Νομικά επαγγέλματα

Στο πλαίσιο των διαφόρων νομικών και δικαστικών συστημάτων των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ), υπάρχει ευρύ φάσμα νομικών επαγγελμάτων, όπως είναι οι δικηγόροι, οι συμβολαιογράφοι, οι δικαστές, οι εισαγγελείς και οι δικαστικοί επιμελητές. Οι ασκούντες νομικά επαγγέλματα δεν φέρουν τους ίδιους τίτλους σε όλα τα κράτη μέλη, ενώ ο ρόλος και το καθεστώς τους μπορεί να διαφέρει σημαντικά μεταξύ των κρατών μελών.


Νομικά επαγγέλματα

Η παρούσα σελίδα σάς παρέχει γενικές πληροφορίες σχετικά με τον ρόλο και τα καθήκοντα των διαφόρων νομικών επαγγελμάτων.

Επιλέξτε τη σημαία της χώρας που σας ενδιαφέρει για περισσότερες πληροφορίες.

Εάν χρειάζεται να συμβουλευθείτε ή να βρείτε κάποιον επαγγελματία νομικό σε οποιοδήποτε κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, μπορείτε να επισκεφθείτε τη σελίδα Εξεύρεση ....

Εισαγωγή

Το δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης δεν ρυθμίζει τις προϋποθέσεις για την άσκηση ενός νομικού επαγγέλματος πλην του δικηγορικού. Σε γενικές γραμμές τα νομικά επαγγέλματα αποτελούν αντικείμενο ρυθμίσεων σε εθνικό επίπεδο. Μολονότι ενδέχεται να υπάρχουν φυσικές ομοιότητες μεταξύ τους, αυτές οι εθνικές ρυθμίσεις διαφέρουν σε αρκετά ουσιαστικό βαθμό μεταξύ των διαφόρων χωρών, διότι αντικατοπτρίζουν τη συνέχεια συχνά παλαιών παραδόσεων.

Η Επιτροπή Υπουργών του Συμβουλίου της Ευρώπης έχει εκδώσει σειρά συστάσεων σχετικά με τα νομικά επαγγέλματα. Μία από αυτές τις πρωτοβουλίες αφορά την άσκηση του επαγγέλματος του δικηγόρου. Μία άλλη αφορά την ανεξαρτησία των δικαστών. Οι συστάσεις του Συμβουλίου της Ευρώπης και άλλες πληροφορίες σχετικά με το εν λόγω ζήτημα διατίθενται στον Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροδικτυακό τόπο του.

Επιπλέον, η Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροΕυρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου ορίζει ότι όποιος κατηγορείται για ποινικό αδίκημα έχει το δικαίωμα «όπως υπεράσπιση ο ίδιος εαυτόν ή ανάθεση την υπεράσπισήν του εις συνήγορον της εκλογής του, εν ή δε περιπτώσει δεν διαθέτει τα μέσα να πληρώση συνήγορον να του παρασχεθή τοιούτος δωρεάν, όταν τούτο ενδείκνυται υπό του συμφέροντος της δικαιοσύνης». Η ρήτρα αυτή αφορά κυρίως ποινικές υποθέσεις, αλλά το Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροΕυρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΔΔΑ) την έχει επεκτείνει ώστε να καλύπτει και αστικές υποθέσεις.

Δικαστές

Ο δικαστής είναι ο λειτουργός που προεδρεύει ενός δικαστηρίου, είτε μόνος είτε ως μέλος ομάδας δικαστών. Οι αρμοδιότητες, οι λειτουργίες, η μέθοδος διορισμού, η πειθαρχία και η κατάρτιση των δικαστών ποικίλλουν σε μεγάλο βαθμό μεταξύ των διαφόρων δικαιοδοσιών. Ο δικαστής μοιάζει με διαιτητή ενός παιχνιδιού και διεξάγει τη δίκη δημοσίως και με αμεροληψία. Ο δικαστής ακούει τις καταθέσεις όλων των μαρτύρων και εξετάζει όποια άλλα αποδεικτικά στοιχεία παρουσιάζουν οι αντίδικοι, αξιολογεί την αξιοπιστία τους και στη συνέχεια εκδίδει απόφαση για την εν λόγω υπόθεση, που βασίζεται στην ερμηνεία του δικαίου από τον ίδιο και την προσωπική του κρίση.

Περισσότερες πληροφορίες σχετικά με το επάγγελμα αυτό μπορείτε να βρείτε στους ακόλουθους δικτυακούς τόπους:

Εισαγγελείς

Σε ποινικές υποθέσεις, η εισαγγελική αρχή ή εισαγγελία διαδραματίζει πολύ σημαντικό ρόλο. Τα συστήματα των κρατών μελών παρουσιάζουν επίσης μεγάλη ποικιλομορφία όσον αφορά τον ρόλο, τα καθήκοντα και τις εξουσίες των εισαγγελέων.

Δικαστικοί υπάλληλοι

Τα καθήκοντα και οι τίτλοι των δικαστικών υπαλλήλων μπορούν να έχουν μεγάλες αποκλίσεις, όπως για παράδειγμα: «Greffier» στη Γαλλία, «Rechtspfleger” στη Γερμανία, «Court clerk» στην Αγγλία.

Επιπλέον, τα καθήκοντά τους μπορούν να παρουσιάζουν μεγάλες διαφορές από το ένα δικαστικό σύστημα στο άλλο: ενδέχεται να είναι βοηθοί δικαστών ή εισαγγελέων, να ασχολούνται με τη διαχείριση των δικαστηρίων, να έχουν αρμοδιότητες σε ορισμένες διαδικασίες. Ανάλογα με τη χώρα, έχουν κάνει νομικές σπουδές, μπορούν να παρέχουν νομικές συμβουλές και/ή λαμβάνουν συνεχή κατάρτιση.

Σε κάθε περίπτωση, έχουν σημαντική θέση στα δικαστήρια, μέσω του ρόλου τους που συνίσταται στην υποδοχή των θυμάτων και των κατηγορουμένων και λόγω της συμβολής τους στη συνολική αποτελεσματικότητα του συστήματος.

Τα μέλη του επαγγέλματος αυτού εκπροσωπούνται σε ευρωπαϊκό επίπεδο από την Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροΕυρωπαϊκή Ένωση Δικαστικών Υπαλλήλων (E.U.R.), μία μη κυβερνητική οργάνωση την οποία συγκροτούν επαγγελματικές οργανώσεις από διάφορες χώρες. Οι στόχοι της E.U.R.) περιλαμβάνουν, μεταξύ άλλων: τη συμμετοχή στη θέσπιση, τον σχεδιασμό και την εναρμόνιση της νομοθεσίας σε ευρωπαϊκό και διεθνές επίπεδο τη συνεργασία με τα ευρωπαϊκά θεσμικά όργανα την εκπροσώπηση των επαγγελματικών συμφερόντων των μελών της και την προώθηση του επαγγέλματος προς το συμφέρον της βελτίωσης της λειτουργίας του δικαστικού συστήματος.

Δικαστικοί επιμελητές

Το επάγγελμα του δικαστικού επιμελητή διέπεται από το δίκαιο κάθε κράτους μέλους και οι εν λόγω κανόνες διαφέρουν από το ένα κράτος μέλος στο άλλο.

Οι επαγγελματίες του κλάδου αυτού εκπροσωπούνται σε ευρωπαϊκό επίπεδο από τη Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροΔιεθνή Ένωση Δικαστικών Επιμελητών (UIHJ). Σκοπός της UIHJ είναι να εκπροσωπεί τα μέλη της σε διεθνείς οργανισμούς και να διασφαλίζει τη συνεργασία με τους εθνικούς επαγγελματικούς φορείς. Επιδιώκει τη βελτίωση του εθνικού δικονομικού δικαίου και των διεθνών συνθηκών και καταβάλλει κάθε δυνατή προσπάθεια για την προώθηση ιδεών, σχεδίων και πρωτοβουλιών που συμβάλλουν στην προαγωγή και την ανάπτυξη της ανεξαρτησίας των δικαστικών επιμελητών.

Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροΤο Ευρωπαϊκό Επιμελητήριο Δικαστικών Επιμελητών (το γαλλικό αρκτικόλεξο του οποίου είναι CEHJ) εκπροσωπεί επίσης τους δικαστικούς επιμελητές. Το CEHJ που αποτελεί ένωση μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα, η οποία διέπεται από το βελγικό δίκαιο, στοχεύει να προωθήσει τη μεγαλύτερη συμμετοχή των δικαστικών επιμελητών στη συντονισμένη δράση των επαγγελματιών νομικών στo πλαίσιο του ευρωπαϊκού διαλόγου.

Δικηγόροι

Ο ρόλος του δικηγόρου, είτε προσλαμβάνεται από ιδιώτη, από εταιρεία ή από το κράτος, είναι να αποτελεί τον έμπιστο σύμβουλο και εκπρόσωπο του πελάτη, τον επαγγελματία που χαίρει εκτίμησης από τρίτους και τον απαραίτητο κρίκο στην απονομή δικαιοσύνης. Συγκεντρώνοντας όλα αυτά τα στοιχεία, ο δικηγόρος, ο οποίος υπηρετεί πιστά τα συμφέροντα του πελάτη του και προστατεύει τα δικαιώματά του, ανταποκρίνεται επίσης στα καθήκοντα του δικηγόρου έναντι της κοινωνίας, δηλαδή την πρόληψη και αποφυγή των συγκρούσεων, τη διασφάλιση ότι οι συγκρούσεις επιλύονται σύμφωνα με τις αναγνωρισμένες αρχές του αστικού, δημοσίου ή ποινικού δικαίου και λαμβάνοντας πλήρως υπόψη τα διάφορα δικαιώματα και συμφέροντα, την περαιτέρω ανάπτυξη του δικαίου και την υπεράσπιση της ελευθερίας, της δικαιοσύνης και του κράτους δικαίου.

Οι δραστηριότητες των δικηγόρων διέπονται από επαγγελματικές οργανώσεις ή αρχές εντός του κράτους μέλους τους, δηλαδή τους δικηγορικούς συλλόγους, που είναι αρμόδιοι για τον καθορισμό κανόνων επαγγελματικής συμπεριφοράς και τη διαχείριση θεμάτων πειθαρχίας των δικηγόρων.

Το δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης δεν ρυθμίζει τις προϋποθέσεις για την άσκηση νομικού επαγγέλματος. Ωστόσο, η Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροοδηγία του 1998 ορίζει τις προϋποθέσεις βάσει των οποίων ένας δικηγόρος που έχει αποκτήσει τον επαγγελματικό του τίτλο σε ένα κράτος μέλος μπορεί να ασκεί το επάγγελμά του μόνιμα σε άλλο κράτος μέλος.

Σε επίπεδο ΕΕ, οι δικηγόροι εκπροσωπούνται από το Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροΣυμβούλιο των Ευρωπαϊκών Δικηγορικών Συλλόγων (CCBE), Σε επίπεδο ΕΕ, εκπροσωπούνται από μια διεθνή οργάνωση μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα που ιδρύθηκε το 1960. Ενεργεί ως σύνδεσμος μεταξύ της ΕΕ και των εθνικών δικηγορικών συλλόγων στην Ευρώπη σε σχέση με κάθε ζήτημα κοινού ενδιαφέροντος που αφορά την άσκηση του δικηγορικού επαγγέλματος.

Συμβολαιογράφοι

Οι συμβολαιογράφοι είναι νομικοί που είναι ειδικευμένοι και εξουσιοδοτημένοι να ενεργούν σε ορισμένες νομικές υποθέσεις. Βάσει των καθηκόντων και των αρμοδιοτήτων τους, οι συμβολαιογράφοι διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο στην κεντρική νομοθετική εξουσία των 22 κρατών μελών των οποίων η έννομη τάξη βασίζεται στο λατινικό αστικό δίκαιο. Τα νομικά συστήματα αγγλοσαξονικού δικαίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης προβλέπουν επίσης το επάγγελμα του συμβολαιογράφου, η άσκηση του οποίου εκτείνεται σε ευρύ φάσμα νομικών υπηρεσιών, και των οποίων τα καθήκοντα και η αρμοδιότητα αφορούν κυρίως τις νομικές πράξεις και τα μέσα που χρησιμοποιούνται στα δικαιοδοτικά συστήματα της αλλοδαπής. Έχουν σημαντικό ρόλο στο διεθνές εμπόριο στο πλαίσιο της εθνικής τους δικαιοδοσίας.

Ειδικότερα, τα καθήκοντα των συμβολαιογράφων περιλαμβάνουν:

  • κατάρτιση ιδιωτικών συμφώνων και παροχή συμβουλών στα συμβαλλόμενα μέρη, τηρώντας παράλληλα την υποχρέωση δίκαιης αντιμετώπισης καθενός εξ αυτών. Κατά τη σύνταξη επίσημων εγγράφων, ο συμβολαιογράφος είναι υπεύθυνος για τη νομιμότητα των εγγράφων αυτών καθώς και για τις συμβουλές που παρέχει. Οφείλει να ενημερώνει τους συμβαλλομένους σχετικά με τις επιπτώσεις και τις συνέπειες των υποχρεώσεων που αναλαμβάνουν
  • εκτέλεση των πράξεων που συντάσσουν. Η πράξη μπορεί στη συνέχεια να καταχωρηθεί απευθείας στα επίσημα αρχεία, ή να εκτελεσθεί εάν ένα από τα συμβαλλόμενα μέρη δεν ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις του, χωρίς την πρότερη παρέμβαση δικαστή
  • ρόλο διαιτητή που με αμερόληπτο τρόπο και τηρώντας αυστηρά το νόμο επιτρέπει στους διαδίκους να καταλήξουν σε αμοιβαία αποδεκτή συμφωνία.

Οι συμβολαιογράφοι είναι δημόσιοι λειτουργοί –το κράτος τούς εκχωρεί μέρος της δημόσιας εξουσίας προκειμένου να είναι σε θέση να εκπληρώσουν την αποστολή τους στο πλαίσιο της παροχής δημόσιας υπηρεσίας– και ασκούν τα καθήκοντά τους στο πλαίσιο ενός ανεξάρτητου επαγγέλματος.

Οι συμβολαιογράφοι δεσμεύονται από το επαγγελματικό απόρρητο. Οι προϋποθέσεις διορισμού συμβολαιογράφων είναι παρόμοιες με εκείνες που ισχύουν για τους δικαστικούς και υπόκεινται στα ίδια κριτήρια ανεξαρτησίας, μονιμότητας, αμεροληψίας, συντελεστικής εξουσίας και εκτελεστότητας των πράξεών τους, ενώ οι δραστηριότητές τους υπόκεινται στην εποπτεία του Υπουργείου Δικαιοσύνης.

Υπάρχουν περίπου 35.000 συμβολαιογράφοι στα 22 κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, των οποίων τα νομικά συστήματα βασίζονται στο λατινικό αστικό δίκαιο, και υπάρχουν πάνω από 1.000 συμβολαιογράφοι στα κράτη μέλη που έχουν νομικά συστήματα αγγλοσαξονικού δικαίου, ήτοι στο Ηνωμένο Βασίλειο και την Ιρλανδία. Όλοι τίθενται στην υπηρεσία του πολίτη.

Κατά τις επαφές τους με τα ευρωπαϊκά θεσμικά όργανα, οι συμβολαιογράφοι που υπάγονται σε νομικά συστήματα τα οποία βασίζονται στο λατινικό αστικό δίκαιο εκπροσωπούνται από το Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροΣυμβούλιο των Συμβολαιογραφιών της Ευρωπαϊκής Ένωσης (CNUE) που ιδρύθηκε το 1993. Το CNUE εκπροσωπεί τους συμβολαιογράφους όλων των κρατών μελών όπου απαντά ο ρόλος του συμβολαιογράφου στο πλαίσιο του λατινικού αστικού δικαίου, τα οποία είναι: Αυστρία, Βέλγιο, Βουλγαρία, Κροατία, Τσεχική Δημοκρατία, Εσθονία, Γαλλία, Γερμανία, Ελλάδα, Ουγγαρία, Ιταλία, Λετονία, Λιθουανία, Λουξεμβούργο, Μάλτα, Κάτω Χώρες, Πολωνία, Πορτογαλία, Ρουμανία, Σλοβακία, Σλοβενία και Ισπανία. Οι συμβολαιογράφοι που ασκούν επάγγελμα στο πλαίσιο των αγγλοσαξονικών συστημάτων του Ηνωμένου Βασιλείου και της Ιρλανδίας έχουν τις αντίστοιχες δικές τους ενώσεις. Σε διεθνές επίπεδο, η Αγγλία και Ουαλία, η Σκωτία, η Ιρλανδία και η Βόρεια Ιρλανδία εκπροσωπούνται από κοινού από το λεγόμενο Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροUK and Ireland Notarial Forum.


Για τη διαχείριση αυτής της ιστοσελίδας υπεύθυνη είναι η Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Οι πληροφορίες που περιλαμβάνονται στην παρούσα σελίδα δεν απηχούν κατ’ ανάγκη την επίσημη θέση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Η Επιτροπή δεν αναλαμβάνει καμία απολύτως ευθύνη όσον αφορά πληροφορίες ή δεδομένα που περιέχονται ή αναφέρονται στο παρόν έγγραφο. Παρακαλείσθε να συμβουλευθείτε την ανακοίνωση νομικού περιεχομένου σχετικά με το καθεστώς πνευματικής ιδιοκτησίας που διέπει τις σελίδες των ευρωπαϊκών θεσμικών οργάνων.

Τελευταία επικαιροποίηση: 21/01/2019

Νομικά επαγγέλματα - Βέλγιο

Η πρωτότυπη γλωσσική έκδοση γαλλικά αυτής της σελίδας τροποποιήθηκε πρόσφατα. Η γλωσσική έκδοση που βλέπετε τώρα βρίσκεται στο στάδιο της μετάφρασης.
Υπάρχει ήδη μετάφραση στις ακόλουθες γλώσσες: ολλανδικά


Νομικά επαγγέλματα

Τα νομικά επαγγέλματα — Εισαγωγή

Στην παρούσα ενότητα θα βρείτε ορισμένες πληροφορίες για τα νομικά επαγγέλματα, όπως:

  • την εισαγγελική αρχή,
  • τους δικαστές,
  • τους δικηγόρους,
  • τους συμβολαιογράφους, και
  • τους δικαστικούς επιμελητές.



Η εισαγγελική αρχή

Οργάνωση

Η εισαγγελική αρχή αποτελείται από δικαστικούς που είναι μέλη μιας εισαγγελίας ή μιας επιθεώρησης και οι οποίοι, στο πλαίσιο του λειτουργήματός τους, ασκούν τα καθήκοντά τους εντός των ορίων αρμοδιότητας του δευτεροβάθμιου ή του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου στο οποίο ανήκουν.

Σε επίπεδο δικαστικού διαμερίσματος, ο βασιλικός επίτροπος (procureur du Roi) και οι προϊστάμενοι αντεισαγγελείς (premiers substituts) και αντεισαγγελείς (substituts) ασκούν καθήκοντα εισαγγελικής αρχής στο πρωτοδικείο, κυρίως ενώπιον του δικαστηρίου ανηλίκων, το οποίο αποτελεί τμήμα του πρωτοδικείου. Πράττουν το ίδιο επίσης ενώπιον του πταισματοδικείου ή των πταισματοδικείων και του εμποροδικείου της αρμοδιότητάς τους.

Ενώπιον των εργατοδικείων, καθήκοντα εισαγγελικής αρχής ασκεί ο επιθεωρητής εργασίας, επικουρούμενος από αναπληρωτές (substituts) και ενδεχομένως προϊσταμένους αναπληρωτές (premiers substituts). Οι συγκεκριμένοι ασκούν αυτά τα καθήκοντα επίσης ενώπιον του πλημμελειοδικείου, το οποίο αποτελεί τμήμα του πρωτοδικείου, καθώς και ενώπιον του πταισματοδικείου ή των πταισματοδικείων σε ποινικές υποθέσεις αρμοδιότητάς τους.

Σε επίπεδο εφετείων και εργατοδικείων, καθήκοντα εισαγγελικής αρχής ασκεί ο γενικός εισαγγελέας (procureur général), ο οποίος προΐσταται και εποπτεύει τα μέλη της γενικής εισαγγελίας (parquet général) και της γενικής επιθεώρησης εργασίας (auditorat général du travail). Για τη γενική εισαγγελία, ο γενικός εισαγγελέας επικουρείται από προϊστάμενο δημόσιο κατήγορο, δημόσιους κατηγόρους και αντεισαγγελείς. Για τη γενική επιθεώρηση εργασίας, ο γενικός εισαγγελέας επικουρείται από προϊστάμενο δημόσιο κατήγορο (premier avocat général), δημόσιους κατηγόρους (avocats généraux) και αντεισαγγελείς (substituts généraux).

Ενώπιον του Ακυρωτικού Δικαστηρίου, καθήκοντα εισαγγελικής αρχής ασκεί ο γενικός εισαγγελέας του Ακυρωτικού Δικαστηρίου, ο οποίος επικουρείται από προϊστάμενο δημόσιο κατήγορο και δημόσιους κατηγόρους. Παρά το ότι οι τίτλοι είναι οι ίδιοι, η λειτουργία της εισαγγελικής αρχής είναι τελείως διαφορετική εδώ. Πράγματι, το Ακυρωτικό Δικαστήριο δεν αποφαίνεται επί της ουσίας, αλλά εξετάζει τη νομιμότητα και την κανονικότητα της διαδικασίας που ακολουθήθηκε.

Η εισαγγελική αρχή είναι ανεξάρτητη κατά την άσκηση ερευνών και ατομικών διώξεων, επιφυλασσομένου του δικαιώματος του αρμόδιου υπουργού να διατάσσει δίωξη και να εκδίδει δεσμευτικές οδηγίες εγκληματολογικής πολιτικής, συμπεριλαμβανομένης της πολιτικής έρευνας και διώξεων.

Ρόλος και καθήκοντα

Η εισαγγελική αρχή είναι επιφορτισμένη με μια σειρά καθηκόντων και αποστολών. Αυτά τα καθήκοντα και οι αποστολές εντάσσονται στο πλαίσιο της διεκπεραίωσης και της παρακολούθησης τόσο ποινικών όσο και αστικών υποθέσεων.

  • Στον ποινικό τομέα, τα μέλη της εισαγγελικής αρχής μεριμνούν (προς το συμφέρον της κοινωνίας) για την κανονική διεξαγωγή και τη ρύθμιση της ποινικής διαδικασίας. Ασκούν το καθήκον αυτό τόσο στο πλαίσιο της εξέτασης της ουσίας της υπόθεσης όσο και κατά την προηγούμενη διαδικασία έρευνας και ανάκρισης (για τα ανακριτικά όργανα: συμβούλιο πλημμελειοδικών και συμβούλιο εφετών). Κατά την ακροαματική διαδικασία, ζητούν την εφαρμογή της ποινικής νομοθεσίας παράλληλα, μεριμνούν για τη λήψη των μέτρων που είναι απαραίτητα για την πρόσφορη εκτέλεση των επιβαλλόμενων ποινών. Ενώπιον του κακουργιοδικείου, καθήκοντα εισαγγελικής αρχής ασκεί ο γενικός εισαγγελέας εφετών, ο οποίος όμως μπορεί να ορίσει ως αντικαταστάτη του μέλος της εισαγγελίας.
  • Στον αστικό τομέα, η εισαγγελική αρχή παρεμβαίνει αυτεπαγγέλτως στις περιπτώσεις που προβλέπει ο νόμος και κάθε φορά που η παρέμβασή της απαιτείται από τη δημόσια τάξη. Στις υποθέσεις αυτές, η εισαγγελική αρχή εκφράζει (εγγράφως ή προφορικώς) τη γνώμη της για την υπόθεση. Όλες οι υποθέσεις που αναφέρονται ειδικά στο άρθρο 764, εδάφιο 1ο, του Δικαστικού Κώδικα κοινοποιούνται υποχρεωτικά στην εισαγγελική αρχή για έκδοση γνώμης. Μπορεί επίσης να της κοινοποιηθεί κάθε άλλη υπόθεση που πρόκειται να κριθεί από το δικαστήριο στο οποίο εδρεύει, εφόσον αυτό κρίνεται απαραίτητο, ενώ το δικαστήριο μπορεί επίσης να διατάξει την κοινοποίηση αυτεπαγγέλτως (άρθρο 764, εδάφιο 2, του Δικαστικού Κώδικα).

Εκτός από αυτά τα κύρια καθήκοντα, η εισαγγελική αρχή είναι αρμόδια, εντός των ορίων της περιφέρειάς της, για την κατάλληλη παρακολούθηση και εκτέλεση των αποφάσεων και των οδηγιών εγκληματολογικής πολιτικής.

Οι οδηγίες εγκληματολογικής πολιτικής δίδονται από τον Υπουργό Δικαιοσύνης κατόπιν γνωμοδότησης του σώματος γενικών εισαγγελέων (το οποίο αποτελείται από τους πέντε γενικούς εισαγγελείς εφετών).

Το σώμα αυτό, του οποίου προΐσταται ο Υπουργός Δικαιοσύνης, λαμβάνει αποφάσεις με στόχο τη συνεκτικότερη δυνατή χάραξη και συντονισμό της πολιτικής, καθώς και την ομαλή γενική λειτουργία της εισαγγελικής αρχής.

Η αρμοδιότητα του σώματος περιλαμβάνει ολόκληρη την επικράτεια και οι αποφάσεις του έχουν υποχρεωτική ισχύ για τους γενικούς εισαγγελείς εφετών και για όλα τα μέλη των εισαγγελιών που βρίσκονται υπό την εξουσία τους.

Για περισσότερες πληροφορίες, επισκεφθείτε τον Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροδικτυακό τόπο της Ομοσπονδιακής Δημόσιας Υπηρεσίας Δικαιοσύνης (Υπουργείο Δικαιοσύνης, στήλη «Ordre judiciaire» — «Parquet»).

Οι δικαστές

Οργάνωση

Γίνεται διάκριση ανάμεσα στη δικαστική αρχή (la magistrature assise) (οι πρωτοδίκες στα πρωτοβάθμια δικαστήρια και οι εφέτες στα δευτεροβάθμια δικαστήρια) και στην εισαγγελική υπηρεσία (magistrature debout) (η ομοσπονδιακή δημόσια υπηρεσία ή εισαγγελία βλ. ανωτέρω).

Γενικά, οι δικαστές των πρωτοβάθμιων δικαστηρίων αποκαλούνται «juges», ενώ οι δικαστές των δευτεροβάθμιων δικαστηρίων αποκαλούνται «conseillers».

Ο ρόλος της δικαστικής αρχής είναι η εφαρμογή του νόμου στην κατάσταση/διαφορά αστικού δικαίου που τους υποβάλλεται, καθώς και στα πρόσωπα που έχουν διαπράξει κάποιο αδίκημα.

Σε ορισμένα πρωτοβάθμια δικαστήρια, στο πλευρό των τακτικών δικαστών συμμετέχουν λαϊκοί δικαστές. Οι λαϊκοί δικαστές συμμετέχουν στα ακόλουθα δικαστήρια:

  • εμποροδικείο: τακτικοί δικαστές και αιρετοί εμποροδίκες (juges consulaires) (μη επαγγελματίες)
  • εργατοδικείο: τακτικοί δικαστές και κοινωνικοί δικαστές (juges sociaux) (μη επαγγελματίες)
  • δικαστήριο εκτελέσεως ποινών: τακτικοί δικαστές και επιθεωρητές εκτελέσεως ποινών (assesseurs en application des peines).

Αρμόδια αρχή

Η αποστολή του Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροΑνώτατου Συμβουλίου Δικαιοσύνης είναι τριπλή:

  • διαδραματίζει καθοριστικό ρόλο στην πολιτική διορισμών στο δικαστικό σώμα κατά τρόπο αντικειμενικό και μη πολιτικό
  • ασκεί εξωτερικό έλεγχο στη λειτουργία του δικαστικού σώματος και εξετάζει καταγγελίες
  • υποβάλλει γνωμοδοτήσεις στους πολιτικούς υπεύθυνους για τη βελτίωση της λειτουργίας του δικαστικού σώματος.

Για περισσότερες πληροφορίες, επισκεφθείτε τον δικτυακό τόπο του Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροΑνώτατου Συμβουλίου Δικαιοσύνης .

Οι δικηγόροι

Ρόλος και καθήκοντα

Ο δικηγόρος ασχολείται επαγγελματικά με το δίκαιο και τη δικαιοσύνη. Υπόκειται σε δεοντολογικούς κανόνες που κατοχυρώνουν την απόλυτη ανεξαρτησία του. Δεσμεύεται εξάλλου από το επαγγελματικό απόρρητο.

Η κατάρτισή του του επιτρέπει να αναπτύσσει δραστηριότητες σε διάφορους τομείς του δικαίου, οι οποίοι συχνά είναι αλληλένδετοι (εταιρικό δίκαιο, διοικητικό δίκαιο, χωροταξικό δίκαιο, φορολογικό δίκαιο, οικογενειακό δίκαιο κ.λπ.). Κατά τη διάρκεια της επαγγελματικής του σταδιοδρομίας, ο δικηγόρος μπορεί να ειδικευθεί σε έναν ή περισσότερους από αυτούς τους τομείς στους οποίους έχει αποκτήσει ιδιαίτερη εμπειρία.

Ο ρόλος του δικηγόρου είναι να συνδράμει τους πελάτες του όχι μόνον ενώπιον των δικαστηρίων αλλά σε όλες τις καταστάσεις στις οποίες αυτοί έχουν ενδεχομένως ανάγκη νομικής υποστήριξης, εκπροσώπησης, σύνταξης εγγράφων ή ακόμα και ηθικής υποστήριξης.

Γενικά, η αποστολή του δικηγόρου είναι τριπλή:

  • συμβουλεύει,
  • διαμεσολαβεί,
  • υπερασπίζεται.

Ο δικηγόρος έχει δικαίωμα παράστασης και εκπροσώπησης των πελατών του ενώπιον όλων των δικαστηρίων του Βασιλείου (πταισματοδικείο, ειρηνοδικείο, πρωτοβάθμιο δικαστήριο, εμποροδικείο, εργατοδικείο, εφετείο, δευτεροβάθμιο δικαστήριο εργατικών διαφορών, Kακουργοδικείο, Συμβούλιο Επικρατείας), καθώς επίσης και των άλλων χωρών της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Ο δικηγόρος σάς υποστηρίζει επίσης κατά τις διαδικασίες διαιτησίας ή διαμεσολάβησης, στο πλαίσιο κάθε μεθόδου εναλλακτικής επίλυσης των διαφορών καθώς και στο πλαίσιο οποιασδήποτε συνέλευσης ή συνεδρίασης.

Ο δικηγόρος δεν παρεμβαίνει μόνο στο πλαίσιο συγκρούσεων. Μέσω των συμβουλών που παρέχει ή των συμβάσεων που καταρτίζει ή προσαρμόζει, επιτρέπει συχνά την αποφυγή της δίκης.

Μπορεί επίσης να σας βοηθήσει στην περίπτωση που επιθυμείτε να ενοικιάσετε ή να αγοράσετε ένα ακίνητο, προτίθεστε να συστήσετε εταιρεία, αδυνατείτε πλέον να αντιμετωπίσετε τα χρέη σας, επιθυμείτε να συνάψετε σύμβαση με τον νέο εργοδότη σας, πέσατε θύμα ατυχήματος ή επιθετικής συμπεριφοράς, καλείσθε να εμφανιστείτε ενώπιον δικαστηρίου, επιθυμείτε να χωρίσετε κ.ο.κ.

Ένας δικηγόρος για όλους:

Για τα άτομα χαμηλών εισοδημάτων, ο νόμος προβλέπει υπηρεσία νομικής υποστήριξης (service d’aide juridique) (παλαιότερα αποκαλούμενη pro deo) και την παροχή νομικής βοήθειας (assistance judicaire) (ευεργέτημα πενίας):

Η υπηρεσία νομικής υποστήριξης παρέχει τη δυνατότητα εξασφάλισης των υπηρεσιών δικηγόρου, τα έξοδα του οποίου αναλαμβάνονται συνολικά ή εν μέρει από την υπηρεσία αυτή. Η υποστήριξη αυτή περιλαμβάνει δύο βαθμούς:

  • Η νομική υποστήριξη πρώτου βαθμού διατίθεται σε όλους ανεξαρτήτως εισοδημάτων. Πρόκειται για υπηρεσίες που εφημερεύουν, στο πλαίσιο των οποίων έχετε στη διάθεσή σας έναν δικηγόρο για σύντομη γνωμοδότηση: μια πρώτη νομική συμβουλή, ένα αίτημα παροχής πληροφοριών κ.λπ.
    Για τη νομική υποστήριξη πρώτου βαθμού, αρμόδιες είναι οι Commissions d’Aide Juridique (C.A.J.).
  • Η νομική υποστήριξη δευτέρου βαθμού παρέχεται στα άτομα που πληρούν ορισμένες οικονομικές προϋποθέσεις ή βρίσκονται σε συγκεκριμένες καταστάσεις. Αυτή η υποστήριξη, που παρέχεται εν όλω ή εν μέρει ατελώς ανάλογα με τις συνθήκες, επιτρέπει τον διορισμό δικηγόρου για να σας εκπροσωπεί στο πλαίσιο δικαστικής ή διοικητικής διαδικασίας, προκειμένου να σας συμβουλεύει με πιο εμπεριστατωμένο τρόπο, ή ακόμα να σας εκπροσωπεί στο πλαίσιο διαμεσολάβησης.
    Για τη νομική υποστήριξη δεύτερου βαθμού, αρμόδια είναι τα Bureaux d’Aide Juridique (B.A.J.).

Η νομική συνδρομή (ευεργέτημα πενίας) συνίσταται στην πλήρη ή μερική απαλλαγή από τα διαδικαστικά έξοδα (δικαστικά τέλη, τέλη πρωτοκόλλου, έξοδα δικαστικών επιμελητών, συμβολαιογραφικά έξοδα, έξοδα εμπειρογνωμοσύνης, κλπ). Προς τον σκοπό αυτό, ο πελάτης απευθύνεται, ο ίδιος ή μέσω του δικηγόρου του, στο γραφείο νομικής συνδρομής.

Αρμόδιες αρχές

Οι δικηγόροι αποτελούν οπωσδήποτε μέλη ενός συλλόγου. Σήμερα υπάρχουν 28 δικηγορικοί σύλλογοι στο Βέλγιο.

Η οργάνωση γαλλόφωνων και γερμανόφωνων δικηγορικών συλλόγων του Βελγίου, Ordre des Barreaux Francophones et Germanophones (AVOCATS.BE), συγκεντρώνει όλους τους δικηγορικούς συλλόγους της γαλλόφωνης και γερμανόφωνης κοινότητας της χώρας (δηλ. 13 γαλλόφωνους συλλόγους και 1 γερμανόφωνο σύλλογο).

Η οργάνωση ολλανδόφωνων δικηγορικών συλλόγων, Orde van Vlaamse Balies (O.V.B.), συγκεντρώνει όλους τους δικηγορικούς συλλόγους της ολλανδόφωνης κοινότητας της χώρας (14 σύλλογοι).

Για πληροφορίες σχετικά με το επάγγελμα του δικηγόρου, μπορείτε να επισκεφθείτε τις ακόλουθες ιστοσελίδες:

Η πρόσβαση στη βάση δεδομένων παρέχεται δωρεάν.

Οι συμβολαιογράφοι

Οι συμβολαιογράφοι είναι δημόσιοι λειτουργοί που διορίζονται από τον Βασιλιά. Ο ρόλος τους είναι, μεταξύ άλλων, να δίνουν κύρος δημόσιου εγγράφου στις πράξεις που συνάπτονται ενώπιόν τους. Πράγματι, για ορισμένες πράξεις απαιτείται η σύμπραξη συμβολαιογράφου, βάσει του νόμου, προκειμένου να διαπιστωθεί ότι επήλθε συμφωνία μεταξύ των συμβαλλομένων (δημόσια έγγραφα). Έτσι, για παράδειγμα, θα χρειαστεί να προσφύγει κανείς σε συμβολαιογράφο για να πωλήσει ένα ακίνητο. Εκτός από τη σύνταξη δημόσιων εγγράφων, χρειάζεται να προσφύγει κανείς σε συμβολαιογράφο για την εκκαθάριση κληρονομιάς, τη σύνταξη σύμβασης υπό μορφή ιδιωτικού εγγράφου, την παροχή γνωμοδότησης.

Η αρμοδιότητα των συμβολαιογράφων αφορά κυρίως τρεις σημαντικούς τομείς:

  • το δίκαιο των ακινήτων (πώληση ακινήτου, δάνειο κ.ά.),
  • το οικογενειακό δίκαιο (προγαμιαίο σύμφωνο, κληρονομιές, διαζύγια κ.ά.), και
  • το δίκαιο των επιχειρήσεων (σύσταση εταιριών κ.ά).

Υπάρχει ένας εθνικός συμβολαιογραφικός σύλλογος. Κύρια αποστολή του συλλόγου αυτού είναι:

  • να εκπροσωπεί τους συμβολαιογράφους του Βελγίου απέναντι στις αρχές και τα όργανα του κράτους εντός των ορίων των αρμοδιοτήτων του,
  • να θεσπίζει κανόνες δεοντολογίας,
  • να προβαίνει σε χρήσιμες συστάσεις προς τους συμβολαιογραφικούς συλλόγους για την τήρηση της πειθαρχίας.

Υπάρχουν επίσης συμβολαιογραφικοί σύλλογοι σε επαρχιακό επίπεδο, που αποτελούν πειθαρχικά όργανα του επαγγέλματος, οι οποίοι έχουν ως κύρια αποστολή να φροντίζουν για την τήρηση των κανόνων δεοντολογίας και να ρυθμίζουν τις διαφορές επαγγελματικού χαρακτήρα (π.χ. εξέταση καταγγελιών).

Τέλος, οι συμβολαιογράφοι συνέρχονται επίσης στο πλαίσιο της Fédération Royale du Notariat Belge (FRNB). Η FRNB είναι η επαγγελματική ένωση του σώματος των συμβολαιογράφων, η οποία υποστηρίζει τα συμβολαιογραφεία στην καθημερινή λειτουργία τους προτείνοντάς τους εξατομικευμένες υπηρεσίες και η οποία αντιπροσωπεύει τον κλάδο προς τα έξω σε διάφορες υποθέσεις.

Για περισσότερες πληροφορίες, επισκεφθείτε Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροτον δικτυακό τόπο της Βασιλικής Ομοσπονδίας Βέλγων Συμβολαιογράφων.

Άλλα νομικά επαγγέλματα

Δικαστικοί επιμελητές (Huissiers de justice)

Ο δικαστικός επιμελητής είναι δημόσιος λειτουργός που ασκεί τα καθήκοντά του ως ελεύθερος επαγγελματίας. Με άλλα λόγια, έχει διπλή επαγγελματική ιδιότητα: αφενός, είναι δημόσιος λειτουργός και, αφετέρου, ασκεί ανεξάρτητα τα καθήκοντά του.

Ο δικαστικός επιμελητής είναι δημόσιος λειτουργός γιατί το κράτος του έχει αναθέσει τμήμα της δημόσιας εξουσίας. Για τον λόγο αυτό, δεν μπορεί να αρνηθεί να ανταποκριθεί σε αίτηση παρεμβάσεως, εκτός αν του το επιβάλλει η δεοντολογία ή ο νόμος, όπως σε περίπτωση σύγκρουσης συμφερόντων ή παράνομης αίτησης. Συνεπώς, ο δικαστικός επιμελητής δεν ενεργεί ποτέ κατόπιν ιδίας πρωτοβουλίας, αλλά πάντα έπειτα από αίτηση κάποιου που του έχει αναθέσει μια επίσημη αποστολή. Σε κάθε αποστολή που υποχρεούται να εκτελέσει, πρέπει να ακολουθεί διάφορες νομικές υποχρεώσεις. Εξάλλου, ο δικαστικός επιμελητής μπορεί να εισπράττει χρήματα για την παρέμβασή του, έτσι ώστε τα έξοδά του να καλύπτονται εν όλω ή εν μέρει.

Ως ελεύθερος επαγγελματίας, ο δικαστικός επιμελητής ενεργεί ανεξάρτητα και αμερόληπτα. Επίσης, θέτει την επαγγελματική του εμπειρία στην υπηρεσία όλων. Αυτό σημαίνει ότι δεν λαμβάνει μισθό, αποζημίωση ή άλλες απολαβές από τις αρχές, αλλά συντηρεί ο ίδιος τον εαυτό του.

Οι τομείς παρέμβασης του δικαστικού επιμελητή μπορούν να χωριστούν σε δύο μεγάλες κατηγορίες: τις λεγόμενες «εξώδικες» (τη φιλική εξόφληση απαιτήσεων, τη σύνταξη εκθέσεων) και τις «δικαστικές» παρεμβάσεις (επίδοση, εκτέλεση μιας απόφασης). Στο πλαίσιο των παρεμβάσεων αυτών, συχνά υποχρεούται να σας δώσει πληροφορίες σχετικά με τον τρόπο με τον οποίο μπορείτε να ασκήσετε τα δικαιώματά σας ή να απαντήσει στις ερωτήσεις σας σχετικά με την αποστολή του. Δεν έχει καμία σημασία αν εσείς έχετε προσφύγει στις υπηρεσίες του ή αν είστε το αντικείμενο των ενεργειών του.

Σε κάθε δικαστικό διαμέρισμα, υπάρχει σύλλογος αποτελούμενος από όλους τους δικαστικούς επιμελητές του διαμερίσματος. Οι κύριες αποστολές του συλλόγου είναι να μεριμνά για την τήρηση των κανόνων πειθαρχίας και τον εφαρμοστέων νόμων και κανονισμών από τους δικαστικούς επιμελητές και να επιλύει τυχόν διαφορές μεταξύ δικαστικών επιμελητών.

Υπάρχει επίσης ο Εθνικός Σύλλογος Δικαστικών Επιμελητών του Βελγίου, κύριες αποστολές του οποίου είναι:

  • να μεριμνά για την έννοια εφαρμογή της πειθαρχίας και των κανόνων δεοντολογίας από τους δικαστικούς επιμελητές,
  • να υπερασπίζεται τα συμφέροντα των μελών του, και
  • να τους εκπροσωπεί.

Για περισσότερες πληροφορίες, επισκεφθείτε το δικτυακό τόπο του Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροΕθνικού Συλλόγου Δικαστικών Επιμελητών του Βελγίου.

Λοιπά επαγγέλματα

Οι δικαστές και οι εισαγγελείς επικουρούνται από διάφορους διοικητικούς και νομικούς υπαλλήλους : γραμματείς, εισηγητές (référendaires), βοηθούς εισαγγελέα (juristes de parquet), γραμματείς εισαγγελίας (secrétaires de parquet) και διοικητικό προσωπικό.

Σε κάθε ακρόαση, ο δικαστής επικουρείται από έναν γραμματέα (greffier). Ο γραμματέας προετοιμάζει τα καθήκοντα του δικαστή, π.χ. φροντίζοντας για τη συγκρότηση του φακέλου για το ακροατήριο. Κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, τηρεί πρακτικά της διεξαγωγής της επ’ ακροατηρίου συζήτησης και των διαφόρων παρατηρήσεων, και φροντίζει για την ορθή σύνταξη όλων των εγγράφων. Εξάλλου, εκτελεί και συντονίζει τα διοικητικά και λογιστικά καθήκοντα του γραμματέα. Κάθε δικαστήριο διαθέτει μια γραμματεία, η οποία διευθύνεται από έναν προϊστάμενο γραμματείας. Η γραμματεία διαθέτει έναν ή περισσότερους γραμματείς ανάλογα με το μέγεθος του δικαστηρίου. Οι γραμματείς με τη σειρά τους υποστηρίζονται από το διοικητικό προσωπικό.

Οι εισηγητές (référendaires) είναι νομικοί που βοηθούν τους δικαστές στα δικαστήρια κατά την προετοιμασία των αποφάσεών τους. Συνεργάζονται στο πλαίσιο της εξέτασης δικαστικών υποθέσεων, υπό την ευθύνη και σύμφωνα με τις οδηγίες ενός ή περισσοτέρων δικαστών. Μελετούν τους φακέλους, τα νομικά προβλήματα που προκύπτουν και προετοιμάζουν τα σχέδια δικαστικών αποφάσεων από νομική άποψη.

Οι εισαγγελείς μπορούν να ζητήσουν τη βοήθεια νομικών για τη νομική προετοιμασία των υποθέσεών τους. Στην εισαγγελία, αυτοί αποκαλούνται «juristes de parquet» (βοηθοί εισαγγελέα). Οι βοηθοί εισαγγελέα προβαίνουν κυρίως σε νομικές έρευνες, διαχειρίζονται πληροφορίες ή προετοιμάζουν τις εντολές και τις κλητεύσεις από νομική άποψη, υπό την ευθύνη και σύμφωνα με τις οδηγίες ενός ή περισσοτέρων εισαγγελέων.

Κάθε εισαγγελία διαθέτει μια γραμματεία, την οποία διευθύνει ένας γενικός γραμματέας. Οι γραμματείς της εισαγγελίας επικουρούν τους εισαγγελείς κυρίως κατά την εργασία τεκμηρίωσης και έρευνας, καθώς και κατά τη συγκρότηση των φακέλων. Ενημερώνουν τα έγγραφα και τα μητρώα της εισαγγελίας, διατηρούν αρχεία κ.λπ. Ο αριθμός των γραμματέων της εισαγγελίας εξαρτάται από το μέγεθος της εισαγγελίας. Οι γραμματείς της εισαγγελίας από την πλευρά τους υποστηρίζονται από το διοικητικό προσωπικό.

Μεγάλος αριθμός διοικητικών συνεργατών εργάζονται στις γραμματείες των δικαστηρίων και των εισαγγελικών αρχών. Το διοικητικό προσωπικό εξασφαλίζει τη διοικητική διαχείριση των υποθέσεων και την κωδικοποίηση δεδομένων στα δεδομένα αρχείου. Οι διοικητικοί συνεργάτες ασχολούνται με την αλληλογραφία και την ταξινόμηση και εξασφαλίζουν την υποδοχή επισκεπτών της γραμματείας του δικαστηρίου ή της εισαγγελίας.

Για περισσότερες πληροφορίες σχετικά με αυτά τα επαγγέλματα, βλ. έγγραφοPDF(376 Kb)en.

Οι οργανώσεις που προσφέρουν δωρεάν νομικές συμβουλές

Κάθε πολίτης μπορεί να λάβει μια πρώτη δωρεάν νομική συμβουλή, την οποία παρέχουν επαγγελματίες του δικαίου. Πρόκειται για ένα είδος άμεσης νομικής συνδρομής που περιλαμβάνει:

  • πρακτικές πληροφορίες,
  • νομική ενημέρωση,
  • μια πρώτη νομική γνώμη, ή
  • παραπομπή σε ειδικευμένη οργάνωση.

Η υπόθεση δεν ρυθμίζεται αμέσως, αλλά δίνονται οι πρώτες κατευθύνσεις. Νομικές εφημερίες οργανώνονται στα δικαστικά μέγαρα, στα ειρηνοδικεία, στα «maisons de justice», σε ορισμένες δημοτικές αρχές, στα περισσότερα δημόσια κέντρα κοινωνικής δράσης (Centres publics d'Action sociale – CPAS) και σε διάφορα μη κερδοσκοπικά σωματεία που διαθέτουν νομική υπηρεσία.

Για περισσότερες πληροφορίες, συμβουλευθείτε το φυλλάδιο: Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροL'aide juridique: un meilleur accès à la justice, που δημοσιεύεται ηλεκτρονικά.

Νομικές βάσεις δεδομένων

Για περισσότερες πληροφορίες επισκεφθείτε τον Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροδικτυακό τόπο της Ομοσπονδιακής Δημόσιας Υπηρεσίας Δικαιοσύνης (Υπουργείο Δικαιοσύνης).

Δικτυακή πύλη της Ομοσπονδιακής Δημόσιας Υπηρεσίας Δικαιοσύνης

Κατηγορίες

Ενημέρωση

  • Η δικαιοσύνη από το Α έως το Ω
  • Αρμόδιος για την ενημέρωση
  • Δημοσιεύσεις
  • Καταγγελίες
  • Δικαστικές διευθύνσεις
  • Ανακοινώσεις Τύπου
  • Στατιστικές

Δικαστικό σώμα

  • Πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια δικαστήρια
  • Εισαγγελίες
  • Κατά τόπον αρμοδιότητα
  • Γνωμοδοτικό συμβούλιο του δικαστικού σώματος
  • Επιτροπή εκσυγχρονισμού του δικαστικού σώματος
  • Αναμόρφωση του δικαστικού τοπίου

Σχετικοί σύνδεσμοι

Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροΟμοσπονδιακή Δημόσια Υπηρεσία Δικαιοσύνης


Την έκδοση αυτής της σελίδας στην εθνική γλώσσα διαχειρίζεται το εκάστοτε κράτος μέλος. Οι μεταφράσεις έχουν γίνει από την αρμόδια υπηρεσία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Οι τυχόν αλλαγές που επιφέρει η αρμόδια εθνική αρχή στο πρωτότυπο ενδέχεται να μην έχουν περιληφθεί ακόμα στις μεταφράσεις. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή δεν αναλαμβάνει καμία ευθύνη όσον αφορά τις πληροφορίες ή τα στοιχεία που περιλαμβάνονται ή για τα οποία γίνεται λόγος στο παρόν έγγραφο. Βλ. την ανακοίνωση νομικού περιεχομένου για τους κανόνες πνευματικής ιδιοκτησίας που ισχύουν στο κράτος μέλος που είναι αρμόδιο για την παρούσα σελίδα.

Τελευταία επικαιροποίηση: 15/11/2016

Νομικά επαγγέλματα - Βουλγαρία


Νομικά επαγγέλματα

Νομικά επαγγέλματα: εισαγωγή

Τα κυριότερα νομικά επαγγέλματα στη Βουλγαρία είναι αυτά του εισαγγελέα, του ανακριτή, του δικαστή, του δικηγόρου, του συμβολαιογράφου, του ιδιώτη και δημόσιου δικαστικού επιμελητή και του υποθηκοφύλακα, οι απαιτήσεις των οποίων διέπονται από το Σύνταγμα της Δημοκρατίας της Βουλγαρίας και το νόμο περί δικαστικού συστήματος.

Εισαγγελείς

Οργάνωση

Οι εισαγγελικές βαθμίδες στη Δημοκρατία της Βουλγαρίας αποτελούνται από τον Γενικό Εισαγγελέα, τoν Εισαγγελέα του Ανώτατου Ακυρωτικού Δικαστηρίου, τον Εισαγγελέα του Ανώτατου Διοικητικού Δικαστηρίου, τον Εισαγγελέα της Εθνικής Ανακριτικής Υπηρεσίας, τον Εισαγγελέα Εφετών, τον Ειδικευμένο Εισαγγελέα Εφετών, τον Στρατιωτικό Εισαγγελέα Εφετών, τον Περιφερειακό Εισαγγελέα, τον Ειδικευμένο Εισαγγελέα, τον Στρατιωτικό Περιφερειακό Εισαγγελέα και τον Τοπικό Εισαγγελέα. Στη σύνθεση των Περιφερειακών Εισαγγελιών περιλαμβάνονται τα Περιφερειακά Ανακριτικά Τμήματα και στη σύνθεση της Ειδικευμένης Εισαγγελίας περιλαμβάνεται το Ανακριτικό Τμήμα. Στις Περιφερειακές Εισαγγελίες δημιουργούνται διοικητικά τμήματα, οι εισαγγελείς των οποίων συμμετέχουν στις διοικητικές διαδικασίες.

Το εισαγγελικό σύστημα είναι ενιαίο και συγκεντρωτικό. Όλοι οι εισαγγελείς και οι ανακριτές υπάγονται στον Γενικό Εισαγγελέα. Κάθε εισαγγελέας υπάγεται στον αντίστοιχο ανώτερο εισαγγελικό λειτουργό και όλοι οι εισαγγελείς και οι ανακριτές υπάγονται στον διοικητικό επικεφαλής της αντίστοιχης Εισαγγελίας. Οι στρατιωτικοί εισαγγελείς και οι ανακριτές κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους ενεργούν ανεξάρτητα από τις στρατιωτικές αρχές.

Ο Γενικός Εισαγγελέας διορίζεται και παύεται από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας της Βουλγαρίας σύμφωνα με πρόταση του Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροΑνώτατου Δικαστικού Συμβουλίου (Vissh Sadeben Savet) για διάστημα επτά ετών, χωρίς δικαίωμα επαναδιορισμού.

Οι εισαγγελείς διορίζονται, προάγονται και υποβιβάζονται, μετατίθενται και απαλλάσσονται των καθηκόντων τους κατόπιν αποφάσεως του Ανώτατου Δικαστικού Συμβουλίου.

Οι θέσεις στην Εισαγγελία είναι οι ακόλουθες:

  • θέση εισαγγελέα στην Εισαγγελία του Ανώτατου Ακυρωτικού Δικαστηρίου και θέση εισαγγελέα στην Εισαγγελία του Ανώτατου Διοικητικού Δικαστηρίου - απαιτείται προϋπηρεσία τουλάχιστον δώδεκα ετών·
  • θέση εισαγγελέα στην Εισαγγελία Εφετών, θέση εισαγγελέα στη Στρατιωτική Εισαγγελία Εφετών και θέση εισαγγελέα στην Ειδικευμένη Εισαγγελία Εφετών με τουλάχιστον δεκαετή προϋπηρεσία .Για τις θέσεις εισαγγελέων στην Ειδικευμένη Εισαγγελία Εφετών απαιτείται προϋπηρεσία τουλάχιστον δώδεκα ετών εκ των οποίων τουλάχιστον οκτώ έτη σε θέση εισαγγελέα ή ανακριτή·
  • θέση εισαγγελέα στην Περιφερειακή Εισαγγελία, θέση εισαγγελέα στη Στρατιωτική Περιφερειακή Εισαγγελία, θέση εισαγγελέα στην Ειδικευμένη Εισαγγελία με τουλάχιστον οκταετή προϋπηρεσία, και θέση εισαγγελέα στην Ειδικευμένη Εισαγγελία -απαιτείται προϋπηρεσία τουλάχιστον δώδεκα ετών εκ των οποίων τουλάχιστον πέντε έτη σε θέση εισαγγελέα ή ανακριτή ·
  • θέση εισαγγελέα στην Τοπική Εισαγγελία -απαιτείται προϋπηρεσία τουλάχιστον τριών ετών·
  • θέση ασκούμενου εισαγγελέα - δεν απαιτείται προϋπηρεσία.

Οι εισαγγελείς μονιμοποιούνται με απόφαση του Ανώτατου Δικαστικού Συμβουλίου έπειτα από πενταετή υπηρεσία και εφόσον τύχουν θετικής αξιολόγησης ως προς τις επιδόσεις τους.

Ρόλος και καθήκοντα

Ο Γενικός Εισαγγελέας διοικεί την Εισαγγελία, εκδίδει οδηγίες και παρέχει καθοδήγηση σχετικά με τη δραστηριότητα της Εισαγγελίας. Σε συνεργασία με τους επικεφαλής του υπουργείου και των κρατικών ιδρυμάτων συστήνει εξειδικευμένες διοργανικές μονάδες προς υποστήριξη της έρευνας παρέχοντας καθοδήγηση στον διορισμένο υφιστάμενο εισαγγελέα. Ο Γενικός Εισαγγελέας μπορεί να παραπέμπει υποθέσεις στο Συνταγματικό Δικαστήριο.

Ο Εισαγγελέας διευθύνει την έρευνα ως επιβλέπων εισαγγελέας. Ο Εισαγγελέας ασκεί έφεση και ζητά ανάκληση ή τροποποίηση των παράνομων πράξεων μέσα στο χρονικό πλαίσιο και υπό τις προϋποθέσεις που ορίζει ο νόμος. Ο εισαγγελέας μπορεί να αναστέλλει την εκτέλεση πράξεων μέχρι την εκδίκαση της έφεσης από την αρμόδια αρχή. Κατά των πράξεων και των ενεργειών του εισαγγελέα μπορεί να ασκηθεί έφεση ενώπιον της ανώτερης εισαγγελικής αρχής εφόσον δεν υπόκεινται σε δικαστικό έλεγχο. Ο Γενικός Εισαγγελέας, καθώς και ο εισαγγελέας ανώτερης εισαγγελίας μπορεί να προβαίνει σε ενέργειες που εμπίπτουν στην αρμοδιότητα κατώτερων εισαγγελέων και εγγράφως να αναστέλλει και να ανακαλεί τις αποφάσεις τους στις προβλεπόμενες από το νόμο περιπτώσεις.

Κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους οι εισαγγελείς ενεργούν ανεξάρτητα και σύμφωνα με τον νόμο. Οι εισαγγελείς είναι πολιτικά ουδέτεροι και εκδίδουν πράξεις βάσει της νομοθεσίας και των σχετικών με την υπόθεση αποδεικτικών στοιχείων, υπακούουν δε στη συνείδηση και τις πεποιθήσεις τους.

Για περισσότερες πληροφορίες, επισκεφθείτε τον δικτυακό τόπο της Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροΕισαγγελίας της Δημοκρατίας της Βουλγαρίας (Prokuraturata na Republika Balgariya).

Η ένωση εισαγγελέων στη Βουλγαρία είναι μια εθελοντική, μη πολιτική ένωση των δικαστών του συστήματος της Εισαγγελίας στη Δημοκρατία της Βουλγαρίας, καθώς και των προσώπων που έχουν εργαστεί ως εισαγγελείς. Σκοπός της ένωσης είναι να συγκεντρώσει τους δικαστές από τις εισαγγελίες όλης της χώρας παρέχοντας τις απαραίτητες πληροφορίες και ενισχύοντας την ανταλλαγή επιστημονικών απόψεων σε θέματα που άπτονται της αρμοδιότητάς τους καθώς και να διευρύνει τις διεθνείς σχέσεις της Εισαγγελίας και των εισαγγελικών λειτουργών. Για περισσότερες πληροφορίες, επισκεφθείτε τον δικτυακό τόπο της ένωσης: Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροhttp://apb.prb.bg.

