Κλείσιμο

Η ΕΚΔΟΣΗ BETA ΤΗΣ ΠΥΛΗΣ ΕΙΝΑΙ ΤΩΡΑ ΔΙΑΘΕΣΙΜΗ!

Επισκεφθείτε την έκδοση BETA της διαδικτυακής πύλης της ευρωπαϊκής ηλεκτρονικής δικαιοσύνης και πείτε μας τη γνώμη σας!

 
 

Διαδρομή πλοήγησης

menu starting dummy link

Page navigation

menu ending dummy link

Ασφαλιστικά και συντηρητικά μέτρα - Πορτογαλία

1 Ποια είναι τα διάφορα μέτρα;

Τα προσωρινά και συντηρητικά μέτρα είναι είδη ασφαλιστικών μέτρων τα οποία μπορούν να ζητηθούν από το δικαστήριο στο πλαίσιο διαδικασίας ασφαλιστικών μέτρων. Η προσωρινή προστασία δικαιωμάτων δεν περιορίζεται στη διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων, καθώς η πορτογαλική έννομη τάξη προβλέπει και άλλα προσωρινά μέτρα προστασίας σε ορισμένες νομικές καταστάσεις, όπως: α) προσωρινά μέτρα κατά τη διαδικασία απαγόρευσης ή αποκλεισμού β) προσωρινή επιτροπεία περιουσίας αφανούς γ) διορισμός δικαστικού συμπαραστάτη δ) αναγκαία μέτρα για την προστασία σχολάζουσας κληρονομίας.

Σκοπός των ασφαλιστικών μέτρων είναι η εξάλειψη του periculum in mora (του κινδύνου η καθυστέρηση έκδοσης δικαστικής απόφασης να προκαλέσει σοβαρή ή ακόμη και ανήκεστο βλάβη του επικαλούμενου δικαιώματος) και η εξασφάλιση της ισχύος της οριστικής απόφασης (βλέπε άρθρο 2 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας).

Το δικαστήριο αποφασίζει την επιβολή ορισμένων μέτρων προσδοκώντας ή αναμένοντας ότι η προσωρινή απόφασή του θα επιβεβαιωθεί από την οριστική απόφαση.

Εκτός εάν διαταχθεί αντιστροφή της διαφοράς, τα ασφαλιστικά μέτρα αφορούν υποθέσεις που βασίζονται σε προστατευόμενα δικαιώματα (άρθρο 364 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας) και προστατεύουν ή προβλέπουν προσωρινά τα αποτελέσματα του οριστικού μέτρου, υποθέτοντας ότι η απόφαση στη διαφορά της κύριας δίκης θα εκδοθεί υπέρ του ενάγοντος.

Εξαιτίας του periculum in mora επιτρέπεται στο δικαστήριο να εξετάσει προκαταρκτικά και συνοπτικά μια ουσιαστική έννομη σχέση, η οποία απαιτείται να υποβληθεί ακολούθως σε εμβριθέστερη και διεξοδικότερη εξέταση εάν η προκαταρκτική αυτή εξέταση είναι ευνοϊκή για τον αιτούντα, αποφασίζονται μέτρα με σκοπό την προστασία κατά του ως άνω κινδύνου.

Σκοπός των ασφαλιστικών μέτρων είναι η διασφάλιση των πρακτικών αποτελεσμάτων της αγωγής, η αποφυγή σοβαρής βλάβης ή η πρόβλεψη της υλοποίησης του δικαιώματος (υποθετικό μέσο), επιτυγχάνοντας τη βέλτιστη δυνατή ισορροπία μεταξύ της ταχύτητας και της ασφάλειας δικαίου.

Η πολιτική δικονομία της Πορτογαλίας προβλέπει δύο είδη ασφαλιστικών μέτρων:

  1. συνήθη ασφαλιστικά μέτρα
  2. ειδικά ασφαλιστικά μέτρα.

Τα συνήθη ασφαλιστικά μέτρα ρυθμίζονται από το άρθρο 362 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, το οποίο προβλέπει ότι το πρόσωπο που αποδεικνύει δικαιολογημένο φόβο ότι άλλο πρόσωπο μπορεί να προκαλέσει σοβαρή και ανήκεστο βλάβη στα δικαιώματά του, δύναται, εφόσον κανένα από τα ασφαλιστικά μέτρα που προβλέπονται από τον νόμο δεν είναι κατάλληλο για την περίπτωσή του, να ζητήσει τη λήψη κατάλληλων συντηρητικών ή προληπτικών μέτρων για την εξασφάλιση του απειλούμενου δικαιώματος. Το συμφέρον του αιτούντος πρέπει να βασίζεται σε υφιστάμενο δικαίωμα ή δικαίωμα που προκύπτει από απόφαση η οποία θα εκδοθεί επί αναγνωριστικής αγωγής, ασκηθείσας ή η οποία πρόκειται να ασκηθεί. Συνήθη ασφαλιστικά μέτρα δεν εφαρμόζονται όταν σκοπός είναι η προστασία κατά του κινδύνου βλάβης που αποτρέπεται ρητώς με οποιοδήποτε από τα ειδικά μέτρα.

