Ασφαλιστικά και συντηρητικά μέτρα

Ενδέχεται να θέλετε να ληφθούν ταχέως μέτρα σε ένα κράτος μέλος διαφορετικό από εκείνο στο οποίο εκκρεμεί η κύρια υπόθεσή σας χωρίς να περιμένετε την έκδοση οριστικής απόφασης.


Ενδεχομένως έχετε ασκήσει αγωγή, αλλά σας έχει αποθαρρύνει η βραδύτητα της διαδικασίας. Φοβάστε ότι ο οφειλέτης σας θα επωφεληθεί από τη βραδύτητα των διαδικασιών και από τα πολυάριθμα ένδικα βοηθήματα για να αποφύγει την ικανοποίηση των δανειστών του πριν από την έκδοση της οριστικής απόφασης. Για παράδειγμα, θα μπορούσε να φροντίσει να καταστεί αφερέγγυος ή να μεταβιβάσει τα περιουσιακά του στοιχεία. Στην περίπτωση αυτή, έχετε συμφέρον να ζητήσετε από το δικαστήριο τη λήψη προσωρινών μέτρων.

Το δικαστήριο θα διατάξει, εφόσον συντρέχει λόγος, προσωρινά ή ασφαλιστικά μέτρα επί των περιουσιακών στοιχείων του οφειλέτη. Αποτέλεσμα όλων αυτών των μέτρων είναι να προκαταλάβουν για περιορισμένο χρονικό διάστημα την οριστική απόφαση επί της ουσίας, ούτως ώστε να διασφαλιστεί η μετέπειτα εκτέλεσή της.

Ωστόσο, αρκετά σημαντικές διαφορές διαπιστώνονται όσον αφορά τις προϋποθέσεις λήψης των εν λόγω μέτρων στα κράτη μέλη.

Επιλέξτε τη σημαία της χώρας που σας ενδιαφέρει για περισσότερες πληροφορίες.


Για τη διαχείριση αυτής της ιστοσελίδας υπεύθυνη είναι η Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Οι πληροφορίες που περιλαμβάνονται στην παρούσα σελίδα δεν απηχούν κατ’ ανάγκη την επίσημη θέση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Η Επιτροπή δεν αναλαμβάνει καμία απολύτως ευθύνη όσον αφορά πληροφορίες ή δεδομένα που περιέχονται ή αναφέρονται στο παρόν έγγραφο. Παρακαλείσθε να συμβουλευθείτε την ανακοίνωση νομικού περιεχομένου σχετικά με το καθεστώς πνευματικής ιδιοκτησίας που διέπει τις σελίδες των ευρωπαϊκών θεσμικών οργάνων.

Τελευταία επικαιροποίηση: 18/01/2019

Ασφαλιστικά και συντηρητικά μέτρα - Βέλγιο


1 Ποια είναι τα διάφορα μέτρα;

Σκοπός των συντηρητικών μέτρων είναι η εξασφάλιση της διατήρησης των δικαιωμάτων. Συγκεκριμένα, επιτρέπουν στους πιστωτές να προστατευθούν από τον κίνδυνο μη εξόφλησης από τους οφειλέτες τους.

Σε περίπτωση που τα αμιγώς συντηρητικά μέτρα δεν είναι επαρκή, το δικαστήριο μπορεί να διατάξει προσωρινά μέτρα τα αποτελέσματα των οποίων είναι συγκρίσιμα με εκείνα της απόφασης που αναμένεται στην επί της ουσίας διαδικασία. Η οριστική απόφαση επικυρώνει τα προσωρινά μέτρα ή τα ανακαλεί.

Ο δικαστής μπορεί να επιβάλει προσωρινά ή συντηρητικά μέτρα επί των περιουσιακών στοιχείων του οφειλέτη. Η αποπληρωμή των οφειλών διέπεται από την αρχή της ευθύνης του οφειλέτη με όλα τα κινητά (χρήματα, έπιπλα, κοσμήματα, κινητές αξίες) και τα ακίνητα περιουσιακά του στοιχεία (οικόπεδα, κτίρια, κατοικίες). Ο πιστωτής μπορεί επίσης να επιληφθεί των δικαιωμάτων του οφειλέτη του (πιστώσεις, μισθοί).

1.1. Συντηρητικά μέτρα

Α. Συντηρητική κατάσχεση

Σε επείγουσες περιπτώσεις, κάθε πιστωτής μπορεί να ζητήσει από τον δικαστή την άδεια να κατάσχει συντηρητικά τα κατασχετά περιουσιακά στοιχεία του οφειλέτη του (άρθρο 1413 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας). Ο οφειλέτης δεν μπορεί πλέον να διαθέτει ελεύθερα τα περιουσιακά στοιχεία που αποτελούν αντικείμενο της συντηρητικής κατάσχεσης. Αυτό σημαίνει ότι δεν μπορεί πλέον να πωλήσει, να δωρίσει ή να υποθηκεύσει τα εν λόγω περιουσιακά στοιχεία. Αυτή η έλλειψη εξουσίας διαθέσεως είναι σχετική: ισχύει αποκλειστικά προς όφελος του κατασχόντος πιστωτή. Ο οφειλέτης παραμένει κύριος των περιουσιακών στοιχείων και διατηρεί το δικαίωμα κάρπωσής τους.

Β. Μεσεγγύηση

Η μεσεγγύηση είναι μια μορφή παρακαταθήκης των περιουσιακών στοιχείων που αποτελούν αντικείμενο διαφοράς και τα οποία πρέπει να διατηρηθούν μέχρι την έκδοση της οριστικής απόφασης (άρθρο 1955 και επόμενα του αστικού κώδικα). Η μεσεγγύηση μπορεί είτε να συμφωνηθεί μεταξύ των διαδίκων (συμβατική μεσεγγύηση) είτε να διαταχθεί από τον δικαστή (δικαστική μεσεγγύηση). Σε αντίθεση με τη συνήθη παρακαταθήκη, η μεσεγγύηση μπορεί να έχει ως αντικείμενο και ακίνητα (άρθρο 1959 του αστικού κώδικα)

Γ. Απογραφή

Σκοπός της απογραφής είναι να προσδιοριστεί το περιεχόμενο μιας κληρονομίας, μιας κοινοκτημοσύνης ή μιας κοινωνίας κατ' ιδανικά μερίδια (άρθρο 1175 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας) κατόπιν αιτήματος πιστωτή, συζύγου ή συγκληρονόμου. Τα πρόσωπα που ζητούν την απογραφή δικαιούνται να επιλέξουν τον συμβολαιογράφο που θα καταρτίσει δημόσιο έγγραφο με τον κατάλογο των περιουσιακών στοιχείων. Σε περίπτωση διαφωνίας, ο συμβολαιογράφος διορίζεται από τον ειρηνοδίκη (άρθρο 1178 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας). Εάν προκύψει διαφορά, ο ειρηνοδίκης είναι αρμόδιος να την επιλύσει.

Δ. Σφράγιση

Συνέπεια της σφράγισης περιουσιακών στοιχείων είναι ότι αυτά δεν μπορούν πλέον να διατεθούν στην πράξη. Πιστωτής, σύζυγος ή κληρονόμος μπορεί να ζητήσει τη σφράγιση των περιουσιακών στοιχείων που αποτελούν μέρος της κοινής περιουσίας των συζύγων, μιας κληρονομίας ή μιας κοινωνίας κατ' ιδανικά μερίδια, εφόσον αυτό επιβάλλεται για την προστασία ουσιώδους συμφέροντος (άρθρο 1148 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας). Η αίτηση σφράγισης υποβάλλεται στον ειρηνοδίκη. Ο τελευταίος μπορεί να διατάξει την αποσφράγιση, κατόπιν αιτήσεως του προσώπου που ζήτησε τη σφράγιση, των πιστωτών, του/της συζύγου ή των κληρονόμων. Σε περίπτωση εναντίωσης στην αποσφράγιση αποφαίνεται και πάλι ο ειρηνοδίκης.

1.2. Προσωρινά μέτρα

Τα προσωρινά μέτρα είναι ανακλητά και αναστρέψιμα. Μπορούν να επιβληθούν στο πλαίσιο διαδικασίας λήψεως ασφαλιστικών μέτρων ή διαδικασίας επί της ουσίας της υπόθεσης.

1.3. Προσωρινή εκτέλεση

Είναι δυνατή η προσωρινή εκτέλεση, υπό αυστηρά καθορισμένους όρους, μιας απόφασης που έχει εκδοθεί αλλά δεν έχει ακόμη καταστεί τελεσίδικη.

Εκτός από τις εξαιρέσεις που προβλέπονται στον νόμο ή εκτός αν ο δικαστής αποφασίσει διαφορετικά με ειδικά αιτιολογημένη απόφαση, και με την επιφύλαξη του άρθρου 1414, η ανακοπή που ασκείται κατά οριστικής απόφασης αναστέλλει την εκτέλεση.

Εκτός από τις εξαιρέσεις που προβλέπονται στον νόμο ή εκτός αν ο δικαστής αποφασίσει διαφορετικά με ειδικά αιτιολογημένη απόφαση, και με την επιφύλαξη του άρθρου 1414, οι οριστικές αποφάσεις είναι προσωρινά εκτελεστές, παρά την άσκηση εφέσεως και άνευ εγγυοδοσίας, αν ο δικαστής δεν έχει διατάξει εγγυοδοσία (άρθρο 1397 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας).

2 Υπό ποιες προϋποθέσεις διατάσσονται αυτά τα μέτρα;

2.1 Η διαδικασία

Α. Συντηρητική κατάσχεση

Πρόσωπο υπέρ του οποίου έχει εκδοθεί δικαστική απόφαση, έστω και στο εξωτερικό, δικαιούται να δώσει εντολή σε δικαστικό επιμελητή να προβεί σε συντηρητική κατάσχεση των περιουσιακών στοιχείων του προσώπου κατά του οποίου έχει εκδοθεί η απόφαση. Ελλείψει δικαστικής απόφασης, απαιτείται παρέμβαση της δικαστικής εξουσίας για να επιβληθεί συντηρητική κατάσχεση.

Οι αιτήσεις υποβάλλονται ενώπιον του δικαστή κατασχέσεων και εκδικάζονται με τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων (άρθρο 1395 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας). Η προθεσμία κλήτευσης είναι τουλάχιστον δύο ημέρες, αλλά μπορεί να συντμηθεί σε επείγουσες περιπτώσεις.

Μονομερής αίτηση επιβολής συντηρητικής κατάσχεσης εισάγεται από τον δικηγόρο ενώπιον του δικαστή κατασχέσεων, ο οποίος μπορεί να επιτρέψει την επιβολή συντηρητικής κατάσχεσης. Ο δικαστής κατασχέσεων εκδίδει διάταξη εντός προθεσμίας οκτώ ημερών. Η εν λόγω διάταξη, μαζί με το κατασχετήριο, πρέπει να επιδοθεί στο πρόσωπο κατά του οποίου επιβάλλεται η κατάσχεση με δικαστικό επιμελητή, προκειμένου το εν λόγω πρόσωπο να ενημερωθεί για τη διαδικασία που έχει κινηθεί σε βάρος του.

Η διάταξη είναι αυτοδικαίως προσωρινά εκτελεστή και παράγει μόνο σχετικό δεδικασμένο. Ο δικαστής κατασχέσεων μπορεί να την τροποποιήσει ή να την ανακαλέσει ανά πάσα στιγμή, λόγω μεταβολής των συνθηκών. Η αμοιβή του δικαστικού επιμελητή καθορίζεται από το βασιλικό διάταγμα της 30ής Νοεμβρίου 1976 (Εφημερίδα της Κυβερνήσεως του Βελγίου της 8ης Φεβρουαρίου 1977).

Β. Μεσεγγύηση

Στην περίπτωση της συμβατικής μεσεγγύησης αρκεί μόνο έγκυρη σύμβαση μεταξύ των μερών και δεν απαιτείται δικαστική παρέμβαση, σε αντίθεση με τη δικαστική μεσεγγύηση, κατά την οποία η δικαστική παρέμβαση είναι υποχρεωτική.

Και στις δύο περιπτώσεις, διορίζεται μεσεγγυούχος, είτε από τη σύμβαση είτε από το δικαστήριο. Ο μεσεγγυούχος οφείλει να μεταχειρίζεται το υπό μεσεγγύηση αντικείμενο με τη δέουσα επιμέλεια. Επιπλέον, υποχρεούται να επιστρέψει το αντικείμενο μόλις λήξει η μεσεγγύηση. Ο μεσεγγυούχος δικαιούται να λαμβάνει την αμοιβή που καθορίζεται από τη νομοθεσία (άρθρο 1962 τρίτο εδάφιο του Αστικού Κώδικα).

Γ. Προσωρινά μέτρα

Προσωρινά μέτρα λαμβάνονται πάντοτε κατόπιν αιτήσεως που υποβάλλεται ενώπιον του δικαστή, είτε στο πλαίσιο διαδικασίας ασφαλιστικών μέτρων είτε διαδικασίας επί της ουσίας της υπόθεσης. Μπορούν να διαταχθούν επίσης από τον διαιτητή (άρθρο 1696 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας).

Ο πρόεδρος πρωτοδικών διατάσσει σε επείγουσες περιπτώσεις προσωρινά μέτρα επί παντός θέματος, εκτός από τα θέματα που ο νόμος εξαιρεί από τη δικαστική εξουσία (άρθρο 584 πρώτο εδάφιο του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας). «Προσωρινά» είναι τα μέτρα που διατάσσονται με απόφαση που είναι μόνο προσωρινής φύσεως και δεν μπορεί να έχει οριστικά και αμετάκλητα αποτελέσματα. Ο πρόεδρος του εργατοδικείου και ο πρόεδρος του εμποροδικείου μπορούν επίσης να διατάσσουν προσωρινά μέτρα σε επείγουσες περιπτώσεις της καθ' ύλην αρμοδιότητας των εν λόγω δικαστηρίων αντίστοιχα.

Η απόφαση ασφαλιστικών μέτρων δεν μπορεί να θίγει την ίδια την υπόθεση (την ουσία), πράγμα που σημαίνει ότι η απόφαση αυτή παράγει μόνο σχετικό δεδικασμένο. Ο δικαστής της ουσίας δεν δεσμεύεται καθ’ οιονδήποτε τρόπο από την απόφαση αυτή ο δικαστής των ασφαλιστικών μέτρων μπορεί να διατάσσει μόνο προσωρινά μέτρα.

Στο πλαίσιο διαδικασίας διαζυγίου, για παράδειγμα, ο πρόεδρος του δικαστηρίου οικογενειακών υποθέσεων δύναται να διατάξει προσωρινά μέτρα σχετικά με το πρόσωπο, τη διατροφή και τα περιουσιακά στοιχεία τόσο των συζύγων όσο και των τέκνων τους (άρθρο 1280 πρώτο εδάφιο του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας).

Το δικόγραφο των προσωρινών μέτρων που διατάχθηκαν επιδίδεται στον αντίδικο με δικαστικό επιμελητή και ο αντίδικος καλείται να συμμορφωθεί με αυτά τα μέτρα, εν ανάγκη υπό την απειλή δημόσιου καταναγκασμού και/ή χρηματικής ποινής. Η αμοιβή του δικαστικού επιμελητή καθορίζεται από το βασιλικό διάταγμα της 30ής Νοεμβρίου 1976 (Εφημερίδα της Κυβερνήσεως του Βελγίου της 8ης Φεβρουαρίου 1977).

Ο ειρηνοδίκης δύναται, όταν δικάζει σε πρώτο βαθμό, να διατάσσει επείγοντα προσωρινά μέτρα για τη διάρκεια της συμβίωσης των συζύγων ή των νομίμως συμβιούντων των οποίων η σχέση έχει διαταραχθεί, π.χ. όσον αφορά την οικογενειακή στέγη ή το πρόσωπο και την περιουσία των τέκνων. Αυτά τα μέτρα είναι προσωρινά και παύουν να ισχύουν όταν διακοπεί η συμβίωση. Στην περίπτωση των συζύγων, τα εν λόγω μέτρα δεν μπορούν να ρυθμίζουν με διαρκή τρόπο το διαζύγιό τους. Η τυχόν οριστική ρύθμιση του διαζυγίου εμπίπτει στην αρμοδιότητα του πρωτοδικείου.

Δ. Προσωρινή εκτέλεση

Η απόφαση περιάπτεται τον εκτελεστήριο τύπο. Εφόσον η απόφαση δεν έχει ακόμη αποκτήσει ισχύ δεδικασμένου, δεν μπορεί να εκτελεστεί. Εκτός από τις εξαιρέσεις που προβλέπονται στον νόμο ή εκτός αν ο δικαστής αποφασίσει διαφορετικά με ειδικά αιτιολογημένη απόφαση, η προθεσμία άσκησης ανακοπής αναστέλλει την εκτέλεση, ενώ η προθεσμία άσκησης έφεσης ή αναίρεσης δεν την αναστέλλει (άρθρο 1397 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας).

Ο δικαστής που εξέδωσε την οριστική απόφαση μπορεί να την κηρύξει προσωρινά εκτελεστή, πλην των περιπτώσεων όπου αυτό απαγορεύεται εκ του νόμου (άρθρο 1399 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας), ιδίως στην περίπτωση των οριστικών αποφάσεων που αφορούν την νομική κατάσταση των προσώπων.

Σε περίπτωση που είναι δυνατή η προσωρινή εκτέλεση, αυτή ενεργείται με κίνδυνο και ευθύνη του επισπεύδοντα. Ο δικαστής μπορεί να εξαρτήσει την προσωρινή εκτέλεση από την παροχή εγγύησης από τον επισπεύδοντα (άρθρο 1400 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας). Ο επισπεύδων μπορεί να ενεργήσει εκτέλεση, αλλά υποχρεούται να καταθέσει ένα χρηματικό ποσό ή να παράσχει τραπεζική εγγύηση στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων. Είναι πράγματι δυνατό η απόφαση να μεταρρυθμιστεί κατ' έφεση και ο καθ' ου η εκτέλεση να δικαιούται αποζημίωση.

2.2 Οι κύριες προϋποθέσεις

Α. Συντηρητική κατάσχεση

Συντηρητική κατάσχεση μπορεί να επιβληθεί μόνο σε επείγουσες περιπτώσεις και εφόσον η αξίωση είναι βέβαιη, εκκαθαρισμένη και απαιτητή.

Το επείγον προϋποθέτει ότι η φερεγγυότητα του οφειλέτη είναι επισφαλής, κατά τρόπο ώστε να κινδυνεύουν τα δικαιώματα του πιστωτή επί της περιουσίας του οφειλέτη. Η συντηρητική κατάσχεση δεν μπορεί να χρησιμοποιείται ως μέσο άσκησης πίεσης, αλλά είναι νόμιμη στον βαθμό που, σύμφωνα με αντικειμενικά κριτήρια, η οικονομική κατάσταση του οφειλέτη είναι επισφαλής. Το επείγον πρέπει να υφίσταται τόσο κατά τον χρόνο επιβολής της κατάσχεσης όσο και κατά τον χρόνο που ο δικαστής οφείλει να αποφανθεί για τη διατήρησή της.

Η αξίωση του πιστωτή πρέπει να είναι βέβαιη, πράγμα που σημαίνει ότι η αξίωση πρέπει να θεμελιώνεται επαρκώς και ότι δεν πρέπει να υπάρχουν βάσιμοι λόγοι αμφισβήτησής της. Επιπλέον, η αξίωση πρέπει να είναι εκκαθαρισμένη. Πράγματι, το ποσό της αξίωσης πρέπει να έχει προσδιοριστεί ή τουλάχιστον να μπορεί να προσδιοριστεί με βάση μια προσωρινή εκτίμηση. Αν δεν έχει ακόμη προσδιοριστεί το ακριβές ποσό της οφειλής, ο δικαστής θα προβεί σε εκτίμηση. Τέλος, η αξίωση πρέπει να είναι απαιτητή, δηλαδή ο πιστωτής πρέπει να δικαιούται να απαιτήσει την πληρωμή της. Το άρθρο 1415 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας καθορίζει αυτή την προϋπόθεση, ώστε για αξιώσεις για περιοδικές παροχές (διατροφές, ενοίκια, τόκους) και ακόμα και για αξιώσεις υπό αίρεση ή προθεσμία να μπορεί να επιβάλλεται συντηρητική κατάσχεση.

Β. Μεσεγγύηση

Ο δικαστής μπορεί να διατάξει τη δικαστική μεσεγγύηση κατασχεμένων κινητών πραγμάτων του οφειλέτη, ακίνητων ή κινητών πραγμάτων την κυριότητα ή τη νομή των οποίων διεκδικούν δικαστικώς δύο ή περισσότερα πρόσωπα, καθώς και πραγμάτων που προσφέρει ο οφειλέτης προκειμένου να ελευθερωθεί (άρθρο 1961 του Αστικού Κώδικα). Γενικά, η μεσεγγύηση χρησιμοποιείται ως συντηρητικό μέτρο στις υποθέσεις όπου κρίνεται σκόπιμο, προκειμένου να εξασφαλιστεί η διατήρηση των περιουσιακών στοιχείων στην κατάσταση στην οποία βρίσκονται, με την επιφύλαξη οποιασδήποτε οριστικής επίλυσης της διαφοράς. Το επείγον δεν λαμβάνεται υπόψη. Το δικαστήριο επιβάλλει, ωστόσο, τη μεσεγγύηση με περίσκεψη, καθώς πρόκειται για μέτρο σοβαρό και εξαιρετικό του οποίου η επιβολή επιτρέπεται μόνο εφόσον συντρέχουν επαρκείς σοβαροί λόγοι.

Γ. Προσωρινά μέτρα

Μια υπόθεση μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο διαδικασίας λήψης ασφαλιστικών μέτρων μόνο όταν είναι τόσο επείγουσα που αν δεν ληφθούν αμέσως μέτρα, ο αιτών θα υποστεί ζημία ορισμένου ύψους ή σοβαρές δυσχέρειες. Το επείγον αποτελεί συνεπώς ουσιώδες κριτήριο για τη δυνατότητα κίνησης διαδικασίας λήψης ασφαλιστικών μέτρων.

Τα προσωρινά μέτρα στο πλαίσιο διαδικασίας επί της ουσίας πρέπει επίσης να βασίζονται στον επείγοντα χαρακτήρα της υπόθεσης. Για τον λόγο αυτόν τα συγκεκριμένα μέτρα, που μπορεί να τα ζητήσει κανείς από τον ειρηνοδίκη, καλούνται «επείγοντα προσωρινά μέτρα».

Δ. Προσωρινή εκτέλεση

Το κριτήριο που χρησιμοποιεί ο δικαστής για να επιτρέψει ή όχι την προσωρινή εκτέλεση είναι ο κίνδυνος που διατρέχει ο αιτών να καθυστερήσει ασκόπως ο αντίδικος την εκτέλεση της απόφασης ή να την καταστήσει αδύνατη. Σε περίπτωση που ο αντίδικος ασκήσει έφεση ή ανακοπή με αποκλειστικό σκοπό να εμποδίσει την εκτέλεση της απόφασης, ο δικαστής που εξέδωσε την απόφαση δύναται να διατάξει την προσωρινή εκτέλεσή της. Σε ορισμένα είδη υποθέσεων, εντούτοις, η προσωρινή εκτέλεση απαγορεύεται (βλέπε ανωτέρω).

3 Αντικείμενο και φύση αυτών των μέτρων

3.1 Ποια περιουσιακά στοιχεία μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο αυτών των μέτρων;

Α. Συντηρητική κατάσχεση

Όλα τα είδη περιουσιακών στοιχείων (κινητά, ακίνητα, άυλα) μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο συντηρητικής κατάσχεσης. Ορισμένα περιουσιακά στοιχεία, ωστόσο, δεν μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο κατάσχεσης (ή μπορούν μόνο εν μέρει). Το ακατάσχετο απορρέει είτε από τη νομοθεσία, είτε από τη φύση του περιουσιακού στοιχείου, είτε από τον σύνδεσμο του περιουσιακού στοιχείου προς το πρόσωπο του οφειλέτη.

Στο άρθρο 1408 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας περιλαμβάνεται κατάλογος των περιουσιακών στοιχείων που δεν επιτρέπεται να κατασχεθούν. Συνοπτικά, αυτά περιλαμβάνουν τα περιουσιακά στοιχεία που είναι αναγκαία για τον οφειλέτη, τα αντικείμενα που χρειάζεται ο καθ' ου η κατάσχεση για να συνεχίσει τις σπουδές ή την επαγγελματική κατάρτιση του ιδίου ή των παιδιών του, τον αναγκαίο επαγγελματικό εξοπλισμό του καθ' ου η κατάσχεση, αντικείμενα που εξυπηρετούν λατρευτικούς σκοπούς, καθώς και τρόφιμα και καύσιμα. Το άρθρο 1410 παράγραφος 2 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας καθορίζει τις απαιτήσεις που δεν μπορούν σε καμία περίπτωση να κατασχεθούν, ιδίως τα οικογενειακά επιδόματα και ο κατώτατος μισθός.

Ο μισθός και τα εξομοιούμενα με αυτόν εισοδήματα του καθ' ου η κατάσχεση μπορούν να κατασχεθούν μόνο εν μέρει. Τα σχετικά ποσά καθορίζονται στο άρθρο 1409 παράγραφος 1 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας και αναπροσαρμόζονται ετησίως με βασιλικό διάταγμα λαμβανομένου υπόψη του δείκτη τιμών καταναλωτή. Το άρθρο 1410 παράγραφος 1 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας επεκτείνει το πεδίο εφαρμογής της μερικής κατάσχεσης, ιδίως στην προκαταβολή και την περιοδική παροχή διατροφής, στις συντάξεις, τα επιδόματα ανεργίας, τις αποζημιώσεις λόγω ανικανότητας προς εργασία και στα επιδόματα αναπηρίας.

Ο δικαστικός επιμελητής συντάσσει έκθεση στην οποία καταγράφει τα περιουσιακά στοιχεία που αποτελούν αντικείμενο κατάσχεσης, εν όψει πιθανής πώλησής τους μεταγενέστερα, εκτός εάν, με τη μεσολάβηση του δικαστικού επιμελητή, καταστεί δυνατή η συμφωνία με τον πιστωτή. Απαγορεύεται ρητά και συνιστά ποινικό αδίκημα η απόκρυψη περιουσιακών στοιχείων που έχουν καταγραφεί από τον δικαστικό επιμελητή.

Β. Μεσεγγύηση

Ο δικαστής μπορεί να διατάξει τη δικαστική μεσεγγύηση κατασχεμένων κινητών πραγμάτων του οφειλέτη, ακίνητων ή κινητών πραγμάτων την κυριότητα ή τη νομή των οποίων διεκδικούν δικαστικώς δύο ή περισσότερα πρόσωπα, καθώς και πραγμάτων που προσφέρει ο οφειλέτης προκειμένου να ελευθερωθεί (άρθρο 1961 του Αστικού Κώδικα).

Γ. Προσωρινά μέτρα

Όλα τα είδη υποθέσεων μπορούν να ρυθμιστούν προσωρινά μέσω διαδικασίας λήψης ασφαλιστικών μέτρων. Ο πρόεδρος του πρωτοδικείου είναι αρμόδιος να εκδικάζει όλες τις αστικές διαφορές του κοινού δικαίου. Οι διαφορές που άπτονται του εργατικού ή του εμπορικού δικαίου εμπίπτουν στην αρμοδιότητα του προέδρου του εργατοδικείου ή του εμποροδικείου.

Το δικαστήριο οικογενειακών υποθέσεων δύναται να διατάσσει επείγοντα προσωρινά μέτρα για τη διάρκεια της συμβίωσης, π.χ. όσον αφορά την οικογενειακή στέγη ή το πρόσωπο και την περιουσία των τέκνων. Η διάταξη αυτή ισχύει αποκλειστικά για τα έγγαμα ζεύγη (άρθρο 223 παράγραφος 1 του Αστικού Κώδικα) και για τους νομίμως συμβιούντες (άρθρο 1479 παράγραφος 1 του Αστικού Κώδικα), και όχι για τα ζεύγη που συνοικούν.

Δ. Προσωρινή εκτέλεση

Καταρχήν, όλες οι αποφάσεις μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο προσωρινής εκτέλεσης, εφόσον το επιτρέψει ο δικαστής, εκτός από τις περιπτώσεις όπου η προσωρινή εκτέλεση απαγορεύεται εκ του νόμου (άρθρο 1399 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας).

3.2 Ποια τα αποτελέσματα αυτών των μέτρων;

Α. Συντηρητική κατάσχεση

Ο καθ' ου η κατάσχεση δεν χάνει ούτε την κυριότητα ούτε την κάρπωση (χρήση, μίσθωση, εισοδήματα, κέρδη) των κατασχεμένων περιουσιακών στοιχείων. Απλώς δεν μπορεί να απαλλοτριώσει τα εν λόγω περιουσιακά στοιχεία ή να τα υποθηκεύσει. Λόγω αυτής της έλλειψης εξουσίας διαθέσεως, κάθε συναλλαγή που πραγματοποιεί παρόλα αυτά ο καθ' ου η κατάσχεση είναι μεν έγκυρη, όμως δεν είναι αντιτάξιμη έναντι του κατασχόντος πιστωτή. Ο πιστωτής επομένως δεν χρειάζεται να λάβει υπόψη του την εν λόγω συναλλαγή και μπορεί να ενεργεί σαν αυτή να μην έλαβε χώρα ποτέ.

Β. Μεσεγγύηση

Η μεσεγγύηση συνεπάγεται, όπως η κοινή παρακαταθήκη, ότι η κατοχή ενός περιουσιακού στοιχείου περιέρχεται στον δικαιούχο της εξασφάλισης. Ο τελευταίος μπορεί να ενεργεί μόνο πράξεις συντήρησης.

Γ. Προσωρινά μέτρα

Άνευ αντικειμένου

Δ. Προσωρινή εκτέλεση

Προσωρινή εκτέλεση σημαίνει ότι η δικαστική απόφαση εκτελείται, παρά την πιθανότητα μετατροπής της μετά από άσκηση έφεσης ή ανακοπής. Ο αιτών φέρει τον κίνδυνο της εκτέλεσης (βλέπε ανωτέρω).

3.3 Ποια η ισχύς αυτών των μέτρων;

Α. Συντηρητική κατάσχεση

Η συντηρητική κατάσχεση έχει περιορισμένη χρονική ισχύ, καταρχήν τριετή. Ο δικαστής κατασχέσεων μπορεί να ορίσει συντομότερη χρονική ισχύ. Η κατάσχεση μπορεί να αναβιώσει, εφόσον η αρχική διάρκεια ισχύος της δεν έχει λήξει. Η αναβίωση —που είναι, στην πραγματικότητα, μια παράταση της αρχικής διάρκειας— επιτρέπεται σε περίπτωση που υπάρχουν βάσιμοι λόγοι και εξακολουθεί να υπάρχει επείγουσα ανάγκη προς τούτο.

Β. Μεσεγγύηση

Ο νόμος δεν προβλέπει όριο διάρκειας για τη μεσεγγύηση. Όταν δεν υπάρχει πλέον κίνδυνος μη διατήρησης των πραγμάτων στην κατάσταση στην οποία βρίσκονται και αδυναμίας υλοποίησης της οριστικής λύσης, η μεσεγγύηση αίρεται.

Γ. Προσωρινά μέτρα

Ο νόμος δεν καθορίζει διάρκεια ισχύος για τα προσωρινά μέτρα. Η οριστική απόφαση που εκδίδεται επί της διαφοράς μπορεί να επικυρώσει τα εν λόγω προσωρινά μέτρα ή να τα ανακαλέσει.

Δ. Προσωρινή εκτέλεση

Άνευ αντικειμένου

4 Υπάρχει δυνατότητα προσφυγής κατά ενός τέτοιου μέτρου;

Α. Συντηρητική κατάσχεση

Σε περίπτωση που ο δικαστής κατασχέσεων αρνηθεί να επιτρέψει μια συντηρητική κατάσχεση, ο αιτών την κατάσχεση δικαιούται να προσβάλει αυτή τη διάταξη του δικαστή εντός προθεσμίας ενός μηνός από την ημερομηνία κοινοποίησης της διάταξης (άρθρο 1419 πρώτο εδάφιο και άρθρο 1031 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας). Η υπόθεση εξετάζεται κατά τον ίδιο τρόπο όπως ενώπιον του αρχικού δικαστή και εκδίδεται απόφαση εν συμβουλίω. Σε περίπτωση που εκδοθεί κατ’ έφεση απόφαση επιβολής κατάσχεσης, ο καθ' ου η κατάσχεση που επιθυμεί να την προσβάλει πρέπει να ασκήσει τριτανακοπή ενώπιον του εφετείου.

Ο καθ' ου η κατάσχεση ή κάθε άλλο ενδιαφερόμενο μέρος δικαιούται να ασκήσει τριτανακοπή κατά της διάταξης του δικαστή κατασχέσεων που επιτρέπει την επιβολή συντηρητικής κατάσχεσης (άρθρο 1419 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας). Η τριτανακοπή πρέπει να ασκηθεί εντός προθεσμίας ενός μηνός από την ημερομηνία επίδοσης της διάταξης που επιτρέπει την κατάσχεση ενώπιον του δικαστή που εξέδωσε την προσβαλλόμενη διάταξη (άρθρο 1125 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας). Εκτός εάν ο δικαστής κατασχέσεων επιτρέψει την αναστολή της εκτέλεσης, η άσκηση τριτανακοπής δεν έχει ανασταλτικό αποτέλεσμα.

Β. Μεσεγγύηση

Άνευ αντικειμένου σε περίπτωση μεσεγγύησης με συμφωνία μεταξύ των μερών.

Η δικαστική μεσεγγύηση έχει τη μορφή δικαστικής απόφασης κατά της οποίας μπορούν να ασκηθούν ένδικα μέσα σύμφωνα με τις διατάξεις του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας.

Γ. Προσωρινά μέτρα

Οποιοσδήποτε διάδικος θεωρεί ότι έχει ζημιωθεί από διάταξη που έχει εκδοθεί κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων δικαιούται να ασκήσει ανακοπή ή έφεση. Το εφετείο δικάζει τις εφέσεις κατά διατάξεων του προέδρου του πρωτοδικείου ή του εμποροδικείου. Οι εφέσεις κατά διατάξεων του προέδρου του εργατοδικείου πρέπει να εισάγονται στο εργατοδικείο.

Σε περίπτωση που η διαδικασία κινήθηκε με κλήτευση ή εκούσια εμφάνιση, η προθεσμία για την άσκηση ανακοπής ή έφεσης είναι ένας μήνας από την ημερομηνία επίδοσης της διάταξης, ενώ σε περίπτωση που η διάταξη εκδόθηκε επί μονομερούς αιτήσεως, η προθεσμία για την άσκηση ανακοπής ή έφεσης είναι ένας μήνας από την ημερομηνία κοινοποίησης της διάταξης με ειδική συστημένη επιστολή.

Δ. Προσωρινή εκτέλεση

Η προσωρινή εκτέλεση δεν υπόκειται σε ένδικα μέσα. Ο εφέτης δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να απαγορεύσει ή να αναστείλει την εκτέλεση μιας απόφασης (άρθρο 1402 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας).


Την έκδοση αυτής της σελίδας στην εθνική γλώσσα διαχειρίζεται ο αντίστοιχος αρμόδιος επαφής του ΕΔΔ. Οι μεταφράσεις έχουν γίνει από την αρμόδια υπηρεσία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Οι τυχόν αλλαγές που επιφέρει η αρμόδια εθνική αρχή στο πρωτότυπο ενδέχεται να μην έχουν περιληφθεί ακόμα στις μεταφράσεις. Η Επιτροπή και το Ευρωπαϊκό Δικαστικό Δίκτυο δεν αναλαμβάνουν καμία απολύτως ευθύνη όσον αφορά πληροφορίες ή δεδομένα που περιέχονται ή αναφέρονται στο παρόν έγγραφο. Βλ. την ανακοίνωση νομικού περιεχομένου για τους κανόνες πνευματικής ιδιοκτησίας που ισχύουν στο κράτος μέλος που είναι αρμόδιο για την παρούσα σελίδα.

Τελευταία επικαιροποίηση: 24/10/2019

Ασφαλιστικά και συντηρητικά μέτρα - Βουλγαρία


1 Ποια είναι τα διάφορα μέτρα;

Οι δίκες, γενικά, χαρακτηρίζονται από μεγαλύτερη ή μικρότερη χρονική διάρκεια. Η εν λόγω καθυστέρηση, η οποία οφείλεται στα διαφορετικά στάδια και βαθμούς δικαιοδοσίας μιας δίκης, ενδέχεται ενίοτε να οδηγεί σε κενά στην επιδιωκόμενη νομική προστασία, λόγω της καθυστερημένης έκδοσης δικαστικής απόφασης και, συνεπώς, της καθυστερημένης εφαρμογής της. Στο πλαίσιο αυτό, ο νομοθέτης έχει προβλέψει σειρά μέτρων για να διασφαλίσει την αποτελεσματικότητα της επιδιωκόμενης δικαστικής προστασίας.

Το ζήτημα της εξασφάλισης απαίτησης διέπεται από τις διατάξεις των άρθρων 389-404 του κώδικα ποινικής δικονομίας (ΚΠΔ).

Σύμφωνα με το άρθρο 391 του ΚΠΔ, επιτρέπεται να εξασφαλιστεί απαίτηση όταν χωρίς τα εν λόγω προσωρινά μέτρα θα ήταν αδύνατο ή πολύ δύσκολο για τον ενάγοντα να ασκήσει τα δικαιώματα που απορρέουν από την απόφαση και: α) όταν η απαίτηση βασίζεται σε αδιάσειστα αποδεικτικά έγγραφα, ή β) όταν πρέπει να παρασχεθεί εγγύηση ανερχόμενη σε ποσό που καθορίζεται από το δικαστήριο βάσει των άρθρων 180 και 181 του νόμου περί ενοχών και συμβάσεων. Μπορεί να ζητηθεί εγγύηση ακόμη και όταν υπάρχουν αδιάσειστα αποδεικτικά έγγραφα.

Ως εκ τούτου, θεμελιώδης προϋπόθεση και υποχρεωτικός όρος για την πρόβλεψη προσωρινών μέτρων είναι ο κίνδυνος που διατρέχει ο ενάγων να μην μπορέσει να ασκήσει τα δικαιώματά του, τα οποία απορρέουν από απόφαση που ενδεχομένως θα εκδοθεί σε σχέση με δυνητικά τεκμηριωμένη απαίτηση.

Ο δικαστής, προκειμένου να επιτρέψει την εξασφάλιση της απαίτησης, θα πρέπει να εκτιμήσει κατά πόσον υφίστανται οι ακόλουθες προϋποθέσεις: η ανάγκη εξασφάλισης της απαίτησης, η πιθανολόγηση της απαίτησης και ένα προσωρινό μέτρο, όπως αυτό προσδιορίζεται από τον ενάγοντα, το οποίο είναι ενδεδειγμένο και κατάλληλο για τις ανάγκες της συγκεκριμένης υπόθεσης και τη νομική προστασία που επιδιώκεται ρητά.

Σύμφωνα με το άρθρο 397 παράγραφος 1 του ΚΠΔ, ο νόμος προβλέπει τα ακόλουθα προσωρινά μέτρα:

  1. κατάσχεση ακίνητης περιουσίας,
  2. δέσμευση κινητών περιουσιακών στοιχείων και απαιτήσεων, συμπεριλαμβανομένης της δέσμευσης μετοχών εταιρείας,
  3. άλλα κατάλληλα μέτρα που καθορίζονται από το δικαστήριο, συμπεριλαμβανομένης της κατάσχεσης μηχανοκίνητου οχήματος και της αναστολής εκτέλεσης.

Το δικαστήριο μπορεί επίσης να προβλέψει διάφορα προσωρινά μέτρα έως το ποσό της απαίτησης.

2 Υπό ποιες προϋποθέσεις διατάσσονται αυτά τα μέτρα;

2.1 Η διαδικασία

Δυνάμει των διατάξεων του κεφαλαίου 34 του ΚΠΔ η εξασφάλιση απαίτησης επιτρέπεται:

  1. σύμφωνα με το άρθρο 389 του ΚΠΔ —για όλα τα είδη απαιτήσεων— σε σχέση με οποιοδήποτε στάδιο της υπόθεσης, πριν από την ολοκλήρωση της δικαστικής έρευνας κατά τη διάρκεια της δευτεροβάθμιας διαδικασίας,
  2. σύμφωνα με το άρθρο 390 του ΚΠΔ, όλες οι απαιτήσεις μπορούν να εξασφαλίζονται ακόμη και πριν από την άσκηση αγωγής.

Αίτηση προσωρινών μέτρων σε σχέση με εκκρεμή υπόθεση:

Η εν λόγω αίτηση υποβάλλεται από τον ενάγοντα ενώπιον του δικαστηρίου που έχει τη δικαιοδοσία να ασχοληθεί με τη επίδικη διαφορά. Για να επιτραπεί εξασφάλιση απαίτησης, πρέπει να υφίστανται οι προϋποθέσεις που προβλέπονται στο άρθρο 391 του ΚΠΔ —πιθανολόγηση της απαίτησης, ανάγκη εξασφάλισής της (δηλ. κίνδυνος αδυναμίας ικανοποίησης της απαίτησης του ενάγοντα αν η απαίτηση γίνει δεκτή), και καταλληλότητα του προσδιοριζόμενου μέτρου. Σύμφωνα με το άρθρο 391 παράγραφοι 2 και 3 του ΚΠΔ, όταν δεν υπάρχουν επαρκή αποδεικτικά στοιχεία, το δικαστήριο μπορεί, κατά τη διακριτική του ευχέρεια, να ζητήσει και την καταβολή χρηματικής εγγύησης, την οποία καθορίζει το ίδιο.

Η εξασφάλιση απαίτησης επιτρέπεται ακόμη και όταν η υπόθεση αναβάλλεται.

Αίτηση εξασφάλισης μελλοντικής απαίτησης:

Η αίτηση υποβάλλεται στον τόπο όπου ο ενάγων έχει τη μόνιμη κατοικία του ή όπου βρίσκεται η περιουσία που θα χρησιμεύσει για την εξασφάλιση της απαίτησης. Όταν υπάρχει αίτημα να διαταχθεί προσωρινό μέτρο για «αναστολή εκτέλεσης», η αίτηση πρέπει να υποβάλλεται ενώπιον του αρμόδιου δικαστηρίου με βάση τον τόπο εκτέλεσης.

Όταν εγκρίνονται προσωρινά μέτρα σε σχέση με μελλοντική απαίτηση, το δικαστήριο θέτει χρονικό όριο για την υποβολή της απαίτησης, το οποίο δεν μπορεί να υπερβαίνει τον έναν μήνα. Οι ουσιαστικές προϋποθέσεις για την έγκριση τέτοιων προσωρινών μέτρων είναι οι ίδιες με εκείνες που αφορούν την έγκριση προσωρινών μέτρων για εκκρεμή υπόθεση.

Η αίτηση πρέπει να αναφέρει τα αιτούμενα προσωρινά μέτρα και την αξία της απαίτησης. Πρέπει να υποβληθεί στο σχετικό περιφερειακό ή επαρχιακό δικαστήριο, ανάλογα με τη δικαιοδοσία και την αρμοδιότητα των δικαστηρίων σύμφωνα με το άρθρο 104 του ΚΠΔ.

Η αίτηση μπορεί να υποβάλλεται από το ενδιαφερόμενο πρόσωπο ή από τον αντίκλητο ή τον δικηγόρο του. Δεν απαιτείται αντίγραφό της, διότι δεν επιδίδεται αντίγραφο στον αντίδικο.

Τα προσωρινά μέτρα που εγκρίνονται από το δικαστήριο επιβάλλονται με τους ακόλουθους τρόπους:

  • μέσω κατάσχεσης ακίνητης περιουσίας από το κτηματολόγιο,
  • μέσω κατάσχεσης κινητών περιουσιακών στοιχείων και απαιτήσεων του οφειλέτη από δικαστικό επιμελητή —δημόσιο υπάλληλο ή ιδιώτη—, μεταξύ άλλων και με την αποστολή ειδοποίησης απ’ αυτόν προς τρίτους, όπως τράπεζες και άλλα πιστωτικά ιδρύματα,
  • για προσωρινά μέτρα σε σχέση με αυτοκίνητα, από τις υπηρεσίες των αρμόδιων υπηρεσιών της τροχαίας,
  • για προσωρινά μέτρα «αναστολής εκτέλεσης», πρέπει να υποβληθεί στον αρμόδιο δικαστικό επιμελητή που κίνησε τη διαδικασία εκτέλεσης αντίγραφο της απόφασης του δικαστηρίου για την άδεια που εγκρίθηκε,
  • μέσω άλλων μέτρων που προβλέπει ο νόμος, από τον δικαστικό επιμελητή —δημόσιο υπάλληλο ή ιδιώτη— που έχει επιλέξει το πρόσωπο.

2.2 Οι κύριες προϋποθέσεις

Οι ουσιαστικές προϋποθέσεις έγκρισης των προσωρινών μέτρων (όπως περιγράφονται παραπάνω) ορίζονται στο άρθρο 391 του ΚΠΔ.

Η εξασφάλιση απαίτησης διατροφής επιτρέπεται ακόμη και χωρίς συμμόρφωση με τις απαιτήσεις του άρθρου 391 του ΚΠΔ, και στην περίπτωση αυτή το δικαστήριο μπορεί να λάβει προσωρινά μέτρα αυτεπάγγελτα.

Η μερική εξασφάλιση απαίτησης μπορεί να επιτραπεί επίσης, αλλά μόνο όσον αφορά τα τμήματα που στηρίζονται με επαρκή αποδεικτικά στοιχεία.

3 Αντικείμενο και φύση αυτών των μέτρων

3.1 Ποια περιουσιακά στοιχεία μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο αυτών των μέτρων;

Γενικά, οποιοδήποτε περιουσιακό στοιχείο του οφειλέτη μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο προσωρινών μέτρων. Δεν επιτρέπεται η εξασφάλιση χρηματικής απαίτησης μέσω κατάσχεσης απαιτήσεων οι οποίες δεν υπάγονται σε διαδικασία αναγκαστικής εκτέλεσης (ακατάσχετες απαιτήσεις).

Σύμφωνα με το άρθρο 393 παράγραφος 1 του ΚΠΔ, δεν επιτρέπεται η εξασφάλιση χρηματικής απαίτησης έναντι του κράτους, κρατικών οργανισμών και εγκαταστάσεων υγειονομικής περίθαλψης δυνάμει του άρθρου 5 παράγραφος 1 του νόμου περί εγκαταστάσεων υγειονομικής περίθαλψης.

Τα ακόλουθα είδη περιουσιακών στοιχείων μπορούν να υπαχθούν σε προσωρινά μέτρα:

  • τραπεζικοί λογαριασμοί,
  • κινητή περιουσία,
  • ακίνητη περιουσία,
  • αυτοκίνητα, όσον αφορά την κατάσχεσή τους,
  • δραστηριότητες αναγκαστικής εκτέλεσης,
  • ορισμένα περιουσιακά στοιχεία του μελλοντικού οφειλέτη, όπως αυτά έχουν εξεταστεί σε άλλες περιπτώσεις που προβλέπονται ρητά από τον νόμο.

3.2 Ποια τα αποτελέσματα αυτών των μέτρων;

Τυχόν διάθεση περιουσιακών στοιχείων που πραγματοποιήθηκε από τον οφειλέτη είναι άκυρη όσον αφορά τον πιστωτή ή τους συνδεδεμένους πιστωτές. Όσον αφορά την ακίνητη περιουσία, η ακυρότητα ισχύει μόνο σε σχέση με τις πράξεις διάθεσης που πραγματοποιήθηκαν μετά την καταγραφή της κατάσχεσης στο μητρώο, σύμφωνα με το άρθρο 452 του ΚΠΔ.

Το άρθρο 453 του ΚΠΔ διέπει τις περιπτώσεις μη αντιταξιμότητας, εκ μέρους του πιστωτή και των συνδεδεμένων πιστωτών, των δικαιωμάτων που αναγνωρίστηκαν μετά την εγγραφή της κατάσχεσης στο μητρώο και τη λήψη της σχετικής κοινοποίησης.

Σύμφωνα με το άρθρο 401 του ΚΠΔ, ο εξασφαλισμένος πιστωτής μπορεί να κινηθεί κατά τρίτου που είναι υπεύθυνος για τα ποσά ή τα περιουσιακά στοιχεία που ο τελευταίος αρνείται να καταβάλει εκουσίως.

Τα έξοδα που συνδέονται με τις διαδικασίες εξασφάλισης της απαίτησης επιβαρύνουν το πρόσωπο κατόπιν αίτησης του οποίου εγκρίθηκαν τα προσωρινά μέτρα, όπως προβλέπεται από το άρθρο 514 του ΚΠΔ, με παραπομπή στο άρθρο 401 του ΚΠΔ, το οποίο ρυθμίζει τα προσωρινά μέτρα.

3.3 Ποια η ισχύς αυτών των μέτρων;

Η άδεια εξασφάλισης απαίτησης εγκρίνεται βάσει της αρχής ότι, σε σχέση με εκκρεμή υπόθεση, το σχετικό προσωρινό μέτρο επιβάλλεται πριν από την ολοκλήρωση της υπόθεσης, μέσω της αντίστοιχης δικαστικής απόφασης η οποία έχει τεθεί σε ισχύ.

Όταν εγκρίνονται προσωρινά μέτρα σε σχέση με μελλοντική απαίτηση, το δικαστήριο θέτει χρονικό όριο για την υποβολή της απαίτησης, το οποίο δεν μπορεί να υπερβαίνει τον έναν μήνα. Αν δεν προσκομιστούν στοιχεία για την υποβολή της απαίτησης εντός της προκαθορισμένης προθεσμίας, το δικαστήριο ακυρώνει τα προσωρινά μέτρα αυτεπάγγελτα, σύμφωνα με το άρθρο 390 παράγραφος 3 του ΚΠΔ.

Σε περίπτωση υποβολής απαίτησης σε σχέση με την οποία έχουν εγκριθεί προσωρινά μέτρα, ως είθισται, τα προσωρινά μέτρα παραμένουν σε ισχύ και παράγουν αποτελέσματα μέχρι να ολοκληρωθεί η υπόθεση.

Το άρθρο 402 του ΚΠΔ διέπει τη διαδικασία ακύρωσης των εγκριθέντων προσωρινών μέτρων. Προβλέπει ότι το ενδιαφερόμενο πρόσωπο οφείλει να υποβάλει αίτηση, αντίγραφο της οποίας πρέπει να χορηγηθεί στο πρόσωπο που έχει ζητήσει την έγκριση των προσωρινών μέτρων. Το εν λόγω πρόσωπο μπορεί να υποβάλει ένσταση εντός τριών ημερών. Το δικαστήριο, που συνεδριάζει εν συμβουλίω, ακυρώνει τα προσωρινά μέτρα αν πειστεί πλήρως ότι ο λόγος για τον οποίον είχαν εγκριθεί δεν υφίσταται πλέον ή ότι ο εναγόμενος έχει συστήσει εγγύηση, εντός της προκαθορισμένης προθεσμίας, καταθέτοντας ολόκληρο το ποσό το οποίο αξιώνει ο ενάγων (άρθρο 398 παράγραφος 2 του ΚΠΔ). Η απόφαση του δικαστηρίου για την ακύρωση των προσωρινών μέτρων επιδέχεται έφεση μέσω ιδιωτικής προσφυγής εντός μίας εβδομάδας.

Αντικατάσταση των εγκεκριμένων προσωρινών μέτρων, όπως προβλέπεται από το άρθρο 398 του ΚΠΔ, μπορεί να εγκριθεί στις δύο ακόλουθες περιπτώσεις:

  • δυνάμει της παραγράφου 1 —το δικαστήριο, κατόπιν αιτήματος ενός από τους διαδίκους, μπορεί, αφού ειδοποιήσει τον έτερο διάδικο και λάβει υπόψη τις ενστάσεις που θα υποβάλει αυτός εντός τριών ημερών από την κοινοποίηση, να εγκρίνει την αντικατάσταση ενός είδους προσωρινού μέτρου από άλλο,
  • δυνάμει της παραγράφου 2 —σε περίπτωση εξασφάλισης απαίτησης που μπορεί να αποτιμηθεί με χρηματικούς όρους, ο εναγόμενος μπορεί, ανά πάσα στιγμή, να αντικαταστήσει την εγκεκριμένη εξασφάλιση, χωρίς τη συγκατάθεση του έτερου διαδίκου, με ενέχυρο υπό τη μορφή χρημάτων ή άλλων χρεογράφων, όπως προβλέπεται από τα άρθρα 180 και 181 του ΚΠΔ.

Στις περιπτώσεις που αναφέρονται στο άρθρο 398 παράγραφοι 1 και 2 του ΚΠΔ, ανακαλείται η δέσμευση ή κατάσχεση.

Ο νόμος δεν αποκλείει τη δυνατότητα να προβάλει ο εναγόμενος απαίτηση αποζημίωσης κατά του ενάγοντα, ζητώντας αποζημίωση για τη ζημία που του προκάλεσαν τα προσωρινά μέτρα, αν η απαίτηση για την οποία εγκρίθηκαν τα προσωρινά μέτρα ανακληθεί ή δεν υποβληθεί εντός της προκαθορισμένης προθεσμίας, καθώς και αν η υπόθεση περατωθεί (άρθρο 403 του ΚΠΔ).

4 Υπάρχει δυνατότητα προσφυγής κατά ενός τέτοιου μέτρου;

Σύμφωνα με το άρθρο 396 του ΚΠΔ, η δικαστική απόφαση που αφορά την εξασφάλιση της απαίτησης μπορεί να εφεσιβληθεί με παρεμπίπτουσα προσφυγή εντός μίας εβδομάδας. Για τον ενάγοντα, η χρονική περίοδος της μίας εβδομάδας αρχίζει από την επίδοση της απόφασης σ’ αυτόν, ενώ για τον εναγόμενο (το πρόσωπο κατά του οποίου έχουν εγκριθεί τα προσωρινά μέτρα) αρχίζει από την ημέρα κατά την οποία επιδίδεται σ’ αυτόν η κοινοποίηση περί των επιβληθέντων προσωρινών μέτρων από δικαστικό επιμελητή, από το κτηματολόγιο ή από το δικαστήριο. Αντίγραφο της παρεμπίπτουσας προσφυγής πρέπει να επιδοθεί στον αντίδικο, ο οποίος οφείλει να απαντήσει εντός μίας εβδομάδας.

Σε περίπτωση προσφυγής κατά απόφασης απόρριψης προσωρινών μέτρων, δεν επιδίδεται στον εναγόμενο αντίγραφο της παρεμπίπτουσας προσφυγής του ενάγοντος.

Αν το δευτεροβάθμιο δικαστήριο επικυρώσει απόφαση έγκρισης ή απόρριψης προσωρινών μέτρων, η απόφαση δεν επιδέχεται αναίρεση. Αν το δευτεροβάθμιο δικαστήριο εγκρίνει προσωρινά μέτρα που απορρίφθηκαν από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, η απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου μπορεί να αναιρεσιβληθεί μέσω παρεμπίπτουσας αναιρετικής προσφυγής ενώπιον του ανώτατου ακυρωτικού δικαστηρίου, αν πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 280 του ΚΠΔ για την εν λόγω αναίρεση.

Σύμφωνα με τον ισχύοντα ΚΠΔ, τόσο τα εγκριθέντα προσωρινά μέτρα όσο και το ποσό της εγγύησης που έχει καθοριστεί από το δικαστήριο ως προϋπόθεση για την έγκριση προσωρινών μέτρων υπόκεινται σε δικαίωμα άσκησης έφεσης. Ωστόσο, η άσκηση έφεσης ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου μπορεί να μη συνεπάγεται αναστολή των προσωρινών μέτρων πριν εκδοθεί η απόφαση για την έφεση από το ανώτερο δικαστήριο και διαταχθεί η ακύρωσή τους.


Την έκδοση αυτής της σελίδας στην εθνική γλώσσα διαχειρίζεται ο αντίστοιχος αρμόδιος επαφής του ΕΔΔ. Οι μεταφράσεις έχουν γίνει από την αρμόδια υπηρεσία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Οι τυχόν αλλαγές που επιφέρει η αρμόδια εθνική αρχή στο πρωτότυπο ενδέχεται να μην έχουν περιληφθεί ακόμα στις μεταφράσεις. Η Επιτροπή και το Ευρωπαϊκό Δικαστικό Δίκτυο δεν αναλαμβάνουν καμία απολύτως ευθύνη όσον αφορά πληροφορίες ή δεδομένα που περιέχονται ή αναφέρονται στο παρόν έγγραφο. Βλ. την ανακοίνωση νομικού περιεχομένου για τους κανόνες πνευματικής ιδιοκτησίας που ισχύουν στο κράτος μέλος που είναι αρμόδιο για την παρούσα σελίδα.

Τελευταία επικαιροποίηση: 03/01/2018

Ασφαλιστικά και συντηρητικά μέτρα - Τσεχική ∆ηµοκρατία


1 Ποια είναι τα διάφορα μέτρα;

Προσωρινά μέτρα

Τα προσωρινά μέτρα χρησιμοποιούνται για να ρυθμίζονται οι σχέσεις των διαδίκων προσωρινά ή όταν υπάρχει κίνδυνος να υπονομευτεί η εκτέλεση δικαστικής απόφασης.

Σε γενικές γραμμές, τα προσωρινά μέτρα που εκδίδονται πριν από την έναρξη της διαδικασίας που αφορά την ουσία της υπόθεσης διέπονται από το άρθρο 74 και επόμενα του κώδικα πολιτικής δικονομίας (νόμος 99/1963, όπως έχει τροποποιηθεί), ενώ τα προσωρινά μέτρα που εκδίδονται μετά την έναρξη της εν λόγω διαδικασίας διέπονται από το άρθρο 102 του κώδικα. Από τον νόμο περί ειδικών δικαστικών διαδικασιών (νόμος 292/2013) διέπονται ειδικά προσωρινά μέτρα για ορισμένες ειδικές καταστάσεις, και συγκεκριμένα τα προσωρινά μέτρα που ρυθμίζουν την κατάσταση ανηλίκου ο οποίος δεν έχει λάβει τη δέουσα μέριμνα (άρθρο 452 και επόμενα) και τα προσωρινά μέτρα που παρέχουν προστασία κατά της ενδοοικογενειακής βίας (άρθρο 400 και επόμενα). Το άρθρο 12 του νόμου 292/2013 ορίζει επίσης ορισμένους ειδικούς κανόνες που συμπληρώνουν τις γενικές ρυθμίσεις που ισχύουν για τα προσωρινά μέτρα, οι οποίοι καλύπτουν τα είδη διαδικασιών που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του εν λόγω νόμου.

