλου αναδιοργάνωσης, η οποία επισυνάπτεται στην αίτηση, να αναστείλει δικαστική διαδικασία με αντικείμενο χρηματοπιστωτική απαίτηση κατά της επιχείρησης έως την έγκριση του σχεδίου αναδιοργάνωσης ή την περάτωση της διαδικασίας αναδιοργάνωσης, με εξαίρεση την περίπτωση απαίτησης που εγείρεται στο πλαίσιο σχέσης απασχόλησης ή απαίτησης για πληρωμή διατροφής η οποία εκκρεμεί στο δικαστήριο. Όταν κάνει δεκτή μια αίτηση αναδιάρθρωσης χρέους, το δικαστήριο αναστέλλει δικαστική διαδικασία με αντικείμενο χρηματοπιστωτική απαίτηση κατά του οφειλέτη επί της οποίας εκκρεμεί η απόφαση έως την έγκριση του σχεδίου αναδιοργάνωσης ή την περάτωση της διαδικασίας αναδιοργάνωσης.

Το σχέδιο αναδιοργάνωσης δεν απαλλάσσει πρόσωπο που είναι από κοινού και εις ολόκληρον υπεύθυνο για την εκπλήρωση υποχρέωσης μιας επιχείρησης από την εκπλήρωση της υποχρέωσης. Η έγκριση σχεδίου αναδιάρθρωσης δεν απαλλάσσει πρόσωπο που είναι από κοινού και εις ολόκληρον υπεύθυνο για την εκπλήρωση υποχρέωσης του οφειλέτη από την εκπλήρωση της υποχρέωσης.

12 Ποιοι είναι οι κανόνες που διέπουν την αναγγελία, την εξέλεγξη και την τελική επαλήθευση των απαιτήσεων;

Κανόνες που διέπουν την αναγγελία, επαλήθευση και αποδοχή των απαιτήσεων στην πτωχευτική διαδικασία

Οι πιστωτές οφείλουν να γνωστοποιήσουν στον σύνδικο όλες τις απαιτήσεις τους κατά του οφειλέτη οι οποίες είχαν γεννηθεί πριν από την κήρυξη της πτώχευσης, ανεξαρτήτως της αιτιολογίας ή των καθορισμένων προθεσμιών για την ικανοποίηση των απαιτήσεων, το αργότερο εντός δύο μηνών από την ημερομηνία δημοσίευσης της ανακοίνωσης πτώχευσης στο Ametlikud Teadaanded. Με την κήρυξη της πτώχευσης, όλες οι απαιτήσεις των πιστωτών κατά του οφειλέτη θεωρούνται ληξιπρόθεσμες. Ο σύνδικος πρέπει να ενημερώνεται για κάθε απαίτηση μέσω έγγραφης αίτησης (απόδειξη απαίτησης). Η απόδειξη απαίτησης περιγράφει το περιεχόμενο, τη βάση και το ύψος της απαίτησης και αναφέρει κατά πόσον η απαίτηση είναι εξασφαλισμένη με ενέχυρο. Τα έγγραφα που αποδεικνύουν τα γεγονότα που αναφέρονται στην απόδειξη απαίτησης επισυνάπτονται σε αυτή. Ο σύνδικος οφείλει να επαληθεύσει αν οι εγερθείσες απαιτήσεις είναι δικαιολογημένες και αν υπάρχουν τα δικαιώματα ασφάλειας που εξασφαλίζουν την απαίτηση. Οι πιστωτές και ο οφειλέτης μπορούν να προβάλουν εγγράφως αντιρρήσεις σχετικά με τις απαιτήσεις ή τα δικαιώματα ασφάλειας που εξασφαλίζουν τις απαιτήσεις πριν από τη συνέλευση για την αναγγελία των απαιτήσεων.

Η αναγγελία των πιστώσεων γίνεται σε γενική συνέλευση των πιστωτών (συνέλευση για την αναγγελία των απαιτήσεων). Η αναγγελία των δικαιωμάτων ασφάλειας συνδυάζεται με την αναγγελία των απαιτήσεων που αυτά εξασφαλίζουν. Στη συνέλευση για την αναγγελία των απαιτήσεων, οι απαιτήσεις εξετάζονται σύμφωνα με τη σειρά έγερσης της κάθε απαίτησης. Η απαίτηση, η κατάταξή της και το δικαίωμα ασφάλειας που εξασφαλίζει την απαίτηση θεωρούνται ότι έγιναν δεκτά εάν ούτε ο σύνδικος ούτε οποιοσδήποτε πιστωτής προβάλει αντίρρηση εναντίον του στη συνέλευση για την αναγγελία των απαιτήσεων, ή εάν ο σύνδικος ή ο πιστωτής που πρόβαλε αντίρρηση παραιτηθεί από την αντίρρηση στη συνέλευση για την αναγγελία των απαιτήσεων. Ο σύνδικος οφείλει να προβάλει αντίρρηση κατά απαίτησης ή δικαιώματος ασφάλειας στη συνέλευση για την αναγγελία των απαιτήσεων εάν συντρέχουν λόγοι αντίρρησης. Στη συνέλευση για την αναγγελία των απαιτήσεων, οι απαιτήσεις που ικανοποιήθηκαν από οριστική δικαστική ή διαιτητική απόφαση, τα δικαιώματα ασφάλειας τα οποία έγιναν δεκτά από οριστική δικαστική ή διαιτητική απόφαση και τα δικαιώματα ασφάλειας που έχουν καταχωρισθεί στο κτηματολόγιο, στο νηολόγιο, στο μητρώο εμπορικών ενεχύρων ή στο κεντρικό μητρώο κινητών αξιών της Εσθονίας θεωρείται ότι γίνονται δεκτά χωρίς αναγγελία. Καταρτίζεται κατάλογος των απαιτήσεων που γίνονται δεκτές.

Στα πρακτικά της συνέλευσης για την αναγγελία των απαιτήσεων αναφέρεται αν έγινε δεκτή κάθε ξεχωριστή απαίτηση ή το δικαίωμα ασφάλειας που εξασφαλίζει την απαίτηση και ποιος πρόβαλε αντίρρηση κατά της απαίτησης, της κατάταξής της και του δικαιώματος ασφάλειας που εξασφαλίζει την απαίτηση. Στα πρακτικά καταγράφεται επίσης ποιος παραιτήθηκε από αντίρρηση την οποία είχε υποβάλει. Εάν απαίτηση ενός πιστωτή δεν έγινε δεκτή και ο πιστωτής δεν κατέθεσε αγωγή για αποδοχή της απαίτησης ή εάν το δικαστήριο απέρριψε την αγωγή, οι αντιρρήσεις του πιστωτή κατά των απαιτήσεων άλλου πιστωτή δεν λαμβάνονται υπόψη. Αν δεν προβληθούν άλλες αντιρρήσεις κατά της απαίτησης άλλου πιστωτή, η απαίτηση θεωρείται ότι γίνεται δεκτή. Απαίτηση ή η κατάταξή της η οποία έχει γίνει δεκτή σε συνέλευση για την αναγγελία των απαιτήσεων δεν μπορεί ακολούθως να αποτελέσει αντικείμενο προσφυγής.

Κανόνες που διέπουν την αναγγελία, επαλήθευση και αποδοχή των απαιτήσεων στη διαδικασία αναδιοργάνωσης και στη διαδικασία αναδιάρθρωσης χρέους

Στη διαδικασία αναδιοργάνωσης, ο οφειλέτης καταθέτει κατάλογο χρεών στον οποίο περιλαμβάνονται όλες οι απαιτήσεις κατά του οφειλέτη καθώς και οι αντίστοιχοι πιστωτές. Συνεπώς, οι ίδιοι οι πιστωτές δεν εγείρουν απαιτήσεις. Πιστωτής του οποίου η απαίτηση εντάσσεται σε σχέδιο αναδιοργάνωσης και ο οποίος δεν συμφωνεί με το ύψος της απαίτησης στη διαδικασία αναδιοργάνωσης δύναται να υποβάλει στον σύμβουλο αναδιοργάνωσης γραπτή αίτηση στην οποία εξηγεί σε ποιο σημείο(-α) δεν συμφωνεί με την απαίτηση στην ανακοίνωση αναδιοργάνωσης, συνοδευόμενη από αποδεικτικά στοιχεία για την τεκμηρίωση των όσων υποστηρίζει. Αν δεν υποβληθεί αίτηση εντός της προβλεπόμενης προθεσμίας, θεωρείται ότι ο πιστωτής συμφωνεί με το ύψος της απαίτησης. Ο οφειλέτης μπορεί να προβάλει ενστάσεις στα επιχειρήματα του πιστωτή, αλλά οφείλει να τεκμηριώσει τις θέσεις του. Με βάση τους ισχυρισμούς και τα αποδεικτικά στοιχεία που έχουν προσκομιστεί, το δικαστήριο αποφασίζει για το ύψος της κύριας απαίτησης και της απαίτησης πρόσθετης ασφάλειας του πιστωτή και για την ύπαρξη και το πεδίο εφαρμογής της ασφάλειας.

Στη διαδικασία αναδιάρθρωσης χρέους, ο οφειλέτης υποβάλλει σχέδιο αναδιάρθρωσης χρέους στο οποίο περιλαμβάνονται οι προς αναδιάρθρωση υποχρεώσεις και ο τρόπος αναδιάρθρωσης που προτείνει ο οφειλέτης. Όπως και στη διαδικασία αναδιοργάνωσης, οι ίδιοι οι πιστωτές δεν εγείρουν απαιτήσεις. Εάν πιστωτής του οποίου η απαίτηση εντάσσεται στην αναδιάρθρωση δεν συμφωνεί με τα στοιχεία που υποβλήθηκαν από τον οφειλέτη στον κατάλογο χρεών, ο πιστωτής ενημερώνει το δικαστήριο ή, ανάλογα με το τι έχει ορίσει το δικαστήριο, τον σύμβουλο, εντός της προθεσμίας που έχει τεθεί από το δικαστήριο σε ποιο σημείο(-α) δεν συμφωνεί με την απαίτηση και υποβάλλει αποδεικτικά στοιχεία για την τεκμηρίωση των όσων υποστηρίζει. Αν δεν υποβληθεί η αίτηση εντός της προβλεπόμενης προθεσμίας, θεωρείται ότι ο πιστωτής συμφωνεί με το ύψος της απαίτησης. Αν ο οφειλέτης ή ο σύμβουλος δεν συμφωνεί με ισχυρισμό που διατυπώνεται στην αίτηση του πιστωτή, καταθέτει αμέσως την αίτηση συνοδευόμενη από αποδεικτικά στοιχεία στο δικαστήριο και τεκμηριώνει γιατί διαφωνεί με τα στοιχεία που περιλαμβάνονται στην αίτηση. Με βάση τους ισχυρισμούς και τα αποδεικτικά στοιχεία που έχουν προσκομιστεί, το δικαστήριο αποφασίζει για το ύψος της κύριας απαίτησης και της απαίτησης πρόσθετης ασφάλειας του πιστωτή και για την ύπαρξη της ασφάλειας.

13 Ποιοι είναι οι κανόνες που διέπουν τη διανομή του προϊόντος της ρευστοποίησης των περιουσιακών στοιχείων; Με ποιον τρόπο κατατάσσονται οι απαιτήσεις και τα δικαιώματα των πιστωτών;

Εφαρμόζεται η αρχή της ισότιμης μεταχείρισης όλων των πιστωτών. Ωστόσο, προβλέπονται ορισμένες εξαιρέσεις οι οποίες παρέχουν σε πιστωτές προνομιακό δικαίωμα.

Πριν από την καταβολή χρηματικών ποσών με βάση τους συντελεστές διανομής, οι πληρωμές που σχετίζονται με την πτωχευτική διαδικασία πραγματοποιούνται από την πτωχευτική περιουσία κατά την εξής σειρά:

1) απαιτήσεις που γεννώνται ως συνέπεια της εξαίρεσης ή της ανάκτησης στοιχείων ενεργητικού

2) διατροφή που καταβάλλεται στον οφειλέτη και στα προστατευόμενα μέλη του

3) ενοποιημένες υποχρεώσεις

4) κόστος της πτωχευτικής διαδικασίας.

Αφού πραγματοποιηθούν οι ανωτέρω πληρωμές, ικανοποιούνται οι απαιτήσεις των πιστωτών κατά την εξής σειρά:

1) αναγνωρισμένες απαιτήσεις που εξασφαλίζονται με ενέχυρο

2) άλλες αναγνωρισμένες απαιτήσεις που υποβλήθηκαν εμπρόθεσμα

3) άλλες απαιτήσεις που δεν υποβλήθηκαν εμπρόθεσμα, αλλά έγιναν δεκτές.

Είναι δυνατό να υπάρχει ευθύνη τρίτου για υποχρεώσεις του οφειλέτη στην περίπτωση των αλληλέγγυων οφειλετών. Σε αυτή την περίπτωση, ο αλληλέγγυος οφειλέτης φέρει ευθύνη έναντι του πιστωτή, ανεξαρτήτως της αφερεγγυότητας του οφειλέτη. Αν ένας αλληλέγγυος οφειλέτης καταβάλει μερίδιο του χρέους για το οποίο εγείρει επίσης απαίτηση ο πιστωτής κατά του οφειλέτη, το μερίδιο αυτό αφαιρείται από την απαίτηση.

Είναι επίσης δυνατή η μεταβίβαση υποχρέωσης του οφειλέτη σε τρίτο βάσει της νομοθεσίας. Εάν ο εργοδότης έχει καταστεί αφερέγγυος, αν δηλαδή ο εργοδότης κηρύχθηκε σε πτώχευση ή αν η πτωχευτική διαδικασία τερματίστηκε με παύση εργασιών, ο εργαζόμενος λαμβάνει αποζημίωση για τους μισθούς που δεν εισέπραξε πριν από την κήρυξη πτώχευσης του εργοδότη, για τα επιδόματα αδείας που δεν εισέπραξε πριν από την κήρυξη πτώχευσης του εργοδότη και για τις παροχές που δεν εισέπραξε λόγω καταγγελίας της σύμβασης εργασίας πριν ή μετά την κήρυξη αφερεγγυότητας του εργοδότη. Σε περίπτωση αφερεγγυότητας εργοδότη, πιστωτής στην πτωχευτική διαδικασία για τις εισφορές ασφάλισης κατά της ανεργίας που δεν εισπράχθηκαν εντός της προβλεπόμενης προθεσμίας καθίσταται το Δημόσιο.

Στις διαδικασίες αναδιοργάνωσης και αναδιάρθρωσης χρέους, δεν μπορεί να γίνει αναφορά σε πτωχευτική περιουσία και οι απαιτήσεις ικανοποιούνται σύμφωνα με το σχέδιο αναδιοργάνωσης ή αναδιάρθρωσης χρέους. Το σχέδιο αναδιοργάνωσης δεν απαλλάσσει πρόσωπο που είναι από κοινού και εις ολόκληρον υπεύθυνο για την εκπλήρωση υποχρέωσης μιας επιχείρησης από την εκπλήρωση της υποχρέωσης. Αν το πρόσωπο που είναι από κοινού και εις ολόκληρον υπεύθυνο για την εκπλήρωση υποχρέωσης μιας επιχείρησης έχει εκπληρώσει την υποχρέωση, το πρόσωπο έχει δικαίωμα προσφυγής κατά της επιχείρησης μόνο στον βαθμό που η επιχείρηση είναι υπεύθυνη για την εκπλήρωση της υποχρέωσης βάσει του σχεδίου αναδιοργάνωσης. Η έγκριση σχεδίου αναδιάρθρωσης δεν απαλλάσσει πρόσωπο που είναι από κοινού και εις ολόκληρον υπεύθυνο για την εκπλήρωση υποχρέωσης του οφειλέτη από την εκπλήρωση της υποχρέωσης. Αν το πρόσωπο που είναι από κοινού και εις ολόκληρον υπεύθυνο για την εκπλήρωση υποχρέωσης του οφειλέτη έχει εκπληρώσει την υποχρέωση, το πρόσωπο έχει δικαίωμα προσφυγής κατά του οφειλέτη μόνο στον βαθμό που ο οφειλέτης είναι υπεύθυνος για την εκπλήρωση της υποχρέωσης βάσει του σχεδίου αναδιάρθρωσης.

14 Ποιες είναι οι προϋποθέσεις και τα αποτελέσματα της περάτωσης της διαδικασίας αφερεγγυότητας (ιδίως διά πτωχευτικού συμβιβασμού);

Περάτωση της πτωχευτικής διαδικασίας και αποτελέσματα της περάτωσης

Η πτωχευτική διαδικασία τερματίζεται με την απόρριψη της αίτησης πτώχευσης, την παύση των εργασιών της πτώχευσης, όταν πάψουν να υφίστανται οι λόγοι της πτώχευσης, με συναίνεση των πιστωτών, όταν εγκριθεί η τελική έκθεση, όταν εγκριθεί συμβιβασμός ή για άλλους λόγους που προβλέπονται από τη νομοθεσία.

Το δικαστήριο εκδίδει απόφαση για παύση των εργασιών της πτώχευσης χωρίς κήρυξη πτώχευσης, ανεξαρτήτως της αφερεγγυότητας του οφειλέτη, εάν τα στοιχεία ενεργητικού του οφειλέτη δεν επαρκούν για την κάλυψη του κόστους της πτωχευτικής διαδικασίας και αν δεν είναι δυνατή η ανάκτηση ή η επιστροφή των στοιχείων ενεργητικού ή η έγερση απαίτησης κατά μέλους οργάνου της διοίκησης. Το δικαστήριο μπορεί επίσης να αποφασίσει την παύση των εργασιών της πτώχευσης χωρίς κήρυξη πτώχευσης, ανεξαρτήτως της αφερεγγυότητας του οφειλέτη, εάν τα στοιχεία ενεργητικού του οφειλέτη συνίστανται κατά κύριο λόγο σε απαιτήσεις για ανάκτηση ή σε απαιτήσεις κατά τρίτων και η ικανοποίηση αυτών των απαιτήσεων θεωρείται απίθανη. Το δικαστήριο δεν αποφασίζει παύση των εργασιών της πτώχευσης εάν ο οφειλέτης, πιστωτής ή τρίτος μεταφέρει το ποσό που έχει ορίσει το δικαστήριο ως προκαταβολή για την κάλυψη του κόστους της πτωχευτικής διαδικασίας στον λογαριασμό που έχει υποδειχθεί για τον σκοπό αυτό. Αν η πτωχευτική διαδικασία οφειλέτη που είναι νομικό πρόσωπο τερματιστεί με παύση εργασιών, ο προσωρινός σύνδικος διενεργεί εκκαθάριση του νομικού προσώπου εντός δύο μηνών από την έναρξη ισχύος της απόφασης για την περάτωση της διαδικασίας χωρίς διαδικασία εκκαθάρισης. Αν, με την παύση των εργασιών της πτώχευσης, ο οφειλέτης έχει στην κατοχή του στοιχεία ενεργητικού, καταβάλλεται η αμοιβή του προσωρινού συνδίκου και καλύπτονται οι αναγκαίες δαπάνες κατά προτεραιότητα.

Το δικαστήριο περατώνει την πτωχευτική διαδικασία μετά από αίτηση του οφειλέτη εάν έχουν πάψει να υφίστανται οι λόγοι για την πτωχευτική διαδικασία, υπό την προϋπόθεση ότι ο οφειλέτης μπορεί να αποδείξει ότι δεν είναι αφερέγγυος ή ότι δεν είναι πιθανό να καταστεί αφερέγγυος στην περίπτωση που η πτώχευση κηρύχθηκε επειδή ο οφειλέτης ήταν πιθανό να καταστεί αφερέγγυος στο μέλλον. Αν η πτωχευτική διαδικασία περατωθεί επειδή έχουν πάψει να υφίστανται οι λόγοι για την πτωχευτική διαδικασία, δεν προβλέπεται διάλυση του νομικού προσώπου.

Το δικαστήριο περατώνει την πτωχευτική διαδικασία μετά από αίτηση του οφειλέτη εάν όλοι οι πιστωτές που κατέθεσαν εμπρόθεσμα τις απαιτήσεις τους συναινούν στην περάτωση της διαδικασίας. Εάν οφειλέτης που είναι νομικό πρόσωπο είναι μονίμως αφερέγγυος, το δικαστήριο αποφαίνεται όσον αφορά την εκκαθάριση του οφειλέτη που είναι νομικό πρόσωπο με απόφαση για την περάτωση της διαδικασίας.

Η πτωχευτική διαδικασία τερματίζεται με την έγκριση τελικής έκθεσης, όταν ο σύνδικος καταθέσει την τελική έκθεση στην πτωχευτική επιτροπή και στο δικαστήριο. Στην τελική έκθεση, ο σύνδικος παρέχει πληροφορίες σχετικά με την πτωχευτική περιουσία και τα χρηματικά ποσά που εισπράχθηκαν από την εκποίησή της, σχετικά με πληρωμές, με απαιτήσεις που έγιναν δεκτές από πιστωτές, με αγωγές που κατατέθηκαν και που δεν έχουν κατατεθεί ακόμη, κλπ. Οι πιστωτές δύνανται να υποβάλλουν ενστάσεις επί της τελικής έκθεσης ενώπιον του δικαστηρίου. Το δικαστήριο είναι αρμόδιο να αποφασίσει σχετικά με την έγκριση της τελικής έκθεσης και την περάτωση της πτωχευτικής διαδικασίας. Το δικαστήριο αρνείται να εγκρίνει την τελική έκθεση και, με απόφασή του, την επιστρέφει στον σύνδικο για τη συνέχιση της πτωχευτικής διαδικασίας εάν η τελική έκθεση αποκαλύψει ότι τα δικαιώματα του οφειλέτη ή των πιστωτών παραβιάστηκαν κατά την πτωχευτική διαδικασία.

Η πτωχευτική διαδικασία μπορεί επίσης να τερματιστεί με συμβιβασμό. Ο συμβιβασμός είναι μια συμφωνία μεταξύ οφειλέτη και των πιστωτών του η οποία έχει ως αντικείμενο την πληρωμή των χρεών και περιλαμβάνει απομείωση των χρεών ή παράταση της προθεσμίας εξόφλησης. Ο συμβιβασμός συνάπτεται στο πλαίσιο της πτωχευτικής διαδικασίας με βάση πρόταση του οφειλέτη ή του συνδίκου μετά την κήρυξη πτώχευσης. Η απόφαση συμβιβασμού εγκρίνεται από τη γενική συνέλευση των πιστωτών. Το δικαστήριο αποφασίζει για την έγκριση του συμβιβασμού. Το δικαστήριο περατώνει την πτωχευτική διαδικασία μέσω απόφασης που εγκρίνει τον συμβιβασμό.

Εάν η πτωχευτική διαδικασία δεν έχει περατωθεί εντός δύο ετών από την κήρυξη της πτώχευσης, ο σύνδικος υποβάλλει έκθεση στην πτωχευτική επιτροπή και στο δικαστήριο κάθε έξι μήνες έως την περάτωση της πτωχευτικής διαδικασίας. Στην έκθεση ο σύνδικος εκθέτει τους λόγους για τους οποίους δεν έχει ολοκληρωθεί η πτωχευτική διαδικασία και παρέχει πληροφορίες σχετικά με την εκποιηθείσα και την ανεκποίητη πτωχευτική περιουσία και σχετικά με τη διοίκηση της πτωχευτικής περιουσίας. Το δικαστήριο αποδεσμεύει τον σύνδικο όταν περατωθεί η πτωχευτική διαδικασία, εκτός εάν ο νόμος προβλέπει διαφορετικά. Το δικαστήριο δύναται να αρνηθεί να αποδεσμεύσει τον σύνδικο αν, κατά την περάτωση της πτωχευτικής διαδικασίας, η πτωχευτική περιουσία δεν έχει εκποιηθεί στο σύνολό της, αν εκκρεμεί η είσπραξη χρηματικών ποσών για την πτωχευτική περιουσία, αν οι αγωγές που κατατέθηκαν από τον σύνδικο δεν έχουν εξεταστεί, ή αν ο σύνδικος προτίθεται ή είναι υποχρεωμένος να καταθέσει αγωγή. Σε αυτή την περίπτωση, ο σύνδικος συνεχίζει επίσης να εκτελεί τα καθήκοντά του και μετά την περάτωση της πτωχευτικής διαδικασίας. Εάν, μετά το πέρας της πτωχευτικής διαδικασίας και την αποδέσμευση του συνδίκου, εισπραχθούν χρηματικά ποσά στην πτωχευτική περιουσία, αν καταστούν διαθέσιμα χρηματικά ποσά που είχαν κατατεθεί προς διανομή ή αν καταστεί σαφές ότι η πτωχευτική περιουσία περιλαμβάνει αντικείμενα τα οποία δεν ελήφθησαν υπόψη όταν καταρτίστηκε η πρόταση διανομής, το δικαστήριο εκδίδει απόφαση για επόμενη διανομή, αυτεπαγγέλτως ή κατόπιν αιτήσεως του συνδίκου ή πιστωτή.

Περάτωση της διαδικασίας αναδιοργάνωσης και αποτελέσματα της περάτωσης

Η διαδικασία αναδιοργάνωσης τερματίζεται αν περατωθεί πριν από την προβλεπόμενη προθεσμία, αν ακυρωθεί το σχέδιο αναδιοργάνωσης, αν το σχέδιο αναδιοργάνωσης εφαρμοστεί πριν από την προβλεπόμενη προθεσμία, ή αν λήξει η προθεσμία για την εφαρμογή του σχεδίου αναδιοργάνωσης όπως ορίζεται στο σχέδιο αναδιοργάνωσης. Σε περίπτωση που ένα σχέδιο αναδιοργάνωσης εφαρμοστεί πριν από την προβλεπόμενη προθεσμία, η διαδικασία αναδιοργάνωσης τερματίζεται εάν η επιχείρηση έχει εκπληρώσει όλες τις υποχρεώσεις που ανέλαβε βάσει του σχεδίου αναδιοργάνωσης πριν λήξει η προθεσμία για την εφαρμογή του σχεδίου αναδιοργάνωσης.

Η διαδικασία αναδιοργάνωσης μπορεί να περατωθεί πριν από την προβλεπόμενη προθεσμία μόνο πριν από την έγκριση του σχεδίου αναδιοργάνωσης. Το δικαστήριο περατώνει τη διαδικασία αναδιοργάνωσης πριν από την προβλεπόμενη προθεσμία εάν η επιχείρηση αθετήσει την υποχρέωσή της να συνεργαστεί ή δεν καταβάλει το ποσό που ορίστηκε από το δικαστήριο ως προκαταβολή για την κάλυψη της αμοιβής και των δαπανών του συμβούλου ή του εμπειρογνώμονα αναδιοργάνωσης, αν το σχέδιο αναδιοργάνωσης δεν εγκριθεί, αν η επιχείρηση υποβάλει αίτηση για τον σκοπό αυτό, αν οι λόγοι για την έναρξη της διαδικασίας αναδιοργάνωσης πάψουν να υφίστανται, αν κατασπαταληθούν τα στοιχεία ενεργητικού της επιχείρησης ή αν προκληθεί βλάβη στα συμφέροντα των πιστωτών, αν το σχέδιο αναδιοργάνωσης δεν υποβληθεί εντός της προβλεπόμενης προθεσμίας ή αν η απαίτηση είναι ασαφής. Αν το δικαστήριο περατώσει τη διαδικασία αναδιοργάνωσης πριν από την προβλεπόμενη προθεσμία, παύουν αναδρομικά να υφίστανται όλες οι συνέπειες της έναρξης της διαδικασίας αναδιοργάνωσης.

Με τη λήξη της προθεσμίας για την εφαρμογή σχεδίου αναδιοργάνωσης περατώνεται η διαδικασία αναδιοργάνωσης.

Η διαδικασία αναδιοργάνωσης μπορεί επίσης να τερματιστεί με την ακύρωση του σχεδίου αναδιοργάνωσης. Ένα σχέδιο αναδιοργάνωσης ακυρώνεται αν η επιχείρηση έχει καταδικαστεί για πτωχευτικό αδίκημα ή για ποινικό αδίκημα σε σχέση με διαδικασία αναγκαστικής εκτέλεσης μετά την έγκριση του σχεδίου αναδιοργάνωσης, αν η επιχείρηση δεν εκπληρώνει σε σημαντικό βαθμό τις υποχρεώσεις της βάσει του σχεδίου αναδιοργάνωσης, αν καταστεί προφανές, αφού παρέλθει τουλάχιστον το ήμισυ της περιόδου ισχύος του σχεδίου αναδιοργάνωσης, ότι η επιχείρηση δεν είναι σε θέση να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις που ανέλαβε βάσει το σχεδίου αναδιοργάνωσης, κατόπιν αίτησης του συμβούλου αναδιοργάνωσης αν δεν καταβάλλεται η αμοιβή για την εποπτεία ή αν η επιχείρηση δεν παρέχει συνδρομή στον σύμβουλο αναδιοργάνωσης κατά την εκπλήρωση της υποχρέωσης εποπτείας ή δεν παρέχει στον σύμβουλο αναδιοργάνωσης τις πληροφορίες που χρειάζεται για τη διενέργεια της εποπτείας, αν η επιχείρηση υποβάλει αίτηση για ακύρωση του σχεδίου αναδιοργάνωσης, ή, τέλος, αν η επιχείρηση πτωχεύσει. Αν ακυρωθεί ένα σχέδιο αναδιοργάνωσης, παύουν αναδρομικά να υφίστανται οι συνέπειες της έναρξης της διαδικασίας αναδιοργάνωσης.

Περάτωση της διαδικασίας αναδιάρθρωσης χρέους και αποτελέσματα της περάτωσης

Η διαδικασία αναδιάρθρωσης χρέους τερματίζεται όταν απορρίπτεται η αίτηση αναδιάρθρωσης χρέους, όταν ακυρώνεται το σχέδιο αναδιάρθρωσης χρέους, όταν περατώνεται η διαδικασία ή λήγει η προθεσμία για την εφαρμογή όπως ορίζεται στο σχέδιο αναδιάρθρωσης χρέους. Σε περίπτωση που ένα σχέδιο αναδιάρθρωσης εφαρμοστεί πριν από την προβλεπόμενη προθεσμία, η διαδικασία τερματίζεται εάν ο οφειλέτης έχει εκπληρώσει όλες τις υποχρεώσεις που ανέλαβε βάσει του σχεδίου αναδιάρθρωσης πριν λήξει η προθεσμία για την εφαρμογή του σχεδίου αναδιάρθρωσης.

Το δικαστήριο ακυρώνει σχέδιο αναδιάρθρωσης μετά από αίτηση του οφειλέτη ή αν ο οφειλέτης κηρυχθεί σε πτώχευση. Το δικαστήριο δύναται να ακυρώσει σχέδιο αναδιάρθρωσης αν ο οφειλέτης δεν εκπληρώνει σε σημαντικό βαθμό τις υποχρεώσεις του βάσει του σχεδίου αναδιάρθρωσης, αν είναι προφανές, αφού παρέλθει τουλάχιστον το ήμισυ της περιόδου ισχύος του σχεδίου αναδιάρθρωσης, ότι ο οφειλέτης δεν είναι σε θέση να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις που ανέλαβε βάσει του εν λόγω σχεδίου, αν ο οφειλέτης δεν αντιμετωπίζει προβλήματα φερεγγυότητας ή τα έχει ξεπεράσει, αν ο οφειλέτης, σκοπίμως ή λόγω βαριάς αμέλειας, προσκόμισε ουσιωδώς εσφαλμένες ή ελλιπείς πληροφορίες σχετικά με τα στοιχεία ενεργητικού, τα εισοδήματα, τους πιστωτές ή τις υποχρεώσεις του, αν ο οφειλέτης πραγματοποίησε πληρωμές σε πιστωτές που δεν περιλαμβάνονται στο σχέδιο αναδιάρθρωσης, προκαλώντας έτσι σημαντική βλάβη στα συμφέροντα των άλλων πιστωτών, αν ο οφειλέτης δεν παρέχει συνδρομή στο δικαστήριο ή στον σύμβουλο κατά την εκπλήρωση της υποχρέωσης εποπτείας ή δεν παρέχει τις πληροφορίες που απαιτούνται για τη διενέργεια της εποπτείας, ή αν ο οφειλέτης δεν καταβάλει το ποσό που ορίστηκε από το δικαστήριο ως προκαταβολή για την κάλυψη της αμοιβής και των δαπανών του συμβούλου ή του εμπειρογνώμονα. Αν ακυρωθεί σχέδιο αναδιάρθρωσης, παύουν αναδρομικά να υφίστανται οι συνέπειες της έγκρισης της αίτησης αναδιάρθρωσης χρέους.

15 Ποια είναι τα δικαιώματα των πιστωτών μετά την περάτωση της διαδικασίας αφερεγγυότητας;

Δικαιώματα των πιστωτών μετά την περάτωση της πτωχευτικής διαδικασίας

Μετά την περάτωση της πτωχευτικής διαδικασίας, απαιτήσεις οι οποίες θα μπορούσαν να έχουν εγερθεί, αλλά δεν εγέρθηκαν στη διάρκεια της πτωχευτικής διαδικασίας και απαιτήσεις οι οποίες κατατέθηκαν αλλά δεν ικανοποιήθηκαν, ή κατά των οποίων ο οφειλέτης πρόβαλε αντίρρηση, μπορούν να εγερθούν από τους πιστωτές κατά του οφειλέτη σύμφωνα με τη γενική διαδικασία. Σε αυτή την περίπτωση, δεν υπολογίζονται τόκοι και τόκοι υπερημερίας για την περίοδο της πτωχευτικής διαδικασίας.

Εάν οφειλέτης που είναι φυσικό πρόσωπο απαλλαγεί από τις υποχρεώσεις του οι οποίες δεν εκπληρώθηκαν κατά τη διάρκεια της πτωχευτικής διαδικασίας, οι απαιτήσεις των πιστωτών στην πτωχευτική διαδικασία κατά του οφειλέτη, συμπεριλαμβανομένων των απαιτήσεων πιστωτών στην πτωχευτική διαδικασία οι οποίοι δεν προχώρησαν σε έγερση των απαιτήσεών τους στη διάρκεια της πτωχευτικής διαδικασίας, εξαιρουμένων των υποχρεώσεων καταβολής αποζημίωσης για βλάβη που προκλήθηκε σκοπίμως από παράνομη πράξη ή πληρωμής διατροφής για κατιόντα ή ανιόντα συγγενή, διαγράφονται.

Μετά την περάτωση της πτωχευτικής διαδικασίας, οι πιστωτές δύνανται επίσης να εγείρουν απαιτήσεις οι οποίες γεννήθηκαν από ενοποιημένες υποχρεώσεις και δεν ικανοποιήθηκαν στην πτωχευτική διαδικασία κατά του οφειλέτη. Απαιτήσεις που γεννήθηκαν στη διάρκεια πτωχευτικής διαδικασίας και δεν μπορούσαν να εγερθούν στην πτωχευτική διαδικασία μπορούν επίσης να εγείρονται κατά του οφειλέτη σύμφωνα με τη γενική διαδικασία. Σε αυτή την περίπτωση, η περίοδος παραγραφής υπολογίζεται από την περάτωση της πτωχευτικής διαδικασίας. Στον βαθμό που απαίτηση πιστωτή η οποία έγινε δεκτή στην πτωχευτική διαδικασία δεν ικανοποιήθηκε στην πτωχευτική διαδικασία, η απόφαση είναι η πράξη αναγκαστικής εκτέλεσης εκτός εάν ο οφειλέτης έχει προβάλλει αντίρρηση κατά της απαίτησης ή αν το δικαστήριο έκανε δεκτή την απαίτηση του πιστωτή.

Δικαιώματα των πιστωτών μετά την περάτωση της διαδικασίας αναδιοργάνωσης

Εάν μια διαδικασία αναδιοργάνωσης περατωθεί όταν λήξει η προθεσμία για την εφαρμογή σχεδίου αναδιοργάνωσης, ένας πιστωτής μπορεί να επιβάλει αναγκαστική εκτέλεση απαίτησης η οποία αναδιαρθρώθηκε βάσει του σχεδίου αναδιοργάνωσης μόνο στον βαθμό που συμφωνήθηκε στο σχέδιο αναδιοργάνωσης αλλά δεν εκπληρώθηκε σύμφωνα με το σχέδιο αναδιοργάνωσης.

Αν ένα σχέδιο αναδιοργάνωσης ακυρωθεί ή τερματιστεί πρόωρα, παύουν αναδρομικά να υφίστανται όλες οι συνέπειες της έναρξης της διαδικασίας αναδιοργάνωσης. Το δικαίωμα πιστωτή του οποίου η απαίτηση αναδιαρθρώθηκε βάσει του σχεδίου αναδιοργάνωσης να εγείρει απαίτηση κατά της επιχείρησης αποκαθίσταται ακέραιο στο αρχικό ποσό. Πρέπει επίσης να ληφθούν υπόψη τα κέρδη του πιστωτή κατά το διάστημα εφαρμογής του σχεδίου αναδιοργάνωσης.

Δικαιώματα των πιστωτών μετά την περάτωση της διαδικασίας αναδιάρθρωσης χρέους

Αν απορριφθεί μια αίτηση ή περατωθεί μια διαδικασία, παύουν αναδρομικά να υφίστανται όλες οι συνέπειες της αποδοχής της αίτησης. Το δικαίωμα πιστωτή του οποίου η απαίτηση αναδιαρθρώθηκε βάσει του σχεδίου αναδιάρθρωσης να εγείρει απαίτηση κατά του οφειλέτη αποκαθίσταται ακέραιο στο αρχικό ποσό. Πρέπει επίσης να ληφθούν υπόψη τα κέρδη του πιστωτή κατά το διάστημα εφαρμογής του σχεδίου αναδιάρθρωσης.

Μετά τη λήξη της προθεσμίας για την εφαρμογή σχεδίου αναδιάρθρωσης, ένας πιστωτής μπορεί να επιβάλει αναγκαστική εκτέλεση απαίτησης η οποία αναδιαρθρώθηκε βάσει του σχεδίου αναδιάρθρωσης μόνο στον βαθμό που συμφωνήθηκε στο σχέδιο αναδιάρθρωσης αλλά δεν εκπληρώθηκε σύμφωνα με το σχέδιο αναδιάρθρωσης.

16 Πού καταλογίζονται το κόστος και οι δαπάνες της διαδικασίας αφερεγγυότητας;

Πτωχευτική διαδικασία

Εάν μια αίτηση πτώχευσης γίνει δεκτή ή η αν πτωχευτική διαδικασία περατωθεί με συμβιβασμό, το κόστος της πτωχευτικής διαδικασίας καλύπτεται από την πτωχευτική περιουσία. Αν το δικαστήριο απορρίψει αίτηση πτώχευσης πιστωτή ή αν η διαδικασία περατωθεί επειδή ο πιστωτής αποσύρει την αίτηση πτώχευσης, το κόστος της πτωχευτικής διαδικασίας επιβαρύνει τον πιστωτή. Σε περίπτωση παύσης των εργασιών της πτώχευσης, το δικαστήριο αποφασίζει για τον επιμερισμό του κόστους της πτωχευτικής διαδικασίας ανάλογα με τις συνθήκες.

Εάν διαδικασία που κινήθηκε μετά από αίτηση του οφειλέτη περατωθεί με παύση εργασιών χωρίς κήρυξη πτώχευσης και τα στοιχεία ενεργητικού του οφειλέτη δεν επαρκούν για τις απαιτούμενες πληρωμές, το δικαστήριο διατάσσει τον οφειλέτη να καταβάλει την αμοιβή και τα έξοδα του προσωρινού συνδίκου που είναι επιλέξιμα για επιστροφή, αλλά μπορεί να διατάξει την απόδοσή τους από το Δημόσιο. Η καταβολή αποζημίωσης για την αμοιβή και τα έξοδα του προσωρινού συνδίκου από το Δημόσιο δεν μπορεί να υπερβαίνει τα 397 ευρώ (συμπεριλαμβανομένων των νόμιμων φόρων, εκτός του φόρου προστιθέμενης αξίας). Το δικαστήριο δεν διατάσσει καταβολή αποζημίωσης για την αμοιβή και τα έξοδα του προσωρινού συνδίκου από το Δημόσιο εάν ο οφειλέτης, πιστωτής ή τρίτο πρόσωπο έχει μεταφέρει το ποσό που ορίστηκε από το δικαστήριο ως προκαταβολή για την κάλυψη της αμοιβής και των εξόδων του προσωρινού συνδίκου που είναι επιλέξιμα για επιστροφή στον λογαριασμό ο οποίος έχει υποδειχθεί για τον σκοπό αυτό.

Διαδικασία αναδιοργάνωσης

Εάν κινηθεί διαδικασία αναδιοργάνωσης, το δικαστήριο ορίζει προθεσμία εντός της οποίας η επιχείρηση οφείλει να μεταφέρει το ποσό που έχει ορίσει το δικαστήριο ως προκαταβολή για την κάλυψη της αρχικής αμοιβής και των αρχικών εξόδων του συμβούλου αναδιοργάνωσης στον λογαριασμό που έχει υποδειχθεί για τον σκοπό αυτό. Αν η επιχείρηση δεν καταβάλει αυτό το ποσό, το δικαστήριο περατώνει τη διαδικασία αναδιοργάνωσης. Το ύψος της αμοιβής και των εξόδων του συμβούλου αναδιοργάνωσης για το οποίο καταβάλλεται αποζημίωση αποφασίζεται από το δικαστήριο μετά την αποδέσμευση του συμβούλου αναδιοργάνωσης ή την έγκριση του σχεδίου αναδιοργάνωσης με βάση την έκθεση σχετικά με τις δραστηριότητες και τα έξοδα του συμβούλου αναδιοργάνωσης.

Αν το δικαστήριο ζητήσει τη συμβολή εμπειρογνωμόνων στη διαδικασία αναδιοργάνωσης, οι εμπειρογνώμονες έχουν δικαίωμα αποζημίωσης για τα αναγκαία και δικαιολογημένα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν κατά την άσκηση των υποχρεώσεών τους και δικαίωμα αμοιβής για την εκτέλεση των καθηκόντων τους. Το ύψος της αμοιβής και των εξόδων του εμπειρογνώμονα για το οποίο καταβάλλεται αποζημίωση αποφασίζεται από το δικαστήριο μετά την αποδέσμευση του εμπειρογνώμονα με βάση την έκθεση σχετικά με τις δραστηριότητες και τα έξοδα του εμπειρογνώμονα η οποία υποβάλλεται εντός της προθεσμίας που έχει οριστεί από το δικαστήριο. Κατά τον καθορισμό της αμοιβής του εμπειρογνώμονα, το δικαστήριο μπορεί επίσης να συμβουλευθεί την επιχείρηση.

Διαδικασία αναδιάρθρωσης χρέους

Ο οφειλέτης επιβαρύνεται με το κόστος της διαδικασίας αναδιάρθρωσης χρέους. Τα δικονομικά έξοδα των πιστωτών επιβαρύνουν τους ίδιους τους πιστωτές. Το δικαστήριο μπορεί να διατάξει τον οφειλέτη να καταβάλει τα δικονομικά έξοδα των πιστωτών αν ο οφειλέτης υπέβαλε εν γνώσει του αβάσιμη αίτηση αναδιάρθρωσης χρέους ή αν ο οφειλέτης έγινε αιτία να υποβληθούν οι πιστωτές σε διαδικαστικά έξοδα υποβάλλοντας με άλλο τρόπο εν γνώσει του ψευδείς πληροφορίες ή υποβάλλοντας εν γνώσει του αβάσιμη αίτηση ή αντίρρηση. Ο οφειλέτης δεν λαμβάνει δικονομική ενίσχυση από το Δημόσιο για την πληρωμή της αμοιβής του Δημοσίου. Αν το σχέδιο αναδιάρθρωσης χρέους εφαρμοστεί, ο οφειλέτης δεν είναι υποχρεωμένος να αποδώσει τις δαπάνες της δικονομικής ενίσχυσης που χορηγείται από το Δημόσιο. Εάν διοριστεί σύμβουλος ή εμπειρογνώμονας, το δικαστήριο ορίζει το ποσό που πρέπει να μεταφέρει ο οφειλέτης ως προκαταβολή για την κάλυψη της αμοιβής και των εξόδων του συμβούλου ή του εμπειρογνώμονα στον λογαριασμό που έχει υποδειχθεί για τον σκοπό αυτό.

17 Ποιοι είναι οι κανόνες που άπτονται της ακυρότητας, της ακυρωσίας ή του ανενεργού των επιβλαβών για όλους τους πιστωτές δικαιοπραξιών;

Πτωχευτική διαδικασία

Με την κήρυξη της πτώχευσης, το δικαίωμα του οφειλέτη να διαχειρίζεται και να διαθέτει την πτωχευτική περιουσία μεταβιβάζεται στον σύνδικο πτώχευσης. Μετά την κήρυξη πτώχευσης, κάθε διάθεση στοιχείων ενεργητικού από τον οφειλέτη όσον αφορά αντικείμενα τα οποία αποτελούν μέρος της πτωχευτικής περιουσίας είναι άκυρη. Οφειλέτες που είναι φυσικά πρόσωπα δύνανται να διαθέτουν την πτωχευτική περιουσία με τη συναίνεση του συνδίκου. Η διάθεση στοιχείων ενεργητικού χωρίς τη συναίνεση του συνδίκου είναι άκυρη.

Το δικαστήριο ακυρώνει, μέσω διαδικασίας ανάκτησης, συναλλαγές ή άλλες νομικές πράξεις του οφειλέτη οι οποίες συνάφθηκαν πριν από την κήρυξη της πτώχευσης και προκαλούν βλάβη στα συμφέροντα των πιστωτών. Εάν συναλλαγή που αποτελεί αντικείμενο ανάκτησης ή άλλη πράξη που αποτελεί αντικείμενο ανάκτησης συνάφθηκε κατά τη διάρκεια της περιόδου από τον διορισμό προσωρινού συνδίκου έως την κήρυξη πτώχευσης, η συναλλαγή ή η πράξη θεωρείται ότι έχει προκαλέσει βλάβη στα συμφέροντα των πιστωτών.

Ο οφειλέτης, ένας πιστωτής ή ο σύνδικος μπορεί να ζητήσουν από το δικαστήριο ακύρωση απόφασης της γενικής συνέλευσης των πιστωτών εάν η απόφαση είναι αντίθετη με την νομοθεσία ή ελήφθη κατά παράβαση της διαδικασίας που προβλέπεται από τη νομοθεσία ή αν το δικαίωμα προσφυγής κατά της απόφασης προβλέπεται ρητώς από τη νομοθεσία. Μπορεί επίσης να ζητηθεί ακύρωση απόφασης της γενικής συνέλευσης των πιστωτών εάν η απόφαση προκαλεί βλάβη στα κοινά συμφέροντα των πιστωτών.

Αν έχει κινηθεί διαδικασία για την απαλλαγή οφειλέτη ο οποίος είναι φυσικό πρόσωπο από τις υποχρεώσεις του, το δικαστήριο μπορεί, κατόπιν αιτήματος πιστωτή, να ακυρώσει την απόφαση που απαλλάσσει τον οφειλέτη από τις υποχρεώσεις του οι οποίες δεν εκπληρώθηκαν κατά τη διάρκεια της πτωχευτικής διαδικασίας εντός ενός έτους από την έκδοση της απόφασης, εάν καταστεί προφανές ότι ο οφειλέτης είχε εκ προθέσεως αθετήσει τις υποχρεώσεις του κατά τη διάρκεια της διαδικασίας για την απαλλαγή του οφειλέτη από τις υποχρεώσεις του και, ως εξ αυτού, εμπόδισε ουσιαστικώς την ικανοποίηση των απαιτήσεων των πιστωτών.

Αν ο οφειλέτης και οι πιστωτές συμφωνήσουν να συνάψουν συμβιβασμό μετά την κήρυξη της πτώχευσης, το δικαστήριο δύναται να ακυρώσει τον συμβιβασμό αν ο οφειλέτης έχει καταδικαστεί για πτωχευτικό αδίκημα ή για ποινικό αδίκημα σε σχέση με διαδικασία αναγκαστικής εκτέλεσης ή αν καταστεί προφανές, αφού παρέλθει τουλάχιστον το ήμισυ της περιόδου ισχύος του συμβιβασμού, ότι ο οφειλέτης δεν είναι σε θέση να εκπληρώσει τους όρους του συμβιβασμού. Η ακύρωση ενός συμβιβασμού έχει συνέπειες για όλους τους πιστωτές που συμμετείχαν στον συμβιβασμό και, συνεπώς, προστατεύει το γενικό σύνολο των πιστωτών.

Διαδικασία αναδιοργάνωσης

Το δικαστήριο ακυρώνει ένα σχέδιο αναδιοργάνωσης αν η επιχείρηση έχει καταδικαστεί για πτωχευτικό αδίκημα ή για ποινικό αδίκημα σε σχέση με διαδικασία αναγκαστικής εκτέλεσης μετά την έγκριση του σχεδίου αναδιοργάνωσης, αν η επιχείρηση δεν εκπληρώνει σε σημαντικό βαθμό τις υποχρεώσεις της βάσει του σχεδίου αναδιοργάνωσης, αν καταστεί προφανές, αφού παρέλθει τουλάχιστον το ήμισυ της περιόδου ισχύος του σχεδίου αναδιοργάνωσης, ότι η επιχείρηση δεν είναι σε θέση να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις που ανέλαβε βάσει το σχεδίου αναδιοργάνωσης, κατόπιν αίτησης του συμβούλου αναδιοργάνωσης αν δεν καταβάλλεται η αμοιβή για την εποπτεία ή αν η επιχείρηση δεν παρέχει συνδρομή στον σύμβουλο αναδιοργάνωσης κατά την εκπλήρωση της υποχρέωσης εποπτείας ή δεν παρέχει στον σύμβουλο αναδιοργάνωσης τις πληροφορίες που χρειάζεται για τη διενέργεια της εποπτείας, αν η επιχείρηση υποβάλει αίτηση, ή, τέλος, αν η επιχείρηση πτωχεύσει. Το δικαίωμα πιστωτή του οποίου η απαίτηση αναδιαρθρώθηκε βάσει του σχεδίου αναδιοργάνωσης να εγείρει απαίτηση κατά της επιχείρησης αποκαθίσταται ακέραιο στο αρχικό ποσό, ενώ πρέπει επίσης να ληφθούν υπόψη τα κέρδη του πιστωτή κατά το διάστημα εφαρμογής του σχεδίου αναδιοργάνωσης.

Διαδικασία αναδιάρθρωσης χρέους

Το δικαστήριο ακυρώνει ένα σχέδιο αναδιάρθρωσης αν ο οφειλέτης υποβάλει αίτηση ή αν ο οφειλέτης πτωχεύσει, αν ο οφειλέτης δεν εκπληρώνει σε σημαντικό βαθμό τις υποχρεώσεις του βάσει του σχεδίου αναδιάρθρωσης, αν καταστεί προφανές, αφού παρέλθει τουλάχιστον το ήμισυ της περιόδου ισχύος του σχεδίου αναδιάρθρωσης, ότι ο οφειλέτης δεν είναι σε θέση να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις που ανέλαβε βάσει αυτού, αν ο οφειλέτης δεν αντιμετωπίζει προβλήματα φερεγγυότητας ή τα έχει ξεπεράσει και η αναδιάρθρωση των απαιτήσεων των πιστωτών δεν είναι πλέον δίκαιη για τους πιστωτές λόγω ουσιαστικής αλλαγής των συνθηκών, αν ο οφειλέτης, σκοπίμως ή λόγω βαριάς αμέλειας, προσκόμισε ουσιωδώς εσφαλμένες ή ελλιπείς πληροφορίες σχετικά με τα στοιχεία ενεργητικού, τα εισοδήματα, τους πιστωτές ή τις υποχρεώσεις του, αν ο οφειλέτης πραγματοποίησε πληρωμές σε πιστωτές που δεν περιλαμβάνονται στο σχέδιο αναδιάρθρωσης, προκαλώντας έτσι σημαντική βλάβη στα συμφέροντα των άλλων πιστωτών, αν ο οφειλέτης δεν παρέχει συνδρομή στο δικαστήριο ή στον σύμβουλο κατά την εκπλήρωση της υποχρέωσης εποπτείας ή δεν παρέχει τις πληροφορίες που απαιτούνται για τη διενέργεια της εποπτείας, ή αν ο οφειλέτης δεν καταβάλει το ποσό που ορίστηκε από το δικαστήριο ως προκαταβολή. Το δικαίωμα πιστωτή του οποίου η απαίτηση αναδιαρθρώθηκε βάσει του σχεδίου αναδιάρθρωσης να εγείρει απαίτηση κατά του οφειλέτη αποκαθίσταται ακέραιο στο αρχικό ποσό. Πρέπει επίσης να ληφθούν υπόψη τα κέρδη του πιστωτή κατά το διάστημα εφαρμογής του σχεδίου αναδιάρθρωσης.


Την έκδοση αυτής της σελίδας στην εθνική γλώσσα διαχειρίζεται ο αντίστοιχος αρμόδιος επαφής του ΕΔΔ. Οι μεταφράσεις έχουν γίνει από την αρμόδια υπηρεσία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Οι τυχόν αλλαγές που επιφέρει η αρμόδια εθνική αρχή στο πρωτότυπο ενδέχεται να μην έχουν περιληφθεί ακόμα στις μεταφράσεις. Η Επιτροπή και το Ευρωπαϊκό Δικαστικό Δίκτυο δεν αναλαμβάνουν καμία απολύτως ευθύνη όσον αφορά πληροφορίες ή δεδομένα που περιέχονται ή αναφέρονται στο παρόν έγγραφο. Βλ. την ανακοίνωση νομικού περιεχομένου για τους κανόνες πνευματικής ιδιοκτησίας που ισχύουν στο κράτος μέλος που είναι αρμόδιο για την παρούσα σελίδα.

Τελευταία επικαιροποίηση: 12/02/2018

Αφερεγγυότητα - Ελλάδα

ΠΙΝΑΚΑΣ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΩΝ


1 Εναντίον ποιων μπορούν να κινηθούν διαδικασίες αφερεγγυότητας;

Οι διαδικασίες αφερεγγυότητας μπορούν να στραφούν κατά εμπόρων και κατά ενώσεων προσώπων  με νομική προσωπικότητα που επιδιώκουν οικονομικό σκοπό.

2 Ποιες είναι οι προϋποθέσεις για την έναρξη διαδικασιών αφερεγγυότητας;

Για την έναρξη της διαδικασίας απαιτείται  αίτηση  από τον ίδιο τον οφειλέτη ή  από  πιστωτή που έχει έννομο συμφέρον ή από τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών  όταν υφίστανται λόγοι δημοσίου συμφέροντος . Προϋποθέσεις  για το άνοιγμα της διαδικασίας : α) όταν την κήρυξη ζητεί  πιστωτής, να έχει περιέλθει ο οφειλέτης σε κατάσταση  παύσης των πληρωμών, β)  όταν την κήρυξη της ζητά ο ίδιος ο οφειλέτης αρκεί και επαπειλούμενη αδυναμία του  πληρωμών. Το δικαστήριο ορίζει την ημερομηνία παύσης των πληρωμών, η οποία δεν μπορεί να απέχει πλέον των δυο ετών από την δημοσίευση της απόφασης. Ο  Πρόεδρος του Δικαστηρίου, μετά την αίτηση οποιουδήποτε έχει έννομο συμφέρον , μπορεί να διατάζει όποιο μέτρο κρίνει αναγκαίο  για να αποτραπεί κάθε επιζήμια για τους πιστωτές  μεταβολή της περιουσίας του οφειλέτη.  Τα  μέτρα αυτά παύουν αυτοδικαίως με την έκδοση της πτωχευτικής απόφασης.

3 Ποια περιουσιακά στοιχεία ανήκουν στην πτωχευτική περιουσία; Πώς αντιμετωπίζονται τα περιουσιακά στοιχεία που αποκτώνται από τον οφειλέτη ή που περιέρχονται σε αυτόν μετά την έναρξη της διαδικασίας αφερεγγυότητας;

Στην πτωχευτική περιουσία ανήκει το σύνολο της περιουσίας που ανήκει στον οφειλέτη οπουδήποτε και αν βρίσκεται , κατά την κήρυξη της πτώχευσης. Δεν περιλαμβάνονται α)  τα ακατάσχετα, ήτοι πράγματα απολύτως απαραίτητα για τις στοιχειώδεις ανάγκες επιβίωσης του οφειλέτη και της οικογένειάς του  και πράγματα που είναι απαραίτητα για πρόσωπα (οφειλέτες) που με την προσωπική εργασία τους αποκτούν όσα τους χρειάζονται για να ζήσουν, β) τα εξαιρούμενα με ειδικές διατάξεις νόμου. Επίσης δεν περιλαμβάνονται ότι αποκτά ο οφειλέτης μετά την κήρυξη της πτώχευσης.

4 Ποιες εξουσίες έχουν ο οφειλέτης και ο διαχειριστής της διαδικασίας αφερεγγυότητας, αντίστοιχα;

Ο οφειλέτης από την κήρυξη της πτώχευσης, στερείται αυτοδικαίως  την διοίκηση της περιουσίας του ήτοι την διαχείριση και την διάθεσή της .Κάθε πράξη διοίκησης εκ μέρους του , χωρίς την σύμπραξη του συνδίκου είναι ανενεργής. Την διοίκηση της περιουσίας αναλαμβάνει ο σύνδικος . Μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις,  που ορίζει ο νόμος,  μπορεί να ανατεθεί στον οφειλέτη η διοίκηση της περιουσίας του. Ως σύνδικος διορίζεται δικηγόρος με πενταετή τουλάχιστον υπηρεσία. Το έργο του συνδίκου επιβλέπει ο Εισηγητής Δικαστής. Για ορισμένες πράξεις του συνδίκου,  απαιτείται  άδεια του Πτωχευτικού Δικαστηρίου. Το Πτωχευτικό Δικαστήριο ασκεί την ανώτατη εποπτεία στη διεύθυνση των εργασιών της πτώχευσης.

5 Κάτω από ποιες προϋποθέσεις μπορεί να προταθεί συμψηφισμός;

Η κήρυξη της πτώχευσης δεν θίγει  το δικαίωμα του πιστωτή να προτείνει συμψηφισμό ανταπαίτησης του προς την αντίστοιχη απαίτηση του οφειλέτη, εφόσον  οι προϋποθέσεις του συμψηφισμού συνέτρεξαν  πριν την κήρυξη της πτώχευσης. Οι απαγορεύσεις συμψηφισμού όπου ισχύουν , εφαρμόζονται και στην πτώχευση.

6 Ποια αποτελέσματα έχουν οι διαδικασίες αφερεγγυότητας επί των υφισταμένων συμβάσεων στις οποίες ο οφειλέτης αποτελεί συμβαλλόμενο μέρος;

Οι κατά το χρόνο κήρυξης της πτώχευσης εκκρεμείς αμφοτεροβαρείς συμβάσεις , στις οποίες συμβαλλόμενος είναι ο οφειλέτης, διατηρούν της ισχύ τους, εκτός εάν προβλέπεται διαφορετικά από τον Πτωχευτικό Κώδικα . Ο σύνδικος με την άδεια του Εισηγητή Δικαστή, έχει το δικαίωμα να εκπληρώσει τις εκκρεμείς συμβάσεις και να απαιτήσει την εκπλήρωση από τον αντισυμβαλλόμενο. Συμβάσεις διαρκούς χαρακτήρα  διατηρούν την ισχύ τους, εφόσον δεν προβλέπεται διαφορετικά από τον  νόμο. Εξαιρούνται  οι χρηματοοικονομικές συμβάσεις. Οι ρυθμίσεις του πτωχευτικού νόμου δεν θίγουν το δικαίωμα καταγγελίας που προβλέπει ο νόμος ή η σύμβαση. Η κήρυξη της πτώχευσης  αποτελεί λόγο λύσεως των συμβάσεων προσωπικού χαρακτήρα, όπου συμβαλλόμενο μέρος είναι ο οφειλέτης. Ο σύνδικος μπορεί να μεταβιβάσει σε τρίτο συμβατική σχέση με αντισυμβαλλόμενο τον οφειλέτη. Με την κήρυξη της πτώχευσης λύεται η σχέση εργασίας.

7 Ποια αποτελέσματα έχουν οι διαδικασίες αφερεγγυότητας επί των ατομικών διώξεων εκ μέρους πιστωτών (εκτός εάν υφίσταται εκκρεμοδικία);

Από την κήρυξη της πτωχεύσεως αναστέλλονται αυτοδικαίως  όλα τα ατομικά καταδιωκτικά μέτρα των πιστωτών κατά του οφειλέτη για την ικανοποίηση ή εκπλήρωση πτωχευτικών τους απαιτήσεων,  με την επιφύλαξη των ρυθμίσεων για τους ενέγγυους πιστωτές , για τους οποίους δεν ισχύει η αναστολή επί των συγκεκριμένων υπέγγυων στοιχείων της πτωχευτικής περιουσίας. Και για τους εν λόγω πιστωτές όμως,  μπορεί υπό προϋποθέσεις να ισχύσει ολιγόμηνη αναστολή. Ειδικότερα,   με την κήρυξη της πτώχευσης απαγορεύεται η έναρξη συνέχιση αναγκαστικής εκτέλεσης, η άσκηση αναγνωριστικών η καταψηφιστικών αγωγών, η συνέχιση δικών επ΄αυτών, η άσκηση ή εκδίκαση ενδίκων μέσων η έκδοση πράξεων διοικητικής ή φορολογικής φύσεως ή εκτέλεσή τους με στοιχεία της πτωχευτικής περιουσίας.

8 Ποια αποτελέσματα έχουν οι διαδικασίες αφερεγγυότητας επί των εκκρεμών κατά τον χρόνο της έναρξης της διαδικασίας αφερεγγυότητας δικών;

Οι εκκρεμείς κατά το χρόνο κήρυξης της πτώχευσης δίκες,  εφόσον δανειστής είναι ο οφειλέτης συνεχίζονται από τον σύνδικο. Εφόσον είναι  οφειλέτης οι δίκες διακόπτονται να ακολουθείται η διαδικασία αναγγελίας και επαλήθευσης.

9 Ποια είναι τα κύρια χαρακτηριστικά της συμμετοχής των πιστωτών στη διαδικασία αφερεγγυότητας;

Οι πιστωτές υποχρεούνται να αναγγείλουν τις απαιτήσεις τους κατά του οφειλέτη,  στο γραμματέα των Πτωχεύσεων ‘Ολοι οι πιστωτές ανεξαρτήτως προνομίων ή εμπραγμάτων ασφαλειών καθώς και οι πιστωτές των οποίων οι απαιτήσεις τελούν οι υπό αίρεση,  συγκροτούν  τη συνέλευση των πιστωτών. Η συνέλευση συγκαλείται  αρχικά με την απόφαση του κηρύσσει την πτώχευση. Η συνέλευση μπορεί να εκλέξει τριμελή επιτροπή πιστωτών, η οποία με τη σειρά της  πρέπει να ορίσει κοινό  για όλα τα μέλη, αντίκλητο. Η τριμελής επιτροπή πιστωτών παρακολουθεί την πορεία των εργασιών της πτώχευσης.

10 Με ποιον τρόπο μπορεί ο διαχειριστής/διαχειρίστρια αφερεγγυότητας να χρησιμοποιήσει ή να διαθέσει περιουσιακά στοιχεία της πτωχευτικής περιουσίας;

Μετά την περάτωση της απογραφής της κινητής και ακίνητης περιουσίας του  οφειλέτη, ο σύνδικος και μόνο  για την αντιμετώπιση των τρεχουσών αναγκών, απευθύνεται στο εισηγητή δικαστή και ζητεί  να του επιτρέψει την πώληση εμπορευμάτων ή κινητών της περιουσίας. Μόνο μετά την ολοκλήρωση της εξέλεγξης των πιστώσεων και εφόσον δεν επιτευχθεί αποδοχή ή επικύρωση σχεδίου αναδιοργάνωσης  της επιχείρησης ή αυτή ακυρώθηκε , ο σύνδικος προβαίνει στη ρευστοποίηση  του ενεργητικού της περιουσίας του οφειλέτη και στη διανομή του προϊόντος  αυτής στους πιστωτές  με την εκποίηση είτε της επιχείρησης ως συνόλου είτε επιμέρους στοιχείων της .Ειδικότερα για την εκποίηση ακινήτων του οφειλέτη απαιτείται η άδεια του πτωχευτικού δικαστηρίου που παρέχεται μετά από αίτηση του συνδίκου και έκθεση του εισηγητή Δικαστή.

11 Ποιες απαιτήσεις δύνανται να αναγγελθούν κατά της πτωχευτικής περιουσίας του οφειλέτη και με ποιον τρόπο αντιμετωπίζονται οι απαιτήσεις που προκύπτουν μετά την έναρξη της διαδικασίας αφερεγγυότητας;

΄Ολοι οι πιστωτές  του οφειλέτη μπορούν να αναγγείλουν τις απαιτήσεις τους και να καταθέσουν τα έγγραφά τους στον γραμματέα των πτωχεύσεων ανεξαρτήτως αν οι απαιτήσεις τους έχουν ή όχι προνομιακό χαρακτήρα ή εμπράγματη ασφάλεια. Ως πτωχευτικοί πιστωτές λογίζονται εκείνοι που κατά την κήρυξη της πτώχευσης έχουν κατά του οφειλέτη γεννημένη και δικαστικώς επιδιώξιμη χρηματική ενοχική απαίτηση. Οι μεταπτωχευτικές απαιτήσεις δεν αναγγέλλονται .Τα δικαστικά έξοδα του συνδίκου, τα έξοδα διοίκησης της πτωχευτικής περιουσίας,   αλλά και η αντιμισθία του συνδίκου και τα τυχόν ομαδικά πιστώματα προαφαιρούνται,  μετά την ρευστοποίηση της πτωχευτικής περιουσίας και ικανοποιούνται,  πριν την κατάταξη των πιστωτών του οφειλέτη.

12 Ποιοι είναι οι κανόνες που διέπουν την αναγγελία, την εξέλεγξη και την τελική επαλήθευση των απαιτήσεων;

‘Οσον αφορά την αναγγελία των απαιτήσεων αυτή πρέπει να γίνει εγγράφως (όπου πρέπει αναφέρεται το είδος η αιτία, ο χρόνος γένεσης αυτών κλπ),  στο γραμματέα των Πτωχεύσεων, μέσα σε ένα μήνα από την δημοσίευση της απόφασης που κήρυξε την πτώχευση στο Δελτίο Δικαστικών Δημοσιεύσεων του Ταμείου Νομικών. Αν χαθεί η ως άνω προθεσμία αναγγελίας, ο πιστωτής μπορεί να ασκήσει ανακοπή  και να ζητήσει να επαληθευφθεί η απαίτησή του  από το Πτωχευτικό Δικαστήριο. ΄Οσον αφορά την διαδικασία επαληθεύσεων  ισχύουν τα ακόλουθα : α) διενεργείται  από τον σύνδικο ενώπιον του εισηγητή δικαστή,   τρεις ημέρες μετά την λήξη της προθεσμίας αναγγελίας, β) ο πιστωτής του οποίου επαληθεύεται η απαίτηση, μπορεί να παρίσταται προσωπικά ή δια τρίτου προσώπου πληρεξουσίου του, γ) η επαλήθευση γίνεται με αντιπαραβολή των εγγράφων του πιστωτή με τα βιβλία και τα έγγραφα του οφειλέτη, δ) ο εισηγητής δικαστής συντάσσει Έκθεση  για την επαλήθευση των πιστώσεων, ε)σε περίπτωση αμφισβήτησης ο εισηγητής αποφασίζει  την προσωρινή ή μη παραδοχή της  απαίτησης, στ) κατά τη διαδικασία των επαληθεύσεων αντιρρήσεις μπορούν να προβάλλουν ο οφειλέτης, ο σύνδικος, οι πιστωτές των οποίων οι απαιτήσεις έχουν ήδη γίνει δεκτές. Τελος δεν υπάρχει ειδικό website που να περιέχει ειδικές φόρμες για τις παραπάνω διαδικασία. Υπάρχουν όμως ειδικές φόρμες στη γραμματεία των Πτωχεύσεων του Πρωτοδικείου.

13 Ποιοι είναι οι κανόνες που διέπουν τη διανομή του προϊόντος της ρευστοποίησης των περιουσιακών στοιχείων; Με ποιον τρόπο κατατάσσονται οι απαιτήσεις και τα δικαιώματα των πιστωτών;

Ο σύνδικος μετά την ρευστοποίηση της πτωχευτικής περιουσίας, συντάσσει χωρίς υπαίτια καθυστέρηση πίνακα διανομής του εκπλειστηριάσματος, τον οποίο υποβάλλει στον εισηγητή δικαστή. Ο τελευταίος κηρύσσει τον πίνακα εκτελεστό και ο πίνακας τοιχοκολλάται στα γραφεία του. Κατά την διανομή λαμβάνονται υπ’ οψιν τα τυχόν υπάρχοντα  γενικά προνόμια: (i.)απαιτήσεις από χρηματοδότηση οποιασδήποτε φύσεως για συνέχιση της δραστηριότητας του οφειλέτη, ii)απαιτήσεις για τη κηδεία και νοσήλεια του οφειλέτη, iii)απαιτήσεις για την παροχή αναγκαίων τροφίμων, iv)απαιτήσεις από την παροχή εξηρτημένης εργασίας αμοιβές δικηγόρων , ,v) απαιτήσεις αγροτών, vi)απαιτήσεις του Δημοσίου και ΟΤΑ, vii)  απαιτήσεις του Συνεγγυητικού   ή ειδικά προνόμια των πιστωτών ήτοι  απαιτήσεις που έχουν προνόμιο σε ορισμένο κινητό ή ακίνητο πράγμα του οφειλέτη ή σε ποσότητα χρημάτων .Επί συρροής προνομίων ήτοι όταν πρόκειται για  προϊόν  εκποίησης πράγματος ή χρηματικής ποσότητας,  εφαρμόζονται αναλόγως οι σχετικές  αντίστοιχες διατάξεις του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας.

