Close

BETA VERSION OF THE PORTAL IS NOW AVAILABLE!

Visit the BETA version of the European e-Justice Portal and give us feedback of your experience!

 
 

menu starting dummy link

Page navigation

menu ending dummy link

Διεθνής δικαιοδοσία - Λεττονία

Please note that the original language version of this page Latvian has been amended recently. The language version you are now viewing is currently being prepared by our translators.
Please note that the following languages: English have already been translated.

ΠΙΝΑΚΑΣ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΩΝ

1 Πρέπει να απευθυνθώ στα τακτικά πολιτικά δικαστήρια ή σε κάποιο ειδικό δικαστήριο (για παράδειγμα εργατοδικείο);

Ο νόμος περί πολιτικής δικονομίας διασφαλίζει ότι κάθε πρόσωπο, φυσικό ή νομικό, δικαιούται δικαστικής προστασίας των ατομικών του δικαιωμάτων, όταν αυτά τα δικαιώματα παραβιάζονται ή αμφισβητούνται, και δικαστικής προστασίας οποιουδήποτε συμφέροντος διασφαλίζεται από τον νόμο. Κατά γενικό κανόνα, όλες οι αστικές διαφορές επιλύονται από τα δικαστήρια σύμφωνα με τις τυπικές δικαστικές διαδικασίες. Σε εξαιρετικές περιπτώσεις, και μόνο όπου προβλέπεται από τη νομοθεσία, οι αστικές διαφορές μπορούν να διευθετούνται με άλλες εξωδικαστικές διαδικασίες. Όταν προβλέπεται από τη νομοθεσία, το δικαστήριο εκδικάζει επίσης αγωγές που ασκούνται από φυσικά και νομικά πρόσωπα οι οποίες δεν έχουν χαρακτήρα αστικής διαφοράς. Σε κάθε περίπτωση, ωστόσο, η διευθέτηση μιας διαφοράς αποφασίζεται από δικαστήριο ή δικαστή. Εάν το δικαστήριο ή ο δικαστής αναγνωρίσει ότι η διαφορά δεν εμπίπτει στην αρμοδιότητα του δικαστηρίου, στη σχετική απόφαση υποδεικνύεται το αρμόδιο όργανο για την επίλυση της διαφοράς.

Δεν υπάρχουν ειδικά δικαστήρια στη Λετονία για την εκδίκαση συγκεκριμένων κατηγοριών αστικών υποθέσεων. Ωστόσο, οι συνήθεις κανόνες περί δικαιοδοσίας υπόκεινται σε ορισμένες εξαιρέσεις που καθορίζουν το επίπεδο του δικαστηρίου που πρέπει να εκδικάσει την υπόθεση σε πρώτο βαθμό.

2 Όταν έχουν αρμοδιότητα τα τακτικά πολιτικά δικαστήρια (δηλαδή αυτά τα δικαστήρια είναι αρμόδια για τις εν λόγω υποθέσεις), πώς μπορώ να βρω σε ποιο πρέπει να απευθυνθώ;

Οι αστικές υποθέσεις εξετάζονται επί της ουσίας τους στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο που έχει την κατά τόπον αρμοδιότητα ορισμένες υποθέσεις που προσδιορίζονται από τη νομοθεσία εκδικάζονται υποχρεωτικά από περιφερειακό δικαστήριο.

2.1 Υπάρχει διαφοροποίηση μεταξύ κατωτέρων και ανωτέρων τακτικών πολιτικών δικαστηρίων (για παράδειγμα τα πρωτοδικεία ως κατώτερα δικαστήρια και τα περιφερειακά δικαστήρια ως ανώτερα δικαστήρια) και αν ναι, ποιο δικαστήριο είναι αρμόδιο για την υπόθεση μου;

Η ουσία της υπόθεσης δεν μπορεί να εξεταστεί από ανώτερο δικαστήριο πριν εκδικαστεί από κατώτερο δικαστήριο. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο για αστικές υποθέσεις είναι το επαρχιακό ή δημοτικό δικαστήριο (rajona (pilsētas) tiesa) ή το περιφερειακό δικαστήριο (apgabaltiesa) στην αρμοδιότητα του οποίου εμπίπτει η υπόθεση. Στις αστικές διαδικασίες οι υποθέσεις εξετάζονται επί της ουσίας από το δικαστήριο που είναι αρμόδιο για το είδος και το αντικείμενο της υπόθεσης και για τον τόπο της διαφοράς.