Ανακριτές

Σύμφωνα με τον νόμο περί δικαστικής εξουσίας οι ανακριτές στη Βουλγαρία φέρουν την ιδιότητα των δικαστικών λειτουργών (δικαστές και εισαγγελείς).

Οι ανακριτικές αρχές αποτελούνται από την Εθνική Ανακριτική Υπηρεσία (ΕΑΥ), τα περιφερειακά ανακριτικά τμήματα στις περιφερειακές εισαγγελίες και το ανακριτικό τμήμα στην ειδικευμένη εισαγγελία. Το ανακριτικό τμήμα στην εισαγγελία της Σόφιας έχει την ιδιότητα του περιφερειακού εισαγγελικού τμήματος.

Η ΕΑΥ διοικείται απευθείας από το Γενικό Εισαγγελέα, είτε άμεσα είτε μέσω του διευθυντή, ο οποίος εκτελεί επίσης χρέη αναπληρωτή Γενικού Εισαγγελέα σε θέματα έρευνας. Ο διευθυντής της ΕΑΥ διευθύνει διοικητικά και οργανωτικά τους ανακριτές και τους υπαλλήλους της ΕΑΥ και παρέχει μεθοδολογική καθοδήγηση στους ανακριτές των περιφερειακών ανακριτικών τμημάτων των περιφερειακών εισαγγελιών.

Τα περιφερειακά εισαγγελικά τμήματα των περιφερειακών εισαγγελιών και το ανακριτικό τμήμα της ειδικευμένης εισαγγελίας απαρτίζονται από ανακριτές.

Οι ανακριτές στα περιφερειακά ανακριτικά τμήματα των περιφερειακών εισαγγελιών και στο ανακριτικό τμήμα της ειδικευμένης εισαγγελίας διερευνούν τις υποθέσεις που τους ανατίθενται από τον διοικητικό επικεφαλής της αντίστοιχης εισαγγελίας.

Κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους στα πλαίσια της ποινικής διαδικασίας, οι ανακριτικές αρχές ενεργούν υπό την καθοδήγηση και την εποπτεία του εισαγγελέα.

Οι ανακριτικές διατάξεις σχετικά με την εκάστοτε έρευνα είναι δεσμευτικές για όλες τις δημόσιες αρχές, τα νομικά πρόσωπα και τους πολίτες.

Δικαστές

Στη Βουλγαρία οι δικαστές διορίζονται, προάγονται και υποβιβάζονται, μετατίθενται και απαλλάσσονται των καθηκόντων τους σύμφωνα με απόφαση του Ανώτατου Δικαστικού Συμβουλίου.

Οργάνωση

Οι δικαστικές θέσεις είναι οι ακόλουθες:

  • θέση δικαστή στο Ανώτατο Ακυρωτικό Δικαστήριο και θέση δικαστή στο Ανώτατο Διοικητικό Δικαστήριο -απαιτείται προϋπηρεσία τουλάχιστον δώδεκα ετών·
  • θέση δικαστή στο Εφετείο, θέση δικαστή στο Στρατιωτικό Εφετείο, θέση δικαστή στο Ειδικευμένο Ποινικό Εφετείο -απαιτείται προϋπηρεσία τουλάχιστον δέκα ετών. Για τις θέσεις δικαστή στο Ειδικευμένο Ποινικό Εφετείο, απαιτείται προϋπηρεσία τουλάχιστον δώδεκα ετών εκ των οποίων τουλάχιστον οκτώ έτη σε θέση δικαστή ποινικών υποθέσεων·
  • θέση δικαστή στο Περιφερειακό Δικαστήριο, θέση δικαστή στο Διοικητικό Δικαστήριο, θέση δικαστή στο Στρατιωτικό Δικαστήριο, θέση δικαστή στο Ειδικευμένο Ποινικό Δικαστήριο -απαιτείται προϋπηρεσία τουλάχιστον οκτώ ετών. Για τις θέσεις δικαστή στο Ειδικευμένο Ποινικό Δικαστήριο, απαιτείται προϋπηρεσία τουλάχιστον δέκα ετών εκ των οποίων τουλάχιστον πέντε έτη σε θέση δικαστή ποινικών υποθέσεων·
  • θέση δικαστή στο Τοπικό Δικαστήριο -απαιτείται προϋπηρεσία τουλάχιστον τριών ετών·
  • θέση ασκούμενου δικαστή -δεν απαιτείται προϋπηρεσία.

Οι δικαστές μονιμοποιούνται με απόφαση του Ανώτατου Δικαστικού Συμβουλίου έπειτα από πενταετή υπηρεσία και εφόσον τύχουν θετικής αξιολόγησης ως προς τις επιδόσεις τους.

Η Ένωση Δικαστών Βουλγαρίας (ΕΔΒ) ιδρύθηκε στη Σόφια στις 28 Μαρτίου 1997 από 30 δικαστές, συμπεριλαμβανομένων δικαστών από το Ανώτατο Ακυρωτικό Δικαστήριο αλλά και από τα περιφερειακά και τοπικά δικαστήρια όλης της χώρας.

Η ΕΔΒ διαδέχτηκε την Ένωση Βούλγαρων Δικαστών που ιδρύθηκε το 1919 και λειτουργούσε έως το 1945 ως ανεπίσημη επαγγελματική οργάνωση η οποία εκπροσωπούσε τη δικαστική κοινότητα με σκοπό την προστασία των επαγγελματικών τους συμφερόντων, καθώς και την ανάδειξη και τη λύση των προβλημάτων τους.

Για περισσότερες πληροφορίες, επισκεφθείτε τον δικτυακό τόπο της Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροΈνωσης Βούλγαρων Δικαστών (Sayuz na Sadiite v Balgariya).

Η Ένωση «ΔΙΚΑΣΤΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΒΟΥΛΓΑΡΙΑΣ» ιδρύθηκε για να παρέχει στους πολίτες δικαιοσύνη, διαφάνεια και πρόσβαση στο δικαστικό σύστημα.

Λειτουργεί στα πλαίσια του δικαστικού συστήματος, τηρώντας το Σύνταγμα και τους νόμους, ενώ τα μέλη του υπόκεινται στους κανόνες επαγγελματικής δεοντολογίας και ανθρώπινης αξιοπρέπειας. Για περισσότερες πληροφορίες, επισκεφθείτε τον δικτυακό τόπο του Δικαστικού Συλλόγου Βουλγαρίας: Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροhttp://www.judgesbg.org/bg/

Ρόλος και καθήκοντα

Η ΕΔΒ συντάσσει δικογραφίες, συμπεριλαμβανομένων των υποθέσεων που αφορούν πειθαρχικά παραπτώματα δικαστών, διαμεσολαβεί στις διαφορές μεταξύ δικαστών και άλλων δημοσίων λειτουργών, συνδράμει στη νομοθετική διαδικασία, τηρεί αρχεία και δημοσιεύει εφημερίδα.

Δικαστικοί και εισαγγελικοί βοηθοί

Οι δικαστικοί βοηθοί εργάζονται στο περιφερειακό και διοικητικό δικαστήριο και εφετείο, στο ανώτατο ακυρωτικό δικαστήριο και στο ανώτατο διοικητικό δικαστήριο.

Οι εισαγγελικοί βοηθοί εργάζονται στην περιφερειακή εισαγγελία και στην εισαγγελία εφετών, στην εισαγγελία του ανώτατου ακυρωτικού δικαστηρίου και στην εισαγγελία του ανώτατου διοικητικού δικαστηρίου..

Στη θέση του δικαστικού και εισαγγελικού βοηθού διορίζεται πρόσωπο το οποίο πληροί τις προϋποθέσεις για τη θέση του δικαστή, του εισαγγελέα ή του ανακριτή και έχει αναδειχθεί από τον σχετικό διαγωνισμό για δικαστικούς υπαλλήλους.

Οι δικαστικοί βοηθοί διορίζονται από τον διοικητικό επικεφαλής του αντίστοιχου δικαστηρίου. Οι εισαγγελικοί βοηθοί διορίζονται από τον γενικό εισαγγελέα ή τον διοικητικό επικεφαλής της αντίστοιχης εισαγγελίας.

Οργάνωση των νομικών επαγγελμάτων: δικηγόροι

Δικηγόροι

Στη Βουλγαρία η άσκηση του δικηγορικού επαγγέλματος αποτελεί δραστηριότητα προβλεπόμενη από το Σύνταγμα. Το επάγγελμα του δικηγόρου μπορεί να ασκεί όποιο πρόσωπο έχει ορκιστεί και είναι εγγεγραμμένο στο μητρώο του δικηγορικού συλλόγου. Σε κάθε δικαστική περιφέρεια ενός περιφερειακού δικαστηρίου υπάρχει ένας δικηγορικός σύλλογος ο οποίος υπάγεται στο ανώτατο δικηγορικό συμβούλιο που έχει την έδρα του στη Σόφια. Η ιδιότητα, τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις των δικηγόρων ρυθμίζονται από τον νόμο περί δικηγόρων.

Το ανώτατο δικηγορικό συμβούλιο αποτελεί νομικό πρόσωπο και απαρτίζεται από εκπροσώπους των δικηγορικών συλλόγων με σχέση εκπροσώπησης 1 αντιπροσώπου προς 40 δικηγόρους.

Το ανώτατο δικηγορικό συμβούλιο συγκαλεί και διεξάγει τις συνεδριάσεις της γενικής συνέλευσης των δικηγόρων της χώρας, εκτελεί τις σχετικές αποφάσεις και εκπονεί εκθέσεις, καθορίζει τις αρχικές και ετήσιες εισφορές των δικηγόρων για τον προϋπολογισμό του, εκδίδει τις διατάξεις που επιβάλλονται από το νόμο περί δικηγόρων, αποφαίνεται επί των ενστάσεων κατά παρανόμων αποφάσεων του γενικού συμβουλίου των δικηγορικών συλλόγων και επί της νομιμότητας της εκλογής των δικηγορικών συμβουλίων, καθώς και επί των προσφυγών και των καταγγελιών κατά των αποφάσεων των δικηγορικών συμβουλίων που σχετίζονται με την πρακτική άσκηση των ασκούμενων δικηγόρων και την εγγραφή τους στον δικηγορικό σύλλογο. Αναλαμβάνει και εγκρίνει τις δαπάνες για τη λειτουργία του ανώτατου εποπτικού συμβουλίου και του ανώτατου πειθαρχικού δικαστηρίου.

Το ανώτατο δικηγορικό συμβούλιο τηρεί τα ενιαία μητρώα των δικηγόρων, των ασκούμενων δικηγόρων και των δικηγορικών εταιρειών, καθώς και το μητρώο των αλλοδαπών δικηγόρων στους οποίους έχει χορηγηθεί δικαίωμα δικαστικής εκπροσώπησης ενώπιον των βουλγαρικών δικαστηρίων.

Νομική βάση δεδομένων

Για περισσότερες πληροφορίες, επισκεφθείτε τον δικτυακό τόπο του Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροΑνώτατου δικηγορικού Συμβουλίου. Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυρο(Visshiya Advokatski Savet).

Συμβολαιογράφοι

Οργάνωση

Συμβολαιογράφος είναι το πρόσωπο στο οποίο ανατίθεται από το κράτος η διεκπεραίωση των προβλεπόμενων από τον νόμο συμβολαιογραφικών πράξεων. Ο συμβολαιογράφος είναι ανεξάρτητος και κατά την άσκηση των καθηκόντων του υπόκειται μόνο στον νόμο. Ο Υπουργός Δικαιοσύνης ασκεί έλεγχο στη δραστηριότητα κάθε συμβολαιογράφου για τη σύννομη και σύμφωνη με το καταστατικό του συμβολαιογραφικού επιμελητηρίου εκτέλεση των καθηκόντων του.

Η ιδιότητα, τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις των συμβολαιογράφων ρυθμίζονται από τον νόμο περί συμβολαιογράφων και συμβολαιογραφικής δραστηριότητας.

Ρόλος και καθήκοντα

Ο Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροΣύλλογος Συμβολαιογράφων (Notarialnata Kamara) αποτελεί οργάνωση των συμβολαιογράφων στη Δημοκρατία της Βουλγαρίας που ιδρύθηκε σύμφωνα με τον νόμο περί συμβολαιογράφων και συμβολαιογραφικής δραστηριότητας. Στο Συμβολαιογραφικό Επιμελητήριο έχουν δικαίωμα συμμετοχής όλοι οι συμβολαιογράφοι. Το Συμβολαιογραφικό Επιμελητήριο αποτελεί νομικό πρόσωπο και έχει την έδρα του στη Σόφια.

Τα όργανα του Συμβολαιογραφικού Επιμελητηρίου είναι η Γενική Συνέλευση, το Συμβούλιο των Συμβολαιογράφων, το Εποπτικό Συμβούλιο και η Πειθαρχική Επιτροπή. Το Συμβολαιογραφικό Επιμελητήριο εκπροσωπείται από τον Πρόεδρο του Συμβουλίου των Συμβολαιογράφων.

Το Συμβολαιογραφικό Επιμελητήριο οργανώνει και υποστηρίζει τη δραστηριότητα των συμβολαιογράφων, προστατεύει και ενισχύει το κύρος του επαγγέλματος και διατηρεί σχέσεις με τους διεθνείς οργανισμούς με παρόμοια δραστηριότητα.

Για περισσότερες πληροφορίες, επισκεφθείτε τον δικτυακό τόπο του Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροΣυλλόγου Συμβολαιογράφων Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυρο(Notarialnata Kamara).

Λοιπά νομικά επαγγέλματα

Ιδιώτες δικαστικοί επιμελητές

Ο ιδιώτης δικαστικός επιμελητής είναι πρόσωπο στο οποίο έχει ανατεθεί από το κράτος η επιβολή των ιδιωτικών απαιτήσεων και η είσπραξη δημόσιων αξιώσεων. Η κατά τόπον αρμοδιότητα του ιδιώτη δικαστικού επιμελητή συμπίπτει με την κατά τόπον αρμοδιότητα του αντίστοιχου περιφερειακού δικαστηρίου.

Σκοπός του επιμελητηρίου των ιδιωτών δικαστικών επιμελητών είναι να συμβάλλει στην προβολή του επαγγέλματος του ιδιώτη δικαστικού επιμελητή και στη βελτίωση της διαδικασίας εκτέλεσης των θεσμοθετημένων καθηκόντων του στη Βουλγαρία, στην προστασία του δημοσίου συμφέροντος και στην υποστήριξη των μελών του.

Νομική βάση δεδομένων

Το μητρώο των ιδιωτών δικαστικών επιμελητών τηρείται από το Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροΣύλλογος ιδιωτών δικαστικών επιμελητών (Kamara na Chastnie Sadebni Izpalnitelni).

Το μητρώο είναι δημόσιο και διαθέσιμο στον δικτυακό τόπο του επιμελητηρίου. Κάθε πολίτης μπορεί να ανατρέχει σε αυτό και να λαμβάνει αποσπάσματα από αυτό (νόμος περί των ιδιωτών δικαστικών επιμελητών).

Οι ιδιώτες δικαστικοί επιμελητές υποβάλλουν στο Υπουργείο Δικαιοσύνης (ΥΔ) εξαμηνιαία και ετήσια έκθεση σχετικά με τη δραστηριότητά τους βάσει της οποίας ο Υπουργός Δικαιοσύνης δημιουργεί, τηρεί και αναπτύσσει το σύστημα πληροφοριών των δικαστικών εκτελέσεων. Το ΥΔ εισπράττει τέλη για τη χρήση του συστήματος πληροφοριών, το ύψος των οποίων εγκρίνεται από το Υπουργικό Συμβούλιο. Η πρόσβαση στο σύστημα πληροφοριών είναι δωρεάν και επιτρέπεται αυτοδικαίως στα δημόσια όργανα, στα όργανα της τοπικής αυτοδιοίκησης και τοπικής διοίκησης, καθώς και στα πρόσωπα στα οποία ανατίθεται η άσκηση δημοσίου λειτουργήματος.

Δημόσιοι δικαστικοί επιμελητές

Αρμοδιότητα των δημόσιων δικαστικών επιμελητών είναι η είσπραξη των ιδιωτικών απαιτήσεων. Το κράτος μπορεί επίσης να αναθέτει στους δημόσιους δικαστικούς επιμελητές την είσπραξη των δημοσίων αξιώσεων στις οριζόμενες από τον νόμο περιπτώσεις.

Ο αριθμός των δημόσιων δικαστικών επιμελητών ορίζεται από τον Υπουργό Δικαιοσύνης.

Στα τοπικά δικαστήρια στα οποία δεν υπάρχει δημόσιος δικαστικός επιμελητής τα καθήκοντά του εκτελούνται από τον περιφερειακό δικαστή ο οποίος διορίζεται από τον πρόεδρο του αντίστοιχου δικαστηρίου, ενημερώνοντας συγχρόνως το Υπουργείο Δικαιοσύνης.

Οι δημόσιοι δικαστικοί επιμελητές διορίζονται από τον Υπουργό Δικαιοσύνης έπειτα από διαγωνισμό. Ο Υπουργός Δικαιοσύνης μπορεί να προκηρύσσει διαγωνισμό επίσης κατόπιν πρότασης του προέδρου του τοπικού δικαστηρίου.

Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροΗ ένωση των δημόσιων δικαστικών επιμελητών στη Βουλγαρία Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυρο(Asotsiatsiya na Darzhavnite Sadebni Izpalnitelni v Balgariya) αποτελεί ανεξάρτητη εθελοντική επαγγελματική οργάνωση η οποία συγκεντρώνει τους δημόσιους δικαστικούς επιμελητές της Βουλγαρίας για την προστασία των επαγγελματικών, πνευματικών, πολιτιστικών, κοινωνικών και υλικών συμφερόντων τους, συμβάλλει στην προβολή του επαγγέλματός τους, καθώς και στην ενίσχυση του κύρους τους ενώπιον του κράτους και της κοινωνίας.

Νομική βάση δεδομένων

Το Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυρομητρώο των δημόσιων δικαστικών επιμελητών (Registar na Darzhavnite Sadebni Izpalnitelni)είναι διαθέσιμο στον δικτυακό τόπο της ένωσής τους.

Υποθηκοφύλακες

Στα τοπικά δικαστήρια υπάρχουν υποθηκοφύλακες.

Ο υποθηκοφύλακας διατάσσει ή αρνείται τις καταχωρήσεις και τις σημειώσεις στο κτηματολόγιο ή τις διαγραφές από αυτό και αποφαίνεται για την έκδοση βεβαιώσεων και πιστοποιητικών· εκτελεί συμβολαιογραφικές ή άλλες πράξεις σύμφωνα με το νόμο. Ο υποθηκοφύλακας μπορεί να λειτουργεί μόνο εντός των ορίων της περιφέρειάς του.

Ο αριθμός των υποθηκοφυλάκων καθορίζεται από τον Υπουργό Δικαιοσύνης.

Σε όποια τοπικά δικαστήρια δεν υπάρχει υποθηκοφύλακας ή δεν είναι σε θέση να εκτελέσει τα καθήκοντά του, αυτά εκτελούνται από τον περιφερειακό δικαστή με σχετική ενημέρωση του Υπουργού Δικαιοσύνης.

Ο Υπουργός Δικαιοσύνης μπορεί να αναθέσει σε δημόσιο δικαστικό επιμελητή από το ίδιο δικαστήριο την εκτέλεση των καθηκόντων του υποθηκοφύλακα.

Οι υποθηκοφύλακες διορίζονται από τον Υπουργό Δικαιοσύνης έπειτα από διαγωνισμό. Ο Υπουργός Δικαιοσύνης μπορεί να προκηρύσσει διαγωνισμό επίσης κατόπιν πρότασης του προέδρου του τοπικού δικαστηρίου.

Η ένωση υποθηκοφυλάκων της Βουλγαρίας αποτελεί ανεξάρτητη εθελοντική επαγγελματική οργάνωση η οποία συγκεντρώνει τους υποθηκοφύλακες της Βουλγαρίας για την προστασία των επαγγελματικών, πνευματικών, πολιτιστικών, κοινωνικών και υλικών συμφερόντων τους, συμβάλλει στην προβολή του επαγγέλματός τους, καθώς και στην ενίσχυση του κύρους τους ενώπιον του κράτους και της κοινωνίας. Για περισσότερες πληροφορίες, επισκεφθείτε τον δικτυακό τόπο της ένωσης: Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροhttp://www.basv.free.bg

Περισσότερες πληροφορίες για το δικαστικό προσωπικό μπορείτε να βρείτε εδώPDF(378 Kb)en.


Την έκδοση αυτής της σελίδας στην εθνική γλώσσα διαχειρίζεται το εκάστοτε κράτος μέλος. Οι μεταφράσεις έχουν γίνει από την αρμόδια υπηρεσία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Οι τυχόν αλλαγές που επιφέρει η αρμόδια εθνική αρχή στο πρωτότυπο ενδέχεται να μην έχουν περιληφθεί ακόμα στις μεταφράσεις. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή δεν αναλαμβάνει καμία ευθύνη όσον αφορά τις πληροφορίες ή τα στοιχεία που περιλαμβάνονται ή για τα οποία γίνεται λόγος στο παρόν έγγραφο. Βλ. την ανακοίνωση νομικού περιεχομένου για τους κανόνες πνευματικής ιδιοκτησίας που ισχύουν στο κράτος μέλος που είναι αρμόδιο για την παρούσα σελίδα.

Τελευταία επικαιροποίηση: 17/12/2018

Νομικά επαγγέλματα - Τσεχική ∆ηµοκρατία

Η γλωσσική έκδοση που βλέπετε τώρα βρίσκεται στο στάδιο της μετάφρασης.
Υπάρχει ήδη μετάφραση στις ακόλουθες γλώσσες: τσεχικά


Νομικά επαγγέλματα

Νομικά επαγγέλματα - Εισαγωγή

Τα νομικά επαγγέλματα περιλαμβάνουν τους δικαστές τους εισαγγελείς, τους δικηγόρους, τους συμβολαιογράφους και τους δικαστικούς επιμελητές.

Εισαγγελείς

Οργάνωση

Οι εισαγγελείς είναι επαγγελματίες του νομικού κλάδου που εργάζονται στις εισαγγελίες. Οι εισαγγελίες είναι δημόσιοι οργανισμοί που εκπροσωπούν το κράτος για την προστασία του δημοσίου συμφέροντος σε συγκεκριμένα θέματα. Οι εισαγγελείς χειρίζονται υποθέσεις που εμπίπτουν στην αρμοδιότητα της εισαγγελίας. Κανένας άλλος οργανισμός ή πρόσωπο δεν μπορεί να αναμιχθεί στον τομέα αρμοδιότητάς τους ή να τους αντικαταστήσει ή να τους εκπροσωπήσει κατά την άσκηση των καθηκόντων τους.

Οι εισαγγελίες έχουν την ίδια οργάνωση με τα δικαστήρια (τοπικές, περιφερειακές και ανώτατες). Στην ανώτερη βαθμίδα του συστήματος βρίσκεται η Ανώτατη Εισαγγελία με έδρα το Μπρνο, η οποία είναι αρμόδια για την κεντρική οργάνωση των εισαγγελέων και τη ρύθμιση του επαγγέλματος. Η κυβέρνηση διορίζει και παύει τον Ανώτατο Εισαγγελέα μετά από σύσταση του Υπουργού Δικαιοσύνης.

Επαγγελματική ένωση

Η τσεχική Ένωση Εισαγγελέων (Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροUnie státních zástupců České republiky) είναι προαιρετική, επαγγελματική ένωση, σκοπός της οποίας είναι να συνδράμει τις εισαγγελίες κατά την άσκηση των καθηκόντων τους και να προωθεί το κράτος δικαίου με τη λήψη ανεπηρέαστων αποφάσεων. Η Ένωση συμμετέχει επίσης στην κατάρτιση των εισαγγελέων και των ασκούμενων εισαγγελέων και εκπροσωπεί τα συμφέροντα των εισαγγελέων.

Το λειτούργημα του εισαγγελέα διέπεται από τον Κώδικα επαγγελματικής δεοντολογίας εισαγγελέων.

Κατάλογος εισαγγελέων, ανάλογα με τις εισαγγελίες στις οποίες έχουν τοποθετηθεί, δημοσιεύεται στον δικτυακό τόπο του Υπουργείου Δικαιοσύνης: Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροMinisterstvo spravedlnosti.

Αποστολή και καθήκοντα των εισαγγελιών

Οι εισαγγελείς είναι δημόσιοι λειτουργοί, έργο των οποίων είναι να εκπροσωπούν το κράτος για την προστασία του δημόσιου συμφέροντος, ιδίως ασκώντας ποινικές διώξεις και εξασφαλίζοντας ότι τηρείται ο νόμος όσον αφορά την προσωρινή κράτηση, τη φυλάκιση, την προληπτική ιατρική περίθαλψη, τον εγκλεισμό σε ιδρύματα κρατικής μέριμνας ή προστασίας, την πρόληψη του εγκλήματος και την παροχή βοήθειας στα θύματα εγκληματικών πράξεων.

Εξουσίες σε ποινικές διαδικασίες

Οι εισαγγελείς έχουν την εξουσία να ενεργούν σε κάθε στάδιο της ποινικής διαδικασίας. Ο εισαγγελέας διαθέτει ορισμένα δικονομικά δικαιώματα και υπόκειται σε αντίστοιχες δικονομικές υποχρεώσεις.

Η εισαγγελία λειτουργεί σύμφωνα με τον νόμο 283/1993. Ειδικότερα, είναι αρμόδια για την άσκηση ποινικής δίωξης και για ορισμένα άλλα καθήκοντα τα οποία προβλέπει ο Ποινικός Κώδικας. Επίσης, παρακολουθεί την τήρηση του νόμου όσον αφορά την προσωρινή κράτηση, τη φυλάκιση, την προληπτική ιατρική περίθαλψη, τον εγκλεισμό σε ιδρύματα κρατικής μέριμνας ή προστασίας και άλλες περιπτώσεις στις οποίες ο νόμος επιτρέπει περιορισμούς της προσωπικής ελευθερίας, ενώ ενεργεί και σε μη ποινικές δίκες και εκτελεί άλλα ειδικά καθήκοντα τα οποία προβλέπει ο νόμος.

Οι εισαγγελείς εξασφαλίζουν ότι τηρείται ο νόμος κατά την ποινική προδικασία. Σύμφωνα με τον Ποινικό Κώδικα (νόμος 141/1961), ορισμένες ενέργειες σε αυτό το στάδιο αποτελούν αποκλειστικό προνόμιο του εισαγγελέα.

Πριν την άσκηση ποινικής δίωξης, πρέπει να έχουν γνωστοποιηθεί στον εισαγγελέα τα πραγματικά περιστατικά από τα οποία προκύπτει ότι έχει τελεστεί έγκλημα (άρθρο 158(2) του Ποινικού Κώδικα).

Ο εισαγγελέας απαγγέλλει κατηγορία (προτείνοντας ποινή), με την οποία τίθεται σε κίνηση η διαδικασία για την παραπομπή μιας πράξης στο αρμόδιο δικαστήριο. Οι εισαγγελείς πρέπει να παρίστανται κατά την κύρια επ' ακροατηρίου συζήτηση, κατά την οποία εκθέτουν τις κατηγορίες και κλείνουν με την τελική τους αγόρευση.

Οι εισαγγελείς έχουν επίσης αρμοδιότητες σχετικά με την επίτευξη συμφωνίας για την ενοχή και την ποινή.

Ο εισαγγελέας μπορεί να ασκήσει έφεση για τον λόγο ότι η απόφαση που εκδόθηκε ήταν εσφαλμένη. Οι εφέσεις είναι δυνατόν να είναι υπέρ ή εις βάρος του κατηγορουμένου.

Ο ανώτατος εισαγγελέας μπορεί να ασκήσει αναίρεση.

Ο εισαγγελέας μπορεί επίσης να συστήσει αναθεώρηση της δίκης υπέρ ή εις βάρος του κατηγορουμένου.

Σε δίκη κατά ανηλίκου, ο εισαγγελέας πρέπει να είναι πάντα παρών, όχι μόνο κατά την κύρια συζήτηση, αλλά και κατά τις δημόσιες συζητήσεις (νόμος 218/2003 για τις δίκες σε υποθέσεις ανηλίκων).

Μια από τις αποκλειστικές αρμοδιότητες του εισαγγελέα είναι η λήψη αποφάσεων για την εναλλακτική επίλυση διαφοράς στο στάδιο της προδικασίας.

Ενέργειες της εισαγγελίας σε μη ποινικές υποθέσεις

Η εισαγγελία μπορεί επίσης να συστήσει την άσκηση αστικής αγωγής ή να παρέμβει σε αστικές δίκες που έχουν ήδη αρχίσει, αλλά μόνο όπου το επιτρέπει ο νόμος.

Η ανάμιξη της εισαγγελίας σε αστικές υποθέσεις θεμελιώνεται στο άρθρο 80 του τσεχικού Συντάγματος, το οποίο ορίζει ότι η εισαγγελία μπορεί να επιτελεί και άλλα καθήκοντα που προβλέπονται από τον νόμο, εκτός από την άσκηση ποινικών διώξεων. Σύμφωνα με τον νόμο περί εισαγγελιών, η εισαγγελία μπορεί να ενεργεί σε άλλες διαδικασίες, εκτός από τις ποινικές υποθέσεις. Οι αρμοδιότητες αυτές διέπονται λεπτομερέστερα από τον Αστικό Κώδικα, ο οποίος διευκρινίζει πότε μπορεί η εισαγγελία να παρέμβει σε εκκρεμείς δίκες.

Εκτός από τη δυνατότητα να καταστεί διάδικος σε αστικές δίκες, η εισαγγελία μπορεί να συστήσει την άσκηση αγωγής από τον Ανώτατο Εισαγγελέα, για παράδειγμα σε περιπτώσεις άρνησης της πατρότητας, στο πλαίσιο του οικογενειακού νόμου.

Προσόντα και άλλες απαιτήσεις για τους εισαγγελείς

Οι εισαγγελείς αναλαμβάνουν καθήκοντα με τον διορισμό τους. Διορίζονται από τον Υπουργό Δικαιοσύνης, μετά από σύσταση του Ανώτατου Εισαγγελέα, για αόριστο χρόνο. Ορκίζονται ενώπιον του Υπουργού Δικαιοσύνης.

Για να διοριστεί κανείς ως εισαγγελέας πρέπει να είναι τσέχος πολίτης και:

  • να διαθέτει δικαιοπρακτική ικανότητα
  • να έχει λευκό ποινικό μητρώο
  • να έχει ηλικία τουλάχιστον 25 ετών κατά τον χρόνο διορισμού
  • να διαθέτει μεταπτυχιακό τίτλο σπουδών (μάστερ) νομικής τσεχικού πανεπιστημίου
  • να έχει επιτύχει στις τελικές εξετάσεις
  • να διαθέτει τα ηθικά προσόντα που εξασφαλίζουν ότι θα εκπληρώσει τα καθήκοντά του προσηκόντως και
  • να δεχθεί τον διορισμό του σε θέση εισαγγελέα και την τοποθέτησή του σε εισαγγελία.

Οι εισαγγελείς διορίζονται για αόριστο χρόνο, αλλά η άσκηση των καθηκόντων τους μπορεί να ανασταλεί με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης. Η θητεία τους λήγει όταν φθάσουν την ηλικία των 70 ετών, εάν αποβιώσουν ή κηρυχθούν νεκροί ή εάν, για παράδειγμα, η δικαιοπρακτική τους ικανότητα χαθεί ή περιοριστεί, εάν αρνηθούν να ορκιστούν, εάν χάσουν την τσεχική υπηκοότητα, εάν αναλάβουν καθήκοντα ασύμβατα με τα καθήκοντα του εισαγγελέα, εάν κριθούν ένοχοι εγκληματικής πράξης, εάν κριθούν ανίκανοι για την άσκηση των καθηκόντων τους ή εάν η άσκηση των καθηκόντων τους καθίσταται αδύνατη λόγω διαρκούς αναπηρίας. Η θητεία τους λήγει επίσης εάν τους επιβληθεί το πειθαρχικό μέτρο της παύσης ή εάν παραιτηθούν.

Το Υπουργείο Δικαιοσύνης ορίζει τον προϋπολογισμό της εισαγγελίας. Το λειτούργημα του εισαγγελέα διέπεται από τον νόμο 283/1993.

Ασυμβίβαστα

Με την εξαίρεση των περιπτώσεων που αυτό προβλέπεται ρητώς από τον νόμο, ο εισαγγελέας δεν μπορεί να ενεργεί ως διαιτητής ή ως διαμεσολαβητής για την επίλυση νομικών διαφορών, να εκπροσωπεί διαδίκους ή να ενεργεί ως αντιπρόσωπος αιτούντα ή διαδίκου σε δικαστική ή διοικητική διαδικασία. Εκτός από την ιδιότητα του εισαγγελέα, του προϊσταμένου ή του αναπληρωτή προϊσταμένου εισαγγελέα ή από την άσκηση των καθηκόντων που απορρέουν από προσωρινή τοποθέτηση στο Υπουργείο ή στη Δικαστική Ακαδημία, οι εισαγγελείς δεν μπορούν να κατέχουν αμειβόμενη θέση ή να αναλάβουν άλλη κερδοφόρο δραστηριότητα, εκτός από τη διαχείριση της περιουσίας τους, την επιτέλεση πανεπιστημιακού, διδακτικού, λογοτεχνικού, δημοσιογραφικού ή καλλιτεχνικού έργου ή τη συμμετοχή σε συμβουλευτικά όργανα του Υπουργείου ή της κυβέρνησης ή σε κοινοβουλευτικά όργανα.

Αμοιβή

Η αμοιβή των εισαγγελέων προβλέπεται από τον νόμο και καταβάλλεται από το κράτος.

Επαγγελματική ευθύνη

Το κράτος ευθύνεται, σύμφωνα με τον νόμο, για τυχόν ζημία, βλάβη ή απώλεια που οφείλεται σε παράνομες αποφάσεις ή διαδικαστικές πλημμέλειες των εισαγγελέων.

Οι εισαγγελείς ευθύνονται για πειθαρχικά αδικήματα.

Δικαστές

Οργάνωση

Η βασική διάταξη που διέπει το λειτούργημα των δικαστών είναι το άρθρο 82(1) του τσεχικού Συντάγματος, το οποίο ορίζει ότι οι δικαστές πρέπει να είναι ανεξάρτητοι κατά την άσκηση των καθηκόντων τους και ότι κανείς δεν πρέπει να υπονομεύει την αμεροληψία τους. Περαιτέρω κανόνες προβλέπονται από τον νόμο 6/2002 περί δικαστηρίων και δικαστών.

Διορισμός και θητεία

Εφόσον πληρούν όλες τις προϋποθέσεις, οι δικαστές διορίζονται από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας και αναλαμβάνουν τα καθήκοντά τους μόλις ορκιστούν. Εντούτοις, δεν υπάρχει έννομο δικαίωμα διορισμού σε θέση δικαστή.

Η προετοιμασία για τον διορισμό σε θέση δικαστή, απαιτεί τριετή άσκηση στα δικαστήρια. Μετά την ολοκλήρωση της προπαρασκευαστικής υπηρεσίας, οι ασκούμενοι λαμβάνουν μέρος σε ειδικές δικαστικές εξετάσεις.

Οι δικαστές διορίζονται για αόριστο χρόνο, αλλά μπορούν να απαλλαγούν από τα καθήκοντά τους προσωρινά από τον Υπουργό Δικαιοσύνης. Η θητεία των δικαστών λήγει στο τέλος του έτους κατά το οποίο συμπληρώνουν το 70ό έτος ηλικίας, εάν αποβιώσουν ή κηρυχθούν νεκροί, εάν κηρυχθούν επισήμως ακατάλληλοι για την εκτέλεση των καθηκόντων τους ή εάν παραιτηθούν.

Προσόντα και άλλες απαιτήσεις για τους δικαστές

Για να διοριστεί κανείς ως δικαστής πρέπει:

  • να είναι τσέχος πολίτης
  • να έχει πλήρη δικαιοπρακτική ικανότητα
  • να έχει λευκό ποινικό μητρώο
  • να έχει ηλικία τουλάχιστον 30 ετών
  • να διαθέτει μεταπτυχιακό τίτλο σπουδών (μάστερ) νομικής τσεχικού πανεπιστημίου
  • να έχει ολοκληρώσει επιτυχώς τις ειδικές δικαστικές εξετάσεις
  • να διαθέτει τα ηθικά προσόντα που εξασφαλίζουν ότι θα εκπληρώσει τα καθήκοντά του προσηκόντως και
  • να δεχθεί τον διορισμό του σε θέση δικαστή και την τοποθέτησή του σε δικαστήριο.

Οι λαϊκοί δικαστές είναι κοινοί άνθρωποι (που έχουν λευκό ποινικό μητρώο). Ορκίζονται ενώπιον του προέδρου του δικαστηρίου και η θητεία τους είναι τετραετής.

Ασυμβίβαστα

Εκτός από τη θέση του προέδρου ή του αντιπροέδρου δικαστηρίου, οι δικαστές δεν μπορούν να αναλάβουν άλλη αμειβόμενη δραστηριότητα, εκτός από τη διαχείριση της περιουσίας τους, την επιτέλεση πανεπιστημιακού, διδακτικού, λογοτεχνικού, δημοσιογραφικού ή καλλιτεχνικού έργου ή τη συμμετοχή σε συμβουλευτικά όργανα του Υπουργείου ή της κυβέρνησης ή σε κοινοβουλευτικά όργανα.

Αμοιβή

Το ύψος της αμοιβής των δικαστών προβλέπεται από τον νόμο.

Αποστολή και υποχρεώσεις

Το βασικό δικαίωμα και υποχρέωση των δικαστών είναι να παραμένουν ανεξάρτητοι κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους και να δεσμεύονται μόνον από τον νόμο, τον οποίο ερμηνεύουν κατά τον καλύτερο δυνατό τρόπο και σύμφωνα με τη συνείδησή τους. Δεν πρέπει να επηρεάζονται π.χ. από τα συμφέροντα πολιτικών κομμάτων, την κοινή γνώμη ή τα μέσα μαζικής ενημέρωσης. Η υπονόμευση ή η απειλή της ανεξαρτησίας των δικαστών απαγορεύεται.

Οι δικαστές πρέπει να εκδίδουν τις αποφάσεις τους σε εύλογο χρόνο και χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση και να δίδουν στους διαδίκους και στους εκπροσώπους τους τη δυνατότητα να προβάλουν τα δικαιώματά τους, αλλά δεν μπορούν να διαπραγματεύονται μαζί τους σχετικά με την ουσία της υπόθεσης ή με δικονομικά θέματα που είναι δυνατόν να επηρεάσουν την υπόθεση.

Ακόμα και μετά το πέρας της θητείας τους, οι δικαστές δεν πρέπει να αποκαλύπτουν θέματα των οποίων έλαβαν γνώση κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους. Η υποχρέωση αυτή αίρεται σε εξαιρετικές μόνο περιπτώσεις.

Κατάλογος δικαστών και των δικαστηρίων στα οποία υπηρετούν διατίθεται μέσω της ιστοσελίδας του Υπουργείου Δικαιοσύνης: Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροMinisterstvo spravedlnosti.

Η Ένωση Δικαστών Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροSoudcovská unie δεν εκπροσωπεί όλους τους δικαστές, καθώς η συμμετοχή σε αυτήν είναι προαιρετική. Η γενική συνέλευσή της έχει εγκρίνει κώδικα συμπεριφοράς για δικαστές, ο οποίος περιέχει τις δεοντολογικές αρχές που διέπουν το δικαστικό σώμα.

Κατηγορίες και ειδίκευση των δικαστών

Οι δικαστές, εκτός από το να κρίνουν υποθέσεις, μπορούν να υπηρετούν ως πρόεδροι ή αντιπρόεδροι δικαστηρίων. Διορίζονται από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας (Ανώτατο Δικαστήριο και Ανώτατο Διοικητικό Δικαστήριο) ή από τον Υπουργό Δικαιοσύνης (ανώτερα, περιφερειακά και τοπικά δικαστήρια). Στα κύρια καθήκοντά τους περιλαμβάνεται η διοίκηση των δικαστηρίων.

Οι δικαστές μπορούν επίσης να προεδρεύουν τμήματος του Ανώτατου Δικαστηρίου ή του Ανώτατου Διοικητικού Δικαστηρίου ή να προεδρεύουν πολυμελούς δικαστηρίου.

Στο εσωτερικό επίπεδο, τα τοπικά, περιφερειακά και ανώτερα δικαστήρια είναι βασικά οργανωμένα σε ειδικευμένα ποινικά, πολιτικά και διοικητικά τμήματα για τα διάφορα είδη υποθέσεων.

Επαγγελματική ευθύνη των δικαστών

Το κράτος ευθύνεται για τυχόν ζημία, βλάβη ή απώλεια που απορρέει από εσφαλμένη κρίση, απόφαση στέρησης της ελευθερίας, καταδίκη ή ασφαλιστικό μέτρο ή από διαδικαστική πλημμέλεια. Ο δικαστής μπορεί να εξαναγκαστεί σε αποζημίωση μόνον εάν κριθεί ένοχος πειθαρχικού ή ποινικού αδικήματος. Οι δικαστές είναι υπόλογοι για τον επαγγελματισμό τους κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους.

Συμβολαιογράφοι

Οργάνωση

Οι συμβολαιογράφοι και οι δραστηριότητές τους διέπονται από τον νόμο 358/1992 περί των συμβολαιογράφων και των δραστηριοτήτων τους (Συμβολαιογραφικός Κώδικας).

Οι συμβολαιογράφοι πρέπει να ανήκουν στον Συμβολαιογραφικό Σύλλογο, ο οποίος είναι υπεύθυνος για τη διοίκηση του επαγγέλματος. Ο Σύλλογος οργανώνει επίσης την επαγγελματική κατάρτιση και τις εξετάσεις των ασκούμενων συμβολαιογράφων. Κατάλογος των συμβολαιογράφων ανά περιφέρεια δημοσιεύεται στην ιστοσελίδα Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροNotářská komora.

Διορισμός και θητεία

Οι συμβολαιογράφοι διορίζονται σε κενή θέση από τον Υπουργό Δικαιοσύνης, μετά από σύσταση του Συλλόγου και επιτυχία σε διαγωνισμό. Ο συμβολαιογράφος αναλαμβάνει καθήκοντα αφού καταχωρηθεί στο μητρώο συμβολαιογράφων, το οποίο τηρεί ο Συμβολαιογραφικός Σύλλογος.

Ο ασκούμενος συμβολαιογράφος προετοιμάζεται για την άσκηση του επαγγέλματος δουλεύοντας υπό την επίβλεψη συμβολαιογράφου. Κατά επόμενο στάδιο προετοιμασίας, ο ασκούμενος αποκτά την ιδιότητα του υποψηφίου συμβολαιογράφου, μετά την ολοκλήρωση άσκησης τριών τουλάχιστον ετών και την επιτυχία στον διαγωνισμό συμβολαιογράφων.

Η θητεία του συμβολαιογράφου δεν είναι χρονικά περιορισμένη, αλλά μπορεί να ανασταλεί. Η θητεία των συμβολαιογράφων λήγει όταν φθάσουν το 70ό έτος ηλικίας, εάν αποβιώσουν ή κηρυχθούν νεκροί, λόγω παραίτησης, απώλειας της τσεχικής ιθαγένειας, της δικαιοπρακτικής ικανότητας ή, για παράδειγμα, εάν αρνηθούν να ορκιστούν ή εάν η κατάσταση της υγείας τους καθιστά αδύνατη την άσκηση των καθηκόντων τους μακροπρόθεσμα.

Ο αριθμός συμβολαιογραφείων στην περιφέρεια κάθε τοπικού δικαστηρίου ορίζεται από τον Υπουργό Δικαιοσύνης, μετά από διαβούλευση με τον Συμβολαιογραφικό Σύλλογο.

Οι συμβολαιογράφοι είναι ανεξάρτητοι κατά την άσκηση των καθηκόντων τους. Δεσμεύονται μόνον από τον νόμο. Η άσκηση του επαγγέλματος του συμβολαιογράφου είναι ασυμβίβαστη με κάθε άλλη αμειβόμενη δραστηριότητα (εκτός εάν ο νόμος ορίζει διαφορετικά).

Προσόντα και άλλες απαιτήσεις για τους συμβολαιογράφους

Για να αποκτήσει κανείς την ιδιότητα του συμβολαιογράφου, πρέπει:

  • να είναι τσέχος πολίτης
  • να έχει πλήρη δικαιοπρακτική ικανότητα
  • να έχει λευκό ποινικό μητρώο
  • να διαθέτει πτυχίο πανεπιστημίου
  • να έχει ολοκληρώσει άσκηση πέντε τουλάχιστον ετών
  • να ολοκληρώσει επιτυχώς τον διαγωνισμό συμβολαιογράφων.

Για να αρχίσει κανείς να εργάζεται ως συμβολαιογράφος, πρέπει:

  • να διοριστεί ως συμβολαιογράφος
  • να ορκιστεί ενώπιον του Υπουργού Δικαιοσύνης, εάν αυτό δεν έχει γίνει ήδη
  • να αποκτήσει την επίσημη συμβολαιογραφική σφραγίδα
  • να συνάψει ασφάλιση ευθύνης για τυχόν ζημία, βλάβη ή απώλεια που μπορεί να προκληθεί κατά την άσκηση του επαγγέλματός του.

Ασυμβίβαστα

Οι συμβολαιογράφοι δεν μπορούν να αναλάβουν άλλη κερδοφόρο δραστηριότητα εκτός από τη διαχείριση της περιουσίας τους. Εντούτοις, μπορούν να αναλάβουν έναντι αμοιβής πανεπιστημιακό, δημοσιογραφικό, διδακτικό, ερμηνευτικό, καλλιτεχνικό έργο ή έργο πραγματογνώμονα.

Αμοιβή

Σύμφωνα με τον Συμβολαιογραφικό Κώδικα, οι συμβολαιογράφοι παρέχουν τις υπηρεσίες τους έναντι αποζημίωσης, η οποία περιλαμβάνει κυρίως αμοιβή, αποζημίωση για τον χρόνο που δαπανήθηκε και απόδοση δαπανών. Την αμοιβή καταβάλλει το πρόσωπο που ζητά τη συνδρομή του συμβολαιογράφου. Οι συμβολαιογράφοι δικαιούνται να ζητήσουν εύλογη προκαταβολή για την αμοιβή και τα έξοδά τους. Λεπτομερείς κανόνες για την αμοιβή των συμβολαιογράφων προβλέπονται από την ειδική νομοθεσία.

Αποστολή και υποχρεώσεις των συμβολαιογράφων

Κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους, οι συμβολαιογράφοι πρέπει να συμμορφώνονται με τους νόμους και τις υπόλοιπες νομικές διατάξεις γενικής εφαρμογής. Κατά την παροχή νομικής συνδρομής δεσμεύονται επίσης από τις οδηγίες των πελατών τους. Έχουν το δικαίωμα να αρνηθούν να κάνουν ό,τι τους ζητείται μόνον εάν αυτό συγκρούεται με τη γενικά εφαρμοστέα νομοθεσία, εάν οι ίδιοι ή άτομα του στενού τους περιβάλλοντος εμπλέκονται στην υπόθεση, εάν έχουν ήδη παράσχει νομική συνδρομή για την ίδια υπόθεση σε άλλο άτομο με συγκρουόμενα συμφέροντα ή εάν το άτομο που ζητά συνδρομή δεν καταβάλει την εύλογη προκαταβολή χωρίς αιτιολογία. Ο συμβολαιογράφος έχει το δικαίωμα να αποσυρθεί από σύμβαση με πελάτη ή άτομο που ζητά συμβουλές, εφόσον έχει πληγεί η αμοιβαία εμπιστοσύνη.

Οι συμβολαιογράφοι υποχρεούνται να μην κοινολογούν πληροφορίες των οποίων λαμβάνουν γνώση κατά την εκτέλεση του έργου τους και είναι δυνατόν να επηρεάσουν τα έννομα συμφέροντα των πελατών τους ή των προσώπων που ζητούν συμβουλές. Μόνον ο ενδιαφερόμενος μπορεί να τους απαλλάξει από την υποχρέωση αυτή.

Οι νομικές και άλλες υπηρεσίες που παρέχουν οι συμβολαιογράφοι περιλαμβάνουν:

  • τη διενέργεια πράξεων εντεταλμένου δικαστή, δηλ. εκπροσώπου του δικαστηρίου σε κληρονομικά θέματα
  • σύνταξη συμβολαιογραφικών εγγράφων – επίσημης καταγραφής δικαιοπραξιών, ετήσιων γενικών συνελεύσεων και συνελεύσεων νομικών προσώπων, άλλων πράξεων και καταστάσεων
  • σύνταξη συμβάσεων
  • συμβολαιογραφική μεσεγγύηση
  • σύνταξη εκτελεστών συμβολαιογραφικών πράξεων
  • σύνταξη και κατάθεση διαθηκών
  • σύνταξη προγαμιαίων συμφώνων (τα οποία πρέπει να έχουν τη μορφή συμβολαιογραφικού εγγράφου), συμφωνιών παροχής ασφάλειας και καταχώρισης της ασφάλειας
  • επικύρωση εγγράφων.

Επίσης, εκδίδουν αποσπάσματα από το τσεχικό κτηματολόγιο κ.λπ.

Επαγγελματική ευθύνη των συμβολαιογράφων

Οι συμβολαιογράφοι ευθύνονται έναντι των πελατών τους, των ατόμων που ζητούν συμβουλές ή άλλων ενδιαφερομένων για τυχόν ζημία, βλάβη ή απώλεια που ενδέχεται να προκαλέσουν κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους. Επίσης, ευθύνονται έναντι του προσωπικού τους για τυχόν ζημία, βλάβη ή απώλεια που ενδέχεται να υποστεί κατά την εργασία του. Για την κάλυψη του κινδύνου, είναι υποχρεωμένοι να συνάψουν ασφάλιση ευθύνης.

Οι συμβολαιογράφοι υπέχουν επίσης πειθαρχική ευθύνη.

Αρμόδιο για την κρατική επίβλεψη των συμβολαιογράφων είναι το Υπουργείο Δικαιοσύνης, ο τσεχικός Συμβολαιογραφικός Σύλλογος και οι τοπικοί συμβολαιογραφικοί σύλλογοι.

Επαγγελματικές ενώσεις

Οι συμβολαιογραφικοί σύλλογοι, οι οποίοι λειτουργούν στην περιφέρεια κάθε περιφερειακού δικαστηρίου και του δημοτικού δικαστηρίου Πράγας, έχουν ως μέλη όλους τους συμβολαιογράφους που είναι εγκατεστημένοι στην περιφέρεια του κάθε συλλόγου. Κάθε συμβολαιογραφικός σύλλογος διαθέτει νομική προσωπικότητα και έχει δικά του έσοδα και όργανα.

Ο τσεχικός Συμβολαιογραφικός Σύλλογος είναι ο κεντρικός αυτοδιοικούμενος επαγγελματικός οργανισμός στον οποίο συμμετέχουν οι μεμονωμένοι συμβολαιογραφικοί σύλλογοι. Διαθέτει νομική προσωπικότητα και έχει δικά του έσοδα και όργανα. Στα καθήκοντά του περιλαμβάνεται η τήρηση και η διαχείριση του κεντρικού μητρώου διαθηκών, ενός μη δημόσιου καταλόγου σε ηλεκτρονική μορφή, στον οποίο καταχωρούνται οι διαθήκες, οι πράξεις αποκλήρωσης και οι πράξεις ανάκλησής τους, οι πράξεις διορισμού και παύσης εκτελεστών διαθήκης. Ο τσεχικός Συμβολαιογραφικός Σύλλογος τηρεί επίσης μητρώο ασφαλειών.

Οργάνωση του νομικού επαγγέλματος: λειτουργοί της δικαιοσύνης

Δικηγόροι

Οι δικηγόροι πρέπει να είναι μέλη του τσεχικού Δικηγορικού Συλλόγου (Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροČeská advokátní komora), του κεντρικού, αυτοδιοικούμενου, μη κυβερνητικού οργανισμού που είναι αρμόδιος για το επάγγελμα.

Η παροχή υπηρεσιών από δικηγόρους διέπεται από τον νόμο 85/1996, Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροo advokacii.

Απαιτήσεις για τους δικηγόρους

Για να ασκήσει κανείς το λειτούργημα του δικηγόρου, πρέπει να είναι εγγεγραμμένος στο μητρώο δικηγόρων που τηρεί ο Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροτσεχικός Δικηγορικός Σύλλογος. Για να εγγραφεί κανείς στο μητρώο, πρέπει να υποβάλει γραπτή αίτηση και:

Νομικές υπηρεσίες στην Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροΤσεχική Δημοκρατία μπορούν να παρέχονται μόνον από:

Στην Τσεχική Δημοκρατία υπάρχει ένα μόνο είδος δικηγόρου, χωρίς καμία διάκριση. Οι μεμονωμένοι δικηγόροι εξειδικεύονται σε ένα κλάδο του δικαίου μόνο στο πλαίσιο της άσκησης του επαγγέλματός τους.

Δικαιώματα και υποχρεώσεις των δικηγόρων

Οι δικηγόροι αναλαμβάνουν καθήκοντα μετά την εγγραφή τους στο μητρώο.

Ο υποψήφιος δικηγόρος προετοιμάζεται για την άσκηση του επαγγέλματος δουλεύοντας ως ασκούμενος υπό την καθοδήγηση δικηγόρου.

Η εγγραφή δεν είναι χρονικά περιορισμένη, αλλά το δικαίωμα άσκησης της δικηγορίας μπορεί να ανασταλεί στις περιπτώσεις που προβλέπει ο νόμος ή μετά από απόφαση του τσεχικού Δικηγορικού Συλλόγου.

Το δικαίωμα άσκησης της δικηγορίας παύει όταν ο δικηγόρος διαγραφεί από το μητρώο για τους λόγους που προβλέπει ο νόμος, όπως όταν αποβιώσει ή κηρυχθεί νεκρός, λόγω απώλειας ή περιορισμού της δικαιοπρακτικής ικανότητας, διαγραφής από το μητρώο λόγω πειθαρχικού παραπτώματος, πτωχεύσεως, ή μετά από αίτηση του ίδιου. Ο τσεχικός Δικηγορικός Σύλλογος μπορεί επίσης να αποφασίσει να διαγράψει δικηγόρο από το μητρώο.

Ασυμβίβαστα

Σύμφωνα με τον νόμο, όποιος ασκεί δικηγορία δεν μπορεί συγχρόνως να εργάζεται ως μισθωτός ή να κατέχει ανάλογη θέση, εκτός από θέση πανεπιστημιακού, και δεν μπορεί να αναλάβει δραστηριότητα που δεν συνάδει με το δικηγορικό λειτούργημα.

Αμοιβή

Οι δικηγόροι γενικά ενεργούν μετά την καταβολή αμοιβής από τον πελάτη. Ο δικηγόρος μπορεί να ζητήσει εύλογη προκαταβολή. Η μέθοδος καθορισμού της αμοιβής του δικηγόρου για νομικές υπηρεσίες, απόδοση δαπανών και αμοιβή για τον χρόνο που δαπανήθηκε διέπεται από γενικά δεσμευτική διάταξη. Κατά κανόνα, η αμοιβή για την παροχή νομικών υπηρεσιών ορίζεται σε σύμβαση με τον πελάτη («συμβατική αμοιβή»). Σε διαφορετική περίπτωση, καθορίζεται σύμφωνα με την κλίμακα μη συμβατικών αμοιβών των δικηγόρων. Εάν ο δικηγόρος διοριστεί για την παροχή νομικών υπηρεσιών, τα έξοδα καταβάλλονται από το κράτος.

Επαγγελματική ένωση

Ο τσεχικός Δικηγορικός Σύλλογος, με έδρα την Πράγα και παράρτημα στο Μπρνο, είναι ο αυτοδιοικούμενος επαγγελματικός οργανισμός όλων των δικηγόρων. Έχει δικά του όργανα και εκδίδει δεσμευτικούς επαγγελματικούς κανόνες για τους δικηγόρους που δημοσιεύονται στην Επίσημη Εφημερίδα του τσεχικού Δικηγορικού Συλλόγου.

Οι κανόνες αυτοί περιλαμβάνουν κανόνες επαγγελματικής δεοντολογίας και κανόνες ανταγωνισμού που δεσμεύουν τους δικηγόρους της Τσεχικής Δημοκρατίας.

Επαγγελματική ευθύνη

Οι δικηγόροι ευθύνονται έναντι των πελατών τους για τυχόν ζημία, βλάβη ή απώλεια που είναι δυνατόν να προκαλέσουν οι ίδιοι, το προσωπικό ή οι εκπρόσωποί τους κατά την εκτέλεση της εργασίας τους. Οι δικηγόροι υποχρεούνται να ασφαλίζονται γι' αυτή την ευθύνη.

Οι δικηγόροι ευθύνονται επίσης για πειθαρχικά αδικήματα που αφορούν σοβαρές ή επανειλημμένες παραβιάσεις των υποχρεώσεών τους.

Νομική βάση δεδομένων

Κατάλογος δικηγόρων δημοσιεύεται στον δικτυακό τόπο του Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροτσεχικού Δικηγορικού Συλλόγου. Στον κατάλογο αυτό μπορείτε να αναζητήσετε δικηγόρους όχι μόνο ανά τοποθεσία, αλλά και ανά ειδικότητα και γλώσσες τις οποίες γνωρίζουν.

Παρέχεται δωρεάν πρόσβαση στη βάση δεδομένων;

Ναι.

Δικηγόροι ειδικευμένοι στο εμπορικό δίκαιο/νομικές συμβουλές

Στην Τσεχική Δημοκρατία υπάρχει ένα μόνον είδος δικηγόρου.

Άλλα νομικά επαγγέλματα

Δικαστικοί επιμελητές

Ο δικαστικός επιμελητής είναι Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροανεξάρτητοςΟ σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυρολειτουργός της δικαιοσύνης, ο οποίος επιβάλλει την Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροεκτέλεση σύμφωνα με τον Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροΚώδικα εκτέλεσης. Όλοι οι δικαστικοί επιμελητές πρέπει να ανήκουν στον αυτοδιοικούμενο Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροΣύλλογο δικαστικών επιμελητών.

Το επάγγελμα διέπεται από τον νόμο 120/2001 περί δικαστικών επιμελητών και εκτέλεσης (Κώδικας Εκτέλεσης).