Συντηρητική απόδειξη:

Συντηρητική απόδειξη διατάσσεται όταν θεωρείται ότι η αποδεικτική διαδικασία στο μέλλον θα είναι αδύνατη ή θα συναντήσει σοβαρά εμπόδια (π.χ. πλημμελής εκπλήρωση συμφωνίας αγοράς, το αντικείμενο της οποίας περιλαμβάνει αναλώσιμα αγαθά, ή εξέταση μάρτυρα που είναι σοβαρά άρρωστος και σε κατάσταση όπου απειλείται η ζωή του).

2 Υπό ποιες προϋποθέσεις διατάσσονται αυτά τα μέτρα;

2.1 Η διαδικασία

Προσωρινά μέτρα:

  • Το άρθρο 74 παράγραφος 3 του κώδικα πολιτικής δικονομίας (νόμος 99/1963, όπως έχει τροποποιηθεί) προβλέπει ότι οι διαδικασίες για τη λήψη προσωρινού μέτρου κινούνται κατόπιν αίτησης.
  • Ωστόσο, το άρθρο 12 του νόμου 292/2013 ορίζει ότι ένα προσωρινό μέτρο μπορεί να διαταχθεί από δικαστήριο αυτεπάγγελτα, αν επιτρέπεται επίσης στο δικαστήριο να κινήσει την εν λόγω διαδικασία αυτεπάγγελτα (π.χ. διαδικασίες επιμέλειας ανήλικου, διαδικασίες στέρησης της δικαιοπρακτικής ικανότητας, διαδικασίες κηδεμονίας και διαδικασίες που αφορούν εξαφάνιση ή θάνατο). Σ’ αυτές τις περιπτώσεις, το δικαστήριο διατάσσει προσωρινό μέτρο αυτεπάγγελτα.
  • Το δικαστήριο που είναι αρμόδιο να εκδώσει προσωρινό μέτρο είναι το δικαστήριο που έχει την αρμοδιότητα να εξετάσει την ουσία, ενώ εξαιρέσεις σε αυτόν τον κανόνα προβλέπονται στα άρθρα 400 και 452 του νόμου 292/2013.

Συντηρητική απόδειξη μπορεί να διαταχθεί:

  • πριν από την έναρξη της διαδικασίας που αφορά την ουσία της υπόθεσης, κατόπιν αιτήματος. Αρμόδιο είναι το δικαστήριο που έχει αρμοδιότητα να εξετάσει την ουσία ή το δικαστήριο στην περιοχή του οποίου βρίσκονται τα αποδεικτικά στοιχεία που κινδυνεύουν.
  • κατά τη διάρκεια της διαδικασίας, ακόμη και χωρίς αίτηση.

Οι διάδικοι θα πρέπει να είναι παρόντες κατά τη συντηρητική απόδειξη, εκτός αν τυχόν καθυστέρηση θα συνεπαγόταν κίνδυνο εν προκειμένω.

Συντηρητική απόδειξη μπορεί επίσης να γίνει μέσω συμβολαιογραφικής πράξης (notářský zápis) ή πράξης οργάνου επιβολής του νόμου (exekutorský zápis), αν αυτή η διαδικασία πραγματοποιείται ενώπιον συμβολαιογράφου ή οργάνου επιβολής του νόμου ή αν συμβολαιογράφος ή όργανο επιβολής του νόμου κατέθεσε για την κατάσταση.

2.2 Οι κύριες προϋποθέσεις

Προσωρινό μέτρο μπορεί να διαταχθεί:

  • αν χρειάζεται να θεσπιστούν προσωρινές ρυθμίσεις που να διέπουν τις σχέσεις των διαδίκων
  • αν υπάρχουν ανησυχίες ότι κινδυνεύει η εκτέλεση δικαστικής απόφασης
  • με σκοπό να ρυθμιστούν οι σχέσεις σε προσωρινή βάση.

Η αξιολόγηση του κατά πόσο υπάρχει ανάγκη για προσωρινά μέτρα που να διέπουν τις σχέσεις των διαδίκων εξαρτάται από τις περιστάσεις της εκάστοτε υπόθεσης. Προσωρινό μέτρο διατάσσεται μόνο εφόσον υπάρχει αποδεικτέα ανάγκη για προσωρινή ρύθμιση που να διέπει τις έννομες σχέσεις των διαδίκων. Όσον αφορά άλλες περιστάσεις που σχετίζονται με τη διαταγή των εν λόγω προσωρινών μέτρων, αρκεί να αποδειχτούν τουλάχιστον τα γεγονότα που είναι κρίσιμα για την επιβολή της υποχρέωσης που προβλέπεται από τα προσωρινά μέτρα.

  • Υπονόμευση της εκτέλεσης δικαστικής απόφασης

Αν πρέπει να διαταχθεί προσωρινό μέτρο επειδή η εκτέλεση δικαστικής απόφασης μπορεί να διακυβευτεί, ο δικαιούχος διάδικος πρέπει να έχει απόφαση ή άλλη πράξη που να επιτρέπει την εκτέλεση της δικαστικής απόφασης. Προσωρινό μέτρο μπορεί να διαταχθεί μόνο μέχρι να καταστεί η απόφαση εκτελεστή ή αν υπάρχουν σοβαροί λόγοι για τους οποίους ο δικαιούχος διάδικος ήταν (προσωρινά) ανίκανος να εφαρμόσει – εκτελώντας την απόφαση – την υποχρέωση που έχει επιβληθεί. Ταυτόχρονα, γεγονότα που δικαιολογούν την ανησυχία ότι η εκτέλεση της απόφασης πρόκειται να υπονομευθεί (κυρίως λόγω της συμπεριφοράς του οφειλέτη) πρέπει να τεκμηριώνονται.

Η αίτηση για προσωρινό μέτρο πρέπει να περιλαμβάνει τα στοιχεία που ορίζονται στο άρθρο 42 παράγραφος 4 και το άρθρο 75 του κώδικα πολιτικής δικονομίας (νόμος 99/1963), μεταξύ άλλων:

  • πληροφορίες που υποδεικνύουν το δικαστήριο στο οποίο απευθύνεται η αίτηση
  • το πρόσωπο που υποβάλλει την αίτηση και την υπόθεση που αφορά, δηλ. απαρίθμηση των πραγματικών περιστατικών που δικαιολογούν το αίτημα για λήψη προσωρινού μέτρου
  • τον σκοπό που επιδιώκει η αίτηση, δηλ. ποιο προσωρινό μέτρο αιτείται ο αιτών
  • την ημερομηνία κατά την οποία συντάχθηκε η αίτηση, και την υπογραφή του αιτούντος ή του αντιπροσώπου του αιτούντος
  • περιγραφή της ανάγκης για προσωρινές ρυθμίσεις που να διέπουν τις σχέσεις των διαδίκων ή της ανησυχίας ότι η εκτέλεση της δικαστικής απόφασης διακυβεύεται.

Τυχόν πράξεις στις οποίες αναφέρεται ο αιτών πρέπει να επισυνάπτονται στην αίτηση.

Έως την ημερομηνία υποβολής της αίτησης, ο αιτών απαιτείται να καταθέσει 10 000 CZK με δική του πρωτοβουλία, δηλ. όχι κατ’ απαίτηση του δικαστηρίου. Για υποθέσεις που αφορούν σχέσεις μεταξύ επιχειρήσεων οι οποίες προκύπτουν από επιχειρηματικές δραστηριότητες, η κατάθεση ανέρχεται σε 50 000 CZK. Οι αιτήσεις απαλλάσσονται από την απαίτηση κατάθεσης, αν αφορούν ζητήματα κοινωνικής πρόνοιας (π.χ. διατροφή, απασχόληση ή αποζημίωση για προσωπική βλάβη). Η αίτηση απορρίπτεται αν δεν πληρούται η απαίτηση της κατάθεσης.

Η κατάθεση λειτουργεί ως ασφάλεια σε περίπτωση αξίωσης για αποκατάσταση ζημίας ή άλλης απώλειας που ενδέχεται να υποστούν οι διάδικοι ή τρίτοι (δηλ. πρόσωπα που δεν συμμετέχουν στη διαδικασία λήψης προσωρινού μέτρου), αν διαταχθεί προσωρινό μέτρο.

Το άρθρο 12 παράγραφος 3 του νόμου 292/2013 προβλέπει εξαίρεση από την υποχρέωση της κατάθεσης που προβλέπει ο εν λόγω νόμος.

Συντηρητική απόδειξη:

Πριν από την έναρξη της διαδικασίας που αφορά την ουσία της υπόθεσης, είναι δυνατή η διεξαγωγή συντηρητικής απόδειξης (αν έχει γίνει σχετική πρόταση) αν υπάρχουν ανησυχίες ότι η διεξαγωγή αποδείξεων μέσω των σχετικών αποδεικτικών στοιχείων θα είναι αδύνατη στο μέλλον ή θα συναντήσει σοβαρά εμπόδια. Δεν διεξάγεται συντηρητική απόδειξη, αν είναι σαφές ότι τα σχετικά αποδεικτικά στοιχεία δεν επηρεάζουν τη διαδικασία. Το δικαστήριο αρνείται να αποδεχτεί αίτηση διεξαγωγής συντηρητικής απόδειξης, αν υποπτεύεται ότι ο αιτών, αντί να επιδιώκει την προστασία των αποδεικτικών στοιχείων, έχει στην πραγματικότητα υποβάλει την αίτηση με απώτερο στόχο να επιτύχει άλλον σκοπό (δηλ. να λάβει πληροφορίες σχετικά με τις δραστηριότητες τρίτου, οι οποίες δεν είναι αλλιώς προσβάσιμες).

Εκτός από τα γενικά στοιχεία, η αίτηση διεξαγωγής συντηρητικής απόδειξης πρέπει να περιλαμβάνει περιγραφή των πραγματικών περιστατικών που πρόκειται να αποτελέσουν αντικείμενο της συντηρητικής απόδειξης. Πρέπει επίσης να προσδιορίζεται σαφώς το αποδεικτικό μέσο που θα αποτελέσει αντικείμενο της συντηρητικής απόδειξης.

3 Αντικείμενο και φύση αυτών των μέτρων

3.1 Ποια περιουσιακά στοιχεία μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο αυτών των μέτρων;

Προσωρινά μέτρα:

Το άρθρο 76 του κώδικα πολιτικής δικονομίας προβλέπει ότι με προσωρινό μέτρο μπορεί να διατάσσεται αντίδικος, π.χ., να καταβάλει διατροφή, να καταθέσει χρηματικό ποσό στο δικαστήριο, να θέσει αντικείμενο υπό τη φύλαξη του δικαστηρίου, να μη διαθέσει ορισμένα αντικείμενα ή δικαιώματα, να πράξει κάτι, να μην πράξει κάτι ή να επιτρέψει να συμβεί κάτι. Τα μέτρα μπορούν να αφορούν οποιοδήποτε αντικείμενο βρίσκεται υπό την κατοχή του εν λόγω διαδίκου.

Δυνάμει προσωρινού μέτρου, ένα δικαστήριο μπορεί να επιβάλει υποχρέωση σε πρόσωπο πέραν των διαδίκων, που συμμετέχει στη διαδικασία, όταν αυτό μπορεί δικαιολογημένα να απαιτηθεί (π.χ. αν κάποιος αγοράζει περιουσιακό στοιχείο με πλήρη γνώση ότι το αγοράζει από κύριο που δεν έχει τηρήσει δεόντως τις υποχρεώσεις πληρωμής προς τους πιστωτές του).

Ειδικά προσωρινά μέτρα δυνάμει του νόμου 292/2013:

Το ειδικό προσωρινό μέτρο που διέπει την κατάσταση παιδιού δυνάμει του άρθρου 452 και επόμενα εφαρμόζεται αν ανήλικος δεν έχει λάβει τη δέουσα φροντίδα, ασχέτως με το κατά πόσο κάποιος έχει ή όχι το δικαίωμα να παρέχει φροντίδα στο παιδί, ή αν η ζωή, η φυσιολογική εξέλιξη ή άλλα σημαντικά συμφέροντα του παιδιού απειλούνται σοβαρά ή έχουν υπονομευτεί. Το προσωρινό μέτρο του δικαστηρίου ρυθμίζει την κατάσταση του παιδιού αυστηρά για τον χρόνο που είναι αναγκαίος, με την τοποθέτηση του παιδιού σε κατάλληλο περιβάλλον, όπως προβλέπεται στη δικαστική απόφαση.

Στον καθού μπορεί να επιβληθεί ειδικό προσωρινό μέτρο δυνάμει του άρθρου 400 και επόμενα, με το οποίο του ζητείται να εγκαταλείψει την οικογενειακή στέγη και το άμεσο περιβάλλον αυτής, να παραμείνει μακριά και να μην εισέρχεται στην οικογενειακή στέγη, να μην έρχεται σε επαφή με τον αιτούντα ή να μην παρακολουθεί επίμονα και παρενοχλεί τον αιτούντα κατά οποιοδήποτε τρόπο. Η αίτηση πρέπει να περιλαμβάνει περιγραφή των πραγματικών περιστατικών που δείχνουν ότι η συνύπαρξη του αιτούντος και του καθού στο σπίτι ή το διαμέρισμα που συνιστά την οικογενειακή στέγη τους είναι ανυπόφορη για τον αιτούντα, λόγω σωματικής ή ψυχολογικής βίας που ασκείται κατά του αιτούντος ή άλλων ατόμων που κατοικούν στην οικογενειακή στέγη, ή περιγραφή των πραγματικών περιστατικών που αποδεικνύουν την επίμονη παρακολούθηση ή παρενόχληση του αιτούντος.

Συντηρητική απόδειξη:

Η αίτηση θα πρέπει να εξηγεί επίσης για ποιους λόγους ζητεί ο αιτών τη συντηρητική απόδειξη. Όλα τα μέσα με τα οποία επαληθεύεται το καθεστώς ορισμένης υπόθεσης, ιδίως η εξέταση μαρτύρων, η γνωμοδότηση πραγματογνώμονα, οι εκθέσεις και παρατηρήσεις αρχών και νομικών προσώπων κ.λπ., μπορούν να χρησιμοποιηθούν ως αποδεικτικά στοιχεία.

Ένα ειδικό μέσο συντηρητικής απόδειξης αφορά τη συντηρητική απόδειξη σε υπόθεση που σχετίζεται με δικαιώματα διανοητικής ιδιοκτησίας [άρθρο 78β του κώδικα πολιτικής δικονομίας (νόμος 99/1963)]. Πρόσωπο που υπήρξε μάρτυρας παραβίασης δικαιώματος διανοητικής ιδιοκτησίας έχει ενεργητική νομιμοποίηση. Το αρμόδιο δικαστήριο είναι το περιφερειακό δικαστήριο στη δικαιοδοσία του οποίου βρίσκεται το αντικείμενο που αποτελεί αντικείμενο της συντηρητικής απόδειξης. Τα ακόλουθα δύνανται να αποτελέσουν αντικείμενο συντηρητικής απόδειξης: τα επίμαχα αγαθά υλικά και εργαλεία έγγραφα που σχετίζονται με τα επίμαχα αγαθά.

3.2 Ποια τα αποτελέσματα αυτών των μέτρων;

Προσωρινά μέτρα:

Ένα προσωρινό μέτρο συνιστά προσωρινή ρύθμιση που αποσκοπεί στην προστασία του αιτούντος. Εκδίδεται για την προστασία δικαιώματος του αιτούντος το οποίο έχει παραβιαστεί ή κινδυνεύει να παραβιαστεί. Όταν εκδίδεται προσωρινό μέτρο, αυτό δεν επηρεάζει τα δικαιώματα του αιτούντος που δεν έχουν κριθεί ακόμα. Ούτε αποτελεί μέσο διευθέτησης προδικαστικού ζητήματος. Ομοίως, απλώς και μόνο το γεγονός της έκδοσης προσωρινού μέτρου δεν πρέπει να επηρεάζει τη λήψη αποφάσεων του δικαστηρίου για την ουσία της υπόθεσης. Ακόμη και μετά την έκδοση προσωρινού μέτρου, οι οφειλέτες μπορεί να συνεχίσουν να διαθέτουν στοιχεία της περιουσία τους, ωστόσο οφείλουν να ενεργούν σύμφωνα με το εκδοθέν μέτρο.

Όποιος εμποδίζει κατάφωρα τη διαδικασία, ιδίως με τη μη εμφάνισή του —χωρίς εύλογη αιτία— ενώπιον του δικαστηρίου ή με την παραβίαση δικαστικής απόφασης, ενδέχεται να διαταχθεί από το δικαστήριο να καταβάλει πρόστιμο ύψους έως 50 000 CZK. Δικαστήριο μπορεί να εκτελέσει το ίδιο απόφαση προσωρινού μέτρου, αν ο διάδικος δεν συμμορφώνεται εκουσίως με την εν λόγω απόφαση. Η ποινή για παρεμπόδιση εκτέλεσης επίσημης απόφασης ή έξωσης (από την οικογενειακή στέγη) καθορίζεται επίσης στο άρθρο 337 παράγραφος 2 του νόμου 40/2009 του ποινικού κώδικα, ο οποίος προβλέπει το πλημμέλημα της παρεμπόδισης εκτέλεσης επίσημης απόφασης ή έξωσης.

3.3 Ποια η ισχύς αυτών των μέτρων;

Προσωρινά μέτρα:

  • Προσωρινό μέτρο ορισμένου χρόνου

Σε διαταγή έκδοσης προσωρινού μέτρου, το δικαστήριο μπορεί να ορίσει ότι το μέτρο θα είναι περιορισμένο χρονικά, ακόμα και αν αυτό δεν το έχει ζητήσει ο ενάγων (αιτών).

  • Επιβολή υποχρέωσης άσκησης αγωγής ή υποβολής άλλης αίτησης για την έναρξη διαδικασίας

Δικαστήριο που διατάσσει προσωρινό μέτρο απαιτεί επίσης από τον αιτούντα (ενάγοντα) να υποβάλει αίτηση προς το δικαστήριο για την έναρξη διαδικασίας (άσκηση αγωγής) για την ουσία εντός συγκεκριμένης χρονικής προθεσμίας, η οποία ορίζεται ταυτόχρονα με την έκδοση του μέτρου.

Το προσωρινό μέτρο παραμένει σε ισχύ μέχρι να παρέλθει η ισχύς του ή να αρθεί από το δικαστήριο.

Το προσωρινό μέτρο παύει να ισχύει, αν ο αιτών δεν ζητήσει την κίνηση διαδικασίας εντός της προθεσμίας που έχει οριστεί από το δικαστήριο αν η αίτηση επί της ουσίας της υπόθεσης δεν γίνει δεκτή αν η αίτηση επί της ουσίας της υπόθεσης γίνει δεκτή και έχουν παρέλθει περισσότερες από 15 ημέρες από την ημερομηνία που η απόφαση για την υπόθεση κατέστη εκτελεστή ή αν η διάρκεια ισχύος που έχει καθοριστεί για το προσωρινό μέτρο έχει εκπνεύσει.

Το δικαστήριο αίρει το προσωρινό μέτρο, αν οι λόγοι για τους οποίους είχε διαταχθεί έπαψαν να υφίστανται.

Προσωρινό μέτρο που διατάσσεται σύμφωνα με το άρθρο 400 και επόμενα του νόμου 292/2013 διαρκεί έναν μήνα από την ημερομηνία που καθίσταται εκτελεστό (άρθρο 408) και η διάρκειά του μπορεί να παραταθεί, ανάλογα με την έναρξη διαδικασίας επί της ουσίας της υπόθεσης.

Προσωρινό μέτρο που διατάσσεται σύμφωνα με το άρθρο 452 και επόμενα του νόμου 292/2013 διαρκεί έναν μήνα από την ημερομηνία που καθίσταται εκτελεστό (άρθρο 459) και η διάρκειά του μπορεί να παραταθεί.

Συντηρητική απόδειξη:

Η συντηρητική απόδειξη διεξάγεται εντός της προθεσμίας που ορίζεται από το δικαστήριο ή το νωρίτερο δυνατό. Οι διάδικοι μπορούν να παρίστανται κατά τη διεξαγωγή της συντηρητικής απόδειξης, αλλά δεν έχουν τέτοιο δικαίωμα αν τυχόν καθυστέρηση ενέχει κίνδυνο. Μετά την έναρξη της διαδικασίας επί της ουσίας της υπόθεσης, οι διάδικοι δικαιούνται να απαντήσουν στα αποδεικτικά στοιχεία που προσκομίζονται και σε όλα τα αποδεικτικά στοιχεία που καταχωρίζονται. Επιπλέον, οι διάδικοι μπορεί να εξεταστούν.

4 Υπάρχει δυνατότητα προσφυγής κατά ενός τέτοιου μέτρου;

Προσωρινά μέτρα:

Οι αποφάσεις για προσωρινά μέτρα έχουν τη μορφή δικαστικών αποφάσεων. Απόφαση που επιβάλλει προσωρινό μέτρο καθίσταται εκτελεστή τη στιγμή της δημοσίευσής της. Αν δεν δημοσιευτεί, καθίσταται εκτελεστή τη στιγμή της επίδοσής της στο υπόχρεο μέρος. Γραπτό αντίγραφο του προσωρινού μέτρου επιδίδεται στους διαδίκους και σε τρίτο μέρος (όταν το εν λόγω τρίτο μέρος υπέχει υποχρέωση) και, αν το μέτρο αφορά την υποχρέωση μη διάθεσης ακίνητης περιουσίας, αντίγραφο επιδίδεται επίσης στο αρμόδιο κτηματολόγιο. Απόφαση με την οποία διατάσσεται προσωρινό μέτρο καθίσταται εκτελεστή τη στιγμή της δημοσίευσης ή της επίδοσης (άρθρο 76δ του κώδικα πολιτικής δικονομίας), και συνιστά βάση για την εκτέλεση δικαστικής απόφασης.

Οι εφέσεις κατά αποφάσεων έκδοσης προσωρινών μέτρων είναι παραδεκτές. Οι εφέσεις ασκούνται στο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη δικαστική απόφαση, αλλά εξετάζονται από δευτεροβάθμια δικαστήρια, δηλ. από περιφερειακά ή ανώτερα δικαστήρια. Οι εφέσεις ασκούνται εντός 15 ημερών από τη λήψη γραπτού αντιγράφου της δικαστικής απόφασης.

Αν παραδεκτή έφεση ασκηθεί εμπρόθεσμα από μέρος που έχει δικαίωμα προς τούτο, η απόφαση δεν καθίσταται τελεσίδικη μέχρι το εφετείο να εκδώσει τελική απόφαση για την έφεση. Ωστόσο, μια απόφαση έκδοσης προσωρινού μέτρου καθίσταται εκτελεστή (δηλ. ακολουθείται διαδικασία σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στην εν λόγω απόφαση) τη στιγμή της εκπνοής της προθεσμίας εκτέλεσης, η οποία αρχίζει την ημερομηνία της επίδοσης εναλλακτικά καθίσταται εκτελεστή τη στιγμή της επίδοσης, αν δεν επιβάλλεται μ’ αυτήν υποχρέωση εκτέλεσης. Το δικαστήριο μπορεί να αποφασίσει ότι απόφαση για προσωρινό μέτρο καθίσταται εκτελεστή μόνο αφού καταστεί τελεσίδικη η δικαστική απόφαση, εκτός αν κάτι τέτοιο αποκλείεται από τη φύση του προσωρινού μέτρου ή αντιβαίνει στον σκοπό του.

Τα άρθρα 409 και 463 του νόμου 292/20013 περιέχουν διατάξεις περί εφέσεων κατά των ειδικών προσωρινών μέτρων δυνάμει του εν λόγω νόμου.


Την έκδοση αυτής της σελίδας στην εθνική γλώσσα διαχειρίζεται ο αντίστοιχος αρμόδιος επαφής του ΕΔΔ. Οι μεταφράσεις έχουν γίνει από την αρμόδια υπηρεσία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Οι τυχόν αλλαγές που επιφέρει η αρμόδια εθνική αρχή στο πρωτότυπο ενδέχεται να μην έχουν περιληφθεί ακόμα στις μεταφράσεις. Η Επιτροπή και το Ευρωπαϊκό Δικαστικό Δίκτυο δεν αναλαμβάνουν καμία απολύτως ευθύνη όσον αφορά πληροφορίες ή δεδομένα που περιέχονται ή αναφέρονται στο παρόν έγγραφο. Βλ. την ανακοίνωση νομικού περιεχομένου για τους κανόνες πνευματικής ιδιοκτησίας που ισχύουν στο κράτος μέλος που είναι αρμόδιο για την παρούσα σελίδα.

Τελευταία επικαιροποίηση: 25/09/2019

Ασφαλιστικά και συντηρητικά μέτρα - Ιρλανδία


1 Ποια είναι τα διάφορα μέτρα;

Τα διαθέσιμα ασφαλιστικά μέτρα στα ιρλανδικά δικαστήρια είναι οι διάφοροι τύποι δικαστικών διαταγών (injunctions). Με τη δικαστική διαταγή το δικαστήριο διατάσσει ένα πρόσωπο να προβεί σε συγκεκριμένη πράξη ή να απόσχει από συγκεκριμένη πράξη. Η παράβαση δικαστικής διαταγής συνιστά απείθεια προς το δικαστήριο και το πρόσωπο που παραβαίνει μια τέτοια διαταγή μπορεί να τιμωρηθεί με ποινή φυλάκισης. Η δικαστική διαταγή μπορεί:

i) να είναι μόνιμη, ή

ii) να αφορά συγκεκριμένο χρονικό διάστημα, ή

iii) να εκδίδεται σε προσωρινή βάση εν αναμονή της εκδίκασης της αγωγής.

Εάν ο ενάγων εκτιμά ότι ο εναγόμενος μπορεί να αφαιρέσει ή να καταστρέψει κρίσιμα αντικείμενα ή έγγραφα, μπορεί να υποβάλει στο δικαστήριο, στο πλαίσιο της διαδικασίας εκούσιας δικαιοδοσίας, αίτηση έκδοσης διαταγής «Anton Piller», η οποία είναι ένα είδος δικαστικής εντολής που υποχρεώνει τον εναγόμενο να επιτρέψει στον ενάγοντα να εισέλθει στους χώρους του για να ελέγξει έγγραφα ή άλλα αντικείμενα και να αφαιρέσει οτιδήποτε ανήκει στον ενάγοντα. Εάν ο ενάγων ανησυχεί ότι ο εναγόμενος ενδέχεται να διαθέσει το σύνολο ή μέρος των περιουσιακών στοιχείων του και ενδέχεται να μην είναι σε θέση να ικανοποιήσει την απαίτηση του ενάγοντα, εφόσον αυτή ευδοκιμήσει τελικά στη δίκη, ο ενάγων μπορεί να υποβάλει στο δικαστήριο αίτηση έκδοσης «δικαστικής διαταγής Mareva», ή διαταγής δέσμευσης, η οποία απαγορεύει στον εναγόμενο να συναλλάσσεται με αντικείμενο τα περιουσιακά στοιχεία του κατά τη διάρκεια ισχύος της διαταγής. Γενικά, η δικαστική διαταγή Mareva απαγορεύει σε εναγόμενο ο οποίος δεν βρίσκεται σε συγκεκριμένη δικαιοδοσία, αλλά διαθέτει περιουσιακά στοιχεία σ’ αυτήν, να τα αφαιρέσει ενόσω εκκρεμεί η δίκη.

Όταν η απαίτησή του αφορά χρηματικό ποσό, ο ενάγων μπορεί να ζητήσει από το δικαστήριο να διατάξει τον εναγόμενο να προβεί σε προσωρινή πληρωμή του συνόλου ή μέρους του ποσού που αξιώνει με την αγωγή του. Εξ αντιδιαστολής, εναγόμενος ο οποίος ανησυχεί ότι, εάν η αγωγή του ενάγοντος δεν ευδοκιμήσει, ο ενάγων δεν θα μπορέσει να πληρώσει τα νομικά έξοδα του εναγομένου που αμύνθηκε επιτυχώς κατά της απαίτησης του ενάγοντος, μπορεί να ζητήσει από το δικαστήριο να διατάξει τον ενάγοντα να παράσχει εγγύηση για τα έξοδα της διαδικασίας καταβάλλοντας ένα χρηματικό ποσό στο δικαστήριο. Εάν εκδοθεί διαταγή «καταβολής εγγύησης για έξοδα» υπέρ του εναγομένου, ο ενάγων δεν θα μπορέσει να δώσει συνέχεια στην απαίτησή του εάν δεν καταβάλει στο δικαστήριο το χρηματικό ποσό που ορίζεται με τη δικαστική διαταγή.

Το High Court (Ανώτερο Δικαστήριο) έχει επίσης αρμοδιότητα έκδοσης προσωρινών διαταγών για την υποστήριξη διαδικασιών ενώπιον άλλων δικαστηρίων, εάν κάτι τέτοιο είναι σκόπιμο. Μπορεί να εκδώσει «παγκόσμια δικαστική διαταγή δέσμευσης», η οποία εφαρμόζεται στα περιουσιακά στοιχεία που βρίσκονται σε άλλες δικαιοδοσίες, όταν υπάρχει φόβος ή ανησυχία ότι ο εναγόμενος ενδέχεται να επιδιώξει να διαθέσει τα περιουσιακά στοιχεία του προκειμένου να αποφύγει την έκδοση δυσμενούς για αυτόν απόφασης.

2 Υπό ποιες προϋποθέσεις διατάσσονται αυτά τα μέτρα;

2.1 Η διαδικασία

Οι περισσότερες αιτήσεις έκδοσης δικαστικής διαταγής (injunction) μπορούν να υποβληθούν είτε στο Circuit Court (Κομητειακό Δικαστήριο) είτε στο High Court (Ανώτερο Δικαστήριο). Ωστόσο, ορισμένες μορφές ασφαλιστικών μέτρων μπορούν να εκδοθούν μόνο από το High Court, όπως οι διαταγές δέσμευσης, οι διαταγές Anton Piller και οι διαταγές που αφορούν διαδικασίες στην αλλοδαπή.

Το πρόσωπο που ζητεί την έκδοση προσωρινής διαταγής πρέπει να υποβάλει αίτηση, η οποία υποστηρίζεται από ένορκη βεβαίωση. Ο αιτών οφείλει να γνωστοποιήσει πλήρως όλα τα σχετικά πραγματικά περιστατικά, ιδίως εάν η αίτηση υποβάλλεται χωρίς ειδοποίηση προς τον αντίδικο. Στην ένορκη βεβαίωση πρέπει να περιλαμβάνεται επίσης σχέδιο διαταγής, με το ακριβές περιεχόμενο του αιτήματος που υποβάλλεται στο δικαστήριο. Περισσότερες πληροφορίες σχετικά με τα απαραίτητα δικαστικά έντυπα είναι διαθέσιμες στον δικτυακό τόπο της Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροΔικαστικής Υπηρεσίας.

Εάν ο αιτών εξασφαλίσει τη ζητηθείσα δικαστική διαταγή, οφείλει κατά κανόνα να υποβάλει «δέσμευση αποζημίωσης» για την περίπτωση που τελικά η αγωγή του δεν ευδοκιμήσει στο δικαστήριο, ώστε ο αντίδικος κατά του οποίου εκδίδεται η δικαστική διαταγή να μπορεί να ανακτήσει τα έξοδα που πραγματοποίησε λόγω της εκδοθείσας εις βάρος του διαταγής.

Οι αιτήσεις έκδοσης δικαστικής διαταγής μπορούν να υποβληθούν στο πλαίσιο της διαδικασίας εκούσιας δικαιοδοσίας ή χωρίς ειδοποίηση προς τον αντίδικο, εάν υπάρχουν βάσιμοι λόγοι για κάτι τέτοιο. Οι αιτήσεις μπορούν επίσης να υποβληθούν πριν από την κίνηση της διαδικασίας, εάν η κατάσταση που αντιμετωπίζει ο ενάγων είναι επείγουσα. [Για προσωρινά ή ασφαλιστικά μέτρα στο Commercial Court (Εμπορικό Δικαστήριο), βλ. Ord. 63A, r. 6(3) των Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροΚανόνων των Ανώτερων Δικαστηρίων 1986].

2.2 Οι κύριες προϋποθέσεις

Τα δικαστήρια έχουν διακριτική ευχέρεια όσον αφορά την έκδοση διαταγής προσωρινών ή ασφαλιστικών μέτρων και εκδίδουν τέτοια διαταγή όταν κάτι τέτοιο είναι δίκαιο και σκόπιμο [Ord. 50 r. 6(1) των Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροΚανόνων των Ανώτερων Δικαστηρίων 1986]. Όταν εξετάζει τη σκοπιμότητα έκδοσης διαταγής προσωρινών μέτρων, το δικαστήριο οφείλει να καθορίζει:

i) κατά πόσον υφίσταται εύλογο και θεμιτό ζήτημα το οποίο πρέπει να κριθεί

ii) κατά πόσον η επιδίκαση αποζημίωσης ή αποκατάστασης θα είναι επαρκής θεραπεία, εάν η αίτηση του αιτούντος για έκδοση δικαστικής διαταγής απορριφθεί και στη συνέχεια η αγωγή του ευδοκιμήσει στη δίκη

iii) την ισορροπία οφέλους και ζημίας για καθέναν από τους διαδίκους κατά τον σχετικό καθορισμό.

Η πρώτη προϋπόθεση σχετίζεται με το γεγονός ότι ο αιτών πρέπει να αποδείξει ότι υπάρχει εύλογο ζήτημα προς εκδίκαση. Αυτό είναι σχετικά εύκολο να επιτευχθεί από τον αιτούντα, αλλά τα τελευταία χρόνια η συγκεκριμένη προϋπόθεση πληρούται πιο δύσκολα όταν το προσωρινό μέτρο που ζητεί ο αιτών στο προδικαστικό στάδιο είναι η έκδοση δικαστικής διαταγής με την οποία ο αντίδικός του υποχρεώνεται σε προβεί σε συγκεκριμένη πράξη. Στην περίπτωση αυτή, οι αρχές έχουν πλέον καταστήσει σαφές ότι ο αιτών πρέπει να αποδείξει ότι διαθέτει βάσιμα επιχειρήματα χάρη στα οποία πιθανολογείται ότι η αγωγή του θα ευδοκιμήσει κατά την εκδίκασή της.

3 Αντικείμενο και φύση αυτών των μέτρων

3.1 Ποια περιουσιακά στοιχεία μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο αυτών των μέτρων;

Η έκδοση δικαστικής διαταγής μπορεί να ζητηθεί για πλήθος λόγων, όπως για την παρεμπόδιση ενός διαδίκου να αναπτύξει ή να χρησιμοποιήσει έκταση γης κατά παράβαση όρων της πολεοδομίας ή συμφωνιών, για τη χορήγηση άδειας έρευνας σε ακίνητο και αφαίρεσης αντικειμένων από αυτό, για τον εξαναγκασμό εργοδότη να συνεχίσει να πληρώνει τον εργαζόμενο ή για την παρεμπόδιση εργοδότη να προσλάβει νέους υπαλλήλους ενόσω εκκρεμεί η κρίση της διαφοράς. Εάν εκδοθεί διαταγή δέσμευσης ή διαταγή τύπου Mareva, το πρόσωπο κατά του οποίου εκδίδεται η διαταγή δεν μπορεί να συναλλάσσεται με αντικείμενο τα περιουσιακά στοιχεία του με οποιονδήποτε τρόπο κατά παράβαση της δικαστικής διαταγής. Για παράδειγμα, μπορεί να δικαιούται μόνο να προβαίνει σε αναλήψεις καθορισμένων ποσών μετρητών από τραπεζικό λογαριασμό και δεν μπορεί να μειώσει την αξία των περιουσιακών στοιχείων του κάτω από ένα ορισμένο ποσό έως την οριστική περάτωση της διαδικασίας.

3.2 Ποια τα αποτελέσματα αυτών των μέτρων;

Εάν ένα πρόσωπο παραβεί διαταγή ασφαλιστικών μέτρων, μπορεί να θεωρηθεί ότι επέδειξε απείθεια στο δικαστήριο και μπορεί να τιμωρηθεί με ποινή φυλάκισης ή πρόστιμο ή με δέσμευση των περιουσιακών του στοιχείων. Η πρώτη σελίδα της διαταγής πρέπει να περιλαμβάνει την «ποινική διαταγή», με την οποία ο αποδέκτης ενημερώνεται για τις ενδεχόμενες συνέπειες της μη τήρησης των όρων της δικαστικής διαταγής. Ομοίως, εάν τρίτος βοηθήσει εν γνώσει του εναγόμενο να διαθέσει περιουσιακά στοιχεία τα οποία αποτελούν αντικείμενο διαταγής δέσμευσης, ο εν λόγω τρίτος μπορεί επίσης να κριθεί ένοχος απείθειας προς το δικαστήριο. Για τον λόγο αυτό, αντίγραφο τυχόν διαταγών δέσμευσης που εκδίδονται από το δικαστήριο επιδίδονται συνήθως σε κάθε ενδιαφερόμενο τρίτο, όπως διευθυντές τραπεζών, λογιστές και δικηγόρους τους οποίους προσλαμβάνει το πρόσωπο στο οποίο απευθύνεται η διαταγή ή οι οποίοι εργάζονται για αυτόν.

Κάθε σύμβαση η οποία συνάπτεται κατά παράβαση δικαστικής διαταγής είναι παράνομη και δεν μπορεί να εκτελεστεί από πρόσωπο το οποίο γνωρίζει την ύπαρξη της διαταγής. Ωστόσο, η κυριότητα ενδέχεται να μεταβιβαστεί ακόμη και μέσω παράνομης σύμβασης και, επομένως, σε περίπτωση εκτέλεσης τέτοιας σύμβασης δεν είναι γενικά εφικτό να ανακτηθεί το μεταβιβασθέν περιουσιακό στοιχείο και η μόνη θεραπεία για τον ενάγοντα στην περίπτωση αυτή θα είναι η επιδίκαση αποζημίωσης.

3.3 Ποια η ισχύς αυτών των μέτρων;

Κανονικά, η δικαστική διαταγή (injunction) ισχύει έως την περάτωση της δίκης (διαταγή ασφαλιστικών μέτρων). Εάν εκδοθεί προσωρινή δικαστική διαταγή χωρίς να παρασχεθεί ειδοποίηση στον αντίδικο, αυτή διαρκεί συνήθως για περιορισμένο χρονικό διάστημα, στη λήξη του οποίου θα απαιτηθεί η έκδοση άλλης δικαστικής διαταγής.

4 Υπάρχει δυνατότητα προσφυγής κατά ενός τέτοιου μέτρου;

Ναι. Ο εναγόμενος ή οποιοδήποτε πρόσωπο θίγεται από την έκδοση προσωρινής δικαστικής διαταγής μπορεί οποτεδήποτε να υποβάλει στο δικαστήριο αίτηση τροποποίησης ή άρσης της δικαστικής διαταγής. Το πρόσωπο που επιθυμεί να προσβάλει τη δικαστική διαταγή οφείλει να ειδοποιήσει τον δικηγόρο του αντιδίκου του για την κατάθεση της αίτησής του. Το δικαστήριο μπορεί να άρει τη δικαστική διαταγή, εάν ο εναγόμενος μπορεί να αποδείξει ότι η δικαστική διαταγή δεν έπρεπε εξαρχής να είχε εκδοθεί, εάν υπήρξε κάποια σημαντική αλλαγή των περιστάσεων μετά την έκδοση της διαταγής ή εάν η άρση της διαταγής είναι εύλογη και δίκαιη. Όπως προαναφέρεται, το δικαστήριο μπορεί να υποχρεώσει το πρόσωπο που ζητεί την έκδοση δικαστικής διαταγής να καταβάλει στο δικαστήριο «δέσμευση αποζημίωσης» ώστε, εάν τελικά η απαίτησή του δεν ευδοκιμήσει στο δικαστήριο, το πρόσωπο κατά του οποίου εκδίδεται η δικαστική διαταγή να διαθέτει κάποια προστασία όσον αφορά τα έξοδα που πραγματοποίησε λόγω της δικαστικής διαταγής.


Την έκδοση αυτής της σελίδας στην εθνική γλώσσα διαχειρίζεται ο αντίστοιχος αρμόδιος επαφής του ΕΔΔ. Οι μεταφράσεις έχουν γίνει από την αρμόδια υπηρεσία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Οι τυχόν αλλαγές που επιφέρει η αρμόδια εθνική αρχή στο πρωτότυπο ενδέχεται να μην έχουν περιληφθεί ακόμα στις μεταφράσεις. Η Επιτροπή και το Ευρωπαϊκό Δικαστικό Δίκτυο δεν αναλαμβάνουν καμία απολύτως ευθύνη όσον αφορά πληροφορίες ή δεδομένα που περιέχονται ή αναφέρονται στο παρόν έγγραφο. Βλ. την ανακοίνωση νομικού περιεχομένου για τους κανόνες πνευματικής ιδιοκτησίας που ισχύουν στο κράτος μέλος που είναι αρμόδιο για την παρούσα σελίδα.

Τελευταία επικαιροποίηση: 07/11/2018

Ασφαλιστικά και συντηρητικά μέτρα - Ελλάδα


1 Ποια είναι τα διάφορα μέτρα;

Προσωρινά και συντηρητικά μέτρα και γενικότερα ασφαλιστικά μέτρα είναι η προσωρινή παροχή δικαστικής προστασίας, ως παρακολούθημα της κύριας διαγνωστικής δίκης, η οποία σχετικά με το ασφαλιστέο δικαίωμα, είτε είναι εκκρεμής είτε πρόκειται να ανοίξει σύντομα. Η προσωρινή αυτή παροχή δικαστικής προστασίας αποβλέπει στην εξασφάλιση της μελλοντικής ικανοποίησης της απαίτησης που πρόκειται να διαγνωσθεί. Αυτά είναι τα εξής: Εγγυοδοσία, εγγραφή προσημείωσης υποθήκης ,συντηρητική κατάσχεση, δικαστική μεσεγγύηση, προσωρινή επιδίκαση απαιτήσεων, προσωρινή ρύθμιση κατάστασης, σφράγιση, αποσφράγιση, απογραφή και δημόσια κατάθεση, ασφαλιστικά μέτρα νομής.

2 Υπό ποιες προϋποθέσεις διατάσσονται αυτά τα μέτρα;

2.1 Η διαδικασία

Τα άνω μέτρα διατάσσονται πάντοτε από το δικαστήριο.

Γενική καθ' ύλην αρμοδιότητα να διατάξει τα άνω μέτρα έχει το μονομελές πρωτοδικείο. Στερητική για το μονομελές πρωτοδικείο καθ' ύλην αρμοδιότητα έχει το ειρηνοδικείο στην περίπτωση της προσωρινής ρύθμισης της νομής ή κατοχής, καθώς και όταν με βάση τις γενικές διατάξεις του ΚΠολΔ είναι αρμόδιο για την κυρία υπόθεση, ενώ είναι αποκλειστικά αρμόδιο για τη συναινετική εγγραφή και άρση της προσημείωσης υποθήκης. Εξάλλου το πολυμελές πρωτοδικείο, στο οποίο εκκρεμεί η κυρία υπόθεση, έχει συντρέχουσα με το μονομελές πρωτοδικείο αρμοδιότητα προς λήψη των άνω μέτρων. Κατά τόπον αρμόδιο δικαστήριο είναι, καταρχήν, το κατά τόπον για την κυρία υπόθεση δικαστήριο, ενώ τα άνω μέτρα δύνανται να διατάσσονται και από το δικαστήριο που βρίσκεται πληρέστερα στον τόπο που πρόκειται να εκτελεστούν αυτά. Η απόφαση που διατάσσει τα άνω μέτρα επιδίδεται στον υπόχρεο και εκτελείται από τον δικαστικό επιμελητή. Αν ο τελευταίος εμποδίζεται στην εκτέλεση ζητεί τη συνδρομή των αστυνομικών υπαλλήλων. Τα έξοδα δεν είναι εύκολο να υπολογισθούν καθόσον οι αμοιβές των δικηγόρων και δικαστικών επιμελητών ποικίλουν. Το ενδεικτικό κόστος είναι περίπου 250 ευρώ.

2.2 Οι κύριες προϋποθέσεις

Το δικαστήριο διατάσσει ασφαλιστικά μέτρα αν:

α) υπάρχει επείγουσα περίπτωση ή για να αποτραπεί επικείμενος κίνδυνος προκειμένου να εξασφαλισθεί ή να διατηρηθεί ένα δικαίωμα ή να ρυθμισθεί μια κατάσταση και

β) πιθανολογείται η ύπαρξη δικαιώματος προς προστασία του οποίου επιδιώκεται το ασφαλιστικό μέτρο.

Η απαίτηση πρέπει να προαποδεικνύεται και να πιθανολογείται, δηλ δεν απαιτείται πλήρης απόδειξη αλλά ατελής απόδειξη συνισταμένη σε μικρότερο βαθμό πεποίθησης ως προς τα αποδεικτέα πραγματικά περιστατικά ,τα οποία αρκεί να κρίνονται απλώς πιθανά από τον δικαστή προκειμένου να παρασχεθεί η ζητούμενη δικαστική προστασία. Για την παροχή προστασίας απαιτείται κατεπείγουσα περίπτωση ή επικείμενος κίνδυνος αποξένωσης του οφειλέτη από την κατασχετή του περιουσία έτσι που ν α είναι αδύνατη στο μέλλον, η επίσπευση εναντίον του αναγκαστικής εκτέλεσης ,όταν κάποτε ο δανειστής μετά τον τερματισμό της κύριας δίκης, θα εφοδιαστεί με εκτελεστό τίτλο.

3 Αντικείμενο και φύση αυτών των μέτρων

3.1 Ποια περιουσιακά στοιχεία μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο αυτών των μέτρων;

Αντικείμενο των μέτρων αυτών είναι όλα γενικώς τα περιουσιακά στοιχεία του οφειλέτη, είτε βρίσκονται εις χείρας του, είτε εις χείρας τρίτου, αρκεί να είναι μεταβιβαστά κατά τους κανόνες του ιδιωτικού δικαίου και να μην εξαιρούνται από το νόμο. Ειδικότερα αντικείμενα των μέτρων αυτών δύναται να είναι ακίνητα του οφειλέτη, κινητά τα οποία δεν θεωρούνται πχ ακατάσχετα, πλοία, αεροσκάφη, χερσαία μεταφορικά μέσα, τραπεζικές καταθέσεις και άυλες μετοχές.

3.2 Ποια τα αποτελέσματα αυτών των μέτρων;

Ο οφειλέτης μετά την απόφαση δεν δύναται να διαθέσει την περιουσία του, εφόσον έχει διαταχθεί ασφαλιστικό μέτρο που δεσμεύει αυτή π.χ. συντηρητική κατάσχεση της περιουσίας του ή προσημείωση υποθήκης της ακίνητης περιουσίας του. Σε περίπτωση δε που δεν συμμορφωθεί στην απόφαση του δικαστηρίου ο οφειλέτης τιμωρείται κατ' άρθρο 232Α Ποινικού Κώδικα με φυλάκιση τουλάχιστον έξι μηνών.

Με το ν. δ 1059/1971 καθιερώνεται το απόρρητο των καταθέσεων και προβλέπεται φυλάκιση τουλάχιστον 6 μηνών σε περίπτωση που μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου, διοικητές ή υπάλληλοι των τραπεζών το παραβιάσουν, πλην όμως το γεγονός αυτό δεν αποτελεί φραγμό για την συντηρητική κατάσχεσή τους αφού η δικαστική απόφαση που διατάσσει αυτό το ασφαλιστικό μέτρο δεν είναι απαραίτητο να εξειδικεύει την τραπεζική κατάθεση ή τις άυλες μετοχές, οι οποίες πρόκειται να δεσμευθούν προσωρινά με την απόφαση ασφαλιστικών μέτρων. Ούτε η απαγόρευση διάθεσής τους που επιβάλλεται με την απόφαση προσβάλλει το απόρρητο αφού δεν καλούνται αυτές (τράπεζες ) να δώσουν πληροφορίες για την ύπαρξή τους. Σε περίπτωση άλλων τρίτων όταν υπάρχει συντηρητική κατάσχεση εις χείρας τους οφείλουν να δηλώσουν αν υπάρχει ή απαίτηση ή το δικαίωμα που κατασχέθηκε και αν υπάρχει άλλη κατάσχεση εις χείρας τους και για τι ποσό.

3.3 Ποια η ισχύς αυτών των μέτρων;

H ισχύς αυτών των μέτρων είναι σύμφωνα με το νόμο

α) μέχρι την έκδοση οριστικής απόφασης στη δίκη για την κύρια υπόθεση κατά εκείνου που ζήτησε το ασφαλιστικό μέτρο που έγινε τελεσίδικη,

β) μέχρι την έκδοση οριστικής απόφασης που τον ωφελεί και αυτή (απόφαση) εκτελέστηκε,

γ) σε περίπτωση συμβιβασμού για την κύρια υπόθεση,

δ) αν περάσουν 30 ημέρες από την περάτωση ή κατάργηση της δίκης με άλλο τρόπο,

ε) αν ανακληθεί ή μεταρρυθμιστεί αυτή ,είτε με την συνδρομή νέων πραγματικών περιστατικών από το δικαστήριο που εξέδωσε αυτήν ή από το δικαστήριο της κυρίας δίκης χωρίς να απαιτείται η επίκληση νέων πραγματικών περιστατικών και

στ) σε περίπτωση που η ίδια η απόφαση θέσει προθεσμία για να ασκηθεί η κυρία αγωγή και αυτή (αγωγή ) δεν ασκηθεί εντός της προθεσμίας αυτής.

Η ερημοδικία ενός από τους διαδίκους, που έχει κλητευθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα, κατά τη συζήτηση της αίτησης, έχει μεν σαν συνέπεια να δικαστεί αυτός ερήμην, πλην όμως το δικαστήριο θα εξετάσει την υπόθεση σαν όλοι οι διάδικοι να ήσαν παρόντες αφού η ερημοδικία στην διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων δεν τεκμηριώνει ομολογία των πραγματικών περιστατικών που εκτίθενται στην σχετική αίτηση. Δύναται να επανεξεταστεί η υπόθεση από το δικαστήριο μόνο σε περίπτωση που ο ερημοδικασθείς διάδικος επικαλεσθεί νέα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αν τα γνώριζε το δικαστήριο θα εξέδιδε διαφορετική απόφαση, αιτούμενος την ανάκληση ή μεταρρύθμιση της απόφασης.

4 Υπάρχει δυνατότητα προσφυγής κατά ενός τέτοιου μέτρου;

Ένδικα μέσα δεν επιτρέπονται κατά της απόφασης που διατάσσει ασφαλιστικά μέτρα με μόνη εξαίρεση την απόφαση της προσωρινής ρύθμισης της νομής ή κατοχής για την οποία προβλέπεται ρητά από το νόμο η δυνατότητα έφεσης ενώπιον του αρμόδιου Πολυμελούς Πρωτοδικείου, εντός προθεσμίας 10 ημερών από την επίδοση της απόφασης. Επίσης, ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου μπορεί να ασκήσει αναίρεση κατά κάθε απόφασης αν δημιουργείται ζήτημα γενικότερου ενδιαφέροντος. Το δικαστήριο αυτό αφού εξετάσει την υπόθεση επικυρώνει ή εξαφανίζει την προσβαλλομένη απόφαση και η ισχύς της απόφασής του είναι προσωρινή. Υπάρχει η δυνατότητα άσκησης αίτησης από τον διάδικο ανάκλησης ή μεταρρύθμισης της απόφασης, ως προαναφέρθηκε και η δυνατότητα άσκησης αίτησης ανάκλησης ή μεταρρύθμισης της απόφασης (τριτανακοπή) από τρίτο άτομο που δεν κλήθηκε στην δίκη και δεν έλαβε μέρος σ' αυτήν και έχει έννομο συμφέρον.


Την έκδοση αυτής της σελίδας στην εθνική γλώσσα διαχειρίζεται ο αντίστοιχος αρμόδιος επαφής του ΕΔΔ. Οι μεταφράσεις έχουν γίνει από την αρμόδια υπηρεσία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Οι τυχόν αλλαγές που επιφέρει η αρμόδια εθνική αρχή στο πρωτότυπο ενδέχεται να μην έχουν περιληφθεί ακόμα στις μεταφράσεις. Η Επιτροπή και το Ευρωπαϊκό Δικαστικό Δίκτυο δεν αναλαμβάνουν καμία απολύτως ευθύνη όσον αφορά πληροφορίες ή δεδομένα που περιέχονται ή αναφέρονται στο παρόν έγγραφο. Βλ. την ανακοίνωση νομικού περιεχομένου για τους κανόνες πνευματικής ιδιοκτησίας που ισχύουν στο κράτος μέλος που είναι αρμόδιο για την παρούσα σελίδα.

Τελευταία επικαιροποίηση: 12/03/2015

Ασφαλιστικά και συντηρητικά μέτρα - Ισπανία

Η πρωτότυπη γλωσσική έκδοση ισπανικά αυτής της σελίδας τροποποιήθηκε πρόσφατα. Η γλωσσική έκδοση που βλέπετε τώρα βρίσκεται στο στάδιο της μετάφρασης.


1 Ποια είναι τα διάφορα μέτρα;

Το αστικό δικονομικό δίκαιο (βασικά, ο κώδικας πολιτικής δικονομίας) (Ley de Enjuiciamiento Civil – ΚΠολΔ) αποτελεί την κύρια πηγή ασφαλιστικών μέτρων ωστόσο, ορισμένα τέτοια μέτρα προβλέπονται σε ειδικές διατάξεις ουσιαστικού δικαίου.

Μεταξύ των μέτρων που προβλέπει ο ΚΠολΔ (άρθρο 727) περιλαμβάνονται τα ακόλουθα:

  1. Συντηρητική κατάσχεση [el embargo preventive de bienes], με στόχο τη διασφάλιση της εφαρμογής αποφάσεων που διατάσσουν την καταβολή χρηματικών ποσών ή καρπών, προσόδων και πραγμάτων ορισμένων κατά γένος που μπορούν να αποτιμηθούν σε μετρητά με την εφαρμογή ορισμένων τιμών.
  2. Δικαστικός έλεγχος ή αναγκαστική, κατόπιν δικαστικής εντολής, διαχείριση παραγωγικών στοιχείων [la intervención o la administración de bienes productivos], όταν επιδιώκεται, βάσει δικαιώματος κυριότητας, επικαρπίας ή άλλου δικαιώματος που θεμελιώνει έννομο συμφέρον στη διατήρηση της παραγωγικότητας, η έκδοση απόφασης που να διατάσσει την παράδοσή τους, ή όταν η διασφάλιση της εν λόγω παραγωγικότητας είναι κρίσιμης σημασίας για την αποτελεσματικότητα της απόφασης που πρόκειται να εκδοθεί σε εύθετο χρόνο.
  3. Παρακατάθεση κινητού περιουσιακού στοιχείου [el depósito de cosa mueble], όταν αντικείμενο της αξίωσης είναι η έκδοση διαταγής για την παράδοση του εν λόγω περιουσιακού στοιχείου και αυτό βρίσκεται στην κατοχή του καθ’ ου.
  4. Απογραφή περιουσιακών στοιχείων [la formación de inventarios de bienes], σύμφωνα με τους όρους που ορίζει το δικαστήριο.
  5. Προληπτική εγγραφή αγωγής [la anotación preventive de demanda], όταν αυτή αφορά περιουσιακά στοιχεία ή δικαιώματα που υπόκεινται σε καταχώριση σε δημόσια μητρώα.
  6. Λοιπές καταχωρίσεις σε μητρώα [otras anotaciones registrales], σε περιπτώσεις στις οποίες ο δημόσιος χαρακτήρας του μητρώου ενδέχεται να συμβάλει στην επίτευξη θετικού αποτελέσματος.
  7. Δικαστική διαταγή για προσωρινή παύση δραστηριότητας [la orden judicial de cesar provisionalmente en una actividad] διαταγή προσωρινής παράλειψης ορισμένης συμπεριφοράς  ή προσωρινή απαγόρευση της διακοπής ή της παύσης της παροχής ορισμένης παρεχόμενης υπηρεσίας.
  8. Δέσμευση και παρακατάθεση εσόδων [la intervención y depósito de ingresos] που αποκτήθηκαν μέσω δραστηριότητας που θεωρείται παράνομη και της οποίας η απαγόρευση ή η διακοπή ζητείται στην αγωγή, καθώς και μεσεγγύηση ή παρακατάθεση ποσών που διεκδικούνται ως αμοιβή για δικαιώματα διανοητικής ιδιοκτησίας.
  9. Προσωρινή παρακατάθεση αντιτύπων έργων ή αντικειμένων [el depósito temporal de ejemplares de las obras u objetos] των οποίων η παραγωγή εικάζεται ότι παραβιάζει τους κανόνες διανοητικής και βιομηχανικής ιδιοκτησίας, καθώς και παρακατάθεση του υλικού που χρησιμοποιείται για την παραγωγή τους.
  10. Αναστολή προσβαλλόμενων εταιρικών αποφάσεων [la suspención de acuerdos sociales], όταν ο αιτών ή οι αιτούντες αντιπροσωπεύουν τουλάχιστον το 1 ή το 5 τοις εκατό του μετοχικού κεφαλαίου, ανάλογα με το αν η καθ’ ης εταιρεία είχε εκδώσει χρεόγραφα τα οποία, κατά την περίοδο της αντιδικίας, είχαν εισαχθεί προς διαπραγμάτευση σε επίσημη δευτερογενή αγορά.

Παράλληλα, η τελευταία παράγραφος του άρθρου 727 του ΚΠολΔ παρέχει τη δυνατότητα στον δικαστή να διατάξει και άλλα μέτρα που δεν περιλαμβάνονται μεταξύ των προαναφερθέντων επομένως, η απαρίθμηση δεν είναι περιοριστική:

  1. πρόκειται για τα άλλα μέτρα που θεσπίζονται ρητά βάσει νόμου για την προστασία ορισμένων δικαιωμάτων ή που θεωρούνται αναγκαία για τη διασφάλιση της αποτελεσματικότητας της δικαστικής προστασίας που μπορεί να χορηγηθεί με δικαστική απόφαση που θα εκδοθεί στο πλαίσιο της ένδικης διαφοράς.