Εάν η υπόθεση εμπίπτει στην αρμοδιότητα των δικαστηρίων, εκδικάζεται κατά κανόνα από το επαρχιακό ή δημοτικό δικαστήριο, ωστόσο ορισμένες υποθέσεις που προσδιορίζονται στη νομοθεσία εκδικάζονται από το περιφερειακό δικαστήριο. Οι ακόλουθες υποθέσεις εκδικάζονται σε πρώτο βαθμό από το περιφερειακό δικαστήριο:

  • διαφορές επί δικαιωμάτων ιδιοκτησίας που αφορούν ακίνητη περιουσία, εκτός από την κατανομή της περιουσίας συζύγων
  • υποθέσεις που αφορούν την προστασία δικαιωμάτων ευρεσιτεχνίας, εμπορικών σημάτων και ενδείξεων γεωγραφικής προέλευσης
  • υποθέσεις που αφορούν την αφερεγγυότητα και εκκαθάριση πιστωτικών ιδρυμάτων.

Εάν περισσότερες της μίας αγωγές αποτελούν μέρος μιας ενιαίας υπόθεσης και ορισμένες από αυτές τις αγωγές υπάγονται στην αρμοδιότητα επαρχιακού ή δημοτικού δικαστηρίου ενώ άλλες στην αρμοδιότητα περιφερειακού δικαστηρίου, ή όταν μια ανταγωγή που εμπίπτει στην αρμοδιότητα περιφερειακού δικαστηρίου έχει ασκηθεί σε επαρχιακό ή δημοτικό δικαστήριο, η υπόθεση εκδικάζεται από περιφερειακό δικαστήριο.

Οι αστικές υποθέσεις που αφορούν υπηρεσιακό ή κρατικό απόρρητο εμπίπτουν στην αρμοδιότητα του περιφερειακού δικαστηρίου της Ρίγας (Rīgas apgabaltiesa) ως πρωτοβάθμιου δικαστηρίου.

2.2 Κατά τόπον αρμοδιότητα (είναι αρμόδιο για την υπόθεση μου το δικαστήριο της πόλης Α ή το δικαστήριο της πόλης Β;)

Οι αστικές υποθέσεις ανατίθενται προς εξέταση σε πρώτο βαθμό σε δικαστήρια διαφορετικών επιπέδων, με βάση το αντικείμενό τους: οι υποθέσεις κατατάσσονται σύμφωνα με την κατηγορία και τη φύση της απαίτησης. Ωστόσο, κάθε δικαστήριο του ιδίου επιπέδου έχει τη δική του κατά τόπον αρμοδιότητα.

2.2.1 Ο βασικός κανόνας της κατά τόπον αρμοδιότητας

Σύμφωνα με τις γενικές διαδικασίες όσον αφορά την κατά τόπον αρμοδιότητα, κάθε αγωγή έναντι φυσικού προσώπου πρέπει να κατατίθεται στο δικαστήριο του δηλωθέντος τόπου διαμονής του εν λόγω προσώπου (άρθρο 26 του νόμου περί πολιτικής δικονομίας). Κάθε αγωγή κατά νομικού προσώπου πρέπει να κατατίθεται στο δικαστήριο της καταστατικής έδρας του εν λόγω προσώπου. Συνεπώς, το αρμόδιο πρωτοβάθμιο δικαστήριο καθορίζεται από το αντικείμενο της υπόθεσης και από τους κανόνες που διέπουν την κατά τόπον αρμοδιότητα.

2.2.2 Εξαιρέσεις στον βασικό κανόνα

Ο νόμος περί πολιτικής δικονομίας προβλέπει επίσης εξαιρέσεις από τους κανόνες της κατά τόπον αρμοδιότητας στις αστικές υποθέσεις, βάσει των οποίων ο ενάγων μπορεί να επιλέξει είτε να ασκήσει αγωγή σύμφωνα με τις γενικές διατάξεις της κατά τόπον αρμοδιότητας, δηλαδή στο δικαστήριο του δηλωθέντος τόπου διαμονής ή της καταστατικής έδρας του εναγομένου, είτε να ασκήσει αγωγή ενώπιον διαφορετικού πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, του ιδίου επιπέδου, το οποίο η νομοθεσία ορίζει ως εναλλακτικό δικαστήριο.