Οι δικαστικοί επιμελητές διορίζονται από τον Υπουργό Δικαιοσύνης.

Στην Τσεχική Δημοκρατία ο δικαστικός επιμελητής είναι δημόσιος λειτουργός και οι πράξεις του θεωρείται ότι είναι πράξεις των δικαστηρίων.

Για να διοριστεί κανείς ως δικαστικός επιμελητής, πρέπει να είναι τσέχος πολίτης και:

Διορισμός και θητεία

Μετά την ορκωμοσία του, ο δικαστικός επιμελητής διορίζεται από τον Υπουργό Δικαιοσύνης σε κενή θέση, μετά από δημόσια διαδικασία επιλογής. Με τον διορισμό του, καθίσταται μέλος του Συλλόγου δικαστικών επιμελητών. Για να προετοιμαστεί κανείς για το λειτούργημα του δικαστικού επιμελητή, πρέπει να εργαστεί ως ασκούμενος υπό την εποπτεία δικαστικού επιμελητή. Στο επόμενο στάδιο, ο υποψήφιος δικαστικός επιμελητής πρέπει να ολοκληρώσει άσκηση τουλάχιστον τριών ετών και να επιτύχει στις εξετάσεις δικαστικών επιμελητών, πριν να μπορέσει να εγγραφεί στο μητρώο.

Ο δικαστικός επιμελητής διορίζεται για αόριστο χρόνο, αλλά ο Υπουργός Δικαιοσύνης μπορεί να αναστείλει την άδεια άσκησης επαγγέλματος δικαστικού επιμελητή. Κατά την περίοδο αναστολής, ο δικαστικός επιμελητής δεν μπορεί να ασκεί τα καθήκοντά του και διορίζεται αντικαταστάτης του. Το ίδιο ισχύει για κάθε χρονικό διάστημα κατά το οποίο δεν μπορεί να ασκήσει τα καθήκοντά του (π.χ. ασθένεια, διακοπές).

Η ιδιότητα του δικαστικού επιμελητή παύει μόλις ο ενδιαφερόμενος παύσει να είναι μέλος του Συλλόγου δικαστικών επιμελητών. Αυτό συμβαίνει εάν ο ενδιαφερόμενος αποβιώσει, κηρυχθεί νεκρός, παραιτηθεί, χάσει την τσεχική ιθαγένεια ή εάν χαθεί ή περιοριστεί η δικαιοπρακτική του ικανότητα.

Ασυμβίβαστα

Οι δικαστικοί επιμελητές δεν μπορούν να αναλάβουν κερδοφόρο δραστηριότητα, εκτός από τη διαχείριση της περιουσίας τους. Εντούτοις, μπορούν να αναλάβουν έναντι αμοιβής πανεπιστημιακό, εκδοτικό, διδακτικό, ερμηνευτικό, καλλιτεχνικό έργο ή έργο πραγματογνώμονα.

Αμοιβή

Οι δικαστικοί επιμελητές εκτελούν πράξεις εκτέλεσης και άλλες πράξεις έναντι αποζημίωσης η οποία περιλαμβάνει κυρίως την αμοιβή του δικαστικού επιμελητή, την απόδοση δαπανών, αποζημίωση για τον χρόνο που δαπανήθηκε και απόδοση δαπανών για την κοινοποίηση εγγράφων. Η αμοιβή του δικαστικού επιμελητή μπορεί να συμφωνηθεί μεταξύ του ίδιου και του ενδιαφερομένου. Εάν δεν υπάρχει συμφωνία, η αμοιβή καθορίζεται σύμφωνα με τις γενικά εφαρμοστέες νομοθετικές διατάξεις. Οι δικαστικοί επιμελητές δικαιούνται να ζητήσουν την καταβολή εύλογης προκαταβολής έναντι του κόστους εκτέλεσης.

Επαγγελματική ευθύνη

Οι δικαστικοί επιμελητές ευθύνονται για τυχόν ζημία, βλάβη ή απώλεια που προκαλούν κατά τη διενέργεια πράξεων εκτέλεσης, τόσο οι ίδιοι όσο και το προσωπικό τους. Πρέπει να καλύπτονται από ασφάλιση ευθύνης.

Οι δικαστικοί επιμελητές και οι υποψήφιοι δικαστικοί επιμελητές υπέχουν επίσης πειθαρχική ευθύνη, εάν παραβιάσουν τις έννομες υποχρεώσεις τους ή εάν πλήξουν σοβαρά ή επανειλημμένα την αξιοπρέπεια του επαγγέλματος.

Περισσότερες λεπτομέρειες δημοσιεύονται στην ιστοσελίδα του Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροΣυλλόγου δικαστικών επιμελητών

Οργανώσεις που παρέχουν νομικές υπηρεσίες δωρεάν

Ορισμένες μη κυβερνητικές οργανώσεις παρέχουν δημόσια νομική συνδρομή σε διάφορους τομείς: για παράδειγμα οι Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροEkologický právní servis, Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροluridicum remedium.

Ο τσεχικός Δικηγορικός Σύλλογος παρέχει επίσης δωρεάν νομικές συμβουλές σε ορισμένες συγκεκριμένες περιπτώσεις.

Ο τσεχικός Δικηγορικός Σύλλογος παρέχει δωρεάν νομικές συμβουλές για ζητήματα εκτέλεσης.


Την έκδοση αυτής της σελίδας στην εθνική γλώσσα διαχειρίζεται το εκάστοτε κράτος μέλος. Οι μεταφράσεις έχουν γίνει από την αρμόδια υπηρεσία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Οι τυχόν αλλαγές που επιφέρει η αρμόδια εθνική αρχή στο πρωτότυπο ενδέχεται να μην έχουν περιληφθεί ακόμα στις μεταφράσεις. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή δεν αναλαμβάνει καμία ευθύνη όσον αφορά τις πληροφορίες ή τα στοιχεία που περιλαμβάνονται ή για τα οποία γίνεται λόγος στο παρόν έγγραφο. Βλ. την ανακοίνωση νομικού περιεχομένου για τους κανόνες πνευματικής ιδιοκτησίας που ισχύουν στο κράτος μέλος που είναι αρμόδιο για την παρούσα σελίδα.

Τελευταία επικαιροποίηση: 13/05/2019

Νομικά επαγγέλματα - Δανία

Η πρωτότυπη γλωσσική έκδοση δανικά αυτής της σελίδας τροποποιήθηκε πρόσφατα. Η γλωσσική έκδοση που βλέπετε τώρα βρίσκεται στο στάδιο της μετάφρασης.

Στη σελίδα αυτή γίνεται ανασκόπηση των νομικών επαγγελμάτων στη Δανία.


Νομικά επαγγέλματα

Εισαγγελείς

Οργάνωση

Η δανική εισαγγελία υπάγεται στον Υπουργό Δικαιοσύνης, ο οποίος εποπτεύει τους εισαγγελείς. Αποτελείται από τον Διευθυντή Ποινικών Διώξεων, τους Εισαγγελείς και τους αστυνομικούς διοικητές.

Ο Διευθυντής Ποινικών Διώξεων (γενικός εισαγγελέας) παρίσταται σε ποινικές υποθέσεις ενώπιον του Ανώτατου Δικαστηρίου, ενώ επίσης συμμετέχει στις συνεδριάσεις της επιτροπής εξέτασης ποινικών υποθέσεων.

Ο γενικός εισαγγελέας προΐσταται των υπόλοιπων εισαγγελέων και εποπτεύει το έργο τους. Επίσης, εξετάζει προσφυγές κατά αποφάσεων που λαμβάνουν οι εισαγγελείς σε πρώτο βαθμό.

Αποστολή και καθήκοντα

Η αποστολή και η οργάνωση της Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροΕισαγγελίας περιγράφονται στο Μέρος 10 (άρθρα 95-107) του δανικού νόμου περί διοίκησης της δικαιοσύνης.

Καθήκον της εισαγγελίας είναι να διώκει, σε συνεργασία με την αστυνομία, τα εγκλήματα κατ' εφαρμογή του νόμου περί διοίκησης της δικαιοσύνης. Σύμφωνα με το άρθρο 96(2) του νόμου, η εισαγγελία εξετάζει κάθε υπόθεση με την ταχύτητα που απαιτεί το είδος της. Στο πλαίσιο αυτό, η εισαγγελία πρέπει να εξασφαλίσει ότι διώκονται όσοι πρέπει να τιμωρηθούν, και όχι αθώοι («αρχή της αντικειμενικότητας»).

Έξι περιφερειακοί εισαγγελείς ασχολούνται με ποινικές υποθέσεις – υποθέσεις που εκδικάζονται κατ' έφεση και υποθέσεις που εκδικάζονται από σώμα ενόρκων – ενώπιον των εφετείων και εποπτεύουν το χειρισμό των ποινικών υποθέσεων από τους αστυνομικούς διοικητές. Επίσης, οι περιφερειακοί εισαγγελείς εξετάζουν προσφυγές κατά αποφάσεων των αστυνομικών διοικητών σχετικά με διώξεις. Τέλος, οι εισαγγελείς ασχολούνται με υποθέσεις αποζημίωσης που σχετίζονται με ποινικές διώξεις και καταγγελίες κατά της αστυνομίας.

Ο Εισαγγελέας Σοβαρών Οικονομικών Εγκλημάτων είναι αρμόδιος για τη δίωξη υποθέσεων σοβαρών οικονομικών εγκλημάτων σε ολόκληρη τη χώρα.

Ο Προϊστάμενος Εισαγγελέας Σοβαρών Διεθνών Εγκλημάτων είναι αρμόδιος για τη δίωξη διεθνών εγκλημάτων που διαπράττονται στο εξωτερικό, συμπεριλαμβανομένης της γενοκτονίας, των εγκλημάτων κατά της ανθρωπότητας και των εγκλημάτων πολέμου. Η δικαιοδοσία του εκτείνεται σε ολόκληρη τη χώρα.

Οι αστυνομικοί διοικητές ενεργούν ως εισαγγελείς ενώπιον των δικαστηρίων των πόλεων (πρωτοδικείων) και συνεπώς είναι υπεύθυνοι – εκτός από τη διοίκηση της αστυνομίας – για τις έρευνες και τις ανακρίσεις που διεξάγει η τοπική αστυνομία και για τη λειτουργία της τοπικής εισαγγελικής υπηρεσίας.

Δικαστές

Οργάνωση

Το Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροΔανικό Συμβούλιο Δικαστικών Διορισμών υποβάλλει συστάσεις στον Υπουργό Δικαιοσύνης για όλους τους δικαστικούς διορισμούς, εκτός από τη θέση του προέδρου του Ανώτατου Δικαστηρίου. Στην πράξη, ο Υπουργός Δικαιοσύνης ακολουθεί πάντα τις συστάσεις του Συμβουλίου.

Αρμόδιο για πειθαρχικά θέματα που αφορούν τους δικαστές ή το νομικό προσωπικό των δικαστηρίων είναι το Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροΕιδικό Πειθαρχικό Δικαστήριο.

Η Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροδανική διοίκηση δικαστηρίων ασκεί τη γενική αρμοδιότητα για την κατάρτιση και εκπαίδευση του νομικού προσωπικού των δικαστηρίων.

Αποστολή και καθήκοντα

Στη Δανία, οι επαγγελματίες δικαστές γενικά δεν ειδικεύονται σε κάποιο κλάδο του δικαίου. Η θέση τους μπορεί να είναι μόνιμη ή προσωρινή (‘konstitueret’). Οι βοηθοί και οι αναπληρωτές δικαστές συνήθως χειρίζονται απλούστερες υποθέσεις (όπως αυτές που υποβάλλουν οι δικαστικοί επιμελητές).

Οι λαϊκοί δικαστές μετέχουν, με ορισμένες σημαντικές εξαιρέσεις, σε όλες τις ποινικές υποθέσεις τις οποίες εκδικάζουν τα πρωτοβάθμια και τα δευτεροβάθμια δικαστήρια. Για την εκδίκαση αστικών υποθέσεων σε πρώτο και δεύτερο βαθμό, μπορεί να ζητηθεί η συνδρομή λαϊκών εμπειρογνωμόνων εκτιμητών. Οι λαϊκοί δικαστές και οι λαϊκοί εμπειρογνώμονες εκτιμητές διορίζονται για περίοδο τεσσάρων ετών.

Νομικές βάσεις δεδομένων

Για περισσότερες πληροφορίες επισκεφθείτε:

το δημόσιο δικτυακό τόπο της Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροΔανικής Ένωσης Δικαστών

το δικτυακό τόπο της Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροΈνωσης Βοηθών Δικαστών

Οργάνωση των νομικών επαγγελμάτων: Δικηγόροι

Δικηγόροι

Αυτοαπασχολούμενοι δικηγόροι

Ο Δανικός Δικηγορικός Σύλλογος ιδρύθηκε το 1919. Όλοι οι δανοί δικηγόροι (advokater) είναι υποχρεωτικά μέλη του.

Μισθωτοί νομικοί και ασκούμενοι νομικοί

Η FAAF είναι ένωση νομικών που απασχολούνται ως μισθωτοί ή ως ασκούμενοι, η οποία υπάγεται στη Δανική ένωση νομικών και οικονομολόγων (DJØF). Η DJØF είναι η μεγαλύτερη συνδικαλιστική οργάνωση και ένωση συμφερόντων της Δανίας για φοιτητές και εργαζομένους στους κλάδους του δικαίου, της διοίκησης, του δημόσιου τομέα, της έρευνας, της εκπαίδευσης, της επικοινωνίας, των οικονομικών, των πολιτικών και κοινωνικών επιστημών. Έχει περίπου 50 000 μέλη που απασχολούνται σε αυτούς τους τομείς. Από τα 1 500 περίπου μέλη της FAAF, τα 900 περίπου είναι νομικοί που απασχολούνται στον ιδιωτικό τομέα.

Νομικοί σύμβουλοι

Οι νομικοί σύμβουλοι δεν είναι απλώς μέλη του Δανικού Δικηγορικού Συλλόγου, αλλά μπορούν να γίνουν και μέλη της ένωσης νομικών συμβούλων (Danske Virksomhedsjurister – DVJ). Σήμερα, τα δύο τρίτα περίπου των μελών της ένωσης DVJ διαθέτουν άδεια ασκήσεως νομικού επαγγέλματος. Η DVJ εκπροσωπεί γενικά τα επαγγελματικά συμφέροντα των νομικών συμβούλων, ενώ παράλληλα καταβάλλει προσπάθειες για την προώθηση της αναγνώρισης και της κατανόησης της θέσης και της αυξανόμενης σημασίας του νομικού συμβούλου από την επιχειρηματική κοινότητα, τις αρχές, τις ΜΚΟ και την κοινωνία γενικά. Η DVJ είναι μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης Νομικών Συμβούλων Επιχειρήσεων (ECLA).

Αυτοαπασχολούμενοι δικηγόροι και νομικοί σύμβουλοι

Στη Δανία, οι νομικοί σύμβουλοι που διαθέτουν άδεια ασκήσεως επαγγέλματος υπάγονται στην ίδια ακριβώς νομοθεσία με τους αυτοαπασχολούμενους δικηγόρους. Ο νόμος περί διοίκησης της δικαιοσύνης δεν κάνει διάκριση ανάμεσα στις δύο αυτές κατηγορίες, που συμμετέχουν και οι δύο στο Δανικό Δικηγορικό Σύλλογο.

Αυτό σημαίνει ότι, σε γενικές γραμμές, οι νομικοί σύμβουλοι υπάγονται στο ίδιο νομικό καθεστώς με τους δικηγόρους όσον αφορά τον κώδικα συμπεριφοράς, το επαγγελματικό απόρρητο, την εμπιστευτικότητα που χαρακτηρίζει τη σχέση δικηγόρου-πελάτη, τα νομικά προνόμια κ.λπ. Εντούτοις, το πεδίο εφαρμογής του κώδικα συμπεριφοράς επεκτάθηκε, προκειμένου να εξασφαλιστεί ότι εφαρμόζεται και στους νομικούς συμβούλους, με τροποποιήσεις που καλύπτουν τις ειδικές συνθήκες εργασίας τους.

Έτσι, τα νομικά προνόμια των νομικών συμβούλων διέπονται από τους ίδιους κανόνες που ισχύουν για τους αυτοαπασχολούμενους δικηγόρους. Εντούτοις, δεν έχει ακόμα κριθεί από τα δικαστήρια αν το κατώτατο όριο που ισχύει για τους νομικούς συμβούλους είναι το ίδιο ή χαμηλότερο από ό,τι για τους δικηγόρους.

Η μόνη εξαίρεση από το ισότιμο καθεστώς αφορά το ποιον μπορεί να εκπροσωπήσει ο νομικός σύμβουλος βάσει της άδειας ασκήσεως επαγγέλματός του. Η νομική δυνατότητα άσκησης καθηκόντων νομικού συμβούλου θεωρείται σιωπηρή εξαίρεση από το άρθρο 124 του νόμου περί διοίκησης της δικαιοσύνης, το οποίο ορίζει για ποιους τύπους εταιρείας μπορεί να ενεργεί ο νομικός.

Συνεπώς, εφόσον ο νομικός σύμβουλος δεν διατηρεί δικηγορικό γραφείο ξεχωριστό από την κύρια απασχόλησή του, μπορεί να χρησιμοποιεί τον τίτλο του δικηγόρου μόνον όταν εκπροσωπεί την εταιρεία ή τον οργανισμό εργοδότη του. Αυτό σημαίνει ότι, αν ο εργοδότης ζητήσει από το νομικό σύμβουλο να δώσει νομικές συμβουλές σε πελάτη ή μέλος, ο νομικός σύμβουλος μπορεί να το κάνει χρησιμοποιώντας τον τίτλο του δικηγόρου μόνον αν διατηρεί δικηγορικό γραφείο ξεχωριστό από την κύρια απασχόλησή του και αναλάβει τον πελάτη ή το μέλος υπό την ιδιότητα του αυτοαπασχολούμενου δικηγόρου.

Αν όμως ο νομικός σύμβουλος δεν διατηρεί δικηγορικό γραφείο ξεχωριστό από την κύρια απασχόλησή του, δώσει νομικές συμβουλές σε πελάτη ή μέλος, ο οποίος θεωρείται καταναλωτής και οι συμβουλές δοθούν για εμπορικό σκοπό, ο νομικός σύμβουλος θα υπόκειται στο νόμο περί νομικών συμβουλών, με μία μόνο εξαίρεση: ο νόμος δεν θα ισχύει για νομικές συμβουλές που δίδονται από συνδικαλιστικές και μη κυβερνητικές οργανώσεις. Ο λόγος για την εξαίρεση αυτή είναι ότι αυτές οι νομικές συμβουλές δεν παρέχονται για εμπορικό σκοπό και γενικά θεωρούνται παρεπόμενες των κανονικών υπηρεσιών που παρέχονται στα μέλη και οι οποίες σχετίζονται με το σκοπό της οργάνωσης.

Οι νομικές συμβουλές που δίδει σε μεμονωμένο καταναλωτή υπάλληλος συνδικαλιστικής οργάνωσης (ο οποίος διαθέτει άδεια ασκήσεως νομικού επαγγέλματος) διέπεται συνεπώς μόνον από τους γενικούς κανόνες για την αποζημίωση σε μη συμβατικές σχέσεις και μόνον εμμέσως από το δανικό κώδικα συμπεριφοράς, ο οποίος προβλέπει ότι, σύμφωνα με το άρθρο 126 (4) του νόμου περί διοίκησης της δικαιοσύνης, ο δικηγόρος υποχρεούται να επιδεικνύει (εκτός των επαγγελματικών νομικών δραστηριοτήτων του) συμπεριφορά ανάλογη προς το λειτούργημά του σε επιχειρηματικά ή οικονομικά θέματα.

Ο νόμος περί παροχής νομικών συμβουλών

Από τον Ιούλιο 2006, οι νομικές συμβουλές που παρέχονται σε καταναλωτές για εμπορικούς λόγους διέπονται από ξεχωριστή ρύθμιση – ανεξαρτήτως της εκπαίδευσης του παρόχου. Ο νόμος προβλέπει ρητώς ότι δεν εφαρμόζεται στις νομικές συμβουλές που παρέχουν δικηγόροι στο πλαίσιο ανεξάρτητης απασχόλησης ούτε στις νομικές συμβουλές που παρέχουν συνδικαλιστικές οργανώσεις ή ΜΚΟ, διότι οι συμβουλές αυτές δεν θεωρούνται εμπορικής φύσεως (βλ. ανωτέρω). Επίσης, ο νόμος δεν εφαρμόζεται στις νομικές συμβουλές που παρέχονται από επιχειρήσεις, διότι οι επιχειρήσεις υπόκεινται στους κώδικες συμπεριφοράς που εκδίδει ο Υπουργός Οικονομικών και Επιχειρηματικών Υποθέσεων.

Εντούτοις, όπως προαναφέρθηκε, αυτό δεν σημαίνει ότι οι νομικές υπηρεσίες που παρέχονται από πρόσωπο που διαθέτει άδεια ασκήσεως νομικού επαγγέλματος δεν ρυθμίζονται νομοθετικά. Αν νομικός σύμβουλος που διαθέτει άδεια ασκήσεως επαγγέλματος, αλλά δεν διατηρεί ανεξάρτητο δικηγορικό γραφείο, δώσει νομικές συμβουλές σε καταναλωτή (δηλαδή σε κάποιον άλλο εκτός του εργοδότη του), η υπηρεσία αυτή εμπίπτει στο νόμο περί παροχής νομικών συμβουλών, αν μπορεί να θεωρηθεί ότι δόθηκε για εμπορικό σκοπό.

Τα κύρια χαρακτηριστικά του νόμου περί παροχής νομικών συμβουλών είναι τα εξής:

  • Ο πάροχος νομικών συμβουλών πρέπει να συμπεριφέρεται κατά τρόπο σύμφωνο με τον κώδικα συμπεριφοράς. Αυτό σημαίνει ότι πρέπει να ασκεί τα καθήκοντά του με επιμέλεια, ευσυνειδησία και συνέπεια, λαμβάνοντας δεόντως υπόψη τα συμφέροντα του πελάτη. Οι συμβουλές πρέπει να δίδονται με την απαιτούμενη ταχύτητα.
  • Η συμφωνία για την παροχή νομικών συμβουλών πρέπει να συνάπτεται εγγράφως.
  • Ο πάροχος νομικών συμβουλών δεν υποχρεούται να διαθέτει ασφάλιση επαγγελματικής ευθύνης, αλλά οι σχετικές πληροφορίες πρέπει να περιλαμβάνονται στη συμφωνία για την παροχή νομικών συμβουλών.
  • Ο πάροχος νομικών συμβουλών υποχρεούται να ενημερώνει τον πελάτη για την τιμή των νομικών συμβουλών.
  • Ο πάροχος νομικών συμβουλών απαγορεύεται να λάβει περιουσιακά στοιχεία ως παρακαταθήκη.
  • Ο πάροχος νομικών συμβουλών απαγορεύεται να δίδει συμβουλές σε πελάτη αν έχει συγκεκριμένο προσωπικό ή οικονομικό συμφέρον στην έκβαση της υπόθεσης
  • Ο πάροχος νομικών συμβουλών υπόκειται στον κώδικα συμπεριφοράς που εκδίδει ο Υπουργός Δικαιοσύνης. Για την τήρηση του νόμου και του κώδικα συμπεριφοράς υπόκειται σε εποπτεία από το Συνήγορο του Καταναλωτή

Νομικές βάσεις δεδομένων

Οι πληροφορίες αυτές διατίθενται στο δικτυακό τόπο του Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροΔανικού Δικηγορικού Συλλόγου.

Ο δικτυακός τόπος παρέχει πληροφορίες στα αγγλικά σχετικά με τα νομικά επαγγέλματα στη Δανία. Περιέχει επίσης κατάλογο των αυτοαπασχολούμενων δικηγόρων (στα δανικά).

Άλλα νομικά επαγγέλματα

Οργανισμοί που παρέχουν νομικές υπηρεσίες δωρεάν

Σε ολόκληρη τη Δανία υπάρχουν «κλινικές νομικής συνδρομής». Οποιοσδήποτε χρειάζεται νομική συνδρομή μπορεί να απευθυνθεί στην Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροΥπηρεσία Αστικών Υποθέσεων, η οποία θα τον παραπέμψει στην πλησιέστερη «κλινική». Η διεύθυνση της Υπηρεσίας είναι η ακόλουθη:

The Civil Affairs Agency

Gyldenløvesgade 11, 2.

1600 Copenhagen V

τηλέφωνο: +45 33 92 33 34,

φαξ: +45 39 20 45 05

διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου: Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροcivilstyrelsen@civilstyrelsen.dk

Δευτέρα έως Πέμπτη, 10.00 π.μ. έως 03.00 μ.μ., Παρασκευή, 10.00 π.μ. έως 02.00 μ.μ.


Την έκδοση αυτής της σελίδας στην εθνική γλώσσα διαχειρίζεται το εκάστοτε κράτος μέλος. Οι μεταφράσεις έχουν γίνει από την αρμόδια υπηρεσία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Οι τυχόν αλλαγές που επιφέρει η αρμόδια εθνική αρχή στο πρωτότυπο ενδέχεται να μην έχουν περιληφθεί ακόμα στις μεταφράσεις. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή δεν αναλαμβάνει καμία ευθύνη όσον αφορά τις πληροφορίες ή τα στοιχεία που περιλαμβάνονται ή για τα οποία γίνεται λόγος στο παρόν έγγραφο. Βλ. την ανακοίνωση νομικού περιεχομένου για τους κανόνες πνευματικής ιδιοκτησίας που ισχύουν στο κράτος μέλος που είναι αρμόδιο για την παρούσα σελίδα.

Τελευταία επικαιροποίηση: 01/05/2010

Νομικά επαγγέλματα - Γερµανία

Η πρωτότυπη γλωσσική έκδοση γερμανικά αυτής της σελίδας τροποποιήθηκε πρόσφατα. Η γλωσσική έκδοση που βλέπετε τώρα βρίσκεται στο στάδιο της μετάφρασης.

Στην παρούσα σελίδα παρέχεται επισκόπηση των νομικών επαγγελμάτων στη Γερμανία.


Νομικά επαγγέλματα

Νομικά Επαγγέλματα

Εισαγγελείς

Aποστολή και καθήκοντα

Η εισαγγελία είναι ένα ανεξάρτητο όργανο ποινικής δικαιοδοσίας, το οποίο κατατάσσεται στο ίδιο επίπεδο με τα δικαστήρια. Είναι αρμόδια για τη διενέργεια ερευνών σε προκαταρκτικές διαδικασίες, για την εκπροσώπηση της διωκτικής αρχής στα ποινικά δικαστήρια και για την εκτέλεση των ποινών. Όταν δεν έχει διορισθεί ειδικά για τον σκοπό αυτό άλλη αρχή, η εισαγγελία χειρίζεται επίσης, στο πλαίσιο της ποινικής διαδικασίας, τα διοικητικά παραπτώματα

Η εισαγγελία υποχρεούται να παρέμβει σε αδικήματα τα οποία διώκονται, υπό τον όρο ότι συντρέχουν επαρκείς λόγοι. Αυτό σημαίνει ότι είναι υποχρεωμένη να απαγγείλει κατηγορίες και να ασκήσει δίωξη κατά οποιουδήποτε υπόπτου, εφόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις του νόμου.

Όταν διενεργούν έρευνες σε ποινικές διαδικασίες, οι εισαγγελίες μπορούν να χρησιμοποιήσουν ορισμένα βοηθητικά πρόσωπα όπως, μεταξύ άλλων, αστυνομικούς, φορολογικούς ελεγκτές και τελωνειακούς. Αυτοί πρέπει να ακολουθούν τις οδηγίες της εισαγγελίας.

Η εισαγγελική αρχή παρίσταται ενώπιον του δικαστηρίου κυρίως στο πλαίσιο των ποινικών διαδικασιών. Αυτό ισχύει για τις διαδικασίες τόσο σε πρώτο όσο και σε δεύτερο βαθμό.

Η διεξαγωγή δίκης σε μια ποινική διαδικασία απαιτεί την απαγγελία κατηγοριών στον κατηγορούμενο. Με μερικές εξαιρέσεις που αφορούν πταίσματα, υπεύθυνη για την απαγγελία κατηγοριών είναι η εισαγγελία. Στην επακόλουθη δίκη, ο εισαγγελέας ο οποίος εκπροσωπεί την κατηγορούσα αρχή, είναι συνεχώς παρών.

Στις διαδικασίες σε πρώτο βαθμό, ο εισαγγελέας πρέπει να αναγνώσει το κατηγορητήριο. Σε όλες τις διαδικασίες δικαιούται, μεταξύ άλλων, να εξετάσει τον κατηγορούμενο και μάρτυρες. Στο τέλος της ακροαματικής διαδικασίας, ο εισαγγελέας είναι υπεύθυνος να ανακεφαλαιώσει τη δίκη και κατά την αγόρευσή του αξιολογεί τα πραγματικά και νομικά περιστατικά, ζητεί την καταδίκη του κατηγορουμένου καθώς και την επιβολή συγκεκριμένης ποινής ή την απαλλαγή του κατηγορουμένου.

Κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του, ο εισαγγελέας πρέπει να ενεργεί αντικειμενικά και πρέπει να λαμβάνει υπόψη όχι μόνον τις επιβαρυντικές, αλλά και τις ελαφρυντικές περιστάσεις. Εάν η εισαγγελία είναι πεπεισμένη ότι μια δικαστική απόφαση πρέπει να επανεξετασθεί για πραγματικούς ή νομικούς λόγους, δικαιούται να ασκήσει έφεση – ακόμη και υπέρ του κατηγορουμένου.

Οργάνωση

Οι εισαγγελίες διαθέτουν ιεραρχική δομή. Κατά συνέπεια, οι υπάλληλοι της εισαγγελίας πρέπει να ακολουθούν τις οδηγίες των ανωτέρων τους.

Λόγω του ομοσπονδιακού συστήματος στη Γερμανία, πρέπει να γίνει διάκριση μεταξύ των αρμοδιοτήτων της Ομοσπονδίας και των αρμοδιοτήτων των Länder.

Ομοσπονδιακός εισαγγελέας

Ο γενικός εισαγγελέας του ομοσπονδιακού ανώτατου δικαστηρίου (Bundesanwaltschaft) είναι η ανώτατη αρχή δίωξης σε θέματα εθνικής ασφάλειας στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας. Εκπροσωπεί την εισαγγελία σε σοβαρά εγκλήματα κατά του κράτους, και ιδίως εκείνα που αφορούν την εσωτερική και εξωτερική ασφάλεια της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας (π.χ. αδικήματα με πολιτικά κίνητρα, και ειδικότερα τρομοκρατικές ενέργειες, καθώς και προδοσία και κατασκοπία).

Ο ομοσπονδιακός γενικός εισαγγελέας είναι επίσης αρμόδιος για τη δίωξη εγκλημάτων που παραβιάζουν τον διεθνή ποινικό κώδικα, για τη συμμετοχή στις αναθεωρήσεις και για τον σχολιασμό όλων των διαδικασιών ποινικών προσφυγών ενώπιον του ομοσπονδιακού ανώτατου δικαστηρίου.

Την υπηρεσία του γενικού εισαγγελέα του Ομοσπονδιακού Ανώτατου Δικαστηρίου διευθύνει ο ομοσπονδιακός γενικός εισαγγελέας (Generalbundesanwalt), ο οποίος εποπτεύει και καθοδηγεί τους εισαγγελείς, τους ανώτερους εισαγγελείς και τους εισαγγελείς της υπηρεσίας.

Τον γενικό εισαγγελέα του Ομοσπονδιακού Ανώτατου Δικαστηρίου εποπτεύει ο ομοσπονδιακός υπουργός Δικαιοσύνης. Ωστόσο, ο υπουργός δεν διαθέτει εξουσίες εποπτείας ή καθοδήγησης των εισαγγελέων των Länder.

Εισαγγελείς των Länder

Σε όλες τις άλλες υποθέσεις (κοινά αδικήματα), αρμόδια για τη δίωξη είναι η εισαγγελία των Länder. Ο γενικός εισαγγελέας σε ομοσπονδιακό επίπεδο και ο εισαγγελέας σε επίπεδο ομόσπονδων κρατιδίων (Länder) είναι διαφορετικοί και χωριστοί θεσμοί. Δεν υπάρχει ιεράρχηση μεταξύ του ομοσπονδιακού επιπέδου και του επιπέδου των Länder.

Καθένα από τα 16 Länder είναι αρμόδιο για τη δική του εισαγγελία, η οποία είναι οργανωμένη ως εξής:

Κάθε περιφέρεια πρωτοδικείου περιλαμβάνει μια εισαγγελία, η οποία είναι επίσης αρμόδια για τα καθήκοντα άσκησης δίωξης στα ειρηνοδικεία που υπάγονται στην περιφέρεια του πρωτοδικείου.

Την εποπτεία και την καθοδήγηση της εισαγγελίας ασκεί η γενική εισαγγελία του αρμόδιου εφετείου, την οποία διευθύνει και καθοδηγεί το αντίστοιχο υπουργείο Δικαιοσύνης των Länder.

Η γενική εισαγγελία (Generalstaatsanwaltschaft) είναι αρμόδια για τις διαδικασίες έφεσης και αναίρεσης στα εφετεία. Εάν μια τέτοια διαδικασία υπάγεται στην αρμοδιότητα του Ομοσπονδιακού Ανώτατου Δικαστηρίου, ο ομοσπονδιακός γενικός εισαγγελέας ασκεί τα καθήκοντα της γενικής εισαγγελίας.

Μπορείτε να βρείτε περισσότερες πληροφορίες σχετικά με την εισαγγελία Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροστις ενότητες περί δικαστηρίων και εισαγγελίας του δικτυακού τόπου του ομοσπονδιακού υπουργείου Δικαιοσύνης. Πολλές εισαγγελίες διαθέτουν επίσης δικούς τους δικτυακούς τόπους, οι οποίοι βρίσκονται στις ιστοσελίδες της δικαστικής διοίκησης των αντίστοιχων κομητειών.

Δικαστές

Οργάνωση

Η κύρια νομοθεσία η οποία ρυθμίζει το επάγγελμα των δικαστών, τόσο στα ομοσπονδιακά όσο και στα κομητειακά δικαστήρια, είναι ο γερμανικός νόμος περί δικαστών (DRiG). Διάφοροι κανονισμοί περιέχονται επίσης στην αντίστοιχη νομοθεσία των Länder.

Η εποπτεία των δικαστών που ασκούν τα καθήκοντά τους στα Länder ασκείται από τους υπουργούς δικαιοσύνης των αντίστοιχων Länder. Η εποπτεία των δικαστών του ομοσπονδιακού ανώτατου δικαστηρίου, με εξαίρεση τους δικαστές του ομοσπονδιακού συνταγματικού δικαστηρίου, ασκείται από τον ομοσπονδιακό υπουργό.

Αποστολή και καθήκοντα

Επαγγελματίες και λαϊκοί δικαστές

Οι επαγγελματίες δικαστές προεδρεύουν σε ομοσπονδιακά δικαστήρια ή δικαστήρια των Länder. Οι κομητειακοί δικαστές προεδρεύουν στα διάφορα δικαστήρια των Länder, για παράδειγμα, ειρηνοδικεία, πρωτοδικεία ή εφετεία. Οι περισσότεροι δικαστές είναι δικαστές των Länder.

Οι δικαστές του Ομοσπονδιακού Ανώτατου Δικαστηρίου εκδικάζουν υποθέσεις στο Ομοσπονδιακό Συνταγματικό Δικαστήριο, στο Ομοσπονδιακό Ανώτατο Δικαστήριο, στο Ομοσπονδιακό Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών, στο Ομοσπονδιακό Φορολογικό Δικαστήριο, στο Ομοσπονδιακό Δικαστήριο κοινωνικών υποθέσεων, στο Ομοσπονδιακό Διοικητικό Δικαστήριο και στο Ομοσπονδιακό Δικαστήριο Διπλωμάτων Ευρεσιτεχνίας.

Εκτός από τους επαγγελματίες δικαστές, λαϊκοί δικαστές μπορούν επίσης να εκδικάσουν ποινικές υποθέσεις. Πρόκειται για μια τιμητική θέση στην οποία εκλέγονται πολίτες. Θεωρητικά, αυτό μπορεί να συμβεί ακόμη και χωρίς τη συγκατάθεση του διοριζόμενου μόνον σε εξαιρετικές περιπτώσεις, μπορεί κάποιος να αρνηθεί τον διορισμό του. Οι λαϊκοί δικαστές εκδικάζουν υποθέσεις σε ειρηνοδικεία καθώς και ποινικές υποθέσεις και υποθέσεις ανηλίκων που εξετάζονται από τα αντίστοιχα τμήματα των πρωτοδικείων.

Καταρχήν, οι λαϊκοί δικαστές έχουν τα ίδια δικαιώματα ψήφου με τους επαγγελματίες δικαστές. Αυτό σημαίνει ότι οι επαγγελματίες δικαστές και οι λαϊκοί δικαστές αποφασίζουν από κοινού σχετικά με την ενοχή ενός κατηγορουμένου και σχετικά με την ποινή.

Σύμφωνα με τον νόμο περί οργανισμού των δικαστηρίων (GVG) (άρθρο 36), λαϊκοί δικαστές πρέπει να εκλέγονται κάθε πέντε έτη. Μόνον γερμανοί πολίτες μπορούν να ασκήσουν τα καθήκοντα λαϊκού δικαστή (άρθρο 31 του GVG). Αποκλείονται οι πολίτες, οι οποίοι:

  • είναι κάτω των 25 ετών ή άνω των 70 ετών κατά την έναρξη της θητείας (άρθρο 33 του GVG)
  • δεν διαμένουν στον αρμόδιο δήμο
  • κρίνονται ακατάλληλοι λόγω ψυχικής ή σωματικής ασθένειας
  • κρίνονται ακατάλληλοι λόγω ανεπαρκούς γνώσης της γερμανικής γλώσσας
  • είναι πιθανό να πτωχεύσουν
  • έχουν καταδικασθεί προηγουμένως, ή εκκρεμούν εις βάρος τους ποινικές διαδικασίες (άρθρο 32 του GVG).

Οι λαϊκοί δικαστές δικαιούνται αποζημίωση για την άσκηση των καθηκόντων τους. Το ύψος της αποζημίωσης εξαρτάται από τα προβλεπόμενα στον σχετικό νόμο για την αμοιβή και την αποζημίωση των δικαστών (άρθρο 55 του GVG). Τα Länder διαθέτουν ενημερωτικά φυλλάδια τα οποία ενημερώνουν τους λαϊκούς δικαστές σχετικά με τα καθήκοντά τους. Οι πληροφορίες αυτές είναι επίσης διαθέσιμες στο Διαδίκτυο. Τα Länder παρέχουν επίσης κατάρτιση σε λαϊκούς δικαστές.

Δικαστικοί υπάλληλοι (Rechtspfleger)

Οι δικαστικοί υπάλληλοι είναι κατώτεροι δικαστικοί λειτουργοί που ασκούν και δικαστικά καθήκοντα. Αναλαμβάνουν κυρίως – ως «δεύτερος πυλώνας της τρίτης εξουσίας» – καθήκοντα που εμπίπτουν στον τομέα της ούτως αποκαλούμενης εκούσιας δικαιοδοσίας (πρόκειται μεταξύ άλλων για κληρονομικές υποθέσεις, υποθέσεις δικαστικής συμπαράστασης ενηλίκων, υποθέσεις που αφορούν τις σχέσεις γονέων και τέκνων και την υιοθεσία, υποθέσεις σχετικές με το κτηματολόγιο, το εμπορικό μητρώο, το μητρώο συνεταιρισμών και το μητρώο ελεύθερων επαγγελματιών, υποθέσεις αφερεγγυότητας, υποθέσεις σχετικές με σωματεία, υποθέσεις που αφορούν τις περιουσιακές σχέσεις των συζύγων, υποθέσεις σχετικές με το νηολόγιο των πλοίων κ.λπ.), αλλά είναι εξίσου επιφορτισμένοι με την εκτέλεση πολλών άλλων δικαστικών καθηκόντων, όπως, για παράδειγμα, στον τομέα της διαδικασίας έκδοσης διαταγής πληρωμής, της νομικής βοήθειας (ευεργέτημα πενίας), της αναγκαστικής εκτέλεσης, της αναγκαστικής εκποίησης και της αναγκαστικής διαχείρισης, στον τομέα του καθορισμού των δικαστικών εξόδων, της εκτέλεσης της ποινής, κατά τη διαδικασία ενώπιον του ομοσπονδιακού δικαστηρίου διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας, καθώς και στο πλαίσιο των διεθνών έννομων σχέσεων.

Στα ειρηνοδικεία, ο αριθμός των βοηθητικών δικαστικών υπαλλήλων είναι τώρα πλέον μεγαλύτερος από αυτόν των δικαστών. Το πεδίο δραστηριότητας των βοηθητικών δικαστικών υπαλλήλων προσδιορίζεται στο νόμο σχετικά με τους βοηθητικούς δικαστικούς υπαλλήλους (Rechtspflegergesetz - RPflG). Οι βοηθητικοί δικαστικοί υπάλληλοι, όπως και οι δικαστές, χαίρουν ανεξαρτησίας κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους και κατά την έκδοση αποφάσεων και δεσμεύονται μόνο από το νόμο και το δίκαιο. Τα ένδικα μέσα που μπορούν να ασκηθούν κατά των αποφάσεων των βοηθητικών δικαστικών υπαλλήλων είναι κατ’ αρχήν εκείνα που προβλέπονται από τις γενικές διατάξεις δικονομικού δικαίου.

Νομικές βάσεις δεδομένων

Οι προσβάσιμες στο κοινό βάσεις δεδομένων που αφορούν τα δικαστικά επαγγέλματα είναι:

Πληροφορίες είναι επίσης διαθέσιμες στους δικτυακούς τόπους των Ενώσεων Δικαστών όπως η Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροΓερμανική Ένωση Δικαστών (Deutscher Richterbund) ή η Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροΈνωση των γερμανών βοηθητικών δικαστικών υπαλλήλων (Bundes Deutscher Rechtspfleger).

Δικηγόροι

Στη Γερμανία ασκούν δραστηριότητα περί τους 160 000 δικηγόρους. Πρέπει να έχουν την ίδια κατάρτιση με τους δικαστές και έχουν την αρμοδιότητα να συμβουλεύουν και να εκπροσωπούν τους πελάτες τους σχετικά με όλα τα νομικά θέματα. Όλοι οι δικηγόροι έχουν τη δυνατότητα να εκτελούν δικαστικά και εξωδικαστικά καθήκοντα· το γερμανικό δίκαιο δεν προβλέπει ειδικούς δικηγόρους για νομική εκπροσώπηση. Έχουν αρμοδιότητα να παρίστανται ενώπιον οποιουδήποτε δικαστηρίου στη Γερμανία, εκτός εάν πρόκειται για εκπροσώπηση σε υποθέσεις αστικού δικαίου ενώπιον του Ομοσπονδιακού Ανώτατου Δικαστηρίου, για το οποίο ισχύουν ειδικές διαδικασίες.

Οι δικηγόροι υπόκεινται στις κανονιστικές διατάξεις του γερμανικού ομοσπονδιακού νόμου περί δικηγορίας (Bundesrechtsanwaltsordnung). Τα επαγγελματικά καθήκοντα των δικηγόρων προσδιορίζονται επίσης μέσω καταστατικών, όπως ο επαγγελματικός κώδικας δεοντολογίας των δικηγόρων (Berufsordnung der Rechtsanwälte) και ο κανονισμός περί των ειδικευμένων δικηγόρων (Fachanwaltsordnung). Οι αμοιβές των δικηγόρων καθορίζονται στον νόμο σχετικά με τις αμοιβές των δικηγόρων (Rechtsanwaltsvergütungsgesetz).

Οι δικηγόροι είναι οργανωμένοι σε 27 τοπικούς δικηγορικούς συλλόγους και τον δικηγορικό σύλλογο του Ομοσπονδιακού Ανώτατου Δικαστηρίου. Οι δικηγορικοί σύλλογοι είναι αρμόδιοι για τη χορήγηση άδειας δικηγορίας. Επιπλέον, είναι καθήκον τους, μεταξύ άλλων, η εποπτεία της συμμόρφωσης των δικηγόρων με τις επαγγελματικές τους υποχρεώσεις.

Νομικές βάσεις δεδομένων

Αναλυτικές πληροφορίες σχετικά με το νομικό επάγγελμα είναι διαθέσιμες στον δικτυακό τόπο του Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροΟμοσπονδιακού Δικηγορικού Συλλόγου. Επιπλέον, η Ένωση Γερμανών Δικηγόρων (DAV), η μεγαλύτερη οργάνωση γερμανών δικηγόρων, παρέχει ευρείες πληροφορίες σχετικά με το δικηγορικό επάγγελμα, Οι πληροφορίες στον δικτυακό τόπο είναι διαθέσιμες στα γερμανικά, στα αγγλικά και στα γαλλικά.

Βοήθεια για την εξεύρεση δικηγόρου παρέχεται στον Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροΕπίσημο κατάλογο ομοσπονδιακών δικηγόρων (Bundesweite Amtliche Anwaltsverzeichnis) στον οποίο αναφέρονται όλοι οι δικηγόροι (είναι διαθέσιμο στα γερμανικά και στα αγγλικά), καθώς και η Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροΟμοσπονδιακή υπηρεσία πληροφοριών για δικηγόρους (Deutsche Anwaltauskunft).

Σύμβουλοι σε θέματα διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας

Στη Γερμανία ασκούν δραστηριότητα περί τους 3000 συμβούλους σε θέματα διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας. Διαθέτουν ολοκληρωμένο επιστημονικό ή τεχνικό πανεπιστημιακό πτυχίο και έχουν ολοκληρώσει με επιτυχία πρόσθετη νομική κατάρτιση. Νομιμοποιούνται να παρέχουν συμβουλές και να εκπροσωπούν τους πελάτες μόνο στον τομέα των δικαιωμάτων βιομηχανικής ιδιοκτησίας (κυρίως όσον αφορά τα διπλώματα ευρεσιτεχνίας, τα βιομηχανικά σήματα, τον σχεδιασμό και τα εμπορικά σήματα), ειδικότερα δε την καταχώρηση και εποπτεία τους. Δικαιούνται να εκπροσωπούν τους πελάτες τους ενώπιον της γερμανικής υπηρεσίας διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας και εμπορικών σημάτων (Patent- und Markenamt), του ομοσπονδιακού δικαστηρίου διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας (Bundespatentgericht) και, σε ειδικές περιπτώσεις, ενώπιον του ομοσπονδιακού ανώτατου δικαστηρίου (Bundesgerichtshof). Ενώπιον των πρωτοδικείων (Landesgericht) και των εφετείων (Oberlandesgericht) οι σύμβουλοι σε θέματα διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας δικαιούνται μόνο να γνωμοδοτούν για τους πελάτες τους, δεν έχουν όμως το δικαίωμα να υποβάλλουν αιτήσεις.

Η δραστηριότητα των συμβούλων σε θέματα διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας διέπεται από τις νομικές διατάξεις του κανονισμού σχετικά με τους συμβούλους σε θέματα διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας (Patentanwaltsordnung). Oι σύμβουλοι σε θέματα διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας είναι οργανωμένοι στον σύλλογο συμβούλων σε θέματα διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας.

Νομικές βάσεις δεδομένων

Πληροφορίες σχετικά με τους δικηγόρους ειδικευμένους στα διπλώματα ευρεσιτεχνίας είναι διαθέσιμες στον δικτυακό τόπο του Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροΕπιμελητηρίου Συμβούλων σε θέματα διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας (Patentanwaltskammer). Ο δικτυακός τόπος παρέχει επίσης κατάλογο των συμβούλων σε θέματα διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας.

Συμβολαιογράφοι

Στη Γερμανία ασκούν επί του παρόντος δραστηριότητα περί τους 8 000 συμβολαιογράφους, οι οποίοι κατά κανόνα διαθέτουν την ίδια κατάρτιση με τους δικαστές. Παρέχουν ανεξάρτητες, αμερόληπτες και αντικειμενικές συμβουλές και συμπαράσταση στις σημαντικές δικαιοπραξίες και στον τομέα της προληπτικής απονομής δικαιοσύνης. Το σημαντικότερο καθήκον των συμβολαιογράφων είναι η έγγραφη βεβαίωση νομικών πράξεων.

Λόγω της ομοσπονδιακής δομής της Γερμανίας, υπάρχουν διάφοροι τύποι συμβολαιογράφων: Στα περισσότερα ομόσπονδα κρατίδια, ο συμβολαιογράφος ασκεί κύρια επαγγελματική δραστηριότητα (Nurnotariat). Σε ορισμένες περιφέρειες της Γερμανίας ως συμβολαιογράφοι διορίζονται δικηγόροι οι οποίοι, παράλληλα με τη δικηγορία, ασκούν συγχρόνως δραστηριότητα συμβολαιογράφου (Anwaltsnotariat). Στη Βάδη-Βυρτεμβέργη, οι συμβολαιογράφοι είναι ενίοτε δημόσιοι υπάλληλοι (Amtsnotar) (έως το 2017). Σε όλες τις περιπτώσεις, ο διορισμός και η εποπτεία των συμβολαιογράφων πραγματοποιούνται από τη διοίκηση της δικαιοσύνης των αντίστοιχων Länder.

Οι επαγγελματικοί κανονισμοί που διέπουν τους συμβολαιογράφους καθορίζονται στον ομοσπονδιακό κανονισμό περί συμβολαιογράφων (Bundesnotarordnung). Τα έξοδα που μπορούν να χρεώνουν οι συμβολαιογράφοι καθορίζονται στον κανονισμό περί εξόδων (Kostenordnung).

Κάθε συμβολαιογράφος είναι μέλος του συλλόγου συμβολαιογράφων στην περιφέρεια του οποίου βρίσκεται το συμβολαιογραφείο του/της.

Νομικές βάσεις δεδομένων

Αναλυτικές πληροφορίες σχετικά με διάφορα θέματα που αφορούν το επάγγελμα του συμβολαιογράφου είναι διαθέσιμες στον δικτυακό τόπο του Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροΟμοσπονδιακού Συλλόγου Συμβολαιογράφων (Bundesnotarkammer). Επιπλέον βοήθεια για την εξεύρεση συμβολαιογράφου παρέχεται στον Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροκατάλογο των συμβολαιογράφων (Notare). Οι πληροφορίες παρέχονται στα γερμανικά, στα αγγλικά, στα γαλλικά και στα ισπανικά.

Άλλα νομικά επαγγέλματα

Νομικά επαγγέλματα σύμφωνα με τον νόμο περί νομικών υπηρεσιών

Ο νόμος περί νομικών υπηρεσιών (Rechtsdienstleistungsgesetz -RDG) δίνει τη δυνατότητα στους εισπράκτορες οφειλών, τους συμβούλους σε θέματα συντάξεων και τους παρόχους υπηρεσιών σε ειδικά θέματα αλλοδαπού δικαίου να παρέχουν νομικές υπηρεσίες σε εξώδικες υποθέσεις. Οι εισπράκτορες οφειλών και οι σύμβουλοι σε θέματα συντάξεων έχουν σε ορισμένες περιπτώσεις, επίσης, το δικαίωμα να εκπροσωπούν τους πελάτες τους ενώπιον δικαστηρίου. Απαραίτητη προϋπόθεση για την άσκηση δραστηριότητας αποτελεί η εγγραφή, κατόπιν αιτήματος του Δικαστηρίου. Η εγγραφή δημοσιεύεται στο Μητρώο Νομικών Υπηρεσιών (Rechtsdienstleistungsregister).

Για τους εν λόγω παρόχους νομικών υπηρεσιών δεν υφίσταται καμία νομική υποχρέωση όσον αφορά τη συμμετοχή σε σύλλογο ή άλλη επαγγελματική ένωση. Οι εισπράκτορες οφειλών και οι σύμβουλοι σε θέματα συντάξεων ανήκουν εν μέρει σε επαγγελματικούς συλλόγους οι μεγαλύτεροι σύλλογοι είναι ο ομοσπονδιακός σύλλογος εισπρακτόρων οφειλών Γερμανίας, ο ομοσπονδιακός σύλλογος δικολάβων/παρόχων νομικών υπηρεσιών Γερμανίας και ο ομοσπονδιακός σύλλογος συμβούλων σε θέματα σύνταξης.

Νομικές βάσεις δεδομένων

Το επίσημο μητρώο νομικών υπηρεσιών με τον κατάλογο των εγγραμμένων παρόχων υπηρεσιών καθώς και τα αρμόδια δικαστήρια για την εγγραφή είναι διαθέσιμα στην ηλεκτρονική πύλη για τη γερμανική Δικαιοσύνη. Οι δικτυακοί τόποι των Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροεισπρακτόρων οφειλών Γερμανίας (Bundesverbands Deutscher Inkassounternehmen), των Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροδικολάβων (Bundesverbandes Deutscher Rechtsbeistände/Rechtsdienstleister) και των Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροσυμβούλων σε θέματα σύνταξης (Bundesverbands der Rentenberater) προσφέρουν ποικίλες περαιτέρω πληροφορίες.

Οργανώσεις που παρέχουν νομικές υπηρεσίες ατελώς

Στη Γερμανία, δωρεάν νομικές συμβουλές (σύμφωνα με τα άρθρα 6 και 8 του νόμου περί νομικών υπηρεσιών) παρέχονται από διάφορες φιλανθρωπικές οργανώσεις. Ορισμένες από τις σημαντικότερες εξ αυτών είναι οι ακόλουθες:

Σχετικοί σύνδεσμοι

Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροΠύλη της Ομοσπονδίας και των Länder για τη δικαιοσύνη

Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροΟμοσπονδιακό Υπουργείο Δικαιοσύνης

Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροΓερμανικό ομοσπονδιακό υπουργείο Δικαιοσύνης

Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροΥπουργείο Δικαιοσύνης του Αμβούργου

Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροΥπουργείο Δικαιοσύνης του Βερολίνου

Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροΥπουργείο Δικαιοσύνης της Βαυαρίας

Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροΓερμανική ομοσπονδία δικαστών

Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροΓερμανικός Δικηγορικός Σύλλογος

Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροΕπίσημος κατάλογος ομοσπονδιακών δικηγόρων

Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροΈνωση Γερμανών Δικηγόρων

Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροΟμοσπονδιακή υπηρεσία πληροφοριών για δικηγόρους

Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροΕπιμελητήριο Συμβούλων σε θέματα διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας

Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροΚατάλογος συμβολαιογράφων

Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροΟμοσπονδιακός Σύλλογος Συμβολαιογράφων

Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροΥπηρεσία πληροφοριών σχετικά με εγγεγραμμένους παρόχους νομικών υπηρεσιών

Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροΟμοσπονδιακή ένωση για την ευημερία των εργαζομένων

Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροCaritas

Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροDiakonie

Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροZentralwohlfahrtstelle der Juden in Deutschland

Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροDeutsches Rotes Kreuz

Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυρο PartitätischerWohlfahrtsverband


Την έκδοση αυτής της σελίδας στην εθνική γλώσσα διαχειρίζεται το εκάστοτε κράτος μέλος. Οι μεταφράσεις έχουν γίνει από την αρμόδια υπηρεσία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Οι τυχόν αλλαγές που επιφέρει η αρμόδια εθνική αρχή στο πρωτότυπο ενδέχεται να μην έχουν περιληφθεί ακόμα στις μεταφράσεις. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή δεν αναλαμβάνει καμία ευθύνη όσον αφορά τις πληροφορίες ή τα στοιχεία που περιλαμβάνονται ή για τα οποία γίνεται λόγος στο παρόν έγγραφο. Βλ. την ανακοίνωση νομικού περιεχομένου για τους κανόνες πνευματικής ιδιοκτησίας που ισχύουν στο κράτος μέλος που είναι αρμόδιο για την παρούσα σελίδα.

Τελευταία επικαιροποίηση: 04/04/2013

Νομικά επαγγέλματα - Εσθονία

Η πρωτότυπη γλωσσική έκδοση εσθονικά αυτής της σελίδας τροποποιήθηκε πρόσφατα. Η γλωσσική έκδοση που βλέπετε τώρα βρίσκεται στο στάδιο της μετάφρασης.

Στην παρούσα σελίδα παρέχεται μια επισκόπηση της οργάνωσης των νομικών επαγγελμάτων στην Εσθονία


Νομικά επαγγέλματα

Νομικά επαγγέλματα – εισαγωγή

Στα νομικά επαγγέλματα στην Εσθονία περιλαμβάνονται τα ακόλουθα:

  • Εισαγγελέας
  • Δικαστής
  • Λαϊκός δικαστής
  • Βοηθός δικαστής και δικαστικός υπάλληλος
  • Συνήγορος
  • Συμβολαιογράφος
  • Δικαστικός επιμελητής
  • Σύνδικος πτωχεύσεως

Εισαγγελείς

Οργάνωση

Η Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροΕισαγγελία είναι κρατική υπηρεσία που υπάγεται στη δικαιοδοσία του υπουργείου Δικαιοσύνης. Περιλαμβάνει δύο επίπεδα: τη Γενική Εισαγγελία (ως ανώτερη εισαγγελική αρχή) και τέσσερις περιφερειακές εισαγγελίες.

Η δικαιοδοσία της Γενικής Εισαγγελίας καλύπτει όλη την επικράτεια της Εσθονίας, ενώ η δικαιοδοσία της κάθε περιφερειακής εισαγγελίας αντιστοιχεί σε εκείνη των αστυνομικών διευθύνσεων. Προϊστάμενος της Γενικής Εισαγγελίας είναι ο Γενικός Εισαγγελέας, η θητεία του οποίου είναι πενταετής. Ο Γενικός Εισαγγελέας διορίζεται από την κυβέρνηση της Εσθονίας βάσει πρότασης του Υπουργού Δικαιοσύνης, ο οποίος έχει πρώτα συμβουλευθεί την Επιτροπή Νομικών Θεμάτων του Κοινοβουλίου της χώρας.

