Zamknij

PORTAL JEST JUŻ DOSTĘPNY W WERSJI BETA!

Odwiedź europejski portal „e-Sprawiedliwość” w wersji beta i powiedz nam, co o nim myślisz!

 
 

Ścieżka nawigacji

menu starting dummy link

Page navigation

menu ending dummy link

Συστήματα απονομής δικαιοσύνης στα κράτη μέλη - Βέλγιο

Ta strona została przetłumaczona maszynowo – nie ma więc gwarancji co do jakości tłumaczenia.

Jakość tłumaczenia została oceniona jako: niedostateczna

Czy to tłumaczenie okazało się przydatne?

Στην παρούσα ενότητα παρουσιάζεται επισκόπηση της οργάνωσης των δικαστηρίων.


Οργάνωση της δικαιοσύνης — Δικαστικό σύστημα

Το βελγικό νομικό σύστημα είναι ένα σύστημα στην παράδοση του αστικού δικαίου, το οποίο περιλαμβάνει ένα σύνολο κωδικοποιημένων κανόνων που εφαρμόζονται και ερμηνεύονται από τους δικαστές.

Η οργάνωση των δικαστηρίων στο Βέλγιο αποτελεί αποκλειστική ομοσπονδιακή αρμοδιότητα.

Αρχές

Πριν από τον καθορισμό του δικαστικού συστήματος στο Βέλγιο, είναι χρήσιμο να εξεταστούν ορισμένες συνταγματικές και γενικές αρχές σχετικά με την οργάνωση του δικαστικού συστήματος.

Παράλληλα με τη νομοθετική εξουσία και την εκτελεστική εξουσία, το Σύνταγμα θέσπισε τη δικαστική εξουσία, την οποία ασκούν τα δικαστήρια. Συνεπώς, τα δικαστήρια αποτελούν ανεξάρτητη εξουσία παράλληλα με τις άλλες συνταγματικές εξουσίες.

Ο ρόλος του δικαστικού σώματος είναι να κρίνει υποθέσεις. για τον λόγο αυτό, εφαρμόζει το νόμο: Ο ρόλος του δικαστικού σώματος είναι ο δικαστής. Ως εκ τούτου, εφαρμόζει το νόμο: ρυθμίζει τις αστικές διαφορές και εφαρμόζει το ποινικό δίκαιο στα πρόσωπα που έχουν διαπράξει παράβαση. Γίνεται διάκριση μεταξύ των δικαστικών λειτουργών (δικαστές του κατώτερου και του ανώτερου δικαστηρίου) και των εισαγγελικών υπαλλήλων (εισαγγελική αρχή ή εισαγγελική αρχή).

Σύμφωνα με τα άρθρα 144 και 145 του Συντάγματος, οι διαφορές σχετικά με τα πολιτικά δικαιώματα ανήκουν αποκλειστικά στην αρμοδιότητα των δικαστηρίων, και οι διαφορές που αφορούν τα πολιτικά δικαιώματα ανήκουν στην αρμοδιότητα των δικαστηρίων, εκτός εάν προβλέπεται διαφορετικά από τον νόμο.

Το δικαστήριο ή άλλη αρχή που είναι σε θέση να εκδώσει απόφαση μπορεί να συσταθεί μόνο με νόμο. Σύμφωνα με το άρθρο 146 του βελγικού Συντάγματος, ανεξάρτητα από τον χαρακτηρισμό τους, δεν επιτρέπεται να δημιουργηθούν έκτακτα δικαστήρια ή προμήθειες.

Οι ακροαματικές διαδικασίες είναι δημόσιες, εκτός εάν η δημόσια πρόσβαση θα έθετε σε κίνδυνο τα χρηστά ήθη ή την ειρήνη· στην περίπτωση αυτή, το Δικαστήριο αποφαίνεται με απόφαση (άρθρο 148 παράγραφος 1, του Συντάγματος). Η αρχή των δημόσιων ακροάσεων διασφαλίζει τη διαφάνεια της δικαιοσύνης.