2.2.2.1 Πότε μπορώ να επιλέξω ανάμεσα στο δικαστήριο του τόπου κατοικίας του εναγομένου (το δικαστήριο του βασικού κανόνα) και κάποιο άλλο δικαστήριο;

Κάθε αγωγή κατά εναγομένου που δεν έχει δηλώσει τόπο διαμονής κατατίθεται στο δικαστήριο που καθορίζεται από τον πραγματικό τόπο διαμονής του εναγομένου.

Εάν ο πραγματικός τόπος διαμονής του εναγομένου δεν είναι γνωστός ή αν ο εναγόμενος δεν έχει συνήθη τόπο διαμονής στη Λετονία, η αγωγή κατατίθεται στο δικαστήριο του τόπου όπου βρίσκεται οιαδήποτε ακίνητη περιουσία του εναγομένου ή του τελευταίου γνωστού τόπου διαμονής του εναγομένου.

Σε ορισμένες περιπτώσεις που προσδιορίζονται από τη νομοθεσία, ο ενάγων έχει δικαίωμα να επιλέξει να καταθέσει αγωγή είτε στο δικαστήριο που καθορίζεται με βάση τον δηλωθέντα τόπο διαμονής ή την καταστατική έδρα του εναγομένου, είτε σε άλλο δικαστήριο.

2.2.2.2 Σε ποιες περιπτώσεις υποχρεούμαι να επιλέξω δικαστήριο άλλο από αυτό της κατοικίας του εναγομένου (το δικαστήριο του βασικού κανόνα);

Οι κανόνες που αφορούν την επιλογή του ενάγοντα σε σχέση με την αρμοδιότητα καθορίζονται στο άρθρο 28 του νόμου περί πολιτικής δικονομίας, που παραθέτει λεπτομερή κατάλογο των ειδών υποθέσεων και των εναλλακτικών δικαστηρίων ενώπιον των οποίων μπορεί να ασκηθεί αγωγή:

  • Αγωγή που ανακύπτει από τις δραστηριότητες θυγατρικής ή γραφείου αντιπροσωπείας ενός νομικού προσώπου δύναται επίσης να υποβληθεί στο δικαστήριο της καταστατικής έδρας της θυγατρικής ή του γραφείου αντιπροσωπείας.
  • Αγωγή που αφορά την καταβολή διατροφής για τέκνα ή γονείς, ή τον καθορισμό πατρότητας δύναται επίσης να κατατεθεί στο δικαστήριο του δηλωθέντος τόπου διαμονής του ενάγοντα.
  • Αγωγή που ανακύπτει από σωματική βλάβη (άρθρα 2347-2353 του Αστικού Κώδικα) που έχει επιφέρει αναπηρία, άλλη βλάβη στην υγεία ή τον θάνατο του ενδιαφερομένου δύναται επίσης να κατατεθεί στο δικαστήριο του δηλωθέντος τόπου διαμονής του ενάγοντα ή του τόπου όπου προκλήθηκε η βλάβη.
  • Αγωγή που αφορά ζημία σε περιουσιακά στοιχεία φυσικού ή νομικού προσώπου δύναται επίσης να κατατεθεί στο δικαστήριο του τόπου όπου προκλήθηκε η ζημία.
  • Αγωγή που αφορά απόδοση περιουσιακών στοιχείων ή αποζημίωση για την αξία αυτών, δύναται επίσης να κατατεθεί στο δικαστήριο του δηλωθέντος τόπου διαμονής του ενάγοντα.
  • Αγωγές για ναυτικές απαιτήσεις είναι δυνατόν επίσης να κατατεθούν στο δικαστήριο του τόπου όπου κατασχέθηκε το σκάφος που ανήκει στον εναγόμενο.
  • Αγωγή κατά περισσότερων του ενός εναγομένων που διαμένουν ή βρίσκονται σε διάφορα μέρη δύναται να κατατεθεί στο δικαστήριο του τόπου διαμονής ή της καταστατικής έδρας ενός από τους εναγομένους.
  • Αγωγή που αφορά διαζύγιο ή ακύρωση γάμου δύναται να κατατεθεί στο δικαστήριο του δηλωθέντος τόπου διαμονής του ενάγοντα, εάν:
    • ανήλικοι διαμένουν με τον ενάγοντα
    • ο γάμος του οποίου ζητείται η λύση έχει συναφθεί με πρόσωπο που εκτίει ποινή φυλάκισης
    • ο γάμος του οποίου ζητείται η λύση έχει συναφθεί με πρόσωπο αγνώστου διαμονής ή που ζει στο εξωτερικό.
  • Αγωγή που ανακύπτει από σχέση εργασίας δύναται επίσης να κατατεθεί στο δικαστήριο του δηλωθέντος τόπου διαμονής ή τόπου εργασίας του ενάγοντα.