14 Ποιες είναι οι προϋποθέσεις και τα αποτελέσματα της περάτωσης της διαδικασίας αφερεγγυότητας (ιδίως διά πτωχευτικού συμβιβασμού);

Σχέδιο αναδιοργάνωσης μπορεί να υποβάλλει στο πτωχευτικό δικαστήριο ο οφειλέτης και ο σύνδικος. Πρέπει να περιλαμβάνει ως ελάχιστο περιεχόμενο την πληροφόρηση ως προς την οικονομική κατάσταση του οφειλέτη  και την προτεινομένη ικανοποίηση των πιστωτών, περιγραφή των ληπτέων  μέτρων,  όπως διοργανωτικές μεταβολές, επιχειρησιακά προγράμματα,  τη διαμόρφωση των δικαιωμάτων και γενικά της θέσης κάθε πιστωτή ανάλογα με την κατηγορία όπου ανήκει κλπ..Το πτωχευτικό δικαστήριο προβαίνει αυτεπάγγελτα σε προεξέταση του σχεδίου,  εντός 20 ημερών από την υποβολή του., απορρίπτει δε αυτό για τους  συγκεκριμένους  από τον νόμο προβλεπόμενους λόγους.  Αν δεν απορρίψει το σχέδιο,  το δικαστήριο καθορίζει με την απόφασή του,   αμέσως,  προθεσμία όχι μεγαλύτερη των 3 μηνών,    για την αποδοχή η μη αυτού από τους πιστωτές και καθορίζει ημερομηνία σύγκλησής τους.  Η συζήτηση και η ψηφοφορία επί του σχεδίου γίνεται ενώπιον  του εισηγητή δικαστή . Για την αποδοχή του σχεδίου απαιτούνται ειδικές πλειοψηφίες. Μετά την αποδοχή του από τους πιστωτές το σχέδιο αναδιοργάνωσης  υποβάλλεται στο δικαστήριο για επικύρωση . Μετά την τελεσιδικία της απόφασης που το επικυρώνει,   το σχέδιο αποκτά δεσμευτική ισχύ για όλους τους πιστωτές,   οποιαδήποτε κατηγορίας ανεξάρτητα αν έχουν αναγγείλει ή όχι τις απαιτήσεις τους.  Η πτωχευτική διαδικασία περατώνεται .Οι πτωχευτικοί πιστωτές αναλαμβάνουν τις ατομικές διώξεις.

15 Ποια είναι τα δικαιώματα των πιστωτών μετά την περάτωση της διαδικασίας αφερεγγυότητας;

Μετά την κήρυξη της παύσης της πτώχευσης  αίρεται η πτωχευτική απαλλοτρίωση, ο οφειλέτης αναλαμβάνει τη διοίκηση της περιουσίας του και οι πιστωτές αναλαμβάνουν τα ατομικά καταδιωκτικά μέτρα. Ειδικότερα μετά την ρευστοποίησής περιουσίας,  περατώνεται η πτώχευση  και εντός μηνός  ο σύνδικος καταθέτει έκθεση λογοδοσίας.

16 Πού καταλογίζονται το κόστος και οι δαπάνες της διαδικασίας αφερεγγυότητας;

Το κόστος και οι δαπάνες της διαδικασίας αφερεγγυότητας καταλογίζονται στη πτωχευτική περιουσία.

17 Ποιοι είναι οι κανόνες που άπτονται της ακυρότητας, της ακυρωσίας ή του ανενεργού των επιβλαβών για όλους τους πιστωτές δικαιοπραξιών;

Πράξεις του οφειλέτη που διενεργήθηκαν εντός του χρόνου που περιλαμβάνεται από την παύση των πληρωμών μέχρι την κήρυξη της πτώχευσης( ύποπτη περίοδο) και είναι επιζήμιες για την ομάδα των πιστωτών ανακαλούνται (πράξεις υποχρεωτικής ανάκλησης )ή μπορούν να ανακληθούν (πράξεις δυνητικής ανάκλησης )υπό τους όρους που  προσδιορίζει η πτωχευτική νομοθεσία .Την σχετική ανακλητική αξίωση ενώπιον του πτωχευτικού δικαστηρίου, ασκεί ο σύνδικος και υπό ορισμένες προϋποθέσεις και πιστωτής . ‘Οποιος με ανακαλούμενη πράξη απέκτησε περιουσιακό στοιχείο του οφειλέτη υποχρεούται να το  αναμεταβιβάσει στην πτωχευτική περιουσία.


Την έκδοση αυτής της σελίδας στην εθνική γλώσσα διαχειρίζεται ο αντίστοιχος αρμόδιος επαφής του ΕΔΔ. Οι μεταφράσεις έχουν γίνει από την αρμόδια υπηρεσία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Οι τυχόν αλλαγές που επιφέρει η αρμόδια εθνική αρχή στο πρωτότυπο ενδέχεται να μην έχουν περιληφθεί ακόμα στις μεταφράσεις. Η Επιτροπή και το Ευρωπαϊκό Δικαστικό Δίκτυο δεν αναλαμβάνουν καμία απολύτως ευθύνη όσον αφορά πληροφορίες ή δεδομένα που περιέχονται ή αναφέρονται στο παρόν έγγραφο. Βλ. την ανακοίνωση νομικού περιεχομένου για τους κανόνες πνευματικής ιδιοκτησίας που ισχύουν στο κράτος μέλος που είναι αρμόδιο για την παρούσα σελίδα.

Τελευταία επικαιροποίηση: 15/11/2016

Αφερεγγυότητα - Ισπανία

ΠΙΝΑΚΑΣ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΩΝ


1 Εναντίον ποιων μπορούν να κινηθούν διαδικασίες αφερεγγυότητας;

Οι διαδικασίες αφερεγγυότητας, καλούμενες concurso de acreedores («συνέλευση πιστωτών») εφαρμόζονται σε οφειλέτες του αστικού δικαίου και σε εμπόρους, φυσικά ή νομικά πρόσωπα. Ο νόμος αριθ. 25/2015, της 28ης Ιουλίου 2015, εισήγαγε ορισμένες ειδικές προδιαγραφές για τις διαδικασίες αφερεγγυότητας στις οποίες ο οφειλέτης είναι φυσικό πρόσωπο, ιδίως για να παρέχει στον οφειλέτη τη δυνατότητα να απαλλαγεί από τις οφειλές που δεν διευθετούνται κατά τη διάρκεια της διαδικασίας.

Οποιοσδήποτε οφειλέτης μπορεί να κηρυχθεί αφερέγγυος, είτε είναι φυσικό πρόσωπο (περιλαμβανομένων των ανηλίκων ή των προσώπων χωρίς νομική ικανότητα) είτε νομικό πρόσωπο, επιχειρηματίας ή καταναλωτής, παρότι ο νόμος περιέχει ορισμένες ειδικές διατάξεις ανάλογα με το καθεστώς του εκάστοτε οφειλέτη, ιδίως ως προς τις εμπορικές εταιρίες ή τους καταναλωτές.

Τα νομικά πρόσωπα μπορούν να κηρυχθούν αφερέγγυα, ακόμη κι αν βρίσκονται σε εκκαθάριση. Καμία επιρροή δεν έχει το αν ανήκουν σε όμιλο εταιριών, διότι η αφερεγγυότητα μπορεί να κηρυχθεί για μια ή περισσότερες εταιρίες του ομίλου, και όχι για τον ίδιο τον όμιλο.

Διαδικασίες αφερεγγυότητας είναι δυνατόν να κινηθούν και για κληρονομιά, με τον όρο ότι δεν έχει γίνει ανεπιφύλακτη αποδοχή της κληρονομιάς.

Οι αρχές της τοπικής αυτοδιοίκησης του κράτους, τα όργανα του δημοσίου τομέα και άλλα όργανα δημοσίου δικαίου δεν μπορούν να κηρυχθούν αφερέγγυα.

2 Ποιες είναι οι προϋποθέσεις για την έναρξη διαδικασιών αφερεγγυότητας;

2.1 Προϋποθέσεις για την έναρξη των διαδικασιών αφερεγγυότητας:

Ο νόμος ορίζει ορισμένες υποκειμενικές και αντικειμενικές προϋποθέσεις που πρέπει να συντρέχουν ώστε να ξεκινήσουν οι διαδικασίες αφερεγγυότητας:

A) Υποκειμενική προϋπόθεση: οποιοσδήποτε οφειλέτης μπορεί να κηρυχθεί αφερέγγυος, είτε είναι φυσικό είτε νομικό πρόσωπο, επιχειρηματίας ή καταναλωτής, παρότι ο νόμος περιέχει ορισμένες ειδικές διατάξεις ανάλογα με τον νομικό τύπο του εκάστοτε οφειλέτη, ιδίως ως προς τις εμπορικές εταιρίες ή τους καταναλωτές.

Οι αρχές της τοπικής αυτοδιοίκησης του κράτους, τα όργανα του δημοσίου τομέα και άλλα όργανα δημοσίου δικαίου δεν μπορούν να κηρυχθούν αφερέγγυα.

B) Αντικειμενική προϋπόθεση: η αφερεγγυότητα του οφειλέτη, που ορίζεται ως η αδυναμία εκπλήρωσης των οικονομικών του υποχρεώσεων σε τακτική βάση.

2.2 Μέρη που μπορούν να υποβάλουν αίτηση για την έναρξη των διαδικασιών

Τα προαπαιτούμενα για την υποβολή της αίτησης διαφέρουν ανάλογα με το αν η αίτηση για την έναρξη των διαδικασιών αφερεγγυότητας κατατίθεται από τον οφειλέτη ή τους πιστωτές.

Εάν την αίτηση για την έναρξη των διαδικασιών αφερεγγυότητας υποβάλλει ο οφειλέτης (εκούσια διαδικασία), πρέπει να δικαιολογήσει ενώπιον του δικαστηρίου ότι βρίσκεται σε παρούσα ή επικείμενη αφερεγγυότητα δηλαδή, ότι δεν μπορεί να εκπληρώνει τις οικονομικές του υποχρεώσεις σε τακτική βάση. Εάν η αφερεγγυότητα είναι παροντική, ο οφειλέτης πρέπει να υποβάλει αίτηση για την έναρξη των διαδικασιών αφερεγγυότητας μέσα σε δύο μήνες απ’ όταν περιήλθε ή θα έπρεπε να περιέλθει σε γνώση του η αφερεγγυότητά του.

Ωστόσο, σύμφωνα με τον νόμο, στο εν λόγω διάστημα των δύο μηνών, ο οφειλέτης μπορεί να γνωστοποιήσει στο δικαστήριο ότι διαπραγματεύεται μια συμφωνία με τους πιστωτές για την αναχρηματοδότηση της οφειλής σε αυτή την περίπτωση, η προθεσμία αναστέλλεται για το διάστημα των διαπραγματεύσεων και οι πιστωτές δεν μπορούν να ξεκινήσουν ατομικές διώξεις σε βάρος των περιουσιακών στοιχείων που είναι αναγκαία για τη δραστηριότητα του οφειλέτη για τρεις μήνες. Μετά την παρέλευση της εν λόγω περιόδου, εφόσον δεν καταρτιστεί συμφωνία με τους πιστωτές, οι οφειλέτες πρέπει σε διάστημα ενός μήνα να υποβάλουν αίτηση για την έναρξη των διαδικασιών αφερεγγυότητας.

Οι οφειλέτες πρέπει να καταθέσουν ορισμένα έγγραφα μαζί με την αίτηση, όπως μια έκθεση για την οικονομική τους δραστηριότητα, μια απογραφή των περιουσιακών τους στοιχείων, έναν πίνακα πιστωτών από τον οποίο να προκύπτει η εκάστοτε πιστωτική εξασφάλιση, έναν κατάλογο εργαζομένων και τις οικονομικές τους καταστάσεις, εφόσον έχουν υποχρέωση τήρησης λογιστικών στοιχείων.

Οι οφειλέτες, φυσικά ή νομικά πρόσωπα, απαιτείται να υποβάλουν αίτηση για την έναρξη των διαδικασιών αφερεγγυότητας όταν βρίσκονται σε κατάσταση παρούσας αφερεγγυότητας, η οποία ορίζεται ως η αδυναμία του προσώπου να εκπληρώνει τις οικονομικές του υποχρεώσεις σε τακτική βάση. Αντιθέτως, εάν η αφερεγγυότητα επίκειται (δεν υφίσταται ήδη αλλά αναμένεται) οι οφειλέτες έχουν απλώς το δικαίωμα να υποβάλουν αίτηση για την κήρυξη της αφερεγγυότητας.

Η αίτηση που υποβάλλεται στο εμπορικό δικαστήριο (juzgado de lo mercantil) πρέπει να πληροί τις υποχρεωτικές απαιτήσεις που θέτει το άρθρο 6 παράγραφος 2 του νόμου περί αφερεγγυότητας (Ley Concursal): έκθεση του οικονομικού και νομικού ιστορικού του οφειλέτη μνεία του αν διενεργείται ορισμένη οικονομική δραστηριότητα ή όχι σε περίπτωση νομικού προσώπου, πρέπει να προσδιορίζονται οι μέτοχοι, οι διαχειριστές ή οι εκκαθαριστές και ο επίσημος ορκωτός ελεγκτής απογραφή των περιουσιακών στοιχείων και των δικαιωμάτων, με τις ανάλογες πληροφορίες που απαιτούνται για την επαλήθευσή τους αλφαβητικό πίνακα πιστωτών, που να αναγράφει τη διεύθυνση, το ύψος, τη λήξη των απαιτήσεων, και τις εγγυήσεις που έχουν παρασχεθεί όταν είναι εφικτό, έναν κατάλογο εργαζομένων εάν ο οφειλέτης υποχρεούται να τηρεί λογιστικά στοιχεία, οφείλει να προσκομίσει τα λογιστικά βιβλία και εάν ανήκει σε όμιλο εταιριών, οφείλει να το αναφέρει και να υποβάλει τις ενοποιημένες οικονομικές καταστάσεις του ομίλου.

Οι οφειλέτες έχουν την υποχρέωση να συνεργάζονται με τον πτωχευτικό δικαστή και τους διαχειριστές, όχι μόνον παθητικά, τηρώντας δηλαδή τις απαιτήσεις που τους επιβάλλουν, αλλά ενεργητικά, γνωστοποιώντας κάθε σημαντική πληροφορία. Η εν λόγω υποχρέωση περιλαμβάνει επίσης την υποχρέωση εμφάνισης (ενώπιον του δικαστηρίου και των διαχειριστών), συνεργασίας και ενημέρωσης. Οι εν λόγω υποχρεώσεις βαρύνουν τους οφειλέτες που είναι φυσικά πρόσωπα και τα πραγματικά ή νομικά μέλη του διοικητικού συμβουλίου των νομικών προσώπων, είτε υφιστάμενα είτε είχαν την ιδιότητα του μέλους κατά τα προηγούμενα δύο έτη. Η μη συμμόρφωση με την εν λόγω υποχρέωση τεκμαίρει δόλια παράβαση ή βαριά αμέλεια, για τους σκοπούς της κήρυξης της αφερεγγυότητας ως υπαίτιας (στις περιπτώσεις όπου εφαρμόζονται τα άρθρα περί υπαιτιότητας δηλαδή, λόγω της επικύρωσης μιας επιζήμιας συμφωνίας ή της έναρξης της εκκαθάρισης).

Ο οφειλέτης μπορεί να κηρυχθεί υπαίτιος για την αφερεγγυότητα και να του επιβληθούν κυρώσεις. Οι διαδικασίες αφερεγγυότητας αποσκοπούν μεταξύ άλλων να αναλύσουν τις αιτίες της αφερεγγυότητας, και ιδίως το κατά πόσον η συμπεριφορά του οφειλέτη ή άλλων προσώπων που συνδέονται με αυτόν άμεσα ή επικουρικά, συνέβαλε στην πρόκληση ή την επιδείνωση της αφερεγγυότητας. Στην εν λόγω ανάλυση περιλαμβάνεται η διευκρίνιση των σχετικών ευθυνών, με χρήση του πίνακα κυρώσεων που παρατίθεται στα άρθρα 172 και 172α του νόμου περί αφερεγγυότητας.

2.3 Έναρξη των διαδικασιών και χρόνος κατά τον οποίο παράγουν έννομα αποτελέσματα οι διαδικασίες:

Ο δικαστής πρέπει να εξετάσει τα έγγραφα που του υποβλήθηκαν και αν η υφιστάμενη ή επικείμενη αφερεγγυότητα είναι δικαιολογημένη πρέπει να κηρύξει αφερέγγυο τον οφειλέτη από την ημερομηνία της αίτησης ή την επόμενη ημέρα. Εάν τα έγγραφα που υποβλήθηκαν είναι ελλιπή, ο δικαστής μπορεί να χορηγήσει μια αποκλειστική προθεσμία πέντε ημερών για τη συμπλήρωσή τους.

Την έναρξη των διαδικασιών αφερεγγυότητας μπορεί επίσης να ζητήσει οποιοσδήποτε πιστωτής, οπότε και οι διαδικασίες είναι υποχρεωτικές (concurso necesario). Οι πιστωτές που υποβάλλουν την αίτηση κήρυξης της αφερεγγυότητας πρέπει να προσκομίσουν αποδεικτικά στοιχεία της υφιστάμενης αφερεγγυότητας του οφειλέτη και να αποδείξουν ότι έχει εκδοθεί ένας εκτελεστός τίτλος κατά του οφειλέτη από τον οποίο να προκύπτει ότι δεν έχουν ληφθεί επαρκή περιουσιακά στοιχεία για την είσπραξη της οφειλής ή πρέπει να προσκομίσουν αποδεικτικά στοιχεία ορισμένων πραγματικών περιστατικών που τεκμαίρουν την αφερεγγυότητα, όπως: απόδειξη ότι ο οφειλέτης γενικά βρίσκεται σε παύση πληρωμώνότι έχει επιβληθεί κατάσχεση σε μεγάλο μέρος των περιουσιακών στοιχείων του οφειλέτη ότι έγινε εσπευσμένη απόκρυψη ή εκκαθάριση των περιουσιακών στοιχείων ή ότι δεν έχουν πληρωθεί ορισμένες οφειλές (φόροι, εισφορές κοινωνικής ασφάλισης, απαιτήσεις εργαζόμενων).

Εάν την αίτηση για την έναρξη των διαδικασιών αφερεγγυότητας υποβάλλει ένας πιστωτής, τότε κλητεύεται ο οφειλέτης ο οποίος έχει δικαίωμα να προσβάλει τη διαταγή κήρυξης της αφερεγγυότητας. Σε αυτές τις περιπτώσεις, ο δικαστής ορίζει συζήτηση, στην οποία οι διάδικοι μπορούν να προσκομίσουν τις αποδείξεις τους, με την επιφύλαξη ορισμένων περιορισμών και ο δικαστής οφείλει να αποφασίσει αν ο οφειλέτης βρίσκεται σε αφερεγγυότητα ή όχι, και όταν το κρίνει πρόσφορο, κηρύσσει την αφερεγγυότητα. Οι διαδικασίες ξεκινούν επίσης εάν ο οφειλέτης αποδεχθεί την κήρυξη της αφερεγγυότητας, δεν εναντιωθεί σε αυτή ή δεν εμφανιστεί στη συζήτηση.

Οι οφειλέτες που είναι φυσικά πρόσωπα σε κατάσταση υφιστάμενης ή επικείμενης αφερεγγυότητας, με οικονομικές υποχρεώσεις που κατ’ εκτίμηση δεν υπερβαίνουν το ποσό των πέντε εκατομμυρίων ευρώ έχουν τη δυνατότητα να υποβάλουν αίτηση για την έναρξη μιας διαδικασίας που αποσκοπεί στη σύναψη εξωδικαστικής συμφωνίας πληρωμής. Το ίδιο δικαίωμα έχουν τα νομικά πρόσωπα που πληρούν τις απαιτήσεις του άρθρου 231 του νόμου περί αφερεγγυότητας.

Η απόφαση έναρξης των διαδικασιών αφερεγγυότητας παράγει έννομα αποτελέσματα από την έκδοσή της, ακόμη και αν έχει ασκηθεί έφεση κατ’ αυτής.

2.4 Δημοσίευση της διαταγής κήρυξης της αφερεγγυότητας:

Η διαταγή κήρυξης της αφερεγγυότητας πρέπει να δημοσιευτεί κατά προτίμηση με ηλεκτρονικά μέσα και ένα απόσπασμα της απόφασης πρέπει να δημοσιευτεί στην Επίσημη Εφημερίδα, αν ωστόσο ο δικαστής το κρίνει αναγκαίο μπορεί να διατάξει τη δημοσίευσή της σε περισσότερα μέσα.

2.5 Προσωρινά μέτρα:

Έπειτα από αίτημα του αιτούντος την έναρξη των διαδικασιών αφερεγγυότητας και, ανάλογα με την περίπτωση, μετά την παροχή εξασφάλισης για την κάλυψη δυνητικών υποχρεώσεων, ο δικαστής αφού κάνει δεκτή την αίτηση, μπορεί να διατάξει τα αναγκαία μέτρα για να διασφαλίσει τη διατήρηση των περιουσιακών στοιχείων του οφειλέτη, με τον τρόπο που προβλέπει το γενικό δικονομικό δίκαιο.

3 Ποια περιουσιακά στοιχεία ανήκουν στην πτωχευτική περιουσία; Πώς αντιμετωπίζονται τα περιουσιακά στοιχεία που αποκτώνται από τον οφειλέτη ή που περιέρχονται σε αυτόν μετά την έναρξη της διαδικασίας αφερεγγυότητας;

3.1 Περιουσιακά στοιχεία που ανήκουν στην πτωχευτική περιουσία

Όλα τα περιουσιακά στοιχεία και τα δικαιώματα του οφειλέτη κατά τον χρόνο κήρυξης της αφερεγγυότητας ανήκουν στην πτωχευτική περιουσία ή στα «περιουσιακά στοιχεία που υπάγονται στη διαδικασία», όπως και όλα τα περιουσιακά στοιχεία που αποκτά ή επαναποκτά ο οφειλέτης κατά τη διάρκεια της διαδικασίας. Εξαιρούνται τα περιουσιακά στοιχεία που κατά τον νόμο είναι ακατάσχετα.

Οι πιστωτές με ειδικά προνόμια σε πλοία ή αεροσκάφη μπορούν να διαχωρίσουν τα εν λόγω περιουσιακά στοιχεία από την πτωχευτική περιουσία, προβαίνοντας στις πράξεις που τους επιτρέπει η ειδική νομοθεσία.

Στις διαδικασίες αφερεγγυότητας στις οποίες ο οφειλέτης είναι έγγαμο φυσικό πρόσωπο, τα χωριστά περιουσιακά στοιχεία του θα ανήκουν στα περιουσιακά στοιχεία που υπάγονται στη διαδικασία, και εάν έχει συνάψει συμφωνία κοινοκτημοσύνης, τα κοινά περιουσιακά στοιχεία θα περιλαμβάνονται επίσης στη διαδικασία, εάν είναι αναγκαία για την κάλυψη των υποχρεώσεων του οφειλέτη.

Οι διαδικασίες αφερεγγυότητας δεν επιτάσσουν τη διακοπή της δραστηριότητας του οφειλέτη και ο οφειλέτης μπορεί να συνεχίσει την επιχειρηματική του δραστηριότητα, με τους όρους της συμφωνίας για την έγκριση ή την αναστολή των εξουσιών του. Γενικά, οι διαχειριστές πρέπει να εγκρίνουν τη διαχείριση ή τη διάθεση των περιουσιακών στοιχείων όταν οι εξουσίες του οφειλέτη είναι εποπτευόμενες, ωστόσο μπορεί να επιτρέπεται η έγκριση ορισμένων πράξεων γενικής φύσης που εντάσσονται στη συνήθη δραστηριότητα της εταιρίας. Καταρχήν, έως την επικύρωση της συμφωνίας με τους πιστωτές ή την έναρξη της εκκαθάρισης, δεν επιτρέπεται η σύσταση βάρους επί των περιουσιακών στοιχείων για τη χρηματοδότηση της αφερέγγυας εταιρίας, χωρίς την έγκριση του δικαστή. Στην παρακάτω ενότητα εξηγούνται οι συμφωνίες αναστολής ή εποπτείας των εξουσιών του οφειλέτη.

Το ήμισυ των νέων ταμειακών διαθεσίμων που προκύπτουν στο πλαίσιο μιας διαδικασίας αναχρηματοδότησης θεωρείται απαίτηση κατά της πτωχευτικής περιουσίας.

4 Ποιες εξουσίες έχουν ο οφειλέτης και ο διαχειριστής της διαδικασίας αφερεγγυότητας, αντίστοιχα;

4.1 Οι εξουσίες του οφειλέτη

Καταρχήν, γίνεται διάκριση μεταξύ των εκούσιων και των υποχρεωτικών διαδικασιών (άρθρο 22). Στην πρώτη περίπτωση, ο οφειλέτης εξακολουθεί να διαχειρίζεται και να διαθέτει τα περιουσιακά του στοιχεία και υπόκειται στην εποπτεία του διαχειριστή, από τον οποίο απαιτείται να λαμβάνει έγκριση ή συγκατάθεση. Στις υποχρεωτικές διαδικασίες, αναστέλλονται οι εξουσίες του οφειλέτη περί διαχείρισης και διάθεσης των περιουσιακών του στοιχείων και ο οφειλέτης υποκαθίσταται από τον διαχειριστή. Σκοπός της εν λόγω ρύθμισης είναι να διατηρηθούν τα περιουσιακά στοιχεία και να διαφυλαχθεί η έκβαση της διαδικασίας και όχι να επιβληθεί κύρωση στον οφειλέτη.

Κριτήριο, ωστόσο, αποτελεί η συνέχιση της οικονομικής δραστηριότητας του οφειλέτη, και για αυτόν τον λόγο, το άρθρο 44 επιτρέπει στον διαχειριστή να συντάξει έναν κατάλογο των δραστηριοτήτων που λόγω της φύσης και του αριθμού τους εξαιρούνται από τον αναγκαίο έλεγχο. Το εν λόγω σύστημα είναι ευέλικτο, διότι ο δικαστής μπορεί, με αιτιολογημένη απόφαση, να διατάξει την αναστολή των εξουσιών στις εκούσιες διαδικασίες και την άσκηση εποπτείας, με τους όρους μιας συμφωνίας έγκρισης ή συγκατάθεσης στις υποχρεωτικές διαδικασίες, κάνοντας μνεία των κινδύνων που επιδιώκει να αποτρέψει και του οφέλους που επιδιώκει να αποκομίσει.

Παρομοίως, με αίτημα του διαχειριστή, η αρχική συμφωνία περιορισμού ή μεταβίβασης εξουσιών μπορεί να τροποποιηθεί σε μεταγενέστερο στάδιο, και πάλι με αιτιολογημένη απόφαση και μετά από εξέταση του οφειλέτη (η αλλαγή δεν επέρχεται αυτοδίκαια), με την προϋπόθεση ότι η εν λόγω αλλαγή θα υποβληθεί στις ίδιες διατυπώσεις δημοσιότητας με την απόφαση κήρυξης της αφερεγγυότητας.

Η περάτωση των διαδικασιών συνεπάγεται την άρση του περιορισμού των εξουσιών. Διαφορετικά, αυτοί παρατείνονται έως την επικύρωση της συμφωνίας με τους πιστωτές, με την οποία μπορεί να επιβάλλει περιορισμούς στις εξουσίες του οφειλέτη ή να τις αποκλείει. Σε αυτή την περίπτωση, οι διαδικασίες αφερεγγυότητας περατώνονται με αναστολή των εξουσιών του οφειλέτη.

Ο νόμος περί αφερεγγυότητας, κατά κανόνα, αποσκοπεί να διατηρήσει αμετάβλητα τα περιουσιακά στοιχεία του οφειλέτη που υπάγονται στις διαδικασίες αφερεγγυότητας ωστόσο, ενίοτε, είναι πιθανή η πώληση επιμέρους περιουσιακών στοιχείων του οφειλέτη κατά τη διάρκεια των διαδικασιών αφερεγγυότητας, με την έγκριση του δικαστή, η οποία σε ορισμένες περιπτώσεις δεν θα είναι αναγκαία. Κατά τη διάρκεια των διαδικασιών αφερεγγυότητας μπορεί επίσης να πωληθούν οι μονάδες παραγωγής, με τον τρόπο που ορίζει το άρθρο 146α.

Κατ’ εξαίρεση από τον γενικό κανόνα της συνέχισης της δραστηριότητας του οφειλέτη, ορίζεται ότι έπειτα από αίτημα του διαχειριστή και εξέταση του οφειλέτη και των εκπροσώπων των εργαζόμενων, τα γραφεία του οφειλέτη μπορεί να σφραγιστούν και η δραστηριότητά του να ανασταλεί. Όταν αυτό συνεπάγεται τη συλλογική λύση, αναστολή ή τροποποίηση των συμβάσεων εργασίας, ο δικαστής οφείλει να ενεργήσει σύμφωνα με ειδικούς κανόνες.

Ο νόμος επιβάλλει επίσης συγκεκριμένες υποχρεώσεις ως προς τις οικονομικές καταστάσεις του οφειλέτη, ενώ τα έννομα αποτελέσματα των διαδικασιών αφερεγγυότητας επί των διοικητικών οργάνων των αφερέγγυων νομικών προσώπων ρυθμίζονται ξεχωριστά.

4.2 Διορισμός και εξουσίες των διαχειριστών της αφερεγγυότητας:

Ο διαχειριστής είναι το πρόσωπο ή το όργανο που διορίζεται υποχρεωτικά, συνεπικουρεί τον δικαστή και αναλαμβάνει τη διαχείριση των διαδικασιών αφερεγγυότητας. Μετά την έναρξη των διαδικασιών αφερεγγυότητας, ο δικαστής διατάσσει την έναρξη της δεύτερης φάσης της διαδικασίας, που περιλαμβάνει οτιδήποτε αφορά τον διορισμό, τις εφαρμοστέες διατάξεις, τις εξουσίες και τις αρμοδιότητες του διαχειριστή.

Ο διαχειριστής επιλέγεται από τον κατάλογο των φυσικών και νομικών προσώπων που έχουν εγγραφεί εκουσίως στο Δημόσιο Μητρώο Αφερεγγυότητας (Registro Público Concursal), σύμφωνα με τις προϋποθέσεις του νόμου. Για τους εν λόγω σκοπούς, οι διαδικασίες αφερεγγυότητας διακρίνονται σε μικρής, μεσαίας και μεγάλης κλίμακας διαδικασίες. Ο πρώτος διορισμός από τον κατάλογο πραγματοποιείται αρχικά με κλήρωση και στη συνέχεια κατά σειρά, με εξαίρεση τις μεγάλης κλίμακας διαδικασίες, στις οποίες ο δικαστής μπορεί να διορίσει τον διαχειριστή που θεωρεί καταλληλότερο, εκθέτοντας τους σχετικούς λόγους και σύμφωνα με τα κριτήρια που ορίζει ο νόμος. Στις διαδικασίες αφερεγγυότητας των πιστωτικών ιδρυμάτων, ο δικαστής πρέπει να διορίσει τον διαχειριστή από τους διαχειριστές που προτείνει το Ταμείο Εύτακτης Εξυγίανσης των Τραπεζικών Ιδρυμάτων (Fondo de Reestructuración Ordenada Bancaria). Ο δικαστής πρέπει να διορίσει τους διαχειριστές από τα πρόσωπα που προτείνει η Εθνική Επιτροπή Χρηματαγορών (Comisión Nacional del Mercado de Valores) στις διαδικασίες αφερεγγυότητας ιδρυμάτων που τελούν υπό την εποπτεία της ή την εποπτεία της Κοινοπραξίας Ασφαλιστικών Αποζημιώσεων (Consorcio de Compensación de Seguros) στην περίπτωση ασφαλιστικών εταιριών.

Κατά κανόνα, διορίζεται μόνον ένας διαχειριστής. Κατ’ εξαίρεση, στις διαδικασίες αφερεγγυότητας, όταν δικαιολογείται από λόγους δημοσίου συμφέροντος, ο πτωχευτικός δικαστής μπορεί να διορίσει ως δεύτερο διαχειριστή έναν πιστωτή της δημόσιας διοίκησης ή έναν πιστωτή που είναι νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου που συνδέεται ή λογοδοτεί στην εν λόγω αρχή δημόσιας διοίκησης.

Το άρθρο 33 του νόμου περί αφερεγγυότητας εξηγεί αναλυτικά τις αρμοδιότητες των διαχειριστών, τις οποίες κατατάσσει σε: αρμοδιότητες δικονομικής φύσης αρμοδιότητες ως προς τον οφειλέτη ή τα διοικητικά του όργανα αρμοδιότητες ως προς εργασιακά ζητήματα αρμοδιότητες ως προς τα δικαιώματα των πιστωτών αρμοδιότητες υποβολής εκθέσεων και αξιολόγησης αρμοδιότητες ως προς τη ρευστοποίηση ή την εκκαθάριση των περιουσιακών στοιχείων και γραμματειακές αρμοδιότητες. Η πιο σημαντική αρμοδιότητα των διαχειριστών είναι η υποβολή της έκθεσης του άρθρου 75, στην οποία πρέπει να επισυνάψουν μια πρόταση απογραφής των περιουσιακών στοιχείων και τον πίνακα των πιστωτών.

Η πληρωμή των διαχειριστών καθορίζεται από τον δικαστή, σύμφωνα με την κλίμακα αμοιβών που παρατίθεται στο Βασιλικό Διάταγμα αριθ. 1860/2004, της 6ης Σεπτεμβρίου 2004.

Ο διαχειριστής οφείλει να αποδεχθεί τον διορισμό του, τον οποίο ο δικαστής μπορεί να απορρίψει ή να ανακαλέσει για δικαιολογημένη αιτία. Οι διαχειριστές μπορεί επίσης να διορίζουν εξουσιοδοτημένους βοηθούς για να τους παρέχουν συνδρομή στην εκτέλεση των καθηκόντων τους.

4.3 Ο πτωχευτικός δικαστής

Αρμόδια για τις διαδικασίες αφερεγγυότητας είναι τα εμπορικά δικαστήρια, τα οποία αποτελούν εξειδικευμένα δικαστήρια του συστήματος απονομής της αστικής δικαιοσύνης. Ο δικαστής κηρύσσει την αφερεγγυότητα και καθοδηγεί τη διαδικασία. Το άρθρο 86γ του Οργανικού Νόμου αριθ. 6/1985, της 1ης Ιουλίου 1985, περί του δικαστικού σώματος (Ley Orgánica del Poder Judicial) παραθέτει σε κατάλογο τις αρμοδιότητες των εμπορικών δικαστών, στις οποίες περιλαμβάνονται, ιδίως, τα ζητήματα που προκύπτουν στις διαδικασίες αφερεγγυότητας.

Με τη διαταγή κήρυξης της αφερεγγυότητας, ή προγενέστερα ως ασφαλιστικό μέτρο, ο δικαστής μπορεί να περιορίσει τα θεμελιώδη δικαιώματα του οφειλέτη. Στους εν λόγω περιορισμούς μπορεί να περιλαμβάνεται: (α) η διακοπή των ταχυδρομικών και τηλεφωνικών επικοινωνιών (β) η υποχρέωση διαμονής στην περιοχή όπου βρίσκεται η διεύθυνσή του, επιτρεπομένης της κατ’ οίκον σύλληψης και (γ) η είσοδος και έρευνα της κατοικίας. Εάν ο οφειλέτης είναι νομικό πρόσωπο, τα εν λόγω μέτρα μπορεί να ληφθούν ως προς το σύνολο ή μέρος των μελών του υφιστάμενου διοικητικού συμβουλίου ή των εκκαθαριστών του, και ως προς τα πρόσωπα που είχαν ασκήσει τα εν λόγω καθήκοντα κατά τα προηγούμενα δύο έτη.

Το άρθρο 8 του νόμου περί αφερεγγυότητας απονέμει «αποκλειστική και αποκλείουσα» αρμοδιότητα στον πτωχευτικό δικαστή για μια σειρά ζητημάτων που αφορούν, σε γενικές γραμμές, όλες τις πράξεις που στρέφονται κατά των περιουσιακών στοιχείων του οφειλέτη ή συναρτώνται άμεσα με αυτά. Ο δικαστής είναι επίσης αρμόδιος να αποφασίζει για τη συλλογική αναστολή των εργασιακών συμβάσεων, όταν ο εργοδότης κηρύσσεται αφερέγγυος, και να εκδικάζει τις αγωγές αποζημίωσης που ασκούνται κατά των μελών του διοικητικού συμβουλίου ή των εκκαθαριστών της αφερέγγυας εταιρίας.

Για την έκδοση προδικαστικών αποφάσεων, και αποκλειστικά για τους σκοπούς των διαδικασιών αφερεγγυότητας, η αρμοδιότητα του δικαστή εκτείνεται επίσης στα διοικητικά ή κοινωνικά ζητήματα που συνδέονται άμεσα με τις διαδικασίες αφερεγγυότητας.

Ο νόμος περί αφερεγγυότητας ορίζει επίσης κανόνες για τη διεθνή και την κατά τόπον αρμοδιότητα και ειδικούς κανόνες για τη δικονομική διαδικασία που πρέπει να τηρηθεί, οι οποίοι υπερισχύουν των γενικών δικονομικών κανόνων που θεσπίζει η νομοθεσία.

5 Κάτω από ποιες προϋποθέσεις μπορεί να προταθεί συμψηφισμός;

Μετά την έναρξη της διαδικασίας αφερεγγυότητας δεν επιτρέπεται ο συμψηφισμός των απαιτήσεων ή των οφειλών του οφειλέτη. Ωστόσο, ο συμψηφισμός επιτρέπεται εάν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτού πριν από την κήρυξη της αφερεγγυότητας, ακόμη κι αν η απόφαση εκδόθηκε μεταγενέστερα. Οι εν λόγω προϋποθέσεις ορίζονται γενικά στο άρθρο 1196 του Αστικού Κώδικα (Código Civil) (αμοιβαίες απαιτήσεις, ομοειδείς οφειλές που να έχουν καταστεί ληξιπρόθεσμες και απαιτητές).

Οι διαδικασίες αφερεγγυότητας που έχουν στοιχείο αλλοδαπότητας εξαιρούνται από τον εν λόγω κανόνα, εάν το δίκαιο που διέπει την ανταπαίτηση του οφειλέτη επιτρέπει την εξαίρεση σε καταστάσεις αφερεγγυότητας.

6 Ποια αποτελέσματα έχουν οι διαδικασίες αφερεγγυότητας επί των υφισταμένων συμβάσεων στις οποίες ο οφειλέτης αποτελεί συμβαλλόμενο μέρος;

6.1 Αποτελέσματα επί των συμβάσεων στις οποίες ο οφειλέτης αποτελεί συμβαλλόμενο μέρος:

Ο νόμος περί αφερεγγυότητας ρυθμίζει τα αποτελέσματα των διαδικασιών αφερεγγυότητας επί των συμβάσεων που έχει συνάψει ο οφειλέτης με τρίτους, των οποίων η εκτέλεση εκκρεμούσε πριν από την κήρυξη της αφερεγγυότητας. Το ζήτημα εξετάζεται σε συνάρτηση με τις διμερείς συμβάσεις, διότι οι μονομερείς συμβάσεις θα καθορίζουν την αναγνώριση των απαιτήσεων των τρίτων πιστωτών ή το αίτημα να περιληφθούν οι απαιτήσεις τους στα περιουσιακά στοιχεία που υπάγονται στις διαδικασίες, όπως ορίζει το άρθρο 61. Οι συμβάσεις με τη δημόσια διοίκηση ρυθμίζονται με ειδικό διοικητικό νόμο.

Κατά γενική αρχή, το άρθρο 61 παράγραφος 2 ορίζει ότι μόνη η κήρυξη της αφερεγγυότητας δεν θίγει τις αμφοτεροβαρείς συμβάσεις, στις οποίες εκκρεμεί η εκτέλεση ενοχών από τον οφειλέτη ή τον αντισυμβαλλόμενο. Οι ενοχές του οφειλέτη βαρύνουν την πτωχευτική περιουσία. Κάθε τυχόν αποζημίωση λόγω καταγγελίας συνιστά επίσης απαίτηση κατά της πτωχευτικής περιουσίας.

Για την ενίσχυση του κύρους των εν λόγω συμβάσεων, ο νόμος θεωρεί άκυρη κάθε ρήτρα που παρέχει εξουσία ακύρωσης ή καταγγελίας της σύμβασης αποκλειστικά λόγω της κήρυξης της αφερεγγυότητας ενός από τους συμβαλλόμενους.

Προς όφελος των διαδικασιών αφερεγγυότητας, ο διαχειριστής (σε περίπτωση αναστολής) ή ο οφειλέτης (σε περίπτωση εποπτείας) μπορεί να ζητήσει τη λύση της σύμβασης από τον εισηγητή δικαστή. Στις εν λόγω περιπτώσεις, ο δικαστής πρέπει να κλητεύσει τον οφειλέτη, τον διαχειριστή και τον αντισυμβαλλόμενο να εμφανιστούν ενώπιον του δικαστηρίου. Εάν έχει συναφθεί συμφωνία μεταξύ των προσώπων που προσέρχονται στο δικαστήριο, ο δικαστής θα εκδώσει μια διαταγή λύσης της σύμβασης. Διαφορετικά, η διαφορά θα εξεταστεί μέσω μιας παρεμπίπτουσας διαδικασίας αφερεγγυότητας και ο δικαστής θα αποφασίσει για κάθε ζήτημα που αφορά την επιστροφή των πληρωμών και την αποζημίωση, οι οποίες θα βαρύνουν την πτωχευτική περιουσία, και μάλιστα σημαντικά εάν το ποσό είναι υψηλό.

6.2 Καταγγελία λόγω αθέτησης της σύμβασης

Σύμφωνα με το άρθρο 62, η κήρυξη της αφερεγγυότητας δεν θίγει την καταγγελία των διμερών συμβάσεων από οποιονδήποτε συμβαλλόμενο, λόγω μεταγενέστερης αθέτησης. Σε περίπτωση συμβάσεων διαρκούς εκτέλεσης, το δικαίωμα της καταγγελίας μπορεί επίσης να ασκηθεί εάν η αθέτηση επήλθε πριν από την κήρυξη της αφερεγγυότητας. Ωστόσο, ακόμη κι αν υπάρχουν λόγοι καταγγελίας, ο δικαστής, ενεργώντας υπέρ των διαδικασιών αφερεγγυότητας, μπορεί να διατάξει την εκτέλεση της σύμβασης, ενώ οι πληρωμές που οφείλει ή πρέπει να εκτελέσει ο οφειλέτης βαρύνουν την πτωχευτική περιουσία.

Οι αγωγές που έχουν ως αντικείμενο τη λύση των συμβάσεων πρέπει να ασκούνται ενώπιον του πτωχευτικού δικαστή, στο πλαίσιο μιας παρεμπίπτουσας διαδικασίας αφερεγγυότητας. Εάν το αίτημα γίνει δεκτό (και, ως εκ τούτου, συμφωνηθεί η λύση της σύμβασης), αίρεται κάθε ανεξόφλητη οικονομική υποχρέωση. Ως προς τις ληξιπρόθεσμες οικονομικές υποχρεώσεις, στις διαδικασίες αφερεγγυότητας θα περιλαμβάνονται οι απαιτήσεις των πιστωτών που έχουν εκτελέσει τις συμβατικές τους ενοχές, αν ο οφειλέτης αθέτησε τη σύμβαση πριν από την κήρυξη της αφερεγγυότητας εάν η αθέτηση επήλθε μεταγενέστερα, οι απαιτήσεις των συμβαλλόμενων που έχουν εκτελέσει τις ενοχές τους θα βαρύνουν την πτωχευτική περιουσία. Στις απαιτήσεις θα περιλαμβάνεται κάθε τυχόν αποζημίωση λόγω ζημίας (άρθρο 62 παράγραφος 4).

Το άρθρο 64 του νόμου περιλαμβάνει συγκεκριμένες διατάξεις που ρυθμίζουν τα έννομα αποτελέσματα επί των συμβάσεων εργασίας, και το παρακάτω άρθρο ρυθμίζει τα έννομα αποτελέσματα επί των συμβάσεων με τα στελέχη της ανώτερης διοίκησης.

7 Ποια αποτελέσματα έχουν οι διαδικασίες αφερεγγυότητας επί των ατομικών διώξεων εκ μέρους πιστωτών (εκτός εάν υφίσταται εκκρεμοδικία);

7.1 Απαγόρευση άσκησης αγωγών για την έκδοση νέων αναγνωριστικών αποφάσεων

Οι δικαστές των πολιτικών και εργατικών δικαστηρίων δεν μπορούν να κάνουν δεκτές τις αγωγές που θα έπρεπε να εκδικαστούν από τον πτωχευτικό δικαστή (κυρίως, όσες στρέφονται κατά των περιουσιακών στοιχείων του οφειλέτη).

Εάν κάποια από τις εν λόγω αγωγές έγινε δεκτή εκ παραδρομής, θα διαταχθεί η περάτωση όλων των διαδικασιών και κάθε τυχόν μέτρο που θα ληφθεί θα είναι άκυρο. Οι δικαστές των εμπορικών δικαστηρίων δεν πρέπει επίσης να κάνουν δεκτή οποιαδήποτε αγωγή ασκείται μετά την έναρξη των διαδικασιών αφερεγγυότητας και έως την περάτωσή τους, εάν η εν λόγω αγωγή αφορά εταιρικές υποχρεώσεις και στρέφεται κατά των μελών του διοικητικού συμβουλίου των αφερέγγυων κεφαλαιουχικών εταιριών λόγω παράβασης των καθηκόντων τους, εφόσον υπάρχουν λόγοι υπαγωγής σε εκκαθάριση.

7.2 Αποτελέσματα της κήρυξης της αφερεγγυότητας επί των διαδικασιών εκτέλεσης και είσπραξης έναντι των περιουσιακών στοιχείων του οφειλέτη:

Ο γενικός κανόνας είναι ότι μετά την έναρξη των διαδικασιών αφερεγγυότητας, δεν επιτρέπεται η έναρξη ατομικών διώξεων, δικαστικά ή εξωδικαστικά, και η συνέχιση των διοικητικών ή φοροεισπρακτικών διαδικασιών σε βάρος των περιουσιακών στοιχείων του οφειλέτη. Σε περίπτωση παράβασης της εν λόγω απαγόρευσης η εν λόγω πράξη θα κηρυχθεί άκυρη. Ο κανόνας θεσπίζει δύο εξαιρέσεις κατά τις οποίες η εκτέλεση μπορεί να συνεχιστεί παρά την κήρυξη της αφερεγγυότητας και έως την επικύρωση του σχεδίου της εκκαθάρισης: (α) στις διοικητικές διαδικασίες εκτέλεσης για τις οποίες έχουν εκδοθεί διαταγές κατάσχεσης και (β) στις διαδικασίες εκτέλεσης λόγω εργατικών απαιτήσεων, με τις οποίες κατάσχονται περιουσιακά στοιχεία που άνηκαν στον οφειλέτη πριν από την κήρυξη της αφερεγγυότητας, με τον όρο ότι τα κατασχεμένα περιουσιακά στοιχεία δεν είναι αναγκαία για τη συνέχιση της επιχειρηματικής ή επαγγελματικής δραστηριότητας του οφειλέτη.

Ως προς τις εκκρεμείς διαδικασίες εκτέλεσης, το άρθρο 55 παράγραφος 2 ορίζει ότι οι πράξεις που βρίσκονται σε εξέλιξη πρέπει να ανασταλούν από την ημερομηνία κήρυξης της αφερεγγυότητας, παρότι οι αντίστοιχες απαιτήσεις μπορεί να εξεταστούν στο πλαίσιο των διαδικασιών αφερεγγυότητας.

Η εκτέλεση των εμπράγματων ασφαλειών διέπεται από ειδικούς κανόνες, που παρατίθενται στην επόμενη ενότητα, διότι περιλαμβάνει τη διαχείριση των αποτελεσμάτων επί συγκεκριμένων απαιτήσεων.

8 Ποια αποτελέσματα έχουν οι διαδικασίες αφερεγγυότητας επί των εκκρεμών κατά τον χρόνο της έναρξης της διαδικασίας αφερεγγυότητας δικών;

8.1 Αποτελέσματα επί των εκκρεμών αναγνωριστικών δικών κατά τον χρόνο κήρυξης της αφερεγγυότητας

Οι αναγνωριστικές δίκες στις οποίες μετέχει ο οφειλέτης και οι οποίες εκκρεμούν κατά τον χρόνο κήρυξης της αφερεγγυότητας θα συνεχίζονται έως την έκδοση αμετάκλητης απόφασης, ωστόσο, κατά παρέκκλιση των παραπάνω, οι αγωγές αποζημίωσης των νομικών προσώπων κατά των μελών του διοικητικού συμβουλίου, των εκκαθαριστών ή των ορκωτών ελεγκτών τους, θα συνεκδικάζονται με τις διαδικασίες αφερεγγυότητας, ενώ θα τηρείται η δικονομική τους διαδικασία.

Διαιτησία: οι συμφωνίες διαιτησίας στις οποίες συμβάλλεται ο οφειλέτης, καθίστανται άκυρες κατά τη διάρκεια των διαδικασιών αφερεγγυότητας (άρθρο 52) ως εκ τούτου, απαγορεύεται η έναρξη της διαιτησίας μετά την κήρυξη της αφερεγγυότητας. Όσες δίκες διαιτησίας βρίσκονται σε εξέλιξη θα συνεχίζονται έως την έκδοση της αμετάκλητης απόφασης διαιτησίας.

8.2 Το δικαίωμα του οφειλέτη για την άσκηση αγωγών (άρθρο 54):

Ο νόμος οριοθετεί το δικαίωμα του οφειλέτη να ασκεί αγωγές σύμφωνα με τις εξουσίες που του επιφυλάσσονται. Γενικά, εάν ο οφειλέτης τελεί υπό διαχείριση, ο διαχειριστής έχει το δικαίωμα να ασκεί τις μη προσωποπαγείς αγωγές εάν ο οφειλέτης τελεί υπό εποπτεία, έχει το δικαίωμα να ασκεί αγωγές έπειτα από τη λήψη της ορθής έγκρισης του διαχειριστή, εφόσον αυτές θίγουν τα περιουσιακά στοιχεία του οφειλέτη. Σε περίπτωση εποπτείας, εάν ο διαχειριστής θεωρήσει σκόπιμη την άσκηση αγωγής προς όφελος των διαδικασιών αφερεγγυότητας και ο οφειλέτης δεν προβεί στην εν λόγω άσκηση, ο δικαστής μπορεί να εξουσιοδοτήσει τον διαχειριστή προς τούτο.

9 Ποια είναι τα κύρια χαρακτηριστικά της συμμετοχής των πιστωτών στη διαδικασία αφερεγγυότητας;

9.1 Συμμετοχή των πιστωτών στις διαδικασίες αφερεγγυότητας

Οι πιστωτές επιτρέπεται να υποβάλουν στον δικαστή μια αίτηση κήρυξης αφερεγγυότητας και ο οφειλέτης δύναται να εναντιωθεί στην εν λόγω αίτηση, οπότε και θα διεξαχθεί συζήτηση στο ακροατήριο και ο δικαστής θα εκδώσει απόφαση με τη μορφή διαταγής. Εάν ο δικαστής κηρύξει την έναρξη των διαδικασιών αφερεγγυότητας, αυτές θα θεωρούνται «υποχρεωτικές», πράγμα που κατά κανόνα συνεπάγεται την αναστολή των δικαιωμάτων του οφειλέτη περί διαχείρισης και διάθεσης των περιουσιακών του στοιχείων και την αντικατάστασή του από τον διαχειριστή.

Μετά την έναρξη των διαδικασιών αφερεγγυότητας, οι πιστωτές λαμβάνουν προθεσμία ενός μήνα από τη δημοσίευση της διαταγής στην Επίσημη Εφημερίδα για να αναγγείλουν τις απαιτήσεις τους, και ο διαχειριστής οφείλει να ενημερώσει κάθε πιστωτή που προσδιορίζεται στα έγγραφα του διαχειριστή για την υποχρέωσή του να αναγγείλει τις απαιτήσεις του. Η προθεσμία δεν διαφέρει για τους πιστωτές που είναι κάτοικοι εξωτερικού. Η εν λόγω αναγγελία πρέπει να είναι γραπτή, να απευθύνεται στον διαχειριστή, να προσδιορίζει την απαίτηση με τις αναγκαίες πληροφορίες για το ποσό, τις ημερομηνίες κατά τις οποίες γεννήθηκε και κατέστη ληξιπρόθεσμη η απαίτηση, τα χαρακτηριστικά και την αναμενόμενη κατάταξη, και εάν γίνεται επίκληση ενός ειδικού προνομίου, να προσδιορίζονται τα περιουσιακά στοιχεία ή τα δικαιώματα που υπόκεινται σε πληρωμή και τα στοιχεία καταχώρισής τους στο μητρώο. Πρέπει επίσης να συνυποβάλλουν τα αποδεικτικά έγγραφα. Η εν λόγω αναγγελία μπορεί να γίνει ηλεκτρονικά.

Ο διαχειριστής οφείλει να αποφασίσει το αν θα συμπεριληφθεί ή θα αποκλειστεί κάθε απαίτηση και το ποσό αυτής, καθώς επίσης και την κατάταξή της στον πίνακα πιστωτών που θα επισυνάψει στην έκθεσή του. Οι πιστωτές που δεν έχουν ικανοποιηθεί από την κατάταξη ή το ποσό της απαίτησης ή δεν περιλήφθηκαν στον πίνακα μπορούν να προσβάλουν την έκθεση μέσα σε προθεσμία 10 ημερών, με αίτηση για μια παρεμπίπτουσα διαδικασία αφερεγγυότητας, επί της οποίας θα εκδώσει απόφαση ο δικαστής. Πριν από την υποβολή της έκθεσης (σε 10 ημέρες πριν από την υποβολή της) ο διαχειριστής θα αποστείλει μια ηλεκτρονική γνωστοποίηση στους πιστωτές στη διεύθυνση που έχει στη διάθεσή του, ενημερώνοντας τους για το προσχέδιο του πίνακα πιστωτών και της απογραφής. Οι πιστωτές που δεν έχουν ικανοποιηθεί μπορεί να απευθυνθούν στον διαχειριστή για τη διόρθωση οποιουδήποτε σφάλματος ή την παροχή κάθε άλλης αναγκαίας πληροφορίας.

Οι πιστωτές συμμετέχουν επίσης στα στάδια της συμφωνίας και της εκκαθάρισης. Στο στάδιο της συμφωνίας, μπορεί να υποβάλουν μια πρόταση συμφωνίας και να παράσχουν τη συναίνεσή τους ως προς την αρχική πρόταση συμφωνίας που είχε καταθέσει ο οφειλέτης. Σε κάθε περίπτωση, θα κλητευτούν σε μια συνέλευση πιστωτών στην οποία θα συζητηθεί η συμφωνία και θα ψηφιστεί η επικύρωσή της. Τα παραπάνω προϋποθέτουν τη συμμετοχή των πλειοψηφιών που ορίζει το άρθρο 124 του νόμου περί αφερεγγυότητας. Η εν λόγω διαδικασία μπορεί επίσης να είναι γραπτή όταν οι πιστωτές είναι περισσότεροι από τριακόσιοι.

Ορισμένοι πιστωτές μπορεί να προσβάλουν την επικύρωση της συμφωνίας (όσοι δεν συμμετέχουν στη συνέλευση ή όσοι στερήθηκαν παράτυπα το δικαίωμα ψήφου), ενώ μετά την επικύρωση, οι πιστωτές μπορεί να ζητήσουν τη μη συμμόρφωση με τη συμφωνία.

Στο στάδιο της εκκαθάρισης, οι πιστωτές μπορεί να υποβάλουν σχόλια για το σχέδιο εκκαθάρισης που προσκόμισε ο διαχειριστής και την τελική έκθεση, πριν από την κήρυξη της περάτωσης των διαδικασιών αφερεγγυότητας.

Στο στάδιο της κατάταξης, οι πιστωτές έχουν την ιδιότητα του διαδίκου και μπορεί να υποβάλουν σχόλια επί της έκθεσης του διαχειριστή και της γνώμης της εισαγγελίας, αν και δεν μπορούν να εγείρουν νομότυπα χωριστές απαιτήσεις κατάταξης.

Τέλος, ως προς την περάτωση των διαδικασιών αφερεγγυότητας, οι πιστωτές μπορεί επίσης να υποβάλουν σχόλια προσβάλλοντας την περάτωση σε συγκεκριμένες περιπτώσεις.

10 Με ποιον τρόπο μπορεί ο διαχειριστής/διαχειρίστρια αφερεγγυότητας να χρησιμοποιήσει ή να διαθέσει περιουσιακά στοιχεία της πτωχευτικής περιουσίας;

10.1 Διάθεση των περιουσιακών στοιχείων της πτωχευτικής περιουσίας στο αρχικό στάδιο

Με δεδομένο ότι οι διαδικασίες αφερεγγυότητας δεν αναστέλλουν τη δραστηριότητα του οφειλέτη, μετά την κήρυξη της αφερεγγυότητας, ο οφειλέτης μπορεί να συνεχίσει να διαθέτει τα περιουσιακά του στοιχεία με τους όρους της συμφωνίας εποπτείας που έχει συναφθεί: εάν τελεί υπό εποπτεία, θα πρέπει να λάβει την έγκριση και τη συναίνεση του διαχειριστή, και εάν τελεί υπό διαχείριση, υπεύθυνος για τη διάθεση των περιουσιακών του στοιχείων θα είναι ο διαχειριστής.

Έως την επικύρωση της συμφωνίας ή την έναρξη της εκκαθάρισης, καταρχήν, τα περιουσιακά στοιχεία της πτωχευτικής περιουσίας δεν μπορεί να διατίθενται ή να επιβαρύνονται χωρίς την έγκριση του δικαστή. Εξαιρούνται οι παρακάτω πράξεις: (α) η εκποίηση των περιουσιακών στοιχείων που ο διαχειριστής θεωρεί αναγκαία για την κατοχύρωση της βιωσιμότητας της εταιρίας ή των ταμειακών διαθεσίμων που απαιτούνται για τη διαδικασία (β) η εκποίηση των περιουσιακών στοιχείων που δεν είναι αναγκαία για τη συνέχιση της δραστηριότητας του οφειλέτη, με τη διαβεβαίωση ότι το τίμημα ανταποκρίνεται αντικειμενικά στην αξία του περιουσιακού στοιχείου, όπως προκύπτει από την απογραφή και (γ) η διάθεση των περιουσιακών στοιχείων που είναι σύμφυτα με τη συνέχιση της δραστηριότητας του οφειλέτη.

Στην τελευταία περίπτωση, όταν δεν αναστέλλεται το δικαίωμα του οφειλέτη περί διαχείρισης και διάθεσης των περιουσιακών του στοιχείων, ο διαχειριστής μπορεί να καθορίσει εκ των προτέρων τις πράξεις ή τις εργασίες που είναι σύμφυτες με την επιχειρηματική ή εμπορική δραστηριότητα της εταιρίας, και τις οποίες μπορεί να εκτελεί ο ίδιος ο οφειλέτης ανάλογα με τη φύση και το ποσό τους. Ο οφειλέτης μπορεί επίσης να προβαίνει στις εν λόγω πράξεις από τον χρόνο κήρυξης της αφερεγγυότητας και έως την ανάληψη καθηκόντων από τον διαχειριστή.

10.2 Διάθεση των περιουσιακών στοιχείων της πτωχευτικής περιουσίας στο στάδιο της εκκαθάρισης:

Δύο είναι τα κύρια στάδια της διαδικασίας της εκκαθάρισης:

(α) Διαχείριση των εργασιών εκκαθάρισης σύμφωνα με ένα σχέδιο που έχει συντάξει ο διαχειριστής, το οποίο υπόκειται σε σχολιασμό από τον οφειλέτη, τους πιστωτές και τους εκπροσώπους των εργαζόμενων και σε δικαστική επικύρωση. Σκοπός του νόμου είναι, όποτε είναι εφικτό, να διαφυλάττει την εταιρία, και γι’ αυτό τον λόγο θεσπίζει ορισμένους κανόνες για την πώληση των μονάδων παραγωγής. Το σχέδιο μπορεί να προσβληθεί δικαστικά, και οι εργασίες της εκκαθάρισης πρέπει να εκτελεστούν σύμφωνα με τις διατάξεις του σχεδίου. Εάν το σχέδιο δεν επικυρωθεί, εφαρμόζονται οι προκαθορισμένοι κανόνες του νόμου.

(β) Πληρωμή των πιστωτών, με τον όρο ότι η πληρωμή μπορεί να ξεκινήσει ακόμη κι αν δεν έχει περατωθεί η εκκαθάριση.

Ωστόσο, πρέπει να διευκρινιστεί ότι στο εν λόγω στάδιο της διαδικασίας δεν διενεργούνται όλες οι εργασίες της εκκαθάρισης. Ορισμένα περιουσιακά στοιχεία μπορεί να ρευστοποιηθούν στο αρχικό στάδιο για σκοπούς εκτός της πληρωμής των πιστωτών, όπως στις παρακάτω περιπτώσεις: τα περιουσιακά στοιχεία που υπάγονται στις διαδικασίες μπορεί να διαφυλαχθούν για τη διατήρηση της οικονομικής δραστηριότητας του οφειλέτη οι πιστωτές με προνόμια επί πλοίων ή αεροσκαφών μπορεί να διαχωρίσουν τα εν λόγω περιουσιακά στοιχεία από την πτωχευτική περιουσία προβαίνοντας στις πράξεις που τους επιτρέπει η ειδική νομοθεσία και τέλος, ορισμένες ατομικές διώξεις που κινούνται από επιμέρους προνομιούχους πιστωτές πριν από τις διαδικασίες αφερεγγυότητας μπορεί να συνεχιστούν, όπως και οι διοικητικές διαδικασίες εκτέλεσης εάν η διαταγή κατάσχεσης είχε εκδοθεί πριν από την κήρυξη της αφερεγγυότητας.

Η εκποίηση των περιουσιακών στοιχείων στο στάδιο της εκκαθάρισης, πραγματοποιείται καταρχήν, χωρίς ιδιαίτερους περιορισμούς, σύμφωνα με το σχέδιο εκκαθάρισης που έχει εγκρίνει ο δικαστής. Ο διαχειριστής μπορεί επίσης να προσλάβει ένα εξειδικευμένο πρόσωπο για την εκποίηση ορισμένων περιουσιακών στοιχείων, κατά κανόνα με αμοιβή ίση με τη δική του. Ωστόσο, η διαδικασία μεταρρυθμίστηκε με τον νόμο αριθ. 9/2015, της 25ης Μαΐου 2015, ο οποίος θέσπισε υποχρεωτικούς κανόνες, ιδίως ως προς τα περιουσιακά στοιχεία και τα δικαιώματα που υπόκεινται σε προνομιακές απαιτήσεις. Τα ζητήματα που δεν καλύπτονται από το σχέδιο, θα διέπονται από τους κανόνες για τη διάθεση των περιουσιακών στοιχείων στις ατομικές διώξεις που κινούνται στο πλαίσιο της αστικής δίκης. Κατά κανόνα, η εκποίηση των περιουσιακών στοιχείων πραγματοποιείται μέσω ενός συστήματος άμεσης πώλησης, με δικλείδες δημοσιότητας, ανάλογες με τη φύση του εκάστοτε περιουσιακού στοιχείου. Επιτρέπεται επίσης η εκχώρηση για την άμεση ή έμμεση πληρωμή των πιστωτών που δεν ανήκουν στον δημόσιο τομέα.

Ο νόμος θεσπίζει συγκεκριμένους κανόνες για την εκποίηση των μονάδων παραγωγής κατά τη διάρκεια των διαδικασιών αφερεγγυότητας (με γνώμονα την αρχή της προστασίας της εταιρίας), ώστε με μια μόνον σύμβαση πώλησης να μεταβιβάζονται όλα τα περιουσιακά στοιχεία, και με ειδικούς κανόνες για τη μεταβίβαση των ευθυνών της επίμαχης δραστηριότητας.

Καταρχήν, η εκποίηση των παραγωγικών μονάδων συνεπάγεται τη μεταβίβαση όλων των συμβάσεων που συνδέονται οργανικά με τη δραστηριότητα, αλλά όχι την ανάληψη των οφειλών που προϋπήρχαν των διαδικασιών αφερεγγυότητας, εκτός αν οι αγοραστές συνδέονται με τον οφειλέτη ή εφαρμόζονται οι εργασιακοί κανόνες για τη διαδοχή στην επιχειρηματική δραστηριότητα. Στις εν λόγω περιπτώσεις, ο δικαστής μπορεί να συναινέσει ώστε ο αγοραστής να μην αναλάβει τους οφειλόμενους μισθούς ή τις αποζημιώσεις που εκκρεμούσαν πριν από τη διάθεση και να διατάξει την κάλυψή τους από το Ταμείο Εγγυήσεως Μισθών (Fondo de Garantía Salarial). Για τη διασφάλιση της βιωσιμότητας της εταιρίας, ο νέος αγοραστής και οι εργαζόμενοι μπορεί να συνάψουν συμφωνίες για την τροποποίηση των συλλογικών όρων εργασίας.

11 Ποιες απαιτήσεις δύνανται να αναγγελθούν κατά της πτωχευτικής περιουσίας του οφειλέτη και με ποιον τρόπο αντιμετωπίζονται οι απαιτήσεις που προκύπτουν μετά την έναρξη της διαδικασίας αφερεγγυότητας;

Μετά την έναρξη των διαδικασιών αφερεγγυότητας, οι απαιτήσεις όλων των πιστωτών, ανέγγυων ή προνομιούχων, ανεξαρτήτως εθνικότητας και κατοικίας ανήκουν στο παθητικό του οφειλέτη. Σκοπός αυτού, σύμφωνα με τις αρχές της par condicio creditorum και της συμμόρφωσης με το «δίκαιο του επιμερισμού» (ley del dividendo), είναι να γίνεται ίση μεταχείριση του συνόλου των απαιτήσεων στο πλαίσιο της επαληθευμένης αφερεγγυότητας του οφειλέτη και κατά τη ρύθμιση του συνόλου των οφειλών του (άρθρα 49 και 76).

Αρχικά γίνεται μια σημαντική διάκριση μεταξύ των πτωχευτικών πιστωτών και των πιστωτών που δεν θίγονται από τις διαδικασίες αφερεγγυότητας: οι πιστωτές της πτωχευτικής περιουσίας.

Οι απαιτήσεις κατά της πτωχευτικής περιουσίας περιγράφονται στο άρθρο 84 παράγραφος 2 του νόμου περί αφερεγγυότητας, σε έναν εξαντλητικό κατάλογο, πράγμα που σημαίνει ότι οι απαιτήσεις που δεν περιλαμβάνονται στον εν λόγω κατάλογο δεν θεωρούνται απαιτήσεις κατά της πτωχευτικής περιουσίας. Καταρχήν, και στη συντριπτική πλειονότητα των περιπτώσεων, πρόκειται για απαιτήσεις που προέκυψαν μετά την κήρυξη της αφερεγγυότητας, λόγω των διαδικασιών ή της συνέχισης της δραστηριότητας του οφειλέτη ή από εξωσυμβατική ευθύνη. Ωστόσο, περιλαμβάνονται και άλλες περιπτώσεις, όπως οι απαιτήσεις καταβολής μισθού για τις τελευταίες 30 ημέρες εργασίας πριν από την κήρυξη της αφερεγγυότητας, ποσού που δεν υπερβαίνει το διπλάσιο του κατώτατου διεπαγγελματικού κατοχυρωμένου μισθού και οι απαιτήσεις διατροφής του οφειλέτη ή των προσώπων για τα οποία φέρει τη νομική υποχρέωση διατροφής.

Σε άλλες περιπτώσεις, οι εν λόγω απαιτήσεις απορρέουν από αποφάσεις που εκδόθηκαν κατά τη διάρκεια των διαδικασιών για παράδειγμα, κατά τον καθορισμό των επιπτώσεων των αγωγών διάρρηξης ή λόγω της καταγγελίας συμβάσεων.

Το ήμισυ του ποσού των απαιτήσεων που απορρέουν από την εισροή νέων ταμειακών διαθεσίμων στο πλαίσιο μιας συμφωνίας αναχρηματοδότησης, σύμφωνα με τους όρους του άρθρου 71α ή της τέταρτης πρόσθετης διάταξης, μπορεί επίσης να θεωρηθεί απαίτηση κατά της πτωχευτικής περιουσίας.

Στην εκκαθάριση, οι απαιτήσεις που χορηγήθηκαν στον οφειλέτη στο πλαίσιο μιας συμφωνίας, και σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 100 παράγραφος 5, επίσης αποτελούν απαιτήσεις κατά της πτωχευτικής περιουσίας.

Οι απαιτήσεις κατά της πτωχευτικής περιουσίας «αφαιρούνται εκ των προτέρων» δηλαδή, έχουν προτεραιότητα έναντι όλων των άλλων απαιτήσεων και δεν θίγονται από την αναστολή της σώρευσης των τόκων.

Οι απαιτήσεις μισθών για τις τελευταίες 30 ημέρες εργασίας πρέπει να καταβάλλονται αμέσως. Οι υπόλοιπες απαιτήσεις κατά της πτωχευτικής περιουσίας καταβάλλονται μόλις καταστούν πληρωτέες, ωστόσο ο διαχειριστής μπορεί να μεταβάλει τον εν λόγω κανόνα, εφόσον αυτό απαιτείται προς όφελος των διαδικασιών αφερεγγυότητας και τα περιουσιακά στοιχεία επαρκούν για την πληρωμή όλων των απαιτήσεων κατά της πτωχευτικής περιουσίας.

Ωστόσο, ο νόμος θεσπίζει συγκεκριμένους κανόνες (άρθρο 176α) για τις περιπτώσεις όπου τα περιουσιακά στοιχεία του οφειλέτη τεκμαίρεται ότι δεν επαρκούν για την πληρωμή των απαιτήσεων κατά της πτωχευτικής περιουσίας. Σε αυτές τις περιπτώσεις, είναι υποχρεωτική η περάτωση των διαδικασιών αφερεγγυότητας. Εάν ο διαχειριστής το προβλέψει, πρέπει να ενημερώσει τον δικαστή και να προχωρήσει στην πληρωμή των απαιτήσεων κατά της πτωχευτικής περιουσίας, σύμφωνα με τη σειρά προτεραιότητας που ορίζει το άρθρο 176α παράγραφος 2.

12 Ποιοι είναι οι κανόνες που διέπουν την αναγγελία, την εξέλεγξη και την τελική επαλήθευση των απαιτήσεων;

Μετά την έναρξη των διαδικασιών αφερεγγυότητας, οι πιστωτές λαμβάνουν προθεσμία ενός μήνα από τη δημοσίευση της διαταγής στην Επίσημη Εφημερίδα για να αναγγείλουν τις απαιτήσεις τους, και ο διαχειριστής οφείλει να ενημερώσει κάθε πιστωτή που προσδιορίζεται στα έγγραφα του διαχειριστή για την υποχρέωσή του να αναγγείλει τις απαιτήσεις του. Δεν διατίθεται ειδικό έντυπο γι’ αυτό τον σκοπό. Η προθεσμία είναι η ίδια για τους πιστωτές που είναι κάτοικοι εξωτερικού, αν και θα εφαρμοστούν οι διατάξεις των άρθρων 53 και 55 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 2015/848 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 20ης Μαΐου 2015 περί των διαδικασιών αφερεγγυότητας.