Κάθε χρόνο, κατά την εαρινή σύνοδο του Κοινοβουλίου, ο Γενικός Εισαγγελέας παρουσιάζει στη Συνταγματική Επιτροπή του Κοινοβουλίου μια ανασκόπηση των επιδόσεων της Εισαγγελίας κατά το προηγούμενο ημερολογιακό έτος όσον αφορά την εκτέλεση των καθηκόντων που της έχουν ανατεθεί δυνάμει της νομοθεσίας.

Οι περιφερειακές εισαγγελίες διευθύνονται από τους προϊσταμένους εισαγγελίας, η θητεία των οποίων είναι επίσης πενταετής. Οι προϊστάμενοι εισαγγελίας διορίζονται από τον Υπουργό Δικαιοσύνης βάσει πρότασης του Γενικού Εισαγγελέα.

Στην Εσθονία υπάρχουν συνολικά οκτώ κατηγορίες εισαγγελέων: ο Γενικός Εισαγγελέας, οι επικεφαλής κρατικοί εισαγγελείς, οι κρατικοί εισαγγελείς και οι βοηθοί εισαγγελείς στη Γενική Εισαγγελία, καθώς και οι επικεφαλής εισαγγελείς, οι ανώτεροι εισαγγελείς, οι ειδικοί εισαγγελείς, οι περιφερειακοί εισαγγελείς και οι βοηθοί εισαγγελείς στις περιφερειακές εισαγγελίες.

Βλέπε σχετικά τον Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυρονόμο περί εισαγγελικών αρχών.

Αποστολή και καθήκοντα

Σύμφωνα με τον νόμο περί εισαγγελικών αρχών, η Εισαγγελία:

  • συμμετέχει στον σχεδιασμό της επιτήρησης που απαιτείται για την πρόληψη και διερεύνηση εγκλημάτων
  • διεξάγει την προδικαστική ποινική διαδικασία κατοχυρώνοντας τη νομιμότητα και την αποτελεσματικότητά της
  • εκπροσωπεί την εισαγγελική αρχή ενώπιον του δικαστηρίου
  • εκπληρώνει άλλα καθήκοντα που επιβάλλονται στην Εισαγγελία από τον νόμο.

Η Εισαγγελία εκτελεί με ανεξάρτητο τρόπο τις αρμοδιότητές της οι οποίες απορρέουν από τον νόμο περί εισαγγελικών αρχών.

Ως επικεφαλής της ποινικής δίωξης, ο εισαγγελέας διευθύνει την ανάκριση στη συγκέντρωση αποδεικτικών στοιχείων και αποφασίζει για το κατά πόσον θα απευθύνει κατηγορίες κατά συγκεκριμένου προσώπου με βάση τα πραγματικά περιστατικά.

Σύμφωνα με το καταστατικό της Εισαγγελίας,
η Γενική Εισαγγελία:

  • διεξάγει τις προκαταρκτικές έρευνες και εκπροσωπεί την εισαγγελική αρχή στα δικαστήρια όλων των βαθμίδων σε σχέση με αξιόποινες πράξεις και παραπτώματα δημόσιων λειτουργών, οικονομικά εγκλήματα, αδικήματα που τελούνται στο πλαίσιο της υπηρεσίας στις Ένοπλες Δυνάμεις, περιβαλλοντικά εγκλήματα, αδικήματα σε βάρος της απονομής δικαιοσύνης και ποινικά αδικήματα που συνδέονται με το οργανωμένο έγκλημα σε διασυνοριακό επίπεδο καθώς και άλλα ιδιαιτέρως σοβαρά οργανωμένα εγκλήματα ή εγκλήματα που προκαλούν ιδιαίτερο δημόσιο ενδιαφέρον, καθώς επίσης και εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας και της διεθνούς ασφάλειας, σοβαρότερα ποινικά αδικήματα κατά του κράτους, ποινικά αδικήματα που διαπράττονται από εισαγγελείς και άλλα ποινικά αδικήματα που υπάγονται στην αρμοδιότητα του Γενικού Εισαγγελέα
  • εποπτεύει και παρέχει συμβουλές για τις δραστηριότητες των περιφερειακών εισαγγελιών, ενώ επίσης αναλύει και συνάγει γενικά συμπεράσματα για τις δικαστικές και εισαγγελικές πρακτικές
  • εκπληρώνει υποχρεώσεις που προκύπτουν από τη διεθνή συνεργασία, συμπεριλαμβανομένης της συμμετοχής στις εργασίες της Eurojust
  • συμμετέχει στη σύνταξη νόμων, κανονισμών και διοικητικών διαταγμάτων της Κυβέρνησης, καθώς και κανονισμών και διαταγμάτων του Υπουργού Δικαιοσύνης σχετικά με τις δραστηριότητες της Εισαγγελίας.

Δικαστές

Οργάνωση

Οι δικαστές πρέπει να είναι Εσθονοί πολίτες, να διαθέτουν εθνικώς αναγνωρισμένο μεταπτυχιακό τίτλο σπουδών νομικής, ισοδύναμο τίτλο κατά την έννοια του άρθρου 28 παράγραφος 22 του νόμου περί εκπαίδευσης της Δημοκρατίας της Εσθονίας ή ισοδύναμο τίτλο αποκτηθέντα στην αλλοδαπή, να διαθέτουν επάρκεια γνώσης της εσθονικής γλώσσας σε προχωρημένο επίπεδο, να χαίρουν υψηλής ηθικής υπόληψης και να διαθέτουν τις ικανότητες και τα προσωπικά χαρακτηριστικά που είναι απαραίτητα για την άσκηση του επαγγέλματος του δικαστή. Το αξίωμα του δικαστή είναι ισόβιο. Ο Υπουργός Δικαιοσύνης δεν έχει κανένα δικαίωμα ελέγχου ή πειθαρχικής εξουσίας επί των δικαστών. Ένας δικαστής μπορεί να καθαιρεθεί μόνο με εκτελεστή δικαστική απόφαση. Οι δικαστές μπορούν να ασκούν το επάγγελμά τους μέχρι την ηλικία των 67 ετών, με δυνατότητα παράτασης.

Δεν μπορούν να διοριστούν σε θέση δικαστή:

  • άτομα που έχουν καταδικαστεί για ποινικό αδίκημα
  • άτομα που έχουν καθαιρεθεί από τη θέση του δικαστή, του συμβολαιογράφου, του ορκωτού μεταφραστή ή του δικαστικού επιμελητή
  • άτομα που έχουν αποβληθεί από τον Δικηγορικό Σύλλογο της Εσθονίας
  • άτομα που έχουν απολυθεί από τον δημόσιο τομέα λόγω πειθαρχικού παραπτώματος
  • άτομα που έχουν κηρύξει πτώχευση
  • άτομα των οποίων οι επαγγελματικές δραστηριότητες ως ελεγκτών τερματίστηκαν, με εξαίρεση την περίπτωση που αυτό συνέβη βάσει αίτησης του ελεγκτή
  • άτομα των οποίων το δικαίωμα να εργάζονται ως σύμβουλοι σε θέματα διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας έχει ανακληθεί, με εξαίρεση την περίπτωση που αυτό συνέβη βάσει αίτησης του συμβούλου σε θέματα διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας.

Δικαστής σε περιφερειακό ή διοικητικό δικαστήριο μπορεί να διοριστεί όποιος έχει ολοκληρώσει την προπαρασκευαστική υπηρεσία που απαιτείται για να γίνει δικαστής ή όποιος απαλλάσσεται από την εν λόγω προπαρασκευαστική υπηρεσία και έχει υποβληθεί με επιτυχία στις εξετάσεις για την απόκτηση του δικαστικού αξιώματος. Όποιος έχει εργαστεί για δύο τουλάχιστον χρόνια ως δικηγόρος ή ως εισαγγελέας (όχι όμως και ως βοηθός εισαγγελέα) κατά τη χρονική περίοδο ακριβώς πριν δώσει εξετάσεις για την απόκτηση του δικαστικού αξιώματος, ή όποιος έχει εργαστεί στο παρελθόν ως δικαστής υπό την προϋπόθεση ότι δεν έχουν παρέλθει περισσότερα από δέκα χρόνια από τη στιγμή που σταμάτησε να εργάζεται ως δικαστής, δεν χρειάζεται να πραγματοποιήσει την προπαρασκευαστική υπηρεσία που απαιτείται για να γίνει δικαστής.

Δικαστές εφετείων μπορούν να διοριστούν πεπειραμένοι και αναγνωρισμένοι νομικοί οι οποίοι έχουν υποβληθεί με επιτυχία στις εξετάσεις για την απόκτηση του δικαστικού αξιώματος. Όποιος έχει εργαστεί ως δικαστής κατά τη χρονική περίοδο ακριβώς πριν από τον διορισμό του δεν χρειάζεται να δώσει εξετάσεις για την απόκτηση του δικαστικού αξιώματος.

Στο αξίωμα του δικαστή του Ανωτάτου Δικαστηρίου μπορούν να διοριστούν πεπειραμένοι και αναγνωρισμένοι νομικοί.

Οι δικαστές διορίζονται μέσω ανοιχτού διαγωνισμού.

Οι δικαστές δεν μπορούν να ασκούν άλλη επαγγελματική δραστηριότητα πέραν του επαγγέλματος του δικαστή, με εξαίρεση δραστηριότητες διδακτικού ή ερευνητικού προσωπικού. Οι δικαστές οφείλουν να ενημερώνουν τον πρόεδρο του δικαστηρίου για κάθε άλλη επαγγελματική απασχόληση πέραν του επαγγέλματος του δικαστή. Τυχόν επαγγελματική απασχόληση πέραν του επαγγέλματος του δικαστή δεν πρέπει να διακυβεύει την επιτέλεση των επίσημων καθηκόντων του δικαστή ή την αμεροληψία του κατά την απονομή της δικαιοσύνης. Ο δικαστής δεν μπορεί να είναι μέλος του κοινοβουλίου ή μέλος δημοτικού συμβουλίου, μέλος πολιτικού κόμματος, ιδρυτής, διοικών εταίρος ή μέλος διοικητικού ή εποπτικού συμβουλίου επιχείρησης, διευθυντής υποκαταστήματος αλλοδαπής επιχείρησης, σύνδικος πτωχεύσεως, μέλος επιτροπής πτωχεύσεως, αναγκαστικός διαχειριστής ακινήτου ή διαιτητής που έχει επιλεγεί από έναν εκ των διαδίκων διαφοράς.

Ένας δικαστής μπορεί να καθαιρεθεί από το αξίωμά του μόνο με δικαστική απόφαση. Ποινική δίωξη εναντίον δικαστή πρωτοβάθμιου ή δευτεροβάθμιου δικαστηρίου μπορεί να ασκηθεί κατά τη διάρκεια της θητείας του μόνο βάσει πρότασης της ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου και με τη σύμφωνη γνώμη του Προέδρου της Δημοκρατίας. Ποινική δίωξη εναντίον δικαστή του Ανωτάτου Δικαστηρίου μπορεί να ασκηθεί κατά τη διάρκεια της θητείας του μόνο βάσει πρότασης του Επιτρόπου Δικαιοσύνης και με τη σύμφωνη γνώμη της πλειοψηφίας του κοινοβουλίου της Εσθονίας.

Οι προϋποθέσεις που ισχύουν για τους δικαστές, την προπαρασκευαστική τους υπηρεσία και τις υποχρεώσεις τους ορίζονται στον Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυρονόμο περί δικαστηρίων.

Αποστολή και καθήκοντα

Το επάγγελμα του δικαστή ρυθμίζεται από τη νομοθεσία. Σχετικός κώδικας δεοντολογίας έχει υιοθετηθεί από την ολομέλεια των δικαστών της Εσθονίας. Περισσότερες πληροφορίες παρέχονται στον δικτυακό τόπο των Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροεσθονικών δικαστηρίων και στον δικτυακό τόπο του Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροΑνώτατου Δικαστηρίου.

Αποστολή του δικαστή είναι να απονέμει δικαιοσύνη σύμφωνα με το Σύνταγμα και τις νομοθετικές πράξεις, βάσει των οποίων ο δικαστής καταλήγει σε μια δίκαιη λύση για τους διαδίκους μιας υπόθεσης. Ο δικαστής παράγει δίκαιο ερμηνεύοντας τις νομοθετικές πράξεις και διεξάγοντας έρευνα.

Ο δικαστής ασκεί τα επίσημα καθήκοντά του αμερόληπτα, χωρίς ιδιοτέλεια και σέβεται τα συμφέροντα της υπηρεσίας ακόμη και εκτός της επαγγελματικής δραστηριότητάς του. Ο δικαστής οφείλει να συμπεριφέρεται άψογα τόσο στο πλαίσιο όσο και εκτός των επαγγελματικών δραστηριοτήτων του και να απέχει από πράξεις που θα μπορούσαν να πλήξουν το κύρος του δικαστηρίου. Ο δικαστής δεν αποκαλύπτει πληροφορίες που περιέρχονται σε γνώση του κατά τη διάρκεια συνεδρίασης του δικαστηρίου ή συζητήσεων που λαμβάνουν χώρα κατά την προσπάθεια επίτευξης συμβιβασμού. Η υποχρέωση τήρησης του απορρήτου ισχύει στο διηνεκές, ακόμη και μετά τη συνταξιοδότηση του δικαστή. Στα καθήκοντα του δικαστή περιλαμβάνεται η εποπτεία υποψήφιων δικαστών, υποψήφιων βοηθών δικαστών και ασκούμενων φοιτητών πανεπιστημίου κατά την προπαρασκευαστική υπηρεσία τους. Ο αριθμός υποψήφιων δικαστών, υποψήφιων βοηθών δικαστών και ασκούμενων φοιτητών πανεπιστημίου υπό την εποπτεία ενός δικαστή δεν μπορεί να υπερβαίνει τους δύο σε οποιαδήποτε χρονική στιγμή. Ο δικαστής οφείλει να διευρύνει σε τακτική βάση τις επιστημονικές γνώσεις και δεξιότητές του και να συμμετέχει σε προγράμματα επιμόρφωσης.

Κοινωνικές εγγυήσεις για τους δικαστές

Δυνάμει της νομοθεσίας, οι δικαστικοί λειτουργοί απολαμβάνουν διάφορες κοινωνικές εγγυήσεις, όπως, μεταξύ άλλων, επίσημο μισθό, πρόσθετη αμοιβή, συνταξιοδοτικά ωφελήματα, άδεια, επίσημα ενδύματα και άλλες κοινωνικές εγγυήσεις.

Ο επίσημος μισθός του δικαστή καθορίζεται στον νόμο περί των επίσημων μισθών των κρατικών λειτουργών που διορίζονται από το κοινοβούλιο της Εσθονίας και τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας. Εκτός από τον επίσημο μισθό τους, οι δικαστές λαμβάνουν πρόσθετη αμοιβή (επιμίσθιο) βάσει των ετών υπηρεσίας, που ανέρχεται στο 5% του επίσημου μισθού από το πέμπτο έτος, στο 10% του επίσημου μισθού από το δέκατο έτος και στο 15% του επίσημου μισθού από το δέκατο πέμπτο έτος.

Στα συνταξιοδοτικά ωφελήματα του δικαστή περιλαμβάνονται η κύρια σύνταξη, η πρόσθετη σύνταξη λόγω αυξημένης προϋπηρεσίας, η σύνταξη αναπηρίας και η σύνταξη επιζώντος για τα μέλη της οικογένειας του δικαστή. Τα συνταξιοδοτικά ωφελήματα δεν καταβάλλονται κατά τη διάρκεια της άσκησης του αξιώματος του δικαστή. Σε περίπτωση που συνταξιούχος δικαστής αναπτύσσει άλλη επαγγελματική δραστηριότητα, λαμβάνει τα συνταξιοδοτικά ωφελήματα που προβλέπονται για τους δικαστικούς λειτουργούς ανεξαρτήτως αποδοχών. Συνταξιοδοτικά ωφελήματα δεν καταβάλλονται σε δικαστή που έχει καθαιρεθεί από το αξίωμα για πειθαρχικό παράπτωμα ή σε δικαστή ο οποίος έχει καταδικαστεί για ποινικό αδίκημα το οποίο έχει διαπραχθεί εκ προθέσεως. Συνταξιοδοτικά ωφελήματα δεν καταβάλλονται σε δικαστή ο οποίος έχει καταδικαστεί για αδίκημα κατά της απονομής της δικαιοσύνης.

Η κύρια σύνταξη καταβάλλεται στους δικαστικούς λειτουργούς που έχουν ασκήσει το αξίωμα του δικαστή για 15 τουλάχιστον χρόνια και έχουν φτάσει σε ηλικία συνταξιοδότησης. Οι δικαστές είναι επίσης επιλέξιμοι για κύρια σύνταξη σε περίπτωση που απολέσουν το 100 %, 90 % ή 80 % της ικανότητάς τους για εργασία ύστερα από 15 χρόνια άσκησης του αξιώματος του δικαστή, ακόμη κι αν δεν έχουν φτάσει σε ηλικία συνταξιοδότησης. Οι δικαστές που έχουν φτάσει σε ηλικία συνταξιοδότησης δικαιούνται να λάβουν κύρια σύνταξη ύστερα από δέκα χρόνια άσκησης του αξιώματος του δικαστή σε περίπτωση που έχουν απολέσει το 100 %, 90 % ή 80 % της ικανότητάς τους για εργασία. Το ύψος της κύριας σύνταξης ανέρχεται στο 75 % του τελικού μισθού του δικαστή.

Πρόσθετη σύνταξη λόγω αυξημένης προϋπηρεσίας, η οποία ανέρχεται συνολικά στο 75 % του τελικού μισθού του δικαστή, καταβάλλεται στους δικαστικούς λειτουργούς που έχουν ασκήσει το αξίωμα του δικαστή για 30 τουλάχιστον χρόνια.

Δικαστής ο οποίος καθίσταται μόνιμα ανίκανος προς εργασία κατά τη διάρκεια της άσκησης του αξιώματός του δικαιούται να λάβει σύνταξη αναπηρίας δικαστή. Η σύνταξη αναπηρίας δικαστή ανέρχεται στο 75 % του τελικού μισθού του δικαστή σε περίπτωση απώλειας της ικανότητάς του προς εργασία σε ποσοστό 100 %, στο 70 % του τελικού μισθού σε περίπτωση απώλειας της ικανότητάς του προς εργασία σε ποσοστό 80 % ή 90 %, και στο 30 % του τελικού μισθού σε περίπτωση απώλειας της ικανότητάς του προς εργασία σε ποσοστό 40 %-70 %.

Εάν ένας δικαστής αποβιώσει, καταβάλλεται σύνταξη επιζώντος σε κάθε μέλος της οικογένειάς του που τη δικαιούται, η οποία ανέρχεται στο 30 % του τελικού μισθού του δικαστή. Το συνολικό καταβαλλόμενο ποσό στα μέλη της οικογένειας του δικαστή δεν μπορεί να υπερβαίνει, πάντως, το 70 % του τελικού μισθού του δικαστή.

Οι δικαστές δικαιούνται ετήσια άδεια η οποία ανέρχεται συνολικά σε 49 ημερολογιακές ημέρες για τους δικαστές πρωτοβάθμιων ή δευτεροβάθμιων δικαστηρίων και σε 56 ημερολογιακές ημέρες για τους δικαστές του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Οι δικαστές δεν δικαιούνται την πρόσθετη άδεια που προβλέπει ο νόμος περί δημόσιων λειτουργών.

Λαϊκοί δικαστές

Οι λαϊκοί δικαστές συμμετέχουν στην απονομή της δικαιοσύνης στα περιφερειακά δικαστήρια μόνο σε ποινικές υποθέσεις που αφορούν εγκλήματα πρώτου βαθμού. Ο λαϊκός δικαστής έχει την ίδια θέση, τα ίδια δικαιώματα και τις ίδιες υποχρεώσεις με τους τακτικούς δικαστές σε ό,τι αφορά την απονομή της δικαιοσύνης. Ένας λαϊκός δικαστής μπορεί να οριστεί για περίοδο έως και τεσσάρων ετών και πρέπει να είναι Εσθονός πολίτης με δικαιοπρακτική ικανότητα, να είναι ηλικίας μεταξύ 25 και 70 ετών, να διαμένει μόνιμα στην Εσθονία, να διαθέτει επάρκεια γνώσης της εσθονικής γλώσσας σε προχωρημένο επίπεδο και να χαίρει της υψηλής ηθικής υπόληψης που απαιτείται για την άσκηση των καθηκόντων του λαϊκού δικαστή. Οι λαϊκοί δικαστές δεν μπορούν να διορίζονται για περισσότερες από δύο συνεχόμενες θητείες.

Δεν μπορούν να διορίζονται λαϊκοί δικαστές: άτομα που έχουν καταδικαστεί για ποινικό αδίκημα, άτομα που έχουν κηρύξει πτώχευση, άτομα που είναι ακατάλληλα για λόγους υγείας, άτομα που είχαν μόνιμη διεύθυνση (ήτοι, διεύθυνση καταχωρισμένη στο μητρώο πληθυσμού) για λιγότερο από ένα έτος στην περιοχή της τοπικής αυτοδιοίκησης η οποία προωθεί το άτομο ως υποψήφιο για το αξίωμα του λαϊκού δικαστή, άτομα που εργάζονται στα δικαστήρια, στην Εισαγγελία ή στην Υπηρεσία Εσωτερικής Ασφάλειας, άτομα που υπηρετούν στις ένοπλες δυνάμεις, δικηγόροι, συμβολαιογράφοι ή δικαστικοί επιμελητές, μέλη της κυβέρνησης της Εσθονίας ή δημοτικών συμβουλίων, ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας, βουλευτές ή περιφερειάρχες. Άτομα που έχουν κατηγορηθεί για ποινικό αδίκημα δεν μπορούν να διοριστούν στο αξίωμα του λαϊκού δικαστή κατά τη διάρκεια των ποινικών διαδικασιών.

Ουσιαστικά, η αποστολή του λαϊκού δικαστή είναι να εκπροσωπεί, κατά την απονομή της δικαιοσύνης, την άποψη του κοινού ανθρώπου, ο οποίος παρατηρεί τις νομικές διαδικασίες μέσα από μια λιγότερο νομική και περισσότερο ανθρώπινη σκοπιά. Η εκλογή των υποψήφιων λαϊκών δικαστών γίνεται από τα συμβούλια της τοπικής αυτοδιοίκησης.

Βοηθοί δικαστές και δικαστικοί υπάλληλοι

Ο βοηθός δικαστής είναι δικαστικός υπάλληλος που εκτελεί καθήκοντα καθορισμένα από τον νόμο. Ο βοηθός δικαστής είναι αμερόληπτος, αλλά πρέπει να συμμορφώνεται προς τις υποδείξεις των δικαστών στον βαθμό που ορίζεται από τον νόμο. Ο βοηθός δικαστής είναι αρμόδιος για την καταχώριση εγγραφών σε μητρώα (κτηματολόγιο, εμπορικό μητρώο κλπ.) και για την έκδοση κανονισμών σχετικά με την τήρηση μητρώων και, μεταξύ άλλων, αποφάσεων επιβολής προστίμων. Οι βοηθοί δικαστές μπορούν να εφαρμόζουν ταχεία διαδικασία έκδοσης διαταγών πληρωμής. Για τους βοηθούς δικαστές ισχύουν οι ίδιοι περιορισμοί που ισχύουν για την κατοχή του αξιώματος του δικαστή.

Βοηθός δικαστής μπορεί να διοριστεί όποιος διαθέτει εθνικώς αναγνωρισμένο μεταπτυχιακό τίτλο σπουδών νομικής, ισοδύναμο τίτλο κατά την έννοια του άρθρου 28 παράγραφος 22 του νόμου περί εκπαίδευσης της Δημοκρατίας της Εσθονίας ή ισοδύναμο τίτλο αποκτηθέντα στην αλλοδαπή, διαθέτει επάρκεια γνώσης της εσθονικής γλώσσας σε προχωρημένο επίπεδο, χαίρει υψηλής ηθικής υπόληψης και έχει ολοκληρώσει την προπαρασκευαστική υπηρεσία που απαιτείται για να γίνει βοηθός δικαστής. Βοηθοί δικαστές μπορούν να διοριστούν επίσης άτομα που δεν έχουν ολοκληρώσει την προπαρασκευαστική υπηρεσία η οποία απαιτείται για να γίνουν βοηθοί δικαστές, αλλά έχουν ολοκληρώσει την προπαρασκευαστική υπηρεσία που απαιτείται για να γίνουν δικαστές ή που απαλλάσσονται από αυτήν και έχουν υποβληθεί με επιτυχία στις εξετάσεις για την απόκτηση του αξιώματος του δικαστή.

Δεν μπορούν να διοριστούν σε θέση βοηθού δικαστή: άτομα που έχουν καταδικαστεί για ποινικό αδίκημα άτομα που έχουν καθαιρεθεί από τη θέση του δικαστή, του συμβολαιογράφου, του ορκωτού μεταφραστή ή του δικαστικού επιμελητή άτομα που έχουν αποβληθεί από τον Δικηγορικό Σύλλογο της Εσθονίας άτομα που έχουν απολυθεί από τον δημόσιο τομέα λόγω πειθαρχικού παραπτώματος άτομα που έχουν κηρύξει πτώχευση άτομα των οποίων οι επαγγελματικές δραστηριότητες ως ελεγκτών τερματίστηκαν, με εξαίρεση την περίπτωση που αυτό συνέβη βάσει αίτησης του ελεγκτή άτομα των οποίων το δικαίωμα να εργάζονται ως σύμβουλοι σε θέματα διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας έχει αρθεί, με εξαίρεση την περίπτωση που αυτό συνέβη βάσει αίτησης του συμβούλου σε θέματα διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας άτομα που έχουν καθαιρεθεί από το αξίωμα του δικαστή λόγω ακαταλληλότητας για τη συγκεκριμένη θέση, για τρία χρόνια μετά τον διορισμό τους στο δικαστικό αξίωμα.

Οι βοηθοί δικαστές διορίζονται μέσω ανοιχτού διαγωνισμού.

Οι προϋποθέσεις που ισχύουν για τους βοηθούς δικαστές ορίζονται στον Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυρονόμο περί δικαστηρίων.

Δικαστικός υπάλληλος είναι υπάλληλος του δικαστηρίου που συμμετέχει, είτε αυτόνομα είτε υπό την εποπτεία δικαστή, στην προετοιμασία και στον χειρισμό υποθέσεων στον βαθμό που προβλέπεται από τον νόμο που διέπει τις δικαστικές διαδικασίες. Ο δικαστικός υπάλληλος έχει την εξουσία να εκτελεί τις ίδιες πράξεις και να λαμβάνει τις ίδιες αποφάσεις με τον βοηθό δικαστή ή άλλο δικαστικό λειτουργό σύμφωνα με τον νόμο που διέπει τις δικαστικές διαδικασίες. Ο δικαστικός υπάλληλος ενεργεί ανεξάρτητα κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του, αλλά πρέπει να συμμορφώνεται προς τις υποδείξεις των δικαστών στον βαθμό που ορίζεται από τον νόμο.

Οι απαιτήσεις που δεσμεύουν τους δικαστικούς υπαλλήλους είναι οι ίδιες με εκείνες που δεσμεύουν τους βοηθούς δικαστές. Οι κενές θέσεις δικαστικών υπαλλήλων καλύπτονται με τη διενέργεια δημόσιων διαγωνισμών.

Δικαστικός υπάλληλος δεν μπορεί να διοριστεί: άτομο που έχει τιμωρηθεί για τέλεση ποινικού αδικήματος με πρόθεση άτομο που έχει τιμωρηθεί για τέλεση αδικήματος εναντίον του κράτους με πρόθεση, ανεξάρτητα από το εάν τα στοιχεία της καταδίκης έχουν διαγραφεί άτομο που έχει απολέσει το δικαίωμα να εργάζεται ως δικαστικός υπάλληλος δυνάμει δικαστικής απόφασης με νομική ισχύ άτομο που είναι πλησιέστερος συγγενής ή σύντροφος προσώπου που έχει υπό την άμεση εποπτεία του δικαστικό υπάλληλο.

Πέραν των δικαστικών υπαλλήλωνPDF(371 Kb)en και των βοηθών δικαστώνPDF(373 Kb)en, στους λειτουργούς των δικαστηρίων περιλαμβάνονται επίσης οι διευθυντές δικαστηρίωνPDF(367 Kb)en και οι γραμματείς δικαστικών συνεδριάσεωνPDF(364 Kb)en.

Συνήγοροι

Στους συνηγόρους περιλαμβάνονται οι δικηγόροι και οι βοηθοί τους.

Οι συνήγοροι είναι μέλη του Εσθονικού Δικηγορικού Συλλόγου και η δραστηριότητά τους διέπεται από τον νόμο περί δικηγορικού συλλόγου. Όποιος πληροί τις προϋποθέσεις που ορίζει ο νόμος περί δικηγορικού συλλόγου και έχει υποβληθεί με επιτυχία στις εξετάσεις για την απόκτηση άδειας άσκησης επαγγέλματος δικηγόρου μπορεί να γίνει μέλος του Εσθονικού Δικηγορικού Συλλόγου.

Ο Εσθονικός Δικηγορικός Σύλλογος είναι αυτοδιοικούμενο επαγγελματικό σωματείο το οποίο έχει συσταθεί για την παροχή νομικών υπηρεσιών προς εξυπηρέτηση του ιδιωτικού και δημόσιου συμφέροντος και την προάσπιση των επαγγελματικών δικαιωμάτων των δικηγόρων. Ο Εσθονικός Δικηγορικός Σύλλογος παρακολουθεί τις επαγγελματικές δραστηριότητες των μελών του και τη συμμόρφωσή τους προς την επαγγελματική δεοντολογία. Ο Εσθονικός Δικηγορικός Σύλλογος οργανώνει επίσης την επαγγελματική κατάρτιση των ασκούμενων δικηγόρων και την παροχή κρατικής νομικής αρωγής. Ο Εσθονικός Δικηγορικός Σύλλογος διασφαλίζει διά των μελών του την παροχή κρατικής νομικής αρωγής.

Ο Εσθονικός Δικηγορικός Σύλλογος ενεργεί μέσω των οργάνων του. Στα όργανα αυτά περιλαμβάνεται η γενική συνέλευση, το διοικητικό συμβούλιο, ο πρόεδρος, η εξελεγκτική επιτροπή, το πειθαρχικό συμβούλιο και η επιτροπή αξιολόγησης επαγγελματικής καταλληλότητας.

Οι δικηγόροι νομιμοποιούνται:

  • να εκπροσωπούν και να υπερασπίζουν πελάτες ενώπιον δικαστηρίου και στις προδικαστικές και λοιπές διαδικασίες τόσο στην Εσθονία όσο και στην αλλοδαπή
  • να συγκεντρώνουν αποδεικτικά στοιχεία
  • να επιλέγουν κατά βούληση και να χρησιμοποιούν νόμιμα μέσα και ενέργειες κατά την παροχή νομικών υπηρεσιών
  • να εξασφαλίζουν από τις εθνικές και τοπικές αρχές τις πληροφορίες που είναι αναγκαίες για την παροχή νομικών υπηρεσιών, να έχουν πρόσβαση σε έγγραφα και σε αντίγραφα ή αποσπάσματα αυτών, εκτός εάν η πρόσβαση στις εν λόγω πληροφορίες ή έγγραφα δεν επιτρέπεται στους δικηγόρους βάσει νόμου
  • να επεξεργάζονται προσωπικά δεδομένα ατόμων εκτός των πελατών τους τα οποία περιήλθαν στην κατοχή τους βάσει σύμβασης ή νομικής πράξης, συμπεριλαμβανομένων των ευαίσθητων προσωπικών δεδομένων, χωρίς τη συναίνεση των ατόμων αυτών, εφόσον αυτό κρίνεται αναγκαίο για την παροχή των νομικών υπηρεσιών
  • να βεβαιώνουν τη γνησιότητα των υπογραφών και των αντιγράφων που κατατίθενται στο δικαστήριο και σε άλλους επίσημους φορείς στο πλαίσιο των νομικών υπηρεσιών που παρέχουν στον πελάτη
  • να αναλαμβάνουν ρόλο διαιτητή ή διαμεσολαβητή στο πλαίσιο της διαδικασίας που ορίζεται από τον νόμο περί φιλικής επίλυσης διαφορών
  • να ενεργούν ως σύνδικοι πτωχεύσεως, εφόσον είναι μέλη του Συλλόγου.

Οι βοηθοί δικηγόροι έχουν τα δικαιώματα του δικηγόρου εντός των ορίων που θέτει ο νόμος.

Οι βοηθοί δικηγόροι δεν έχουν δικαίωμα να αναλαμβάνουν ρόλο διαιτητή ή διαμεσολαβητή στο πλαίσιο της διαδικασίας που ορίζεται στον νόμο περί φιλικής επίλυσης διαφορών. Δεν έχουν δικαίωμα να εκπροσωπούν ή να υπερασπίζονται πελάτες στο Ανώτατο Δικαστήριο, εκτός αν ο νόμος προβλέπει διαφορετικά. Οι βοηθοί δικηγόροι δεν έχουν δικαίωμα να ενεργούν ως σύνδικοι πτωχεύσεως.

Οι βοηθοί δικηγόροι μπορούν να παρέχουν νομικές υπηρεσίες μόνον υπό την εποπτεία του προϊσταμένου τους, που είναι δικηγόρος.

Κατά την παροχή νομικών υπηρεσιών, ο δικηγόρος ενεργεί ανεξάρτητα και σύμφωνα με τον νόμο, τις νομικές πράξεις και αποφάσεις των οργάνων του Εσθονικού Δικηγορικού Συλλόγου, τα κριτήρια επαγγελματικής δεοντολογίας των δικηγόρων, την ορθή πρακτική και τη συνείδησή του.

Οι πληροφορίες που περιέρχονται σε γνώση του δικηγόρου είναι εμπιστευτικές. Απαγορεύεται να υποβάλλονται ερωτήσεις ή να ζητούνται εξηγήσεις από δικηγόρο, υπάλληλο του Δικηγορικού Συλλόγου ή υπάλληλο δικηγορικού γραφείου που εξετάζεται ως μάρτυρας για θέματα τα οποία υπέπεσαν στην αντίληψή του κατά την παροχή νομικών υπηρεσιών.

Τα μέσα αποθήκευσης δεδομένων που σχετίζονται με την παροχή νομικών υπηρεσιών από δικηγόρο είναι απαραβίαστα.

Η εκτέλεση από δικηγόρο των επαγγελματικών καθηκόντων του δεν μπορεί να οδηγεί σε ταύτισή του με πελάτη ή με δικαστική υπόθεση πελάτη.

Απαγορεύεται η κράτηση, η διενέργεια έρευνας ή η προφυλάκιση δικηγόρου για λόγους που απορρέουν από τις επαγγελματικές του δραστηριότητες, εκτός εάν θεμελιώνεται με απόφαση δικαστηρίου που λειτουργεί σε επίπεδο περιφερειακό ή σε επίπεδο πόλεως. Απαγορεύεται η διενέργεια έρευνας σε δικηγορικό γραφείο μέσω του οποίου ένας δικηγόρος παρέχει νομικές υπηρεσίες για λόγους που απορρέουν από τις επαγγελματικές δραστηριότητες του δικηγόρου.

Κατάλογοι δικηγόρων και δικηγορικών γραφείων, καθώς και άλλες χρήσιμες πληροφορίες, διατίθενται μέσω του δικτυακού τόπου του Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροΕσθονικού Δικηγορικού Συλλόγου. Εξάλλου, η λειτουργία «εξεύρεση δικηγόρου» καθιστά δυνατή την εξεύρεση δικηγόρου σε ολόκληρη την Ευρωπαϊκή Ένωση.

Νομικές βάσεις δεδομένων

Δεν υπάρχουν βάσεις δεδομένων πέραν των προαναφερθεισών.

Νομικοί σύμβουλοι

Οι επαγγελματικές δραστηριότητες των νομικών συμβούλων δεν ρυθμίζονται από τη νομοθεσία στην Εσθονία.

Συμβολαιογράφοι

Οργάνωση

Όλοι οι συμβολαιογράφοι στην Εσθονία έχουν ίσες αρμοδιότητες. Το επάγγελμα του συμβολαιογράφου ρυθμίζεται από τον Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυρονόμο περί συμβολαιογράφων. Τόσο το Υπουργείο Δικαιοσύνης όσο και ο Συμβολαιογραφικός Σύλλογος έχουν αρμοδιότητα για τη ρύθμιση και τη διαχείριση των επαγγελματικών δραστηριοτήτων των συμβολαιογράφων. Ο Συμβολαιογραφικός Σύλλογος είναι νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου και όλοι όσοι διορίζονται στο αξίωμα του συμβολαιογράφου αποτελούν μέλη του. Τα καθήκοντά του περιλαμβάνουν την εποπτεία των συμβολαιογράφων σε ό,τι αφορά την ορθή και ευσυνείδητη εκτέλεση των επαγγελματικών δραστηριοτήτων τους, την εναρμόνιση των επαγγελματικών δραστηριοτήτων των συμβολαιογράφων, τη διοργάνωση δράσεων επιμόρφωσης για τους συμβολαιογράφους, την οργάνωση της υπηρεσίας υποψηφίων, τη διαχείριση και ανάπτυξη του ηλεκτρονικού συστήματος πληροφοριών σχετικά με τους συμβολαιογράφους και την παροχή συνδρομής στον Υπουργό Δικαιοσύνης ως προς τις εποπτικές του δραστηριότητες κ.λπ. Πληροφορίες σχετικά με τους συμβολαιογράφους και τα καθήκοντά τους διατίθενται στον δικτυακό τόπο του Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροΣυμβολαιογραφικού Συλλόγου

Αποστολή και καθήκοντα

Ο συμβολαιογράφος είναι κάτοχος αξιώματος που διέπεται από το δημόσιο δίκαιο. Ο συμβολαιογράφος εξουσιοδοτείται από το κράτος να πιστοποιεί, κατόπιν αιτήματος κάποιου προσώπου, γεγονότα και πράξεις νομικής σημασίας, καθώς και να προβαίνει σε άλλες συμβολαιογραφικές πράξεις που αποβλέπουν στην ασφάλεια δικαίου.

Οι συμβολαιογράφοι πρέπει να είναι αμερόληπτοι, άξιοι εμπιστοσύνης και ανεξάρτητοι κατά την άσκηση των δραστηριοτήτων τους. Οφείλουν να εξακριβώνουν τις πραγματικές προθέσεις των συμβαλλόμενων μερών μιας πράξης και τις συνθήκες που απαιτούνται για την ορθή σύναψη μιας πράξης, καθώς και να εξηγούν στα συμβαλλόμενα μέρη τους διαφορετικούς τρόπους σύναψης της πράξης και τις συνέπειές της.

Οι συμβολαιογράφοι εκτελούν τις ακόλουθες συμβολαιογραφικές πράξεις κατόπιν σχετικού αιτήματος:

  • παρέχουν συμβολαιογραφική πιστοποίηση (διαφόρων ειδών συμβολαίων, πράξεων εξουσιοδότησης, διαθηκών) και συμβολαιογραφική βεβαίωση γνησιότητας (αντιγράφων, υπογραφών, εκτυπώσεων κλπ.)
  • διευθετούν ζητήματα κληρονομιών
  • εκδίδουν βεβαιώσεις σχετικά με τη σύνταξη συμβολαιογραφικών εγγράφων προς εκτέλεση στην Εσθονία [που πρέπει να εκτελεστούν στην Εσθονία και είναι σύμφωνα με τα πρότυπα έντυπα που καθορίζονται από το παράρτημα VI του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 44/2001 του Συμβουλίου για τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις (ΕΕ L 12 της 16.1.2001, σ. 1-23)]
  • ακυρώνουν έγγραφα εξουσιοδότησης σύμφωνα με τον νόμο περί συμβολαιογραφικής επικύρωσης
  • κηρύσσουν εκτελεστές συμφωνίες που έχουν συναφθεί μέσω δικηγόρου σε ρόλο διαμεσολαβητή ή μέσω άλλου συμβολαιογράφου
  • εκδίδουν πιστοποιητικά (apostille)
  • κατόπιν αιτήματος νομικών προσώπων, υποβάλλουν τις ετήσιες οικονομικές εκθέσεις τους στο δικαστήριο που τηρεί το σχετικό μητρώο
  • βεβαιώνουν πράξεις γάμου και διαζυγίου και προετοιμάζουν καταχωρίσεις γάμου και διαζυγίου
  • δέχονται καταθέσεις χρημάτων, χρεογράφων και εγγράφων
  • παρέχουν πρόσβαση στο κτηματολόγιο ή στους φακέλους ή σε έγγραφα που τηρούνται σε αυτό
  • υποβάλλουν κοινοποιήσεις και αιτήσεις κατόπιν αιτήματος επιχείρησης, παραλαμβάνουν έγγραφα ή άλλες πληροφορίες από οικονομικές διοικητικές αρχές και επιδίδουν διοικητικές πράξεις σε επιχειρήσεις
  • καταχωρίζουν πληροφορίες στο μητρώο, κατόπιν αιτήματος επιχείρησης.

Ο πελάτης οφείλει να καταβάλει στον συμβολαιογράφο τη νόμιμη αμοιβή για τις εν λόγω πράξεις.

Οι συμβολαιογράφοι μπορούν να παρέχουν τις ακόλουθες επίσημες υπηρεσίες:

  • νομική συμβουλή εκτός της διαδικασίας πιστοποίησης
  • παροχή συμβουλών σε θέματα φορολογικού δικαίου και αλλοδαπού δικαίου, στο πλαίσιο ή και ανεξαρτήτως διαδικασίας πιστοποίησης
  • υπηρεσίες διαμεσολάβησης σύμφωνα με τον νόμο περί φιλικής επίλυσης διαφορών
  • υπηρεσίες διαιτησίας βάσει του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας
  • διενέργεια πλειστηριασμών, ψηφοφοριών, λαχειοφόρων αγορών και κληρώσεων και έλεγχος των αποτελεσμάτων
  • ένορκες καταθέσεις και βεβαίωση της γνησιότητας ένορκων βεβαιώσεων
  • αποστολή αιτήσεων και κοινοποιήσεων που δεν σχετίζονται με επίσημα καθήκοντα και έκδοση βεβαιώσεων για την αποστολή ή την αδυναμία αποστολής τους
  • αποδοχή καταθέσεων χρημάτων (εξαιρουμένων των μετρητών), χρεογράφων, εγγράφων και άλλων στοιχείων, εφόσον δεν πρόκειται για συμβολαιογραφική πράξη ή για επίσημο καθήκον που απορρέει από συμβολαιογραφική πράξη
  • πιστοποίηση της ακρίβειας μεταφράσεων εγγράφων από ξένη γλώσσα προς τα εσθονικά έως το 2020 (από το 2015 και εφεξής μόνο οι ορκωτοί μεταφραστές νομιμοποιούνται να εκπονούν επίσημες μεταφράσεις από τα εσθονικά προς ξένη γλώσσα, ενώ από το 2020 και εφεξής μόνο οι ορκωτοί μεταφραστές θα νομιμοποιούνται να εκπονούν επίσημες μεταφράσεις από ξένη γλώσσα προς τα εσθονικά)
  • παροχή απαντήσεων σε αιτήματα διευκρινήσεων που υποβάλλουν επιχειρήσεις.

Πληροφορίες σχετικά με τις επίσημες υπηρεσίες που παρέχονται από συμβολαιογράφους διατίθενται στον δικτυακό τόπο του Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροΣυμβολαιογραφικού Συλλόγου. Οι αμοιβές για τις συμβολαιογραφικές υπηρεσίες αποτελούν αντικείμενο συμφωνίας μεταξύ του πελάτη και του συμβολαιογράφου πριν από την παροχή της υπηρεσίας.

Άλλα νομικά επαγγέλματα

Δικαστικοί επιμελητές

Στην Εσθονία, το επάγγελμα του δικαστικού επιμελητή υπάγεται στα ελευθέρια επαγγέλματα: οι δικαστικοί επιμελητές ενεργούν για λογαριασμό τους και φέρουν ευθύνη για τις πράξεις τους. Οι δικαστικοί επιμελητές οφείλουν να είναι αμερόληπτοι και υπεύθυνοι κατά την άσκηση των καθηκόντων τους. Οι επίσημες δραστηριότητες των δικαστικών επιμελητών ρυθμίζονται από τον Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυρονόμο περί δικαστικών επιμελητών.

Μια κοινή επαγγελματική οργάνωση για τους δικαστικούς επιμελητές και τους συνδίκους πτωχεύσεως, ο Σύλλογος Δικαστικών Επιμελητών και Συνδίκων Πτωχεύσεως (στο εξής ο «Σύλλογος), λειτουργεί από τον Ιανουάριο του 2010. Οι επίσημες δραστηριότητες των δικαστικών επιμελητών, η εποπτεία τους, η πειθαρχική ευθύνη τους και οι δραστηριότητες του επαγγελματικού σωματείου τους διέπονται από τον νόμο περί δικαστικών επιμελητών. Αποστολή του Συλλόγου είναι η ανάπτυξη και προώθηση των ελευθέριων νομικών επαγγελμάτων, συμπεριλαμβανομένης της προαγωγής και παρακολούθησης της συμμόρφωσης προς την ορθή επίσημη και επαγγελματική πρακτική, η εκπόνηση συστάσεων για την εναρμόνιση των επαγγελματικών δραστηριοτήτων, η οργάνωση δράσεων επιμόρφωσης, η ανάπτυξη πληροφοριακών συστημάτων κλπ. Ο Σύλλογος διαθέτει επίσης πειθαρχικό συμβούλιο. Περαιτέρω πληροφορίες σχετικά με τις δραστηριότητες του Συλλόγου διατίθενται στον Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροδικτυακό τόπο του.

Τα επαγγελματικά καθήκοντα του δικαστικού επιμελητή είναι:

1. η εφαρμογή των διαδικασιών αναγκαστικής εκτέλεσης σύμφωνα με τον κώδικα διαδικασίας αναγκαστικής εκτέλεσης

2. η επίδοση εγγράφων σύμφωνα με τους κώδικες δικονομίας

3. η απογραφή κληρονομιαίων περιουσιών και η διαχείριση κληρονομιαίων περιουσιών σύμφωνα με τον νόμο περί κληρονομικού δικαίου

4. η διενέργεια, στις περιπτώσεις που προβλέπονται από τον νόμο και σύμφωνα με τη νόμιμη διαδικασία, πλειστηριασμών εκτός της διαδικασίας αναγκαστικής εκτέλεσης κατόπιν αιτήματος δικαστηρίου ή διοικητικού φορέα.

Η αμοιβή του δικαστικού επιμελητή για την εκτέλεση των ανωτέρω επίσημων καθηκόντων ορίζεται στον νόμο περί δικαστικών επιμελητών.

Οι επίσημες υπηρεσίες που παρέχονται από δικαστικούς επιμελητές είναι οι εξής:

Κατόπιν αιτήματος προσώπου, οι δικαστικοί επιμελητές μπορούν να παρέχουν τις ακόλουθες ως επίσημες υπηρεσίες:

1. διενέργεια πλειστηριασμών κινητών και ακινήτων περιουσιακών στοιχείων

2. επίδοση εγγράφων

3. παροχή νομικών συμβουλών και σύνταξη νομικών εγγράφων, εφόσον το επίπεδο κατάρτισής τους πληροί τους όρους του άρθρου 47(1)(1) του νόμου περί δικαστηρίων.

Οι δικαστικοί επιμελητές δικαιούνται να αρνηθούν να παράσχουν ορισμένη επαγγελματική υπηρεσία.

Οι όροι για την παροχή επαγγελματικών υπηρεσιών και τη διαδικασία καταβολής της αμοιβής συμφωνούνται εγγράφως με το πρόσωπο που ζητά την παροχή της υπηρεσίας. Οι όροι και η αμοιβή που συμφωνούνται πρέπει να συνάδουν προς την ορθή επαγγελματική πρακτική.

Κατά την παροχή επαγγελματικών υπηρεσιών, οι δικαστικοί επιμελητές δεν επιτρέπεται να ασκούν τα δικαιώματα που παρέχονται στους δικαστικούς επιμελητές κατά νόμο για την εκτέλεση των επαγγελματικών τους υποχρεώσεων ή τα οποία απορρέουν από τη θέση τους.

Πληροφορίες σχετικά με τις υπηρεσίες που παρέχουν οι δικαστικοί επιμελητές διατίθενται στον Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροδικτυακό τόπο του Συλλόγου. Η παροχή επίσημων υπηρεσιών συμφωνείται εγγράφως με το πρόσωπο που αιτείται την υπηρεσία πριν από την παροχή της υπηρεσίας.

Η κρατική εποπτεία των επίσημων καθηκόντων των δικαστικών επιμελητών ανήκει στο Υπουργείο Δικαιοσύνης.

Ο δικαστικοί επιμελητές ευθύνονται για κάθε ζημιά που προκάλεσαν παράνομα κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους, περιλαμβανομένης κάθε ζημιάς που τυχόν προκάλεσε υπάλληλος του γραφείου τους. Σε περίπτωση που αξίωση αποζημίωσης για ζημιά που προκλήθηκε από επαγγελματική πράξη δικαστικού επιμελητή δεν μπορεί να ικανοποιηθεί, ή δεν μπορεί να ικανοποιηθεί πλήρως, από την περιουσία του δικαστικού επιμελητή ή άλλου προσώπου που ευθύνεται για τη ζημιά, για την αποκατάσταση της ζημιάς ευθύνεται ο Σύλλογος. Σε έσχατη ανάγκη, την ευθύνη για τις ενέργειες του δικαστικού επιμελητή καλείται να αναλάβει το Δημόσιο. Τόσο ο Σύλλογος όσο και το Δημόσιο διαθέτουν δικαίωμα αναγωγής κατά του προσώπου που ευθύνεται για τη ζημιά, ενώ το Δημόσιο διαθέτει, επίσης, δικαίωμα αναγωγής κατά του Συλλόγου.

Σύνδικοι πτωχεύσεως

Ο σύνδικος πτωχεύσεως είναι ένα πρόσωπο διορισμένο από το δικαστήριο το οποίο, στο πλαίσιο της αποστολής του, διενεργεί συναλλαγές και άλλες πράξεις που σχετίζονται με μια πτωχευτική περιουσία και εκπροσωπεί τον οφειλέτη ενώπιον δικαστηρίου σε διαφορές που αφορούν την πτωχευτική περιουσία. Κύρια υποχρέωση του συνδίκου πτωχεύσεως είναι η προάσπιση των δικαιωμάτων και των συμφερόντων του συνόλου των πιστωτών και του οφειλέτη και η διασφάλιση μιας νόμιμης, ταχείας και οικονομικά εύλογης πτωχευτικής διαδικασίας. Ο σύνδικος πτωχεύσεως εκτελεί τα καθήκοντά του προσωπικά. Οι δικηγόροι, οι ανεξάρτητοι ορκωτοί ελεγκτές, οι δικαστικοί επιμελητές και πρόσωπα εξουσιοδοτημένα από τον Σύλλογο να ενεργούν ως σύνδικοι μπορούν να ενεργούν ως σύνδικοι πτωχεύσεως. Κατάλογος των συνδίκων πτωχεύσεως τηρείται από τον Σύλλογο. Ο κατάλογος περιλαμβάνει τα στοιχεία όλων όσοι μπορούν να ενεργούν ως σύνδικοι πτωχεύσεως και διατίθεται στο κοινό από τον δικτυακό τόπο του Συλλόγου. Οι σύνδικοι που καταχωρίζονται στον κατάλογο υποχρεούνται να διασφαλίζουν ότι τα στοιχεία είναι ακριβή.

Τα κύρια καθήκοντα του συνδίκου πτωχεύσεως είναι:

1) η εξακρίβωση των απαιτήσεων των πιστωτών, η διαχείριση της πτωχευτικής περιουσίας, η οργάνωση της συγκρότησης και της πώλησης της περιουσίας, καθώς και η ικανοποίηση των απαιτήσεων των πιστωτών από την περιουσία

2) η διαπίστωση των αιτίων και της ημερομηνίας πτωχεύσεως του οφειλέτη

3) η διασφάλιση, όπου χρειάζεται, της συνέχισης των επιχειρηματικών δραστηριοτήτων του οφειλέτη

4) η εκκαθάριση, όπου χρειάζεται, του οφειλέτη, αν ο οφειλέτης είναι νομικό πρόσωπο

5) η παροχή πληροφοριών στους πιστωτές και στον οφειλέτη στις περιπτώσεις που ορίζεται από τον νόμο

6) η υποβολή εκθέσεων για τις δραστηριότητές του και η παροχή πληροφοριών σχετικά με τις πτωχευτικές διαδικασίες στο δικαστήριο, τον αρμόδιο επόπτη και την επιτροπή πτωχεύσεων.

Η διοικητική εποπτεία των δραστηριοτήτων των συνδίκων πτωχεύσεως ανήκει στο Υπουργείο Δικαιοσύνης και στηρίζεται σε καταγγελίες ή άλλα στοιχεία που διαβιβάζονται στο Υπουργείο Δικαιοσύνης σε σχέση με έναν σύνδικο, βάσει των οποίων δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν ο εν λόγω σύνδικος ανταποκρίθηκε ως όφειλε στις υποχρεώσεις του. Το Υπουργείο Δικαιοσύνης έχει δικαίωμα, κατά την παρακολούθηση των δραστηριοτήτων ενός συνδίκου, να ελέγχει αν οι επαγγελματικές δραστηριότητες του συνδίκου είναι αρμόζουσες και σύννομες. Ο Υπουργός Δικαιοσύνης δύναται να αναλάβει πειθαρχική δράση εναντίον συνδίκου για μη συμμόρφωση προς τις υποχρεώσεις που απορρέουν από τις νομικές πράξεις οι οποίες καθορίζουν τις επαγγελματικές δραστηριότητες των συνδίκων πτωχεύσεως. Ο Υπουργός Δικαιοσύνης δεν δύναται να αναλάβει πειθαρχική δράση εναντίον δικηγόρων που ενεργούν ως σύνδικοι πτωχεύσεως. Ωστόσο, ο Υπουργός διατηρεί το δικαίωμα να κινεί τις διαδικασίες πειθαρχικού συμβουλίου στον Δικηγορικό Σύλλογο.

Εκτός της διοικητικής εποπτείας, οι δραστηριότητες των συνδίκων πτωχεύσεως παρακολουθούνται και από την επιτροπή πτωχεύσεων, τη γενική συνέλευση των πιστωτών, το δικαστήριο και τον Σύλλογο, εντός των ορίων των αρμοδιοτήτων τους.

Σχετικοί σύνδεσμοι

Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροΥπουργείο Δικαιοσύνης

Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροΈνωση Δικηγόρων Εσθονίας, μη κερδοσκοπική οργάνωση

Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροΓραφείο Νομικών Υπηρεσιών, ίδρυμα

Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροΕσθονικός Δικηγορικός Σύλλογος

Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροΕισαγγελία

Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροΣύλλογος Συμβολαιογράφων

Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροΣύλλογος Δικαστικών Επιμελητών και Συνδίκων Πτωχεύσεως


Την έκδοση αυτής της σελίδας στην εθνική γλώσσα διαχειρίζεται το εκάστοτε κράτος μέλος. Οι μεταφράσεις έχουν γίνει από την αρμόδια υπηρεσία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Οι τυχόν αλλαγές που επιφέρει η αρμόδια εθνική αρχή στο πρωτότυπο ενδέχεται να μην έχουν περιληφθεί ακόμα στις μεταφράσεις. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή δεν αναλαμβάνει καμία ευθύνη όσον αφορά τις πληροφορίες ή τα στοιχεία που περιλαμβάνονται ή για τα οποία γίνεται λόγος στο παρόν έγγραφο. Βλ. την ανακοίνωση νομικού περιεχομένου για τους κανόνες πνευματικής ιδιοκτησίας που ισχύουν στο κράτος μέλος που είναι αρμόδιο για την παρούσα σελίδα.

Τελευταία επικαιροποίηση: 03/08/2017

Νομικά επαγγέλματα - Ιρλανδία

Η γλωσσική έκδοση που βλέπετε τώρα βρίσκεται στο στάδιο της μετάφρασης.
Υπάρχει ήδη μετάφραση στις ακόλουθες γλώσσες: αγγλικά

Στην παρούσα σελίδα παρέχεται μια επισκόπηση των νομικών επαγγελμάτων στην Ιρλανδία.


Νομικά επαγγέλματα

Νομικά επαγγέλματα – Εισαγωγή

Η δικαστική εξουσία του κράτους ασκείται από το δικαστικό σώμα σύμφωνα με το άρθρο 34 του Συντάγματος και ορισμένους άλλους νόμους, κυρίως τον νόμο περί δικαστηρίων του 1961 (θεσμοθέτηση και σύσταση) και τον νόμο περί δικαστηρίων του 1961 (συμπληρωματικές διατάξεις), όπως τροποποιήθηκε. Οι δικαστές διορίζονται μεταξύ υποψηφίων αιτούντων που ασκούν κάποιο από τα νομικά επαγγέλματα. Κατά την τέλεση των καθηκόντων τους είναι πλήρως ανεξάρτητοι. Η ανεξαρτησία αυτή κατοχυρώνεται στο Σύνταγμα. Το νομικό επάγγελμα ασκούν οι solicitors (νομικοί σύμβουλοι οι οποίοι παρέχουν ως επί το πλείστον υπηρεσίες που απευθύνονται απευθείας στον πελάτη) και oι barristers (δικηγόροι οι οποίοι ειδικεύονται στην επίλυση διαφορών).

1. Δικαστές

Το Γνωμοδοτικό Συμβούλιο δικαστικών διορισμών (Judicial Appointments Advisory Board) εξετάζει την καταλληλότητα των υποψηφίων δικαστικών λειτουργών και εισηγείται σχετικά στην κυβέρνηση. Το Γνωμοδοτικό Συμβούλιο δικαστικών διορισμών (JAAB) συστάθηκε σύμφωνα με το νόμο περί δικαστηρίων και δικαστικών υπαλλήλων του 1995. Το Συμβούλιο απαρτίζεται από τον Πρόεδρο του Ανωτάτου Δικαστηρίου (Chief Justice), τους Προέδρους των Ανωτέρου Δικαστηρίου (High Court), Κομητειακού Δικαστηρίου (Circuit Court ) και Περιφερειακού Δικαστηρίου (District Court), τον Γενικό Εισαγγελέα, διορισμένους εκπροσώπους του Συμβουλίου του Δικηγορικού Συλλόγου (Bar Council) και της Νομικής Εταιρείας (Law Society) και από τρεις εντεταλμένους του υπουργού Δικαιοσύνης και Μεταρρύθμισης Δικαίου. Οι δικαστές διορίζονται από τον Πρόεδρο, κατόπιν προτάσεως της κυβέρνησης. Τα μέλη του δικαστικού σώματος είναι ανεξάρτητα και υπακούουν μόνον στο Σύνταγμα και στους νόμους. Σύμφωνα με το Σύνταγμα, ο αριθμός των δικαστών καθορίζεται δια νόμου σε τακτά διαστήματα.