Εάν ο ενάγων στις ανωτέρω περιπτώσεις δεν έχει δηλώσει τόπο διαμονής, η αγωγή μπορεί να κατατεθεί στο δικαστήριο του de πραγματικού τόπου διαμονής του ενάγοντα.

Υπάρχει επίσης πρόβλεψη για αποκλειστική αρμοδιότητα σε αστικές υποθέσεις, η οποία υπερισχύει όχι μόνο της συνήθους κατά τόπον αρμοδιότητας, αλλά και κάθε άλλης μορφής κατά τόπον αρμοδιότητας. Η αρμοδιότητα καθορίζεται από το είδος της αγωγής στις ακόλουθες περιπτώσεις:

Αγωγή που αφορά δικαιώματα κυριότητας ή οποιοδήποτε άλλο δικαίωμα ιδιοκτησίας επί ακίνητης περιουσίας ή παρακολουθημάτων αυτής, ή αγωγή που αφορά την εγγραφή αυτών των δικαιωμάτων στο κτηματολόγιο ή τη διαγραφή αυτών των δικαιωμάτων και την εξαίρεση της περιουσίας από το γενικό βιβλίο εκθέσεων, πρέπει να κατατίθεται στο δικαστήριο του τόπου όπου βρίσκεται η περιουσία.

Όταν η αγωγή αφορά την περιουσία αποβιώσαντος και δεν υπάρχουν γνωστοί κληρονόμοι που έχουν επιβεβαιωθεί ή έχουν αποδεχθεί την κληρονομιά, αρμόδιο είναι το δικαστήριο του δηλωθέντος ή του πραγματικού τόπου διαμονής του αποβιώσαντος, όμως εάν ο δηλωθείς ή ο πραγματικός τόπος διαμονής του αποβιώσαντος δεν βρίσκεται στη Λετονία ή είναι άγνωστος, αρμόδιο είναι το δικαστήριο του τόπου όπου βρίσκεται η περιουσία ή μέρος αυτής.

Αποκλειστική δικαιοδοσία μπορεί επίσης να προβλέπεται σε άλλες νομοθετικές πράξεις.

Οι διατάξεις που παρατίθενται κατωτέρω ισχύουν επίσης για τις υποθέσεις που υπόκεινται σε ειδικές δικαστικές διαδικασίες:

Αίτηση για την έγκριση υιοθεσίας πρέπει να υποβάλλεται στο δικαστήριο του δηλωθέντος τόπου διαμονής του υιοθετούντος ή, σε περίπτωση που δεν έχει δηλωθεί, του πραγματικού τόπου διαμονής του υιοθετούντος αίτηση ακύρωσης υιοθεσίας πρέπει να υποβάλλεται στο δικαστήριο του δηλωθέντος τόπου διαμονής του αιτούντος ή, σε περίπτωση που δεν έχει δηλωθεί, του πραγματικού τόπου διαμονής του αιτούντος.

Αίτηση για την έγκριση υιοθεσίας που υποβάλλεται από ξένο υπήκοο ή πρόσωπο που ζει σε ξένο κράτος πρέπει να υποβάλλεται στο δικαστήριο του δηλωθέντος τόπου διαμονής του προς υιοθεσία προσώπου εάν όμως το πρόσωπο αυτό τελεί υπό εξωοικογενειακή μέριμνα, η αίτηση πρέπει να υποβάλλεται στο δικαστήριο του τόπου όπου παρέχεται η εν λόγω μέριμνα (άρθρο 259 παράγραφος 2 του νόμου περί πολιτικής δικονομίας).