Πέραν του συγκεκριμένου γενικού συστήματος, υπάρχουν και άλλες νόμιμες διατάξεις σχετικά με το ζήτημα της προσωρινής προστασίας, όπως οι ακόλουθες:

  1. Διαδικασία για τη δικαιοπρακτική ικανότητα των προσώπων: το άρθρο 726 του ΚΠολΔ επιτρέπει στο δικαστήριο να θεσπίζει επισήμως τα μέτρα που κρίνει αναγκαία για την προστασία του προσώπου που τεκμαίρεται ότι δεν διαθέτει δικαιοπρακτική ικανότητα ή της περιουσίας του.
  2. Διαδικασία που αφορά την ιδιότητα του γονέα, την πατρότητα και τη μητρότητα: το άρθρο 768 του ΚΠολΔ προβλέπει μέτρα προστασίας για το πρόσωπο και τα περιουσιακά στοιχεία υπό την εποπτεία εκείνου που εμφανίζεται ως γονέας, καθώς και για τη χορήγηση προσωρινής διατροφής στον αιτούντα, συμπεριλαμβανομένου χωρίς προηγούμενη ακροαματική διαδικασία σε επείγουσες περιπτώσεις.
  3. Προστασία της κληρονομικής περιουσίας θανόντος: μπορεί να απαιτείται, μεταξύ άλλων μέτρων, η διασφάλιση της κληρονομικής περιουσίας και των εγγράφων θανόντος, η διαχείριση της κληρονομικής περιουσίας ή η ταυτοποίηση των συγγενών του θανόντος (άρθρα 790 έως 796 του ΚΠολΔ).

Ειδικά ασφαλιστικά μέτρα προβλέπονται επίσης σε ειδικά νομοθετήματα, περιλαμβανομένων, ενδεικτικά, των εξής:

  1. Στον νόμο περί διανοητικής ιδιοκτησίας (βασιλικό νομοθετικό διάταγμα αριθ. 1/1996, της 12ης Απριλίου 1996), και συγκεκριμένα στα άρθρα 138 και 141 (δέσμευση και παρακατάθεση εισοδημάτων που αποκτώνται από την επίμαχη παράνομη δραστηριότητα, αναστολή δραστηριότητας αναπαραγωγής, διανομής και παρουσίασης στο κοινό, παρακατάθεση των παραχθέντων αντικειμένων, δέσμευση εξοπλισμού, συσκευών και υλικών φορέων κ.λπ.).
  2. Στον νόμο περί σημάτων (νόμος αριθ. 17/2001, της 7ης Δεκεμβρίου 2001), και συγκεκριμένα στο άρθρο 61 (προληπτική εγγραφή αγωγής στο μητρώο σημάτων).
  3. Στον νόμο περί διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας (νόμος αριθ. 24/2015, της 24ης Ιουλίου 2015), και συγκεκριμένα στο άρθρο 11 (αναστολή της διαδικασίας χορήγησης διπλώματος ευρεσιτεχνίας) και στα άρθρα 117 και 127 επ. (παύση πράξεων ικανών να θίξουν τα δικαιώματα του αιτούντος, δέσμευση και διακράτηση των εμπορευμάτων τα οποία εικάζεται ότι παραβιάζουν τα δικαιώματα του αιτούντος, εγγυοδοσία για την αποζημίωση που ενδεχομένως θα επιδικαστεί και συναφείς εγγραφές στο μητρώο).
  4. Στον πτωχευτικό νόμο (νόμος αριθ. 22/2003, της 9ης Ιουλίου 2003), και συγκεκριμένα στο άρθρο 48β (δέσμευση περιουσιακών στοιχείων διαχειριστών εταιρείας) και στο άρθρο 17 (μεταξύ άλλων, διασφάλιση της μη διάθεσης περιουσιακών στοιχείων του οφειλέτη).
  5. Στον νόμο περί θαλάσσιας ναυσιπλοΐας (νόμος αριθ. 14/2014, της 24ης Ιουλίου 2014), και συγκεκριμένα στα άρθρα 43 και 470 επ. (συντηρητική κατάσχεση ποντοπόρων πλοίων).
  6. Στον νόμο περί οριζόντιας ιδιοκτησίας (νόμος αριθ. 49/1960, της 21ης Ιουλίου 1960), και συγκεκριμένα στο άρθρο 7 (παύση απαγορευμένης δραστηριότητας) και στο άρθρο 18 (αναστολή συμφωνιών που έχουν ληφθεί από τη συνέλευση των συνιδιοκτητών).

2 Υπό ποιες προϋποθέσεις διατάσσονται αυτά τα μέτρα;

2.1 Η διαδικασία

Τα μέτρα διατάσσονται από τον δικαστή ή το δικαστήριο που διαθέτει καθ’ ύλη και κατά τόπο αρμοδιότητα. Πρόκειται για τον δικαστή ή το δικαστήριο που εκδικάζει την κύρια υπόθεση ή, εάν δεν έχει ξεκινήσει η κύρια δίκη, τον δικαστή ή το δικαστήριο στου οποίου την αρμοδιότητα εμπίπτει η εκδίκαση της κύριας δίκης.

Ασφαλιστικά μέτρα μπορούν να ζητηθούν πριν από την κατάθεση αγωγής, υπό την προϋπόθεση ότι ο χαρακτήρας τους δεν καθιστά αδύνατη την έκδοσή τους (όπως στην περίπτωση της προσωρινής εγγραφής αγωγής) και ότι, βάσει του νόμου, δεν απαιτείται η υποβολή της αίτησης ασφαλιστικών μέτρων ταυτόχρονα με την κατάθεση της αγωγής (όπως στην περίπτωση της παύσης απαγορευμένων δραστηριοτήτων ή της αναστολής κοινοτικών συμφωνιών σε περίπτωση διαφοράς που αφορά οριζόντια ιδιοκτησία). Λόγω του έκτακτου χαρακτήρα των μέτρων αυτών (συνήθως σωρεύονται με την κύρια αγωγή), αυτά πρέπει να είναι ταυτόχρονα αναγκαία και επείγοντα. Μπορούν να εκδοθούν χωρίς να έχει προηγηθεί ακρόαση του αντιδίκου (χωρίς, πάντως, να θίγεται το δικαίωμα προσβολής των μέτρων μετά την έκδοσή τους) ωστόσο, η ισχύς τους λήγει εφόσον η αντίστοιχη αγωγή δεν κατατεθεί εντός είκοσι ημερών από την ημερομηνία έκδοσής τους.

Εντούτοις, όπως επισημαίνεται ανωτέρω, είναι συνηθέστερο να υποβάλλεται η αίτηση ασφαλιστικών μέτρων ταυτόχρονα με την κατάθεση της αγωγής. Στην περίπτωση αυτή, ο δικαστής ή το δικαστήριο διατάσσει την κατάρτιση χωριστού φακέλου για το ασφαλιστικό μέτρο, ο οποίος θα εξεταστεί ταυτόχρονα με την κύρια υπόθεση στον εν λόγω φάκελο μπορούν να υποβληθούν και να προστεθούν αποδεικτικά στοιχεία τα οποία να καταδεικνύουν ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις για την παροχή προσωρινής προστασίας. Κατά γενικό κανόνα, πάντως, οι διάδικοι καλούνται σε ακρόαση ενώπιον του δικαστηρίου πριν από την έκδοση ασφαλιστικών μέτρων,  στο πλαίσιο της οποίας δίδονται καταθέσεις και είναι δυνατή η προσκόμιση κάθε αποδεικτικού στοιχείου που συνδέεται με το ζήτημα της έκδοσης ή μη ασφαλιστικών μέτρων όπου ενδείκνυται, εξετάζεται η εγγύηση προς κατάθεση από τον διάδικο που ζητεί την έκδοση του ασφαλιστικού μέτρου, για την περίπτωση απόρριψης της αγωγής. Εντούτοις, ο διάδικος που ζητεί την έκδοση του μέτρου μπορεί να ζητήσει να εκδοθεί αυτό χωρίς προηγούμενη ακρόαση του αντιδίκου, εφόσον προσκομίσει στοιχεία που αποδεικνύουν ότι συντρέχουν επείγοντες λόγοι ή ότι η ακρόαση θα μπορούσε να υπονομεύσει την αποτελεσματικότητα του μέτρου – για παράδειγμα, αν συντρέχει κίνδυνος απόκρυψης ή απομείωσης της περιουσίας του οφειλέτη. Στην περίπτωση αυτή, ο ζημιωθείς δύναται να ασκήσει ανακοπή κατά του μέτρου μετά την έκδοσή του.

Αίτηση έκδοσης ασφαλιστικών μέτρων μπορεί επίσης να υποβληθεί μετά την αγωγή ή και κατά τη διαδικασία έφεσης, πλην όμως η εν λόγω αίτηση πρέπει να συνοδεύεται από στοιχεία ή περιστάσεις που δικαιολογούν τον χρόνο υποβολής της.

Στις περιπτώσεις στις οποίες απαιτείται η παρέμβαση δικηγόρου και εισαγγελέα, η συμμετοχή τους είναι απαραίτητη για την υποβολή αίτησης έκδοσης ασφαλιστικών μέτρων. Στην περίπτωση επειγόντων μέτρων πριν από την αγωγή, δεν απαιτείται νομική εκπροσώπηση (άρθρα 23 και 31 του ΚΠολΔ).

2.2 Οι κύριες προϋποθέσεις

Προκειμένου να διατάξει το δικαστήριο οποιοδήποτε από τα μέτρα που απαριθμούνται ανωτέρω, πρέπει να συντρέχουν τα ακόλουθα:

  1. κίνδυνος που απορρέει από την πάροδο του χρόνου (periculum in mora):  συνίσταται στον κίνδυνο βλάβης που θα μπορούσε να υποστεί ο αιτών λόγω καθυστέρησης της δικαστικής διαδικασίας, γεγονός που θα μπορούσε να ματαιώσει την εφαρμογή του διατακτικού της απόφασης που θα περατώσει τη δικαστική διαδικασία. Ο διάδικος που υποβάλλει αίτηση για την έκδοση του μέτρου πρέπει να καταδείξει ότι, αν τα μέτρα που αιτείται δεν εκδοθούν, θα μπορούσαν, ενόσω εκκρεμεί η διαδικασία, να εκδηλωθούν καταστάσεις που θα δυσχεράνουν ή θα εμποδίσουν την αποτελεσματικότητα της προστασίας που ενδεχομένως θα του χορηγηθεί. Σε κάθε περίπτωση, δεν θα πρέπει να εκδίδεται το μέτρο αν ο αιτών έχει ανεχτεί την κατάσταση που ενέχει τον κίνδυνο ήδη για μεγάλο χρονικό διάστημα, εκτός αν προσκομίσει στοιχεία που δικαιολογούν το γιατί δεν υπέβαλε νωρίτερα αίτηση για την έκδοση του μέτρου.
  2. Πιθανολόγηση της αξίωσης ή απόδειξη prima facie: Ο αιτών πρέπει να παρουσιάσει στο δικαστήριο λόγους στους οποίους να μπορεί να θεμελιωθεί πιθανολόγηση της βασιμότητας της αξίωσης του αιτούντος. Η απαίτηση αυτή συνεπάγεται ότι ο αιτών πρέπει να υποβάλει στοιχεία, ισχυρισμούς και αποδεικτικά έγγραφα στα οποία να μπορεί το δικαστήριο να βασίσει, χωρίς να προδικάζει την τελική κρίση του επί της ουσίας της υπόθεσης (διότι στην Ισπανία ασφαλιστικά μέτρα εκδίδονται από το ίδιο δικαστήριο το οποίο στη συνέχεια θα εκδικάσει την κύρια υπόθεση), προσωρινή και αιτιολογημένη απόφαση υπέρ της βασιμότητας της αξίωσης (άρθρο 782 παράγραφος 2 του ΚΠολΔ). Εκτός από τα αποδεικτικά έγγραφα, γίνονται δεκτά και άλλα αποδεικτικά στοιχεία (μάρτυρες, εμπειρογνώμονες, καταθέσεις διαδίκων).
  3. Εγγύηση: πλην αν υπάρξει ρητή απόφαση περί του αντιθέτου, ο αιτών την έκδοση του μέτρου πρέπει να καταθέσει εγγύηση ικανή να αποκαταστήσει, με ταχύ και αποτελεσματικό τρόπο, τις ζημίες που ενδέχεται να προκαλέσει στην περιουσία του καθ’ ου η έκδοση του ασφαλιστικού μέτρου. Το δικαστήριο πρέπει να καθορίσει το σχετικό ποσό λαμβάνοντας υπόψη:  α) τη φύση και το περιεχόμενο της αξίωσης β) την αξιολόγησή του ως προς τη βάση της αίτησης έκδοσης του μέτρου και γ) τους λόγους για την καταλληλότητα ή την επάρκεια του ποσού της εγγύησης ενόψει του ύψους της ζημίας την οποία η έκδοση του μέτρου θα μπορούσε να προκαλέσει.
  4. Αναλογικότητα: η εν λόγω προϋπόθεση δεν προβλέπεται ρητά στον ΚΠολΔ, όμως γίνεται γενικά δεκτό ότι συμπληρώνει τις λοιπές προϋποθέσεις, δεδομένου ότι το δικαστήριο διατάσσει μόνο μέτρα που είναι απολύτως απαραίτητα για την επίτευξη του σκοπού της διασφάλισης της δικαστικής διαδικασίας την οποία αφορά η προσωρινή προστασία. Αυτό προκύπτει από τις αρχές του κράτους δικαίου και της ελάχιστης δυνατής παρέμβασης στο πεδίο της ελευθερίας του ατόμου. Μέσω του συντάγματος, οι εν λόγω αρχές διέπουν ολόκληρο το νομικό σύστημα.
  5. Συμπληρωματικότητα: τα ασφαλιστικά μέτρα ακολουθούν την εξέλιξη της κύριας δίκης με την οποία συνδέονται.
  6. Μεταβλητότητα: τα ασφαλιστικά μέτρα μπορούν να τροποποιηθούν εφόσον προβληθούν και αποδειχθούν στοιχεία ή περιστάσεις που δεν θα μπορούσαν να έχουν ληφθεί υπόψη κατά τον χρόνο της έκδοσης των μέτρων ή εντός της προθεσμίας για την προσβολή της απόφασης που διέταξε τα μέτρα.

3 Αντικείμενο και φύση αυτών των μέτρων

Σκοπός της έκδοσης ασφαλιστικού μέτρου είναι να αντιμετωπιστεί ή να καλυφθεί το ενδεχόμενο να υποχρεωθεί ο καθ’ ου, στο πλαίσιο τρέχουσας ή μελλοντικής δίκης, να παραλείψει ή να προβεί σε ορισμένες ενέργειες σε σχέση με την περιουσία του. Πρόκειται για προσπάθεια να εμποδιστεί ο καθ’ ου να προβεί σε ενέργειες που έχουν ως στόχο να αποτραπεί η πρόσβαση σε περιουσιακά στοιχεία ή δικαιώματά του, να προκληθεί ή να επιτραπεί βλάβη στην εν λόγω περιουσία του, ή να τεθούν περιουσιακά στοιχεία εκτός του πεδίου πρόσβασης της δικαιοσύνης μέσω της δημιουργίας υποχρεώσεων, προκειμένου να αποτραπεί η αναγκαστική εκτέλεση τυχόν μελλοντικής δικαστικής απόφασης σε βάρος του.

Στην ισπανική νομοθεσία, ασφαλιστικά μέτρα μπορούν να εκδοθούν μόνο από τα δικαστήρια. Δεν μπορούν να εκδοθούν από διαιτητές ή διαμεσολαβητές δεν προβλέπεται κλειστός αριθμός αυτών  ανήκουν στη διάθεση των διαδίκων (μπορούν να εκδοθούν μόνο κατόπιν αιτήματος διαδίκου) έχουν περιουσιακό χαρακτήρα, δεδομένου ότι επηρεάζουν τα περιουσιακά στοιχεία και τα δικαιώματα του καθ’ ου σκοπός τους είναι η διασφάλιση της δυνατότητας εκτέλεσης πιθανής θετικής δικαστικής απόφασης είναι βοηθητικά της απόφασης που θα εκδοθεί στην κύρια δίκη.

Μπορούν να εκδοθούν τόσο για υλικά όσο και για άυλα περιουσιακά στοιχεία. Δεν είναι αποκλειστικά οικονομικής φύσης η έκδοση ασφαλιστικών μέτρων μπορεί να αφορά τον περιορισμό προσωπικών δικαιωμάτων.

Επιτρέπεται η έκδοση εντολών και απαγορεύσεων, επομένως μπορούν να διατάσσουν πράξεις ή παραλείψεις.

3.1 Ποια περιουσιακά στοιχεία μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο αυτών των μέτρων;

  1. Τα ασφαλιστικά μέτρα μπορεί να αφορούν συγκεκριμένα και προσδιορισμένα περιουσιακά στοιχεία, καθώς και οτιδήποτε μπορεί να αποτιμηθεί σε χρήμα, όπως τα προϊόντα, οι πρόσοδοι μισθώματα και οι καρποί που μπορούν να ληφθούν από πράγματα.

    Είναι δυνατόν να υποβληθεί αίτηση κατάσχεσης τέτοιων περιουσιακών στοιχείων για να διασφαλιστεί χρηματική αξίωση που απορρέει από γενική υποχρέωση βάσει της οποίας τα οφειλόμενα πράγματα δεν εξατομικεύονται αλλά υποκαθίστανται από συγκεκριμένο χρηματικό ποσό που μπορεί να υπολογιστεί με απλές μαθηματικές πράξεις.

    Ορισμένα κινητά αγαθά κατατίθενται σε κατάλληλο θεματοφύλακα, τον οποίο ορίζει το δικαστήριο.

    Υπάρχει επίσης η δυνατότητα δέσμευσης, θέσης υπό μεσεγγύηση και παρακατάθεσης χρηματικών ποσών. Γίνεται διάκριση μεταξύ δέσμευσης και παρακατάθεσης εσόδων που προκύπτουν από παράνομες δραστηριότητες και εσόδων που προκύπτουν από επιτρεπόμενες δραστηριότητες, όπως τα έσοδα από δικαιώματα διανοητικής ιδιοκτησίας.
  2. Περαιτέρω, υπάρχει και μια άλλη ομάδα μέτρων που μπορούν να ληφθούν, τα οποία συνίστανται σε πράξεις που μπορεί να διατάξει το δικαστήριο σχετικά με αξίωση που προβάλλεται με αίτηση και τα οποία δεν αφορούν συγκεκριμένο περιουσιακό στοιχείο.

Στο πλαίσιο αυτό, υπάρχει η δυνατότητα δικαστικού ελέγχου ή αναγκαστικής, κατόπιν δικαστικής εντολής, διαχείρισης παραγωγικών στοιχείων όταν επιδιώκεται η έκδοση απόφασης που να διατάσσει την παράδοσή τους βάσει δικαιώματος κυριότητας, επικαρπίας ή άλλου δικαιώματος που θεμελιώνει έννομο συμφέρον.

Μπορεί επίσης να υποβληθεί αίτηση για απογραφή περιουσιακών στοιχείων, σύμφωνα με τους όρους που θέτει το δικαστήριο.

Η προληπτική εγγραφή αγωγής επιτρέπεται όταν αυτή αφορά περιουσιακά στοιχεία ή δικαιώματα που υπόκεινται σε καταχώριση σε δημόσια μητρώα, ενώ λοιπές καταχωρίσεις σε μητρώα επιτρέπονται στις περιπτώσεις στις οποίες η σχετική δημοσιότητα μπορεί να συμβάλει στην επίτευξη θετικού αποτελέσματος.

Τέλος, μπορεί να εκδοθεί δικαστική διαταγή για προσωρινή παύση δραστηριότητας, προσωρινή παράλειψη ορισμένης συμπεριφοράς ή προσωρινή αναστολή ή παύση της παροχής ορισμένης υπηρεσίας.

  1. Η τελευταία κατηγορία πραγμάτων τα οποία μπορεί να αφορούν τα μέτρα είναι τα υλικά και αντίτυπα που συνδέονται με καθεστώς αποκλειστικότητας (επί της ουσίας, πρόκειται για κατάσχεση ή δέσμευση αντικειμένων που χρησιμοποιούνται στην παραγωγή δικαιωμάτων βιομηχανικής και διανοητικής ιδιοκτησίας).

Μπορούν επίσης να ανασταλούν οι εταιρικές αποφάσεις κάθε είδους εμπορικής εταιρείας.

  1. Τέλος, στην ισπανική νομοθεσία προβλέπεται η δυνατότητα έκδοσης σειράς μη προσδιοριζόμενων μέτρων τα οποία αποσκοπούν στην προστασία δικαιωμάτων και τα οποία προβλέπονται από τον νόμο ή κρίνονται αναγκαία για τη διασφάλιση της αποτελεσματικότητας της δικαστικής προστασίας. Τα στοιχεία επί των οποίων μπορούν να επιβληθούν τέτοια μέτρα δεν καθορίζονται, αλλά μπορούν να είναι οποιουδήποτε είδους, υπό την προϋπόθεση ότι τα μέτρα είναι αναγκαία.

3.2 Ποια τα αποτελέσματα αυτών των μέτρων;

  1. Η συντηρητική κατάσχεση ποσοτικά προσδιορίσιμων πραγμάτων, χρημάτων, προσόδων, προϊόντων έχει ως στόχο να διασφαλίσει την ύπαρξη ενός υπολοίπου ώστε να μπορεί ο καθ’ ου να ανταποκριθεί στο κόστος τυχόν απόφασης σε βάρος του, ιδίως στις περιπτώσεις στις οποίες η συμμόρφωση με την απόφαση δεν θα είναι οικειοθελής.
  2. Παρακατάθεση κινητού περιουσιακού στοιχείου μπορεί να διαταχθεί μόνο όταν η αίτηση αφορά την παράδοση συγκεκριμένου αντικειμένου το οποίο βρίσκεται στην κατοχή του καθ’ ου.
  3. Στόχος της θέσης υπό δικαστικό έλεγχο ή υπό αναγκαστική, κατόπιν δικαστικής εντολής, διαχείριση είναι η διασφάλιση ιδιαιτέρως παραγωγικών στοιχείων, προκειμένου να αποφευχθεί η κακή διαχείρισή τους που θα οδηγούσε σε μείωση ή εξάλειψη των παραγωγικών αποδόσεών τους.
  4. Η θέση παραγωγικών στοιχείων υπό έλεγχο συνεπάγεται την άσκηση δικαστικού ελέγχου, χωρίς, ωστόσο, να αφαιρείται η διαχείριση από τον καθ’ ου αντιθέτως, η θέση υπό αναγκαστική διαχείριση περιλαμβάνει ένα ακόμη βήμα, στο πλαίσιο του οποίου τη διαχείριση αναλαμβάνει, αντί του καθ’ ου, διορισμένος από το δικαστήριο διαχειριστής.
  5. Αίτηση για απογραφή μπορεί να εγκριθεί σε κάθε είδους διαδικασία, ανεξαρτήτως του σκοπού της, με μοναδική προϋπόθεση η απογραφή να είναι απαραίτητη για τη διασφάλιση της έκδοσης θετικής απόφασης. Ο δικαστής πρέπει να προσδιορίσει σαφώς τα στοιχεία που πρέπει να περιλαμβάνει η απογραφή, καθώς και τον τρόπο με τον οποίο θα πρέπει να πραγματοποιηθούν.
  6. Τα αποτελέσματα της προληπτικής εγγραφής αγωγής εκτείνονται στο διαδικαστικό πλαίσιο που συνδέεται με τη δικαστική διαδικασία στο πλαίσιο της οποίας αυτή έχει διαταχθεί. Η διαδικασία επιδιώκει την αναστολή της προστασίας που παρέχει ο δημόσιος χαρακτήρας των μητρώων και της εμπιστοσύνης που αυτός δημιουργεί υπέρ του κατόχου του περιουσιακού στοιχείου ή του δικαιώματος, ενώ οι τρίτοι δεν μπορούν να ισχυριστούν άγνοια όσον αφορά τα αποτελέσματα έναντι αυτών της εγγραφής. Η εν λόγω προληπτική εγγραφή αγωγής μπορεί να διαταχθεί σε κάθε είδους διαδικασία, παρέχοντας προστασία σε κάθε είδους δημόσιο μητρώο, όπως το κτηματολόγιο και το εμπορικό μητρώο.
  7. Προσωρινοί περιορισμοί της συμπεριφοράς του καθ’ ου: ρυθμίζονται σε διαφορετικούς ειδικούς νόμους και, συνεπώς, πρέπει να διατάσσονται σύμφωνα με τις διατάξεις του εκάστοτε σχετικού νομοθετήματος. Τα αποτελέσματά τους εκτείνονται στην έκδοση διαταγής για προσωρινή παύση δραστηριότητας που πραγματοποιείται από τον καθ’ ου: προσωρινή παράλειψη ορισμένης συμπεριφοράς, ή προσωρινή απαγόρευση της διακοπής ή της παύσης της παροχής ορισμένης παρεχόμενης υπηρεσίας.
  8. Δέσμευση, μεσεγγύηση και παρακατάθεση χρηματικών ποσών: πρόκειται σαφώς για ασφαλιστικό μέτρο και συνιστά συντηρητική κατάσχεση, καθώς διασφαλίζει την ικανοποίηση αξίωσης με συγκεκριμένο οικονομικό περιεχόμενο. Το μέτρο αυτό επιτρέπει τη δέσμευση και παρακατάθεση εσόδων που προκύπτουν από παράνομη δραστηριότητα. Δεν είναι δυνατή η χωριστή επιβολή τους, επομένως είναι αναγκαία η ταυτόχρονη επιβολή δέσμευσης και παρακατάθεσης. Εφόσον επιδιώκεται μόνο η μία εκ των δύο, θα πρέπει να γίνει προσφυγή στα γενικά μέτρα που περιγράφονται ανωτέρω. Επίσης, στο πλαίσιο του εν λόγω μέτρου, μπορεί επίσης να ζητηθεί η θέση υπό μεσεγγύηση ή η παρακατάθεση χρηματικών ποσών που αξιώνονται ως αμοιβή για δικαιώματα διανοητικής ιδιοκτησίας πρόκειται για το δικαίωμα των δημιουργών να λαμβάνουν χρηματικά ποσά για τα έργα τους, το οποίο συνίσταται στο δικαίωμά τους αναλογικής συμμετοχής στα έσοδα που προκύπτουν από τους διάφορους τρόπους δημόσιας εκμετάλλευσης που αναγνωρίζονται από τον νόμο περί διανοητικής ιδιοκτησίας.
  9. Παρακατάθεση υλικών ή αντιτύπων που συνδέονται με καθεστώς αποκλειστικότητας: πρόκειται για ασφαλιστικό μέτρο που εντάσσεται στον τομέα της προστασίας των δικαιωμάτων αποκλειστικής εκμετάλλευσης τα οποία παρέχουν στους δικαιούχους τους ειδικοί νόμοι για τη βιομηχανική και τη διανοητική ιδιοκτησία. Αποτελεί ειδική περίπτωση κατάσχεσης του σχετικού αντικειμένου, των αντιτύπων ή του υλικού που απαιτείται για την παραγωγή.
  10. Αναστολή εταιρικών αποφάσεων: η εξειδίκευση του εν λόγω μέτρου εξαρτάται από τις αναγκαίες προϋποθέσεις για να ζητηθεί η λήψη του: 1 % του μετοχικού κεφαλαίου αν η εταιρεία έχει εκδώσει μετοχές οι οποίες, κατά τον χρόνο άσκησης της αίτησης, είναι εισηγμένες προς διαπραγμάτευση σε επίσημη δευτερογενή αγορά ή 5 % του μετοχικού κεφαλαίου σε κάθε άλλη περίπτωση. Μπορεί να εφαρμοστεί σε κάθε είδους εμπορική εταιρεία.

3.3 Ποια η ισχύς αυτών των μέτρων;

Τα ασφαλιστικά μέτρα εκδίδονται κατά κανόνα κατόπιν ακρόασης του καθ’ ου. Αν ο αιτών ισχυριστεί και αποδείξει ότι συντρέχουν λόγοι επείγοντος, τα ασφαλιστικά μέτρα μπορούν να διαταχθούν από το δικαστήριο χωρίς περαιτέρω διατυπώσεις, με αιτιολόγηση της μη ακρόασης του καθ’ ου εντός προθεσμίας πέντε ημερών. Μετά την έκδοσή τους, τα ασφαλιστικά μέτρα μπορούν να τροποποιηθούν εφόσον προβληθούν και αποδειχθούν στοιχεία ή περιστάσεις που δεν θα μπορούσαν να έχουν ληφθεί υπόψη κατά τον χρόνο της έκδοσης των μέτρων ή εντός της προθεσμίας για την προσβολή της απόφασης που διέταξε τα μέτρα.

Αν με την απόφαση στην κύρια υπόθεση απορριφθεί η αγωγή του αιτούντος, ο δικαστής πρέπει να διατάξει αμέσως την άρση του μέτρου, εκτός αν υποβληθεί αίτηση περί του αντιθέτου ενόψει των περιστάσεων της υπόθεσης και ύστερα από αύξηση της εγγύησης.

Αν η αγωγή γίνει εν μέρει δεκτή, ο δικαστής αποφασίζει, κατόπιν ακρόασης του αντιδίκου, την άρση ή τη διατήρηση του μέτρου.

Αν επιβεβαιωθεί η απόρριψη της αγωγής, με την έκδοση της τελεσίδικης απόφασης, το δικαστήριο αίρει αυτεπαγγέλτως τα μέτρα και το θιγόμενο μέρος δύναται να ασκήσει αγωγή αποζημίωσης για τη ζημιά που υπέστη (αυτό ισχύει και στην περίπτωση της παραίτησης από το δικαίωμα ή το δικόγραφο της αγωγής).

Άλλη περίπτωση στην οποία είναι δυνατή η τροποποίηση ασφαλιστικών μέτρων είναι όταν η αίτηση έκδοσης του μέτρου υποβλήθηκε πριν από την αγωγή και το μέτρο εκδόθηκε χωρίς ακρόαση του καθ’ ου. Στην περίπτωση αυτή, αν ο αιτών δεν τηρήσει τη νόμιμη προθεσμία των είκοσι ημερών για την άσκηση της αγωγής και η εν λόγω προθεσμία εκπνεύσει, το μέτρο αίρεται άμεσα και ο καθ’ ου δικαιούται αποζημίωση για τη ζημία που υπέστη, ενώ επιβάλλονται στον αιτούντα τα συνολικά έξοδα της διαδικασίας.

Ομοίως, το μέτρο δεν μπορεί να διατηρηθεί σε περίπτωση που η δίκη ανασταλεί για διάστημα μεγαλύτερο των έξι μηνών για λόγο που βαρύνει τον αιτούντα.

Αν διαταχθεί η προσωρινή εκτέλεση δικαστικής απόφασης, τα ασφαλιστικά μέτρα που έχουν διαταχθεί και τα οποία συνδέονται με την εν λόγω εκτέλεση αίρονται και αντικαθίστανται από τα μέτρα αναγκαστικής εκτέλεσης, κατά τρόπο ώστε τα μέτρα που επιβλήθηκαν αρχικά ως ασφαλιστικά να αλλάζουν φύση.

Τέλος, ο καθ’ ου δύναται να ζητήσει από το δικαστήριο την αντικατάσταση του ασφαλιστικού μέτρου με την καταβολή εγγύησης ύψους επαρκούς ώστε να διασφαλίζεται η πλήρης εφαρμογή της δικαστικής απόφασης. Αρμόδιο συναφώς είναι το δικαστήριο που διέταξε το μέτρο, το οποίο καθορίζει την προς παροχή εγγύηση, η οποία μπορεί να καταβληθεί σε χρήμα ή να παρασχεθεί υπό τη μορφή τριτεγγύησης.

4 Υπάρχει δυνατότητα προσφυγής κατά ενός τέτοιου μέτρου;

Οι δικονομικοί κανόνες προβλέπουν τη δυνατότητα άσκησης έφεσης ενώπιον ανώτερου δικαστηρίου.

Συνεπώς, υπάρχει η δυνατότητα έφεσης κατά της απόφασης που διατάσσει τα μέτρα, μολονότι η εν λόγω έφεση δεν αναστέλλει την εφαρμογή των μέτρων. Μπορεί επίσης να ασκηθεί έφεση κατά απόφασης με την οποία απορρίπτεται η έκδοση μέτρων.

Εξάλλου, πέραν της εν λόγω δυνατότητας έφεσης, ο αιτών δύναται, σε κάθε περίπτωση, να καταθέσει εκ νέου την αίτησή του εφόσον έχουν αλλάξει οι συνθήκες που επικρατούσαν κατά τον χρόνο της αρχικής αίτησης.

Δεν υπάρχει δικαίωμα έφεσης κατά απόφασης που διατάσσει ασφαλιστικά μέτρα χωρίς προηγούμενη ακρόαση του καθ’ ου, καθώς η ορθή διαδικασία στην περίπτωση αυτή είναι η άσκηση ανακοπής, η οποία ασκείται ενώπιον του δικαστηρίου που διέταξε το ασφαλιστικό μέτρο. Ο καθ’ ου δύναται να ασκήσει έφεση –η οποία δεν έχει ανασταλτικό αποτέλεσμα– κατά απόφασης απόρριψης της εν λόγω ανακοπής του. Ο αιτών τα ασφαλιστικά μέτρα έχει το ίδιο δικαίωμα άσκησης έφεσης σε περίπτωση που γίνει δεκτή, εν όλω ή εν μέρει, η ανακοπή του καθ’ ου.

Σε αντίθεση με τα ανωτέρω, δεν υφίσταται δικαίωμα έφεσης κατά απόφασης που δέχεται ή απορρίπτει αίτημα εγγυοδοσίας.

Η κατάρτιση και η τεκμηρίωση της έφεσης διέπονται από τους γενικούς κανόνες (άρθρο 458). Σε περίπτωση περισσότερων εφεσιβαλλόντων, η σχετική προθεσμία υπολογίζεται χωριστά για τον καθένα.

Όπως προαναφέρθηκε, στη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, η άσκηση έφεσης δεν έχει ανασταλτικό αποτέλεσμα: το δικαστήριο εξακολουθεί να εκδίδει τις διατάξεις που είναι απαραίτητες για την εφαρμογή του ασφαλιστικού μέτρου.

Στο εφετείο οι αποφάσεις που απορρίπτουν τα ασφαλιστικά μέτρα εκδικάζονται κατά προτεραιότητα, με τις ημερομηνίες συνεδρίασης, ψηφοφορίας και έκδοσης της απόφασης να ορίζονται το συντομότερο δυνατόν.

ΕΞΟΔΑ ΤΗΣ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑΣ ΤΟΥ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΟΥ ΜΕΤΡΟΥ

Το ζήτημα των εξόδων της διαδικασίας ρυθμίζεται βάσει του κριτηρίου της ήττας στη δίκη, σύμφωνα με το οποίο τα εν λόγω έξοδα βαρύνουν τον αντίδικο του διαδίκου του οποίου το αίτημα (αποδοχή ή απόρριψη των μέτρων) κάνει δεκτό η απόφαση.


Την έκδοση αυτής της σελίδας στην εθνική γλώσσα διαχειρίζεται ο αντίστοιχος αρμόδιος επαφής του ΕΔΔ. Οι μεταφράσεις έχουν γίνει από την αρμόδια υπηρεσία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Οι τυχόν αλλαγές που επιφέρει η αρμόδια εθνική αρχή στο πρωτότυπο ενδέχεται να μην έχουν περιληφθεί ακόμα στις μεταφράσεις. Η Επιτροπή και το Ευρωπαϊκό Δικαστικό Δίκτυο δεν αναλαμβάνουν καμία απολύτως ευθύνη όσον αφορά πληροφορίες ή δεδομένα που περιέχονται ή αναφέρονται στο παρόν έγγραφο. Βλ. την ανακοίνωση νομικού περιεχομένου για τους κανόνες πνευματικής ιδιοκτησίας που ισχύουν στο κράτος μέλος που είναι αρμόδιο για την παρούσα σελίδα.

Τελευταία επικαιροποίηση: 28/10/2019

Ασφαλιστικά και συντηρητικά μέτρα - Γαλλία


1 Ποια είναι τα διάφορα μέτρα;

  • Ο δικαστής των ασφαλιστικών μέτρων μπορεί ανά πάσα στιγμή να διατάξει επειγόντως προσωρινά μέτρα (επείγουσα διαδικασία, προσωρινή καταβολή, αποβολή από τη νομή ή την κατοχή, απαγόρευση πράξης επ’ απειλή χρηματικής ποινής, διατήρηση αποδεικτικού μέσου).

Τα προσωρινά μέτρα που μπορούν να ληφθούν δεν προβλέπονται περιοριστικά: στο πλαίσιο διαδικασίας ασφαλιστικών μέτρων μπορούν να διαταχθούν όλα τα επείγοντα μέτρα που δεν προσκρούουν σε καμία σοβαρή αντίκρουση ή τα οποία δικαιολογούνται από την ύπαρξη διαφοράς (προσωρινή καταβολή, αποβολή καταπατητή, πραγματογνωμοσύνη ή διαπίστωση ζημίας κ.λπ.). Επίσης, ο δικαστής των ασφαλιστικών μέτρων μπορεί να διατάξει επειγόντως κάθε αναγκαίο μέτρο είτε για την αποτροπή επικείμενης ζημίας (ιδίως εργασίες σταθεροποίησης) είτε για την παύση προδήλως παράνομης προσβολής.

  • Προβλέπεται ειδικό καθεστώς για τα συντηρητικά μέτρα (συντηρητικές κατασχέσεις και δικαστικές ασφάλειες), τα οποία επιτρέπουν στον πιστωτή, συνήθως με την έγκριση του δικαστή, να δεσμεύσει το σύνολο ή μέρος των περιουσιακών στοιχείων του οφειλέτη ή να επιβάλει επί των περιουσιακών αυτών στοιχείων ειδική εμπράγματη ασφάλεια, προκειμένου να εξασφαλίσει την εξόφληση απαίτησης η οποία δεν έχει ακόμη αναγνωριστεί με δικαστική απόφαση αλλά της οποίας η δυνατότητα είσπραξης φαίνεται να απειλείται.

Τα συντηρητικά μέτρα μπορούν να λάβουν τις εξής δύο μορφές:

  • της συντηρητικής κατάσχεσης, η οποία επιτρέπει τη συντηρητική κατάσχεση υλικών περιουσιακών στοιχείων (επίπλων, οχημάτων κ.λπ.), άυλων περιουσιακών στοιχείων (χρηματικών ποσών, εταιρικών δικαιωμάτων, κινητών αξιών κ.λπ.) ή απαιτήσεων (τραπεζικών λογαριασμών, μισθωμάτων κ.λπ.),
  • της δικαστικής ασφάλειας επί ακινήτων, επί της υπεραξίας επιχείρησης, επί εταιρικών μεριδίων ή επί κινητών αξιών (εγγραφή προσωρινής υποθήκης, ενεχυρίαση εταιρικών μεριδίων ή κινητών αξιών).

2 Υπό ποιες προϋποθέσεις διατάσσονται αυτά τα μέτρα;

2.1 Η διαδικασία

  • Προσωρινά μέτρα: η προσφυγή στον δικαστή των ασφαλιστικών μέτρων γίνεται μέσω επίδοσης κλήσης (κλήτευση μέσω δικαστικού επιμελητή). Πρόκειται για διαδικασία επείγουσα, κατ’ αντιδικία.
  • Συντηρητικά μέτρα: καταρχήν, απαιτείται η προηγούμενη έγκριση του δικαστή. Ωστόσο, ο πιστωτής απαλλάσσεται από την υποχρέωση λήψης της εν λόγω έγκρισης όταν στηρίζεται σε εκτελεστό τίτλο ή δικαστική απόφαση η οποία δεν είναι ακόμα εκτελεστή. Το ίδιο ισχύει και σε περίπτωση μη πληρωμής συναλλαγματικής που έχει γίνει αποδεκτή, γραμματίου σε διαταγή, επιταγής ή μισθώματος για τη μίσθωση ακινήτου (εφόσον η σύμβαση είναι έγγραφη).

Όσον αφορά τα προσωρινά μέτρα, ο καθορισμός του αρμόδιου δικαστηρίου εξαρτάται από τη φύση της αίτησης. Η γενική αρμοδιότητα ανήκει στον πρόεδρο του πολυμελούς πρωτοδικείου (tribunal de grande instance). Παρά ταύτα, οι δικαστές των μονομελών πρωτοδικείων (tribunaux d'instance), οι πρόεδροι των εμποροδικείων (tribunaux de commerce), των εργατοδικείων (conseils des prud’hommes) και των δικαστηρίων αγροτικών μισθώσεων (tribunaux paritaires des baux ruraux) μπορούν επίσης να αποφαίνονται επί ασφαλιστικών μέτρων εντός των ορίων των αρμοδιοτήτων τους.

Όσον αφορά τα συντηρητικά μέτρα, αρμόδιος δικαστής είναι ο δικαστής της εκτέλεσης, ο οποίος είναι δικαστής του πολυμελούς πρωτοδικείου (tribunal de grande instance). Αρμόδιο δικαστήριο είναι αυτό του τόπου διαμονής του οφειλέτη.

Ενώπιον του δικαστή της εκτέλεσης ή του δικαστή των ασφαλιστικών μέτρων, οι διάδικοι υπερασπίζονται τον εαυτό τους. Μπορούν ωστόσο να επικουρούνται ή να εκπροσωπούνται από δικηγόρο.

Οι συντηρητικές κατασχέσεις πρέπει να επιβάλλονται από δικαστικό επιμελητή. Δεν προβλέπεται η ίδια υποχρέωση για την εγγραφή των δικαστικών ασφαλειών. Ωστόσο, δεδομένης της νομικής περιπλοκότητας της εγγραφής ασφάλειας, οι πιστωτές καταφεύγουν πάντοτε στη βοήθεια επαγγελματία νομικού.

Το κόστος των συντηρητικών μέτρων βαρύνει πάντα τον οφειλέτη, ακόμη και αν ο πιστωτής χρειαστεί να το προκαταβάλει. Τα έξοδα εκτέλεσης υπόκεινται σε διατίμηση μέσω της οποίας ορίζεται η αμοιβή των δικαστικών επιμελητών για κάθε πράξη εκτέλεσης και κάθε συντηρητικό μέτρο.

Βάσει του διατάγματος αριθ.° 96-1080 της 12ης Δεκεμβρίου 1996, η καθορισμένη αμοιβή των δικαστικών επιμελητών περιλαμβάνει ένα κατ’ αποκοπή ποσό το οποίο εκφράζεται, σωρευτικά ή εναλλακτικά κατά περίπτωση, σε σταθερά ή αναλογικά δικαιώματα, τα οποία συμπληρώνονται ενίοτε από δικαιώματα έναρξης και συνέχισης διαδικασίας.

Σε ό,τι αφορά τα συντηρητικά μέτρα, τα αναλογικά δικαιώματα ανάκτησης, υπολογιζόμενα επί των ανακτώμενων ποσών, δεν καθίστανται απαιτητά παρά μόνο εφόσον οι δικαστικοί επιμελητές λάβουν εντολή να ανακτήσουν τα οφειλόμενα ποσά. Εξάλλου, ο ονομαστικός κατάλογος που επισυνάπτεται στο ως άνω διάταγμα αποκλείει την καταβολή συμπληρωματικής αμοιβής ελεύθερα διαπραγματευθείσας, εξαιρουμένων ωστόσο των συντηρητικών κατασχέσεων εταιρικών δικαιωμάτων και κινητών αξιών.

2.2 Οι κύριες προϋποθέσεις

Το δικαστήριο δεν λαμβάνει το μέτρο αλλά το εγκρίνει. Το μέτρο λαμβάνεται από τον δικαστικό επιμελητή κατόπιν αίτησης του δικαιούχου της έγκρισης.

Εάν απαιτείται προηγούμενη έγκριση του δικαστή, θα πρέπει η απαίτηση να κρίνεται καταρχήν βάσιμη.

Σε ό,τι αφορά τα συντηρητικά μέτρα, δεν προβλέπεται ρητά ως προϋπόθεση η ύπαρξη επείγοντος.

Ο πιστωτής οφείλει να καταδείξει ότι συντρέχουν περιστάσεις που μπορούν να απειλήσουν την ανάκτηση της απαίτησης (για παράδειγμα, κακή πίστη του οφειλέτη ο οποίος αποκρύπτει τα περιουσιακά του στοιχεία, πολλαπλασιασμός των πιστωτών του κ.λπ.).

3 Αντικείμενο και φύση αυτών των μέτρων

3.1 Ποια περιουσιακά στοιχεία μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο αυτών των μέτρων;

Όλα τα περιουσιακά στοιχεία του οφειλέτη τα οποία δεν χαρακτηρίζονται ως ακατάσχετα από τον νόμο (όπως εκείνα που είναι απαραίτητα για την καθημερινή ζωή ή την άσκηση του επαγγέλματός του) μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο συντηρητικής κατάσχεσης. Το ίδιο ισχύει και για τις απαιτήσεις: ωστόσο, οι μισθοί δεν μπορούν ποτέ να αποτελέσουν το αντικείμενο συντηρητικών μέτρων (ακόμη και αν μπορούν να κατασχεθούν βάσει δικαστικής απόφασης ή άλλου εκτελεστού τίτλου, σύμφωνα με τη διαδικασία κατάσχεσης αμοιβών).

3.2 Ποια τα αποτελέσματα αυτών των μέτρων;

Τα περιουσιακά στοιχεία που κατάσχονται συντηρητικά δεν μπορούν να διατεθούν. Ο οφειλέτης διατηρεί το δικαίωμα εκμετάλλευσής τους, υπό την ευθύνη του, αλλά δεν δύναται να τα διαθέσει. Εάν καταχραστεί το κατασχεθέν περιουσιακό στοιχείο, ο οφειλέτης διαπράττει αδίκημα το οποίο τιμωρείται με πρόστιμο και ποινή φυλάκισης.

Τα χρηματικά ποσά που κατάσχονται κατατίθενται σε λογαριασμό.

Τα περιουσιακά στοιχεία επί των οποίων επιβάλλεται δικαστική ασφάλεια μπορούν να πωληθούν από τον οφειλέτη, αλλά ο πιστωτής διαθέτει δικαίωμα παρακολούθησης και προνομιακής ικανοποίησης από το τίμημα της πώλησης των εν λόγω περιουσιακών στοιχείων.

Τα περιουσιακά στοιχεία που κατάσχονται συντηρητικά τίθενται υπό την ευθύνη του οφειλέτη, ο οποίος καθίσταται «κηδεμόνας» τους, καθώς το αποτέλεσμα της κατάσχεσης δεν αντιτάσσεται έναντι τρίτων. Αντιθέτως, οι δικαστικές ασφάλειες, οι οποίες αποτελούν αντικείμενο μέτρων δημοσιότητας (εμπορικής ή κτηματολογικής), αντιτάσσονται έναντι πάντων.

Η τράπεζα (και κάθε τρίτος εν γένει) που λαμβάνει αίτηση συντηρητικής κατάσχεσης για πελάτη υποχρεούται να γνωστοποιήσει αμέσως στον δικαστικό επιμελητή το σύνολο των υποχρεώσεών της έναντι του οφειλέτη (δηλαδή, το σύνολο των τραπεζικών λογαριασμών που έχουν ανοιχτεί στο όνομα του οφειλέτη, καθώς και των ποσών που περιλαμβάνονται σε αυτούς). Εάν η τράπεζα δεν παράσχει αυτές τις πληροφορίες χωρίς νόμιμη αιτία, μπορεί να καταδικαστεί στην εξόφληση της οφειλής αντί του οφειλέτη.

3.3 Ποια η ισχύς αυτών των μέτρων;

Τα συντηρητικά μέτρα πρέπει να λαμβάνονται εντός τριών μηνών από την έκδοση της απόφασης του δικαστή που τα εγκρίνει. Διαφορετικά, η έγκριση παύει να ισχύει.

Εάν ο πιστωτής δεν έχει ακόμη κινήσει διαδικασία για την αναγνώριση της απαίτησής του, οφείλει να το πράξει εντός του μήνα κατά τον οποίο λαμβάνεται το μέτρο. Διαφορετικά, το μέτρο παύει να ισχύει.

Τα συντηρητικά μέτρα πρέπει να κοινοποιούνται στον οφειλέτη το αργότερο εντός οκτώ ημερών. Ο οφειλέτης δύναται να προσφύγει στον δικαστή της εκτέλεσης προκειμένου να προσβάλει το μέτρο ή την έγκρισή του. Ο δικαστής μπορεί επίσης να έχει προβλέψει, εκ των προτέρων, ημερομηνία ακρόασης κατά την οποία οι διάδικοι καλούνται σε συζήτηση επί του μέτρου. Καταρχήν, η προσφυγή εκ μέρους του οφειλέτη είναι παραδεκτή ενόσω η συντηρητική κατάσχεση δεν έχει μετατραπεί σε αναγκαστική κατάσχεση κατόπιν της έκδοσης δικαστικής απόφασης υπέρ του πιστωτή σχετικά με την απαίτηση.

4 Υπάρχει δυνατότητα προσφυγής κατά ενός τέτοιου μέτρου;

Ο οφειλέτης δύναται να προσβάλει τη δικαστική απόφαση ταυτόχρονα με το ίδιο το μέτρο.

Ο δικαστής της εκτέλεσης, ο οποίος είναι αρμόδιος για την έγκριση των συντηρητικών μέτρων, επιλαμβάνεται επίσης των προσφυγών κατά της απόφασης. Οι αποφάσεις αυτού προσβάλλονται με έφεση ενώπιον του εφετείου.

Στον βαθμό που ο οφειλέτης λαμβάνει ταυτόχρονα γνώση της έγκρισης του μέτρου και του ίδιου του μέτρου, η προσφυγή κατά της δικαστικής απόφασης διέπεται από τους ίδιους κανόνες με την προσφυγή κατά του μέτρου: είναι παραδεκτή ενόσω το συντηρητικό μέτρο δεν έχει μετατραπεί σε μέτρο εκτέλεσης.

Η προσφυγή δεν αναστέλλει την ισχύ του συντηρητικού μέτρου, το οποίο παράγει αποτελέσματα ενόσω ο δικαστής δεν έχει διατάξει την άρση του ή δεν το έχει κηρύξει άκυρο.

Σχετικοί σύνδεσμοι

Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροΔικτυακός τόπος Legifrance

Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροΔικτυακός τόπος του Υπουργείου Δικαιοσύνης

Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροΔικτυακός τόπος του Εθνικού Συλλόγου Δικαστικών Επιμελητών


Την έκδοση αυτής της σελίδας στην εθνική γλώσσα διαχειρίζεται ο αντίστοιχος αρμόδιος επαφής του ΕΔΔ. Οι μεταφράσεις έχουν γίνει από την αρμόδια υπηρεσία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Οι τυχόν αλλαγές που επιφέρει η αρμόδια εθνική αρχή στο πρωτότυπο ενδέχεται να μην έχουν περιληφθεί ακόμα στις μεταφράσεις. Η Επιτροπή και το Ευρωπαϊκό Δικαστικό Δίκτυο δεν αναλαμβάνουν καμία απολύτως ευθύνη όσον αφορά πληροφορίες ή δεδομένα που περιέχονται ή αναφέρονται στο παρόν έγγραφο. Βλ. την ανακοίνωση νομικού περιεχομένου για τους κανόνες πνευματικής ιδιοκτησίας που ισχύουν στο κράτος μέλος που είναι αρμόδιο για την παρούσα σελίδα.

Τελευταία επικαιροποίηση: 04/01/2018

Ασφαλιστικά και συντηρητικά μέτρα - Κροατία


1 Ποια είναι τα διάφορα μέτρα;

O νόμος περί εκτέλεσης [Ovršni zakon («OZ»), Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας της Κροατίας (Narodne Novine - «NN») αριθ. 112/12, 25/13, 93/14, 55/16 και 73/17], στην τρίτη ενότητα που επιγράφεται Εξασφάλιση απαιτήσεων (Osiguranje), προβλέπει τα παρακάτω μέτρα:

• εξασφάλιση απαιτήσεων με αναγκαστική σύσταση εμπράγματου βάρους σε ακίνητο - τίτλος 28,

• δικαστική και συμβολαιογραφική εξασφάλιση απαιτήσεων με σύσταση εμπράγματου βάρους βάσει συμφωνίας των μερών - τίτλος 29,

• δικαστική και συμβολαιογραφική εξασφάλιση απαιτήσεων με μεταβίβαση της κυριότητας επί πραγμάτων και μεταβίβαση δικαιωμάτων - τίτλος 30,

• εξασφάλιση απαιτήσεων με συντηρητική εκτέλεση - τίτλος 31,

• εξασφάλιση απαιτήσεων με συντηρητικά μέτρα - τίτλος 32,

• προσωρινά μέτρα - τίτλος 33.

Σύμφωνα με τον OZ, ως ασφαλιστικά μέτρα μπορούν να οριστούν μόνον τα μέτρα που προσδιορίζονται ως τέτοια από αυτόν ή άλλον νόμο. Δεν επιτρέπεται η λήψη ασφαλιστικών μέτρων επί πραγμάτων και δικαιωμάτων τα οποία, σύμφωνα με τον OZ, δεν υπόκεινται σε εκτέλεση, εκτός αν άλλως ορίζεται από τον εν λόγω νόμο.

2 Υπό ποιες προϋποθέσεις διατάσσονται αυτά τα μέτρα;

2.1 Η διαδικασία

Ως (μακροπρόθεσμο) μέτρο στο πλαίσιο της αναγκαστικής εξασφάλισης απαιτήσεων, ο OZ επιτρέπει την εξασφάλιση απαιτήσεων με την αναγκαστική σύσταση εμπράγματου βάρους σε ακίνητα και κινητά περιουσιακά στοιχεία (λ.χ., σε χρηματικές αξιώσεις, εισοδήματα-μισθούς, συντάξεις κ.ο.κ, τραπεζικούς λογαριασμούς, χρεόγραφα και μετοχές), καθώς και με τη μεταβίβαση της κυριότητας επί πραγμάτων και με τη μεταβίβαση δικαιωμάτων. Η εξασφάλιση απαίτησης με τη σύσταση εμπράγματου βάρους μπορεί να είναι εκούσια ή αναγκαστική, ενώ η εξασφάλιση απαίτησης με τη μεταβίβαση της κυριότητας επί πραγμάτων και με τη μεταβίβαση δικαιωμάτων μπορεί να είναι μόνον εκούσια, με διαδικασία που διεξάγεται ενώπιον δικαστηρίου ή συμβολαιογράφου.

Άλλα μέτρα που προβλέπονται από τον OZ παρέχουν εξασφάλιση με συντηρητική εκτέλεση, με συντηρητικά μέτρα και με προσωρινά μέτρα. Τα εν λόγω μέτρα μπορούν να καθοριστούν μόνον δικαστικά με αναγκαστικό τρόπο, είτε κατόπιν αιτήματος διαδίκου είτε αυτεπαγγέλτως.

Τα δημοτικά δικαστήρια είναι αρμόδια για την παραγγελία και την εκτέλεση των ασφαλιστικών μέτρων, εκτός αν ο νόμος ορίζει άλλο αρμόδιο δικαστήριο, ενώ στις υποθέσεις που την αρμοδιότητα να διατάξουν την εκτέλεση έχουν τα εμπορικά δικαστήρια, αυτά είναι αρμόδια και για την παραγγελία και την εκτέλεση των ασφαλιστικών μέτρων.

Δικαστήριο αρμόδιο να διατάξει και να εκτελέσει αυτεπαγγέλτως ασφαλιστικά μέτρα είναι το δικαστήριο που είναι αρμόδιο να αποφασίσει επί της αίτησης του δανειστή που επιδιώκει τα ασφαλιστικά μέτρα, εκτός αν άλλως ορίζει ο νόμος.

Δικαστήριο αρμόδιο να αποφασίσει επί αίτησης εξασφάλισης χρηματικής απαίτησης με την αναγκαστική σύσταση εμπράγματου βάρους σε ακίνητο είναι το δικαστήριο που τηρεί το κτηματολόγιο στο οποίο πρέπει να καταχωριστεί ο εκτελεστός τίτλος που καθορίζει τη χρηματική απαίτηση. Σκοπός του εν λόγω μέτρου είναι η εξασφάλιση της χρηματικής απαίτησης με την επιβολή επί του ακινήτου εμπράγματου βάρους το οποίο θα καταχωριστεί στο κτηματολόγιο. Η καταχώριση αυτή έχει ως αποτέλεσμα να μπορεί να επισπευστεί εκτέλεση επί του ακινήτου και έναντι τρίτων που τυχόν θα αποκτήσουν το ακίνητο μεταγενέστερα.

Το δικαστήριο μπορεί, κατόπιν κοινής αίτησης του δανειστή που επιδιώκει την εξασφάλιση και του οφειλέτη που την παραχωρεί, να διατάξει τη δικαστική εξασφάλιση χρηματικής απαίτησης με τη σύσταση εμπράγματου βάρους επί συγκεκριμένων περιουσιακών στοιχείων με συμφωνία των μερών. Το κατά τόπο αρμόδιο δικαστήριο για την εκδίκαση της αίτησης του δανειστή που επιδιώκει την εξασφάλιση χρηματικής απαίτησης ζητώντας να διαταχθεί και να επιβληθεί εμπράγματο βάρος επί πραγμάτων ή δικαιωμάτων του οφειλέτη καθορίζεται βάσει των διατάξεων του OZ για την κατά τόπο αρμοδιότητα των δικαστηρίων στη διαδικασία εκτέλεσης επί συγκεκριμένων, υποκείμενων σε εκτέλεση, περιουσιακών στοιχείων για την είσπραξη χρηματικών απαιτήσεων. Στα πρακτικά του δικαστηρίου καταχωρίζεται η συμφωνία των διαδίκων ως προς την ύπαρξη της απαίτησης και τον χρόνο κατά τον οποίο αυτή θα καταστεί απαιτητή, καθώς και η συμφωνία των διαδίκων για την εξασφάλιση της εν λόγω απαίτησης με τη σύσταση εμπράγματου βάρους. Η υπογεγραμμένη συμφωνία έχει την ισχύ δικαστικού συμβιβασμού.

Η συμβολαιογραφική εξασφάλιση χρηματικής απαίτησης με τη σύσταση εμπράγματου βάρους βάσει συμφωνίας των μερών είναι εφικτή με συμφωνία του δανειστή και του οφειλέτη που έχει περιβληθεί τον τύπο συμβολαιογραφικού εγγράφου ή επικυρωμένου ιδιωτικού εγγράφου και που συμπεριλαμβάνει δήλωση του οφειλέτη ότι συμφωνεί στη σύσταση εμπράγματου βάρους σε συγκεκριμένο περιουσιακό του στοιχείο.