Ειδικά ασφαλιστικά μέτρα είναι εκείνα που προβλέπονται ρητώς στον Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας ή σε άλλη νομοθεσία.

Στον Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας της Πορτογαλίας προβλέπονται τα ακόλουθα ειδικά ασφαλιστικά μέτρα:

  1. Προσωρινή απόδοση περιουσιακών στοιχείων
  2. Αναστολή αποφάσεων εταιρειών
  3. Προσωρινή διατροφή
  4. Προσωρινή αποζημίωση
  5. Συντηρητική κατάσχεση
  6. Απαγόρευση νέας εργασίας
  7. Μεσεγγύηση.

2 Υπό ποιες προϋποθέσεις διατάσσονται αυτά τα μέτρα;

Εάν ένα πρόσωπο αποδεικνύει δικαιολογημένο φόβο ότι ένα άλλο πρόσωπο μπορεί να προκαλέσει σοβαρή και ανήκεστο βλάβη στα δικαιώματά του, μπορεί να ζητήσει το κατάλληλο συντηρητικό ή προληπτικό μέτρο για να εξασφαλίσει την ισχύ του απειλούμενου δικαιώματος. Το συμφέρον του αιτούντος πρέπει να βασίζεται σε υφιστάμενο δικαίωμα ή δικαίωμα που προκύπτει από απόφαση η οποία θα εκδοθεί επί αναγνωριστικής αγωγής, ασκηθείσας ή η οποία πρόκειται να ασκηθεί.

Τέτοιου είδους μέτρα λαμβάνονται εάν υπάρχει σοβαρή πιθανότητα ύπαρξης δικαιώματος και εάν ο κίνδυνος προσβολής του θεμελιώνεται επαρκώς. Ωστόσο, το δικαστήριο μπορεί να αρνηθεί τη λήψη μέτρων, εάν η ζημία για τον καθού η αίτηση, η οποία θα προκύψει από την αποδοχή της αίτησης, υπερβαίνει σημαντικά τη ζημία την οποία επιθυμεί να αποφύγει ο αιτών με την επιβολή του μέτρου.

Η επικουρική χρήση συνήθων ασφαλιστικών μέτρων συνδέεται επίσης με την ανυπαρξία ειδικού ασφαλιστικού μέτρου κατάλληλου για τη συγκεκριμένη περίπτωση.

Επομένως, για τα μη ειδικά ασφαλιστικά μέτρα που προβλέπονται στο άρθρο 362 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας ισχύουν οι ακόλουθες νόμιμες προϋποθέσεις:

  1. η κατά τα φαινόμενα ύπαρξη δικαιώματος
  2. βάσιμος φόβος ότι άλλο πρόσωπο μπορεί να προκαλέσει σοβαρή και ανήκεστο βλάβη στο δικαίωμα κάποιου (periculum in mora)
  3. πρακτική καταλληλότητα του συντηρητικού ή προληπτικού μέτρου για τη διασφάλιση της ισχύος του απειλούμενου δικαιώματος
  4. το ζητούμενο μέτρο δεν πρέπει να καλύπτεται από άλλες ασφαλιστικές διαδικασίες.

Για να μπορεί να διαταχθεί ένα μέτρο, πρέπει να υπάρχουν συνοπτικές αποδείξεις - summaria cognitio - της σοβαρής πιθανότητας ύπαρξης του επικαλούμενου δικαιώματος (fumus bonis juris) και του δικαιολογημένου φόβου ότι η φυσική καθυστέρηση στην έκδοση οριστικής απόφασης επί της διαφοράς μπορεί να προκαλέσει ανήκεστο βλάβη ή βλάβη η οποία είναι δύσκολο να αποκατασταθεί (periculum in mora). Προϋπόθεση είναι να πιστεύει ο δικαστής ότι η έκβαση της κύριας δίκης θα είναι ευνοϊκή για τον ενάγοντα, καθώς τα συντηρητικά μέτρα συνιστούν σαφή παρέμβαση στην έννομη σφαίρα του εναγομένου.