Αίτηση για τον περιορισμό της δικαιοπρακτικής ικανότητας ενός προσώπου λόγω διανοητικής διαταραχής ή άλλης διαταραχής της υγείας πρέπει να υποβάλλεται στο δικαστήριο του δηλωθέντος τόπου διαμονής του προσώπου αυτού, ή σε περίπτωση που δεν έχει δηλωθεί, του πραγματικού τόπου διαμονής του εάν το εν λόγω πρόσωπο έχει εισαχθεί σε νοσηλευτικό ίδρυμα, η αίτηση πρέπει να υποβάλλεται στο δικαστήριο του τόπου όπου βρίσκεται το νοσηλευτικό ίδρυμα (άρθρο 264 του νόμου περί πολιτικής δικονομίας).

  • Αίτηση για περιορισμό της δικαιοπρακτικής ικανότητας και επιβολή κηδεμονίας σε πρόσωπο λόγω του έκλυτου ή άσωτου βίου του, της υπερβολικής χρήσης αλκοόλ ή άλλων ναρκωτικών ουσιών, πρέπει να υποβάλλεται στο δικαστήριο του δηλωθέντος τόπου διαμονής του προσώπου αυτού ή, σε περίπτωση που δεν έχει δηλωθεί, του πραγματικού τόπου διαμονής του (άρθρο 271 του νόμου περί πολιτικής δικονομίας).
  • Οι υποθέσεις που αφορούν τη διαχείριση της περιουσίας απόντος ή αγνοούμενου προσώπου πρέπει να εκδικάζονται από το δικαστήριο του τελευταίου τόπου διαμονής του εν λόγω προσώπου (άρθρο 278 του νόμου).
  • Αίτηση για την κήρυξη σε αφάνεια αγνοούμενου προσώπου πρέπει να υποβάλλεται στο δικαστήριο του τελευταίου τόπου διαμονής του προσώπου αυτού (άρθρο 282 του νόμου).
  • Αίτηση διαπίστωσης γεγονότων νομικής σημασίας από δικαστήριο πρέπει να υποβάλλεται στο δικαστήριο του δηλωθέντος τόπου διαμονής του αιτούντος ή, σε περίπτωση που δεν έχει δηλωθεί, στον πραγματικό τόπο διαμονής του αιτούντος (άρθρο 290 του νόμου).
  • Αίτηση απόσβεσης δικαιωμάτων επί ακίνητης περιουσίας πρέπει να υποβάλλεται στο δικαστήριο του τόπου όπου βρίσκεται η ακίνητη περιουσία αίτηση απόσβεσης οποιουδήποτε άλλου δικαιώματος πρέπει να υποβάλλεται στο δικαστήριο του δηλωθέντος τόπου διαμονής του αιτούντος ή, σε περίπτωση που δεν έχει δηλωθεί, του πραγματικού τόπου διαμονής του αιτούντος ή, στην περίπτωση νομικού προσώπου, της καταστατικής έδρας, εκτός εάν προβλέπεται διαφορετικά από τον νόμο (άρθρο 294 παράγραφος 2 του νόμου).
  • Αίτηση για την ακύρωση απολεσθέντος, κλεμμένου ή κατεστραμμένου εγγράφου και για την ανανέωση των σχετικών με αυτό δικαιωμάτων πρέπει να υποβάλλεται στο δικαστήριο του τόπου πληρωμής που αναφέρεται στο έγγραφο ή, εάν ο τόπος πληρωμής δεν είναι γνωστός, στο δικαστήριο του δηλωθέντος τόπου διαμονής του οφειλέτη ή, σε περίπτωση που δεν έχει δηλωθεί, του πραγματικού τόπου διαμονής του οφειλέτη ή, στην περίπτωση νομικού προσώπου, της καταστατικής του έδρας εάν ο πραγματικός τόπος διαμονής ή η καταστατική έδρα του οφειλέτη είναι επίσης άγνωστα, η αίτηση πρέπει να υποβάλλεται στο δικαστήριο του τόπου έκδοσης του εγγράφου (άρθρο 299 του νόμου).
  • Αίτηση εξαγοράς ακινήτου πρέπει να υποβάλλεται στο δικαστήριο του τόπου όπου βρίσκεται η ακίνητη περιουσία (άρθρο 336 του νόμου)
  • Κάθε αίτηση για μέτρα εξασφάλισης μιας απαίτησης πρέπει να εξετάζεται από το δικαστήριο του τόπου όπου βρίσκεται η καταστατική έδρα του οφειλέτη (άρθρο 341.1 του νόμου).