Το Ανώτατο Δικαστήριο (Supreme Court) απαρτίζεται από τον Πρόεδρό του (Chief Justice), και επτά τακτικούς δικαστές που φέρουν τον τίτλο του «Judge of the Supreme Court». Ο Πρόεδρος του Ανωτέρου Δικαστηρίου (High Court) είναι επίσης ex officio μέλος του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Το Ανώτερο Δικαστήριο απαρτίζεται από τον Πρόεδρό του, που είναι αρμόδιος για τη γενική οργάνωση των εργασιών του, και από τακτικούς δικαστές, που φέρουν τον τίτλο του «Judge of the High Court». Ο Πρόεδρος του Ανωτάτου Δικαστηρίου και ο Πρόεδρος του Κομητειακού Δικαστηρίου (Circuit Court) είναι επίσης ex officio μέλη του Ανωτέρου Δικαστηρίου. Το Ανώτερο Δικαστήριο απαρτίζεται από Πρόεδρο και 35 δικαστές. Το Κομητειακό Δικαστήριο απαρτίζεται από τον Πρόεδρό του και από τακτικούς δικαστές που φέρουν τον τίτλο του «Judge of the Circuit Court». Ο Πρόεδρος του Περιφερειακού Δικαστηρίου (District Court) είναι επίσης, ex officio, μέλος του Κομητειακού Δικαστηρίου. Το Περιφερειακό Δικαστήριο απαρτίζεται από τον Πρόεδρό του και από άλλους δικαστές που φέρουν τον τίτλο του «Judge of the District Court». Οι μισθοί των δικαστών καθορίζονται ανά τακτά διαστήματα με νομοθετική πράξη.

Οι δικαστές επιλέγονται μεταξύ πεπειραμένων επαγγελματιών νομικών (solicitors ή barristers) με ορισμένο αριθμό ετών μάχιμης δικηγορίας (όχι έρευνας). Για το Περιφερειακό Δικαστήριο, το άρθρο 29 παράγραφος 2 του νόμου περί δικαστηρίων του 1961 (συμπληρωματικές διατάξεις), προβλέπει ότι είναι ικανοί προς διορισμό ως δικαστές του δικαστηρίου αυτού, όσοι έχουν ασκήσει τη δικηγορία ως barristers ή ως solicitors επί διάστημα δέκα ετών τουλάχιστον. Το άρθρο 30 του νόμου περί δικαστηρίων και δικαστικών υπαλλήλων του 1995, προβλέπει ότι ένας barrister ή solicitor με δεκαετή εμπειρία δύναται να διοριστεί ως δικαστής στο Κομητειακό Δικαστήριο. Ο νόμος περί δικαστηρίων και δικαστικών υπαλλήλων του 2002, προβλέπει ότι ικανός προς διορισμό στο Ανώτερο ή στο Ανώτατο Δικαστήριο είναι ο barrister ή ο solicitor που έχει ασκήσει το επάγγελμα επί 12 τουλάχιστον έτη. Όπως προαναφέρεται, οι δικαστές διαθέτουν ανεξαρτησία, κατά το ότι υπακούουν μόνον στο Σύνταγμα και στους νόμους, και όταν αναλαμβάνουν καθήκοντα προβαίνουν στην ακόλουθη δήλωση, σύμφωνα με το άρθρο 34.5.1 του Συντάγματος:

«Παρουσία του Παντοδύναμου, υπόσχομαι και δηλώνω πανηγυρικά και ειλικρινά ότι θα εκτελώ ευσυνείδητα και πιστά και με όλες τις γνώσεις και δυνάμεις μου τα καθήκοντα του Προέδρου του Ανωτάτου Δικαστηρίου (ή των άλλων αξιωμάτων) χωρίς φόβο ή εύνοια, πάθος ή κακοβουλία έναντι οποιουδήποτε, και ότι θα τηρώ το Σύνταγμα και τους νόμους. Ο Θεός να με οδηγεί και να με στηρίζει.»

Σύμφωνα με το Σύνταγμα, οι δικαστές του Ανωτέρου και του Ανωτάτου Δικαστηρίου δεν απαλλάσσονται των καθηκόντων τους παρά μόνο σε περίπτωση αποδεδειγμένης απρεπούς συμπεριφοράς ή ανικανότητας και αυτό μόνο μετά από την έγκριση ψηφισμάτων εκ μέρους και των δύο Σωμάτων του Κοινοβουλίου (Oireachtas). Ο νόμος περί δικαστηρίων του 1924 και ο νόμος περί δικαστηρίων (Περιφερειακό Δικαστήριο) του 1946 περιέχουν παρόμοιες κανονιστικές διατάξεις για τους δικαστές του Κομητειακού και του Περιφερειακού Δικαστηρίου.

2. Ο Γενικός Εισαγγελέας και ο Διευθυντής της Εισαγγελίας

Ο Γενικός Εισαγγελέας (Attorney General) είναι «ο σύμβουλος της κυβέρνησης σε θέματα νομοθεσίας και νομικής γνωμοδότησης» όπως προβλέπεται από το άρθρο 30 του Συντάγματος. Ο Γενικός Εισαγγελέας διορίζεται από τον Πρόεδρο κατόπιν υποδείξεως του Πρωθυπουργού (Taoiseach) και υποχρεούται να παραιτηθεί όταν λήξει η θητεία του πρωθυπουργού που τον επέλεξε. Ο Γενικός Εισαγγελέας είναι κατά κανόνα εν ενεργεία δικηγόρος (barrister) με πολυετή πείρα (Senior Counsel). Δεν υπάρχει κανόνας βάσει του οποίου να απαιτείται από τον Γενικό Εισαγγελέα να αναστείλει την άσκηση της δικηγορίας, αλλά αυτό έχει συμβεί τα τελευταία χρόνια.

Ως νομικός σύμβουλος της κυβέρνησης, ο Γενικός Εισαγγελέας ελέγχει όλα τα νομοσχέδια που η κυβέρνηση προτίθεται να εισάγει προς ψήφιση και στα δύο Σώματα του Κοινοβουλίου. Επίσης ο Γενικός Εισαγγελέας συμβουλεύει την κυβέρνηση σε διεθνή θέματα, όπως την επικύρωση διεθνών συμφωνιών. Ο Γενικός Εισαγγελέας αναλαμβάνει επίσης, στα πλαίσια του λειτουργήματός του, να εκπροσωπεί το κοινό, υπερασπιζόμενος τα δικαιώματα του τελευταίου, κινώντας δικαστικές διαδικασίες ή αντιτασσόμενος σε τέτοιες. Ο Γενικός Εισαγγελέας, παρά το γεγονός ότι διορίζεται από τον πρωθυπουργό, είναι ανεξάρτητος από την κυβέρνηση. Σύμφωνα με το γράμμα του Συντάγματος, ο Γενικός Εισαγγελέας είναι πάντοτε ο κύριος αμυνόμενος όταν αμφισβητείται η συνταγματικότητα μιας νομοθετικής πράξης.

Πριν το 1976, όλα τα σοβαρά ποινικά αδικήματα διώκονταν στο όνομα του Γενικού Εισαγγελέα. Το Σύνταγμα προβλέπει ότι το λειτούργημα αυτό μπορεί να αναλάβει οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο νομίμως εξουσιοδοτημένο προς τούτο. Έτσι, ιδρύθηκε το αξίωμα του Διευθυντή της Εισαγγελίας (Director of Public Prosecutions) από το άρθρο 2 του Νόμου περί δίωξης των ποινικών αδικημάτων του 1974, που άρχισε να ισχύει το 1976 – η υποκείμενη σκέψη ήταν να επιφορτίζεται με το λειτούργημα αυτό ένας αξιωματούχος υπάλληλος, ανεξάρτητος από πολιτικές διασυνδέσεις. Ο Διευθυντής της Εισαγγελίας διορίζεται από την κυβέρνηση αλλά είναι δημόσιος υπάλληλος, και άρα δεν χρειάζεται να παραιτηθεί όταν πέσει η κυβέρνηση, σε αντίθεση προς τον Γενικό Εισαγγελέα. Εξασφαλίζεται έτσι η συνέχεια στη δίωξη των αδικημάτων. Ο Νόμος του 1974 προβλέπει επίσης ότι ο Διευθυντής της Εισαγγελίας οφείλει να εκτελεί τα καθήκοντά του με ανεξαρτησία. Η κυβέρνηση δύναται να απαλλάσσει τον Διευθυντή της Εισαγγελίας από τα καθήκοντά του, αλλά τούτο μόνον κατόπιν εκθέσεως σχετικής με την υγεία του ή τη διαγωγή του, συντασσόμενης από επιτροπή απαρτιζόμενη από τον Πρόεδρο του Ανωτάτου Δικαστηρίου, ένα δικαστή του Ανωτέρου Δικαστηρίου και από τον Γενικό Εισαγγελέα.

Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροΟ Διευθυντής της Εισαγγελίας λαμβάνει επομένως την απόφαση κατά πόσο ορισμένο πρόσωπο πρέπει να διωχθεί για σοβαρό ποινικό αδίκημα και ποια κατηγορία θα του απαγγελθεί. Όλα τα αδικήματα διώκονται στο όνομα του Διευθυντή της Εισαγγελίας, αλλά οι περισσότερες από τις ήσσονος σημασίας ποινικές παραβάσεις μπορούν να διώκονται από την Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροΑστυνομία (Gardaí) χωρίς να διαβιβάζεται ο φάκελος σ’ αυτόν. Στις περιπτώσεις αυτές, ο Διευθυντής της Εισαγγελίας έχει το δικαίωμα να παρέχει οδηγίες στην Αστυνομία σχετικά με τον τρόπο χειρισμού της υπόθεσης. Παρά το γεγονός ότι ο Διευθυντής της Εισαγγελίας έχει αναλάβει το ρόλο του Γενικού Εισαγγελέα σε θέματα δίωξης, ο τελευταίος παραμένει αρμόδιος για τις υποθέσεις με διεθνή χαρακτήρα, όπως για παράδειγμα οι απελάσεις.

3. Υπάλληλοι της Υπηρεσίας των Δικαστηρίων

Οι γραμματείς του δικαστηρίου (Court Registrars) και οι υπάλληλοι του δικαστηρίου (Court Clerks) εργάζονται στην Υπηρεσία των Δικαστηρίων (Courts Service).

Οι υπάλληλοι του δικαστηρίου είναι υπεύθυνοι για τη γενική διοίκηση των δικαστηρίων. Το κύριο καθήκον του γραμματέα του δικαστηρίου είναι να επικουρεί το δικαστή κατά τη διάρκεια της συνεδρίασης του δικαστηρίου και να μεριμνά για την αποτελεσματική και απρόσκοπτη λειτουργία των δικαστηρίων.

Η Υπηρεσία των δικαστηρίων είναι ένα ανεξάρτητο νομικό πρόσωπο που άρχισε να λειτουργεί τον Νοέμβριο του 1999 και ιδρύθηκε από την κυβέρνηση δυνάμει του νόμου για την Υπηρεσία των δικαστηρίων του 1998. Η Υπηρεσία των δικαστηρίων λογοδοτεί στον Υπουργό Δικαιοσύνης και Ισότητας, και μέσω του Υπουργού, στην κυβέρνηση.

Η Υπηρεσία των Δικαστηρίων έχει τις ακόλουθες πέντε αρμοδιότητες:

  • διαχείριση των δικαστηρίων,
  • παροχή υπηρεσιών υποστήριξης στους δικαστές,
  • παροχή πληροφοριών στο κοινό για το δικαστικό σύστημα,
  • παροχή, διαχείριση και συντήρηση των δικαστικών κτιρίων,
  • παροχή διευκολύνσεων στους χρήστες των δικαστηρίων.

4 Ο Sheriff

Σε κάθε κομητεία της Ιρλανδίας υπάρχει ένας Sheriff, ο οποίος είναι δημόσιος υπάλληλος και του οποίου μέρος των αρμοδιοτήτων είναι να προβαίνει στην κατάσχεση και πώληση αγαθών για την αποπληρωμή χρεών μετά από σχετική εκτελεστήρια δικαστική απόφαση. Οι Sheriffs διορίζονται βάσει του νόμου περί δικαστικών υπαλλήλων του 1945, του οποίου το άρθρο 12 παράγραφος 5 περιορίζει το διορισμό στις θέσεις αυτές σε πρόσωπα που είναι barristers ή solicitors και τα οποία έχουν ασκήσει τη δικηγορία επί πέντε έτη, ή σε πρόσωπα τα οποία έχουν ασκήσει, επί μία πενταετία τουλάχιστον, καθήκοντα πρώτου γραμματέα ή κύριου βοηθού σε αναπληρωτή sheriff ή sheriff. Το άρθρο 12 παράγραφος 6ζ του νόμου αυτού αναφέρει ότι οι βάσει των προηγουμένων άρθρου του νόμου, οι όροι απασχόλησης κάθε Sheriff προσδιορίζονται ανά τακτά διαστήματα από τον Υπουργό Οικονομικών, μετά από διαβούλευση με τον Υπουργό Δικαιοσύνης και Ισότητας.

5. Solicitors

Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροΗ Νομική Εταιρεία της Ιρλανδίας (Law Society) έχει την εποπτεία όσον αφορά την εκπαίδευση των φοιτητών που επιθυμούν να γίνουν solicitors και επίσης πειθαρχικές εξουσίες απέναντι στους solicitors. Για να γίνει κάποιος solicitor, είναι υποχρεωτικό να διέλθει από ένα στάδιο τριετούς μαθητείας και να ολοκληρώσει σπουδές σε μαθήματα που διοργανώνει η Νομική Εταιρεία της Ιρλανδίας. Για να γίνει δεκτός στα μαθήματα αυτά, είναι υποχρεωτικό να έχει πανεπιστημιακό πτυχίο ή ισοδύναμο τίτλο– πρόκειται για το γνωστό ως προαπαιτούμενο της προκαταρκτικής εξέτασης. Εφόσον πληροί τις προϋποθέσεις αυτές, ο υποψήφιος υποχρεούται να περάσει με επιτυχία τις τελικές εξετάσεις της Νομικής Εταιρείας, οι οποίες υποδιαιρούνται στους τομείς που είναι γνωστοί ως FE-1, FE-2 και FE-3. Οι εξετάσεις FE-1 αφορούν οκτώ κύρια αντικείμενα: δίκαιο των εταιρειών, συνταγματικό δίκαιο, ενοχικό δίκαιο, ποινικό δίκαιο, Δίκαιο της Επιείκειας (Equity), ευρωπαϊκό κοινοτικό δίκαιο, εμπράγματο δίκαιο και αδικοπραξίες. Τα επόμενα στάδια αφορούν μαθήματα επαγγελματικής φύσεως. Το στάδιο FE-2 είναι γνωστό ως περίοδος επαγγελματικής κατάρτισης και συνίσταται σε 14 εβδομάδες εντατικών παραδόσεων ακολουθούμενες από μια εξέταση και σε 18 μήνες εσωτερικής κατάρτισης, που αποτελεί μέρος της μαθητείας ενός φοιτητή. Το στάδιο FE-3, γνωστό ως στάδιο τελειοποίησης, συνίσταται σε επτά εβδομάδες εντατικών παραδόσεων, ακολουθούμενες από μια εξέταση. Όταν κάποιος έχει ολοκληρώσει και το στάδιο αυτό δικαιούται τότε να εγγραφεί στο μητρώο των solicitors. Σύμφωνα με το άρθρο 51 του νόμου περί solicitors (τροποποίηση) του 1994, οι εν ενεργεία barristers μπορούν να γίνουν solicitors χωρίς να χρειάζεται να ακολουθήσουν το πλήρες πρόγραμμα κατάρτισης που είναι υποχρεωτικό για τους μαθητευόμενους solicitors.

Κάθε solicitor υπάγεται, όσον αφορά τα πειθαρχικά θέματα, στις σχετικές εξουσίες της Νομικής Εταιρείας. Βάσει των νόμων περί solicitors των ετών 1954 έως 1994, το Πειθαρχικό Συμβούλιο της Νομικής Εταιρείας έχει την εξουσία έρευνας για απρεπή διαγωγή, όπως παράνομη ιδιοποίηση χρημάτων, και το θέμα μπορεί να παραπεμφθεί μέχρι τον Πρόεδρο του Ανωτέρου Δικαστηρίου. Ο Πρόεδρος έχει την εξουσία αναστολής ενός solicitor από το λειτούργημά του όπως και άρσης της αναστολής. Το Πειθαρχικό Συμβούλιο έχει την εξουσία να επιβάλει επιστροφή ποσών στους πελάτες, σε περίπτωση που διαπιστώσει υπερβολική χρέωση εκ μέρους ενός solicitor.

Η κανονιστική διάταξη (Statutory Instrument) 732 του 2003, και οι κανονισμοί των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων του 2003, για την εγκατάσταση των δικηγόρων, προβλέπουν ότι δικηγόροι από άλλα κράτη μέλη που επιθυμούν να ασκήσουν το επάγγελμα του barrister ή solicitor υποβάλλουν σχετική αίτηση στο Συμβούλιο των Δικηγορικών Συλλόγων ή στη Νομική Εταιρεία ώστε να εγγραφούν στα οικεία μητρώα. Η αίτηση αυτή εξετάζεται και, εφόσον γίνει αποδεκτή, εκδίδεται πιστοποιητικό εγγραφής στο μητρώο. Οι προσφυγές για την απόρριψη αιτήσεως από το Συμβούλιο των Δικηγορικών Συλλόγων ή από τη Νομική Εταιρεία κατατίθενται στο Ανώτερο Δικαστήριο.

6. Barristers

Η Honorable Society of Kings Inns παρέχει τη μεταπτυχιακή νομική κατάρτιση, που οδηγεί στην απονομή του διπλώματος του barrister-at-law, σε όσους επιθυμούν να ασκήσουν τη μάχιμη δικηγορία (συνηγορία) - at the Bar – όπως είναι συλλογικά γνωστό το επάγγελμα αυτό. Ο σύλλογος King’s Inns λειτουργεί ως μη κερδοσκοπικός οργανισμός, υπό την εποπτεία των συμβούλων (Benchers) της Honorable Society of Kings Inns, οι οποίοι είναι επίσης μέλη του δικαστικού σώματος και senior barristers. Η εγγραφή στο μεταπτυχιακό αυτό γίνεται μετά από επιτυχία σε εξετάσεις των κατόχων του King’s Inns Diploma in Legal Studies ή των πτυχιούχων νομικής. Η διάρκεια παρακολούθησης των μαθημάτων για το Diploma in Legal Studies είναι διετής (μερικής φοίτησης). Για το δίπλωμα του Barrister-at Law απαιτούνται είτε μαθήματα πλήρους φοίτησης διαρκείας ενός έτους είτε μαθήματα διαρκείας δύο ετών που διαιρούνται σε ενότητες. Μετά την επιτυχή ολοκλήρωση του κύκλου μαθημάτων, οι φοιτητές καλούνται από τον Πρόεδρο του Ανωτάτου Δικαστηρίου στο εν λόγω δικαστήριο και, μετά από επίσημη τελετή, οι barristers υπογράφουν και εγγράφονται στο μητρώο των μελών του συλλόγου (Bar). Υπάρχουν όμως και περαιτέρω απαιτήσεις πριν αρχίσουν τις επ’αμοιβή νομικές εργασίες τους.

Οι barristers πρέπει να είναι μέλη της νομικής βιβλιοθήκης (Law Library) ώστε να μπορούν να ασκούν το επάγγελμα. Η νομική βιβλιοθήκη παρέχει ορισμένο χώρο εργασίας και πρόσβαση στα νομικά κείμενα και υλικό, έναντι καταβολής ετησίων δικαιωμάτων εισόδου. Ο barrister, πριν γίνει μέλος της νομικής βιβλιοθήκης, οφείλει να επιλέξει έναν ανάδοχο (master) – ήτοι έναν αναγνωρισμένο barrister με πενταετή τουλάχιστον προϋπηρεσία. Καθ’όσο χρόνο τελεί υπό την καθοδήγηση του αναδόχου, γενικώς διάστημα ενός έτους, ο νέος barrister κοινώς αποκαλείται βοηθός (devil). Ο ανάδοχος αναλαμβάνει να μυήσει τον βοηθό στις πρακτικές εργασίες ενός barrister και, συνήθως, ζητεί από αυτόν να εκτελεί καθήκοντα βοηθού στη σύνταξη προτάσεων και στην πραγματοποίηση νομικών ερευνών, όπως και να παρίσταται αντ’αυτού στο δικαστήριο.

Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροΤο Γενικό Συμβούλιο των Δικηγορικών Συλλόγων της Ιρλανδίας, (General Council of the Bar of Ireland) που δεν είναι επίσημος οργανισμός, εποπτεύει τη συμπεριφορά των barristers. Το Συμβούλιο αυτό εκλέγεται κάθε χρόνο από τα μέλη του Bar και εκδίδει ένα κώδικα επαγγελματικής δεοντολογίας, ο οποίος τροποποιείται κατά τακτά διαστήματα από τα μέλη του Bar και ορίζει τις υποχρεώσεις των barristers.

Τους ισχυρισμούς για παραβάσεις του κώδικα δεοντολογίας ερευνά η Επιτροπή Επαγγελματικών Πρακτικών του Συμβουλίου των Συλλόγων, στην οποία συμπεριλαμβάνονται και μη μέλη του Bar. Η Επιτροπή έχει την εξουσία να επιβάλλει χρηματικές ποινές και να απευθύνει επιπλήξεις, όπως και να αναστέλλει ή να αποβάλλει ένα μέλος από τη νομική βιβλιοθήκη. Προσφυγές κατά των αποφάσεών της μπορούν να υποβάλλονται στο Συμβούλιο Προσφυγών, στο οποίο μετέχει ένας δικαστής του Κομητειακού Δικαστηρίου και επίσης ένα μέλος εκτός του επαγγέλματος.

Παραδοσιακά, από ένα barrister απαιτείτο να λαμβάνει οδηγίες από έναν solicitor και απαγορευόταν η άμεση προσφυγή στις υπηρεσίες των barristers. Την πρακτική υπέβαλε σε εξέταση η Επιτροπή Ανταγωνισμού (Fair Trade Commission) η οποία, στην έκθεσή της του 1990, αποφάνθηκε ότι η γενική απαγόρευση απευθείας πρόσβασης στους barristers αποτελούσε περιοριστική πρακτική και η σχετική διάταξη θα έπρεπε να απαλειφθεί από τον κώδικα δεοντολογίας. Η Επιτροπή Ανταγωνισμού απεδέχθη ότι πράγματι, σε ορισμένες περιπτώσεις, είναι ευκταία η συνεχής απασχόληση του solicitor με το σχετικό φάκελο. Η σύσταση της Επιτροπής Ανταγωνισμού ήταν να μην υπάρχουν πλέον κανονιστικές διατάξεις ή άλλοι κανόνες που να απαιτούν τη φυσική παρουσία του solicitor στο δικαστήριο ώστε να δίνει εντολές στον barrister. Οι συστάσεις αυτές δεν έχουν τύχει πλήρους εφαρμογής, αλλά επήλθαν ορισμένες τροποποιήσεις στον κώδικα δεοντολογίας ώστε να επιτρέπεται η άμεση πρόσβαση στους barristers από ορισμένους εγκεκριμένους επαγγελματικούς φορείς.

Οι barristers υποδιαιρούνται σε δύο κατηγορίες: junior ή senior counsels. Κατά παράδοση, τα μέλη του Bar ασκούν τη δικηγορία ως junior counsels επί ορισμένο αριθμό ετών πριν εξετάσουν το ενδεχόμενο να γίνουν senior counsels. Δεν πρόκειται για ζήτημα αυτόματης προαγωγής τους, ενώ ορισμένοι junior counsels επιλέγουν να μην υποβάλλουν ποτέ τη σχετική αίτηση. Γενικότερα, οι περισσότεροι barristers εξετάζουν το κατά πόσον θα γίνουν senior counsels όταν έχουν ήδη δεκαπενταετή προϋπηρεσία. Αυτοί που επιθυμούν να γίνουν senior counsels υποβάλλουν αίτηση στον Γενικό Εισαγγελέα προς έγκριση, αλλά ο πραγματικός διορισμός γίνεται από την κυβέρνηση μετά από εισήγηση του Γενικού Εισαγγελέα, ο οποίος επίσης συνεννοείται με τον Πρόεδρο του Ανωτάτου Δικαστηρίου, τον Πρόεδρο του Ανωτέρου Δικαστηρίου και τον Πρόεδρο του Συμβουλίου του Δικηγορικού Συλλόγου.

Κατά κανόνα, οι junior counsels συντάσσουν προτάσεις και ετοιμάζουν τη συνηγορία, αναλαμβάνουν δε ορισμένες επ’ακροατηρίω υποθέσεις, γενικότερα στα κατώτερα δικαστήρια, αλλά όχι αποκλειστικά. Στα καθήκοντα ενός senior counsel περιλαμβάνεται η εξέταση των σχεδίων συνηγορίας που έχουν προετοιμάσει οι junior counsels και η παράσταση στις μάλλον δυσκολότερες υποθέσεις στο Ανώτερο και στο Ανώτατο Δικαστήριο.

7. Γραμματείς κομητείας

Οι Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροΓραμματείς κομητείας (County Registrars) είναι καταρτισμένοι solicitors που διορίζονται από την κυβέρνηση. Ασκούν οιονεί δικαστικά καθήκοντα σε σχέση με το Κομητειακό Δικαστήριο και είναι υπεύθυνοι για τη διαχείριση των γραφείων του Κομητειακού Δικαστηρίου.

Εκτελούν επίσης καθήκοντα Sheriff κομητείας (με εξαίρεση το Δουβλίνο και το Κόρκ).

8. Συμβολαιογράφοι

Οι συμβολαιογράφοι (Notaries Public) διορίζονται από τον Πρόεδρο του Ανωτάτου Δικαστηρίου σε δημόσια συνεδρίαση. Οι συμβολαιογράφοι επιτελούν τα ακόλουθα βασικά καθήκοντα:

  • επικύρωση της γνησιότητας εγγράφων,
  • θεώρηση και επικύρωση του γνησίου υπογραφής επί εγγράφων,
  • εκτέλεση εξωδικαστικών διαδικασιών αναξιόχρεου σε σχέση με εμπορικά έγγραφα όπως συναλλαγματικές και γραμμάτια, και σε σχέση με ναυτιλιακά ζητήματα,
  • καταγραφή δηλώσεων και (πλην της περίπτωσης διαδικασιών ενώπιον των Ιρλανδικών δικαστηρίων) ένορκων βεβαιώσεων.

Οι υποψηφιότητες υποβάλλονται με επίσημη αίτηση στην οποία εμφαίνεται ο τόπος κατοικίας και η απασχόληση του αιτούντος, ο αριθμός των συμβολαιογράφων στην περιφέρεια (district), ο πληθυσμός της περιφέρειας και οι περιστάσεις που υπαγορεύουν την παρουσία συμβολαιογράφου εκεί και/ή ο τρόπος που παρουσιάστηκε κενή θέση. Η αίτηση πρέπει να συνοδεύεται από ένορκη βεβαίωση του αιτούντος, η οποία να περιλαμβάνει πιστοποίηση ικανότητας του υποψηφίου υπογεγραμμένη, κατά κανόνα, από έξι τοπικούς solicitors και έξι εξέχοντα μέλη των τοπικών επιχειρηματικών κύκλων. Η αίτηση φέρεται εις γνώση του Προέδρου του Ανωτάτου Δικαστηρίου με παραπεμπτική εισήγηση επιδιδόμενη από το Γραφείο του Ανωτάτου Δικαστηρίου στο Γραμματέα του Συμβολαιογραφικού Συλλόγου της Ιρλανδίας, το Γραμματέα της Νομικής Εταιρείας και όλους τους συμβολαιογράφους που ασκούν το επάγγελμα στις κομητείες του αιτούντος και στις όμορες κομητείες.

Η γενικότερα ακολουθούμενη πρακτική είναι να διορίζονται solicitors και μόνο ως συμβολαιογράφοι. Όταν ο ενδιαφερόμενος να γίνει συμβολαιογράφος δεν είναι solicitor, η Νομική Εταιρεία απαιτεί από τον αιτούντα να αναλάβει δέσμευση ενώπιον του Προέδρου του Ανωτάτου Δικαστηρίου να μην δραστηριοποιείται σε αγοραπωλησίες επί ακινήτων ή σε νομικές εργασίες που συνήθως αναλαμβάνει ένας solicitor. Όλοι όσοι αιτούνται να διοριστούν ως συμβολαιογράφοι πρέπει πρώτα να περάσουν με επιτυχία τις εξετάσεις που προβλέπονται από τον Συμβολαιογραφικό Σύλλογο (Faculty of Notaries Public) της Ιρλανδίας.

Σημείωση:

Ερωτήσεις σχετικές με τις τρέχουσες αποδοχές του Γενικού Εισαγγελέα, του Διευθυντή της Εισαγγελίας, των υπαλλήλων των δικαστηρίων και των Sheriffs μπορείτε να απευθύνετε

Οι barristers είναι αυτοαπασχολούμενοι και οι αποδοχές τους ποικίλλουν σε μεγάλο βαθμό.

Οι solicitors μπορεί να είναι αυτοαπασχολούμενοι (όταν έχουν δικό τους γραφείο), ή υπάλληλοι, και οι αποδοχές τους επίσης ποικίλλουν σε μεγάλο βαθμό.

Οι συμβολαιογράφοι χρεώνουν αμοιβές για κάθε συμβολαιογραφικό έγγραφο. Δεν υπάρχουν κανονιστικές διατάξεις που να διέπουν τις αμοιβές αυτές, αλλά οι συμβολαιογράφοι γενικώς εφαρμόζουν το σύστημα της χρονοχρέωσης, χρεώνουν έξοδα μετακίνησης και το αναμενόμενο από έναν επαγγελματία ποσό για την παροχή ορισμένης υπηρεσίας.


Την έκδοση αυτής της σελίδας στην εθνική γλώσσα διαχειρίζεται το εκάστοτε κράτος μέλος. Οι μεταφράσεις έχουν γίνει από την αρμόδια υπηρεσία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Οι τυχόν αλλαγές που επιφέρει η αρμόδια εθνική αρχή στο πρωτότυπο ενδέχεται να μην έχουν περιληφθεί ακόμα στις μεταφράσεις. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή δεν αναλαμβάνει καμία ευθύνη όσον αφορά τις πληροφορίες ή τα στοιχεία που περιλαμβάνονται ή για τα οποία γίνεται λόγος στο παρόν έγγραφο. Βλ. την ανακοίνωση νομικού περιεχομένου για τους κανόνες πνευματικής ιδιοκτησίας που ισχύουν στο κράτος μέλος που είναι αρμόδιο για την παρούσα σελίδα.

Τελευταία επικαιροποίηση: 20/11/2018

Νομικά επαγγέλματα - Ελλάδα

Στην παρούσα σελίδα παρέχεται επισκόπηση των νομικών επαγγελμάτων στην Ελλάδα.


Νομικά επαγγέλματα

Εισαγγελείς
Δικαστές
Δικηγόροι
Νομικοί σύμβουλοι
Συμβολαιογράφοι
Δικαστικοί επιμελητές
Δικαστικοί υπάλληλοι

Εισαγγελείς

Οργάνωση

Η εισαγγελία είναι δικαστική αρχή, δηλαδή ανήκει στη «δικαστική εξουσία» και συμμετέχει υποχρεωτικώς στην απονομή της Δικαιοσύνης. Οι εισαγγελείς απολαμβάνουν λειτουργική και προσωπική ανεξαρτησία.

Σε κάθε δικαστήριο, με εξαίρεση τα πταισματοδικεία, λειτουργεί εισαγγελία ως ανεξάρτητη δικαστική αρχή. Οι αρμοδιότητές της ανάγονται ουσιαστικά στην προετοιμασία της ποινικής διαδικασίας. Κύριο καθήκον του εισαγγελέα είναι η άσκηση ποινικής δίωξης, η εποπτεία των ανακρίσεων και η άσκηση ένδικων μέσων.

Στην Ελλάδα, οι εισαγγελείς δεν ειδικεύονται σε συγκεκριμένους τομείς.

Το Υπουργείο Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων είναι αρμόδιο για την εν γένει υπηρεσιακή κατάσταση των εισαγγελικών λειτουργών.

Δεν υπάρχει δικτυακός τόπος ειδικά για τους ως άνω δικαστικούς λειτουργούς. Στοιχεία που αφορούν στην υπηρεσιακή τους κατάσταση τηρούνται στο Υπουργείο Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων.

Αποστολή και κύρια καθήκοντα

Στην αρμοδιότητα του εισαγγελέα υπάγεται:

α. η διενέργεια προκαταρκτικής εξέτασης,

β. η άσκηση ποινικής δίωξης,

γ. η διεύθυνση της προανάκρισης,

δ. η εποπτεία και ο έλεγχος των αστυνομικών αρχών αναφορικά με την πρόληψη και τη δίωξη των εγκλημάτων,

ε. η υποβολή προτάσεων στα δικαστικά συμβούλια και τα δικαστήρια,

στ. η άσκηση των ένδικων μέσων,

ζ. η εκτέλεση των ποινικών αποφάσεων και η παροχή συνδρομής για την εκτέλεση εκτελεστών τίτλων,

η. η εποπτεία και ο έλεγχος των σωφρονιστικών καταστημάτων,

και ό,τι άλλο ο νόμος ορίζει.

Η επιθεώρηση των εισαγγελέων ενεργείται από αρεοπαγίτες και εισαγγελείς ανώτερου βαθμού, σύμφωνα με τους ορισμούς του νόμου.

Δικαστές

Οργάνωση

Η δικαιοσύνη απονέμεται από δικαστήρια συγκροτούμενα από τακτικούς δικαστές που απολαμβάνουν λειτουργική και προσωπική ανεξαρτησία.

Οι δικαστές κατά την άσκηση των καθηκόντων τους υπόκεινται μόνο στο Σύνταγμα και στους νόμους, και σε καμία περίπτωση δεν υποχρεούνται να συμμορφώνονται με διατάξεις που έχουν τεθεί κατά κατάλυση του Συντάγματος.

Η επιθεώρηση των τακτικών δικαστών ενεργείται από δικαστές ανώτερου βαθμού καθώς και από τον Εισαγγελέα και τους Αντεισαγγελείς του Αρείου Πάγου, σύμφωνα με τους ορισμούς του νόμου.

Το Υπουργείο Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων είναι αρμόδιο για την υπηρεσιακή κατάσταση των δικαστικών λειτουργών.

Δεν υπάρχει δικτυακός τόπος ειδικά για τους ως άνω δικαστικούς λειτουργούς. Στοιχεία που αφορούν στην υπηρεσιακή τους κατάσταση τηρούνται στο Υπουργείο Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων.

Οργάνωση του νομικού επαγγέλματος: Δικηγόροι

Δικηγόροι

Στην Ελλάδα, οι δικηγόροι είναι άμισθοι δημόσιοι υπάλληλοι και δεν ειδικεύονται υποχρεωτικά σε συγκεκριμένους τομείς.

Το Υπουργείο Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων είναι αρμόδιο για την υπηρεσιακή κατάσταση του επαγγέλματος.

Υπάρχουν εξήντα τρεις (63) Δικηγορικοί Σύλλογοι στην Ελλάδα, ένας στην έδρα κάθε πρωτοδικείου.

Ο Υπουργός Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων ασκεί εποπτεία σε όλους Δικηγορικούς Συλλόγους της χώρας

Νομικές βάσεις δεδομένων

Πληροφορίες είναι διαθέσιμες στον δικτυακό τόπο του Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροΔικηγορικού Συλλόγου Αθηνών, αλλά η πρόσβαση είναι δυνατή από τα μέλη κάθε συλλόγου.

Νομικοί σύμβουλοι

Στην Ελλάδα, οι δικηγόροι ασκούν και καθήκοντα νομικών συμβούλων.

Νομικές βάσεις δεδομένων

Πληροφορίες είναι διαθέσιμες στον δικτυακό τόπο του Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροΔικηγορικού Συλλόγου Αθηνών, αλλά η πρόσβαση είναι δυνατή από τα μέλη κάθε συλλόγου.

Συμβολαιογράφοι

Οι συμβολαιογράφοι είναι άμισθοι δημόσιοι λειτουργοί και έχουν ως κύριο καθήκον τους τη σύνταξη και τη φύλαξη εγγράφων συστατικών ή αποδεικτικών δικαιοπραξιών και δηλώσεων των ενδιαφερομένων όταν η σύνταξη των εγγράφων αυτών είναι υποχρεωτική σύμφωνα με το νόμο ή όταν οι ενδιαφερόμενοι επιθυμούν να προσδώσουν σε αυτά κύρος δημοσίου εγγράφου.

Στην Ελλάδα, οι συμβολαιογράφοι δεν ειδικεύονται σε συγκεκριμένους τομείς.

Στην έδρα κάθε ειρηνοδικείου συνιστάται με Προεδρικό Διάταγμα μία τουλάχιστον θέση συμβολαιογράφου.

Το Υπουργείο Δικαιοσύνης είναι αρμόδιο για την υπηρεσιακή κατάσταση των συμβολαιογράφων.

Στην Ελλάδα υπάρχουν εννέα (9) συμβολαιογραφικοί σύλλογοι που λειτουργούν στις έδρες των εφετείων.

Οι Συμβολαιογραφικοί Σύλλογοι της χώρας τελούν υπό την εποπτεία του Υπουργείου Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων.

Πληροφορίες σχετικά με το επάγγελμα του Συμβολαιογράφου μπορούν να αναζητηθούν στην επίσημη ιστοσελίδα που λειτουργεί υπό την αιγίδα της Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροΣυντονιστικής Επιτροπής Συμβολαιογραφικών Συλλόγων Ελλάδας καθώς και στην ιστοσελίδα του Ευρωπαϊκού Μητρώου Συμβολαιογράφων, η οποία λειτουργεί υπό την αιγίδα του Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροΣυμβουλίου των Συμβολαιογράφων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (C.N.U.E.)

Άλλα νομικά επαγγέλματα

Δικαστικοί επιμελητές

Ο δικαστικός επιμελητής είναι άμισθος δημόσιος λειτουργός.

Έργο του δικαστικού επιμελητή είναι:

α) η ενέργεια επιδόσεως δικογράφων και εξωδίκων εγγράφων,

β) η εκτέλεση των αναφερομένων στην παράγραφο 2 του άρθρου 904 Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας εκτελεστών τίτλων, ήτοι: α) των τελεσίδικων αποφάσεων, καθώς και των αποφάσεων κάθε ελληνικού δικαστηρίου που κηρύχθηκαν προσωρινά εκτελεστές, β) των διαιτητικών αποφάσεων, γ) των Πρακτικών ελληνικών δικαστηρίων που περιέχουν συμβιβασμό ή προσδιορισμό δικαστικών εξόδων, δ) των συμβολαιογραφικών εγγράφων, ε) των διαταγών πληρωμής που εκδίδουν έλληνες δικαστές, "και απόδοσης της χρήσης μισθίου ακινήτου.", στ) των αλλοδαπών τίτλων που κηρύχθηκαν εκτελεστοί, ζ) των διαταγών και πράξεων που αναγνωρίζονται από το νόμο ως τίτλοι εκτελεστοί και

γ) η εκτέλεση κάθε άλλου καθήκοντος, που του έχει ανατεθεί με νόμο.

Το Υπουργείο Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων είναι αρμόδιο για την υπηρεσιακή κατάσταση των δικαστικών επιμελητών.

Υπάρχουν οκτώ (8) Σύλλογοι Δικαστικών Επιμελητών στην Ελλάδα.

Δικαστικοί υπάλληλοι

Το Υπουργείο Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων είναι αρμόδιο για την υπηρεσιακή κατάσταση των υπαλλήλων που υπηρετούν στα δικαστήρια της χώρας.

Επιμελητές Δικαστηρίων PDF(377 KB)el

Δικαστικοί υπάλληλοι PDF(376 KB)el

Σχετικοί σύνδεσμοι

Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροΔικηγορικός Σύλλογος Αθηνών

Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροΔικηγορικός Σύλλογος Πειραιά

Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροΥπουργείο Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων

Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροΣυντονιστική Επιτροπή Συμβολαιογραφικών Συλλόγων Ελλάδας

Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροΣυμβολαιογραφικός Σύλλογος Εφετείου Θεσσαλονίκης


Την έκδοση αυτής της σελίδας στην εθνική γλώσσα διαχειρίζεται το εκάστοτε κράτος μέλος. Οι μεταφράσεις έχουν γίνει από την αρμόδια υπηρεσία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Οι τυχόν αλλαγές που επιφέρει η αρμόδια εθνική αρχή στο πρωτότυπο ενδέχεται να μην έχουν περιληφθεί ακόμα στις μεταφράσεις. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή δεν αναλαμβάνει καμία ευθύνη όσον αφορά τις πληροφορίες ή τα στοιχεία που περιλαμβάνονται ή για τα οποία γίνεται λόγος στο παρόν έγγραφο. Βλ. την ανακοίνωση νομικού περιεχομένου για τους κανόνες πνευματικής ιδιοκτησίας που ισχύουν στο κράτος μέλος που είναι αρμόδιο για την παρούσα σελίδα.

Τελευταία επικαιροποίηση: 02/07/2019

Νομικά επαγγέλματα - Ισπανία

Στην Ισπανία χαρακτηρίζεται ως νομικό επάγγελμα το επάγγελμα που αφορά την εφαρμογή του δικαίου και για την άσκηση του οποίου απαιτείται ειδική νομική κατάρτιση.

Δικαστές

Εισαγγελείς

Δικαστικοί υπάλληλοι

Δικηγόροι

Νομικοί σύμβουλοι

Συμβολαιογράφοι

Υποθηκοφύλακες

Αντίκλητοι

Σύμβουλοι σε θέματα εργατικού δικαίου και κοινωνικής ασφάλισης (Graduados sociales)


Νομικά επαγγέλματα

Νομικά επαγγέλματα - εισαγωγή

Στην Ισπανία, στα νομικά επαγγέλματα συγκαταλέγονται τα επαγγέλματα για την άσκηση των οποίων απαιτείται ειδική νομική κατάρτιση, διότι σχετίζονται με την εφαρμογή του δικαίου.

Τα κυριότερα νομικά επαγγέλματα στην Ισπανία περιλαμβάνουν τους εισαγγελείς, τους δικαστές, τους δικηγόρους, τους συμβολαιογράφους, τους γραμματείς των δικαστηρίων, τους υποθηκοφύλακες και τους αντίκλητους.

Δικαστές

Οργάνωση

Η δικαιοσύνη απορρέει από τον λαό και απονέμεται στο όνομα του Βασιλέα από τους δικαστές που ανήκουν στη δικαστική εξουσία. Μόνον οι δικαστές μπορούν να απονείμουν δικαιοσύνη, τόσο με την έκδοση αποφάσεων όσο και με την επιβολής της εκτέλεσης των αποφάσεων αυτών.

Οι δικαστές είναι ανεξάρτητοι από τις άλλες εξουσίες του κράτους, και υπόκεινται μόνο στο σύνταγμα και τον νόμο.

Η είσοδος στο δικαστικό σώμα εδράζεται στην αρχή της αξιοκρατίας και της ικανότητας άσκησης του δικαστικού λειτουργήματος, ενώ η διαδικασία επιλογής εγγυάται με αντικειμενικότητα και διαφάνεια την ισότιμη πρόσβαση όλων των πολιτών που πληρούν τις αναγκαίες προϋποθέσεις και διαθέτουν τα αναγκαία προσόντα, καθώς και την επαγγελματική καταλληλότητα και επάρκεια για την άσκηση του δικαστικού λειτουργήματος.

Σύμφωνα με τον οργανικό νόμο για τη δικαστική εξουσία, το δικαστικό σώμα αποτελείται από τρεις κατηγορίες δικαστικών λειτουργών:

  • Magistrado del Tribunal Supremo (δικαστής του Ανωτάτου Δικαστηρίου)
  • Magistrado (ανώτερος δικαστής)
  • Juez (δικαστής).

Με ποσοτικά κριτήρια, οι περισσότεροι δικαστές εισέρχονται στο δικαστικό σώμα με τον βαθμό του «Juez». Ο διορισμός τους, σύμφωνα με τον οργανικό νόμο για τη δικαστική εξουσία, γίνεται με ανοικτό διαγωνισμό μεταξύ πτυχιούχων νομικής οι οποίοι έχουν ολοκληρώσει με επιτυχία τα μαθήματα της Σχολής Δικαστών.

Μικρότερος αριθμός δικαστών εισέρχεται στο δικαστικό σώμα με τον βαθμό του «Magistrado» ή του «Magistrado del Tribunal Supremo».

Τέλος, ο διορισμός στη θέση του «Magistrado del Tribunal Supremo» γίνεται από το Γενικό Δικαστικό Συμβούλιο μεταξύ των δικαστικών που έχουν προϋπηρεσία μεγαλύτερη των 15 ετών, εκ των οποίων 10 έτη στον βαθμό του «Magistrado», ενώ το 1/5 των θέσεων καλύπτεται από νομικούς αναγνωρισμένου κύρους και προϋπηρεσία 15 ετών.

Αποστολή και καθήκοντα

Τα δικαστήρια ασκούν τη δικαιοδοσία τους αποκλειστικά επί των διαφορών οι οποίες υπάγονται στην αρμοδιότητά τους βάσει νόμου.

Για περισσότερες πληροφορίες σχετικά με τις αρμοδιότητες, βλέπε «Δικαστήρια στην Ισπανία».

Κατά την άσκηση της δικαιοδοτικής τους εξουσίας, οι δικαστές χαίρουν ανεξαρτησίας έναντι κάθε δικαστικού οργάνου και της διοίκησης του δικαστικού σώματος.

Οι δικαστές υπέχουν ποινική και αστική ευθύνη στις περιπτώσεις και υπό τους όρους που ο νόμος ορίζει, ενώ υπέχουν πειθαρχική ευθύνη σύμφωνα με τις διατάξεις του οργανικού νόμου για τη δικαστική εξουσία.

Για περισσότερες πληροφορίες, βλέπε τον δικτυακό τόπο του Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροΓενικού Δικαστικού Συμβουλίου.

Εισαγγελείς

Οργάνωση

Η εισαγγελική αρχή είναι σημαντικό από συνταγματικής άποψης όργανο, με ίδια νομική προσωπικότητα. Χαίρει λειτουργικής αυτονομίας στο πλαίσιο της δικαστικής εξουσίας και ασκεί τα καθήκοντά της μέσω ιδίων δομών, με σεβασμό στην αρχή του ενιαίου της διαδικασίας και της ιεραρχικής εξάρτησης και, σε κάθε περίπτωση, με τήρηση της αρχής της νομιμότητας και της αμεροληψίας.

Ο Γενικός Εισαγγελέας προΐσταται της εισαγγελικής αρχής και την εκπροσωπεί σε ολόκληρη την ισπανική επικράτεια. Είναι αρμόδιος για την έκδοση των απαιτούμενων εντολών και οδηγιών για την εκτέλεση των εισαγγελικών καθηκόντων και τη διατήρηση της εσωτερικής τάξης και, γενικότερα, για τη διοίκηση και την εποπτεία της εισαγγελικής αρχής.

Οι εισαγγελείς είναι δημόσιοι λειτουργοί που επιλέγονται κατόπιν διαγωνισμού μεταξύ κατόχων πτυχίων ή διδακτορικών νομικής. Εξαρτώνται οργανικά από τη Γενική Εισαγγελία του κράτους και τις αντίστοιχες Εισαγγελίες των Αυτόνομων Κοινοτήτων (Comunidades Autónomas).

Αποστολή και καθήκοντα

Στο άρθρο 124 του ισπανικού Συντάγματος του 1978 ορίζεται ότι «αποστολή της εισαγγελικής αρχής, με την επιφύλαξη των καθηκόντων που ανατίθενται σε άλλα όργανα, είναι η προαγωγή της δράσης της δικαιοσύνης για την προάσπιση της νομιμότητας, των δικαιωμάτων των πολιτών και του δημοσίου συμφέροντος, όπως αυτό κατοχυρώνεται από τον νόμο, αυτεπάγγελτα ή κατόπιν αιτήματος των ενδιαφερομένων, καθώς και η προστασία της ανεξαρτησίας των δικαστηρίων και η διασφάλιση της προάσπισης του κοινωνικού συμφέροντος ενώπιον αυτών».

Στα καθήκοντα των εισαγγελέων συγκαταλέγονται τα εξής:

  • Μεριμνούν ώστε η δικαιοσύνη να λειτουργεί αποτελεσματικά και σύμφωνα με τον νόμο, εντός των προθεσμιών που τάσσονται από τον νόμο και προβαίνουν στις δέουσες ενέργειες, προσφυγές και μέτρα.
  • Παρεμβαίνουν στις ποινικές διαδικασίες, και ζητούν από τη δικαστική αρχή τη λήψη αναγκαίων προληπτικών μέτρων και τη διενέργεια των διαδικασιών που αποσκοπούν στην εξακρίβωση των πραγματικών γεγονότων.
  • Παρεμβαίνουν στις αστικές υποθέσεις που προβλέπει ο νόμος, όταν θίγεται το κοινωνικό συμφέρον ή μπορούν να θιγούν τα συμφέροντα ανηλίκων, ανίκανων ή αναξιοπαθούντων ατόμων μέχρις ότου να τους χορηγηθούν οι συνήθεις δυνατότητες εκπροσώπησης.
  • Ασκούν στον τομέα της ποινικής ευθύνης των ανηλίκων τα καθήκοντα που τους αναθέτει η σχετική νομοθεσία με γνώμονα το συμφέρον του ανηλίκου.

Για περισσότερες πληροφορίες, βλέπε τον δικτυακό τόπο της Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροεισαγγελικής αρχής.

Δικαστικοί υπάλληλοι

Οργάνωση

Οι δικαστικοί υπάλληλοι συνιστούν ένα ανώτερο δικαστικό όργανο στην υπηρεσία της απονομής της δικαιοσύνης. Είναι δημόσιοι λειτουργοί που υπάγονται στο Υπουργείο Δικαιοσύνης και ασκούν δημόσια εξουσία κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους.

Είναι πτυχιούχοι νομικής οι οποίοι επιλέγονται με διαγωνισμό και παρακολουθούν κύκλο σπουδών στο Κέντρο Νομικών Σπουδών (Centro de Estudios Jurídicos), για την ολοκλήρωση του οποίου απαιτείται επιτυχία σε εξετάσεις.

Οι δικαστικοί υπάλληλοι ανήκουν σε ένα σώμα το οποίο υπάγεται ιεραρχικά στο Υπουργείο Δικαιοσύνης και στους Προϊσταμένους (Secretarios de Gobierno) κάθε Ανώτερου Δικαστηρίου. Στην πράξη υπόκεινται στο ίδιο καθεστώς ασυμβίβαστων και απαγορεύσεων με τους δικαστές.

Αποστολή και καθήκοντα

Κατά την άσκηση των καθηκόντων τους, οι δικαστικοί υπάλληλοι εκτελούν ή μεριμνούν για την εκτέλεση όλων των αποφάσεων που εκδίδονται από τους δικαστές ή τα δικαστήρια της αρμοδιότητάς τους. Το σύνολο των ενεργειών τους διέπεται από την αρχή της νομιμότητας και της αμεροληψίας, από την αρχή της αυτονομίας και της ανεξαρτησίας κατά την πιστοποίηση των δικαστικών πράξεων, καθώς και από την αρχή του ενιαίου της διαδικασίας και της ιεραρχικής εξάρτησης κατά την εκτέλεση των καθηκόντων που τους αναθέτει ο νόμος.

Οι δικαστικοί υπάλληλοι είναι επιφορτισμένοι με τη διεκπεραίωση των δικογράφων και τη συγκρότηση του φακέλου, στον οποίο καταχωρούν και την απόφαση που εκδίδεται, καθώς και με την κίνηση της διαδικασίας και τη διασφάλιση της ομαλής διεξαγωγής της, αλλά και με την τεχνική/διαδικαστική διοίκηση του προσωπικού που εργάζεται στο δικαστήριο. Στο πλαίσιο των καθηκόντων τους επίσης συνεργάζονται με άλλα όργανα και φορείς δημόσιας διοίκησης και καταρτίζουν τις δικαστικές στατιστικές.

Για περισσότερες πληροφορίες σχετικά με το προσωπικό των δικαστηρίων στην Ισπανία, βλέπε:

Οργάνωση των νομικών επαγγελμάτων

Δικηγόροι

Ο δικηγόρος είναι ελεύθερος και ανεξάρτητος επαγγελματίας ο οποίος ασκεί δημόσιο λειτούργημα, δεν εξαρτάται από καμία δημόσια διοικητική αρχή και ασκεί τα καθήκοντά του σε καθεστώς ελεύθερου και θεμιτού ανταγωνισμού (άρθρο 1 του γενικού κανονισμού περί ισπανών δικηγόρων).

Τα καθήκοντα των δικηγόρων συνίστανται κυρίως στην καθοδήγηση και την υπεράσπιση των μερών σε κάθε είδους νομικές διαδικασίες, στην παροχή νομικών συμβουλών και συνδρομής και στην εκπροσώπηση του πελάτη τους, όταν αυτή δεν ανατίθεται από τον νόμο σε άλλους επαγγελματίες.

Για την άσκηση του επαγγέλματος του δικηγόρου απαιτείται:

  • Η ισπανική ιθαγένεια ή ιθαγένεια κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή της Συμφωνίας για τον Ευρωπαϊκό Οικονομικό Χώρο της 2ας Μαΐου 1992.
  • Η ενηλικίωση και η απουσία οποιουδήποτε κωλύματος για την άσκηση του επαγγέλματος.
  • Η κατοχή δικηγορικού επαγγελματικού τίτλου ή πτυχίου νομικής (στις περιπτώσεις που δεν εφαρμόζεται ο νόμος 30/2006, της 30ής Οκτωβρίου, σχετικά με την πρόσβαση στα επαγγέλματα του δικηγόρου και του αντίκλητου και συναφείς κανόνες εφαρμογής) ή ισότιμου τίτλου της αλλοδαπής σύμφωνα με τους ισχύοντες κανόνες.
  • Η εγγραφή στον Δικηγορικό Σύλλογο της μοναδικής ή κύριας επαγγελματικής έδρας για την άσκηση του επαγγέλματος σε όλη την εδαφική επικράτεια.

Η επαγγελματική αμοιβή για τις παρασχεθείσες υπηρεσίες καταβάλλεται είτε κατ’ αποκοπήν, είτε σε τακτά διαστήματα, είτε ανά ώρα. Το ύψος της αμοιβής καθορίζεται ελεύθερα μεταξύ πελάτη και δικηγόρου, σύμφωνα πάντα με τους κανόνες της δεοντολογίας και στο πλαίσιο του θεμιτού ανταγωνισμού.

Για περισσότερες πληροφορίες, βλέπε τον δικτυακό τόπο του Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροΓενικού Συμβουλίου Ισπανών Δικηγόρων.

Νομικές βάσεις δεδομένων

Παρέχεται δωρεάν πρόσβαση στις νομικές βάσεις δεδομένων;

Ναι, η πρόσβαση παρέχεται δωρεάν.

Νομικοί σύμβουλοι

Βλέπε υποκεφάλαιο «Δικηγόροι».

Συμβολαιογράφοι

Οργάνωση, αποστολή και καθήκοντα

Ο συμβολαιογράφος έχει την άρρηκτη διττή ιδιότητα του δημόσιου λειτουργού και του νομομαθή επαγγελματία και κύριο καθήκον του είναι να πιστοποιεί την εγκυρότητα των εγγράφων δικαιοπραξιών και λοιπών εξωδικαστικών πράξεων. Συντάσσει τα εν λόγω έγγραφα σύμφωνα με τη βούληση των δικαιοπρακτών, την οποία και οφείλει να διερευνά, να ερμηνεύει και να εκτελεί βάσει της ισχύουσας νομοθεσίας, ενημερώνοντας παράλληλα τα μέρη σχετικά με την ισχύ και τα αποτελέσματα της δικαιοπραξίας.

Η άσκηση των καθηκόντων του συμβολαιογράφου ως δημόσιου λειτουργού συνεπάγεται ότι τα έγγραφα που συντάσσει ή επικυρώνει (συμβολαιογραφικές πράξεις, εμπορικές συμβάσεις ή μαρτυρικές καταθέσεις) παράγουν ειδικά δικαστικά ή εξωδικαστικά αποτελέσματα, ανάλογα με τη φύση τους.

Οι συμβολαιογράφοι στην Ισπανία υπάγονται σε αυστηρή διοικητική οργάνωση όσον αφορά το σύνολο των δραστηριοτήτων τους (διορισμός από το Υπουργείο Δικαιοσύνης επιλογή κατόπιν διαγωνισμού περιορισμένες θέσεις σύστημα αμοιβής με ειδικά τέλη που καθορίζονται από την κυβέρνηση συνταξιοδότηση πειθαρχικό σύστημα). Οι προαγωγές γίνονται βάσει αρχαιότητας ή κατόπιν διαγωνισμού μεταξύ υποψήφιων συμβολαιογράφων που προκηρύσσει το Υπουργείο Δικαιοσύνης.

Μόνον οι κάτοχοι πτυχίου ή μεταπτυχιακού τίτλου νομικών σπουδών μπορούν να συμμετέχουν στους διαγωνισμούς επιλογής συμβολαιογράφων.

Οι συμβολαιογράφοι ανήκουν σε συλλόγους συμβολαιογράφων, που υπάρχουν ένας σε κάθε Αυτόνομη Κοινότητα, υπό το Γενικό Συμβούλιο Συμβολαιογράφων, στο οποίο το κράτος έχει χορηγήσει ορισμένες εξουσίες ελέγχου της άσκησης του επαγγέλματος.