Η αναγγελία της απαίτησης πρέπει να είναι γραπτή, να απευθύνεται στον διαχειριστή, και να προσδιορίζει την απαίτηση με τις αναγκαίες πληροφορίες για το ποσό, τις ημερομηνίες κατά τις οποίες γεννήθηκε και κατέστη ληξιπρόθεσμη η απαίτηση, τα χαρακτηριστικά και την αναμενόμενη κατάταξη, και εάν γίνεται επίκληση ενός ειδικού προνομίου, να προσδιορίζονται τα περιουσιακά στοιχεία ή τα δικαιώματα που υπόκεινται σε πληρωμή και τα στοιχεία καταχώρισής τους στο μητρώο. Πρέπει επίσης να συμπεριληφθούν τα αποδεικτικά έγγραφα. Η εν λόγω αναγγελία μπορεί να γίνει ηλεκτρονικά.

Ο διαχειριστής οφείλει να αποφασίσει το αν θα συμπεριληφθεί ή θα αποκλειστεί η μια απαίτηση και το ποσό αυτής, καθώς επίσης και την κατάταξή της στον πίνακα πιστωτών που θα επισυνάψει στην έκθεσή του. Οι πιστωτές που δεν έχουν ικανοποιηθεί από την κατάταξη ή το ποσό της απαίτησης ή δεν περιλήφθηκαν στον πίνακα μπορούν να προσβάλουν την έκθεση μέσα σε προθεσμία 10 ημερών, με αίτηση για μια παρεμπίπτουσα διαδικασία αφερεγγυότητας, επί της οποίας θα εκδώσει απόφαση ο δικαστής. Πριν από την υποβολή της έκθεσης (σε 10 ημέρες πριν από την υποβολή της) ο διαχειριστής θα αποστείλει μια ηλεκτρονική γνωστοποίηση στους πιστωτές στη διεύθυνση που έχει στη διάθεσή του, ενημερώνοντας τους για το προσχέδιο του πίνακα πιστωτών και της απογραφής. Οι πιστωτές που δεν έχουν ικανοποιηθεί μπορεί να απευθυνθούν στον διαχειριστή για τη διόρθωση οποιουδήποτε σφάλματος ή την παροχή κάθε άλλης αναγκαίας πληροφορίας.

Οι πιστωτές που δεν αναγγέλλουν εγκαίρως τις απαιτήσεις τους μπορεί και πάλι να περιληφθούν στον πίνακα από τον διαχειριστή ή τον δικαστή, κατά την έκδοση απόφασης επί των ενστάσεων κατά του πίνακα των πιστωτών, αλλά με μειωμένη εξασφάλιση. Ωστόσο, οι απαιτήσεις του άρθρου 86 παράγραφος 3, οι απαιτήσεις που απορρέουν από τα έγγραφα του οφειλέτη, οι απαιτήσεις που περιλαμβάνονται σε έναν εκτελεστό τίτλο, οι απαιτήσεις που είναι εξασφαλισμένες με εμπράγματη ασφάλεια καταχωρισμένη στο δημόσιο μητρώο, οι απαιτήσεις που έχουν καταχωριστεί με άλλον τρόπο στις διαδικασίες αφερεγγυότητας ή σε άλλη δίκη, και οι απαιτήσεις που χρήζουν επαλήθευσης από τη δημόσια διοίκηση δεν θα έχουν μειωμένη εξασφάλιση γι’ αυτούς τους λόγους και θα καταταχθούν ανάλογα.

Οι απαιτήσεις που δεν πληρούν ακόμη και τα εν λόγω κριτήρια για την περίληψή τους στον πίνακα, λόγω της εκπρόθεσμης αναγγελίας τους αποκλείονται από την πληρωμή στο πλαίσιο των διαδικασιών αφερεγγυότητας.

13 Ποιοι είναι οι κανόνες που διέπουν τη διανομή του προϊόντος της ρευστοποίησης των περιουσιακών στοιχείων; Με ποιον τρόπο κατατάσσονται οι απαιτήσεις και τα δικαιώματα των πιστωτών;

Ο νόμος κατατάσσει τις απαιτήσεις αφερεγγυότητας σε τρεις κατηγορίες (άρθρο 89): προνομιακές, μη εξασφαλισμένες και μειωμένης εξασφάλισης. Οι προνομιακές απαιτήσεις υποδιαιρούνται σε ειδικές και γενικές κατηγορίες και στη συνέχεια σε διαφορετικές κατηγορίες, όπως ορίζεται στο νέο άρθρο 94 παράγραφος 2. Η κατάταξη των απαιτήσεων σύμφωνα με τον νόμο περί αφερεγγυότητας πραγματοποιείται με αυτόματο τρόπο. Οι μη εξασφαλισμένες απαιτήσεις συγκροτούν την κατηγορία των απαιτήσεων που απομένουν: όλες οι απαιτήσεις που δεν εμπίπτουν στις δύο κατηγορίες των προνομιακών απαιτήσεων ή των απαιτήσεων μειωμένης εξασφάλισης είναι μη εξασφαλισμένες απαιτήσεις.

A) Στις απαιτήσεις με ειδικό προνόμιο (άρθρο 90) περιλαμβάνονται:

1. Οι απαιτήσεις για τις οποίες έχει συσταθεί υποθήκη ακινήτου, ενέχυρο κινητών ή εμπράγματη ασφάλεια στα υποθηκευμένα ή ενεχυρασμένα περιουσιακά στοιχεία ή δικαιώματα.

2. Οι απαιτήσεις για τις οποίες έχει συσταθεί ενέχυρο στις προσόδους από βεβαρημένη περιουσία.

3. Οι δανειακές απαιτήσεις επί πάγιων περιουσιακών στοιχείων, περιλαμβανομένων των απαιτήσεων των εργαζόμενων για τα πράγματα που κατασκεύασαν οι ίδιοι, όσο αυτά παραμένουν στην κυριότητα ή την κατοχή του οφειλέτη.

4. Οι απαιτήσεις επί πληρωμών από χρηματοδοτική μίσθωση ή επί τμηματικών καταβολών του τιμήματος σε περίπτωση αγοράς κινητών ή ακίνητων περιουσιακών στοιχείων, προς όφελος των εκμισθωτών ή των πωλητών, και ανάλογα με την περίπτωση, υπέρ των χρηματοδοτών, επί περιουσιακών στοιχείων που έχουν μισθωθεί ή πωληθεί με παρακράτηση κυριότητας, με απαγόρευση διάθεσης ή με παρεπόμενο όρο σε περίπτωση μη πληρωμής.

5. Οι απαιτήσεις που είναι εξασφαλισμένες με πιστωτικούς τίτλους οι οποίοι εμφαίνονται στις λογιστικές εγγραφές, στους βεβαρημένους πιστωτικούς τίτλους.

6. Οι απαιτήσεις που είναι εξασφαλισμένες με ενέχυρο το οποίο προκύπτει από δημόσια έγγραφα, επί ενεχυρασμένων περιουσιακών στοιχείων ή δικαιωμάτων που βρίσκονται στην κατοχή του πιστωτή ή τρίτου. Οι εξασφαλισμένες απαιτήσεις αρκεί να είναι καταχωρισμένες σε ένα επικυρωμένο και χρονολογημένο έγγραφο για να τύχουν προτεραιότητας επί των ενεχυρασμένων περιουσιακών στοιχείων. Τα ενέχυρα που έχουν συσταθεί για μελλοντικές απαιτήσεις, θα παρέχουν ειδικό προνόμιο αποκλειστικά στις απαιτήσεις που προϋπήρχαν της κήρυξης της αφερεγγυότητας και σε όσες ανέκυψαν μεταγενέστερα εάν, δυνάμει του άρθρου 68, αποκαθίστανται ή όταν το ενέχυρο είχε καταχωριστεί σε δημόσιο μητρώο πριν από την κήρυξη της αφερεγγυότητας.

Το ειδικό προνόμιο θα αφορά μόνον το μέρος της απαίτησης που δεν υπερβαίνει την αξία της εκάστοτε εξασφάλισης που είναι καταχωρισμένη στον πίνακα πιστωτών. Το ποσό της απαίτησης που υπερβαίνει το ποσό για το οποίο αναγνωρίζεται το ειδικό προνόμιο θα κατατάσσεται ανάλογα με τη φύση του.

B) Στις απαιτήσεις με γενικό προνόμιο (άρθρο 91) περιλαμβάνονται:

1. Οι απαιτήσεις μισθών που δεν διαθέτουν ειδικό προνόμιο, ποσού που προκύπτει από τον πολλαπλασιασμό του τριπλάσιου του κατώτατου διεπαγγελματικού κατοχυρωμένου μισθού με τον αριθμό των ημερομισθίων που δεν έχουν πληρωθεί η αποζημίωση λόγω καταγγελίας της σύμβασης, ίση με το ελάχιστο νόμιμο ποσό και υπολογιζόμενη έως το τριπλάσιο του κατώτατου διεπαγγελματικού κατοχυρωμένου μισθού η αποζημίωση λόγω εργατικών ατυχημάτων και επαγγελματικών νόσων, που είχε σωρευθεί πριν από την κήρυξη της αφερεγγυότητας.

2. Οι παρακρατήσεις φόρων και κοινωνικής ασφάλισης που βαρύνουν τον οφειλέτη κατά τον νόμο.

3. Οι απαιτήσεις φυσικών προσώπων που απορρέουν από ανεξάρτητη εξωτερική συνεργασία και οι απαιτήσεις των συγγραφέων για την εκχώρηση των δικαιωμάτων εκμετάλλευσης των έργων που υπόκεινται σε προστασία διανοητικής ιδιοκτησίας, και έχουν σωρευθεί κατά τους έξι μήνες που προηγήθηκαν της κήρυξης της αφερεγγυότητας.

4. Οι φορολογικές απαιτήσεις και άλλες απαιτήσεις του δημοσίου δικαίου, καθώς και οι απαιτήσεις από εισφορές κοινωνικής ασφάλισης που δεν απολαύουν ειδικών προνομίων. Το εν λόγω προνόμιο μπορεί να ισχύσει σε ποσοστό έως 50 % των συνολικών απαιτήσεων της φορολογικής αρχής και των φορέων κοινωνικής ασφάλισης, αντίστοιχα.

5. Απαιτήσεις από εξωσυμβατική αστική ευθύνη.

6. Οι απαιτήσεις που απορρέουν από τις εισροές νέων ταμειακών διαθεσίμων λόγω μιας συμφωνίας αναχρηματοδότησης, η οποία πληροί τις προϋποθέσεις του άρθρου 71 παράγραφος 6, και έως ποσού που δεν αναγνωρίζεται ως απαίτηση κατά της πτωχευτικής περιουσίας.

7. Ποσοστό έως 50% των απαιτήσεων του πιστωτή που εντάχθηκαν στις διαδικασίες αφερεγγυότητας και οι οποίες δεν θεωρούνται μειωμένης εξασφάλισης.

Γ) Οι απαιτήσεις μειωμένης εξασφάλισης περιλαμβάνονται στο άρθρο 92:

1. Οι απαιτήσεις που, λόγω της εκπρόθεσμης αναγγελίας τους, περιλαμβάνονται στον πίνακα πιστωτών από τον διαχειριστή και όσες, λόγω της μη αναγγελίας ή της εκπρόθεσμης αναγγελίας τους, περιλήφθηκαν στον πίνακα σύμφωνα με μεταγενέστερη αναγγελία ή από τον δικαστή κατά την έκδοση απόφασης επί των ενστάσεων που προβλήθηκαν κατά του πίνακα. Οι απαιτήσεις του άρθρου 86 παράγραφος 3, οι απαιτήσεις που απορρέουν από τα έγγραφα του οφειλέτη, οι απαιτήσεις που περιλαμβάνονται σε έναν εκτελεστό τίτλο, οι απαιτήσεις που είναι εξασφαλισμένες με εμπράγματη ασφάλεια καταχωρισμένη στο δημόσιο μητρώο, οι απαιτήσεις που έχουν καταχωριστεί με άλλον τρόπο στις διαδικασίες αφερεγγυότητας ή σε άλλη δίκη, και οι απαιτήσεις που χρήζουν επαλήθευσης από τη δημόσια διοίκηση δεν θα έχουν μειωμένη εξασφάλιση γι’ αυτούς τους λόγους και θα καταταχθούν ανάλογα.

2. Οι απαιτήσεις, που σύμφωνα με τη συμβατική συμφωνία, έχουν μειωμένη εξασφάλιση ως προς όλες τις υπόλοιπες απαιτήσεις κατά του οφειλέτη.

3. Οι απαιτήσεις για κάθε είδους πρόσθετα τέλη και τόκους, περιλαμβανομένης της εκπρόθεσμης πληρωμής, εκτός από όσες αντιστοιχούν σε απαιτήσεις με εμπράγματη ασφάλεια, οι οποίες περιορίζονται στο ποσό της αντίστοιχης εγγύησης.

4. Απαιτήσεις λόγω προστίμων και λοιπών χρηματικών κυρώσεων.

5. Οι απαιτήσεις προσώπων που έχουν ειδική σχέση με τον οφειλέτη, όπως μνημονεύονται στο επόμενο άρθρο, με εξαίρεση όσων περιλαμβάνονται στο άρθρο 91 παράγραφος 1 για οφειλέτη που είναι φυσικό πρόσωπο, και άλλες απαιτήσεις, εκτός όσων απορρέουν από δάνεια ή παρεμφερείς οικονομικές συμφωνίες, των μετόχων των άρθρων 93 παράγραφος 2 εδάφιο 1 και 93 παράγραφος 2 εδάφιο 3 που πληρούν τις προϋποθέσεις της συμμετοχής στο κεφάλαιο που υποδεικνύονται σε αυτά. Οι απαιτήσεις από διατροφή που γεννήθηκαν και κατέστησαν ληξιπρόθεσμες πριν από την κήρυξη της αφερεγγυότητας εξαιρούνται από τον εν λόγω κανόνα και θεωρούνται μη εξασφαλισμένες απαιτήσεις.

6. Οι απαιτήσεις που απορρέουν από αγωγές διάρρηξης υπέρ ενός προσώπου που δεδηλωμένα ενήργησε κακόπιστα κατά την προσβαλλόμενη πράξη.

7. Οι απαιτήσεις που απορρέουν από αμφοτεροβαρείς συμβάσεις και μνημονεύονται στα άρθρα 61, 62, 68 και 69, εάν ο δικαστής, έπειτα από έκθεση του διαχειριστή, διαπιστώσει ότι κατ’ επανάληψη ο πιστωτής παρεμπόδισε την εκπλήρωση της σύμβασης με τρόπο επιζήμιο για τις διαδικασίες αφερεγγυότητας.

13.1 Πληρωμή απαιτήσεων

Η πληρωμή των απαιτήσεων με ειδικό προνόμιο βαρύνει τα περιουσιακά στοιχεία και τα δικαιώματα που υπάγονται στις διαδικασίες, είτε υπόκεινται σε ατομική είτε σε συλλογική δίωξη. Για τις εν λόγω απαιτήσεις διατίθενται ειδικοί κανόνες, που επιτρέπουν στον διαχειριστή να τις πληρώνει από την πτωχευτική περιουσία χωρίς να ρευστοποιεί συγκεκριμένα περιουσιακά στοιχεία, αίροντας τα βάρη. Επιτρέπεται επίσης η πώληση των περιουσιακών στοιχείων με το βάρος και η ανάληψη των υποχρεώσεων του οφειλέτη από τον αγοραστή. Για την πώληση των εν λόγω περιουσιακών στοιχείων, ο νόμος ορίζει συγκεκριμένους κανόνες στο άρθρο 155.

Οι απαιτήσεις με γενικό προνόμιο πληρώνονται ανάλογα με τη σειρά προτεραιότητάς τους και αναλογικά στο πλαίσιο της κάθε κατηγορίας. Στη συνέχεια, πληρώνονται οι μη εξασφαλισμένες απαιτήσεις, παρότι ο δικαστής μπορεί να μεταβάλει την τάξη προτεραιότητάς τους, έπειτα από αίτημα του διαχειριστή και με ορισμένες προϋποθέσεις (άρθρο 157). Οι μη εξασφαλισμένες απαιτήσεις πληρώνονται αναλογικά και σύμφωνα με την εκκαθάριση των περιουσιακών στοιχείων της πτωχευτικής περιουσίας.

Οι απαιτήσεις μειωμένης εξασφάλισης πληρώνονται τελευταίες και σύμφωνα με την τάξη προτεραιότητας που ορίζει το άρθρο 92.

14 Ποιες είναι οι προϋποθέσεις και τα αποτελέσματα της περάτωσης της διαδικασίας αφερεγγυότητας (ιδίως διά πτωχευτικού συμβιβασμού);

14.1 Διαδικασία αναδιοργάνωσης

Η «διαδικασία αναδιοργάνωσης» μπορεί να παραπέμπει σε δύο διαφορετικές καταστάσεις: στη συμφωνία των πιστωτών ως μέσο περάτωσης των διαδικασιών αφερεγγυότητας, και στη δυνατότητα να αποφύγει ο οφειλέτης τις διαδικασίες αφερεγγυότητας μέσω της αναδιάρθρωσης της οφειλής του ή μιας συμφωνίας εξυγίανσης με τους πιστωτές του. Και οι δύο καταστάσεις ρυθμίζονται από τον νόμο περί αφερεγγυότητας.

(Α) Συμφωνία πιστωτών

Μετά το αρχικό στάδιο της διαδικασίας αφερεγγυότητας, όταν έχουν καθοριστεί οριστικά τα περιουσιακά στοιχεία και το παθητικό που υπάγονται στις διαδικασίες, δύο είναι οι πιθανές λύσεις: η συμφωνία των πιστωτών ή η εκκαθάριση. Προηγείται η επίτευξη της συμφωνίας πιστωτών, διότι ο νόμος ορίζει ότι πρέπει πάντοτε να κινείται η διαδικασία της σύναψης μιας συμφωνίας, εκτός αν ο οφειλέτης έχει ζητήσει την έναρξη της διαδικασίας της εκκαθάρισης.

Τόσο ο οφειλέτης όσο και οι πιστωτές με απαιτήσεις άνω του ενός πέμπτου του παθητικού του οφειλέτη μπορεί να υποβάλουν μια πρόταση συμφωνίας μετά το πέρας του αρχικού σταδίου. Ο οφειλέτης έχει επίσης την εξουσία να υποβάλει μια αρχική πρόταση συμφωνίας, παρότι ορισμένοι οφειλέτες δεν διαθέτουν το εν λόγω προνόμιο (όσοι έχουν καταδικαστεί για ορισμένα αδικήματα κι όσοι δεν υποβάλλουν ετήσιους λογαριασμούς παρότι φέρουν τη σχετική υποχρέωση).

Η αρχική πρόταση συμφωνίας αποσκοπεί στη σύναψη συμφωνίας από τον οφειλέτη και τους πιστωτές του με ταχύτητα και χωρίς να εξαντληθούν όλα τα στάδια των διαδικασιών αφερεγγυότητας. Η εξέταση της πρότασης προϋποθέτει την προσχώρηση συγκεκριμένου ποσοστού πιστωτών σε αυτή. Μετά την κατάθεση, η αίτηση πρέπει να αξιολογηθεί από τον διαχειριστή και οι υπόλοιποι πιστωτές μπορεί να προσχωρήσουν σε αυτή σε περίπτωση επίτευξης των απαιτούμενων πλειοψηφιών, ο δικαστής θα εκδώσει μια απόφαση επικύρωσης της συμφωνίας που κατατέθηκε.

Το στάδιο της κατεξοχήν εξέτασης της συμφωνίας ξεκινά με μια δικαστική απόφαση που περατώνει το αρχικό στάδιο στην εν λόγω απόφαση, ο δικαστής θα ορίσει ημερομηνία για τη διεξαγωγή της συνέλευσης των πιστωτών, αν και η εξέταση μπορεί να γίνει γραπτώς εάν οι πιστωτές είναι περισσότεροι από τριακόσιοι. Από το εν λόγω σημείο, ξεκινά η προθεσμία του οφειλέτη και των πιστωτών να υποβάλουν τις προτάσεις συμφωνίας, οι οποίες πρέπει να έχουν ένα βασικό ελάχιστο περιεχόμενο. Εάν πληρούν όλες τις προϋποθέσεις, ο δικαστής θα κάνει δεκτές τις προτάσεις και θα τις αποστείλει στον διαχειριστή για αξιολόγηση.

Στη συνέλευση των πιστωτών θα προεδρεύει ο δικαστής, ενώ για το νόμιμο της σύγκλησής της, απαιτείται η προσέλευση των πιστωτών που εκπροσωπούν ποσοστό άνω του μισού των μη εξασφαλισμένων απαιτήσεων. Παρίστανται υποχρεωτικά ο οφειλέτης και ο διαχειριστής. Στη συνέλευση, θα διεξαχθεί συζήτηση και ψηφοφορία επί των προτάσεων συμφωνίας, και για την επικύρωση απαιτείται η θετική ψήφος των πλειοψηφιών που ορίζει το άρθρο 124 του νόμου, ανάλογα με το περιεχόμενό τους. Στη συνέχεια, ο δικαστής θα εκδώσει μια απόφαση που θα επικυρώνει την πρόταση που έγινε δεκτή από τη συνέλευση, ενώ ο διαχειριστής και οι πιστωτές που δεν συμμετείχαν ή στερήθηκαν τα δικαιώματά τους να προσβάλουν την πρόταση μπορούν να προσφύγουν σε μια διαδικασία που προηγείται της εν λόγω απόφασης.

Η συμφωνία παράγει έννομα αποτελέσματα από την ημέρα της απόφασης που την επικυρώνει, και έκτοτε οι διαδικασίες αφερεγγυότητας παύουν να παράγουν έννομα αποτελέσματα και αντικαθίστανται από τα οριζόμενα στη συμφωνία. Επίσης περατώνεται ο ρόλος του διαχειριστή. Η συμφωνία δεσμεύει τον οφειλέτη και τους ανέγγυους και μειωμένης εξασφάλισης πιστωτές, καθώς και τους προνομιακούς πιστωτές που υπερψήφισαν. Μπορεί επίσης να δεσμεύει τους προνομιακούς πιστωτές ανάλογα με τις πλειοψηφίες που συγκεντρώθηκαν κατά την επικύρωσή της. Εάν η συμφωνία εφαρμοστεί, ο δικαστής θα κηρύξει την εφαρμογή της και θα διατάξει την περάτωση των διαδικασιών αφερεγγυότητας.

Σε περίπτωση μη τήρησης της συμφωνίας, οποιοσδήποτε πιστωτής μπορεί να ζητήσει από τον δικαστή την κήρυξη της μη συμμόρφωσης.

(B) Αναδιάρθρωση οφειλών μέσω συμφωνιών αναχρηματοδότησης για την αποτροπή των διαδικασιών αφερεγγυότητας

Από την πείρα που έχει αποκτηθεί μετά τη δημοσίευση του νόμου περί αφερεγγυότητας αποδεικνύεται η αποτυχία των διαδικασιών αφερεγγυότητας ως μέσο επίτευξης της επιχειρηματικής συνέχειας στη βάση της συμφωνημένης λύσης. Ως εκ τούτου, με τη Σύσταση της Επιτροπής της 12ης Μαρτίου 2014 για μια νέα προσέγγιση για την επιχειρηματική αποτυχία και την αφερεγγυότητα, προτάθηκε στα κράτη μέλη η θέσπιση μέτρων για την αποτροπή των διαδικασιών αφερεγγυότητας μέσω συμφωνιών αναχρηματοδότησης οφειλών μεταξύ του οφειλέτη και των πιστωτών. Με τις πλέον πρόσφατες τροποποιήσεις του νόμου περί αφερεγγυότητας, ο Ισπανός νομοθέτης εισήγαγε τέσσερα είδη μέτρων: (α) την καθιέρωση ενός συστήματος προηγούμενης επικοινωνίας, με το οποίο ο οφειλέτης θα γνωστοποιεί στο εμπορικό δικαστήριο ότι έχει ξεκινήσει διαπραγματεύσεις με τους πιστωτές του για τη σύναψη μιας συμφωνίας αναχρηματοδότησης που αναστέλλει την υποχρέωση αίτησης για την έναρξη των διαδικασιών αφερεγγυότητας και επιτρέπει την αναστολή των ατομικών διώξεων σε ορισμένες περιπτώσεις και για συγκεκριμένο διάστημα (β) την καθιέρωση προληπτικών μηχανισμών για την προστασία των συμφωνιών αναχρηματοδότησης έναντι αγωγών διάρρηξης (γ) την καθιέρωση μιας επίσημης διαδικασίας επικύρωσης των συμφωνιών αναχρηματοδότησης για την ενίσχυση των αποτελεσμάτων τους και (δ) την παροχή κινήτρων για τη μετατροπή των οφειλών σε ίδια κεφάλαια. Στην παρούσα ενότητα, επικεντρωνόμαστε στη ρύθμιση της δικαστικής επικύρωσης των συμφωνιών αναχρηματοδότησης, που περιλαμβάνεται στην τέταρτη πρόσθετη διάταξη του νόμου περί αφερεγγυότητας.

Οι συμφωνίες αναχρηματοδότησης που υπογράφονται από τους πιστωτές που εκπροσωπούν ποσοστό 51 % του παθητικού μπορεί να εγκριθούν δικαστικά. Ο νόμος ορίζει συγκεκριμένους κανόνες για τον υπολογισμό του παθητικού και τα κοινοπρακτικά δάνεια.

Η διαδικασία περιλαμβάνει την υποβολή από τον οφειλέτη ή από τους πιστωτές μιας αίτησης από κοινού με ένα πιστοποιητικό του ορκωτού ελεγκτή που να επιβεβαιώνει τη συμμετοχή των εκάστοτε απαιτούμενων πλειοψηφιών, σύμφωνα με το επίπεδο της επιδιωκόμενης προστασίας, με κατώτατο όριο το ποσοστό του 51 % του παθητικού. Ο δικαστής θα εξετάσει την αίτηση και εφόσον την κάνει δεκτή, θα εκδώσει μια διαταγή με την οποία θα κηρύσσει την αναστολή των ατομικών διώξεων κατά τη διάρκεια της διαδικασίας της επικύρωσης.

Μετά τη δημοσίευση της διαταγής επικύρωσης, οι διαφωνούντες πιστωτές έχουν στη διάθεσή τους μια προθεσμία 15 ημερών για να την προσβάλουν. Μοναδικοί δικαιολογητικοί λόγοι της προσβολής είναι η μη συμμόρφωση με τις επίσημες διατυπώσεις ή ο δυσανάλογος χαρακτήρας της απαιτούμενης περικοπής. Οι ενστάσεις εξετάζονται σε μια παρεμπίπτουσα διαδικασία αφερεγγυότητας, στην οποία μετέχουν ο οφειλέτης και οι υπόλοιποι πιστωτές που αποτελούν συμβαλλόμενα μέρη στη συμφωνία, και εκδίδεται μια ανέκκλητη απόφαση. Ορίζεται επίσης ρητά ότι, ως προς τα αποτελέσματα της συμφωνίας που έχει επικυρωθεί δικαστικά, τα οποία αναπτύσσουν ισχύ από την επόμενη ημέρα της δημοσίευσης της απόφασης στην Επίσημη Εφημερίδα, ο δικαστής μπορεί να διατάξει την άρση οποιασδήποτε κατάσχεσης έχει επιβληθεί με ατομική δίωξη που κινήθηκε επί οφειλών που περιλαμβάνονται στη συμφωνία αναχρηματοδότησης.

Τα αποτελέσματα της δικαστικής επικύρωσης δεν περιορίζονται στην επέκταση, κατά παρέκκλιση της αρχής της σχετικότητας των συμβάσεων, των αποτελεσμάτων της συμφωνημένης επέκτασης. Το γενικό αποτέλεσμα είναι η προστασία από τις αγωγές διάρρηξης, ωστόσο η επέκταση των αποτελεσμάτων στους διαφωνούντες πιστωτές θα εξαρτηθεί από το ποσοστό της επικύρωσης. Συνεπώς: (α) αίρεται η προστασία των πιστωτών με εμπράγματη εξασφάλιση (β) τα αποτελέσματα της συμφωνίας τροποποιούνται σύμφωνα με τις πλειοψηφίες που την επικύρωσαν και ανάλογα με το εάν η απαίτηση καλύπτεται επαρκώς από την εμπράγματη ασφάλεια.

Οι πιστωτές με οικονομικές απαιτήσεις, που δεν έχουν υπογράψει τη συμφωνία αλλά θίγονται από τη δικαστική επικύρωση θα διατηρούν τα δικαιώματά τους έναντι όσων ευθύνονται από κοινού και αλληλέγγυα με τον οφειλέτη και των τριτεγγυητών ή εγγυητών, οι οποίοι δεν μπορούν να επικαλεστούν την αποδοχή της συμφωνίας αναχρηματοδότησης ή τα αποτελέσματα της δικαστικής επικύρωσης. Ως προς τους πιστωτές με οικονομικές απαιτήσεις, οι οποίοι έχουν υπογράψει τη συμφωνία, η διατήρηση των αποτελεσμάτων αυτής επί των τριτεγγυητών ή των εγγυητών θα εξαρτηθεί από τους όρους της συμφωνίας που διέπουν τις εκάστοτε μεταξύ τους έννομες σχέσεις.

Οποιοσδήποτε πιστωτής, είτε έχει υπογράψει τη συμφωνία είτε όχι, μπορεί να ζητήσει την κήρυξη της μη συμμόρφωσης από το δικαστήριο που την επικύρωσε, μέσω μιας παρεμπίπτουσας διαδικασίας αφερεγγυότητας. Η απόφαση είναι ανέκκλητη. Εάν κηρυχθεί η μη συμμόρφωση, οι πιστωτές μπορεί να ζητήσουν την έναρξη των διαδικασιών αφερεγγυότητας ή να ξεκινήσουν ατομικές διώξεις.

Εάν τα δικαιώματα από την εμπράγματη ασφάλεια εκτελεστούν επί απαιτήσεων που περιλαμβάνονται στη συμφωνία, και εκτός αν άλλως συμφωνηθεί, ο πιστωτής μπορεί να αποκτήσει τα ποσά που έχουν αποκτηθεί με συγκεκριμένους όρους.

14.2 Απαλλαγή των οφειλετών που είναι φυσικά πρόσωπα από ανεξόφλητες απαιτήσεις

Ο νόμος αριθ. 25/2015, της 28ης Ιουλίου 2015, εισήγαγε στον νόμο περί αφερεγγυότητας τον λεγόμενο μηχανισμό «δεύτερης ευκαιρίας», στο νέο άρθρο 178α.

Η διάταξη εξαιρεί τα φυσικά πρόσωπα από τον γενικό κανόνα του άρθρου 178 παράγραφος 2, σύμφωνα με τον οποίο, στην περίπτωση περάτωσης των διαδικασιών αφερεγγυότητας λόγω εκκαθάρισης ή ανεπάρκειας των περιουσιακών στοιχείων που υπάγονται στις διαδικασίες, οι οφειλέτες που είναι φυσικά πρόσωπα ευθύνονται για την πληρωμή των υπολειπόμενων απαιτήσεων.

Για να επωφεληθεί από την εν λόγω απαλλαγή, ο οφειλέτης οφείλει να έχει ενεργήσει καλόπιστα και να συντρέχουν στο πρόσωπό του οι παρακάτω προϋποθέσεις:

1. η αφερεγγυότητα να μην έχει κηρυχθεί υπαίτια

2. ο οφειλέτης να μην έχει καταδικαστεί με αμετάκλητη απόφαση για αδίκημα κατά της ιδιοκτησίας, απάτη ή οικονομικό έγκλημα, πλαστογραφία, αδικήματα κατά της φορολογικής αρχής και των φορέων κοινωνικής ασφάλισης ή κατά των δικαιωμάτων των εργαζόμενων τα τελευταία 10 έτη πριν από την κήρυξη της αφερεγγυότητας

3. σύμφωνα με τις προδιαγραφές του άρθρου 231, ο οφειλέτης να έχει συνάψει ή έστω να έχει αποπειραθεί να συνάψει μια εξωδικαστική συμφωνία πληρωμής

4. ο οφειλέτης να έχει εξοφλήσει τις απαιτήσεις κατά της πτωχευτικής περιουσίας και τις προνομιακές πτωχευτικές απαιτήσεις και, εάν δεν έχει αποπειραθεί να συνάψει μια προηγούμενη εξωδικαστική συμφωνία, σε ποσοστό τουλάχιστον 25 % του ποσού των μη εξασφαλισμένων πτωχευτικών απαιτήσεων

5. εναλλακτικά, με το προηγούμενο εδάφιο:

i) ο οφειλέτης να έχει προσχωρήσει σε ένα σχέδιο πληρωμών

ii) να έχει συμμορφωθεί με τις υποχρεώσεις συνεργασίας με τον δικαστή και τον διαχειριστή

iii) να μην έχει τύχει της εν λόγω εξαίρεσης τα τελευταία 10 έτη

iv) να μην έχει απορρίψει μια προσφορά εργασίας που να ανταποκρίνεται στις ικανότητές του κατά τα τέσσερα προηγούμενη έτη από την κήρυξη της αφερεγγυότητας

v) να αποδεχτεί ρητά, στην αίτηση απαλλαγής από ανεξόφλητες απαιτήσεις, ότι η εν λόγω απαλλαγή θα παραμείνει εγγεγραμμένη στο ειδικό τμήμα του Δημόσιου Μητρώου Αφερεγγυότητας για διάστημα πέντε ετών.

Η χορήγηση της εν λόγω απαλλαγής προϋποθέτει την έναρξη των διαδικασιών έπειτα από αίτηση του οφειλέτη και τη συμμετοχή του διαχειριστή και των πιστωτών που είναι διάδικοι. Ο οφειλέτης οφείλει να υποβάλει ένα σχέδιο πληρωμών για τις απαιτήσεις που εξαιρούνται από την απαλλαγή, το οποίο πρέπει να εξοφληθεί μέσα σε προθεσμία πέντε ετών το ανώτερο.

Μετά την παρέλευση της προθεσμίας που έχει ταχθεί για τη συμμόρφωση με το σχέδιο πληρωμών, χωρίς να έχει ανακληθεί η απαλλαγή, ο πτωχευτικός δικαστής, έπειτα από αίτημα του οφειλέτη, θα εκδώσει μια διαταγή οριστικής απαλλαγής από τις απαιτήσεις που δεν εξοφλήθηκαν κατά τη διάρκεια των διαδικασιών αφερεγγυότητας. Ο δικαστής μπορεί επίσης, ανάλογα με τις περιστάσεις της υπόθεσης και κατόπιν εξέτασης των πιστωτών να διατάξει την οριστική απαλλαγή από τις ανεξόφλητες απαιτήσεις των οφειλετών που δεν έχουν συμμορφωθεί πλήρως με το σχέδιο πληρωμών αλλά έχουν αποδώσει τουλάχιστον το μισό των ταμειακών διαθεσίμων που έχουν ληφθεί (και δεν θεωρούνται ακατάσχετα) μέσα στην προθεσμία των πέντε ετών από τη χορήγηση της προσωρινής απαλλαγής ή το ένα τέταρτο των εν λόγω διαθεσίμων, όταν ο οφειλέτης πληροί τις περιστάσεις που ορίζει η νομοθεσία για την προστασία των ενυπόθηκων οφειλετών που δεν διαθέτουν τους αναγκαίους πόρους, εν όψει του οικογενειακού εισοδήματος και ιδιαίτερα δυσχερών οικογενειακών περιστάσεων.

Όλες οι μη εξασφαλισμένες απαιτήσεις και οι απαιτήσεις μειωμένης εξασφάλισης που παραμένουν ανεξόφλητες κατά την ημερομηνία περάτωσης των διαδικασιών αφερεγγυότητας θα περιληφθούν στην εν λόγω απαλλαγή, εκτός από τις απαιτήσεις του δημοσίου δικαίου και τις απαιτήσεις διατροφών. Ως προς τις απαιτήσεις με ειδικό προνόμιο, η απαλλαγή θα χωρήσει για το μέρος των απαιτήσεων που δεν μπόρεσε να διευθετηθεί με την εκτέλεση της εμπράγματης ασφάλειας.

Η απαλλαγή μπορεί να ανακληθεί έπειτα από αίτημα οποιουδήποτε πιστωτή της πτωχευτικής περιουσίας, εάν μέσα σε πέντε έτη από τη χορήγησή της, αποδειχθεί η ύπαρξη εισοδημάτων, περιουσιακών στοιχείων ή δικαιωμάτων του οφειλέτη που δεν έχουν δηλωθεί.

Αίτηση ανάκλησης μπορεί επίσης να υποβληθεί εάν μέσα στην προθεσμία που έχει ταχθεί για τη συμμόρφωση με το σχέδιο πληρωμών: (α) ο οφειλέτης βρεθεί σε μια από τις περιστάσεις που, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 178α παράγραφος 3, αποκλείουν τη χορήγηση απαλλαγής από ανεξόφλητες απαιτήσεις (β) ανάλογα με την περίσταση, δεν έχει τηρηθεί η υποχρέωση πληρωμής μη απαλλασσόμενων οφειλών σύμφωνα με το περιεχόμενο του σχεδίου πληρωμών ή (γ) η οικονομική κατάσταση του οφειλέτη έχει βελτιωθεί ουσιωδώς λόγω κληρονομιάς, κληροδοσίας ή δωρεάς, ή τυχερών παιγνίων, με αποτέλεσμα να είναι σε θέση να πληρώσει όλες τις ανεξόφλητες οφειλές του χωρίς να θιγούν οι υποχρεώσεις διατροφής που υπέχει.

Εάν ο δικαστής διατάξει την ανάκληση της απαλλαγής, οι πιστωτές ανακτούν πλήρως το δικαίωμά τους να στραφούν κατά του οφειλέτη για την εκτέλεση των απαιτήσεων που παραμένουν ανεξόφλητες κατά την περάτωση των διαδικασιών αφερεγγυότητας.

14.3 Περάτωση των διαδικασιών αφερεγγυότητας

Οι αιτίες περάτωσης των διαδικασιών αφερεγγυότητας ορίζονται στο άρθρο 176 του νόμου περί αφερεγγυότητας. Κατά κύριο λόγο, οι διαδικασίες αφερεγγυότητας περατώνονται για τις παρακάτω αιτίες:

(α) ανακαλείται η διαταγή κήρυξης της αφερεγγυότητας από το Περιφερειακό Δικαστήριο (Audiencia Provincial)

(β) κηρύσσεται η συμμόρφωση με τη συμφωνία

(γ) επαληθεύεται ότι τα περιουσιακά στοιχεία που υπάγονται στη διαδικασία δεν επαρκούν για την πληρωμή των απαιτήσεων κατά της αφερέγγυας περιουσίας

(δ) επαληθεύεται η πληρωμή όλων των αναγνωρισμένων απαιτήσεων ή η πλήρης ικανοποίηση των πιστωτών με άλλα μέσα

(ε) μετά την περάτωση του αρχικού σταδίου, όλοι οι πιστωτές αποχωρούν ή παραιτούνται από τη διαδικασία.

Η περάτωση πρέπει να επικυρωθεί από τον δικαστή και οι διάδικοι έχουν τη δυνατότητα να την προσβάλουν. Ο νόμος περιλαμβάνει ειδικές διατάξεις για την περάτωση των διαδικασιών αφερεγγυότητας, λόγω ανεπάρκειας των περιουσιακών στοιχείων του οφειλέτη κατά τον χρόνο που καλείται να πληρώσει τις απαιτήσεις κατά της πτωχευτικής περιουσίας. Το παραπάνω μπορεί να επαληθευθεί με την αίτηση του ίδιου του οφειλέτη για την έναρξη των διαδικασιών, οπότε και ο δικαστής θα κηρύξει ταυτόχρονα την έναρξη και την περάτωση των διαδικασιών αφερεγγυότητας με την ίδια απόφαση και κατά τον ίδιο χρόνο.

Με την κήρυξη της περάτωσης των διαδικασιών αφερεγγυότητας, αίρονται όλοι οι περιορισμοί επί των εξουσιών του οφειλέτη. Εάν ο οφειλέτης είναι φυσικό πρόσωπο, ο νόμος ορίζει συγκεκριμένους κανόνες προκειμένου να τύχει απαλλαγής ο οφειλέτης από την πληρωμή των απαιτήσεων που δεν διευθετήθηκαν κατά τη διάρκεια των διαδικασιών αφερεγγυότητας. Οι προϋποθέσεις της εν λόγω απαλλαγής ορίζονται στο άρθρο 178α. Ο οφειλέτης πρέπει να έχει ενεργήσει καλόπιστα και να έχει εκπληρώσει συγκεκριμένες υποχρεώσεις. Ο ίδιος ο οφειλέτης πρέπει να υποβάλει την αίτηση απαλλαγής και τόσο οι πιστωτές όσο και ο διαχειριστής οφείλουν να υποβάλουν τις παρατηρήσεις τους. Η απαλλαγή μπορεί να ανακληθεί σε ορισμένες περιπτώσεις, όπως για παράδειγμα, αν ο οφειλέτης βελτιώσει την οικονομική του θέση ή δεν συμμορφώνεται με το σχέδιο πληρωμής στο οποίο προσχώρησε για την πληρωμή των μη απαλλασσόμενων οφειλών.

15 Ποια είναι τα δικαιώματα των πιστωτών μετά την περάτωση της διαδικασίας αφερεγγυότητας;

Σε περίπτωση περάτωσης των διαδικασιών αφερεγγυότητας των νομικών προσώπων λόγω εκκαθάρισης, τα νομικά πρόσωπα στερούνται τη νομική τους προσωπικότητα.

Εάν η περάτωση οφείλεται στην εφαρμογή της συμφωνίας, οι απαιτήσεις των πιστωτών θα πληρωθούν σύμφωνα με τους όρους της συμφωνίας. Οι προνομιακοί πιστωτές που δεν έχουν υπογράψει τη συμφωνία των πιστωτών μπορεί να συνεχίσουν ή να ξεκινήσουν ατομικές διώξεις, κάτω από συγκεκριμένες περιστάσεις.

Κατά τη διάρκεια της εφαρμογής της συμφωνίας των πιστωτών, ο οφειλέτης μπορεί επίσης να στερηθεί τη νομική του προσωπικότητα μέσω μιας διαδικασίας τροποποίησης της διάρθρωσής του, που έχει ως αποτέλεσμα την ανάληψη των υποχρεώσεων από μια νέα εταιρία ή την εταιρία που πραγματοποιεί την εξαγορά.

Για τους οφειλέτες που είναι φυσικά πρόσωπα, η περάτωση των διαδικασιών αφερεγγυότητας λόγω εκκαθάρισης ή ανεπάρκειας των περιουσιακών στοιχείων συνεπάγεται ότι οι πιστωτές μπορεί να ξεκινήσουν ατομικές διώξεις σε βάρος του οφειλέτη, εκτός εάν αυτός έχει απαλλαγεί από τις ανεξόφλητες απαιτήσεις, με τον τρόπο που ορίζει το άρθρο 178α.

15.1 Επανέναρξη των διαδικασιών αφερεγγυότητας

Η έκδοση μιας διαταγής κήρυξης της αφερεγγυότητας ενός οφειλέτη που είναι φυσικό πρόσωπο μέσα σε πέντε έτη από την περάτωση των προηγούμενων διαδικασιών αφερεγγυότητας λόγω εκκαθάρισης ή ανεπάρκειας των περιουσιακών στοιχείων, θα συνιστά επανέναρξη των προηγούμενων διαδικασιών.

Στην περίπτωση οφειλετών που είναι νομικά πρόσωπα, την επανέναρξη των διαδικασιών αφερεγγυότητας που είχαν περατωθεί λόγω εκκαθάρισης ή ανεπάρκειας των περιουσιακών στοιχείων θα διατάξει το δικαστήριο που επιλήφθηκε της πρώτης διαδικασίας, το οποίο θα εξετάσει την υπόθεση με την ίδια διαδικασία και θα περιοριστεί στο στάδιο της εκκαθάρισης των περιουσιακών στοιχείων και των δικαιωμάτων που προέκυψαν μεταγενέστερα.

Μέσα στο επόμενο έτος από την ημερομηνία της απόφασης περάτωσης των διαδικασιών αφερεγγυότητας λόγω ανεπάρκειας των περιουσιακών στοιχείων, οι πιστωτές μπορεί να ζητήσουν την επανέναρξη των διαδικασιών για τον σκοπό της λήψης συγκεκριμένων μέτρων είσπραξης, με μνεία των συγκεκριμένων μέτρων που θα ληφθούν ή με γραπτή έκθεση των οικείων πραγματικών περιστατικών που θα μπορούσαν να οδηγήσουν στον χαρακτηρισμό της αφερεγγυότητας ως υπαίτιας, εκτός εάν είχε εκδοθεί απόφαση για τον χαρακτηρισμό της στις διαδικασίες αφερεγγυότητας που περατώθηκαν.

16 Πού καταλογίζονται το κόστος και οι δαπάνες της διαδικασίας αφερεγγυότητας;

Σύμφωνα με το άρθρο 84 παράγραφος 2 εδάφιο 2 του νόμου περί αφερεγγυότητας, όλα τα νομικά έξοδα των διαδικασιών αφερεγγυότητας και η πληρωμή τους αποτελούν απαιτήσεις κατά της πτωχευτικής περιουσίας. Ιδίως, περιλαμβάνονται όλες οι απαιτήσεις που απορρέουν από τα αναγκαία νομικά έξοδα και τις δαπάνες για την αίτηση και κήρυξη της έναρξης των διαδικασιών αφερεγγυότητας, την έκδοση ασφαλιστικών μέτρων, τη δημοσίευση των αποφάσεων που ορίζει ο εν λόγω νόμος και τη συμμετοχή και εκπροσώπηση του οφειλέτη και του διαχειριστή σε ολόκληρη τη διαδικασία αφερεγγυότητας και τις παρεμπίπτουσες διαδικασίες, όταν η συμμετοχή τους είναι υποχρεωτική από τον νόμο ή τελεί προς όφελος της πτωχευτικής περιουσίας, έως την έναρξη ισχύος της συμφωνίας ή διαφορετικά έως την περάτωση των διαδικασιών αφερεγγυότητας, με εξαίρεση τις απαιτήσεις που απορρέουν από τις εφέσεις που έχουν ασκηθεί κατά δικαστικών αποφάσεων όταν έχουν απορριφθεί πλήρως ή εν μέρει και περιέχουν ρητή διάταξη πληρωμής των εξόδων.

Στις απαιτήσεις κατά της πτωχευτικής περιουσίας περιλαμβάνονται επίσης, σύμφωνα με το άρθρο 84 παράγραφος 2 εδάφιο 3, τα νομικά έξοδα και οι δαπάνες που προκύπτουν από τη συμμετοχή και την εκπροσώπηση του οφειλέτη, του διαχειριστή ή των νομιμοποιούμενων πιστωτών στις διαδικασίες που, προς όφελος της πτωχευτικής περιουσίας, συνεχίζονται ή ξεκινούν σύμφωνα με το περιεχόμενο του εν λόγω νόμου, με εξαίρεση τις διατάξεις που αφορούν την παραίτηση, την αποδοχή, τον συμβιβασμό ή την ξεχωριστή υπεράσπιση του οφειλέτη, και ανάλογα με την περίπτωση, έως τα ποσά που ορίζει ο εν λόγω νόμος.

Σε περίπτωση περάτωσης των διαδικασιών αφερεγγυότητας λόγω ανεπάρκειας της πτωχευτικής περιουσίας, οι απαιτήσεις για τις νομικές δαπάνες και τα έξοδα πληρώνονται πριν από τις υπόλοιπες απαιτήσεις κατά της πτωχευτικής περιουσίας, με εξαίρεση τις απαιτήσεις των εργαζόμενων και τις απαιτήσεις διατροφής (άρθρο 176α παράγραφος 2).

Η αμοιβή του διαχειριστή βαρύνει την πτωχευτική περιουσία και ορίζεται από τον δικαστή σύμφωνα με μια νομίμως επικυρωμένη κλίμακα αμοιβών προς το παρόν, εξακολουθεί να βρίσκεται σε ισχύ το Βασιλικό Διάταγμα αριθ. 1860/2004, της 6ης Σεπτεμβρίου 2004. Το άρθρο 34 ορίζει ειδικούς κανόνες για τον καθορισμό και την ισχύ τους.

Ο νόμος επιτρέπει τον διορισμό εξουσιοδοτημένων βοηθών που παρέχουν συνδρομή στον διαχειριστή, ο οποίος και καλύπτει την αμοιβή τους.

17 Ποιοι είναι οι κανόνες που άπτονται της ακυρότητας, της ακυρωσίας ή του ανενεργού των επιβλαβών για όλους τους πιστωτές δικαιοπραξιών;

Η ρύθμιση των αγωγών διάρρηξης στις διαδικασίες αφερεγγυότητας περιλαμβάνεται στα άρθρα 71 ως 73 του νόμου περί αφερεγγυότητας. Οι εν λόγω διατάξεις έχουν υποβληθεί σε διαδοχικές τροποποιήσεις, κυρίως ως προς τη φύση των «μηχανισμών προστασίας» των συμφωνιών αναχρηματοδότησης.

Το άρθρο 71 ορίζει το νομικό σύστημα που διέπει τις πράξεις επανείσπραξης, σύμφωνα με μια γενική ρήτρα που κηρύσσει όλες τις πράξεις του οφειλέτη που είναι «επιζήμιες για τα περιουσιακά στοιχεία που υπάγονται στις διαδικασίες» ως «υποκείμενες σε διάρρηξη», ανεξάρτητα από το αν υπήρχε «πρόθεση παραπλάνησης» ή όχι. Για τη διαφύλαξη των αποτελεσμάτων της διάρρηξης, χορηγείται μια συγκεκριμένη προθεσμία: τα δύο προηγούμενα έτη από την ημερομηνία κήρυξης της αφερεγγυότητας.

(A) Προθεσμία διάρρηξης

Ο νόμος ορίζει μια συγκεκριμένη προθεσμία διάρρηξης: δύο έτη πριν από την ημερομηνία της κήρυξης της αφερεγγυότητας.

(B) Η έννοια της «περιουσιακής ζημίας»

Οι πράξεις που διενεργούνται κατά το «ύποπτο διάστημα» από τον οφειλέτη υπόκεινται σε διάρρηξη εάν είναι επιζήμιες για τα περιουσιακά στοιχεία που υπάγονται στις διαδικασίες. Η περιουσιακή ζημία πρέπει να αποδειχθεί επαρκώς από τον διάδικο που την επικαλείται. Ωστόσο, λόγω των δυσκολιών που κατά κανόνα συνεπάγεται η απόδειξη των επιζήμιων πράξεων, ο νόμος περί αφερεγγυότητας διευκολύνει την άσκηση των αγωγών ορίζοντας ένα πλέγμα τεκμηρίων. Όπως και σε άλλα σημεία του νόμου, τα τεκμήρια μπορεί να είναι μαχητά ή αμάχητα. Συνεπώς: (α) η περιουσιακή ζημία τεκμαίρεται αμάχητα σε δύο περιπτώσεις: (i) σε περίπτωση δωρεάν διάθεσης περιουσιακών στοιχείων, με εξαίρεση τη δωρεάν παραχώρηση χρήσης, και (ii) σε περίπτωση πληρωμών και άλλων πράξεων που καθίστανται ληξιπρόθεσμες μετά την κήρυξη της αφερεγγυότητας, εκτός αν είναι εξασφαλισμένες με εμπράγματη ασφάλεια, οπότε και επιτρέπεται η ανταπόδειξη του τεκμηρίου (β) το τεκμήριο της περιουσιακής ζημίας ορίζεται μαχητό σε τρεις περιπτώσεις: (i) σε περίπτωση διάθεσης περιουσιακών στοιχείων αντί τιμήματος, σε πρόσωπα με ειδική σχέση με τον αφερέγγυο οφειλέτη, (ii) σε περίπτωση επιβολής βαρών στα περιουσιακά στοιχεία για την εξασφάλιση υποχρεώσεων που προϋπήρχαν ή νέων ενοχών που προέκυψαν σε αντικατάσταση των προηγούμενων, και (iii) σε περίπτωση πληρωμών ή άλλων πράξεων ρύθμισης υποχρεώσεων που είναι εξασφαλισμένες με εμπράγματη ασφάλεια και καθίστανται ληξιπρόθεσμες μετά την κήρυξη της αφερεγγυότητας.

(Γ) Διαδικασία

Έννομο συμφέρον για την άσκηση αγωγών διάρρηξης έχει ο διαχειριστής. Ωστόσο, για την προστασία των πιστωτών από την αδράνεια των διαχειριστών, ο νόμος απονέμει ένα δευτερεύον ή δεύτερου βαθμού έννομο συμφέρον στους πιστωτές που έχουν καλέσει γραπτώς τον διαχειριστή να ασκήσει αγωγή διάρρηξης, εάν μέσα σε προθεσμία δύο μηνών από την ημερομηνία του αιτήματος ο διαχειριστής δεν ασκήσει την εν λόγω αγωγή. Ο νόμος περιέχει κανόνες που αποσκοπούν στη διασφάλιση της αποτελεσματικής εκτέλεσης του καθήκοντος των διαχειριστών να διασφαλίζουν τη διατήρηση των περιουσιακών στοιχείων που υπάγονται στις διαδικασίες. Έννομο συμφέρον για την άσκηση αγωγών κατά των συμφωνιών αναχρηματοδότησης, έχει αποκλειστικά ο διαχειριστής, αποκλειόμενου κάθε τυχόν δευτερεύοντος συμφέροντος.

Για την προστασία των συμφωνιών αναχρηματοδότησης, έχουν θεσπιστεί ειδικοί κανόνες που απορρέουν από πρόσφατες νομοθετικές τροποποιήσεις, οι οποίες ορίζουν μηχανισμούς προστασίας, ώστε οι εν λόγω συμφωνίες (που επικυρώνονται κάτω από συγκεκριμένες προϋποθέσεις) να μην επηρεάζονται από αγωγές διάρρηξης (άρθρο 71α).


Την έκδοση αυτής της σελίδας στην εθνική γλώσσα διαχειρίζεται ο αντίστοιχος αρμόδιος επαφής του ΕΔΔ. Οι μεταφράσεις έχουν γίνει από την αρμόδια υπηρεσία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Οι τυχόν αλλαγές που επιφέρει η αρμόδια εθνική αρχή στο πρωτότυπο ενδέχεται να μην έχουν περιληφθεί ακόμα στις μεταφράσεις. Η Επιτροπή και το Ευρωπαϊκό Δικαστικό Δίκτυο δεν αναλαμβάνουν καμία απολύτως ευθύνη όσον αφορά πληροφορίες ή δεδομένα που περιέχονται ή αναφέρονται στο παρόν έγγραφο. Βλ. την ανακοίνωση νομικού περιεχομένου για τους κανόνες πνευματικής ιδιοκτησίας που ισχύουν στο κράτος μέλος που είναι αρμόδιο για την παρούσα σελίδα.

Τελευταία επικαιροποίηση: 29/03/2019

Αφερεγγυότητα - Γαλλία

Η πρωτότυπη γλωσσική έκδοση γαλλικά αυτής της σελίδας τροποποιήθηκε πρόσφατα. Η γλωσσική έκδοση που βλέπετε τώρα βρίσκεται στο στάδιο της μετάφρασης.

ΠΙΝΑΚΑΣ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΩΝ


1 Εναντίον ποιων μπορούν να κινηθούν διαδικασίες αφερεγγυότητας;

Κάθε πρόσωπο το οποίο ασκεί εμπορική ή βιοτεχνική δραστηριότητα, κάθε γεωργός, κάθε άλλο φυσικό πρόσωπο που ασκεί ανεξάρτητη επαγγελματική δραστηριότητα, συμπεριλαμβανομένου ελεύθερου επαγγέλματος ρυθμιζόμενου από νομοθετικό ή κανονιστικό καθεστώς ή του οποίου ο τίτλος προστατεύεται, και κάθε νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο διαδικασίας διάσωσης, δικαστικής εξυγίανσης ή δικαστικής εκκαθάρισης.

Οι αυτοαπασχολούμενοι μπορούν να επωφεληθούν της κίνησης διαδικασίας αφερεγγυότητας.

Μόνο πρόσωπο το οποίο ασκεί πράγματι δραστηριότητα μπορεί να επωφεληθεί της κίνησης διαδικασίας διάσωσης. Σε περίπτωση δικαστικής εξυγίανσης ή δικαστικής εκκαθάρισης, το πρόσωπο μπορεί να έχει ήδη παύσει να ασκεί τη δραστηριότητά του κατά την κίνηση της διαδικασίας.

Τα νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου τα οποία μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο διαδικασίας αφερεγγυότητας είναι οι εμπορικές εταιρείες, οι αστικές εταιρείες, οι όμιλοι οικονομικού σκοπού, οι ενώσεις προσώπων, οι επαγγελματικές συνδικαλιστικές οργανώσεις καθώς και τα συμβούλια των επιχειρήσεων.

Οι ενώσεις προσώπων χωρίς νομική προσωπικότητα, όπως οι αφανείς εταιρείες ή οι εταιρείες υπό σύσταση, δεν μπορούν να επωφεληθούν της κίνησης διαδικασίας αφερεγγυότητας.

Εξαιρούνται επίσης όλα τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου.

Ταχεία διάσωση και ταχεία οικονομική διάσωση:

Ο οφειλέτης μπορεί να καταφύγει σε διαδικασία ταχείας διάσωσης ή διαδικασία ταχείας οικονομικής διάσωσης, εάν οι οικονομικές καταστάσεις του έχουν ελεγχθεί από ελεγκτή ή καταρτιστεί από ορκωτό λογιστή και εάν έχει περισσότερους από 20 εργαζομένους ή κύκλο εργασιών άνω των 3 εκατομμυρίων ευρώ προ φόρων, ή συνολικό ισολογισμό άνω του 1,5 εκατομμυρίου ευρώ. Οι διαδικασίες ταχείας διάσωσης και ταχείας οικονομικής διάσωσης μπορούν επίσης να κινηθούν από οφειλέτη που έχει καταρτίσει ενοποιημένες οικονομικές καταστάσεις.

2 Ποιες είναι οι προϋποθέσεις για την έναρξη διαδικασιών αφερεγγυότητας;

Η διαδικασία διάσωσης κινείται όταν υπάρχουν ανυπέρβλητες δυσκολίες για τον οφειλέτη και εφόσον αυτός δεν έχει περιέλθει σε παύση πληρωμών.

Η διαδικασία δικαστικής εξυγίανσης κινείται όταν ο οφειλέτης αδυνατεί να ανταποκριθεί στις ληξιπρόθεσμες υποχρεώσεις του με το διαθέσιμο ενεργητικό του και έχει περιέλθει σε παύση πληρωμών.

Σκοπός της δικαστικής εξυγίανσης είναι να καταστεί εφικτή η συνέχιση της δραστηριότητας της επιχείρησης, η διατήρηση των θέσεων απασχόλησης και η εκκαθάριση του παθητικού. Την κίνηση της διαδικασίας πρέπει να ζητήσει ο επιχειρηματίας εντός 45 ημερών από την παύση των πληρωμών.

Η διαδικασία δικαστικής εκκαθάρισης κινείται όταν η επιχείρηση έχει περιέλθει σε παύση πληρωμών και η ανάκαμψη είναι προδήλως αδύνατη.

Μόνο ο οφειλέτης μπορεί να ζητήσει την κίνηση διαδικασίας διάσωσης.

Αντιθέτως, την κίνηση διαδικασίας δικαστικής εξυγίανσης ή δικαστικής εκκαθάρισης μπορούν να ζητήσουν, εκτός από τον οφειλέτη, οι δανειστές ή η εισαγγελική αρχή, εφόσον δεν βρίσκεται σε εξέλιξη διαδικασία συνδιαλλαγής (προ-πτωχευτική διαδικασία).

Η δικαστική απόφαση ανοίγματος της διαδικασίας αφερεγγυότητας τίθεται σε ισχύ από την ημερομηνία έκδοσής δηλαδή, ήτοι από τις 12:00 τα μεσάνυκτα της ημερομηνίας έκδοσής της.

Η δικαστική απόφαση κοινοποιείται στον οφειλέτη εντός οκτώ ημερών από την ημερομηνία έκδοσής της και ανακοινώνεται στους διαχειριστές αφερεγγυότητας και στην εισαγγελική αρχή, καθώς και σε άλλα κράτη μέλη στα οποία ο οφειλέτης διαθέτει εγκατάσταση.

Η δικαστική απόφαση παράγει αμέσως αποτελέσματα έναντι όλων.

Εντός δεκαπέντε ημερών από την ημερομηνία της δικαστικής απόφασης για το άνοιγμα της διαδικασίας αφερεγγυότητας, σχετική εγγραφή καταχωρίζεται στο μητρώο εμπορίου και εταιρειών, στον κατάλογο επαγγελμάτων ή σε ειδικό μητρώο που τηρείται στη γραμματεία του πολυμελούς πρωτοδικείου.

Απόσπασμα της δικαστικής απόφασης καταχωρίζεται στο Bodacc (Bulletin officiel des annonces civiles et commerciales, επίσημο δελτίο αστικών και εμπορικών αναγγελιών) και σε εφημερίδα νομικών αναγγελιών στον τόπο της έδρας ή της επαγγελματικής διεύθυνσης του οφειλέτη.

Ταχεία διάσωση και ταχεία οικονομική διάσωση

Προβλέπεται επίσης διαδικασία ταχείας διάσωσης και διαδικασία ταχείας οικονομικής διάσωσης.

Την κίνηση της διαδικασίας ταχείας διάσωσης μπορεί να ζητήσει οφειλέτης ο οποίος συμμετέχει σε διαδικασία συνδιαλλαγής και αποδεικνύει την εκπόνηση πρότασης σχεδίου με σκοπό τη διασφάλιση της βιωσιμότητας της επιχείρησης.

Το γεγονός ότι ο οφειλέτης έχει περιέλθει σε παύση πληρωμών δεν εμποδίζει την κίνηση της διαδικασίας ταχείας διάσωσης, εφόσον η παύση πληρωμών δεν προηγείται της ημερομηνίας της αίτησης για το άνοιγμα διαδικασίας συμβιβασμού κατά περισσότερες από 45 ημέρες.

Η διαδικασία ταχείας οικονομικής διάσωσης μπορεί να κινηθεί υπό τις ίδιες προϋποθέσεις με εκείνες που ισχύουν για τη διαδικασία ταχείας διάσωσης και εφόσον από τις οικονομικές καταστάσεις του οφειλέτη διαφαίνεται ότι οι οφειλές του επιτρέπουν την έγκριση σχεδίου μόνο από τους δανειστές που έχουν την ιδιότητα μέλους της επιτροπής πιστωτικών ιδρυμάτων.

3 Ποια περιουσιακά στοιχεία ανήκουν στην πτωχευτική περιουσία; Πώς αντιμετωπίζονται τα περιουσιακά στοιχεία που αποκτώνται από τον οφειλέτη ή που περιέρχονται σε αυτόν μετά την έναρξη της διαδικασίας αφερεγγυότητας;

Όλη η περιουσία του οφειλέτη αποτελεί αντικείμενο της διαδικασίας αφερεγγυότητας.

Εάν ο οφειλέτης είναι ατομική επιχείρηση, η διαδικασία αφερεγγυότητας περιλαμβάνει και την προσωπική περιουσία του.

Ωστόσο, η κύρια κατοικία οφειλέτη ο οποίος είναι ατομική επιχείρηση και ασκεί εμπορική, βιομηχανική, βιοτεχνική, γεωργική ή ελεύθερη δραστηριότητα δεν μπορεί, εκ του νόμου, να κατασχεθεί από δανειστές-επαγγελματίες.

Άλλα ακίνητα, δομημένα ή μη, τα οποία δεν προορίζονται για επαγγελματική χρήση μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο δήλωσης ακατάσχετου. Η δήλωση αυτή, η οποία πρέπει να περιβληθεί τον συμβολαιογραφικό τύπο και να δημοσιευθεί, ισχύει μόνο έναντι δανειστών-επαγγελματιών των οποίων τα δικαιώματα γεννώνται μετά τη δημοσίευση.

Το ακατάσχετο της κύριας κατοικίας του οφειλέτη από τους δανειστές-επαγγελματίες ανταποκρίνεται στον στόχο της προστασίας του οφειλέτη και της οικογένειάς του.

4 Ποιες εξουσίες έχουν ο οφειλέτης και ο διαχειριστής της διαδικασίας αφερεγγυότητας, αντίστοιχα;

Η πτωχευτική απαλλοτρίωση του οφειλέτη

Διάσωση και δικαστική εξυγίανση

Σε περίπτωση κίνησης διαδικασίας διάσωσης ή δικαστικής εξυγίανσης, η περιουσία του οφειλέτη δεν απαλλοτριώνεται και αυτός συνεχίζει να διαχειρίζεται την επιχείρησή του.

Στη διαδικασία διάσωσης, ο δικαστικός διαχειριστής (administrateur judiciaire) επιβλέπει ή βοηθά τον οφειλέτη στη διαχείριση της επιχείρησης, σύμφωνα με τα καθήκοντα που ορίζει το δικαστήριο.

Στη διαδικασία δικαστικής εξυγίανσης, ο εν λόγω διαχειριστής βοηθά τον οφειλέτη στη διαχείριση ή αναλαμβάνει ο ίδιος τη διαχείριση, εν όλω ή εν μέρει, αντί του οφειλέτη.

Δικαστική εκκαθάριση

Σε περίπτωση κίνησης διαδικασίας δικαστικής εκκαθάρισης, ο οφειλέτης χάνει την εξουσία διάθεσης και διαχείρισης των περιουσιακών στοιχείων του. Τα δικαιώματα και οι πράξεις που σχετίζονται με την επαγγελματική περιουσία του ασκούνται από τον εκκαθαριστή. Επομένως, ο εκκαθαριστής διασφαλίζει τη διαχείριση των περιουσιακών στοιχείων του οφειλέτη.

Οι διαχειριστές αφερεγγυότητας

Οι διαχειριστές αφερεγγυότητας είναι δικαστικοί πληρεξούσιοι οι οποίοι τελούν υπό την εποπτεία της εισαγγελικής αρχής και ασκούν νομοθετικά κατοχυρωμένα επαγγέλματα.

Αυτοί οι ειδικευμένοι ελεύθεροι επαγγελματίες πρέπει να εγγράφονται σε εθνικούς καταλόγους και να πληρούν αυστηρές προϋποθέσεις ικανότητας και ήθους.

Διαχειριστές αφερεγγυότητας μπορούν επίσης να οριστούν πρόσωπα μη εγγεγραμμένα στους καταλόγους, τα οποία διαθέτουν ωστόσο ειδική πείρα ή προσόντα σε σχέση με την υπόθεση.

Οι διαχειριστές αφερεγγυότητας διορίζονται από το δικαστήριο κατά το άνοιγμα της διαδικασίας.

Οι διαχειριστές αφερεγγυότητας μπορεί να υπέχουν αστική ευθύνη υπό τις προϋποθέσεις του κοινού δικαίου.

Η αμοιβή τους καθορίζεται σε πίνακα αμοιβών που καταρτίζεται με διάταγμα ο δικαστής επιβαρύνει τον οφειλέτη με την αμοιβή που προσδιορίζεται κατ' αυτόν τον τρόπο.

Οι εξουσίες του διαχειριστή αφερεγγυότητας και του οφειλέτη

Ο δικαστικός διαχειριστής

Καταρχήν, το δικαστήριο που αποφασίζει την κίνηση διαδικασίας διάσωσης ή δικαστικής εξυγίανσης ορίζει έναν διαχειριστή, τον οποίο μπορούν να προτείνουν ο οφειλέτης στη διαδικασία διάσωσης ή η εισαγγελική αρχή.

Ο ορισμός του δεν είναι υποχρεωτικός εάν ο οφειλέτης έχει λιγότερους από είκοσι εργαζόμενους και ο κύκλος εργασιών του είναι μικρότερος των τριών εκατομμυρίων ευρώ, προ φόρων.

Σε περίπτωση ταχείας διάσωσης και ταχείας οικονομικής διάσωσης, ο ορισμός δικαστικού διαχειριστή είναι πάντοτε υποχρεωτικός.

Στη διαδικασία διάσωσης, ο δικαστικός διαχειριστής επιβλέπει ή βοηθά τον οφειλέτη στη διαχείριση της επιχείρησης, σύμφωνα με τα καθήκοντα που ορίζει το δικαστήριο.

Στη διαδικασία δικαστικής εξυγίανσης, βοηθά τον οφειλέτη στη διαχείριση ή αναλαμβάνει ο ίδιος τη διαχείριση, εν όλω ή εν μέρει, αντί του οφειλέτη.

Ο δικαστικός διαχειριστής οφείλει να εκτελεί τις πράξεις οι οποίες είναι απαραίτητες για τη διατήρηση των δικαιωμάτων της επιχείρησης κατά των οφειλετών της και εκείνες που είναι απαραίτητες για τη διατήρηση των ικανοτήτων παραγωγής ή να μεριμνά για την εκτέλεση των εν λόγω πράξεων από τον οφειλέτη.

Ο δικαστικός διαχειριστής διαθέτει ίδιες εξουσίες, όπως την κίνηση, με την υπογραφή του, των τραπεζικών λογαριασμών του οφειλέτη, στον οποίο έχει απαγορευθεί η έκδοση επιταγών, την απαίτηση συνέχισης των υφιστάμενων συμβάσεων και την πραγματοποίηση των απαραίτητων απολύσεων.

Ο δικαστικός πληρεξούσιος

Ο δικαστικός πληρεξούσιος ορίζεται υποχρεωτικά από το δικαστήριο σε κάθε συλλογική διαδικασία.

Καθήκον του είναι να εκπροσωπεί τους δανειστές και το συλλογικό συμφέρον τους.

Καταρτίζει κατάλογο των αναγγελθεισών απαιτήσεων, συμπεριλαμβανομένων απαιτήσεων από μισθούς, με τις προτάσεις του περί παραδοχής, απόρριψης ή παραπομπής στο αρμόδιο δικαστήριο, και διαβιβάζει τον κατάλογο στον εισηγητή δικαστή.

Ο εκκαθαριστής

Στην απόφαση δικαστικής εκκαθάρισης, το δικαστήριο ορίζει εκκαθαριστή.

Ο εκκαθαριστής πρέπει να επαληθεύει τις απαιτήσεις και να προβαίνει στις πράξεις ρευστοποίησης των περιουσιακών στοιχείων του ενεργητικού του οφειλέτη, με σκοπό την διανομή του εναπομένοντος ενεργητικού μεταξύ των δανειστών.

Προβαίνει σε απολύσεις και μπορεί να επιλέξει τη συνέχιση των υφιστάμενων συμβάσεων.

Εκπροσωπεί τον οφειλέτη και ασκεί τα περισσότερα από τα δικαιώματα και πράξεις που σχετίζονται με την περιουσία του οφειλέτη, τα οποία έχουν αφαιρεθεί από αυτόν, κατά τη διάρκεια της διαδικασίας δικαστικής εκκαθάρισης. Αντιθέτως, δεν μπορεί να ασκεί τα μη περιουσιακά δικαιώματα του οφειλέτη.