Όσον αφορά τα ειδικά ασφαλιστικά μέτρα:

α) Προσωρινή απόδοση περιουσιακών στοιχείων: Σε περίπτωση ληστείας, ο ιδιοκτήτης μπορεί να ζητήσει την προσωρινή απόδοση των περιουσιακών στοιχείων σε αυτόν, επικαλούμενος τα πραγματικά περιστατικά που συνιστούν κατοχή, κλοπή και βία. Ο δικαστής μπορεί να διατάξει την απόδοση χωρίς να κλητεύσει ή να ακούσει τον δράστη της ληστείας, εάν πιστεύει, κατόπιν εξέτασης των αποδεικτικών στοιχείων, ότι ο αιτών κατείχε τα περιουσιακά στοιχεία τα οποία του αφαιρέθηκαν διά της βίας.

β) Αναστολή αποφάσεων εταιρειών: Εάν οποιοδήποτε είδος ένωσης ή εταιρείας λαμβάνει αποφάσεις οι οποίες αντιβαίνουν στον νόμο, στο καταστατικό ή στην ιδρυτική πράξη, κάθε εταίρος μπορεί, εντός 10 ημερών (από την ημερομηνία της συνέλευσης στην οποία λήφθηκαν οι αποφάσεις ή από την ημερομηνία κατά την οποία ο αιτών έλαβε γνώση αυτών, εάν δεν προσκλήθηκε δεόντως στη συνέλευση), να ζητήσει την αναστολή της εφαρμογής των εν λόγω αποφάσεων. Ο αιτών πρέπει να αποδεικνύει την ιδιότητα του εταίρου καθώς και ότι η εφαρμογή των αποφάσεων μπορεί να προκαλέσει σημαντική ζημία. Η αίτηση συνοδεύεται από αντίγραφο των πρακτικών της συνεδρίασης στην οποία λήφθηκαν οι αποφάσεις και, με εξαίρεση τις ετήσιες γενικές συνελεύσεις, το αντίγραφο των εν λόγω πρακτικών αντικαθίσταται από έγγραφη απόδειξη της απόφασης.

γ) Προσωρινή διατροφή: Πρόσωπο το οποίο δικαιούται διατροφή μπορεί να ζητήσει τον καθορισμό του μηνιαίου ποσού που πρέπει να λαμβάνει υπό μορφή προσωρινής διατροφής, υπό τον όρο ότι δεν έχει πραγματοποιηθεί η πρώτη οριστική πληρωμή. Όταν το δικαστήριο λάβει την αίτηση προσωρινής διατροφής, ορίζεται δικάσιμος και οι διάδικοι ενημερώνονται ότι πρέπει να παραστούν αυτοπροσώπως στο δικαστήριο ή να εκπροσωπηθούν από πληρεξούσιο με ειδική εξουσία συμβιβασμού. Κατά την ακροαματική διαδικασία, ο αντίδικος παρουσιάζει τα επιχειρήματά του, ο δε δικαστής επιδιώκει να επιτύχει συμφωνία στον καθορισμό της διατροφής, η οποία εγκρίνεται ακολούθως με δικαστική απόφαση.

Σε περίπτωση απουσίας οποιουδήποτε διαδίκου ή εάν η απόπειρα επίτευξης συμφωνίας δεν ευοδωθεί, ο δικαστής διατάσσει τη διεξαγωγή αποδείξεων πριν από την έκδοση προφορικής απόφασης, η οποία πρέπει να περιέχει συνοπτικό σκεπτικό.

δ) Προσωρινή αποζημίωση: Σε σχέση με αγωγές αποζημίωσης λόγω θανάτου ή τραυματισμού, το θύμα και τα πρόσωπα που δικαιούνται ενδεχομένως διατροφή από το θύμα, καθώς και τα πρόσωπα στα οποία το θύμα κατέβαλε διατροφή βάσει φυσικής ενοχής, μπορούν να ζητήσουν την επιδίκαση ορισμένου χρηματικού ποσού με τη μορφή μηνιαίου ποσού ως προσωρινή αποζημίωση λόγω τραυματισμού. Ο δικαστής εγκρίνει το ζητούμενο μέτρο, εφόσον αποδεικνύεται η κατάσταση ανάγκης ως αποτέλεσμα του τραυματισμού και υπάρχουν αποδείξεις της υποχρέωσης του εναγομένου προς αποζημίωση. Ο προσωρινός διακανονισμός, ο οποίος θα καταλογιστεί στον τελικό διακανονισμό της αποζημίωσης, καθορίζεται εύλογα από το δικαστήριο. Το ίδιο ισχύει και στις περιπτώσεις στις οποίες η αγωγή αποζημίωσης βασίζεται επίσης σε ζημία η οποία μπορεί να θέτει σε σοβαρό κίνδυνο την επιβίωση ή τη στέγαση του ζημιωθέντος. Τα προαναφερθέντα για την προσωρινή διατροφή ισχύουν επίσης, τηρουμένων των αναλογιών, για την προσωρινή αποζημίωση.