Κάθε υπόθεση που αφορά αφερεγγυότητα νομικού προσώπου πρέπει να εκδικάζεται από το δικαστήριο του τόπου όπου εδρεύει ο οφειλέτης. Αρμόδιο για την έναρξη διαδικασιών αφερεγγυότητας, σύμφωνα με το άρθρο 3 παράγραφος 1 του κανονισμού αριθ. Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυρο1346/2000 του Συμβουλίου, είναι το δικαστήριο του τόπου όπου βρίσκεται το κέντρο των κυρίων συμφερόντων του οφειλέτη. Ωστόσο, εφόσον κινηθούν διαδικασίες αφερεγγυότητας σύμφωνα με το άρθρο 3 παράγραφος 2 του εν λόγω κανονισμού, η υπόθεση εκδικάζεται από το δικαστήριο ενός τόπου όπου ο οφειλέτης διαθέτει «εγκατάσταση», κατά την έννοια του άρθρου 2 στοιχείο η) του κανονισμού (άρθρο 363.1 του νόμου περί πολιτικής δικονομίας).

Κάθε υπόθεση που αφορά αφερεγγυότητα φυσικού προσώπου πρέπει να εκδικάζεται από το δικαστήριο του δηλωθέντος τόπου διαμονής του οφειλέτη ή, σε περίπτωση που δεν έχει δηλωθεί, του πραγματικού τόπου διαμονής του οφειλέτη. Αρμόδιο για την έναρξη διαδικασιών αφερεγγυότητας, σύμφωνα με το άρθρο 3 παράγραφος 1 του κανονισμού αριθ. Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυρο1346/2000 του Συμβουλίου, είναι το δικαστήριο του τόπου όπου βρίσκεται το κέντρο των κυρίων συμφερόντων του οφειλέτη. Ωστόσο, εφόσον κινηθούν διαδικασίες αφερεγγυότητας σύμφωνα με το άρθρο 3 παράγραφος 2 του εν λόγω κανονισμού, η υπόθεση εκδικάζεται από το δικαστήριο ενός τόπου όπου ο οφειλέτης διαθέτει «εγκατάσταση», κατά την έννοια του άρθρου 2 στοιχείο η) του κανονισμού (άρθρο 363.22 του νόμου).

Οι υποθέσεις που αφορούν την αφερεγγυότητα ή εκκαθάριση πιστωτικών ιδρυμάτων πρέπει να εκδικάζονται από το δικαστήριο του τόπου όπου βρίσκεται η καταστατική έδρα του πιστωτικού ιδρύματος (άρθρο 364 του νόμου).

  • Ένας εργοδότης μπορεί να υποβάλει αίτηση για κήρυξη απεργίας ή γνωστοποίησης απεργίας ως παράνομης, με βάση τους λόγους που αναφέρονται στον νόμο περί απεργιών και σύμφωνα με τη διαδικασία που ορίζεται εκεί: η αίτηση για την κήρυξη απεργίας ή γνωστοποίησης απεργίας ως παράνομης πρέπει να υποβάλλεται στο δικαστήριο του τόπου όπου πρόκειται να πραγματοποιηθεί η απεργία (άρθρο 390 του νόμου περί πολιτικής δικονομίας).
  • Εκπρόσωποι των εργαζομένων μπορούν να υποβάλλουν αίτηση για κήρυξη ανταπεργίας ή γνωστοποίησης ανταπεργίας ως παράνομης, με βάση τους λόγους που αναφέρονται στον νόμο περί εργατικών διαφορών και σύμφωνα με τη διαδικασία που ορίζεται σε αυτόν: η αίτηση για την κήρυξη ανταπεργίας ή γνωστοποίησης ανταπεργίας ως παράνομης πρέπει να υποβάλλεται στο δικαστήριο του τόπου όπου πρόκειται να πραγματοποιηθεί η απεργία (άρθρο 394.1 του νόμου περί πολιτικής δικονομίας).