Η απόφαση πρέπει να είναι αιτιολογημένη. Η απόφαση αυτή δημοσιεύεται στο κοινό (άρθρο 149 του Συντάγματος). Η υποχρέωση αιτιολογήσεως που επιβάλλει το Σύνταγμα και το άρθρο 780 του code judiciaire (Code Judiciaire/Gerechtelijk Wetboek) συνεπάγεται ότι το δικαστήριο οφείλει να απαντήσει στα προβληθέντα από τα μέρη πραγματικά και νομικά επιχειρήματα. Οι λόγοι πρέπει να είναι πλήρεις και σαφείς, ακριβείς και επαρκείς. Η υποχρέωση αιτιολόγησης, όπως και η ανεξαρτησία της δικαστικής εξουσίας, προστατεύει τον διάδικο από τυχόν αυθαιρεσία και μπορεί να αποφασίσει λαμβάνοντας υπόψη τους λόγους για τους οποίους θα ασκήσει προσφυγή ενώπιον δευτεροβάθμιου δικαστηρίου ή του Ανώτατου Ακυρωτικού Δικαστηρίου (Cour de cassation).

Το άρθρο 151 παράγραφος 1 του Συντάγματος προβλέπει την ανεξαρτησία των δικαστών κατά την άσκηση των καθηκόντων τους και την ανεξαρτησία της υπηρεσίας του κράτους κατά τη διεξαγωγή ερευνών και διώξεων σε μεμονωμένες περιπτώσεις, με την επιφύλαξη μόνο του δικαιώματος του αρμόδιου υπουργού να διατάσσει την άσκηση ποινικής δίωξης και να εκδίδει δεσμευτικές κατευθυντήριες γραμμές για την ποινική πολιτική, συμπεριλαμβανομένων κατευθυντήριων γραμμών για την πολιτική έρευνας και δίωξης.

Σύμφωνα με την παράγραφο 4 της εν λόγω διάταξης, οι ειρηνοδίκες, οι δικαστές των δικαστηρίων, οι σύμβουλοι δικαστηρίων και το Cour de cassation διορίζονται από τον Βασιλέα υπό τους όρους και σύμφωνα με τη μέθοδο που ορίζει ο νόμος.

Οι δικαστές διορίζονται για τη ζωή τους. Συνταξιοδοτούνται σε ηλικία που καθορίζεται από τον νόμο και λαμβάνουν σύνταξη η οποία προβλέπεται από τον νόμο. Ο δικαστής μπορεί να στερείται τη θέση του ή να αναστέλλεται μόνο με δικαστική απόφαση. Η μεταγωγή του δικαστή γίνεται μόνο με τον διορισμό του σε νέα θέση και μόνο με τη συγκατάθεσή του (άρθρο 152 του Συντάγματος). Ομοίως, οι υπάλληλοι της Υπηρεσίας του Κράτους διορίζονται και παύονται από τον Βασιλέα (άρθρο 153 του Συντάγματος).

Οι μισθοί των μελών του δικαστικού σώματος καθορίζονται από τον νόμο (άρθρο 154 του Συντάγματος).

Οι δικαστές δεν μπορούν να δεχθούν μισθωτή θέση από την κυβέρνηση, εκτός εάν ενεργούν δωρεάν και η θέση δεν συνεπάγεται ασυμβίβαστο, όπως ορίζεται από τον νόμο (άρθρο 155 του Συντάγματος).

Είδος του δικαστηρίου

Το Βέλγιο έχει πέντε κύριες δικαστικές περιοχές, οι πέντε εφετεία: Βρυξέλλες, Λιέγη, Μονς, Γάνδη και Αμβέρσα.

Οι εν λόγω περιοχές χωρίζονται σε δικαστικές περιφέρειες (διοικητικές περιφέρειες grassements judiciaires/gerechtelijke arrondissement en), καθεμία από τις οποίες έχει πρωτοβάθμιο δικαστήριο (tribunal de première instance/rechtbank van eerste aanleg). Υπάρχουν 12 δικαστικές περιφέρειες της χώρας. Η δικαστική περιφέρεια των Βρυξελλών έχει δύο πρωτοβάθμια δικαστήρια, ένα από τα οποία είναι ολλανδόφωνο και το άλλο γαλλόφωνο.

Επιπλέον, υπάρχουν 9 εργατοδικεία και 9 τακτικά δικαστήρια στις δικαστικές περιφέρειες.

Οι περιφέρειες χωρίζονται με τη σειρά τους σε καντόνια (canton) (canton judiciaire/gerechtelijk kanton), καθένα από τα οποία διαθέτει δικαστικό επιμελητή (δικαιοσύνη de paix/vredegrecht). Υπάρχουν 187 καντόνια της χώρας.

Κάθε μία από τις δέκα επαρχίες, καθώς και η διοικητική περιφέρεια της πρωτεύουσας Βρυξελλών, έχει δικαστήριο ασπρίων. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δεν είναι μόνιμο δικαστήριο. Συγκαλείται κάθε φορά που τους αποστέλλεται κατηγορούμενος.