Η δικαστική εξασφάλιση απαίτησης με τη μεταβίβαση της κυριότητας επί πραγμάτων ή τη μεταβίβαση δικαιωμάτων είναι εφικτή με συμφωνία των διαδίκων να καταχωριστεί στα πρακτικά της δίκης συμφωνία τους για τη μεταβίβαση της κυριότητας επί συγκεκριμένων πραγμάτων του οφειλέτη που παραχωρεί την εξασφάλιση προς τον δανειστή που λαμβάνει την εξασφάλιση, ή για τη μεταβίβαση συγκεκριμένων δικαιωμάτων του οφειλέτη που παραχωρεί την εξασφάλιση προς τον δανειστή που λαμβάνει την εξασφάλιση, με σκοπό την εξασφάλιση συγκεκριμένης χρηματικής απαίτησης του δανειστή. Μπορούν να εξασφαλίζονται και μελλοντικές απαιτήσεις. Η συμφωνία έχει την ισχύ δικαστικού συμβιβασμού. Το κατά τόπο αρμόδιο δικαστήριο για την εκδίκαση της αίτησης του δανειστή που επιδιώκει την εξασφάλιση χρηματικής απαίτησης ζητώντας να του μεταβιβαστεί η κυριότητα επί πραγμάτων ή δικαιώματα καθορίζεται βάσει των διατάξεων του OZ για την κατά τόπο αρμοδιότητα των δικαστηρίων στη διαδικασία εκτέλεσης επί συγκεκριμένων, υποκείμενων σε εκτέλεση, περιουσιακών στοιχείων για την είσπραξη χρηματικών απαιτήσεων.

Η συμβολαιογραφική εξασφάλιση απαίτησης με τη μεταβίβαση της κυριότητας επί πραγμάτων, τη μεταβίβαση δικαιωμάτων ή τη μεταβίβαση μετοχών, μεριδίων ή συμμετοχών σε εταιρεία είναι εφικτή με συμφωνία του δανειστή και του οφειλέτη που έχει περιβληθεί τον τύπο συμβολαιογραφικού εγγράφου ή επικυρωμένου ιδιωτικού εγγράφου. Η αρμοδιότητα του συμβολαιογράφου να προβαίνει σε επιμέρους πράξεις εξασφάλισης καθορίζεται βάσει των κανόνων για την έδρα και την περιφέρεια των συμβολαιογράφων.

Κατά τόπον αρμόδιο για την εκδίκαση αίτησης συντηρητικής εκτέλεσης και τη διεξαγωγή της εν λόγω εκτέλεσης είναι το δικαστήριο που θα ήταν αρμόδιο για την εκτέλεση βάσει εκτελεστού τίτλου. Η εξασφάλιση απαίτησης με συντηρητική εκτέλεση διατάσσεται και εκτελείται από το δικαστήριο. Με απόφαση που εκδίδεται στο πλαίσιο αστικής διαδικασίας, το δικαστήριο διατάσσει συντηρητική εκτέλεση για την εξασφάλιση μη χρηματικής απαίτησης που δεν μπορεί να εξασφαλιστεί με προσωρινή καταχώριση στο δημόσιο μητρώο, εφόσον πιθανολογηθεί από τον επισπεύδοντα δανειστή κίνδυνος να καταστεί αδύνατη ή κατά πολύ δυσχερέστερη η εκτέλεση αν αναβληθεί έως ότου η απόφαση καταστεί εκτελεστή και εφόσον ο επισπεύδων δανειστής παρέχει ασφάλεια για τη ζημία που ενδέχεται να υποστεί ο καθ’ ου η εκτέλεση οφειλέτης από την εν λόγω εκτέλεση.

Κατά τόπον αρμόδιο για την εκδίκαση αίτησης εξασφάλισης απαίτησης με συντηρητικά μέτρα και την εκτέλεση των εν λόγω μέτρων είναι το δικαστήριο που θα ήταν αρμόδιο για την εκτέλεση βάσει του εκτελεστού τίτλου με τον οποίο διατάχθηκε η εξασφάλιση. Προϋπόθεση για να διαταχθούν συντηρητικά μέτρα είναι να πιθανολογήσει ο δανειστής που ζητά την εξασφάλιση ότι υπάρχει κίνδυνος να καταστεί αδύνατη ή κατά πολύ δυσχερέστερη η ικανοποίηση της απαίτησής του χωρίς τα εν λόγω μέτρα. Σε ορισμένες περιπτώσεις, το δικαστήριο μπορεί να εξαρτήσει το συντηρητικό μέτρο από την παροχή ασφάλειας για τις ζημίες που ο οφειλέτης που παραχωρεί την εξασφάλιση ενδέχεται να υποστεί από τη λήψη του εν λόγω μέτρου. Η αιτιολογημένη απόφαση που διατάσσει συντηρητικό μέτρο πρέπει να μνημονεύει το ύψος της απαίτησης που εξασφαλίζεται, περιλαμβανομένων των τόκων και των εξόδων, το μέτρο που χρησιμοποιείται για την εξασφάλιση της απαίτησης και τον χρόνο για τον οποίο διατάσσεται (το αργότερο μέχρι 15 ημέρες μετά την εκπλήρωση των προϋποθέσεων εκτέλεσης).

Πριν από την έναρξη δίκης ή την κίνηση άλλης δικαστικής διαδικασίας σχετικά με την απαίτηση που αποτελεί το αντικείμενο εξασφάλισης, κατά τόπον αρμόδιο για την εκδίκαση της αίτησης εξασφάλισης απαίτησης με συντηρητικά μέτρα είναι το δικαστήριο που θα ήταν αρμόδιο να εκδικάσει την αίτηση εκτέλεσης. Κατά τόπον αρμόδιο για την εκτέλεση των συντηρητικών μέτρων είναι το δικαστήριο που θα ήταν αρμόδιο να διεξαγάγει την εκτέλεση. Μετά την κίνηση δικαστικής διαδικασίας, αρμόδιο για την εκδίκαση της αίτησης εξασφάλισης με απαίτησης με συντηρητικά μέτρα είναι το δικαστήριο ενώπιον του οποίου έχει κινηθεί η διαδικασία. Εάν δικαιολογείται από τις ιδιαίτερες περιστάσεις της υπόθεσης, αίτηση μπορεί επίσης να κατατεθεί ενώπιον του δικαστηρίου που είναι κατά τόπον αρμόδιο να διεξαγάγει την εκτέλεση. Το δικαστήριο που θα ήταν αρμόδιο για την εκδίκαση αίτησης εκτέλεσης βάσει εκτελεστού τίτλου που εκδόθηκε στο πλαίσιο διοικητικής διαδικασίας είναι επίσης αρμόδιο για την εκδίκαση αίτησης λήψης συντηρητικών μέτρων μετά το πέρας της εν λόγω διαδικασίας. Τα συντηρητικά μέτρα διατάσσονται από το δικαστήριο βάσει αίτησης που υποβάλλεται πριν από την κίνηση ή κατά τη διάρκεια της δικαστικής ή διοικητικής διαδικασίας και μετά το πέρας της εν λόγω διαδικασίας έως τη διεξαγωγή της εκτέλεσης. Οι αποφάσεις που διατάσσουν συντηρητικά μέτρα έχουν την ισχύ διαταγής εκτέλεσης. Τα είδη των συντηρητικών μέτρων εξαρτώνται από το αν με το συντηρητικό μέτρο εξασφαλίζεται χρηματική ή μη χρηματική απαίτηση. Το δικαστήριο μπορεί, ανάλογα με τις περιστάσεις της υπόθεσης, να διατάξει περισσότερα συντηρητικά μέτρα, αν το κρίνει αναγκαίο.

Η σύσταση βάρους, η παραχώρηση δικαιωμάτων και η επιβολή απαγορεύσεων επί κινητών, μετοχών, μεριδίων ή συμμετοχών καταχωρίζονται, βάσει δικαστικής απόφασης, συμβολαιογραφικού εγγράφου ή επικυρωμένου ιδιωτικού εγγράφου, στο μητρώο δικαστικών και συμβολαιογραφικών εξασφαλίσεων που έχουν συσταθεί υπέρ δανειστών (μητρώο εμπράγματων βαρών) (Upisnik založnih prava), το οποίο τηρείται στην Οικονομική Υπηρεσία και αποτελεί μια μοναδική βάση δεδομένων με τα εμπράγματα βάρη που έχουν συσταθεί, τα δικαιώματα που έχουν παραχωρηθεί και τις απαγορεύσεις που έχουν επιβληθεί, ενώ η σύσταση εμπράγματων βαρών και η μεταβολή δικαιωμάτων ιδιοκτησίας επί ακινήτων πραγματοποιείται με την καταχώρισή τους στα κτηματολόγια.

2.2 Οι κύριες προϋποθέσεις

Όταν διατάζει την εξασφάλιση απαίτησης με την αναγκαστική σύσταση εμπράγματου βάρους σε ακίνητο, το δικαστήριο αποφασίζει επί της αίτησης εξασφάλισης χρηματικής απαίτησης βάσει εκτελεστού τίτλου που διατάζει την εξόφληση της χρηματικής απαίτησης. Η διαταγή εξασφάλισης δεν υπόκειται σε ειδικές προϋποθέσεις και το δικαστήριο, βασιζόμενο στην αίτηση, διατάζει την εξασφάλιση και τη σύσταση εμπράγματου βάρους υπέρ του εξασφαλισμένου δανειστή στο ακίνητο που έχει καταχωριστεί στο κτηματολόγιο, μνημονεύοντας επίσης την εκτελεστότητα της απαίτησης. Αν ο οφειλέτης σε βάρος του οποίου διατάζεται η εξασφάλιση δεν είναι καταχωρισμένος στο κτηματολόγιο ως κύριος του ακινήτου, ο δανειστής που ζητά την εξασφάλιση συνυποβάλλει με την αίτηση το κατάλληλο έγγραφο για την καταχώριση του δικαιώματος κυριότητας του οφειλέτη σε βάρος του οποίου διατάζεται η εξασφάλιση.

Προς τον σκοπό της εξασφάλισης χρηματικής απαίτησης του δανειστή που ζητά την εξασφάλιση με τη σύσταση εμπράγματου βάρους σε συγκεκριμένα περιουσιακά στοιχεία, ο δανειστής που ζητά την εξασφάλιση και το ασφαλειοδότης μπορούν να ζητήσουν συναινετικά από το δικαστήριο να διατάξει και να επιβάλει, προς όφελος του δανειστή που ζητά την εξασφάλιση, τη σύσταση εμπράγματου βάρους σε ακίνητα, κινητά, χρηματικές απαιτήσεις και άλλα πράγματα και δικαιώματα που ανήκουν στον ασφαλειοδότη. Ομοίως, μπορούν να καταρτίσουν συμφωνία υπό τη μορφή συμβολαιογραφικού ή επικυρωμένου ιδιωτικού εγγράφου στην οποία ο ασφαλειοδότης θα δηλώνει τη συμφωνία του στη σύσταση εμπράγματου βάρους σε συγκεκριμένο περιουσιακό στοιχείο του.

Το υπογεγραμμένο πρακτικό της δίκης, το συμβολαιογραφικό έγγραφο ή το επικυρωμένο ιδιωτικό έγγραφο έχει επίσης την ισχύ δικαστικού συμβιβασμού έναντι του προσώπου που παρείχε τη συμφωνία του για τη σύσταση εμπράγματου βάρους σε πράγμα ή δικαίωμά του. Επομένως, για την είσπραξη της εξασφαλισμένης αξίωσης, είναι δυνατόν, βάσει του εν λόγω εγγράφου, να ζητηθεί εκτέλεση απευθείας κατά του προσώπου που παραχώρησε το περιουσιακό στοιχείο στο οποίο επιβλήθηκε το εμπράγματο βάρος για την εξασφάλιση απαίτησης.

Οι διάδικοι μπορούν να ζητήσουν από κοινού από το δικαστήριο να ορίσει προφορική συνεδρίαση και να καταχωρίσει στα πρακτικά της εν λόγω συνεδρίασης τη συμφωνία τους για μεταβίβαση της κυριότητας περιουσιακού στοιχείου του οφειλέτη που παρέχει την εξασφάλιση προς τον δανειστή που λαμβάνει την εξασφάλιση ή για μεταβίβαση δικαιώματος του οφειλέτη που παρέχει την εξασφάλιση προς τον δανειστή που λαμβάνει την εξασφάλιση, προς τον σκοπό της εξασφάλισης συγκεκριμένης χρηματικής απαίτησης του δανειστή. Μπορούν να εξασφαλίζονται και μελλοντικές απαιτήσεις. Η εν λόγω συμφωνία μπορεί να καταρτιστεί με συμβολαιογραφικό έγγραφο ή με επικυρωμένο ιδιωτικό έγγραφο. Η συμφωνία θα πρέπει να περιέχει διάταξη σχετικά με τον χρόνο που θα καταστεί απαιτητή η εξασφαλισμένη απαίτηση ή σχετικά με τον τρόπο που θα καθοριστεί ο εν λόγω χρόνος. Ο πάροχος της εξασφάλισης μπορεί να είναι διαφορετικό πρόσωπο από αυτό που οφείλει στον εξασφαλισμένο δανειστή την εξασφαλισμένη απαίτηση, δηλαδή να είναι τρίτος που συναινεί να παράσχει εξασφάλιση στην οικεία απαίτηση. Η συμφωνία μπορεί επίσης να αφορά την εξασφάλιση μη χρηματικών απαιτήσεων, ωστόσο, στην περίπτωση αυτή, η συμφωνία πρέπει να προσδιορίζει τη χρηματική αξία της απαίτησης. Η απαίτηση θα πρέπει να είναι βεβαιωμένη ή να μπορεί να βεβαιωθεί. Στη συμφωνία μπορεί να προστεθεί δήλωση του παρόχου της εξασφάλισης ότι συναινεί να επιτρέπεται στον εξασφαλισμένο δανειστή να ζητήσει απευθείας, με βάση τα πρακτικά, εκτέλεση σε βάρος του παρόχου της εξασφάλισης για την απόδοση του περιουσιακού στοιχείου που αποτελεί το αντικείμενο της εξασφάλισης, αφότου καταστεί απαιτητή η εξασφαλισμένη απαίτηση. Τα πρακτικά που περιλαμβάνουν τέτοια δήλωση αποτελούν εκτελεστό τίτλο. Όταν με τη συμφωνία μεταβιβάζεται η κυριότητα ακινήτου που έχει καταχωριστεί στο κτηματολόγιο, η συμφωνία θα πρέπει να περιέχει δήλωση του παρόχου της εξασφάλισης ότι συναινεί η μεταβίβαση να μπορεί να εκτελεστεί απευθείας στο κτηματολόγιο βάσει της συμφωνίας και ότι η καταχώριση στο κτηματολόγιο θα επιφέρει τη μεταβίβαση της κυριότητας του ακινήτου στον εξασφαλισμένο δανειστή, με σημείωση ότι η μεταβίβαση πραγματοποιείται με σκοπό την εξασφάλιση μιας συγκεκριμένης εξασφαλισμένης απαίτησης του εξασφαλισμένου δανειστή. Εκτός αν ορίζεται διαφορετικά, ο πάροχος της εξασφάλισης μπορεί να συνεχίσει να κάνει χρήση του αντικειμένου το οποίο μεταβιβάστηκε κατά κυριότητα στον εξασφαλισμένο δανειστή, δηλαδή να ασκεί το δικαίωμα που μεταβιβάστηκε στον εξασφαλισμένο δανειστή, ενώ ο εξασφαλισμένος δανειστής μπορεί να πωλήσει το πράγμα ή το δικαίωμα που του μεταβιβάστηκε ή να βαρύνει με υποθήκη το ακίνητο, μόλις καταστεί απαιτητή η απαίτησή του.

Εξασφάλιση με συντηρητικά μέτρα μπορεί να διαταχθεί για την εξασφάλιση χρηματικών απαιτήσεων που βασίζονται σε απόφαση δικαστηρίου ή διοικητικού οργάνου η οποία δεν έχει ακόμη καταστεί εκτελεστή, σε δικαστικό συμβιβασμό ή συμβιβασμό ενώπιον διοικητικού οργάνου αν η οριζόμενη σ' αυτόν απαίτηση δεν έχει ακόμη καταστεί απαιτητή, ή σε συμβολαιογραφική απόφαση ή πράξη αν η οριζόμενη σ' αυτήν απαίτηση δεν έχει ακόμη καταστεί απαιτητή. Το δικαστήριο, βάσει των εν λόγω εγγράφων, διατάζει το συντηρητικό μέτρο εφόσον πιθανολογηθεί από τον δανειστή που ζητά την εξασφάλιση ότι υπάρχει κίνδυνος να καταστεί αδύνατη ή κατά πολύ δυσχερέστερη η ικανοποίηση της απαίτησης αν αυτή δεν εξασφαλιστεί. Ο κίνδυνος θεωρείται πιθανός αν η λήψη του συντηρητικού μέτρου ζητείται στη βάση διαταγής πληρωμής ή εντολής εκτέλεσης εκδοθείσας στη βάση γνήσιου εγγράφου το οποίο εκδόθηκε βάσει δημοσίου εγγράφου ή εγγράφου επικυρωμένου από συμβολαιογράφο, συναλλαγματικής ή επιταγής κατά των οποίων έχει ασκηθεί εγκαίρως ανακοπή στη βάση απόφασης που εκδόθηκε στο πλαίσιο ποινικής διαδικασίας για απαίτηση που αφορά ακίνητο και η οποία μπορεί να επανεκδικαστεί στη βάση απόφασης που πρέπει να εκτελεστεί στην αλλοδαπή στη βάση απόφασης που έχει εκδοθεί βάσει ομολογίας κατά της οποίας έχει ασκηθεί έφεση στη βάση συμβιβασμού που προσβάλλεται με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος στη βάση συμβολαιογραφικής απόφασης ή πράξης, αν η οριζόμενη σ' αυτήν απαίτηση δεν έχει καταστεί απαιτητή, η οποία προσβάλλεται με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος. Το δικαστήριο απορρίπτει την αίτηση εξασφάλισης με συντηρητικό μέτρο ή ανακαλεί προηγουμένως διαταχθέν συντηρητικό μέτρο και αναστέλλει τη διαδικασία αν ο οφειλέτης κατά του οποίου ζητείται η εξασφάλιση πιθανολογήσει ότι δεν υπάρχει κίνδυνος ή ότι αυτός έχει εκλείψει.

Εξασφάλιση με προσωρινό μέτρο μπορεί να ζητηθεί πριν από την κίνηση ή όσο διαρκεί η δικαστική ή η διοικητική διαδικασία και μετά το πέρας αυτής έως τη διεξαγωγή της εκτέλεσης. Στην αίτηση με αντικείμενο τη λήψη προσωρινού μέτρου, ο δανειστής που ζητά την εξασφάλιση πρέπει να υποβάλει αίτημα με το οποίο να προσδιορίζει ακριβώς την απαίτηση της οποίας ζητά την εξασφάλιση, και να ορίζει το είδος του μέτρου που ζητά και τη διάρκειά του, καθώς και, όποτε είναι αναγκαίο, τα μέσα εξασφάλισης με τα οποία θα εκτελεστεί αναγκαστικά το προσωρινό μέτρο και το αντικείμενο της εξασφάλισης. Η αίτηση πρέπει να μνημονεύει τα πραγματικά περιστατικά στα οποία βασίζεται η αίτηση λήψης του προσωρινού μέτρου και να προτείνει αποδεικτικά στοιχεία για την τεκμηρίωση των σχετικών ισχυρισμών. Ο δανειστής που ζητά την εξασφάλιση οφείλει να επισυνάψει τα εν λόγω αποδεικτικά στοιχεία, εφόσον είναι εφικτό, στην αίτηση. Προσωρινό μέτρο μπορεί να διαταχθεί για την εξασφάλιση μη ληξιπρόθεσμων και υπό αίρεση αξιώσεων, ενώ δεν επιτρέπεται να διαταχθεί σε περίπτωση που πληρούνται οι προϋποθέσεις λήψης συντηρητικού μέτρου με το οποίο μπορεί να επιτευχθεί το ίδιο αποτέλεσμα. Προσωρινό μέτρο προς εξασφάλιση χρηματικής απαίτησης μπορεί να διαταχθεί εφόσον πιθανολογηθεί από τον δανειστή που ζητά την εξασφάλιση η ύπαρξη της απαίτησης και του κινδύνου, χωρίς το εν λόγω μέτρο, ο οφειλέτης κατά του οποίου ζητείται η εξασφάλιση να αποτρέψει ή να καταστήσει κατά πολύ δυσχερέστερη την είσπραξη της απαίτησης, με την εκποίηση των περιουσιακών του στοιχείων ή την απόκρυψη ή διάθεσή τους με άλλον τρόπο. Ο δανειστής που ζητά την εξασφάλιση δεν απαιτείται να πιθανολογήσει τον κίνδυνο εφόσον πιθανολογήσει ότι ο οφειλέτης κατά του οποίου ζητείται η εξασφάλιση θα υφίστατο επουσιώδη μόνον ζημία από το ζητούμενο μέτρο, ενώ ο κίνδυνος θεωρείται ότι έχει καταδειχθεί σε περίπτωση απαίτησης που πρέπει να εκτελεστεί στην αλλοδαπή. Προς τον σκοπό της εξασφάλισης μη χρηματικής απαίτησης, μπορεί να διαταχθεί προσωρινό μέτρο εφόσον πιθανολογηθεί από τον δανειστή που ζητά την εξασφάλιση η ύπαρξη της απαίτησης και του κινδύνου, χωρίς το εν λόγω μέτρο, ο οφειλέτης κατά του οποίου ζητείται η εξασφάλιση να αποτρέψει ή να καταστήσει κατά πολύ δυσχερέστερη την εκτέλεση της απαίτησης, ιδίως μεταβάλλοντας την υφιστάμενη κατάσταση, ή ότι το μέτρο είναι αναγκαίο για την αποτροπή βίας ή ανεπανόρθωτης ζημίας. Περαιτέρω, ο δανειστής που ζητά την εξασφάλιση δεν χρειάζεται να πιθανολογήσει τον κίνδυνο εφόσον πιθανολογήσει ότι ο οφειλέτης κατά του οποίου ζητείται η εξασφάλιση θα υφίστατο επουσιώδη μόνον ζημία από το ζητούμενο μέτρο, ενώ ο κίνδυνος θεωρείται ότι έχει καταδειχθεί σε περίπτωση απαίτησης που πρέπει να εκτελεστεί στην αλλοδαπή. Το δικαστήριο μπορεί να διατάξει προσωρινό μέτρο κατόπιν αίτησης του δανειστή που ζητά την εξασφάλιση, ακόμη και αν δεν έχει πιθανολογηθεί η ύπαρξη της απαίτησης και του κινδύνου, εάν προηγουμένως, εντός προθεσμίας που είχε τάξει το δικαστήριο, ο δανειστής είχε παράσχει εγγύηση για τη ζημία που ενδέχεται να υποστεί ο οφειλέτης κατά του οποίου ζητείται η εξασφάλιση από τη λήψη και την εκτέλεση του προσωρινού μέτρου. Αν ο δανειστής που ζητά την εξασφάλιση δεν παράσχει την εγγύηση εντός της ταχθείσας προθεσμίας, το δικαστήριο θα απορρίψει την αίτηση εξασφάλισης. Το δικαστήριο μπορεί, ενόψει των περιστάσεων της υπόθεσης και αν το κρίνει αναγκαίο, να διατάξει περισσότερα προσωρινά μέτρα αν σε μια δεδομένη υπόθεση είναι δυνατόν να διαταχθούν περισσότερα προσωρινά μέτρα, το δικαστήριο διατάζει το πλέον κατάλληλο μέτρο για την επίτευξη του σκοπού της εξασφάλισης (και αν όλα είναι εξίσου κατάλληλα, το δικαστήριο διατάζει το λιγότερο επαχθές για τον οφειλέτη κατά του οποίου ζητείται η εξασφάλιση).

3 Αντικείμενο και φύση αυτών των μέτρων

3.1 Ποια περιουσιακά στοιχεία μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο αυτών των μέτρων;

Αντικείμενο μέτρων εξασφάλισης και προσωρινών μέτρων μπορεί να είναι οποιοδήποτε πράγμα ή δικαίωμα που ανήκει στην κυριότητα του οφειλέτη που παρέχει την εξασφάλιση, λ.χ., ακίνητα, κινητά, χρηματικές απαιτήσεις, συντάξεις, παροχές αναπηρίας, καταθέσεις μετρητών σε τραπεζικούς λογαριασμούς ή αποταμιευτικοί λογαριασμοί και άλλα περιουσιακά δικαιώματα, εφόσον δεν είναι ακατάσχετα βάσει του νόμου ή δεν υφίσταται νομικός περιορισμός στο δικαίωμα εκτέλεσης επί των εν λόγω περιουσιακών στοιχείων (λ.χ., πράγματα εκτός συναλλαγών, αγροτεμάχια και αγροτικά οικήματα των αγροτών στο μέτρο που είναι αναγκαία για τη διαβίωση του οφειλέτη και των μελών της στενής οικογένειάς του, καθώς και των άλλων προσώπων που υποχρεούται από τον νόμο να διατρέφει κ.ο.κ.).

3.2 Ποια τα αποτελέσματα αυτών των μέτρων;

H εξασφάλιση με τη σύσταση εμπράγματου βάρους σε ακίνητο (εκούσια ή αναγκαστική, δικαστική ή συμβολαιογραφική) πραγματοποιείται με την καταχώριση του εμπράγματου βάρους στο κτηματολόγιο στο οποίο είναι καταχωρισμένο το ακίνητο.

Στη δικαστική ή συμβολαιογραφική εξασφάλιση με τη μεταβίβαση της κυριότητας πραγμάτων ή τη μεταβίβαση δικαιωμάτων, ο εξασφαλισμένος δανειστής καθίσταται κύριος του πράγματος ή του δικαιώματος από την καταχώριση στα από τον νόμο προβλεπόμενα δημόσια βιβλία ή μητρώα. Ο δανειστής που ζητά την εξασφάλιση και ο οφειλέτης που την παρέχει μπορούν, προς τον σκοπό της εξασφάλισης χρηματικής απαίτησης του δανειστή με τη σύσταση εμπράγματου βάρους σε συγκεκριμένα περιουσιακά στοιχεία, να ζητήσουν συναινετικά από το δικαστήριο να διατάξει και να εκτελέσει, προς όφελος του δανειστή που ζητά την εξασφάλιση:

1. την επιβολή εμπράγματου βάρους σε ακίνητη περιουσία του οφειλέτη που παρέχει την εξασφάλιση,

2. την κατάθεση συμφωνίας των μερών για την επιβολή εμπράγματου βάρους σε ακίνητο που δεν έχει καταχωριστεί στο κτηματολόγιο ενώπιον του δικαστηρίου του κτηματολογίου,

3. την επιβολή εμπράγματου βάρους σε κινητή περιουσία του οφειλέτη που παρέχει την εξασφάλιση,

4. την επιβολή εμπράγματου βάρους σε χρηματική απαίτηση του οφειλέτη που παρέχει την εξασφάλιση,

5. την επιβολή εμπράγματου βάρους σε μέρος των εισοδημάτων του οφειλέτη που παρέχει την εξασφάλιση από σύμβαση απασχόλησης ή παροχή υπηρεσιών,

6. την επιβολή εμπράγματου βάρους σε μέρος της σύνταξης, του επιδόματος αναπηρίας ή της αποζημίωσης λόγω απώλειας εισοδήματος,

7. την επιβολή εμπράγματου βάρους σε απαίτηση του οφειλέτη που παρέχει την εξασφάλιση από τραπεζικό λογαριασμό ή βιβλιάριο αποταμιεύσεων,

8. την επιβολή εμπράγματου βάρους σε απαίτηση απόδοσης ή παράδοσης κινητών ή απόδοσης ακινήτου,

9. την επιβολή εμπράγματου βάρους σε άλλα εμπράγματα ή ενοχικά δικαιώματα,

10 την επιβολή εμπράγματου βάρους σε τίτλους μετοχών και άλλα χρεόγραφα και την παράδοσή τους προς φύλαξη,

11. την επιβολή εμπράγματου βάρους σε μετοχές για τις οποίες δεν έχουν εκδοθεί τίτλοι μετοχών και σε μερίδια και συμμετοχές σε εταιρείες,

12. την επιβολή εμπράγματου βάρους σε τίτλους που τηρούνται από θεματοφύλακα.

Εξασφάλιση με συντηρητική εκτέλεση: για την εξασφάλιση της εκτέλεσης μη χρηματικής απαίτησης που δεν μπορεί να εξασφαλιστεί με υπό αίρεση καταχώριση σε δημόσιο βιβλίο, το δικαστήριο μπορεί, βάσει απόφασης εκδοθείσας στο πλαίσιο αστικής διαδικασίας, να διατάξει συντηρητική εκτέλεση.

Εξασφάλιση με συντηρητικά μέτρα: το δικαστήριο μπορεί να διατάξει τα παρακάτω συντηρητικά μέτρα:

1. την επιβολή εμπράγματου βάρους σε ακίνητο του οφειλέτη που παρέχει την εξασφάλιση ή σε δικαίωμά του επί ακινήτου,

2. την κατάθεση συμφωνίας των μερών για την επιβολή εμπράγματου βάρους σε ακίνητο που δεν έχει καταχωριστεί στο κτηματολόγιο ενώπιον του δικαστηρίου του κτηματολογίου,

3. την επιβολή εμπράγματου βάρους σε κινητή περιουσία του οφειλέτη που παρέχει την εξασφάλιση,

4. την επιβολή εμπράγματου βάρους σε χρηματική απαίτηση του οφειλέτη που παρέχει την εξασφάλιση,

5. την επιβολή εμπράγματου βάρους σε μέρος των εισοδημάτων του οφειλέτη που παρέχει την εξασφάλιση από σύμβαση απασχόλησης ή παροχή υπηρεσιών,

6. την επιβολή εμπράγματου βάρους σε μέρος της σύνταξης, του επιδόματος αναπηρίας ή της αποζημίωσης λόγω απώλειας εισοδήματος,

7. την επιβολή εμπράγματου βάρους σε απαίτηση του οφειλέτη που παρέχει την εξασφάλιση από τραπεζικό λογαριασμό ή βιβλιάριο αποταμιεύσεων,

8. την επιβολή εμπράγματου βάρους σε απαίτηση απόδοσης ή παράδοσης κινητών ή απόδοσης ακινήτου,

9. την επιβολή εμπράγματου βάρους σε άλλα εμπράγματα ή ενοχικά δικαιώματα,

10. την επιβολή εμπράγματου βάρους σε τίτλους μετοχών και άλλα χρεόγραφα και την παράδοσή τους προς φύλαξη,

11. την επιβολή εμπράγματου βάρους σε μετοχές για τις οποίες δεν έχουν εκδοθεί τίτλοι μετοχών και σε μερίδια και συμμετοχές σε εταιρείες,

12. την επιβολή εμπράγματου βάρους σε τίτλους που τηρούνται από θεματοφύλακα,

13. την απαγόρευση σε τράπεζα να πληρώσει από τον λογαριασμό του οφειλέτη που παρέχει την εξασφάλιση ή τρίτου ποσό για το οποίο έχει διαταχθεί συντηρητικό μέτρο.

Ο δανειστής που λαμβάνει την εξασφάλιση αποκτά εμπράγματο βάρος στο περιουσιακό στοιχείο που αποτελεί το αντικείμενο της εξασφάλισης με την επιβολή του συντηρητικού. Όταν διατάζεται απαγόρευση καταβολής ποσού από τραπεζικές καταθέσεις του οφειλέτη, το εν λόγω ποσό δεν μπορεί να μεταφερθεί από τον λογαριασμό όσο διαρκεί η απαγόρευση, παρά μόνον για την πληρωμή της εξασφαλισμένης απαίτησης.

Προσωρινά μέτρα

- για την εξασφάλιση χρηματικής απαίτησης μπορεί να διαταχθεί οποιοδήποτε μέτρο που επιτυγχάνει τον εν λόγω σκοπό, και ιδίως τα παρακάτω:

1. να απαγορευθεί στον οφειλέτη που παρέχει την εξασφάλιση η διάθεση ή η επιβάρυνση κινητών περιουσιακών του στοιχείων, να διαταχθεί η κατάσχεση αυτών και να οριστεί μεσεγγυούχος ο εξασφαλισμένος δανειστής ή τρίτος για την ασφαλή τους φύλαξη

2. να κατασχεθούν και να κατατεθούν στο δικαστήριο ή σε συμβολαιογράφο μετρητά, χρεόγραφα και παρεμφερή περιουσιακά στοιχεία

3. να απαγορευθεί στον οφειλέτη που παρέχει την εξασφάλιση η διάθεση ή η επιβάρυνση ακινήτων του ή εμπράγματων δικαιωμάτων που έχουν καταχωριστεί υπέρ του επί ακινήτου, με σημείωση της απαγόρευσης στο κτηματολόγιο

4. να απαγορευθεί σε οφειλέτη του οφειλέτη που παρέχει την εξασφάλιση η εκούσια εκπλήρωση της υποχρέωσης που υπέχει έναντι αυτού και να απαγορευθεί στον οφειλέτη που παρέχει την εξασφάλιση να λάβει το προϊόν από την εκπλήρωση της εν λόγω υποχρέωσης ή να διαθέσει τις απαιτήσεις του

5. να διαταχθεί τράπεζα να αρνηθεί να καταβάλει, από τον λογαριασμό του οφειλέτη που παρέχει την εξασφάλιση, το ποσό για το οποίο έχει διαταχθεί το προσωρινό μέτρο στον οφειλέτη που παρέχει την εξασφάλιση ή σε τρίτο κατ' εντολή του οφειλέτη που παρέχει την εξασφάλιση.

- Για την εξασφάλιση μη χρηματικής απαίτησης μπορεί να διαταχθεί οποιοδήποτε μέτρο που επιτυγχάνει τον εν λόγω σκοπό, και ιδίως τα παρακάτω:

1. να απαγορευθεί η διάθεση ή η επιβάρυνση των κινητών τα οποία αφορά η απαίτηση, να διαταχθεί η κατάσχεση αυτών και να οριστεί μεσεγγυούχος ο εξασφαλισμένος δανειστής ή τρίτος για την ασφαλή τους φύλαξη

2. να απαγορευθεί η διάθεση ή η επιβάρυνση των μετοχών, μεριδίων ή συμμετοχών τα οποία αφορά η απαίτηση, με σημείωση της απαγόρευσης στο μητρώο μετοχών και, όταν απαιτείται, στο μητρώο του δικαστηρίου να απαγορευθεί η χρήση ή η άσκηση των δικαιωμάτων που απορρέουν από τις εν λόγω μετοχές, μερίδια ή συμμετοχές να ανατεθεί η διαχείριση των μετοχών, μεριδίων ή συμμετοχών σε τρίτο να συγκροτηθεί προσωρινό διαχειριστικό συμβούλιο σε εταιρεία

3. να απαγορευθεί η διάθεση ή η επιβάρυνση των άλλων δικαιωμάτων τα οποία αφορά η απαίτηση και να ανατεθεί η διαχείριση των εν λόγω δικαιωμάτων σε τρίτο

4. να απαγορευθεί η διάθεση ή η επιβάρυνση του ακινήτου το οποίο αφορά η απαίτηση ή εμπράγματων δικαιωμάτων που έχουν καταχωριστεί επί του ακινήτου το οποίο αφορά η απαίτηση, με σημείωση της απαγόρευσης στο κτηματολόγιο να κατασχεθεί το ακίνητο και να οριστεί μεσεγγυούχος ο εξασφαλισμένος δανειστής ή τρίτος για την ασφαλή του φύλαξη

5. να απαγορευθεί σε οφειλέτη του οφειλέτη που παρέχει την εξασφάλιση η απόδοση του πράγματος, η μεταβίβαση του δικαιώματος ή η ανάληψη οποιασδήποτε μη χρηματικής υποχρέωσης την οποία αφορά η απαίτηση έναντι του οφειλέτη που παρέχει την εξασφάλιση

6. να απαγορευθεί στον οφειλέτη που παρέχει την εξασφάλιση κάθε πράξη που θα μπορούσε να προκαλέσει ζημία στον εξασφαλισμένο δανειστή και να απαγορευθεί κάθε τροποποίηση των πραγμάτων τα οποία αφορά η απαίτηση

7. να διαταχθεί ο οφειλέτης που παρέχει την εξασφάλιση να προβεί σε συγκεκριμένες πράξεις που απαιτούνται για τη διατήρηση των κινητών ή ακινήτων ή για τη διατήρηση της υφιστάμενης κατάστασης των πραγμάτων

8. να εξουσιοδοτηθεί ο εξασφαλισμένος δανειστής να παρακρατήσει τα πράγματα του οφειλέτη που παρέχει την εξασφάλιση τα οποία βρίσκονται στην κατοχή του και τα οποία αφορά η απαίτηση μέχρι το πέρας της αντιδικίας

9. να εξουσιοδοτηθεί ο εξασφαλισμένος δανειστής να προβεί σε συγκεκριμένες πράξεις ή να αποκτήσει συγκεκριμένα πράγματα, μόνος ή διά πληρεξουσίου, ιδίως προς τον σκοπό της επαναφοράς των πραγμάτων στην πρότερη κατάσταση

10. να επιστρέψει προσωρινά ο εργαζόμενος στην εργασία του να καταβληθεί αποζημίωση στο πλαίσιο εργατικής διαφοράς, αν είναι αναγκαία για τη διαβίωσή και τη διαβίωση των προσώπων που υποχρεούται να διατρέφει σύμφωνα με τον νόμο.

3.3 Ποια η ισχύς αυτών των μέτρων;

Η δικαστική και η συμβολαιογραφική εξασφάλιση με τη σύσταση εμπράγματου βάρους ή με τη μεταβίβαση της κυριότητας πραγμάτων ή τη μεταβίβαση δικαιωμάτων ισχύουν, κατά κανόνα, έως την οριστική περάτωση της διαδικασίας.

Η απόφαση που διατάζει το συντηρητικό μέτρο πρέπει να μνημονεύει το ύψος της εξασφαλιζόμενης απαίτησης, περιλαμβανομένων των τόκων και των εξόδων, το μέτρο που χρησιμοποιείται για την εξασφάλιση της απαίτησης και τον χρόνο για τον οποίο διατάζεται. Το διάστημα για το οποίο διατάζεται συντηρητικό μέτρο δεν μπορεί να υπερβεί τις 15 ημέρες μετά την ημέρα εκπλήρωσης των προϋποθέσεων εκτέλεσης. Εάν παρέλθει το εν λόγω διάστημα προτού καταστεί εκτελεστή η απόφαση βάσει της οποίας διατάχθηκε το συντηρητικό μέτρο, το δικαστήριο, κατόπιν αίτησης του δανειστή που ζητά την εξασφάλιση η οποία υποβάλλεται στο δικαστήριο πριν από την παρέλευση της περιόδου για την οποία διατάχθηκε το συντηρητικό μέτρο, παρατείνει το εν λόγω διάστημα, υπό τον όρο ότι δεν έχουν μεταβληθεί οι περιστάσεις υπό τις οποίες διατάχθηκε το μέτρο.

Η απόφαση με την οποία διατάζεται προσωρινό μέτρο επίσης προσδιορίζει τη διάρκεια του εν λόγω μέτρου και, αν το μέτρο διαταχθεί πριν από την άσκηση αγωγής ή την κίνηση άλλης διαδικασίας, τάσσει επίσης την προθεσμία εντός της οποίας ο δανειστής που ζητά την εξασφάλιση οφείλει να ασκήσει αγωγή ή να υποβάλει αίτηση κίνησης της διαδικασίας, προκειμένου να δικαιολογηθεί το μέτρο. Το δικαστήριο, κατόπιν αίτησης του δανειστή που ζητά την εξασφάλιση, παρατείνει τη διάρκεια ισχύος του προσωρινού μέτρου, υπό τον όρο ότι δεν έχουν μεταβληθεί οι περιστάσεις υπό τις οποίες διατάχθηκε το μέτρο.

4 Υπάρχει δυνατότητα προσφυγής κατά ενός τέτοιου μέτρου;

Κατά της πρωτοβάθμιας απόφασης μπορεί να ασκηθεί έφεση μέσα σε οκτώ ημέρες από την ημερομηνία επίδοσής της, εκτός αν άλλως ορίζεται από τον OZ. Κατά κανόνα, η έφεση δεν αναστέλλει την εκτέλεση της απόφασης. Επί της έφεσης αποφασίζει το εφετείο.

Η έφεση κατά απόφασης που έχει εκδοθεί επί αίτησης λήψης προσωρινού μέτρου δεν κοινοποιείται στον αντίδικο για αντίκρουση και το εφετείο εκδίδει την απόφασή του επί της έφεσης εντός τριάντα ημερών από την παραλαβή της.

Δεν υπάρχει ένδικο βοήθημα για την προσβολή συμβολαιογραφικού εγγράφου ή επικυρωμένου ιδιωτικού εγγράφου, ωστόσο, ο οφειλέτης μπορεί να προβάλει τις αντιρρήσεις του κατά της συμβολαιογραφικής εξασφάλισης σε ειδική δίκη στην οποία προσβάλλει τις συμφωνίες. Οι τρίτοι μπορούν να προβάλουν τις αντιρρήσεις τους κατά της συμβολαιογραφικής εξασφάλισης σε διαδικασία ενώπιον δικαστηρίου, σύμφωνα με τους κανόνες που διέπουν τις ανακοπές κατά δικαστικής εξασφάλισης.

Αναίρεση στο πλαίσιο διαδικασίας εξασφάλισης επιτρέπεται μόνο αν η απόφαση που εκδόθηκε στον δεύτερο βαθμό εξαρτάται από την επίλυση ουσιαστικού ή δικονομικού ζητήματος που είναι σημαντικό για τη διασφάλιση της ομοιόμορφης εφαρμογής του νόμου και την ισότητα όλων στην εφαρμογή του, σύμφωνα με τους κανόνες της πολιτικής δικονομίας. Δεν επιτρέπεται η επανεκδίκαση, ενώ η επαναφορά των πραγμάτων στην πρότερη κατάσταση επιτρέπεται μόνο σε περίπτωση απώλειας της προθεσμίας για άσκηση έφεσης ή ανακοπής.


Την έκδοση αυτής της σελίδας στην εθνική γλώσσα διαχειρίζεται ο αντίστοιχος αρμόδιος επαφής του ΕΔΔ. Οι μεταφράσεις έχουν γίνει από την αρμόδια υπηρεσία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Οι τυχόν αλλαγές που επιφέρει η αρμόδια εθνική αρχή στο πρωτότυπο ενδέχεται να μην έχουν περιληφθεί ακόμα στις μεταφράσεις. Η Επιτροπή και το Ευρωπαϊκό Δικαστικό Δίκτυο δεν αναλαμβάνουν καμία απολύτως ευθύνη όσον αφορά πληροφορίες ή δεδομένα που περιέχονται ή αναφέρονται στο παρόν έγγραφο. Βλ. την ανακοίνωση νομικού περιεχομένου για τους κανόνες πνευματικής ιδιοκτησίας που ισχύουν στο κράτος μέλος που είναι αρμόδιο για την παρούσα σελίδα.

Τελευταία επικαιροποίηση: 25/09/2018

Ασφαλιστικά και συντηρητικά μέτρα - Ιταλία

Η πρωτότυπη γλωσσική έκδοση ιταλικά αυτής της σελίδας τροποποιήθηκε πρόσφατα. Η γλωσσική έκδοση που βλέπετε τώρα βρίσκεται στο στάδιο της μετάφρασης.
Υπάρχει ήδη μετάφραση στις ακόλουθες γλώσσες: αγγλικά


1 Ποια είναι τα διάφορα μέτρα;

Τα ασφαλιστικά μέτρα διακρίνονται σε δύο βασικές υποομάδες: τα συντηρητικά μέτρα (misure conservative), τα οποία περιλαμβάνουν κατασχέσεις περιουσιακών στοιχείων, και τα προληπτικά μέτρα (misure anticipatorie), τα οποία λαμβάνονται συχνά στο πλαίσιο του οικογενειακού δικαίου. Υπάρχουν, επίσης, τα επείγοντα μέτρα (provvedimenti d’urgenza, άρθρο 700 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας), το περιεχόμενο των οποίων καθορίζεται από το δικαστήριο βάσει κατά περίπτωση εξέτασης, σε συνάρτηση με την ανάγκη διαφύλαξης δικαιώματος που πρέπει να καλυφθεί.

Τα βασικά χαρακτηριστικά των ασφαλιστικών και συντηρητικών μέτρων είναι τα εξής: ακολουθούν απλή και ταχεία διαδικασία, είναι κατά κανόνα προσωρινού χαρακτήρα και είναι επικουρικά της κύριας δίκης της διαφοράς. Ωστόσο, η εν λόγω εξάρτηση από την κύρια διαφορά δεν συνιστά απόλυτο χαρακτηριστικό. Από το 2005, σε ορισμένες ειδικές περιπτώσεις τα ασφαλιστικά μέτρα δεν είναι πλέον απαραίτητο να ακολουθούνται από την έκδοση απόφασης επί της ουσίας. Στις εν λόγω περιπτώσεις, το προσωρινό μέτρο καθίσταται τελικά εκ των πραγμάτων αυτοτελής και μόνιμη πράξη, παρότι δεν μπορεί να αποτελέσει μέτρο το οποίο ενδέχεται να διαταχθεί στο πλαίσιο της έκδοσης απόφασης επί της ουσίας.

2 Υπό ποιες προϋποθέσεις διατάσσονται αυτά τα μέτρα;

Η λήψη ασφαλιστικών μέτρων υπόκειται στον έλεγχο ότι συντρέχουν οι ακόλουθες δύο προϋποθέσεις:

Α) periculum in mora, ήτοι να υφίσταται ο βάσιμος κίνδυνος ότι, εν αναμονή της έκδοσης δικαστικής απόφασης επί της ουσίας, το δικαίωμα που επιδιώκεται να διαφυλαχθεί με τη λήψη του ασφαλιστικού μέτρου ενδέχεται να υποστεί ανεπανόρθωτη ζημία

Β) fumus boni juris, ήτοι να φαίνεται εκ πρώτης όψεως βάσιμη η προβαλλόμενη αξίωση.

2.1 Η διαδικασία

Η αίτηση ασφαλιστικού μέτρου υποβάλλεται στο αρμόδιο δικαστήριο, το οποίο είναι κατά κανόνα το ίδιο δικαστήριο που επιλαμβάνεται της κύριας υπόθεσης. Το δικαστήριο εξετάζει συνοπτικά την υπόθεση, με την ακρόαση και των δύο διαδίκων, και κατόπιν διατάσσει το ασφαλιστικό μέτρο. Το ασφαλιστικό μέτρο μπορεί επίσης να εκδοθεί χωρίς κατ' αντιμωλία εξέταση, εάν η κλήτευση του αντιδίκου ενδέχεται να εμποδίσει την εφαρμογή του μέτρου.

2.2 Οι κύριες προϋποθέσεις

Η λήψη ασφαλιστικών μέτρων υπόκειται στον έλεγχο ότι συντρέχουν οι δύο προαναφερόμενες προϋποθέσεις: periculum in mora και fumus boni juris.

3 Αντικείμενο και φύση αυτών των μέτρων

Πρόκειται για μέτρα με προσωρινό χαρακτήρα εν αναμονή της έκδοσης απόφασης κατά την κύρια δίκη της υπόθεσης. Ωστόσο, παρότι τούτο ισχύει πάντα για τα συντηρητικά μέτρα, τα οποία προϋποθέτουν την αναμονή έκδοσης απόφασης επί της κύριας διαφοράς, ισχύει μόνον εν μέρει στην περίπτωση των προληπτικών μέτρων, τα οποία παραμένουν σε ισχύ ανεξάρτητα από το εάν εκκρεμεί ή όχι δίκη, αν και δεν έχουν την ίδια ισχύ με την τελεσίδικη απόφαση βάσει της οποίας κρίνονται τα σχετικά ζητήματα.

Το περιεχόμενο των μέτρων ποικίλλει ανάλογα με το είδος του κινδύνου που προορίζονται να αποτρέψουν. Αναφέρεται ενδεικτικά το παράδειγμα της συντηρητικής κατάσχεσης των περιουσιακών στοιχείων του οφειλέτη. Η διάταξη επαναπρόσληψης αδίκως απολυμένου εργαζομένου, απεναντίας, συνιστά υποχρέωση εκτέλεσης πράξης.

3.1 Ποια περιουσιακά στοιχεία μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο αυτών των μέτρων;

Ανάλογα με την ανάγκη που πρέπει να καλυφθεί, η εφαρμογή των συντηρητικών μέτρων μπορεί να αφορά στοιχεία κινητής ή ακίνητης περιουσίας, αλλά και έργα διανοητικής ιδιοκτησίας και έργα που προστατεύονται από δικαιώματα δημιουργού.

3.2 Ποια τα αποτελέσματα αυτών των μέτρων;

Τα συντηρητικά μέτρα αποσκοπούν στη διατήρηση της νομικής και πραγματικής κατάστασης που υφίσταται κατά τη χρονική στιγμή υποβολής της αίτησης, ούτως ώστε να διασφαλιστεί ότι ο χρόνος που απαιτείται για την περάτωση της κύριας δίκης δεν θα ζημιώσει τα δικαιώματα του αιτούντος. Τα προληπτικά μέτρα, από την άλλη πλευρά, αποσκοπούν στην επίσπευση των αποτελεσμάτων που παράγει η τελεσίδικη απόφαση στο πλαίσιο της κύριας δίκης.

3.3 Ποια η ισχύς αυτών των μέτρων;

Τα ασφαλιστικά μέτρα παραμένουν σε ισχύ έως την έκδοση της απόφασης στο πλαίσιο της κύριας δίκης, η οποία και θα τα αντικαταστήσει. Τα συντηρητικά μέτρα, για τα οποία απαιτείται η κίνηση της κύριας διαδικασίας (για παράδειγμα, το μέτρο για την έγκριση της δικαστικής κατάσχεσης δυνάμει του άρθρου 670 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας ή το μέτρο συντηρητικής κατάσχεσης δυνάμει του άρθρου 671 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας), παύουν επίσης να ισχύουν εάν η κύρια διαδικασία δεν κινηθεί ή δεν συνεχιστεί εντός των προθεσμιών που ορίζονται από τον νόμο ή από το δικαστήριο ή σε περίπτωση που δεν έχει κατατεθεί η εγγύηση που έχει επιβάλει το δικαστήριο. Τα προληπτικά μέτρα, συμπεριλαμβανομένων των άτυπων μέτρων (πρόκειται για μέτρα το περιεχόμενο των οποίων δεν καθορίζεται από τη νομοθεσία αλλά από το δικαστήριο, δυνάμει του άρθρου 700 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας), εξακολουθούν να ισχύουν, ακόμη και όταν δεν μπορούν να αποτελέσουν μέρος της οριστικής απόφασης, έστω και αν η κύρια διαδικασία είτε δεν έχει κινηθεί είτε έχει μεν κινηθεί αλλά στη συνέχεια διακόπηκε.

4 Υπάρχει δυνατότητα προσφυγής κατά ενός τέτοιου μέτρου;

Οι αποφάσεις σχετικά με τη λήψη ασφαλιστικών μέτρων, είτε αφορούν την αποδοχή της αίτησης είτε την απόρριψή της, μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο έφεσης (άρθρο 669ιβ) είτε λόγω πλημμελειών που παρουσιάζουν είτε με την υποβολή στο Εφετείο πρόσθετων στοιχείων και λόγων που δεν περιλαμβάνονταν στην αρχική αίτηση.


Την έκδοση αυτής της σελίδας στην εθνική γλώσσα διαχειρίζεται ο αντίστοιχος αρμόδιος επαφής του ΕΔΔ. Οι μεταφράσεις έχουν γίνει από την αρμόδια υπηρεσία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Οι τυχόν αλλαγές που επιφέρει η αρμόδια εθνική αρχή στο πρωτότυπο ενδέχεται να μην έχουν περιληφθεί ακόμα στις μεταφράσεις. Η Επιτροπή και το Ευρωπαϊκό Δικαστικό Δίκτυο δεν αναλαμβάνουν καμία απολύτως ευθύνη όσον αφορά πληροφορίες ή δεδομένα που περιέχονται ή αναφέρονται στο παρόν έγγραφο. Βλ. την ανακοίνωση νομικού περιεχομένου για τους κανόνες πνευματικής ιδιοκτησίας που ισχύουν στο κράτος μέλος που είναι αρμόδιο για την παρούσα σελίδα.

Τελευταία επικαιροποίηση: 30/07/2019

Ασφαλιστικά και συντηρητικά μέτρα - Κύπρος


1 Ποια είναι τα διάφορα μέτρα;

Α. Κάθε Δικαστήριο, κατά την άσκηση της πολιτικής του δικαιοδοσίας, δύναται να εκδίδει απαγορευτικό διάταγμα (παρεμπίπτον, διηνεκές, ή προστακτικό) ή να διορίζει παραλήπτη σε όλες τις περιπτώσεις στις οποίες το Δικαστήριο κρίνει αυτό δίκαιο ή πρόσφορο ακόμα και όταν δεν αξιούνται ή χορηγούνται μαζί με αυτό αποζημιώσεις ή άλλη θεραπεία. Παρεμπίπτον απαγορευτικό διάταγμα δεν εκδίδεται εκτός αν το δικαστήριο ικανοποιηθεί ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση κατά την επ' ακροατηρίου διαδικασία, ότι υπάρχει πιθανότητα  ότι ο αιτών διάδικος δικαιούται σε θεραπεία, και ότι εκτός εάν εκδοθεί παρεμπίπτον απαγορευτικό διάταγμα θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο (άρθρο 32(1) περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν.14/60 όπως τροποποιήθηκε)

Β. Το Δικαστήριο δύναται σε οποιοδήποτε χρόνο, ενώ εκκρεμεί σ'αυτό αστική αγωγή, να εκδίδει διάταγμα για τη μεσεγγύηση, διατήρηση, φύλαξη, πώληση, κατακράτηση ή επιθεώρηση περιουσίας που αποτελεί το αντικείμενο της αγωγής ή διάταγμα για την παρεμπόδιση απώλειας ή ζημιάς ή δυσμενούς επηρεασμού που δυνατόν , αν δεν εκδοθεί το διάταγμα αυτό, να προξενηθούν σε πρόσωπο ή περιουσία ενόσω εκκρεμεί τελική δικαστική απόφαση σε ζήτημα που επηρεάζει το πρόσωπο αυτό ή περιουσία ή ενόσω εκκρεμεί η εκτέλεση της δικαστικής απόφασης (άρθρο 4(1) περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6). Σκοπός του διατάγματος που εκδίδεται δυνάμει της συγκεκριμένης διάταξης είναι η προστασία (με την έκδοση των ειδικών διαταγμάτων που προβλέπονται) της περιουσίας που αποτελεί αντικείμενο της αγωγής κατά τη διάρκεια της εκκρεμότητας της αγωγής ή μέχρι την εκτέλεση της απόφασης.

Γ. Κάθε Δικαστήριο, στο οποίο εκκρεμεί αστική αγωγή για χρέος ή αποζημίωση δύναται σε οποιοδήποτε χρόνο μετά την έγερση της αγωγής να διατάξει όπως ο εναγόμενος παρεμποδιστεί να απαλλοτριώσει τόσο μέρος της ακίνητης ιδιοκτησίας που είναι εγγεγραμμένη στο όνομα του ή για την οποία δικαιούται κατά νόμο να εγγραφεί ως ιδιοκτήτης όσο κατά τη γνώμη του Δικαστηρίου είναι επαρκές να ικανοποιήσει την απαίτηση του ενάγοντα μαζί με τα έξοδα της αγωγής. Το διάταγμα δεν εκδίδεται εκτός αν φαίνεται στο Δικαστήριο ότι ο ενάγων έχει καλή βάση αγωγής, και ότι με την πώληση ή τη μεταβίβαση της ιδιοκτησίας σε τρίτο είναι πιθανόν να εμποδιστεί ο ενάγων στην ικανοποίηση της δικαστικής απόφασης που τυχόν να εκδοθεί υπέρ του. (άρθρο 5 (1) (2) Κεφ.6). Το άρθρο αυτό εφαρμόζεται σε περιπτώσεις αγωγών για χρέος ή αποζημιώσεις και εξουσιοδοτεί την έκδοση διαταγμάτων αναφορικά με ακίνητη περιουσία που είναι εγγεγραμμένη στο όνομα του εναγόμενου, ή σε σχέση με την οποία ο εναγόμενος δικαιούται να εγγραφεί ως ιδιοκτήτης. Σκοπός είναι η δέσμευση ακίνητης περιουσίας προς εκτέλεση μελλοντικής απόφασης υπέρ του ενάγοντα.

Η εξουσία του Δικαστηρίου που περιγράφεται στην παράγραφο Α ανωτέρω είναι σαφέστατα ευρύτερη από τις περιπτώσεις Β και Γ και καθορίζει τις παραμέτρους της γενικής δικαιοδοσίας των Δικαστηρίων να εκδίδουν παρεμπίπτοντα απαγορευτικά διατάγματα. Οι περιπτώσεις Β και Γ υποδεικνύουν ειδικούς τύπους διαταγμάτων που δύνανται να εκδοθούν από το Δικαστήριο.

Σύμφωνα με τη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, η γενική εξουσία της παραγράφου Α (άρθρο 32 περί Δικαστηρίων Νόμου)  είναι ευρεία και επιτρέπει την έκδοση προσωρινού διατάγματος εναντίον περιουσίας η οποία δεν αποτελεί το αντικείμενο της κυρίως αγωγής. Από τη νομολογία προκύπτει ότι τα Κυπριακά Δικαστήρια έχουν, με βάση το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου, εξουσία να εκδίδουν παρεμπίπτοντα διατάγματα τύπου Mareva [διάταγμα δέσμευσης περιουσιακών στοιχείων (χρημάτων ή κινητών) εντός δικαιοδοσίας τα οποία υπάρχει κίνδυνος να μετακινηθούν εκτός δικαιοδοσίας ή να σπαταληθούν.

2 Υπό ποιες προϋποθέσεις διατάσσονται αυτά τα μέτρα;

2.1 Η διαδικασία

Αιτήσεις για έκδοση προσωρινού διατάγματος υποβάλλονται σε οποιοδήποτε στάδιο διαδικασίας στην οποία εκκρεμεί αστική αγωγή. Η διαδικασία για την υποβολή της αίτησης διέπεται από τους περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς. Τυχόν καθυστέρηση από πλευράς ενάγοντα στη διεκδίκηση προσωρινών μέτρων συνιστά παράγοντα που λαμβάνεται υπόψη από το Δικαστήριο.

Στην Κυπριακή έννομη τάξη υπάρχει η δυνατότητα έκδοσης προσωρινού διατάγματος χωρίς ειδοποίηση της άλλης πλευράς (ex parte, βλ. άρθρο 9 περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6). Τέτοια διαδικασία συνιστά εξαιρετικό μέτρο και, σε τέτοια περίπτωση, το επείγον αποτελεί δικαιοδοτικό όρο για την άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου χωρίς να ακούσει την άλλη πλευρά. Τα Δικαστήρια εφαρμόζουν με αυστηρότητα τη συγκεκριμένη αρχή. Αυστηρές, επίσης, είναι σε μονομερή (ex parte) αίτηση για έκδοση προσωρινού διατάγματος, οι συνέπειες λόγω μη αποκάλυψης ουσιωδών γεγονότων από πλευράς του αιτητή.