Υποθέσεις που αφορούν την εκούσια εκτέλεση υποχρεώσεων (saistību bezstrīdus piespiedu izpildīšana):

  • Αιτήσεις για την εκούσια εκποίηση ακίνητης περιουσίας σε πλειστηριασμό μέσω του δικαστηρίου πρέπει να υποβάλλονται στο επαρχιακό ή δημοτικό δικαστήριο του τόπου όπου βρίσκεται η ακίνητη περιουσία (άρθρο 395 του νόμου περί πολιτικής δικονομίας).
  • Αιτήσεις για την εκούσια εκτέλεση χρηματικών πληρωμών ή την επιστροφή κινητών περιουσιακών στοιχείων ή την εκούσια εκτέλεση συμβατικών υποχρεώσεων που είναι εξασφαλισμένες με εμπορικό ενέχυρο πρέπει να υποβάλλονται στην υπηρεσία κτηματολογίου του επαρχιακού ή δημοτικού δικαστηρίου του δηλωθέντος τόπου διαμονής του οφειλέτη ή, σε περίπτωση που δεν έχει δηλωθεί, του πραγματικού τόπου διαμονής του οφειλέτη (άρθρο 403 παράγραφος 1 του νόμου).
  • Αιτήσεις για εκούσια εκτέλεση δυνάμει εγγράφων ενεχυρίασης ακίνητης περιουσίας ή για εκούσια εκτέλεση υποχρέωσης εκκένωσης ή επιστροφής εκμισθωμένης, με απλή ή χρηματοδοτική μίσθωση, ακίνητης περιουσίας πρέπει να υποβάλλονται στην υπηρεσία κτηματολογίου του επαρχιακού ή δημοτικού δικαστηρίου του τόπου όπου βρίσκεται η ακίνητη περιουσία. Εάν μια υποχρέωση είναι εξασφαλισμένη έναντι περισσότερων του ενός ακίνητων περιουσιακών στοιχείων και οι αιτήσεις εμπίπτουν στην αρμοδιότητα των υπηρεσιών κτηματολογίου διαφορετικών επαρχιακών ή δημοτικών δικαστηρίων, η αίτηση πρέπει να εξετάζεται από την υπηρεσία κτηματολογίου του επαρχιακού ή δημοτικού δικαστηρίου του τόπου όπου βρίσκεται ένα από αυτά τα περιουσιακά στοιχεία, κατ᾽ επιλογήν του αιτούντος (άρθρο 403 παράγραφος 2 του νόμου).
  • Αιτήσεις για εκούσια εκτέλεση βάσει υποχρέωσης που πηγάζει από ναυτική υποθήκη πρέπει να υποβάλλονται στην υπηρεσία κτηματολογίου του επαρχιακού ή δημοτικού δικαστηρίου του τόπου εγγραφής της υποχρέωσης από ναυτική υποθήκη (άρθρο 403 παράγραφος 3 του νόμου).

Υποθέσεις που αφορούν την αναγκαστική εκτέλεση υποχρεώσεων κατόπιν δικαστικής όχλησης (saistību piespiedu izpildīšana brīdinājuma kārtībā):

Αίτηση για την αναγκαστική εκτέλεση υποχρεώσεων κατόπιν δικαστικής όχλησης πρέπει να υποβάλλεται στην υπηρεσία κτηματολογίου του επαρχιακού ή δημοτικού δικαστηρίου του δηλωθέντος τόπου διαμονής του οφειλέτη ή, σε περίπτωση που δεν έχει δηλωθεί, του πραγματικού τόπου διαμονής ή της καταστατικής έδρας του οφειλέτη (άρθρο 406.2 του νόμου περί πολιτικής δικονομίας).

2.2.2.3 Μπορούν οι διάδικοι να αναθέσουν αρμοδιότητα σε δικαστήριο που άλλως δεν θα είχε αρμοδιότητα;