ε) Συντηρητική κατάσχεση: Η συντηρητική κατάσχεση επιτρέπει σε πιστωτή που έχει εύλογο φόβο απώλειας των στοιχείων που εγγυώνται την απαίτησή του να επιτύχει δικαστική συντηρητική κατάσχεση περιουσιακών στοιχείων. Ο αιτών τη συντηρητική κατάσταση εκθέτει τα πραγματικά περιστατικά που καθιστούν την ύπαρξη της απαίτησης πιθανή και δικαιολογούν τον επικαλούμενο φόβο, απαριθμώντας τα περιουσιακά στοιχεία τα οποία πρόκειται να κατασχεθούν μαζί με τις απαραίτητες πληροφορίες για την ολοκλήρωση της διαδικασίας. Εάν ζητείται συντηρητική κατάσχεση κατά του αγοραστή των περιουσιακών στοιχείων του οφειλέτη, ο αιτών, εφόσον δεν προκύπτει ότι η αγορά προσβλήθηκε δικαστικώς, πρέπει να εκθέσει τα πραγματικά περιστατικά τα οποία καθιστούν πιθανή την προσβολή της αγοράς.

Κατόπιν εξέτασης των αποδεικτικών στοιχείων, η συντηρητική κατάσχεση διατάσσεται χωρίς ακρόαση του αντιδίκου, εφόσον κρίνεται ότι πληρούνται οι νομικές προϋποθέσεις.

Σε περίπτωση συντηρητικής κατάσχεσης σκαφών ή του φορτίου τους, ο αιτών οφείλει να αποδεικνύει, επιπλέον της εκπλήρωσης των γενικών προϋποθέσεων, ότι η συντηρητική κατάσχεση επιτρέπεται λαμβάνοντας υπόψη τη φύση της απαίτησής του. Στην περίπτωση αυτή, δεν διατάσσεται συντηρητική κατάσχεση, εάν ο οφειλέτης παράσχει αμέσως εγγύηση και ο δανειστής την αποδεχτεί ή, εντός δύο ημερών, ο δικαστής την κρίνει ενδεδειγμένη εν προκειμένω ο απόπλους του σκάφους θα επιτραπεί όταν καταβληθεί η εγγύηση.

στ) Απαγόρευση νέας εργασίας: Όποιος θεωρεί ότι το δικαίωμα κυριότητας ή συγκυριότητάς του ή οποιοδήποτε άλλο εμπράγματο ή ενοχικό δικαίωμα χρήσης ή κατοχής παραβιάζεται ως αποτέλεσμα νέας εργασίας ή νέας υπηρεσίας η οποία προκαλεί ή ενδέχεται να προκαλέσει ζημία, μπορεί να ζητήσει, εντός 30 ημερών από την ημερομηνία κατά την οποία λαμβάνει γνώση του σχετικού γεγονότος, την άμεση αναστολή της εργασίας ή της υπηρεσίας. Ο αιτών μπορεί επίσης να επιβάλει άμεσα την απαγόρευση εξωδίκως ζητώντας από τον εργολάβο ή το υπεύθυνο πρόσωπο ή τον αντικαταστάτη του με προφορική όχληση, ενώπιον δύο μαρτύρων, να παύσει την εργασία. Η εξώδικη απαγόρευση δεν έχει ισχύ εάν δεν ζητηθεί επιβεβαίωσή της από το δικαστήριο εντός πέντε ημερών.

ζ) Μεσεγγύηση: Εάν υπάρχει εύλογος φόβος απώλειας, απόκρυψης ή απομάκρυνσης κινητών ή ακίνητων περιουσιακών στοιχείων ή εγγράφων, μπορεί να ζητηθεί η θέση τους υπό μεσεγγύηση. Η μεσεγγύηση συνδέεται με αγωγή που αφορά τον προσδιορισμό περιουσιακών στοιχείων ή την απόδειξη της κυριότητας των δικαιωμάτων επί των περιουσιακών στοιχείων που τίθενται υπό μεσεγγύηση. Τη μεσεγγύηση μπορεί να ζητήσει κάθε πρόσωπο το οποίο έχει συμφέρον στη διατήρηση των περιουσιακών στοιχείων ή των εγγράφων, αλλά μόνον οι πιστωτές μπορούν να ζητήσουν μεσεγγύηση σε περιπτώσεις οι οποίες συνεπάγονται φύλαξη κληρονομίας. Ο αιτών πρέπει να αποδεικνύει συνοπτικά το δικαίωμα που σχετίζεται με τα περιουσιακά στοιχεία καθώς και τα πραγματικά περιστατικά στα οποία βασίζεται ο φόβος απώλειας ή απομάκρυνσής τους. Εάν το δικαίωμα που σχετίζεται με τα περιουσιακά στοιχεία εξαρτάται από αγωγή η οποία ασκήθηκε ή πρόκειται να ασκηθεί, ο αιτών πρέπει να πείσει το δικαστήριο για την πιθανή βασιμότητα της σχετικής αγωγής. Μετά την προσκόμιση των απαραίτητων αποδείξεων, ο δικαστής εγκρίνει το μέτρο εάν φρονεί ότι το συμφέρον του αιτούντος διατρέχει σοβαρό κίνδυνο σε περίπτωση άρνησης της μεσεγγύησης.