Προσωρινό διάταγμα που εκδίδεται μονομερώς αποκτά άμεση ισχύ με την επίδοση στον καθ’ ου η αίτηση, πλην όμως καθίσταται επιστρεπτέο ενώπιον του Δικαστηρίου το συντομότερο δυνατό μετά την έκδοσή του για να δοθεί η ευκαιρία στον καθ’ ου η αίτηση να δηλώσει κατά πόσο ενίσταται στην έκδοσή του. Οποιοσδήποτε τρίτος επηρεάζεται άμεσα από το διάταγμα δικαιούται επίσης να αποταθεί στο Δικαστήριο για να ακουστεί επί του ζητήματος. Σε περίπτωση που ο καθ’ ου η αίτηση ενίσταται στο διάταγμα το Δικαστήριο προχωρεί σε ακρόαση για να αποφασίσει κατά πόσον το διάταγμα θα παραμείνει σε ισχύ ή κατά πόσον θα ακυρωθεί ή θα τροποποιηθεί. Σε περίπτωση απόρριψής του, ο αιτητής έχει το δικαίωμα να αποταθεί εκ νέου, υπό την προϋπόθεση ότι στο μεταξύ οι ουσιώδεις συνθήκες έχουν μεταβληθεί. Θα πρέπει, επίσης να αναφερθεί ότι σε όλες τις περιπτώσεις όπου εκδίδεται προσωρινό διάταγμα μονομερώς (ex parte) , το Δικαστήριο εκδίδει, δυνάμει ρητής νομοθετικής πρόνοιας, διάταγμα όπως ο αιτητής προσκομίσει εγγύηση για το ποσό που καθορίζει το Δικαστήριο ως ασφάλεια για ζημιές που τυχόν προκληθούν στο πρόσωπο εναντίον του οποίου εκδίδεται το διάταγμα. Σύμφωνα με τη νομολογία, το Δικαστήριο στερείται εξουσίας να εκδώσει το διάταγμα εκτός εάν προσκομιστεί η εγγύηση από τον ίδιο τον αιτητή.

Υπάρχει βεβαίως η δυνατότητα εξασφάλισης προσωρινού διατάγματος στα πλαίσια αίτησης δια κλήσεως (δηλαδή με ειδοποίηση στο άλλο μέρος), όμως, σε μια τέτοια περίπτωση, ο παράγων του επείγοντος δεν εξετάζεται από το Δικαστήριο.

2.2 Οι κύριες προϋποθέσεις

Η έκδοση παρεμπίπτοντος απαγορευτικού διατάγματος είναι ζήτημα που ανάγεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Τρεις βασικές προϋποθέσεις πρέπει να συντρέχουν πριν το Δικαστήριο αποφασίσει να ασκήσει τη διακριτική του εξουσία, με βάση το ισοζύγιο ευχέρειας, υπέρ της έκδοσης ή όχι του αιτούμενου διατάγματος:

  • Σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση (η αποκάλυψη συζητήσιμης υπόθεση στη βάση των δικογράφων είναι αρκετή)
  • Πιθανότητα επιτυχίας (ορατό ενδεχόμενο επιτυχίας/ ορατή προοπτική ότι ο αιτών διάδικος δικαιούται σε θεραπεία στην αγωγή.
  • Δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο χωρίς την έκδοση του διατάγματος (κατά πόσον η επιδίκαση αποζημιώσεων υπέρ του αιτούντος διαδίκου στο τελικό στάδιο δεν είναι αρκετή για την κατοχύρωση των δικαιωμάτων του).

Επαναλαμβάνεται ότι η έκδοση προσωρινού διατάγματος επαφίεται εξ ολοκλήρου στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Η ικανοποίηση των τριών ανωτέρω προϋποθέσεων δεν οδηγεί αυτόματα στην έκδοση του διατάγματος. Το Δικαστήριο καλείται να σταθμίσει κατά πόσον είναι δίκαιο ή πρόσφορο υπό το φως όλων των γεγονότων και συνθηκών να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα.

3 Αντικείμενο και φύση αυτών των μέτρων

3.1 Ποια περιουσιακά στοιχεία μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο αυτών των μέτρων;

Η νομολογία υποδεικνύει ότι φύση/τύπος του περιουσιακού στοιχείου γενικά δεν συνιστά περιοριστικό παράγοντα για την άσκηση της εξουσίας του Δικαστηρίου. Η φύση του περιουσιακού στοιχείου, όμως, είναι δυνατόν να αποτελέσει σχετικό παράγοντα στην αποτίμηση από το Δικαστήριο του ισοζυγίου (balance of convenience) κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας για την έκδοση του διατάγματος. Ο αιτών διάδικος ευκολότερα μπορεί να αποδείξει τον κίνδυνο απώλειας χρημάτων σε τραπεζικό λογαριασμό παρά τον κίνδυνο αποξένωσης ακίνητης ιδιοκτησίας.

3.2 Ποια τα αποτελέσματα αυτών των μέτρων;

Με την έκδοση του διατάγματος, οποιοδήποτε μέρος προς το οποίο αυτό απευθύνεται τελεί υπό τη νομική υποχρέωση συμμόρφωσης με το διάταγμα. Ανυπακοή στο διάταγμα συνιστά περιφρόνηση του Δικαστηρίου, τιμωρούμενη σύμφωνα με το Νόμο. Περαιτέρω, οποιοδήποτε πρόσωπο που υποκινεί ή διευκολύνει ανυπακοή προς το διάταγμα του Δικαστηρίου, δύναται να κριθεί ένοχο για περιφρόνηση του Δικαστηρίου (άρθρο 42 του περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν.14/1960 όπως τροποποιήθηκε).

3.3 Ποια η ισχύς αυτών των μέτρων;

Προσωρινό διάταγμα που εκδίδεται από το Δικαστήριο περιλαμβάνει συγκεκριμένη πρόνοια ως προς τη διάρκειά του. Συνήθως παραμένει σε ισχύ μέχρι την τελική έκβαση της κυρίως αγωγής ή μέχρι τη ακύρωση ή τροποποίησή του από μεταγενέστερο διάταγμα του Δικαστηρίου. Στο στάδιο έκδοσης τελικής απόφασης στην κυρίως υπόθεση το Δικαστήριο δύναται να συμπεριλάβει ειδική πρόνοια στην απόφαση, διατηρώντας το διάταγμα σε ισχύ για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα μετά την έκδοση της απόφασης, ούτως ώστε να διευκολύνει την εκτέλεση της απόφασης.

4 Υπάρχει δυνατότητα προσφυγής κατά ενός τέτοιου μέτρου;

Απόφαση του Δικαστηρίου με την οποία εκδίδεται προσωρινό διάταγμα υπόκειται σε έφεση ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Έφεση χωρεί, επίσης, κατά της απόφασης του Δικαστηρίου να απορρίψει αίτηση για έκδοση προσωρινού διατάγματος.

Κατά την εκδίκαση της έφεσης, το Ανώτατο Δικαστήριο έχει ευρείες εξουσίες. Μπορεί να εκδώσει το διάταγμα που δεν εκδόθηκε από το πρωτόδικο Δικαστήριο ή να ακυρώσει ή τροποποιήσει διάταγμα που εκδόθηκε από το κατώτερο Δικαστήριο. Θα πρέπει, όμως, να σημειωθεί ότι η κατ’ έφεση διαδικασία δεν συνιστά εκ νέου ακρόαση της υπόθεσης. Η απόφαση του πρωτόδικου Δικαστηρίου δεν ανατρέπεται απλά γιατί το Ανώτατο Δικαστήριο θα ασκούσε τη διακριτική εξουσία διαφορετικά. Το Ανώτατο Δικαστήριο παρεμβαίνει μόνο όταν αποφανθεί πως το πρωτόδικο Δικαστήριο άσκησε τη διακριτική του εξουσία λανθασμένα.


Την έκδοση αυτής της σελίδας στην εθνική γλώσσα διαχειρίζεται ο αντίστοιχος αρμόδιος επαφής του ΕΔΔ. Οι μεταφράσεις έχουν γίνει από την αρμόδια υπηρεσία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Οι τυχόν αλλαγές που επιφέρει η αρμόδια εθνική αρχή στο πρωτότυπο ενδέχεται να μην έχουν περιληφθεί ακόμα στις μεταφράσεις. Η Επιτροπή και το Ευρωπαϊκό Δικαστικό Δίκτυο δεν αναλαμβάνουν καμία απολύτως ευθύνη όσον αφορά πληροφορίες ή δεδομένα που περιέχονται ή αναφέρονται στο παρόν έγγραφο. Βλ. την ανακοίνωση νομικού περιεχομένου για τους κανόνες πνευματικής ιδιοκτησίας που ισχύουν στο κράτος μέλος που είναι αρμόδιο για την παρούσα σελίδα.

Τελευταία επικαιροποίηση: 13/05/2019

Ασφαλιστικά και συντηρητικά μέτρα - Λιθουανία


1 Ποια είναι τα διάφορα μέτρα;

Το άρθρο 145 του κώδικα πολιτικής δικονομίας (Civilinio proceso kodeksas) καθορίζει τα διάφορα είδη προσωρινών μέτρων. Προσωρινά μέτρα μπορούν να είναι τα ακόλουθα:

  1. κατάσχεση της ακίνητης περιουσίας του εναγομένου
  2. εισαγωγή απαγόρευσης στο δημόσιο μητρώο η οποία εμποδίζει τη μεταβίβαση τίτλου
  3. κατάσχεση κινητής περιουσίας, χρημάτων ή άλλων δικαιωμάτων ιδιοκτησίας που ανήκουν στον εναγόμενο και κατέχονται από τον εναγόμενο ή τρίτους
  4. παρακράτηση περιουσίας που ανήκει στον εναγόμενο
  5. διορισμός διαχειριστή για την περιουσία του εναγομένου
  6. απαγόρευση που δεν επιτρέπει στον εναγόμενο να συμμετέχει σε ορισμένες συναλλαγές ή να προβαίνει σε ορισμένες ενέργειες
  7. απαγόρευση που δεν επιτρέπει σε άλλα πρόσωπα να μεταβιβάσουν περιουσία στον εναγόμενο ή να εκπληρώσουν άλλες υποχρεώσεις
  8. σε εξαιρετικές περιπτώσεις, απαγόρευση που δεν επιτρέπει στον εναγόμενο να εγκαταλείψει τη μόνιμή κατοικία του και/ή απαγόρευση που δεν επιτρέπει την απομάκρυνση παιδιού από τη μόνιμη κατοικία του, χωρίς την άδεια του δικαστηρίου
  9. αναστολή ρευστοποίησης στοιχείων του ενεργητικού, όταν έχει κατατεθεί αίτηση ακύρωσης της κατάσχεσης των εν λόγων στοιχείων του ενεργητικού
  10. αναστολή εκτέλεσης είσπραξης
  11. επιδίκαση προσωρινής διατροφής ή επιβολή προσωρινών περιορισμών
  12. απόφαση για λήψη μέτρων που αποτρέπουν την πρόκληση ή αύξηση ζημίας
  13. άλλα μέτρα που προβλέπονται από τον νόμο ή διατάσσονται από το δικαστήριο, των οποίων η απουσία ενδέχεται να καταστήσει δυσκολότερη ή αδύνατη τη συμμόρφωση με την απόφαση του δικαστηρίου.

2 Υπό ποιες προϋποθέσεις διατάσσονται αυτά τα μέτρα;

Κατόπιν αιτήματος των εμπλεκομένων στην υπόθεση ή άλλων ενδιαφερόμενων προσώπων, το δικαστήριο μπορεί να επιβάλει προσωρινά μέτρα, αν τα εν λόγω πρόσωπα παρέχουν αξιόπιστη αιτιολόγηση του αιτήματός τους ή αν η μη έγκριση αυτών των μέτρων καθιστά τη συμμόρφωση με τη δικαστική απόφαση δυσκολότερη ή αδύνατη.

Το δικαστήριο μπορεί να εφαρμόσει προσωρινά μέτρα αυτεπάγγελτα μόνο όταν αυτό είναι αναγκαίο για την προστασία του δημόσιου συμφέροντος, καθώς και όταν η μη έγκριση των εν λόγω μέτρων θα συνεπαγόταν παραβίαση των δικαιωμάτων και νόμιμων συμφερόντων ενός προσώπου, της κοινωνίας ή του κράτους.

Τα προσωρινά μέτρα μπορεί να εφαρμόζονται τόσο χωρίς την άσκηση αγωγής όσο και σε οποιοδήποτε στάδιο της αστικής διαδικασίας.

2.1 Η διαδικασία

Αιτήματα σε σχέση με προσωρινά μέτρα εξετάζονται από πρωτοβάθμιο δικαστήριο ή, στις περιπτώσεις που αναφέρονται ρητώς στον Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυρονόμο περί εμπορικής διαιτησίας (Komercinio arbitražo įstatymas), από το περιφερειακό δικαστήριο του Βίλνιους (Vilniaus apygardos teismas). Όταν το αίτημα για προσωρινά μέτρα συνδυάζεται με την άσκηση αγωγής, το ζήτημα των προσωρινών μέτρων αποφασίζεται μόνο αφού κριθεί το παραδεκτό της αγωγής με την οποία συνδυάζονται. Το δικαστήριο αποφαίνεται για το αίτημα προσωρινών μέτρων το ταχύτερο δυνατό, με γραπτή διαδικασία, όμως οφείλει να αποφανθεί το αργότερο εντός τριών εργάσιμων ημερών από τη λήψη του αιτήματος. Όταν κρίνεται αναγκαίο από το δικαστήριο, ο εναγόμενος ειδοποιείται για την εξέταση του αιτήματος προσωρινών μέτρων.

Τα πρόσωπα που εμπλέκονται στη διαδικασία δικαιούνται να καταθέτουν αιτήματα για προσωρινά μέτρα στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο ή το ακυρωτικό δικαστήριο στο οποίο εκκρεμεί η υπόθεση επί της ουσίας.

Το δικαστήριο δύναται να εκδώσει προσωρινά μέτρα πριν από την ημερομηνία άσκησης της αγωγής βάσει γραπτού αιτιολογημένου αιτήματος του ενδιαφερόμενου για προσωρινά μέτρα. Στο εν λόγω αίτημα, ο αιτών πρέπει να δηλώνει τους λόγους για τους οποίους η αγωγή δεν έχει ασκηθεί μαζί με το εν λόγω αίτημα, να προσκομίσει αποδεικτικά στοιχεία σχετικά με τον κίνδυνο που αντιμετωπίζουν τα συμφέροντά του και να καταθέσει ποσό ίσο με το ήμισυ των δικαστικών εξόδων που χρεώνονται για αίτημα προσωρινών μέτρων, δηλ. 100 LTL. Σε περίπτωση αιτημάτων προσωρινών μέτρων που αφορούν υποθέσεις που εκκρεμούν σε εθνικά ή ξένα διαιτητικά δικαστήρια ή σε ξένα δικαστήρια, χρεώνεται ποσό 1 000 LTL. Το δικαστήριο μπορεί να μειώσει το ποσό της κατάθεσης, λόγω της δεινής οικονομικής κατάστασης του αιτούντος, αν ο αιτών έχει υποβάλει σχετικό αιτιολογημένο αίτημα, συνοδευόμενο από αποδεικτικά στοιχεία. Το δικαστήριο, όταν επιβάλλει προσωρινά μέτρα, θέτει προθεσμία για την άσκηση της αγωγής. Η εν λόγω προθεσμία δεν μπορεί να υπερβαίνει τις 14 ημέρες. Αν η αγωγή πρέπει να ασκηθεί ενώπιον ξένου δικαστηρίου ή διαιτητικού δικαστηρίου, η προθεσμία δεν μπορεί να υπερβαίνει τις 30 ημέρες. Αν η αγωγή δεν ασκηθεί εντός της καθορισμένης προθεσμίας, αίρονται τα προσωρινά μέτρα. Αν δεν ασκήθηκε λόγω σφάλματος του ενδιαφερόμενου προσώπου, το ποσό της κατάθεσης δεν επιστρέφεται.

Το αίτημα προσωρινών μέτρων πρέπει να υποβάλλεται στο ίδιο δικαστήριο που θα εξετάσει την αγωγή σύμφωνα με τους κανόνες δικαιοδοσίας. Το αίτημα προσωρινών μέτρων που αφορά υπόθεση η οποία εκκρεμεί σε ξένο δικαστήριο ή σε ξένο ή εθνικό διαιτητικό δικαστήριο πρέπει να υποβάλλεται στο περιφερειακό δικαστήριο του Βίλνιους.

Κατόπιν αιτιολογημένου αιτήματος των προσώπων που εμπλέκονται στην υπόθεση ή άλλων ενδιαφερόμενων προσώπων, το δικαστήριο μπορεί να αντικαταστήσει ένα προσωρινό μέτρο με άλλο. Το δικαστήριο οφείλει να ενημερώσει τα πρόσωπα που εμπλέκονται στην υπόθεση ή τα άλλα ενδιαφερόμενα πρόσωπα σχετικά με τυχόν τέτοιο αίτημα και αυτά έχουν το δικαίωμα να αντιταχθούν σ’ αυτό.

Το δικαστήριο μπορεί να αποφασίσει να μην επιβάλει προσωρινά μέτρα αν ο εναγόμενος καταβάλει το αιτούμενο ποσό στον λογαριασμό του δικαστηρίου ή αν έχει συσταθεί εγγύηση για τον εναγόμενο. Εξάλλου, ο εναγόμενος μπορεί να ενεχυριάσει περιουσιακά στοιχεία του προς όφελος του αιτούντα.

2.2 Οι κύριες προϋποθέσεις

(Βλέπε τμήμα 2)

3 Αντικείμενο και φύση αυτών των μέτρων

3.1 Ποια περιουσιακά στοιχεία μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο αυτών των μέτρων;

Τα προσωρινά μέτρα μπορούν να αφορούν ακίνητα, κινητά περιουσιακά στοιχεία, κεφάλαια και δικαιώματα ιδιοκτησίας.

3.2 Ποια τα αποτελέσματα αυτών των μέτρων;

Τα προσωρινά μέτρα είναι μέτρα των οποίων η απουσία ενδέχεται να καταστήσει δυσκολότερη ή αδύνατη τη συμμόρφωση με την απόφαση του δικαστηρίου. Σε περιπτώσεις που αφορούν τον προσωρινό περιορισμό δικαιωμάτων ιδιοκτησίας σε αντικείμενο κοινής ιδιοκτησίας, μπορεί να επιβληθεί κατάσχεση μόνο στο μερίδιο ιδιοκτησίας που ανήκει στο πρόσωπο σε βάρος του οποίου διατάσσονται τα προσωρινά μέτρα. Όταν το μερίδιό του στην κοινή ιδιοκτησία δεν έχει προσδιοριστεί, ολόκληρη η ιδιοκτησία μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο κατάσχεσης, μέχρι τον προσδιορισμό του μεριδίου.

Μετά την κατάσχεση κεφαλαίων σε λογαριασμούς τραπεζών και άλλων πιστωτικών ιδρυμάτων, η χρήση των εν λόγω κεφαλαίων επιτρέπεται μόνο για τις συναλλαγές που ορίζονται στην απόφαση του δικαστηρίου.

Σε περιπτώσεις που κατάσχονται αγαθά σε ελεύθερη κυκλοφορία, πρώτες ύλες, ημικατεργασμένα προϊόντα ή προπαρασκευασμένα προϊόντα, ο κύριός τους μπορεί να αλλάξει τη σύνθεση και τη μορφή τους μόνο εφόσον η συνολική αξία τους δεν πρόκειται να μειωθεί, εκτός να υπάρχει διαφορετική πρόβλεψη στην απόφαση του δικαστηρίου.

Πρόσωπο του οποίου η περιουσία έχει κατασχεθεί φέρει ευθύνη για τυχόν παραβίαση των περιορισμών που επιβάλλονται από τη στιγμή της κοινοποίησης της απόφασης κατάσχεσης της περιουσίας και, αν η κοινοποίηση είναι αδύνατη, μεταξύ άλλων όταν η απόφαση προσωρινών μέτρων εγκρίνεται εν τη απουσία του εν λόγω προσώπου, από τη στιγμή που η απόφαση εγγράφεται στο μητρώο κατάσχεσης περιουσιακών στοιχείων.

3.3 Ποια η ισχύς αυτών των μέτρων;

Αν το δικαστήριο απορρίψει το αίτημα, τυχόν προηγούμενα προσωρινά μέτρα διατηρούνται μέχρι τη θέση σε ισχύ της απόφασης του δικαστηρίου. Το ζήτημα της άρσης προσωρινών μέτρων πρέπει να αποφασίζεται μέσω δικαστικής απόφασης.

Αν το αίτημα γίνει δεκτό, τυχόν προηγούμενα προσωρινά μέτρα διατηρούνται μέχρι την εκτέλεση της απόφασης του δικαστηρίου. Ο δικαστικός επιμελητής που αναλαμβάνει την εκτέλεση της απόφασης του δικαστηρίου ενημερώνει τον υπεύθυνο τήρησης του αντίστοιχου δημόσιου μητρώου σχετικά με τη λήξη των προσωρινών μέτρων στην εν λόγω υπόθεση.

Σε περίπτωση κατάσχεσης κινητής περιουσίας που δεν μπορεί να εγγραφεί στο κτηματολόγιο, ή αν την ημέρα της απόφασης η αξία και η φύση της περιουσίας του εναγομένου δεν έχουν γνωστοποιηθεί στο δικαστήριο, το πρόσωπο που ζητά προσωρινά μέτρα πρέπει να υποβάλει αίτημα στον δικαστικό επιμελητή για τον εντοπισμό και την περιγραφή της περιουσίας του εναγομένου. Αν δεν υποβληθεί τέτοιο αίτημα στον δικαστικό επιμελητή και τα στοιχεία της κατασχεθείσας περιουσίας δεν έχουν αποσαφηνιστεί, τα προσωρινά μέτρα παραμένουν σε ισχύ για δεκατέσσερις ημέρες από την ημερομηνία της απόφασης που τα επιβάλλει. Κατόπιν αιτήματος των προσώπων που εμπλέκονται στην υπόθεση ή άλλων ενδιαφερόμενων προσώπων, τα προσωρινά μέτρα μπορούν να αίρονται με απόφαση του δικαστηρίου που συνεδριάζει επί της ουσίας της υπόθεσης.

Το δικαστήριο ακυρώνει τα προσωρινά μέτρα αυτεπάγγελτα, αν το πρόσωπο που ζητά τα προσωρινά μέτρα δεν ασκήσει αγωγή εντός της προθεσμίας που έχει ορίσει το δικαστήριο. Δεν μπορεί να ασκηθεί ξεχωριστή έφεση κατά της απόφασης για το εν λόγω ζήτημα. Το δικαστήριο μπορεί επίσης να ακυρώσει προσωρινά μέτρα αυτεπάγγελτα όταν αυτό είναι αναγκαίο για την προστασία του δημόσιου συμφέροντος, καθώς και όταν η μη άρση τους θα συνεπαγόταν παραβίαση των δικαιωμάτων και νόμιμων συμφερόντων ενός προσώπου, της κοινωνίας ή του κράτους.

Αν προσωρινά μέτρα που έχουν επιβληθεί από το δικαστήριο περιορίζουν, παραβιάζουν ή αποδυναμώνουν τα δικαιώματα προσώπων που δεν εμπλέκονται στην υπόθεση, τα εν λόγω πρόσωπα δικαιούνται να ζητήσουν από το δικαστήριο που εξετάζει την ουσία της υπόθεσης να ακυρώσει τα προσωρινά μέτρα.

4 Υπάρχει δυνατότητα προσφυγής κατά ενός τέτοιου μέτρου;

Τυχόν απόφαση προσωρινών μέτρων που εκδίδεται από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο σύμφωνα με την ισχύουσα διαδικασία μπορεί να προσβληθεί από τα εμπλεκόμενα στην υπόθεση πρόσωπα με ξεχωριστή έφεση σε ανώτερο δικαστήριο, εκτός από μια σειρά υποθέσεων που ορίζονται στον κώδικα πολιτικής δικονομίας. Τα πρόσωπα που δεν εμπλέκονται στην υπόθεση μπορούν να ασκήσουν ξεχωριστή έφεση μόνο κατά αποφάσεων πρωτοβάθμιου δικαστηρίου οι οποίες έχουν απορρίψει αιτήματά τους για την ακύρωση των προσωρινών μέτρων που τους έχουν επιβληθεί. Η άσκηση ξεχωριστής έφεσης δεν συνεπάγεται αναστολή των διαδικασιών.

Οι δικαστικές αποφάσεις προσωρινών μέτρων δεν μπορούν να αναιρεσιβληθούν.


Την έκδοση αυτής της σελίδας στην εθνική γλώσσα διαχειρίζεται ο αντίστοιχος αρμόδιος επαφής του ΕΔΔ. Οι μεταφράσεις έχουν γίνει από την αρμόδια υπηρεσία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Οι τυχόν αλλαγές που επιφέρει η αρμόδια εθνική αρχή στο πρωτότυπο ενδέχεται να μην έχουν περιληφθεί ακόμα στις μεταφράσεις. Η Επιτροπή και το Ευρωπαϊκό Δικαστικό Δίκτυο δεν αναλαμβάνουν καμία απολύτως ευθύνη όσον αφορά πληροφορίες ή δεδομένα που περιέχονται ή αναφέρονται στο παρόν έγγραφο. Βλ. την ανακοίνωση νομικού περιεχομένου για τους κανόνες πνευματικής ιδιοκτησίας που ισχύουν στο κράτος μέλος που είναι αρμόδιο για την παρούσα σελίδα.

Τελευταία επικαιροποίηση: 21/10/2019

Ασφαλιστικά και συντηρητικά μέτρα - Λουξεµβούργο


1 Ποια είναι τα διάφορα μέτρα;

Το δίκαιο του Λουξεμβούργου γνωρίζει διάφορα είδη μέτρων που προορίζονται για τη διαφύλαξη των δικαιωμάτων των διαδίκων μέχρι την ολοκλήρωση της κύριας δίκης που θα κρίνει οριστικά τις αξιώσεις.

Διακρίνονται:

  • Τα μέτρα που αποφασίζει ο δικαστής χωρίς κατ’ αντιμωλία συζήτηση. Σ’ αυτή την περίπτωση, υποβάλλεται στον δικαστή μονομερής αίτηση του διαδίκου που ζητεί τη λήψη του ασφαλιστικού μέτρου και ο δικαστής αποφαίνεται με βάση τα στοιχεία που προσκομίζει μόνο ο ένας διάδικος.
  • Τα μέτρα που αποφασίζει ο δικαστής μετά από κατ’ αντιμωλία συζήτηση. Σ’ αυτή την περίπτωση, ο δικαστής εκδίδει την απόφασή του μόνο μετά από δημόσια συνεδρίαση (ή συνεδρίαση κεκλεισμένων των θυρών) κατά την οποία οι διάδικοι έχουν τη δυνατότητα να υποστηρίξουν τις απόψεις τους. Η συνεδρίαση συγκαλείται με κλήτευση (επίδοση από δικαστικό επιμελητή) ή με κλήση της γραμματείας του δικαστηρίου, ανάλογα με τις δικονομικές διατάξεις που προβλέπει ο νόμος.

2 Υπό ποιες προϋποθέσεις διατάσσονται αυτά τα μέτρα;

Σε όλες τις περιπτώσεις επείγουσας ανάγκης, ο δικαστής των ασφαλιστικών μέτρων μπορεί να διατάξει όλα τα μέτρα που δεν προσκρούουν σε καμία σοβαρή αντίρρηση ή τα οποία δικαιολογούνται από την ύπαρξη διαφοράς.

Μπορεί επίσης να αποφασίσει για θέματα σχετικά με τις δυσκολίες εκτέλεσης των δικών του διατάξεων.

Μπορεί ακόμη να διατάξει τα αναγκαία συντηρητικά μέτρα ή μέτρα αποκατάστασης, είτε για την αποτροπή επικείμενης ζημίας είτε για την παύση προδήλως παράνομης προσβολής.

2.1 Η διαδικασία

Η αίτηση εισάγεται με κλήτευση σε ακροαματική διαδικασία που διεξάγεται για τον σκοπό αυτό τη συνήθη ημέρα και ώρα εκδίκασης των ασφαλιστικών μέτρων.

Ωστόσο, σε περίπτωση κατεπείγοντος, ο πρόεδρος ή ο δικαστής που τον αντικαθιστά μπορεί να επιτρέψει την εκδίκαση της υπόθεσης, στην ορισμένη ώρα, ακόμη και κατά τις ημέρες εορτών ή αργιών, είτε στο ακροατήριο είτε στην κατοικία του με ελεύθερη είσοδο για το κοινό.

Σε επείγουσες περιπτώσεις, ο πρόεδρος του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου (tribunal d'arrondissement) ή ο δικαστής που τον αντικαθιστά μπορεί να διατάξει κάθε ασφαλιστικό μέτρο που δεν προσκρούει σε καμία σοβαρή αντίρρηση ή δικαιολογείται από την ύπαρξη διαφοράς. Μπορεί επίσης να ρυθμίζει ζητήματα που προκύπτουν από τις δυσκολίες εκτέλεσης μιας δικαστικής απόφασης ή άλλου εκτελεστού τίτλου. Όταν τα ασφαλιστικά μέτρα αφορούν δυσκολίες σχετικά με την εκτέλεση εκτελεστού τίτλου ή δικαστικής απόφασης, αρμόδιο δικαστήριο είναι το δικαστήριο του τόπου διεξαγωγής της εκτέλεσης.

Ο πρόεδρος ή ο δικαστής που τον αντικαθιστά μπορεί επίσης να διατάξει τα αναγκαία ασφαλιστικά ή συντηρητικά μέτρα είτε για την αποτροπή επικείμενης ζημίας είτε για την παύση προδήλως παράνομης προσβολής. Για να αποτραπεί η εξασθένιση των αποδεικτικών στοιχείων, μπορεί να διατάξει τη διεξαγωγή κάθε χρήσιμης αποδεικτικής διαδικασίας, συμπεριλαμβανομένης της ακρόασης μαρτύρων.

Υπάρχουν πολλές νομικές διατάξεις που αφορούν ειδικά την οργάνωση ασφαλιστικών ή συντηρητικών μέτρων που εφαρμόζονται για συγκεκριμένους τομείς (π.χ. σε θέματα συμβάσεων μίσθωσης, εξ αδιαιρέτου ιδιοκτησίας, συγκυριότητας, κληρονομιών, περιουσιακών σχέσεων των συζύγων κ.λπ.). Οι κανόνες αρμοδιότητας προκύπτουν συνήθως με ειδικό τρόπο από το κείμενο του νόμου που επιτρέπει στον δικαστή να λάβει ένα ασφαλιστικό μέτρο. Δεν υπάρχουν κανόνες γενικής αρμοδιότητας, αν και συνήθως η αρμοδιότητα για τη λήψη ασφαλιστικών μέτρων παρέχεται στον πρόεδρο του δικαστηρίου που εκδικάζει την υπόθεση επί της ουσίας.

Όταν δεν προβλέπεται καμία ειδική διαδικασία, ο διάδικος που επιθυμεί τη λήψη ενός ασφαλιστικού μέτρου οφείλει να προσφύγει στο δικαστήριο των ασφαλιστικών μέτρων. Ανάλογα με την αξία του αντικειμένου της διαφοράς, ο ενδιαφερόμενος πρέπει να απευθυνθεί στο ειρηνοδικείο (για ποσά έως 10.000 ευρώ) ή στο τμήμα ασφαλιστικών μέτρων του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου (tribunal d'arrondissement). Οι δικαστές αυτών των δικαστηρίων έχουν γενική αρμοδιότητα να διατάσσουν τα αναγκαία συντηρητικά μέτρα ή μέτρα αποκατάστασης, είτε για την αποτροπή επικείμενης ζημίας είτε για την παύση προδήλως παράνομης προσβολής.

Γενικά, η προσφυγή στις υπηρεσίες δικηγόρου δεν είναι υποχρεωτική.

2.2 Οι κύριες προϋποθέσεις

Προϋπόθεση για τη λήψη αυτών των μέτρων είναι η αναγκαιότητα ή ο επείγων χαρακτήρας των μέτρων κατά την εκτίμηση του δικαστηρίου.

Όταν ένας πιστωτής υποβάλλει αίτηση χορήγησης άδειας κατάσχεσης, ο δικαστής οφείλει να επαληθεύσει, βάσει των εγγράφων και των εξηγήσεων που του παρέχονται, κατά πόσον η απαίτηση κρίνεται κατ’ αρχήν βάσιμη.

3 Αντικείμενο και φύση αυτών των μέτρων

3.1 Ποια περιουσιακά στοιχεία μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο αυτών των μέτρων;

Τα ασφαλιστικά μέτρα μπορούν να αφορούν όλη την κινητή περιουσία ενός προσώπου. Μόνο ορισμένα απολύτως αναγκαία αγαθά για τις καθημερινές ανάγκες θεωρούνται ακατάσχετα από τον νόμο.

Η νομοθεσία του Λουξεμβούργου επιτρέπει τη συντηρητική κατάσχεση των μισθών και αμοιβών ενός προσώπου, ακόμη και την κατάσχεση των εναλλακτικών πηγών εισοδήματος (συντάξεων, προσόδων κ.λπ.). Ωστόσο, ένα μέρος του εισοδήματος, δηλαδή το ποσό που κρίνεται απολύτως αναγκαίο για την κάλυψη των δαπανών διαβίωσης, είναι ακατάσχετο.

Αντιθέτως, δεν είναι δυνατή η συντηρητική κατάσχεση ακινήτων. Η κατάσχεση ακινήτων επιτρέπεται μόνο βάσει δικαστικής απόφασης που έχει αποκτήσει ισχύ δεδικασμένου.

3.2 Ποια τα αποτελέσματα αυτών των μέτρων;

Στις περισσότερες περιπτώσεις, αρμόδιος να καθορίσει τις συνέπειες του μέτρου το οποίο καλείται να λάβει είναι ο ίδιος ο δικαστής. Μπορεί να επιβάλει χρονικό περιορισμό στην εφαρμογή της διαταγής του ή να περιορίσει την έκτασή της σε ορισμένα περιουσιακά στοιχεία ή πράξεις.

Σε περίπτωση που ο δικαστής επιτρέπει κατασχέσεις με μονομερή αίτηση ενός διαδίκου, ο νόμος προβλέπει συγκεκριμένες προθεσμίες εντός των οποίων πρέπει να κατατεθεί ενώπιον του δικαστή αίτηση επικύρωσης της κατάσχεσης. Εάν δεν ζητηθεί η επικύρωση εντός αυτής της προθεσμίας, η κατάσχεση είναι αυτοδικαίως άκυρη.

3.3 Ποια η ισχύς αυτών των μέτρων;

Γίνεται λόγος για ασφαλιστικά μέτρα όταν ο νόμος επιτρέπει στον δικαστή να ρυθμίσει προσωρινά μια επίδικη κατάσταση μεταξύ διαφόρων μερών, έως ότου δοθεί οριστική λύση στο πλαίσιο της διαδικασίας επί της ουσίας.

Πρόκειται για «μέτρα που λαμβάνονται για τη διασφάλιση δικαιωμάτων η αναγνώριση των οποίων ζητείται εξάλλου από τον δικαστή της κύριας δίκης, με παράλληλη διατήρηση της ισχύουσας πραγματικής ή νομικής κατάστασης», σύμφωνα με τον ορισμό που έδωσε το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Πρόκειται επίσης για μέτρα που λαμβάνονται για να αποτραπεί η επιδείνωση μιας κατάστασης.

Στην πράξη, τα μέτρα αυτά θα επιτρέψουν σε έναν πιστωτή να προφυλαχθεί από τον κίνδυνο μη καταβολής προσφεύγοντας σε δύο τεχνικές: είτε καθιστώντας αναπαλλοτρίωτα τα περιουσιακά στοιχεία του οφειλέτη είτε βαρύνοντάς τα με ασφάλειες που παρέχουν στον πιστωτή δικαίωμα παρακολούθησης σε περίπτωση μεταβίβασης των στοιχείων αυτών.

4 Υπάρχει δυνατότητα προσφυγής κατά ενός τέτοιου μέτρου;

Κατά των διατάξεων που εκδίδει ο δικαστής των ασφαλιστικών μέτρων μετά από κατ’ αντιμωλία συζήτηση επιτρέπεται η άσκηση έφεσης. Ωστόσο, η προθεσμία άσκησης έφεσης είναι μόνο 15 ημερών από την επίδοση της απόφασης.

Κατά των αποφάσεων που λαμβάνει ο δικαστής επί μονομερούς αίτησης δεν είναι δυνατόν να ασκηθεί έφεση. Ο διάδικος που θεωρεί ότι ένα τέτοιο μέτρο ήταν λανθασμένο μπορεί να προσφύγει στον δικαστή των ασφαλιστικών μέτρων για να λάβει νέο συντηρητικό μέτρο που θα αναστείλει τα αποτελέσματα του μέτρου που έλαβε ο δικαστής βασιζόμενος μόνο στις πληροφορίες του ενός διαδίκου.

Σχετικοί σύνδεσμοι

Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροhttp://www.legilux.lu/


Την έκδοση αυτής της σελίδας στην εθνική γλώσσα διαχειρίζεται ο αντίστοιχος αρμόδιος επαφής του ΕΔΔ. Οι μεταφράσεις έχουν γίνει από την αρμόδια υπηρεσία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Οι τυχόν αλλαγές που επιφέρει η αρμόδια εθνική αρχή στο πρωτότυπο ενδέχεται να μην έχουν περιληφθεί ακόμα στις μεταφράσεις. Η Επιτροπή και το Ευρωπαϊκό Δικαστικό Δίκτυο δεν αναλαμβάνουν καμία απολύτως ευθύνη όσον αφορά πληροφορίες ή δεδομένα που περιέχονται ή αναφέρονται στο παρόν έγγραφο. Βλ. την ανακοίνωση νομικού περιεχομένου για τους κανόνες πνευματικής ιδιοκτησίας που ισχύουν στο κράτος μέλος που είναι αρμόδιο για την παρούσα σελίδα.

Τελευταία επικαιροποίηση: 03/05/2019

Ασφαλιστικά και συντηρητικά μέτρα - Ουγγαρία

Η πρωτότυπη γλωσσική έκδοση ουγγρικά αυτής της σελίδας τροποποιήθηκε πρόσφατα. Η γλωσσική έκδοση που βλέπετε τώρα βρίσκεται στο στάδιο της μετάφρασης.
Υπάρχει ήδη μετάφραση στις ακόλουθες γλώσσες: αγγλικά


1 Ποια είναι τα διάφορα μέτρα;

Ο νόμος III του 1952 περί του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας προβλέπει δύο είδη έννομων μέσων με τα οποία διασφαλίζεται η εκτέλεση μιας αμφισβητούμενης αξίωσης: πρόκειται για τα ασφαλιστικά μέτρα και τα μέτρα προσωρινής εκτέλεσης, με τα οποία παρέχεται προστασία πριν από την έκδοση οριστικής δικαστικής απόφασης. Επιπλέον των ανωτέρω μέσων, προβλέπεται επίσης η δυνατότητα λήψης συντηρητικών μέτρων βάσει του νόμου LΙΙΙ του 1994 περί αναγκαστικής εκτέλεσης.

2 Υπό ποιες προϋποθέσεις διατάσσονται αυτά τα μέτρα;

2.1 Η διαδικασία

Για τη λήψη ασφαλιστικών μέτρων απαιτείται η υποβολή αίτησης για την κίνηση της σχετικής διαδικασίας. Το δικαστήριο εκδίδει απόφαση για την κατεπείγουσα λήψη των ασφαλιστικών μέτρων, ακόμα και πριν οριστεί η πρώτη ημέρα της ακροαματικής διαδικασίας. Πριν από την έκδοση απόφασης, το δικαστήριο προβαίνει σε ακρόαση των διαδίκων αυτοπροσώπως ή τους παρέχει τη δυνατότητα να απαντήσουν γραπτώς στην αίτηση. Η ακρόαση των διαδίκων μπορεί να παραλειφθεί μόνο για επιτακτικούς λόγους επείγοντος ή σε περίπτωση μη τήρησης της ορισθείσας προθεσμίας για την ακροαματική διαδικασία. Αποδείξεις σε σχέση με αίτηση λήψης ασφαλιστικών μέτρων υποβάλλονται μόνο εάν δεν είναι εφικτή η εκτίμηση της ουσίας της αίτησης χωρίς τις εν λόγω αποδείξεις. Το δικαστήριο αποφασίζει με διαταγή που εκδίδει επί της αίτησης λήψης ασφαλιστικών μέτρων. Δεν είναι δυνατή η άσκηση ένδικου μέσου κατά της διαταγής του δικαστηρίου, η οποία μπορεί να κηρυχθεί προσωρινώς εκτελεστή. Κατόπιν αίτησης –ή, εάν ο ενάγων μειώσει την αξίωσή του αυτοβούλως– το δικαστήριο δύναται να προβεί σε τροποποίηση της διαταγής του. Η διαταγή παραμένει σε ισχύ έως ότου ανακληθεί κατόπιν αίτησης οποιουδήποτε από τους διαδίκους –μετά την ακρόαση του αντιδίκου– μέσω διαταγής ή απόφασης του δικαστηρίου. Εάν η διαταγή για τα ασφαλιστικά μέτρα δεν ανακληθεί στο πλαίσιο της δικαστικής απόφασης (με την οποία περατώνεται η υπόθεση) από το πρωτοδικείο, παύει να ισχύει μόλις η απόφαση σε πρώτο βαθμό καταστεί οριστική.

Το δικαστήριο αποφασίζει σχετικά με την προσωρινή εκτέλεση στην απόφαση που εκδίδει πρωτοδίκως.

Το δικαστήριο πρέπει να αποφασίσει κατεπειγόντως σχετικά με τη λήψη συντηρητικών μέτρων –το αργότερο εντός οκτώ ημερών– και να αποστείλει αμελλητί τη σχετική διαταγή στον δικαστικό επιμελητή, ο οποίος προβαίνει αμέσως στην εκτέλεσή της. Η προσφυγή κατά της διαταγής λήψης συντηρητικού μέτρου δεν έχει ανασταλτικό αποτέλεσμα.

2.2 Οι κύριες προϋποθέσεις

Σε περίπτωση λήψης ασφαλιστικών μέτρων, το δικαστήριο μπορεί να διατάξει την εκτέλεση των ενεργειών που περιλαμβάνονται στην αίτηση εάν είναι αναγκαίες για την αποτροπή επικείμενου κινδύνου πρόκλησης βλάβης ή για τη διατήρηση της κατάστασης που οδήγησε στη νομική διαφορά ή για την προστασία συγκεκριμένων δικαιωμάτων του αιτούντος, καθώς και αν τα μειονεκτήματα που θα προκαλούσε το ασφαλιστικό μέτρο δεν υπερβαίνουν τα πλεονεκτήματα που είναι δυνατό να επιτευχθούν μέσω αυτού. Το δικαστήριο μπορεί να εξαρτήσει τη λήψη των ασφαλιστικών μέτρων από την παροχή εγγύησης. Η αίτηση πρέπει να βασίζεται σε πραγματικά περιστατικά που πιθανολογούνται.

Αποφάσεις με τις οποίες διατάσσεται η καταβολή διατροφής, επιδομάτων ή άλλων περιοδικών παροχών, αποφάσεις με τις οποίες διατάσσεται ο τερματισμός της παραβίασης ιδιωτικού χώρου, αποφάσεις με τις οποίες διατάσσεται η ικανοποίηση αξιώσεων που δεν αμφισβητούνται από τον εναγόμενο ή αξιώσεων πληρωμών βάσει υποχρέωσης που απορρέει από δημόσιο έγγραφο ή αυθεντική πράξη εφόσον όλες οι περιστάσεις στις οποίες στηρίζεται η αξίωση αποδεικνύονται από τέτοιου είδους έγγραφα, καθώς και αποφάσεις με τις οποίες διατάσσεται η ικανοποίηση αξιώσεων πλην αξιώσεων πληρωμών είναι εκτελεστές ανεξάρτητα από την άσκηση έφεσης εφόσον τυχόν καθυστερημένη εκτέλεση θα προκαλούσε στον ενάγοντα σοβαρή βλάβη ή βλάβη που είναι δύσκολο να εκτιμηθεί ποσοτικώς, και εφόσον ο ενάγων παρέχει επαρκείς αποδείξεις προς τον σκοπό αυτό. Το δικαστήριο μπορεί να αρνηθεί να διατάξει τη λήψη μέτρων προσωρινής εκτέλεσης εάν η επιβάρυνση ενός διαδίκου μέσω της εκτέλεσης θα ήταν δυσανάλογη προς την επιβάρυνση του αντιδίκου από την άρνηση της λήψης μέτρων προσωρινής εκτέλεσης. Το δικαστήριο μπορεί να κηρύξει την απόφαση εν μέρει εκτελεστή στο μέτρο του δυνατού δεδομένων των περιστάσεων. Σε εξαιρετικές και δεόντως αιτιολογημένες περιπτώσεις, το δικαστήριο μπορεί να αρνηθεί να κηρύξει την απόφαση προσωρινώς εκτελεστή ως προς τα στοιχεία αυτής τα οποία έχουν καταστεί άνευ σημασίας κατά τον χρόνο έκδοσης της απόφασης. Η προσωρινή εκτέλεση δεν καλύπτει τα έξοδα της διαδικασίας.

Εάν δεν είναι δυνατή η έκδοση του εγγράφου με το οποίο εφαρμόζεται απόφαση σχετικά με την ικανοποίηση αξίωσης αλλά ο διάδικος που υποβάλλει αίτηση εκτέλεσης προδιαγράφει τον κίνδυνο μη ικανοποίησης της αξίωσης μεταγενέστερα, το δικαστήριο μπορεί να διατάξει την διασφάλιση των κεφαλαίων που αποτελούν αντικείμενο της αξίωσης ή να απαγορεύσει τη διάθεση συγκεκριμένων αντικειμένων κατόπιν αιτήματος του εν λόγω διαδίκου υπό μορφή συντηρητικού μέτρου. Το δικαστήριο μπορεί να διατάξει τη λήψη συντηρητικού μέτρου, μεταξύ άλλων, εάν η αξίωση στηρίζεται σε απόφαση βάσει της οποίας μπορεί να εκδοθεί το έγγραφο που προβλέπει την εκτέλεση αλλά η απόφαση δεν έχει ακόμα καταστεί οριστική ή δεν είναι δυνατή η προσωρινή εκτέλεσή της, ή έχει καταστεί οριστική αλλά δεν έχει εκπνεύσει ακόμα η προθεσμία που έχει οριστεί για την εκτέλεσή της. Η λήψη συντηρητικών μέτρων μπορεί επίσης να διαταχθεί σε σχέση με αξιώσεις που υποβάλλονται σε εθνικό δικαστήριο μέσω αίτησης που κατατίθεται δυνάμει της νομοθεσίας που διέπει τις περιουσιακές σχέσεις των συζύγων ή μέσω οποιασδήποτε άλλης αίτησης, με την προέλευση, το ποσό και τη λήξη ισχύος της αξίωσης να αποδεικνύονται από δημόσιο ή ιδιωτικό έγγραφο με πλήρη αποδεικτική ισχύ, το οποίο συνυποβάλλεται ταυτόχρονα.

3 Αντικείμενο και φύση αυτών των μέτρων

3.1 Ποια περιουσιακά στοιχεία μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο αυτών των μέτρων;

Στην περίπτωση ασφαλιστικών μέτρων, το δικαστήριο διατάσσει την εκτέλεση των ενεργειών που επιδιώκονται στο πλαίσιο αίτησης που αφορά αξίωση ή αίτησης για τη λήψη ασφαλιστικών μέτρων. Αυτό μπορεί να αφορά οποιεσδήποτε αξιώσεις ή περιουσιακά στοιχεία προσδιορίζονται στην αίτηση. Η έλλειψη εθελοντικής συμμόρφωσης με τη διαταγή του δικαστηρίου συνεπάγεται αναγκαστική εκτέλεση. Από εκείνη τη στιγμή και εφεξής, προσδιορίζονται τα περιουσιακά στοιχεία που μπορούν να μην υπαχθούν στην αναγκαστική εκτέλεση δυνάμει κάποιας εξαίρεσης σύμφωνα με τη νομοθεσία περί αναγκαστικής εκτέλεσης.

Ως προσωρινή εκτέλεση νοείται η εκτέλεση των διατάξεων μη οριστικής απόφασης που εκδίδεται από πρωτοβάθμιο δικαστήριο. Κάθε περιουσιακό στοιχείο του εναγομένου μπορεί να αποτελεί αντικείμενο αναγκαστικής εκτέλεσης εκτός εάν προβλέπεται εξαίρεση δυνάμει της νομοθεσίας περί αναγκαστικής εκτέλεσης.

Στο πλαίσιο συντηρητικού μέτρου, μπορεί να διαταχθεί από το δικαστήριο η απαγόρευση της διάθεσης ορισμένων αντικειμένων ή η εξασφάλιση χρηματικών ποσών με την καταβολή εγγύησης. Σε περίπτωση που το δικαστήριο διατάξει την εξασφάλιση χρηματικών ποσών προς κάλυψη κάποιας αξίωσης, ο δικαστικός επιμελητής επιδίδει επιτόπου το έγγραφο με τη διαταγή στον οφειλέτη και συγχρόνως τον καλεί να καταβάλει αμελλητί στον ίδιο αυτοπροσώπως το σχετικό ποσό. Αν ο οφειλέτης δεν συμμορφωθεί, ο δικαστικός επιμελητής νομιμοποιείται να κατάσχει οποιοδήποτε περιουσιακό στοιχείο του οφειλέτη και να δεσμεύσει τον λογαριασμό του ωστόσο, η δέσμευση μισθών και επιδομάτων του οφειλέτη επιτρέπεται μόνο εφόσον αυτός δεν διαθέτει άλλο περιουσιακό στοιχείο το οποίο να μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο αναγκαστικής εκτέλεσης για την κάλυψη των χρηματικών ποσών που αποτελούν αντικείμενο της αξίωσης. Οι διαταγές για την απαγόρευση της διάθεσης συγκεκριμένων αντικειμένων μπορεί να καλύπτουν οποιοδήποτε κινητό περιουσιακό στοιχείο ή άλλο περιουσιακό στοιχείο με κάποια αξία.

3.2 Ποια τα αποτελέσματα αυτών των μέτρων;

Στην περίπτωση των ασφαλιστικών μέτρων και της προσωρινής εκτέλεσης, ο οφειλέτης υποχρεούται να συμμορφωθεί με τη διαταγή του δικαστηρίου. Βάσει της διαταγής, μπορεί να κινηθεί η διαδικασία αναγκαστικής εκτέλεσης κατά του οφειλέτη.

Προβλέπονται δύο είδη συντηρητικών μέτρων, τα οποία παράγουν διαφορετικές συνέπειες. Όταν το μέτρο αποβλέπει στη εξασφάλιση χρηματικών ποσών για την ικανοποίηση αξίωσης, ο οφειλέτης υποχρεούται να καταβάλει συγκεκριμένο χρηματικό ποσό στον δικαστικό επιμελητή. Εάν δεν το πράξει, ο δικαστικός επιμελητής εκτελεί το μέτρο με την κατάσχεση περιουσιακών στοιχείων ή τη δέσμευση του λογαριασμού του οφειλέτη για αξία ισοδύναμη με τα διεκδικούμενα κεφάλαια. Τα χρηματικά ποσά που εισπράττονται από τον οφειλέτη ή κατά τη διάρκεια της διαδικασίας δεν επιτρέπεται να τεθούν στη διάθεση του διαδίκου που υποβάλλει την αίτηση αναγκαστικής εκτέλεσης. Αντ' αυτού, διατηρούνται σε λογαριασμό καταθέσεων από την αρμόδια για την εκτέλεση αρχή. Όταν απαγορεύεται η διάθεση ενός αντικειμένου, αυτό καταρχήν κατάσχεται, το οποίο σημαίνει ότι ο οφειλέτης μπορεί να συνεχίσει να το χρησιμοποιεί αλλά δεν δικαιούται να το διαθέτει. Επιπλέον, τα αντικείμενα μπορούν να φυλάσσονται υπό επίσημη κράτηση. Στην περίπτωση αυτή, κλειδώνονται από τον δικαστικό επιμελητή σε φυλασσόμενο χώρο ή ανατίθενται σε διαχειριστή.

3.3 Ποια η ισχύς αυτών των μέτρων;

Οι διαταγές του δικαστηρίου για λήψη ασφαλιστικών μέτρων εξακολουθούν να ισχύουν έως ότου ανακληθούν ή, εάν δεν ανακληθούν, έως ότου καταστεί οριστική η εντολή για την περάτωση της υπόθεσης ή η απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου.

Ως προσωρινή εκτέλεση νοείται η εκτέλεση της υποχρέωσης που επιβάλλεται μέσω δικαστικής απόφασης προτού αυτή καταστεί οριστική, ανεξαρτήτως εφέσεων. Ως εκ τούτου, το εν λόγω μέτρο δεν υπόκειται σε χρονικό περιορισμό.

Τα συντηρητικά μέτρα εξακολουθούν να ισχύουν έως ότου εκδοθεί διαταγή εκτέλεσης της αξίωσης ή έως ότου αποφασίσει το δικαστήριο τη διακοπή του συντηρητικού μέτρου.

4 Υπάρχει δυνατότητα προσφυγής κατά ενός τέτοιου μέτρου;

Υπάρχει δυνατότητα άσκησης αυτοτελούς ένδικου μέσου (ανακοπής) κατά της διαταγής λήψης ενός ασφαλιστικού μέτρου. Για την άσκηση της ανακοπής ισχύουν οι γενικές διατάξεις ενώ η προθεσμία για την άσκηση ανακοπής ανέρχεται σε 15 ημέρες. Η ανακοπή ασκείται στο δικαστήριο που εξέδωσε την εκάστοτε απόφαση. Αν η ανακοπή είναι βάσιμη, το δικαστήριο ανακαλεί τη διαταγή λήψης ασφαλιστικών μέτρων. Σε διαφορετική περίπτωση, κατόπιν αιτήσεως –ή εάν ο ενάγων μειώσει την αξίωσή του αυτοβούλως– το ίδιο το δικαστήριο δύναται να προβεί σε τροποποίηση της διαταγής του.

Το δικαστήριο είναι υποχρεωμένο να διατάξει την προσωρινή εκτέλεση στις περιπτώσεις που προβλέπονται από τον νόμο. Ωστόσο, ο εναγόμενος μπορεί να ζητήσει την άρση της προσωρινής εκτέλεσης σε περίπτωση που αυτή θα συνεπαγόταν δυσανάλογα μεγάλη επιβάρυνση για τον ίδιο. Η σχετική αίτηση πρέπει να υποβληθεί στο δικαστήριο που έχει επιληφθεί της υπόθεσης.

Κατά της διαταγής λήψης συντηρητικού μέτρου είναι δυνατό να ασκηθεί ανακοπή στο δικαστήριο που έχει επιληφθεί της υπόθεσης, χωρίς, ωστόσο, η πράξη αυτή να αναστέλλει την εκτέλεση. Οι διάδικοι δύνανται να προσφύγουν κατά της διαταγής εντός 15 ημερών από την ανακοίνωσή της.


Την έκδοση αυτής της σελίδας στην εθνική γλώσσα διαχειρίζεται ο αντίστοιχος αρμόδιος επαφής του ΕΔΔ. Οι μεταφράσεις έχουν γίνει από την αρμόδια υπηρεσία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Οι τυχόν αλλαγές που επιφέρει η αρμόδια εθνική αρχή στο πρωτότυπο ενδέχεται να μην έχουν περιληφθεί ακόμα στις μεταφράσεις. Η Επιτροπή και το Ευρωπαϊκό Δικαστικό Δίκτυο δεν αναλαμβάνουν καμία απολύτως ευθύνη όσον αφορά πληροφορίες ή δεδομένα που περιέχονται ή αναφέρονται στο παρόν έγγραφο. Βλ. την ανακοίνωση νομικού περιεχομένου για τους κανόνες πνευματικής ιδιοκτησίας που ισχύουν στο κράτος μέλος που είναι αρμόδιο για την παρούσα σελίδα.

Τελευταία επικαιροποίηση: 06/09/2016

Ασφαλιστικά και συντηρητικά μέτρα - Μάλτα


1 Ποια είναι τα διάφορα μέτρα;

Τα διάφορα είδη ασφαλιστικών μέτρων είναι τα ακόλουθα:

  • ένταλμα περιγραφής της κατάστασης
  • ένταλμα κατάσχεσης
  • ένταλμα κατάσχεσης συνεχιζόμενων εμπορικών δραστηριοτήτων
  • ένταλμα κατάσχεσης εις χείρας τρίτου
  • ένταλμα παρακώλυσης απόπλου
  • ένταλμα κατάσχεσης θαλάσσιου σκάφους
  • ένταλμα κατάσχεσης αεροσκάφους
  • ένταλμα απαγορευτικού ασφαλιστικού μέτρου.

2 Υπό ποιες προϋποθέσεις διατάσσονται αυτά τα μέτρα;

Τα μέτρα διέπονται από τα άρθρα 829 και επόμενα του κεφαλαίου 12 της Νομοθεσίας της Μάλτας. Σε ορισμένες περιπτώσεις μπορεί να εφαρμόζονται διατάξεις ειδικών νόμων.

2.1 Η διαδικασία

Η αίτηση έκδοσης ενός από τα προαναφερθέντα μέτρα πρέπει να υποβάλλεται μέσω ένορκης αίτησης, η οποία συντάσσεται από τον αιτούντα και πρέπει να περιέχει το ιστορικό και το είδος της οφειλής ή της απαίτησης που επιδιώκεται να εξασφαλιστεί: στην περίπτωση που το δικαίωμα που επιδιώκεται να εξασφαλιστεί αφορά οφειλή ή αίτημα το οποίο μπορεί να ικανοποιηθεί με την πληρωμή ενός χρηματικού ποσού, το ποσό πρέπει να προσδιορίζεται στην αίτηση.