Σε κάθε περίπτωση, υπάγονται ιεραρχικά απευθείας στο Υπουργείο Δικαιοσύνης μέσω της Γενικής Διεύθυνσης Υποθηκοφυλάκων και Συμβολαιογράφων, η οποία ασκεί καθήκοντα εποπτείας και ελέγχου των συμβολαιογραφείων.

Για περισσότερες πληροφορίες, βλέπε τον δικτυακό τόπο του Γενικού Συμβουλίου Ισπανών Συμβολαιογράφων (www.notariado.org).

Λοιπά νομικά επαγγέλματα

Υποθηκοφύλακες

Τα υποθηκοφυλάκεια ακινήτων, εμπορικών πράξεων και κινητών περιουσιακών αγαθών τηρούν βιβλία με σκοπό τη δημοσιότητα συγκεκριμένων δικαιωμάτων, πράξεων ή γεγονότων με εμπράγματα νομικά αποτελέσματα έναντι πάντων (erga omnes), κάτι που τους προσδίδει έτσι το τεκμήριο της νομιμοποίησης, της ακρίβειας, της εγκυρότητας και της ακεραιότητας. Με τον τρόπο αυτό, εκπίπτει η ανάγκη πρόσθετων εγγυήσεων (ασφαλίσεις τίτλων, εγγυήσεις τρίτων κ.λπ.) προκειμένου να βεβαιωθεί η κυριότητα των εν λόγω δικαιωμάτων, καθώς το σύστημα αυτό είναι πολύ πιο ασφαλές και οικονομικό, μια και το κόστος της μεταγραφής καταβάλλεται άπαξ και τα αποτελέσματά της έχουν άμεσο και μόνιμο χαρακτήρα.

Οι υποθηκοφύλακες είναι δημόσιοι λειτουργοί και είναι επιφορτισμένοι με τα καθήκοντα διοίκησης των υποθηκοφυλακείων ακινήτων, εμπορικών πράξεων και κινητών αγαθών στην Ισπανία. Φέρουν τη διττή ιδιότητα του δημόσιου λειτουργού και του νομομαθούς επαγγελματία: ασκούν τα δημόσια καθήκοντα που τους αναθέτει η γενικότερη νομοθεσία και ειδικότερα η εμπορική και η διοικητική νομοθεσία και η νομοθεσία σχετικά με τις υποθήκες. Από τον χαρακτήρα του δημόσιου λειτουργήματος που επιτελούν, βάσει της νομοθεσίας σχετικά με τις υποθήκες, εκπορεύονται τα δικαιώματα που τους αναγνωρίζει η διοικητική νομοθεσία.

Το σύστημα πρόσβασης στο επάγγελμα του υποθηκοφύλακα, ο αριθμός των διατιθέμενων θέσεων, το σύστημα αμοιβής, το πειθαρχικό σύστημα και το σύστημα συνταξιοδότησής τους ρυθμίζονται από το κράτος. Μόνον οι κάτοχοι πτυχίου ή μεταπτυχιακού τίτλου νομικών σπουδών μπορούν, κατόπιν διαγωνισμού που προκηρύσσει το κράτος, να αποκτήσουν πρόσβαση στις θέσεις υποθηκοφύλακα.

Η αμοιβή τους γίνεται με την είσπραξη τέλους που εγκρίνεται από την κυβέρνηση.

Οι υποθηκοφύλακες είναι μέλη του Εθνικού Συλλόγου Υποθηκοφυλάκων Ισπανίας, στον οποίο το κράτος έχει αναθέσει ορισμένα καθήκοντα ελέγχου της άσκησης του επαγγέλματος.

Επιπλέον, υπάγονται ιεραρχικά στο Υπουργείο Δικαιοσύνης μέσω της Γενικής Διεύθυνσης Υποθηκοφυλάκων και Συμβολαιογράφων, η οποία ασκεί καθήκοντα εποπτείας και ελέγχου των υποθηκοφυλακείων.

Στα καθήκοντα των υποθηκοφυλάκων συγκαταλέγονται η ταξινόμηση των εγγράφων που υποβάλλονται προς μεταγραφή στα μητρώα της ευθύνης τους, η παροχή συμβουλών στους πολίτες σε θέματα μεταγραφής και η παροχή πρόσβασης στο κοινό όσον αφορά τα βιβλία των υποθηκοφυλακείων. Οι υποθηκοφύλακες ελέγχουν κατά περίπτωση το έννομο συμφέρον των αιτούντων και προστατεύουν δεόντως τα ευαίσθητα δεδομένα.

Για περισσότερες πληροφορίες, βλέπε τον δικτυακό τόπο του Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροΣυλλόγου Υποθηκοφυλάκων Ισπανίας.

Αντίκλητοι

Οι αντίκλητοι εκπροσωπούν τα δικαιώματα και τα συμφέροντα των διαδίκων ενώπιον των δικαστηρίων με εξουσιοδότηση που τους χορηγείται για τον σκοπό αυτό και διασφαλίζουν την αξιόπιστη επικοινωνία μεταξύ των δικαστηρίων και των διαδίκων και εκτελούν τα λοιπά καθήκοντα που έχουν από τον νόμο.

Για την άσκηση του επαγγέλματός τους είναι απαραίτητη η κατοχή του τίτλου του αντικλήτου ή του επαγγελματικού τίτλου του αντικλήτου ενώπιον των δικαστηρίων (στην τελευταία περίπτωση βάσει του νόμου 34/2006, της 30ής Οκτωβρίου, σχετικά με την πρόσβαση στα επαγγέλματα του δικηγόρου και του αντικλήτου ενώπιον των δικαστηρίων), η εγγραφή στο Σύλλογο Αντικλήτων, η παροχή εγγυήσεων και η ορκωμοσία ή η υποβολή δήλωσης που επέχει θέση όρκου.

Οι αντίκλητοι υπάγονται στον Σύλλογο Αντικλήτων, ενώ το Διοικητικό Συμβούλιο του συλλόγου εποπτεύει τη δέουσα και αποτελεσματική άσκηση των καθηκόντων τους

Οι αμοιβές για τις παρεχόμενες υπηρεσίες τους καθορίζονται από το Υπουργείο Δικαιοσύνης.

Για περισσότερες πληροφορίες βλέπε τον δικτυακό τόπο του Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροΓενικού Συμβουλίου Αντικλήτων Ισπανίας.

Σύμβουλοι σε θέματα εργατικού δικαίου και κοινωνικής ασφάλισης (Graduados sociales)

Ο Graduado Social είναι ένας σύμβουλος που είναι εξειδικευμένος σε θέματα εργατικού δικαίου και κοινωνικής ασφάλισης και ο οποίος μπορεί να παρίσταται σε υποθέσεις εργατικού δικαίου και κοινωνικής ασφάλισης ενώπιον των δικαστηρίων.

Ο σύμβουλος αυτός μπορεί να παρίσταται σε διαδικασίες έως και ενώπιον του Ανωτέρου Δικαστηρίου, και να ασκεί ακόμα και έφεση (recurso de suplicación). Αντίθετα, σε περίπτωση άσκησης αναίρεσης στο Ανώτατο Δικαστήριο είναι απαραίτητη η παράσταση δικηγόρου.

Στην Ισπανία υπάρχουν περισσότεροι από 25.000 σύμβουλοι σε θέματα εργατικού δικαίου και κοινωνικής ασφάλισης που παρέχουν συμβουλές τόσο σε επιχειρήσεις όσο και σε εργαζόμενους.

Σχετικοί σύνδεσμοι

Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροΙΣΠΑΝΙΚΟ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ

Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροΓΕΝΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΙΚΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΙΣΠΑΝΙΑΣ

Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροΕΙΣΑΓΓΕΛΙΚΗ ΑΡΧΗ ΙΣΠΑΝΙΑΣ

Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροΕΘΝΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΓΡΑΜΜΑΤΕΩΝ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΩΝ ΙΣΠΑΝΙΑΣ

Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροΓΕΝΙΚΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΙΣΠΑΝΩΝ ΔΙΚΗΓΟΡΩΝ

Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροΓΕΝΙΚΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΑΝΤΙΚΛΗΤΩΝ ΙΣΠΑΝΙΑΣ

Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροΓΕΝΙΚΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΙΣΠΑΝΩΝ ΣΥΜΒΟΛΑΙΟΓΡΑΦΩΝ

Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροΣΥΛΛΟΓΟΣ ΥΠΟΘΗΚΟΦΥΛΑΚΩΝ ΙΣΠΑΝΙΑΣ

Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροΓΕΝΙΚΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΚΩΝ ΣΥΛΛΟΓΩΝ ΣΥΜΒΟΥΛΩΝ ΣΕ ΘΕΜΑΤΑ ΕΡΓΑΤΙΚΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ


Την έκδοση αυτής της σελίδας στην εθνική γλώσσα διαχειρίζεται το εκάστοτε κράτος μέλος. Οι μεταφράσεις έχουν γίνει από την αρμόδια υπηρεσία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Οι τυχόν αλλαγές που επιφέρει η αρμόδια εθνική αρχή στο πρωτότυπο ενδέχεται να μην έχουν περιληφθεί ακόμα στις μεταφράσεις. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή δεν αναλαμβάνει καμία ευθύνη όσον αφορά τις πληροφορίες ή τα στοιχεία που περιλαμβάνονται ή για τα οποία γίνεται λόγος στο παρόν έγγραφο. Βλ. την ανακοίνωση νομικού περιεχομένου για τους κανόνες πνευματικής ιδιοκτησίας που ισχύουν στο κράτος μέλος που είναι αρμόδιο για την παρούσα σελίδα.

Τελευταία επικαιροποίηση: 12/03/2019

Νομικά επαγγέλματα - Γαλλία

Η γλωσσική έκδοση που βλέπετε τώρα βρίσκεται στο στάδιο της μετάφρασης.
Υπάρχει ήδη μετάφραση στις ακόλουθες γλώσσες: γαλλικά

Στην παρούσα ενότητα παρέχεται επισκόπηση των διάφορων νομικών επαγγελμάτων.


Νομικά επαγγέλματα

Νομικά επαγγέλματα – εισαγωγή

Οι δικαστές

Οργάνωση

Οι επαγγελματίες δικαστές περιλαμβάνουν τους δικαστές και τους εισαγγελείς. Οι δικαστές αναφέρονται συχνά ως «δικαστές της έδρας», ενώ η εισαγγελική αρχή εκπροσωπείται από τους «εισαγγελείς».

Οι πρώτοι αποφαίνονται επί των διαφορών που τους υποβάλλονται, ενώ οι δεύτεροι εκπροσωπούν την κοινωνία και ζητούν την εφαρμογή του νόμου. Το καθεστώς των δικαστών ρυθμίζεται από τη διάταξη αριθ. 58-1270 της 22ας Δεκεμβρίου 1958 σχετικά με τον οργανικό νόμο που αφορά το καθεστώς των δικαστών. Από αυτό προκύπτει ότι κάθε δικαστής μπορεί κατά τη διάρκεια της σταδιοδρομίας του να διορισθεί σε καθήκοντα δικαστή έδρας ή εισαγγελέα: πρόκειται για την αρχή της ενότητας του δικαστικού επαγγέλματος (άρθρο 1), την οποία επιβεβαίωσε το Συνταγματικό Συμβούλιο, ειδικότερα με την απόφασή του της 11ης Αυγούστου 1993. Οι δικαστές είναι μέλη της δικαστικής αρχής, η οποία είναι θεματοφύλακας των ατομικών ελευθεριών κατ’ εφαρμογή του άρθρου 66 του Συντάγματος. Ωστόσο, υπάρχουν ορισμένες διαφορές στο καθεστώς τους, καθώς οι δικαστές της έδρας δεν υπάγονται στην ιεραρχική εξουσία της ανώτερης αρχής και δεν είναι δυνατόν να μετατεθούν, δηλαδή δεν είναι δυνατόν να διορισθούν αλλού χωρίς τη συγκατάθεσή τους.

Οι περισσότεροι δικαστές προσλαμβάνονται βάσει διαγωνισμού. Για να συμμετάσχουν στον «πρώτο διαγωνισμό», ο οποίος είναι ανοικτός στους φοιτητές, οι υποψήφιοι πρέπει να κατέχουν δίπλωμα που να πιστοποιεί εκπαίδευση διάρκειας τουλάχιστον τεσσάρων ετών μετά το απολυτήριο (= Master). Οι επιτυχόντες υποψήφιοι διορίζονται ως ασκούμενοι και λαμβάνουν την ίδια κατάρτιση που παρέχεται από την Ανώτατη Σχολή Δικαστών (École nationale de la magistrature, ENM). Υπάρχουν επίσης περιπτώσεις άμεσης πρόσληψης. Στο τέλος της κατάρτισής τους στην ENM, οι ασκούμενοι διορίζονται με διάταγμα στο δικαιοδοτικό όργανο στο οποίο ανήκουν.

Οι επικεφαλής του δικαιοδοτικού οργάνου (πρόεδρος και εισαγγελέας) και οι επικεφαλής του δικαστηρίου (πρώτος πρόεδρος και γενικός εισαγγελέας) ασκούν, επιπλέον των δικαστικών καθηκόντων τους, διοικητικά καθήκοντα (π.χ. κατανομή των δικών).

Την 1η Ιανουαρίου 2013 υπήρχαν 8.090 δικαστές, εκ των οποίων 7.769 ήταν διορισμένοι σε δικαστήρια.

Το Ανώτατο Δικαστικό Συμβούλιο

Οι διατάξεις που αφορούν το Ανώτατο Δικαστικό Συμβούλιο (Conseil supérieur de la magistrature, CSM) περιέχονται στο άρθρο 65 του Συντάγματος. Ο συνταγματικός νόμος της 23ης Ιουλίου 2008 τροποποίησε τη σύνθεση και τις αρμοδιότητές του Ανώτατου Δικαστικού Συμβουλίου (όσον αφορά τους διορισμούς) και θέσπισε τη δυνατότητα προσφυγής σε αυτό από έναν πολίτη που επιζητεί έννομη προστασία. Επίσης, ο πρόεδρος της Δημοκρατίας δεν είναι πλέον μέλος του CSM.

Πρόεδρος της αρμόδιας σύνθεσης για τους δικαστές είναι ο πρώτος πρόεδρος του Ακυρωτικού Δικαστηρίου. Η σύνθεση περιλαμβάνει επίσης πέντε εισαγγελείς και έναν δικαστή, καθώς και τον σύμβουλο επικρατείας διορισμένο από το Συμβούλιο της Επικρατείας, έναν δικηγόρο καθώς και έξι πρόσωπα με κατάλληλα προσόντα που δεν ανήκουν ούτε στο Κοινοβούλιο ούτε στο δικαστικό σώμα ούτε στη διοίκηση. Ο πρόεδρος της Δημοκρατίας, ο πρόεδρος της Εθνοσυνέλευσης και ο πρόεδρος της Γερουσίας ορίζουν έκαστος δύο πρόσωπα με κατάλληλα προσόντα.

Πρόεδρος της αρμόδιας σύνθεσης για τους εισαγγελείς είναι ο γενικός εισαγγελέας του Ακυρωτικού Δικαστηρίου. Η σύνθεση περιλαμβάνει επίσης πέντε εισαγγελείς και έναν δικαστή, καθώς και τον σύμβουλο επικρατείας, τον δικηγόρο και τα έξι πρόσωπα με κατάλληλα προσόντα που αναφέρθηκαν ανωτέρω.

Η αρμόδια για τους δικαστές σύνθεση του Ανώτατου Δικαστικού Συμβουλίου υποβάλλει προτάσεις για τον διορισμό δικαστών στο Ακυρωτικό Δικαστήριο, για τον διορισμό πρώτου προέδρου εφετείου και για τον διορισμό προέδρου πρωτοδικείου. Οι λοιποί δικαστές διορίζονται κατόπιν σύμφωνης γνώμης του.

Η συγκεκριμένη σύνθεση του Ανώτατου Δικαστικού Συμβουλίου λειτουργεί και ως πειθαρχικό συμβούλιο των δικαστών. Στην περίπτωση αυτή, περιλαμβάνει, εκτός από τα προαναφερθέντα μέλη, τον δικαστή που ανήκει στην αρμόδια σύνθεση για τους εισαγγελείς.

Η αρμόδια για τους εισαγγελείς σύνθεση του Ανώτατου Δικαστικού Συμβουλίου γνωμοδοτεί σχετικά με τους διορισμούς που αφορούν εισαγγελείς. Η συγκεκριμένη σύνθεση του Ανώτατου Δικαστικού Συμβουλίου γνωμοδοτεί επί των πειθαρχικών κυρώσεων που αφορούν εισαγγελείς. Στην περίπτωση αυτή, περιλαμβάνει, εκτός από τα μέλη που αναφέρονται στο άρθρο 65 τρίτο εδάφιο, τον εισαγγελέα που ανήκει στην αρμόδια σύνθεση για τους δικαστές.

Εισαγγελική αρχή

Οργάνωση

Η εισαγγελική αρχή εκπροσωπείται από τους εισαγγελείς, οι οποίοι είναι επιφορτισμένοι να μεριμνούν για τα συμφέροντα της κοινωνίας που εκπροσωπούν ζητώντας την εφαρμογή του νόμου.

Με εξαίρεση τη γενική εισαγγελία του Ακυρωτικού Δικαστηρίου, η οποία κατέχει ξεχωριστή θέση, η εισαγγελική αρχή σχηματίζει στη Γαλλία μια ιεραρχική πυραμίδα «υπό την εξουσία του Σφραγιδοφύλακα, του υπουργού Δικαιοσύνης». Έτσι, το άρθρο 30 του κώδικα ποινικής δικονομίας ορίζει ότι ο υπουργός Δικαιοσύνης εφαρμόζει την πολιτική ποινικής δίωξης που καθορίζεται από την κυβέρνηση. Μεριμνά για τη συνεκτικότητα της εφαρμογής της στην επικράτεια της χώρας. Για τον σκοπό αυτό, απευθύνει στους εισαγγελείς γενικές οδηγίες ποινικής δίωξης.

Σε κάθε πρωτοδικείο, ο εισαγγελέας πλημμελειοδικών διευθύνει την εισαγγελία αποτελούμενη από ορισμένους εισαγγελείς, οι οποίοι είναι ιεραρχικά υφιστάμενοί του. Οργανώνει την εισαγγελία του κατανέμοντας τα καθήκοντα και τις υπηρεσίες μεταξύ των αντιεισαγγελέων, των βοηθών εισαγγελέων και των αναπληρωτών εισαγγελέων. Ο εισαγγελέας πλημμελειοδικών τελεί υπό τον εποπτεία και την καθοδήγηση του γενικού εισαγγελέα.

Πέρα από την ιεραρχική αυτή δομή, η εισαγγελία είναι αδιαίρετη: ο αναπληρωτής εισαγγελέας δεν χρειάζεται εξουσιοδότηση από τον προϊστάμενό του για να ενεργήσει και κάθε πράξη του δεσμεύει το σύνολο της εισαγγελίας.

Αποστολή και καθήκοντα

Η εισαγγελία έχει κυρίως ποινικές αρμοδιότητες. Διευθύνει τις ανακρίσεις και εκτελεί ή ζητεί να εκτελεσθούν όλες οι αναγκαίες πράξεις για τη δίωξη των παραβάσεων του νόμου. Επίσης, αξιολογεί τη συνέχεια που πρέπει να δοθεί στις ποινικές υποθέσεις βάσει της αρχής της σκοπιμότητας της δίωξης (π.χ. κίνηση ανακριτικής διαδικασίας, παραπομπή σε δίκη ή αρχειοθέτηση της υπόθεσης χωρίς να δοθεί συνέχεια). Παρεμβαίνει υποχρεωτικά στη δίκη αναπτύσσοντας ελεύθερα τις προφορικές παρατηρήσεις του (σχετικά με τα πραγματικά περιστατικά, την προσωπικότητα του κατηγορουμένου και την ποινή), τις οποίες θεωρεί ενδεδειγμένες για την κατάλληλη απονομή της δικαιοσύνης. Είναι επίσης αρμόδιος για την εκτέλεση των ποινών.

Ο εισαγγελέας είναι επίσης επιφορτισμένος με την προστασία των ανηλίκων που διατρέχουν κίνδυνο και έχει ορισμένες αστικές αρμοδιότητες όσον αφορά, για παράδειγμα, την κατάσταση των προσώπων (π.χ. τροποποίηση των ατομικών στοιχείων ενός προσώπου), διοικητικές αρμοδιότητες (π.χ. σε θέματα καταστημάτων πώλησης ποτών, περιοδικού Τύπου, άμεσων πωλήσεων κ.λπ.) και εμπορικές αρμοδιότητες (π.χ. σε συλλογικές διαδικασίες).

Η αποστολή και τα καθήκοντα των δικαστών περιγράφονται αναλυτικά στην ενότητα για τα τακτικά δικαστήρια.

Μη επαγγελματίες δικαστές

Δικαστές μικροδιαφορών

Οι δικαστές μικροδιαφορών θεσπίσθηκαν από τον νόμο περί προσανατολισμού και προγραμματισμού της δικαιοσύνης της 9ης Σεπτεμβρίου 2002, ο οποίος συμπληρώθηκε από τον νόμο αριθ. 2005-47 της 26ης Ιανουαρίου 2005. Διορίζονται με διάταγμα κατόπιν σύμφωνης γνώμης του CSM για θητεία 7 ετών, μη ανανεώσιμη. Με ορισμένες επιφυλάξεις, υπάγονται στο καθεστώς της προαναφερθείσας διάταξης αριθ. 58-1270 της 2ας Δεκεμβρίου 1958.

Οι δικαστές μικροδιαφορών ασκούν ορισμένα από τα καθήκοντα των δικαστών των δικαστηρίων. Σε αστικές υποθέσεις, είναι αρμόδιοι για προσωπικές αγωγές και αγωγές που αφορούν κινητά αξίας έως 4.000 ευρώ, εκτός εάν αυτές υπάγονται στο πρωτοδικείο. Σε ποινικές υποθέσεις, είναι επίσης αρμόδιοι για τις παραβάσεις των τεσσάρων πρώτων τάξεων, συμμετέχουν ως πάρεδροι στη σύνθεση του πλημμελειοδικείου και επικυρώνουν τους συμβιβασμούς περί εξωδικαστικής επιβολής ποινής σε ποινικές υποθέσεις.

Την 1η Ιανουαρίου 2013 υπήρχαν 452 δικαστές μικροδιαφορών.

Δικαστές εργατοδικείων

Οι δικαστές εργατοδικείων εκλέγονται κάθε 5 έτη. Εκλέγονται κατά σώματα (εργοδότες και μισθωτοί) και τομείς (γεωργία, βιομηχανία, εμπόριο, διοίκηση και διάφορες δραστηριότητες), με αναλογική εκπροσώπηση χωρίς δυνατότητα μεικτής ψήφου ή ψήφου προτίμησης. Οι υποψήφιοι πρέπει να είναι γάλλοι πολίτες, ηλικίας τουλάχιστον 21 ετών και να μην τους έχει επιβληθεί ποινή απαγόρευσης, έκπτωσης ή ανικανότητας όσον αφορά τα πολιτικά δικαιώματά τους.

Εκλογείς είναι όλοι οι μισθωτοί και οι εργοδότες ηλικίας τουλάχιστον 16 ετών, οι οποίοι ασκούν επαγγελματική δραστηριότητα ή τελούν υπό σύμβαση μαθητείας ή είναι άνεργοι παρά τη θέλησή τους.

Πάρεδροι δικαστηρίων υποθέσεων κοινωνικής ασφάλισης

Ορίζονται για τρία έτη από τον πρώτο πρόεδρο του εφετείου βάσει καταλόγου που υποβάλλεται, στην περιφέρεια του εκάστοτε δικαστηρίου, από τον διευθυντή της περιφερειακής διεύθυνσης νεολαίας, υγειονομικών και κοινωνικών υποθέσεων.

Πάρεδροι δικαστηρίων υποθέσεων αναπηρίας

Ορίζονται για θητεία τριών ετών από τον πρώτο πρόεδρο του εφετείου στην περιφέρεια του οποίου βρίσκεται η έδρα του δικαστηρίου, βάσει καταλόγων που καταρτίζονται από τον προϊστάμενο της περιφερειακής υπηρεσίας νεολαίας, αθλητισμού και κοινωνικής συνοχής κατόπιν πρότασης των πλέον αντιπροσωπευτικών επαγγελματικών οργανώσεων.

Πάρεδροι δικαστηρίων ανηλίκων

Ορίζονται για θητεία τεσσάρων ετών από τον υπουργό Δικαιοσύνης. Διακρινόμενοι για το ενδιαφέρον τους σχετικά με τα θέματα που αφορούν τα παιδιά και τις ικανότητές τους, επιλέγονται για κάθε δικαστήριο ανηλίκων βάσει καταλόγου υποψηφίων που υποβάλλεται από τον πρώτο πρόεδρο του εφετείου.

Πάρεδροι μικτών δικαστηρίων για τις αγροτικές μισθώσεις

Ενοικιαστές οι οποίοι δεν είναι μισθωτές και μισθωτές οι οποίοι δεν είναι ενοικιαστές, εκλέγονται ισάριθμα από ομότιμούς τους βάσει εκλογικών καταλόγων που καταρτίζει ο νομάρχης κατόπιν πρότασης της επιτροπής σύνταξης των εκλογικών καταλόγων.

Δικαστές εμποροδικείων (= juges consulaires)

Πρόκειται για εθελοντές εμπόρους, οι οποίοι εκλέγονται από άλλους εμπόρους.

Διορίζονται με διαδικασία δύο σταδίων, η οποία προβλέπεται στα άρθρα L. 723-1 έως L. 723-14 και R. 723-1 έως R. 723-31 του εμπορικού κώδικα.

Εκλογείς είναι οι δικαστές και πρώην δικαστές καθώς και οι εκπρόσωποι των εμπόρων. Οι εκπρόσωποι των εμπόρων είναι οι ίδιοι έμποροι, οι οποίοι εκλέγονται για πέντε έτη, με μοναδική εντολή την εκλογή των δικαστών των εμποροδικείων.

Οι δικαστές εμποροδικείων εκλέγονται για μια πρώτη θητεία δύο ετών και, στη συνέχεια, για θητείες τεσσάρων ετών. Ο αριθμός των διαδοχικών θητειών περιορίζεται σε τέσσερις. Στο πέρας τεσσάρων θητειών, οι δικαστές εμποροδικείων δεν είναι πλέον επιλέξιμοι για περίοδο ενός έτους.

Η εκλογή των δικαστών εμποροδικείων διεξάγεται κάθε χρόνο, κατά το πρώτο δεκαπενθήμερο του Οκτωβρίου σε όλα τα δικαστήρια στα οποία υπάρχουν κενές θέσεις προς πλήρωση.

Γραμματείς δικαστηρίου

Ο γραμματέας είναι ειδικός επί της διαδικασίας. Επικουρεί τον δικαστή στις πράξεις της δικαιοδοσίας του και είναι υπεύθυνος για την επικύρωση και την πιστοποίηση, επί ποινή ακυρότητας, των δικαστικών πράξεων στις περιπτώσεις που αυτό προβλέπεται από τον νόμο.

Ως φυσικός συνεργάτης του δικαστή, επικουρεί τον τελευταίο στο πλαίσιο της κατάρτισης της δικογραφίας και της διεξαγωγής ερευνών τεκμηρίωσης. Μπορεί επίσης να ασκεί καθήκοντα υποδοχής και ενημέρωσης του κοινού, καθώς και καθήκοντα επαγγελματικής εκπαίδευσης στην εθνική σχολή γραμματέων δικαστηρίου.

Τα καθήκοντα του γραμματέα δικαστηρίου ασκούνται κυρίως στις διάφορες υπηρεσίες των δικαστηρίων. Ανάλογα με τη σημασία του δικαστηρίου και την οργάνωσή του, ο γραμματέας μπορεί να επιφορτισθεί με διοικητικές αρμοδιότητες, όπως προϊστάμενος γραμματείας, αναπληρωτής ή προϊστάμενος υπηρεσίας.

Οι δικηγόροι

Οι δικηγόροι είναι λειτουργοί της δικαιοσύνης, οι οποίοι ασκούν ελεύθερο και ανεξάρτητο επάγγελμα. Το καθεστώς τους απορρέει κυρίως από τον νόμο αριθ. 71-130 της 31ης Δεκεμβρίου 1971 για τη μεταρρύθμιση του καθεστώτος ορισμένων δικαστικών λειτουργών και άλλων νομικών και το διάταγμα αριθ. 91-1197 της 27ης Νοεμβρίου 1991 για την οργάνωση του δικηγορικού επαγγέλματος. Ο νόμος αριθ. 90-1259 της 31ης Δεκεμβρίου 1990, ο οποίος τροποποίησε τον νόμο του 1971, και τα διατάγματα εφαρμογής του δημιούργησαν το νέο επάγγελμα του δικηγόρου συγχωνεύοντας τους δικηγόρους και τους νομικούς συμβούλους.

Στην καθημερινή άσκηση της δραστηριότητάς του, ο δικηγόρος εκπληρώνει δύο καθήκοντα: την παροχή συμβουλών και την υπεράσπιση.

Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 4 πρώτο εδάφιο του νόμου της 31ης Δεκεμβρίου 1971, οι δικηγόροι διαθέτουν οιονεί μονοπώλιο όσον αφορά την παροχή συνδρομής και την εκπροσώπηση των διαδίκων, την παράσταση και την αγόρευση ενώπιον των δικαστηρίων και των κάθε φύσης δικαιοδοτικών ή πειθαρχικών οργάνων.

Το επάγγελμα χαρακτηρίζεται από την απουσία εθνικού σώματος, καθώς οι δικηγόροι επιθυμούν να διαφυλάξουν τη δίκαιη εκπροσώπηση του συνόλου των δικηγορικών συλλόγων. Οι δικηγόροι υπάγονται στους 161 δικηγορικούς συλλόγους της μητροπολιτικής Γαλλίας και των υπερπόντιων εδαφών που υφίστανται στην περιφέρεια των πρωτοδικείων (tribunaux de grande instance). Κάθε δικηγορικός σύλλογος διαθέτει έναν πρόεδρο και διοικείται από το συμβούλιο του σώματος, το οποίο είναι αρμόδιο να χειρίζεται κάθε θέμα που αφορά την άσκηση του επαγγέλματος και να μεριμνά για την τήρηση των υποχρεώσεων των δικηγόρων καθώς και για την προστασία των δικαιωμάτων τους.

Το Εθνικό Συμβούλιο των Δικηγορικών Συλλόγων (Conseil national des barreaux, CNB), το οποίο θεσπίσθηκε με τον νόμο της 31ης Δεκεμβρίου 1990 (άρθρο 15), είναι ίδρυμα κοινής ωφέλειας με νομική προσωπικότητα, επιφορτισμένο να εκπροσωπεί το δικηγορικό επάγγελμα ενώπιον των δημόσιων αρχών και να μεριμνά για την εναρμόνιση των κανόνων και των πρακτικών του επαγγέλματος.

Το Εθνικό Συμβούλιο των Δικηγορικών Συλλόγων διαθέτει δικτυακό τόπο, ο οποίος παρέχει δωρεάν πρόσβαση σε πληροφορίες σχετικά με την οργάνωση του επαγγέλματος, ζητήματα επικαιρότητας που αφορούν το επάγγελμα καθώς και κατάλογο του συνόλου των δικηγόρων που είναι εγγεγραμμένοι στους δικηγορικούς συλλόγους της Γαλλίας. Οι περισσότεροι μεγάλοι δικηγορικοί σύλλογοι διαθέτουν δικτυακούς τόπους στους οποίους παρέχεται ελεύθερη και δωρεάν πρόσβαση και οι διευθύνσεις των οποίων περιέχονται στον κατάλογο των δικηγορικών συλλόγων που είναι διαθέσιμος στον δικτυακό τόπο του CNB.

Οι δικηγόροι στο Συμβούλιο της Επικρατείας (Conseil d’Etat) και στο Ακυρωτικό Δικαστήριο (Cour de cassation) αποτελούν ξεχωριστό επάγγελμα: είναι δημόσιοι αξιωματούχοι, οι οποίοι διορίζονται για την άσκηση των καθηκόντων τους με απόφαση του Σφραγιδοφύλακα, του υπουργού Δικαιοσύνης. Διαθέτουν αποκλειστικό δικαίωμα εκπροσώπησης ενώπιον των ανώτατων δικαστηρίων, όταν η εκπροσώπηση αυτή είναι υποχρεωτική. Το καθεστώς τους προκύπτει κατά κύριο λόγο από τη διάταξη της 10ης Σεπτεμβρίου 1817, η οποία θεσπίζει το σώμα των δικηγόρων στο Συμβούλιο της Επικρατείας και στο Ακυρωτικό Δικαστήριο, το διάταγμα αριθ. 91-1125 της 28ης Οκτωβρίου 1991 σχετικά με τις προϋποθέσεις πρόσβασης στο εν λόγω επάγγελμα καθώς και το διάταγμα αριθ. 2002-76 της 11ης Ιανουαρίου 2002 σχετικά με τους πειθαρχικούς κανόνες που διέπουν το επάγγελμα αυτό.

Με διάταξη της 10ης Ιουλίου 1814, ο αριθμός των δικηγόρων στο Συμβούλιο της Επικρατείας και στο Ακυρωτικό Δικαστήριο ορίσθηκε σε εξήντα. Ωστόσο, το διάταγμα της 22ας Απριλίου 2009 επιτρέπει στον Σφραγιδοφύλακα να δημιουργεί με απόφασή του νέες θέσεις δικηγόρων στο Συμβούλιο της Επικρατείας και στο Ακυρωτικό Δικαστήριο, για λόγους ορθής απονομής της δικαιοσύνης, λαμβανομένων ιδίως υπόψη της εξέλιξης του αριθμού των υποθέσεων που υποβάλλονται στα δύο αυτά δικαστήρια.

Οι δικηγόροι στο Συμβούλιο της Επικρατείας και στο Ακυρωτικό Δικαστήριο αποτελούν αυτόνομο σώμα, επικεφαλής του οποίου είναι ο πρόεδρος, ο οποίος επικουρείται από το συμβούλιο του σώματος που απαρτίζεται από 11 μέλη. Ο φορέας αυτός ασκεί πειθαρχικά καθήκοντα και εκπροσωπεί το επάγγελμα.

Οι πληροφορίες αυτές περιέχονται επίσης στον δικτυακό τόπο του Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροΣώματος δικηγόρων στο Συμβούλιο της Επικρατείας και στο Ακυρωτικό Δικαστήριο.

Διατίθεται βάση δεδομένων στον συγκεκριμένο τομέα;

Διατίθεται βάση δεδομένων, η οποία τηρείται από το Εθνικό Συμβούλιο των Δικηγορικών Συλλόγων με βάση τον κατάλογο των δικηγόρων που είναι εγγεγραμμένοι στους πίνακες κάθε σώματος δικηγόρων στη Γαλλία.

Παρέχεται δωρεάν πρόσβαση στις πληροφορίες αυτές;

Η πρόσβαση στην εν λόγω βάση στον δικτυακό τόπο του Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροΕθνικού Συμβουλίου των Δικηγορικών Συλλόγων παρέχεται δωρεάν.

Οι συμβολαιογράφοι

Οργάνωση

Οι συμβολαιογράφοι είναι δημόσιοι λειτουργοί και δημόσιοι αξιωματούχοι, οι οποίοι διορίζονται με απόφαση του σφραγιδοφύλακα, του υπουργού Δικαιοσύνης. Ωστόσο, ασκούν το επάγγελμά τους ως ελεύθεροι επαγγελματίες. Το καθεστώς τους προκύπτει κατά κύριο λόγο από τον νόμο της 25ης Βεντόζ του έτους XI, τη διάταξη αριθ. 45-2590 της 2ας Νοεμβρίου 1945 και το διάταγμα αριθ. 45-0117 της 19ης Δεκεμβρίου 1945 σχετικά με την οργάνωση του συμβολαιογραφικού επαγγέλματος, το διάταγμα αριθ. 73-609 της 5ης Ιουλίου 1973 σχετικά με την επαγγελματική κατάρτιση και τις προϋποθέσεις πρόσβασης στο συμβολαιογραφικό επάγγελμα και το διάταγμα αριθ. 78-262 της 8ης Μαρτίου 1978 σχετικά με τον καθορισμό των αμοιβών των συμβολαιογράφων.

Το επάγγελμα είναι οργανωμένο σε νομαρχιακά και περιφερειακά σώματα, επιφορτισμένα με τη ρύθμιση και τα πειθαρχικά ζητήματα που αφορούν τους συμβολαιογράφους της δικαιοδοσίας τους. Το όργανο εκπροσώπησης ενώπιον των δημόσιων αρχών σε εθνικό επίπεδο είναι το Ανώτατο Συμβολαιογραφικό Συμβούλιο.

Εκτός από το καθήκον εκπροσώπησης ενώπιον των δημόσιων αρχών, το Ανώτατο Συμβολαιογραφικό Συμβούλιο ασκεί καθήκοντα πρόληψης και συμβιβασμού των διαφορών επαγγελματικής φύσης μεταξύ συμβολαιογράφων που δεν υπάγονται στο ίδιο περιφερειακό συμβούλιο. Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροΤο Ανώτατο Συμβολαιογραφικό Συμβούλιο διαθέτει δικτυακό τόπο δωρεάν πρόσβασης που περιγράφει τα κύρια χαρακτηριστικά του επαγγέλματος και περιέχει κατάλογο των συμβολαιογράφων και των νομαρχιακών και περιφερειακών σωμάτων.

Αποστολή και καθήκοντα

Οι συμβολαιογράφοι έχουν την εξουσία να χορηγούν δημόσια έγγραφα, τα οποία είναι εκτελεστά χωρίς να απαιτείται δικαστική απόφαση.

Ασκούν επίσης καθήκοντα παροχής συμβουλών σε ιδιώτες και σε επιχειρήσεις, οι οποίες συμβουλές συνδέονται ή μη με την κατάρτιση πράξεων, και μπορούν να παρεμβαίνουν, επικουρικώς, στη διαχείριση περιουσιακών στοιχείων και στη διαπραγμάτευση ακινήτων.

Άλλα νομικά επαγγέλματα

Οι δικαστικοί επιμελητές

Οι δικαστικοί επιμελητές είναι δημόσιοι λειτουργοί και δημόσιοι αξιωματούχοι, οι οποίοι διορίζονται στα καθήκοντά τους με απόφαση του Σφραγιδοφύλακα, του υπουργού Δικαιοσύνης. Ωστόσο, ασκούν το επάγγελμά τους ως ελεύθεροι επαγγελματίες. Το καθεστώς τους απορρέει, ειδικότερα, από τον νόμο της 27ης Δεκεμβρίου 1923, τη διάταξη αριθ. 45-2592 της 2ας Νοεμβρίου 1945, το διάταγμα αριθ. 56-222 της 29ης Φεβρουαρίου 1956 και το διάταγμα αριθ. 75-770 της 14ης Αυγούστου 1975.

Έχουν αποκλειστική αρμοδιότητα επίδοσης των διαδικαστικών πράξεων και εκτέλεσης των δικαστικών αποφάσεων καθώς και εκτελεστών πράξεων ή εκτελεστών τίτλων. Μπορούν επίσης, και ειδικότερα βάσει δικαστικής παραγγελίας ή κατόπιν αιτήματος ιδιώτη, να προβαίνουν σε διαπιστώσεις. Επίσης, δικαιούνται, κατόπιν ενημέρωσης του οικείου περιφερειακού Συλλόγου καθώς και του γενικού εισαγγελέα του εφετείου στη δικαιοδοσία του οποίου υπάγεται η έδρα τους, να ασκούν τις επικουρικές δραστηριότητες του διαμεσολαβητή, του διαχειριστή ακινήτων και του ασφαλιστικού πράκτορα.

Οι δικαστικοί επιμελητές εισπράττουν, σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις, για τις πράξεις του λειτουργήματός τους, αμοιβές που υπόκεινται σε διατίμηση και προβλέπονται στο διάταγμα αριθ. 96-1080 της 12ης Δεκεμβρίου 1996.

Το επάγγελμα εκπροσωπείται από νομαρχιακά και περιφερειακά σώματα στη δικαιοδοσία κάθε εφετείου. Επίσης, το εθνικό σώμα εκπροσωπεί το σύνολο του επαγγέλματος ενώπιον των δημόσιων αρχών και επιλύει τις διαφορές μεταξύ των σωμάτων και, σε ορισμένες περιπτώσεις, μεταξύ δικαστικών επιμελητών. Το Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροΕθνικό σώμα δικαστικών επιμελητών διαθέτει δικτυακό τόπο δωρεάν πρόσβασης που περιγράφει τα κύρια χαρακτηριστικά του επαγγέλματος και περιέχει κατάλογο των επαγγελματιών.

Άλλοι λειτουργοί της δικαιοσύνης

Στα εμποροδικεία υπάρχουν γραμματείς εμποροδικείων, οι οποίοι είναι δημόσιοι λειτουργοί και δημόσιοι αξιωματούχοι. Τα κύρια καθήκοντά τους περιλαμβάνουν την παροχή συνδρομής στα μέλη του εμποροδικείου κατά τη δίκη καθώς και στον πρόεδρο του εμποροδικείου όσον αφορά το σύνολο των διοικητικών καθηκόντων που του έχουν ανατεθεί. Διευθύνουν τις υπηρεσίες της γραμματείας και είναι υπεύθυνοι για την τήρηση του εμπορικού και εταιρικού μητρώου (registre du commerce et des sociétés, RCS), των καταλόγων και των φακέλων του δικαστηρίου. Χορηγούν έγγραφα και αντίγραφα, τηρούν τις σφραγίδες και τα ποσά που κατατίθενται στη γραμματεία, καταρτίζουν τις πράξεις της γραμματείας και αναλαμβάνουν τις διατυπώσεις που εμπίπτουν στην αρμοδιότητά τους.

Το επάγγελμα ρυθμίζεται από τα άρθρα L.741-1 και επόμενα έως R.741-1 του εμπορικού κώδικα.

Το επάγγελμα εκπροσωπείται ενώπιον των δημόσιων αρχών από το Εθνικό συμβούλιο γραμματέων εμποροδικείων (Conseil national des greffiers des tribunaux de commerce, CNGTC), ίδρυμα κοινής ωφέλειας με νομική προσωπικότητα, επιφορτισμένο να προασπίζεται τα συλλογικά συμφέροντα του επαγγέλματος. Οργανώνει την αρχική και συνεχή κατάρτιση των γραμματέων και του προσωπικού της γραμματείας, τις επαγγελματικές εξετάσεις, διευκολύνει την εξασφάλιση πρακτικών ασκήσεων και διασφαλίζει την παρακολούθησή τους. Το σύνολο των πληροφοριών αυτών παρέχεται στον δικτυακό τόπο του Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροΕθνικού συμβουλίου γραμματέων εμποροδικείων.

Νομικοί σύμβουλοι / Νομικοί επιχειρήσεων

Το επάγγελμα του νομικού συμβούλου συγχωνεύθηκε με εκείνο του δικηγόρου με τον νόμο αριθ. 90-1259 της 31ης Δεκεμβρίου 1990.

Οι νομικοί που εργάζονται σε επιχειρήσεις δεν υπάγονται σε ειδική επαγγελματική ρύθμιση.

Σχετικοί σύνδεσμοι

Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροΝομικά επαγγέλματα


Την έκδοση αυτής της σελίδας στην εθνική γλώσσα διαχειρίζεται το εκάστοτε κράτος μέλος. Οι μεταφράσεις έχουν γίνει από την αρμόδια υπηρεσία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Οι τυχόν αλλαγές που επιφέρει η αρμόδια εθνική αρχή στο πρωτότυπο ενδέχεται να μην έχουν περιληφθεί ακόμα στις μεταφράσεις. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή δεν αναλαμβάνει καμία ευθύνη όσον αφορά τις πληροφορίες ή τα στοιχεία που περιλαμβάνονται ή για τα οποία γίνεται λόγος στο παρόν έγγραφο. Βλ. την ανακοίνωση νομικού περιεχομένου για τους κανόνες πνευματικής ιδιοκτησίας που ισχύουν στο κράτος μέλος που είναι αρμόδιο για την παρούσα σελίδα.

Τελευταία επικαιροποίηση: 27/09/2013

Νομικά επαγγέλματα - Κροατία

Η γλωσσική έκδοση που βλέπετε τώρα βρίσκεται στο στάδιο της μετάφρασης.
Υπάρχει ήδη μετάφραση στις ακόλουθες γλώσσες: κροατικά


Νομικά επαγγέλματα

Οι νομικοί στα δικαιοδοτικά όργανα

Δικαστές (Suci/Sudac)

Προσόντα: πτυχίο πανεπιστημίου/μεταπτυχιακό στη νομική, επιτυχία στις εξετάσεις του δικηγορικού συλλόγου

Ως δικαστής μπορεί να διοριστεί πρόσωπο κροατικής ιθαγένειας.

Ως δικαστής πλημμελειοδικείου (prekršajni sud), δημοτικού δικαστηρίου (općinski sud), εμπορικού δικαστηρίου (trgovački sud) και διοικητικού δικαστηρίου (upravni sud) μπορεί να διοριστεί πρόσωπο που έχει αποφοιτήσει από την κρατική σχολή δικαστικών λειτουργών (Državna škola za pravosudne dužnosnike).

Ως δικαστής περιφερειακού δικαστηρίου (županijski sud), του ανώτερου πλημμελειοδικείου της Δημοκρατίας της Κροατίας (Visoki prekršajni sud Republike Hrvatske), του ανώτερου εμπορικού δικαστηρίου της Δημοκρατίας της Κροατίας (Visoki trgovački sud Republike Hrvatske) και του ανώτερου διοικητικού δικαστηρίου της Δημοκρατίας της Κροατίας (Visoki upravni sud Republike Hrvatske) μπορεί να διοριστεί πρόσωπο το οποίο εργάζεται ως δικαστικός λειτουργός τουλάχιστον 8 χρόνια.

Ως δικαστής του ανώτατου δικαστηρίου της Δημοκρατίας της Κροατίας (Vrhovni sud Republike Hrvatske) μπορεί να διοριστεί πρόσωπο το οποίο έχει εργαστεί τουλάχιστον 15 χρόνια ως δικαστικός λειτουργός, ανεξαρτήτως του αριθμού των ετών που έχει εργαστεί ως δικηγόρος, συμβολαιογράφος, πανεπιστημιακός καθηγητής της νομικής (ο οποίος απέκτησε την 15ετή επαγγελματική πείρα αφού πέρασε με επιτυχία τις εξετάσεις του δικηγορικού συλλόγου) ή έγκριτος νομικός ο οποίος, αφού πέρασε με επιτυχία τις εξετάσεις του δικηγορικού συλλόγου, απέκτησε τουλάχιστον 20ετή επαγγελματική πείρα και διακρίθηκε για το έργο που παρήγαγε σε συγκεκριμένο τομέα του δικαίου, καθώς και για τις ειδικές επαγγελματικές και επιστημονικές δημοσιεύσεις του.

Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροΝόμος περί Δικαστηρίων (Zakon o sudovima)

Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροΝόμος περί του εθνικού συμβουλίου δικαιοσύνης (Zakon o državnom sudbenom vijeću)

Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροΝόμος περί των αμοιβών των δικαστών και άλλων δικαστικών λειτουργών (Zakon o plaćama sudaca i drugih pravosudnih dužnosnika)

Δικαστικό προσωπικό

Ο αριθμός των δικαστικών υπαλλήλων και λοιπού προσωπικού που επιτελεί ειδικές διοικητικές ή τεχνικές εργασίες καθορίζεται από τον υπουργό Δικαιοσύνης.

Η απασχόληση δημοσίων υπαλλήλων και λοιπού προσωπικού στα δικαστήρια, οι αμοιβές και τα άλλα δικαιώματα, οι υποχρεώσεις και οι ευθύνες, όπως και η υποχρέωση λογοδοσίας λόγω επαγγελματικού παραπτώματος διέπονται από τους κανονισμούς για τους δημόσιους υπαλλήλους και το λοιπό προσωπικό και από τις γενικές εργασιακές ρυθμίσεις.

Οι θέσεις εργασίας στα δικαστήρια μπορούν να πληρωθούν μόνον μετά από έγκριση του Υπουργείου Δικαιοσύνης.

Κατά την πρόσληψη των δικαστικών υπαλλήλων και του λοιπού προσωπικού στα δικαστήρια πρέπει να λαμβάνονται υπόψη οι υποχρεώσεις επαρκούς εκπροσώπησης των εθνικών μειονοτήτων.

Οι διατάξεις σχετικά με το απαιτούμενο επίπεδο ακαδημαϊκών προσόντων των δικαστικών υπαλλήλων και του λοιπού προσωπικού, σχετικά με τη διεξαγωγή της πρακτικής άσκησης, με τους όρους συμμετοχής στις ειδικές κρατικές εξετάσεις, με το πρόγραμμα και τις λεπτομέρειες συμμετοχής στις εν λόγω εξετάσεις και με άλλα σχετικά ζητήματα καθορίζονται από τον υπουργό Δικαιοσύνης.

Οι δικαστικοί υπάλληλοι μπορούν να μετατεθούν σε άλλο δικαστήριο με απόφαση του υπουργού και βάσει των αναγκών της υπηρεσίας. Το δικαστήριο μπορεί να διαθέτει δικαστικούς συμβούλους και ανώτερους δικαστικούς συμβούλους.

Σε θέση δικαστικού συμβούλου μπορούν να διορίζονται πρόσωπα τα οποία ολοκλήρωσαν πανεπιστημιακές σπουδές νομικής και πέρασαν με επιτυχία τις εξετάσεις του δικηγορικού συλλόγου.

Σε θέση ανώτερου δικαστικού συμβούλου ή δικαστικού συμβούλου στο ανώτατο δικαστήριο της Δημοκρατίας της Κροατίας (Vrhovni sud Republike Hrvatske) μπορούν να διοριστούν πρόσωπα τα οποία ολοκλήρωσαν πανεπιστημιακές σπουδές νομικής, πέρασαν με επιτυχία τις εξετάσεις του δικηγορικού συλλόγου και εργάστηκαν τουλάχιστον δύο χρόνια ως δικαστικοί σύμβουλοι, δικαστικοί λειτουργοί, δικηγόροι ή συμβολαιογράφοι ή πρόσωπα τα οποία εργάστηκαν σε άλλους νομικούς τομείς τουλάχιστον πέντε χρόνια, αφού πέρασαν με επιτυχία τις εξετάσεις του δικηγορικού συλλόγου.

Σε θέση ανώτερου δικαστικού συμβούλου στο ανώτατο δικαστήριο (Vrhovni sud) μπορούν να διοριστούν πρόσωπα τα οποία εργάστηκαν τουλάχιστον τέσσερα χρόνια ως δικαστικοί σύμβουλοι, δικαστικοί λειτουργοί, δικηγόροι ή συμβολαιογράφοι ή πρόσωπα τα οποία εργάστηκαν σε άλλους νομικούς τομείς τουλάχιστον δέκα χρόνια, αφού πέρασαν με επιτυχία τις εξετάσεις του δικηγορικού συλλόγου.

Αρμοδιότητες των δικαστικών συμβούλων και των ανώτερων δικαστικών συμβούλων

Οι δικαστικοί σύμβουλοι και οι ανώτεροι δικαστικοί σύμβουλοι συμμετέχουν στις δίκες και είναι εξουσιοδοτημένοι να διεξάγουν κατά τρόπο ανεξάρτητο ορισμένες δικαστικές διαδικασίες, να αξιολογούν τα αποδεικτικά στοιχεία και να διαπιστώνουν τα πραγματικά περιστατικά.

Με βάση τις προαναφερόμενες διαδικασίες, ο δικαστικός σύμβουλος ή ο ανώτερος δικαστικός σύμβουλος υποβάλλει σχέδιο στον δικαστή που έχει εξουσιοδοτηθεί σχετικά από τον πρόεδρο του δικαστηρίου, με βάση το οποίο ο δικαστής εκδίδει την απόφαση. Ο δικαστικός σύμβουλος ή ο ανώτερος δικαστικός σύμβουλος κοινοποιεί την εν λόγω απόφαση, με εξουσιοδότηση του δικαστή.

Αν ο δικαστής δεν αποδεχθεί το σχέδιο που του υποβάλλει ο δικαστικός σύμβουλος ή ο ανώτερος δικαστικός σύμβουλος, διεκπεραιώνει ο ίδιος τη διαδικασία.

Σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις του νόμου περί δικαστηρίων, οι δικαστικοί σύμβουλοι και οι ανώτατοι δικαστικοί σύμβουλοι εξουσιοδοτούνται να διεκπεραιώνουν διαδικασίες και να προτείνουν σχέδια αποφάσεων στις ακόλουθες περιπτώσεις:

  1. στις αστικές υποθέσεις για διαφορές που αφορούν την πληρωμή χρηματικών αξιώσεων ή αποζημιώσεων των οποίων το ύψος δεν υπερβαίνει τις 100.000,00 κούνα (HRK)και για εμπορικές διαφορές των οποίων το ύψος δεν υπερβαίνει τις 500.000,00 κούνα,
  2. στις εργατικές διαφορές που προκύπτουν από συλλογικές συμβάσεις εργασίας,
  3. στις διοικητικές διαφορές στις οποίες η δικαστική διαδικασία αφορά θέματα για τα οποία εκδίδεται απόφαση σύμφωνα με τελεσίδικη απόφαση η οποία έχει εκδοθεί για διαφορά που αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα, στις πράξεις ή παραλείψεις οργανισμών δημοσίου δικαίου και στις διοικητικές διαφορές των οποίων το ύψος δεν υπερβαίνει τις 100.000,00 κούνα,
  4. στις εκτελεστικές διαδικασίες,
  5. στις διαδικασίες διαδοχής,
  6. στις διαδικασίες κτηματολογίου,
  7. στις διαδικασίες ενώπιον πλημμελειοδικείων,
  8. στις εξώδικες διαδικασίες, εκτός από τις διαδικασίες που αφορούν αφαίρεση της επιχειρησιακής ικανότητας, διάλυση ένωσης συνιδιοκτητών, καθορισμό ορίων και διαδικασίες σχετικά με το οικογενειακό δίκαιο,
  9. στις διαδικασίες εγγραφής,
  10. στις απλουστευμένες διαδικασίες αφερεγγυότητας,
  11. στις υποθέσεις που αφορούν δικαστικά έξοδα.

Οι δικαστικοί σύμβουλοι και οι ανώτεροι δικαστικοί σύμβουλοι εξουσιοδοτούνται να ενεργούν και να αποφασίζουν σε συγκεκριμένες διαδικασίες που προβλέπονται από τον νόμο.

Σε δευτεροβάθμιες διαδικασίες και σε έκτακτες διαδικασίες άσκησης ένδικων μέσων, οι δικαστικοί σύμβουλοι και οι ανώτεροι δικαστικοί σύμβουλοι υποβάλλουν έκθεση σχετικά με την πρόοδο της υπόθεσης και προετοιμάζουν σχέδιο απόφασης.

Ασκούμενοι δικαστές(Sudački vježbenici/Sudački vježbenik)

Το Υπουργείο Δικαιοσύνης ορίζει κάθε χρόνο τον αριθμό των θέσεων ασκουμένων στα δικαστήρια με βάση τα διαθέσιμα κονδύλια στον εθνικό προϋπολογισμό.

Οι όροι και ο τρόπος πρόσληψης των ασκουμένων δικαστών, καθώς και η διάρκεια και οι λεπτομέρειες της άσκησης καθορίζονται σε ειδικό νόμο.

Ειδικοί συνεργάτες (Stručni suradnici/Stručni suradnik)

Τα δικαστήρια μπορούν να διαθέτουν επίσης προσωπικό που έχει ολοκληρώσει σχετική επαγγελματική εκπαίδευση ή προπτυχιακό ή μεταπτυχιακό πρόγραμμα πανεπιστημίου και διαθέτει επαγγελματική πείρα στον τομέα της νοητικής υστέρησης και των μειονεξιών, της κοινωνιολογίας, της παιδαγωγικής, της οικονομίας, της λογιστικής και των οικονομικών και σε άλλους συναφείς τομείς.

Οι ειδικοί εμπειρογνώμονες όπως και οι ειδικοί βοηθοί υποστηρίζουν τους δικαστές σε υποθέσεις που απαιτούν εξειδικευμένη γνώση.

Μη επαγγελματίες δικαστές (Suci porotnici/Sudac porotnik)

Ως μη επαγελματίας δικαστής μπορεί να διοριστεί οποιοσδήποτε ενήλικος κροάτης υπήκοος που είναι ικανός να εκτελεί τα καθήκοντα του μη επαγγελματία δικαστή.

Οι μη επαγγελματίες δικαστές διορίζονται για περίοδο τεσσάρων ετών που μπορεί να ανανεωθεί.

Εάν δεν έχει διοριστεί νέος μη επαγγελματίας δικαστής έως το τέλος της θητείας υφιστάμενου μη επαγγελματία δικαστή, ο υφιστάμενος μη επαγγελματίας δικαστής εξακολουθεί να ασκεί τα καθήκοντά του έως ότου διοριστεί ο νέος.

Οι μη επαγγελματίες δικαστές των δημοτικών και περιφερειακών δικαστηρίων διορίζονται από τη συνέλευση της κομητείας (županijska skupština) ή, στο Ζάγκρεμπ, από τη δημοτική συνέλευση του Ζάγκρεμπ (Gradska skupština Grada Zagreba), έπειτα από υποβολή προτάσεων από το δημοτικό συμβούλιο, τα συνδικάτα, την ένωση εργοδοτών και το οικονομικό επιμελητήριο.

Οι μη επαγγελματίες δικαστές του ανώτατου δικαστηρίου της Δημοκρατίας της Κροατίας διορίζονται από το Κοινοβούλιο της Κροατίας, έπειτα από πρόταση του υπουργού Δικαιοσύνης, έτσι ώστε να εκπροσωπούνται όλες οι περιφέρειες.

Πριν από τον διορισμό των μη επαγγελματιών δικαστών, πρέπει να ζητηθεί η γνώμη του προέδρου του οικείου δικαστηρίου σχετικά με τους προτεινόμενους υποψηφίους.