2.1 Η διαδικασία

Εκτός από την απαγόρευση νέας εργασίας, για την οποία είναι δυνατό να αναληφθεί εξώδικη πρωτοβουλία που θα ακολουθηθεί από αίτηση επιβεβαίωσης από το δικαστήριο, όλα τα λοιπά ασφαλιστικά μέτρα βασίζονται σε αίτηση ενώπιον του δικαστηρίου στην οποία ο αιτών παρέχει συνοπτικές αποδείξεις για την ύπαρξη του απειλούμενου δικαιώματος και δικαιολογεί τον φόβο βλάβης. Στην αίτηση περιλαμβάνονται κατάλογος πέντε μαρτύρων το ανώτερο, καθώς και άλλα αποδεικτικά στοιχεία τα οποία ζητήθηκαν.

Κατόπιν αιτήματος, με την απόφαση διαταγής του μέτρου, ο δικαστής μπορεί να απαλλάξει τον αιτούντα από το βάρος άσκησης της κύριας αγωγής, εάν από το υλικό που συγκεντρώθηκε κατά τη διαδικασία προκύπτει ότι το προστατευόμενο δικαίωμα είναι υπαρκτό και η φύση του διατασσόμενου μέτρου είναι κατάλληλη για την επίτευξη τελικού διακανονισμού επί της διαφοράς. Η απαλλαγή αυτή μπορεί να χορηγηθεί έως την περάτωση της τελικής ακροαματικής διαδικασίας σε περίπτωση εκούσιας δικαιοδοσίας, ο εναγόμενος μπορεί να αντιταχθεί στην αντιστροφή της διαφοράς προσβάλλοντας επίσης το διαταχθέν μέτρο.

Το καθεστώς της αντιστροφής διαφοράς εφαρμόζεται τηρουμένων των αναλογιών στην προσωρινή απόδοση περιουσιακών στοιχείων, στην αναστολή αποφάσεων εταιρειών, στην προσωρινή διατροφή, στην απαγόρευση νέας εργασίας και σε άλλα μέτρα που προβλέπονται σε άλλη νομοθεσία τα οποία, εκ της φύσης τους, επιτρέπουν τον οριστικό διακανονισμό της διαφοράς.

Όταν ο νόμος δεν προβλέπει ότι το μέτρο διατάσσεται χωρίς την ακρόαση του εναγομένου, το δικαστήριο ακούει τον εναγόμενο, εκτός εάν η ακρόαση θέτει σε σοβαρό κίνδυνο τον στόχο ή την αποτελεσματικότητα του μέτρου.

Όταν μπορεί να ακουστεί πριν από τη διαταγή του μέτρου, ο εναγόμενος καλείται να ασκήσει ανακοπή κατά του μέτρου εντός δέκα ημερών. Η κλήτευση αντικαθίσταται από κοινοποίηση, όταν ο εναγόμενος έχει ήδη κλητευθεί στην κύρια δίκη.

Μετά τη λήξη της προθεσμίας άσκησης ανακοπής και την ακρόαση του εναγομένου, προσκομίζονται, εφόσον συντρέχει περίπτωση, οι αποδείξεις που ζήτησε ή καθόρισε το δικαστήριο.

Εάν δεν υπήρξε ακρόαση του εναγομένου και το μέτρο διαταχθεί, ο εναγόμενος λαμβάνει κοινοποίηση της σχετικής απόφασης αφού εκδοθεί. Μετά την κοινοποίηση μπορεί να προσφύγει γενικά κατά του διαταχθέντος μέτρου εάν θεωρεί ότι, λαμβανομένων υπόψη των πραγματικών περιστατικών, δεν έπρεπε να είχε διαταχθεί. Μπορεί επίσης να ασκήσει ανακοπή εάν επιθυμεί να επικαλεστεί πραγματικά περιστατικά ή να προσκομίσει αποδεικτικά στοιχεία τα οποία δεν λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο και τα οποία μπορούν να αναιρούν τους λόγους έγκρισης του ασφαλιστικού μέτρου ή να οδηγούν σε περιορισμό του. Ο εναγόμενος μπορεί να προσβάλει, με οποιονδήποτε από τους προαναφερθέντες τρόπους, την απόφαση αντιστροφής της διαφοράς. Εάν ο εναγόμενος ασκήσει ανακοπή, το δικαστήριο πρέπει να αποφασίσει κατά πόσον θα διατηρήσει, θα περιορίσει ή θα ανακαλέσει το προηγουμένως διαταχθέν μέτρο. Μπορεί να ασκηθεί ένδικο μέσο κατά της απόφασης και, κατά περίπτωση, της διατήρησης ή της ανάκλησης της αντιστροφής της διαφοράς με αποτέλεσμα, εάν απαιτείται, την προσκόμιση των αποδείξεων που απαιτούνται ή που καθορίζει το δικαστήριο.