2.2 Οι κύριες προϋποθέσεις

Τα εν λόγω εντάλματα εκδίδονται από το δικαστήριο. Το ένταλμα περιγραφής της κατάστασης ή παρακώλυσης απόπλου βάσει επαγωγής όρκου εκ μέρους του εναγομένου δεν μπορεί να εκδοθεί από το κατώτερο δικαστήριο της Μάλτας ή το κατώτερο τμήμα του κατώτερου δικαστηρίου του Γκόζο. Επιπλέον, δεν είναι δυνατή η έκδοση ενταλμάτων κατάσχεσης ή ενταλμάτων κατάσχεσης εις χείρας τρίτου εις βάρος της κυβέρνησης για την εξασφάλιση δικαιωμάτων ή απαιτήσεων. Δεν είναι δυνατή η έκδοση ενταλμάτων κατάσχεσης ή ενταλμάτων κατάσχεσης εις χείρας τρίτου για την εξασφάλιση δικαιωμάτων ή απαιτήσεων κατά μελών των ένοπλων δυνάμεων ή σκάφους που είναι εξ ολοκλήρου ναυλωμένο στην υπηρεσία της κυβέρνησης της Μάλτας, εάν το εν λόγω πρόσωπο βρίσκεται στη Μάλτα ως μέλος των ενόπλων δυνάμεων ή ως μέλος του πληρώματος στο εν λόγω σκάφος. Δεν είναι δυνατή η έκδοση εντάλματος παρακώλυσης απόπλου για την εξασφάλιση τυχόν δικαιώματος ή απαίτησης κατά πλοιάρχου, ναυτικού ή άλλου προσώπου που απασχολείται νόμιμα σε πλοίο, εάν το πλοίο στο πλήρωμα του οποίου ανήκει έχει λάβει άδεια απόπλου, καθώς και κατά μηχανικού οποιουδήποτε βαθμού που απασχολείται σε ατμόπλοιο.

Αναφορά πρέπει να γίνεται πάντοτε στο άρθρο 829 και επόμενα του κεφαλαίου 12 της Νομοθεσίας της Μάλτας. Σε ορισμένες περιπτώσεις μπορεί να εφαρμόζονται διατάξεις ειδικών νόμων.

3 Αντικείμενο και φύση αυτών των μέτρων

3.1 Ποια περιουσιακά στοιχεία μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο αυτών των μέτρων;

Τα περιουσιακά στοιχεία που μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο των εν λόγω μέτρων είναι είτε κινητά είτε ακίνητα περιουσιακά στοιχεία. Ένταλμα κατάσχεσης μπορεί επίσης να εκδίδεται εις βάρος εμπορικής συνεχιζόμενης δραστηριότητας. Ένταλμα κατάσχεσης μπορεί να εκδοθεί και για θαλάσσια σκάφη μήκους άνω των δέκα μέτρων, καθώς και για αεροσκάφη.

3.2 Ποια τα αποτελέσματα αυτών των μέτρων;

Οι συνέπειες ποικίλλουν ανάλογα με το είδος του μέτρου, ωστόσο σε γενικές γραμμές ούτε τα κινητά ούτε τα ακίνητα περιουσιακά στοιχεία μπορούν να πωληθούν ή να μεταβιβαστούν σε τρίτους.

Ένταλμα περιγραφής της κατάστασης μπορεί να εκδοθεί με σκοπό την εξασφάλιση δικαιώματος επί κινητών αντικειμένων: σε αυτήν την περίπτωση, για να μπορέσει ο αιτών να ασκήσει το εν λόγω δικαίωμα, μπορεί να είναι προς το συμφέρον του τα συγκεκριμένα κινητά αντικείμενα να παραμείνουν στην παρούσα θέση ή κατάστασή τους. Σε περίπτωση εντάλματος κατάσχεσης κινητού περιουσιακού στοιχείου, ο γραμματέας κατάσχει από τον οφειλέτη τα αντικείμενα ή το αντικείμενο που αναφέρεται στην αίτηση. Οι συνέπειες ενός εντάλματος κατάσχεσης συνεχιζόμενων εμπορικών δραστηριοτήτων είναι η διατήρηση του συνόλου των περιουσιακών στοιχείων των συνεχιζόμενων δραστηριοτήτων, συμπεριλαμβανομένων των αδειών και της υπεραξίας, και η διαταγή μη πώλησής τους, μερικής ή ολικής, και παράλληλα της συνέχισης της λειτουργίας της: σε κάθε περίπτωση, ωστόσο, το δικαστήριο δεν κάνει δεκτή αίτηση για την έκδοση εντάλματος εάν διαπιστώσει ότι υπάρχουν άλλα μέσα για την εξασφάλιση του οφειλόμενου ποσού. Αντιθέτως, οι συνέπειες ενός εντάλματος κατάσχεσης θαλάσσιου σκάφους και αεροσκάφους είναι η κατάσχεση του θαλάσσιου σκάφους μήκους άνω των δέκα μέτρων ή του αεροσκάφους από τον οφειλέτη, η παράδοσή του στις αρχές του τόπου όπου βρίσκεται το περιουσιακό στοιχείο και η διαταγή της μη αποδέσμευσης του εν λόγω θαλάσσιου σκάφους ή αεροσκάφους από τις αρχές ή της απαγόρευσης από τις αρχές της μερικής ή ολικής απαλλαγής του οφειλέτη με οποιονδήποτε τρόπο από το περιουσιακό στοιχείο ή της παροχής ή εκχώρησης δικαιωμάτων επί αυτού σε οποιοδήποτε πρόσωπο. Στόχος του εντάλματος απαγορευτικού ασφαλιστικού μέτρου είναι η αποτροπή προσώπου από το να προβεί σε οποιαδήποτε ενέργεια η οποία ενδέχεται να ζημιώσει το πρόσωπο που αιτήθηκε την έκδοση του εντάλματος.

3.3 Ποια η ισχύς αυτών των μέτρων;

Εάν δεν ακυρωθεί από το δικαστήριο ή δεν αποσυρθεί από τον διάδικο που αιτήθηκε την έκδοση του εντάλματος, το ένταλμα με το οποίο παραγγέλλεται το ασφαλιστικό μέτρο παραμένει σε ισχύ επί δεκαπέντε ημέρες αφότου η προσφυγή αποκτήσει ισχύ δεδικασμένου.

4 Υπάρχει δυνατότητα προσφυγής κατά ενός τέτοιου μέτρου;

Δεν υπάρχει δυνατότητα άσκησης ένδικου μέσου κατά των εν λόγω μέτρων. Ωστόσο, υπάρχει δυνατότητα έκδοσης αντίθετου εντάλματος. Σε αυτήν την περίπτωση, ο εναγόμενος εις βάρος του οποίου έχει εκδοθεί το ασφαλιστικό μέτρο μπορεί να υποβάλει αίτηση στο δικαστήριο που εξέδωσε το ασφαλιστικό μέτρο και, εναλλακτικά, εάν έχει ασκηθεί αγωγή, μπορεί να υποβάλει αίτηση στο δικαστήριο που έχει επιληφθεί της υπόθεσης ζητώντας την ολική ή μερική ανάκληση του ασφαλιστικού μέτρου, για έναν από τους ακόλουθους λόγους:

  • η ισχύς του ασφαλιστικού μέτρου έχει παύσει
  • μία από τις απαιτούμενες εκ του νόμου προϋποθέσεις για την έκδοση ασφαλιστικού μέτρου δεν υφίσταται στην πραγματικότητα
  • υπάρχει άλλο ενδεδειγμένο μέτρο εξασφάλισης για την ικανοποίηση της απαίτησης του προσώπου που υπέβαλε την αίτηση έκδοσης ασφαλιστικού μέτρου, είτε μέσω της έκδοσης άλλου ασφαλιστικού μέτρου είτε εφόσον αυτό το άλλο μέτρο μπορεί να εξασφαλίσει δεόντως την απαίτηση αποδεικνύοντάς το δεόντως στο δικαστήριο ή
  • προκύπτει ότι το ποσό της απαίτησης δεν δικαιολογείται εκ πρώτης όψεως ή είναι υπερβολικό ή
  • η εγγύηση που παρέχεται κρίνεται επαρκής από το δικαστήριο ή
  • εάν προκύπτει ότι, σύμφωνα με τις περιστάσεις, δεν θα ήταν εύλογη η διατήρηση της ισχύος του ασφαλιστικού μέτρου είτε εξ ολοκλήρου είτε εν μέρει ή ότι το ασφαλιστικό μέτρο εν όλω ή εν μέρει δεν είναι πλέον απαραίτητο ή δικαιολογημένο

Την έκδοση αυτής της σελίδας στην εθνική γλώσσα διαχειρίζεται ο αντίστοιχος αρμόδιος επαφής του ΕΔΔ. Οι μεταφράσεις έχουν γίνει από την αρμόδια υπηρεσία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Οι τυχόν αλλαγές που επιφέρει η αρμόδια εθνική αρχή στο πρωτότυπο ενδέχεται να μην έχουν περιληφθεί ακόμα στις μεταφράσεις. Η Επιτροπή και το Ευρωπαϊκό Δικαστικό Δίκτυο δεν αναλαμβάνουν καμία απολύτως ευθύνη όσον αφορά πληροφορίες ή δεδομένα που περιέχονται ή αναφέρονται στο παρόν έγγραφο. Βλ. την ανακοίνωση νομικού περιεχομένου για τους κανόνες πνευματικής ιδιοκτησίας που ισχύουν στο κράτος μέλος που είναι αρμόδιο για την παρούσα σελίδα.

Τελευταία επικαιροποίηση: 22/03/2017

Ασφαλιστικά και συντηρητικά μέτρα - Κάτω Χώρες


1 Ποια είναι τα διάφορα μέτρα;

Ποια είναι τα διάφορα μέτρα;

Υπάρχουν δύο είδη μέτρων: τα προσωρινά και τα συντηρητικά μέτρα.

Τα προσωρινά μέτρα είναι μέτρα που λαμβάνονται πριν από την έκδοση δικαστικής απόφασης επί της ουσίας της διαφοράς. Η απόφαση που εκδίδεται από το δικαστήριο επί της ουσίας της διαφοράς μπορεί να επιβεβαιώσει ή να ακυρώσει το προσωρινό μέτρο.

Τα συντηρητικά μέτρα είναι μέτρα που έχουν ως στόχο να διασφαλίσουν την εκπλήρωση των υποχρεώσεων του οφειλέτη. Τα εν λόγω μέτρα δίνουν τη δυνατότητα στους πιστωτές να καλυφθούν έναντι του κινδύνου μη ικανοποίησης των απαιτήσεών τους.

Το δικαστήριο δύναται να επιβάλει προσωρινά και συντηρητικά μέτρα σε βάρος της περιουσίας του οφειλέτη. Ο πιστωτής δικαιούται βάσει του νόμου να ζητήσει τη λήψη ορισμένων μέτρων πριν από την έκδοση της δικαστικής απόφασης, ακόμα και πριν από τη διεξαγωγή της δικαστικής διαδικασίας, τα οποία αποσκοπούν στη διαφύλαξη δικαιωμάτων που μπορούν να ασκηθούν μόνο μετά την έκδοση της απόφασης. Στόχος είναι να μην καταστήσει ο αντίδικος το δικαίωμα αναζήτησης του πιστωτή άνευ περιεχομένου, για παράδειγμα, μέσω της πώλησης, της απόκρυψης, της δωρεάς ή της επιβάρυνσης αγαθών με ενέχυρο ή υποθήκη.

1.1 Προσωρινά μέτρα

Προσωρινά μέτρα μπορούν να επιβληθούν στο πλαίσιο δικαστικής διαδικασίας που έχει κινηθεί ειδικά προς τον σκοπό αυτόν ή στο πλαίσιο διαδικασίας επί της ουσίας που εκκρεμεί ενώπιον του δικαστηρίου.

Ειδικοί κανόνες ισχύουν σχετικά με τη λήψη προσωρινών μέτρων στο πλαίσιο διαδικασίας διαζυγίου.

1.2 Συντηρητικά μέτρα

Α. Συντηρητική κατάσχεση (conservatoir beslag)

Το δικαστήριο δύναται να επιτρέψει στον πιστωτή να κατάσχει συντηρητικά περιουσιακά στοιχεία του οφειλέτη, με σκοπό τη διαφύλαξή τους έως ότου κατοχυρωθεί το δικαίωμα για το οποίο προβάλλει αξίωση το πρόσωπο που αιτείται τη συντηρητική κατάσχεση.

Υπάρχουν τέσσερα είδη συντηρητικής κατάσχεσης:

  1. Συντηρητική κατάσχεση για την είσπραξη απαιτήσεων (conservatoire verhaalsbeslagen). Πραγματοποιείται κατάσχεση περιουσιακών στοιχείων αφού το δικαστήριο έχει αποφανθεί ότι πρέπει να ικανοποιηθεί χρηματική αξίωση.
  2. Συντηρητική κατάσχεση προς τον σκοπό της απόδοσης κινητών πραγμάτων ή της παράδοσης αγαθών (conservatoir beslag tot afgifte van roerende zaken of levering van goederen). Στην περίπτωση αυτή, επιβάλλεται συντηρητική κατάσχεση στον οφειλέτη προκειμένου να διασφαλιστεί η διαφύλαξη των δικαιωμάτων του κυρίου ή δικαιούχου που δικαιούται να απαιτήσει παράδοση.
  3. Συντηρητική κατάσχεση συζυγικής περιουσίας (conservatoir marital beslag). Ο/Η σύζυγος που υποβάλλει αίτηση διαζυγίου, δικαστικού χωρισμού ή εκκαθάρισης της κοινής περιουσίας μπορεί να επιβάλει το συγκεκριμένο είδος συντηρητικής κατάσχεσης προκειμένου να αποτραπεί η απομάκρυνση αγαθών της κοινής περιουσίας πριν από την πραγματοποίηση της διανομής της.
  4. Συντηρητική κατάσχεση προς τον σκοπό της διαφύλαξης αποδεικτικών στοιχείων (conservatoir bewijsbeslag). Σκοπός της εν λόγω κατάσχεσης είναι η διαφύλαξη αποδεικτικών στοιχείων.

Β. Μεσεγγύηση

Το εν λόγω μέτρο αφορά κυρίως περιπτώσεις στις οποίες υπάρχει κίνδυνος απομάκρυνσης των κατασχεθέντων αντικειμένων. Κατόπιν αιτήματος του προσώπου που αιτείται τη συντηρητική κατάσχεση, το δικαστήριο διατάσσει την παράδοση των κατασχεθέντων ή υπό κατάσχεση αντικειμένων σε μεσεγγυούχο τον οποίο ορίζει το δικαστήριο.

Μεσεγγύηση μπορεί επίσης να διαταχθεί ανεξαρτήτως κατάσχεσης.

Γ. Επιβολή αναγκαστικής διαχείρισης

Το δικαστήριο μπορεί να θέσει υπό αναγκαστική διαχείριση περιουσιακά στοιχεία που αποτελούν αντικείμενο διαφοράς ως προς την κυριότητα. Για παράδειγμα, υπάρχει διαφωνία σχετικά με το δικαίωμα μιας εταιρείας να πραγματοποιεί παραδόσεις εμπορευμάτων. Η κατάσχεση ή η θέση υπό μεσεγγύηση των εμπορευμάτων της εταιρείας θα μπορούσε να εμποδίσει τη συνέχιση της επιχειρηματικής της δραστηριότητας. Ο διαχειριστής μπορεί να διευθύνει την εταιρεία για όσο διάστημα εκκρεμεί η δικαστική διαδικασία.

Δ. Σφράγιση και απογραφή

Κατόπιν άδειας του ειρηνοδίκη (kantonrechter), αγαθά που ανήκουν σε κληρονομιαία περιουσία ή συγκεκριμένη κοινή περιουσία μπορούν να σφραγιστούν από συμβολαιογράφο. Δεν απαιτείται η παρουσία δικηγόρου. Σπανίως γίνεται χρήση του συγκεκριμένου μέτρου. Σχετικό αίτημα μπορεί, για παράδειγμα, να κατατεθεί από κληρονόμους, τον επιζώντα σύζυγο ή καταχωρισμένο σύντροφο, εκτελεστές διαθήκης και (ορισμένα) πρόσωπα με δικαίωμα επί μεριδίου της κοινής περιουσίας.

Το αίτημα για αποσφράγιση κατατίθεται επίσης στο ειρηνοδικείο.

Κατόπιν αιτήματος που υποβάλλουν, μεταξύ άλλων, τα προαναφερθέντα πρόσωπα, το ειρηνοδικείο δύναται να διατάξει τη διενέργεια απογραφής από συμβολαιογράφο. Δεν απαιτείται η παρουσία δικηγόρου. Σκοπός του μέτρου είναι να καθοριστεί το μέγεθος (και η αξία) της περιουσίας. Η αίτηση μπορεί να συνοδεύεται από αίτημα σφράγισης ή αποσφράγισης. Το μέτρο περιλαμβάνει μια σύντομη περιγραφή όλων των στοιχείων ενεργητικού και παθητικού της περιουσίας και, κατόπιν αιτήματος διαδίκου, εκτίμηση της αξίας της κινητής περιουσίας. Εάν οι διάδικοι δεν είναι σε θέση να συμφωνήσουν στον διορισμό πιστοποιημένου(-ων) εκτιμητή(-ών), αυτός(-οί) διορίζεται(-ονται) από τον συμβολαιογράφο.

1.3 Προσωρινή εκτέλεση

Κατόπιν αίτησης, το δικαστήριο δύναται να κηρύξει την απόφασή του προσωρινά εκτελεστή σε κάθε περίπτωση, εκτός αν ορίζεται διαφορετικά από τον νόμο ή αν η φύση της υπόθεσης αποκλείει την προσωρινή εκτέλεση. Εάν η προσωρινή εκτελεστότητα δεν προβλέπεται ειδικά από τον νόμο, πρέπει να ζητηθεί από τον ενάγοντα. Το δικαστήριο δεν μπορεί αυτεπάγγελτα να προσδώσει προσωρινή εκτελεστότητα στην απόφασή του.

Απόφαση που έχει κηρυχθεί προσωρινά εκτελεστή μπορεί να εκτελεστεί αμέσως, ακόμη και αν έχει κατατεθεί εναντίον της ανακοπή, έφεση ή αναίρεση. Η διάταξη περί προσωρινής εκτελεστότητας μπορεί να καλύπτει το σύνολο ή μέρος της απόφασης. Η απόφαση θα μπορούσε επίσης να εκτελεστεί και χωρίς διάταξη που να την κηρύσσει προσωρινά εκτελεστή, πλην όμως, στην περίπτωση αυτή, η εκτέλεσή της θα αναστελλόταν με την άσκηση έφεσης. Εάν απόφαση κηρυχθεί προσωρινά εκτελεστή, η εκτέλεσή της μπορεί να συνεχιστεί ή ακόμα και να ξεκινήσει και μετά την άσκηση έφεσης κατά της απόφασης.

2 Υπό ποιες προϋποθέσεις διατάσσονται αυτά τα μέτρα;

2.1 Η διαδικασία

Α. Συντηρητική κατάσχεση

Συντηρητική κατάσχεση επιβάλλεται με την άδεια του αρμόδιου για την εκδίκαση αιτήσεων ασφαλιστικών μέτρων δικαστή (voorzieningenrechter) του πρωτοδικείου (rechtbank). Η αίτηση για άδεια επιβολής συντηρητικής κατάσχεσης κατατίθεται από δικηγόρο. Ο δικαστής μπορεί καταρχήν να βασιστεί στους ισχυρισμούς του αιτούντος. Ο οφειλέτης καταρχήν δεν εξετάζεται. Η δικαστική απόφαση εκδίδεται συνήθως αυθημερόν. Σε περίπτωση χρηματικής αξίωσης, ο δικαστής ορίζει το ποσό για το οποίο χορηγείται η άδεια. Ο δικαστής δύναται να διατάξει εγγυοδοσία για τυχόν ζημία που θα προκληθεί από τη συντηρητική κατάσχεση.

Η συντηρητική κατάσχεση επιβάλλεται με πράξη που επιδίδεται από δικαστικό επιμελητή. Πρόσωπο που διαπιστώνεται ότι κακώς έχει επιβάλει συντηρητική κατάσχεση μπορεί να υποχρεωθεί να καταβάλει αποζημίωση.

Η διαδικασία υποβολής αίτησης για συντηρητική κατάσχεση συνεπάγεται έξοδα, όπως τα εξής: δικαστικό ένσημο (Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροhttp://www.rechtspraak.nl/), αμοιβές δικηγόρου (Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροhttp://www.advocatenorde.nl/) και αμοιβές δικαστικού επιμελητή (Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροhttp://www.kbvg.nl/).

Β. Μεσεγγύηση

Η μεσεγγύηση διατάσσεται από τον αρμόδιο για την εκδίκαση αιτήσεων ασφαλιστικών μέτρων δικαστή του πρωτοδικείου, κατόπιν αιτήματος του αιτούντος τη συντηρητική κατάσχεση. Η απόφαση εκδίδεται κατόπιν ακρόασης του καθ’ ου η συντηρητική κατάσχεση καθώς και κάθε άλλου ενδιαφερόμενου μέρους, εκτός αν αυτό αποκλείεται για λόγους επείγοντος. Δεν επιτρέπονται ένδικα μέσα κατά της απόφασης. Ο δικαστής δύναται να διατάξει εγγυοδοσία.

Ο αρμόδιος για την εκδίκαση αιτήσεων ασφαλιστικών μέτρων δικαστής του πρωτοδικείου δύναται να διατάξει μεσεγγύηση και ανεξαρτήτως συντηρητικής κατάσχεσης.

Η διαδικασία υποβολής αίτησης για μεσεγγύηση συνεπάγεται έξοδα, όπως τα εξής: δικαστικό ένσημο (Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροhttp://www.rechtspraak.nl/), αμοιβές δικηγόρου (Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροhttp://www.advocatenorde.nl/) και αμοιβές δικαστικού επιμελητή.

Γ. Επιβολή αναγκαστικής διαχείρισης

Κατόπιν αιτήματος του ενδιαφερόμενου διαδίκου, ο αρμόδιος για την εκδίκαση αιτήσεων ασφαλιστικών μέτρων δικαστής του πρωτοδικείου θέτει τα επίδικα περιουσιακά στοιχεία υπό αναγκαστική διαχείριση. Το μέτρο δεν συνδέεται με την επιβολή συντηρητικής κατάσχεσης. Τυχόν συντηρητικές κατασχέσεις που έχουν επιβληθεί στα περιουσιακά στοιχεία δεν περιορίζουν τις εξουσίες του διαχειριστή. Το μέτρο μπορεί να αφορά κάθε είδος αγαθών, κινητή και ακίνητη περιουσία, και περιουσιακά δικαιώματα. Η θέση υπό αναγκαστική διαχείριση εξυπηρετεί κυρίως την εξασφάλιση της απρόσκοπτης διαχείρισης περιουσιακών στοιχείων, ιδίως επιχειρήσεων, από ανεξάρτητο τρίτο μέρος κατά τη διάρκεια της δικαστικής διαδικασίας.

Η διαδικασία υποβολής αίτησης για επιβολή αναγκαστικής διαχείρισης συνεπάγεται έξοδα, όπως τα εξής: δικαστικό ένσημο (Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροhttp://www.rechtspraak.nl/), αμοιβές δικηγόρου (Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροhttp://www.advocatenorde.nl/) και αμοιβή αναγκαστικού διαχειριστή.

Δ. Προσωρινά μέτρα

Η διαδικασία έκδοσης προσωρινών μέτρων μπορεί να διεξαχθεί εντελώς χωριστά από τη διαδικασία επί της ουσίας της υπόθεσης, ενώ δεν είναι απαραίτητο να ακολουθείται από τέτοια.

Ο αρμόδιος για την εκδίκαση αιτήσεων ασφαλιστικών μέτρων δικαστής του πρωτοδικείου είναι αρμόδιος να διατάζει, κατόπιν αίτησης, προσωρινά μέτρα σε κάθε υπόθεση. Επιπλέον, στις υποθέσεις των οποίων η επί της ουσίας εκδίκαση ανήκει στην αρμοδιότητα του ειρηνοδίκη, αρμόδιος να διατάζει προσωρινά μέτρα είναι και ο ειρηνοδίκης. Εξάλλου, πέραν του κατά τόπο αρμόδιου βάσει των συνήθων κανόνων δικαστηρίου, συντρέχουσα αρμοδιότητα διαθέτει και το δικαστήριο στην περιφέρεια του οποίου πρόκειται να εκτελεστεί το μέτρο. Κάθε διαταγή ή απαγόρευση που θα μπορούσε να ζητηθεί στο πλαίσιο διαδικασίας επί της ουσίας μπορεί να ζητηθεί και στο πλαίσιο διαδικασίας έκδοσης προσωρινών μέτρων. Χρηματικές αξιώσεις μπορούν να υποβληθούν υπό ορισμένες προϋποθέσεις (βλ. σημείο 2.2).

Στις δίκες προσωρινών μέτρων ο αιτών πρέπει να παρίσταται με δικηγόρο. Ο καθ’ ου μπορεί να παρίσταται με δικηγόρο. Στο ειρηνοδικείο οι διάδικοι μπορούν να παρίστανται χωρίς δικηγόρο. Η ακροαματική διαδικασία είναι προφορική και άτυπη. Η απόφαση εκδίδεται συνήθως ύστερα από μερικές εβδομάδες. Το δικαστήριο δύναται να κηρύξει αυτεπαγγέλτως το προσωρινό μέτρο προσωρινά εκτελεστό. Ο όρος «προσωρινό» σημαίνει ότι η απόφαση είναι νομικά ανατρέψιμη. Μπορεί να εκδοθεί διαφορετική απόφαση σε οποιαδήποτε δίκη επί της ουσίας της υπόθεσης.

Η διαδικασία αυτή συνεπάγεται τα ακόλουθα έξοδα: δικαστικό ένσημο (Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροhttp://www.rechtspraak.nl/), αμοιβές δικαστικού επιμελητή (Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροhttp://www.kbvg.nl/) και, για τον αιτούντα, δαπάνες πρόσληψης δικηγόρου (Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροhttp://www.advocatenorde.nl/).

Προσωρινά μέτρα μπορούν επίσης να διαταχθούν στο πλαίσιο εκκρεμούς δίκης επί της ουσίας, περίπτωση κατά την οποία ισχύουν για όλη τη διάρκεια της δίκης. Η ζητούμενη προσωρινή προστασία πρέπει να συνδέεται με την αξίωση στην κύρια δίκη. Η εν λόγω διαδικασία χρησιμοποιείται σπάνια.

Στις υποθέσεις διαζυγίου, προσωρινά μέτρα μπορούν να ζητηθούν για όλη τη διάρκεια της διαδικασίας και για ορισμένο χρονικό διάστημα μετά την ολοκλήρωσή της. Τα εν λόγω μέτρα μπορούν, για παράδειγμα, να αφορούν τη συζυγική κατοικία, αντικείμενα καθημερινής χρήσης, τα παιδιά και τη διατροφή προς καταβολή από τον ένα σύζυγο στον άλλο.

Η έκδοση των εν λόγω μέτρων ζητείται με χωριστή έγγραφη αίτηση πριν, κατά τη διάρκεια ή ακόμη και μετά τη διαδικασία διαζυγίου, έως ότου λήξει η περίοδος ισχύος τους. Η προφορική διαδικασία πρέπει να έχει ξεκινήσει το αργότερο εντός τριών εβδομάδων από την κατάθεση της αίτησης, ενώ ο δικαστής εκδίδει απόφαση το συντομότερο δυνατόν.

Η διαδικασία αυτή συνεπάγεται τα ακόλουθα έξοδα: δικαστικό ένσημο (Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροhttp://www.rechtspraak.nl/) και δαπάνες πρόσληψης δικηγόρου (Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροhttp://www.advocatenorde.nl/).

Ε. Προσωρινή εκτέλεση

Στις συνήθεις διαδικασίες με κλήτευση, το δικαστήριο δύναται, κατόπιν αίτησης του ενάγοντος, να κηρύξει προσωρινά εκτελεστό το σύνολο ή μέρος της απόφασής του, εκτός αν ορίζεται διαφορετικά από τον νόμο ή αν η φύση της υπόθεσης αποκλείει την προσωρινή εκτέλεση. Μπορεί να θέσει την προσωρινή εκτελεστότητα υπό την προϋπόθεση της εγγυοδοσίας. Στις διαδικασίες έκδοσης προσωρινών μέτρων, το δικαστήριο μπορεί να κηρύξει την απόφασή του προσωρινά εκτελεστή και αυτεπαγγέλτως. Το ίδιο ισχύει στις διαδικασίες που κινούνται με αίτηση.

2.2 Οι κύριες προϋποθέσεις

Α. Συντηρητική κατάσχεση

Η αίτηση πρέπει να περιλαμβάνει ορισμένες πληροφορίες: το είδος της συντηρητικής κατάσχεσης που ζητείται, το δικαίωμα που επικαλείται ο αιτών και, στην περίπτωση χρηματικής αξίωσης, το (μέγιστο) ποσό αυτής. Επιπλέον, ανάλογα με το είδος της κατάσχεσης που ζητείται, πρέπει να καταδειχθεί κατά πόσον ο κίνδυνος υπεξαγωγής είναι βάσιμος. Δεν απαιτείται η ύπαρξη επείγοντος.

Β. Μεσεγγύηση

Στην περίπτωση αιτήματος προσώπου που επιβάλλει συντηρητική κατάσχεση, δεν απαιτείται η ύπαρξη επείγοντος. Αντιθέτως, στις διαδικασίες έκδοσης προσωρινών μέτρων ο αιτών πρέπει να καταδείξει την ύπαρξη επείγουσας περίπτωσης. Δεν χρειάζεται να αποδειχθεί κίνδυνος υπεξαγωγής.

Γ. Επιβολή αναγκαστικής διαχείρισης

Αφορά διαδικασίες έκδοσης προσωρινών μέτρων, επομένως ο αιτών πρέπει να καταδείξει την ύπαρξη επείγοντος. Δεν χρειάζεται να αποδειχθεί κίνδυνος υπεξαγωγής.

Δ. Προσωρινά μέτρα

Στις διαδικασίες έκδοσης προσωρινών μέτρων, ο αιτών πρέπει να καταδείξει την ύπαρξη επείγοντος, το δικαστήριο σταθμίζει τα συμφέροντα των διαδίκων και με την απόφασή του χορηγεί προσωρινή προστασία. Η ύπαρξη επείγοντος για τον αιτούντα δεν χρειάζεται να συνδέεται με συνθήκες που αφορούν τον καθ’ ου. Η αξίωση μπορεί να είναι ήδη αντικείμενο αμφισβήτησης ή να είναι αμφισβητήσιμη. Αυστηρότερες απαιτήσεις ισχύουν όσον αφορά το παραδεκτό των χρηματικών αξιώσεων στις διαδικασίες έκδοσης προσωρινών μέτρων. Στο επίπεδο αυτό, ελέγχεται ιδιαίτερα η ύπαρξη επείγουσας ανάγκης προστασίας των συμφερόντων του αιτούντος, ενώ κατά τη στάθμιση των συμφερόντων των μερών λαμβάνεται επίσης υπόψη ο κίνδυνος να επέλθει αδυναμία επιστροφής – ο οποίος μπορεί να οδηγήσει σε απόρριψης της αίτησης προσωρινών μέτρων. Σε όλα τα πρωτοδικεία υπάρχει η δυνατότητα κίνησης διαδικασίας «προσωρινής είσπραξης απαιτήσεων» (incasso-kort geding) για απαιτήσεις που απορρέουν από την παράδοση αγαθών ή την παροχή υπηρεσιών και οποίες δεν αμφισβητούνται ή δεν μπορούν ευλόγως να αμφισβητηθούν.

Για να διαταχθούν προσωρινά μέτρα σε διαδικασίες διαζυγίου και άλλες διαδικασίες επί της ουσίας, δεν προβλέπονται απαιτήσεις σχετικά με τη δυνατότητα αμφισβήτησης ή το επείγον της υπόθεσης. Επίσης, δεν εξετάζεται ο τυχόν κίνδυνος υπεξαγωγής.

Ε. Προσωρινή εκτέλεση

Άνευ αντικειμένου.

3 Αντικείμενο και φύση αυτών των μέτρων

Σκοπός των συντηρητικών μέτρων είναι η διατήρηση μιας de facto ή de jure κατάστασης για την προστασία δικαιωμάτων (έννομης προστασίας). Σκοπός των προσωρινών μέτρων είναι η δημιουργία μιας de facto ή de jure κατάστασης πριν από την έκδοση απόφασης στο πλαίσιο δίκης επί της ουσίας της διαφοράς.

3.1 Ποια περιουσιακά στοιχεία μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο αυτών των μέτρων;

Α. Συντηρητική κατάσχεση

Συντηρητική κατάσχεση μπορεί καταρχήν να επιβληθεί σε όλα τα είδη περιουσιακών στοιχείων, με εξαίρεση τα στοιχεία που προορίζονται για δημόσιες υπηρεσίες και τα αντικείμενα που αναφέρονται στα άρθρα 447, 448 και 712 του κώδικα πολιτικής δικονομίας (Wetboek van Burgerlijke Rechtsvordering). Όσον αφορά τη συντηρητική κατάσχεση μισθών και άλλων απαιτήσεων περιοδικών πληρωμών, πρέπει να λαμβάνεται υπόψη το ακατάσχετο τμήμα αυτών. Συντηρητική κατάσχεση μπορεί επίσης να επιβληθεί σε περιορισμένο δικαίωμα ή σε μερίδιο περιουσιακού στοιχείου. Στην περίπτωση αυτή, εφαρμόζονται αναλογικά οι κανόνες που διέπουν τη συντηρητική κατάσχεση των οικείων περιουσιακών στοιχείων (άρθρο 707 του κώδικα πολιτικής δικονομίας).

Β. Μεσεγγύηση

Τα κινητά περιουσιακά στοιχεία που δεν είναι καταχωρισμένα σε μητρώο.

Γ. Επιβολή αναγκαστικής διαχείρισης

Όλα τα περιουσιακά στοιχεία για τα οποία υπάρχει αμφισβήτηση ως προς τον δικαιούχο.

Δ. Προσωρινά μέτρα

Όλα τα είδη περιουσιακών στοιχείων μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο αίτησης σε διαδικασία έκδοσης προσωρινών μέτρων ή αίτησης προσωρινών μέτρων σε διαδικασία επί της ουσίας.

Ε. Προσωρινή εκτέλεση

Άνευ αντικειμένου.

3.2 Ποια τα αποτελέσματα αυτών των μέτρων;

Α. Συντηρητική κατάσχεση

Η συντηρητική κατάσχεση έχει ως αποτέλεσμα τη δέσμευση των κατασχεθέντων περιουσιακών στοιχείων. Το πρόσωπο σε βάρος του οποίου έχει επιβληθεί συντηρητική κατάσχεση δεν μπορεί πλέον, για παράδειγμα, να πωλήσει, να δωρίσει, να εγγράψει βάρος ή να μισθώσει το περιουσιακό στοιχείο. Η εν λόγω αδυναμία διάθεσης του περιουσιακού στοιχείου είναι σχετική: ισχύει μόνο υπέρ του προσώπου που επιβάλλει την κατάσχεση. Σε περίπτωση συντηρητικής κατάσχεσης εις χείρας τρίτου, ο τρίτος στα χέρια του οποίου επιβλήθηκε η κατάσχεση επίσης υποχρεούται να απέχει από κάθε περαιτέρω πληρωμή ή διάθεση περιουσιακού στοιχείου. Ωστόσο, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, ο καλόπιστος τρίτος αγοραστής προστατεύεται. Στην περίπτωση συντηρητικής κατάσχεσης εις χείρας τρίτου, ο τρίτος στα χέρια του οποίου επιβλήθηκε η συντηρητική κατάσχεση υποχρεούται να δηλώσει τι κατέχει για λογαριασμό του προσώπου σε βάρος του οποίου επιβλήθηκε η συντηρητική κατάσχεση. Η υπεξαγωγή συντηρητικά κατασχεθέντων περιουσιακών στοιχείων τιμωρείται.

Β. Μεσεγγύηση

Η υπεξαγωγή περιουσιακών στοιχείων υπό μεσεγγύηση τιμωρείται.

Γ. Επιβολή αναγκαστικής διαχείρισης

Η διαχείριση των περιουσιακών στοιχείων μεταβιβάζεται στον διαχειριστή.

Δ. Προσωρινά μέτρα

Η συμμόρφωση συχνά επιβάλλεται με την απειλή χρηματικής ποινής.

3.3 Ποια η ισχύς αυτών των μέτρων;

Α. Συντηρητική κατάσχεση

Κατά τη χορήγηση άδειας για συντηρητική κατάσχεση, το δικαστήριο πρέπει πάντοτε να τάσσει προθεσμία για την υποβολή της κύριας αγωγής. Εάν δεν εκκρεμεί ακόμη η κύρια αγωγή, το δικαστήριο τάσσει με την άδεια συντηρητικής κατάσχεσης προθεσμία, διάρκειας τουλάχιστον οκτώ ημερών από την επιβολή της κατάσχεσης, εντός της οποίας πρέπει να ασκηθεί η κύρια αγωγή. Ως κύρια αγωγή μπορεί να θεωρηθεί μόνο αγωγή σε δικαστική διαδικασία για την έκδοση εκτελεστής απόφασης πληρωμής της αξίωσης για την εξασφάλιση της οποίας επιβλήθηκε η συντηρητική κατάσχεση. Στο μεταξύ, το δικαστήριο μπορεί να άρει τη συντηρητική κατάσχεση κατόπιν αιτήματος του προσώπου σε περιουσιακό στοιχείο του οποίου επιβλήθηκε η συντηρητική κατάσχεση ή κατόπιν αιτήματος άλλου ενδιαφερόμενου μέρους. Εάν παρέλθει άπρακτη η προθεσμία που έταξε το δικαστήριο, η συντηρητική κατάσχεση ανατρέπεται.

Η συντηρητική κατάσχεση μετατρέπεται σε αναγκαστική μόλις το πρόσωπο που επέβαλε τη συντηρητική κατάσχεση εξασφαλίσει εκτελεστό τίτλο και αυτός επιδοθεί στο πρόσωπο σε βάρος του οποίου επιβλήθηκε η συντηρητική κατάσχεση (στην περίπτωση της συντηρητικής κατάσχεσης εις χείρας τρίτου, αφού επιδοθεί και στον τρίτο).

Σε περίπτωση ανέκκλητης απόρριψης της κύριας αγωγής, η συντηρητική κατάσχεση ανατρέπεται. Η συντηρητική κατάσχεση μπορεί να αρθεί κατόπιν αιτήματος του προσώπου σε βάρος του οποίου επιβλήθηκε.

Β. Μεσεγγύηση

Η μεσεγγύηση μπορεί να αρθεί από τον αρμόδιο για την εκδίκαση αιτήσεων ασφαλιστικών μέτρων δικαστή, κατόπιν αιτήματος οποιουδήποτε των διαδίκων στη διαδικασία έκδοσης προσωρινών μέτρων. Ο εν λόγω δικαστής καθορίζει, κατόπιν αιτήματος, σε ποιον διάδικο πρέπει να παραδώσει τα περιουσιακά στοιχεία ο μεσεγγυούχος. Άρση της συντηρητικής κατάσχεσης στην οποία βασίζεται η μεσεγγύηση έχει ως αποτέλεσμα την άρση της μεσεγγύησης. Στην περίπτωση αυτή, ο μεσεγγυούχος παραδίδει τα περιουσιακά στοιχεία στον διάδικο σε βάρος του οποίου επιβλήθηκε η συντηρητική κατάσχεση. Αφού κριθεί με τελεσίδικη ή προσωρινά εκτελεστή απόφαση ο δικαιούχος των περιουσιακών στοιχείων, ο μεσεγγυούχος παραδίδει τα περιουσιακά στοιχεία στο πρόσωπο αυτό.

Γ. Επιβολή αναγκαστικής διαχείρισης

Εάν η αγωγή στην κύρια υπόθεση δεν έχει ακόμη ασκηθεί, πρέπει να ασκηθεί εντός προθεσμίας που τάσσει το δικαστήριο. Σε περίπτωση που η εν λόγω προθεσμία παρέλθει άπρακτη, η αναγκαστική διαχείριση παύει.

Αφού κριθεί με τελεσίδικη ή προσωρινά εκτελεστή απόφαση ο δικαιούχος των περιουσιακών στοιχείων, ο διαχειριστής παραδίδει τα περιουσιακά στοιχεία στο πρόσωπο αυτό. Η αναγκαστική διαχείριση αίρεται με κοινή απόφαση των διαδίκων ή, κατόπιν αιτήματος ενός εξ αυτών, από τον αρμόδιο για την εκδίκαση αιτήσεων ασφαλιστικών μέτρων δικαστή.

Δ. Προσωρινά μέτρα

Τα προσωρινά μέτρα ισχύουν έως ότου το δικαστήριο εκδώσει απόφαση στη δίκη επί της ουσίας της διαφοράς.

Ο δικαστής της διαδικασίας έκδοσης των προσωρινών μέτρων δύναται επίσης να περιορίσει τη διάρκεια ισχύος των μέτρων ή να τα εξαρτήσει από την προϋπόθεση της κίνησης δίκης επί της ουσίας εντός ορισμένης προθεσμίας. Η ισχύς προσωρινών μέτρων που έχουν διαταχθεί στο πλαίσιο δίκης επί της ουσίας λήγει σε περίπτωση πρόωρης περάτωσης της κύριας δίκης.

Προσωρινά μέτρα που έχουν διαταχθεί στο πλαίσιο διαδικασίας διαζυγίου δύνανται να παραμείνουν σε ισχύ και για ορισμένο χρονικό διάστημα μετά την έκδοση της απόφασης διαζυγίου. Μπορούν να τροποποιηθούν ή να αρθούν. Προσωρινά μέτρα που έχουν διαταχθεί πριν από τη διαδικασία διαζυγίου παύουν να ισχύουν εάν η αίτηση διαζυγίου δεν κατατεθεί εντός τεσσάρων εβδομάδων από την έκδοση της απόφασης που διατάζει τα προσωρινά μέτρα.

Ε. Προσωρινή εκτέλεση

Το εφετείο δύναται να αναστείλει την εκτέλεση. Αναστολή μπορεί επίσης να χορηγηθεί μέσω ανακοπής κατά της εκτέλεσης.

4 Υπάρχει δυνατότητα προσφυγής κατά ενός τέτοιου μέτρου;

Γενικοί κανόνες

Κατά δικαστικής απόφασης μπορεί να ασκηθεί ανακοπή, έφεση ή αναίρεση.

Διάδικος που καταδικάστηκε ερήμην μπορεί να ασκήσει ανακοπή ενώπιον του δικαστηρίου που εξέδωσε την ερήμην απόφαση, εντός τεσσάρων εβδομάδων (η έναρξη της προθεσμίας ποικίλλει).

Ο ηττηθείς διάδικος μπορεί σε ασκήσει έφεση (για ποσά που υπερβαίνουν τα 1 750 EUR) ενώπιον του εφετείου, εντός τριών μηνών από την ημερομηνία έκδοσης της απόφασης.

Ο ηττηθείς διάδικος μπορεί σε ασκήσει αναίρεση ενώπιον του Ανώτατου Δικαστηρίου των Κάτω Χωρών (Hoge Raad der Nederlanden), εντός τριών μηνών από την ημερομηνία έκδοσης της απόφασης είτε του δικαστηρίου πρώτου και τελευταίου βαθμού είτε του εφετείου.

Κατά δικαστικής διάταξης μπορεί να ασκηθεί έφεση ενώπιον του εφετείου και αναίρεση ενώπιον του Ανώτατου Δικαστηρίου των Κάτω Χωρών.

Έφεση μπορεί να ασκηθεί από τον αιτούντα και τα ενδιαφερόμενα μέρη που παρέστησαν στη δικαστική διαδικασία, εντός τριών μηνών από την ημερομηνία έκδοσης της απόφασης. Τα τυχόν άλλα ενδιαφερόμενα μέρη μπορούν να ασκήσουν έφεση εντός τριών μηνών από την ημερομηνία που τους κοινοποιήθηκε η δικαστική διάταξη.

Αναίρεση μπορεί να ασκηθεί από διάδικο που παρέστη σε ένα από τα ανωτέρω δικαστήρια, εντός τριών μηνών από την ημερομηνία έκδοσης της απόφασης.

Τα εν λόγω ένδικα μέσα έχουν ως αποτέλεσμα την αναστολή της εκτέλεσης, εκτός εάν η απόφαση έχει κηρυχθεί προσωρινά εκτελεστή.

Α. Συντηρητική κατάσχεση

Δεν επιτρέπονται ένδικα μέσα κατά απόφασης που παρέχει άδεια επιβολής συντηρητικής κατάσχεσης (άρθρο 700 παράγραφος 2 του κώδικα πολιτικής δικονομίας). Σε περίπτωση αρνητικής απόφασης, ο αιτών τη συντηρητική κατάσχεση μπορεί να ασκήσει έφεση και, στη συνέχεια, αναίρεση.

Β. Μεσεγγύηση

Αν η μεσεγγύηση έχει διαταχθεί κατόπιν αιτήματος του προσώπου που επιβάλλει συντηρητική κατάσχεση, δεν επιτρέπονται ένδικα μέσα κατά της απόφασης.

Σε περίπτωση απόρριψης της αίτησης, ο αιτών μπορεί να ασκήσει έφεση και, στη συνέχεια, αναίρεση.

Κατά απόφασης ασφαλιστικών μέτρων μπορεί να ασκηθεί ανακοπή, έφεση ή αναίρεση.

Γ. Επιβολή αναγκαστικής διαχείρισης

Κατά απόφασης που διατάζει τη θέση περιουσιακών στοιχείων υπό αναγκαστική διαχείριση μπορεί να ασκηθεί ανακοπή, έφεση ή αναίρεση.

Δ. Προσωρινά μέτρα

Κατά προσωρινών μέτρων που έχουν εκδοθεί στο πλαίσιο διαδικασίας έκδοσης προσωρινών μέτρων ή διαδικασίας επί της ουσίας μπορεί να ασκηθεί ανακοπή, έφεση ή αναίρεση. Δεν επιτρέπεται η άσκηση έφεσης ή αναίρεσης κατά προσωρινών μέτρων που εκδόθηκαν σε διαδικασία διαζυγίου.

Ε. Προσωρινή εκτέλεση

Αν μια απόφαση δεν έχει κηρυχθεί προσωρινά εκτελεστή, αυτό μπορεί να επιδιωχθεί στο πλαίσιο έφεσης ή αναίρεσης ή μέσω δίκης περί την εκτέλεση. Αν μια απόφαση κηρυχθεί προσωρινά εκτελεστή, το εφετείο μπορεί να αναστείλει την εκτέλεσή της. Αυτό δεν είναι εφικτό στο πλαίσιο αναίρεσης. Αναστολή μπορεί επίσης να επιτευχθεί μέσω ανακοπής κατά της εκτέλεσης.


Την έκδοση αυτής της σελίδας στην εθνική γλώσσα διαχειρίζεται ο αντίστοιχος αρμόδιος επαφής του ΕΔΔ. Οι μεταφράσεις έχουν γίνει από την αρμόδια υπηρεσία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Οι τυχόν αλλαγές που επιφέρει η αρμόδια εθνική αρχή στο πρωτότυπο ενδέχεται να μην έχουν περιληφθεί ακόμα στις μεταφράσεις. Η Επιτροπή και το Ευρωπαϊκό Δικαστικό Δίκτυο δεν αναλαμβάνουν καμία απολύτως ευθύνη όσον αφορά πληροφορίες ή δεδομένα που περιέχονται ή αναφέρονται στο παρόν έγγραφο. Βλ. την ανακοίνωση νομικού περιεχομένου για τους κανόνες πνευματικής ιδιοκτησίας που ισχύουν στο κράτος μέλος που είναι αρμόδιο για την παρούσα σελίδα.

Τελευταία επικαιροποίηση: 01/10/2019

Ασφαλιστικά και συντηρητικά μέτρα - Πολωνία

Η πρωτότυπη γλωσσική έκδοση πολωνικά αυτής της σελίδας τροποποιήθηκε πρόσφατα. Η γλωσσική έκδοση που βλέπετε τώρα βρίσκεται στο στάδιο της μετάφρασης.
Υπάρχει ήδη μετάφραση στις ακόλουθες γλώσσες: αγγλικά


1 Ποια είναι τα διάφορα μέτρα;

Το είδος των μέτρων εξαρτάται από τη φύση της προς εξασφάλιση αξίωσης. Δυνάμει του άρθρου 747 του κώδικα πολιτικής δικονομίας (kodeks postępowania cywilnego), οι χρηματικές αξιώσεις εξασφαλίζονται με:

  • την κατάσχεση κινητών περιουσιακών στοιχείων, μισθών και ημερομισθίων, απαιτήσεων από τραπεζικό λογαριασμό ή άλλων απαιτήσεων, ή άλλου δικαιώματος ιδιοκτησίας
  • επιβάρυνση ακινήτων του υποχρέου με υποχρεωτική υποθήκη
  • απαγόρευση διάθεσης ή επιβάρυνσης ακινήτων για τα οποία δεν υπάρχει εγγραφή σε κτηματολόγιο ή μητρώο υποθηκών, ή για τα οποία η εγγραφή στο κτηματολόγιο ή το μητρώο υποθηκών έχει χαθεί ή καταστραφεί
  • επιβάρυνση σκάφους ή σκάφους υπό κατασκευή με ναυτική υποθήκη
  • απαγόρευση διάθεσης δικαιώματος συγκυριότητας σε εγκαταστάσεις
  • θέση υπό αναγκαστική διαχείριση επιχείρησης ή γεωργικής εκμετάλλευσης του υποχρέου ή οργανισμού που ανήκει σε επιχείρηση ή σε τμήμα αυτής, ή τμήματος γεωργικής εκμετάλλευσης του υποχρέου.

Όταν εξασφαλίζεται αξίωση άλλη εκτός χρηματικής αξίωσης, το δικαστήριο καθορίζει το ασφαλιστικό μέτρο που κρίνει κατάλληλο στην εκάστοτε υπόθεση, χωρίς να αποκλείει μέτρα που προορίζονται για την εξασφάλιση χρηματικών αξιώσεων (άρθρο 755 του κώδικα πολιτικής δικονομίας). Το δικαστήριο ενδέχεται πιο συγκεκριμένα:

  • να καθορίσει τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των διαδίκων ή των συμμετεχόντων στη διαδικασία για τη διάρκεια της εν λόγω διαδικασίας
  • να επιβάλει απαγόρευση διάθεσης αντικειμένων ή δικαιωμάτων που καλύπτονται από τη διαδικασία
  • να αναστείλει τη διαδικασία εκτέλεσης ή άλλη διαδικασία που αποσκοπεί στην εκτέλεση δικαστικής απόφασης
  • να ρυθμίσει ζητήματα επιμέλειας παιδιών (ανηλίκων) και επικοινωνίας με τα παιδιά
  • να διατάξει την καταχώριση κατάλληλης εγγραφής στο κτηματολόγιο και το μητρώο υποθηκών ή άλλο κατάλληλο μητρώο.

Τα συμφέροντα των διαδίκων ή των συμμετεχόντων στη διαδικασία θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη κατά την επιλογή του ασφαλιστικού μέτρου, ώστε να διασφαλίζεται σωστή νομική προστασία για τον δικαιούχο και να μην επιβαρύνεται ο υπόχρεος υπερβολικά.

2 Υπό ποιες προϋποθέσεις διατάσσονται αυτά τα μέτρα;

2.1 Η διαδικασία

Η διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων μπορεί να κινηθεί:

  • κατόπιν αιτήματος διαδίκου ή συμμετέχοντος στη διαδικασία, το οποίο έχει υποβληθεί στο δικαστήριο που είναι αρμόδιο να εξετάσει την υπόθεση σε πρώτο βαθμό. Αν το εν λόγω δικαστήριο δεν μπορεί να προσδιοριστεί, αρμόδιο δικαστήριο είναι το δικαστήριο του τόπου όπου πρόκειται να εφαρμοστεί η απόφαση για το ασφαλιστικό μέτρο ή, ελλείψει αυτού ή αν η απόφαση για το ασφαλιστικό μέτρο πρόκειται να εφαρμοστεί εντός της δικαιοδοσίας περισσότερων δικαστηρίων, το περιφερειακό δικαστήριο (sąd rejonowy) της περιοχής της Βαρσοβίας. Αίτηση ασφαλιστικού μέτρου που έχει υποβληθεί κατά τη διάρκεια της διαδικασίας εξετάζεται από το δικαστήριο του βαθμού στον οποίο εκκρεμεί η υπόθεση, εκτός αν το εν λόγω δικαστήριο είναι το ανώτατο δικαστήριο (Sąd Najwyższy). Σε τέτοιες περιπτώσεις, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο αποφασίζει αν θα πρέπει να διαταχθεί ασφαλιστικό μέτρο ή όχι (άρθρο 734 του κώδικα πολιτικής δικονομίας).
  • αυτεπάγγελτα σε υποθέσεις όπου η διαδικασία μπορεί να κινηθεί αυτεπάγγελτα (άρθρο 732 του κώδικα πολιτικής δικονομίας).

Οι αιτήσεις ασφαλιστικών μέτρων υποβάλλονται γραπτώς. Θα πρέπει να συμμορφώνονται με τις απαιτήσεις για τα διαδικαστικά έγγραφα και να διευκρινίζουν τη μορφή του ασφαλιστικού μέτρου και, σε περίπτωση χρηματικής αξίωσης, το σχετικό χρηματικό ποσό (το οποίο δεν μπορεί να υπερβαίνει το ποσό της αξίωσης, υπολογισμένο μαζί με τους τόκους από την ημερομηνία έκδοσης της απόφασης για το ασφαλιστικό μέτρο, καθώς επίσης μαζί με τα έξοδα εκτέλεσης του ασφαλιστικού μέτρου, και μπορεί επίσης να περιλαμβάνει τα προβλεπόμενα έξοδα της διαδικασίας) καθώς και τις περιστάσεις που αιτιολογούν την αίτηση. Αν η αίτηση ασφαλιστικών μέτρων υποβληθεί πριν από την έναρξη της διαδικασίας, θα πρέπει επίσης να περιγράφεται εν συντομία το αντικείμενο της υπόθεσης (άρθρο 736 του κώδικα πολιτικής δικονομίας).

Ασφαλιστικό μέτρο μπορεί να διαταχθεί πριν από την έναρξη της διαδικασίας ή κατά τη διάρκειά τους. Μετά τη λήψη εκτελεστού τίτλου από τον δικαιούχο, ασφαλιστικό μέτρο μπορεί να διαταχθεί μόνο αν αποσκοπεί στην εξασφάλιση αξίωσης της οποίας η προθεσμία εκτέλεσης δεν έχει εκπνεύσει ακόμα (άρθρο 736 παράγραφος 2 του κώδικα πολιτικής δικονομίας).

Όταν διατάσσεται ασφαλιστικό μέτρο πριν από την έναρξη της διαδικασίας, το δικαστήριο ορίζει την προθεσμία μέχρι την οποία πρέπει να υποβληθεί επιστολή έναρξης της διαδικασίας, ειδάλλως το ασφαλιστικό μέτρο ακυρώνεται (άρθρο 733 του κώδικα πολιτικής δικονομίας).

Οι αιτήσεις ασφαλιστικών μέτρων πρέπει να εξετάζονται αμελλητί, εντός μίας εβδομάδας από την ημερομηνία κατά την οποία υποβάλλονται στο δικαστήριο, εκτός αν ειδικές διατάξεις προβλέπουν κάτι άλλο. Αν νομοθετική πράξη προβλέπει να εξετάζονται οι αιτήσεις σε ακροαματική διαδικασία, η εν λόγω ακροαματική διαδικασία πρέπει να προγραμματίζεται εντός ενός μήνα από την ημερομηνία υποβολής της αίτησης (άρθρο 733 του κώδικα πολιτικής δικονομίας).

Τα ασφαλιστικά μέτρα διατάσσονται με δικαστική απόφαση.

2.2 Οι κύριες προϋποθέσεις

Ασφαλιστικά μέτρα μπορούν να ζητηθούν σε όλες τις αστικές υποθέσεις που εξετάζονται από δικαστήριο ή από διαιτητικό δικαστήριο (άρθρο 730 του κώδικα πολιτικής δικονομίας).

Οι όροι παροχής ασφαλιστικών μέτρων είναι οι ακόλουθοι: η αξίωση και το έννομο συμφέρον για την παροχή ασφαλιστικού μέτρου πρέπει να θεμελιώνονται. Υφίσταται έννομο συμφέρον για την παροχή ασφαλιστικού μέτρου αν είναι αδύνατο ή πολύ δύσκολο να εκτελεστεί η δικαστική απόφαση που θα εκδοθεί για την υπόθεση ή αν είναι αδύνατο ή πολύ δύσκολο να επιτευχθεί διαφορετικά ο σκοπός της διαδικασίας χωρίς την παροχή ασφαλιστικού μέτρου (άρθρο 7301 του κώδικα πολιτικής δικονομίας).

Σκοπός του ασφαλιστικού μέτρου δεν μπορεί να είναι η ικανοποίηση αξίωσης, εκτός αν υπάρχει διαφορετική πρόβλεψη σε νομοθετική πράξη (άρθρο 731 του κώδικα πολιτικής δικονομίας).

Το δικαστήριο μπορεί να εξαρτήσει την εκτέλεση απόφασης για ασφαλιστικό μέτρο από την πρόβλεψη της καταβολής κατάθεσης από τον δικαιούχο για την εξασφάλιση των αξιώσεων του υποχρέου που απορρέουν από την εκτέλεση της απόφασης που διατάσσει τα ασφαλιστικά μέτρα, εκτός από την περίπτωση που ο δικαιούχος είναι το δημόσιο ταμείο και την περίπτωση που το ασφαλιστικό μέτρο αποσκοπεί στη διασφάλιση αξιώσεων διατροφής, σύνταξης αναπηρίας ή ποσών που οφείλονται σε υπάλληλο για θέματα που σχετίζονται με το εργατικό δίκαιο ως προς τμήμα που δεν υπερβαίνει την πλήρη μηνιαία αμοιβή υπαλλήλου (άρθρο 739 του κώδικα πολιτικής δικονομίας).

3 Αντικείμενο και φύση αυτών των μέτρων

3.1 Ποια περιουσιακά στοιχεία μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο αυτών των μέτρων;

Αντικείμενο των ασφαλιστικών μέτρων μπορεί να είναι:

  • κινητή περιουσία,
  • μισθοί και ημερομίσθια,
  • απαιτήσεις από τραπεζικό λογαριασμό ή άλλες απαιτήσεις, ή για άλλο δικαίωμα ιδιοκτησίας,
  • ακίνητη περιουσία,
  • σκάφη ή σκάφη υπό κατασκευή,
  • συνεταιριστικό δικαίωμα ιδιοκτησίας σε εγκαταστάσεις,
  • επιχείρηση ή γεωργική εκμετάλλευση, οργανισμός που ανήκει σε επιχείρηση ή σε τμήμα αυτής, ή τμήμα γεωργικής εκμετάλλευσης.