Διευθυντής δικαστικών υπηρεσιών (Ravnatelj sudske uprave)

Τα δικαστήρια με περισσότερους από 40 δικαστές μπορούν να έχουν διευθυντή δικαστικών υπηρεσιών.

Διάφορα δικαστήρια διαφορετικών βαθμών και κατηγοριών που βρίσκονται στην περιοχή δικαιοδοσίας ενός περιφερειακού δικαστηρίου και έχουν συνολικά περισσότερους από 40 δικαστές μπορούν να ορίσουν κοινό διευθυντή δικαστικών υπηρεσιών ο οποίος θα ασκεί καθήκοντα για το σύνολο των δικαστηρίων. Τα δικαστήρια τα οποία έχουν κοινό διευθυντή δικαστικών υπηρεσιών συνάπτουν συμφωνία για την από κοινού εκτέλεση των καθηκόντων για τα οποία είναι αρμόδιος ο διευθυντής δικαστικών υπηρεσιών.

Ο διευθυντής δικαστικών υπηρεσιών είναι υπεύθυνος για την ορθή και έγκαιρη εκτέλεση των εξειδικευμένων, διοικητικών, τεχνικών και άλλων εργασιών του δικαστηρίου, συγκεκριμένα:

  • μεριμνά για τη συντήρηση του δικαστικού μεγάρου, των εγκαταστάσεων και του εξοπλισμού εργασίας και για τις επενδύσεις,
  • καταρτίζει και συντονίζει το ετήσιο πρόγραμμα αγορών, σύμφωνα με τον νόμο και με τις ανάγκες του δικαστηρίου,
  • είναι αρμόδιος για την ορθή διεξαγωγή των διαδικασιών σύναψης δημόσιων συμβάσεων,
  • εποπτεύει τις υλικές και οικονομικές εργασίες και τη διεξαγωγή των διοικητικών και βοηθητικών τεχνικών εργασιών,
  • μεριμνά και παρακολουθεί τη χρήση των δημοσιονομικών και ίδιων πόρων του δικαστηρίου,
  • συμμετέχει στην εκπόνηση και εφαρμογή των σχεδίων των δικαστικών υπηρεσιών και εποπτεύει την ορθή εκτέλεσή τους,
  • μεριμνά και είναι αρμόδιος για την ορθή λειτουργία του συστήματος πληροφορικής του δικαστηρίου,
  • μεριμνά για την ορθή διαχείριση, εντός των προθεσμιών, των στατιστικών στοιχείων για τις εργασίες του δικαστηρίου,
  • συνεργάζεται με τις τοπικές και περιφερειακές αρχές για την αγορά εξοπλισμού και την προμήθεια υλικών για τις ειδικές δραστηριότητες των δικαστηρίων,
  • επιτελεί άλλα καθήκοντα που του έχουν ανατεθεί από τον πρόεδρο του δικαστηρίου.

Ο διευθυντής των δικαστικών υπηρεσιών λογοδοτεί για το έργο του στον πρόεδρο του δικαστηρίου.

Στη θέση του διευθυντή δικαστικών υπηρεσιών διορίζεται πρόσωπο το οποίο διαθέτει πανεπιστημιακό πτυχίο νομικής ή οικονομίας και συναφή πείρα σε οργανωτικές και οικονομικές θέσεις.

Γραμματέας του δικαστηρίου (Tajnik suda)

Τα δικαστήρια με περισσότερους από 15 δικαστές μπορούν να έχουν γραμματέα δικαστηρίου. Ο γραμματέας του δικαστηρίου βοηθά τον πρόεδρο του δικαστηρίου στην εκτέλεση των καθηκόντων διοίκησης του δικαστηρίου. Στη θέση του γραμματέα του δικαστηρίου διορίζεται πρόσωπο το οποίο διαθέτει πανεπιστημιακό πτυχίο νομικής.

Ως γραμματέας του ανώτατου δικαστηρίου της Δημοκρατίας της Κροατίας (Vrhovni sud Republike Hrvatske), του ανώτερου εμπορικού δικαστηρίου της Δημοκρατίας της Κροατίας (Visoki trgovački sud Republike Hrvatske), του ανώτερου διοικητικού δικαστηρίου της Δημοκρατίας της Κροατίας (Visoki upravni sud Republike Hrvatske) και του ανώτερου πλημμελειοδικείου της Δημοκρατίας της Κροατίας (Visoki prekršajni sud Republike Hrvatske) μπορεί να διοριστεί πρόσωπο το οποίο πληροί τις προϋποθέσεις διορισμού στη θέση του ανώτερου δικαστικού συμβούλου στο οικείο δικαστήριο.

Ο γραμματέας του δικαστηρίου είναι υπεύθυνος για την ορθή και έγκαιρη εκτέλεση των διοικητικών και άλλων τεχνικών εργασιών του δικαστηρίου, συγκεκριμένα:

  • οργανώνει και είναι υπεύθυνος για την εργασία των δικαστικών υπαλλήλων και του λοιπού προσωπικού,
  • προγραμματίζει και παρακολουθεί την εκπαίδευση των υπαλλήλων και του λοιπού προσωπικού και τις επιδόσεις τους,
  • με τη σύμφωνη γνώμη του προέδρου του δικαστηρίου, αποφασίζει για την κατανομή των δικαστικών υπαλλήλων και του λοιπού προσωπικού,
  • με εξουσιοδότηση του προέδρου του δικαστηρίου είναι αρμόδιος να απαντά σε αιτήσεις και καταγγελίες μερών για το έργο του δικαστηρίου,
  • επιτελεί άλλα καθήκοντα αρμοδιότητας της διοίκησης του δικαστηρίου, τα οποία του έχουν ανατεθεί από τον πρόεδρο του δικαστηρίου,
  • επιτελεί άλλα καθήκοντα που ορίζονται σε ειδική νομοθεσία.

Ο γραμματέας του δικαστηρίου λογοδοτεί για το έργο του στον πρόεδρο του δικαστηρίου.

Εκπρόσωπος του δικαστηρίου (Glasnogovornik suda)

Το δικαστήριο έχει εκπρόσωπο.

Ο εκπρόσωπος του δικαστηρίου είναι δικαστής, δικαστικός σύμβουλος ή πρόσωπο το οποίο έχει οριστεί από τον πρόεδρο του δικαστηρίου στο ετήσιο πρόγραμμα εργασιών.

Ο πρόεδρος περιφερειακού δικαστηρίου (županijski sud) μπορεί να ορίσει δικαστή από το δικαστήριο αυτό ως εκπρόσωπο του περιφερειακού δικαστηρίου και των δημοτικών δικαστηρίων (općinski sud) που βρίσκονται στην περιοχή της δικαιοδοσίας του περιφερειακού δικαστηρίου. Μπορεί να διοριστεί αναπληρωτής εκπρόσωπος του δικαστηρίου.

Ο εκπρόσωπος του δικαστηρίου ενημερώνει για το έργο του δικαστηρίου σύμφωνα με τον νόμο περί δικαστηρίων (Zakon o sudovima), με τον εσωτερικό κανονισμό του δικαστηρίου (Sudski poslovnik) και με τον νόμο για το δικαίωμα πρόσβασης στην ενημέρωση (Zakon o pravu na pristup informacijama).

Εισαγγελείς (Državni odvjetnici/Državni odvjetnik)

Προσόντα: πτυχίο πανεπιστημίου/μεταπτυχιακό στη νομική, επιτυχία στις εξετάσεις του δικηγορικού συλλόγου

Ο εισαγγελέας είναι υπεύθυνος για την εκτέλεση καθηκόντων που εμπίπτουν στην αρμοδιότητα της εισαγγελίας την οποία εκπροσωπεί και διοικεί.

Η εισαγγελία είναι αυτόνομη και ανεξάρτητη δικαστική αρχή, εξουσιοδοτημένη και υποχρεωμένη να παρεμβαίνει κατά δραστών αδικημάτων και άλλων αξιόποινων πράξεων, να κινεί νομικές διαδικασίες για να προστατέψει τα περιουσιακά στοιχεία της Δημοκρατίας της Κροατίας και να χρησιμοποιεί ένδικα βοηθήματα για να προστατέψει το σύνταγμα και τη νομοθεσία.

Η εισαγγελία ασκεί τις αρμοδιότητές της με βάση το σύνταγμα, τους νόμους, τις διεθνείς συνθήκες που αποτελούν μέρος της έννομης τάξης της Δημοκρατίας της Κροατίας και άλλους κανονισμούς που θεσπίστηκαν βάσει του συντάγματος, διεθνούς συνθήκης ή νόμου της Δημοκρατίας της Κροατίας.

Η εισαγγελία της Δημοκρατίας της Κροατίας έχει συσταθεί για ολόκληρη την επικράτεια της Δημοκρατίας της Κροατίας, οι δημοτικές εισαγγελίες (općinska državna odvjetništva) συστάθηκαν για να καλύπτουν το έδαφος δικαιοδοσίας ενός ή περισσότερων δημοτικών δικαστηρίων και οι περιφερειακές εισαγγελίες (županijska državna odvjetništva) συστάθηκαν για να καλύπτουν το έδαφος δικαιοδοσίας ενός περιφερειακού ή εμπορικού δικαστηρίου ή τη δικαιοδοσία ενός διοικητικού δικαστηρίου.

ΕΙΣΑΓΓΕΛΙΑ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΤΗΣ ΚΡΟΑΤΙΑΣ

ΓΡΑΦΕΙΟ ΚΑΤΑΠΟΛΕΜΗΣΗΣ ΤΗΣ ΔΙΑΦΘΟΡΑΣ ΚΑΙ

ΤΟΥ ΟΡΓΑΝΩΜΕΝΟΥ ΕΓΚΛΗΜΑΤΟΣ

ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑΚΕΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΙΕΣ (15)

ΔΗΜΟΤΙΚΕΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΙΕΣ (33)

Εισαγγελία της Δημοκρατίας της Κροατίας
Gajeva 30a, 10 000 Zagreb
Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροhttp://www.dorh.hr/

Γενικός Εισαγγελέας (Glavni državni odvjetnik)
τηλ.: +385 1 459 18 88
φαξ: +385 1 459 18 54
ηλ. ταχυδρομείο: Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροtajnistvo.dorh@dorh.hr

Τμήμα ποινικών υποθέσεων (Kazneni odjel)
τηλ.: +385 1 459 18 00
φαξ: +385 1 459 18 05
ηλ. ταχυδρομείο: Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροtajnistvo.kazneni@dorh.hr

Τμήμα αστικών και διοικητικών υποθέσεων (Građansko upravni odjel)
τηλ.: +385 1 459 18 61
φαξ: +385 1 459 19 12
ηλ. ταχυδρομείο: Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροtajnistvo.gradjanski@dorh.hr

Δημοτικές εισαγγελίες (Općinska državna odvjetništva)PDF(370 Kb)hr

Περιφερειακές εισαγγελίες (Županijska državna odvjetništva)PDF(284 Kb)hr

Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροΝόμος περί εισαγγελικών αρχών (Zakon o državnom odvjetništvu)

Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροΝόμος περί εδάφους δικαιοδοσίας και έδρας των εισαγγελιών (Zakon o područjima i sjedištima državnih odvjetništava)

Ο νέος νόμος περί εδάφους δικαιοδοσίας και έδρας των εισαγγελιών, που εξορθολογίζει το δίκτυο των δημοτικών εισαγγελιών, αρχίζει να ισχύει στις 1.4.2015.

Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροΝόμος για το Γραφείο καταπολέμησης της διαφθοράς και του οργανωμένου εγκλήματος (Zakon o Uredu za suzbijanje korupcije i organiziranog kriminaliteta)

Δικηγόροι (Odvjetnici/Odvjetnik)

Προσόντα: πτυχίο πανεπιστημίου/μεταπτυχιακό στη νομική, επιτυχία στις εξετάσεις του δικηγορικού συλλόγου

Το επάγγελμα του δικηγόρου ή η δικηγορία είναι ανεξάρτητη υπηρεσία παροχής νομικής συνδρομής σε φυσικά και νομικά πρόσωπα, ώστε να μπορούν να ασκήσουν και να προασπιστούν τα δικαιώματά τους και τα έννομα συμφέροντά τους. Το δικηγορικό επάγγελμα ρυθμίζεται από τον νόμο περί δικηγορίας.

Η αυτονομία και η ανεξαρτησία του δικηγορικού επαγγέλματος κατοχυρώνεται από το γεγονός ότι η δικηγορία ασκείται αυτόνομα και ανεξάρτητα ως ελεύθερο επάγγελμα. Οι δικηγόροι είναι οργανωμένοι στον δικηγορικό σύλλογο της Κροατίας, που αποτελεί αυτόνομη και ανεξάρτητη οργάνωση δικηγόρων στο έδαφος Δημοκρατίας της Κροατίας.

Οι δικηγόροι μπορούν να οργανωθούν ως δικηγορικό γραφείο (odvjetnički ured), ως γραφείο εταιρείας δικηγόρων (zajednički odvjetnički ured) και ως δικηγορική εταιρεία (odvjetnička društva), στην τελευταία αυτή περίπτωση, με τη μορφή εμπορικής εταιρείας δημοσίου δικαίου (javno trgovačko društvo) ή εταιρείας περιορισμένης ευθύνης (društvo s ograničenom odgovornosti). Οι δικηγόροι παρέχουν τις υπηρεσίες τους στο πλαίσιο επαγγελματικής απασχόλησης και δεν επιτρέπεται να ασκούν άλλα καθήκοντα.

Οι δικηγόροι είναι υποχρεωμένοι να εγγραφούν στον δικηγορικό σύλλογο της Κροατίας, που αποτελεί αυτόνομη και ανεξάρτητη οργάνωση, με νομική προσωπικότητα. Ο δικηγορικός σύλλογος εκπροσωπεί το επάγγελμα του δικηγόρου συνολικά, στην Κροατία. Όργανα του δικηγορικού συλλόγου είναι η συνέλευση (Skupština), το διοικητικό συμβούλιο (Upravni odbor), η εκτελεστική επιτροπή (Izvršni odbor), ο πρόεδρος (Predsjednik) και άλλα όργανα που ορίζονται από το καταστατικό του συλλόγου.

Οι δικηγόροι μπορούν να παρέχουν κάθε είδος νομικής συνδρομής και ιδίως:

  • να παρέχουν νομικές συμβουλές,
  • να συντάσσουν έγγραφα (συμβόλαια, διαθήκες, δηλώσεις κ.λπ.), να κινούν διαδικασίες, να υποβάλλουν καταγγελίες, να καταθέτουν αγωγές, προτάσεις, αιτήματα, διάφορες αιτήσεις, να ασκούν έκτακτα ένδικα μέσα και να υποβάλλουν άλλες παρατηρήσεις,
  • να εκπροσωπούν τους διαδίκους.

Οι δικηγόροι μπορούν να ασκούν τη δικηγορία αυτόνομα ή ως μέλη δικηγορικού γραφείου ή εταιρείας δικηγόρων.

Μόνον οι δικηγόροι μπορούν να προσφέρουν νομική συνδρομή, εκτός αν ορίζει διαφορετικά ο νόμος. Οι καθηγητές και οι αναπληρωτές καθηγητές (docenti) που διδάσκουν νομικά γνωστικά αντικείμενα σε πανεπιστήμια της Δημοκρατίας της Κροατίας μπορούν να παρέχουν συμβουλές και γνωμοδοτήσεις, με αμοιβή, αλλά δεν επιτρέπεται να συντάσσουν έγγραφα (συμβόλαια, διαθήκες, δηλώσεις κ.λπ.) ούτε να προετοιμάζουν καταγγελίες, αγωγές, προτάσεις, αιτήματα, διάφορες αιτήσεις, έκτακτα ένδικα μέσα ή άλλες παρατηρήσεις. Δεν μπορούν να παρέχουν άλλες μορφές νομικής συνδρομής και, αν έχουν τέτοια πρόθεση, είναι υποχρεωμένοι να ενημερώνουν τον δικηγορικό σύλλογο της Κροατίας, ώστε αυτό να καταγράφεται.

Για να αποκτήσει κάποιος το δικαίωμα άσκησης του δικηγορικού επαγγέλματος στο έδαφος της Δημοκρατίας της Κροατίας, πρέπει να εγγραφεί στο μητρώο των δικηγόρων, αφού πρώτα ορκιστεί. Η ειδική απόφαση για την εγγραφή ενός δικηγόρου στο μητρώο των δικηγόρων λαμβάνεται από τον δικηγορικό σύλλογο της Κροατίας.

Hrvatska odvjetnička komora (δικηγορικός σύλλογος Κροατίας)
Koturaška 53/II, 10 000 Zagreb
τηλ.: +385 1 6165 200
φαξ: +385 1 6170 686
Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροhok-cba@hok-cba.hr
Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροhttp://www.hok-cba.hr/
Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροΝόμος περί δικηγορίας (Zakon o odvjetništvu)

Συμβολαιογράφοι (Javni bilježnici/Javni bilježnik)

Προσόντα: πτυχίο πανεπιστημίου/μεταπτυχιακό στη νομική, επιτυχία στον διαγωνισμό συμβολαιογράφων

Ο συμβολαιογράφος δεν εκπροσωπεί τους πελάτες του. Ενεργεί ως πεπειραμένος ειδικός, με εντολή των πελατών. Βοηθά τους πελάτες να διαχειριστούν τις υποθέσεις τους αποφεύγοντας μακροχρόνιες και δαπανηρές διαφορές. Επιπλέον, είναι αμερόληπτος, δεδομένου ότι δεν ενεργεί για την προάσπιση των συμφερόντων ενός πελάτη αλλά με γνώμονα την εγγύηση της ασφάλειας δικαίου και δεν μπορεί να αρνηθεί την παροχή υπηρεσιών χωρίς βάσιμο λόγο. Είναι υποχρεωμένος να αντιμετωπίζει ως εμπιστευτική κάθε πληροφορία που περιέρχεται σε γνώση του κατά την εκτέλεση του έργου του.

Οι υπηρεσίες του συμβολαιογράφου περιλαμβάνουν την επίσημη σύνταξη και έκδοση δημόσιων εγγράφων για νομικές συναλλαγές, δηλώσεων και εκθέσεων περιστατικών από τα οποία εκπηγάζουν δικαιώματα, την επικύρωση ιδιωτικών εγγράφων, την αποδοχή εγγράφων για ασφαλή φύλαξη, την αποδοχή χρημάτων και τιμαλφών με σκοπό την παράδοσή τους σε άλλα πρόσωπα και αρμόδια όργανα και την εκτέλεση διαδικασιών που ορίζονται από τον νόμο μετά από εντολή του δικαστηρίου ή άλλων δημόσιων φορέων. Η οργάνωση και η λειτουργία των υπηρεσιών του συμβολαιογράφου ως δημόσιας υπηρεσίας ρυθμίζεται από τον νόμο περί συμβολαιογραφίας (Zakon o javnom bilježništvu).

Οι συμβολαιογραφικές υπηρεσίες παρέχονται από συμβολαιογράφους, οι οποίοι είναι αυτόνομοι και ανεξάρτητοι επαγγελματίες που απολαμβάνουν τη δημόσια εμπιστοσύνη. Οι συμβολαιογράφοι διορίζονται από τον υπουργό Δικαιοσύνης. Η έδρα του συμβολαιογράφου στην περιοχή στην οποία διορίζεται καθορίζεται από το υπουργείο, η δε επίσημη επικράτεια στην οποία ασκεί τα καθήκοντά του αντιστοιχεί στην περιοχή δικαιοδοσίας του δημοτικού δικαστηρίου που ορίζεται από τον νόμο, στην οποία βρίσκεται η έδρα του. Ο συμβολαιογράφος εξουσιοδοτείται να εκπροσωπεί πελάτη στο δικαστήριο και σε άλλους δημόσιους οργανισμούς για υπόθεση στην οποία δεν υπάρχει νομική διαφορά, αν η υπόθεση αυτή συνδέεται άμεσα με οποιοδήποτε έγγραφό του, οπότε έχει τα δικαιώματα και τα καθήκοντα δικηγόρου.

Στη Δημοκρατία της Κροατίας οι συμβολαιογράφοι οφείλουν να εγγράφονται στον συμβολαιογραφικό σύλλογο της Κροατίας (Hrvatska javnobilježnička komora). Η έδρα του συλλόγου βρίσκεται στο Ζάγκρεμπ. Ο σύλλογος μεριμνά για την προστασία της υπόληψης και της τιμής των συμβολαιογράφων και για την προάσπιση των δικαιωμάτων και των συμφερόντων τους καθορίζει τα δικαιώματα, τις υποχρεώσεις και τις αρμοδιότητές τους. Όργανα του συμβολαιογραφικού συλλόγου είναι η συνέλευση (Skupština), το διοικητικό συμβούλιο (Upravni odbor) και ο πρόεδρος (Predsjednik).

Το έργο των συμβολαιογράφων εποπτεύεται από το Υπουργείο Δικαιοσύνης και τον συμβολαιογραφικό σύλλογο.

Hrvatska javnobilježnička komora (συμβολαιογραφικός σύλλογος Κροατίας)
Radnička cesta 34/II, 10 000 Zagreb
τηλ.: +385 1 4556 566
φαξ: +385 1 4551 544
ηλ. ταχυδρομείο: Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροhjk@hjk.hr
Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροhttp://www.hjk.hr/Uredi
Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροΝόμος περί συμβολαιογράφων (Zakon o javnom bilježništvu)
Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροΝόμος περί συμβολαιογραφικών αμοιβών (Zakon o javnobilježničkim pristojbama)

Οι νομικοί σε κρατικές, τοπικές και περιφερειακές αρχές

Προσόντα: πτυχίο πανεπιστημίου/μεταπτυχιακό στη νομική, επιτυχία στις εξετάσεις του δικηγορικού συλλόγου (για θέσεις εκπροσώπησης εργοδοτών).

Η κατάσταση των δημοσίων υπαλλήλων (συμπεριλαμβανομένων των νομικών) σε κρατικές αρχές διέπεται από τον νόμο περί δημοσίων υπαλλήλων (Zakon o državnim službenicima), ενώ η κατάσταση των δημοσίων υπαλλήλων (συμπεριλαμβανομένων των νομικών) σε τοπικές και περιφερειακές αρχές από τον νόμο για τις τοπικές και περιφερειακές αυτοδιοικητικές αρχές [Zakonom o lokalnoj i područnoj (regionalnoj) samoupravi].

Οι νομικοί σε εμπορικές εταιρείες

Προσόντα: πτυχίο πανεπιστημίου/μεταπτυχιακό στη νομική, επιτυχία στις εξετάσεις του δικηγορικού συλλόγου (για θέσεις εκπροσώπησης εργοδοτών).

Οι νομικοί σε εμπορικές εταιρείες εξουσιοδοτούνται να εκπροσωπούν την οικεία εμπορική εταιρεία με την ιδιότητα του εξουσιοδοτημένου εκπροσώπου βάσει της μισθωτής δραστηριότητάς τους ενώπιον όλων των αρχών και για όλες τις έννομες σχέσεις, όπως αστικές διαδικασίες, σύναψη συμβάσεων, θέματα εργατικού δικαίου, περιουσίας και καθεστώτος, διαδικασίες ενώπιον πλημμελειοδικείων και ποινικές διαδικασίες κ.λπ. Οι νομικοί που εργάζονται σε εμπορικές εταιρείες μπορούν να συμμετάσχουν στις εξετάσεις του δικηγορικού συλλόγου με τις προϋποθέσεις που προβλέπει ο νόμος.

Στη Δημοκρατία της Κροατίας δεν υπάρχει σύλλογος δικηγόρων εμπορικών εταιρειών. Για τον λόγο αυτό, ορισμένοι δικηγόροι που εργάζονται σε εμπορικές εταιρείες συμμετέχουν σε οργανώσεις της κοινωνίας των πολιτών, οι οποίες ιδρύονται με σκοπό την προάσπιση των συμφερόντων του νομικού επαγγέλματος και τη διοργάνωση προχωρημένης επαγγελματικής κατάρτισης για τους δικηγόρους στις εν λόγω εταιρείες.

Η κατάσταση των δικηγόρων σε εμπορικές εταιρείες στη Δημοκρατία της Κροατίας δεν διέπεται από ειδικές διατάξεις.

Οι νομικοί σε θεσμικούς οργανισμούς και πανεπιστημικά ιδρύματα

Προσόντα: πτυχίο πανεπιστημίου/μεταπτυχιακό στη νομική, επιτυχία στις εξετάσεις του δικηγορικού συλλόγου (για θέσεις εκπροσώπησης εργοδοτών).

Προσόντα για την εργασία σε πανεπιστημιακά ιδρύματα/ή για την άσκηση καθηκόντων επιστημονικού παιδαγωγικού χαρακτήρα: πτυχίο πανεπιστημίου/μεταπτυχιακό στη νομική, διδακτορικό, παρουσιάσεις σε επιστημονικά ή πανεπιστημικά συνέδρια στον συγκεκριμένο τομέα, δημοσιεύσεις επιστημονικών άρθρων και πανεπιστημιακές δημοσιεύσεις.

Εθνικό Συμβούλιο Δικαιοσύνης (Državno sudbeno vijeće)

Το εθνικό συμβούλιο δικαιοσύνης είναι αυτόνομο και ανεξάρτητο όργανο που εξασφαλίζει την αυτονομία και την ανεξαρτησία της δικαστικής εξουσίας στη Δημοκρατία της Κροατίας. Αποφασίζει αυτόνομα, με βάση το σύνταγμα και τους νόμους, σχετικά με τον διορισμό, την προαγωγή, τη μετάθεση, την παύση και την πειθαρχική ευθύνη των δικαστών και των προέδρων δικαστηρίων, εκτός από την περίπτωση του προέδρου του ανώτατου δικαστηρίου της Δημοκρατίας της Κροατίας. Ο πρόεδρος του ανώτατου δικαστηρίου της Δημοκρατίας της Κροατίας εκλέγεται και παύεται από το κροατικό κοινοβούλιο μετά από πρόταση του Προέδρου της Δημοκρατίας και γνωμοδότηση της ολομέλειας (Opća sjednica) του ανώτατου δικαστηρίου της Δημοκρατίας της Κροατίας και της αρμόδιας κοινοβουλευτικής επιτροπής. Ο πρόεδρος του ανώτατου δικαστηρίου της Δημοκρατίας της Κροατίας εκλέγεται για τετραετή θητεία.

Το εθνικό συμβούλιο δικαιοσύνης είναι ενδεκαμελές και τα μέλη του είναι επτά δικαστές, δύο πανεπιστημιακοί καθηγητές της νομικής και δύο βουλευτές του κροατικού κοινοβουλίου, από τους οποίους ο ένας ανήκει στην αντιπολίτευση.

Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροΝόμος περί του εθνικού συμβουλίου δικαιοσύνης (Zakon o državnom sudbenom vijeću)

Συμβούλιο εισαγγελέων (Državnoodvjetničko vijeće)

Το συμβούλιο εισαγγελέων διορίζει και παύει τους εισαγγελείς, όπως επίσης αποφασίζει σχετικά με την πειθαρχική ευθύνη των εισαγγελέων, με εξαίρεση τον γενικό εισαγγελέα της Δημοκρατίας της Κροατίας, και των αναπληρωτών τους. Ο γενικός εισαγγελέας της Δημοκρατίας της Κροατίας διορίζεται για τετραετή θητεία από το κροατικό κοινοβούλιο, μετά από πρόταση της κυβέρνησης της Δημοκρατίας της Κροατίας και αφού γνωμοδοτήσει η αρμόδια επιτροπή του κροατικού κοινοβουλίου.

Το συμβούλιο εισαγγελέων είναι ενδεκαμελές και τα μέλη του είναι επτά αντεισαγγελείς, δύο πανεπιστημιακοί καθηγητές της νομικής και δύο βουλευτές του κροατικού κοινοβουλίου, από τους οποίους ο ένας ανήκει στην αντιπολίτευση.


Την έκδοση αυτής της σελίδας στην εθνική γλώσσα διαχειρίζεται το εκάστοτε κράτος μέλος. Οι μεταφράσεις έχουν γίνει από την αρμόδια υπηρεσία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Οι τυχόν αλλαγές που επιφέρει η αρμόδια εθνική αρχή στο πρωτότυπο ενδέχεται να μην έχουν περιληφθεί ακόμα στις μεταφράσεις. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή δεν αναλαμβάνει καμία ευθύνη όσον αφορά τις πληροφορίες ή τα στοιχεία που περιλαμβάνονται ή για τα οποία γίνεται λόγος στο παρόν έγγραφο. Βλ. την ανακοίνωση νομικού περιεχομένου για τους κανόνες πνευματικής ιδιοκτησίας που ισχύουν στο κράτος μέλος που είναι αρμόδιο για την παρούσα σελίδα.

Τελευταία επικαιροποίηση: 07/09/2016

Νομικά επαγγέλματα - Ιταλία

Η γλωσσική έκδοση που βλέπετε τώρα βρίσκεται στο στάδιο της μετάφρασης.
Υπάρχει ήδη μετάφραση στις ακόλουθες γλώσσες: ιταλικά

Στην παρούσα σελίδα παρέχεται επισκόπηση των νομικών επαγγελμάτων στην Ιταλία.


Νομικά επαγγέλματα

Νομικά επαγγέλματα - εισαγωγή

Τα κυριότερα νομικά επαγγέλματα στην Ιταλία είναι: οι δικαστικοί λειτουργοί (δικαστές και εισαγγελείς), οι δικηγόροι και οι συμβολαιογράφοι.

Δικαστικοί λειτουργοί

Το σύστημα με το οποίο οι δικαστές και οι εισαγγελείς ασκούν τα δικαστικά καθήκοντα θεσπίζεται στο Σύνταγμα.

Δικαστές

Η δικαιοσύνη απονέμεται εξ ονόματος των πολιτών. Οι δικαστές υπόκεινται μόνον στο νόμο. (άρθρο 101 του Συντάγματος).

Τα δικαστικά καθήκοντα ασκούνται από τακτικούς δικαστές που διορίζονται βάσει της νομοθεσίας για το δικαστικό σύστημα και υπάγονται σε αυτήν.

Δεν μπορούν να συσταθούν «έκτακτα» ή «ειδικά» δικαστήρια, μόνον ειδικά τμήματα που υπάγονται στα τακτικά δικαστήρια. Ο νόμος καθορίζει τις περιπτώσεις και τη διαδικασία άμεσης συμμετοχής των πολιτών στην απονομή της δικαιοσύνης.

Η πρόσβαση στο λειτούργημα του δικαστικού λειτουργού γίνεται μέσω δημόσιου διαγωνισμού. Ωστόσο, είναι δυνατός ο διορισμός επίτιμων δικαστών που θα ασκούν όλα τα καθήκοντα των τακτικών δικαστών.

Αυτονομία και ανεξαρτησία

Η δικαστική εξουσία είναι αυτόνομη, ανεξάρτητη από κάθε άλλη εξουσία (άρθρο 104 του Συντάγματος).

Η ανεξαρτησία των δικαστικών λειτουργών εξασφαλίζεται από το Ανώτατο Δικαστικό Συμβούλιο (Consiglio Superiore della Magistratura), ένα αυτοδιοικούμενο όργανο, επιφορτισμένο με τους διορισμούς, τις τοποθετήσεις και τις μεταθέσεις, τις προαγωγές και τα πειθαρχικά μέτρα που αφορούν τους δικαστικούς λειτουργούς (άρθρο 105 του Συντάγματος).

Οι δικαστές διακρίνονται μόνον με βάση τη φύση των καθηκόντων τους.

Οι δικαστές έχουν μονιμότητα, δεν μπορούν να απαλλαγούν των καθηκόντων τους ή να τεθούν σε διαθεσιμότητα χωρίς απόφαση του «Consiglio Superiore della Magistratura», που εκδίδεται σύμφωνα με τους λόγους και τις εγγυήσεις που ορίζονται στις διατάξεις περί οργανώσεως των δικαστηρίων, ή με τη συγκατάθεση του δικαστή.

Εισαγγελείς

Οργάνωση

Το Σύνταγμα εγγυάται επίσης την αρχή της ανεξαρτησίας και της αυτονομίας της εισαγγελικής αρχής (άρθρο 107).

Το άρθρο 112 του Συντάγματος προβλέπει την αρχή της υποχρεωτικής άσκησης ποινικής δίωξης: από τη στιγμή που ο αρμόδιος εισαγγελέας έχει ενημερωθεί για ποινικό αδίκημα, πρέπει να διεξάγει έρευνες και να υποβάλει τα αποτελέσματα αυτών των ερευνών στον δικαστή για την αξιολόγηση, διατυπώνοντας τις σχετικές προτάσεις. Η υποχρέωση άσκησης ποινικής δίωξης συμβάλλει στο να εξασφαλιστεί η ανεξαρτησία της εισαγγελικής αρχής κατά την εκτέλεση των καθηκόντων της και επίσης η ισότητα των πολιτών έναντι του νόμου.

Προβλέπεται η λειτουργία εισαγγελικών υπηρεσιών που αντιστοιχούν στο Ανώτατο Ακυρωτικό Δικαστήριο, στα εφετεία, στα τακτικά δικαστήρια και στα δικαστήρια ανηλίκων.

Αποστολή και καθήκοντα

Ο εισαγγελέας συμμετέχει σε όλες τις ποινικές διαδικασίες και εκπροσωπεί το κράτος. Οι εισαγγελείς συμμετέχουν σε αστικές διαδικασίες, εφόσον αυτό προβλέπεται από τον νόμο (για παράδειγμα, σε ορισμένες διαφορές οικογενειακού δικαίου, σε υποθέσεις που αφορούν πρόσωπα που στερούνται δικαιοπρακτικής ικανότητας, κ.λπ.).

Οργάνωση των νομικών επαγγελμάτων: δικηγόροι και συμβολαιογράφοι

Δικηγόροι

Ο δικηγόρος είναι ανεξάρτητος επαγγελματίας που καλείται να εκπροσωπεί και να συνδράμει τον πελάτη του — που μπορεί να είναι φυσικό πρόσωπο, εταιρεία ή δημόσιος φορέας — ενώπιον πολιτικού, ποινικού ή διοικητικού δικαστηρίου.

Ο δικηγόρος υπερασπίζεται τον πελάτη βάσει εντολής και κατόπιν αμοιβής.

Προβλέπεται η λειτουργία δικηγορικών συλλόγων που αντιστοιχούν σε κάθε δικαστήριο, στους οποίους συμμετέχουν οι τοπικοί δικηγόροι («Consiglio dell'ordine»).

Σε εθνικό επίπεδο, υπάρχει ο εθνικός δικηγορικός σύλλογος («Consiglio Nazionale forense»).

Με τον νόμο αριθ. 247 της 31ης Δεκεμβρίου 2012 τέθηκαν σε ισχύ οι "Νέες διατάξεις περί δικηγόρων".

Συμβολαιογράφοι

Ο συμβολαιογράφος είναι Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροελεύθερος επαγγελματίας που ασκεί δημόσιο λειτούργημα: Ο ρόλος του είναι να πιστοποιεί την ισχύ των πράξεων που συνάφθηκαν ενώπιόν του.

Το επάγγελμα του συμβολαιογράφου διέπεται από το νόμο αριθ. 89 της 16ης Φεβρουαρίου 1913, σχετικά με τους κανόνες που διέπουν το συμβολαιογραφικό επάγγελμα και τα συμβολαιογραφικά αρχεία («Ordinamento del notariato e degli archivi notarili»), ο λεγόμενος «νόμος περί συμβολαιογράφων» («legge notarile»).

Η εθνική αρχή είναι το εθνικό συμβούλιο συμβολαιογράφων («Consiglio Nazionale del notariato»).


Την έκδοση αυτής της σελίδας στην εθνική γλώσσα διαχειρίζεται το εκάστοτε κράτος μέλος. Οι μεταφράσεις έχουν γίνει από την αρμόδια υπηρεσία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Οι τυχόν αλλαγές που επιφέρει η αρμόδια εθνική αρχή στο πρωτότυπο ενδέχεται να μην έχουν περιληφθεί ακόμα στις μεταφράσεις. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή δεν αναλαμβάνει καμία ευθύνη όσον αφορά τις πληροφορίες ή τα στοιχεία που περιλαμβάνονται ή για τα οποία γίνεται λόγος στο παρόν έγγραφο. Βλ. την ανακοίνωση νομικού περιεχομένου για τους κανόνες πνευματικής ιδιοκτησίας που ισχύουν στο κράτος μέλος που είναι αρμόδιο για την παρούσα σελίδα.

Τελευταία επικαιροποίηση: 02/10/2017

Νομικά επαγγέλματα - Κύπρος


Νομικά επαγγέλματα

Νομικά επαγγέλματα - Εισαγωγή

Άλλα συναφή επαγγέλματα

Δεν υπάρχουν στην Κύπρο συναφή επαγγέλματα όπως για παράδειγμα συμβολαιογράφων. Οτιδήποτε έχει σχέση με τα νομικά δρώμενα αποτελεί δικηγορική ύλη και μόνο μέλη του Παγκύπριου Δικηγορικού Συλλόγου δύνανται να ενεργούν μέσα στα πλαίσια της σχετικής νομοθεσίας. Φυσικά αφυπηρετήσαντες δικηγόροι δύνανται να συνεχίσουν να εργάζονται ως εσωτερικοί νομικοί σύμβουλοι τόσο σε υφιστάμενα γραφεία όσο και σε άλλους οργανισμούς.

Μια κατηγορία προσώπων που θα μπορούσε να λεχθεί ότι είναι συναφές επάγγελμα είναι αυτό του Δικηγορικού Υπαλλήλου για το οποίο υπάρχει και σχετική Νομοθεσία. Δικηγορικός υπάλληλος δύναται να καταστεί οποιοδήποτε πρόσωπο που είναι κάτοχος απολυτηρίου σχολής μέσης εκπαίδευσης και έχει εργαστεί για τουλάχιστο 6 συνεχείς μήνες σε δικηγορικό γραφείο και είναι αμέμπτου χαρακτήρα, αφού υποβάλει σχετική αίτηση στον Πρωτοκολλητή του Επαρχιακού Δικαστηρίου της Επαρχίας στην οποία βρίσκεται το Δικηγορικό Γραφείο στο οποίο ο υποψήφιος ή υποψήφια εργάζεται.

Εισαγγελείς (Δημόσιοι Κατήγοροι)

Οργάνωση

Γενικά

Οι Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας, πέρα από την ιδιότητα του Νομικού Συμβούλου της Δημοκρατίας, προΐσταται της Νομικής Υπηρεσίας και ασκεί ταυτόχρονα καθήκοντα Υπευθύνου της Υπηρεσίας Διαχείρισης Ποινικών Υποθέσεων (Director of Public Prosecutions).

Η Νομική Υπηρεσία του Κράτους της οποίας Προΐσταται ο Γενικός Εισαγγελέας στελεχώνεται από Δικηγόρους μερικοί των οποίων εξειδικεύονται στο Ποινικό Δίκαιο και χειρίζονται τις υποθέσεις που εκδικάζονται από Κακουργιοδικεία. Σε όλες τις περιπτώσεις ο Γενικός Εισαγγελέας ενημερώνεται και δίδει τις σχετικές κατευθυντήριες γραμμές.

Πέρα από τα μέλη της Νομικής Υπηρεσίας του Κράτους, καθήκοντα Δημόσιου Κατήγορου εκτελούν πρόσωπα που έχουν προσληφθεί ως μέλη της Αστυνομικής Δύναμης Κύπρου τα οποία πρόσωπα είναι Νομικοί και έχουν τα προσόντα για άσκηση δικηγορίας. Παρά το γεγονός της αστυνομικής ταυτότητας των εν λόγω προσώπων, κατά το χρόνο άσκησης των καθηκόντων του Δημόσιου Κατήγορου, υπάγονται στον Γενικό Εισαγγελέα και προς αυτόν λογοδοτούν για την επιτελούμενη εργασία ως Δημόσιοι Κατήγοροι. Ο Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας έχει τις ίδιες εξουσίες αναφορικά με την επιτελούμενη από τα εν λόγω πρόσωπα εργασία ως εκείνη που έχει για τους Δικηγόρους της Νομικής Υπηρεσίας.

Σε εξαιρετικές περιπτώσεις ο Γενικός Εισαγγελέας έχει εξουσία να αναθέτει και αναθέτει το χειρισμό συγκεκριμένων υποθέσεων σε έγκριτους Δικηγόρους που ασκούν το δικηγορικό επάγγελμα.

Ρόλος και Καθήκοντα Δημοσίων Κατηγόρων

Η Κατηγορούσα Αρχή ενώπιον των Επαρχιακών Ποινικών Δικαστηρίων διευθύνεται από τους Νομικούς (Δικηγόρους) που εργάζονται στις εισαγγελίες του Αστυνομικού Σώματος χωρίς φυσικά να αποκλείεται η πιθανότητα σε συγκεκριμένες περιπτώσεις το έργο αυτό να ανατεθεί σε ένα από τα Μέλη της Νομικής Υπηρεσίας ενώ ενώπιον των Κακουργιοδικείων η διεύθυνση της κατηγορούσας αρχής γίνεται από δικηγόρους της Νομικής Υπηρεσίας. Ανεξάρτητα που ποιος διευθύνει την Κατηγορούσα Αρχή όλοι υπάγονται στη δικαιοδοσία του Γενικού Εισαγγελέα ο οποίος ανά πάσα στιγμή μπορεί να παρέμβει και ενίοτε να αναστείλει την οποιαδήποτε ποινική δίωξη.

Της Νομικής Υπηρεσίας, όπως αναφέρθηκε και προηγούμενα προΐσταται ο Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας βοηθούμενος από το Βοηθό Γενικό Εισαγγελέα. Στη συνέχεια ακολουθούν οι Εισαγγελείς της Δημοκρατίας, οι Ανώτεροι Δικηγόροι της Δημοκρατίας και οι Δικηγόροι της Δημοκρατίας. Ένας από τους Εισαγγελείς της Δημοκρατίας προΐσταται του Ποινικού Τμήματος πάντοτε αναφερόμενος προς το Γενικό Εισαγγελέα.

Το σύστημα της ακροαματικής διαδικασίας είναι αντιπαραθετικό. Η κατηγορούσα αρχή παρουσιάζει το μαρτυρικό υλικό που διαθέτει και οι μάρτυρες που κλητεύονται από την κατηγορούσα αρχή υφίστανται εξέταση, αντεξέταση και επανεξέταση. Στο τέλος της κλήτευσης των μαρτύρων από την κατηγορούσα αρχή το δικαστήριο καλείται να αποφασίσει κατά πόσο η Κατηγορούσα Αρχή έχει δημιουργήσει εκ πρώτης όψεως υπόθεση. Αν ναι τότε ο κατηγορούμενος καλείται σε απολογία και το Δικαστήριο αναφέρει στο Κατηγορούμε ότι δύναται να κλητεύσει τους δικούς του μάρτυρες και να δώσει και ο ίδιος μαρτυρία ενόρκως όπου σε τέτοια περίπτωση τόσο οι μάρτυρες του όσο και ο ίδιος θα αντεξετασθούν από την κατηγορούσα αρχή Δύναται σε αντίθετη περίπτωση να προβεί σε ανώμοτη δήλωση από το εδώλιο του κατηγορουμένου και σε τέτοια περίπτωση δεν θα υποστεί αντεξέταση.

Μετά το τέλος της ακροαματικής διαδικασίας το Δικαστήριο εκδίδει απόφαση. Στην περίπτωση αθωωτικής απόφαση ο κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάσσεται. Στην περίπτωση καταδίκης τότε δίδεται η ευκαιρία στην υπεράσπιση να αγορεύσει για μετριασμό της ποινής και αφού ολοκληρωθούν όλες οι διαδικασίες το Δικαστήριο επιβάλλει την δέουσα ποινή.

Δικαστές

Οργάνωση

Η δομή του Δικαστικού Λειτουργήματος στη Κύπρο είναι πολύ απλή.

Ανώτατο Δικαστήριο

Το Ανώτατο Δικαστήριο δημιουργήθηκε στη βάση των προνοιών του περί Απονομής της Δικαιοσύνης (Ποικίλαι Διατάξεις) Νόμου του 1964 [Ν. 33/1964] αφού προηγήθηκε η παραίτηση και αποχώρηση των Προέδρων τόσο του Ανωτάτου Δικαστηρίου όσο και Ανώτατου Συνταγματικού Δικαστηρίου με αποτέλεσμα την ουσιαστική διάλυση των εν λόγω δύο Δικαστηρίων αφού οι εκπρόσωποι της Τουρκικής Κοινότητας στα διάφορα Κρατικά Όργανα δεν προσέρχονταν και δεν συναινούσαν στη λήψη των αναγκαίων αποφάσεων

Τα μέλη του Ανώτατου Δικαστηρίου διορίζονται από τον Πρόεδρο της Κυπριακής Δημοκρατίας και σήμερα αριθμούν 13 άτομα εκ των οποίων ο ένας διορίζεται ως Πρόεδρος. Ως μέλη του Ανωτάτου Δικαστηρίου δύνανται να διορίζονται πρόσωπα με τουλάχιστο 12ετή ευδόκιμο άσκηση του Δικηγορικού Επαγγέλματος και να είναι αμέμπτου χαρακτήρα.

Κακουργιοδικεία

Το Κακουργιοδικείο είναι το Ανώτερο Πρωτοβάθμιο Ποινικό Δικαστήριο της Δημοκρατίας και αποτελείται από τρεις Δικαστές, Πρόεδρο, Ανώτερο Επαρχιακό Δικαστή και Επαρχιακό Δικαστή. Τα Μέλη του Κακουργιοδικείου διορίζονται από το Ανώτατο Δικαστήριο για μια διετία και ανήκουν αντίστοιχα στις τάξεις των Προέδρων Επαρχιακού Δικαστηρίου, Ανώτερων Επαρχιακών Δικαστών και Επαρχιακών Δικαστών.

Επαρχιακά Δικαστήρια

Σε κάθε Επαρχία της Κυπριακής Δημοκρατίας λειτουργούν Επαρχιακά Δικαστήρια με απεριόριστη δικαιοδοσία εκτός φυσικά της δικαιοδοσίας του Ανώτατου Δικαστηρίου και δικαιοδοσιών των Ειδικών Δικαστηρίων που αναφέρονται πιο κάτω. Οι Επαρχιακοί Δικαστές διακρίνονται σε Προέδρους Επαρχιακών Δικαστηρίων, Ανώτερους Επαρχιακούς Δικαστές και Επαρχιακούς Δικαστές. Οι Δικαστές των Επαρχιακών Δικαστηρίων διορίζονται, μετατίθενται και προάγονται από το Ανώτατο Δικαστήριο.

Οικογενειακά Δικαστήρια

Τα Οικογενειακά Δικαστήρια έχουν δημιουργηθεί με βάση τον περί Οικογενειακών Δικαστηρίων Νόμο (Ν. 23/90) , είναι τριμελή και το καθένα από αυτά στελεχώνεται από πρόεδρο και δύο πάρεδρους. Τα πρόσωπα αυτά έχουν νομική κατάρτιση και πριν το διορισμό τους πρέπει να είχαν ασκήσει ευδόκιμα το δικηγορικό επάγγελμα.

Δικαστήριο Ελέγχου Ενοικιάσεων

Το ειδικό αυτό Δικαστήριο είναι τριμελές αποτελούμενο από Πρόεδρο και δύο Παρέδρους. Ο Πρόεδρος του Δικαστηρίου είναι Νομικός που έχει ασκήσει επιτυχώς το δικηγορικό επάγγελμα για τουλάχιστο τόσα χρόνια όσα χρειάζονται για διορισμό στην έδρα του Επαρχιακού Δικαστηρίου.

Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών

Όπως και το Δικαστήριο Ελέγχου Ενοικιάσεων έτσι και το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών είναι τριμελές αποτελούμενο από Πρόεδρο και δύο Παρέδρους. Ο Πρόεδρος είναι Νομικό πρόσωπο που θα πρέπει να έχει ασκήσει δικηγορία για περίοδο 5 ετών πριν το διορισμό του στην έδρα του Δικαστηρίου.

Στρατιωτικό Ποινικό Δικαστήριο

Ένα τελευταίο ειδικό Δικαστήριο είναι το Στρατιωτικό Δικαστήριο το οποίο προεδρεύεται από Νομικό εγνωσμένου κύρους ο οποίος κατά το διορισμό του είχε τα προσόντα διορισμού στην έδρα Επαρχιακού Δικαστηρίου. Ο Πρόεδρος του Στρατιωτικού Δικαστηρίου είναι κατ’ απονομή στρατιωτικός με βαθμό τουλάχιστο Συνταγματάρχη. Οι Πάρεδροι του Στρατιωτικού Δικαστηρίου ανήκουν στις τάξεις του Στρατεύματος και είναι μόνιμοι Στρατιωτικοί.

Ευρετήριο

Υπάρχει η ιστοσελίδα του Ανωτάτου Δικαστηρίου, όπου παρέχονται κάποιες γενικές πληροφορίες για τα Δικαστήριασ την Κύπρο.

Ρόλος και καθήκοντα

Ανώτατο Δικαστήριο

Το Ανώτατο Δικαστήριο ενεργεί ως Δευτεροβάθμιο Δικαστήριο σε εφέσεις από αποφάσεις όλων των άλλων Δικαστηρίων της Κυπριακής Δημοκρατίας αλλά ενεργεί και ως Πρωτόδικο Δικαστήριο σε διάφορα θέματα όπως για παράδειγμα θέματα Διοικητικού Δικαίου και Ναυτοδικείου. Επίσης επιλαμβάνεται θεμάτων certiorari, mandamus και άλλων ενώ έχει την εποπτεία της εύρυθμης λειτουργίας όλων των άλλων Δικαστηρίων της Κυπριακής Δημοκρατίας και ασκεί, μεταξύ άλλων, πειθαρχικό έλεγχο στα Μέλη της Δικαστικής Εξουσίας.

Κακουργιοδικεία

Με εξαίρεση κάποιων συγκεκριμένων πολύ σοβαρών αδικημάτων, κάθε Κακουργιοδικείο έχει δικαιοδοσία να εκδικάζει πρωτόδικα όλα τα αδικήματα που τιμωρούνται από τον Ποινικό Κώδικα ή οποιοδήποτε άλλο νόμο και έχουν διαπραχθεί μέσα στα όρια της Δημοκρατίας ή των Κυριάρχων Περιοχών των Βάσεων και αφορούν Κυπρίους είτε ως αδικοπραγήσαντες είτε ως θύματα ή σε οποιαδήποτε άλλη χώρα ενώ ο κατηγορούμενος βρισκόταν στην υπηρεσία της Δημοκρατίας ή σε πλοίο ή αεροπλάνο που βρίσκεται στη Δημοκρατία ή σε τέτοια άλλα μέρη και κάτω από τέτοιες συνθήκες που δυνατό να γίνει πρόβλεψη από το νόμο.

Επαρχιακά Δικαστήρια

Επαρχιακό Δικαστήριο συνιστάμενο από Πρόεδρο έχει δικαιοδοσία να ακούει και να αποφασίζει πρωτόδικα για κάθε αγωγή που εμπίπτει στην τοπική του Δικαιοδοσία.

Κάθε Ανώτερος Επαρχιακός Δικαστής ή Επαρχιακός Δικαστής έχει αρμοδιότητα (τηρουμένων κάποιων εξαιρέσεων) να αποφασίζει οποιαδήποτε αγωγή στην οποία το αμφισβητούμενο ποσό ή η αξία της επίδικης διαφοράς δεν υπερβαίνει προκειμένου για Ανώτερο Επαρχιακό Δικαστή τις €500.000,00 και προκειμένου για Επαρχιακό Δικαστή τις €100.000,00

Η ποινική δικαιοδοσία των Επαρχιακών Δικαστηρίων επεκτείνεται σε όλα τα αδικήματα που έχουν διαπραχθεί μέσα στα όρια της επαρχίας του εν λογω Δικαστηρίου και για τα οποία η προβλεπόμενη από το νόμο ποινή δεν υπερβαίνει ποινή φυλάκισης μεγαλύτερη των πέντε ετών ή την καταβολή προστίμου που δεν υπερβαίνει τις €50.000,00 ή και τις δύο ποινές και δύναται επίσης να διατάξει την καταβολή αποζημιώσεων στο θύμα που δεν θα υπερβαίνουν τις €6.000,00.

Όλες οι αποφάσεις των Επαρχιακών Δικαστηρίων, είτε ποινικές είτε πολιτικές, υπόκεινται σε έφεση ενώπιον του Ανώτατου Δικαστηρίου χωρίς οποιοδήποτε περιορισμό.

Ειδικά Δικαστήρια

Η δικαιοδοσία των Οικογενειακών Δικαστηρίων επεκτείνεται σε όλες σχεδόν τις γαμικές διαφορές. Η Δικαιοδοσία του Δικαστηρίου Ελέγχου Ενοικιάσεων περιορίζεται στην επίλυση διαφορών στις περιπτώσεις κτιρίων που υπόκεινται στο Ενοικιοστάσιο. Η δικαιοδοσία του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών επεκτείνεται μόνο στις σχέσεις μεταξύ εργοδότη και εργοδοτουμένου ιδιαίτερα στις περιπτώσεις εκείνες που ο εργοδοτούμενος απολύεται και προβάλλει ισχυρισμό ότι η απόλυση είναι άδικη. Η δικαιοδοσία του Στρατιωτικού Δικαστηρίου είναι η εκδίκαση Ποινικών υποθέσεων στις οποίες εμπλέκονται μέλη της Εθνικής Φρουράς ή όπου υπάρχει παράβαση των κανόνων της Εθνικής Φρουράς.

Όλες οι αποφάσεις των πιο πάνω Δικαστηρίων υπόκεινται σε έφεση ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου.

Οργάνωση νομικού επαγγέλματος: Δικηγόροι

Στην Κυπριακή Δημοκρατία υπάρχει ενοποιημένο σύστημα προσφοράς νομικών υπηρεσιών και όλοι όσοι ασχολούνται με την προσφορά τέτοιων υπηρεσιών αποκαλούνται Δικηγόροι ανεξάρτητα από την χώρα στην οποία έχουν σπουδάσει και τον Πανεπιστημιακό Τίτλο Σπουδών που έχουν αποκτήσει κατά την διάρκεια των Νομικών τους σπουδών.

Σίγουρα υπάρχει οδηγός δικηγόρων στο διαδίκτυο προς τον οποίο οι δικηγόροι και δικαστές έχουν ελεύθερη πρόσβαση αλλά και το κοινό εν γένει νοουμένου ότι καταβάλλουν σχετικό τίμημα συνδρομής.

Τράπεζες Νομικής Πληροφόρησης

Δεν υπάρχει επίσημη ιστοσελίδα στην οποία δημοσιεύονται αποφάσεις. Κάποιες επιλεγμένες πρόσφατες αποφάσεις δημοσιεύονται στην ιστοσελίδα του Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροΑνωτάτου Δικαστηρίου.

Υπάρχει ένας αριθμός από ιδιωτικές ιστοσελίδες που προσφέρουν πρόσβαση στη νομολογία είτε επί πληρωμή είτε δωρεάν. Ειδικότερα, η ιστοσελίδα Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροleginetcy η οποία αφορά νομοθεσία, νομολογία, Κανονιστικές Διοικητικές Πράξεις και είναι δωρεάν για Δικηγόρους, Δικαστές και Κυβερνητικά Τμήματα. Για οποιοδήποτε άλλο άτομο ο οποίος θέλει να έχει πρόσβαση στην πιο πάνω ιστοσελίδα πρέπει να πληρώσει συνδρομή. Μια άλλη ιστοσελίδα είναι Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροcylaw η οποία αφορά δικαστικές υποθέσεις και είναι δωρεάν για όλους όσους θέλουν να έχουν πρόσβαση σε αυτή.

Δικηγόροι/Νομικοί Σύμβουλοι

Όπως αναφέρθηκε και προηγούμενα στην Κύπρο υπάρχει ενοποιημένο σύστημα άσκησης του Δικηγορικού/Νομικού Συμβούλου επαγγέλματος.

Συμβολαιογράφοι

Το επάγγελμα του Συμβολαιογράφου στην Κύπρο είναι άγνωστο. Η εργασία που συνήθως διεξάγεται από Συμβολαιογράφους στην Κύπρο εκτελείται από τους Δικηγόρους.

Άλλα νομικά επαγγέλματα

Στην Κυπριακή Δημοκρατία παρουσιάζονται τα πιο κάτω αναφερόμενα επαγγέλματα που είναι συναφή με το Δικηγορικό Επάγγελμα.

Πρωτοκολλητές

Οι Πρωτοκολλητές διορίζονται από το Ανώτατο Δικαστήριο και είναι αξιωματούχοι του Δικαστηρίου προέρχονται συνήθως από τις τάξεις των Δικηγόρων και έχουν καλή νομική κατάρτιση. Οι Πρωτοκολλητές έχουν συγκεκριμένα καθήκοντα όπως αυτά προβλέπονται από το σχετικό νόμο. Ο Αρχαιότερος Πρωτοκολλητής ή ο Πρωτοκολλητής που διορίζεται προς τούτο από το Ανώτατο Δικαστήριο προΐσταται του προσωπικού του Δικαστηρίου και έχει την γενική επίβλεψη αυτού.

Επιδότες

Υπάρχουν δύο τάξεις επιδοτών. Η μία τάξη ευρίσκεται στον ιδιωτικό τομέα και περιορίζεται στην επίδοση διαφόρων δικαστηριακών εγγράφων και η άλλη αφορά εκείνους που ανήκουν στο ανθρώπινο δυναμικό των Δικαστηρίων και ασχολούνται κυρίως με την εκτέλεση των αποφάσεων των Δικαστηρίων

Δικηγορικοί Υπάλληλοι

Ο τίτλος του Δικηγορικού Υπαλλήλου αποκτάται μετά τη συμπλήρωση των 6 μηνών εργασίας σε δικηγορικό γραφείο και αφού υποβληθεί σχετική αίτηση στο Πρωτοκολλητή του Επαρχιακού Δικαστηρίου της Επαρχίας στην οποία βρίσκεται το Δικηγορικό Γραφείο στο οποίο ο υποψήφιος ή υποψήφια εργάζεται.