5 Κάτω από ποιες προϋποθέσεις μπορεί να προταθεί συμψηφισμός;

Ο συμψηφισμός είναι ένας τρόπος διαγραφής των αμοιβαίων υποχρεώσεων έως το ύψος της κατώτερης εξ αυτών.

Χωρεί μόνο μεταξύ δύο προσώπων που είναι αντίστοιχα οφειλέτης και δανειστής ο ένας του άλλου.

Έτσι, ο συμψηφισμός επιτρέπει με συνοπτικό τρόπο την ταυτόχρονη εξόφληση αμοιβαίων απαιτήσεων.

Καταρχήν απαγορεύεται στον οφειλέτη να εξοφλήσει οποιαδήποτε απαίτηση γεννήθηκε πριν από τη δικαστική απόφαση ανοίγματος της διαδικασίας διάσωσης ή δικαστικής εξυγίανσης.

Ωστόσο, η απαγόρευση εξόφλησης προγενέστερων απαιτήσεων δεν ισχύει για την εξόφληση μέσω συμψηφισμού συναφών απαιτήσεων. Ως συναφείς νοούνται οι αμοιβαίες απαιτήσεις οι οποίες προέρχονται ή απορρέουν από την εκτέλεση ή τη μη εκτέλεση της ίδιας σύμβασης.

Εάν απαίτηση συναφής με την προγενέστερη απαίτηση γεννηθεί μετά τη δικαστική απόφαση ανοίγματος της διαδικασίας, είναι δυνατή η εξόφλησή της, μέσω συμψηφισμού με την προγενέστερη απαίτηση, εφόσον η τελευταία έχει αναγγελθεί.

Οι αμοιβαίες απαιτήσεις θεωρούνται συναφείς όταν προέρχονται ή απορρέουν από την εκτέλεση ή τη μη εκτέλεση της ίδιας σύμβασης ή ενός συνόλου συμβάσεων.

6 Ποια αποτελέσματα έχουν οι διαδικασίες αφερεγγυότητας επί των υφισταμένων συμβάσεων στις οποίες ο οφειλέτης αποτελεί συμβαλλόμενο μέρος;

Διαδικασία συνέχισης των υφιστάμενων συμβάσεων

Η κίνηση της διαδικασίας αφερεγγυότητας δεν επηρεάζει την ύπαρξη των συμβάσεων που συνδέουν τον οφειλέτη με τους εταίρους του (προμηθευτές, πελάτες), οι οποίες βρίσκονται σε ισχύ κατά την ημερομηνία ανοίγματος της διαδικασίας.

Σύμβαση σε ισχύ είναι η σύμβαση η οποία υφίσταται και εκτελείται κατά το άνοιγμα της διαδικασίας, η σύμβαση διαδοχικής εκτέλεσης η οποία δεν έχει λήξει κατά την εν λόγω ημερομηνία ή η σύμβαση άμεσης εκτέλεσης, η οποία δεν έχει εκτελεστεί ακόμη, αλλά έχει ήδη συναφθεί.

Ο αντισυμβαλλόμενος σύμβασης σε ισχύ μπορεί να επωφεληθεί προνομίου και να εξοφληθεί κατά προτεραιότητα σε σχέση με τους άλλους δανειστές.

Διάσωση και δικαστική εξυγίανση

Καταρχάς, η σύμβαση συνεχίζεται αυτομάτως ο δικαστικός διαχειριστής διαθέτει δικαίωμα επιλογής δημόσιας τάξης, το οποίο του επιτρέπει να απαιτήσει τη συνέχιση της σύμβασης με υποχρέωση πληρωμής των παροχών που θα του παρασχεθούν.

Εάν δεν έχει οριστεί δικαστικός διαχειριστής, ο οφειλέτης ασκεί τη δυνατότητα απαίτησης της εκτέλεσης των συμβάσεων σε ισχύ, κατόπιν σύμφωνης γνώμης του δικαστικού πληρεξουσίου.

Σύμβαση που βρίσκεται σε ισχύ εκτελείται κανονικά, σύμφωνα με τα προβλεπόμενα σε αυτήν.

Ο δικαστικός διαχειριστής έχει τη δυνατότητα να καταγγείλει τη σύμβαση λόγω αναμενόμενης μη εκτέλεσης από τον οφειλέτη, όταν διαπιστώνει ότι ο οφειλέτης δεν διαθέτει επαρκή κεφάλαια για την εκτέλεση των υποχρεώσεών του.

Σύμβαση που βρίσκεται σε ισχύ λύεται αυτοδικαίως εάν, στη λήξη προθεσμίας ενός μήνα, ο δικαστικός διαχειριστής δεν έχει απαιτήσει ρητά την εκτέλεσή.

Το ίδιο ισχύει σε περίπτωση μη πληρωμής και μη συμφωνίας του αντισυμβαλλομένου για τη συνέχιση των συμβατικών σχέσεων.

Επιπλέον, ο δικαστικός διαχειριστής μπορεί να ζητήσει από τον εισηγητή δικαστή να καταγγείλει σύμβαση που βρίσκεται σε ισχύ, εάν η καταγγελία είναι απαραίτητη για τη διάσωση ή την εξυγίανση του οφειλέτη, και εφόσον δεν θίγει σε υπερβολικό βαθμό τα συμφέροντα του αντισυμβαλλομένου.

Δικαστική εκκαθάριση

Καταρχήν όλες οι υφιστάμενες συμβάσεις διατηρούνται σε ισχύ.

Μόνο ο εκκαθαριστής έχει τη δυνατότητα να απαιτήσει την εκτέλεση των συμβάσεων που βρίσκονται σε ισχύ εκτελώντας την υποσχεθείσα από τον οφειλέτη παροχή.

Σύμβαση σε ισχύ λύεται αυτοδικαίως εάν, στη λήξη προθεσμίας ενός μήνα, ο εκκαθαριστής δεν έχει απαιτήσει ρητώς την εκτέλεσή της.

Το ίδιο ισχύει όταν η παροχή του οφειλέτη αφορά την πληρωμή χρηματικού ποσού, την ημέρα που ο αντισυμβαλλόμενος ενημερώνεται για την απόφαση του εκκαθαριστή να μην συνεχίσει τη σύμβαση, καθώς και σε περίπτωση μη πληρωμής.

Επιπλέον, ο εκκαθαριστής έχει τη δυνατότητα να καταγγείλει τη σύμβαση λόγω αναμενόμενης μη εκτέλεσης από τον οφειλέτη, όταν διαπιστώνει ότι ο οφειλέτης δεν διαθέτει επαρκή κεφάλαια για την εκτέλεση των υποχρεώσεών του.

Εάν η παροχή δεν αφορά την πληρωμή χρηματικού ποσού, ο εκκαθαριστής μπορεί επίσης να ζητήσει από τον εισηγητή δικαστή να κηρύξει την καταγγελία της σύμβασης, εάν αυτή είναι απαραίτητη για τις εργασίες της εκκαθάρισης και δεν θίγει σε υπερβολικό βαθμό τα συμφέροντα του αντισυμβαλλομένου.

Μεταβίβαση των συμβάσεων που βρίσκονται σε ισχύ

Σε περίπτωση δικαστικής εξυγίανσης, εάν το σχέδιο εξυγίανσης προβλέπει τη μεταβίβαση της επιχείρησης σε τρίτο, το δικαστήριο μπορεί να διατάξει τη μεταβίβαση των συμβάσεων που είναι χρήσιμες για την επιχείρηση (σύμβαση μίσθωσης, σύμβαση προμήθειας, σύμβαση δικαιόχρησης, χρηματοδοτική μίσθωση, άδεια εκμετάλλευσης).

7 Ποια αποτελέσματα έχουν οι διαδικασίες αφερεγγυότητας επί των ατομικών διώξεων εκ μέρους πιστωτών (εκτός εάν υφίσταται εκκρεμοδικία);

Σε περίπτωση διαδικασίας αφερεγγυότητας, οι δανειστές οφείλουν να ασκήσουν τα δικαιώματά τους κατά του οφειλέτη αποκλειστικά στο πλαίσιο της διαδικασίας αφερεγγυότητας και δεν μπορούν να κινηθούν μεμονωμένα κατά του οφειλέτη για την εξόφλησή τους.

Η δικαστική απόφαση κλεισίματος της διαδικασίας δικαστικής εκκαθάρισης λόγω ανεπάρκειας ενεργητικού δεν επιτρέπει στους δανειστές να ανακτήσουν τη δυνατότητα να κινηθούν μεμονωμένα κατά του οφειλέτη.

Εξαιρέσεις από τον ως άνω κανόνα είναι οι ακόλουθες:

- ένδικα βοηθήματα που αφορούν περιουσιακά στοιχεία που αποκτήθηκαν βάσει επαγωγής κληρονομίας κατά τη διάρκεια της διαδικασίας δικαστικής εκκαθάρισης

- η απαίτηση είναι αποτέλεσμα αδικήματος για το οποίο διαπιστώθηκε η υπαιτιότητα του οφειλέτη ή αφορά δικαιώματα που συνδέονται με το πρόσωπο του δανειστή

- η απαίτηση γεννήθηκε λόγω απάτης εις βάρος οργανισμών κοινωνικής προστασίας. Η παράνομη προέλευση της απαίτησης διαπιστώνεται είτε με δικαστική απόφαση είτε με κύρωση που επιβάλλεται από οργανισμό κοινωνικής προστασίας.

Οι δανειστές αποκτούν επίσης εκ νέου δικαίωμα κίνησης μεμονωμένης διαδικασίας στις ακόλουθες περιπτώσεις:

- κήρυξη της του οφειλέτη σε προσωπική πτώχευση

- αναγνώριση της υπαιτιότητας του οφειλέτη για την πτώχευση

- υπαγωγή του οφειλέτη, για οποιαδήποτε περιουσία του, ή νομικού προσώπου του οποίου υπήρξε διαχειριστής, σε προγενέστερη διαδικασία δικαστικής εκκαθάρισης, η οποία έκλεισε λόγω ανεπάρκειας ενεργητικού τουλάχιστον πέντε χρόνια πριν από την κίνηση της διαδικασίας στην οποία υπάγεται, καθώς και διαγραφή των οφειλών του οφειλέτη κατά τα πέντε χρόνια πριν από την εν λόγω ημερομηνία

- κίνηση της διαδικασίας ως τοπικής διαδικασίας, κατά την έννοια του άρθρου 3 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1346/2000 του Συμβουλίου, της 29ης Μαΐου 2000, περί των διαδικασιών αφερεγγυότητας.

Επιπλέον, σε περίπτωση απάτης έναντι ενός ή περισσότερων δανειστών, το δικαστήριο επιτρέπει την επαναφορά του δικαιώματος κίνησης μεμονωμένης διαδικασίας κάθε δανειστή κατά του οφειλέτη. Το δικαστήριο αποφαίνεται κατά το κλείσιμο της διαδικασίας αφού ακούσει ή κλητεύσει νομίμως τον οφειλέτη, τον εκκαθαριστή και τους ελεγκτές. Μπορεί να αποφανθεί μεταγενέστερα, κατόπιν αιτήματος κάθε ενδιαφερομένου, υπό τις ίδιες προϋποθέσεις.

8 Ποια αποτελέσματα έχουν οι διαδικασίες αφερεγγυότητας επί των εκκρεμών κατά τον χρόνο της έναρξης της διαδικασίας αφερεγγυότητας δικών;

Η δικαστική απόφαση κίνησης διαδικασίας αφερεγγυότητας διακόπτει ή απαγορεύει την άσκηση αγωγών κατά του οφειλέτη με αντικείμενο την πληρωμή χρηματικού ποσού ή την καταγγελία σύμβασης λόγω μη πληρωμής χρηματικών ποσών.

Οι διαδικασίες εκτέλεσης και τα συντηρητικά μέτρα αναστέλλονται επίσης.

Οι αγωγές δανειστών οι οποίες ασκήθηκαν πριν από την κίνηση της συλλογικής διαδικασίας διακόπτονται ή αναστέλλονται.

Επομένως, αυτό αφορά όλους τους προγενέστερους δανειστές, είτε διαθέτουν εξασφαλίσεις είτε όχι.

Η διακοπή και η απαγόρευση άσκησης ενδίκων βοηθημάτων εφαρμόζονται σε όλες τις διαδικασίες αφερεγγυότητας.

Οι εκκρεμείς διαδικασίες διακόπτονται έως ότου ο επισπεύδων δανειστής αναγγείλει την απαίτησή του.

Επαναλαμβάνονται στη συνέχεια αυτοδικαίως, αλλά έχουν ως αντικείμενο μόνο την αναγνώριση της απαίτησης και τον καθορισμό του ύψους της, και όχι την καταδίκη του οφειλέτη.

Άλλες αγωγές και διαδικασίες εκτέλεσης εκτός των προαναφερθεισών, ασκούνται κατά την περίοδο παρατήρησης κατά του οφειλέτη κατόπιν κλήτευσης του δικαστικού πληρεξούσιου και του δικαστικού διαχειριστή, όταν αυτός έχει καθήκον παροχής συνδρομής ή εκπροσώπησης του οφειλέτη, ή κατόπιν επανάληψης της διαδικασίας με πρωτοβουλία του δικαστικού πληρεξούσιου ή του δικαστικού διαχειριστή.

9 Ποια είναι τα κύρια χαρακτηριστικά της συμμετοχής των πιστωτών στη διαδικασία αφερεγγυότητας;

Διάσωση και δικαστική εξυγίανση

Με σκοπό την έγκριση του σχεδίου διάσωσης, πραγματοποιείται διαβούλευση με τους δανειστές σχετικά με τις προθεσμίες εξόφλησης ή άφεσης οφειλών.

Οι προτάσεις διαβιβάζονται από τον δικαστικό διαχειριστή στον δικαστικό πληρεξούσιο, ο οποίος εκπροσωπεί τους δανειστές.

Ο δικαστικός πληρεξούσιος συγκεντρώνει ατομικά ή συλλογικά τη σύμφωνη γνώμη κάθε δανειστή που ανήγγειλε την απαίτησή του.

Ο δικαστικός πληρεξούσιος δεν υποχρεούται να διαβουλευθεί με τους δανειστές για τους οποίους το προτεινόμενο σχέδιο δεν τροποποιεί τους όρους πληρωμής ή για τους οποίους προβλέπει πλήρη εξόφληση τοις μετρητοίς από την έγκριση του σχεδίου ή την παραδοχή των απαιτήσεων.

Επιτροπές δανειστών

Όταν ο δανειστής έχει περισσότερους από 150 εργαζόμενους και ο κύκλος εργασιών του υπερβαίνει τα 20 εκατομμύρια ευρώ, συστήνονται επιτροπές δανειστών οι οποίες αποφασίζουν σχετικά με τα προτεινόμενα σχέδια εκκαθάρισης του παθητικού.

Οι επιτροπές δανειστών συγκαλούν ξεχωριστές συνελεύσεις για διαφορετικές κατηγορίες δανειστών, με σκοπό να τους υποβάλλουν προτάσεις τις οποίες θα μπορέσουν να συζητήσουν και επί των οποίων θα αποφασίσουν συλλογικά, πράγμα που σημαίνει ότι η μειοψηφία θα πρέπει να συμμορφωθεί προς την απόφαση της πλειοψηφίας.

Υπάρχει επιτροπή πιστωτικών ιδρυμάτων, η οποία απαρτίζεται από τις εταιρείες χρηματοδότησης και από πιστωτικά και συναφή ιδρύματα, και επιτροπή απαρτιζόμενη από τους κύριους παρόχους αγαθών ή υπηρεσιών. Όταν υπάρχουν ομολογιούχοι, συγκαλείται γενική συνέλευση απαρτιζόμενη από το σύνολο των δανειστών κατόχων ομολογιών εκδοθεισών στη Γαλλία ή στο εξωτερικό, με σκοπό να συζητήσει σχετικά με το προτεινόμενο σχέδιο που ενέκριναν οι επιτροπές δανειστών.

Ο δικαστικός διαχειριστής οφείλει να διαβουλεύεται με τις επιτροπές δανειστών σχετικά με το προτεινόμενο σχέδιο και αυτές πρέπει να υπερψηφίσουν ένα σχέδιο προτού μπορέσει το δικαστήριο να αποφανθεί επ' αυτού.

Ενώπιον των επιτροπών δανειστών, κάθε δανειστής μέλος επιτροπής μπορεί να διατυπώσει εναλλακτικές προτάσεις στο προτεινόμενο σχέδιο που υποβάλλει ο οφειλέτης.

Επομένως, το προτεινόμενο σχέδιο μπορεί να προέρχεται από τον οφειλέτη ή, σε περίπτωση δικαστικής εξυγίανσης, από τον δικαστικό διαχειριστή, με τη βοήθεια του οφειλέτη, αλλά μπορεί επίσης να είναι αποτέλεσμα πρωτοβουλίας των δανειστών που είναι μέλη των εν λόγω επιτροπών. Το σχέδιο που εγκρίνουν οι επιτροπές και, εάν είναι διαφορετικό, εκείνο που υποστηρίζει ο οφειλέτης ή ο δικαστικός διαχειριστής μπορούν ακολούθως να υποβληθούν στο δικαστήριο, παράλληλα.

Ταχεία διάσωση

Σε περίπτωση κίνησης διαδικασίας ταχείας διάσωσης, συγκροτούνται υποχρεωτικά οι επιτροπές δανειστών -επιτροπή πιστωτικών ιδρυμάτων και επιτροπή παρόχων αγαθών και υπηρεσιών, όπως επίσης και η γενική συνέλευση των ομολογιούχων, εφόσον συντρέχει περίπτωση.

Πραγματοποιούνται επίσης μεμονωμένες διαβουλεύσεις με τους δανειστές που δεν είναι μέλη επιτροπών.

Ταχεία οικονομική διάσωση

Σε περίπτωση κίνησης διαδικασίας ταχείας οικονομικής διάσωσης, μόνο η επιτροπή πιστωτικών ιδρυμάτων συγκροτείται υποχρεωτικά, και συγκαλείται επίσης η γενική συνέλευση των ομολογιούχων, εφόσον συντρέχει περίπτωση.

10 Με ποιον τρόπο μπορεί ο διαχειριστής/διαχειρίστρια αφερεγγυότητας να χρησιμοποιήσει ή να διαθέσει περιουσιακά στοιχεία της πτωχευτικής περιουσίας;

11 Ποιες απαιτήσεις δύνανται να αναγγελθούν κατά της πτωχευτικής περιουσίας του οφειλέτη και με ποιον τρόπο αντιμετωπίζονται οι απαιτήσεις που προκύπτουν μετά την έναρξη της διαδικασίας αφερεγγυότητας;

Κάθε απαίτηση γεννηθείσα πριν από τη δικαστική απόφαση κίνησης της διαδικασίας πρέπει να αναγγέλλεται, ανεξαρτήτως φύσης ή χαρακτήρα: εμπορική, αστική, διοικητική (δημόσιο ταμείο, οργανισμοί πρόνοιας και κοινωνικής ασφάλισης) ή ποινική (πρόστιμο). Δεν έχει σημασία εάν η απαίτηση είναι εγχειρόγραφη ή προνομιακή, απαιτητή ή υπό προθεσμία, βέβαιη ή υπό αίρεση.

Οι απαιτήσεις που γεννώνται κανονικά μετά τη δικαστική απόφαση κίνησης της διαδικασίας για τις ανάγκες διεξαγωγής της διαδικασίας ή ως αντάλλαγμα παροχής προς τον οφειλέτη για την επαγγελματική του δραστηριότητα, εξοφλούνται στο χρόνο λήξης τους.

12 Ποιοι είναι οι κανόνες που διέπουν την αναγγελία, την εξέλεγξη και την τελική επαλήθευση των απαιτήσεων;

Κάθε δανειστής του οποίου η απαίτηση γεννήθηκε πριν από τη δικαστική απόφαση ανοίγματος της διαδικασίας οφείλει να αναγγείλει την απαίτησή του στον δικαστικό πληρεξούσιο σε περίπτωση διάσωσης ή εξυγίανσης ή στον εκκαθαριστή σε περίπτωση εκκαθάρισης.

Η προθεσμία αναγγελίας λήγει δύο μήνες μετά τη νόμιμη δημοσίευση της δικαστικής απόφασης ανοίγματος της διαδικασίας.

Ο οφειλέτης μπορεί επίσης να αναγγείλει ο ίδιος την απαίτηση ενός εκ των δανειστών του υπό τις ίδιες προϋποθέσεις.

Η αναγγελία αφορά επίσης ορισμένες απαιτήσεις που γεννώνται μετά τη δικαστική απόφαση κίνησης της διαδικασίας, εκείνες οι οποίες δεν εξοφλούνται κατά προτεραιότητα η οποία ισχύει για τις απαιτήσεις που είναι πρόσφορες για την επιχείρηση ή συνδέονται με τις ανάγκες της διαδικασίας.

Στην αναγγελθείσα απαίτηση πρέπει να αναφέρονται το ύψος των οφειλόμενων ποσών και εκείνων που πρόκειται να καταστούν ληξιπρόθεσμα, οι ημερομηνίες λήξης, η φύση του υφιστάμενου προνομίου ή της εξασφάλισης, ο τρόπος υπολογισμού των τόκων.

Κανένας ιδιαίτερος τύπος δεν επιβάλλεται για την αναγγελία απαίτησης. Συγκεκριμένα, η αναγγελία πρέπει να εκφράζει αφ' εαυτής και σαφώς τη βούληση του δανειστή να αξιώσει την πληρωμή της απαίτησής του, να περιληφθεί στον πίνακα απαιτήσεων και να συμμετάσχει στη διαδικασία.

Αφού λάβει τις παρατηρήσεις του οφειλέτη, ο δικαστικός πληρεξούσιος καταρτίζει τον κατάλογο των αναγγελθεισών απαιτήσεων με τις προτάσεις του περί παραδοχής, απόρριψης ή παραπομπής στο αρμόδιο δικαστήριο.

Ο κατάλογος διαβιβάζεται στον εισηγητή δικαστή και κοινοποιείται στον δικαστικό διαχειριστή.

Πριν από την παραδοχή ή την απόρριψη απαίτησης, ο εισηγητής δικαστής επαληθεύει την ύπαρξη, το ύψος και τη φύση της, βάσει των αποδεικτικών στοιχείων που προσκομίζει το πρόσωπο που προβαίνει στην αναγγελία και, ενδεχομένως, των στοιχείων που προσκομίζουν τα πρόσωπα που ακούγονται στη διαδικασία και ο δικαστικός πληρεξούσιος.

Οι δανειστές οι οποίοι δεν ανήγγειλαν τις απαιτήσεις τους εντός των προβλεπόμενων προθεσμιών αποκλείονται και, επομένως, δεν μπορούν να συμμετάσχουν στις διανομές ούτε να αξιώσουν μερίσματα σε περίπτωση έγκρισης σχεδίου ή ρευστοποίησης του ενεργητικού του οφειλέτη, εάν δεν εξασφαλίσουν την άρση του αποκλεισμού τους από τον εισηγητή δικαστή.

Σε περίπτωση άρσης του αποκλεισμού, μπορούν να συμμετάσχουν στις διανομές που είναι μεταγενέστερες της αίτησής τους.

Ταχεία διάσωση και ταχεία οικονομική διάσωση

Ο οφειλέτης καταρτίζει κατάλογο των απαιτήσεων κάθε δανειστή που έλαβε μέρος στη συνδιαλλαγή, οι οποίες πρέπει να αποτελέσουν αντικείμενο αναγγελίας απαιτήσεων. Ο κατάλογος πιστοποιείται από τον ελεγκτή του οφειλέτη και κατατίθεται στη γραμματεία του δικαστηρίου.

Ο δικαστικός πληρεξούσιος διαβιβάζει σε κάθε δανειστή απόσπασμα του καταλόγου που αφορά την απαίτησή του.

13 Ποιοι είναι οι κανόνες που διέπουν τη διανομή του προϊόντος της ρευστοποίησης των περιουσιακών στοιχείων; Με ποιον τρόπο κατατάσσονται οι απαιτήσεις και τα δικαιώματα των πιστωτών;

Ο προνομιούχος δανειστής διαθέτει εγγύηση η οποία του εξασφαλίζει προτεραιότητα εξόφλησης από τον οφειλέτη του σε σχέση με τους άλλους απλούς δανειστές, οι οποίοι ονομάζονται εγχειρόγραφοι δανειστές, σε περίπτωση κίνησης συλλογικής διαδικασίας εναντίον του οφειλέτη.

Επομένως, ο δανειστής μπορεί να είναι προνομιούχος:

- επειδή διαθέτει εγγύηση, χορηγηθείσα από τον οφειλέτη του ή από το δικαστήριο, ή

- επειδή ο νόμος του παρέχει ένα προνόμιο λόγω της ιδιότητάς του.

Όλοι οι προνομιούχοι δανειστές δεν είναι ίσοι. Σε περίπτωση περισσότερων προνομιούχων δανειστών, η σειρά εξόφλησής τους καθορίζεται από τον νόμο, αλλά εξοφλούνται πάντοτε πριν από τους εγχειρόγραφους δανειστές.

Οι εγχειρόγραφοι δανειστές εξοφλούνται από το εναπομένον ενεργητικό του οφειλέτη, μετά την εξόφληση των προνομιούχων δανειστών. Η διανομή πραγματοποιείται αναλογικά.

Η κατάταξη των προνομίων

Διάσωση και δικαστική εξυγίανση

Η διανομή του εκπλειστηριάσματος από την πώληση ακίνητου μεταξύ των δανειστών πραγματοποιείται με την ακόλουθη σειρά:

  1. «υπερ-προνομιούχες» απαιτήσεις από μισθούς: πληρωμή της αμοιβής των εξήντα τελευταίων ημερών εργασίας πριν από τη δικαστική απόφαση ανοίγματος της διαδικασίας
  2. δικαστικά έξοδα τα οποία προκύπτουν κανονικά μετά τη δικαστική απόφαση ανοίγματος της διαδικασίας για τις ανάγκες διεξαγωγής της διαδικασίας: έξοδα σχετικά με τη διατήρηση, τη ρευστοποίηση των αγαθών και τη διανομή του εκπλειστηριάσματος μεταξύ των δανειστών (έξοδα απογραφής και δημοσιότητας, αμοιβή των δικαστικών πληρεξουσίων κ.λπ.)
  3. απαιτήσεις εγγυημένες με το προνόμιο της συνδιαλλαγής: ισχύει υπέρ των δανειστών οι οποίοι παρέχουν νέα χρηματική εισφορά ή νέο αγαθό ή νέα υπηρεσία, με σκοπό να διασφαλιστεί η συνέχιση της δραστηριότητας της επιχείρησης και η βιωσιμότητά της
  4. προνόμιο των απαιτήσεων που έπονται της δικαστικής απόφασης ανοίγματος της διαδικασίας: απαιτήσεις που γεννώνται για τις ανάγκες διεξαγωγής της διαδικασίας ή της προσωρινής συνέχισης της δραστηριότητας, ή απαιτήσεις που γεννώνται ως αντάλλαγμα παροχής προς τον οφειλέτη κατά τη συνέχιση της δραστηριότητας ή σε εκτέλεση σύμβασης η οποία βρίσκεται και διατηρήθηκε σε ισχύ από τον εκκαθαριστή, ή απαιτήσεις που γεννώνται για τις ανάγκες της καθημερινής ζωής του οφειλέτη που είναι φυσικό πρόσωπο
  5. απαιτήσεις εγγυημένες με το γενικό προνόμιο των μισθωτών: πληρωμή της αμοιβής των έξι μηνών εργασίας πριν από τη δικαστική απόφαση ανοίγματος της διαδικασίας
  6. απαιτήσεις εγγυημένες με ειδικό προνόμιο ή υποθήκη
  7. εγχειρόγραφες απαιτήσεις.

Η διανομή του εκπλειστηριάσματος από την πώληση κινητού μεταξύ των δανειστών πραγματοποιείται με την ακόλουθη σειρά:

  1. απαιτήσεις εγγυημένες με ειδική ασφάλεια επί κινητού συνοδευόμενη από δικαίωμα παρακράτησης
  2. «υπερ-προνομιούχες» απαιτήσεις από μισθούς: πληρωμή της αμοιβής των εξήντα τελευταίων ημερών εργασίας πριν από τη δικαστική απόφαση ανοίγματος της διαδικασίας
  3. δικαστικά έξοδα τα οποία γεννώνται κανονικά μετά τη δικαστική απόφαση ανοίγματος της διαδικασίας για τις ανάγκες διεξαγωγής της διαδικασίας: έξοδα σχετικά με τη διατήρηση, τη ρευστοποίηση των αγαθών και τη διανομή του εκπλειστηριάσματος μεταξύ των δανειστών (έξοδα απογραφής και δημοσιότητας, αμοιβή των δικαστικών πληρεξουσίων κ.λπ.)
  4. απαιτήσεις εγγυημένες με το προνόμιο της συνδιαλλαγής: ισχύει υπέρ των δανειστών οι οποίοι παρέχουν νέα χρηματική εισφορά ή νέο αγαθό ή νέα υπηρεσία, με σκοπό να διασφαλιστεί η συνέχιση της δραστηριότητας της επιχείρησης και η βιωσιμότητά της
  5. προνόμιο των απαιτήσεων που έπονται της δικαστικής απόφασης ανοίγματος της διαδικασίας: απαιτήσεις που γεννώνται για τις ανάγκες διεξαγωγής της διαδικασίας ή προσωρινής συνέχισης της δραστηριότητας, ή απαιτήσεις που γεννώνται ως αντάλλαγμα παροχής προς τον οφειλέτη κατά τη συνέχιση της δραστηριότητας ή σε εκτέλεση σύμβασης η οποία βρίσκεται και διατηρήθηκε σε ισχύ από τον εκκαθαριστή, ή απαιτήσεις που γεννώνται για τις ανάγκες της καθημερινής ζωής του οφειλέτη που είναι φυσικό πρόσωπο
  6. προνόμιο του δημόσιου ταμείου
  7. απαιτήσεις εγγυημένες με ειδικό προνόμιο επί κινητού χωρίς δικαίωμα παρακράτησης
  8. απαιτήσεις εγγυημένες με άλλα γενικά προνόμια επί κινητών
  9. εγχειρόγραφες απαιτήσεις.

Δικαστική εκκαθάριση

Η διανομή του εκπλειστηριάσματος από την πώληση ακίνητου αγαθού μεταξύ των δανειστών πραγματοποιείται με την ακόλουθη σειρά:

  1. «υπερ-προνομιούχες» απαιτήσεις από μισθούς: πληρωμή της αμοιβής των εξήντα τελευταίων ημερών εργασίας πριν από τη δικαστική απόφαση κίνησης της διαδικασίας
  2. δικαστικά έξοδα τα οποία γεννώνται κανονικά μετά τη δικαστική απόφαση κίνησης της διαδικασίας για τις ανάγκες διεξαγωγής της διαδικασίας: έξοδα απογραφής και δημοσιότητας, αμοιβή των δικαστικών πληρεξουσίων κ.λπ.
  3. απαιτήσεις εγγυημένες με το προνόμιο της συνδιαλλαγής: ισχύει υπέρ των δανειστών οι οποίοι παρέχουν νέα χρηματική εισφορά ή νέο αγαθό ή νέα υπηρεσία, με σκοπό να διασφαλιστεί η συνέχιση της δραστηριότητας της επιχείρησης και η βιωσιμότητά της
  4. απαιτήσεις εγγυημένες με ειδικές ασφάλειες επί ακινήτων
  5. προνόμιο των απαιτήσεων που έπονται της δικαστικής απόφασης κίνησης της διαδικασίας: απαιτήσεις που γεννώνται για τις ανάγκες διεξαγωγής της διαδικασίας ή προσωρινής συνέχισης της δραστηριότητας, ή απαιτήσεις που γεννώνται ως αντάλλαγμα παροχής προς τον οφειλέτη κατά τη συνέχιση της δραστηριότητας ή σε εκτέλεση σύμβασης η οποία βρίσκεται και διατηρήθηκε σε ισχύ από τον εκκαθαριστή, ή απαιτήσεις που γεννώνται για τις ανάγκες της καθημερινής ζωής του οφειλέτη που είναι φυσικό πρόσωπο
  6. εγχειρόγραφες απαιτήσεις.

Η διανομή του εκπλειστηριάσματος από την πώληση κινητού αγαθού μεταξύ των δανειστών πραγματοποιείται με την ακόλουθη σειρά:

  1. απαιτήσεις εγγυημένες με ειδική ασφάλεια επί κινητού συνοδευόμενη από δικαίωμα παρακράτησης
  2. «υπερ-προνομιούχες» απαιτήσεις μισθών: πληρωμή της αμοιβής των εξήντα τελευταίων ημερών εργασίας πριν από τη δικαστική απόφαση κίνησης της διαδικασίας
  3. δικαστικά έξοδα τα οποία γεννώνται κανονικά μετά τη δικαστική απόφαση κίνησης της διαδικασίας για τις ανάγκες διεξαγωγής της διαδικασίας: έξοδα απογραφής και δημοσιότητας, αμοιβή των δικαστικών πληρεξουσίων κ.λπ.
  4. απαιτήσεις εγγυημένες με το προνόμιο του συμβιβασμού
  5. προνόμιο των απαιτήσεων που έπονται της δικαστικής απόφασης κίνησης της διαδικασίας: απαιτήσεις που γεννώνται για τις ανάγκες διεξαγωγής της διαδικασίας ή προσωρινής συνέχισης της δραστηριότητας, ή απαιτήσεις που γεννώνται ως αντάλλαγμα παροχής προς τον οφειλέτη κατά τη συνέχιση της δραστηριότητας ή σε εκτέλεση σύμβασης η οποία βρίσκεται και διατηρήθηκε σε ισχύ από τον εκκαθαριστή, ή απαιτήσεις που γεννώνται για τις ανάγκες της καθημερινής ζωής του οφειλέτη που είναι φυσικό πρόσωπο
  6. απαιτήσεις εγγυημένες με υποθήκη επί κινητού ή απαιτήσεις εγγυημένες με ενέχυρο επί του εξοπλισμού ή των εργαλείων
  7. προνόμιο του δημόσιου
  8. απαιτήσεις εγγυημένες με ειδική ασφάλεια επί κινητών χωρίς δικαίωμα παρακράτησης
  9. άλλα προνόμια επί κινητών (άρθρο 2331 του Αστικού Κώδικα) και γενικό προνόμιο από μισθούς
  10. εγχειρόγραφες απαιτήσεις.

14 Ποιες είναι οι προϋποθέσεις και τα αποτελέσματα της περάτωσης της διαδικασίας αφερεγγυότητας (ιδίως διά πτωχευτικού συμβιβασμού);

Διάσωση και δικαστική εξυγίανση

Οι διαδικασίες διάσωσης και δικαστικής εξυγίανσης θεσπίστηκαν για να καταστήσουν εφικτές, μέσω ενός σχεδίου, τη διάσωση της επιχείρησης, τη συνέχιση της δραστηριότητάς της, και τη διατήρηση των θέσεων απασχόλησης και την εκκαθάριση του παθητικού. Το σχέδιο διάσωσης ή εξυγίανσης μπορεί να εγκριθεί μόνο εφόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις αυτές.

Ο οφειλέτης, σε περίπτωση διάσωσης, ή ο διαχειριστής, σε περίπτωση δικαστικής εξυγίανσης, καταρτίζουν το προτεινόμενο σχέδιο, εφόσον υπάρχει σοβαρή πιθανότητα διάσωσης της επιχείρησης. Το σχέδιο περιλαμβάνει τρία σκέλη:

— οικονομικό και χρηματοοικονομικό σκέλος, στο οποίο καθορίζονται οι προοπτικές εξυγίανσης ανάλογα με τις δυνατότητες και τους όρους των δραστηριοτήτων, την κατάσταση της αγοράς και τα διαθέσιμα μέσα χρηματοδότησης

— ορισμό των όρων διακανονισμού του παθητικού και των τυχόν εγγυήσεων που πρέπει να παράσχει ο επιχειρηματίας για να διασφαλίσει την εκτέλεσή του

— κοινωνικό σκέλος, στο οποίο εκτίθενται και δικαιολογούνται το επίπεδο και οι προοπτικές απασχόλησης καθώς και οι κοινωνικοί όροι που προβλέπονται για τη συνέχιση της δραστηριότητας. Όταν το σχέδιο προβλέπει απολύσεις για οικονομικούς λόγους, πρέπει να υπενθυμίζονται σε αυτό τα ήδη ληφθέντα μέτρα και να καθορίζονται οι δράσεις που θα αναληφθούν για τη διευκόλυνση της επανένταξης στην αγορά εργασίας και την αποζημίωση των υπαλλήλων των οποίων κινδυνεύει η απασχόληση.

Στο σχέδιο αναφέρονται όλες οι υποχρεώσεις που αναλαμβάνουν τα πρόσωπα που έχουν την ευθύνη της εφαρμογής του και οι οποίες είναι απαραίτητες για την εξυγίανση της επιχείρησης.

Ακολούθως, το δικαστήριο αποφαίνεται επί της πρότασης σχεδίου που του υπέβαλε ο οφειλέτης ή δανειστής.

Η απόφαση του δικαστηρίου με την οποία εγκρίνεται σχέδιο διάσωσης ή εξυγίανσης ή σχέδιο μεταβίβασης είναι δικαστική απόφαση. Το σχέδιο έχει επίσης μια συμβατική πτυχή, εάν συγκροτήθηκαν επιτροπές δανειστών.

Η διάρκεια του σχεδίου δεν μπορεί να υπερβαίνει τα δέκα έτη (δεκαπέντε έτη για τους γεωργούς).

Το δικαστήριο ορίζει, για τη διάρκεια ισχύος του σχεδίου, τον δικαστικό διαχειριστή ή τον δικαστικό πληρεξούσιο ως επίτροπο εκτέλεσης του σχεδίου για να επιβλέπει την εκτέλεσή του.

Με την έγκριση του σχεδίου τερματίζεται η περίοδος παρατήρησης. Ο οφειλέτης ανακτά τον έλεγχο των περιουσιακών στοιχείων του και μπορεί εκ νέου να διοικεί την επιχείρησή του, με την επιφύλαξη των μέτρων που το δικαστήριο του επέβαλε με το σχέδιο.

Πράγματι, ο οφειλέτης οφείλει να τηρεί τις διατάξεις του σχεδίου από κάθε άποψη.

Διαφορετικά, σε περίπτωση μη εκτέλεσης των υποχρεώσεών του ή σε περίπτωση παύσης πληρωμών κατά τη διάρκεια της εκτέλεσης του σχεδίου διάσωσης ή δικαστικής εξυγίανσης, ο οφειλέτης διατρέχει τον κίνδυνο λύσης του σχεδίου και επανάληψης της διαδικασίας.

Μετατροπή σε δικαστική εκκαθάριση

Η δικαστική εκκαθάριση μπορεί να αποφασιστεί κατά τη διάρκεια ή στο τέλος της περιόδου επιτήρησης που ξεκινά με τη δικαστική απόφαση διάσωσης ή τη δικαστική απόφαση δικαστικής εξυγίανσης.

Το δικαστήριο πρέπει να αποφασίσει τη δικαστική εκκαθάριση μόλις καταστεί σαφές ότι η συνέχιση της δραστηριότητας της επιχείρησης είναι αδύνατη ή ότι το σχέδιο εκχώρησης δεν μπορεί να εγκριθεί στο πλαίσιο της διαδικασίας δικαστικής εξυγίανσης.

Λήξη των υποχρεώσεων στο πλαίσιο της δικαστικής εκκαθάρισης για τον οφειλέτη που είναι φυσικό πρόσωπο

Η πτωχευτική απαλλοτρίωση του οφειλέτη ξεκινά από την ημέρα της απόφασης της δικαστικής εκκαθάρισης και διαρκεί έως την περάτωση της εκκαθάρισης. Στο σημείο αυτό, ο οφειλέτης ανακτά τα δικαιώματά του και μπορεί να προβαίνει ξανά σε σχετικές πράξεις.

15 Ποια είναι τα δικαιώματα των πιστωτών μετά την περάτωση της διαδικασίας αφερεγγυότητας;

Η ολοκλήρωση της εκτέλεσης του σχεδίου διάσωσης ή δικαστικής εξυγίανσης δεν επιτρέπει στους δανειστές που δεν είχαν αναγγείλει τις απαιτήσεις τους να κινηθούν κατά του οφειλέτη.

Η κατ' εξαίρεση δυνατότητα κίνησης μεμονωμένης διαδικασίας προβλέπεται ρητώς μόνο σε περίπτωση κλεισίματος της δικαστικής εκκαθάρισης λόγω ανεπάρκειας ενεργητικού.

Χρόνος κατά τον οποίο η διαδικασία αφερεγγυότητας θεωρείται περατωθείσα

Η περίοδος παρατήρησης είναι η περίοδος από την ημερομηνία της δικαστικής απόφασης ανοίγματος της διαδικασίας έως την ημερομηνία της δικαστικής απόφασης με την οποία εγκρίνεται το σχέδιο διάσωσης ή δικαστικής εξυγίανσης ή αποφασίζεται η δικαστική εκκαθάριση.

Τόσο στη διαδικασία διάσωσης όσο και στη διαδικασία δικαστικής εξυγίανσης, η δραστηριότητα συνεχίζεται κατά την περίοδο παρατήρησης και ο οφειλέτης συνεχίζει, καταρχήν, να διοικεί την επιχείρησή του, με ορισμένους περιορισμούς.

Όταν υπάρχει σημαντική πιθανότητα διάσωσης της επιχείρησης, η περίοδος παρατήρησης ολοκληρώνεται κανονικά με σχέδιο διάσωσης ή δικαστικής εξυγίανσης.

Η έγκριση σχεδίου διάσωσης ή εξυγίανσης επιτρέπει στον οφειλέτη να ανακτήσει τον έλεγχο των υποθέσεών του, αλλά δεν θέτει τέλος στη διαδικασία.

Πράγματι, η διαδικασία κλείνει όταν εγκρίνεται από τον εισηγητή δικαστή η έκθεση λήξης του έργου του δικαστικού διαχειριστή και του δικαστικού πληρεξουσίου. Ο πρόεδρος του δικαστηρίου εκδίδει τότε διάταξη περάτωσης, η οποία αποτελεί μέτρο δικαστικής διαχείρισης κατά του οποίου δεν χωρεί προσφυγή.

Επομένως, η διαδικασία περατώνεται δικαστικά με την έκδοση της διάταξης περάτωσης.

Ωστόσο, τα αποτελέσματα της διαδικασίας δεν σταματούν με τη διάταξη περάτωσης, δεδομένου ότι το σχέδιο διάσωσης ή δικαστικής εξυγίανσης βρίσκεται ακόμη σε εξέλιξη.

Ο οφειλέτης οφείλει να τηρεί τις διατάξεις του σχεδίου από κάθε άποψη.

Διαφορετικά, σε περίπτωση μη εκτέλεσης των υποχρεώσεών του ή σε περίπτωση παύσης πληρωμών κατά τη διάρκεια της εκτέλεσης του σχεδίου διάσωσης ή δικαστικής εξυγίανσης, ο οφειλέτης διατρέχει τον κίνδυνο λύσης του σχεδίου και επανάληψης της διαδικασίας.

16 Πού καταλογίζονται το κόστος και οι δαπάνες της διαδικασίας αφερεγγυότητας;

Το κόστος και οι δαπάνες της διαδικασίας βαρύνουν την επιχείρηση που αποτελεί αντικείμενο της διαδικασίας αφερεγγυότητας.

17 Ποιοι είναι οι κανόνες που άπτονται της ακυρότητας, της ακυρωσίας ή του ανενεργού των επιβλαβών για όλους τους πιστωτές δικαιοπραξιών;

Όταν το δικαστήριο διατάσσει το άνοιγμα διαδικασίας δικαστικής εξυγίανσης ή δικαστικής εκκαθάρισης, τεκμαίρεται καταρχήν ότι η ημερομηνία παύσης των πληρωμών του οφειλέτη είναι η ημερομηνία της δικαστικής απόφασης για το άνοιγμα της διαδικασίας.

Ωστόσο, το δικαστήριο έχει τη δυνατότητα να καθορίσει την ημερομηνία παύσης των πληρωμών σε ημερομηνία η οποία προηγείται έως 18 μήνες της ημερομηνίας ανοίγματος της διαδικασίας αφερεγγυότητας.

Το διάστημα από την ημερομηνία παύσης των πληρωμών έως την ημερομηνία ανοίγματος της διαδικασίας δικαστικής εξυγίανσης ή δικαστικής εκκαθάρισης ονομάζεται στην περίπτωση αυτή «ύποπτη περίοδος».

Ορισμένες πράξεις οι οποίες τελούνται από τον οφειλέτη κατά την ύποπτη περίοδο και φαίνονται δόλιες ακυρώνονται.

Η αγωγή ακύρωσης των πράξεων που τελέσθηκαν κατά την ύποπτη περίοδο υπάγεται στην αποκλειστική αρμοδιότητα του δικαστηρίου που έχει επιληφθεί της διαδικασίας.

Την αγωγή μπορούν να ασκήσουν μόνο ο δικαστικός διαχειριστής, ο δικαστικός πληρεξούσιος, ο εκκαθαριστής και η εισαγγελική αρχή.

Οι δανειστές μπορούν να ασκήσουν ατομικά, ή συλλογικά μέσω του δικαστικού πληρεξουσίου, αγωγή μη αντιταξιμότητας των πράξεων του οφειλέτη.

Η πράξη είναι άκυρη έναντι όλων και καταργείται με αναδρομική ισχύ.

Υποχρεωτικά άκυρες είναι οι ακόλουθες δώδεκα περιπτώσεις παράτυπων πράξεων :

  • κάθε πράξη μεταβίβασης κινητής ή ακίνητης περιουσίας με χαριστική αιτία
  • κάθε αμφοτεροβαρής ανταλλακτική σύμβαση στην οποία οι υποχρεώσεις του οφειλέτη υπερβαίνουν σημαντικά εκείνες του αντισυμβαλλομένου
  • κάθε πληρωμή, με οποιονδήποτε τρόπο, οφειλών μη ληξιπρόθεσμων κατά την ημερομηνία πληρωμής
  • κάθε πληρωμή ληξιπρόθεσμων οφειλών, η οποία πραγματοποιείται με οποιονδήποτε άλλο τρόπο εκτός μετρητών, χρεογράφων, εμβασμάτων, σημειωμάτων εκχώρησης απαιτήσεων ή με κάθε άλλον τρόπο πληρωμής γενικά αποδεκτό στις επιχειρηματικές σχέσεις
  • κάθε κατάθεση και κάθε παρακαταθήκη χρηματικών ποσών σε συνέχεια ενεχυρίασης περιουσιακού στοιχείου απουσία δικαστικής απόφασης με ισχύ δεδικασμένου
  • κάθε συμβατική υποθήκη, κάθε δικαστική υποθήκη καθώς και κάθε νόμιμη υποθήκη των συζύγων και κάθε δικαίωμα από ασφάλεια ή ενέχυρο επί κινητού που έχουν συσταθεί επί περιουσιακών στοιχείων του οφειλέτη για προηγούμενες οφειλές
  • κάθε συντηρητικό μέτρο, εκτός εάν η εγγραφή ή η πράξη κατάσχεσης προηγείται της ημερομηνίας παύσης των πληρωμών
  • κάθε εξουσιοδότηση και άσκηση δικαιώματος προαίρεσης από τους υπαλλήλους της επιχείρησης
  • κάθε μεταβίβαση περιουσίας ή δικαιωμάτων προς καταπίστευμα, εκτός εάν η εν λόγω μεταβίβαση διενεργήθηκε ως εγγύηση οφειλής που συνήφθη ταυτόχρονα
  • κάθε τροποποίηση σύμβασης καταπιστεύματος η οποία επηρεάζει τα δικαιώματα ή περιουσιακά στοιχεία που ήδη μεταβιβάστηκαν προς το καταπίστευμα για την εγγύηση οφειλών που συνήφθησαν πριν από την εν λόγω τροποποίηση
  • όταν ο οφειλέτης είναι ατομική επιχείρηση με περιορισμένη ευθύνη, κάθε διάθεση ή τροποποίηση της διάθεσης περιουσιακού στοιχείου, με την επιφύλαξη της καταβολής των μη διατεθέντων εσόδων στην επαγγελματική δραστηριότητα, από την οποία προκαλείται μείωση της περιουσίας που αφορά η διαδικασία προς όφελος άλλης περιουσίας του εν λόγω οφειλέτη
  • η συμβολαιογραφική δήλωση ακατάσχετου που καταρτίζει ο οφειλέτης.

Οι ως άνω πράξεις πρέπει να ακυρώνονται από το δικαστήριο, ανεξάρτητα από το κατά πόσον οι συμβαλλόμενοι ενήργησαν καλόπιστα ή κακόπιστα.

Επιπλέον, το δικαστήριο μπορεί να ακυρώσει τις πράξεις μεταβίβασης με χαριστική αιτία κινητής ή ακίνητης περιουσίας και τη δήλωση ακατάσχετου, οι οποίες καταρτίστηκαν κατά τους έξι μήνες πριν από την ημερομηνία παύσης των πληρωμών. Στις περιπτώσεις αυτές οι πράξεις είναι δυνητικά άκυρες.


Την έκδοση αυτής της σελίδας στην εθνική γλώσσα διαχειρίζεται ο αντίστοιχος αρμόδιος επαφής του ΕΔΔ. Οι μεταφράσεις έχουν γίνει από την αρμόδια υπηρεσία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Οι τυχόν αλλαγές που επιφέρει η αρμόδια εθνική αρχή στο πρωτότυπο ενδέχεται να μην έχουν περιληφθεί ακόμα στις μεταφράσεις. Η Επιτροπή και το Ευρωπαϊκό Δικαστικό Δίκτυο δεν αναλαμβάνουν καμία απολύτως ευθύνη όσον αφορά πληροφορίες ή δεδομένα που περιέχονται ή αναφέρονται στο παρόν έγγραφο. Βλ. την ανακοίνωση νομικού περιεχομένου για τους κανόνες πνευματικής ιδιοκτησίας που ισχύουν στο κράτος μέλος που είναι αρμόδιο για την παρούσα σελίδα.

Τελευταία επικαιροποίηση: 13/02/2018

Αφερεγγυότητα - Κροατία

ΠΙΝΑΚΑΣ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΩΝ


1 Εναντίον ποιων μπορούν να κινηθούν διαδικασίες αφερεγγυότητας;

Η προπτωχευτική και η πτωχευτική διαδικασία στρέφονται κατά νομικών προσώπων καθώς και κατά των περιουσιακών στοιχείων ενός ιδιώτη οφειλέτη, εκτός αν άλλως ορίζει ο νόμος. Για τους σκοπούς του πτωχευτικού νόμου (Stečajni zakon - «SZ»), ιδιώτης οφειλέτης είναι ένα φυσικό πρόσωπο που υπόκειται σε φόρο εισοδήματος από αυτοαπασχόληση, σύμφωνα με τις διατάξεις του νόμου περί φορολογίας εισοδήματος (Zakon o porezu na dohodak) ή ένα φυσικό πρόσωπο που υπόκειται σε εταιρικό φόρο εισοδήματος, σύμφωνα με τις διατάξεις του νόμου περί φορολογίας εισοδήματος εταιριών (Zakon o porezu na dobit).

2 Ποιες είναι οι προϋποθέσεις για την έναρξη διαδικασιών αφερεγγυότητας;

α) Η προπτωχευτική διαδικασία κινείται αν το δικαστήριο κρίνει ότι υφίσταται επαπειλούμενη αφερεγγυότητα, δηλαδή αν το δικαστήριο συναγάγει ότι ο οφειλέτης δεν θα είναι σε θέση να εκπληρώσει τις υφιστάμενες υποχρεώσεις του κατά την ημερομηνία που θα καταστούν ληξιπρόθεσμες.

Επαπειλούμενη αφερεγγυότητα υφίσταται αν δεν έχουν ήδη ανακύψει οι περιστάσεις που καθιστούν αφερέγγυο τον οφειλέτη και αν:

− στο Μητρώο καταχώρισης των οικονομικών υποχρεώσεων κατά προτεραιότητα, το οποίο τηρείται από την Οικονομική Υπηρεσία (Financijska agencija), υπάρχουν καταχωρισμένες μια ή περισσότερες εκκρεμείς υποχρεώσεις του οφειλέτη με νόμιμη βάση πληρωμής, και οι οποίες θα έπρεπε να έχουν εισπραχθεί χωρίς την περαιτέρω έγκριση του οφειλέτη, από οποιονδήποτε λογαριασμό του, ή

− ο οφειλέτης είναι πλέον των 30 ημερών υπερήμερος ως προς την καταβολή των μισθών που οφείλονται στους εργαζόμενους σύμφωνα με μια σύμβαση εργασίας, τους κανονισμούς της εργατικής νομοθεσίας, μια συλλογική σύμβαση ή ειδικούς κανονισμούς ή άλλο έγγραφο που ρυθμίζει τις υποχρεώσεις των εργοδοτών έναντι των εργαζόμενων ή

− ο οφειλέτης δεν καταβάλει τις εισφορές και τους φόρους που οφείλονται για τους μισθούς της προηγούμενης υποπαραγράφου, μέσα σε 30 ημέρες από την ημερομηνία που όφειλε να καταβάλει τους μισθούς στους εργαζόμενους.

β) Το δικαστήριο κηρύσσει την έναρξη της πτωχευτικής διαδικασίας αν κρίνει ότι υφίστανται οι λόγοι της πτώχευσης, δηλαδή η αφερεγγυότητα ή η υπερχρέωση.

Αφερεγγυότητα υφίσταται εάν ο οφειλέτης δεν είναι σε θέση να εκπληρώνει τις εκκρεμείς οικονομικές του υποχρεώσεις σε συνεχή βάση. Η εκ μέρους του οφειλέτη ικανοποίηση των απαιτήσεων ορισμένων πιστωτών ή η δυνατότητα να τις ικανοποιήσει πλήρως ή μερικώς δεν αρκεί για να χαρακτηριστεί φερέγγυος ο οφειλέτης.

Ο οφειλέτης θεωρείται αφερέγγυος:

− εάν, στο Μητρώο καταχώρισης των υποχρεώσεων κατά προτεραιότητα το οποίο τηρεί η Οικονομική Υπηρεσία, υπάρχουν καταχωρισμένες μια ή περισσότερες εκκρεμείς υποχρεώσεις του, ληξιπρόθεσμες πλέον των 60 ημερών, με νόμιμη βάση πληρωμής, και οι οποίες θα έπρεπε να έχουν εισπραχθεί, χωρίς την περαιτέρω έγκριση του οφειλέτη, από οποιονδήποτε λογαριασμό του

− εάν δεν έχει καταβάλει στους εργαζομένους του τρεις διαδοχικούς μισθούς που οφείλονται σύμφωνα με σύμβαση εργασίας, τους κανονισμούς της εργατικής νομοθεσίας, συλλογική σύμβαση ή ειδικούς κανονισμούς ή άλλο έγγραφο που ρυθμίζει τις υποχρεώσεις των εργοδοτών έναντι των εργαζόμενων.

Υπερχρέωση υφίσταται αν τα περιουσιακά στοιχεία του οφειλέτη- νομικού προσώπου- πλέον δεν αρκούν για την κάλυψη των υφιστάμενων υποχρεώσεών του.

3 Ποια περιουσιακά στοιχεία ανήκουν στην πτωχευτική περιουσία; Πώς αντιμετωπίζονται τα περιουσιακά στοιχεία που αποκτώνται από τον οφειλέτη ή που περιέρχονται σε αυτόν μετά την έναρξη της διαδικασίας αφερεγγυότητας;

Στην πτώχευση, η πτωχευτική περιουσία περιλαμβάνει το σύνολο των περιουσιακών στοιχείων που είχε στην κυριότητά του ο οφειλέτης κατά την ημερομηνία έναρξης της πτωχευτικής διαδικασίας και τα περιουσιακά στοιχεία που απέκτησε ο οφειλέτης κατά τη διάρκεια αυτής. Οι δαπάνες της πτωχευτικής διαδικασίας, οι απαιτήσεις των πιστωτών του οφειλέτη, και οι απαιτήσεις που έχουν εξασφαλιστεί με συγκεκριμένα δικαιώματα επί των περιουσιακών στοιχείων του οφειλέτη πληρώνονται από την πτωχευτική περιουσία.

H ελεύθερη χρήση των περιουσιακών στοιχείων της πτωχευτικής περιουσίας από τα πρόσωπα που είχαν προηγουμένως νόμιμη εξουσία εκπροσώπησης του οφειλέτη ή από τον ιδιώτη οφειλέτη μετά την έναρξη της πτωχευτικής διαδικασίας δεν παράγει έννομα αποτελέσματα, με εξαίρεση τη χρήση που διέπεται από τους γενικούς κανόνες για την τήρηση της αρχής της πίστης προς τα δημόσια μητρώα. Το αντάλλαγμα αποδίδεται στον αντισυμβαλλόμενο από την πτωχευτική περιουσία, αν αυτό συνέβαλε στην αύξηση της πτωχευτικής περιουσίας.

Εάν ο ιδιώτης οφειλέτης έγινε δικαιούχος κληρονομίας ή κληροδοσίας πριν από την έναρξη ή κατά τη διάρκεια της πτωχευτικής διαδικασίας, μόνον ο ίδιος δικαιούται να αποδεχθεί ή να αποποιηθεί την κληρονομία ή την κληροδοσία.

Εάν ο οφειλέτης συστήσει κοινή περιουσία ή άλλη έννομη σχέση ή κοινοπραξία με τρίτον, η διανομή των περιουσιακών στοιχείων διενεργείται εκτός του πλαισίου της πτωχευτικής διαδικασίας. Για την εκπλήρωση των υποχρεώσεων που απορρέουν από την εν λόγω σχέση μπορεί να ζητηθεί χωριστή ικανοποίηση από το μερίδιο του οφειλέτη.

4 Ποιες εξουσίες έχουν ο οφειλέτης και ο διαχειριστής της διαδικασίας αφερεγγυότητας, αντίστοιχα;

α) Προπτωχευτική διαδικασία – ο διορισμός του συνδίκου υπόκειται στα ίδια προαπαιτούμενα με αυτά του διορισμού εκκαθαριστή. Το δικαστήριο, αν το θεωρήσει αναγκαίο, διορίζει σύνδικο με την απόφασή του για την έναρξη της προπτωχευτικής διαδικασίας. Τα καθήκοντα του συνδίκου παύουν κατά την ημερομηνία έκδοσης της απόφασης που επικυρώνει την προπτωχευτική συμφωνία, κατά την ημερομηνία έναρξης της πτωχευτικής διαδικασίας ή με απόφαση των πιστωτών.

Στην προπτωχευτική διαδικασία ο σύνδικος οφείλει:

1. να εξετάζει τις επιχειρηματικές δραστηριότητες του οφειλέτη

2. να εξετάζει τον κατάλογο των περιουσιακών στοιχείων και των υποχρεώσεων του οφειλέτη

3. να εξετάζει τη βασιμότητα των καταχωρισμένων απαιτήσεων

4. να προσβάλλει το κύρος απαιτήσεων εάν, βάσει των δηλώσεων των πιστωτών ή για άλλους λόγους, αμφιβάλλει για την εγκυρότητά τους

5. να επιβλέπει τις επιχειρηματικές δραστηριότητες του οφειλέτη, ιδίως τις οικονομικές του εργασίες, τη σύσταση υποχρεώσεων απέναντι σε τρίτους, την έκδοση μέσων ασφαλιστικής αποζημίωσης και τις επιχειρηματικές δραστηριότητες που διεξάγονται στο πλαίσιο της πώλησης αγαθών ή παροχής υπηρεσιών, διαφυλάττοντας ταυτόχρονα τα περιουσιακά στοιχεία του οφειλέτη από οποιαδήποτε ζημία

6. να ασκεί αγωγές σε περίπτωση που ο οφειλέτης αθετεί τις διατάξεις του άρθρου 67 του SZ

7. να εκδίδει διαταγές και πιστοποιητικά δυνάμει των άρθρων 69 και 71 του SZ

8. να διασφαλίζει την έγκαιρη και πλήρη εξόφληση των δαπανών της προπτωχευτικής διαδικασίας

9. να διεξάγει τις λοιπές δραστηριότητες που προβλέπει ο SZ.

Από την ημερομηνία έναρξης της προπτωχευτικής διαδικασίας και έως την περάτωσή της, ο οφειλέτης μπορεί να πραγματοποιεί μόνο τις πληρωμές που είναι αναγκαίες για τις συνήθεις επιχειρηματικές του δραστηριότητες. Κατά το εν λόγω διάστημα, ο οφειλέτης δεν μπορεί να εκπληρώνει τις υποχρεώσεις που είχαν ανακύψει και κατέστησαν ληξιπρόθεσμες πριν από την έναρξη της προπτωχευτικής διαδικασίας, παρά μόνον τις υποχρεώσεις καταβολής ακαθάριστων αμοιβών που υπέχει έναντι των νυν και πρώην εργαζομένων του βάσει σύμβασης εργασίας, αν οι απαιτήσεις είχαν καταστεί ληξιπρόθεσμες πριν από την ημερομηνία έναρξης της προπτωχευτικής διαδικασίας, τις αποζημιώσεις απόλυσης έως το ποσό που ορίζει ο νόμος και οι συλλογικές συμβάσεις, τις απαιτήσεις αποζημίωσης λόγω εργατικού ατυχήματος ή ασθένειας που προκλήθηκε από την εργασία και απαιτήσεις από μισθούς εργαζομένων προσαυξημένες κατά το ποσό των νόμιμων εισφορών και άλλα στοιχειώδη δικαιώματα των εργαζομένων, σύμφωνα με τις συμβάσεις εργασίας και τις συλλογικές συμβάσεις που κατέστησαν ληξιπρόθεσμες μετά την κατάθεση της αίτησης για την έναρξη της προπτωχευτικής διαδικασίας, καθώς και κάθε άλλη πληρωμή που ορίζεται από ειδική νομοθεσία και είναι απαραίτητη για τη διεξαγωγή των συνήθων επιχειρηματικών δραστηριοτήτων.

Από την ημερομηνία κατάθεσης της αίτησης για την έναρξη της προπτωχευτικής διαδικασίας έως την έκδοση της απόφασης που κηρύσσει την έναρξη αυτής, ο οφειλέτης δεν μπορεί να εκποιήσει τα περιουσιακά του στοιχεία ή να συστήσει βάρος επ’ αυτών, παρά μόνον με την προηγούμενη έγκριση του συνδίκου ή του δικαστηρίου αν δεν έχει διοριστεί σύνδικος.

β) Πτωχευτική διαδικασία – ο σύνδικος της πτώχευσης επιλέγεται τυχαία από τον «A» κατάλογο συνδίκων της περιφέρειας του κατά τόπον αρμόδιου δικαστηρίου, εκτός αν άλλως ορίζει ο SZ. Βάσει της εν λόγω επιλογής, το δικαστήριο διορίζει τον σύνδικο με την απόφασή του για την κήρυξη της έναρξης της πτωχευτικής διαδικασίας. Κατ’ εξαίρεση, εάν είχε διοριστεί σύνδικος στην προπτωχευτική διαδικασία που προηγήθηκε της πτωχευτικής διαδικασίας, ή είχε διοριστεί προσωρινός σύνδικος, το δικαστήριο διορίζει σύνδικο της πτώχευσης τον σύνδικο της προπτωχευτικής διαδικασίας ή τον προσωρινό σύνδικο.

Στον σύνδικο απονέμονται τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις των εταιρικών οργάνων του οφειλέτη, εκτός αν άλλως ορίζει ο SZ. Εάν ο οφειλέτης εξακολουθεί να διεξάγει την επιχειρηματική του δραστηριότητα κατά τη διάρκεια της πτωχευτικής διαδικασίας δυνάμει του άρθρου 217 παράγραφος 2 του SZ, ο σύνδικος αναλαμβάνει τη διαχείρισή της.

Ο σύνδικος εκπροσωπεί τον οφειλέτη. Ο σύνδικος διαχειρίζεται μόνον τις δραστηριότητες του ιδιώτη οφειλέτη που αφορούν την πτωχευτική περιουσία και τον εκπροσωπεί ως ο νόμιμος εκπρόσωπός του.

Ο σύνδικος οφείλει να ενεργεί ευσυνείδητα και με μεθοδικότητα και ιδίως οφείλει

1. να τακτοποιήσει σε χρονολογική σειρά τα λογιστικά στοιχεία έως την ημερομηνία έναρξης της πτωχευτικής διαδικασίας

2. να συντάξει μια προκαταρκτική εκτίμηση των εξόδων της πτωχευτικής διαδικασίας και να την υποβάλει στην επιτροπή των πιστωτών προς έγκριση

3. να συστήσει επιτροπή για την απογραφή των περιουσιακών στοιχείων

4. να συντάξει έναν αρχικό ισολογισμό των περιουσιακών στοιχείων του οφειλέτη

5. να διαχειριστεί με τη δέουσα επιμέλεια την περάτωση των εκκρεμών δραστηριοτήτων του οφειλέτη και τις δραστηριότητες που είναι αναγκαίες για να διαφυλαχθούν τα περιουσιακά στοιχεία του οφειλέτη

6. να διασφαλίσει την εκτέλεση των απαιτήσεων του οφειλέτη

7. να διεξάγει με ευσυνειδησία τις επιχειρηματικές δραστηριότητες του οφειλέτη που αναφέρονται στο άρθρο 217 παράγραφος 2 του SZ

8. να προσκομίσει στο Ασφαλιστικό Ίδρυμα Συνταξιοδότησης της Κροατίας τα έγγραφα που αφορούν το καθεστώς των δικαιούχων κατά το εργατικό δίκαιο

9. να ρευστοποιήσει ή να εισπράξει με τη δέουσα επιμέλεια τα περιουσιακά στοιχεία και τα δικαιώματα του οφειλέτη που απαρτίζουν την πτωχευτική περιουσία

10. να προπαρασκευάσει τη διανομή προς τους πιστωτές και να την εκτελέσει έπειτα από έγκριση

11. να υποβάλει μια τελική οικονομική κατάσταση στην επιτροπή των πιστωτών

12. να πραγματοποιήσει μεταγενέστερες διανομές στους πιστωτές

13. μετά το πέρας της πτωχευτικής διαδικασίας, να εκπροσωπεί την πτωχευτική περιουσία σύμφωνα με τον SZ.

Ο σύνδικος πρέπει να υποβάλλει γραπτές εκθέσεις για την πορεία της πτωχευτικής διαδικασίας και το υπόλοιπο αυτής, τουλάχιστον μια φορά ανά τρίμηνο και σε τυποποιημένη μορφή.

5 Κάτω από ποιες προϋποθέσεις μπορεί να προταθεί συμψηφισμός;

Εάν, κατά τον χρόνο έναρξης της πτωχευτικής διαδικασίας, ο πιστωτής είχε νόμιμο ή συμβατικό δικαίωμα συμψηφισμού, αυτό δεν θίγεται από την έναρξη της πτωχευτικής διαδικασίας.

Εάν κατά τον χρόνο έναρξης της πτωχευτικής διαδικασίας, υφίστανται μια ή περισσότερες απαιτήσεις που υπόκεινται σε συμψηφισμό υπό αναβλητικό όρο ή δεν έχουν καταστεί ληξιπρόθεσμες ή δεν θα εκτελεστούν με τον ίδιο τρόπο, ο συμψηφισμός θα πραγματοποιηθεί μετά την εκπλήρωση των αναγκαίων όρων. Δεν ισχύει για τον συμψηφισμό ο κανόνας που προβλέπει ότι οι εκκρεμείς απαιτήσεις καθίστανται ληξιπρόθεσμες κατά την έναρξη της πτωχευτικής διαδικασίας, και ότι οι μη χρηματικές απαιτήσεις ή οι απαιτήσεις μη καθορισμένου χρηματικού ποσού έχουν τη χρηματική αξία που τους αποδίδεται κατ’ εκτίμηση κατά τον χρόνο έναρξης της πτωχευτικής διαδικασίας. Εάν η απαίτηση που θα συμψηφιζόταν καταστεί ανεπιφύλακτη και ληξιπρόθεσμη πριν να γίνει εφικτός ο συμψηφισμός, τότε ο συμψηφισμός αποκλείεται.

Ο συμψηφισμός δεν αποκλείεται για απαιτήσεις που εκφράζονται σε διαφορετικό νόμισμα ή για ομάδες λογαριασμών, με τον όρο ότι οι εν λόγω ισοτιμίες ή ομάδες λογαριασμών μπορούν ευχερώς να εκφραστούν σε συνάλλαγμα στον τόπο εκπλήρωσης της απαίτησης που υπόκειται σε συμψηφισμό. Η μετατροπή διεξάγεται σύμφωνα με την ισχύουσα συναλλαγματική ισοτιμία στον τόπο του διακανονισμού κατά τον χρόνο παραλαβής της δήλωσης για τον συμψηφισμό.

Ο συμψηφισμός είναι απαράδεκτος:

1. εάν η υποχρέωση του πιστωτή έναντι της πτωχευτικής περιουσίας προέκυψε μετά την έναρξη της διαδικασίας αφερεγγυότητας

2. εάν η απαίτηση εκχωρήθηκε στον πιστωτή από άλλον πιστωτή μετά την έναρξη της πτωχευτικής διαδικασίας

3. εάν ο πιστωτής απέκτησε την απαίτηση με εκχώρηση κατά τους τελευταίους έξι μήνες πριν από την έναρξη της πτωχευτικής διαδικασίας ή αν η προπτωχευτική διαδικασία δεν είχε κινηθεί κατά τους τελευταίους έξι μήνες πριν από την ημερομηνία έναρξης της πτωχευτικής διαδικασίας και ο πιστωτής γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει ότι ο οφειλέτης έχει καταστεί αφερέγγυος ή ότι έχει κατατεθεί αίτηση έναρξης της προπτωχευτικής ή της πτωχευτικής διαδικασίας κατά του οφειλέτη. Κατά παρέκκλιση, ο συμψηφισμός επιτρέπεται εάν η απαίτηση εκχωρήθηκε για την εκτέλεση μιας σύμβασης που δεν έχει εκτελεστεί ή αν το δικαίωμα ικανοποίησης της απαίτησης αναβίωσε μετά την επιτυχή προσβολή μιας δικαιοπραξίας του οφειλέτη.

4. εάν ο πιστωτής απέκτησε το δικαίωμα του συμψηφισμού με ακυρώσιμη δικαιοπραξία.