Τα θέματα κατά τόπον αρμοδιότητας ρυθμίζονται από το άρθρο 78 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, βάσει του οποίου:

  1. Η συντηρητική κατάσχεση και η μεσεγγύηση ζητούνται από το δικαστήριο που είναι αρμόδιο για την άσκηση της σχετικής αγωγής ή το δικαστήριο του τόπου όπου βρίσκονται τα περιουσιακά στοιχεία ή, εάν τα στοιχεία αυτά βρίσκονται σε πολλές δικαστικές περιφέρειες, σε μια από αυτές.
  2. Για την απαγόρευση νέας εργασίας, αρμόδιο είναι το δικαστήριο του τόπου όπου πρόκειται να πραγματοποιηθεί η εργασία.
  3. Για τα λοιπά ασφαλιστικά μέτρα αρμόδιο είναι το δικαστήριο ενώπιον του οποίου πρέπει να ασκηθεί η σχετική αγωγή.

Σε περίπτωση μη αντιστροφής της διαφοράς, η διαδικασία συνδέεται με τις δικογραφίες μόλις ασκηθεί η αγωγή εάν η αγωγή ασκήθηκε σε άλλο δικαστήριο, παραπέμπεται σε αυτό και το εν λόγω δικαστήριο είναι αποκλειστικά αρμόδιο για τα επόμενα στάδια της διαδικασίας.

Εάν ζητηθούν ασφαλιστικά μέτρα κατά τη διάρκεια αγωγής, το αίτημα πρέπει να υποβληθεί στο δικαστήριο που έχει επιληφθεί της αγωγής, εκτός εάν εκκρεμεί προσφυγή κατά της αγωγής στην περίπτωση αυτή η συνεκδίκαση πραγματοποιείται μόνον μετά την περάτωση της διαδικασίας ή όταν η δικογραφία της κύριας δίκης διαβιβάζεται στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο.

Η εκπροσώπηση από δικηγόρο είναι υποχρεωτική όταν η αξία του μέτρου υπερβαίνει

τα 5.000 ευρώ ή όταν μπορεί να ασκηθεί ένδικο μέσο.

Η αξία των ασφαλιστικών μέτρων καθορίζεται ως ακολούθως:

  1. όσον αφορά την προσωρινή διατροφή και την προσωρινή αποζημίωση, με βάση το αιτούμενο μηνιαίο ποσό πολλαπλασιαζόμενο επί δώδεκα
  2. όσον αφορά την προσωρινή απόδοση περιουσιακών στοιχείων, με βάση την αξία του σχετικού περιουσιακού στοιχείου
  3. όσον αφορά την αναστολή αποφάσεων εταιρειών, με βάση την έκταση της ζημίας
  4. όσον αφορά την απαγόρευση νέας εργασίας και τα μη ειδικά ασφαλιστικά μέτρα, με βάση το ύψος της ζημίας που πρόκειται να αποτραπεί
  5. όσον αφορά τη συντηρητική κατάσχεση, με βάση το ποσό της απαίτησης που πρόκειται να καλύψει το ασφαλιστικό μέτρο
  6. όσον αφορά τη μεσεγγύηση, με βάση την αξία των φυλασσόμενων αγαθών.

2.2 Οι κύριες προϋποθέσεις

Κατά την εκτίμηση των κριτηρίων για την διαταγή ασφαλιστικών μέτρων, το δικαστήριο πρέπει να εξετάζει πάντοτε κατά πόσον υπάρχει βάσιμος φόβος, καθώς και τη σοβαρότητα και τη δυσχέρεια αποκατάστασης της πιθανής προσβολής του σχετικού δικαιώματος. Εκτιμά επίσης κατά πόσον το συντηρητικό ή προσωρινό μέτρο είναι κατάλληλο ώστε στη συγκεκριμένη περίπτωση να διαφυλάξει το δικαίωμα που εικάζεται ότι θίγεται. Πρέπει να διαπιστωθεί η ύπαρξη κινδύνου στην περίπτωση καθυστέρησης.

Το δικαστήριο εξετάζει επίσης κατά πόσον οι διαδικασίες εξαρτώνται ή ενδέχεται να εξαρτώνται από αγωγή που ασκήθηκε ή πρόκειται να ασκηθεί και η οποία βασίζεται στο προστατευόμενο δικαίωμα.