Η φύση και η σοβαρότητα ενός αδικήματος, η φύση της διαφοράς καθώς και το μέγεθος των σχετικών ποσών καθορίζουν τον τύπο του δικαστηρίου που πρέπει να εκδικάσει την υπόθεση.

Σε ορισμένες περιπτώσεις, είναι η φύση της διαφοράς που καθορίζει το δικαστήριο που πρέπει να επιληφθεί. Έτσι, το δικαστήριο του καντονιού είναι αρμόδιο για την εκδίκαση των υποθέσεων γειτονίας και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο είναι αρμόδιο για την εκδίκαση του διαζυγίου. Σε άλλες περιπτώσεις, είναι η ιδιότητα των μερών. Καταρχήν, το δικαστήριο της εταιρίας είναι ειδικό δικαστήριο το οποίο επιλαμβάνεται διαφορών μεταξύ επιχειρήσεων.

Μόλις προσδιοριστεί ο τύπος του αρμόδιου δικαστηρίου, είναι αναγκαίο να προσδιοριστεί ο τόπος όπου θα ληφθεί υπόψη η υπόθεση.

Σε αστικές υποθέσεις, η διαδικασία μπορεί να εκδικάζεται ενώπιον του δικαστή της κατοικίας του εναγομένου ή ενώπιον του δικαστή του τόπου στον οποίο συνήφθη η υποχρέωση.

Σε ποινικές υποθέσεις το δικαστήριο του τόπου όπου διαπράχθηκε το αδίκημα, το δικαστήριο του τόπου κατοικίας του υπόπτου και το δικαστήριο του τόπου όπου μπορεί να βρεθεί ο ίδιος, έχουν ίση δικαιοδοσία. Στην περίπτωση νομικών προσώπων, είναι το δικαστήριο του τόπου όπου βρίσκεται η καταστατική έδρα του και του τόπου στον οποίο το εν λόγω νομικό πρόσωπο έχει την κύρια εγκατάστασή του.

Δικαστήρια και η ιεραρχία τους

Τα τακτικά δικαστήρια και τα τακτικά δικαστήρια οργανώνονται σε ιεραρχία. Η δομή των δικαστηρίων έχει ως εξής:

4

ΤΟ ΑΝΏΤΑΤΟ ΑΚΥΡΩΤΙΚΌ ΔΙΚΑΣΤΉΡΙΟ

3

Εφετεία

Δικαστήρια εργατικών διαφορών

Κύκλος μαθημάτων σε καθιστή στάση

2

Πρωτοβάθμια δικαστήρια

Δικαστήρια απασχόλησης

Τα δικαστήρια της εταιρείας

1

Ειρηνοδίκες

Αστυνομικά δικαστήρια

Οι αποφάσεις των κατώτερων δικαστηρίων ονομάζονται jugements/vonnissen. Οι αποφάσεις των εφετείων, των εργατοδικείων, των ειρηνοδικείων και του Ανώτατου Ακυρωτικού Δικαστηρίου ονομάζονται rêts/arresten.

Τα αστικά δικαστήρια ασχολούνται κυρίως με ιδιωτικές διαφορές μεταξύ φυσικών και νομικών προσώπων.

Σκοπός των ποινικών δικαστηρίων είναι η επιβολή κυρώσεων στους δράστες αξιόποινων πράξεων μέσω των ποινών που προβλέπονται από τον νόμο (φυλάκιση, κοινοτική υπηρεσία, πρόστιμο κ.λπ.).

Υπάρχουν περιπτώσεις στις οποίες ένα από τα μέρη δεν συμφωνεί με δικαστική απόφαση. Τα διάφορα ένδικα βοηθήματα είναι ανοικτά στους διαδίκους ή, σε ορισμένες περιπτώσεις, σε τρίτους για τη λήψη νέας απόφασης. οι διαδικασίες προσφυγής εμπίπτουν σε δύο κατηγορίες: Συνήθεις διαδικασίες προσφυγής και έκτακτα ένδικα μέσα. υπάρχουν δύο είδη διαδικασιών προσφυγής:

Υπάρχουν δύο κύριοι δίαυλοι προσφυγής: Η ανακοπή και η προσφυγή
επιτρέπουν στον ερημοδικήσαντα εναγόμενο να αντιταχθεί στην απόφαση. Στην περίπτωση αυτή, η υπόθεση μπορεί να επανεξετασθεί από το δικαστήριο που την εξέδωσε.
Πέραν του περιορισμένου αριθμού περιπτώσεων στις οποίες δεν είναι δυνατή η άσκηση προσφυγής, το δικαίωμα αυτό μπορεί να ασκηθεί από όλα τα ενδιαφερόμενα μέρη. Ο καταδικασθείς, ο διάδικος που ζητεί αποζημίωση, ο ενάγων, ο εναγόμενος ή το Γραφείο του Κράτους έχουν τη δυνατότητα να ζητήσουν ακρόαση για δεύτερη φορά. Η έφεση εξετάζεται πάντοτε από δικαστήριο ανώτερο εκείνου που εξέδωσε την αρχική απόφαση.

Ο πίνακας που ακολουθεί παρέχει μια γενική εικόνα των εφετείων, ανάλογα με το όργανο στο οποίο ασκήθηκε έφεση κατά της απόφασης:

Απόφαση

Έφεση

Πολιτικώς ενάγων

Αστικές υποθέσεις

Το ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ (πολιτικό τμήμα)

Εμπορικά θέματα

Δικαστήριο της επιχείρησης

Πταισματοδικείο (Τribunal de Police)

Ποινικές υποθέσεις

Πρωτοβάθμιο δικαστήριο (ποινικό δικαστήριο)

Αστικές υποθέσεις

Πρωτοβάθμιο δικαστήριο (πρωτοδικείο)

Labour Court, Ιρλανδία

Δικαστήριο εργασίας

Πρωτοβάθμιο δικαστήριο

Εφετείο

Δικαστήριο της επιχείρησης

Εφετείο

Κατά το στάδιο της έφεσης οι δικαστές (του πρώτου βαθμού δικαιοδοσίας ή του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου) διέκριναν την ουσία της υπόθεσης για δεύτερη και τελευταία φορά και να δώσουν οριστική απόφαση. Ωστόσο, οι διάδικοι εξακολουθούν να έχουν τη δυνατότητα να ασκήσουν αναίρεση.

Ως εκ τούτου, εκτός από αυτές τις συνήθεις διαδικασίες προσφυγής, υπάρχουν «έκτακτες» διαδικασίες, εκ των οποίων η κύρια είναι η αναίρεση για τα νομικά ζητήματα στο Ανώτατο Ακυρωτικό Δικαστήριο. Η προσφυγή στο Ανώτατο Ακυρωτικό Δικαστήριο δεν αποτελεί τρίτο ή τρίτο επίπεδο δικαστηρίου. Το Ανώτατο Ακυρωτικό Δικαστήριο δεν εξετάζει τα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης που του έχουν υποβληθεί, αλλά τη συμμόρφωσή του με τον νόμο.

Εκτός από τα προαναφερθέντα δικαστήρια, υπάρχουν στο Βέλγιο δύο άλλα είδη δικαστηρίων. Έχουν έναν ρόλο παρακολούθησης: Το Συμβούλιο της Επικρατείας και το Συνταγματικό Δικαστήριο. Το Συμβούλιο της Επικρατείας είναι ανώτερο διοικητικό δικαστήριο και παρακολουθεί τη διοίκηση. Παρεμβαίνει όταν ένας πολίτης θεωρεί ότι η διοίκηση δεν έχει τηρήσει τη νομοθεσία. Ρόλος του Συνταγματικού Δικαστηρίου είναι να διασφαλίζει τη συμμόρφωση των πράξεων, των διαταγμάτων και των διαταγμάτων με το Σύνταγμα και να επιβλέπει την ορθή κατανομή των εξουσιών μεταξύ των δημόσιων αρχών του Βελγίου.

Νομικές βάσεις δεδομένων

Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροΗ δικαστική εξουσία του Βελγίου παρέχει, μεταξύ άλλων, πρόσβαση στη νομολογία, τη βελγική νομοθεσία και την επίσημη εφημερίδα.

Παρέχεται δωρεάν πρόσβαση στις βάσεις δεδομένων;

Ναι, η πρόσβαση στη βάση δεδομένων παρέχεται δωρεάν.

Σχετικοί σύνδεσμοι

Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροΟμοσπονδιακή Δημόσια Υπηρεσία Δικαιοσύνης


Αυτόματη μετάφραση του περιεχομένου. Ο ιδιοκτήτης της σελίδας αυτής δεν αποδέχεται καμία ευθύνη για την ποιότητα αυτής της μετάφρασης, που έγινε από μηχανή.

Τελευταία επικαιροποίηση: 22/08/2019