6 Ποια αποτελέσματα έχουν οι διαδικασίες αφερεγγυότητας επί των υφισταμένων συμβάσεων στις οποίες ο οφειλέτης αποτελεί συμβαλλόμενο μέρος;

Εάν κατά τον χρόνο έναρξης της πτωχευτικής διαδικασίας, ο οφειλέτης και ο αντισυμβαλλόμενός του δεν έχουν εκτελέσει πλήρως ή εν μέρει μια αμφοτεροβαρή σύμβαση, ο σύνδικος μπορεί να εκτελέσει τη σύμβαση αντί του οφειλέτη και να απαιτήσει την εκτέλεση από τον αντισυμβαλλόμενο. Εάν ο σύνδικος αρνηθεί να εκτελέσει τη σύμβαση, ο αντισυμβαλλόμενος μπορεί να εκτελέσει την απαίτησή του λόγω αθέτησης μόνον ως πτωχευτικός πιστωτής. Εάν ο αντισυμβαλλόμενος καλέσει τον σύνδικο να υποβάλει παρατηρήσεις ως προς το δικαίωμα προαίρεσης, ο σύνδικος πρέπει αμέσως, και το αργότερο μετά την εξέταση της χρηματοοικονομικής αναφοράς, να ενημερώσει τον αντισυμβαλλόμενο με συστημένη επιστολή σχετικά με την πρόθεσή του να απαιτήσει την εκτέλεση της σύμβασης ή όχι. Κατά παρέκκλιση, εάν ο αντισυμβαλλόμενος θα υφίστατο σημαντική ζημία κατά τον χρόνο της εξέτασης της χρηματοοικονομικής αναφοράς και έχει ενημερώσει σχετικά τον σύνδικο, ο τελευταίος οφείλει να γνωστοποιήσει στον αντισυμβαλλόμενο την πρόθεσή του να απαιτήσει την εκτέλεση της σύμβασης ή όχι, αποστέλλοντάς του συστημένη επιστολή μέσα σε οκτώ ημέρες. Διαφορετικά, ο σύνδικος δεν θα έχει το δικαίωμα να απαιτήσει την εκτέλεση της σύμβασης.

Εάν οι υποχρεώσεις παροχής είναι διαιρετές, και ο αντισυμβαλλόμενος έχει εκπληρώσει εν μέρει τις υποχρεώσεις παροχής του κατά τον χρόνο έναρξης της πτωχευτικής διαδικασίας, τότε ο εν λόγω συμβαλλόμενος δικαιούται να ασκήσει το δικαίωμά του στην αντιπαροχή που αναλογεί στη μερική παροχή ως πτωχευτικός πιστωτής, ακόμη κι αν ο σύνδικος απαίτησε την εκπλήρωση της εναπομένουσας ενοχής. Ο αντισυμβαλλόμενος δεν έχει το δικαίωμα να απαιτήσει την απόδοση της αξίας κατά την οποία αυξήθηκαν τα περιουσιακά στοιχεία του οφειλέτη με τη μερική παροχή του, λόγω μη εκτέλεσης του δικαιώματός του στην αντιπαροχή.

Εάν έχει εγγραφεί προσημείωση στο κτηματολόγιο για την εξασφάλιση της απαίτησης που αφορά την κτήση ή ανάκληση δικαιωμάτων σε ένα από τα περιουσιακά στοιχεία του οφειλέτη, ή σε ένα από τα δικαιώματα που έχουν συσταθεί υπέρ του οφειλέτη ή για την εξασφάλιση της απαίτησης για μια αλλαγή του αντικειμένου ή της προτεραιότητας του εν λόγω δικαιώματος, ο πιστωτής μπορεί να ικανοποιήσει την απαίτησή του ως πτωχευτικός πιστωτής. Το ίδιο ισχύει αν ο οφειλέτης είχε αναλάβει οποιαδήποτε άλλη υποχρέωση την οποία στη συνέχεια δεν εκπλήρωσε πλήρως ή εν μέρει. Η εν λόγω διάταξη ισχύει αναλογικά για τις εγγραφές προσημειώσεων στο νηολόγιο, το μητρώο πλοίων υπό ναυπήγηση ή το μητρώο αεροσκαφών.

Εάν πριν από την έναρξη της πτωχευτικής διαδικασίας, ο οφειλέτης πώλησε την ακίνητη περιουσία του με παρακράτηση κυριότητας και παρέδωσε το ακίνητο στην κατοχή του αγοραστή, ο αγοραστής μπορεί να απαιτήσει την εκτέλεση της σύμβασης αγοραπωλησίας. Το ίδιο ισχύει εάν ο οφειλέτης ανέλαβε περαιτέρω υποχρεώσεις έναντι του αγοραστή τις οποίες δεν εκπλήρωσε πλήρως ή τις οποίες εκπλήρωσε μόνον εν μέρει. Εάν πριν από την έναρξη της πτωχευτικής διαδικασίας, ο οφειλέτης αγόρασε ένα ακίνητο με παρακράτηση κυριότητας και ο πωλητής το παρέδωσε στην κατοχή του, ο σύνδικος έχει το δικαίωμα προαίρεσης του άρθρου 181 του SZ.

Η μίσθωση και η εκμίσθωση ακινήτων ή εγκαταστάσεων δεν λύονται με την έναρξη της πτωχευτικής διαδικασίας. Το ίδιο ισχύει για τις μισθωτικές σχέσεις που είχε συνάψει ο οφειλέτης ως εκμισθωτής ως προς πράγματα τα οποία μεταβιβάστηκαν για ασφαλιστικούς σκοπούς σε τρίτον ο οποίος χρηματοδότησε την αγορά ή παραγωγή τους. Τα δικαιώματα που αφορούν το διάστημα πριν από την έναρξη της πτωχευτικής διαδικασίας, καθώς και η ζημία που προέκυψε από την πρόωρη καταγγελία της σύμβασης, μπορεί να ασκηθούν από τον αντισυμβαλλόμενο μόνο με την ιδιότητα του πτωχευτικού πιστωτή.

Ο σύνδικος μπορεί να ακυρώσει τις μισθωτικές συμβάσεις επί ακινήτων ή εγκαταστάσεων που έχει συνάψει ο οφειλέτης ως μισθωτής χωρίς να λάβει υπόψη τη συμβατική διάρκεια, με την επιφύλαξη όμως της νόμιμης προθεσμίας ειδοποίησης. Εάν ο σύνδικος κηρύξει την ακύρωση της σύμβασης, ο αντισυμβαλλόμενος μπορεί να ζητήσει αποζημίωση για πρόωρη καταγγελία της σύμβασης, ως πτωχευτικός πιστωτής. Εάν κατά τον χρόνο έναρξης της πτωχευτικής διαδικασίας, ο οφειλέτης δεν είχε αποκτήσει κατοχή επί του ακινήτου ή των εγκαταστάσεων, ο σύνδικος και ο αντισυμβαλλόμενος μπορεί να υπαναχωρήσουν από τη σύμβαση. Εάν ο σύνδικος υπαναχωρήσει, ο αντισυμβαλλόμενος, μπορεί να ζητήσει αποζημίωση για ζημίες από την πρόωρη καταγγελία της σύμβασης, ως πτωχευτικός πιστωτής. Κάθε συμβαλλόμενος οφείλει να ενημερώσει τον αντισυμβαλλόμενο για την πρόθεσή του να υπαναχωρήσει από τη σύμβαση ή όχι, με αίτημα του αντισυμβαλλόμενου και μέσα σε 15 ημέρες από αυτό. Διαφορετικά, ο συμβαλλόμενος χάνει το δικαίωμά του σε υπαναχώρηση.

Οι τυχόν απαιτήσεις του οφειλέτη, ως εκμισθωτή του ακινήτου ή των εγκαταστάσεων πριν από την έναρξη της πτωχευτικής διαδικασίας, από μισθωτικές συμβάσεις που αφορούν μελλοντικό χρόνο, παράγουν έννομα αποτελέσματα στο μέτρο που αφορούν τη μίσθωση ή την εκμίσθωση, για τον τρέχοντα ημερολογιακό μήνα κατά τον χρόνο έναρξης της πτωχευτικής διαδικασίας. Εάν η πτωχευτική διαδικασία κινηθεί μετά τη δέκατη πέμπτη ημέρα του μήνα, η ύπαρξη των απαιτήσεων επίσης παράγει έννομα αποτελέσματα τον επόμενο ημερολογιακό μήνα και αφορά ειδικά την καταβολή των μισθωμάτων. Οι απαιτήσεις από την αναγκαστική εκτέλεση εξομοιώνονται με συμβατικές απαιτήσεις.

Ο σύνδικος μπορεί, για λογαριασμό του οφειλέτη ως εκμισθωτή να ακυρώσει τη μισθωτική σχέση μέσα στη νόμιμη προθεσμία ειδοποίησης, ανεξάρτητα από τη συμβατική προθεσμία.

Εάν ο σύνδικος ανέλαβε από τρίτο το ακίνητο ή τις εγκαταστάσεις που είχε εκμισθώσει ο οφειλέτης και υπεισήλθε έτσι στη μισθωτική σύμβαση αντί του οφειλέτη, ο εν λόγω τρίτος μπορεί να ακυρώσει τη σύμβαση μέσα σε μια νόμιμα καθορισμένη προθεσμία ειδοποίησης.

Εάν ο οφειλέτης είναι ο μισθωτής, ο αντισυμβαλλόμενος δεν μπορεί να ακυρώσει τη μισθωτική σύμβαση μετά την κατάθεση της αίτησης για την έναρξη της πτωχευτικής διαδικασίας:

1. λόγω καθυστέρησης στην καταβολή του μισθώματος πριν από την έναρξη της πτωχευτικής διαδικασίας

2. λόγω επιδείνωσης της οικονομικής κατάστασης του οφειλέτη.

Η έναρξη της πτωχευτικής διαδικασίας δεν συνεπάγεται την λύση των συμβάσεων εργασίας ή παροχής υπηρεσιών με τον οφειλέτη. Η έναρξη της πτωχευτικής διαδικασίας αποτελεί ειδικό δικαιολογητικό λόγο της ακύρωσης της σύμβασης εργασίας. Μετά την έναρξη της πτωχευτικής διαδικασίας, ο σύνδικος μπορεί για λογαριασμό του εργοδότη και του εργαζόμενου, να ακυρώσει τη σύμβαση εργασίας, ανεξάρτητα από τη συμβατική διάρκεια ισχύος και τις νόμιμες ή συμβατικές διατάξεις για την προστασία των εργαζόμενων. Η προθεσμία ειδοποίησης είναι ένας μήνας, εκτός αν ο νόμος ορίζει συντομότερη προθεσμία. Εάν οι εργαζόμενοι θεωρούν ότι η λύση της σύμβασης εργασίας τους δεν είναι σύμφωνη με τον νόμο, μπορεί να διεκδικήσουν την προστασία των δικαιωμάτων τους σύμφωνα με την εργατική νομοθεσία (Zakon o radu).

Ο σύνδικος μπορεί, με την έγκριση του δικαστηρίου, να συνάψει νέες συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου χωρίς τους περιορισμούς που προβλέπουν οι γενικοί κανόνες που διέπουν τις συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, με σκοπό την ολοκλήρωση των επιχειρηματικών δραστηριοτήτων που έχουν ήδη ξεκινήσει και την αποτροπή πιθανής ζημίας. Ο σύνδικος προσδιορίζει τους μισθούς και τις λοιπές παροχές από την εργασία, βασιζόμενος στη δικαστική έγκριση και σύμφωνα με τον νόμο και τη συλλογική σύμβαση. Οι μισθοί και οι παροχές από την εργασία που έγιναν απαιτητές από τους εργαζόμενους μετά την έναρξη της πτωχευτικής διαδικασίας ικανοποιούνται ως υποχρεώσεις της πτωχευτικής περιουσίας.

Το δικαίωμα συμμετοχής του εργαζόμενου παύει με την έναρξη της πτωχευτικής διαδικασίας. Οι συμφωνίες με το συμβούλιο των εργαζόμενων δεν δεσμεύουν τον σύνδικο.

Οι εντολές του οφειλέτη ως προς τα περιουσιακά στοιχεία που απαρτίζουν την πτωχευτική περιουσία παύουν να ισχύουν κατά την έναρξη της πτωχευτικής διαδικασίας. Εάν ο εντολοδόχος δεν γνώριζε ότι έχει κινηθεί η πτωχευτική διαδικασία για λόγο που δεν οφείλεται σε υπαιτιότητά του και συνέχισε τις δραστηριότητές του, η εντολή θεωρείται ότι παραμένει σε ισχύ. Οι απαιτήσεις του εντολοδόχου ως προς τις εν λόγω συνεχιζόμενες δραστηριότητες ικανοποιούνται ως απαιτήσεις πτωχευτικού πιστωτή. Για τον σκοπό της αποκατάστασης της ζημίας, ο εντολοδόχος πρέπει να συνεχίσει να διεξάγει τις δραστηριότητές του μετά την έναρξη της πτωχευτικής διαδικασίας έως ότου τις αναλάβει ο σύνδικος. Οι απαιτήσεις του εντολοδόχου ως προς τις εν λόγω δραστηριότητες ικανοποιούνται ως απαιτήσεις πιστωτή από την πτωχευτική περιουσία.

Οι προσφορές προς ή από τον οφειλέτη παύουν να ισχύουν κατά την ημέρα έναρξης της πτωχευτικής διαδικασίας, εκτός εάν είχαν γίνει αποδεκτές πριν από την εν λόγω ημέρα.

Ως προς τις συμβάσεις εργασίας με τις οποίες ένα πρόσωπο ανέλαβε την παροχή ορισμένων υπηρεσιών για λογαριασμό του οφειλέτη και ως προς την εξουσία του οφειλέτη να διαχειρίζεται τα περιουσιακά στοιχεία που εντάσσονται στην πτωχευτική περιουσία, αν η εν λόγω εξουσία παύσει με την έναρξη της πτωχευτικής διαδικασίας, ο εντολοδόχος πρέπει, για τον σκοπό της αποκατάστασης της ζημίας, να συνεχίσει τη διεξαγωγή των δραστηριοτήτων ακόμη και μετά την έναρξη της πτωχευτικής διαδικασίας, έως ότου ο σύνδικος αναλάβει τη διεξαγωγή τους. Οι απαιτήσεις του εντολοδόχου, που απορρέουν από τη συνέχιση των δραστηριοτήτων ικανοποιούνται ως απαιτήσεις πιστωτή από την πτωχευτική περιουσία.

Οι συμβατικές διατάξεις που εκ των προτέρων αποκλείουν ή περιορίζουν την εφαρμογή των διατάξεων του SZ δεν παράγουν έννομα αποτελέσματα.

7 Ποια αποτελέσματα έχουν οι διαδικασίες αφερεγγυότητας επί των ατομικών διώξεων εκ μέρους πιστωτών (εκτός εάν υφίσταται εκκρεμοδικία);

α) Προπτωχευτική διαδικασία – από την ημερομηνία έναρξης της προπτωχευτικής διαδικασίας έως την περάτωσή της δεν επιτρέπεται η επίσπευση αναγκαστικής εκτέλεσης και η κίνηση διοικητικής διαδικασίας ή ασφαλιστικών μέτρων κατά του οφειλέτη. Οποιαδήποτε τέτοια εκκρεμής διαδικασία αναστέλλεται κατά την ημέρα έναρξης της προπτωχευτικής διαδικασίας. Η διαδικασία που έχει ανασταλεί θα συνεχιστεί με πρόταση των πιστωτών:

- έπειτα από τη σύναψη μιας προπτωχευτικής συμφωνίας – ως προς τις απαιτήσεις ή το μέρος των απαιτήσεων που είχαν προσβληθεί στην προπτωχευτική διαδικασία

- έπειτα από μια αμετάκλητη απόφαση που παύει την προπτωχευτική διαδικασία.

Οι εν λόγω διατάξεις δεν ισχύουν στη διαδικασία που δεν θίγεται από την προπτωχευτική διαδικασία ή στη διαδικασία που κινείται για την ικανοποίηση των απαιτήσεων οι οποίες ανέκυψαν μετά την έναρξη της προπτωχευτικής διαδικασίας.

Η διαδικασία ενώπιον του δικαστηρίου στην οποία διατάχθηκε η αναστολή της διαδικασίας λόγω της έναρξης της προπτωχευτικής διαδικασίας, και μεταγενέστερα εκδόθηκε μια αμετάκλητη απόφαση επικύρωσης της προπτωχευτικής συμφωνίας που κάλυπτε την απαίτηση του πιστωτή, θα συνεχιστεί και το δικαστήριο θα απορρίψει την αγωγή ή θα διακόψει την αναγκαστική εκτέλεση ή τα ασφαλιστικά μέτρα, εκτός αν αφορούν τις απαιτήσεις ή μέρος των απαιτήσεων που προσβλήθηκαν στην προπτωχευτική διαδικασία.

β) Πτωχευτική διαδικασία – μετά την έναρξη της πτωχευτικής διαδικασίας, οι ατομικοί δανειστές δεν μπορούν να αναζητήσουν την επίσπευση της αναγκαστικής εκτέλεσης ή την εξασφάλιση σε βάρος του οφειλέτη κατά των περιουσιακών τους στοιχείων που απαρτίζουν την πτωχευτική περιουσία ή λοιπών περιουσιακών στοιχείων του οφειλέτη. Οι μη πτωχευτικοί πιστωτές δεν δικαιούνται να ζητήσουν την εκτέλεση ή την εξασφάλιση έναντι μελλοντικών απαιτήσεων των ιδιωτών οφειλετών από την εργασιακή τους σχέση ή άλλη υπηρεσία, ή των δικών τους απαιτήσεων από αυτή τη βάση στην πτωχευτική διαδικασία, εκτός από την αναγκαστική εκτέλεση ή την εξασφάλιση για την ικανοποίηση των απαιτήσεων διατροφής και άλλων απαιτήσεων που μπορεί να ικανοποιηθούν από το τμήμα της αμοιβής του οφειλέτη για την εργασία του, από το οποίο δεν μπορεί να ικανοποιηθούν οι απαιτήσεις άλλων πιστωτών. Οι εν λόγω διαδικασίες αναγκαστικής εκτέλεσης και ασφαλιστικών μέτρων που εκκρεμούν κατά τον χρόνο έναρξης της πτωχευτικής διαδικασίας διακόπτονται. Αν οι εν λόγω διαδικασίες συνεχιστούν, το δικαστήριο της εκτέλεσης διακόπτει τη διαδικασία.

Μετά την έναρξη της πτωχευτικής διαδικασίας, οι πιστωτές που δικαιούνται να ζητήσουν την εξαίρεση τμημάτων των περιουσιακών στοιχείων του οφειλέτη από την πτωχευτική περιουσία (izlučni vjerovnici) μπορεί, για τον σκοπό της άσκησης των δικαιωμάτων τους, να επισπεύσουν την αναγκαστική εκτέλεση και να ασκήσουν ασφαλιστικά μέτρα κατά του οφειλέτη, σύμφωνα με τους γενικούς κανόνες της αναγκαστικής εκτέλεσης. Η αναγκαστική εκτέλεση και η διαδικασία έκδοσης ασφαλιστικών μέτρων που είχαν κινήσει οι πιστωτές πριν από την έναρξη της πτωχευτικής διαδικασίας θα συνεχιστούν και θα εκτελεστούν από το δικαστήριο της εκτέλεσης, σύμφωνα με τους κανόνες της αναγκαστικής εκτέλεσης.

Μετά την έναρξη της πτωχευτικής διαδικασίας, οι πιστωτές με δικαίωμα να ζητήσουν χωριστή ικανοποίηση (razlučni vjerovnici) δεν έχουν το δικαίωμα να κινήσουν τη διαδικασία της αναγκαστικής εκτέλεσης ή των ασφαλιστικών μέτρων. Η αναγκαστική εκτέλεση και τα ασφαλιστικά μέτρα, που εκκρεμούν κατά τον χρόνο έναρξης της πτωχευτικής διαδικασίας, αναστέλλονται. Οι διαδικασίες της αναγκαστικής εκτέλεσης και των ασφαλιστικών μέτρων που έχουν ανασταλεί συνεχίζονται από το δικαστήριο που επιλαμβάνεται της πτωχευτικής διαδικασίας, με εφαρμογή των κανόνων που ισχύουν για τη ρευστοποίηση των στοιχείων επί των οποίων υφίσταται δικαίωμα χωριστής ικανοποίησης στην πτωχευτική διαδικασία.

Μετά την έναρξη της πτωχευτικής διαδικασίας, η καταχώριση σε δημόσιο μητρώο επιτρέπεται αν οι προϋποθέσεις της καταχώρισης είχαν εκπληρωθεί πριν από την επέλευση των έννομων επιπτώσεων της έναρξης της πτωχευτικής διαδικασίας.

Κατά τους έξι μήνες μετά την έναρξη της πτωχευτικής διαδικασίας, δεν επιτρέπεται η επίσπευση της αναγκαστικής εκτέλεσης για την ικανοποίηση των απαιτήσεων από την πτωχευτική περιουσία που δεν βασίζονται σε δικαιοπραξίες του συνδίκου.

Η διάταξη αυτή δεν ισχύει για:

1. υποχρεώσεις της πτωχευτικής περιουσίας που απορρέουν από αμφοτεροβαρή σύμβαση της οποίας την εκτέλεση ανέλαβε ο σύνδικος

2. υποχρεώσεις που απορρέουν από μια μόνιμη συμβατική σχέση μετά την παρέλευση της πρώτης προθεσμίας κατά την οποία ο σύνδικος θα έπρεπε να έχει ακυρώσει τη σύμβαση

3. υποχρεώσεις που απορρέουν από μια μόνιμη συμβατική σχέση, εάν ο σύνδικος έχει λάβει αντάλλαγμα υπέρ της πτωχευτικής περιουσίας.

8 Ποια αποτελέσματα έχουν οι διαδικασίες αφερεγγυότητας επί των εκκρεμών κατά τον χρόνο της έναρξης της διαδικασίας αφερεγγυότητας δικών;

α) Προπτωχευτική διαδικασία - δεν μπορεί να ασκηθεί αγωγή κατά του οφειλέτη, από την ημέρα έναρξης της προπτωχευτικής διαδικασίας έως την περάτωσή της. Κάθε τέτοια εκκρεμής διαδικασία αναστέλλεται κατά την ημέρα έναρξης της προπτωχευτικής διαδικασίας. Η διαδικασία που έχει ανασταλεί συνεχίζεται με πρόταση του πιστωτή:

- έπειτα από τη σύναψη μιας προπτωχευτικής συμφωνίας – ως προς τις απαιτήσεις ή το μέρος των απαιτήσεων που είχαν προσβληθεί στην προπτωχευτική διαδικασία

- έπειτα από μια αμετάκλητη απόφαση που παύει την προπτωχευτική διαδικασία.

Οι εν λόγω διατάξεις δεν ισχύουν στη διαδικασία που δεν θίγεται από την προπτωχευτική διαδικασία ή στη διαδικασία για την ικανοποίηση των απαιτήσεων που ανέκυψαν μετά την έναρξη της προπτωχευτικής διαδικασίας.

Η διαδικασία ενώπιον του δικαστηρίου στην οποία διατάχθηκε η αναστολή της διαδικασίας λόγω της έναρξης της προπτωχευτικής διαδικασίας, και μεταγενέστερα εκδόθηκε μια αμετάκλητη απόφαση επικύρωσης της προπτωχευτικής συμφωνίας που κάλυπτε την απαίτηση του πιστωτή, θα συνεχιστεί και το δικαστήριο θα απορρίψει την αγωγή ή θα διακόψει την αναγκαστική εκτέλεση ή τα ασφαλιστικά μέτρα, εκτός αν αφορούν τις απαιτήσεις ή μέρος των απαιτήσεων που προσβλήθηκαν στην προπτωχευτική διαδικασία.

β) Πτωχευτική διαδικασία - ο σύνδικος θα αναλάβει τις αγωγές, και τις δίκες της διαιτησίας, που αφορούν τα περιουσιακά στοιχεία της πτωχευτικής περιουσίας και εκκρεμούν κατά τον χρόνο έναρξης της πτωχευτικής διαδικασίας, ενεργώντας στο όνομα και για λογαριασμό του οφειλέτη. Οι αγωγές που αφορούν αναγγελθείσες απαιτήσεις στην πτωχευτική διαδικασία δεν μπορούν να συνεχιστούν έως ότου ελεγχθούν στη διαδικασία εξελέγξεως.

Ο σύνδικος αναλαμβάνει στο όνομά του τις αγωγές κατά του οφειλέτη που εκκρεμούν κατά τον χρόνο έναρξης της πτωχευτικής διαδικασίας, σε περίπτωση που αφορούν:

1. την εξαίρεση περιουσιακών στοιχείων από την πτωχευτική περιουσία

2. τη χωριστή ικανοποίηση

3. τις υποχρεώσεις της πτωχευτικής περιουσίας.

9 Ποια είναι τα κύρια χαρακτηριστικά της συμμετοχής των πιστωτών στη διαδικασία αφερεγγυότητας;

α) Προπτωχευτική διαδικασία - πιστωτές του οφειλέτη στην προπτωχευτική διαδικασία είναι τα πρόσωπα που, κατά τον χρόνο έναρξης της προπτωχευτικής διαδικασίας, έχουν χρηματικές απαιτήσεις κατά του οφειλέτη. Οι κανόνες του SZ που διέπουν το δικαίωμα ψήφου στον πτωχευτικό συμβιβασμό εφαρμόζονται αναλογικά στο δικαίωμα ψήφου των πιστωτών επί του σχεδίου αναδιάρθρωσης.

Οι πιστωτές ψηφίζουν γραπτώς με χρήση του πρότυπου ψηφοδελτίου. Το ψηφοδέλτιο πρέπει να κατατεθεί στο δικαστήριο το αργότερο με την έναρξη της συνέλευσης της ψηφοφορίας και πρέπει να υπογραφεί και να επικυρωθεί από ένα εξουσιοδοτημένο πρόσωπο. Εάν κατά την έναρξη της εν λόγω συνέλευσης, οι πιστωτές δεν καταθέσουν το ψηφοδέλτιο ή καταθέσουν ένα ψηφοδέλτιο από το οποίο δεν μπορεί να προκύψει σαφώς ο τρόπος που ψήφισαν, θεωρείται ότι έχουν ψηφίσει κατά του σχεδίου αναδιάρθρωσης.

Οι πιστωτές που παρίστανται στη συνέλευση ψηφίζουν με χρήση του πρότυπου ψηφοδελτίου. Εάν οι πιστωτές με δικαίωμα ψήφου δεν ψηφίσουν στην εν λόγω συνέλευση, θεωρείται ότι έχουν ψηφίσει κατά του σχεδίου αναδιάρθρωσης.

Κάθε ομάδα πιστωτών με δικαίωμα ψήφου, ψηφίζει χωριστά επί του σχεδίου αναδιάρθρωσης. Οι κανόνες που διέπουν την κατάταξη των συμμετεχόντων στον πτωχευτικό συμβιβασμό ισχύουν αναλογικά στην κατάταξη των πιστωτών στην προπτωχευτική διαδικασία.

Οι πιστωτές θεωρείται ότι έχουν αποδεχθεί το σχέδιο αναδιάρθρωσης εάν η πλειοψηφία των πιστωτών το υπερψήφισε και αν σε κάθε ομάδα, το συνολικό ποσό των απαιτήσεων των πιστωτών που ψήφισαν υπέρ του σχεδίου είναι τουλάχιστον το διπλάσιο από το ποσό των απαιτήσεων των πιστωτών που το καταψήφισαν.

Οι πιστωτές με κοινό δικαίωμα ή των οποίων τα δικαιώματα συνιστούσαν έναν ενιαίο δικαίωμα έως τον χρόνο που ανέκυψαν οι λόγοι κήρυξης της προπτωχευτικής διαδικασίας υπολογίζονται ως ένας πιστωτής στην ψηφοφορία. Αντίστοιχα αντιμετωπίζονται οι δικαιούχοι αυτοτελών δικαιωμάτων ή δικαιωμάτων επικαρπίας αντιμετωπίζονται.

β) Πτωχευτική διαδικασία - επιτροπή πιστωτών – το δικαστήριο μπορεί, πριν από την πρώτη συνέλευση των πιστωτών και για την προστασία των συμφερόντων τους, να συστήσει επιτροπή πιστωτών και να διορίσει τα μέλη της.

Στην επιτροπή των πιστωτών πρέπει να εκπροσωπούνται τόσο οι πιστωτές με τις μεγαλύτερες απαιτήσεις όσο και οι πιστωτές με μικρές απαιτήσεις. Επίσης, στην επιτροπή των πιστωτών πρέπει να εκπροσωπείται ένας εκπρόσωπος των πρώην εργαζόμενων του οφειλέτη, εκτός αν οι εν λόγω εργαζόμενοι συμμετέχουν στη διαδικασία ως πιστωτές με ασήμαντες απαιτήσεις.

Μέλη της επιτροπής των πιστωτών μπορεί να διοριστούν οι πιστωτές με δικαίωμα να ζητήσουν χωριστή ικανοποίηση (razlučni vjerovnici) και τα πρόσωπα που δεν είναι πιστωτές αλλά μπορεί να συνεισφέρουν στο έργο της επιτροπής με την τεχνογνωσία τους.

Η επιτροπή των πιστωτών πρέπει να απαρτίζεται από μονό αριθμό μελών, εννέα το ανώτερο. Εάν οι πιστωτές είναι λιγότεροι από πέντε, απονέμονται σε όλους οι εξουσίες της επιτροπής των πιστωτών.

Εάν κατά τη διαδικασία της εξελέγξεως, οι αναγνωρισμένες απαιτήσεις των πιστωτών έχουν προσδιοριστεί σε αξία άνω των 50 εκατομμυρίων HRK (κούνες Κροατίας) και ο οφειλέτης κατά την ημέρα έναρξης της πτωχευτικής διαδικασίας διαθέτει συμβάσεις εργασίας με περισσότερους από 20 εργαζόμενους σε ισχύ, το δικαστήριο είναι αρμόδιο να επιτρέψει στους πιστωτές να αποφασίσουν τη σύσταση μιας επιτροπής πιστωτών.

Η επιτροπή των πιστωτών πρέπει να επιβλέπει τον σύνδικο και να τον επικουρεί στη διεξαγωγή των επιχειρηματικών δραστηριοτήτων, καθώς και να επιτηρεί τις δραστηριότητες δυνάμει του άρθρου 217 του SZ, να εξετάζει τα βιβλία και τα λοιπά στοιχεία που αφορούν την επιχειρηματική δραστηριότητα, και να διατάσσει την επαλήθευση του κύκλου εργασιών και του ποσού των ταμειακών διαθεσίμων. Η επιτροπή των πιστωτών μπορεί να επιτρέψει στα επιμέρους μέλη της επιτροπής να διεξάγουν επιμέρους δραστηριότητες που εμπίπτουν στη σφαίρα των αρμοδιοτήτων της.

Στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων της, η επιτροπή των πιστωτών ιδίως:

1. εξετάζει τις εκθέσεις του συνδίκου για την πορεία της πτωχευτικής διαδικασίας και την κατάσταση της πτωχευτικής περιουσίας

2. επανεξετάζει τα εμπορικά βιβλία και το σύνολο των δικαιολογητικών εγγράφων που παραδόθηκαν στον σύνδικο

3. προβάλλει ενστάσεις ενώπιον του δικαστηρίου κατά των πράξεων του συνδίκου

4. εγκρίνει την εκτίμηση κόστους για την πτωχευτική διαδικασία

5. παρέχει στο δικαστήριο τη γνώμη της για την εκκαθάριση των περιουσιακών στοιχείων του οφειλέτη, με αίτημα του δικαστηρίου

6. παρέχει στο δικαστήριο τη γνώμη της για τη συνέχιση των επιχειρηματικών εργασιών που βρίσκονται σε εξέλιξη ή τις δραστηριότητες του συνδίκου, με αίτημα του δικαστηρίου

7. παρέχει στο δικαστήριο τη γνώμη της για την αναγνώριση των δικαιολογημένων ζημιών που περιλήφθηκαν στην απογραφή των περιουσιακών στοιχείων, με αίτημα του δικαστηρίου

(3) Η επιτροπή των πιστωτών πρέπει να ενημερώσει τους πιστωτές για την πορεία της διαδικασίας και την κατάσταση της πτωχευτικής περιουσίας.

Συνέλευση πιστωτών

Το δικαστήριο συγκαλεί τη συνέλευση των πιστωτών. Δικαίωμα συμμετοχής έχουν όλοι οι πτωχευτικοί πιστωτές, όλοι οι πτωχευτικοί πιστωτές με δικαίωμα χωριστής ικανοποίησης, ο σύνδικος και ο ιδιώτης οφειλέτης.

Κατά την εξέταση της χρηματοοικονομικής αναφοράς ή σε οποιαδήποτε μεταγενέστερη διαδικασία, η συνέλευση των πιστωτών έχει δικαίωμα:

1. να συστήσει μια επιτροπή πιστωτών, αν αυτή δεν έχει ήδη συσταθεί, ή να μεταβάλει τη σύνθεσή της ή να την αποδεσμεύσει από τα καθήκοντά της

2. να διορίσει νέο εκκαθαριστή

3. να αποφασίσει τη συνέχιση ή τη διακοπή των δραστηριοτήτων του οφειλέτη και τον τρόπο και τους όρους εκκαθάρισης των περιουσιακών στοιχείων του οφειλέτη

4. να διατάξει τον σύνδικο να καταρτίσει έναν πτωχευτικό συμβιβασμό

5. να λάβει οποιαδήποτε απόφαση εμπίπτει στην αρμοδιότητα της επιτροπής των πιστωτών

6. να αποφασίσει για άλλα ζητήματα που είναι συναφή για την εφαρμογή και την περάτωση της πτωχευτικής διαδικασίας σύμφωνα με τον SZ.

Η συνέλευση των πιστωτών έχει το δικαίωμα να ζητήσει από τον σύνδικο να υποβάλει γνωστοποιήσεις και εκθέσεις για την κατάσταση της επιχείρησης και τις επιχειρηματικές δραστηριότητες. Εάν δεν έχει συσταθεί επιτροπή πιστωτών, η συνέλευση των πιστωτών μπορεί να διατάξει την επαλήθευση του κύκλου εργασιών και ταμειακών διαθεσίμων που διαχειρίζεται ο σύνδικος.

10 Με ποιον τρόπο μπορεί ο διαχειριστής/διαχειρίστρια αφερεγγυότητας να χρησιμοποιήσει ή να διαθέσει περιουσιακά στοιχεία της πτωχευτικής περιουσίας;

Με την έναρξη της πτωχευτικής διαδικασίας, τα δικαιώματα του οφειλέτη που είναι νομικό πρόσωπο παύουν και μεταβιβάζονται στον σύνδικο. Κατά την έναρξη της πτωχευτικής διαδικασίας, τα δικαιώματα ενός ιδιώτη οφειλέτη για τη διαχείριση και διάθεση των περιουσιακών στοιχείων που απαρτίζουν την πτωχευτική περιουσία μεταβιβάζονται στον σύνδικο.

Μετά την έναρξη της πτωχευτικής διαδικασίας, ο σύνδικος πρέπει αμέσως να αναλάβει την κατοχή και τη διαχείριση όλων των περιουσιακών στοιχείων της πτωχευτικής περιουσίας.

Ο σύνδικος μπορεί, βάσει ενός εκτελεστού τίτλου που κηρύσσει την έναρξη της πτωχευτικής διαδικασίας, να ζητήσει από το δικαστήριο να διατάξει την παράδοση των περιουσιακών στοιχείων εκ μέρους του οφειλέτη και να ορίσει μέτρα για την αναγκαστική εκτέλεση της διαταγής.

Ο σύνδικος μπορεί, αφού καταστεί αμετάκλητη η απόφαση που κηρύσσει την έναρξη της πτωχευτικής διαδικασίας, να ζητήσει από το δικαστήριο να διατάξει τους τρίτους που έχουν στην κατοχή τους περιουσιακά στοιχεία από την πτωχευτική περιουσία να τα παραδώσουν. Μαζί με το εν λόγω αίτημα, ο σύνδικος πρέπει να προσκομίσει ένα έγγραφο που να αποδεικνύει την κυριότητα επί των περιουσιακών στοιχείων. Το δικαστήριο εκδίδει απόφαση επί της αίτησης του συνδίκου αφού εξετάσει τα πρόσωπα που κατέχουν περιουσιακά στοιχεία της πτωχευτικής περιουσίας.

O σύνδικος συντάσσει κατάλογο των επιμέρους περιουσιακών στοιχείων της πτωχευτικής περιουσίας. Για τη σύνταξη του εν λόγω καταλόγου, ο ιδιώτης οφειλέτης και τα πρόσωπα που είχαν προηγουμένως εξουσία εκπροσώπησης του οφειλέτη πρέπει να συνεργαστούν με τον σύνδικο. Ο σύνδικος πρέπει να συλλέξει τις αναγκαίες πληροφορίες από τα παραπάνω πρόσωπα εκτός αν αυτό θα προκαλούσε αδικαιολόγητη καθυστέρηση στη διαδικασία.

Ο σύνδικος συντάσσει έναν πίνακα του συνόλου των πιστωτών του οφειλέτη οι οποίοι προκύπτουν από τα εμπορικά βιβλία του οφειλέτη και τα επιχειρηματικά έγγραφα, από άλλα στοιχεία που έδωσε ο οφειλέτης, από αναγγελίες απαιτήσεων ή άλλως.

Ο σύνδικος συντάσσει μια αναλυτική επισκόπηση, ως προς τον χρόνο έναρξης της πτωχευτικής διαδικασίας, στην οποία παραθέτει και συγκρίνει τα περιουσιακά στοιχεία της πτωχευτικής περιουσίας και τις υποχρεώσεις του οφειλέτη και την εκτίμησή τους.

Η απογραφή της πτωχευτικής περιουσίας, ο πίνακας των πιστωτών και η επισκόπηση των περιουσιακών στοιχείων και του παθητικού πρέπει να προσκομιστούν στη γραμματεία του δικαστηρίου το αργότερο οκτώ ημέρες πριν από τη διαδικασία εξέτασης της χρηματοοικονομικής αναφοράς.

Η υποχρέωση του οφειλέτη να τηρεί εμπορικά βιβλία και να υποβάλλει οικονομικές εκθέσεις, σύμφωνα με το εμπορικό και φορολογικό δίκαιο, δεν θίγεται από την έναρξη της πτωχευτικής διαδικασίας. Ο σύνδικος πρέπει να εκτελεί τα καθήκοντα που αφορούν την πτωχευτική περιουσία.

Ο σύνδικος πρέπει, το αργότερο 15 ημέρες πριν από την εξέταση της χρηματοοικονομικής αναφοράς, να προσκομίσει στο δικαστήριο μια έκθεση για την οικονομική κατάσταση του οφειλέτη και τους λόγους αυτής, που θα δημοσιευτεί στον ηλεκτρονικό πίνακα ανακοινώσεων (e-Oglasna ploča suda) το αργότερο οκτώ ημέρες πριν από την εξέταση της χρηματοοικονομικής αναφοράς.

Μετά την εξέταση της χρηματοοικονομικής αναφοράς, ο σύνδικος πρέπει, χωρίς καθυστέρηση, να ρευστοποιήσει τα περιουσιακά στοιχεία που απαρτίζουν την πτωχευτική περιουσία, αν αυτό δεν αντίκειται στην απόφαση της συνέλευσης των πιστωτών.

Ο σύνδικος πρέπει να ρευστοποιήσει τα περιουσιακά στοιχεία της πτώχευσης, σύμφωνα με τις αποφάσεις της συνέλευσης των πιστωτών και της επιτροπής των πιστωτών.

11 Ποιες απαιτήσεις δύνανται να αναγγελθούν κατά της πτωχευτικής περιουσίας του οφειλέτη και με ποιον τρόπο αντιμετωπίζονται οι απαιτήσεις που προκύπτουν μετά την έναρξη της διαδικασίας αφερεγγυότητας;

Με την έναρξη της πτωχευτικής διαδικασίας, τα δικαιώματα του οφειλέτη που είναι νομικό πρόσωπο παύουν και μεταβιβάζονται στον σύνδικο. Κατά την έναρξη της πτωχευτικής διαδικασίας, τα δικαιώματα ενός ιδιώτη οφειλέτη για τη διαχείριση και διάθεση των περιουσιακών στοιχείων που απαρτίζουν την πτωχευτική περιουσία μεταβιβάζονται στον σύνδικο.

Μετά την έναρξη της πτωχευτικής διαδικασίας, ο σύνδικος πρέπει αμέσως να αναλάβει την κατοχή και τη διαχείριση όλων των περιουσιακών στοιχείων της πτωχευτικής περιουσίας.

Ο σύνδικος μπορεί, βάσει ενός εκτελεστού τίτλου που κηρύσσει την έναρξη της πτωχευτικής διαδικασίας, να ζητήσει από το δικαστήριο να διατάξει την παράδοση των περιουσιακών στοιχείων εκ μέρους του οφειλέτη και να ορίσει μέτρα για την αναγκαστική εκτέλεση της διαταγής.

Ο σύνδικος μπορεί, αφού καταστεί αμετάκλητη η απόφαση που κηρύσσει την έναρξη της πτωχευτικής διαδικασίας, να ζητήσει από το δικαστήριο να διατάξει τους τρίτους που έχουν στην κατοχή τους περιουσιακά στοιχεία από την πτωχευτική περιουσία να τα παραδώσουν. Μαζί με το εν λόγω αίτημα, ο σύνδικος πρέπει να προσκομίσει ένα έγγραφο που να αποδεικνύει την κυριότητα επί των περιουσιακών στοιχείων. Το δικαστήριο εκδίδει απόφαση επί της αίτησης του συνδίκου αφού εξετάσει τα πρόσωπα που κατέχουν περιουσιακά στοιχεία της πτωχευτικής περιουσίας.

Ο σύνδικος συντάσσει κατάλογο των επιμέρους περιουσιακών στοιχείων της πτωχευτικής περιουσίας. Για τη σύνταξη του εν λόγω καταλόγου, ο ιδιώτης οφειλέτης και τα πρόσωπα που είχαν προηγουμένως εξουσία εκπροσώπησης του οφειλέτη πρέπει να συνεργαστούν με τον σύνδικο. Ο σύνδικος πρέπει να συλλέξει τις αναγκαίες πληροφορίες από τα παραπάνω πρόσωπα, εκτός αν αυτό θα προκαλούσε αδικαιολόγητη καθυστέρηση στη διαδικασία.

Ο σύνδικος συντάσσει έναν πίνακα του συνόλου των πιστωτών του οφειλέτη οι οποίοι προκύπτουν από τα εμπορικά βιβλία του οφειλέτη και τα επιχειρηματικά έγγραφα, από άλλα στοιχεία που έδωσε ο οφειλέτης, από αναγγελίες απαιτήσεων ή άλλως.

Ο σύνδικος συντάσσει μια αναλυτική επισκόπηση, ως προς τον χρόνο έναρξης της πτωχευτικής διαδικασίας, στην οποία παραθέτει και συγκρίνει τα περιουσιακά στοιχεία της πτωχευτικής περιουσίας και τις υποχρεώσεις του οφειλέτη και την εκτίμησή τους.

Η απογραφή της πτωχευτικής περιουσίας, ο πίνακας των πιστωτών και η επισκόπηση των περιουσιακών στοιχείων και του παθητικού πρέπει να προσκομιστούν στη γραμματεία του δικαστηρίου το αργότερο οκτώ ημέρες πριν από τη διαδικασία εξέτασης της χρηματοοικονομικής αναφοράς.

Η υποχρέωση του οφειλέτη να τηρεί εμπορικά βιβλία και να υποβάλλει οικονομικές εκθέσεις, σύμφωνα με το εμπορικό και φορολογικό δίκαιο, δεν θίγεται από την έναρξη της πτωχευτικής διαδικασίας. Ο σύνδικος πρέπει να εκτελεί τα καθήκοντα που αφορούν την πτωχευτική περιουσία.

Ο σύνδικος πρέπει, το αργότερο 15 ημέρες πριν από την εξέταση της χρηματοοικονομικής αναφοράς, να προσκομίσει στο δικαστήριο μια έκθεση για την οικονομική κατάσταση του οφειλέτη και τους λόγους αυτής, που θα δημοσιευτεί στον ηλεκτρονικό πίνακα ανακοινώσεων (e-Oglasna ploča suda) το αργότερο οκτώ ημέρες πριν από την εξέταση της χρηματοοικονομικής αναφοράς.

Μετά την εξέταση της χρηματοοικονομικής αναφοράς, ο σύνδικος πρέπει να ρευστοποιήσει τα περιουσιακά στοιχεία που απαρτίζουν την πτωχευτική περιουσία, αν αυτό δεν αντίκειται στην απόφαση της συνέλευσης των πιστωτών.

Ο σύνδικος πρέπει να ρευστοποιήσει τα περιουσιακά στοιχεία της πτώχευσης, σύμφωνα με τις αποφάσεις της συνέλευσης των πιστωτών και της επιτροπής των πιστωτών.

12 Ποιοι είναι οι κανόνες που διέπουν την αναγγελία, την εξέλεγξη και την τελική επαλήθευση των απαιτήσεων;

α) Προπτωχευτική διαδικασία – οι απαιτήσεις αναγγέλλονται στο αρμόδιο τμήμα της Οικονομικής Υπηρεσίας σε ένα πρότυπο έντυπο που συνοδεύεται από τα αντίγραφα των εγγράφων που στηρίζουν ή αποδεικνύουν την απαίτηση.

Το Υπουργείο Οικονομικών – Φορολογική Διοίκηση (Ministarstvo financija – Porezna uprava) μπορεί να αναγγείλει απαιτήσεις από φόρους, πρόσθετους φόρους, εισφορές υποχρεωτικής ασφάλισης που κατά νόμο καταβάλλονται από εισοδήματα και μισθούς, καθώς και κάθε άλλη απαίτηση που δικαιούται να εισπράξει βάσει ειδικών κανονισμών, εκτός από τις απαιτήσεις από τον φόρο και τον πρόσθετο φόρο που επιβάλλεται στο εισόδημα από την απασχόληση και τις εισφορές από το βασικό ποσό για τα πρόσωπα που ασφαλίζονται στο πλαίσιο μιας εργασιακής σχέσης.

Στην προπτωχευτική διαδικασία, οι νυν και πρώην εργαζόμενοι του οφειλέτη και το Υπουργείο Οικονομικών – Φορολογική Διοίκηση δεν μπορούν να αναγγείλουν απαιτήσεις από εργασιακή σχέση, από την αποζημίωση απόλυσης έως το ποσό που ορίζει ο νόμος ή μια συλλογική σύμβαση και από απαιτήσεις αποζημίωσης λόγω ζημίας από εργατικό ατύχημα ή ασθένεια που προκλήθηκε από την εργασία οι εν λόγω απαιτήσεις δεν υπόκεινται στην προπτωχευτική διαδικασία. Εάν ο αιτών δεν δήλωσε τις εν λόγω απαιτήσεις στην αίτηση για την έναρξη της προπτωχευτικής διαδικασίας ή τις δήλωσε εσφαλμένα, οι νυν και πρώην εργαζόμενοι του οφειλέτη και το Υπουργείο Οικονομικών – Φορολογική Διοίκηση έχουν το δικαίωμα να προβάλουν ένσταση.

Στην αναγγελία των απαιτήσεων, οι πιστωτές με δικαίωμα να αναζητήσουν χωριστή ικανοποίηση (razlučni vjerovnici) πρέπει να παράσχουν πληροφορίες για τα δικαιώματά τους, τη νομική βάση για τη χωριστή ικανοποίηση, το τμήμα των περιουσιακών στοιχείων του οφειλέτη για το οποίο ισχύει το δικαίωμα της χωριστής ικανοποίησης και να δηλώσουν αν θα παραιτηθούν από το δικαίωμα χωριστής ικανοποίησης ή όχι.

Στην αναγγελία των απαιτήσεων, οι πιστωτές που δικαιούνται να ζητήσουν την εξαίρεση μέρους των περιουσιακών στοιχείων από την πτωχευτική περιουσία (izlučni vjerovnici) πρέπει να παράσχουν πληροφορίες για τα δικαιώματά τους, τη νομική βάση για το δικαίωμα εξαίρεσης και το τμήμα των περιουσιακών στοιχείων του οφειλέτη για το οποίο ισχύει το δικαίωμα εξαίρεσης.

Στην αναγγελία τους, και οι δύο αυτές ομάδες πιστωτών (razlučni vjerovnici και izlučni vjerovnici) πρέπει να συντάξουν μια δήλωση με την οποία θα συναινούν ή θα αντιτίθενται στην αναστολή της ικανοποίησης από τα περιουσιακά στοιχεία στα οποία εφαρμόζεται το δικαίωμά τους για χωριστή ικανοποίηση ή την αναστολή του διαχωρισμού των περιουσιακών στοιχείων επί των οποίων εφαρμόζεται το δικαίωμα εξαίρεσης, για τους σκοπούς της εφαρμογής του σχεδίου αναδιάρθρωσης.

Η προπτωχευτική συμφωνία δεν πρέπει να θίγει το δικαίωμα των πιστωτών για χωριστή ικανοποίηση των απαιτήσεων για τις οποίες ισχύει το δικαίωμα χωριστής ικανοποίησης, εκτός αν άλλως ορίζει η εν λόγω συμφωνία. Εάν η προπτωχευτική συμφωνία άλλως ορίζει ρητά, πρέπει να προσδιορίζεται το μέρος των δικαιωμάτων των εν λόγω πιστωτών που θα μειωθεί, το διάστημα για το οποίο θα αναβληθεί η ικανοποίηση και ποιες άλλες διατάξεις τις προπτωχευτικής διαδικασίας ισχύουν για τα εν λόγω δικαιώματα.

Η απαίτηση του πιστωτή που δεν αναγγέλθηκε αλλά περιλήφθηκε στην αίτηση έναρξης της προπτωχευτικής διαδικασίας θεωρείται αναγγελθείσα.

Ο οφειλέτης και ο σύνδικος, εάν έχει διοριστεί, πρέπει να γνωστοποιήσουν τη θέση τους αναφορικά με τις αναγγελθείσες απαιτήσεις. Η εν λόγω δήλωση υποβάλλεται στο αρμόδιο τμήμα της Οικονομικής Υπηρεσίας με χρήση ενός πρότυπου εντύπου, που περιέχει τα παρακάτω στοιχεία για κάθε απαίτηση:

1. τον αριθμό της απαίτησης από τον πίνακα των απαιτήσεων που έχουν αναγγελθεί

2. τα στοιχεία επαλήθευσης της ταυτότητας των πιστωτών

3. το ποσό της αναγγελθείσας απαίτησης

4. τη δήλωση του οφειλέτη και του συνδίκου, εάν έχει διοριστεί, με την οποία γίνεται δεκτή ή προσβάλλεται η απαίτηση

5. το προσβαλλόμενο ποσό της απαίτησης

6. τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν την εικονικότητα της προσβαλλόμενης απαίτησης ή μέρους της απαίτησης.

Με την παρέλευση της προθεσμίας για τη δήλωση της θέσης τους ως προς τις αναγγελθείσες απαιτήσεις, ο οφειλέτης και ο σύνδικος, εάν έχει διοριστεί, δεν μπορούν πλέον να αντιταχθούν στις απαιτήσεις που έχουν κάνει δεκτές.

Ένας πιστωτής μπορεί να προσβάλει την απαίτηση που έχει αναγγείλει άλλος πιστωτής.

Η ένσταση κατά της απαίτησης ασκείται γραπτώς ενώπιον του αρμόδιου τμήματος της Οικονομικής Υπηρεσίας με χρήση ενός πρότυπου εντύπου που πρέπει να περιλαμβάνει τα εξής στοιχεία:

1. τα στοιχεία επαλήθευσης της ταυτότητας του πιστωτή που προσβάλλει την απαίτηση

2. τον αριθμό καταχώρισης της προσβαλλόμενης απαίτησης στον πίνακα των απαιτήσεων που έχουν αναγγελθεί

3. τα στοιχεία επαλήθευσης της ταυτότητας του πιστωτή που ανήγγειλε την προσβαλλόμενη απαίτηση

4. το ποσό της προσβαλλόμενης απαίτησης που αναγγέλθηκε

5. τη δήλωση του πιστωτή που προσβάλλει την απαίτηση

6. το προσβαλλόμενο ποσό της απαίτησης

7. τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν την εικονικότητα της προσβαλλόμενης απαίτησης ή μέρους της απαίτησης.

Η Οικονομική Υπηρεσία συντάσσει έναν πίνακα με τις αναγγελθείσες απαιτήσεις και έναν πίνακα με τις προσβαλλόμενες απαιτήσεις με χρήση πρότυπων εντύπων.

β) Πτωχευτική διαδικασία – οι απαιτήσεις αναγγέλλονται στον σύνδικο με χρήση ενός πρότυπου εντύπου σε διπλότυπο, το οποίο συνοδεύεται από αντίγραφα των εγγράφων που στηρίζουν ή αποδεικνύουν την απαίτηση.

Ο σύνδικος θα συντάξει έναν πίνακα με το σύνολο των απαιτήσεων των νυν και πρώην εργαζόμενων του οφειλέτη έως την έναρξη της πτωχευτικής διαδικασίας, οι οποίες πρέπει να δηλωθούν σε ακαθάριστα και καθαρά ποσά δύο αντίγραφα της αναγγελίας των απαιτήσεων πρέπει να υποβληθούν προς υπογραφή.

Οι απαιτήσεις μειωμένης εξασφάλισης αναγγέλλονται μόνον κατόπιν ειδικής πρόσκλησης του δικαστηρίου. Στην αναγγελία των εν λόγω απαιτήσεων θα πρέπει να αναγράφεται ότι οι απαιτήσεις έχουν μειωμένη εξασφάλιση και η σειρά κατάταξης που δικαιούται να λάβει ο πιστωτής.

Οι πιστωτές που έχουν δικαίωμα να ζητήσουν εξαίρεση (izlučni vjerovnici) πρέπει να ενημερώσουν τον σύνδικο για το δικαίωμά τους να ζητήσουν εξαίρεση και τη νομική βάση αυτού, και να υποδείξουν τα περιουσιακά στοιχεία στα οποία εφαρμόζεται το εν λόγω δικαίωμα ή να υποδείξουν στη γνωστοποίησή τους το δικαίωμά τους σε αποζημίωση για το δικαίωμα εξαίρεσης.

Οι πιστωτές που δικαιούνται χωριστή ικανοποίηση (razlučni vjerovnici) πρέπει να ενημερώσουν τον σύνδικο για το δικαίωμά τους σε χωριστή ικανοποίηση και τη νομική βάση του εν λόγω δικαιώματος και να υποδείξουν τα περιουσιακά στοιχεία στα οποία εφαρμόζεται το εν λόγω δικαίωμα. Εάν οι εν λόγω πιστωτές επίσης αναγγείλουν μια απαίτηση ως πτωχευτικοί πιστωτές, πρέπει να υποδείξουν στην αναγγελία τους το τμήμα των περιουσιακών στοιχείων του πτωχεύσαντος στο οποίο εφαρμόζεται το δικαίωμά τους για χωριστή ικανοποίηση και το ποσό που προβλέπεται ότι δεν θα ικανοποιηθεί από το εν λόγω δικαίωμα χωριστής ικανοποίησης.

Οι πιστωτές που δικαιούνται χωριστή ικανοποίηση και δεν ενημερώνουν σχετικά τον σύνδικο για το εν λόγω δικαίωμα δεν στερούνται το δικαίωμά τους για χωριστή ικανοποίηση. Κατ’ εξαίρεση, οι πιστωτές που δικαιούνται χωριστή ικανοποίηση στερούνται το δικαίωμα χωριστής ικανοποίησης και διεκδίκησης αποζημίωσης λόγω ζημίας ή άλλης αποζημίωσης από τον οφειλέτη ή πιστωτή αν το αντικείμενο του εν λόγω δικαιώματος ρευστοποιήθηκε στην πτωχευτική διαδικασία χωρίς αυτούς, και το δικαίωμα χωριστής ικανοποίησης δεν καταχωρίστηκε σε δημόσιο μητρώο ή ο σύνδικος δεν το γνώριζε ή δεν μπορούσε να το γνωρίζει.

Οι αναγγελθείσες απαιτήσεις ελέγχονται ως προς τα ποσά τους και τη σειρά κατάταξής τους κατά τη διαδικασία της εξελέγξεως.

Ο σύνδικος πρέπει να απαντήσει συγκεκριμένα αν κάνει δεκτή ή προσβάλλει κάθε αναγγελθείσα απαίτηση.

Οι απαιτήσεις που προσβάλλονται από τον σύνδικο, τον ιδιώτη οφειλέτη ή έναν από τους πτωχευτικούς πιστωτές πρέπει να εξελεγχθούν χωριστά. Δεν υπόκεινται σε έλεγχο το δικαίωμα εξαίρεσης και χωριστής ικανοποίησης.

Μια απαίτηση θεωρείται επαληθευμένη εάν, κατά τη διαδικασία της εξελέγξεως γίνει δεκτή από τον σύνδικο και δεν προσβληθεί από έναν πτωχευτικό πιστωτή ή εάν απορριφθεί μια ασκηθείσα ένσταση. Η τυχόν προσβολή μιας απαίτησης από τον ιδιώτη οφειλέτη δεν αποκλείει την επαλήθευσή της.

Το δικαστήριο συντάσσει έναν πίνακα με τις απαιτήσεις που ελέγχθηκαν, στον οποίο καταχωρίζει το ποσό για το οποίο επαληθεύθηκε η κάθε απαίτηση, τη σειρά κατάταξής της και το πρόσωπο που προσέβαλε την απαίτηση. Στον πίνακα καταχωρίζονται επίσης οι ενστάσεις που προβάλλει ένας ιδιώτης οφειλέτης κατά των απαιτήσεων. Η επαλήθευση της απαίτησης υποδεικνύεται επίσης από το δικαστήριο για τις συναλλαγματικές και για άλλα έγγραφα που αποδεικνύουν την οφειλή.

Βάσει του πίνακα των απαιτήσεων που ελέγχθηκαν, το δικαστήριο εκδίδει μια απόφαση που καθορίζει το ποσό και την κατάταξη των επιμέρους απαιτήσεων που έχουν επαληθευθεί ή προσβληθεί. Δυνάμει της εν λόγω απόφασης, το δικαστήριο αποφασίζει επίσης να παραπέμψει στην άσκηση αγωγής για την επαλήθευση ή την προσβολή των απαιτήσεων.

Εάν ο σύνδικος έχει προσβάλει την απαίτηση, το δικαστήριο θα καλέσει τον πιστωτή να ασκήσει αγωγή κατά του οφειλέτη για την απόδειξη της προσβαλλόμενης απαίτησης.

Εάν ένας πτωχευτικός πιστωτής έχει προσβάλει μια απαίτηση που έγινε δεκτή από τον σύνδικο, το δικαστήριο θα καλέσει τον εν λόγω πιστωτή να ασκήσει αγωγή για να αποδείξει την προσβαλλόμενη απαίτηση. Σε αυτή την αγωγή το πρόσωπο που προσβάλλει την απαίτηση ενεργεί αντί και για λογαριασμό του οφειλέτη.

Εάν είχαν προσβληθεί οι απαιτήσεις των νυν και πρώην εργαζόμενων του οφειλέτη, η αγωγή με αντικείμενο την απόδειξη των προσβαλλόμενων απαιτήσεων ασκείται σύμφωνα με τις γενικές διατάξεις για τη διαδικασία ενώπιον του δικαστηρίου και τις ειδικές διατάξεις για τη διαδικασία των εργατικών διαφορών.

Εάν έχει εκδοθεί εκτελεστός τίτλος για την προσβαλλόμενη απαίτηση, το δικαστήριο θα καλέσει τον διάδικο που προσέβαλε την απαίτηση να ασκήσει αγωγή για να αποδείξει τη βάση της ένστασής του.

13 Ποιοι είναι οι κανόνες που διέπουν τη διανομή του προϊόντος της ρευστοποίησης των περιουσιακών στοιχείων; Με ποιον τρόπο κατατάσσονται οι απαιτήσεις και τα δικαιώματα των πιστωτών;

Η ικανοποίηση των πιστωτών πραγματοποιείται σύμφωνα με τις ταμειακές ροές. Οι πιστωτές με μειωμένη εξασφάλιση δεν συνυπολογίζονται στη μερική διανομή. Η διανομή διενεργείται από τον σύνδικο. Πριν από κάθε διανομή, ο σύνδικος πρέπει να λάβει τη συναίνεση των πιστωτών ή του δικαστηρίου, εάν δεν έχει συσταθεί επιτροπή πιστωτών.

Στις απαιτήσεις προνομιακής εξασφάλισης που κατατάσσονται πρώτες περιλαμβάνονται οι απαιτήσεις των νυν και πρώην εργαζόμενων του οφειλέτη που είχαν προκύψει έως την ημέρα έναρξης της πτωχευτικής διαδικασίας στο πλαίσιο μιας σχέσης εργασίας, για το συνολικό ακαθάριστο ποσό, η αποζημίωση απόλυσης στο ποσό που ορίζει ο νόμος ή η συλλογική σύμβαση και οι απαιτήσεις που απορρέουν από την αποζημίωση της ζημίας λόγω εργατικού ατυχήματος ή ασθένειας που προκλήθηκε από την εργασία.

Στις απαιτήσεις προνομιακής εξασφάλισης που κατατάσσονται δεύτερες περιλαμβάνονται όλες οι λοιπές απαιτήσεις κατά του οφειλέτη εκτός από τις απαιτήσεις που κατατάσσονται ως μειωμένης εξασφάλισης.

Μετά την ικανοποίηση των απαιτήσεων προνομιακής εξασφάλισης, οι απαιτήσεις που κατατάσσονται ως μειωμένης εξασφάλισης ικανοποιούνται με την παρακάτω σειρά:

1. οι τόκοι επί των απαιτήσεων των πτωχευτικών πιστωτών από την έναρξη της πτωχευτικής διαδικασίας

2. τα έξοδα των ατομικών δανειστών από τη συμμετοχή τους στη διαδικασία

3. τα πρόστιμα που έχουν επιβληθεί για ποινικά αδικήματα ή παραβάσεις και τα έξοδα που προκύπτουν στο πλαίσιο της ποινικής διαδικασίας ή της διαδικασίας που κινήθηκε λόγω παράβασης

4. οι απαιτήσεις δωρεάν παροχής υπηρεσιών από τον οφειλέτη

5. οι απαιτήσεις αποπληρωμής δανείων για την υποκατάσταση του κεφαλαίου ενός μέλους της εταιρίας ή αντίστοιχες απαιτήσεις.

Οι εκκρεμείς απαιτήσεις καθίστανται απαιτητές κατά την έναρξη της πτωχευτικής διαδικασίας.

Οι απαιτήσεις με διαλυτική αίρεση η οποία πληρούται κατά την έναρξη της πτωχευτικής διαδικασίας θεωρούνται ανεπιφύλακτες απαιτήσεις έως ότου πληρωθεί η εν λόγω αίρεση.

Τα έξοδα της πτωχευτικής διαδικασίας και οι λοιπές υποχρεώσεις της πτωχευτικής περιουσίας ικανοποιούνται πρώτα από την πτωχευτική περιουσία. Ο σύνδικος ικανοποιεί τις απαιτήσεις με τη σειρά ληκτότητάς τους.

Πριν από τη διανομή, ο σύνδικος συντάσσει έναν πίνακα με τις απαιτήσεις που θα ληφθούν υπόψη για τη διανομή (πίνακας διανομής). Οι απαιτήσεις των νυν και πρώην εργαζόμενων του οφειλέτη που απορρέουν από μια εργασιακή σχέση και είχαν ανακύψει έως την ημέρα έναρξης της πτωχευτικής διαδικασίας λαμβάνονται υπόψη στο ακαθάριστο ποσό τους. Ο πίνακας πρέπει να περιλαμβάνει το σύνολο των απαιτήσεων και το διαθέσιμο ποσό της πτωχευτικής περιουσίας που θα διανεμηθεί μεταξύ των πιστωτών.

Ο πιστωτής που δικαιούται χωριστή ικανοποίηση για την οποία ευθύνεται επίσης προσωπικά ο οφειλέτης, θα πρέπει να υποβάλει στον σύνδικο τα αποδεικτικά στοιχεία της παραίτησής του από το δικαίωμα χωριστής ικανοποίησης – και για ποιο ποσό – ή ότι δεν πραγματοποιήθηκε χωριστή ικανοποίηση, σε 15 ημέρες το αργότερο από την ανακοίνωση του πίνακα διανομής. Εάν δεν προσκομίσει εγκαίρως τα αποδεικτικά στοιχεία, η απαίτησή του δεν θα ληφθεί υπόψη στη μερική διανομή.

Κατά τη διάρκεια της μερικής διανομής, οι απαιτήσεις με αναβλητική αίρεση λαμβάνονται υπόψη στο συνολικό τους ποσό. Το μερίδιο που αναλογεί στις εν λόγω απαιτήσεις παρακρατείται από τη διανομή.

Κατά την τελική διανομή, οι απαιτήσεις με αναβλητική αίρεση δεν λαμβάνονται υπόψη εάν η πιθανότητα εκπλήρωσης της αίρεσης είναι τόσο μικρή που κατά τον χρόνο της διανομής δεν έχει ιδιαίτερη αξία. Σε αυτή την περίπτωση, τα ποσά που παρακρατήθηκαν κατά τις προηγούμενες διανομές για την ικανοποίηση της εν λόγω απαίτησης περιλαμβάνονται στην πτωχευτική περιουσία από την οποία θα γίνει η τελική διανομή.

Οι πιστωτές που είχαν αποκλειστεί από τη μερική διανομή και μεταγενέστερα εκπλήρωσαν τους όρους των άρθρων 275 και 276 του SZ λαμβάνουν κατά την επόμενη διανομή ποσό ίσο με αυτό που διανέμεται στους λοιπούς πιστωτές από το υπόλοιπο της πτωχευτικής περιουσίας. Μόνο τότε θα είναι εφικτή η ικανοποίηση των απαιτήσεων των λοιπών πιστωτών.

Η τελική διανομή θα ξεκινήσει μόλις ολοκληρωθεί η ρευστοποίηση της πτωχευτικής περιουσίας. Η τελική διανομή μπορεί να ξεκινήσει μόνο με τη συναίνεση του δικαστηρίου.

Εάν οι απαιτήσεις όλων των πιστωτών μπορούν να ικανοποιηθούν πλήρως μόνο κατά την τελική διανομή, ο σύνδικος θα μεταβιβάσει το τυχόν εναπομένον πλεόνασμα στον ιδιώτη οφειλέτη. Εάν ο οφειλέτης είναι νομικό πρόσωπο, ο σύνδικος θα εκχωρήσει στα πρόσωπα που έχουν συμφέρον στην περιουσία του οφειλέτη το υπερβάλλον ποσό που θα δικαιούνταν σε περίπτωση εκκαθάρισης εκτός της πτωχευτικής διαδικασίας.

14 Ποιες είναι οι προϋποθέσεις και τα αποτελέσματα της περάτωσης της διαδικασίας αφερεγγυότητας (ιδίως διά πτωχευτικού συμβιβασμού);

α) Προπτωχευτική διαδικασία – εάν οι πιστωτές αποδεχθούν το σχέδιο αναδιάρθρωσης, το δικαστήριο με απόφασή του θα πιστοποιήσει την επικύρωση του σχεδίου αναδιάρθρωσης και την επικύρωση μιας προπτωχευτικής συμφωνίας, εκτός αν:

− αποδειχθεί με επαρκή βεβαιότητα από πιστωτή ότι το σχέδιο αναδιάρθρωσης του παρέχει λιγότερα δικαιώματα από αυτά που εύλογα αναμενόταν να αποκτήσει αν δεν πραγματοποιούνταν η ανασυγκρότηση

− δεν πιθανολογείται ότι η εφαρμογή του σχεδίου αναδιάρθρωσης θα επέτρεπε στον οφειλέτη να καταστεί φερέγγυος έως το τέλος του τρέχοντος έτους και μέσα στα επόμενα δύο ημερολογιακά έτη

− το σχέδιο αναδιάρθρωσης δεν ορίζει σαφώς το ποσό που θα λάμβαναν οι πιστωτές εάν οι απαιτήσεις τους δεν είχαν προσβληθεί

− στο σχέδιο αναδιάρθρωσης προτείνεται η κεφαλαιοποίηση των απαιτήσεων ενός ή περισσότερων πιστωτών και τα μέλη του οφειλέτη δεν έχουν λάβει απόφαση υπέρ της εν λόγω δραστηριότητας, σύμφωνα με τον νόμο περί εταιριών (Zakon o trgovačkim društvima).

Εάν δεν έχουν εκπληρωθεί οι όροι επικύρωσης της προπτωχευτικής συμφωνίας, το δικαστήριο με απόφασή του θα απορρίψει την επικύρωση αυτής και θα αναστείλει τη διαδικασία.

Μια επικυρωμένη προπτωχευτική συμφωνία επιφέρει έννομα αποτελέσματα έναντι όλων των πιστωτών που δεν συμμετείχαν στη διαδικασία και των πιστωτών που συμμετείχαν στη διαδικασία των οποίων οι απαιτήσεις προσβλήθηκαν και επαληθεύθηκαν μεταγενέστερα.

Ο οφειλέτης που αποκόμισε κέρδος από τις υποχρεώσεις που διαγράφηκαν στο πλαίσιο μιας επικυρωμένης προπτωχευτικής συμφωνίας πρέπει να παρακρατήσει το εν λόγω αποκτηθέν κέρδος έως τη λήξη της προθεσμίας εκπλήρωσης όλων των υποχρεώσεων που απορρέουν από την προπτωχευτική συμφωνία.

Όποτε ο πιστωτής διαγράφει μια απαίτηση πιστωτή, σύμφωνα με μια επικυρωμένη προπτωχευτική συμφωνία, το ποσό της απαίτησης που διαγράφεται αναγνωρίζεται ως εκπιπτόμενη δαπάνη του πιστωτή.

β) Πτωχευτική διαδικασία - αμέσως μετά την ολοκλήρωση της τελικής διανομής, το δικαστήριο εκδίδει μια απόφαση που περατώνει την πτωχευτική διαδικασία και κοινοποιείται στην Αρχή που διαχειρίζεται το μητρώο στο οποίο είναι καταχωρισμένος ο οφειλέτης. Με τη διαγραφή του από το μητρώο, ο οφειλέτης που είναι νομικό πρόσωπο παύει να υφίσταται και ο οφειλέτης που είναι φυσικό πρόσωπο χάνει την εμπορική ιδιότητα, την ιδιότητα του επιχειρηματία ή του αυτοαπασχολούμενου.

15 Ποια είναι τα δικαιώματα των πιστωτών μετά την περάτωση της διαδικασίας αφερεγγυότητας;

Οι πτωχευτικοί πιστωτές μπορεί, μετά την περάτωση της πτωχευτικής διαδικασίας κατά ενός ιδιώτη οφειλέτη, να διεκδικήσουν χωρίς περιορισμό τις εναπομένουσες απαιτήσεις τους.