Το ασφαλιστικό μέτρο δεν μπορεί να καλύπτει αντικείμενα, χρέη ή δικαιώματα που αποκλείονται από την εκτέλεση. Αναλώσιμα αγαθά μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο ασφαλιστικού μέτρου αν ο υπόχρεος δεν διαθέτει άλλη περιουσία για να εξασφαλίσει τις αξιώσεις του δικαιούχου και τα αγαθά μπορούν να πωληθούν αμέσως.

3.2 Ποια τα αποτελέσματα αυτών των μέτρων;

Ο κύριος σκοπός της διαδικασίας ασφαλιστικών μέτρων είναι να διασφαλιστεί ότι ο δικαιούχος (συνήθως ο πιστωτής) προστατεύεται από πιθανές δυσμενείς επιπτώσεις καθυστέρησης στο πλαίσιο υποθέσεων που εκκρεμούν ενώπιον δικαστηρίου, και να βελτιωθεί η κατάσταση του δικαιούχου κατά τη διαδικασία εκτέλεσης, εφόσον το αντικείμενο της δικαστικής διαδικασίας και του ασφαλιστικού μέτρου είναι εκτελεστή απαίτηση. Σε περιορισμένη κλίμακα, το ασφαλιστικό μέτρο μπορεί να επιτρέπει στον δικαιούχο τη λήψη παροχών σε χρήμα.

Επιπλέον, το ασφαλιστικό μέτρο μπορεί να αποτελεί αντίδραση σε ενέργειες του υπόχρεου εις βάρος των έννομων συμφερόντων του δικαιούχου.

Οι συνέπειες του ασφαλιστικού μέτρου για τον υπόχρεο διαφέρουν ανάλογα με τη μορφή του μέτρου, και ενδέχεται να είναι οι εξής:

  • σε περίπτωση κατάσχεσης κινητών περιουσιακών στοιχείων, η διαχείριση των κινητών περιουσιακών στοιχείων μετά την κατάσχεση δεν έχει επιπτώσεις στην περαιτέρω πορεία της διαδικασίας για τα κινητά περιουσιακά στοιχεία που κατασχέθηκαν μπορεί να κινηθεί διαδικασία εκτέλεσης και κατά του αγοραστή,
  • αν ως ασφαλιστικό μέτρο κατασχεθεί τραπεζικός λογαριασμός επιχείρησης ή ιδιοκτήτη γεωργικής εκμετάλλευσης, ο υπόχρεος μπορεί να εισπράξει μόνο τα ποσά που ορίζει το δικαστήριο για την πληρωμή των τρεχόντων μισθών και ημερομισθίων, μαζί με τις φορολογικές κρατήσεις και άλλα ποσά που προβλέπει ο νόμος, και για την κάλυψη των οργανικών του εξόδων,
  • μπορεί να γίνει περιορισμένη χρήση άλλων χρεών και δικαιωμάτων ιδιοκτησίας που έχουν κατασχεθεί (ο τρόπος χρήσης καθορίζεται από το δικαστήριο),
  • δικαστικός επιμελητής εκποιεί όλα τα κατασχεμένα αντικείμενα, μαζί με τυχόν δικαιώματα σε χρηματοπιστωτικά μέσα που έχουν καταγραφεί σε λογαριασμό αξιογράφων ή σε άλλο λογαριασμό κατά την έννοια των κανόνων για τις συναλλαγές χρηματοπιστωτικών μέσων, και το ποσό που εισπράττεται κατατίθεται στον λογαριασμό καταθέσεων του δικαστηρίου,
  • απαγόρευση διάθεσης ή επιβάρυνσης ακίνητης περιουσίας και δικαιώματος συγκυριότητας σε εγκαταστάσεις,
  • επιβάρυνση σκάφους ή σκάφους υπό κατασκευή με ναυτική υποθήκη,
  • ο υπόχρεος αποστερείται των διαχειριστικών δικαιωμάτων του και τίθεται υπό αναγκαστική διαχείριση, και τα έσοδα από την αναγκαστική διαχείριση λειτουργούν ως εγγύηση,
  • σε θέματα που αφορούν διατροφή, ο υπόχρεος μπορεί να υποχρεωθεί να καταβάλει συγκεκριμένο ποσό στον δικαιούχο εφάπαξ ή σε περιοδική βάση.

3.3 Ποια η ισχύς αυτών των μέτρων;

Ο υπόχρεος μπορεί να ζητήσει ανά πάσα στιγμή νομικά δεσμευτική απόφαση που να προβλέπει την ανάκληση ή τροποποίηση του ασφαλιστικού μέτρου, εφόσον ο λόγος για το ασφαλιστικό μέτρο παύσει να υφίσταται ή αλλάξει (άρθρο 742 του κώδικα πολιτικής δικονομίας).

Το ασφαλιστικό μέτρο ακυρώνεται αν:

  • ο υπόχρεος καταθέσει στον λογαριασμό καταθέσεων του δικαστηρίου το ποσό της εγγύησης που ζητείται από τον δικαιούχο στην αίτηση ασφαλιστικών μέτρων,
  • απορριφθεί νόμιμα αξίωση ή αίτηση,
  • απορριφθεί αξίωση ή αίτηση ή διακοπεί η διαδικασία,
  • ο δικαιούχος δεν αιτείται ολόκληρο το ποσό της αξίωσης που αποτελεί αντικείμενο της διαδικασίας ή αιτείται άλλες αξιώσεις και όχι την αξίωση που έχει εξασφαλιστεί πριν από την κίνηση της διαδικασίας,
  • η δικαστική απόφαση που δέχεται εξασφαλισμένη αξίωση καθίσταται οριστική (το ασφαλιστικό μέτρο ακυρώνεται ένα μήνα αφού καταστεί οριστική η δικαστική απόφαση),
  • ο δικαιούχος δεν αιτείται περαιτέρω μέτρα αναγκαστικής εκτέλεσης μέσα στις δύο εβδομάδες που έπονται δικαστικής απόφασης με την οποία η αξίωση κατέστη οριστική, σε υποθέσεις όπου το ασφαλιστικό μέτρο είχε τη μορφή της κατάσχεσης κινητών περιουσιακών στοιχείων, μισθών και ημερομισθίων, απαιτήσεων από τραπεζικό λογαριασμό ή άλλων απαιτήσεων, ή της κατάσχεσης άλλου δικαιώματος ιδιοκτησίας, ή της αναγκαστικής διαχείρισης επιχείρησης ή γεωργικής εκμετάλλευσης του υποχρέου ή οργανισμού που ανήκει σε επιχείρηση ή μέρος αυτής, ή μέρους γεωργικής εκμετάλλευσης του υποχρέου.

4 Υπάρχει δυνατότητα προσφυγής κατά ενός τέτοιου μέτρου;

Τόσο ο δικαιούχος όσο και ο υπόχρεος μπορούν να ασκήσουν προσφυγή κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου που διατάσσει ασφαλιστικό μέτρο (άρθρο 741 του κώδικα πολιτικής δικονομίας).


Την έκδοση αυτής της σελίδας στην εθνική γλώσσα διαχειρίζεται ο αντίστοιχος αρμόδιος επαφής του ΕΔΔ. Οι μεταφράσεις έχουν γίνει από την αρμόδια υπηρεσία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Οι τυχόν αλλαγές που επιφέρει η αρμόδια εθνική αρχή στο πρωτότυπο ενδέχεται να μην έχουν περιληφθεί ακόμα στις μεταφράσεις. Η Επιτροπή και το Ευρωπαϊκό Δικαστικό Δίκτυο δεν αναλαμβάνουν καμία απολύτως ευθύνη όσον αφορά πληροφορίες ή δεδομένα που περιέχονται ή αναφέρονται στο παρόν έγγραφο. Βλ. την ανακοίνωση νομικού περιεχομένου για τους κανόνες πνευματικής ιδιοκτησίας που ισχύουν στο κράτος μέλος που είναι αρμόδιο για την παρούσα σελίδα.

Τελευταία επικαιροποίηση: 08/01/2018

Ασφαλιστικά και συντηρητικά μέτρα - Πορτογαλία


1 Ποια είναι τα διάφορα μέτρα;

Τα προσωρινά και συντηρητικά μέτρα είναι είδη ασφαλιστικών μέτρων τα οποία μπορούν να ζητηθούν από το δικαστήριο στο πλαίσιο διαδικασίας ασφαλιστικών μέτρων. Η προσωρινή προστασία δικαιωμάτων δεν περιορίζεται στη διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων, καθώς η πορτογαλική έννομη τάξη προβλέπει και άλλα προσωρινά μέτρα προστασίας σε ορισμένες νομικές καταστάσεις, όπως: α) προσωρινά μέτρα κατά τη διαδικασία απαγόρευσης ή αποκλεισμού β) προσωρινή επιτροπεία περιουσίας αφανούς γ) διορισμός δικαστικού συμπαραστάτη δ) αναγκαία μέτρα για την προστασία σχολάζουσας κληρονομίας.

Σκοπός των ασφαλιστικών μέτρων είναι η εξάλειψη του periculum in mora (του κινδύνου η καθυστέρηση έκδοσης δικαστικής απόφασης να προκαλέσει σοβαρή ή ακόμη και ανήκεστο βλάβη του επικαλούμενου δικαιώματος) και η εξασφάλιση της ισχύος της οριστικής απόφασης (βλέπε άρθρο 2 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας).

Το δικαστήριο αποφασίζει την επιβολή ορισμένων μέτρων προσδοκώντας ή αναμένοντας ότι η προσωρινή απόφασή του θα επιβεβαιωθεί από την οριστική απόφαση.

Εκτός εάν διαταχθεί αντιστροφή της διαφοράς, τα ασφαλιστικά μέτρα αφορούν υποθέσεις που βασίζονται σε προστατευόμενα δικαιώματα (άρθρο 364 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας) και προστατεύουν ή προβλέπουν προσωρινά τα αποτελέσματα του οριστικού μέτρου, υποθέτοντας ότι η απόφαση στη διαφορά της κύριας δίκης θα εκδοθεί υπέρ του ενάγοντος.

Εξαιτίας του periculum in mora επιτρέπεται στο δικαστήριο να εξετάσει προκαταρκτικά και συνοπτικά μια ουσιαστική έννομη σχέση, η οποία απαιτείται να υποβληθεί ακολούθως σε εμβριθέστερη και διεξοδικότερη εξέταση εάν η προκαταρκτική αυτή εξέταση είναι ευνοϊκή για τον αιτούντα, αποφασίζονται μέτρα με σκοπό την προστασία κατά του ως άνω κινδύνου.

Σκοπός των ασφαλιστικών μέτρων είναι η διασφάλιση των πρακτικών αποτελεσμάτων της αγωγής, η αποφυγή σοβαρής βλάβης ή η πρόβλεψη της υλοποίησης του δικαιώματος (υποθετικό μέσο), επιτυγχάνοντας τη βέλτιστη δυνατή ισορροπία μεταξύ της ταχύτητας και της ασφάλειας δικαίου.

Η πολιτική δικονομία της Πορτογαλίας προβλέπει δύο είδη ασφαλιστικών μέτρων:

  1. συνήθη ασφαλιστικά μέτρα
  2. ειδικά ασφαλιστικά μέτρα.

Τα συνήθη ασφαλιστικά μέτρα ρυθμίζονται από το άρθρο 362 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, το οποίο προβλέπει ότι το πρόσωπο που αποδεικνύει δικαιολογημένο φόβο ότι άλλο πρόσωπο μπορεί να προκαλέσει σοβαρή και ανήκεστο βλάβη στα δικαιώματά του, δύναται, εφόσον κανένα από τα ασφαλιστικά μέτρα που προβλέπονται από τον νόμο δεν είναι κατάλληλο για την περίπτωσή του, να ζητήσει τη λήψη κατάλληλων συντηρητικών ή προληπτικών μέτρων για την εξασφάλιση του απειλούμενου δικαιώματος. Το συμφέρον του αιτούντος πρέπει να βασίζεται σε υφιστάμενο δικαίωμα ή δικαίωμα που προκύπτει από απόφαση η οποία θα εκδοθεί επί αναγνωριστικής αγωγής, ασκηθείσας ή η οποία πρόκειται να ασκηθεί. Συνήθη ασφαλιστικά μέτρα δεν εφαρμόζονται όταν σκοπός είναι η προστασία κατά του κινδύνου βλάβης που αποτρέπεται ρητώς με οποιοδήποτε από τα ειδικά μέτρα.

Ειδικά ασφαλιστικά μέτρα είναι εκείνα που προβλέπονται ρητώς στον Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας ή σε άλλη νομοθεσία.

Στον Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας της Πορτογαλίας προβλέπονται τα ακόλουθα ειδικά ασφαλιστικά μέτρα:

  1. Προσωρινή απόδοση περιουσιακών στοιχείων
  2. Αναστολή αποφάσεων εταιρειών
  3. Προσωρινή διατροφή
  4. Προσωρινή αποζημίωση
  5. Συντηρητική κατάσχεση
  6. Απαγόρευση νέας εργασίας
  7. Μεσεγγύηση.

2 Υπό ποιες προϋποθέσεις διατάσσονται αυτά τα μέτρα;

Εάν ένα πρόσωπο αποδεικνύει δικαιολογημένο φόβο ότι ένα άλλο πρόσωπο μπορεί να προκαλέσει σοβαρή και ανήκεστο βλάβη στα δικαιώματά του, μπορεί να ζητήσει το κατάλληλο συντηρητικό ή προληπτικό μέτρο για να εξασφαλίσει την ισχύ του απειλούμενου δικαιώματος. Το συμφέρον του αιτούντος πρέπει να βασίζεται σε υφιστάμενο δικαίωμα ή δικαίωμα που προκύπτει από απόφαση η οποία θα εκδοθεί επί αναγνωριστικής αγωγής, ασκηθείσας ή η οποία πρόκειται να ασκηθεί.

Τέτοιου είδους μέτρα λαμβάνονται εάν υπάρχει σοβαρή πιθανότητα ύπαρξης δικαιώματος και εάν ο κίνδυνος προσβολής του θεμελιώνεται επαρκώς. Ωστόσο, το δικαστήριο μπορεί να αρνηθεί τη λήψη μέτρων, εάν η ζημία για τον καθού η αίτηση, η οποία θα προκύψει από την αποδοχή της αίτησης, υπερβαίνει σημαντικά τη ζημία την οποία επιθυμεί να αποφύγει ο αιτών με την επιβολή του μέτρου.

Η επικουρική χρήση συνήθων ασφαλιστικών μέτρων συνδέεται επίσης με την ανυπαρξία ειδικού ασφαλιστικού μέτρου κατάλληλου για τη συγκεκριμένη περίπτωση.

Επομένως, για τα μη ειδικά ασφαλιστικά μέτρα που προβλέπονται στο άρθρο 362 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας ισχύουν οι ακόλουθες νόμιμες προϋποθέσεις:

  1. η κατά τα φαινόμενα ύπαρξη δικαιώματος
  2. βάσιμος φόβος ότι άλλο πρόσωπο μπορεί να προκαλέσει σοβαρή και ανήκεστο βλάβη στο δικαίωμα κάποιου (periculum in mora)
  3. πρακτική καταλληλότητα του συντηρητικού ή προληπτικού μέτρου για τη διασφάλιση της ισχύος του απειλούμενου δικαιώματος
  4. το ζητούμενο μέτρο δεν πρέπει να καλύπτεται από άλλες ασφαλιστικές διαδικασίες.

Για να μπορεί να διαταχθεί ένα μέτρο, πρέπει να υπάρχουν συνοπτικές αποδείξεις - summaria cognitio - της σοβαρής πιθανότητας ύπαρξης του επικαλούμενου δικαιώματος (fumus bonis juris) και του δικαιολογημένου φόβου ότι η φυσική καθυστέρηση στην έκδοση οριστικής απόφασης επί της διαφοράς μπορεί να προκαλέσει ανήκεστο βλάβη ή βλάβη η οποία είναι δύσκολο να αποκατασταθεί (periculum in mora). Προϋπόθεση είναι να πιστεύει ο δικαστής ότι η έκβαση της κύριας δίκης θα είναι ευνοϊκή για τον ενάγοντα, καθώς τα συντηρητικά μέτρα συνιστούν σαφή παρέμβαση στην έννομη σφαίρα του εναγομένου.

Όσον αφορά τα ειδικά ασφαλιστικά μέτρα:

α) Προσωρινή απόδοση περιουσιακών στοιχείων: Σε περίπτωση ληστείας, ο ιδιοκτήτης μπορεί να ζητήσει την προσωρινή απόδοση των περιουσιακών στοιχείων σε αυτόν, επικαλούμενος τα πραγματικά περιστατικά που συνιστούν κατοχή, κλοπή και βία. Ο δικαστής μπορεί να διατάξει την απόδοση χωρίς να κλητεύσει ή να ακούσει τον δράστη της ληστείας, εάν πιστεύει, κατόπιν εξέτασης των αποδεικτικών στοιχείων, ότι ο αιτών κατείχε τα περιουσιακά στοιχεία τα οποία του αφαιρέθηκαν διά της βίας.

β) Αναστολή αποφάσεων εταιρειών: Εάν οποιοδήποτε είδος ένωσης ή εταιρείας λαμβάνει αποφάσεις οι οποίες αντιβαίνουν στον νόμο, στο καταστατικό ή στην ιδρυτική πράξη, κάθε εταίρος μπορεί, εντός 10 ημερών (από την ημερομηνία της συνέλευσης στην οποία λήφθηκαν οι αποφάσεις ή από την ημερομηνία κατά την οποία ο αιτών έλαβε γνώση αυτών, εάν δεν προσκλήθηκε δεόντως στη συνέλευση), να ζητήσει την αναστολή της εφαρμογής των εν λόγω αποφάσεων. Ο αιτών πρέπει να αποδεικνύει την ιδιότητα του εταίρου καθώς και ότι η εφαρμογή των αποφάσεων μπορεί να προκαλέσει σημαντική ζημία. Η αίτηση συνοδεύεται από αντίγραφο των πρακτικών της συνεδρίασης στην οποία λήφθηκαν οι αποφάσεις και, με εξαίρεση τις ετήσιες γενικές συνελεύσεις, το αντίγραφο των εν λόγω πρακτικών αντικαθίσταται από έγγραφη απόδειξη της απόφασης.

γ) Προσωρινή διατροφή: Πρόσωπο το οποίο δικαιούται διατροφή μπορεί να ζητήσει τον καθορισμό του μηνιαίου ποσού που πρέπει να λαμβάνει υπό μορφή προσωρινής διατροφής, υπό τον όρο ότι δεν έχει πραγματοποιηθεί η πρώτη οριστική πληρωμή. Όταν το δικαστήριο λάβει την αίτηση προσωρινής διατροφής, ορίζεται δικάσιμος και οι διάδικοι ενημερώνονται ότι πρέπει να παραστούν αυτοπροσώπως στο δικαστήριο ή να εκπροσωπηθούν από πληρεξούσιο με ειδική εξουσία συμβιβασμού. Κατά την ακροαματική διαδικασία, ο αντίδικος παρουσιάζει τα επιχειρήματά του, ο δε δικαστής επιδιώκει να επιτύχει συμφωνία στον καθορισμό της διατροφής, η οποία εγκρίνεται ακολούθως με δικαστική απόφαση.

Σε περίπτωση απουσίας οποιουδήποτε διαδίκου ή εάν η απόπειρα επίτευξης συμφωνίας δεν ευοδωθεί, ο δικαστής διατάσσει τη διεξαγωγή αποδείξεων πριν από την έκδοση προφορικής απόφασης, η οποία πρέπει να περιέχει συνοπτικό σκεπτικό.

δ) Προσωρινή αποζημίωση: Σε σχέση με αγωγές αποζημίωσης λόγω θανάτου ή τραυματισμού, το θύμα και τα πρόσωπα που δικαιούνται ενδεχομένως διατροφή από το θύμα, καθώς και τα πρόσωπα στα οποία το θύμα κατέβαλε διατροφή βάσει φυσικής ενοχής, μπορούν να ζητήσουν την επιδίκαση ορισμένου χρηματικού ποσού με τη μορφή μηνιαίου ποσού ως προσωρινή αποζημίωση λόγω τραυματισμού. Ο δικαστής εγκρίνει το ζητούμενο μέτρο, εφόσον αποδεικνύεται η κατάσταση ανάγκης ως αποτέλεσμα του τραυματισμού και υπάρχουν αποδείξεις της υποχρέωσης του εναγομένου προς αποζημίωση. Ο προσωρινός διακανονισμός, ο οποίος θα καταλογιστεί στον τελικό διακανονισμό της αποζημίωσης, καθορίζεται εύλογα από το δικαστήριο. Το ίδιο ισχύει και στις περιπτώσεις στις οποίες η αγωγή αποζημίωσης βασίζεται επίσης σε ζημία η οποία μπορεί να θέτει σε σοβαρό κίνδυνο την επιβίωση ή τη στέγαση του ζημιωθέντος. Τα προαναφερθέντα για την προσωρινή διατροφή ισχύουν επίσης, τηρουμένων των αναλογιών, για την προσωρινή αποζημίωση.

ε) Συντηρητική κατάσχεση: Η συντηρητική κατάσχεση επιτρέπει σε πιστωτή που έχει εύλογο φόβο απώλειας των στοιχείων που εγγυώνται την απαίτησή του να επιτύχει δικαστική συντηρητική κατάσχεση περιουσιακών στοιχείων. Ο αιτών τη συντηρητική κατάσταση εκθέτει τα πραγματικά περιστατικά που καθιστούν την ύπαρξη της απαίτησης πιθανή και δικαιολογούν τον επικαλούμενο φόβο, απαριθμώντας τα περιουσιακά στοιχεία τα οποία πρόκειται να κατασχεθούν μαζί με τις απαραίτητες πληροφορίες για την ολοκλήρωση της διαδικασίας. Εάν ζητείται συντηρητική κατάσχεση κατά του αγοραστή των περιουσιακών στοιχείων του οφειλέτη, ο αιτών, εφόσον δεν προκύπτει ότι η αγορά προσβλήθηκε δικαστικώς, πρέπει να εκθέσει τα πραγματικά περιστατικά τα οποία καθιστούν πιθανή την προσβολή της αγοράς.

Κατόπιν εξέτασης των αποδεικτικών στοιχείων, η συντηρητική κατάσχεση διατάσσεται χωρίς ακρόαση του αντιδίκου, εφόσον κρίνεται ότι πληρούνται οι νομικές προϋποθέσεις.

Σε περίπτωση συντηρητικής κατάσχεσης σκαφών ή του φορτίου τους, ο αιτών οφείλει να αποδεικνύει, επιπλέον της εκπλήρωσης των γενικών προϋποθέσεων, ότι η συντηρητική κατάσχεση επιτρέπεται λαμβάνοντας υπόψη τη φύση της απαίτησής του. Στην περίπτωση αυτή, δεν διατάσσεται συντηρητική κατάσχεση, εάν ο οφειλέτης παράσχει αμέσως εγγύηση και ο δανειστής την αποδεχτεί ή, εντός δύο ημερών, ο δικαστής την κρίνει ενδεδειγμένη εν προκειμένω ο απόπλους του σκάφους θα επιτραπεί όταν καταβληθεί η εγγύηση.

στ) Απαγόρευση νέας εργασίας: Όποιος θεωρεί ότι το δικαίωμα κυριότητας ή συγκυριότητάς του ή οποιοδήποτε άλλο εμπράγματο ή ενοχικό δικαίωμα χρήσης ή κατοχής παραβιάζεται ως αποτέλεσμα νέας εργασίας ή νέας υπηρεσίας η οποία προκαλεί ή ενδέχεται να προκαλέσει ζημία, μπορεί να ζητήσει, εντός 30 ημερών από την ημερομηνία κατά την οποία λαμβάνει γνώση του σχετικού γεγονότος, την άμεση αναστολή της εργασίας ή της υπηρεσίας. Ο αιτών μπορεί επίσης να επιβάλει άμεσα την απαγόρευση εξωδίκως ζητώντας από τον εργολάβο ή το υπεύθυνο πρόσωπο ή τον αντικαταστάτη του με προφορική όχληση, ενώπιον δύο μαρτύρων, να παύσει την εργασία. Η εξώδικη απαγόρευση δεν έχει ισχύ εάν δεν ζητηθεί επιβεβαίωσή της από το δικαστήριο εντός πέντε ημερών.

ζ) Μεσεγγύηση: Εάν υπάρχει εύλογος φόβος απώλειας, απόκρυψης ή απομάκρυνσης κινητών ή ακίνητων περιουσιακών στοιχείων ή εγγράφων, μπορεί να ζητηθεί η θέση τους υπό μεσεγγύηση. Η μεσεγγύηση συνδέεται με αγωγή που αφορά τον προσδιορισμό περιουσιακών στοιχείων ή την απόδειξη της κυριότητας των δικαιωμάτων επί των περιουσιακών στοιχείων που τίθενται υπό μεσεγγύηση. Τη μεσεγγύηση μπορεί να ζητήσει κάθε πρόσωπο το οποίο έχει συμφέρον στη διατήρηση των περιουσιακών στοιχείων ή των εγγράφων, αλλά μόνον οι πιστωτές μπορούν να ζητήσουν μεσεγγύηση σε περιπτώσεις οι οποίες συνεπάγονται φύλαξη κληρονομίας. Ο αιτών πρέπει να αποδεικνύει συνοπτικά το δικαίωμα που σχετίζεται με τα περιουσιακά στοιχεία καθώς και τα πραγματικά περιστατικά στα οποία βασίζεται ο φόβος απώλειας ή απομάκρυνσής τους. Εάν το δικαίωμα που σχετίζεται με τα περιουσιακά στοιχεία εξαρτάται από αγωγή η οποία ασκήθηκε ή πρόκειται να ασκηθεί, ο αιτών πρέπει να πείσει το δικαστήριο για την πιθανή βασιμότητα της σχετικής αγωγής. Μετά την προσκόμιση των απαραίτητων αποδείξεων, ο δικαστής εγκρίνει το μέτρο εάν φρονεί ότι το συμφέρον του αιτούντος διατρέχει σοβαρό κίνδυνο σε περίπτωση άρνησης της μεσεγγύησης.

2.1 Η διαδικασία

Εκτός από την απαγόρευση νέας εργασίας, για την οποία είναι δυνατό να αναληφθεί εξώδικη πρωτοβουλία που θα ακολουθηθεί από αίτηση επιβεβαίωσης από το δικαστήριο, όλα τα λοιπά ασφαλιστικά μέτρα βασίζονται σε αίτηση ενώπιον του δικαστηρίου στην οποία ο αιτών παρέχει συνοπτικές αποδείξεις για την ύπαρξη του απειλούμενου δικαιώματος και δικαιολογεί τον φόβο βλάβης. Στην αίτηση περιλαμβάνονται κατάλογος πέντε μαρτύρων το ανώτερο, καθώς και άλλα αποδεικτικά στοιχεία τα οποία ζητήθηκαν.

Κατόπιν αιτήματος, με την απόφαση διαταγής του μέτρου, ο δικαστής μπορεί να απαλλάξει τον αιτούντα από το βάρος άσκησης της κύριας αγωγής, εάν από το υλικό που συγκεντρώθηκε κατά τη διαδικασία προκύπτει ότι το προστατευόμενο δικαίωμα είναι υπαρκτό και η φύση του διατασσόμενου μέτρου είναι κατάλληλη για την επίτευξη τελικού διακανονισμού επί της διαφοράς. Η απαλλαγή αυτή μπορεί να χορηγηθεί έως την περάτωση της τελικής ακροαματικής διαδικασίας σε περίπτωση εκούσιας δικαιοδοσίας, ο εναγόμενος μπορεί να αντιταχθεί στην αντιστροφή της διαφοράς προσβάλλοντας επίσης το διαταχθέν μέτρο.

Το καθεστώς της αντιστροφής διαφοράς εφαρμόζεται τηρουμένων των αναλογιών στην προσωρινή απόδοση περιουσιακών στοιχείων, στην αναστολή αποφάσεων εταιρειών, στην προσωρινή διατροφή, στην απαγόρευση νέας εργασίας και σε άλλα μέτρα που προβλέπονται σε άλλη νομοθεσία τα οποία, εκ της φύσης τους, επιτρέπουν τον οριστικό διακανονισμό της διαφοράς.

Όταν ο νόμος δεν προβλέπει ότι το μέτρο διατάσσεται χωρίς την ακρόαση του εναγομένου, το δικαστήριο ακούει τον εναγόμενο, εκτός εάν η ακρόαση θέτει σε σοβαρό κίνδυνο τον στόχο ή την αποτελεσματικότητα του μέτρου.

Όταν μπορεί να ακουστεί πριν από τη διαταγή του μέτρου, ο εναγόμενος καλείται να ασκήσει ανακοπή κατά του μέτρου εντός δέκα ημερών. Η κλήτευση αντικαθίσταται από κοινοποίηση, όταν ο εναγόμενος έχει ήδη κλητευθεί στην κύρια δίκη.

Μετά τη λήξη της προθεσμίας άσκησης ανακοπής και την ακρόαση του εναγομένου, προσκομίζονται, εφόσον συντρέχει περίπτωση, οι αποδείξεις που ζήτησε ή καθόρισε το δικαστήριο.

Εάν δεν υπήρξε ακρόαση του εναγομένου και το μέτρο διαταχθεί, ο εναγόμενος λαμβάνει κοινοποίηση της σχετικής απόφασης αφού εκδοθεί. Μετά την κοινοποίηση μπορεί να προσφύγει γενικά κατά του διαταχθέντος μέτρου εάν θεωρεί ότι, λαμβανομένων υπόψη των πραγματικών περιστατικών, δεν έπρεπε να είχε διαταχθεί. Μπορεί επίσης να ασκήσει ανακοπή εάν επιθυμεί να επικαλεστεί πραγματικά περιστατικά ή να προσκομίσει αποδεικτικά στοιχεία τα οποία δεν λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο και τα οποία μπορούν να αναιρούν τους λόγους έγκρισης του ασφαλιστικού μέτρου ή να οδηγούν σε περιορισμό του. Ο εναγόμενος μπορεί να προσβάλει, με οποιονδήποτε από τους προαναφερθέντες τρόπους, την απόφαση αντιστροφής της διαφοράς. Εάν ο εναγόμενος ασκήσει ανακοπή, το δικαστήριο πρέπει να αποφασίσει κατά πόσον θα διατηρήσει, θα περιορίσει ή θα ανακαλέσει το προηγουμένως διαταχθέν μέτρο. Μπορεί να ασκηθεί ένδικο μέσο κατά της απόφασης και, κατά περίπτωση, της διατήρησης ή της ανάκλησης της αντιστροφής της διαφοράς με αποτέλεσμα, εάν απαιτείται, την προσκόμιση των αποδείξεων που απαιτούνται ή που καθορίζει το δικαστήριο.

Τα θέματα κατά τόπον αρμοδιότητας ρυθμίζονται από το άρθρο 78 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, βάσει του οποίου:

  1. Η συντηρητική κατάσχεση και η μεσεγγύηση ζητούνται από το δικαστήριο που είναι αρμόδιο για την άσκηση της σχετικής αγωγής ή το δικαστήριο του τόπου όπου βρίσκονται τα περιουσιακά στοιχεία ή, εάν τα στοιχεία αυτά βρίσκονται σε πολλές δικαστικές περιφέρειες, σε μια από αυτές.
  2. Για την απαγόρευση νέας εργασίας, αρμόδιο είναι το δικαστήριο του τόπου όπου πρόκειται να πραγματοποιηθεί η εργασία.
  3. Για τα λοιπά ασφαλιστικά μέτρα αρμόδιο είναι το δικαστήριο ενώπιον του οποίου πρέπει να ασκηθεί η σχετική αγωγή.

Σε περίπτωση μη αντιστροφής της διαφοράς, η διαδικασία συνδέεται με τις δικογραφίες μόλις ασκηθεί η αγωγή εάν η αγωγή ασκήθηκε σε άλλο δικαστήριο, παραπέμπεται σε αυτό και το εν λόγω δικαστήριο είναι αποκλειστικά αρμόδιο για τα επόμενα στάδια της διαδικασίας.

Εάν ζητηθούν ασφαλιστικά μέτρα κατά τη διάρκεια αγωγής, το αίτημα πρέπει να υποβληθεί στο δικαστήριο που έχει επιληφθεί της αγωγής, εκτός εάν εκκρεμεί προσφυγή κατά της αγωγής στην περίπτωση αυτή η συνεκδίκαση πραγματοποιείται μόνον μετά την περάτωση της διαδικασίας ή όταν η δικογραφία της κύριας δίκης διαβιβάζεται στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο.

Η εκπροσώπηση από δικηγόρο είναι υποχρεωτική όταν η αξία του μέτρου υπερβαίνει

τα 5.000 ευρώ ή όταν μπορεί να ασκηθεί ένδικο μέσο.

Η αξία των ασφαλιστικών μέτρων καθορίζεται ως ακολούθως:

  1. όσον αφορά την προσωρινή διατροφή και την προσωρινή αποζημίωση, με βάση το αιτούμενο μηνιαίο ποσό πολλαπλασιαζόμενο επί δώδεκα
  2. όσον αφορά την προσωρινή απόδοση περιουσιακών στοιχείων, με βάση την αξία του σχετικού περιουσιακού στοιχείου
  3. όσον αφορά την αναστολή αποφάσεων εταιρειών, με βάση την έκταση της ζημίας
  4. όσον αφορά την απαγόρευση νέας εργασίας και τα μη ειδικά ασφαλιστικά μέτρα, με βάση το ύψος της ζημίας που πρόκειται να αποτραπεί
  5. όσον αφορά τη συντηρητική κατάσχεση, με βάση το ποσό της απαίτησης που πρόκειται να καλύψει το ασφαλιστικό μέτρο
  6. όσον αφορά τη μεσεγγύηση, με βάση την αξία των φυλασσόμενων αγαθών.

2.2 Οι κύριες προϋποθέσεις

Κατά την εκτίμηση των κριτηρίων για την διαταγή ασφαλιστικών μέτρων, το δικαστήριο πρέπει να εξετάζει πάντοτε κατά πόσον υπάρχει βάσιμος φόβος, καθώς και τη σοβαρότητα και τη δυσχέρεια αποκατάστασης της πιθανής προσβολής του σχετικού δικαιώματος. Εκτιμά επίσης κατά πόσον το συντηρητικό ή προσωρινό μέτρο είναι κατάλληλο ώστε στη συγκεκριμένη περίπτωση να διαφυλάξει το δικαίωμα που εικάζεται ότι θίγεται. Πρέπει να διαπιστωθεί η ύπαρξη κινδύνου στην περίπτωση καθυστέρησης.

Το δικαστήριο εξετάζει επίσης κατά πόσον οι διαδικασίες εξαρτώνται ή ενδέχεται να εξαρτώνται από αγωγή που ασκήθηκε ή πρόκειται να ασκηθεί και η οποία βασίζεται στο προστατευόμενο δικαίωμα.

Στη συγκεκριμένη διαδικασία, το δικαστήριο οφείλει να εξασφαλίζει συνοπτικές αποδείξεις (δηλαδή αποδείξεις λιγότερο αυστηρές από εκείνες της κύριας δίκης) σχετικά με την πραγματική πιθανότητα ύπαρξης του προστατευόμενου δικαιώματος και επαρκή αιτιολόγηση του κινδύνου προσβολής του.

Για τις λοιπές προϋποθέσεις όσον αφορά τη λήψη ειδικών ασφαλιστικών μέτρων, μπορείτε να ανατρέξετε στις απαντήσεις στις ερωτήσεις 1 και 2.

Όλα τα ασφαλιστικά μέτρα θεωρούνται επείγοντα και έχουν προτεραιότητα σε σχέση με κάθε άλλη μη επείγουσα δικαστική πράξη, πρέπει, δε, να εκδικάζονται σε πρώτο βαθμό το αργότερο εντός δύο μηνών ή, εάν δεν απαιτείται κλήτευση του καθού, εντός 15 ημερών.

3 Αντικείμενο και φύση αυτών των μέτρων

3.1 Ποια περιουσιακά στοιχεία μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο αυτών των μέτρων;

Δικαιώματα και κινητά και ακίνητα περιουσιακά στοιχεία τα οποία δεν εξαιρούνται εν όλω ή εν μέρει από τον νόμο μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο ασφαλιστικών μέτρων.

3.2 Ποια τα αποτελέσματα αυτών των μέτρων;

Καθώς διατάσσονται από τα δικαστήρια, τα ασφαλιστικά μέτρα είναι δεσμευτικά για όλα τα πρόσωπα δημοσίου και ιδιωτικού δικαίου και υπερέχουν οποιουδήποτε μέτρου εκδόθηκε από οποιαδήποτε άλλη αρχή (άρθρο 205 παράγραφος 2 του Συντάγματος της Πορτογαλικής Δημοκρατίας). Κάθε πρόσωπο το οποίο δεν εφαρμόζει το διαταχθέν ασφαλιστικό μέτρο τιμωρείται με την ποινή που επιβάλλεται στο αδίκημα της διακεκριμένης ανυπακοής, ανεξάρτητα από τα μέτρα για την αναγκαστική εκτέλεσή του.

3.3 Ποια η ισχύς αυτών των μέτρων;

Ανεξάρτητα από την απαλλαγή του αιτούντος από το βάρος άσκησης της κύριας αγωγής, το ασφαλιστικό μέτρο αίρεται και, όταν διαταχθεί, λήγει:

  1. εάν ο αιτών δεν ασκήσει την αγωγή από την οποία εξαρτάται το μέτρο εντός 30 ημερών από την ημερομηνία κατά την οποία ενημερώθηκε ότι η απόφαση με την οποία διατάχθηκε το μέτρο κατέστη οριστική και τελεσίδικη
  2. εάν, μετά την άσκηση της αγωγής, η διαδικασία διακόπηκε για περισσότερες από 30 ημέρες λόγω αμέλειας του ενάγοντος
  3. εάν η αγωγή απορρίφθηκε με οριστική και αμετάκλητη απόφαση
  4. εάν ο κατηγορούμενος απηλλάγη και ο αιτών δεν άσκησε εμπρόθεσμα άλλη αγωγή ώστε να επωφεληθεί των αποτελεσμάτων προηγούμενης αγωγής
  5. εάν το δικαίωμα το οποίο επιθυμεί να προστατεύσει ο αιτών έπαυσε να υφίσταται.

Ανεξάρτητα από τους κανόνες για την κατανομή του βάρους απόδειξης, μόλις η απόφαση με την οποία διατάσσονται το ασφαλιστικό μέτρο και η αντιστροφή της διαφοράς καταστεί οριστική και τελεσίδικη, ο εναγόμενος ενημερώνεται ότι κάθε αγωγή αμφισβήτησης της ύπαρξης του προστατευόμενου δικαιώματος πρέπει να ασκηθεί εντός 30 ημερών από την κοινοποίηση, διαφορετικά το διαταχθέν μέτρο παγιώνεται ως οριστικό στοιχείο της διαφοράς.

Το ίδιο συμβαίνει όταν, μετά την άσκηση της αγωγής, η διαδικασία διακόπτεται επί περισσότερες από 30 ημέρες από αμέλεια του ενάγοντος ή ο κατηγορούμενος απαλλάσσεται και ο ενάγων δεν ασκεί εμπρόθεσμα άλλη αγωγή ώστε να επωφεληθεί των αποτελεσμάτων της προηγούμενης αγωγής.

Η λήξη του διαταχθέντος μέτρου εξαρτάται από το κατά πόσον γίνεται δεκτή, μέσω οριστικής και τελεσίδικης απόφασης, η αγωγή του ενάγοντος.

4 Υπάρχει δυνατότητα προσφυγής κατά ενός τέτοιου μέτρου;

Τακτικά ένδικα μέσα ασκούνται παραδεκτά όταν το αντικείμενο της δίκης έχει αξία η οποία υπερβαίνει το όριο αρμοδιότητας του δικαστηρίου ενώπιον του οποίου ασκείται το ένδικο μέσο κατά της απόφασης και η αμφισβητούμενη απόφαση είναι δυσμενής για τον διάδικο που ασκεί το ένδικο μέσο κατά περισσότερο από το ήμισυ του εν λόγω ορίου. Επίσης μπορούν πάντοτε να ασκηθούν ένδικα μέσα κατά αποφάσεων που αφορούν την αξία ασφαλιστικών μέτρων, για τον λόγο ότι η αξία τους υπερβαίνει το όριο αρμοδιότητας του δικαστηρίου που εξέδωσε την αμφισβητούμενη απόφαση, καθώς και κατά των προκαταρκτικών απορριπτικών αποφάσεων επί αρχικών αιτήσεων ασφαλιστικών μέτρων.

Ένδικα μέσα κατά αποφάσεων που διατάσσουν αντιστροφή της διαφοράς μπορούν να ασκηθούν μόνον σε συνδυασμό με ένδικα μέσα κατά αποφάσεων επί του ζητηθέντος μέτρου οι αποφάσεις απόρριψης της αντιστροφής της διαφοράς είναι οριστικές και τελεσίδικες.

Δεν ασκούνται ένδικα μέσα ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου κατά αποφάσεων που διατάσσουν ασφαλιστικά μέτρα, συμπεριλαμβανομένων εκείνων που καθορίζουν αντιστροφή της διαφοράς, με την επιφύλαξη των περιπτώσεων στις οποίες τα ένδικα μέσα ασκούνται πάντοτε παραδεκτά.

Οποιοσδήποτε ηττηθείς διάδικος και οποιοσδήποτε τρίτος υφίσταται άμεση και πραγματική ζημία ως αποτέλεσμα του ασφαλιστικού μέτρου, μπορεί να προσφύγει κατά του μέτρου.

Το δικαστήριο που είναι αρμόδιο για την εκδίκαση του ενδίκου μέσου είναι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο στη δικαστική περιφέρεια του δικαστηρίου που εξέδωσε την αμφισβητούμενη απόφαση.

Η προθεσμία για την άσκηση ενδίκου μέσου είναι 15 ημέρες από την ημερομηνία κοινοποίησης της απόφασης. Εάν το ένδικο μέσο αφορά επίσης την επανεκτίμηση καταχωρισμένων αποδείξεων, η προθεσμία αυξάνεται κατά 10 ημέρες.

Ένδικο μέσο το οποίο ασκείται κατά διαταγής που απορρίπτει ή δεν διατάσσει το μέτρο, έχει ανασταλτική ισχύ. Στις λοιπές περιπτώσεις, δεν έχει ανασταλτική ισχύ.

Περισσότερες πληροφορίες

Για περισσότερες πληροφορίες μπορείτε να απευθυνθείτε στους ακόλουθους ιστότοπους:

Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροΔικτυακή πύλη Δικαιοσύνης

Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροΓενική Διεύθυνση πολιτικής στον τομέα της δικαιοσύνης

Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροΔικτυακή πύλη CITIUS

Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροΒάση δεδομένων νομικών εγγράφων

Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροΕπίσημη Εφημερίδα της Πορτογαλίας


Την έκδοση αυτής της σελίδας στην εθνική γλώσσα διαχειρίζεται ο αντίστοιχος αρμόδιος επαφής του ΕΔΔ. Οι μεταφράσεις έχουν γίνει από την αρμόδια υπηρεσία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Οι τυχόν αλλαγές που επιφέρει η αρμόδια εθνική αρχή στο πρωτότυπο ενδέχεται να μην έχουν περιληφθεί ακόμα στις μεταφράσεις. Η Επιτροπή και το Ευρωπαϊκό Δικαστικό Δίκτυο δεν αναλαμβάνουν καμία απολύτως ευθύνη όσον αφορά πληροφορίες ή δεδομένα που περιέχονται ή αναφέρονται στο παρόν έγγραφο. Βλ. την ανακοίνωση νομικού περιεχομένου για τους κανόνες πνευματικής ιδιοκτησίας που ισχύουν στο κράτος μέλος που είναι αρμόδιο για την παρούσα σελίδα.

Τελευταία επικαιροποίηση: 30/09/2019

Ασφαλιστικά και συντηρητικά μέτρα - Ρουμανία


1 Ποια είναι τα διάφορα μέτρα;

Οι διαφορετικοί τύποι ασφαλιστικών μέτρων είναι η προληπτική και η δικαστική μεσεγγύηση και η συντηρητική κατάσχεση. Τα ασφαλιστικά μέτρα είναι διαδικαστικά μέτρα δέσμευσης και διαφύλαξης που επιβάλλονται από το δικαστήριο στην περιουσία του οφειλέτη προκειμένου να αποφευχθεί η εκ μέρους του αντιδίκου καταστροφή, ή διάθεση των οικείων περιουσιακών στοιχείων ή η μείωση της περιουσίας του.

Η προληπτική μεσεγγύηση συνίσταται στη δέσμευση εντοπίσιμων περιουσιακών στοιχείων του οφειλέτη προκειμένου αυτά να ανακτηθούν όταν ο πιστωτής εξασφαλίσει εκτελεστό τίτλο. Ο κώδικας πολιτικής δικονομίας περιλαμβάνει σειρά ειδικών διατάξεων σχετικά με τη διαδικασία εκτέλεσης του μέτρου της προληπτικής μεσεγγύησης επί επιβατηγών πλοίων.

Η δικαστική μεσεγγύηση συνίσταται στη δέσμευση περιουσιακών στοιχείων με ανάθεση της φύλαξής τους σε μεσεγγυητή.

Δικαστική μεσεγγύηση μπορεί να επιβληθεί όταν έχει κινηθεί δικαστική διαδικασία σε σχέση με την κυριότητα ή άλλο κύριο εμπράγματο δικαίωμα, με την κατοχή περιουσιακού στοιχείου ή με τη χρήση ή διαχείριση περιουσιακού στοιχείου που αποτελεί αντικείμενο συγκυριότητας, ενώ δικαστική μεσεγγύηση περιουσιακού στοιχείου επιβάλλεται κατόπιν άδειας του δικαστηρίου.

Συντηρητική κατάσχεση μπορεί να επιβληθεί σε χρήματα, τίτλους ή άλλα εντοπίσιμα κινητά άυλα περιουσιακά στοιχεία τα οποία οφείλει τρίτο πρόσωπο σε οφειλέτη.

Η εκτελεστήρια κατάσχεση είναι μια μορφή έμμεσης εκτέλεσης στο πλαίσιο της οποίας ανακτώνται χρήματα, τίτλοι ή άλλα εντοπίσιμα κινητά άυλα περιουσιακά στοιχεία.

Ορισμένες πρωτόδικες αποφάσεις είναι εκ του νόμου προσωρινά εκτελεστές, όταν έχουν ως αντικείμενο τον καθορισμό του τρόπου άσκησης της γονικής μέριμνας, του δικαιώματος προσωπικής επικοινωνίας με τον ανήλικο και του τόπου διαμονής του ανηλίκου αμοιβές, επιδόματα ανεργίας αποζημιώσεις για εργατικό ατύχημα προσόδους, υποχρεώσεις διατροφής, επιδόματα τέκνων και συντάξεις αποζημιώσεις θανάτου, σωματικής βλάβης ή βλάβης της υγείας άμεσες επισκευές σφράγιση, αποσφράγιση ή απογραφή αξιώσεις που αφορούν την κατοχή αποφάσεις που έχουν εκδοθεί βάσει αποδοχής από τον εναγόμενο των αξιώσεων του ενάγοντος κ.λπ. Οι εν λόγω δικαστικές αποφάσεις είναι προσωρινά εκτελεστές.

Το δικαστήριο δύναται να επιτρέψει την προσωρινή εκτέλεση αποφάσεων που αφορούν περιουσιακά στοιχεία.

Όσον αφορά την εξασφάλιση αποδεικτικών στοιχείων, κάθε πρόσωπο που επιδιώκει να τεκμηριώσει, επειγόντως, την κατάθεση μάρτυρα, τη γνωμοδότηση εμπειρογνώμονα ή την κατάσταση ορισμένων περιουσιακών στοιχείων, ή την αναγνώριση ορισμένου αποδεικτικού στοιχείου, συμβάντος ή δικαιώματος έχει δικαίωμα να ζητήσει, τόσο πριν όσο και κατά τη διάρκεια της δίκης, τη συγκέντρωση των εν λόγω αποδεικτικών στοιχείων.

2 Υπό ποιες προϋποθέσεις διατάσσονται αυτά τα μέτρα;

2.1 Η διαδικασία

Όσον αφορά την προληπτική μεσεγγύηση και τη συντηρητική κατάσχεση, απαιτείται η έκδοση απόφασης που να επιτρέπει μέτρα δέσμευσης των εντοπίσιμων περιουσιακών στοιχείων ή των χρηματικών ποσών του οφειλέτη. Τέτοια μέτρα μπορεί να διατάξει μόνο το καθ’ ύλην αρμόδιο πρωτοβάθμιο δικαστήριο (δικαστική μεσεγγύηση, συντηρητική κατάσχεση) ή το πρωτοβάθμιο δικαστήριο ενώπιον του οποίου εκκρεμεί η υπόθεση ή το δικαστήριο στην περιφέρεια του οποίου βρίσκεται το περιουσιακό στοιχείο (δικαστική μεσεγγύηση). Σε τέτοιες ειδικές δικαστικές διαδικασίες δεν είναι υποχρεωτική η συνδρομή δικηγόρου. Οι αποφάσεις που αφορούν προληπτική μεσεγγύηση και συντηρητική κατάσχεση εκτελούνται από δικαστικό επιμελητή. Ο μεσεγγυητής μπορεί να καταρτίζει όλα τα έγγραφα διαφύλαξης και διαχείρισης, να εισπράττει τυχόν έσοδα και οφειλόμενα ποσά και να καταβάλλει τρέχουσες οφειλές και οφειλές που βεβαιώνονται με εκτελεστό τίτλο. Οι προβλεπόμενες δαπάνες είναι μόνο το δικαστικό ένσημο, το οποίο, βάσει του άρθρου 11 παράγραφος 1 στοιχείο β) του επείγοντος κυβερνητικού διατάγματος αριθ. 80, της 26ης Ιουνίου 2013, σχετικά με το δικαστικό ένσημο, ανέρχεται σε 100 RON για τις αξιώσεις που συνδέονται με ασφαλιστικά μέτρα και σε 1 000 RON για τις αξιώσεις που αφορούν την κατάσχεση πλοίων και αεροσκαφών. Ο πιστωτής μπορεί να υποχρεωθεί να καταβάλει χρηματική εγγύηση που ορίζεται από το δικαστήριο. Αν η αξίωση του πιστωτή δεν δηλώνεται γραπτώς, η χρηματική εγγύηση ορίζεται βάσει νόμου στο μισό της αξίας που ζητείται.

Η εκτελεστήρια κατάσχεση εκτελείται, κατόπιν αιτήματος του πιστωτή, από δικαστικό επιμελητή του οποίου το γραφείο βρίσκεται εντός της περιφέρειας του εφετείου όπου έχει την κατοικία/έδρα του ο οφειλέτης ή ο τρίτος σε βάρος του οποίου επιβάλλεται η κατάσχεση ή, στην περίπτωση τραπεζικών λογαριασμών, από δικαστικό επιμελητή με έδρα στον τόπο όπου έχει την κατοικία/έδρα του ο οφειλέτης ή στον τόπο όπου έχει την κεντρική/δευτερεύουσα έδρα του το πιστωτικό ίδρυμα.

Όσον αφορά την προσωρινή εκτέλεση, το αίτημα μπορεί να υποβληθεί γραπτώς ή προφορικώς στο δικαστήριο έως την περάτωση της ακροαματικής διαδικασίας. Το δικαστήριο δύναται να επιτρέψει την προσωρινή εκτέλεση αποφάσεων σχετικά με περιουσιακά στοιχεία εφόσον κρίνει ότι το μέτρο είναι αναγκαίο ενόψει της προφανούς βασιμότητας της αξίωσης ή της κατάστασης αφερεγγυότητας του οφειλέτη, καθώς και όταν εκτιμά ότι η μη άμεση εκτέλεση της εν λόγω απόφασης θα είναι προφανώς επιζήμια για τον πιστωτή. Στις περιπτώσεις αυτές, το δικαστήριο δύναται να υποχρεώσει τον πιστωτή να καταβάλει χρηματική εγγύηση.

Όσον αφορά την εξασφάλιση αποδεικτικών στοιχείων, το αίτημα υποβάλλεται, πριν από τη δικαστική διαδικασία, στο πρωτοδικείο στην περιφέρεια του οποίου βρίσκεται ο μάρτυρας ή το αντικείμενο της απόδειξης και, κατά τη διάρκεια της δικαστικής διαδικασίας, στο δικαστήριο στο οποίο εκδικάζεται σε πρώτο βαθμό η υπόθεση. Στο αίτημα του διαδίκου αναφέρονται τα αποδεικτικά στοιχεία, τα γεγονότα που προτίθεται να αποδείξει και οι λόγοι για τους οποίους είναι αναγκαία η προσκόμιση των εν λόγω στοιχείων ή η συναίνεση του αντιδίκου.

2.2 Οι κύριες προϋποθέσεις

Όσον αφορά την προληπτική μεσεγγύηση και τη συντηρητική κατάσχεση, πρέπει να εκκρεμεί η εκδίκαση της υπόθεσης. Στην περίπτωση της δικαστικής μεσεγγύησης, το μέτρο μπορεί να εκδοθεί ακόμα και αν δεν εκκρεμεί η εκδίκαση της υπόθεσης. Ο πιστωτής που δεν διαθέτει εκτελεστό τίτλο μπορεί να ζητήσει την επιβολή προληπτικής μεσεγγύησης ή συντηρητικής κατάσχεσης εφόσον αποδείξει ότι έχει καταθέσει αγωγή.

Σε επείγουσες περιπτώσεις, αίτηση για προληπτική μεσεγγύηση πλοίου μπορεί να υποβληθεί ακόμα και πριν από την κατάθεση αγωγής επί της ουσίας της υπόθεσης.

Το δικαστήριο μπορεί να κάνει δεκτή την αίτηση για δικαστική μεσεγγύηση ή συντηρητική κατάσχεση αν το εν λόγω μέτρο είναι αναγκαίο για τη διαφύλαξη του σχετικού δικαιώματος και εκκρεμεί δίκη που αφορά την κυριότητα ή άλλο κύριο εμπράγματο δικαίωμα, την κατοχή περιουσιακού στοιχείου ή τη χρήση ή διαχείριση περιουσιακού στοιχείου που αποτελεί αντικείμενο συγκυριότητας.

Δικαστική μεσεγγύηση μπορεί να εγκριθεί, ακόμα και αν δεν εκκρεμεί δίκη επί της ουσίας της διαφοράς, σε σχέση με περιουσιακό στοιχείο το οποίο προσφέρει ο οφειλέτης για την απαλλαγή του σε σχέση με περιουσιακό στοιχείο για το οποίο το ενδιαφερόμενο μέρος έχει βάσιμους λόγους να φοβάται ότι μπορεί να διατεθεί, να καταστραφεί ή να αλλοιωθεί από τον κάτοχό του σε σχέση με κινητά περιουσιακά στοιχεί που αποτελούν την εγγύηση του πιστωτή όταν ο πιστωτής ισχυρίζεται ότι ο οφειλέτης του είναι αφερέγγυος ή όταν ο πιστωτής έχει λόγους να υποπτεύεται ότι ο οφειλέτης θα επιδιώξει να αποφύγει την εκτέλεση της απόφασης ή να φοβάται το ενδεχόμενο απομάκρυνσης ή υποβάθμισης των εν λόγω περιουσιακών στοιχείων.

Το δικαστήριο εκδίδει απόφαση επί της αίτησης επείγουσας προληπτικής μεσεγγύησης/συντηρητικής κατάσχεσης χωρίς ακροαματική διαδικασία και χωρίς κλήτευση των διαδίκων, εκδίδοντας εκτελεστή απόφαση στην οποία ορίζεται, εφόσον συντρέχει περίπτωση, το ύψος της χρηματικής εγγύησης και η προθεσμία για την καταβολή της. Η αίτηση δικαστικής μεσεγγύησης εξετάζεται με επείγουσα διαδικασία, κατόπιν κλήτευσης των διαδίκων. Σε περίπτωση που γίνει δεκτή, το δικαστήριο δύναται να υποχρεώσει τον αιτούντα να καταβάλει χρηματική εγγύηση και, στην περίπτωση ακίνητων περιουσιακών στοιχείων, πραγματοποιείται σχετική καταχώριση στο κτηματολόγιο.

Δεν υφίσταται καμία απαίτηση όσον αφορά τον επείγοντα χαρακτήρα της αίτησης, αλλά ο πιστωτής έχει τη δυνατότητα να αποδείξει ότι η απόφαση δεν θα εκτελεστεί λόγω απομάκρυνσης ή καταστροφής του οικείου περιουσιακού στοιχείου εκ μέρους του οφειλέτη, στην περίπτωση προληπτικής μεσεγγύησης και συντηρητικής κατάσχεσης, ακόμα και αν η απαίτηση δεν είναι ληξιπρόθεσμη.

Η εκτελεστήρια κατάσχεση εκτελείται χωρίς κλήτευση, βάσει διάταξης που επιτρέπει την εκτέλεση, με εντολή στην οποία επισημαίνεται επίσης ο εκτελεστός τίτλος και η οποία πρέπει να κοινοποιηθεί στον τρίτο, συνοδευόμενη από την απόφαση με την οποία επιτρέπεται η εκτέλεση. Ο οφειλέτης επίσης ενημερώνεται για τη λήψη του μέτρου. Με τη δικαστική απόφαση για την κατάσχεση ενημερώνεται ο τρίτος, ο οποίος καθίσταται δεσμευόμενο πρόσωπο, ότι απαγορεύεται να καταβάλει στον οφειλέτη το χρηματικό ποσό ή τα κινητά περιουσιακά στοιχεία που του οφείλει ή που θα του οφείλει, με αναφορά ότι αυτά υπόκεινται σε κατάσχεση στο μέτρο που απαιτείται για την εκπλήρωση της υποχρέωσης την οποία αφορά η εκτέλεση.

Όσον αφορά την εξασφάλιση αποδεικτικών στοιχείων, απαιτείται η ύπαρξη κινδύνου εξαφάνισης των στοιχείων ή δυσκολίας μελλοντικής τους διαχείρισης. Εάν ο αντίδικος συναινέσει, η αίτηση μπορεί να υποβληθεί ακόμα και αν δεν συντρέχει επείγουσα περίπτωση. Το δικαστήριο κλητεύει τους διαδίκους και επιδίδει αντίγραφο της αίτησης στον αντίδικο. Το δικαστήριο εξετάζει το αίτημα χωρίς ακροαματική διαδικασία και εκδίδει διάταξη. Όταν συντρέχει κίνδυνος καθυστέρησης, το δικαστήριο δύναται να κάνει δεκτή την αίτηση χωρίς κλήτευση των διαδίκων.

3 Αντικείμενο και φύση αυτών των μέτρων

3.1 Ποια περιουσιακά στοιχεία μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο αυτών των μέτρων;

Τραπεζικοί λογαριασμοί, άυλα περιουσιακά στοιχεία, τίτλοι κ.λπ. μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο συντηρητικής κατάσχεσης.