Ναι, υπάρχει αυτή η δυνατότητα: Η λετονική νομοθεσία επιτρέπει στους διαδίκους να επιλέξουν το κατά τόπον αρμόδιο δικαστήριο για την υπόθεσή τους, κατόπιν μεταξύ τους συμφωνίας. Κατά τη σύναψη σύμβασης, οι συμβαλλόμενοι μπορούν να ορίσουν το πρωτοβάθμιο δικαστήριο όπου θα διευθετηθούν τυχόν μελλοντικές διαφορές που θα αφορούν τη σύμβαση ή την εκπλήρωση των όρων της. Οι συμβαλλόμενοι δεν δύνανται να αλλάξουν την αρμοδιότητα με βάση το αντικείμενο της διαφοράς, δηλαδή το επίπεδο του δικαστηρίου που θα εκδικάσει την υπόθεση σε πρώτο βαθμό (άρθρο 25 του νόμου περί πολιτικής δικονομίας) δεν μπορούν επίσης να αλλάξουν οποιαδήποτε αποκλειστική αρμοδιότητα (άρθρο 29 του νόμου). Η αρμοδιότητα κατόπιν συμφωνίας υπόκειται σε δύο περιορισμούς:

  • Η επιλογή αρμοδιότητας εφαρμόζεται μόνο για συμβατικές διαφορές.
  • Η συμφωνία καθορισμού της κατά τόπον αρμοδιότητας πρέπει να έχει επιτευχθεί κατά τη σύναψη της σύμβασης και πρέπει να αναφέρεται το συγκεκριμένο δικαστήριο που θα εκδικάσει μια πιθανή διαφορά σε πρώτο βαθμό. Κατά τη σύναψη της σύμβασης, δεν είναι δυνατό να προβλέψουν οι συμβαλλόμενοι το ύψος μιας πιθανής απαίτησης, οπότε η σύμβαση πρέπει να επιτρέπει μια εναλλακτική επιλογή πρωτοβάθμιου δικαστηρίου: πρέπει να αναφέρει ένα συγκεκριμένο επαρχιακό ή δημοτικό δικαστήριο και ένα συγκεκριμένο περιφερειακό δικαστήριο ενώπιον του οποίου οι συμβαλλόμενοι θα υποβάλουν οποιαδήποτε τυχόν διαφορά, αναλόγως του ύψους της απαίτησης.

3 Όταν έχουν αρμοδιότητα τα ειδικά δικαστήρια, πώς μπορώ να βρω σε ποιο πρέπει να απευθυνθώ;

Σύμφωνα με τη λετονική νομοθεσία, τα δικαστήρια γενικής αρμοδιότητας εκδικάζουν τόσο αστικές όσο και ποινικές υποθέσεις. Η Λετονία δεν έχει ειδικά δικαστήρια, φερ᾽ ειπείν οικογενειακά δικαστήρια, ούτε δικαστές που ειδικεύονται σε συγκεκριμένα νομικά θέματα, όπως ισχύει σε άλλες χώρες.

Όπως διευκρινίζεται ανωτέρω, η ουσία μιας αστικής υπόθεσης εξετάζεται σε πρωτοβάθμιο δικαστήριο και δεν μπορεί να εξεταστεί σε ανώτερο δικαστήριο πριν περατωθεί η εξέταση της υπόθεσης σε κατώτερο δικαστήριο. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο για αστικές υποθέσεις είναι το επαρχιακό ή δημοτικό δικαστήριο, ή το περιφερειακό δικαστήριο στην αρμοδιότητα του οποίου εμπίπτει η υπόθεση. Κατά γενικό κανόνα, όλες οι αστικές διαφορές εμπίπτουν στην αρμοδιότητα των δικαστηρίων, τα οποία τις επιλύουν τηρώντας τις τυπικές δικαστικές διαδικασίες.


Την έκδοση αυτής της σελίδας στην εθνική γλώσσα διαχειρίζεται ο αντίστοιχος αρμόδιος επαφής του ΕΔΔ. Οι μεταφράσεις έχουν γίνει από την αρμόδια υπηρεσία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Οι τυχόν αλλαγές που επιφέρει η αρμόδια εθνική αρχή στο πρωτότυπο ενδέχεται να μην έχουν περιληφθεί ακόμα στις μεταφράσεις. Η Επιτροπή και το Ευρωπαϊκό Δικαστικό Δίκτυο δεν αναλαμβάνουν καμία απολύτως ευθύνη όσον αφορά πληροφορίες ή δεδομένα που περιέχονται ή αναφέρονται στο παρόν έγγραφο. Βλ. την ανακοίνωση νομικού περιεχομένου για τους κανόνες πνευματικής ιδιοκτησίας που ισχύουν στο κράτος μέλος που είναι αρμόδιο για την παρούσα σελίδα.

Τελευταία επικαιροποίηση: 07/02/2019