Οι πτωχευτικοί πιστωτές μπορεί να εκτελέσουν τις απαιτήσεις τους κατά του πιστωτή δυνάμει μιας απόφασης που επαληθεύει τις απαιτήσεις τους, αν οι απαιτήσεις επαληθεύθηκαν και δεν προσβλήθηκαν από τον οφειλέτη κατά τη διαδικασία της εξελέγξεως. Οι απαιτήσεις κατά των οποίων η ένσταση δεν τελεσφόρησε εξομοιώνονται με απαιτήσεις που δεν προσβλήθηκαν.

Με πρόταση του συνδίκου ή πιστωτή ή αυτεπάγγελτα, το δικαστήριο θα διατάξει τη συνέχιση της διαδικασίας για τον σκοπό μιας μεταγενέστερης διανομής, εάν μετά την τελική συζήτηση:

1. εκπληρώθηκαν τα προαπαιτούμενα για τα παρακρατηθέντα ποσά που θα διανεμηθούν στους πιστωτές

2. τα ποσά που καταβλήθηκαν από την πτωχευτική περιουσία ενσωματώθηκαν εκ νέου στην πτωχευτική περιουσία

3. ανακαλύφθηκαν περιουσιακά στοιχεία που απαρτίζουν την πτωχευτική περιουσία

Το δικαστήριο θα διατάξει τη συνέχιση της διαδικασίας με σκοπό τη διενέργεια μεταγενέστερης διανομής ανεξάρτητα από το γεγονός ότι η διαδικασία περατώθηκε.

Το δικαστήριο μπορεί να απόσχει από τη μεταγενέστερη διανομή και να μεταβιβάσει το ποσό που διατίθεται προς διανομή στους πιστωτές ή το πράγμα που βρέθηκε να ανήκει στον ιδιώτη οφειλέτη, εάν το κρίνει ενδεδειγμένο εν όψει του ασήμαντου ποσού που διακυβεύεται ή της μικρής αξίας του πράγματος και των εξόδων για τη συνέχιση της διαδικασίας για τη μεταγενέστερη διανομή. Το δικαστήριο μπορεί να εξαρτήσει τη συνέχιση της διαδικασίας για τη μεταγενέστερη διανομή από την προκαταβολή των εξόδων αυτής.

Μετά την υλοποίηση της μεταγενέστερης διανομής, το δικαστήριο θα εκδώσει μια απόφαση με την οποία θα περατώνει την πτωχευτική διαδικασία.

Αφού διαταχθεί η μεταγενέστερη διανομή, ο σύνδικος θα διανείμει, σύμφωνα με τον οριστικό πίνακα, το ποσό που μπορεί να διατεθεί ελεύθερα ή το ποσό που ελήφθη από τη ρευστοποίηση μέρους της πτωχευτικής περιουσίας το οποίο ανακαλύφθηκε μεταγενέστερα. Ο σύνδικος προσκομίζει τον οριστικό πίνακα στο δικαστήριο.

Οι πτωχευτικοί πιστωτές των οποίων οι απαιτήσεις έγιναν γνωστές στον σύνδικο:

1. κατά τη διάρκεια της μερικής διανομής, μετά τον καθορισμό του τμήματος της διανομής,

2. κατά τη διάρκεια της τελική διανομής, μετά το πέρας της τελικής συζήτησης,

3. κατά τη διάρκεια της μεταγενέστερης διανομής, μετά τη δημοσίευση του πίνακα αυτής,

μπορεί να ζητήσουν ικανοποίηση μόνον από το υπόλοιπο της πτωχευτικής περιουσίας που απομένει μετά τη διανομή.

16 Πού καταλογίζονται το κόστος και οι δαπάνες της διαδικασίας αφερεγγυότητας;

Κάθε πιστωτής ευθύνεται για την καταβολή των δαπανών που τον βαρύνουν στην προπτωχευτική και την πτωχευτική διαδικασία, εκτός αν άλλως ορίζει ο SZ.

17 Ποιοι είναι οι κανόνες που άπτονται της ακυρότητας, της ακυρωσίας ή του ανενεργού των επιβλαβών για όλους τους πιστωτές δικαιοπραξιών;

Οι δικαιοπραξίες που καταρτίστηκαν πριν από την έναρξη της πτωχευτικής διαδικασίας και ανακόπτουν την ενιαία ικανοποίηση των πτωχευτικών πιστωτών (προκαλώντας ζημία στους πιστωτές) ή ευνοούν ορισμένους πιστωτές έναντι άλλων (προνομιακή μεταχείριση πιστωτών) μπορεί να προσβληθούν από τον σύνδικο για λογαριασμό του οφειλέτη και από τους πτωχευτικούς πιστωτές, σύμφωνα με τις διατάξεις του SZ. Οι παραλείψεις που επέφεραν απώλεια του δικαιώματος του οφειλέτη που αποτελούσε τη βάση σύστασης, διατήρησης ή εξασφάλισης χρηματικών απαιτήσεων κατά αυτού εξομοιώνονται με τις εν λόγω δικαιοπραξίες.

Μια δικαιοπραξία που παρέχει ή επιτρέπει την εξασφάλιση ή την ικανοποίηση ενός πιστωτή με τρόπο και σε χρόνο συμβατό με την ουσία των δικαιωμάτων του (σύμμετρη ικανοποίηση) και καταρτίστηκε τους τελευταίους τρεις μήνες πριν από την κατάθεση της αίτησης για την έναρξη της πτωχευτικής διαδικασίας μπορεί να προσβληθεί εάν, κατά τον χρόνο της πράξης, ο οφειλέτης ήταν αφερέγγυος και ο πιστωτής γνώριζε την εν λόγω αφερεγγυότητα.

Μια δικαιοπραξία που παρέχει ή επιτρέπει σε έναν πιστωτή την εμπράγματη εξασφάλιση ή την ικανοποίηση σύμφωνα με την ουσία των δικαιωμάτων του μπορεί να προσβληθεί αν καταρτίστηκε μετά την κατάθεση της αίτησης για την έναρξη της πτωχευτικής διαδικασίας και εάν ο πιστωτής, κατά τον χρόνο της πράξης, γνώριζε την αφερεγγυότητα ή την αίτηση για την έναρξη της πτωχευτικής διαδικασίας.

Ο πιστωτής θεωρείται ότι γνώριζε την αφερεγγυότητα ή την αίτηση κήρυξης της πτώχευσης εάν γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει τις περιστάσεις που καθιστούσαν πρόδηλη την αφερεγγυότητα ή ότι είχε κατατεθεί αίτηση για την έναρξη της πτωχευτικής διαδικασίας.

Τα πρόσωπα που διατηρούσαν στενή σχέση με τον οφειλέτη κατά τον χρόνο της πράξης θεωρείται ότι γνώριζαν την αφερεγγυότητα και την αίτηση κήρυξης της πτώχευσης.

Μια δικαιοπραξία που παρέχει ή επιτρέπει την εξασφάλιση ή ικανοποίηση ενός πιστωτή που δεν είχε δικαίωμα να εγείρει απαίτηση ή δεν είχε δικαίωμα να εγείρει απαίτηση με τέτοιο τρόπο ή στον εν λόγω χρόνο, μπορεί να προσβληθεί:

1. εάν καταρτίστηκε μέσα στον τελευταίο μήνα πριν από την κατάθεση της αίτησης για την έναρξη της πτωχευτικής διαδικασίας ή μετά την κατάθεση της αίτησης ή

2. εάν καταρτίστηκε μέσα στον τρίτο ή τον δεύτερο μήνα πριν από την κατάθεση της αίτησης για την έναρξη της πτωχευτικής διαδικασίας και ο οφειλέτης ήταν αφερέγγυος κατά τον εν λόγω χρόνο ή

3. εάν η δικαιοπραξία καταρτίστηκε μέσα στον τρίτο ή τον δεύτερο μήνα πριν από την κατάθεση της αίτησης για την έναρξη της πτωχευτικής διαδικασίας και ο πιστωτής γνώριζε κατά τον εν λόγω χρόνο ότι καταρτίστηκε μια δικαιοπραξία που θα προκαλούσε ζημία στους πτωχευτικούς πιστωτές.

Ο πιστωτής θεωρείται ότι γνώριζε ότι η δικαιοπραξία θα προκαλούσε ζημία στους λοιπούς πιστωτές εάν γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει τις περιστάσεις από τις οποίες προδήλως προέκυπτε ότι οι πιστωτές θα υφίσταντο ζημία. Τα πρόσωπα που διατηρούσαν στενή σχέση με τον οφειλέτη κατά τον χρόνο της δικαιοπραξίας θεωρείται ότι γνώριζαν ότι θα προκαλούνταν ζημία στους πτωχευτικούς πιστωτές.

Μια δικαιοπραξία του οφειλέτη που επιφέρει άμεση ζημία στους πτωχευτικούς πιστωτές μπορεί να προσβληθεί:

1. εάν είχε καταρτιστεί μέσα σε τρεις μήνες πριν από την κατάθεση της αίτησης για την έναρξη της πτωχευτικής διαδικασίας, εάν ο οφειλέτης ήταν αφερέγγυος κατά τον χρόνο της πράξης και εάν ο αντισυμβαλλόμενος γνώριζε την αφερεγγυότητα ή

2. εάν καταρτίστηκε μετά την κατάθεση της αίτησης για την έναρξη της πτωχευτικής διαδικασίας και εάν ο αντισυμβαλλόμενος γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει κατά τον χρόνο της δικαιοπραξίας την αφερεγγυότητα ή την αίτηση για την έναρξη της πτωχευτικής διαδικασίας.

Κάθε τυχόν δικαιοπραξία του οφειλέτη που επιφέρει απώλεια δικαιώματος του οφειλέτη ή αποτρέπει τη διεκδίκηση οποιουδήποτε δικαιώματος του οφειλέτη ή κάθε τυχόν πράξη βάσει της οποίας μια χρηματική απαίτηση κατά του οφειλέτη μπορεί να παραμείνει έγκυρη ή εκτελεσθείσα, αντιμετωπίζεται όπως ακριβώς μια πράξη που επιφέρει άμεση ζημία στους πιστωτές.

Μια δικαιοπραξία που κατάρτισε ο οφειλέτης μέσα στα τελευταία δέκα έτη πριν από την κατάθεση της αίτησης για την έναρξη της πτωχευτικής διαδικασίας, ή μεταγενέστερα, με πρόθεση να προκαλέσει ζημία στους πιστωτές, μπορεί να προσβληθεί εάν ο αντισυμβαλλόμενος γνώριζε την πρόθεση του οφειλέτη κατά τον χρόνο της πράξης. Η γνώση της πρόθεσης τεκμαίρεται εάν ο αντισυμβαλλόμενος γνώριζε ότι ο οφειλέτης βρισκόταν σε επαπειλούμενη αφερεγγυότητα και ότι η εν λόγω πράξη θα προκαλούσε ζημία στους πιστωτές.

Ο πιστωτής θεωρείται ότι γνώριζε ότι ο οφειλέτης βρισκόταν σε επαπειλούμενη αφερεγγυότητα και ότι η εν λόγω πράξη θα προκαλούσε ζημία στους πιστωτές εάν γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει τις περιστάσεις από τις οποίες πρόδηλα προέκυπτε ότι ο οφειλέτης ήταν αφερέγγυος και ότι η εν λόγω πράξη θα προκαλούσε ζημία στους πιστωτές.

Οι συμβάσεις με χρηματικό αντικείμενο που συνήφθησαν από τον οφειλέτη και τα πρόσωπα που είχαν στενή σχέση με τον οφειλέτη μπορεί να προσβληθούν εάν προκαλούν άμεση ζημία στους πιστωτές. Οι εν λόγω συμβάσεις δεν μπορεί να προσβληθούν εάν είχαν συναφθεί δύο έτη πριν από την κατάθεση της αίτησης για την έναρξη της πτωχευτικής διαδικασίας ή εάν ο αντισυμβαλλόμενος αποδείξει ότι, κατά τον χρόνο της σύναψης της σύμβασης, δεν γνώριζε την πρόθεση του οφειλέτη να προκαλέσει ζημία στους πιστωτές.

Μια χαριστική δικαιοπραξία του οφειλέτη ή μια αδικοπραξία με ασήμαντο αντάλλαγμα μπορεί να προσβληθεί μόνον αν είχε καταρτιστεί τέσσερα έτη πριν την κατάθεση της αίτησης για την έναρξη της πτωχευτικής διαδικασίας. Σε περίπτωση περιστασιακού δώρου ασήμαντης αξίας, η πράξη δεν μπορεί να προσβληθεί.

Μια δικαιοπραξία με την οποία ένα μέλος της εταιρίας ζητά την αποπληρωμή του δανείου που χρησιμοποιήθηκε για την υποκατάσταση κεφαλαίου ή με την οποία προβάλλει άλλη παρόμοια απαίτηση είναι άκυρη:

1. εάν παρέχει εξασφάλιση και η πράξη είχε συναφθεί μέσα στα τελευταία πέντε έτη πριν από την κατάθεση της αίτησης για την έναρξη της πτωχευτικής διαδικασίας ή μεταγενέστερα

2. εάν εγγυάται την ικανοποίηση της απαίτησης και η πράξη είχε συναφθεί κατά το τελευταίο έτος πριν από την κατάθεση της αίτησης για την έναρξη της πτωχευτικής διαδικασίας ή μεταγενέστερα.

Μια δικαιοπραξία με την οποία αποδίδεται πλήρως ή εν μέρει στον αφανή εταίρο της εταιρίας το μερίδιό του ή με την οποία παραιτείται πλήρως ή εν μέρει ο εν λόγω εταίρος από το μερίδιό του ως προς τις ζημίες που υπέστη, μπορεί να προσβληθεί εάν η σύμβαση στην οποία βασίζεται η εν λόγω πράξη συνήφθη κατά το τελευταίο έτος πριν από την κατάθεση της αίτησης για την έναρξη της πτωχευτικής διαδικασίας κατά της εταιρίας ή μεταγενέστερα. Το ίδιο ισχύει αν ο αφανής εταίρος τεθεί σε εκκαθάριση σύμφωνα με τη σύμβαση.

Σε περίπτωση σύμμετρης ικανοποίησης, οι πληρωμές από τον οφειλέτη που πραγματοποιούνται με συναλλαγματικές δεν μπορεί να ανακτηθούν από τον λήπτη εάν, σύμφωνα με τον νόμο για τους διαπραγματεύσιμους τίτλους, ο λήπτης θα έχανε την απαίτησή του έναντι άλλων οφειλετών εάν δεν κάνει δεκτή την πληρωμή.

Μια δικαιοπραξία θεωρείται ότι καταρτίστηκε κατά τον χρόνο που επήλθαν τα έννομα αποτελέσματά της.

Εάν η καταχώριση σε δημόσιο καθολικό, μητρώο ή αρχείο είναι αναγκαία για το νομικό κύρος μιας δικαιοπραξίας, η εν λόγω δικαιοπραξία θεωρείται ότι καταρτίστηκε μόλις εκπληρωθούν οι προϋποθέσεις του κύρους τους, καταστεί δεσμευτική η δήλωση προθέσεως του οφειλέτη να προβεί στην εν λόγω καταχώριση, και ο αντισυμβαλλόμενος καταθέσει ένα αίτημα καταχώρισης νομικής μεταβολής. Η εν λόγω διάταξη ισχύει επίσης για τα αιτήματα της εκ των προτέρων καταχώρισης για τη διασφάλιση του δικαιώματος για μια νομική μεταβολή.

Εάν μια δικαιοπραξία υπόκειται σε αίρεση ή προθεσμία, λαμβάνεται υπόψη ο χρόνος που καταρτίστηκε και όχι ο χρόνος πλήρωσης της αίρεσης ή παρέλευσης της προθεσμίας.

Μια δικαιοπραξία για την οποία έχει εκδοθεί εκτελεστός τίτλος και μια δικαιοπραξία που καταρτίστηκε στο πλαίσιο της διαδικασίας αναγκαστικής εκτέλεσης μπορεί να προσβληθούν.

Εάν ο οφειλέτης έλαβε για την παροχή του αντάλλαγμα ίσης αξίας, που ενσωματώθηκε άμεσα στα περιουσιακά του στοιχεία, η υποκείμενη δικαιοπραξία της εν λόγω παροχής μπορεί να προσβληθεί μόνον με την προϋπόθεση της δόλιας ζημίας.

Ο σύνδικος μπορεί για λογαριασμό του οφειλέτη να ασκήσει αγωγή ακύρωσης των δικαιοπραξιών του οφειλέτη βάσει δικαστικής έγκρισης. Η αγωγή κατατίθεται κατά του προσώπου έναντι του οποίου αναλήφθηκε η προσβαλλόμενη πράξη.

Ο σύνδικος μπορεί να καταθέσει αγωγή ακύρωσης δικαιοπραξίας μέσα σε ενάμιση έτος από την ημέρα έναρξης της πτωχευτικής διαδικασίας.

Κάθε πτωχευτικός πιστωτής μπορεί να ασκήσει αγωγή ακύρωσης δικαιοπραξίας για λογαριασμό του και με δικά του έξοδα εάν:

- ο σύνδικος δεν έχει ασκήσει αγωγή ακύρωσης δικαιοπραξίας μέσα στην προθεσμία που ορίζεται στο άρθρο 212 παράγραφος 3 του SZ – μέσα σε τρεις μήνες από την παρέλευση της προθεσμίας που ορίζεται στο άρθρο 212 παράγραφος 3 του SZ.

- ο σύνδικος ανακαλέσει μια αγωγή ακύρωσης δικαιοπραξίας– μέσα σε τρεις μήνες από τη δημοσίευση της αμετάκλητης απόφασης που βεβαιώνει την ανάκληση της αγωγής από τον ηλεκτρονικό πίνακα ανακοινώσεων του δικαστηρίου (e-Oglasna ploča suda)

- είχε προηγουμένως ζητήσει μια δήλωση του συνδίκου και ο σύνδικος είχε δηλώσει ότι δεν θα ασκήσει αγωγή ακύρωσης της δικαιοπραξίας - μέσα σε τρεις μήνες από τη δημοσίευση της δήλωσης του συνδίκου στον ηλεκτρονικό πίνακα ανακοινώσεων του δικαστηρίου

- είχε προηγουμένως ζητήσει μια δήλωση του συνδίκου και ο σύνδικος δεν δήλωσε μέσα σε τρεις μήνες αν θα ασκήσει αγωγή ακύρωσης δικαιοπραξίας ή όχι - μέσα σε τρεις μήνες από τη δημοσίευση της πρόσκλησης για την εν λόγω δήλωση.

Εάν η αίτηση ακύρωσης δικαιοπραξίας γίνει δεκτή, η προσβαλλόμενη δικαιοπραξία δεν θα έχει έννομα αποτελέσματα ως προς την πτωχευτική περιουσία, και ο αντισυμβαλλόμενος πρέπει να αποδώσει στην πτωχευτική περιουσία όλα τα ουσιώδη οφέλη που αποκόμισε από την προσβαλλόμενη συναλλαγή, εκτός αν άλλως ορίζει ο SZ. Η αίτηση κίνησης της αναγκαστικής εκτέλεσης βάσει της απόφασης που κάνει δεκτή την αίτηση ακύρωσης δικαιοπραξίας μπορεί να κατατεθεί από τον σύνδικο αντί και για λογαριασμό του οφειλέτη ή της πτωχευτικής περιουσίας και από πιστωτή για λογαριασμό του και υπέρ του πτωχεύσαντα οφειλέτη ή της πτωχευτικής περιουσίας.

Το πρόσωπο που αποδέχεται την παροχή χωρίς αντάλλαγμα, ή με ασήμαντο αντάλλαγμα, οφείλει να αποδώσει ό,τι έλαβε μόνο εάν κατέστη πλουσιότερος από αυτό, εκτός αν γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει ότι η εν λόγω παροχή θα προκαλούσε ζημία στους πιστωτές.

Η αμετάκλητη απόφαση που εκδίδεται επί αγωγής ακύρωσης δικαιοπραξίας δεσμεύει τον πτωχεύσαντα οφειλέτη, την πτωχευτική περιουσία και όλους τους πτωχευτικούς πιστωτές, εκτός αν άλλως ρητά ορίζεται στον SZ.

Εάν το δικαστήριο έχει αποδειχθεί την αίτηση ακύρωσης δικαιοπραξίας, ο αντίδικος καλείται να αποδώσει στην πτωχευτική περιουσία όλα τα ουσιώδη οφέλη που απέκτησε από την προσβαλλόμενη συναλλαγή. Αφού αποδοθούν τα εν λόγω οφέλη στην πτωχευτική περιουσία, οι ενάγοντες πιστωτές δικαιούνται προνομιακή ικανοποίηση από τα εν λόγω οφέλη, αναλογικά με το ποσό των επαληθευμένων απαιτήσεών τους.

Οι δικαιοπραξίες του οφειλέτη μπορεί να προσβληθούν με ένσταση στο πλαίσιο αγωγής χωρίς χρονικό περιορισμό.

Μια δικαιοπραξία μπορεί να προσβληθεί έναντι του κληρονόμου ή άλλων καθολικών διαδόχων του αντισυμβαλλόμενου.

Μια δικαιοπραξία μπορεί να προσβληθεί έναντι άλλων διαδόχων του αντισυμβαλλόμενου:

1. εάν ο διάδοχος γνώριζε κατά τον χρόνο κτήσης τις περιστάσεις στις οποίες βασίζεται η ακυρωσία της κτήσης εκ μέρους του δικαιοπαρόχου του

2. εάν ο διάδοχος, κατά τον χρόνο κτήσης, είχε στενή σχέση με τον οφειλέτη, εκτός αν αποδείξει ότι δεν γνώριζε τις περιστάσεις στις οποίες βασίζεται η ακυρωσία της κτήσης εκ μέρους του δικαιοπαρόχου του

3. εάν το αποκτηθέν μεταβιβάστηκε χαριστικά ή με ασήμαντο αντάλλαγμα στον διάδοχο.

Μια δικαιοπραξία που καταρτίστηκε μετά την έναρξη της πτωχευτικής διαδικασίας και παραμένει έγκυρη, σύμφωνα με τους κανόνες για την προστασία της πίστης στα δημόσια μητρώα, μπορεί να προσβληθεί σύμφωνα με τους κανόνες για την προσβολή των δικαιοπραξιών που καταρτίστηκαν πριν από την έναρξη της πτωχευτικής διαδικασίας.


Την έκδοση αυτής της σελίδας στην εθνική γλώσσα διαχειρίζεται ο αντίστοιχος αρμόδιος επαφής του ΕΔΔ. Οι μεταφράσεις έχουν γίνει από την αρμόδια υπηρεσία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Οι τυχόν αλλαγές που επιφέρει η αρμόδια εθνική αρχή στο πρωτότυπο ενδέχεται να μην έχουν περιληφθεί ακόμα στις μεταφράσεις. Η Επιτροπή και το Ευρωπαϊκό Δικαστικό Δίκτυο δεν αναλαμβάνουν καμία απολύτως ευθύνη όσον αφορά πληροφορίες ή δεδομένα που περιέχονται ή αναφέρονται στο παρόν έγγραφο. Βλ. την ανακοίνωση νομικού περιεχομένου για τους κανόνες πνευματικής ιδιοκτησίας που ισχύουν στο κράτος μέλος που είναι αρμόδιο για την παρούσα σελίδα.

Τελευταία επικαιροποίηση: 04/12/2018

Αφερεγγυότητα - Ιταλία

ΠΙΝΑΚΑΣ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΩΝ


1 Εναντίον ποιων μπορούν να κινηθούν διαδικασίες αφερεγγυότητας;

Διαδικασίες αφερεγγυότητας μπορούν να κινηθούν εναντίον εμπόρων (φυσικών προσώπων ή εταιρειών), υπό τον όρο ότι αυτοί διαθέτουν:

α) είτε ενεργητικό αξίας 300 000 ευρώ και άνω κατά τα τρία έτη που προηγούνται της αίτησης πτώχευσης ή συμβιβασμού με τους πιστωτές

α) είτε μικτό ετήσιο εισόδημα ύψους 200 000 ευρώ και άνω κατά τα τρία έτη που προηγούνται της αίτησης πτώχευσης ή συμβιβασμού με τους πιστωτές

γ) είτε συνολικές οφειλές (κατά την ημερομηνία της αίτησης πτώχευσης ή συμβιβασμού με τους πιστωτές) ύψους 500 000 ευρώ και άνω (ανεξαρτήτως της ημερομηνίας κατά την οποία γεννήθηκαν)

2 Ποιες είναι οι προϋποθέσεις για την έναρξη διαδικασιών αφερεγγυότητας;

α) Για την πτώχευση απαιτείται η αφερεγγυότητα του επιχειρηματία ή της επιχείρησης. Η σχετική αίτηση μπορεί να υποβληθεί από:

- τον οφειλέτη

- πιστωτή

- την Εισαγγελία

β) Για τον προληπτικό διακανονισμό με τους πιστωτές (concordato preventivo) απαιτείται ο επιχειρηματίας ή η επιχείρηση να βρίσκεται σε δυσχερή θέση (δηλαδή να αντιμετωπίζει οικονομικές δυσκολίες που δεν είναι αρκετά σοβαρές ώστε να επιφέρουν πτώχευση). Η σχετική αίτηση μπορεί να υποβληθεί μόνο από τον οφειλέτη.

3 Ποια περιουσιακά στοιχεία ανήκουν στην πτωχευτική περιουσία; Πώς αντιμετωπίζονται τα περιουσιακά στοιχεία που αποκτώνται από τον οφειλέτη ή που περιέρχονται σε αυτόν μετά την έναρξη της διαδικασίας αφερεγγυότητας;

Όλα τα περιουσιακά στοιχεία ανήκουν στην πτωχευτική περιουσία, εκτός από:

1) περιουσιακά στοιχεία και δικαιώματα αυστηρά προσωπικού χαρακτήρα

2) επιδόματα διατροφής, μισθούς, συντάξεις, ημερομίσθια και τα εισοδήματα του πτωχού από τη δραστηριότητά του, εντός του αναγκαίου ορίου για τη συντήρηση του ίδιου και της οικογένειάς του

3) εισοδήματα που απορρέουν από τη νόμιμη επικαρπία επί περιουσιακών στοιχείων των τέκνων του πτωχού, περιουσιακά στοιχεία που δεσμεύονται ειδικά για τις ανάγκες της οικογένειας (fondo patrimoniale) και το εισόδημα από αυτά τα περιουσιακά στοιχεία, εκτός από τις περιπτώσεις που προβλέπονται από το άρθρο 170 του Αστικού Κώδικα

4) εκ του νόμου ακατάσχετα στοιχεία.

Η πτωχευτική περιουσία περιλαμβάνει επίσης όλα τα περιουσιακά στοιχεία τα οποία αποκτώνται από τον πτωχό μετά την έναρξη της διαδικασίας, δεν περιλαμβάνει όμως τις υποχρεώσεις που δημιουργήθηκαν για την απόκτηση και διατήρηση των στοιχείων αυτών.

4 Ποιες εξουσίες έχουν ο οφειλέτης και ο διαχειριστής της διαδικασίας αφερεγγυότητας, αντίστοιχα;

Ο διαχειριστής αφερεγγυότητας (σύνδικος) έχει την εξουσία και το καθήκον να διοικεί την περιουσία, να την εκποιεί και να διανέμει το προϊόν της πώλησης στους πιστωτές.

Ο πτωχός μπορεί να υποβάλλεται σε ερωτήσεις από τον σύνδικο με σκοπό την απόκτηση πληροφοριών. Μπορεί επίσης να προσβάλλει μέτρα που λαμβάνονται από τον σύνδικο και τον εισηγητή δικαστή, μόνο όμως εάν αυτά έχουν ληφθεί κατά παράβαση του νόμου (συνεπώς, δεν μπορεί να αμφισβητήσει απλώς τη σκοπιμότητα τέτοιων μέτρων).

5 Κάτω από ποιες προϋποθέσεις μπορεί να προταθεί συμψηφισμός;

Πρόσωπα που πρέπει να καταβάλουν χρήματα στον διαχειριστή αφερεγγυότητας μπορούν να συμψηφίσουν την οφειλή τους με δική τους ανταπαίτηση (controcredito) στο πλαίσιο της ίδιας διαδικασίας, μόνο όμως εάν τόσο η οφειλή όσο και η ανταπαίτηση γεννήθηκαν πριν από την έναρξη της διαδικασίας.

6 Ποια αποτελέσματα έχουν οι διαδικασίες αφερεγγυότητας επί των υφισταμένων συμβάσεων στις οποίες ο οφειλέτης αποτελεί συμβαλλόμενο μέρος;

Ο σύνδικος αποφασίζει εάν θα καταγγελθούν ή όχι οι συμβάσεις που βρίσκονταν σε ισχύ κατά την έναρξη της διαδικασίας αφερεγγυότητας.

7 Ποια αποτελέσματα έχουν οι διαδικασίες αφερεγγυότητας επί των ατομικών διώξεων εκ μέρους πιστωτών (εκτός εάν υφίσταται εκκρεμοδικία);

Μετά την έναρξη της διαδικασίας αφερεγγυότητας, οι πιστωτές μπορούν να κινήσουν νομικές διαδικασίες μόνο εάν δεν το πράξει ο σύνδικος (σκοπίμως ή εξ αμελείας).

8 Ποια αποτελέσματα έχουν οι διαδικασίες αφερεγγυότητας επί των εκκρεμών κατά τον χρόνο της έναρξης της διαδικασίας αφερεγγυότητας δικών;

Αγωγές πιστωτή κατά προσώπου το οποίο στη συνέχεια κηρύσσεται σε πτώχευση συνεχίζονται μόνο από τον σύνδικο.

9 Ποια είναι τα κύρια χαρακτηριστικά της συμμετοχής των πιστωτών στη διαδικασία αφερεγγυότητας;

Η επιτροπή πιστωτών αποτελείται από τρεις ή πέντε πιστωτές και έχει εκτενείς εξουσίες, καθώς:

- εγκρίνει συναλλαγές, συμβιβασμούς, την παραίτηση από αγωγή, την αναγνώριση δικαιωμάτων τρίτων, την εξάλειψη υποθήκης, την επιστροφή εμπράγματων ασφαλειών, την αποδέσμευση εγγυήσεων, την αποδοχή κληρονομιάς και δωρεάς, και κάθε άλλη πράξη ειδικής διαχείρισης

- υποβάλλει αίτηση στο δικαστήριο για την αντικατάσταση του συνδίκου

- εγκρίνει το σχέδιο της εκκαθάρισης

- εξουσιοδοτεί τον σύνδικο να αναλάβει τις συμβάσεις που βρίσκονται σε ισχύ κατά την ημερομηνία κήρυξης της πτώχευσης

- παρίσταται στις εργασίες απογραφής της πτωχευτικής περιουσίας

- έχει πρόσβαση στον φάκελο της διαδικασίας

- εξουσιοδοτεί τον σύνδικο να εξαιρέσει από το ενεργητικό ένα ή περισσότερα στοιχεία ή να μην προβεί στη ρευστοποίηση αυτών εάν η ρευστοποίηση φαίνεται προδήλως απρόσφορη

- υποβάλλει αίτηση προς τον εισηγητή δικαστή για την αναστολή της εκποίησης περιουσιακών στοιχείων.

Επιπροσθέτως των ανωτέρω εξουσιών ενεργητικής διαχείρισης, η επιτροπή των πιστωτών τοποθετείται επί μέτρων που λαμβάνονται από τον εισηγητή δικαστή ή από το δικαστήριο, και συγκεκριμένα επί των παρακάτω:

- της εξουσιοδότησης των ενέγγυων πιστωτών να πουλήσουν περιουσιακά στοιχεία που διακρατούνται ως ασφάλεια

- της εξουσιοδότησης του εισηγητή δικαστή να συνεχίσει προσωρινά τη λειτουργία της επιχείρησης (η συνέχιση της λειτουργίας απαιτεί την έγκριση της επιτροπής των πιστωτών)

- της εξουσιοδότησης του εισηγητή δικαστή να εκμισθώσει την επιχείρηση (η εκμίσθωση απαιτεί την έγκριση της επιτροπής των πιστωτών)

10 Με ποιον τρόπο μπορεί ο διαχειριστής/διαχειρίστρια αφερεγγυότητας να χρησιμοποιήσει ή να διαθέσει περιουσιακά στοιχεία της πτωχευτικής περιουσίας;

Ο σύνδικος έχει το δικαίωμα (υπό τον όρο ότι θα έχει λάβει την προηγούμενη έγκριση):

- να συνεχίσει τη δραστηριότητα της επιχείρησης

- να εκμισθώσει την επιχείρηση

- να εκποιήσει το σύνολο της περιουσίας με σκοπό να διανείμει το προϊόν στους πιστωτές

- να αποφασίσει να μην εκποιήσει περιουσιακά στοιχεία χαμηλής αξίας.

11 Ποιες απαιτήσεις δύνανται να αναγγελθούν κατά της πτωχευτικής περιουσίας του οφειλέτη και με ποιον τρόπο αντιμετωπίζονται οι απαιτήσεις που προκύπτουν μετά την έναρξη της διαδικασίας αφερεγγυότητας;

Κάθε πιστωτής μπορεί να υποβάλει στο δικαστήριο αίτηση για κήρυξη του οφειλέτη σε πτώχευση. Δεν είναι απαραίτητο ο πιστωτής να διαθέτει εκτελεστό τίτλο. Αυτό που έχει σημασία είναι να τεκμηριώνεται η απαίτηση.

Όλοι οι πιστωτές (συμπεριλαμβανομένων και εκείνων που έχουν υποβάλει αίτηση για κήρυξη του οφειλέτη σε πτώχευση και η αίτησή τους έχει γίνει δεκτή) οφείλουν να αναγγείλουν τις απαιτήσεις τους μετά την έναρξη της διαδικασίας αφερεγγυότητας.

12 Ποιοι είναι οι κανόνες που διέπουν την αναγγελία, την εξέλεγξη και την τελική επαλήθευση των απαιτήσεων;

Οι πιστωτές μπορούν να αναγγείλουν τις απαιτήσεις τους χωρίς να διαθέτουν νομική εκπροσώπηση.

Η αναγγελία πρέπει να περιλαμβάνει τα έγγραφα που τεκμηριώνουν την απαίτηση και υποβάλλεται ηλεκτρονικά (μέσω πιστοποιημένου ηλεκτρονικού ταχυδρομείου).

13 Ποιοι είναι οι κανόνες που διέπουν τη διανομή του προϊόντος της ρευστοποίησης των περιουσιακών στοιχείων; Με ποιον τρόπο κατατάσσονται οι απαιτήσεις και τα δικαιώματα των πιστωτών;

Το προϊόν από την εκποίηση της περιουσίας διανέμεται στους πιστωτές κατά σειρά προτεραιότητας. Για πολλές απαιτήσεις (υποθήκες, ενέχυρα, γενικές ή ειδικές προνομιούχες απαιτήσεις), ο νόμος προβλέπει δικαίωμα προνομιακής ικανοποίησης επί ολόκληρης της περιουσίας ή επί μέρους αυτής.

Εάν, όπως συμβαίνει σχεδόν πάντα, το προϊόν της εκποίησης δεν επαρκεί για την ικανοποίηση όλων των απαιτήσεων, διανέμεται όχι κατ’ αναλογία με το ύψος της απαίτησης αλλά σύμφωνα με τη σειρά προτεραιότητας που προβλέπεται στον Αστικό Κώδικα.

14 Ποιες είναι οι προϋποθέσεις και τα αποτελέσματα της περάτωσης της διαδικασίας αφερεγγυότητας (ιδίως διά πτωχευτικού συμβιβασμού);

Η διαδικασία αφερεγγυότητας περατώνεται όταν:

- δεν έχουν αναγγελθεί απαιτήσεις

- έχουν ικανοποιηθεί όλες οι απαιτήσεις

- έχει διανεμηθεί το σύνολο του προϊόντος από την εκποίηση της περιουσίας

- διαπιστώνεται ότι δεν υπάρχουν περιουσιακά στοιχεία προς εκποίηση ή άλλα ποσά προς είσπραξη.

Με την περάτωση της διαδικασίας αφερεγγυότητας, ο πτωχός ανακτά την ενεργητική νομιμοποίηση και την ικανότητα διαδίκου και μπορεί να αποκτά περιουσία χωρίς να αυτή να περιέρχεται στην κατοχή του συνδίκου.

O προληπτικός διακανονισμός και ο πτωχευτικός συμβιβασμός περατώνονται με την επικύρωση της συμφωνίας μεταξύ του οφειλέτη και των πιστωτών, όταν όμως η συμφωνία απαιτεί τη διάθεση περιουσιακών στοιχείων (concordato liquidatorio), η διαδικασία συνεχίζεται για την εκποίηση και ως εκ τούτου ολοκληρώνεται όταν πουληθούν όλα τα περιουσιακά στοιχεία και διανεμηθεί το προϊόν στους πιστωτές.

Με την περάτωση του προληπτικού διακανονισμού και του πτωχευτικού συμβιβασμού, ο πτωχός απαλλάσσεται από όλες τις οφειλές του.

15 Ποια είναι τα δικαιώματα των πιστωτών μετά την περάτωση της διαδικασίας αφερεγγυότητας;

Μετά την περάτωση της διαδικασίας αφερεγγυότητας, οι πιστωτές μπορούν να επισπεύσουν καταδιωκτικά μέτρα κατά του οφειλέτη με σκοπό να εισπράξουν τις ανεξόφλητες οφειλές (δηλαδή το μέρος των οφειλών που δεν ικανοποιήθηκε από τον σύνδικο), εκτός εάν έχει λάβει χώρα διαδικασία απαλλαγής από τις οφειλές, οπότε οι πιστωτές δεν μπορούν να προβάλουν καμία αξίωση κατά του πτωχού.

Μετά την ολοκλήρωση συμβιβασμού με τους πιστωτές, οι πιστωτές δεν μπορούν να προβάλουν καμία αξίωση κατά του οφειλέτη. Εάν, ωστόσο, ο οφειλέτης δεν εκπληρώσει τις υποχρεώσεις του, οι πιστωτές μπορούν να υποβάλουν αίτηση διάρρηξης του συμβιβασμού. Η αίτηση αυτή υποβάλλεται εντός προθεσμίας ενός έτους.

16 Πού καταλογίζονται το κόστος και οι δαπάνες της διαδικασίας αφερεγγυότητας;

Το κόστος της διαδικασίας αφερεγγυότητας βαρύνει την ίδια τη διαδικασία και εξοφλείται από το προϊόν της εκποίησης της περιουσίας.

Εάν δεν υπάρχει περιουσία, ο σύνδικος και οι δαπάνες που αναλαμβάνει ο σύνδικος εξοφλούνται από το δημόσιο.

17 Ποιοι είναι οι κανόνες που άπτονται της ακυρότητας, της ακυρωσίας ή του ανενεργού των επιβλαβών για όλους τους πιστωτές δικαιοπραξιών;

Πράξεις του πτωχού που διενεργήθηκαν πριν από την έναρξη της διαδικασίας αφερεγγυότητας μπορούν να ανακληθούν εάν διενεργήθηκαν εντός συγκεκριμένης περιόδου (ένα έτος ή έξι μήνες) πριν από την έναρξη της διαδικασίας.

Πράξεις που διενεργήθηκαν από τον πτωχό μετά την έναρξη της διαδικασίας αφερεγγυότητας είναι άκυρες.

Πράξεις ειδικής διαχείρισης που διενεργήθηκαν κατά τη διάρκεια του προληπτικού διακανονισμού χωρίς την έγκριση του δικαστηρίου είναι άκυρες.


Την έκδοση αυτής της σελίδας στην εθνική γλώσσα διαχειρίζεται ο αντίστοιχος αρμόδιος επαφής του ΕΔΔ. Οι μεταφράσεις έχουν γίνει από την αρμόδια υπηρεσία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Οι τυχόν αλλαγές που επιφέρει η αρμόδια εθνική αρχή στο πρωτότυπο ενδέχεται να μην έχουν περιληφθεί ακόμα στις μεταφράσεις. Η Επιτροπή και το Ευρωπαϊκό Δικαστικό Δίκτυο δεν αναλαμβάνουν καμία απολύτως ευθύνη όσον αφορά πληροφορίες ή δεδομένα που περιέχονται ή αναφέρονται στο παρόν έγγραφο. Βλ. την ανακοίνωση νομικού περιεχομένου για τους κανόνες πνευματικής ιδιοκτησίας που ισχύουν στο κράτος μέλος που είναι αρμόδιο για την παρούσα σελίδα.

Τελευταία επικαιροποίηση: 29/10/2018

Αφερεγγυότητα - Κύπρος

ΠΙΝΑΚΑΣ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΩΝ


1 Εναντίον ποιων μπορούν να κινηθούν διαδικασίες αφερεγγυότητας;

Πτώχευση: Η έκδοση Διατάγματος Πτώχευσης γίνεται αποκλειστικά εναντίον αφερέγγυων φυσικών προσώπων.

Εκκαθάριση: Το Διάταγμα Εκκαθάρισης στρέφεται εναντίον οποιουδήποτε νομικού προσώπου. Το ίδιο ισχύει και για τις διαδικασίες της εκούσιας εκκαθάρισης, είτε με επίβλεψη του Δικαστηρίου είτε εκτός Δικαστηρίου.

2 Ποιες είναι οι προϋποθέσεις για την έναρξη διαδικασιών αφερεγγυότητας;

Πτώχευση: Οι νομοθετικές πρόνοιες για την πτώχευση φυσικού προσώπου βρίσκονται στον περί Πτώχευσης  Νόμο (Κεφ.5) ο οποίος έχει τροποποιηθεί σε μεγάλο βαθμό τα τελευταία δύο χρόνια ούτως ώστε να ανταποκρίνεται στα μεταβαλλόμενα οικονομικά και κοινωνικά δεδομένα.

Η αίτηση πτώχευσης μπορεί να προέλθει είτε από πιστωτή είτε από τον ίδιο τον χρεώστη για οφειλές για ποσό άνω τον ΕΥΡ15,000, νοουμένου ότι έχει διαπραχθεί πράξη πτώχευσης και ο χρεώστης βρισκόταν προσωπικά στην Κύπρο, ή είχε τη σύνηθη διαμονή του στην Κύπρο, ή διεξήγαγε εργασίες στην Κύπρο, ή ήταν μέλος οίκου ή συνεταιρισμού που διεξήγαγε εργασίες στην Κύπρο.

Ο χρεώστης διαπράττει πράξη πτώχευσης, μεταξύ άλλων, σε περίπτωση που:

(α) πιστωτής εξασφαλίσει εναντίον του τελεσίδικη απόφαση για οποιοδήποτε ποσό και ο χρεώστης παραλείπει να πληρώσει,

(β) καταθέσει δήλωση ανικανότητας να πληρώσει τα χρέη του,

(γ) υποβάλει αίτηση για πτώχευση,

(δ) το Προσωπικό Σχέδιο Αποπληρωμής στο οποίο μετείχε θεωρείται ότι έχει αποτύχει ή τερματιστεί σύμφωνα με τισ διατάξεις του περί Αφερεγγυότητσ Φυσικών Προσώπων Νόμου.

Εκκαθάριση Εταιρειών: Η εκκαθάριση είναι η διαδικασία στην οποία τίθεται μια εταιρεία, είτε λόγω ανικανότητας να πληρώσει τα χρέη της είτε με ειδικό ψήφισμα της  Εταιρείας, με σκοπό τη διάλυσή της μέσω της ρευστοποίησης των περιουσιακών της στοιχείων και της εξόφλησης όλων ή μέρους των χρεών της. Για να εκδοθεί διάταγμα εκκαθάρισης σημαίνει ότι η εταιρεία αδυνατεί να εξοφλήσει τις οφειλές της. Θα πρέπει το οφειλόμενο ποσό να είναι άνω των ΕΥΡ 5.000. Η αίτηση εκκαθάρισης υποβάλλεται στο Δικαστήριο είτε από τον πιστωτή είτε από τους μετόχους.

Εκούσιες Εκκαθαρίσεις:

Υπάρχουν τα ακόλουθα είδη εκούσιας εκκαθάρισης:

  • Εκούσια εκκαθάριση από πιστωτές: Η διαδικασία αυτή αποτελεί εκκαθάριση εκτός Δικαστηρίου και γίνεται στην περίπτωση που η εταιρεία είναι αφερέγγυα και το Διοικητικό Συμβούλιο της εταιρείας αποφασίσει την εκκαθάρισή της. Η εκούσια εκκαθάριση από πιστωτές ξεκινά με την σύγκληση συνέλευσης πιστωτών όπου παρουσιάζεται το ειδικό ψήφισμα της γενικής συνέλευσης της εταιρίας για την εκούσια εκκαθάρισή της.
  • Εκούσια εκκαθάριση από μέλη: Αποτελεί και εδώ διαδικασία εκκαθάρισης εκτός Δικαστηρίου, η οποία ενεργοποιείται με ειδικό ψήφισμα της γενικής συνέλευσης των μετόχων όταν η εταιρεία είναι φερέγγυα.
  • Εκούσια εκκαθάριση υπό την εποπτεία του Δικαστηρίου: Πρόκειται για την περίπτωση της εκούσιας εκκαθάρισης όταν η εταιρεία έχει εγκρίνει ψήφισμα για εκούσια εκκαθάριση και το Δικαστήριο δύναται να εκδώσει διάταγμα για τη συνέχιση της εκκαθάρισης υπό την εποπτεία του Δικαστηρίου.

3 Ποια περιουσιακά στοιχεία ανήκουν στην πτωχευτική περιουσία; Πώς αντιμετωπίζονται τα περιουσιακά στοιχεία που αποκτώνται από τον οφειλέτη ή που περιέρχονται σε αυτόν μετά την έναρξη της διαδικασίας αφερεγγυότητας;

Πτώχευση: Τα περιουσιακά στοιχεία που ανήκουν στην πτωχευτική περιουσία είναι όλη η περιουσία που δυνατόν να ανήκει ή που κατέχεται από τον πτωχεύσαντα κατά την έναρξη της διαδικασίας πτώχευσης ή που δυνατόν να αποκτήθηκε ή να περιήλθε σε αυτόν πριν από την αποκατάσταση του, εκτός από βασικά στοιχεία της περιουσίας του, τα οποία είναι απαραίτητα για την επιβίωση του ιδίου και της οικογένειας του.

Τα περιουσιακά στοιχεία που αποκτώνται μετά την έναρξη της πτώχευσης και πριν την αποκατάσταση ή την ακύρωση της πτώχευσης, περιλαμβάνονται στην πτωχευτική περιουσία.

Εκκαθάριση: Τα περιουσιακά στοιχεία που ανήκουν στην εκκαθαριστική περιουσία είναι όλη η περιουσία που άνηκε στην εταιρεία πριν την έκδοση του διατάγματος εκκαθάρισης ή πριν από την ημερομηνία του ειδικού ψηφίσματος για εκούσια εκκαθάριση.

4 Ποιες εξουσίες έχουν ο οφειλέτης και ο διαχειριστής της διαδικασίας αφερεγγυότητας, αντίστοιχα;

Πτώχευση: Με την έκδοση διατάγματος πτώχευσης, ο επίσημος Παραλήπτης καθίσταται Διαχειριστής της περιουσίας του πτωχεύσαντα. Σε μεταγενέστερο στάδιο δύναται να διοριστεί ως τέτοιος Διαχειριστής οποιοσδήποτε αδειοδοτημένος Σύμβουλος Αφερεγγυότητας. Καθήκον του Διαχειριστή είναι να εκποιήσει την περιουσία του πτωχεύσαντα και να διανέμει το προϊόν αυτής στους πιστωτές του. Μόλις αναλάβει καθήκοντα Διαχειριστή ο Επίσημος Παραλήπτης ή  οποιοσδήποτε Σύμβουλος Αφερεγγυότητας, ο πτωχεύσας εξακολουθεί να διατηρεί την κυριότητα όλης της περιουσίας που κατέχει, την οποία, όμως, από την ημερομηνία έναρξης της διαδικασίας πτώχευσης, θα την διαχειρίζεται εξ ολοκλήρου ο Διαχειριστής.

Εκκαθάριση: Με την έκδοση διατάγματος εκκαθάρισης, και σε περίπτωση που δεν διορίζεται εκκαθαριστής από τους πιστωτές, εκκαθαριστής καθίσταται λόγω του αξιώματος του ο Επίσημος Παραλήπτης, εκτός εάν κατόπιν αιτήσεως του Επίσημου Παραλήπτη στο Δικαστήριο ή κατόπιν σχετικής απόφασης της συνέλευσης πιστωτών και συνεισφορέων της εταιρείας, διοριστεί ως εκκαθαριστής αδειοδοτημένος Σύμβουλος Αφερεγγυότητας. Καθήκον του εκκαθαριστή είναι να ρευστοποιήσει την περιουσία της υπό διάλυση εταιρείας και να διανέμει το προϊόν αυτής στους πιστωτές και συνεισφορείς της. Μόλις αναλάβει καθήκοντα ο Επίσημος Παραλήπτης ή οποιοσδήποτε ΣΑ ως Εκκαθαριστής της περιουσίας της υπό εκκαθάριση νομικής οντότητας, παρόλο που η εταιρεία διατηρεί την κυριότητα όλης της περιουσίας που κατέχει, από την ημερομηνία έναρξης της εκκαθάρισης την περιουσία αυτή τη διαχειρίζεται πλέον, με σκοπό την ρευστοποίηση της, ο Εκκαθαριστής.

Εκούσιες Εκκαθαρίσεις: Σε περίπτωση εκούσιας εκκαθάρισης, η εταιρεία από την έναρξη της εκκαθάρισης, παύει να διεξάγει τις εργασίες της, εκτός στην έκταση που απαιτείται για την επωφελή εκκαθάριση της. Καθήκον του εκκαθαριστή είναι να ρευστοποιήσει την περιουσία της υπό εκκαθάριση εταιρείας και να διανέμει το προϊόν αυτής στους πιστωτές και συνεισφορείς της.

  • Εκούσια εκκαθάριση από πιστωτές: Οι πιστωτές και η εταιρεία σε αντίστοιχες συνελεύσεις τους υποδεικνύουν ποιον Σύμβουλο Αφερεγγυότητας επιθυμούν να ορίσουν ως εκκαθαριστή της εταιρείας, αλλά σε περίπτωση διαφωνίας των δύο συνελεύσεων εκκαθαριστής διορίζεται ο Σύμβουλος Αφερεγγυότητας που υπέδειξαν οι πιστωτές.
  • Εκούσια εκκαθάριση από μέλη: Η εταιρεία με σχετική απόφαση της γενικής συνέλευσης διορίζει ως εκκαθαριστή αδειοδοτημένο Σύμβουλο Αφερεγγυότητα, ο οποίος καθίσταται υπεύθυνος για την εκκαθάριση των υποθέσεων και τη διανομή του ενεργητικού της εταιρείας. Με το διορισμό του εκκαθαριστή παύουν όλες οι εξουσίες των συμβούλων, εκτός στην έκταση που η εταιρεία σε γενική συνέλευση ή ο εκκαθαριστής εγκρίνει τη συνέχιση τους.
  • Εκούσια εκκαθάριση με την εποπτεία Δικαστηρίου: Όταν εκδίδεται διάταγμα για εκκαθάριση με εποπτεία, το Δικαστήριο δύναται με εκείνο το διάταγμα ή με οποιοδήποτε μεταγενέστερο διάταγμα, να διορίσει επιπρόσθετο εκκαθαριστή. Εκκαθαριστής που διορίστηκε από το Δικαστήριο έχει τις ίδιες εξουσίες, υπόκειται στις ίδιες υποχρεώσεις και βρίσκεται στην ίδια θέση με εκκαθαριστές που διορίζονται με ειδικό ψήφισμα ή με απόφαση των πιστωτών, ως αναφέρεται πιο πάνω.

5 Κάτω από ποιες προϋποθέσεις μπορεί να προταθεί συμψηφισμός;

Πτώχευση: Οι νομοθετημένες προϋποθέσεις για να προταθεί συμψηφισμός περιλαμβάνουν τη ύπαρξη αμοιβαίων πιστώσεων ή αμοιβαίων χρεών ή άλλων αμοιβαίων συναλλαγών μεταξύ του πτωχεύσαντα και οποιουδήποτε άλλου προσώπου πριν την έκδοση του διατάγματος πτώχευσης, εκτός εάν το άλλο πρόσωπο είχε γνώση, κατά τον χρόνο παραχώρησης της πίστωσης, της πράξης πτώχευσης που τελέστηκε από τον πτωχέυσαντα.

6 Ποια αποτελέσματα έχουν οι διαδικασίες αφερεγγυότητας επί των υφισταμένων συμβάσεων στις οποίες ο οφειλέτης αποτελεί συμβαλλόμενο μέρος;

Πτώχευση: Οι υφιστάμενες νόμιμες συμβάσεις στις οποίες ο πτωχεύσαντας είναι συμβαλλόμενο μέρος διατηρούνται σε ισχύ και ο πτωχεύσας παραμένει προσωπικά υπεύθυνος για την τήρηση των όρων τους.

Εκκαθάριση: Οι υφιστάμενες νόμιμες συμβάσεις στις οποίες η υπό εκκαθάριση εταιρεία είναι συμβαλλόμενο μέρος παραμένουν σε ισχύ. Το ίδιο ισχύει και για τις νόμιμες συμβάσεις εταιρειών που εκκαθαρίζονται εκούσια.

7 Ποια αποτελέσματα έχουν οι διαδικασίες αφερεγγυότητας επί των ατομικών διώξεων εκ μέρους πιστωτών (εκτός εάν υφίσταται εκκρεμοδικία);

Πτώχευση: Όσο αφορά αγωγές που δυνατόν να εγερθούν εναντίον πτωχεύσαντα μετά την έκδοση διατάγματος πτώχευσης, απαιτείται άδεια Δικαστηρίου για τη συνέχισή τους.

Εκκαθάριση: Όσο αφορά αγωγές που δυνατόν να εγερθούν εναντίον της υπό εκκαθάρισης εταιρείας μετά την έκδοση διατάγματος εκκαθάρισης, απαιτείται άδεια Δικαστηρίου για τη συνέχισή τους.

8 Ποια αποτελέσματα έχουν οι διαδικασίες αφερεγγυότητας επί των εκκρεμών κατά τον χρόνο της έναρξης της διαδικασίας αφερεγγυότητας δικών;

Πτώχευση: Αγωγές που εκκρεμούν εναντίον πτωχεύσαντα συνεχίζονται κανονικά χωρίς να απαιτείται άδεια Δικαστηρίου για τη συνέχισή τους.

Εκκαθάριση: Αναφορικά με νομικές διαδικασίες που εκκρεμούν εναντίον της υπό εκκαθάρισης εταιρείας, θα πρέπει να εξασφαλιστεί διάταγμα Δικαστηρίου για τη συνέχισή τους. Συνεπώς, ο χειρισμός τους ανήκει πλέον στον Επίσημο Παραλήπτη ή στον εκάστοτε εκκαθαριστή τους.

9 Ποια είναι τα κύρια χαρακτηριστικά της συμμετοχής των πιστωτών στη διαδικασία αφερεγγυότητας;

Πτώχευση: Για να επιτραπεί σε πιστωτή να συμμετάσχει στην πτωχευτική διαδικασία θα πρέπει να έχει συμπληρώσει τα έντυπα επαλήθευσης χρέους με όλα τα αποδεικτικά στοιχεία. Ο Επίσημος Παραλήπτης ή ο Σύμβουλος Αφερεγγυότητας που ενεργεί ως Διαχειριστής αποφασίζει, ακολούθως, για την αποδοχή ή την απόρριψη των επαληθεύσεων. Στη συνέχεια, δίνεται μέρισμα στους πιστωτές σύμφωνα με τη σειρά προτεραιότητας που καθορίζεται από τις πρόνοιες του περί Πτωχεύσεως Νόμου, Κεφ.5. Με την καταχώρηση της επαλήθευσης, οι πιστωτές μπορούν να συμμετάσχουν σε συνελεύσεις που συγκαλεί ο Επίσημος Παραλήπτης ή Σύμβουλος Αφερεγγυότητας - Εκκαθαριστής της εταιρείας.

Εκκαθάριση: Για να επιτραπεί σε πιστωτή να συμμετάσχει στην εκκαθαριστική διαδικασία θα πρέπει να έχει συμπληρώσει τα έντυπα επαλήθευσης χρέους με όλα τα αποδεικτικά στοιχεία. Ισχύει ότι αναφέρεται στην πιο πάνω περίπτωση πλην όμως η διανομή του μερίσματος γίνεται, σε αυτή την περίπτωση, με βάσει τις πρόνοιες περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ.113.

Τα πιο πάνω ισχύουν και σε διαδικασίες εκούσιας εκκαθάρισης και εφαρμόζονται ιδιαίτερα σε εκούσιες εκκαθαρίσεις από πιστωτές, όπου η συμμετοχή των πιστωτών είναι άμεση από την αρχή της διαδικασίας καθότι καλούνται να προτείνουν εκκαθαριστή της επιλογής τους.

10 Με ποιον τρόπο μπορεί ο διαχειριστής/διαχειρίστρια αφερεγγυότητας να χρησιμοποιήσει ή να διαθέσει περιουσιακά στοιχεία της πτωχευτικής περιουσίας;

Πτώχευση: Ο Διαχειριστής έχει την εξουσία ή/και τη δυνατότητα να εκποιήσει ακίνητη περιουσία με οποιοδήποτε τρόπο κρίνει πρέπον και προς το συμφέρον της διαδικασίας. Ακολούθως, δίνεται μέρισμα στους πιστωτές σύμφωνα με τη σειρά προτεραιότητας που καθορίζεται από τις πρόνοιες του περί Πτωχεύσεως Νόμου, Κεφ.5. Σε περίπτωση υποθηκευμένης περιουσίας, θα πρέπει να εξασφαλιστεί σχετικό Διάταγμα από το Δικαστήριο.

Εκκαθάριση: Ο Εκκαθαριστής της υπό εκκαθάριση εταιρείας δύναται να εκποιήσει ακίνητη ιδιοκτησία της εταιρείας με οποιονδήποτε τρόπο κρίνει ότι είναι προς το συμφέρον της διαδικασίας. Ακολούθως, δίνεται μέρισμα στους πιστωτές σύμφωνα με τη σειρά προτεραιότητας που καθορίζεται στον περί Εταιρειών Νόμο, Κεφ.113. Σε περίπτωση υποθηκευμένης περιουσίας, θα πρέπει να εξασφαλιστεί σχετικό διάταγμα Δικαστηρίου. Οι ίδιες πρόνοιες ισχύουν αναφορικά με τις εκούσιες εκκαθαρίσεις.

11 Ποιες απαιτήσεις δύνανται να αναγγελθούν κατά της πτωχευτικής περιουσίας του οφειλέτη και με ποιον τρόπο αντιμετωπίζονται οι απαιτήσεις που προκύπτουν μετά την έναρξη της διαδικασίας αφερεγγυότητας;

Πτώχευση: Όταν εκδοθεί ένα διάταγμα πτώχευσης, οι πιστωτές δύνανται να κάνουν επαλήθευση χρέους για οφειλές οι οποίες προέκυψαν μέχρι την ημέρα που εκδόθηκε το διάταγμα πτώχευσης ή εκκαθάρισης και αφορούν εκκαθαρισμένες απαιτήσεις. Απαιτήσεις που προκύπτουν μετά την έκδοση του διατάγματος πτώχευσης δεν εμπίπτουν στην πτωχευτική διαδικασία και οι πιστωτές θα πρέπει να στραφούν εναντίον του ίδιου του πτωχεύσαντα.

Εκκαθάριση: Με την έκδοση του διατάγματος εκκαθάρισης ή του ειδικού ψηφίσματος για εκούσια εκκαθάριση της εταιρείας, οι πιστωτές δύνανται να κάνουν επαλήθευση χρέους για οφειλές οι οποίες προέκυψαν μέχρι την ημέρα που εκδόθηκε το εν λόγω διάταγμα ή λήφθηκε η απόφαση για εκούσια εκκαθάριση και αφορούν εκκαθαρισμένες απαιτήσεις. Οι οποιεσδήποτε απαιτήσεις προκύψουν μετά το διάταγμα εκκαθάρισης ή το ειδικό ψήφισμα δεν εμπίπτουν στην εκκαθαριστική διαδικασία και οι πιστωτές θα πρέπει να στραφούν εναντίον των αξιωματούχων της υπό εκκαθάρισης εταιρείας.

12 Ποιοι είναι οι κανόνες που διέπουν την αναγγελία, την εξέλεγξη και την τελική επαλήθευση των απαιτήσεων;

Πτώχευση: Όταν εκδοθεί ένα διάταγμα πτώχευσης, κάθε πιστωτής θα πρέπει εντός 35 ημερών από την ημερομηνία δημοσίευσης του διατάγματος να υποβάλει γραπτώς στον Επίσημο Παραλήπτη ή τον διαχειριστή επαλήθευση χρέους. Η επαλήθευση πρέπει να αποδεικνύει τις λεπτομέρειες του χρέους, τα ονόματα όλων των εγγυητών και κατά πόσο είναι εξασφαλισμένος πιστωτής. Ο Επίσημος Παραλήπτης ή ο διαχειριστής θα πρέπει εντός 10 ημερών να αποδεχτεί ή να απορρίψει την επαλήθευση χρέους γραπτώς για σκοπούς μερίσματος. Ο πιστωτής ή ο εγγυητής που δεν ικανοποιούνται με την απόφαση του Επίσημου Παραλήπτη ή του διαχειριστή δύνανται εντός 21 ημερών να προσφύγουν στο Δικαστήριο.

Εκκαθάριση: Με την έκδοση του διατάγματος εκκαθάρισης, κάθε πιστωτής πρέπει εντός 35 ημερών από την ημερομηνία δημοσίευσης του διατάγματος να υποβάλει γραπτώς στον Επίσημο Παραλήπτη ή τον εκκαθαριστή επαλήθευση χρέους. Η επαλήθευση πρέπει να αποδεικνύει τις λεπτομέρειες του χρέους, τα ονόματα όλων των εγγυητών και κατά πόσο είναι εξασφαλισμένος πιστωτής. Ο Επίσημος Παραλήπτης ή ο εκκαθαριστής θα πρέπει εντός 10 ημερών να αποδεχτεί ή να απορρίψει την επαλήθευση χρέους γραπτώς για σκοπούς μερίσματος. Ο πιστωτής ή ο εγγυητής που δεν ικανοποιούνται με την απόφαση του Επίσημου Παραλήπτη ή του εκκαθαριστή δύνανται εντός 21 ημερών να προσφύγουν στο Δικαστήριο. Οι ίδιες πρόνοιες ισχύουν και για εκούσιες εκκαθαρίσεις.

13 Ποιοι είναι οι κανόνες που διέπουν τη διανομή του προϊόντος της ρευστοποίησης των περιουσιακών στοιχείων; Με ποιον τρόπο κατατάσσονται οι απαιτήσεις και τα δικαιώματα των πιστωτών;

Πτώχευση: Κατά τη διανομή της πτωχευτικής περιουσίας τα χρέη κατατάσσονται εξίσου και κατά αναλογία ανά κατηγορία (pari passu rule), εκτός αν η περιουσία είναι αρκετή για να πληρωθούν όλοι εξ ολοκλήρου. Η κατάταξη των απαιτήσεων έχει ως εξής:

  • Πραγματικά έξοδα και αμοιβή Διαχειριστή
  • Δικαιώματα Επίσημου Παραλήπτη
  • Έξοδα αιτούντα πιστωτή
  • Προνομιούχα χρέη
  • Ανασφάλιστα χρέη

Εκκαθάριση: Κατά τη διανομή της εκκαθαριστικής περιουσίας τα χρέη κατατάσσονται εξίσου και κατά αναλογία ανά κατηγορία (pari passu rule), εκτός αν η περιουσία είναι αρκετή για να πληρωθούν όλοι εξ ολοκλήρου. Η κατάταξη των απαιτήσεων έχει ως εξής:

  • Πραγματικά έξοδα και αμοιβή του Εκκαθαριστή
  • Δικαιώματα Επίσημου Παραλήπτη ή Εκκαθαριστή
  • Έξοδα αιτούντα πιστωτή
  • Προνομιούχα χρέη
  • Κάτοχοι ομολόγων κυμαινόμενης επιβάρυνσης
  • Ανασφάλιστοι πιστωτές

14 Ποιες είναι οι προϋποθέσεις και τα αποτελέσματα της περάτωσης της διαδικασίας αφερεγγυότητας (ιδίως διά πτωχευτικού συμβιβασμού);

Πτώχευση: Ο πτωχεύσαντας μπορεί να υποβάλει γραπτώς πρόταση για συμβιβασμό με τους πιστωτές του στον Επίσημο Παραλήπτη ή τον Διαχειριστή. Ακολούθως συγκαλείται συνέλευση των πιστωτών και για να γίνει αποδεκτή η πρόταση πρέπει να ψηφιστεί από την πλειοψηφία σε αριθμό και αξία των τριών τετάρτων( ¾ ) όλων των πιστωτών των οποίων τα χρέη τους επαληθεύτηκαν. Όταν γίνει αποδεκτή η πρόταση από τους πιστωτές καταχωρείται από τον πτωχεύσαντα, ή τον Επίσημο Παραλήπτη, ή τον Διαχειριστή αίτηση στο Δικαστήριο για έγκριση της πρότασης. Η έγκριση από το Δικαστήριο δεσμεύει όλους τους πιστωτές των οποίων τα χρέη είναι επαληθεύσιμα. Με την ολοκλήρωση των όρων του συμβιβασμού θεωρείται ότι τα επαληθεύσιμα χρέη έχουν πληρωθεί στο ακέραιο.

Η ολοκληρωτική περάτωση της πτωχευτικής διαδικασίας επέρχεται με την ακύρωση του διατάγματος πτώχευσης.

Εκκαθάριση: Η ολοκληρωτική περάτωση της εκκαθαριστικής διαδικασίας επέρχεται με την τελική διάλυση και/ή ακύρωση του διατάγματος εκκαθάρισης.

Στις εκούσιες εκκαθαρίσεις η περάτωση της διαδικασίας και τελική διάλυση της υπό εκκαθάριση εταιρείας επέρχεται τρείς μήνες μετά την παράδοση στον Επίσημο Παραλήπτη τελικών λογαριασμών της εταιρείας, οι οποίοι ετοιμάζονται μόλις ολοκληρωθεί τυχόν ρευστοποίηση και διανομή της περιουσίας της υπό εκκαθάριση εταιρείας.

Ωστόσο αν οποιοσδήποτε έχει έννομο συμφέρον να επαναφέρει εταιρεία η οποία διαλύθηκε κατόπιν εκούσιας εκκαθάρισης ή με διάταγμα του Δικαστηρίου, μπορεί να το πράξει εντός των επόμενων δύο (2) ετών από τη διάλυση της, με σχετική αίτηση του προς το Δικαστήριο.

15 Ποια είναι τα δικαιώματα των πιστωτών μετά την περάτωση της διαδικασίας αφερεγγυότητας;

Πτώχευση: Στην περίπτωση ακύρωσης του διατάγματος πτώχευσής και όταν οι πιστωτές έδωσαν την συγκατάθεση τους χωρίς να εξοφληθούν πλήρως, οι τελευταίοι διατηρούν το δικαίωμα διεκδίκησης των οφειλόμενων ποσών μετά την ακύρωση των προαναφερθέντων διαταγμάτων.

Εκκαθάριση: Στην περίπτωση ακύρωσης του διατάγματος εκκαθάρισης και όταν οι πιστωτές έδωσαν την συγκατάθεση τους χωρίς να εξοφληθούν πλήρως, οι τελευταίοι διατηρούν το δικαίωμα διεκδίκησης των οφειλόμενων ποσών μετά την ακύρωση των προαναφερθέντων διαταγμάτων.

Αν οποιοσδήποτε έχει έννομο συμφέρον να επαναφέρει εταιρεία η οποία διαλύθηκε κατόπιν εκούσιας εκκαθάρισης ή με διάταγμα του Δικαστηρίου, μπορεί να το πράξει εντός των επόμενων δύο (2) ετών από τη διάλυση της, με σχετική αίτηση του προς το Δικαστήριο.

16 Πού καταλογίζονται το κόστος και οι δαπάνες της διαδικασίας αφερεγγυότητας;

Πτώχευση: Το κόστος της έκδοσης του διατάγματος πτώχευσης το επωμίζεται ο πιστωτής ο οποίος καταχωρεί την αίτηση για έκδοση των εν λόγω διαταγμάτων. Τα έξοδα που καταβάλλονται στον Επίσημο Παραλήπτη ανέρχονται στο ποσό των €500. Οι δαπάνες που προκύπτουν κατά τη διαδικασία της πτώχευσης καταβάλλονται από την πτωχευτική περιουσία.

Εκκαθάριση: Το κόστος της έκδοσης του διατάγματος εκκαθάρισης το επωμίζεται ο πιστωτής ο οποίος καταχωρεί την αίτηση για έκδοση των εν λόγω διαταγμάτων. Τα έξοδα που καταβάλλονται στον Επίσημο Παραλήπτη ανέρχονται στο ποσό των €500. Οι δαπάνες που προκύπτουν κατά τη διαδικασία της εκκαθάρισης, ρευστοποίησης και διανομής της περιουσίας της εταιρείας, καταβάλλονται από την εκκαθαριστική περιουσία.

Το κόστος υποβολής και καταχώρησης εγγράφων στον Επίσημο Παραλήπτη σχετικά με διαδικασία εκούσιας εκκαθάρισης ανέρχεται συνολικά περί τα €440. Οι δαπάνες που προκύπτουν κατά τη διαδικασία της εκκαθάρισης, ρευστοποίησης και διανομής της περιουσίας της εταιρείας, καταβάλλονται από την εκκαθαριστική περιουσία.

17 Ποιοι είναι οι κανόνες που άπτονται της ακυρότητας, της ακυρωσίας ή του ανενεργού των επιβλαβών για όλους τους πιστωτές δικαιοπραξιών;

Πτώχευση: Υπάρχουν ορισμένες διατάξεις που ισχύουν για τις διαδικασίες πτώχευσης, οι οποίες επιτρέπουν στο Διαχειριστή να προσφύγει στο δικαστήριο και να διεκδικήσει την ανάκτηση περιουσίας υπέρ των πιστωτών. Οι κυριότερες διατάξεις είναι οι ακόλουθες:

Α. Δόλια Μεταβίβαση:

Σε περίπτωση που ο διαχειριστής ή ο εκκαθαριστής διαθέτει στοιχεία που αποδεικνύουν ότι περιουσιακά στοιχεία της εταιρείας ή των φυσικών προσώπων, μεταβιβάστηκαν χωρίς αντάλλαγμα ή σε τιμή αισθητά χαμηλότερη από την πραγματική τους αξία, μπορεί να προσφύγει στο δικαστήριο προκειμένου να εκδοθεί διάταγμα για ακύρωση της δόλιας μεταβίβασης ή πράξης.