Ενσώματα κινητά περιουσιακά στοιχεία, ταξινομημένα μέσα μεταφοράς, ακίνητα περιουσιακά στοιχεία κ.λπ. μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο προληπτικής μεσεγγύησης.

Ακίνητα περιουσιακά στοιχεία, κινητά περιουσιακά στοιχεία κ.λπ. μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο δικαστικής μεσεγγύησης.

Χρήματα, τίτλοι ή άλλα άυλα κινητά περιουσιακά στοιχεία μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο εκτελεστήριας κατάσχεσης.

3.2 Ποια τα αποτελέσματα αυτών των μέτρων;

Όσον αφορά την προληπτική μεσεγγύηση και τη συντηρητική κατάσχεση, τα δεσμευθέντα περιουσιακά στοιχεία μπορούν να ανακτηθούν μόνο αφού ο πιστωτής εξασφαλίσει εκτελεστό τίτλο.

Διάταξη για προληπτική μεσεγγύηση πλοίου εκτελείται με ακινητοποίηση του πλοίου από το λιμεναρχείο του λιμένα όπου βρίσκεται το πλοίο. Στην περίπτωση αυτή, το λιμεναρχείο δεν εκδίδει τα απαιτούμενα έγγραφα απόπλου και δεν επιτρέπει στο πλοίο να αναχωρήσει από τον λιμένα.

Πρόστιμο ως ποινή μπορεί να επιβληθεί μόνο αν ο αιτών επιτύχει κακόπιστα την έκδοση ασφαλιστικού μέτρου που είναι επιζήμιο για τον καθ' ου. Ο καθ' ου/οφειλέτης μπορεί να υπόκειται σε κυρώσεις ποινικού δικαίου για μη συμμόρφωση με δικαστική απόφαση.

Εφόσον ο οφειλέτης καταθέσει επαρκή εγγύηση, το δικαστήριο δύναται, κατόπιν αιτήματος του οφειλέτη, να ανακαλέσει την απόφασή του περί προληπτικής μεσεγγύησης. Η αίτηση αποδέσμευσης περιουσιακών στοιχείων εκδικάζεται βάσει επείγουσας διαδικασίας χωρίς ακροαματική διαδικασία, ενώ τα μέρη κλητεύονται με διάταξη και με σύντομη προθεσμία.

Ομοίως, αν ακυρωθεί, απορριφθεί ή καταστεί άνευ αντικειμένου η βασική αγωγή στην οποία στηρίζεται η αίτηση του ασφαλιστικού μέτρου δυνάμει οριστικής απόφασης, ή αν το πρόσωπο που υπέβαλε την εν λόγω αγωγή παραιτηθεί από την επιδίωξή της, ο οφειλέτης δύναται να ζητήσει την αποδέσμευση των περιουσιακών στοιχείων από το δικαστήριο που εξέδωσε τα ασφαλιστικά μέτρα. Το δικαστήριο αποφασίζει επί της εν λόγω αίτησης με οριστική διάταξη, χωρίς κλήτευση των διαδίκων.

Όσον αφορά την εκτελεστήρια κατάσχεση, όλα τα χρήματα και τα περιουσιακά στοιχεία στα οποία έχει επιβληθεί η κατάσχεση δεσμεύονται από την ημερομηνία κατά την οποία η διάταξη κατάσχεσης επιδίδεται στον δεσμευόμενο τρίτο. Από τη στιγμή της δέσμευσης έως την πλήρη εκπλήρωση των υποχρεώσεων που αναφέρονται στον εκτελεστό τίτλο, ο δεσμευόμενος τρίτος δεν πραγματοποιεί οποιαδήποτε πληρωμή ούτε προβαίνει σε οποιαδήποτε πράξη που ενδέχεται να απομειώσει τα δεσμευμένα περιουσιακά στοιχεία. Όταν η κατασχεθείσα απαίτηση ασφαλίζεται με υποθήκη ή άλλη εμπράγματη ασφάλεια, ο πιστωτής που προβαίνει στην κατάσχεση δικαιούται να ζητήσει την καταχώριση της κατάσχεσης στο κτηματολόγιο ή σε άλλο δημόσιο μητρώο.

3.3 Ποια η ισχύς αυτών των μέτρων;

Όσον αφορά την προληπτική μεσεγγύηση και τη συντηρητική κατάσχεση, μπορούν να οριστούν με δικαστική απόφαση προθεσμίες που δεν καλύπτουν τη διάρκεια του ασφαλιστικού μέτρου που έχει διατάξει το δικαστήριο (για παράδειγμα, προθεσμία για να καταβάλει ο πιστωτής εγγύηση, επί ποινή αποδέσμευσης των περιουσιακών στοιχείων).

Το ασφαλιστικό μέτρο ισχύει μέχρι την έκδοση απόφασης επί της αίτησης άρσης της μεσεγγύησης αν η αίτηση έχει απορριφθεί ή καταστεί άνευ αντικειμένου, ή, εάν η αίτηση έχει γίνει δεκτή, έως την εκτέλεση της απόφασης ή έως ότου ο οφειλέτης παράσχει επαρκείς εγγυήσεις.

Η έφεση εκδικάζεται πάντοτε με κλήτευση των διαδίκων.

Όσον αφορά την εκτελεστήρια κατάσχεση, όλα τα χρήματα και τα περιουσιακά στοιχεία στα οποία έχει επιβληθεί η κατάσχεση δεσμεύονται από την ημερομηνία κατά την οποία η διάταξη κατάσχεσης επιδίδεται στον δεσμευόμενο τρίτο. Από τη στιγμή της δέσμευσης έως την πλήρη εκπλήρωση των υποχρεώσεων που αναφέρονται στον εκτελεστό τίτλο, συμπεριλαμβανομένης της περιόδου αναστολής της εκτέλεσης μέσω κατάσχεσης, ο δεσμευόμενος τρίτος δεν πραγματοποιεί οποιαδήποτε πληρωμή ούτε προβαίνει σε οποιαδήποτε πράξη που ενδέχεται να απομειώσει τα δεσμευμένα περιουσιακά στοιχεία, εκτός αν ορίζεται διαφορετικά από τον νόμο.

Ο δεσμευόμενος τρίτος πρέπει να παρακαταθέσει το κατασχεθέν χρηματικό ποσό ή να δεσμεύσει τα κατασχεθέντα άυλα κινητά περιουσιακά στοιχεία εντός πέντε ημερών από την κοινοποίηση της κατάσχεσης ή από την ημερομηνία λήξης της προθεσμίας καταβολής των οφειλόμενων ποσών. Ο δικαστικός επιμελητής θα αποδεσμεύσει ή θα κατανείμει το χρηματικό ποσό που παρακατατέθηκε.

Αν ο δεσμευόμενος τρίτος δεν εκπληρώσει τις υποχρεώσεις του, ο πιστωτής που επέβαλε την κατάσχεση, ο οφειλέτης ή ο δικαστικός επιμελητής δύναται να ζητήσει από το δικαστήριο της εκτέλεσης να επικυρώσει την κατάσχεση. Αν από τα προσκομισθέντα στοιχεία προκύπτει ότι ο δεσμευόμενος τρίτος οφείλει χρήματα στον οφειλέτη, το δικαστήριο εκδίδει απόφαση για την επικύρωση της κατάσχεσης, με την οποία υποχρεώνει έτσι τον δεσμευόμενο τ να καταβάλει στον πιστωτή το ποσό που οφείλει στον οφειλέτη, ενώ, σε αντίθετη περίπτωση, εκδίδει απόφαση για άρση της κατάσχεσης. Αν η κατάσχεση έχει εκτελεστεί επί άυλων κινητών περιουσιακών στοιχείων τα οποία την ημερομηνία της εκτέλεσης βρίσκονταν στην κατοχή του δεσμευόμενου τρίτου, το δικαστήριο αποφασίζει την πώλησή τους.

Όσον αφορά την εξασφάλιση αποδεικτικών στοιχείων, τα υποβληθέντα στοιχεία εξετάζονται από το δικαστήριο κατά την εκδίκαση της υπόθεσης ως προς το παραδεκτό και το λυσιτελές τους. Τα υποβληθέντα στοιχεία μπορούν επίσης να χρησιμοποιηθούν από τον διάδικο που δεν ζήτησε τη συγκέντρωσή τους. Τα έξοδα που προκύπτουν για τη συγκέντρωση των στοιχείων λαμβάνονται υπόψη από το δικαστήριο που εκδικάζει την ουσία της υπόθεσης.

4 Υπάρχει δυνατότητα προσφυγής κατά ενός τέτοιου μέτρου;

Όσον αφορά την προληπτική μεσεγγύηση και τη συντηρητική κατάσχεση, η απόφαση υπόκειται σε προσφυγή, ενώπιον του ιεραρχικά ανώτερου δικαστηρίου, μόνο εντός πέντε ημερών από την έκδοση ή την επίδοσή της, ανάλογα με το αν η δίκη πραγματοποιήθηκε με ή χωρίς κλήτευση των διαδίκων. Αν η αρμοδιότητα της πρωτοβάθμιας εκδίκασης ανήκει στο εφετείο, τότε το ένδικο μέσο είναι η έφεση. Το αποτέλεσμα αυτών των ένδικων μέσων είναι είτε η αποδέσμευση των περιουσιακών στοιχείων είτε η διατήρηση του ασφαλιστικού μέτρου. Κάθε ενδιαφερόμενος διάδικος δύναται να προσφύγει κατά της εκτέλεσης του μέτρου της μεσεγγύησης ή της κατάσχεσης.

Όσον αφορά την εκτελεστήρια κατάσχεση, η απόφαση που εκδόθηκε σχετικά με την επικύρωση της κατάσχεσης υπόκειται σε προσφυγή μόνο εντός πέντε ημερών από την ημερομηνία επίδοσής της. Η οριστική απόφαση επικύρωσης παράγει αποτελέσματα εκχώρησης απαίτησης και αποτελεί εκτελεστό τίτλο κατά του δεσμευόμενου τρίτου έως το ποσό που αντιστοιχεί στα ποσά για τα οποία επικυρώθηκε η κατάσχεση. Μετά την επικύρωση της κατάσχεσης, ο δεσμευόμενος τρίτος προβαίνει σε παρακατάθεση ή πληρωμή εντός των ορίων του ποσού που ορίζεται ρητά στην απόφαση επικύρωσης.

Όσον αφορά την προσωρινή εκτέλεση, αν το αίτημα απορρίφθηκε από το πρωτοδικείο, μπορεί να επανυποβληθεί στην έφεση. Αίτημα για αναστολή της προσωρινής εκτέλεσης μπορεί να κατατεθεί είτε με το δικόγραφο της έφεσης είτε αυτοτελώς κατά τη διαδικασία της έφεσης. Ενόσω εκκρεμεί το αίτημα για αναστολή, μπορεί να επιτραπεί προσωρινά η εκτέλεση με διάταγμα του προέδρου, ακόμα και πριν από την άφιξη της δικογραφίας.

Όσον αφορά την εξασφάλιση αποδεικτικών στοιχείων, η απόφαση με την οποία γίνεται δεκτό το αίτημα προσκόμισης αποδεικτικών στοιχείων είναι εκτελεστή και δεν υπόκειται σε προσφυγή. Η απόφαση με την οποία απορρίπτεται το αίτημα υπόκειται σε προσφυγή μόνο εντός πέντε ημερών από την έκδοσή της αν οι διάδικοι έχουν κλητευθεί ή από την ημερομηνία επίδοσής της αν οι διάδικοι δεν έχουν κλητευθεί.

Τα στοιχεία προς προσκόμιση μπορούν να συγκεντρωθούν αμέσως ή εντός της προθεσμίας που έχει οριστεί για τον σκοπό αυτό. Η συγκέντρωση των προσκομισθέντων στοιχείων επιβεβαιώνεται με διάταξη που δεν υπόκειται σε προσφυγή.


Την έκδοση αυτής της σελίδας στην εθνική γλώσσα διαχειρίζεται ο αντίστοιχος αρμόδιος επαφής του ΕΔΔ. Οι μεταφράσεις έχουν γίνει από την αρμόδια υπηρεσία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Οι τυχόν αλλαγές που επιφέρει η αρμόδια εθνική αρχή στο πρωτότυπο ενδέχεται να μην έχουν περιληφθεί ακόμα στις μεταφράσεις. Η Επιτροπή και το Ευρωπαϊκό Δικαστικό Δίκτυο δεν αναλαμβάνουν καμία απολύτως ευθύνη όσον αφορά πληροφορίες ή δεδομένα που περιέχονται ή αναφέρονται στο παρόν έγγραφο. Βλ. την ανακοίνωση νομικού περιεχομένου για τους κανόνες πνευματικής ιδιοκτησίας που ισχύουν στο κράτος μέλος που είναι αρμόδιο για την παρούσα σελίδα.

Τελευταία επικαιροποίηση: 05/01/2018

Ασφαλιστικά και συντηρητικά μέτρα - Σλοβακία


1 Ποια είναι τα διάφορα μέτρα;

Η σλοβακική νομοθεσία αναγνωρίζει τις έννοιες των «επειγόντων μέτρων», των «συντηρητικών μέτρων» και της «διασφάλισης των αποδεικτικών μέσων». Οι σχετικές διατάξεις περιλαμβάνονται στα άρθρα 324 επ. του νόμου αριθ. 160/2015, δηλαδή στον κώδικα αμφισβητούμενης δικαιοδοσίας σε αστικές υποθέσεις και –για τις ειδικές διαδικασίες– στα άρθρα 360 επ. του νόμου αριθ. 161/2015, δηλαδή στον κώδικα εκούσιας δικαιοδοσίας σε αστικές υποθέσεις.

Διατάσσοντας τη λήψη συντηρητικού μέτρου, το δικαστήριο μπορεί να συστήσει βάρος επί πραγμάτων, επί δικαιωμάτων ή επί άλλων περιουσιακών στοιχείων του οφειλέτη, με σκοπό την εξασφάλιση χρηματικής απαίτησης του δανειστή, όταν υπάρχουν φόβοι ότι η εκτέλεση ενδέχεται να μην καταστεί δυνατή.

Το δικαστήριο διατάσσει τη λήψη επείγοντος μέτρου όταν υπάρχει ανάγκη άμεσης ρύθμισης κατάστασης ή όταν υπάρχουν φόβοι ότι η εκτέλεση ενδέχεται να μην καταστεί δυνατή, και εφόσον ο επιδιωκόμενος στόχος δεν μπορεί να επιτευχθεί με τη λήψη συντηρητικού μέτρου. Η διαταγή αυτή του δικαστηρίου μπορεί επίσης να αποτελέσει εγγύηση για την αποτελεσματικότητα της μελλοντικής εκτέλεσης δικαστικής απόφασης.

Η διασφάλιση των αποδεικτικών μέσων επιτρέπει τη διαφύλαξη αποδεικτικών μέσων (οποιουδήποτε είδους, είτε προέρχονται από μαρτυρική κατάθεση, από πραγματογνώμονα κ.λπ.) πριν από την έναρξη της διαδικασίας. Η διαδικασία για τη διασφάλιση αποδεικτικών μέσων κινείται κατόπιν αιτήματος και όχι αυτεπάγγελτα από το δικαστήριο. Το αίτημα αυτό υποβάλλεται από πρόσωπο που νομιμοποιείται να ζητήσει την κίνηση διαδικασίας στην οποία μπορούν να χρησιμοποιηθούν τα αποτελέσματα της διαφύλαξης των αποδεικτικών μέσων.

2 Υπό ποιες προϋποθέσεις διατάσσονται αυτά τα μέτρα;

2.1 Η διαδικασία

Αρμόδιο να διατάξει τη λήψη επείγοντος ή συντηρητικού μέτρου είναι το πρωτοδικείο (okresný súd) που είναι αρμόδιο για την εκδίκαση της κύριας υπόθεσης.

Το δικαστήριο διατάσσει τη λήψη επείγοντος ή συντηρητικού μέτρου κατόπιν αιτήματος. Δεν απαιτείται η υποβολή αιτήματος όταν το επείγον ή συντηρητικό μέτρο σχετίζεται με διαδικασία την οποία μπορεί να κινήσει αυτεπάγγελτα το δικαστήριο.

Ο νόμος δεν προβλέπει υποχρεωτική εκπροσώπηση από δικηγόρο.

Σύμφωνα με τη σχετική νομοθεσία, επιβάλλονται δικαστικά έξοδα ύψους 33 EUR για την υποβολή αιτήματος με το οποίο επιδιώκεται η λήψη ή η άρση μέτρου.

Δεν επιβάλλονται δικαστικά έξοδα για τη διασφάλιση αποδεικτικών μέσων. Τα έξοδα που σχετίζονται με αποδεικτικά μέσα τα οποία δεν καλύπτονται από προκαταβολή καταβάλλονται από το δημόσιο. Ωστόσο, το δικαστήριο μπορεί να διατάξει διάδικο ο οποίος δεν πληροί τις προϋποθέσεις απαλλαγής από την υποχρέωση καταβολής δικαστικών εξόδων να πληρώσει προκαταβολή επί των εξόδων για τα αποδεικτικά μέσα, χωρίς ωστόσο ο διάδικος να χάνει το δικαίωμα να αποζημιωθεί για τα σχετικά έξοδα αργότερα.

Ούτε σε αυτήν την περίπτωση προβλέπει ο νόμος υποχρεωτική εκπροσώπηση από δικηγόρο.

Διασφάλιση αποδεικτικών μέσων με αυτόν τον τρόπο μπορεί να γίνει στο πλαίσιο τόσο της αμφισβητούμενης όσο και της εκούσιας δικαιοδοσίας.

2.2 Οι κύριες προϋποθέσεις

Το δικαστήριο μπορεί να διατάξει τη λήψη επειγόντων μέτρων πριν από τη διαδικασία, κατά τη διάρκειά της, καθώς και μετά την ολοκλήρωσή της. Στην περίπτωση των συντηρητικών μέτρων, συστήνεται βάρος με την έκδοση διαταγής λήψης συντηρητικού μέτρου.

Διασφάλιση αποδεικτικών μέσων μπορεί να διαταχθεί πριν από την κύρια διαδικασία, κατά τη διάρκειά της και μετά την ολοκλήρωσή της, κατόπιν σχετικού αιτήματος, όταν υπάρχουν φόβοι ότι η λήψη των αποδεικτικών μέσων θα είναι αργότερα αδύνατη ή εξαιρετικά δύσκολη. Η διασφάλιση των αποδεικτικών μέσων εμπίπτει στην αρμοδιότητα του δικαστηρίου το οποίο είναι αρμόδιο και για την εκδίκαση της κύριας υπόθεσης ή του δικαστηρίου στην περιφέρεια του οποίου βρίσκονται τα επαπειλούμενα αποδεικτικά μέσα. Εκτός από τις γενικές διατάξεις, ο κώδικας αμφισβητούμενης δικαιοδοσίας σε αστικές υποθέσεις περιλαμβάνει και ειδικές διατάξεις για τη διασφάλιση αποδεικτικών μέσων σε υποθέσεις δικαιωμάτων διανοητικής ιδιοκτησίας.

3 Αντικείμενο και φύση αυτών των μέτρων

3.1 Ποια περιουσιακά στοιχεία μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο αυτών των μέτρων;

Το δικαστήριο μπορεί να διατάξει επείγον μέτρο με το οποίο θα υποχρεώνεται διάδικος, ιδίως, στα εξής:

α) να καταβάλει διατροφή στον βαθμό που απαιτείται

β) να θέσει παιδί υπό την επιμέλεια του άλλου γονέα ή υπό την επιμέλεια άλλου προσώπου το οποίο έχει ορίσει το δικαστήριο

γ) να καταβάλει μέρος τουλάχιστον των αποδοχών του, εάν εργάζεται, σε περίπτωση που ο αιτών δεν εργάζεται επειδή συντρέχουν σπουδαίοι λόγοι

δ) να παραδώσει χρηματικό ποσό ή περιουσιακό στοιχείο στη φύλαξη του δικαστηρίου

ε) να μην διαθέσει ορισμένα περιουσιακά στοιχεία ή δικαιώματα

στ) να προβεί στην ενέργεια, στην παράλειψη ή στην ανοχή ορισμένης πράξης

ζ) να απόσχει προσωρινά από την είσοδο σε σπίτι ή διαμέρισμα στο οποίο κατοικεί οικείος του ή πρόσωπο το οποίο βρίσκεται υπό την επιμέλεια ή τη φροντίδα του εν λόγω διαδίκου, εάν υπάρχει εύλογη υποψία άσκησης βίας από τη μεριά του διαδίκου

η) να απόσχει από συμπεριφορά με την οποία παραβιάζεται ή διακινδυνεύεται δικαίωμα διανοητικής ιδιοκτησίας.

3.2 Ποια τα αποτελέσματα αυτών των μέτρων;

Οι ορισμοί των ειδών των επειγόντων μέτρων παρέχονται χάριν παραδείγματος, πράγμα που σημαίνει ότι το δικαστήριο μπορεί να διατάξει επίσης τη λήψη επειγόντων μέτρων που καλύπτουν άλλους τομείς.

Επείγον ή συντηρητικό μέτρο με το οποίο διάδικος υποχρεώνεται να απέχει από τη διάθεση περιουσιακών στοιχείων ή δικαιωμάτων συνιστά απαγόρευση διάθεσης, διατάσσεται δε σε περιπτώσεις κατά τις οποίες, παραδείγματος χάριν, υπάρχουν φόβοι ότι ο καθ’ ου ενδέχεται να αλλοιώσει τα περιουσιακά στοιχεία ή δικαιώματα (μέσω μεταβίβασης, καταστροφής, φθοράς κ.λπ.)

Το δικαστήριο μπορεί να εκδώσει απόφαση επί επείγοντος ή συντηρητικού μέτρου χωρίς ακρόαση των διαδίκων. Με άλλα λόγια, δεν απαιτείται η ακρόαση των διαδίκων πριν από την έκδοση της απόφασης. Ο κανόνας αυτός ερείδεται στο γεγονός ότι η ακρόαση ενδέχεται να αντιβαίνει στον σκοπό του επείγοντος ή του συντηρητικού μέτρου και στο γεγονός ότι, καταρχήν, δεν λαμβάνονται αποδεικτικά στοιχεία κατά την εν λόγω διαδικασία. Αυτό δεν σημαίνει ότι το δικαστήριο δεν έχει τη δυνατότητα να διατάξει την ακρόαση των διαδίκων. Εάν το δικαστήριο διατάξει ακρόαση, πρέπει να σεβαστεί όλους τους κανόνες της δικονομικής διεξαγωγής αποδείξεων. Εάν διατάξει τη διεξαγωγή αποδείξεων μόνο μέσω εγγράφων, τότε αυτή δεν γίνεται στο ακροατήριο. Αντιθέτως, το δικαστήριο ασκεί τις εξουσίες του αξιολόγησης των αποδείξεων χωρίς αλληλεπίδραση με τους διαδίκους.

Τα επείγοντα μέτρα είναι εκτελεστά από την επίδοσή τους, εκτός εάν προβλέπεται διαφορετικά από ειδική νομοθεσία.

3.3 Ποια η ισχύς αυτών των μέτρων;

Ένα επείγον ή συντηρητικό μέτρο αίρεται:

α) με την πάροδο της περιόδου για την οποία εκδόθηκε

β) σε περίπτωση που έχει διαταχθεί μετά την κίνηση της κύριας διαδικασίας, εάν το πρωτοδικείο ή το εφετείο απορρίψει την αγωγή ή διακόψει τη διαδικασία

γ) εάν το δικαστήριο, στην απόφασή του, ορίσει προθεσμία για την άσκηση της κύριας αγωγής και η αγωγή δεν ασκηθεί εντός της προθεσμίας αυτής

δ) εάν το δικαστήριο κάνει δεκτή την αγωγή επί της ουσίας

ε) εάν δεν είναι πλέον απαραίτητο το μέτρο βάσει του σταδίου της εκτέλεσης.

4 Υπάρχει δυνατότητα προσφυγής κατά ενός τέτοιου μέτρου;

Επιτρέπεται η άσκηση ένδικου μέσου κατά επείγοντος ή συντηρητικού μέτρου. Το αρμόδιο δικαστήριο για την εκδίκαση του ένδικου μέσου είναι το αρμόδιο εφετείο, δηλαδή το δευτεροβάθμιο δικαστήριο στο οποίο υπάγεται το πρωτοδικείο που διέταξε τη λήψη του επείγοντος ή του συντηρητικού μέτρου.

Τα ένδικα μέσα ασκούνται ενώπιον του δικαστηρίου του οποίου η απόφαση προσβάλλεται. Η προθεσμία για την άσκησή τους είναι 15 ημέρες από την επίδοση της προσβαλλόμενης απόφασης. Η άσκηση ένδικου μέσου δεν έχει ανασταλτικό αποτέλεσμα.


Την έκδοση αυτής της σελίδας στην εθνική γλώσσα διαχειρίζεται ο αντίστοιχος αρμόδιος επαφής του ΕΔΔ. Οι μεταφράσεις έχουν γίνει από την αρμόδια υπηρεσία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Οι τυχόν αλλαγές που επιφέρει η αρμόδια εθνική αρχή στο πρωτότυπο ενδέχεται να μην έχουν περιληφθεί ακόμα στις μεταφράσεις. Η Επιτροπή και το Ευρωπαϊκό Δικαστικό Δίκτυο δεν αναλαμβάνουν καμία απολύτως ευθύνη όσον αφορά πληροφορίες ή δεδομένα που περιέχονται ή αναφέρονται στο παρόν έγγραφο. Βλ. την ανακοίνωση νομικού περιεχομένου για τους κανόνες πνευματικής ιδιοκτησίας που ισχύουν στο κράτος μέλος που είναι αρμόδιο για την παρούσα σελίδα.

Τελευταία επικαιροποίηση: 14/01/2019

Ασφαλιστικά και συντηρητικά μέτρα - Φινλανδία


1 Ποια είναι τα διάφορα μέτρα;

Στις αστικές ή εμπορικές υποθέσεις στη Φινλανδία, οι πιστωτές ή άλλοι ενάγοντες έχουν τη δυνατότητα να ζητήσουν την έκδοση ασφαλιστικών μέτρων. Σκοπός των ασφαλιστικών μέτρων είναι να διασφαλιστεί η μεταγενέστερη εκτέλεση οιασδήποτε απόφασης εκδοθεί επί της υπόθεσης. Οι διατάξεις που αφορούν την έκδοση ασφαλιστικών μέτρων περιλαμβάνονται στο κεφάλαιο 7 του Κώδικα Δικονομίας (oikeudenkäymiskaari), ενώ οι διατάξεις που αφορούν την εκτέλεση αποφάσεων στο Κεφάλαιο 8 του Κώδικα Διαδικασίας Εκτέλεσης (ulosottokaari). Υπάρχουν τρία είδη ασφαλιστικών μέτρων:

  • η κατάσχεση σκοπός της οποίας είναι η διασφάλιση μιας οφειλής,
  • η κατάσχεση σκοπός της οποίας είναι η κατοχύρωση του δικαιώματος κυριότητας ή ενός άλλου πρότερου δικαιώματος, και
  • λοιπά ασφαλιστικά μέτρα (ασφαλιστικά μέτρα γενικού χαρακτήρα).

Τα εν λόγω ασφαλιστικά μέτρα, τα οποία αφορούν κάθε είδους αστικές υποθέσεις, περιγράφονται στη συνέχεια. Υπάρχουν επίσης ασφαλιστικά μέτρα που αφορούν συγκεκριμένα είδη διαφορών βάσει ειδικής νομοθεσίας. Σε αυτά περιλαμβάνονται τα ασφαλιστικά μέτρα προς διασφάλιση των αποδεικτικών στοιχείων σε αστικές υποθέσεις που σχετίζονται με δικαιώματα βιομηχανικής και πνευματικής ιδιοκτησίας. Στις ποινικές υποθέσεις μπορεί να εφαρμοστεί ο νόμος για τα μέτρα αναγκαστικής εκτέλεσης (pakkokeinolaki), στο πλαίσιο του οποίου προβλέπεται η εφαρμογή των μέτρων αναγκαστικής εκτέλεσης για κατάσχεση, απαγόρευση της εκποίησης στοιχείων και δήμευσή τους.

Στις αστικές υποθέσεις, υπάρχει διαφορά ανάμεσα στα ασφαλιστικά μέτρα και την προκαταρκτική (προσωρινή) εκτέλεση δικαστικών αποφάσεων. Η τελευταία αναφέρεται στην εκτέλεση μιας απόφασης προτού καταστεί οριστική και τελεσίδικη. Μια απόφαση που εκδίδεται σε αστική υπόθεση που είναι μη οριστική είναι εν γένει άμεσα εκτελεστέα από τον νόμο, αλλά η εκτέλεση δεν είναι συνήθως δυνατόν να διενεργηθεί πλήρως. Για παράδειγμα, με βάση μια μη οριστική απόφαση που εκδίδεται από το πρωτοδικείο για εκκρεμείς οφειλές, επιτρέπεται η κατάσχεση των περιουσιακών στοιχείων του οφειλέτη σε περιπτώσεις που αυτός αδυνατεί να συστήσει την απαιτούμενη εγγυοδοσία για τις οφειλές. Αφετέρου, επιτρέπεται τα περιουσιακά στοιχεία που έχουν κατασχεθεί να εκποιηθούν και να αποδοθεί το προϊόν της πώλησης στον δανειστή, μόνο εάν ο δανειστής έχει μεριμνήσει να συσταθούν οι απαιτούμενες ασφάλειες γι’ αυτά. Αντιθέτως, οι ερήμην εκδοθείσες αποφάσεις είναι αμέσως πλήρως εκτελεστές.

2 Υπό ποιες προϋποθέσεις διατάσσονται αυτά τα μέτρα;

2.1 Η διαδικασία

Η διαταγή έκδοσης των προαναφερθέντων ασφαλιστικών μέτρων εκδίδεται από τα γενικά αρμόδια δικαστήρια, με τα περιφερειακά δικαστήρια (käräjäoikeus) να εκτελούν χρέη πρωτοβάθμιου δικαστηρίου. Η εκτέλεση των ασφαλιστικών μέτρων ανατίθεται σε δικαστικούς επιμελητές. Το αίτημα έκδοσης της διαταγής ασφαλιστικών μέτρων υποβάλλεται στο δικαστήριο στο οποίο εκκρεμεί η εκδίκαση της κύριας υπόθεσης. Εάν δεν έχει ξεκινήσει ακόμη η σχετική δίκη, η αίτηση ασφαλιστικών μέτρων πρέπει να υποβληθεί στο αρμόδιο για την υπόθεση επαρχιακό δικαστήριο.

Το δικαστήριο δεν επιτρέπεται να εγκρίνει τελικά το αίτημα έκδοσης ασφαλιστικών μέτρων χωρίς να παραχωρήσει στον αντίδικο τη δυνατότητα της ακρόασης των απόψεών του. Είναι, ωστόσο, σε θέση να διατάξει τη λήψη προσωρινών ασφαλιστικών μέτρων, χωρίς ακρόαση του αντιδίκου, εάν κινδυνεύει να ακυρωθεί ο σκοπός των ασφαλιστικών μέτρων. Στην πράξη, τα ασφαλιστικά μέτρα μπορούν να εκδοθούν πολύ γρήγορα. Οι προσωρινές αποφάσεις εφαρμόζονται έως ότου εκδοθεί κάποια άλλη απόφαση.

Εάν ο ενάγων έχει ήδη στην κατοχή του έναν τίτλο αναγκαστικής εκτέλεσης, χωρίς ωστόσο η εκτέλεση αυτή να είναι άμεσα εφαρμόσιμη, ο δικαστικός επιμελητής επιτρέπεται, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, να διατάξει τη λήψη των ασφαλιστικών μέτρων άμεσα. Στη συνέχεια περιγράφονται μόνο τα ασφαλιστικά μέτρα που διατάσσονται από δικαστήριο.

2.2 Οι κύριες προϋποθέσεις

Οι προϋποθέσεις για να γίνει μια κατάσχεση για να διασφαλισθεί μια χρηματική απαίτηση ή κάποιο προνομιακό δικαίωμα είναι οι εξής:

  • Ο ενάγων πρέπει να στοιχειοθετήσει ότι διαθέτει, σε σχέση με τον αντίδικό του, εκτελεστή αξίωση ή προνομιακό δικαίωμα επί συγκεκριμένου περιουσιακού στοιχείου και
  • Πρέπει να υπάρχει φόβος ο εναγόμενος να ενεργήσει κατά τέτοιον τρόπο ώστε θέσει σε κίνδυνο την αξίωση ή το προνομιακό δικαίωμα του ενάγοντος.

Αντιστοίχως για να ληφθούν άλλα ασφαλιστικά μέτρα απαιτείται να στοιχειοθετηθεί εξ ορισμού η ύπαρξη ενός άλλου δικαιώματος και ο κίνδυνος παραβίασής του από τον εναγόμενο.

Πριν από την εκτέλεση ασφαλιστικών μέτρων, ο ενάγων υποχρεούται να προσκομίσει την απόδειξη σύστασης εγγυοδοσίας στον δικαστικό επιμελητή.

3 Αντικείμενο και φύση αυτών των μέτρων

3.1 Ποια περιουσιακά στοιχεία μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο αυτών των μέτρων;

Κάθε είδους περιουσιακό στοιχείο μπορεί να υπόκειται στην επιβολή ασφαλιστικών μέτρων. Εάν πραγματοποιείται κατάσχεση με στόχο τη διασφάλιση κάποιας χρηματικής οφειλής, το δικαστήριο επιτάσσει την κατάσχεση των ακίνητων και κινητών περιουσιακών στοιχείων του εναγομένου που αντιστοιχούν στην αξία του οφειλόμενου ποσού. Στη συνέχεια, ο δικαστικός επιμελητής αποφασίζει ποια περιουσιακά στοιχεία του εναγομένου πρόκειται να κατασχεθούν. Εάν σκοπός της κατάσχεσης είναι να διασφαλιστεί κάποιο προνομιακό δικαίωμα, το δικαστήριο επιτάσσει την κατάσχεση ενός συγκεκριμένου περιουσιακού στοιχείου που υπόκειται σε κατάσχεση και ο δικαστικός επιμελητής προβαίνει στην εκτέλεση της εντολής.

Στο πλαίσιο της λήψης άλλων ασφαλιστικών μέτρων, το δικαστήριο μπορεί:

  • να απαγορεύσει στον αντίδικο, υπό την απειλή επιβολής προστίμου, να προβεί σε οποιαδήποτε ενέργεια ή να μεταβιβάσει οποιοδήποτε στοιχείο
  • να διατάξει τον εναγόμενο, υπό την απειλή επιβολής προστίμου, να προβεί σε συγκεκριμένη ενέργεια
  • να επιτρέψει στον ενάγοντα να προβεί σε συγκεκριμένη ενέργεια ή να ζητήσει τη διενέργεια κάποιας πράξης
  • να διατάξει να τεθούν τα περιουσιακά στοιχεία του εναγομένου υπό την κατοχή ή τη φροντίδα εντεταλμένου οργάνου ή
  • να αποφασίσει τη λήψη οποιουδήποτε προσωρινού μέτρου απαιτείται προς διασφάλιση των δικαιωμάτων του ενάγοντος.

3.2 Ποια τα αποτελέσματα αυτών των μέτρων;

Όταν εκτελείται η κατάσχεση, ο οφειλέτης χάνει την εξουσία του επί των θιγόμενων περιουσιακών στοιχείων. Η μεταβίβαση κατασχεθέντος περιουσιακού στοιχείου συνιστά ποινικό αδίκημα. Σε περίπτωση που πραγματοποιείται η κατάσχεση χρηματικών ποσών που βρίσκονται στον τραπεζικό λογαριασμό του οφειλέτη, η τράπεζα δεν επιτρέπεται να πραγματοποιήσει πληρωμές σε άλλα πρόσωπα, εκτός από τον δικαστικό επιμελητή. Ωστόσο, η κατάσχεση δεν παραχωρεί στον ενάγοντα προνομιακά δικαιώματα, σε σχέση με τους άλλους δανειστές, επί των χρηματικών ποσών που έχουν κατασχεθεί.

Οι έννομες συνέπειες που προκύπτουν από άλλα ασφαλιστικά μέτρα εξαρτώνται από τον χαρακτήρα των μέτρων αυτών.

3.3 Ποια η ισχύς αυτών των μέτρων;

Ο ενάγων έχει ένα μήνα στη διάθεσή του από την ημερομηνία έκδοσης της απόφασης λήψης των ασφαλιστικών μέτρων για να καταθέσει προσφυγή αναφορικά με την υπόθεση αυτή ενώπιον δικαστηρίου ή να κινήσει κάποια άλλη διαδικασία η οποία θα μπορούσε να οδηγήσει στην έκδοση εκτελεστής απόφασης, όπως π.χ. σε συμβιβασμό. Στην αντίθετη περίπτωση αίρονται τα αντίστοιχα ασφαλιστικά μέτρα. Τα ασφαλιστικά μέτρα αίρονται επίσης εάν δεν συντρέχει πλέον κανένας άλλος λόγος από εκείνους στους οποίους είχε στηριχθεί η έκδοσή τους. Όταν το δικαστήριο εκδίδει απόφαση σχετικά με τη συγκεκριμένη υπόθεση, υποχρεούται ταυτόχρονα να εκδώσει διαταγή επί των ασφαλιστικών μέτρων.

Τα έξοδα έκδοσης της διαταγής ασφαλιστικών μέτρων επιβαρύνουν κατά κύριο λόγο τον ενάγοντα. Εάν αποδειχθεί ότι η αίτηση έκδοσης ασφαλιστικών μέτρων ήταν αβάσιμη, ο ενάγων υποχρεούται να αποζημιώσει τον εναγόμενο για τη ζημία που υπέστη λόγω των μέτρων, είτε αυτή οφείλεται σε πρόθεση ή σε αμέλειά του. Για να αντιμετωπιστεί το ενδεχόμενο αυτό, ο ενάγων υποχρεούται να καταθέσει σχετική εγγύηση πριν από την εκτέλεση των ασφαλιστικών μέτρων. Αφετέρου, ο εναγόμενος έχει, εν γένει, τη δυνατότητα να εναντιωθεί στην εκτέλεση των ασφαλιστικών μέτρων, συνιστώντας από την πλευρά του σχετική εγγύηση.

4 Υπάρχει δυνατότητα προσφυγής κατά ενός τέτοιου μέτρου;

Κατά της διαταγής ασφαλιστικών μέτρων που εκδίδεται από ένα δικαστήριο επιτρέπεται να ασκηθεί προσφυγή ενώπιον δικαστηρίου ανωτέρου βαθμού, δηλαδή ενώπιον του Εφετείου (hovioikeus) ή του Ανωτάτου Δικαστηρίου (korkein oikeus). Η άσκηση προσφυγής δεν έχει ανασταλτικό χαρακτήρα, εκτός εάν το Εφετείο αναστείλει την εκτέλεση την εκτέλεση της συγκεκριμένης απόφασης. Δεν επιτρέπεται ωστόσο η άσκηση προσφυγής κατά διαταγής έκδοσης προσωρινών ασφαλιστικών μέτρων.

Οι προσφυγές κατά μέτρων ή αποφάσεων που λαμβάνονται από δικαστικό επιμελητή σχετικά με την εκτέλεση ασφαλιστικών μέτρων εκδικάζονται από τα περιφερειακά δικαστήρια. Προσφυγή μπορεί επίσης να ασκηθεί από κάποιον τρίτο που εκτιμά ότι τα περιουσιακά του στοιχεία κατασχέθηκαν ως αποτέλεσμα της οφειλής του οφειλέτη.


Την έκδοση αυτής της σελίδας στην εθνική γλώσσα διαχειρίζεται ο αντίστοιχος αρμόδιος επαφής του ΕΔΔ. Οι μεταφράσεις έχουν γίνει από την αρμόδια υπηρεσία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Οι τυχόν αλλαγές που επιφέρει η αρμόδια εθνική αρχή στο πρωτότυπο ενδέχεται να μην έχουν περιληφθεί ακόμα στις μεταφράσεις. Η Επιτροπή και το Ευρωπαϊκό Δικαστικό Δίκτυο δεν αναλαμβάνουν καμία απολύτως ευθύνη όσον αφορά πληροφορίες ή δεδομένα που περιέχονται ή αναφέρονται στο παρόν έγγραφο. Βλ. την ανακοίνωση νομικού περιεχομένου για τους κανόνες πνευματικής ιδιοκτησίας που ισχύουν στο κράτος μέλος που είναι αρμόδιο για την παρούσα σελίδα.

Τελευταία επικαιροποίηση: 06/09/2019

Ασφαλιστικά και συντηρητικά μέτρα - Σουηδία


1 Ποια είναι τα διάφορα μέτρα;

Στο κεφάλαιο 15 του σουηδικού δικονομικού κώδικα («rättegångsbalken») προβλέπονται οι βασικές διατάξεις σχετικά με τα ασφαλιστικά μέτρα σε αστικές υποθέσεις. Ως γενικός κανόνας ισχύει ότι κανένα μέτρο αναγκαστικής εκτέλεσης που αφορά αστική απαίτηση δεν μπορεί να τεθεί σε εφαρμογή χωρίς απόφαση δικαστηρίου. Οι διατάξεις σχετικά με τα ασφαλιστικά μέτρα αποτελούν εξαίρεση από αυτόν τον κανόνα. Κατά γενικό κανόνα, τα ασφαλιστικά μέτρα έχουν ως στόχο να εξασφαλίσουν ότι ο ηττηθείς διάδικος θα εκπληρώσει τις υποχρεώσεις του που θα προκύψουν από μελλοντική δικαστική απόφαση.

Το συνηθέστερο ασφαλιστικό μέτρο είναι η κατάσχεση, που σημαίνει ότι ο αιτών μπορεί να ζητήσει να δεσμευθεί κάποιο περιουσιακό στοιχείο του αντιδίκου ή να αφαιρεθεί από τον αντίδικο με κάποιον άλλο τρόπο το δικαίωμα ελεύθερης διάθεσής του.

Σύμφωνα με το κεφάλαιο 15 άρθρο 1 του σουηδικού δικονομικού κώδικα, η κατάσχεση έχει ως στόχο να εξασφαλίσει τη μελλοντική εκτέλεση μιας απόφασης που αφορά κάποια αξίωση. Κατά γενικό κανόνα, η απόφαση κατάσχεσης σύμφωνα με αυτήν τη διάταξη διατυπώνεται κατά τέτοιον τρόπο ώστε να κατάσχεται περιουσία που ανήκει στον οφειλέτη για την κάλυψη του συγκεκριμένου ποσού της απαίτησης. Κατ’ εξαίρεση, η απόφαση μπορεί να ορίζει ποιο περιουσιακό στοιχείο μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο εκτέλεσης.

Κατάσχεση μπορεί επίσης να διαταχθεί προκειμένου να εξασφαλιστεί η μελλοντική εκτέλεση απόφασης που αφορά δικαίωμα προτίμησης όσον αφορά την κυριότητα ορισμένου περιουσιακού στοιχείου (κεφάλαιο 15 άρθρο 2 του σουηδικού δικονομικού κώδικα). Παραδείγματα τέτοιων αποφάσεων είναι αυτές που προβλέπουν ότι ο ενάγων έχει υπέρτερο δικαίωμα επί ορισμένων μετοχών που κατέχει ο εναγόμενος και ότι ο εναγόμενος υποχρεούται να τις παραδώσει αμέσως.

Στο κεφάλαιο 5 άρθρο 3 του σουηδικού δικονομικού κώδικα υπάρχει μια γενική διάταξη σχετικά με το δικαίωμα των δικαστηρίων να διατάξουν τη λήψη των κατάλληλων μέτρων για την εξασφάλιση του δικαιώματος του ενάγοντος. Η διάταξη αυτή εφαρμόζεται στην περίπτωση αγωγής παραλείψεως. Στο πλαίσιο της εν λόγω διάταξης μπορεί να θεωρηθεί ότι εμπίπτει ακόμη και μία αγωγή με αντικείμενο την αναγνώριση ότι ο εναγόμενος δεν έχει δικαίωμα να χρησιμοποιεί ορισμένα εμπορεύματα που αποτελούν αντικείμενο ρήτρας ανταγωνισμού.

Επιπλέον, σύμφωνα με το κεφάλαιο 15 άρθρο 4 του σουηδικού δικονομικού κώδικα, το δικαστήριο μπορεί να διατάξει, κατά την εκδίκαση μιας υπόθεσης σχετικά με το υπέρτερο δικαίωμα επί ορισμένου περιουσιακού στοιχείου, την αποκατάσταση της διαταραχθείσας κατοχής κ.λπ.

Εξάλλου, από το κεφάλαιο 15 άρθρο 5 τρίτο εδάφιο του σουηδικού δικονομικού κώδικα προκύπτει ότι υπό ορισμένες προϋποθέσεις μπορεί να διαταχθεί προσωρινό ασφαλιστικό μέτρο.

Επιπλέον, σε ορισμένους ειδικούς τομείς, π.χ. στο δίκαιο περί δικαιωμάτων ευρεσιτεχνίας, ισχύουν ειδικές διατάξεις σχετικά με τα ασφαλιστικά μέτρα.

2 Υπό ποιες προϋποθέσεις διατάσσονται αυτά τα μέτρα;

2.1 Η διαδικασία

Η απόφαση για τη λήψη ασφαλιστικών μέτρων λαμβάνεται από το δικαστήριο ενώπιον του οποίου εκκρεμεί η υπόθεση. Εάν δεν εκκρεμεί δίκη επί της υπόθεσης, ισχύουν κατά κανόνα οι ίδιες διατάξεις περί του αρμόδιου δικαστηρίου όπως στις αστικές υποθέσεις γενικά.

Τα δικαστήρια δεν μπορούν να επιληφθούν αυτεπαγγέλτως των ζητημάτων που αφορούν ασφαλιστικά μέτρα. Κατά συνέπεια, οποιοσδήποτε επιθυμεί τη λήψη μιας τέτοιας απόφασης πρέπει να υποβάλει σχετικό αίτημα. Στις περιπτώσεις που δεν εκκρεμεί δίκη, θα πρέπει να υποβληθεί γραπτό αίτημα.

Δεν υπάρχει καμιά απαίτηση να συνοδεύεται ή να εκπροσωπείται ο ενάγων από δικηγόρο. Η προσφυγή στα σουηδικά δικαστήρια γίνεται χωρίς την καταβολή τέλους, με εξαίρεση το τέλος της αίτησης, το οποίο ανέρχεται επί του παρόντος στις 450 σουηδικές κορόνες (περίπου 50 ευρώ).

2.2 Οι κύριες προϋποθέσεις

Προκειμένου να ληφθεί ασφαλιστικό μέτρο σύμφωνα με το κεφάλαιο 15 άρθρα 1-3 του σουηδικού δικονομικού κώδικα («rättegångsbalken»), πρέπει να πληρούται ο όρος ότι η ίδια υπόθεση (π.χ. απαίτηση κατά την έννοια του άρθρου 1) μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο δίκης ή άλλης παρόμοιας εξέτασης από άλλο όργανο. Στις υποθέσεις αυτές συγκαταλέγονται, μεταξύ άλλων, και οι διαδικασίες διαιτησίας.

Το Ανώτατο Δικαστήριο («Högsta domstolen») έχει αποφανθεί ότι απόφαση για κατάσχεση ή για άλλο ασφαλιστικό μέτρο σύμφωνα με το κεφάλαιο 15 του σουηδικού δικονομικού κώδικα μπορεί να ληφθεί ακόμη και για υποθέσεις οι οποίες πρέπει να εκδικασθούν από αλλοδαπό δικαστήριο, υπό τον όρο ότι η απόφαση του δικαστηρίου μπορεί να εκτελεστεί στη Σουηδία.

Προκειμένου να διαταχθεί ασφαλιστικό μέτρο που προβλέπει κατάσχεση σύμφωνα με το κεφάλαιο 15 άρθρα 1-3 του σουηδικού δικονομικού κώδικα, πρέπει να πληρούνται επίσης και οι ακόλουθες προϋποθέσεις:

  • Ο ενάγων πρέπει να προσκομίσει αποχρώσες ενδείξεις ότι έχει κάποια απαίτηση έναντι άλλου προσώπου, η οποία και μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο δίκης ή εξέτασης στο πλαίσιο άλλης παρόμοιας διαδικασίας.
  • Ο ενάγων πρέπει επίσης να αποδείξει ότι «υπάρχουν βάσιμοι λόγοι ανησυχίας» ότι ο αντίδικος θα επιδιώξει με την διαφυγή του από τη χώρα, την μέριμνα για την απομάκρυνση της περιουσίας ή ενεργώντας με κάποιον άλλον τρόπο να αποφύγει την υποχρέωση εξόφλησης του χρέους (άρθρο 1), ότι ο αντίδικος θα απομακρύνει την περιουσία, θα την παραβλάψει ή θα την διαθέσει με κάποιον άλλον τρόπο προς ζημία του ενάγοντος (άρθρο 2) ή ότι θα αναλάβει κάποια δραστηριότητα ή θα αναλάβει ή θα επιτρέψει ορισμένες ενέργειες ή με κάποιον άλλον τρόπο θα παρεμποδίσει ή θα δυσχεράνει την άσκηση των δικαιωμάτων του ενάγοντος ή θα μειώσει σημαντικά την αξία της περιουσίας (άρθρο 3).
  • Για να ληφθεί ένα προσωρινό ασφαλιστικό μέτρο θα πρέπει να αποδειχθεί επιπλέον ότι υπάρχει άμεσος κίνδυνος ζημίας σε περίπτωση καθυστέρησης. Με την έκφραση αυτή δηλώνεται ότι η εκτέλεση μιας απόφασης τίθεται σε κίνδυνο, εάν δεν ληφθούν αμέσως μέτρα χωρίς ακρόαση του αντιδίκου. Σε περίπτωση που λαμβάνεται ένα μέτρο με τη συγκεκριμένη διαδικασία, η απόφαση διαβιβάζεται στους αντιδίκους και ζητείται από τον εναγόμενο να εκφράσει τη γνώμη του σχετικά με την απόφαση. Μόλις ο εναγόμενος διαβιβάσει τη γνώμη του, το δικαστήριο αποφασίζει αμέσως κατά πόσον το μέτρο θα συνίσταται στην πραγματοποίηση νέας εξέτασης.
  • Τέλος, το μέτρο μπορεί να διαταχθεί μόνον εάν ο ενάγων καταθέσει εγγύηση για τυχόν βλάβη που θα μπορούσε να προκαλέσει στον αντίδικο. Εάν ο ενάγων δεν είναι σε θέση να χορηγήσει εγγύηση, αλλά αποδεικνύει ταυτόχρονα ότι έχει ειδικούς λόγους για αυτή του την απαίτηση, το δικαστήριο έχει τη δυνατότητα να τον απαλλάξει από την υποχρέωση να χορηγήσει εγγύηση.

3 Αντικείμενο και φύση αυτών των μέτρων

3.1 Ποια περιουσιακά στοιχεία μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο αυτών των μέτρων;

Η εκτέλεση μιας απόφασης κατάσχεσης λόγω κάποιας απαίτησης έχει ως στόχο να κατοχυρώσει αξίωση επί ενός περιουσιακού στοιχείου μέχρι μια ορισμένη αξία. Κατά κανόνα, η εκτέλεση διέπεται από τις ίδιες αρχές που ισχύουν και για την κατάσχεση την οποία αφορά. Δεν υπάρχει, ωστόσο, καμιά περίπτωση πώλησης του περιουσιακού στοιχείου.

Καταρχήν, οποιοδήποτε περιουσιακό στοιχείο μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο κατάσχεσης στο πλαίσιο της εκτέλεσης. Τόσο τα κινητά όσο και τα ακίνητα περιουσιακά στοιχεία μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο κατάσχεσης.

Ορισμένα περιουσιακά στοιχεία δεν μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο κατάσχεσης. Στην περίπτωση αυτή εμπίπτουν, μεταξύ άλλων, τα καλυπτόμενα από ευεργετικές ρυθμίσεις περιουσιακά στοιχεία, με άλλα λόγια δηλαδή:

  • τα ρούχα και τα άλλα είδη προσωπικής χρήσης του οφειλέτη μέχρι μια ορισμένη εύλογη αξία,
  • τα έπιπλα, οι οικιακές συσκευές και οποιοσδήποτε άλλος εξοπλισμός είναι απαραίτητος για τη λειτουργία ενός σπιτιού,
  • τα εργαλεία και ο λοιπός εξοπλισμός ο οποίος είναι απαραίτητος για την εργασία ή την επαγγελματική κατάρτιση του οφειλέτη,
  • τα προσωπικά είδη, π.χ. τα τιμητικά μετάλλια και τα αθλητικά βραβεία τα οποία έχουν μεγάλη προσωπική αξία για τον οφειλέτη και θα ήταν άδικο να κατασχεθούν.

Τα περιουσιακά στοιχεία μπορούν επίσης να προστατευθούν βάσει ειδικών διατάξεων. Σε αυτή την περίπτωση εμπίπτει, για παράδειγμα, η αποζημίωση.

Δεν μπορεί να γίνει κατάσχεση μισθού πριν καταβληθεί στο δικαιούχο.

3.2 Ποια τα αποτελέσματα αυτών των μέτρων;

Ο εναγόμενος δεν μπορεί να μεταβιβάσει τα περιουσιακά στοιχεία που έχουν κατασχεθεί λόγω κάποιας αξίωσης οφειλής. Επιπλέον, ο εναγόμενος δεν μπορεί να τα διαθέσει καθ' οιονδήποτε τρόπο που θα μπορούσε να ζημιώσει τον ενάγοντα. Ωστόσο, η σουηδική Υπηρεσία Αναγκαστικής Εκτέλεσης («Kronofogdemyndigheten») μπορεί, εάν συντρέχουν ειδικοί λόγοι, να επιτρέψει την εξαίρεση από την απαγόρευση διάθεσης των περιουσιακών στοιχείων. Η διάθεση των περιουσιακών στοιχείων κατά παράβαση κάποιας απαγόρευσης μπορεί να επιφέρει ποινικές κυρώσεις.

3.3 Ποια η ισχύς αυτών των μέτρων;

Όταν έχει αποφασιστεί η λήψη ασφαλιστικού μέτρου σύμφωνα με το κεφάλαιο 15 άρθρα 1-3 του σουηδικού δικονομικού κώδικα και δεν έχει ήδη εγερθεί η αγωγή, ο αιτών πρέπει να εγείρει αγωγή εντός ενός μηνός από τη σχετική απόφαση ενώπιον του δικαστηρίου. Εάν το αίτημά του εξετασθεί από άλλο όργανο, ο αιτών θα ζητήσει τη λήψη των μέτρων που προβλέπονται στην περίπτωση αυτή.

Σε περίπτωση που τα μέτρα είναι προσωρινά, η απόφαση διαβιβάζεται στους αντιδίκους και ζητείται από τον εναγόμενο να διατυπώσει τη γνώμη του σχετικά με την απόφαση. Μόλις ο εναγόμενος διαβιβάσει τη γνώμη του, το δικαστήριο αποφασίζει αμέσως κατά πόσον το μέτρο θα συνίσταται στην πραγματοποίηση νέας εξέτασης.

Ένα μέτρο μπορεί να αρθεί αμέσως στην περίπτωση που αμέσως μετά την έγκρισή του συσταθεί εγγύηση η οποία εξασφαλίζει την επίτευξη του στόχου του μέτρου.

4 Υπάρχει δυνατότητα προσφυγής κατά ενός τέτοιου μέτρου;

Το θέμα της λήψης ασφαλιστικών μέτρων μπορεί να διευθετηθεί με απόφαση είτε προκύπτει ως διαδικαστικό ζήτημα στο πλαίσιο της εκδίκασης μιας υπόθεσης είτε εκδίδεται ανεξάρτητα από κάποια δίκη.

Και στις δύο περιπτώσεις έφεση εναντίον της απόφασης μπορεί να ασκηθεί από τον διάδικο ο οποίος θίγεται από αυτήν. Η άσκηση έφεσης κατά κάποιας απόφασης πρωτοδικείου («tingsrätt») γίνεται εγγράφως εντός τριών εβδομάδων από την ημερομηνία κοινοποίησης της απόφασης. Εάν η απόφαση δεν κοινοποιηθεί κατά τη συνεδρίαση ή εάν κατά τη συνεδρίαση δεν αναγγελθεί πότε θα κοινοποιηθεί η απόφαση, η προθεσμία για την άσκηση έφεσης υπολογίζεται από την ημερομηνία κατά την οποία γνωστοποιείται η απόφαση στον αναιρεσείοντα. Η έφεση εγείρεται ενώπιον του Εφετείου («hovrätt»), αλλά κατατίθεται στο πρωτοδικείο («tingsrätt»).

Στις περιπτώσεις που το πρωτοδικείο απορρίψει κάποια αίτηση για τη λήψη ασφαλιστικών μέτρων στο πλαίσιο αστικής διαφοράς σύμφωνα με το κεφάλαιο 15 του σουηδικού δικονομικού κώδικα («rättegångsbalken») ή στις περιπτώσεις που καταργεί κάποια απόφαση για τη λήψη ασφαλιστικών μέτρων, το Εφετείο μπορεί να εγκρίνει αμέσως το μέτρο ώστε να ισχύσει προσωρινά. Στις περιπτώσεις που το πρωτοδικείο εγκρίνει ένα τέτοιο μέτρο είτε κρίνει ότι η απόφαση μπορεί να εκτελεστεί ακόμη και στην περίπτωση που δεν είναι ακόμη οριστική και τελεσίδικη, το Εφετείο μπορεί να αποφασίσει αμέσως ότι δεν θα εκτελεστεί προσωρινά η απόφαση του πρωτοδικείου.


Την έκδοση αυτής της σελίδας στην εθνική γλώσσα διαχειρίζεται ο αντίστοιχος αρμόδιος επαφής του ΕΔΔ. Οι μεταφράσεις έχουν γίνει από την αρμόδια υπηρεσία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Οι τυχόν αλλαγές που επιφέρει η αρμόδια εθνική αρχή στο πρωτότυπο ενδέχεται να μην έχουν περιληφθεί ακόμα στις μεταφράσεις. Η Επιτροπή και το Ευρωπαϊκό Δικαστικό Δίκτυο δεν αναλαμβάνουν καμία απολύτως ευθύνη όσον αφορά πληροφορίες ή δεδομένα που περιέχονται ή αναφέρονται στο παρόν έγγραφο. Βλ. την ανακοίνωση νομικού περιεχομένου για τους κανόνες πνευματικής ιδιοκτησίας που ισχύουν στο κράτος μέλος που είναι αρμόδιο για την παρούσα σελίδα.

Τελευταία επικαιροποίηση: 06/09/2019