Στη συγκεκριμένη διαδικασία, το δικαστήριο οφείλει να εξασφαλίζει συνοπτικές αποδείξεις (δηλαδή αποδείξεις λιγότερο αυστηρές από εκείνες της κύριας δίκης) σχετικά με την πραγματική πιθανότητα ύπαρξης του προστατευόμενου δικαιώματος και επαρκή αιτιολόγηση του κινδύνου προσβολής του.

Για τις λοιπές προϋποθέσεις όσον αφορά τη λήψη ειδικών ασφαλιστικών μέτρων, μπορείτε να ανατρέξετε στις απαντήσεις στις ερωτήσεις 1 και 2.

Όλα τα ασφαλιστικά μέτρα θεωρούνται επείγοντα και έχουν προτεραιότητα σε σχέση με κάθε άλλη μη επείγουσα δικαστική πράξη, πρέπει, δε, να εκδικάζονται σε πρώτο βαθμό το αργότερο εντός δύο μηνών ή, εάν δεν απαιτείται κλήτευση του καθού, εντός 15 ημερών.

3 Αντικείμενο και φύση αυτών των μέτρων

3.1 Ποια περιουσιακά στοιχεία μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο αυτών των μέτρων;

Δικαιώματα και κινητά και ακίνητα περιουσιακά στοιχεία τα οποία δεν εξαιρούνται εν όλω ή εν μέρει από τον νόμο μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο ασφαλιστικών μέτρων.

3.2 Ποια τα αποτελέσματα αυτών των μέτρων;

Καθώς διατάσσονται από τα δικαστήρια, τα ασφαλιστικά μέτρα είναι δεσμευτικά για όλα τα πρόσωπα δημοσίου και ιδιωτικού δικαίου και υπερέχουν οποιουδήποτε μέτρου εκδόθηκε από οποιαδήποτε άλλη αρχή (άρθρο 205 παράγραφος 2 του Συντάγματος της Πορτογαλικής Δημοκρατίας). Κάθε πρόσωπο το οποίο δεν εφαρμόζει το διαταχθέν ασφαλιστικό μέτρο τιμωρείται με την ποινή που επιβάλλεται στο αδίκημα της διακεκριμένης ανυπακοής, ανεξάρτητα από τα μέτρα για την αναγκαστική εκτέλεσή του.

3.3 Ποια η ισχύς αυτών των μέτρων;

Ανεξάρτητα από την απαλλαγή του αιτούντος από το βάρος άσκησης της κύριας αγωγής, το ασφαλιστικό μέτρο αίρεται και, όταν διαταχθεί, λήγει:

  1. εάν ο αιτών δεν ασκήσει την αγωγή από την οποία εξαρτάται το μέτρο εντός 30 ημερών από την ημερομηνία κατά την οποία ενημερώθηκε ότι η απόφαση με την οποία διατάχθηκε το μέτρο κατέστη οριστική και τελεσίδικη
  2. εάν, μετά την άσκηση της αγωγής, η διαδικασία διακόπηκε για περισσότερες από 30 ημέρες λόγω αμέλειας του ενάγοντος
  3. εάν η αγωγή απορρίφθηκε με οριστική και αμετάκλητη απόφαση
  4. εάν ο κατηγορούμενος απηλλάγη και ο αιτών δεν άσκησε εμπρόθεσμα άλλη αγωγή ώστε να επωφεληθεί των αποτελεσμάτων προηγούμενης αγωγής
  5. εάν το δικαίωμα το οποίο επιθυμεί να προστατεύσει ο αιτών έπαυσε να υφίσταται.

Ανεξάρτητα από τους κανόνες για την κατανομή του βάρους απόδειξης, μόλις η απόφαση με την οποία διατάσσονται το ασφαλιστικό μέτρο και η αντιστροφή της διαφοράς καταστεί οριστική και τελεσίδικη, ο εναγόμενος ενημερώνεται ότι κάθε αγωγή αμφισβήτησης της ύπαρξης του προστατευόμενου δικαιώματος πρέπει να ασκηθεί εντός 30 ημερών από την κοινοποίηση, διαφορετικά το διαταχθέν μέτρο παγιώνεται ως οριστικό στοιχείο της διαφοράς.

Το ίδιο συμβαίνει όταν, μετά την άσκηση της αγωγής, η διαδικασία διακόπτεται επί περισσότερες από 30 ημέρες από αμέλεια του ενάγοντος ή ο κατηγορούμενος απαλλάσσεται και ο ενάγων δεν ασκεί εμπρόθεσμα άλλη αγωγή ώστε να επωφεληθεί των αποτελεσμάτων της προηγούμενης αγωγής.