Για να ισχύει η εν λόγω διάταξη η μεταβίβαση πρέπει να έχει πραγματοποιηθεί: α) εντός τριών (3) ετών πριν από τη ημερομηνία πτώχευσης και στην περίπτωση που η μεταβίβαση δεν έχει γίνει καλή τη πίστη και έναντι αξιόλογης αντιπαροχής. β) 10 χρόνια πριν από την ημερομηνία πτώχευσης, όταν το φυσικό πρόσωπο δεν ήταν ικανό την περίοδο της μεταβίβασης να πληρώσει όλα τα χρέη του χωρίς τη συνδρομή αυτής της περιουσίας. Σε εταιρεία υπό εκκαθάριση η περίοδος για να θεωρηθεί μία πράξη ως δόλια πρέπει να έγινε μέσα σε έξι μήνες πριν από την έναρξη της εκκαθάρισης της, η οποία είναι η ημερομηνία καταχώρισης της αίτησης για εκκαθάριση.

Β. Δόλια Προτίμηση:

Σε περίπτωση που ο διαχειριστής ή ο εκκαθαριστής διαθέτει αποδεικτικά στοιχεία ότι πιστωτής έτυχε προνομιακής μεταχείρισης τότε, μπορεί να προσφύγει στο Δικαστήριο για την έκδοση Δικαστικής απόφασης για την άρση της προνομιακής μεταχείρισης .

Εκκαθάριση: Υπάρχουν ορισμένες διατάξεις που ισχύουν για τις διαδικασίες, εκκαθάρισης, οι οποίες επιτρέπουν στον Εκκαθαριστή να προσφύγει στο δικαστήριο και να διεκδικήσει την ανάκτηση περιουσίας υπέρ των πιστωτών. Οι κυριότερες διατάξεις είναι οι ακόλουθες:

Α. Δόλια Μεταβίβαση:

Σε περίπτωση που ο διαχειριστής ή ο εκκαθαριστής διαθέτει στοιχεία που αποδεικνύουν ότι περιουσιακά στοιχεία της εταιρείας ή των φυσικών προσώπων, μεταβιβάστηκαν χωρίς αντάλλαγμα ή σε τιμή αισθητά χαμηλότερη από την πραγματική τους αξία, μπορεί να προσφύγει στο δικαστήριο προκειμένου να εκδοθεί διάταγμα για ακύρωση της δόλιας μεταβίβασης ή πράξης.

Για να ισχύει η εν λόγω διάταξη η μεταβίβαση πρέπει να έχει πραγματοποιηθεί: α) εντός τριών (3) ετών πριν από τη ημερομηνία πτώχευσης και στην περίπτωση που η μεταβίβαση δεν έχει γίνει καλή τη πίστη και έναντι αξιόλογης αντιπαροχής. β) 10 χρόνια πριν από την ημερομηνία πτώχευσης, όταν το φυσικό πρόσωπο δεν ήταν ικανό την περίοδο της μεταβίβασης να πληρώσει όλα τα χρέη του χωρίς τη συνδρομή αυτής της περιουσίας. Σε εταιρεία υπό εκκαθάριση η περίοδος για να θεωρηθεί μία πράξη ως δόλια πρέπει να έγινε μέσα σε έξι μήνες πριν από την έναρξη της εκκαθάρισης της, η οποία είναι η ημερομηνία καταχώρισης της αίτησης για εκκαθάριση.

Β. Δόλια Προτίμηση:

Σε περίπτωση που ο διαχειριστής ή ο εκκαθαριστής διαθέτει αποδεικτικά στοιχεία ότι πιστωτής έτυχε προνομιακής μεταχείρισης τότε, μπορεί να προσφύγει στο Δικαστήριο για την έκδοση Δικαστικής απόφασης για την άρση της προνομιακής μεταχείρισης .


Την έκδοση αυτής της σελίδας στην εθνική γλώσσα διαχειρίζεται ο αντίστοιχος αρμόδιος επαφής του ΕΔΔ. Οι μεταφράσεις έχουν γίνει από την αρμόδια υπηρεσία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Οι τυχόν αλλαγές που επιφέρει η αρμόδια εθνική αρχή στο πρωτότυπο ενδέχεται να μην έχουν περιληφθεί ακόμα στις μεταφράσεις. Η Επιτροπή και το Ευρωπαϊκό Δικαστικό Δίκτυο δεν αναλαμβάνουν καμία απολύτως ευθύνη όσον αφορά πληροφορίες ή δεδομένα που περιέχονται ή αναφέρονται στο παρόν έγγραφο. Βλ. την ανακοίνωση νομικού περιεχομένου για τους κανόνες πνευματικής ιδιοκτησίας που ισχύουν στο κράτος μέλος που είναι αρμόδιο για την παρούσα σελίδα.

Τελευταία επικαιροποίηση: 13/05/2019

Αφερεγγυότητα - Λουξεµβούργο

ΠΙΝΑΚΑΣ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΩΝ


1 Εναντίον ποιων μπορούν να κινηθούν διαδικασίες αφερεγγυότητας;

Το Μεγάλο Δουκάτο του Λουξεμβούργου γνωρίζει οκτώ διαδικασίες αφερεγγυότητας.

Τρεις από αυτές αφορούν αποκλειστικά τους εμπόρους (φυσικά και νομικά πρόσωπα):

  1. Η πτωχευτική διαδικασία, όπως προβλέπεται από τον εμπορικό κώδικα, συνιστά μια διαδικασία που αποσκοπεί στη ρευστοποίηση της περιουσίας του εμπόρου που κατέστη αφερέγγυος και του οποίου η πιστοληπτική ικανότητα έχει κλονιστεί.
  2. Ο προληπτικός πτωχευτικός συμβιβασμός, όπως προβλέπεται στον νόμο της 14ης Απριλίου 1886 σχετικά με τον προληπτικό πτωχευτικό συμβιβασμό, συνιστά μια διαδικασία που μπορεί, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, να κινηθεί από τον οφειλέτη που πληροί τις προϋποθέσεις της πτώχευσης. Όταν ο συμβιβασμός γίνεται με εγκατάλειψη του ενεργητικού, η διαδικασία έχει ως στόχο, όπως και η διαδικασία της πτώχευσης, να επιτρέψει τη ρευστοποίηση του ενεργητικού του εμπόρου ο οποίος εγκατέλειψε το ενεργητικό του. Ωστόσο, αυτή η διαδικασία διαφέρει από την πτώχευση ως προς το γεγονός ότι ο έμπορος αποφεύγει τις συνέπειες της διαδικασίας πτώχευσης.
  3. Η διαδικασία της ελεγχόμενης διαχείρισης, όπως προβλέπεται από το διάταγμα του Μεγάλου Δουκάτου της 24ης Μαΐου 1935 σχετικά με τη θέσπιση της ελεγχόμενης διαχείρισης, συνιστά μια διαδικασία που αποσκοπεί στην αναδιοργάνωση των υποθέσεων του αιτούντος εμπόρου. Ωστόσο, αυτή η διαδικασία μπορεί επίσης να ζητηθεί και από έμπορο που επιθυμεί τη βέλτιστη δυνατή ρευστοποίηση του ενεργητικού του.

Εκτός από τις προαναφερθείσες διαδικασίες, το δίκαιο του Λουξεμβούργου προβλέπει επίσης, στα άρθρα 593 επ. του Εμπορικού Κώδικα, μια διαδικασία η οποία επιτρέπει να χορηγηθεί στον έμπορο, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, αναστολή πληρωμών.

  1. Μια τέταρτη διαδικασία μπορεί να κινηθεί αποκλειστικά από φυσικά πρόσωπα που δεν έχουν την εμπορική ιδιότητα: πρόκειται για τη διαδικασία υπερχρέωσης, η οποία προβλέπεται από τον νόμο της 8ης Ιανουαρίου 2013 περί υπερχρέωσης, που αποσκοπεί στο να επιτρέψει στον αιτούντα να εξυγιάνει την οικονομική του κατάσταση μέσω της κατάρτισης ενός σχεδίου εξόφλησης των χρεών του.

Επιπλέον, υπάρχουν ειδικές διαδικασίες αφερεγγυότητας για τους συμβολαιογράφους, τα πιστωτικά ιδρύματα, τις ασφαλιστικές επιχειρήσεις καθώς και τους οργανισμούς συλλογικών επενδύσεων (αυτές αφορούν αποκλειστικά μία επαγγελματική κατηγορία ή έναν τομέα δραστηριότητας και δεν θα παρουσιαστούν στο πλαίσιο του παρόντος δελτίου).

2 Ποιες είναι οι προϋποθέσεις για την έναρξη διαδικασιών αφερεγγυότητας;

1. Πτώχευση

Η πτωχευτική διαδικασία κινείται είτε με δήλωση του οφειλέτη, είτε από έναν ή περισσότερους πιστωτές, είτε αυτεπαγγέλτως.

Η δήλωση πτώχευσης πρέπει να υποβληθεί από τον έμπορο στη γραμματεία του εμπορικού τμήματος του περιφερειακού δικαστηρίου (tribunal d’arrondissement) του τόπου της κατοικίας ή της έδρας, ανάλογα με την περίπτωση, του εμπόρου. Η δήλωση του εμπόρου πρέπει να υποβληθεί εντός προθεσμίας ενός μήνα από τη χρονική στιγμή της πλήρωσης των προϋποθέσεων για την κήρυξη της πτώχευσης.

Αν ένας ή περισσότεροι δανειστές του οφειλέτη εμπόρου αποφασίσουν να κινήσουν διαδικασία πτώχευσης, πρέπει να απευθυνθούν σε δικαστικό επιμελητή ο οποίος, με σχετική κλήση του, καλεί τον έμπορο να εμφανιστεί ενώπιον του εμπορικού τμήματος του αρμόδιου περιφερειακού δικαστηρίου εντός προθεσμίας 8 ημερών (κλήση σε ορισμένη ημερομηνία) προκειμένου αυτό να αποφανθεί επί της ουσίας της κλήσης για την κήρυξη του εμπόρου σε πτώχευση.

Η πτωχευτική διαδικασία δύναται επίσης να κινηθεί αυτεπαγγέλτως βάσει στοιχείων που διαθέτει το δικαστήριο. Στο πλαίσιο αυτό, το δικαστήριο πρέπει να κλητεύσει, μέσω της γραμματείας, τον πτωχεύσαντα προκειμένου να του παράσχει τη δυνατότητα ακρόασης εν συμβουλίω.

Πριν από την κήρυξη της πτώχευσης εμπόρου, το εμπορικό τμήμα του αρμόδιου περιφερειακού δικαστηρίου (στο εξής «εμποροδικείο») πρέπει να επαληθεύσει αν το οικείο φυσικό πρόσωπο ή εταιρεία πληροί τις ακόλουθες τρεις προϋποθέσεις:

  • εμπορική ιδιότητα: φυσικό πρόσωπο που ασκεί κατ’ επάγγελμα (κύριο ή δευτερεύον) πράξεις που χαρακτηρίζονται από τον νόμο ως εμπορικές (για παράδειγμα, πράξεις που απαριθμούνται στο άρθρο 2 του εμπορικού κώδικα) ή νομικό πρόσωπο το οποίο έχει περιβληθεί μία από τις εταιρικές μορφές που προβλέπονται στον τροποποιημένο νόμο της 10ης Αυγούστου 1915 περί εμπορικών εταιρειών (για παράδειγμα: ανώνυμη εταιρεία, εταιρεία περιορισμένης ευθύνης, συνεταιρισμός, ...)
  • παύση πληρωμών: η παύση πληρωμών προϋποθέτει ληξιπρόθεσμες οφειλές που είναι ορισμένες, εκκαθαρισμένες και απαιτητές (για παράδειγμα: μισθοί, εισφορές κοινωνικής ασφάλισης, ...) οι οφειλές υπό αίρεση ή προθεσμία και οι απλώς φυσικές ενοχές δεν αρκούν και
  • μη περαιτέρω χορήγηση πιστώσεων: ο έμπορος δεν μπορεί πλέον να λάβει πίστωση από τις τράπεζες, τους προμηθευτές ή τους πιστωτές του.

Αν και η άρνηση ή η αδυναμία πληρωμής μίας μόνο οφειλής (ανεξαρτήτως του ύψους της) που είναι ορισμένη, εκκαθαρισμένη και απαιτητή αρκεί, καταρχήν, για να κριθεί ότι πληρούται η προϋπόθεση της παύσης πληρωμών, μια πρόσκαιρη ταμειακή δυσχέρεια δεν αρκεί για την κήρυξη πτώχευσης, αν ο έμπορος είναι σε θέση να λάβει την αναγκαία πίστωση προκειμένου να συνεχίσει τις δραστηριότητές του και να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις του.

2. Προληπτικός πτωχευτικός συμβιβασμός

Ο προληπτικός πτωχευτικός συμβιβασμός αφορά τον «ατυχήσαντα και καλόπιστο οφειλέτη« («débiteur malheureux et de bonne foi»). Η ύπαρξη των ιδιοτήτων αυτών εκτιμάται από το δικαστήριο βάσει των πραγματικών περιστατικών της εκάστοτε υπόθεσης.

Μετά την υποβολή της αίτησης, το εμποροδικείο αναθέτει σε έναν από τους δικαστές του να επαληθεύσει την κατάσταση του αιτούντος και να εκπονήσει έκθεση.

Βάσει αυτής της έκθεσης, το δικαστήριο μπορεί να χορηγήσει περίοδο αναστολής προκειμένου να επιτρέψει στον έμπορο να υποβάλλει συμβιβαστικές προτάσεις προς τους πιστωτές του.

3. Ελεγχόμενη διαχείριση

Ο οφειλέτης έμπορος πρέπει να υποβάλει αιτιολογημένη αίτηση στο εμποροδικείο της περιφέρειας στην οποία έχει την κύρια εγκατάστασή του ή, αν πρόκειται για εταιρεία, την έδρα του.

Για να μπορεί έμπορος να ενταχθεί στη διαδικασία της ελεγχόμενης διαχείρισης, πρέπει να έχει κλονιστεί η πιστοληπτική του ικανότητα ή να τελεί σε κίνδυνο η πλήρης εκπλήρωση των υποχρεώσεών του. Επιπλέον, με την αίτηση πρέπει να επιδιώκεται είτε η αναδιάρθρωση των υποθέσεων του οφειλέτη είτε η βέλτιστη δυνατή ρευστοποίηση του ενεργητικού του. Τέλος, η νομολογία απαιτεί να είναι ο οφειλέτης καλόπιστος. Στο πλαίσιο αυτό, το δικαστήριο έχει τη διακριτική ευχέρεια να εκτιμήσει, σύμφωνα με τα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης, αν υπάρχει ή λείπει η απαιτούμενη καλή πίστη για τη χορήγηση αυτού του πλεονεκτήματος.

4. Υπερχρέωση

Ως υπερχρέωση φυσικού προσώπου χαρακτηρίζεται η κατάσταση κατά την οποία οφειλέτης που έχει την κατοικία του στο Μεγάλο Δουκάτο του Λουξεμβούργου αδυνατεί καταφανώς να ανταποκριθεί στο σύνολο των μη επαγγελματικών οφειλών του, ληξιπρόθεσμων ή που πρόκειται να λήξουν, καθώς και στις δεσμεύσεις που έχει αναλάβει ως εγγυητής ή ως πρωτοφειλέτης για την εξόφληση των οφειλών ατομικής επιχείρησης ή εταιρείας της οποίας δεν ήταν, πραγματικά ή νομικά, διαχειριστής.

Η διαδικασία της συλλογικής ρύθμισης των οφειλών αποτελείται από 3 στάδια, και συγκεκριμένα:

  • το στάδιο της συμβατικής ρύθμισης, το οποίο διεξάγεται ενώπιον της επιτροπής διαμεσολάβησης σε περιπτώσεις υπερχρέωσης,
  • το στάδιο του δικαστικού διακανονισμού, το οποίο διεξάγεται ενώπιον του ειρηνοδικείου του τόπου κατοικίας του υπερχρεωμένου οφειλέτη,
  • και το στάδιο της προσωπικής αποκατάστασης, καλούμενης και «πτώχευσης ιδιώτη», το οποίο διεξάγεται ενώπιον του ειρηνοδικείου του τόπου κατοικίας του υπερχρεωμένου οφειλέτη.

Επισημαίνεται ότι το στάδιο της «προσωπικής αποκατάστασης», το οποίο είναι επικουρικό έναντι των άλλων δύο σταδίων της διαδικασίας συλλογικής ρύθμισης των οφειλών, μπορεί να ενεργοποιηθεί μόνο όταν ο υπερχρεωμένος οφειλέτης βρίσκεται σε ανεπανόρθωτα επισφαλή κατάσταση που χαρακτηρίζεται από την αδυναμία εφαρμογής:

  • των μέτρων του σχεδίου συμβατικής ρύθμισης ή έστω
  • των μέτρων που πρότεινε η επιτροπή διαμεσολάβησης στο πλαίσιο της διαδικασίας συμβατικής ρύθμισης και
  • των μέτρων που καθορίστηκαν στο πλαίσιο της διαδικασίας του δικαστικού διακανονισμού.

Επισημαίνεται ακόμη ότι οι αιτήσεις υπαγωγής στη διαδικασία συμβατικής ρύθμισης των οφειλών υποβάλλονται στον πρόεδρο της επιτροπής διαμεσολάβησης.

Έντυπο αίτησης υπαγωγής στη διαδικασία συμβατικής ρύθμισης των οφειλών διατίθεται στον ιστότοπο Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροhttps://justice.public.lu/fr.html στην ακόλουθη διαδικτυακή διεύθυνση: Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροhttps://justice.public.lu/fr/creances/surendettement.html.

Επιπλέον, οι πιστωτές του υπερχρεωμένου οφειλέτη υποχρεούνται να αναγγείλουν τις απαιτήσεις τους στην υπηρεσία ενημέρωσης και συμβουλών για θέματα υπερχρέωσης. Έντυπο αναγγελίας απαιτήσεων διατίθεται στον ιστότοπο Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροhttps://justice.public.lu/fr.html στην ακόλουθη διαδικτυακή διεύθυνση: Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροhttps://justice.public.lu/fr/creances/surendettement.html.

3 Ποια περιουσιακά στοιχεία ανήκουν στην πτωχευτική περιουσία; Πώς αντιμετωπίζονται τα περιουσιακά στοιχεία που αποκτώνται από τον οφειλέτη ή που περιέρχονται σε αυτόν μετά την έναρξη της διαδικασίας αφερεγγυότητας;

1. Πτώχευση

Από την έκδοση της απόφασης που κηρύσσει την πτώχευση, ο πτωχεύσας στερείται αυτοδικαίως του δικαιώματος διαχείρισης όλων των περιουσιακών του στοιχείων, ακόμη και εκείνων που μπορεί να περιέλθουν στον ίδιο μετά την έκδοση της απόφασης που κηρύσσει την πτώχευση.

Η αποστέρηση αφορά τόσο τα κινητά όσο και τα ακίνητα περιουσιακά στοιχεία του πτωχεύσαντος. Αυτός ο μηχανισμός αποσκοπεί στην προστασία των συμφερόντων των υφιστάμενων πιστωτών, που συγκροτούν την ομάδα των πιστωτών.

Γενικά, ο σύνδικος της πτώχευσης μεταβαίνει στις εγκαταστάσεις του πτωχεύσαντος προκειμένου να συντάξει απογραφή των περιουσιακών στοιχείων που βρίσκονται εκεί. Συναφώς, ο σύνδικος πρέπει να διακρίνει μεταξύ των περιουσιακών στοιχείων που ανήκουν πλήρως στον πτωχεύσαντα και των περιουσιακών στοιχείων επί των οποίων τρίτοι διατηρούν εμπράγματα δικαιώματα.

Στη συνέχεια, ο σύνδικος πρέπει, στο πλαίσιο της ρευστοποίησης της κινητής και ακίνητης περιουσίας, να εκποιήσει την περιουσία του πτωχεύσαντα προς το συμφέρον της ομάδας των πιστωτών. Ο σύνδικος χρειάζεται δικαστική άδεια για την εκποίηση των εν λόγω περιουσιακών στοιχείων. Τα κινητά και ακίνητα περιουσιακά στοιχεία εκποιούνται όπως ορίζεται από τον Εμπορικό Κώδικα. Το προϊόν της ρευστοποίησης πιστώνεται σε τραπεζικό λογαριασμό που ανοίγεται στο όνομα της διαδικασίας αφερεγγυότητας.

2. Υπερχρέωση

Ο δικαστής μεριμνά ώστε να καταρτιστεί ισολογισμός της οικονομικής και κοινωνικής κατάστασης του οφειλέτη, να επαληθευθούν οι απαιτήσεις και να αποτιμηθούν τα στοιχεία τόσο του ενεργητικού όσο και του παθητικού.

Αφού αποφασίσει την έναρξη της διαδικασίας προσωπικής αποκατάστασης και διαπιστώσει την ύπαρξη περιουσιακών στοιχείων προς ρευστοποίηση, ο δικαστής προβαίνει στη δικαστική ρευστοποίηση των περιουσιακών στοιχείων του οφειλέτη.

Ο ειρηνοδίκης αποφαίνεται σχετικά με τις αμφισβητούμενες απαιτήσεις και διατάσσει τη ρευστοποίηση της προσωπικής περιουσίας του οφειλέτη. Μόνο τα αντικείμενα οικιακής χρήσης που είναι απαραίτητα για την καθημερινή διαβίωση και τα μη επαγγελματικά αντικείμενα που είναι απαραίτητα για την άσκηση της επαγγελματικής του δραστηριότητας εξαιρούνται από τη ρευστοποίηση. Η δικαστική ρευστοποίηση της περιουσίας του υπερχρεωμένου οφειλέτη στο πλαίσιο της διαδικασίας προσωπικής αποκατάστασης γίνεται σύμφωνα με τον σκοπό του νόμου, που είναι η εξυγίανση της οικονομικής κατάστασης του οφειλέτη, με ταυτόχρονη παροχή σ' αυτόν και στην οικογένειά του της δυνατότητας αξιοπρεπούς διαβίωσης.

Τα δικαιώματα και οι πράξεις του οφειλέτη επί της περιουσίας του ασκούνται καθ’ όλη τη διάρκεια της εκκαθάρισης από εκκαθαριστή που διορίζει το δικαστήριο.

Ο εκκαθαριστής έχει προθεσμία 6 μηνών για την πώληση των περιουσιακών στοιχείων του οφειλέτη μέσω απευθείας πώλησης ή αναγκαστικού πλειστηριασμού.

Αποτελέσματα της διαδικασίας προσωπικής αποκατάστασης:

  1. αν το προϊόν της δικαστικής ρευστοποίησης της περιουσίας επαρκεί για την ικανοποίηση των πιστωτών: ο δικαστής κηρύσσει την περάτωση της διαδικασίας
  2. αν το προϊόν της δικαστικής ρευστοποίησης της περιουσίας δεν επαρκεί για την ικανοποίηση των πιστωτών: ο δικαστής κηρύσσει την περάτωση της διαδικασίας λόγω ανεπάρκειας ενεργητικού
  3. ο οφειλέτης δεν διαθέτει άλλα περιουσιακά στοιχεία πέραν από αντικείμενα οικιακής χρήσης που είναι απαραίτητα για την καθημερινή διαβίωσή του και από μη επαγγελματικά αντικείμενα που είναι απαραίτητα για την άσκηση της επαγγελματικής του δραστηριότητας: ο δικαστής κηρύσσει την περάτωση της διαδικασίας λόγω ανεπάρκειας ενεργητικού
  4. το ενεργητικό αποτελείται μόνο από στοιχεία που στερούνται αγοραίας αξίας ή των οποίων το κόστος πώλησης θα ήταν προδήλως δυσανάλογο σε σχέση με την αγοραία αξία τους: ο δικαστής κηρύσσει την περάτωση της διαδικασίας λόγω ανεπάρκειας ενεργητικού.

Η περάτωση της διαδικασίας λόγω ανεπάρκειας ενεργητικού έχει ως αποτέλεσμα τη διαγραφή όλων των μη επαγγελματικών οφειλών του οφειλέτη.

Ωστόσο, εξαιρούνται από τη διαγραφή των μη επαγγελματικών οφειλών του οφειλέτη:

  • οι οφειλές που έχουν εξοφληθεί από εγγυητή ή συνοφειλέτη αντί του οφειλέτη
  • οι οφειλές που προβλέπονται στο άρθρο 46 του νόμου, δηλαδή οι τρέχουσες οφειλές διατροφής και οι χρηματικές αποζημιώσεις που έχουν επιδικαστεί σε θύματα εκ προθέσεως εγκλήματος βίας για τη σωματική βλάβη που υπέστησαν.

Εντούτοις, οι οφειλές που προβλέπονται στο άρθρο 46 του νόμου μπορούν να διαγραφούν στο μέτρο που ο ενδιαφερόμενος πιστωτής έχει δώσει τη συγκατάθεσή του για την άφεση, την αναδιάρθρωση ή τη διαγραφή των εν λόγων οφειλών.

4 Ποιες εξουσίες έχουν ο οφειλέτης και ο διαχειριστής της διαδικασίας αφερεγγυότητας, αντίστοιχα;

1. Πτώχευση

Από την έκδοση της απόφασης που κηρύσσει την πτώχευση, ο πτωχεύσας στερείται αυτοδικαίως του δικαιώματος διαχείρισης όλων των περιουσιακών του στοιχείων, ακόμη και εκείνων που μπορεί να περιέλθουν σε αυτόν.

Από την έκδοση της προαναφερθείσας απόφασης, η διαχείριση της περιουσίας του πτωχεύσαντος ανατίθεται στον σύνδικο.

Όταν ο πτωχεύσας είναι νομικό πρόσωπο, η πτωχευτική περιουσία αποτελείται από το σύνολο του ενεργητικού και του παθητικού της εταιρείας, χωρίς να συνυπολογίζονται τα δικαιώματα που διαθέτουν οι εταίροι με την ιδιότητά τους αυτή.

Οι σύνδικοι επιλέγονται μεταξύ προσώπων που παρέχουν τις υψηλότερες δυνατές εγγυήσεις ως προς την αποτελεσματικότητα και την εντιμότητα της εκ μέρους τους διαχείρισης.

Στην πράξη, οι δικαστές του εμπορικού τμήματος του αρμόδιου περιφερειακού δικαστηρίου επιλέγουν τους συνδίκους από τον κατάλογο δικηγόρων. Εντούτοις, στην περίπτωση που το συμφέρον της πτωχευτικής διαδικασίας το απαιτεί, το δικαστήριο μπορεί επίσης να διορίσει συμβολαιογράφους ή λογιστές/ελεγκτές επιχειρήσεων.

Οι πτωχευτικές υποθέσεις, όπως όλες οι υποθέσεις που αφορούν εμπόρους, υπάγονται στην αρμοδιότητα του εμποροδικείου.

Το εμποροδικείο εκδίδει την απόφαση κήρυξης της πτώχευσης, καθορίζει την ημερομηνία της παύσης των πληρωμών, διορίζει τους διάφορους συμμετέχοντες στη διαδικασία (εισηγητή-δικαστή, σύνδικο), ορίζει την ημερομηνία της αναγγελίας των απαιτήσεων και την ημερομηνία κλεισίματος του πρακτικού επαλήθευσης των απαιτήσεων και κηρύσσει την περάτωση της πτωχευτικής διαδικασίας.

Η διαχείριση της περιουσίας του πτωχεύσαντος ανατίθεται σε σύνδικο που διορίζεται από το δικαστήριο και ο οποίος είναι επιφορτισμένος με τη ρευστοποίηση της περιουσίας του οφειλέτη και με διανομή του προϊόντος της ρευστοποίησης μεταξύ των διαφόρων πιστωτών, τηρουμένων των κανόνων για τα προνόμια και τις εμπράγματες ασφάλειες.

Ο εισηγητής-δικαστής είναι επιφορτισμένος με την παρακολούθηση των διαδικασιών, της διαχείρισης και της εκκαθάρισης της πτώχευσης. Ο εισηγητής-δικαστής παρουσιάζει, σε επ’ ακροατηρίου συζήτηση, έκθεση σχετικά με τις διαφορές που μπορεί να προκύψουν και διατάσσει τα επείγοντα μέτρα που είναι αναγκαία για την προστασία και τη διατήρηση των στοιχείων της πτωχευτικής περιουσίας. Ο εισηγητής-δικαστής προεδρεύει επίσης των συνελεύσεων των πιστωτών του πτωχεύσαντος.

Από την κήρυξη της πτώχευσης, ο πτωχεύσας έμπορος στερείται της διαχείρισης των περιουσιακών στοιχείων του και δεν μπορεί να πραγματοποιεί πληρωμές, συναλλαγές και άλλες πράξεις επ’ αυτών.

2. Υπερχρέωση

Όσον αφορά τις υποχρεώσεις του οφειλέτη και τα αποτελέσματα της υπαγωγής των περιουσιακών του στοιχείων στη διαδικασία της συλλογικής ρύθμισης οφειλών, πρέπει να σημειωθεί ότι ο οφειλέτης υποχρεούται να τηρεί προσήκουσα συμπεριφορά.

Κατά τη διάρκεια της περιόδου προσήκουσας συμπεριφοράς, ο οφειλέτης υποχρεούται:

  • να συνεργάζεται με τις αρχές και τα όργανα που συμμετέχουν στη διαδικασία, αποδεχόμενος να κοινοποιεί αυτοβούλως όλες τις πληροφορίες σχετικά με την περιουσία του, τα εισοδήματά του, τις οφειλές του και τις μεταβολές που επέρχονται στην κατάστασή του,
  • να ασκεί, στο μέτρο του εφικτού, αμειβόμενη δραστηριότητα που αντιστοιχεί στις ικανότητές του,
  • να μην επιδεινώνει τον βαθμό της αφερεγγυότητάς του και να ενεργεί καλόπιστα με σκοπό τη μείωση των οφειλών του,
  • να μην ευνοεί κανέναν πιστωτή, με εξαίρεση τους δικαιούχους διατροφής ως προς τις τρέχουσες απαιτήσεις τους, τους εκμισθωτές ως προς τις τρέχουσες απαιτήσεις τους για τα μισθώματα μιας κατοικίας που αντιστοιχεί στις στοιχειώδεις ανάγκες του οφειλέτη, τους παρόχους υπηρεσιών και προϊόντων που είναι αναγκαία για μια αξιοπρεπή διαβίωση, και τους πιστωτές του που διατηρούν τρέχουσες απαιτήσεις που σχετίζονται με την εκτέλεση κατά του οφειλέτη απόφασης που επιδικάζει αποζημίωση λόγω σωματικής βλάβης απορρέουσας από εκ προθέσεως έγκλημα βίας,
  • να τηρεί τις υποχρεώσεις που αναλαμβάνει στο πλαίσιο της διαδικασίας.

Στη διαδικασία συμμετέχουν δύο τύποι οργάνων, ανάλογα με το αν πρόκειται για το συμβατικό στάδιο ή το δικαστικό στάδιο.

Το στάδιο της συμβατικής ρύθμισης των οφειλών διεξάγεται ενώπιον της επιτροπής διαμεσολάβησης. Η επιτροπή διαμεσολάβησης αποτελείται από μέλη τα οποία διορίζονται από τον υπουργό, περιλαμβάνει έναν πρόεδρο και έναν γραμματέα και συνεδριάζει τουλάχιστον μία φορά ανά τρίμηνο. Για να γίνουν δεκτοί στην επιτροπή διαμεσολάβησης, οι υποψήφιοι πρέπει να προσκομίσουν, μεταξύ άλλων, αντίγραφο του ποινικού τους μητρώου, ενώ, αφού διοριστούν, υποχρεούνται από τον νόμο να ενημερώνουν τον υπουργό για κάθε ποινική δίωξη ή καταδίκη εναντίον τους, ώστε να αντικατασταθούν. Τα μέλη της επιτροπής διαμεσολάβησης λαμβάνουν αποζημίωση ύψους 10 ευρώ ανά συνεδρίαση, ενώ ο πρόεδρος λαμβάνει αποζημίωση ύψους 20 ευρώ ανά συνεδρίαση.

Η επιτροπή διαμεσολάβησης αποφαίνεται, μεταξύ άλλων, για την αποδοχή των αιτήσεων υπαγωγής στη διαδικασία και το παραδεκτό των αναγγελιών απαιτήσεων, ενώ εγκρίνει ή τροποποιεί τα προσχέδια συμβατικής ρύθμισης των οφειλών που της υποβάλλονται, κατόπιν έρευνας της υπηρεσίας ενημέρωσης και συμβουλών για θέματα υπερχρέωσης (εφεξής «υπηρεσία».

Αν, εντός έξι μηνών από την απόφαση της επιτροπής για κίνηση της διαδικασίας, το προταθέν σχέδιο δεν έχει γίνει αποδεκτό από τα ενδιαφερόμενα μέρη, η επιτροπή συντάσσει πρακτικό αποτυχίας με το οποίο πιστοποιείται η αποτυχία της διαδικασίας της συμβατικής ρύθμισης. Εντός προθεσμίας δύο μηνών από την ημερομηνία δημοσίευσης του πρακτικού αποτυχίας, ο οφειλέτης μπορεί να κινήσει διαδικασία δικαστικού διακανονισμού ενώπιον του ειρηνοδικείου του τόπου κατοικίας του. Αν ο οφειλέτης δεν υποβάλει τέτοια αίτηση εντός της προβλεπόμενης προθεσμίας, δεν μπορεί να κινήσει εκ νέου διαδικασία συλλογικής ρύθμισης των οφειλών του πριν από την πάροδο δύο ετών από την ημερομηνία δημοσίευσης του πρακτικού αποτυχίας στο μητρώο.

Σε περίπτωση που τεθεί σε εφαρμογή το στάδιο του δικαστικού διακανονισμού, τα μέρη καλούνται ενώπιον του ειρηνοδίκη, ο οποίος μπορεί να απαιτήσει να του κοινοποιηθούν όλα τα έγγραφα ή στοιχεία που θα του επιτρέψουν να διαπιστώσει την περιουσία του οφειλέτη (ενεργητικό και παθητικό).

Βάσει των στοιχείων που του υποβάλλονται, ο δικαστής καταρτίζει σχέδιο διακανονισμού, το οποίο περιλαμβάνει μέτρα που θα επιτρέψουν στον οφειλέτη να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις του.

Το σχέδιο διακανονισμού που καταρτίζεται από τον δικαστή έχει μέγιστη διάρκεια επτά ετών και μπορεί να καταργηθεί σε περιορισμένο αριθμό περιπτώσεων (κυρίως αν ο οφειλέτης δεν έχει συμμορφωθεί με τις υποχρεώσεις που του έχουν επιβληθεί με το σχέδιο διακανονισμού).

3. Ελεγχόμενη διαχείριση

Στο πλαίσιο της διαδικασίας ελεγχόμενης διαχείρισης, ο οφειλέτης χάνει την εξουσία λήψης αποφάσεων προς όφελος των επιτρόπων, οι οποίοι επιφορτίζονται με την πραγματοποίηση απογραφής και την κατάρτιση είτε σχεδίου αναδιοργάνωσης είτε σχεδίου ρευστοποίησης και κατανομής του ενεργητικού. Συνεπώς, απαγορεύεται στον οφειλέτη να παρεμβαίνει κατά τρόπο που παρεμποδίζει την αποστολή των επιτρόπων που διορίζονται στο πλαίσιο αυτής της διαδικασίας.

4. Πτωχευτικός συμβιβασμός

Κατά τη διάρκεια του πτωχευτικού συμβιβασμού, ο οφειλέτης δεν μπορεί να προβεί σε πώληση, παραχώρηση υποθήκης ή ανάληψη υποχρεώσεων χωρίς την άδεια του εντεταλμένου δικαστή. Ο εντεταλμένος δικαστής, από την πλευρά του, προβαίνει σε απογραφή και ανάλυση της κατάστασης της επιχείρησης, ενώ μπορεί, εφόσον το κρίνει απαραίτητο, να διορίσει εμπειρογνώμονες για να τον συνδράμουν.

5 Κάτω από ποιες προϋποθέσεις μπορεί να προταθεί συμψηφισμός;

Με εξαίρεση τη διαδικασία του πτωχευτικού συμβιβασμού, οι διάφορες διαδικασίες που προαναφέρθηκαν δεν καταργούν τα προνόμια των πιστωτών.

1. Πτωχευτικός συμβιβασμός

Οι εμπραγμάτως ασφαλισμένοι πιστωτές που συμμετέχουν στην ψηφοφορία του πτωχευτικού συμβιβασμού χάνουν την ιδιότητά τους των προνομιούχων πιστωτών (άρθρο 10 του νόμου της 14ης Απριλίου 1886).

2. Πτώχευση

«Σε περίπτωση πτώχευσης, σύμφωνα με πάγια νομολογία, από την έκδοση της απόφασης που κηρύσσει την πτώχευση, δεν μπορεί να υπάρξει κανένας συμψηφισμός, ούτε εκ του νόμου ούτε δικαστικός ούτε συμβατικός, ακόμη και μεταξύ προϋφιστάμενων απαιτήσεων, αν έχουν εν τω μεταξύ απολέσει κάποια από τις τρεις ιδιότητες της ρευστότητας, του απαιτητού και της αντιταξιμότητας. Μολονότι η απόφαση που κηρύσσει την πτώχευση εμποδίζει τον εκ του νόμου συμψηφισμό, δεν θα πρέπει να συναχθεί ότι αυτό είναι απόλυτο ή ότι ισχύει αναδρομικά. Η απόφαση που κηρύσσει την πτώχευση δεν εμποδίζει τον εκ του νόμου συμψηφισμό αν οι προϋποθέσεις του συμψηφισμού πληρούνταν πριν από την έναρξη της πτωχευτικής διαδικασίας. Το εφετείο έχει κρίνει ότι “η ύποπτη περίοδος δεν εμποδίζει τέτοιου είδους συμψηφισμό. Ο εκ του νόμου συμψηφισμός επέρχεται παρά την παύση πληρωμών. Δεν πρόκειται για πράξη του οφειλέτη, επέρχεται ανεξαρτήτως γνώσης του το άρθρο 445 του εμπορικού κώδικα δεν τον προβλέπει.”

Όσον αφορά τον δικαστικό συμψηφισμό, τέτοιος συμψηφισμός δεν μπορεί να επιβληθεί μετά την έναρξη συλλογικής διαδικασίας. Εντούτοις, μπορεί να επέλθει κατά τη διάρκεια της ύποπτης περιόδου, υπό την προϋπόθεση ότι η απόφαση που τον επιβάλλει έχει καταστεί αμετάκλητη (αδυναμία άσκησης ένδικων μέσων). Στην περίπτωση αυτή, ο συμψηφισμός μπορεί να παραγάγει αποτελέσματα μόνο από την ημέρα έκδοσης της απόφασης.

Όσον αφορά τον συμβατικό συμψηφισμό, προφανώς δεν μπορεί να επέλθει μετά την έναρξη της συλλογικής διαδικασίας. Επιπλέον, δεν μπορεί να επέλθει κατά τη διάρκεια της ύποπτης περιόδου, διότι θεωρείται από το άρθρο 445 του εμπορικού κώδικα ως ανώμαλος τρόπος εκπλήρωσης οφειλής, με αποτέλεσμα να είναι άκυρος. [1

Ωστόσο, πρέπει να σημειωθεί ότι ο νόμος της 5ης Αυγούστου 2005 για τις χρηματοοικονομικές εγγυήσεις προβλέπει ειδικές εξαιρέσεις από τους προαναφερθέντες κανόνες όσον αφορά, για παράδειγμα, τις ρήτρες συμψηφισμού που έχουν συναφθεί μεταξύ των μερών κατά την ημέρα έναρξης της διαδικασίας αφερεγγυότητας [ή ακόμα και μετά την έναρξη της διαδικασίας (βλ. άρθρα 18 και επόμενα του νόμου της 5ης Αυγούστου 2005 ια τις χρηματοοικονομικές εγγυήσεις)].

3. Ελεγχόμενη διαχείριση

Σε περίπτωση ελεγχόμενης διαχείρισης, πτωχευτικού συμβιβασμού ή αναστολής πληρωμών, δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί συμψηφισμός από τη στιγμή που ο οφειλέτης στερηθεί την εξουσία διάθεσης των δικαιωμάτων και των περιουσιακών στοιχείων του.


[1] «La compensation comme garantie d’une créance sur un débiteur en faillite» (Ο συμψηφισμός ως εξασφάλιση απαίτησης έναντι οφειλέτη υπό πτώχευση), Pierre HURT, J.T. 2010, σελ. 30.

6 Ποια αποτελέσματα έχουν οι διαδικασίες αφερεγγυότητας επί των υφισταμένων συμβάσεων στις οποίες ο οφειλέτης αποτελεί συμβαλλόμενο μέρος;

Μία από τις πρώτες δυσκολίες που αντιμετωπίζει ο σύνδικος μετά την έναρξη της πτώχευσης είναι η διαχείριση των ισχυουσών συμβάσεων που έχουν συναφθεί πριν από την κήρυξη της πτώχευσης. Εκτός από τις συμβάσεις εργασίας, οι οποίες λήγουν αυτοδικαίως την ημέρα της κήρυξης της πτώχευσης (άρθρο 12-1 του εργατικού κώδικα), γίνεται παραδοσιακά δεκτό ότι οι ισχύουσες συμβάσεις παραμένουν σε ισχύ μέχρις ότου καταγγελθούν από τον σύνδικο.

Ο σύνδικος πρέπει να εξισορροπήσει τα αντίρροπα συμφέροντα προκειμένου να αποφασίσει αν θα συνεχίσει προσωρινά την εκτέλεση των συμβάσεων ή όχι. Σε περίπτωση ύπαρξης συμβατικών ρητρών που προβλέπουν λύση της σύμβασης σε περίπτωση πτώχευσης ενός από τα μέρη, ο σύνδικος πρέπει να αποφασίσει αν θα αμφισβητήσει την ισχύ αυτών των ρητρών ή όχι (δεδομένου ότι η ισχύς αυτών των ρητρών είναι αμφισβητήσιμη για παράδειγμα, αυτές οι ρήτρες θεωρούνται άκυρες στο Βέλγιο όταν περιέχονται σε σύμβαση εμπορικής μίσθωσης).

Εν πάση περιπτώσει, ο σύνδικος είναι, καταρχήν, αυτός που επιλέγει μεταξύ της εκτέλεσης και της καταγγελίας των συμβάσεων. Σε περίπτωση που ο αντισυμβαλλόμενος αντιδράσει επικαλούμενος αυτόματη λύση της σύμβασης λόγω της πτώχευσης, ο σύνδικος αναλαμβάνει τον κίνδυνο δικαστικής διαφοράς με αβέβαιο αποτέλεσμα και δημιουργίας νέων εξόδων που θα επιβαρύνουν την πτωχευτική περιουσία[1].


[1] Πηγές: «Les procédures collectives au Luxembourg» (Συλλογικές διαδικασίες στο Λουξεμβούργο), Yvette HAMILIUS και Brice HELLINCKX (συγγραφείς του 3ου κεφαλαίου), εκδόσεις Larcier 2014, σελ. 86.

7 Ποια αποτελέσματα έχουν οι διαδικασίες αφερεγγυότητας επί των ατομικών διώξεων εκ μέρους πιστωτών (εκτός εάν υφίσταται εκκρεμοδικία);

1. Πτωχευτικός συμβιβασμός, πτώχευση, αναστολή πληρωμών και ελεγχόμενη διαχείριση

Κατά τις διαδικασίες του πτωχευτικού συμβιβασμού, της πτώχευσης, της αναστολής πληρωμών και της ελεγχόμενης διαχείρισης, οι πράξεις αναγκαστικής εκτέλεσης κατά του εμπόρου και της περιουσίας του αναστέλλονται. Αντιθέτως, , στο Μεγάλο Δουκάτο του Λουξεμβούργου δεν υπάρχει νομοθεσία που να εμποδίζει τους πιστωτές να διενεργήσουν πράξεις που αποσκοπούν στη διατήρηση της ακεραιότητας της περιουσίας του οφειλέτη τους.

Σε όλες αυτές τις διαδικασίες, ο οφειλέτης στερείται της εξουσίας ελεύθερης διάθεσης της περιουσίας του. «Από την έκδοση της απόφασης που κηρύσσει την πτώχευση μέχρι την περάτωση της διαδικασίας, δεν μπορεί να ασκηθεί ένδικο βοήθημα κατά μόνου του πτωχεύσαντος αναφορικά με τα περιουσιακά στοιχεία τα οποία καταλαμβάνει η αποστέρηση της εξουσίας διάθεσης.» (Λουξ. 12 Ιανουαρίου 1935, αρ. 14, σελ. 27) «Οι εγχειρόγραφοι και οι γενικώς προνομιούχοι πιστωτές δεν μπορούν, κατά τη διάρκεια της πτώχευσης, να ζητήσουν την έκδοση απόφασης καταδίκης του πτωχεύσαντος ή του συνδίκου, αλλά μπορούν να ενεργήσουν μόνο με την αναγγελία της απαίτησής τους ή με την άσκηση αγωγής για την αναγνώριση της απαίτησής τους». (Εφ. 13 Νοεμβρίου 1997, αρ. 30, σελ. 265).

Σε ορισμένες περιπτώσεις, ωστόσο, πράξεις διάθεσης μπορούν να διενεργηθούν με την έγκριση του προσώπου που έχει διοριστεί από το εμποροδικείο (σε υποθέσεις αναστολής πληρωμών ή ελεγχόμενης διαχείρισης).

Επιπλέον, η απόφαση που κηρύσσει την πτώχευση καθιστά τις μη ληξιπρόθεσμες οφειλές απαιτητές και διακόπτει την τοκογονία.

2. Υπερχρέωση

Σε περίπτωση συλλογικής ρύθμισης των οφειλών, η απόφαση αποδοχής της αίτησης του οφειλέτη από την επιτροπή επιφέρει αυτοδικαίως αναστολή της εφαρμογής μέτρων αναγκαστικής εκτέλεσης κατά της περιουσίας του οφειλέτη, με εξαίρεση τα μέτρα που αφορούν οφειλές διατροφής, αναστολή της τοκογονίας και το απαιτητό των μη ληξιπρόθεσμων οφειλών.

Σε περίπτωση αποτυχίας του συμβατικού σταδίου, ο ειρηνοδίκης ενώπιον του οποίου διεξάγεται το δικαστικό στάδιο μπορεί να αναστείλει την εφαρμογή μέτρων αναγκαστικής εκτέλεσης υπό τους ίδιους όρους.

8 Ποια αποτελέσματα έχουν οι διαδικασίες αφερεγγυότητας επί των εκκρεμών κατά τον χρόνο της έναρξης της διαδικασίας αφερεγγυότητας δικών;

Οι διαδικασίες που εκκρεμούν κατά την έναρξη της διαδικασίας αφερεγγυότητας συνεχίζονται εγκύρως από τον σύνδικο υπό την ιδιότητά του αυτή. Ωστόσο, οι διάδικοι που έχουν κινήσει τις εν λόγω δίκες πρέπει να ομαλοποιήσουν τη διαδικασία προσεπικαλώντας τον σύνδικο, ο οποίος είναι ο μόνος που νομιμοποιείται να εκπροσωπεί έγκυρα τον πτωχεύσαντα οφειλέτη.

Σε περίπτωση καταδίκης του οφειλέτη, οι πιστωτές που κίνησαν τη διαδικασία πριν από την πτώχευσή του αποκτούν τίτλο τον οποίο μπορούν να επικαλεστούν στο πλαίσιο της εκκαθάρισης της πτώχευσης. Ωστόσο, η αναγκαστική εκτέλεση του τίτλου αυτού δεν είναι εφικτή δεδομένου ότι η απόφαση που κηρύσσει την πτώχευση έχει ως αποτέλεσμα την αποστέρηση του οφειλέτη από τη διαχείριση της περιουσίας του.

9 Ποια είναι τα κύρια χαρακτηριστικά της συμμετοχής των πιστωτών στη διαδικασία αφερεγγυότητας;

1. Πτώχευση

Η δημοσίευση της πτώχευσης σε μία ή περισσότερες εφημερίδες που διανέμονται στο Λουξεμβούργο ενημερώνει τους πιστωτές για την πτώχευση του οφειλέτη τους. Στη συνέχεια, αυτοί οφείλουν να καταθέσουν στη γραμματεία του εμπορικού τμήματος του αρμόδιου περιφερειακού δικαστηρίου την αναγγελία των απαιτήσεών τους και τους σχετικούς τίτλους τους, εντός της προθεσμίας που ορίζεται στην απόφαση που κηρύσσει την πτώχευση. Ο γραμματέας καταχωρίζει τις απαιτήσεις και χορηγεί απόδειξη.

Οι αναγγελίες των απαιτήσεων πρέπει να υπογράφονται και να περιλαμβάνουν, μεταξύ άλλων, το όνομα, το επώνυμο, το επάγγελμα και την κατοικία των πιστωτών, το ύψος και την αιτία της απαίτησης, καθώς και τις τυχόν εγγυήσεις και τους τίτλους που διασφαλίζουν ή αποδεικνύουν, αντίστοιχα, τις απαιτήσεις. Στη συνέχεια, πραγματοποιείται επαλήθευση των αναγγελθεισών απαιτήσεων παρουσία του συνδίκου, του πτωχεύσαντος οφειλέτη και του εισηγητή-δικαστή.

Στο πλαίσιο αυτής της διαδικασίας, αν υπάρξουν αμφισβητήσεις, μπορούν να κληθούν οι πιστωτές για να παράσχουν εξηγήσεις σχετικά με την απαίτησή τους, ώστε να εξακριβωθεί π.χ. η βασιμότητα ή το ακριβές ύψος αυτής, στο πλαίσιο κατ’ αντιμωλία εξέτασης.

Αν ο σύνδικος έχει εντοπίσει στοιχεία ενεργητικού που μπορούν να διανεμηθούν μεταξύ των πιστωτών, καλεί τους πιστωτές σε συνεδρίαση απόδοσης λογαριασμού, στην οποία οι πιστωτές μπορούν να λάβουν θέση ως προς το σχέδιο διανομής.

Σε περίπτωση ανεπάρκειας του ενεργητικού, κηρύσσεται η περάτωση της πτώχευσης.

Αν ο σύνδικος δεν εκπληρώνει τα καθήκοντά του κατά τρόπο ικανοποιητικό για τους πιστωτές, αυτοί μπορούν να απευθυνθούν στον εισηγητή-δικαστή, ο οποίος, αν το κρίνει απαραίτητο, μπορεί να αντικαταστήσει τον σύνδικο.

2. Ελεγχόμενη διαχείριση

Στο πλαίσιο της ελεγχόμενης διαχείρισης, οι επίτροποι οφείλουν να κοινοποιήσουν στους πιστωτές τις λεπτομέρειες του προτεινόμενου σχεδίου αναδιοργάνωσης ή ρευστοποίησης του ενεργητικού.

Στην περίπτωση αυτή, οι πιστωτές μπορούν να κληθούν να υποβάλουν τις παρατηρήσεις τους. Εντός δεκαπέντε ημερών από την ενημέρωσή τους, οι πιστωτές οφείλουν να ενημερώσουν τη γραμματεία σχετικά με τη συμφωνία ή την αντίθεσή τους στο σχέδιο, το οποίο μπορεί να τεθεί σε εφαρμογή μόνο αν εγκριθεί από περισσότερους από τους μισούς πιστωτές και οι απαιτήσεις αυτών αντιπροσωπεύουν περισσότερο από το ήμισυ του παθητικού.

3. Πτωχευτικός συμβιβασμός

Στο πλαίσιο του συμβιβασμού, συγκαλείται συνέλευση των πιστωτών, προκειμένου να δοθεί στους πιστωτές η δυνατότητα να συζητήσουν τις προτάσεις συμβιβασμού που έχει καταρτίσει ο εντεταλμένος δικαστής. Στο πλαίσιο αυτό, οι πιστωτές οφείλουν να αναγγείλουν τις απαιτήσεις τους και, επιπλέον, να δηλώσουν αν συμφωνούν ή όχι με τις εν λόγω προτάσεις συμβιβασμού.

Στη συνέχεια, οι πιστωτές μπορούν να υποβάλουν εκ νέου τις παρατηρήσεις τους κατά τη συζήτηση για την επικύρωση του συμβιβασμού. Μπορούν επίσης να ασκήσουν έφεση κατά της απόφασης επικύρωσης του συμβιβασμού, αν δεν είχαν κληθεί στη συνέλευση των πιστωτών ή είχαν καταψηφίσει τις προτάσεις συμβιβασμού.

4. Υπερχρέωση

Καταρχάς, κατά το στάδιο της συμβατικής ρύθμισης, οι πιστωτές οφείλουν να αναγγείλουν την απαίτησή τους στην υπηρεσία ενημέρωσης και συμβουλών για θέματα υπερχρέωσης. Στη συνέχεια, οι πιστωτές μπορούν να συμμετάσχουν ενεργά στην εκπόνηση σχεδίου συμβατικής ρύθμισης από την εν λόγω υπηρεσία.

Ακολούθως, η επιτροπή διαμεσολάβησης σε θέματα υπερχρέωσης συγκαλεί τους πιστωτές και τους εκθέτει τις προτάσεις που εκπονήθηκαν στο πλαίσιο της συμβατικής ρύθμισης. Στη συνέχεια, για να εγκριθεί το σχέδιο συμβατικής ρύθμισης, πρέπει να γίνει δεκτό από τουλάχιστον το εξήντα τοις εκατό των πιστωτών των οποίων οι απαιτήσεις αντιπροσωπεύουν τουλάχιστον το εξήντα τοις εκατό του συνόλου των απαιτήσεων. Σιωπή πιστωτή λογίζεται ως αποδοχή του σχεδίου.

10 Με ποιον τρόπο μπορεί ο διαχειριστής/διαχειρίστρια αφερεγγυότητας να χρησιμοποιήσει ή να διαθέσει περιουσιακά στοιχεία της πτωχευτικής περιουσίας;

Οι σύνδικοι της πτώχευσης εκπροσωπούν τόσο τον πτωχεύσαντα όσο και την ομάδα των πιστωτών αυτού υπό τη διττή τους αυτή ιδιότητα, δεν είναι επιφορτισμένοι μόνο με τη διαχείριση της πτωχευτικής περιουσίας, αλλά νομιμοποιούνται επίσης να προβαίνουν, ως ενάγοντες ή εναγόμενοι, σε όλες τις ενέργειες που αποσκοπούν στη διατήρηση της υπέγγυας έναντι των πιστωτών περιουσίας του οφειλέτη, καθώς και στην ανάκτηση ή την αύξηση αυτής της περιουσίας, προς το κοινό συμφέρον των εν λόγω πιστωτών. (Εφετείο, 2 Ιουλίου 1880, αρ. 2, σελ. 49).

Ο σύνδικος ασκεί τα ένδικα βοηθήματα αναφορικά με την υπέγγυα έναντι των πιστωτών περιουσία του οφειλέτη, δηλαδή τα ένδικα βοηθήματα που αποσκοπούν στην ανάκτηση, την προστασία ή την εκκαθάριση της εν λόγω περιουσίας. (Εφετείο, 25 Φεβρουαρίου 2015, αρ. 37, σελ. 483).

Όσον αφορά τις συμβάσεις που είναι σε ισχύ μετά την κήρυξη της πτώχευσης, ο σύνδικος πρέπει να αποφασίσει κατά πόσον είναι σκόπιμο να τις καταγγείλει ή αν ενδείκνυται, εφόσον παράγουν ενεργητικό, να συνεχίσει να τις εκτελεί με σκοπό την επακόλουθη εκπλήρωση υποχρεώσεων του πτωχεύσαντος.

11 Ποιες απαιτήσεις δύνανται να αναγγελθούν κατά της πτωχευτικής περιουσίας του οφειλέτη και με ποιον τρόπο αντιμετωπίζονται οι απαιτήσεις που προκύπτουν μετά την έναρξη της διαδικασίας αφερεγγυότητας;

Όλοι οι πιστωτές πρέπει να αναγγείλουν τις απαιτήσεις τους, ανεξάρτητα από τη φύση της απαίτησης και από το αν είναι προνομιούχα ή όχι. Ωστόσο, από τη διαδικασία αυτή εξαιρούνται οι ομαδικές απαιτήσεις, δηλαδή εκείνες που προέκυψαν μεταγενέστερα και δημιουργήθηκαν προς το συμφέρον της πτωχευτικής διαδικασίας (για παράδειγμα: αμοιβή του συνδίκου, μισθώματα που προέκυψαν μετά την κήρυξη της πτώχευσης κ.λπ.).

Όσον αφορά τις ομαδικές απαιτήσεις, οι οποίες προκύπτουν μετά την έναρξη της διαδικασίας αφερεγγυότητας και ως αποτέλεσμα της διαχείρισης της πτώχευσης ή της συνέχισης ορισμένων δραστηριοτήτων της πτωχεύσασας επιχείρησης, αυτές ικανοποιούνται πρώτες, πριν από τη διανομή του υπόλοιπου ενεργητικού μεταξύ των πτωχευτικών πιστωτών. Συνεπώς, οι ομαδικές απαιτήσεις ικανοποιούνται σε κάθε περίπτωση κατά προτεραιότητα έναντι των απαιτήσεων των λοιπών πιστωτών.

12 Ποιοι είναι οι κανόνες που διέπουν την αναγγελία, την εξέλεγξη και την τελική επαλήθευση των απαιτήσεων;

1. Πτώχευση

Στο πλαίσιο της πτωχευτικής διαδικασίας, η απόφαση που κηρύσσει την πτώχευση δημοσιεύεται με διάφορα μέσα (Τύπος, καταχώριση στο εμποροδικείο), ώστε οι δανειστές του πτωχεύσαντος οφειλέτη να λάβουν γνώση της κατάστασης και να παρουσιαστούν (άρθρο 472 του εμπορικού κώδικα).

Οι πιστωτές πρέπει στη συνέχεια να προβούν σε αναγγελία των απαιτήσεών τους στη γραμματεία του εμποροδικείου και να καταθέσουν τα δικαιολογητικά τους (άρθρο 496 του εμπορικού κώδικα).

Σχετικό έντυπο που επιτρέπει στους πιστωτές να προβούν στην αναγγελία της απαίτησής τους διατίθεται ηλεκτρονικά στην ακόλουθη διεύθυνση: Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροhttps://justice.public.lu/fr/creances/declaration-creance.html.

Οι απαιτήσεις επαληθεύονται από τον σύνδικο που είναι επιφορτισμένος με την εκκαθάριση της πτώχευσης και μπορούν να αμφισβητηθούν από αυτόν (άρθρο 500 του εμπορικού κώδικα).

Οποιαδήποτε αναγγελθείσα απαίτηση αμφισβητηθεί παραπέμπεται στο δικαστήριο.

Ωστόσο, αν υπάρχουν διαφορές οι οποίες, λόγω του αντικειμένου τους, δεν εμπίπτουν στην αρμοδιότητα του εμπορικού τμήματος του περιφερειακού δικαστηρίου, παραπέμπονται στο αρμόδιο δικαστήριο για να κριθούν επί της ουσίας τους. Επιπλέον, παραπέμπονται στο εμπορικό τμήμα του περιφερειακού δικαστηρίου, το οποίο αποφαίνεται, σύμφωνα με το άρθρο 504, για το ποσό μέχρι το οποίο ο οικείος πιστωτής μπορεί να συμμετάσχει στις συνεδριάσεις του πτωχευτικού συμβιβασμού (Άρθρο 502).

2. Πτωχευτικός συμβιβασμός

Σε περίπτωση πτωχευτικού συμβιβασμού, ο οφειλέτης που αιτείται τον συμβιβασμό πρέπει να αναφέρει στην αίτησή του την ταυτότητα και τον τόπο κατοικίας των πιστωτών του, καθώς και το ύψος των απαιτήσεών τους (άρθρο 3 του νόμου της 14ης Απριλίου 1886).

Η ενημέρωση των πιστωτών πραγματοποιείται με συστημένη επιστολή (άρθρο 8 του νόμου της 14ης Απριλίου 1886). Με την επιστολή αυτή προσκαλούνται να συμμετάσχουν στη συνέλευση των πιστωτών.

Η πρόσκληση δημοσιεύεται επίσης στον Τύπο.

Στο πλαίσιο της συνέλευσης, οι πιστωτές αναγγέλλουν το ποσό των απαιτήσεών τους.

Όπως προαναφέρθηκε, οι εμπραγμάτως ασφαλισμένοι πιστωτές που συμμετέχουν στην ψηφοφορία του πτωχευτικού συμβιβασμού χάνουν την ιδιότητά τους των προνομιούχων πιστωτών (άρθρο 10 του νόμου της 14ης Απριλίου 1886).

3. Αναστολή πληρωμών

Σε περίπτωση αναστολής πληρωμών, ο οφειλέτης επίσης πρέπει να επισυνάψει κατάλογο με τα ονόματα των πιστωτών του, το ύψος των απαιτήσεών τους και την κατοικία τους.

Οι πιστωτές προσκαλούνται με συστημένη επιστολή (άρθρο 596 του εμπορικού κώδικα) και μέσω του Τύπου.

Κατά τη συνέλευση στην οποία έχουν προσκληθεί, πρέπει να αναγγείλουν το ποσό των απαιτήσεών τους (άρθρο 597 του εμπορικού κώδικα).

4. Ελεγχόμενη διαχείριση

Στην περίπτωση της ελεγχόμενης διαχείρισης δεν προβλέπεται διαδικασία αναγγελίας και αποδοχής των απαιτήσεων. Ο οφειλέτης καταγράφει στην αίτησή προς το δικαστήριο την ταυτότητα των πιστωτών του.

Αυτοί ενημερώνονται μεταγενέστερα από το δικαστήριο για το σχέδιο αναδιοργάνωσης ή ρευστοποίησης του ενεργητικού που έχει καταρτιστεί από τους διορισμένους από το δικαστήριο επιτρόπους.

5. Διαδικασία Υπερχρέωσης:

Εντός προθεσμίας ενός μήνα από τη δημοσίευση της ανακοίνωσης της συλλογικής ρύθμισης των οφειλών στο μητρώο, οι πιστωτές του υπερχρεωμένου οφειλέτη οφείλουν να αναγγείλουν τις απαιτήσεις τους στην υπηρεσία ενημέρωσης και συμβουλών για θέματα υπερχρέωσης.

Οι αναγγελίες των απαιτήσεων πρέπει να πληρούν τους όρους των άρθρων 6 και 7 του κανονισμού του Μεγάλου Δουκάτου, της 17ης Ιανουαρίου 2014, του για την εκτέλεση του νόμου της 8ης Ιανουαρίου 2013 περί υπερχρέωσης.

Υπόδειγμα αναγγελίας παρέχεται στους πιστωτές.

Η επιτροπή διαμεσολάβησης εξετάζει το παραδεκτό των αναγγελθεισών απαιτήσεων.

13 Ποιοι είναι οι κανόνες που διέπουν τη διανομή του προϊόντος της ρευστοποίησης των περιουσιακών στοιχείων; Με ποιον τρόπο κατατάσσονται οι απαιτήσεις και τα δικαιώματα των πιστωτών;

Η θεμελιώδης αρχή που διέπει το πτωχευτικό δίκαιο είναι ότι κάθε πιστωτής πρέπει να λάβει μερίδιο ακριβώς ανάλογο προς το ποσό της απαίτησής του.

Ορισμένοι πιστωτές που διαθέτουν προνόμιο ή εμπράγματη ασφάλεια ικανοποιούνται κατά προτίμηση.

Οι προνομιούχοι πιστωτές κατατάσσονται κατά σειρά προτεραιότητας που ρυθμίζεται με διατάξεις αναγκαστικού δικαίου (εκμισθωτές ακινήτων, ενυπόθηκοι δανειστές, δανειστές με ενέχυρο επί του συνόλου της επιχείρησης και κυρίως το δημόσιο υπό ευρεία έννοια).

Σε γενικές γραμμές, ο σύνδικος ανατρέχει στα άρθρα 2096 έως 2098, 2101 και 2102 του αστικού κώδικα.

Ο σύνδικος πρέπει να επαληθεύσει κάθε απαίτηση ξεχωριστά, ανατρέχοντας στις νομοθετικές διατάξεις και τη νομολογία.

Το καθαρό ενεργητικό προς διανομή μεταξύ των εγχειρόγραφων πιστωτών διανέμεται αναλογικά σύμφωνα με το άρθρο 561 πρώτο εδάφιο του εμπορικού κώδικα.

Όταν ο σύνδικος γνωρίζει το ποσό των αμοιβών που έχει καθορίσει το δικαστήριο, έχει κατατάξει τους προνομιούχους πιστωτές κατά σειρά προτεραιότητας και γνωρίζει το υπολειπόμενο ποσό προς διανομή μεταξύ των εγχειρόγραφων πιστωτών, καταρτίζει σχέδιο διανομής του ενεργητικού, το οποίο υποβάλλει στον εισηγητή-δικαστή. Σύμφωνα με το άρθρο 533 του εμπορικού κώδικα, ο σύνδικος προσκαλεί όλους τους πιστωτές στην απόδοση λογαριασμού με συστημένη επιστολή και επισυνάπτει στην πρόσκληση αντίγραφο του σχεδίου διανομής του ενεργητικού.

Ο πτωχεύσας πρέπει να προσκληθεί με κλήση από δικαστικό επιμελητή, διαφορετικά με δημοσίευμα σε εφημερίδα του Λουξεμβούργου.

Σε περίπτωση που η απόδοση λογαριασμού του συνδίκου δεν αμφισβητηθεί από πιστωτή, ο σύνδικος υποβάλλει το πρακτικό της απόδοσης λογαριασμού, το οποίο καταρτίζεται στη βάση του σχεδίου διανομής του ενεργητικού, στον εισηγητή-δικαστή και στον γραμματέα για υπογραφή.

Με την απόδοση λογαριασμού, ο σύνδικος πληρώνει τους πιστωτές.

14 Ποιες είναι οι προϋποθέσεις και τα αποτελέσματα της περάτωσης της διαδικασίας αφερεγγυότητας (ιδίως διά πτωχευτικού συμβιβασμού);

1. Πτώχευση

Σε περίπτωση πτώχευσης, όταν έχουν πραγματοποιηθεί οι πληρωμές, ο σύνδικος μπορεί να υποβάλει αίτημα περάτωσης, επί του οποίου εκδίδεται η απόφαση περάτωσης, η οποία, όπως δηλώνει το όνομά της, περατώνει τη διαδικασία πτώχευσης.

Σύμφωνα με το άρθρο 536 του εμπορικού κώδικα, πτωχεύσας που δεν έχει κηρυχθεί απλός ή δόλιος χρεοκόπος δεν μπορεί πλέον να διωχθεί από τους πιστωτές του, εκτός αν βελτιωθεί η οικονομική του κατάσταση εντός επτά ετών από την απόφαση που περατώνει τη διαδικασία λόγω ανεπάρκειας ενεργητικού.

Σύμφωνα με το άρθρο 586 του εμπορικού κώδικα, πτωχεύσας ο οποίος έχει εξοφλήσει πλήρως, κατά κεφάλαιο, τόκους και έξοδα, όλες τις οφειλές του, μπορεί να αποκατασταθεί, βάσει σχετικής αίτησης στο Ανώτατο Δικαστήριο.

2. Πτωχευτικός συμβιβασμός, αναστολή πληρωμών, ελεγχόμενη διαχείριση

Όσον αφορά τον πτωχευτικό συμβιβασμό, την αναστολή πληρωμών και την ελεγχόμενη διαχείριση, η απόφαση του δικαστηρίου που χορηγεί το αιτούμενο μέτρο περατώνει τη διαδικασία.

Το δικαστήριο μπορεί να επιβάλει στον πτωχεύσαντα οφειλέτη τόσο αστικές όσο και ποινικές κυρώσεις.

Αν το δικαστήριο διαπιστώσει ότι η πτώχευση είναι συνέπεια σοβαρού και κατάφωρου παραπτώματος του πτωχεύσαντος, μπορεί να του απαγορεύσει την άσκηση εμπορικής δραστηριότητας είτε άμεσα είτε μέσω άλλου προσώπου. Αυτή η απαγόρευση περιλαμβάνει επίσης απαγόρευση της ανάληψης θέσης με εξουσίες λήψης αποφάσεων σε εταιρεία.

Μεταξύ των άλλων αστικών κυρώσεων περιλαμβάνονται, στις περιπτώσεις πτώχευσης εμπορικής εταιρείας, η δυνατότητα επέκτασης της πτώχευσης στους διαχειριστές της, καθώς και η δυνατότητα άσκησης αγωγής βάσει των άρθρων 1382 και 1383 του αστικού κώδικα (ευθύνη βάσει του κοινού δικαίου) και βάσει των άρθρων 59 και 192 του νόμου περί εμπορικών εταιρειών.

Μπορεί επίσης να επιβληθούν ποινικές κυρώσεις (για χρεοκοπία) σε βάρος του πτωχεύσαντος.

Όσον αφορά τον πτωχευτικό συμβιβασμό, ο επωφελούμενος από αυτόν οφειλέτης υποχρεούται να ικανοποιήσει τους πιστωτές του σε περίπτωση βελτίωσης της οικονομικής του κατάστασης (άρθρο 25 του νόμου της 14ης Απριλίου 1886 σχετικά με τον προληπτικό πτωχευτικό συμβιβασμό).

Ο συμβιβασμός δεν έχει καμία επίπτωση στις ακόλουθες οφειλές:

  • τους φόρους και τις λοιπές δημόσιες επιβαρύνσεις,
  • τις απαιτήσεις που εξασφαλίζονται με προνόμιο, υποθήκη ή ενέχυρο,
  • τις απαιτήσεις για οφειλόμενη διατροφή.

15 Ποια είναι τα δικαιώματα των πιστωτών μετά την περάτωση της διαδικασίας αφερεγγυότητας;

Μετά την περάτωση της διαδικασίας αφερεγγυότητας, οι πιστωτές λαμβάνουν, σε περίπτωση ύπαρξης ενεργητικού, είτε το πλήρες ποσό της απαίτησής τους είτε ποσοστό του ποσού της απαίτησής τους, ανάλογα με την περίπτωση, σύμφωνα με τους όρους της διανομής που ορίζονται στην απόφαση περάτωσης.

Αν ο πτωχεύσας δεν έχει κηρυχθεί απλός ή δόλιος χρεοκόπος, δεν μπορεί πλέον να διωχθεί από τους πιστωτές του, εκτός αν βελτιωθεί η οικονομική του κατάσταση εντός επτά ετών από την απόφαση περάτωσης της διαδικασίας πτώχευσης.

Οι πιστωτές μπορούν επίσης να ασκήσουν αγωγή βάσει των άρθρων 1382 και 1383 του αστικού κώδικα, επικαλούμενοι ευθύνη των διαχειριστών του πτωχεύσαντος βάσει του κοινού δικαίου, ή να ασκήσουν αγωγή βάσει των άρθρων 59 και 192 του νόμου περί εμπορικών εταιρειών (ευθύνη διευθυντών και διαχειριστών κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους).

16 Πού καταλογίζονται το κόστος και οι δαπάνες της διαδικασίας αφερεγγυότητας;

Τα έξοδα της αίτησης πτώχευσης εντάσσονται στα έξοδα της πτωχευτικής περιουσίας.

Δεδομένου ότι πρόκειται για έξοδα που πραγματοποιήθηκαν προς το συμφέρον της πτωχευτικής διαδικασίας, τα έξοδα αυτά καταβάλλονται από την πτωχευτική περιουσία πριν ο σύνδικος διανείμει το υπόλοιπο ενεργητικό στους διάφορους πιστωτές.

Ο νόμος της 29ης Μαρτίου 1893 σχετικά με τη δικαστική συνδρομή και τη διαδικασία ελλείμματος καθορίζει στα άρθρα 1 και 2 τα διάφορα έξοδα που μπορεί να προκύψουν από τις διατυπώσεις που απαιτούνται για την διαδικασία αφερεγγυότητας και ρυθμίζει τη σειρά καταβολής τους σε περίπτωση ανεπάρκειας του ενεργητικού.

Το αρμόδιο περιφερειακό δικαστήριο καθορίζει τις αμοιβές του συνδίκου βάσει του κανονισμού του Μεγάλου Δουκάτου της 18ης Ιουλίου 2003.

Εναπόκειται στον σύνδικο να υποβάλει στο εμπορικό τμήμα του περιφερειακού δικαστηρίου δήλωση των αμοιβών και των εξόδων του βάσει του ενεργητικού που έχει ανακτηθεί.

Το άρθρο 536-1 του εμπορικού κώδικα προβλέπει στο δεύτερο εδάφιό του ότι τα έξοδα και οι αμοιβές για τις πτωχεύσεις που περατώνονται λόγω ανεπάρκειας ενεργητικού καταβάλλονται από την Υπηρεσία Έμμεσων Φόρων υπό τους όρους που καθορίζονται από τον νόμο της 29ης Μαρτίου 1893 σχετικά με τη δικαστική συνδρομή και τη διαδικασία ελλείμματος.

17 Ποιοι είναι οι κανόνες που άπτονται της ακυρότητας, της ακυρωσίας ή του ανενεργού των επιβλαβών για όλους τους πιστωτές δικαιοπραξιών;

1. Πτώχευση

Η απόφαση που κηρύσσει την πτώχευση μπορεί να ορίσει ως χρόνο παύσης των πληρωμών του πτωχεύσαντος ημερομηνία προγενέστερη της απόφασης που κηρύσσει την πτώχευση. Εντούτοις, η ημερομηνία αυτή δεν μπορεί να προηγείται της εν λόγω απόφασης περισσότερο από 6 μήνες.

Προκειμένου να διαφυλαχθούν τα συμφέροντα των πιστωτών, η περίοδος μεταξύ της παύσης των πληρωμών και της απόφασης που κηρύσσει την πτώχευση χαρακτηρίζεται ως «ύποπτη περίοδος».

Ορισμένες πράξεις εντός αυτής της περιόδου που θα μπορούσαν να βλάψουν τα συμφέροντα των πιστωτών είναι άκυρες και χωρίς αποτέλεσμα. Πρόκειται κυρίως για:

  • κάθε πράξη διάθεσης από τον πτωχεύσαντα κινητού ή ακινήτου περιουσιακού στοιχείου από χαριστική αιτία, ή από επαχθή αιτία αν η τιμή διάθεσης είναι προδήλως υπερβολικά χαμηλή σε σχέση με την αξία του εν λόγω περιουσιακού στοιχείου,
  • κάθε πληρωμή που έχει πραγματοποιηθεί, είτε με μετρητά είτε σε είδος, με εκχώρηση, συμψηφισμό ή άλλως, για χρέος που δεν ήταν ακόμη ληξιπρόθεσμο,
  • κάθε πληρωμή που έχει πραγματοποιηθεί με τρόπο άλλον από την καταβολή μετρητών ή εμπορικών αξιογράφων για χρέος που ήταν ληξιπρόθεσμο,
  • κάθε πράξη παραχώρησης από τον οφειλέτη εμπράγματου βάρους ή άλλου εμπράγματου δικαιώματος για χρέος προγενέστερο της παύσης των πληρωμών.

Αντίθετα, άλλες πράξεις δεν είναι αυτοδίκαια άκυρες.

Ορισμένες πληρωμές που πραγματοποιήθηκαν από τον πτωχεύσαντα για ληξιπρόθεσμες οφειλές και όλες οι άλλες επαχθείς δικαιοπραξίες που έλαβαν χώρα κατά τη διάρκεια της ύποπτης περιόδου μπορούν να ακυρωθούν αν αποδειχθεί ότι οι τρίτοι που έλαβαν τις πληρωμές ή που συναλλάχθηκαν με τον πτωχεύσαντα γνώριζαν ότι αυτός τελούσε σε κατάσταση παύσης πληρωμών.

Όταν ένας πιστωτής γνωρίζει ότι ο οφειλέτης του βρίσκεται σε αδυναμία εκπλήρωσης των υποχρεώσεών του, δεν πρέπει να επιδιώκει την προνομιακή ικανοποίησή του σε βάρος της ομάδας των πιστωτών.

Οι Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυρουποθήκες και τα προνόμια που έχουν αποκτηθεί εγκύρως μπορούν να εγγραφούν μέχρι την ημέρα της απόφασης που κηρύσσει την πτώχευση. Αντιθέτως, οι εγγραφές που έλαβαν χώρα εντός του δεκαημέρου πριν από την παύση των πληρωμών ή μεταγενέστερα μπορούν να κηρυχθούν άκυρες αν παρήλθαν περισσότερες από 15 ημέρες μεταξύ της ημερομηνίας της πράξης σύστασης της υποθήκης και της ημερομηνίας της εγγραφής.

Τέλος, όλες οι πράξεις ή πληρωμές που έγιναν κατ’ εξαπάτηση των πιστωτών, δηλαδή που πραγματοποιήθηκαν από τον οφειλέτη εν γνώσει της ζημίας που θα προκαλούσε στον πιστωτή (π.χ. μειώνοντας την πτωχευτική περιουσία, παραβιάζοντας τη σειρά κατάταξης των πιστωτών κ.λπ.) θεωρούνται άκυρες, ανεξάρτητα από την ημερομηνία κατά την οποία έλαβαν χώρα.

Ο θεσμός της ύποπτης περιόδου δεν εφαρμόζεται στις συμβάσεις χρηματοοικονομικής εγγύησης, καθώς και στις μελλοντικές απαιτήσεις που έχουν εκχωρηθεί σε οργανισμό τιτλοποίησης.

2. Πτωχευτικός συμβιβασμός

Κατά τη διάρκεια της διαδικασίας που διεξάγεται για την επίτευξη του πτωχευτικού συμβιβασμού, ο οφειλέτης δεν μπορεί να προβεί σε πώληση, παραχώρηση υποθήκης ή ανάληψη υποχρεώσεων χωρίς την άδεια του εντεταλμένου δικαστή.

3. Ελεγχόμενη διαχείριση

Από την ημερομηνία της απόφασης που διορίζει εντεταλμένο δικαστή για την πραγματοποίηση της απογραφής της επιχείρησης, ο έμπορος δεν μπορεί, επί ποινή ακυρότητας, προβεί σε πώληση, παραχώρηση υποθήκης ή ενεχύρου, ανάληψη υποχρεώσεων ή λήψη κινητών κεφαλαιουχικών στοιχείων χωρίς έγγραφη άδεια του εντεταλμένου δικαστή.

Επισημαίνεται επίσης ότι ο νόμος σχετικά με την ελεγχόμενη διαχείριση προβλέπει ποινικές κυρώσεις για τον έμπορο ο οποίος αποκρύπτει μέρος του ενεργητικού του, διογκώνει το παθητικό του ή επιτρέπει τη συμμετοχή πιστωτών των οποίων οι απαιτήσεις εμφανίζονται διογκωμένες.

4. Υπερχρέωση

Ο δικαστής μπορεί, κατά περίπτωση, να διορίσει πρόσωπα επιφορτισμένα να παράσχουν βοήθεια κοινωνική, εκπαιδευτική ή οικονομικής διαχείρισης, προκειμένου να εξασφαλιστεί ότι το μέρος του εισοδήματος του οφειλέτη που δεν προορίζεται για την αποπληρωμή των χρεών του θα χρησιμοποιηθεί για τον σκοπό για τον οποίο προορίζεται.

Κατά την εκπλήρωση της αποστολής τους, τα πρόσωπα αυτά νομιμοποιούνται να λάβουν κάθε μέτρο που αποσκοπεί στην αποτροπή της χρησιμοποίησης του εν λόγω εισοδήματος για σκοπούς άλλους από αυτούς για τους οποίους προορίζεται ή της βλάβης των συμφερόντων του οικογενειακού περιβάλλοντος του οφειλέτη.


Την έκδοση αυτής της σελίδας στην εθνική γλώσσα διαχειρίζεται ο αντίστοιχος αρμόδιος επαφής του ΕΔΔ. Οι μεταφράσεις έχουν γίνει από την αρμόδια υπηρεσία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Οι τυχόν αλλαγές που επιφέρει η αρμόδια εθνική αρχή στο πρωτότυπο ενδέχεται να μην έχουν περιληφθεί ακόμα στις μεταφράσεις. Η Επιτροπή και το Ευρωπαϊκό Δικαστικό Δίκτυο δεν αναλαμβάνουν καμία απολύτως ευθύνη όσον αφορά πληροφορίες ή δεδομένα που περιέχονται ή αναφέρονται στο παρόν έγγραφο. Βλ. την ανακοίνωση νομικού περιεχομένου για τους κανόνες πνευματικής ιδιοκτησίας που ισχύουν στο κράτος μέλος που είναι αρμόδιο για την παρούσα σελίδα.

Τελευταία επικαιροποίηση: 24/05/2019

Αφερεγγυότητα - Ουγγαρία

ΠΙΝΑΚΑΣ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΩΝ


1 Gegen wen kann ein Insolvenzverfahren eröffnet werden?

Οι διαδικασίες αφερεγγυότητας των νομικών προσώπων διέπονται από τον νόμο XLIX του 1991 περί των διαδικασιών πτώχευσης και εκκαθάρισης (πτωχευτικός νόμος).

Ο πτωχευτικός νόμος ρυθμίζει δύο είδη διαδικασιών αφερεγγυότητας: την πτώχευση και την εκκαθάριση.

Η πτώχευση είναι μια διαδικασία αναδιοργάνωσης που αποσκοπεί στη χορήγηση αναστολής πληρωμών στον αφερέγγυο οφειλέτη, με απώτερο σκοπό την επίτευξη ενός εκούσιου διακανονισμού και την απόπειρα κατάρτισης ενός τέτοιου διακανονισμού προκειμένου να εμπεδωθεί εκ νέου η φερεγγυότητα.

Η εκκαθάριση είναι μια διαδικασία που αποσκοπεί στην ικανοποίηση των πιστωτών σύμφωνα με συγκεκριμένους κανόνες σε περίπτωση που ένας αφερέγγυος οφειλέτης λύεται χωρίς νόμιμο διάδοχο – στο πλαίσιο μιας διαδικασίας που αποσκοπεί στη διανομή του συνόλου του ενεργητικού της αφερέγγυας περιουσίας του οφειλέτη μεταξύ των πιστωτών. Η εκκαθάριση, ωστόσο, πρέπει να περατωθεί, αν ο οφειλέτης έχει εξοφλήσει τα χρέη του και τα έξοδα της διαδικασίας ή αν έχει καταρτιστεί εκούσιος διακανονισμός με τους πιστωτές για τη ρύθμιση των χρεών και ο διακανονισμός έχει επικυρωθεί από το δικαστήριο.

Ειδικοί κανόνες, που εν μέρει διαφοροποιούνται από τους γενικούς, προβλέπονται, για παράδειγμα, στους νόμους που διέπουν τα ουγγρικά υποκαταστήματα επιχειρήσεων που έχουν έδρα στην αλλοδαπή, τις οργανώσεις της κοινωνίας των πολιτών και τις επιχειρήσεις του χρηματοπιστωτικού τομέα (πιστωτικά ιδρύματα, χρηματοπιστωτικές επιχειρήσεις, ασφαλιστικές επιχειρήσεις, επενδυτικές εταιρίες, δημόσιες αποθήκες).

Δεν προβλέπεται πτωχευτική διαδικασία για τις επιχειρήσεις του χρηματοπιστωτικού τομέα, ωστόσο οι εποπτικές αρχές μπορούν να παρέμβουν στα αρχικά στάδια του τυχόν οικονομικού τους κλονισμού για να αποτρέψουν την αφερεγγυότητα, ενώ πρέπει να συσταθούν ταμεία (Ταμείο Διακανονισμού Ζημιών, Ταμείο Προστασίας Επενδυτών, Ταμείο Ασφάλισης Καταθέσεων) για να προστατεύονται και να αποζημιώνονται οι πελάτες.

Στις επιχειρήσεις του χρηματοπιστωτικού τομέα, η Εθνική Τράπεζα της Ουγγαρίας, υπό την ιδιότητά της ως χρηματοπιστωτικής εποπτικής αρχής, μπορεί να κινήσει δικαστική διαδικασία εκκαθάρισης, αφού ανακαλέσει την άδεια λειτουργίας της οικείας επιχείρησης.

Όσον αφορά τις οργανώσεις της κοινωνίας των πολιτών, ισχύουν οι διατάξεις του πτωχευτικού νόμου με ορισμένες παρεκκλίσεις ως προς την πτώχευση και την εκκαθάριση των οργανώσεων της κοινωνίας των πολιτών (σωματείων, ιδρυμάτων) οι οποίες προβλέπονται στον νόμο για τις οργανώσεις της κοινωνίας των πολιτών.

Διαδικασία διακανονισμού οφειλών των φυσικών προσώπων (πτώχευση φυσικών προσώπων)

Ο νόμος CV του 2015 περί των διακανονισμών των οφειλών των φυσικών προσώπων τέθηκε σε ισχύ την 1η Σεπτεμβρίου 2015. Σκοπός του νόμου είναι να θεσπίσει ένα νομικό πλαίσιο για τον διακανονισμό των οφειλών και επιπλέον να παράσχει πτωχευτική προστασία μέσω της συνεργασίας του οφειλέτη με τους πιστωτές του. Ο νόμος προστατεύει πρωτίστως τους ενυπόθηκους οφειλέτες, ιδίως όσους έχουν μακροχρόνιες ληξιπρόθεσμες οφειλές έναντι περισσότερων πιστωτών και επαπειλείται η αναγκαστική εκποίηση της κατοικίας τους.

Η διαδικασία κινείται εξωδικαστικά, και συντονίζεται από τον πρώτο ενυπόθηκο δανειστή. Η δικαστική διαδικασία της πτώχευσης κινείται εφόσον δεν επιτευχθεί εξωδικαστικός διακανονισμός. Στο πρώτο της στάδιο, η δικαστική διαδικασία αποσκοπεί επίσης στην επίτευξη συμφωνίας, αλλά αν αυτή δεν υπερψηφιστεί, το δικαστήριο καθορίζει τους όρους διακανονισμού των οφειλών.

Το κράτος έχει συστήσει την Υπηρεσία Αφερέγγυων Νοικοκυριών του Κράτους. Ο εν λόγω οργανισμός επιτελεί σημαντικό ρόλο στη διαδικασία του διακανονισμού των οφειλών. Η Υπηρεσία Αφερέγγυων Νοικοκυριών επαληθεύει το αν ο οφειλέτης πληροί τις νόμιμες προϋποθέσεις, τηρεί τα κρατικά αρχεία με τα δεδομένα της διαδικασίας και απασχολεί διαχειριστές νοικοκυριών. Οι διαχειριστές νοικοκυριών εκτελούν προπαρασκευαστικά καθήκοντα, συνεργάζονται με το δικαστήριο στο πλαίσιο του διακανονισμού οφειλών ενώπιον του δικαστηρίου, εκτελούν τις δικαστικές αποφάσεις, υποστηρίζουν τον οφειλέτη, επιτηρούν τη διαχείριση του νοικοκυριού του οφειλέτη, εκποιούν τα περιουσιακά στοιχεία του οφειλέτη που έχουν εμπορική αξία και πληρώνουν τους πιστωτές.

Επιτυχής διακανονισμός των οφειλών συνεπάγεται ότι δεν μπορεί να απαιτηθεί μεταγενέστερα από τον οφειλέτη η καταβολή οφειλής που αποσβέστηκε στο πλαίσιο της διαδικασίας και οι πιστωτές λαμβάνουν συγκεκριμένη αναλογία της απαίτησής τους μέσα σε προβλέψιμο χρονικό διάστημα.

Η διαδικασία του διακανονισμού των οφειλών των φυσικών προσώπων δεν έχει ενημερωθεί ακόμη σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ) 2015/848 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου.

Σύμφωνα με τον πτωχευτικό νόμο, η πτωχευτική διαδικασία μπορεί να κινηθεί από εταιρεία-οφειλέτη, βάσει απόφασης του κύριου οργάνου της λήψης αποφάσεων, με τη χρήση ενός εντύπου – η νομική εκπροσώπηση είναι αναγκαία κατά τη διάρκεια της διαδικασίας. Ο οφειλέτης δεν μπορεί να υποβάλει τέτοια αίτηση αν εκκρεμεί πτωχευτική διαδικασία ή έχει εκδοθεί απόφαση πρωτοβάθμιου δικαστηρίου που διατάσσει την εκκαθάριση του οφειλέτη. Οι προϋποθέσεις και οι προθεσμίες για το παραδεκτό νέας αίτησης για την κίνηση διαδικασίας πτώχευσης είναι η ικανοποίηση των απαιτήσεων πιστωτών που υφίσταντο ή προέκυψαν κατά τη διάρκεια της προηγούμενης πτωχευτικής διαδικασίας, η παρέλευση δύο ετών από την τελεσίδικη περάτωση της προηγούμενης πτωχευτικής διαδικασίας ή η παρέλευση ενός έτους από την έκδοση της τελεσίδικης απόφασης σε περίπτωση που η προηγούμενη αίτηση απορρίφθηκε αυτεπαγγέλτως.

Ο γενικός κανόνας είναι ότι, εάν ο οφειλέτης είναι αφερέγγυος, μπορεί να κινηθεί διαδικασία εκκαθάρισης έπειτα από αίτημα του οφειλέτη ή των πιστωτών του ή αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο στις περιπτώσεις που ορίζει ο πτωχευτικός νόμος. Ο πτωχευτικός νόμος ορίζει ρητά ποιος μπορεί να κινήσει διαδικασία εκκαθάρισης και καθορίζει τους κανόνες της διαδικασίας ανάλογα με το αν έχει κινηθεί κατόπιν αίτησης ή αυτεπαγγέλτως.

Και τα δύο είδη διαδικασιών συνιστούν συλλογικές διαδικασίες διακανονισμού οφειλών, οι πιστωτές του οφειλέτη πρέπει να μετάσχουν στη διαδικασία και όσο αυτή εκκρεμεί δεν μπορούν να επιδιώξουν την ικανοποίηση των απαιτήσεών τους με άλλον τρόπο ή σε άλλη διαδικασία κατά του οφειλέτη.

2 Unter welchen Voraussetzungen kann ein Insolvenzverfahren eröffnet werden?

Πτώχευση:

Αίτηση πτώχευσης μπορεί να υποβάλει το όργανο διοίκησης του οφειλέτη, ενώ είναι υποχρεωτική η εκπροσώπηση από δικηγόρο ή νομικό σύμβουλο.

Μόνο μία πτωχευτική διαδικασία μπορεί να εκκρεμεί κάθε φορά κατά του οφειλέτη, ενώ δεν μπορεί επίσης να εκκρεμεί διαδικασία εκκαθάρισής του. Εκ νέου πτωχευτική διαδικασία μπορεί να ξεκινήσει μόνο αν ο οφειλέτης έχει διακανονίσει τις οφειλές που περιλήφθηκαν στο πλαίσιο της προηγούμενης διαδικασίας και δεν έχουν παρέλθει δύο έτη. Αν το δικαστήριο απέρριψε αυτεπαγγέλτως την προηγούμενη αίτηση πτώχευσης για τυπικά ελαττώματα, δεν μπορεί να κινηθεί νέα πτωχευτική διαδικασία για ένα έτος.

Εκκαθάριση:

Διαδικασία εκκαθάρισης μπορεί να κινηθεί από τον οφειλέτη, πιστωτή, τον διαχειριστή προηγούμενης εκούσιας διαδικασίας εκκαθάρισης ή από δικαστήριο ή διοικητική αρχή στις περιπτώσεις που ορίζει ο νόμος. Για παράδειγμα, διαδικασία εκκαθάρισης κινείται από το δικαστήριο στην περίπτωση που δεν καταρτίστηκε εκούσιος διακανονισμός στο πλαίσιο της πτωχευτικής διαδικασίας ή έχει διαταχθεί η λύση εταιρείας που τελεί σε σοβαρή παράβαση του νόμου στο πλαίσιο της νόμιμης εποπτείας που ασκεί το εμπορικό δικαστήριο.

3 Welche Vermögenswerte umfasst die Insolvenzmasse? Wie werden Vermögenswerte behandelt, die der Schuldner nach Eröffnung des Insolvenzverfahrens erwirbt bzw. die ihm nach Eröffnung des Insolvenzverfahrens zufallen?

Η πτωχευτική περιουσία του οφειλέτη απαρτίζεται από το σύνολο των υλικών και άυλων περιουσιακών στοιχείων του, όπως αυτά ορίζονται στη λογιστική νομοθεσία.

Κάθε τυχόν επαύξηση του ενεργητικού κατά τη διάρκεια της πτωχευτικής διαδικασίας επίσης ανήκει στην πτωχευτική περιουσία.

Ο οφειλέτης διατηρεί τα δικαιώματα που αφορούν τη διαχείριση των περιουσιακών στοιχείων της πτωχευτικής περιουσίας, υπό την επίβλεψη όμως του συνδίκου. Στην εκκαθάριση, ο οφειλέτης δεν διατηρεί τα δικαιώματα που αφορούν τη διαχείριση των περιουσιακών στοιχείων της πτωχευτικής περιουσίας: τα εν λόγω δικαιώματα μεταβιβάζονται στον εκκαθαριστή. Ο εκκαθαριστής είναι ο νόμιμος εκπρόσωπος της επιχείρησης του οφειλέτη, καταχωρίζει και εκτιμά τις απαιτήσεις των πιστωτών, ρευστοποιεί το ενεργητικό και διανέμει το προϊόν της ρευστοποίησης μεταξύ των πιστωτών, υπό την εποπτεία του δικαστηρίου.

4 Welche Befugnisse haben der Schuldner bzw. der Insolvenzverwalter?

Στην πτώχευση και την εκκαθάριση, οφειλέτης κατά την έννοια του πτωχευτικού νόμου μπορεί να είναι κάποιος από τους οικονομικούς φορείς που απαριθμούνται στον νόμο. Στην πτωχευτική διαδικασία, τη διαδικασία κινεί ο οφειλέτης, ο οποίος μπορεί να συνεχίσει να διεξάγει τις οικονομικές του δραστηριότητες κατά τη διάρκεια της διαδικασίας. Τα εκτελεστικά στελέχη και οι ιδιοκτήτες του οφειλέτη δεν υφίστανται περιορισμούς ως προς την άσκηση των δικαιωμάτων τους, μπορούν όμως να τα ασκούν μόνο στο μέτρο που δεν παραβιάζουν τα δικαιώματα που απονέμει ο νόμος στον σύνδικο. Ο οφειλέτης καταρτίζει τον πίνακα των απαιτήσεων και τις κατατάσσει σε συνεργασία με τον σύνδικο, ενώ με τη συμμετοχή του τελευταίου καταρτίζει και ένα σχέδιο και μια πρόταση για τις διαπραγματεύσεις του πτωχευτικού συμβιβασμού, ώστε να επιτευχθεί συμβιβασμός που αποσκοπεί στην αποκατάσταση ή τη διαφύλαξη της φερεγγυότητας. Ο πτωχευτικός συμβιβασμός περιέχει τη συμφωνία του οφειλέτη και των πιστωτών για τους όρους ρύθμισης των οφειλών και κάθε άλλο όρο που κρίνεται σημαντικός για την αναδιοργάνωση.

Στο πλαίσιο διαδικασίας πτώχευσης ή εκκαθάρισης και έως την έναρξη της διαδικασίας, ως πιστωτής νοείται πρόσωπο που έχει ληξιπρόθεσμες χρηματικές απαιτήσεις ή απαιτήσεις που αποτιμώνται σε χρήμα οι οποίες απορρέουν από τελική και εκτελεστή απόφαση δικαστηρίου ή δημόσιας αρχής ή έχουν συνομολογηθεί ή δεν αμφισβητούνται από τον οφειλέτη. Πιστωτής είναι επίσης, στο πλαίσιο διαδικασίας πτώχευσης, κάθε πρόσωπο του οποίου απαίτηση η οποία κατέστη ληξιπρόθεσμη κατά τη διάρκεια της πτωχευτικής διαδικασίας ή η οποία θα καταστεί ληξιπρόθεσμη μετά την εν λόγω διαδικασία καταχωρίστηκε από τον σύνδικο, και, στο πλαίσιο διαδικασίας εκκαθάρισης, κάθε πρόσωπο του οποίου απαίτηση καταχωρίστηκε από τον εκκαθαριστή.

Στο πλαίσιο διαδικασίας πτώχευσης, ο σύνδικος είναι νομικό πρόσωπο που διορίζεται από το δικαστήριο με την εντολή να διεξαγάγει το έργο του διαχειριστή της διαδικασίας αφερεγγυότητας. Ο σύνδικος οφείλει να αναθέσει τη διεξαγωγή των δραστηριοτήτων του συνδίκου σε ένα από τα πρόσωπα που απασχολεί και το οποίο έχει τα κατάλληλα προσόντα προς τούτο. Το καθήκον του εν λόγω προσώπου είναι να εποπτεύει τις οικονομικές δραστηριότητες του οφειλέτη προς τον σκοπό της επίτευξης πτωχευτικού συμβιβασμού, έχοντας υπόψη τα συμφέροντα των πιστωτών, να καταχωρίζει σε πίνακα τις απαιτήσεις των πιστωτών, να συμβάλλει στη σύνταξη της πρότασης πτωχευτικού συμβιβασμού και να προσυπογράφει τα πρακτικά των αποφάσεων που λαμβάνονται κατά τις διαπραγματεύσεις του πτωχευτικού συμβιβασμού.

Ως εκκαθαριστής νοείται η οντότητα (νομικό πρόσωπο που νομιμοποιείται να εκτελεί τα καθήκοντα του διαχειριστή της διαδικασίας φερεγγυότητας) που έχει διοριστεί από το δικαστήριο, αποτελεί τον νόμιμο εκπρόσωπο της επιχείρησης που βρίσκεται υπό εκκαθάριση και ταυτόχρονα εγγυάται τα συμφέροντα των πιστωτών και εκτελεί τα καθήκοντα που προβλέπει ο νόμος. Η νομοθεσία προβλέπει αυστηρές προσωπικές και επαγγελματικές απαιτήσεις για τους εκκαθαριστές, περιλαμβανομένης της τακτικής επαγγελματικής επιμόρφωσης.

Ο εκκαθαριστής διορίζει έναν διαχειριστή της διαδικασίας αφερεγγυότητας για να διεξαγάγει τις δραστηριότητες του εκκαθαριστή.

Το όνομα του εκκαθαριστή και του διαχειριστή της διαδικασίας αφερεγγυότητας καταχωρίζονται επίσης στο δικαστικό μητρώο νομικών προσώπων.

Οι διαδικασίες πτώχευσης και εκκαθάρισης είναι αστικές δικαστικές διαδικασίες εκούσιας δικαιοδοσίας. Στα ζητήματα που δεν ρυθμίζονται από τον πτωχευτικό νόμο, εφαρμόζονται οι κανόνες του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, με τις παρεκκλίσεις που απορρέουν από τις ειδικές απαιτήσεις των διαδικασιών της εκούσιας δικαιοδοσίας. Η διαδικασία πτώχευσης διατάσσεται από το δικαστήριο, ενώ η διαδικασία εκκαθάρισης διατάσσεται από το δικαστήριο αν ο οφειλέτης κηρυχθεί αφερέγγυος ή σε άλλες περιπτώσεις που ορίζει ο νόμος ή κατόπιν αιτήματος άλλου δικαστηρίου, δημόσιας αρχής ή του διαχειριστή. Κατά την έναρξη της διαδικασίας το δικαστήριο διορίζει τον σύνδικο ή τον εκκαθαριστή από τον κατάλογο των εκκαθαριστών. Όταν κινείται διαδικασία εκκαθάρισης, το δικαστήριο διορίζει —κατόπιν αιτήματος των πιστωτών— έναν εκκαθαριστή ως προσωρινό διαχειριστή για να επιτηρεί τις δραστηριότητες του οφειλέτη έως ότου διαταχθεί η εκκαθάριση.

Το δικαστήριο εκδικάζει τις ανακοπές που ασκούνται κατά μέτρων ή παραλείψεων του συνδίκου ή του εκκαθαριστή και, σε περίπτωση που μέτρο ή παράλειψη κριθεί παράνομο, το δικαστήριο διατάζει τον σύνδικο ή τον εκκαθαριστή να διεξαγάγει τις δραστηριότητές του σύμφωνα με τον νόμο, ενώ σε περίπτωση παράβασης της διαταγής αυτής, ο σύνδικος ή ο εκκαθαριστής παύεται και ορίζεται νέος.

Κατά τη διάρκεια της πτωχευτικής διαδικασίας, ο οφειλέτης τελεί υπό πτωχευτική προστασία, οι διαδικασίες εκτέλεσης αναστέλλονται και χορηγείται στον οφειλέτη αναστολή πληρωμών ή χρεοστάσιο των ήδη υφιστάμενων οφειλών.

Στο πλαίσιο της διαδικασίας πτώχευσης, αν η πλειοψηφία που ορίζει ο πτωχευτικός νόμος κάνει δεκτό τον εκούσιο διακανονισμό και ο διακανονισμός πληροί τις απαιτήσεις του νόμου, το δικαστήριο επικυρώνει τον διακανονισμό και οι οφειλέτες δεσμεύονται απ’ αυτόν.

Αν δεν επιτευχθεί εκούσιος διακανονισμός, το δικαστήριο διατάζει αυτεπαγγέλτως τη λύση του νομικού προσώπου του οφειλέτη.

Συμφωνία μεταξύ του οφειλέτη και των πιστωτών μπορεί να καταρτιστεί και στη διαδικασία της εκκαθάρισης. Το δικαστήριο ορίζει την ημερομηνία των διαπραγματεύσεων για τον πτωχευτικό συμβιβασμό στο πλαίσιο της διαδικασίας εκκαθάρισης και, αν ο εκούσιος διακανονισμός υπερψηφιστεί και πληροί τις απαιτήσεις του νόμου, το δικαστήριο τον επικυρώνει. Στη διαδικασία εκκαθάρισης, προϋπόθεση της επικύρωσης εκούσιου διακανονισμού είναι να παύσει μέσω αυτού ο οφειλέτης να είναι αφερέγγυος και να ικανοποιούνται ή να παρέχεται ασφάλεια για τις προνομιούχες απαιτήσεις.

Η απόφαση περάτωσης ή παύσης της διαδικασίας πτώχευσης ή εκκαθάρισης ανήκει στο δικαστήριο.

Αν περατωθεί η διαδικασία εκκαθάρισης χωρίς να υπάρχει νόμιμος διάδοχος του οφειλέτη, έπειτα από γνωστοποίηση του δικαστηρίου, το εμπορικό δικαστήριο διαγράφει τον οφειλέτη που έχει λυθεί με εκκαθάριση από το εμπορικό μητρώο ή την οργάνωση της κοινωνίας των πολιτών από το μητρώο των οργανώσεων της κοινωνίας των πολιτών.

Στη διαδικασία εκκαθάρισης, την πληρωμή των μισθών των εργαζομένων εγγυώνται κονδύλια του Ταμείου Εγγύησης Μισθών, υπό τους όρους που προβλέπονται στον νόμο για το Ταμείο Εγγύησης Μισθών.

Έννομες συνέπειες της κίνησης της διαδικασίας:

Στο πλαίσιο της διαδικασίας πτώχευσης, το δικαστήριο, κατόπιν αιτήματος του οφειλέτη, λαμβάνει μέτρα για την άμεση δημοσίευση προσωρινής αναστολής πληρωμών στην Εφημερίδα των Εταιρειών, σύμφωνα με τον πτωχευτικό νόμο. Στη συνέχεια, εξετάζεται το βάσιμο του αιτήματος και το δικαστήριο είτε απορρίπτει αυτεπαγγέλτως το αίτημα, στις υποθέσεις που ορίζει ο νόμος, είτε διατάζει την έναρξη της διαδικασίας πτώχευσης. Η διαδικασία πτώχευσης ξεκινά με τη δημοσίευση της διαταγής έναρξης της διαδικασίας στην Εφημερίδα των Εταιρειών. Η έναρξη της διαδικασίας πτώχευσης συνεπάγεται την επέλευση υπέρ του οφειλέτη αναστολής πληρωμών για την ικανοποίηση χρηματικών απαιτήσεων έως τις 00.00 της δεύτερης εργάσιμης ημέρας μετά την 120ή ημέρα (με ελάχιστες εξαιρέσεις), ενώ η αναστολή πληρωμών μπορεί να παραταθεί έως και για 365 ημέρες. Κατά τη διάρκεια της αναστολής πληρωμών μπορούν να πληρωθούν μόνο οι απαιτήσεις που προβλέπονται στον νόμο, δεν επέρχονται οι έννομες συνέπειες της μη εκπλήρωσης ή της υπερημερίας εκπλήρωσης υποχρεώσεων πληρωμής, και αναστέλλονται τα μέτρα εκτέλεσης κατά του οφειλέτη για την είσπραξη χρηματικών απαιτήσεων, ώστε να παρασχεθεί έμπρακτα στον οφειλέτη η ευκαιρία να καταρτίσει ένα σχέδιο που θα αποσκοπεί στην αποκατάσταση της φερεγγυότητας και τη ρύθμιση των οφειλών του.

Αν το δικαστήριο κηρύξει αφερέγγυο τον οφειλέτη για οποιονδήποτε λόγο αφερεγγυότητας που προβλέπεται στον νόμο, εκδίδει διαταγή εκκαθάρισης του οφειλέτη και, μόλις αυτή καταστεί τελεσίδικη, διορίζει εκκαθαριστή με διαταγή του που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα Εταιριών και στην οποία περιλαμβάνεται επίσης πρόσκληση προς τους πιστωτές να αναγγείλουν τις απαιτήσεις τους. Από τη διαταγή έναρξης της εκκαθάρισης, ο οφειλέτης δεν μπορεί πλέον να ασκεί τα δικαιώματά του κυριότητας επί της πτωχευτικής περιουσίας, ώστε αυτή να προστατεύεται, και από την ημερομηνία της έναρξης της εκκαθάρισης μόνο ο εκκαθαριστής, ως εκπρόσωπος του οφειλέτη, μπορεί να προβαίνει σε δικαιοπραξίες αναφορικά με τα περιουσιακά στοιχεία του οφειλέτη. Κατά την ημερομηνία έναρξης της εκκαθάρισης λήγουν (καθίστανται ληξιπρόθεσμες) όλες οι οφειλές του οικονομικού φορέα.

Σκοπός της εκκαθάρισης είναι η διανομή ολόκληρου του ενεργητικού του οφειλέτη μεταξύ των πιστωτών του, ενώ οι διαδικασίες αναγκαστικής εκτέλεσης σε βάρος περιουσιακών στοιχείων τα οποία ανήκουν στην πτωχευτική περιουσία πρέπει να διακοπούν. Οι κατ’ αντιδικία δίκες και οι δίκες εκούσιας δικαιοδοσίας που είχαν ξεκινήσει πριν από την ημερομηνία έναρξης της εκκαθάρισης συνεχίζονται ενώπιον του επιληφθέντος δικαστηρίου. Μετά την ημερομηνία έναρξης της εκκαθάρισης, κάθε χρηματική απαίτηση που αφορά τα περιουσιακά στοιχεία της πτωχευτικής περιουσίας μπορεί να βεβαιωθεί μόνο στο πλαίσιο της διαδικασίας εκκαθάρισης. Κάθε ισχύουσα απαγόρευση διάθεσης ή επιβάρυνσης της ακίνητης ή άλλης περιουσίας του οφειλέτη αποσβένεται κατά την ημερομηνία της έναρξης της εκκαθάρισης, ενώ τα τυχόν υφιστάμενα δικαιώματα προαίρεσης για αγορά και επαναγοράς, καθώς και τα τυχόν υφιστάμενα εμπράγματα βάρη αποσβένονται με την πώληση του περιουσιακού στοιχείου. Εγγυήσεις που έχουν παρασχεθεί από τον οφειλέτη έως την ημερομηνία έναρξης της εκκαθάρισης μπορούν να παρακρατηθούν από τον λήπτη τους για την ικανοποίηση της απαίτησής του, το τυχόν υπόλοιπο όμως πρέπει να κατατεθεί στον εκκαθαριστή.

5 Unter welchen Bedingungen können Aufrechnungen geltend gemacht werden?

Κατά τη διάρκεια της διαδικασίας εκκαθάρισης, πιστωτής μπορεί να προβάλει απαίτησή του κατά του οφειλέτη μόνο με την αναγγελία της στη διαδικασία, ενώ δεν μπορεί να προταθεί εξωδικαστικά συμψηφισμός, εκτός από εκκαθαριστικό συμψηφισμό βάσει διεθνούς εμπορικής συμφωνίας. Αν, ωστόσο, εκκρεμεί προγενέστερη αγωγή μεταξύ του πιστωτή και του οφειλέτη, ο πιστωτής μπορεί να συμψηφίσει τις αγωγικές απαιτήσεις του με οφειλή του έναντι του οφειλέτη.

6 Wie wirken sich Insolvenzverfahren auf laufende Verträge des Schuldners aus?

Η έναρξη της διαδικασίας εκκαθάρισης δεν επιφέρει από μόνη της τη λύση των συμβάσεων που είχε προγενέστερα συνάψει ο οφειλέτης. Οι συμβάσεις μπορούν να καταγγελθούν στο πλαίσιο της διαδικασίας, υπό την εποπτεία του συνδίκου σε περίπτωση πτώχευσης και από τον εκκαθαριστή ως νόμιμο εκπρόσωπο του οφειλέτη στην περίπτωση εκκαθάρισης. Ο εκκαθαριστής έχει το δικαίωμα να καταγγείλει τις συμβάσεις με άμεση ισχύ ή να υπαναχωρήσει απ’ αυτές

7 Wie wirkt sich ein Insolvenzverfahren auf Rechtsverfolgungsmaßnahmen einzelner Gläubiger aus (abgesehen von anhängigen Rechtsstreitigkeiten)?

Τα περιουσιακά στοιχεία του οφειλέτη δεν μπορούν να υπαχθούν σε εκτέλεση και ενεχυρούχος δανειστής δεν μπορεί να πωλήσει το στοιχείο επί του οποίου διατηρεί το δικαίωμα ενεχύρου, αλλά όλες οι οφειλές ρυθμίζονται στο πλαίσιο της διαδικασίας εκκαθάρισης.

8 Wie wirkt sich ein Insolvenzverfahren auf die Fortsetzung von Rechtsstreitigkeiten aus, die bei Eröffnung des Insolvenzverfahrens anhängig waren?

Οι ήδη ασκηθείσες αγωγές εκδικάζονται από το επιληφθέν δικαστήριο. Αν ο οφειλέτης χάσει τη δίκη, ο νικήσας αντίδικός του συμμετέχει ως πιστωτής στην εκκαθάριση. Αν ο οφειλέτης κερδίσει τη δίκη, κάθε περιουσιακό στοιχείο ή ποσό που του επιδικάστηκε περιλαμβάνεται στην πτωχευτική περιουσία. Ο πτωχευτικός νόμος ορίζει σε διάφορα σημεία ότι η παροχή πληροφοριών στους πιστωτές αποτελεί υποχρέωση του συνδίκου ή του εκκαθαριστή.

9 Wie sieht die Beteiligung der Gläubiger am Insolvenzverfahren aus?

Οι πιστωτές μπορούν να συγκροτούν επιτροπές πιστωτών ή να εκλέγουν εκπρόσωπο των πιστωτών με τον οποίο ο εκκαθαριστής υποχρεούται να διαβουλεύεται και του οποίου η ρητή ή σιωπηρή συναίνεση είναι αναγκαία για τη λήψη ορισμένων μέτρων.

10 Auf welche Weise kann der Insolvenzverwalter Vermögenswerte aus der Insolvenzmasse verwerten oder veräußern?

Ο εκκαθαριστής μπορεί να πωλήσει τα περιουσιακά στοιχεία του οφειλέτη στον υπερθεματιστή διαδικασίας δημόσιας πώλησης που διενεργείται σε ελεγχόμενη διαδικτυακή πύλη πωλήσεων.

11 Welche Forderungen sind als Insolvenzforderungen anzumelden und wie werden Forderungen behandelt, die nach Eröffnung des Insolvenzverfahrens entstehen?

Τόσο οι ήδη υφιστάμενες οφειλές όσο και όσες προκύπτουν μετά την έναρξη της διαδικασίας αφερεγγυότητας μπορούν να προβληθούν από τον πιστωτή με αναγγελία τους στη διαδικασία πτώχευσης ή εκκαθάρισης.

12 Welche Regeln gelten für die Anmeldung, die Prüfung und die Feststellung von Forderungen?

O διαχειριστής της διαδικασίας αφερεγγυότητας (ο σύνδικος της πτώχευσης ή ο εκκαθαριστής στην εκκαθάριση) καταχωρίζει σε πίνακα τις απαιτήσεις των πιστωτών και υποβάλλει τις αμφισβητούμενες απαιτήσεις προς κρίση ενώπιον του δικαστηρίου που έχει επιληφθεί της διαδικασίας.

13 Wie ist die Verteilung des Erlöses geregelt? Wie wird die Rangfolge der Forderungen und Rechte von Gläubigern bestimmt?

Ο εκκαθαριστής χρησιμοποιεί το προϊόν της πώλησης στοιχείου επί του οποίου υφίσταται εμπράγματο βάρος –μετά την αφαίρεση ορισμένων δαπανών– για να εξοφλήσει τον εμπραγμάτως ασφαλισμένο πιστωτή. Το υπόλοιπο ποσό διανέμεται μεταξύ των πιστωτών, σύμφωνα με τον ενδιάμεσο ισολογισμό της εκκαθάρισης ή τον ισολογισμό του κλεισίματος της εκκαθάρισης και σύμφωνα με την κατάταξη των απαιτήσεων των πιστωτών που ορίζεται στον πτωχευτικό νόμο.

Το προϊόν της πώλησης των λοιπών περιουσιακών στοιχείων μπορεί να διανεμηθεί μετά την έγκριση του ενδιάμεσου ισολογισμού της εκκαθάρισης ή του ισολογισμού κλεισίματος της εκκαθάρισης, σύμφωνα με το σχέδιο διανομής της πτωχευτικής περιουσίας που έχει εγκρίνει το δικαστήριο και την κατάταξη των πιστωτών που ορίζεται στον πτωχευτικό νόμο.

14 Unter welchen Voraussetzungen kann das Insolvenzverfahren (insbesondere durch Vergleich) beendigt werden und wie wirkt sich dies aus?

Ο οφειλέτης μπορεί να συμφωνήσει εκούσιο διακανονισμό με τους πιστωτές τόσο στη διαδικασία πτώχευσης όσο και στη διαδικασία εκκαθάρισης. Αν ο διακανονισμός πληροί τις απαιτήσεις του νόμου, το δικαστήριο τον επικυρώνει και κηρύσσει περατωμένη τη διαδικασία. Στις περιπτώσεις αυτές, ο οφειλέτης συνεχίζει τις επιχειρηματικές του δραστηριότητες. Οι απαιτήσεις των πιστωτών ικανοποιούνται με τον τρόπο και στον βαθμό που καθορίζει ο διακανονισμός και ο οφειλέτης δεν έχει την υποχρέωση να καταβάλει οποιοδήποτε άλλο ποσό που δεν προβλέπεται σ’ αυτόν.

15 Welche Rechte hat der Gläubiger nach Beendigung des Insolvenzverfahrens?

Αν η διαδικασία πτώχευσης περατωθεί με εκούσιο διακανονισμό επικυρωμένο από το δικαστήριο, οι απαιτήσεις των πιστωτών ικανοποιούνται με τον τρόπο και σύμφωνα με το χρονοδιάγραμμα που ορίζει ο διακανονισμός. Αν ο οφειλέτης δεν τηρήσει τον διακανονισμό, οι πιστωτές μπορεί να κινήσουν διαδικασία αναγκαστικής εκτέλεσης ή διαδικασία εκκαθάρισης κατά του οφειλέτη.

16 Wer hat die Kosten des Insolvenzverfahrens einschließlich der Auslagen zu tragen?

Οι πιστωτές καταβάλλουν ένα τέλος αναγγελίας. Η αίτηση κίνησης διαδικασίας αφερεγγυότητας (πτώχευσης, εκκαθάρισης) υπόκειται σε τέλος. Κατά τα λοιπά, τα έξοδα βαρύνουν τον οφειλέτη.

17 Welche Rechtshandlungen sind nichtig, anfechtbar oder relativ unwirksam, weil sie die Gesamtheit der Gläubiger benachteiligen?

Ο εκκαθαριστής ή οι πιστωτές μπορεί να προσφύγουν κατά των εν λόγω συναλλαγών και να ζητήσουν να κηρυχθούν άκυρες. Κάθε περιουσιακό στοιχείο που επιστρέφεται με τον τρόπο αυτόν στον οφειλέτη προστίθεται στην πτωχευτική περιουσία.

Ο εκκαθαριστής ή οι πιστωτές μπορούν να προσφύγουν κατά των πρώην διοικητών του οφειλέτη για τις επιβλαβείς για τα συμφέροντα των πιστωτών ενέργειές τους, αποδεικνύοντας ότι οι πρώην διοικητές του οφειλέτη δεν εκτέλεσαν τα διοικητικά τους καθήκοντα λαμβάνοντας υπόψη τα συμφέροντα των πιστωτών όταν ανέκυψε κατάσταση επαπειλούμενης αφερεγγυότητας, με αποτέλεσμα να επέλθει μείωση της περιουσίας του οικονομικού φορέα, ή ότι εμπόδισαν την πλήρη ικανοποίηση των απαιτήσεων των δανειστών ή αμέλησαν να ρυθμίσουν περιβαλλοντικές κατηγορίες. Αν αποδειχθούν τα ανωτέρω, οι πρώην διοικητές του οφειλέτη υποχρεούνται να αποζημιώσουν τους πιστωτές για τη ζημία που υπέστησαν συναφώς.


Την έκδοση αυτής της σελίδας στην εθνική γλώσσα διαχειρίζεται ο αντίστοιχος αρμόδιος επαφής του ΕΔΔ. Οι μεταφράσεις έχουν γίνει από την αρμόδια υπηρεσία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Οι τυχόν αλλαγές που επιφέρει η αρμόδια εθνική αρχή στο πρωτότυπο ενδέχεται να μην έχουν περιληφθεί ακόμα στις μεταφράσεις. Η Επιτροπή και το Ευρωπαϊκό Δικαστικό Δίκτυο δεν αναλαμβάνουν καμία απολύτως ευθύνη όσον αφορά πληροφορίες ή δεδομένα που περιέχονται ή αναφέρονται στο παρόν έγγραφο. Βλ. την ανακοίνωση νομικού περιεχομένου για τους κανόνες πνευματικής ιδιοκτησίας που ισχύουν στο κράτος μέλος που είναι αρμόδιο για την παρούσα σελίδα.

Τελευταία επικαιροποίηση: 03/12/2018

Αφερεγγυότητα - Μάλτα

ΠΙΝΑΚΑΣ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΩΝ


1 Εναντίον ποιων μπορούν να κινηθούν διαδικασίες αφερεγγυότητας;

Διαδικασίες αφερεγγυότητας (ανώνυμες εταιρείες) και διαδικασίες πτώχευσης (προσωπικές εταιρείες και έμποροι)

Σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο, διακρίνονται δύο μορφές προσώπων σε σχέση με τα οποία μπορούν να κινηθούν διαδικασίες αφερεγγυότητας, και αυτές είναι οι εμπορικές εταιρείες και οι έμποροι. Για αυτούς τους τύπους προσώπων ισχύουν διαφορετικά καθεστώτα. Οι εμπορικές εταιρείες μπορούν να υποδιαιρεθούν σε ομόρρυθμες εταιρείες (partnerships en nom collectif), ετερόρρυθμες εταιρείες (partnerships en commandite) και ανώνυμες εταιρείες (limited liability companies).

Διαδικασίες αφερεγγυότητας μπορούν να κινηθούν κατά όλων των ανωτέρω αναφερόμενων προσώπων (φυσικών και νομικών), αλλά εφαρμόζονται διαφορετικές διαδικασίες, κανόνες και νομοθεσία. Στο πλαίσιο αυτό, διαδικασία πτώχευσης (κεφάλαιο 13 της νομοθεσίας της Μάλτας) μπορεί να κινηθεί κατά των ομόρρυθμων εταιρειών, των ετερόρρυθμων εταιρειών και των εμπόρων. Οι ομόρρυθμες εταιρείες και οι ετερόρρυθμες εταιρείες θεωρούνται σε κάθε περίπτωση έμποροι όσον αφορά τις διαδικασίες πτώχευσης. Ως «έμπορος» ορίζεται στο κεφάλαιο 13 κάθε πρόσωπο το οποίο διενεργεί επαγγελματικά εμπορικές πράξεις στο όνομά του, και ο όρος αυτός περιλαμβάνει κάθε εμπορική εταιρεία.

Διαδικασία αναδιοργάνωσης (ανάκαμψη ανώνυμων εταιρειών)

Διαδικασία αναδιοργάνωσης μπορεί να κινηθεί κατά των ανώνυμων εταιρειών σύμφωνα με τα άρθρα 327 έως 329Β του κεφαλαίου 386 (νόμος περί εταιρειών του 1995).

2 Ποιες είναι οι προϋποθέσεις για την έναρξη διαδικασιών αφερεγγυότητας;

Διαδικασίες αφερεγγυότητας (ανώνυμες εταιρείες)

Κατόπιν απόφασης της γενικής συνέλευσης, του διοικητικού συμβουλίου, οποιουδήποτε ομολογιούχου, πιστωτή ή πιστωτών, ή οποιουδήποτε υπόχρεου ή υπόχρεων σε συνεισφορά, η εταιρεία μπορεί να καταθέσει αίτηση στο δικαστήριο για τη λύση και, στη συνέχεια, την εκκαθάρισή της, εάν η εταιρεία δεν είναι σε θέση να εξοφλήσει τις οφειλές της. Σύμφωνα με το άρθρο 214 παράγραφος 2 στοιχείο α) σημείο ii) του κεφαλαίου 386, πρέπει να διενεργείται ο ακόλουθος έλεγχος:

Ανώνυμη εταιρεία θεωρείται ότι δεν είναι σε θέση να εξοφλήσει τις οφειλές της -

α) εάν οφειλή της εταιρείας παραμένει πλήρως ή εν μέρει ανεξόφλητη είκοσι τέσσερις εβδομάδες μετά την εκτέλεση εκτελεστού τίτλου κατά της εταιρείας με οποιαδήποτε από τις πράξεις εκτέλεσης που προσδιορίζονται στο άρθρο 273 του κώδικα οργάνωσης και αστικής διαδικασίας· ή

β) εάν αποδειχθεί σε βαθμό ικανοποιητικό για το δικαστήριο ότι η εταιρεία δεν είναι σε θέση να εξοφλήσει τις οφειλές της, λαμβανομένων επίσης υπόψη των υπό αίρεση και των υπό προθεσμία υποχρεώσεων της εταιρείας.

Το δικαστήριο θα δώσει στους διαδίκους την ευκαιρία να προβάλουν τα επιχειρήματά τους και θα αποφασίσει τελικά εάν πληρούνται οι προϋποθέσεις αφερεγγυότητας. Εάν πληρούνται, το δικαστήριο θα διατάξει τη λύση της εταιρείας και ως ημερομηνία επέλευσης της αφερεγγυότητας θα θεωρείται η ημερομηνία κατάθεσης της αίτησης στο δικαστήριο σύμφωνα με το άρθρο 223 του κεφαλαίου 386.

Κατά το διάστημα μεταξύ της κατάθεσης στο δικαστήριο της αίτησης κήρυξης σε αφερεγγυότητα και της έκδοσης της απόφασης λύσης της εταιρείας λόγω αφερεγγυότητας, το δικαστήριο δύναται ανά πάσα στιγμή να διορίσει προσωρινό διαχειριστή και να του αναθέσει τη διαχείριση της περιουσίας ή των δραστηριοτήτων της εταιρείας, όπως το ίδιο κατά την κρίση του θα καθορίσει με την απόφαση διορισμού του προσωρινού διαχειριστή. Η θητεία του προσωρινού διαχειριστή λήγει όταν εκδοθεί η απόφαση εκκαθάρισης ή όταν απορριφθεί η αίτηση εκκαθάρισης, εκτός εάν αυτός παραιτηθεί ή παυθεί νωρίτερα από το δικαστήριο για αποδεδειγμένο βάσιμο λόγο.

Αφερεγγυότητα - εκούσια εκκαθάριση από τους πιστωτές

Εκτός των ανωτέρω, ανώνυμη εταιρεία μπορεί να λυθεί και εκουσίως. Εάν το διοικητικό συμβούλιο θεωρεί ότι τα περιουσιακά στοιχεία της εταιρείας δεν επαρκούν για την κάλυψη των υποχρεώσεών της, συγκαλείται συνέλευση των πιστωτών για τον διορισμό διαχειριστή αφερεγγυότητας (και/ή επιτροπής εκκαθάρισης), ο οποίος πρέπει να απολαμβάνει την εμπιστοσύνη και των πιστωτών και ο οποίος αναλαμβάνει να εκκαθαρίσει την εταιρεία χωρίς να απαιτείται δικαστική διαδικασία. Οι εφαρμοστέοι συναφώς κανόνες ορίζονται στα άρθρα 277 επ. του κεφαλαίου 386.

Διαδικασία αναδιοργάνωσης (ανάκαμψη ανώνυμων εταιρειών)

Η εταιρεία κατόπιν απόφασης έκτακτης γενικής συνέλευσης των μετόχων της, τα μέλη του διοικητικού συμβουλίου κατόπιν απόφασης του διοικητικού συμβουλίου, ή πιστωτές της εταιρείας που συγκεντρώνουν άνω του 50% σε όρους αξίας των συνολικών απαιτήσεων κατά της εταιρείας δύνανται να καταθέσουν αίτηση αναδιοργάνωσης (διαδικασία ανάκαμψης σύμφωνα με το άρθρο 329Β του κεφαλαίου 386) στο δικαστήριο, εάν η επιχείρηση δεν είναι σε θέση να εξοφλήσει τις οφειλές της ή πιθανολογείται ότι πολύ σύντομα δεν θα είναι σε θέση να εξοφλήσει τις οφειλές της. Όπως και στην προηγούμενη περίπτωση, εταιρεία θεωρείται ότι δεν είναι σε θέση να εξοφλήσει τις οφειλές της -

α) εάν οφειλή της εταιρείας παραμένει πλήρως ή εν μέρει ανεξόφλητη είκοσι τέσσερις εβδομάδες μετά την εκτέλεση εκτελεστού τίτλου κατά της εταιρείας με οποιαδήποτε από τις πράξεις εκτέλεσης που προσδιορίζονται στο άρθρο 273 του κώδικα οργάνωσης και αστικής διαδικασίας· ή

β) εάν αποδειχθεί σε βαθμό ικανοποιητικό για το δικαστήριο ότι η εταιρεία δεν είναι σε θέση να εξοφλήσει τις οφειλές της, λαμβανομένων επίσης υπόψη των υπό αίρεση και των υπό προθεσμία υποχρεώσεων της εταιρείας.

Το δικαστήριο θα αποφασίσει αν θα θέσει την εταιρεία υπό αναδιοργάνωση και, επομένως, θα εκδώσει απόφαση για τη θέση της εταιρείας σε καθεστώς ανάκαμψης, εντός είκοσι εργάσιμων ημερών από την κατάθεση στο δικαστήριο της αίτησης διαχείρισης των δραστηριοτήτων της εταιρείας για διάστημα που καθορίζεται από το δικαστήριο (προς το παρόν, το εν λόγω διάστημα είναι ενός έτους και δύναται να παραταθεί για ένα ακόμα έτος· ωστόσο, βάσει τροποποιήσεων που πρόκειται να επέλθουν, η διάρκεια του διαστήματος αυτού θα μειωθεί στους τέσσερις μήνες, με τη δυνατότητα να παρατείνεται για τέσσερις ακόμη μήνες κάθε φορά και έως μέγιστη συνολική διάρκεια δώδεκα μηνών.

Διαδικασία πτώχευσης (προσωπικές εταιρείες και έμποροι)

Διαδικασία πτώχευσης μπορεί να κινηθεί από οποιονδήποτε πιστωτή, ανεξάρτητα από το εάν η προς αυτόν οφειλή είναι εμπορική ή όχι και ακόμη και στην περίπτωση που η εν λόγω οφειλή δεν έχει καταστεί ακόμη ληξιπρόθεσμη, με την υποβολή αίτησης για την κίνηση συνοπτικής διαδικασίας ενώπιον του Πρώτου Τμήματος του Αστικού Δικαστηρίου (Civil Court, First Hall) κατά του οφειλέτη ή του νόμιμου εκπροσώπου του, για την κήρυξη του εν λόγω οφειλέτη σε πτώχευση.

Το κριτήριο για την κήρυξη σε πτώχευση είναι η αναστολή της πληρωμής οφειλών από τον οφειλέτη. Το δικαστήριο θα εκδώσει την απόφαση κήρυξης πτώχευσης και θα διορίσει έναν ή περισσότερους συνδίκους για την άσκηση των καθηκόντων που ανατίθενται σε αυτούς σύμφωνα με το κεφάλαιο 13 του Εμπορικού Κώδικα.

3 Ποια περιουσιακά στοιχεία ανήκουν στην πτωχευτική περιουσία; Πώς αντιμετωπίζονται τα περιουσιακά στοιχεία που αποκτώνται από τον οφειλέτη ή που περιέρχονται σε αυτόν μετά την έναρξη της διαδικασίας αφερεγγυότητας;

Διαδικασίες αφερεγγυότητας (ανώνυμες εταιρείες) (συμπεριλαμβανομένης της εκούσιας εκκαθάρισης από τους πιστωτές)

Όλα τα περιουσιακά στοιχεία της εταιρείας θα ρευστοποιηθούν για την κάλυψη των υποχρεώσεων του οφειλέτη. Δεν γίνεται διάκριση μεταξύ των περιουσιακών στοιχείων που αποτελούσαν ήδη μέρος της περιουσίας του οφειλέτη και εκείνων που μεταβιβάζονται στον οφειλέτη μετά την έναρξη των διαδικασιών αφερεγγυότητας.

Διαδικασία πτώχευσης (προσωπικές εταιρείες και έμποροι)

Στη διαδικασία πτώχευσης που αφορά εμπόρους και ομόρρυθμες και ετερόρρυθμες εταιρείες, όλα τα περιουσιακά στοιχεία, κινητά και ακίνητα, μπορούν να συμπεριλαμβάνονται στην προς ρευστοποίηση περιουσία. Στην περίπτωση πτώχευσης, μόλις κηρυχθεί η πτώχευση, ο πτωχεύσας εκπίπτει αυτοδικαίως από τη διαχείριση του συνόλου της περιουσίας του, είτε η εν λόγω περιουσία αφορά την επιχείρησή του είτε όχι, με την εξαίρεση του δικαιώματος είσπραξης ενός ημερήσιου ποσού για σκοπούς επιβίωσης.

Τα περιουσιακά στοιχεία του περιέρχονται στην κατοχή συνδίκου, ο οποίος έχει το δικαίωμα να πωλήσει και να διαθέσει την περιουσία με την άδεια του δικαστηρίου. Τα υποκείμενα σε φθορά περιουσιακά στοιχεία του πτωχεύσαντος πωλούνται μέσω αδειοδοτημένου εκπλειστηριαστή κατόπιν άδειας του δικαστηρίου.

Όσον αφορά τα μη υποκείμενα σε φθορά εμπορεύματα και λοιπά περιουσιακά στοιχεία, επίσης απαιτείται άδεια από το δικαστήριο.

Στις περιπτώσεις αυτές, ο δικαστής παρέχει τις οδηγίες που θεωρεί τις πλέον συμφέρουσες για τον πτωχεύσαντα και τους πιστωτές, ακόμη και εάν ανακύπτουν οι σχετικές συνθήκες, ώστε ο σύνδικος να μπορέσει να αποκαταστήσει τις υποθέσεις του πτωχεύσαντος ή να αυξήσει τα περιουσιακά στοιχεία του, εφόσον αυτό είναι και προς το συμφέρον των πιστωτών.

4 Ποιες εξουσίες έχουν ο οφειλέτης και ο διαχειριστής της διαδικασίας αφερεγγυότητας, αντίστοιχα;

Διαδικασίες αφερεγγυότητας (ανώνυμες εταιρείες)

Μόλις το δικαστήριο διατάξει τη λύση ανώνυμης εταιρείας λόγω αφερεγγυότητας, διορίζει διαχειριστή αφερεγγυότητας.

Το κεφάλαιο 386 ορίζει ότι ο εν λόγω διαχειριστής αφερεγγυότητας πρέπει να είναι φυσικό πρόσωπο και να είναι δικηγόρος ή ορκωτός λογιστής και/ή ελεγκτής, ή να είναι καταχωρισμένος στο μητρώο εταιρειών ως αδειοδοτημένος να ασκεί το έργο του διαχειριστή αφερεγγυότητας.

Ένας περαιτέρω περιορισμός είναι ότι διαχειριστής αφερεγγυότητας δεν μπορεί να αναλάβει τον ρόλο διαχειριστή αφερεγγυότητας εταιρείας εάν είχε υπάρξει μέλος του διοικητικού συμβουλίου ή γραμματέας της εν λόγω εταιρείας ή εάν είχε διοριστεί σε οποιαδήποτε άλλη θέση στην εν λόγω εταιρεία ή σε σχέση με την εν λόγω εταιρεία, οποιαδήποτε στιγμή κατά τα τέσσερα τελευταία έτη πριν από τη λύση της εταιρείας.

Το δικαστήριο διαθέτει ευρεία διακριτική ευχέρεια να αποφασίζει ποιος θα καταβάλει την αμοιβή του διαχειριστή αφερεγγυότητας. Καταρχήν, ο διαχειριστής αφερεγγυότητας αμείβεται από την περιουσία της εταιρείας. Ωστόσο, εάν αυτή δεν επαρκεί, το δικαστήριο μπορεί να διατάξει την καταβολή της αμοιβής από άλλα (συνδεδεμένα) πρόσωπα και κατά τον τρόπο που θα ορίσει το δικαστήριο.

Σύμφωνα με το άρθρο 296 του κεφαλαίου 386, οι εξουσίες των στελεχών της εταιρείας (των μελών του διοικητικού συμβουλίου και του γραμματέα της εταιρείας) παύουν με τον διορισμό διαχειριστή αφερεγγυότητας και, επομένως, ούτε τα μέλη του διοικητικού συμβουλίου, συμπεριλαμβανομένου οποιουδήποτε εκπροσώπου τους, ούτε ο γραμματέας της επιχείρησης έχουν εξουσία να συναλλάσσονται στο όνομα και για λογαριασμό της υπό εκκαθάριση εταιρείας. Ο διαχειριστής αφερεγγυότητας θέτει υπό την επιμέλεια ή τον έλεγχό του το σύνολο των περιουσιακών στοιχείων και το σύνολο των δικαιωμάτων τα οποία έχει βάσιμους λόγους να πιστεύει ότι ανήκουν στην εταιρεία.

Σύμφωνα με το άρθρο 238 του κεφαλαίου 386, στο πλαίσιο εκκαθάρισης εταιρείας με απόφαση δικαστηρίου, ο διαχειριστής αφερεγγυότητας έχει την εξουσία, με την άδεια είτε του δικαστηρίου είτε της επιτροπής εκκαθάρισης:

α) να καταθέσει ή να υπερασπιστεί οποιαδήποτε αγωγή ή να κινήσει ή να υπερασπιστεί οποιαδήποτε άλλη νομική διαδικασία στο όνομα και για λογαριασμό της εταιρείας·

β) να συνεχίσει τις δραστηριότητες της εταιρείας στον βαθμό που τυχόν είναι απαραίτητο για την επωφελή εκκαθάρισή της·

γ) να εξοφλήσει πιστωτές κατά την προβλεπόμενη από τον νόμο σειρά προτεραιότητάς τους·

δ) να προβεί σε οποιονδήποτε συμβιβασμό ή ρύθμιση με πιστωτές ή πρόσωπα που ισχυρίζονται ότι είναι πιστωτές, ή που προβάλουν οποιαδήποτε απαίτηση ή ισχυρίζονται ότι έχουν οποιαδήποτε απαίτηση, παρούσα ή μελλοντική, βέβαιη ή υπό αίρεση, βεβαιωμένη ή ενδεχομένως οφειλόμενη ως αποζημίωση, κατά της εταιρείας ή για την εξόφληση της οποίας τυχόν ευθύνεται η εταιρεία, καθώς και να παραπέμψει οποιοδήποτε τέτοιο ζήτημα σε διαιτησία·

ε) να επικοινωνήσει με υπόχρεους σε συνεισφορά ή φερόμενους ως υπόχρεους σε συνεισφορά και να προβεί σε οποιονδήποτε συμβιβασμό ή ρύθμιση σε σχέση με οφειλές, υποχρεώσεις και απαιτήσεις της εταιρείας, παρούσες ή μελλοντικές, βέβαιες ή υπό αίρεση, βεβαιωμένες ή ενδεχομένως οφειλόμενες ως αποζημίωση, υφιστάμενες ή φερόμενες ως υφιστάμενες μεταξύ της εταιρείας και υπόχρεου σε συνεισφορά ή φερόμενου ως υπόχρεου σε συνεισφορά ή άλλου οφειλέτη ή φερόμενου ως οφειλέτη, καθώς και σε σχέση με οποιοδήποτε ζήτημα που σχετίζεται ή επηρεάζει με οποιονδήποτε τρόπο την περιουσία ή την εκκαθάριση της εταιρείας, υπό τους όρους που θα συμφωνηθούν, και να λάβει οποιαδήποτε εξασφάλιση για την εκπλήρωση οποιασδήποτε τέτοιας όχλησης, οφειλής, υποχρέωσης ή απαίτησης και να παράσχει πλήρη απαλλαγή σε σχέση με τα ανωτέρω·

στ) να εκπροσωπεί την εταιρεία για κάθε ζήτημα και να πράττει οτιδήποτε τυχόν είναι απαραίτητο για την εκκαθάριση των υποθέσεων της εταιρείας και τη διανομή των περιουσιακών στοιχείων της.

Επιπροσθέτως, το δικαστήριο μπορεί να ορίσει ότι ο διαχειριστής αφερεγγυότητας δύναται, στην περίπτωση που δεν υπάρχει επιτροπή εκκαθάρισης, να ασκεί οποιαδήποτε από τις εξουσίες που αναφέρονται στα στοιχεία α) ή β) ανωτέρω χωρίς την άδεια του δικαστηρίου.

Γενικά, ο διαχειριστής αφερεγγυότητας στο πλαίσιο εκκαθάρισης με απόφαση δικαστηρίου έχει την εξουσία -

α) να πωλήσει την κινητή και ακίνητη περιουσία, συμπεριλαμβανομένου κάθε δικαιώματος, της εταιρείας σε πλειστηριασμό ή με ιδιωτικό συμφωνητικό, έχοντας την εξουσία να μεταβιβάσει το σύνολο ή οποιοδήποτε μέρος της εν λόγω περιουσίας·

β) να προβεί σε οποιαδήποτε πράξη και να θέσει σε ισχύ, στο όνομα και για λογαριασμό της εταιρείας, οποιαδήποτε πράξη, απόδειξη ή άλλο έγγραφο·

γ) να συγκεντρώσει οποιαδήποτε χρηματικά ποσά απαιτούνται παρέχοντας ως ασφάλεια περιουσιακά στοιχεία της εταιρείας·

δ) να διορίσει εντολοδόχο ο οποίος θα ενεργεί εκ μέρους του με την ιδιότητα του διαχειριστή αφερεγγυότητας για συγκεκριμένους σκοπούς.

Στην περίπτωση εκκαθάρισης με απόφαση δικαστηρίου, η άσκηση από τον διαχειριστή αφερεγγυότητας των εξουσιών που παρέχονται από το παρόν άρθρο υπόκειται σε έλεγχο από το δικαστήριο, και οποιοσδήποτε πιστωτής ή υπόχρεος σε συνεισφορά δύναται να προσφύγει στο δικαστήριο αναφορικά με οποιαδήποτε πράξη ή σχεδιαζόμενη πράξη άσκησης οποιασδήποτε από τις εν λόγω εξουσίες.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο διορίσει προσωρινό διαχειριστή κατά το ενδιάμεσο διάστημα μεταξύ της κατάθεσης στο δικαστήριο της αίτησης κήρυξης σε αφερεγγυότητα και της έκδοσης της απόφασης λύσης της εταιρείας λόγω αφερεγγυότητας, οι εξουσίες των στελεχών της επιχείρησης επίσης παύουν, στον βαθμό που το δικαστήριο θα αναθέσει στον διαχειριστή τη διαχείριση της περιουσίας ή των δραστηριοτήτων της εταιρείας, όπως το ίδιο κατά την κρίση του θα καθορίσει με την απόφαση διορισμού του προσωρινού διαχειριστή.

Διαδικασία αναδιοργάνωσης (ανάκαμψη ανώνυμων εταιρειών)

Σύμφωνα με το άρθρο 329Β παράγραφος 6 στοιχείο α) του κεφαλαίου 386, κατά το διάστημα ισχύος απόφασης ανάκαμψης (αναδιοργάνωσης), η εταιρεία εξακολουθεί να ασκεί τις κανονικές δραστηριότητές της υπό τη διαχείριση του ειδικού ελεγκτή.

Ο ειδικός ελεγκτής πρέπει να είναι φυσικό πρόσωπο για το οποίο το δικαστήριο έκρινε ότι διαθέτει αποδεδειγμένη ικανότητα και πείρα στη διαχείριση εμπορικών επιχειρήσεων, ότι διαθέτει τα κατάλληλα προσόντα και είναι πρόθυμο να αποδεχτεί τον διορισμό και ότι δεν βρίσκεται σε κατάσταση σύγκρουσης συμφερόντων σε σχέση με τον διορισμό του.

Η αμοιβή του ειδικού ελεγκτή καλύπτεται