Η λήξη του διαταχθέντος μέτρου εξαρτάται από το κατά πόσον γίνεται δεκτή, μέσω οριστικής και τελεσίδικης απόφασης, η αγωγή του ενάγοντος.

4 Υπάρχει δυνατότητα προσφυγής κατά ενός τέτοιου μέτρου;

Τακτικά ένδικα μέσα ασκούνται παραδεκτά όταν το αντικείμενο της δίκης έχει αξία η οποία υπερβαίνει το όριο αρμοδιότητας του δικαστηρίου ενώπιον του οποίου ασκείται το ένδικο μέσο κατά της απόφασης και η αμφισβητούμενη απόφαση είναι δυσμενής για τον διάδικο που ασκεί το ένδικο μέσο κατά περισσότερο από το ήμισυ του εν λόγω ορίου. Επίσης μπορούν πάντοτε να ασκηθούν ένδικα μέσα κατά αποφάσεων που αφορούν την αξία ασφαλιστικών μέτρων, για τον λόγο ότι η αξία τους υπερβαίνει το όριο αρμοδιότητας του δικαστηρίου που εξέδωσε την αμφισβητούμενη απόφαση, καθώς και κατά των προκαταρκτικών απορριπτικών αποφάσεων επί αρχικών αιτήσεων ασφαλιστικών μέτρων.

Ένδικα μέσα κατά αποφάσεων που διατάσσουν αντιστροφή της διαφοράς μπορούν να ασκηθούν μόνον σε συνδυασμό με ένδικα μέσα κατά αποφάσεων επί του ζητηθέντος μέτρου οι αποφάσεις απόρριψης της αντιστροφής της διαφοράς είναι οριστικές και τελεσίδικες.

Δεν ασκούνται ένδικα μέσα ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου κατά αποφάσεων που διατάσσουν ασφαλιστικά μέτρα, συμπεριλαμβανομένων εκείνων που καθορίζουν αντιστροφή της διαφοράς, με την επιφύλαξη των περιπτώσεων στις οποίες τα ένδικα μέσα ασκούνται πάντοτε παραδεκτά.

Οποιοσδήποτε ηττηθείς διάδικος και οποιοσδήποτε τρίτος υφίσταται άμεση και πραγματική ζημία ως αποτέλεσμα του ασφαλιστικού μέτρου, μπορεί να προσφύγει κατά του μέτρου.

Το δικαστήριο που είναι αρμόδιο για την εκδίκαση του ενδίκου μέσου είναι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο στη δικαστική περιφέρεια του δικαστηρίου που εξέδωσε την αμφισβητούμενη απόφαση.

Η προθεσμία για την άσκηση ενδίκου μέσου είναι 15 ημέρες από την ημερομηνία κοινοποίησης της απόφασης. Εάν το ένδικο μέσο αφορά επίσης την επανεκτίμηση καταχωρισμένων αποδείξεων, η προθεσμία αυξάνεται κατά 10 ημέρες.

Ένδικο μέσο το οποίο ασκείται κατά διαταγής που απορρίπτει ή δεν διατάσσει το μέτρο, έχει ανασταλτική ισχύ. Στις λοιπές περιπτώσεις, δεν έχει ανασταλτική ισχύ.

Περισσότερες πληροφορίες

Για περισσότερες πληροφορίες μπορείτε να απευθυνθείτε στους ακόλουθους ιστότοπους:

Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροΔικτυακή πύλη Δικαιοσύνης

Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροΓενική Διεύθυνση πολιτικής στον τομέα της δικαιοσύνης

Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροΔικτυακή πύλη CITIUS

Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροΒάση δεδομένων νομικών εγγράφων

Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροΕπίσημη Εφημερίδα της Πορτογαλίας


Την έκδοση αυτής της σελίδας στην εθνική γλώσσα διαχειρίζεται ο αντίστοιχος αρμόδιος επαφής του ΕΔΔ. Οι μεταφράσεις έχουν γίνει από την αρμόδια υπηρεσία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Οι τυχόν αλλαγές που επιφέρει η αρμόδια εθνική αρχή στο πρωτότυπο ενδέχεται να μην έχουν περιληφθεί ακόμα στις μεταφράσεις. Η Επιτροπή και το Ευρωπαϊκό Δικαστικό Δίκτυο δεν αναλαμβάνουν καμία απολύτως ευθύνη όσον αφορά πληροφορίες ή δεδομένα που περιέχονται ή αναφέρονται στο παρόν έγγραφο. Βλ. την ανακοίνωση νομικού περιεχομένου για τους κανόνες πνευματικής ιδιοκτησίας που ισχύουν στο κράτος μέλος που είναι αρμόδιο για την παρούσα σελίδα.

Τελευταία επικαιροποίηση: 30/09/2019