Σχετικοί σύνδεσμοι

Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροΓραφείο Γενικού Εισαγγελέα

Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροΑνώτατο Δικαστήριο


Την έκδοση αυτής της σελίδας στην εθνική γλώσσα διαχειρίζεται το εκάστοτε κράτος μέλος. Οι μεταφράσεις έχουν γίνει από την αρμόδια υπηρεσία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Οι τυχόν αλλαγές που επιφέρει η αρμόδια εθνική αρχή στο πρωτότυπο ενδέχεται να μην έχουν περιληφθεί ακόμα στις μεταφράσεις. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή δεν αναλαμβάνει καμία ευθύνη όσον αφορά τις πληροφορίες ή τα στοιχεία που περιλαμβάνονται ή για τα οποία γίνεται λόγος στο παρόν έγγραφο. Βλ. την ανακοίνωση νομικού περιεχομένου για τους κανόνες πνευματικής ιδιοκτησίας που ισχύουν στο κράτος μέλος που είναι αρμόδιο για την παρούσα σελίδα.

Τελευταία επικαιροποίηση: 10/02/2017

Νομικά επαγγέλματα - Λεττονία

Η γλωσσική έκδοση που βλέπετε τώρα βρίσκεται στο στάδιο της μετάφρασης.
Υπάρχει ήδη μετάφραση στις ακόλουθες γλώσσες: λεττονικά

Στην παρούσα σελίδα παρέχεται επισκόπηση των νομικών επαγγελμάτων στη Λεττονία.


Νομικά επαγγέλματα

Εισαγγελείς

Οργάνωση

Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροΗ Εισαγγελία (Prokuratūra) είναι ενιαία, κεντρική δικαστική αρχή σε ένα σύστημα τριών βαθμών. Επικεφαλής της Εισαγγελίας είναι ο Γενικός Εισαγγελέας (ģenerālprokurors). Σκοπός της είναι να αντιδρά στις παραβάσεις του νόμου και να διασφαλίζει ότι οι υποθέσεις που σχετίζονται με τέτοιες παραβάσεις εκδικάζονται σύμφωνα με τον νόμο. Η Εισαγγελία περιλαμβάνει όργανα στους ακόλουθους βαθμούς:

  1. Γενική Εισαγγελία (Ģenerālprokuratūra)
  2. περιφερειακές εισαγγελίες (tiesu apgabalu prokuratūras)
  3. επαρχιακές ή δημοτικές εισαγγελίες (rajona vai republikas pilsētu prokuratūras)
  4. ειδικές εισαγγελίες (specializētas prokuratūras).

Εφόσον απαιτείται, ο Γενικός Εισαγγελέας μπορεί να συστήσει ειδική τομεακή εισαγγελία με καθεστώς αντίστοιχο εκείνου της επαρχιακής ή περιφερειακής εισαγγελίας. Επί του παρόντος υπάρχουν πέντε ειδικές εισαγγελίες στη Λετονία:

  • η ειδική εισαγγελία οργανωμένου εγκλήματος και άλλων τομέων (Organizētās noziedzības un citu nozaru specializētā prokuratūra)
  • η ειδική εισαγγελία πολλαπλών τομέων (Specializētā vairāku nozaru prokuratūra)
  • η εισαγγελία της Ρίγας για τις οδικές μεταφορές (Rīgas autotransporta prokuratūra)
  • η εισαγγελία για τη διερεύνηση χρηματοοικονομικών και οικονομικών εγκλημάτων (Finanšu un ekonomisko noziegumu izmeklēšanas prokuratūra) και
  • η εισαγγελία για τη διερεύνηση εγκλημάτων που αφορούν την παράνομη διακίνηση ναρκωτικών (Narkotiku nelegālas aprites noziegumu izmeklēšanas prokuratūra).

Η Γενική Εισαγγελία επίσης εποπτεύει το έργο δημόσιων οργάνων τα οποία, παρότι δεν ενεργούν τα ίδια ως εισαγγελικές αρχές, συμβάλλουν στην εκτέλεση ορισμένων καθηκόντων στις ποινικές διαδικασίες που υπάγονται στη δικαιοδοσία τους. Τα εν λόγω όργανα συστήνονται, αναδιοργανώνονται και καταργούνται από τον Γενικό Εισαγγελέα. Ο Γενικός Εισαγγελέας καθορίζει επίσης τη διάρθρωση και τον αριθμό των μελών του προσωπικού των εν λόγω οργάνων σύμφωνα με τα κονδύλια που διατίθενται από τον κρατικό προϋπολογισμό. Έως σήμερα έχει συσταθεί μόνον ένα τέτοιο όργανο:Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροη Υπηρεσία για την καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες (Noziedzīgi iegūtu līdzekļu legalizācijas novēršanas dienests).

Οι εισαγγελίες εντάσσονται στο δικαστικό σύστημα. Αυτό σημαίνει ότι λειτουργούν ανεξάρτητα από τη νομοθετική και την εκτελεστική εξουσία. Το Saeima (Κοινοβούλιο της Λετονίας), το υπουργικό συμβούλιο και ο Πρόεδρος μπορούν να παραγγείλουν σε εισαγγελία να ελέγξει πραγματικά περιστατικά τα οποία σχετίζονται με παραβάσεις και να λάβουν διευκρινίσεις από τη Γενική Εισαγγελία. Ωστόσο, δεν μπορούν να παρέμβουν στο έργο της σχετικής Εισαγγελίας ακόμη και όταν αυτή διερευνά παραβάσεις ύψιστης εθνικής σημασίας.

Οι εισαγγελείς μπορούν να διατυπώνουν τις αντιρρήσεις τους όσον αφορά κανόνες δικαίου που θεσπίζουν το υπουργικό συμβούλιο και οι δημόσιες αρχές όταν αυτοί αντιβαίνουν στον νόμο. Ο Γενικός Εισαγγελέας και οι προϊστάμενοι εισαγγελείς τμημάτων της Γενικής Εισαγγελίας μπορούν να παρίστανται σε συνεδριάσεις του υπουργικού συμβουλίου και να διατυπώνουν τη γνώμη τους επί των θεμάτων που συζητούνται.

Αποστολή και καθήκοντα

Τα καθήκοντα της εισαγγελίας κατά την έρευνα της προδικασίας περιγράφονται στο άρθρο 2 του Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυρονόμου περί Εισαγγελίας.

Η Εισαγγελία:

  1. εποπτεύει το επιτόπιο ανακριτικό έργο των ανακριτικών αρχών και άλλων οργάνων
  2. οργανώνει, διευθύνει και διενεργεί έρευνες προδικασίας και παρέχει στις ανακριτικές αρχές οδηγίες για τη διεξαγωγή των ποινικών ερευνών τους
  3. κινεί και διεξάγει ποινικές διώξεις
  4. προστατεύει τα δικαιώματα και τα έννομα συμφέροντα προσώπων και του κράτους
  5. στις περιπτώσεις που προβλέπονται από τον νόμο, υποβάλλει εισαγωγικό έγγραφο της δίκης ή αίτηση ενώπιον του δικαστηρίου.

Σύμφωνα με το άρθρο 36 παράγραφος 1 του Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυρονόμου περί ποινικής δικονομίας, ο εισαγγελέας εποπτεύει και διεξάγει έρευνες, ασκεί διώξεις, αναπτύσσει το κατηγορητήριο για λογαριασμό του κράτους και ασκεί διάφορα άλλα καθήκοντα στις ποινικές διαδικασίες.

Επιβλέπων εισαγγελέας

Ο επιβλέπων εισαγγελέας επιβλέπει την ανάκριση σε συγκεκριμένη ποινική υπόθεση και μπορεί:

  1. να ανατρέπει τις αποφάσεις του υπευθύνου διαδικασίας ή μελών ανακριτικής ομάδας
  2. να ζητεί από τον άμεσο προϊστάμενο του ανακριτή την αντικατάσταση του υπευθύνου διαδικασίας ή αλλαγές στη σύνθεση της ανακριτικής ομάδας σε περίπτωση μη συμμόρφωσης προς οδηγίες ή μη τήρησης της διαδικασίας η οποία θέτει σε κίνδυνο τη διεξαγωγή της ποινικής διαδικασίας
  3. να εξετάζει καταγγελίες κατά των ενεργειών ή των αποφάσεων υπευθύνου διαδικασίας ή μέλους ανακριτικής ομάδας, του άμεσου προϊσταμένου του ανακριτή ή προσώπου που ασκεί καθήκοντα σχετικά με τη διαδικασία
  4. να λαμβάνει αποφάσεις κίνησης ποινικής διαδικασίας ή να μεταβιβάζει υποθέσεις σε άλλη ανακριτική αρχή
  5. να προβαίνει ο ίδιος σε ενέργειες σχετικές με τη διαδικασία κατόπιν ενημέρωσης του υπευθύνου διαδικασίας.

Υπεύθυνος διαδικασίας

Ο επιβλέπων εισαγγελέας (ή άλλος εισαγγελέας, κατόπιν οδηγιών ανώτερου εισαγγελέα) μπορεί να οριστεί υπεύθυνος διαδικασίας (procesa virzītājs). Το σχετικό καθήκον περιλαμβάνει τη διεξαγωγή της ποινικής διαδικασίας και τη λήψη απόφασης σχετικά με την άσκηση ή μη ποινικής δίωξης. Σε εξαιρετικές περιπτώσεις, ο Γενικός Εισαγγελέας, το τμήμα ποινικού δικαίου της Γενικής Εισαγγελίας ή ο προϊστάμενος εισαγγελίας περιφερειακού δικαστηρίου μπορούν να διορίσουν έναν εισαγγελέα υπεύθυνο διαδικασίας κατά το στάδιο της ανάκρισης.

Ως υπεύθυνος διαδικασίας, ο εισαγγελέας μπορεί:

  1. να επιτύχει συμφωνία με τον κατηγορούμενο όσον αφορά την ομολογία της ενοχής του
  2. να αποφασίσει να παραπέμψει ποινική υπόθεση στο δικαστήριο
  3. να ζητήσει την άσκηση της δίωξης βάσει ειδικής διαδικασίας
  4. να παύσει την ποινική διαδικασία για επιτακτικούς νόμιμους λόγους.

Ο υπεύθυνος διαδικασίας μπορεί να εκδώσει κάθε διαδικαστική απόφαση και να προβεί σε κάθε διαδικαστική ενέργεια ή να αναθέσει τις πράξεις αυτές σε μέλος της ανακριτικής ομάδας ή σε πρόσωπο που ασκεί άλλα καθήκοντα σε σχέση με τη διαδικασία.

Ανώτερος εισαγγελέας

Βάσει του νόμου, ο ανώτερος εισαγγελέας ελέγχει κατά πόσον ο εισαγγελέας εκτελεί τα καθήκοντα που του έχουν ανατεθεί και αποφασίζει επί καταγγελιών και επιπλήξεων σε σχέση με τις αποφάσεις και τις ενέργειες του επιβλέποντος εισαγγελέα και του εισαγγελέα/υπευθύνου διαδικασίας. Για παράδειγμα, ο ανώτερος εισαγγελέας μπορεί να λάβει απόφαση επί πρότασης επιβλέποντος εισαγγελέα για την αντικατάσταση του άμεσου προϊσταμένου του ανακριτή ή του ανακριτικού οργάνου ή για το κατά πόσον η μη απαγγελία κατηγοριών είναι δικαιολογημένη και νόμιμη.

Ο ανώτερος εισαγγελέας μπορεί:

  1. να ανατρέπει τις αποφάσεις ανακριτή, μέλους ανακριτικής ομάδας ή κατώτερου εισαγγελέα
  2. να διορίζει ή να αντικαθιστά επιβλέποντα εισαγγελέα ή εισαγγελέα/υπεύθυνο διαδικασίας, εάν η επίβλεψη και η άσκηση της δίωξης δεν διενεργούνται προσηκόντως ή να αναλαμβάνει ο ίδιος τη σχετική ευθύνη
  3. να συστήνει ανακριτική ομάδα, εάν ο φόρτος εργασίας θέτει σε κίνδυνο την περάτωση της ποινικής διαδικασίας εντός εύλογου χρονικού διαστήματος
  4. να ζητεί τον διορισμό άλλου άμεσου προϊσταμένου για τον ανακριτή ή να αναθέτει την ποινική έρευνα σε διαφορετικό ανακριτικό όργανο.

Με απόφαση ανώτερου εισαγγελέα, ένας εισαγγελέας μπορεί να περιληφθεί σε ανακριτική ομάδα ο υπεύθυνος διαδικασίας μπορεί να ζητήσει από τον εισαγγελέα να ασκήσει ένα ή περισσότερα καθήκοντα σε σχέση με τη διαδικασία.

Δικαστές

Οργάνωση

Η συνταγματική βάση της δικαστικής εξουσίας βρίσκεται στα άρθρα 82 έως 86 του Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροΣυντάγματος, βάσει των οποίων η δικαιοσύνη απονέμεται μόνον από τα δικαστήρια. Οι δικαστές είναι ανεξάρτητοι και υπόκεινται μόνο στο νόμο. Η δικαστική εξουσία διέπεται από τον Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυρονόμο περί δικαστικής εξουσίας. Βάσει των νόμων και των κανονισμών της Λετονίας, οι δικαστές είναι εθνικοί δημόσιοι λειτουργοί.

Οι δημόσιες αρχές, οι κοινωνικοί και πολιτικοί οργανισμοί και τα λοιπά νομικά και φυσικά πρόσωπα οφείλουν να σέβονται και να τηρούν την ανεξαρτησία των δικαστηρίων και την ασυλία των δικαστών. Κανένας δεν δικαιούται να ζητεί από δικαστή να λογοδοτήσει ή να δώσει εξηγήσεις για τον τρόπο εκδίκασης συγκεκριμένης υπόθεσης και κανένας δεν δικαιούται να παρεμβαίνει στην απονομή της δικαιοσύνης, ανεξάρτητα από τον σκοπό της παρέμβασης. Κατά την άσκηση των καθηκόντων του σε σχέση με την απονομή της δικαιοσύνης, ο δικαστής διαθέτει ασυλία. Η θέση του δικαστή είναι ασυμβίβαστη με την ιδιότητα μέλους πολιτικού κόμματος ή άλλης πολιτικής οργάνωσης.

Αποστολή και καθήκοντα

Καθήκον του δικαστή είναι η απονομή της δικαιοσύνης σε αστικές, διοικητικές και ποινικές υποθέσεις σύμφωνα με τον νόμο.

Σε αστικές υποθέσεις, οι δικαστές εκδικάζουν υποθέσεις και αποφαίνονται επί διαφορών που αφορούν την προστασία των πολιτικών, εργασιακών, οικογενειακών και άλλων δικαιωμάτων και έννομων συμφερόντων φυσικών και νομικών προσώπων.

Σε ποινικές υποθέσεις, οι δικαστές εξετάζουν τις κατηγορίες που απαγγέλλονται κατά προσώπων και αποφασίζουν κατά πόσον αυτές είναι βάσιμες. Οι δικαστές μπορούν να απαλλάσσουν αθώους ή να καταδικάζουν ενόχους για ποινικά αδικήματα και να τους επιβάλλουν ποινές.

Σε διοικητικές υποθέσεις, οι δικαστές ασκούν δικαστικό έλεγχο της νομιμότητας των ενεργειών της εκτελεστικής εξουσίας (των διοικητικών πράξεων που εκδίδουν ή των ενεργειών τους) και εξετάζουν διαφορές που ανακύπτουν από σχέσεις οι οποίες διέπονται από το δημόσιο δίκαιο. Οι δικαστές αποσαφηνίζουν επίσης τα έννομα δικαιώματα και τις έννομες υποχρεώσεις των ιδιωτών βάσει του δημόσιου δικαίου. Σε υποθέσεις διοικητικών παραβάσεων, οι δικαστές εκδικάζουν και αποφαίνονται επί υποθέσεων που αφορούν τη διάπραξη διοικητικών παραβάσεων.

Οι επαγγελματικές υποχρεώσεις των δικαστών περιλαμβάνουν όλες τις υποχρεώσεις δικαστών και δικαστηρίων βάσει του δικονομικού δικαίου.

Νομικές βάσεις δεδομένων

Η δικαστική εξουσία διαθέτει τη δική της Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροπύλη των εθνικών δικαστηρίων, της οποίας το περιεχόμενο είναι διαθέσιμο επί του παρόντος μόνο στα λετονικά. Περιέχει πληροφορίες σχετικά με το λετονικό δικαστικό σύστημα, κατάλογο των λετονικών δικαστηρίων και των λετονών δικαστών, στατιστικά στοιχεία για τα δικαστήρια, σύντομη περιγραφή των ισχυουσών διαδικασιών σε διάφορες δικαστικές προσφυγές, με ιδιαίτερη αναφορά στα κύρια χαρακτηριστικά και τις κύριες διαφορές τους, καθώς και πληροφορίες για την εισαγωγή υποθέσεων ενώπιον των δικαστικών αρχών. Παρέχει πρόσβαση σε επιλεγμένες θεματικές δικαστικές αποφάσεις, στα πινάκια των συνεδριάσεων και σε άλλες πληροφορίες.

Εισάγοντας τον αριθμό αναφοράς μιας υπόθεσης ή τον αριθμό κλήτευσης στην ενότητα «Ηλεκτρονικές υπηρεσίες» (epakalpojumi) της πύλης, μπορείτε να εξασφαλίσετε πληροφορίες σχετικά με την πρόοδο της δίωξης, το δικαστήριο και τον βαθμό εκδίκασης της υπόθεσης, το πινάκιο των προσεχών συνεδριάσεων, τις εκδοθείσες αποφάσεις και τις ενστάσεις που υποβλήθηκαν στην υπόθεση, καθώς και σχετικά με την έκβαση της δίκης.

Εκθέσεις σχετικά με το έργο των δικαστηρίων δημοσιεύονται επίσης στον δικτυακό τόπο της Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροΔιοίκησης των Δικαστηρίων.

Πληροφορίες σχετικά με τρέχοντα ζητήματα πολιτικής που αφορούν το δικαστικό σύστημα δημοσιεύονται επίσης στον δικτυακό τόπο τουΟ σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροΥπουργείου Δικαιοσύνης.

Ηλεκτρονικές πληροφορίες σχετικά με το Ανώτατο Δικαστήριο και τις δραστηριότητές του είναι διαθέσιμες στον δικτυακό τόπο του Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροΑνωτάτου Δικαστηρίου .

Όλες οι ως άνω πύλες είναι διαθέσιμες και στην αγγλική γλώσσα.

Οργάνωση του νομικού επαγγέλματος: δικηγόροι

Δικηγόροι

Οι δικηγόροι θεωρούνται λειτουργοί του δικαστικού συστήματος είναι ανεξάρτητοι επαγγελματίες νομικοί οι οποίοι:

  • προβαίνουν σε ενέργειες σχετικά με υποθέσεις σε οποιοδήποτε δικαστήριο και στο στάδιο της έρευνας της προδικασίας, εφόσον επιλεγούν για να πράξουν κάτι τέτοιο από διαδίκους σε διαφορά, κατηγορουμένους ή άλλους ενδιαφερομένους (τους πελάτες τους) και για λογαριασμό τους και, σε ορισμένες περιπτώσεις οι οποίες προβλέπονται Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροστον νόμο, για λογαριασμό του προέδρου ενός δικαστηρίου, του επικεφαλής ανακριτικού οργάνου της προδικασίας ή του Λετονικού Συμβουλίου Πιστοποιημένων Δικηγόρων (Latvijas zvērinātu advokātu padome)
  • παρέχουν νομικές συμβουλές
  • καταρτίζουν νομικά έγγραφα
  • παρέχουν άλλες μορφές νομικής συνδρομής.

Στη Λετονία, τα ακόλουθα πρόσωπα μπορούν να ασκούν το επάγγελμα του δικηγόρου, υπό ορισμένες προϋποθέσεις:

  1. πιστοποιημένοι δικηγόροι (zvērināti advokāti)
  2. βοηθοί πιστοποιημένων δικηγόρων (zvērinātu advokātu palīgi)
  3. πολίτες κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης οι οποίοι απέκτησαν προσόντα άσκησης του δικηγορικού επαγγέλματος σε οποιοδήποτε κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης
  4. αλλοδαποί δικηγόροι, εκτός δικηγόρων από κράτη μέλη της ΕΕ, οι οποίοι μπορούν να ασκούν το δικηγορικό επάγγελμα στη Λετονία βάσει διεθνών συμφωνιών περί νομικής συνδρομής από τις οποίες δεσμεύεται η Λετονία.

Όλοι οι πιστοποιημένοι δικηγόροι στη Λετονία είναι ανεξάρτητα μέλη μετέχοντα του νομικού επαγγέλματος και έχουν συστήσει από κοινού τον Δικηγορικό Σύλλογο Λετονίας (Latvijas Zvērinātu advokātu kolēģija), μια ανεξάρτητη εθνική επαγγελματική ένωση. Τα όργανα του Δικηγορικού Συλλόγου Λετονίας είναι η Γενική Συνέλευση πιστοποιημένων δικηγόρων, το Συμβούλιο Πιστοποιημένων Δικηγόρων Λετονίας, η Ελεγκτική Επιτροπή και η Πειθαρχική Επιτροπή.

Νομικές βάσεις δεδομένων

Πληροφορίες σχετικά με τις δραστηριότητες του Δικηγορικού Συλλόγου Λετονίας και του Συμβουλίου Πιστοποιημένων Δικηγόρων Λετονίας, σχετικά με τους νόμους και τους κανονισμούς που αφορούν τους δικηγόρους και σχετικά με τα δικαστήρια στα οποία ασκούν το επάγγελμά τους (συμπεριλαμβανομένων στοιχείων επικοινωνίας) και πληροφορίες σχετικά με άλλα θέματα που αφορούν το νομικό επάγγελμα στη Λετονία είναι διαθέσιμες στον δικτυακό τόπο τουΟ σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροΣυμβουλίου Πιστοποιημένων Δικηγόρων Λετονίας.

Συμβολαιογράφοι

Οργάνωση

Οι πιστοποιημένοι συμβολαιογράφοι (zvērināti notāri) χειρίζονται συμβολαιογραφικά θέματα υπό την εποπτεία των δικαστηρίων σύμφωνα με τις διαδικασίες που προβλέπονται στον Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυρονόμο. Οι πιστοποιημένοι συμβολαιογράφοι της Λετονίας θεωρούνται λειτουργοί του δικαστικού συστήματος οι οποίοι εκτελούν τις υποχρεώσεις που προβλέπονται στον νόμο και σχετίζονται με την άσκηση δημόσιας εξουσίας.

Σύμφωνα με τον Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυρονόμο περί συμβολαιογράφων, οι συμβολαιογράφοι εξουσιοδοτούνται:

  • να καταρτίζουν συμβολαιογραφικές πράξεις
  • να καταρτίζουν συμβολαιογραφικά πιστοποιητικά
  • να αποδέχονται χρήματα, κινητές αξίες και έγγραφα για φύλαξη
  • να αποδέχονται αντικείμενα τα οποία αποτελούν αντικείμενο υποχρέωσης φύλαξης
  • να διεκπεραιώνουν κληρονομικές υποθέσεις
  • να καταρτίζουν προτάσεις χωρισμού περιουσίας στις περιπτώσεις που προβλέπονται από τον νόμο
  • να διεκπεραιώνουν υποθέσεις διαζυγίου (υπό την προϋπόθεση ότι αμφότεροι οι σύζυγοι συμφώνησαν σε αυτό εγγράφως και ότι δεν υπάρχουν εκκρεμείς διαφορές μεταξύ τους)
  • να εκτελούν τις ενέργειες που προβλέπονται σε άλλους νόμους.

Όλοι οι πιστοποιημένοι συμβολαιογράφοι είναι μέλη μετέχοντα του νομικού επαγγέλματος. Ωστόσο, κατά την άσκηση του επαγγέλματός τους, οι πιστοποιημένοι συμβολαιογράφοι θεωρούνται δημόσιοι λειτουργοί. Οι πιστοποιημένοι συμβολαιογράφοι είναι λειτουργοί του δικαστικού συστήματος, υπάγονται στα περιφερειακά δικαστήρια και εκτελούν τις υποχρεώσεις που προβλέπει ο νόμος για αυτούς. Κατά την άσκηση του επαγγέλματός τους, οι συμβολαιογράφοι είναι οικονομικά ανεξάρτητοι, οι δε αμοιβές τους καθορίζονται από το υπουργικό συμβούλιο.

Όλοι οι πιστοποιημένοι συμβολαιογράφοι της Λετονίας είναι μέλη του Συλλόγου Πιστοποιημένων Συμβολαιογράφων Λετονίας (Latvijas Zvērinātu notāru kolēģija), που αποτελεί ανεξάρτητη εθνική επαγγελματική ένωση πιστοποιημένων συμβολαιογράφων. Το Συμβούλιο Πιστοποιημένων Συμβολαιογράφων Λετονίας (Latvijas Zvērinātu notāru padome) είναι ο εκπρόσωπος και το εποπτικό όργανο των πιστοποιημένων συμβολαιογράφων καθώς και το διοικητικό και εκτελεστικό όργανο του Συλλόγου Πιστοποιημένων Συμβολαιογράφων Λετονίας. Τα καθήκοντά του περιγράφονται στο άρθρο 230 του νόμου περί συμβολαιογράφων.

Νομικές βάσεις δεδομένων

Πληροφορίες σχετικά με τις δραστηριότητες και τον αριθμό των πιστοποιημένων συμβολαιογράφων, τους τόπους όπου ασκούν το επάγγελμά τους και άλλα θέματα σχετικά με το λετονικό συμβολαιογραφικό σύστημα είναι διαθέσιμες στον επίσημο δικτυακό τόπο των Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροσυμβολαιογράφων της Λετονίας.

Άλλα νομικά επαγγέλματα

Πιστοποιημένοι δικαστικοί επιμελητές

Οι πιστοποιημένοι δικαστικοί επιμελητές (Zvērināti tiesu izpildītāji) θεωρούνται λειτουργοί του δικαστικού συστήματος. Οι πιστοποιημένοι δικαστικοί επιμελητές υπάγονται στη δικαιοδοσία των περιφερειακών δικαστηρίων, εκτελούν τις αποφάσεις δικαστικών και άλλων οργάνων καθώς και τις πράξεις που προβλέπονται σε άλλους νόμους.

Οι πιστοποιημένοι δικαστικοί επιμελητές είναι μέλη μετέχοντα του νομικού επαγγέλματος, αλλά κατά την άσκηση των καθηκόντων τους θεωρούνται δημόσιοι λειτουργοί. Οι πιστοποιημένοι δικαστικοί επιμελητές ασκούν τα καθήκοντά τους ανεξάρτητα και υπόκεινται μόνον στον νόμο. Αιτήματα και εντολές των πιστοποιημένων δικαστικών επιμελητών κατά την εφαρμογή δικαστικών και άλλων αποφάσεων έχουν εκτελεστό χαρακτήρα στη Λετονία.

Οι πιστοποιημένοι δικαστικοί επιμελητές ασκούν τα καθήκοντά τους στην περιφέρεια των περιφερειακών δικαστηρίων στα οποία υπάγονται. Ο αριθμός των πιστοποιημένων δικαστικών επιμελητών, οι θέσεις, οι περιφέρειες και τα όρια των περιφερειών τους καθορίζονται από το υπουργικό συμβούλιο.

Κατά την άσκηση των καθηκόντων τους, οι πιστοποιημένοι δικαστικοί επιμελητές εφαρμόζουν τον Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυρονόμο περί πολιτικής δικονομίαςκαι τους λοιπούς νόμους και κανονισμούς, χρησιμοποιούν δε τη μεθοδολογία που έχει εγκρίνει το Συμβούλιο Πιστοποιημένων Δικαστικών Επιμελητών Λετονίας (Latvijas Zvērinātu tiesu izpildītāju padome, αντιπροσωπευτικό και εποπτικό όργανο των πιστοποιημένων δικαστικών επιμελητών στη Λετονία) καθώς και τις συστάσεις που προκύπτουν από τη νομολογία.

Νομικές βάσεις δεδομένων

Πληροφορίες σχετικά με τα κατά τόπους γραφεία πιστοποιημένων δικαστικών επιμελητών, τους νόμους και τους κανονισμούς που διέπουν το επάγγελμα του πιστοποιημένου δικαστικού επιμελητή και τους νόμους και τους κανονισμούς που διέπουν τις δραστηριότητες του Συμβουλίου Πιστοποιημένων Δικαστικών Επιμελητών Λετονίας είναι διαθέσιμες στονΟ σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροδικτυακό τόπο του Συμβουλίου Πιστοποιημένων Δικαστικών Επιμελητών Λετονίας. Η πύλη είναι επί του παρόντος διαθέσιμη μόνον στα λετονικά.

Οργανώσεις οι οποίες παρέχουν δωρεάν νομικές υπηρεσίες

Δεν υπάρχει κατάλογος τέτοιων οργανώσεων στη Λετονία.

Σύνδεσμοι

Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροΕισαγγελία, Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροΥπηρεσία για την καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες, Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροΠύλη των εθνικών δικαστηρίων, Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροΔιοίκηση των Δικαστηρίων, Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροΣυμβούλιο Πιστοποιημένων Δικηγόρων Λετονίας, Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροΣυμβολαιογράφοι Λετονίας, Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροΣυμβούλιο Πιστοποιημένων Δικαστικών Επιμελητών Λετονίας, Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροΥπουργείο Δικαιοσύνης της Δημοκρατίας της Λετονίας


Την έκδοση αυτής της σελίδας στην εθνική γλώσσα διαχειρίζεται το εκάστοτε κράτος μέλος. Οι μεταφράσεις έχουν γίνει από την αρμόδια υπηρεσία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Οι τυχόν αλλαγές που επιφέρει η αρμόδια εθνική αρχή στο πρωτότυπο ενδέχεται να μην έχουν περιληφθεί ακόμα στις μεταφράσεις. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή δεν αναλαμβάνει καμία ευθύνη όσον αφορά τις πληροφορίες ή τα στοιχεία που περιλαμβάνονται ή για τα οποία γίνεται λόγος στο παρόν έγγραφο. Βλ. την ανακοίνωση νομικού περιεχομένου για τους κανόνες πνευματικής ιδιοκτησίας που ισχύουν στο κράτος μέλος που είναι αρμόδιο για την παρούσα σελίδα.

Τελευταία επικαιροποίηση: 06/01/2016

Νομικά επαγγέλματα - Λιθουανία

Στην παρούσα σελίδα παρέχεται επισκόπηση των νομικών επαγγελμάτων της Λιθουανίας.


Νομικά επαγγέλματα

Νομικά επαγγέλματα – εισαγωγή

Μεταξύ των νομικών επαγγελμάτων στη Λιθουανία συγκαταλέγονται τα ακόλουθα:

  • Εισαγγελείς (prokurorai)
  • Δικαστές (teisėjai)
  • Δικηγόροι (advokatai)
  • Συμβολαιογράφοι (notarai)
  • Δικαστικοί επιμελητές (antstoliai)

Εισαγγελείς

Οργάνωση

Στη Λιθουανία υπάρχουν 56 κατά τόπους εισαγγελίες:

  • 51 περιφερειακές
  • 5 τοπικές

Η Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροΓενική Εισαγγελία (Generalinė prokuratūra) είναι αρμόδια για τις κατά τόπους εισαγγελίες (teritorinės prokuratūros). Η Γενική Εισαγγελέας ή ο Γενικός Εισαγγελέας διορίζεται για επταετή θητεία από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας της Λιθουανίας (Lietuvos Respublikos Prezidentas), με τη σύμφωνη γνώμη του Κοινοβουλίου(Seimas) .

Ο Γενικός Εισαγγελέας λογοδοτεί στο Κοινοβούλιο και στον Πρόεδρο. Οι διάφορες κατηγορίες εισαγγελέα είναι οι ακόλουθες:

  • Γενικός Εισαγγελέας  (generalinis prokuroras)
  • Επικεφαλής κατά τόπους (τοπικοί ή περιφερειακοί) εισαγγελείς (vyriausieji (apylinkių arba apygardų) prokurorai)
  • Λοιποί εισαγγελείς.

Ανάμεσα στο υπουργείο Δικαιοσύνης και την Εισαγγελία δεν υπάρχει καμία σχέση – υπαγωγής, κοινής δικαιοδοσίας ή άλλου τύπου ειδική σχέση.

Αποστολή και καθήκοντα

Τα καθήκοντα των εισαγγελιών είναι:

  • Να οργανώνουν και να διευθύνουν προδικαστικές ανακρίσεις
  • Να απευθύνουν κατηγορίες εξ ονόματος της πολιτείας σε ποινικές υποθέσεις
  • Να προστατεύουν το δημόσιο συμφέρον
  • Να επιβάλλουν δικαιοσύνη
  • Να βοηθούν το δικαστικό σώμα στην απονομή της δικαιοσύνης

Οι εισαγγελείς συμμετέχουν σε όλες τις ποινικές υποθέσεις και σε αστικές ή διοικητικές υποθέσεις, με τη σειρά που αναφέρεται στο αίτημα.

Δικαστές

Οργάνωση

Δεν υπάρχουν διάφορες κατηγορίες δικαστών στη Λιθουανία. Όλοι είναι επαγγελματίες δικαστές (profesionalūs teisėjai).

Τις γενικές αρχές του δικαστικού σώματος καθορίζουν το Σύνταγμα και η κοινοβουλευτική πράξη που διέπει τη λειτουργία των δικαστηρίων. Τα δικαστήρια είναι ανεξάρτητα και διαθέτουν τα ακόλουθα αυτοδιοικούμενα όργανα:

  • Γενική συνέλευση των δικαστών (Visuotinis teisėjų susirinkimas)
  • Δικαστικό συμβούλιο (Teisėjų taryba)
  • Πειθαρχικό Δικαστήριο (Teisėjų garbės teismas)

Για την επιτέλεση των αρμοδιοτήτων τους, τα δικαστήρια επικουρούνται από τη Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροδιοίκηση των εθνικών δικαστηρίων (Teisėjų garbės teismas).

Οργάνωση του νομικού επαγγέλματος: Δικηγόροι

Barristers/ Advocates (δικηγόροι)

Στη Λιθουανία υπάρχουν δικηγόροι  (advokatai) και ασκούμενοι δικηγόροι(advokatų padėjėjai). Οι ασκούμενοι δικηγόροι μπορούν να εκπροσωπούν τους πελάτες τους σε αστικές διαδικασίες και να τους υπερασπίζονται σε ποινικές διαδικασίες - με την άδεια του επιβλέποντος δικηγόρου και όταν αυτό επιτρέπεται από τη νομοθεσία.

Οι δικηγόροι και οι ασκούμενοι δικηγόροι δεν διακρίνονται σε κατηγορίες. Οι δικηγόροι μπορούν να διαλέξουν ελεύθερα σε ποιον τομέα δικαίου επιθυμούν να ειδικευτούν (ειδίκευση δικηγόρου).

Νομικές βάσεις δεδομένων

Για περισσότερες πληροφορίες επισκεφθείτε τον δικτυακό τόπο του Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροΔικηγορικού Συλλόγου της Λιθουανίας (Lietuvos advokatūra).

Παρέχεται δωρεάν πρόσβαση στη βάση δεδομένων;

Ναι, η πρόσβαση στον δικτυακό τόπο του Δικηγορικού Συλλόγου της Λιθουανίας παρέχεται δωρεάν.

Solicitors/ νομικοί σύμβουλοι

Στη Λιθουανία δεν υπάρχουν solicitors ούτε νομικοί σύμβουλοι.

Συμβολαιογράφοι

Οργάνωση

Υπάρχει ένα μόνον είδος ταξινόμησης των συμβολαιογράφων (notarai) στη Λιθουανία. Ο αριθμός των συμβολαιογράφων, τα γραφεία τους και η εδαφική τους αρμοδιότητα καθορίζονται από το Υπουργείο Δικαιοσύνης(Teisingumo ministerija). Οι συμβολαιογράφοι διορίζονται και παύονται από τον υπουργό Δικαιοσύνης.

Οι συμβολαιογράφοι υπάγονται στο Συμβολαιογραφικό Σύλλογο (Notarų rūmai). Κάθε χρόνο, ο Συμβολαιογραφικός Σύλλογος υποβάλλει στο υπουργείο Δικαιοσύνης αναλυτική ετήσια έκθεση για τις δραστηριότητές του, σε συνδυασμό με προβλέψεις και κατευθυντήριες γραμμές για τις δραστηριότητες των συμβολαιογράφων τον επόμενο χρόνο.

Οι κανονιστικές πράξεις που διέπουν τους συμβολαιογράφους εγκρίνονται από το υπουργείο Δικαιοσύνης, αφού ληφθεί υπόψη η γνωμοδότηση του Προεδρείου του Συμβολαιογραφικού Συλλόγου (Notarų rūmų prezidiumas).

Σε περίπτωση που ο υπουργός Δικαιοσύνης κρίνει ότι κάποιο ψήφισμα ή κάποια απόφαση του Συμβολαιογραφικού Συλλόγου έρχεται σε αντίθεση με τους νόμους της Δημοκρατίας της Λιθουανίας, μπορεί να προσφύγει στο περιφερειακό δικαστήριο της Βίλνας (Vilniaus apygardos teismas) με σκοπό την ακύρωση του εν λόγω ψηφίσματος ή της απόφασης.

Για περισσότερες πληροφορίες επισκεφθείτε τον δικτυακό τόπο του Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροΣυμβολαιογραφικού Συλλόγου Λιθουανίας.

Αποστολή και καθήκοντα

Τα βασικά καθήκοντα του Συμβολαιογραφικού Συλλόγου είναι τα εξής:

  1. Συντονισμός των δραστηριοτήτων των συμβολαιογράφων
  2. Μέριμνα για την επαγγελματική πρόοδο των συμβολαιογράφων
  3. Προστασία και εκπροσώπηση των συμφερόντων των συμβολαιογράφων ενώπιον των φορέων κρατικής διακυβέρνησης και διοίκησης
  4. Σύνταξη σχεδίων κανονιστικών πράξεων για θέματα που αφορούν τον συμβολαιογραφικό κλάδο και υποβολή τους στο υπουργείο Δικαιοσύνης
  5. Ομοιογένεια της συμβολαιογραφικής πρακτικής
  6. Εποπτεία των συμβολαιογράφων όσον αφορά τον τρόπο επιτέλεσης των καθηκόντων τους και τη συμμόρφωσή τους προς τη δεοντολογία του επαγγέλματος.
  7. Προστασία και χρήση των μέσων που έχουν αναπτυχθεί κατά την άσκηση του επαγγέλματος του συμβολαιογράφου
  8. Μέριμνα για πρακτική άσκηση των νέων συμβολαιογράφων
  9. Επιτέλεση λοιπών καθηκόντων που προβλέπονται στο καταστατικό του Συμβολαιογραφικού Συλλόγου (Notarų rūmų statutas).

Άλλα νομικά επαγγέλματα

Δικαστικοί επιμελητές

Υπάρχει ένα μόνον είδος ταξινόμησης των δικαστικών επιμελητών (antstoliai) στη Λιθουανία.

Για περισσότερες πληροφορίες σχετικά με τους δικαστικούς επιμελητές επισκεφθείτε το Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροδικτυακό τόπο των επαγγελματιών δικαστικών επιμελητών και τον δικτυακό τόπο του Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροΣυλλόγου δικαστικών επιμελητών (Antstolių rūmai).


Την έκδοση αυτής της σελίδας στην εθνική γλώσσα διαχειρίζεται το εκάστοτε κράτος μέλος. Οι μεταφράσεις έχουν γίνει από την αρμόδια υπηρεσία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Οι τυχόν αλλαγές που επιφέρει η αρμόδια εθνική αρχή στο πρωτότυπο ενδέχεται να μην έχουν περιληφθεί ακόμα στις μεταφράσεις. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή δεν αναλαμβάνει καμία ευθύνη όσον αφορά τις πληροφορίες ή τα στοιχεία που περιλαμβάνονται ή για τα οποία γίνεται λόγος στο παρόν έγγραφο. Βλ. την ανακοίνωση νομικού περιεχομένου για τους κανόνες πνευματικής ιδιοκτησίας που ισχύουν στο κράτος μέλος που είναι αρμόδιο για την παρούσα σελίδα.

Τελευταία επικαιροποίηση: 18/02/2019

Νομικά επαγγέλματα - Λουξεµβούργο

Η γλωσσική έκδοση που βλέπετε τώρα βρίσκεται στο στάδιο της μετάφρασης.
Υπάρχει ήδη μετάφραση στις ακόλουθες γλώσσες: γαλλικά

Στη σελίδα αυτή γίνεται ανασκόπηση των διαφόρων νομικών επαγγελμάτων.


Νομικά επαγγέλματα

Τα νομικά επαγγέλματα – εισαγωγή

Το λήμμα αυτό περιέχει πληροφορίες σχετικά με τα επαγγέλματα του δικαστικού κόσμου (περιγραφή, όροι πρόσβασης στο επάγγελμα, κ.λπ.).

Ανασκόπηση συστήματος απονομής δικαιοσύνης

Τα δικαστήρια του Λουξεμβούργου υποδιαιρούνται σε τακτικά δικαστήρια και σε διοικητικά δικαστήρια. Η οργάνωση αυτή βασίζεται στο κριτήριο του είδους της διαφοράς.

Η τακτική δικαιοσύνη περιλαμβάνει 3 Ειρηνοδικεία (Justices de Paix), 2 Πρωτοδικεία (Tribunaux d'arrondissement), 1 Εφετείο και 1 Ακυρωτικό Δικαστήριο. Τα δικαστήρια αυτά είναι αρμόδια κυρίως για διαφορές αστικού, εμπορικού και ποινικού δικαίου, καθώς και εργατικού δικαίου. Μέλη της τακτικής δικαιοσύνης είναι τόσο οι δικαστές της έδρας όσο και οι αντεισαγγελείς ή οι εισαγγελείς («ορθία δικαιοσύνη»).

Η διοικητική δικαιοσύνη περιλαμβάνει 1 Διοικητικό Πρωτοδικείο και 1 Διοικητικό Εφετείο. Τα όργανα αυτά εκδικάζουν διαφορές διοικητικής και φορολογικής φύσης (άμεσης φορολογίας).

Το Συνταγματικό Δικαστήριο αποτελείται από δικαστικούς της τακτικής και της διοικητικής δικαιοσύνης. Ελέγχει τη συμβατότητα των νόμων με το Σύνταγμα, το οποίο είναι ο υπέρτατος νόμος της χώρας.

Οι δικαστικοί λειτουργοί

Υπάρχουν δύο τρόποι πρόσβασης στο δικαστικό σώμα:

Η πρόσληψη μέσω διαγωνισμού

Οι μελλοντικοί δικαστές, δηλαδή οι δόκιμοι δικαστές (attachés de justice), προσλαμβάνονται μέσω διαγωνισμού. Για να γίνουν δεκτοί στον διαγωνισμό, οι υποψήφιοι πρέπει να πληρούν τις ακόλουθες προϋποθέσεις:

  1. να έχουν την ιθαγένεια του Λουξεμβούργου
  2. να απολαύουν ατομικών και πολιτικών δικαιωμάτων και να έχουν τα απαιτούμενα εχέγγυα ήθους
  3. να είναι κάτοχοι λουξεμβουργιανού διπλώματος πανεπιστημιακών νομικών σπουδών αναγνωρισμένου επιπέδου Master ή αλλοδαπού διπλώματος πανεπιστημιακών νομικών σπουδών αναγνωρισμένου επιπέδου Master, εγκεκριμένου από τον αρμόδιο για την τριτοβάθμια εκπαίδευση υπουργό βάσει του τροποποιημένου νόμου της 18ης Ιουνίου 1969 για την τριτοβάθμια εκπαίδευση και την αναγνώριση της ισοτιμίας των τίτλων και επιπέδων αλλοδαπής τριτοβάθμιας εκπαίδευσης
  4. να έχουν επαρκή γνώση της λουξεμβουργιανής, της γαλλικής και της γερμανικής γλώσσας
  5. να έχουν ολοκληρώσει δικαστική ή συμβολαιογραφική πρακτική άσκηση επί δώδεκα μήνες τουλάχιστον
  6. να πληρούν τους όρους της απαιτούμενης σωματικής και ψυχικής καταλληλότητας οι οποίοι ελέγχονται μέσω ιατρικής και ψυχολογικής εξέτασης.

Η επιτροπή προσλήψεων και κατάρτισης των δόκιμων δικαστών, η οποία απαρτίζεται αποκλειστικά από δικαστές και στο εξής αναφέρεται ως «η επιτροπή», διοργανώνει τον διαγωνισμό για την πρόσληψη στο δικαστικό σώμα. Ο εν λόγω διαγωνισμός περιλαμβάνει τρεις γραπτές εξετάσεις που αφορούν το αστικό δίκαιο και την πολιτική δικονομία, το ποινικό δίκαιο και την ποινική δικονομία, καθώς και το διοικητικό δίκαιο και τη διαδικασία ενώπιον διοικητικού δικαστηρίου. Οι εξετάσεις συνίστανται κυρίως στη σύνταξη ενός σχεδίου δικαστικής απόφασης. Για να επιτύχουν στον διαγωνισμό, οι υποψήφιοι πρέπει να λάβουν τουλάχιστον τα τρία πέμπτα του συνόλου των βαθμών όλων των εξετάσεων και τουλάχιστον το ήμισυ του ανωτάτου βαθμού για την κάθε εξέταση. Η κατάταξη των υποψηφίων από την επιτροπή πραγματοποιείται κατά σειρά τελικής βαθμολογίας. Οι υποψήφιοι που κατατάσσονται μεταξύ των επιτυχόντων προσλαμβάνονται κατά σειρά προτεραιότητας.

Η πρόσληψη βάσει φακέλου

Πρόκειται για επικουρική οδό πρόσληψης η οποία πραγματοποιείται μόνον σε περίπτωση που ο αριθμός των δόκιμων δικαστών, ο οποίος καθορίζεται κάθε έτος από τον υπουργό Δικαιοσύνης, δεν έχει επιτευχθεί μέσω του διαγωνισμού.

Για να μπορεί να υποβληθεί υποψηφιότητα, πρέπει:

  1. να πληρούνται ορισμένες προϋποθέσεις οι οποίες απαιτούνται για να γίνει δεκτός ο υποψήφιος στον διαγωνισμό, ιδίως οι προϋποθέσεις που αναφέρονται στα σημεία 1) έως 4) και 6)
  2. να είναι κάτοχος του διπλώματος αποπεράτωσης της δικαστικής άσκησης
  3. να έχει ασκήσει το επάγγελμα του δικηγόρου για συνολικό διάστημα πέντε ετών τουλάχιστον.

Η επιτροπή καλεί τους υποψηφίους σε προσωπική συνέντευξη. Ένας εμπειρογνώμονας ψυχολόγος συμμετέχει στην προσωπική συνέντευξη και διατυπώνει αιτιολογημένη γνώμη για κάθε υποψήφιο. Τα κριτήρια επιλογής των υποψηφίων είναι τα αποτελέσματα των εξετάσεων οι οποίες κυρώνουν τον κύκλο συμπληρωματικών μαθημάτων λουξεμβουργιανού δικαίου και των εξετάσεων του διπλώματος αποπεράτωσης της δικαστικής άσκησης, η επαγγελματική εμπειρία, τυχόν επιπλέον τίτλοι, καθώς και δημοσιεύσεις που ενδεχομένως πραγματοποιήθηκαν. Η επιλογή των υποψηφίων πραγματοποιείται από την επιτροπή.

Το Σύνταγμα εγγυάται την ανεξαρτησία των δικαστών της έδρας έναντι της πολιτικής εξουσίας. Οι δικαστές είναι μόνιμοι. Κανένας δικαστικός δεν μπορεί να παυθεί ούτε να τεθεί σε διαθεσιμότητα, παρά μόνον με δικαστική απόφαση. Μπορούν να μετατεθούν μόνον με νέο διορισμό και με τη συναίνεσή τους. Ωστόσο, σε περίπτωση αδυναμίας εκτέλεσης των καθηκόντων τους ή ανάρμοστης συμπεριφοράς, μπορούν να τεθούν σε διαθεσιμότητα, να ανακληθούν ή να μετατεθούν, σύμφωνα με τις προϋποθέσεις που ορίζει ο νόμος.

Το λειτούργημα του δικαστή είναι ασυμβίβαστο με την ιδιότητα μέλους της κυβέρνησης, με την εντολή βουλευτή, δημάρχου, αντιδημάρχου ή μέλους του δημοτικού συμβουλίου, με κάθε δημόσια ή ιδιωτική έμμισθη θέση, με τα καθήκοντα του συμβολαιογράφου ή του δικαστικού επιμελητή, με την ιδιότητα του στρατιωτικού ή του κληρικού, καθώς και με το επάγγελμα του δικηγόρου. Οι δικαστικοί είναι αμερόληπτοι και δεσμεύονται από το επαγγελματικό απόρρητο. Η αμοιβή τους καθορίζεται από τον νόμο.

Για περισσότερες πληροφορίες επισκεφθείτε τη Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροσελίδα σχετικά με το επάγγελμα του δικαστή στον δικτυακό τόπο του Υπουργείου Δικαιοσύνης

Οι δικηγόροι

Το επάγγελμα του δικηγόρου διέπεται από τον τροποποιημένο νόμο της 10ης Αυγούστου 1991 σχετικά με το επάγγελμα του δικηγόρου.

Το επάγγελμα του δικηγόρου είναι ελεύθερο και ανεξάρτητο επάγγελμα. Το επάγγελμα του δικηγόρου μπορεί να ασκηθεί από μεμονωμένους επαγγελματίες. Οι δικηγόροι μπορούν να συνιστούν εταιρείες δικηγόρων που λειτουργούν ως νομικά πρόσωπα. Οι δικηγόροι είναι οι μόνοι που επιτρέπεται να συνδράμουν ή να εκπροσωπούν τους διαδίκους, να υποβάλλουν αιτήματα ή να αγορεύουν για λογαριασμό των διαδίκων ενώπιον των κάθε είδους δικαστηρίων, να παραλαμβάνουν τα έγγραφα και τους τίτλους τους για να τα υποβάλουν στους δικαστές, να καταρτίζουν και να υπογράφουν τις αναγκαίες πράξεις για την κανονικότητα της διαδικασίας και να ασχολούνται με μια υπόθεση μέχρι το στάδιο της έκδοσης δικαστικής απόφασης.

Μόνον οι δικηγόροι μπορούν να παρέχουν, κατά σύνηθες επάγγελμα και επ’ αμοιβή, νομικές συμβουλές ή να συντάσσουν ιδιωτικά έγγραφα για λογαριασμό τρίτων. Οι δικηγόροι επίσης εκπροσωπούν ή συνδράμουν τους πελάτες τους ενώπιον των διεθνών δικαστηρίων, όπως το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. Οι δικηγόροι δεσμεύονται από το επαγγελματικό απόρρητο, το οποίο αποτελεί κανόνα δημοσίας τάξης και του οποίου η παραβίαση διώκεται ποινικά.

Για την άσκηση του επαγγέλματος του δικηγόρου στο Λουξεμβούργο, είναι υποχρεωτική η εγγραφή σε δικηγορικό σύλλογο με έδρα στο Μεγάλο Δουκάτο του Λουξεμβούργου. Αυτό ισχύει και για τον ευρωπαίο δικηγόρο που επιθυμεί να ασκήσει το επάγγελμά του στο Λουξεμβούργο υπό τον επαγγελματικό τίτλο καταγωγής του.

Το Μητρώο του Δικηγορικού Συλλόγου περιλαμβάνει έξι Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροπίνακες:

Πίνακας 1: δικηγόροι παρά δικαστηρίω (avocats à la Cour)

Πίνακας 2: δικηγόροι

Πίνακας 3: επίτιμοι δικηγόροι

Πίνακας 4: δικηγόροι της Ευρωπαϊκής Ένωσης που ασκούν το επάγγελμα υπό τον τίτλο καταγωγής τους

Πίνακας 5: εταιρείες δικηγόρων που έχουν την ιδιότητα του δικηγόρου παρά δικαστηρίω

Πίνακας 6: άλλες εταιρείες δικηγόρων

Για να εγγραφεί κανείς σε έναν από τους Δικηγορικούς Συλλόγους του Λουξεμβούργου, πρέπει να πληροί τις ακόλουθες προϋποθέσεις:

  • να διαθέτει τα απαιτούμενα εχέγγυα ήθους,
  • να αποδεικνύει ότι πληροί τις προϋποθέσεις για να γίνει δεκτός για δικαστική άσκηση ή να έχει ολοκληρώσει επιτυχώς τη δοκιμασία επάρκειας την οποία προβλέπει για τους δικηγόρους που προέρχονται από άλλο κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης ο τροποποιημένος νόμος της 10ης Αυγούστου 1991, ο οποίος καθορίζει, για το επάγγελμα του δικηγόρου, το γενικό σύστημα αναγνώρισης των διπλωμάτων τριτοβάθμιας εκπαίδευσης που πιστοποιούν επαγγελματική εκπαίδευση ελάχιστης διαρκείας τριών ετών, ή να αποδεικνύει ότι πληροί τις προϋποθέσεις για να ασκήσει το επάγγελμα του δικηγόρου στο Μεγάλο Δουκάτο του Λουξεμβούργου υπό τον επαγγελματικό τίτλο καταγωγής του, κατ’ εφαρμογή του τροποποιημένου νόμου της 13ης Νοεμβρίου 2002 με τον οποίο μεταφέρθηκε στη νομοθεσία του Λουξεμβούργου η οδηγία 98/5/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Φεβρουαρίου 1998, για τη διευκόλυνση της μόνιμης άσκησης του δικηγορικού επαγγέλματος σε κράτος μέλος διάφορο εκείνου στο οποίο αποκτήθηκε ο επαγγελματικός τίτλος, και ότι κατέχει επαρκώς τη γλώσσα της νομοθεσίας και τις διοικητικές και δικαστικές γλώσσες κατά την έννοια του νόμου της 24ης Φεβρουαρίου 1984 για το γλωσσικό καθεστώς
  • να έχει τη λουξεμβουργιανή ιθαγένεια ή την ιθαγένεια κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης,
  • να κατέχει τη γλώσσα της νομοθεσίας και τις διοικητικές και δικαστικές γλώσσες κατά την έννοια του νόμου της 24ης Φεβρουαρίου 1984 για το γλωσσικό καθεστώς, με την επιφύλαξη του άρθρου 31-1 του τροποποιημένου νόμου της 10ης Αυγούστου 1991. Για τη λουξεμβουργιανή και τη γερμανική γλώσσα το απαιτούμενο επίπεδο ικανοτήτων αντιστοιχεί στο επίπεδο B2 του κοινού ευρωπαϊκού πλαισίου αναφοράς για την προφορική κατανόηση και στο επίπεδο B1 για την προφορική έκφραση και, για τη γερμανική γλώσσα μόνον, στο επίπεδο B2 για τη γραπτή κατανόηση. Όσον αφορά τη γαλλική γλώσσα απαιτείται το επίπεδο B2 του ιδίου πλαισίου τόσο για τη γραπτή και προφορική κατανόηση όσο και για τη γραπτή και προφορική έκφραση.
    Κατά παρέκκλιση του προηγουμένου εδαφίου, οι ευρωπαίοι δικηγόροι που αναφέρονται στο άρθρο 10 της οδηγίας 98/5/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Φεβρουαρίου 1998, για τη διευκόλυνση της μόνιμης άσκησης του δικηγορικού επαγγέλματος σε κράτος μέλος διάφορο εκείνου στο οποίο αποκτήθηκε ο επαγγελματικός τίτλος, κατά την εγγραφή τους στον πίνακα Ι του μητρώου του Δικηγορικού Συλλόγου, πρέπει να κατέχουν τη γλώσσα της νομοθεσίας κατά την έννοια του νόμου της 24ης Φεβρουαρίου 1984 για το γλωσσικό καθεστώς, στο μέτρο που περιορίζουν τις επαγγελματικές τους δραστηριότητες σε εκείνες που δεν απαιτούν την κατοχή άλλων γλωσσών κατά την έννοια του νόμου της 24ης Φεβρουαρίου 1984. Το απαιτούμενο επίπεδο γνώσης των γλωσσών είναι αυτό που αναφέρεται στο προηγούμενο εδάφιο.

Ορισμένες διευκρινίσεις ως προς τις γλωσσικές απαιτήσεις:

Οι δικηγόροι που είναι εγγεγραμμένοι ως μεμονωμένοι επαγγελματίες πρέπει να κατέχουν τη γλώσσα της νομοθεσίας κατά την έννοια του νόμου της 24ης Φεβρουαρίου 1984 για το γλωσσικό καθεστώς, καθώς και κάθε άλλη γλώσσα που είναι αναγκαία για την άσκηση των επαγγελματικών τους δραστηριοτήτων, με την επιφύλαξη των προαναφερομένων.

Οι δικηγόροι που είναι εγγεγραμμένοι στον πίνακα II πρέπει επιπλέον να κατέχουν τις διοικητικές και δικαστικές γλώσσες του Μεγάλου Δουκάτου του Λουξεμβούργου οι οποίες απαιτούνται για την εκπλήρωση των υποχρεώσεών τους που απορρέουν από τη δικαστική άσκηση.

Ο δικηγόρος που αναλαμβάνει μια υπόθεση πρέπει να έχει τις απαραίτητες επαγγελματικές και γλωσσικές ικανότητες, άλλως εκτίθεται σε πειθαρχικές κυρώσεις.

Το Συμβούλιο του Δικηγορικού Συλλόγου, μετά από γνωμοδότηση του Υπουργού Δικαιοσύνης, μπορεί να απαλλάξει τον υποψήφιο από την προϋπόθεση της ιθαγένειας, υπό τον όρο της αμοιβαιότητας εκ μέρους της χώρας μη μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης, της οποίας την ιθαγένεια έχει ο υποψήφιος. Το ίδιο ισχύει και για τους υποψηφίους στους οποίους έχει αναγνωριστεί το καθεστώς του πολιτικού πρόσφυγα και στους οποίους έχει χορηγηθεί άσυλο στο Μεγάλο Δουκάτο του Λουξεμβούργου

Οι δικηγόροι που είναι εγγεγραμμένοι στον πίνακα I των δικηγόρων είναι οι μόνοι που μπορούν να φέρουν τον τίτλο «δικηγόρος παρά δικαστηρίω» (avocat à la Cour). Για τον σκοπό αυτό, πρέπει:

  • είτε να έχουν συμπληρώσει, ως δικηγόροι εγγεγραμμένοι στον πίνακα ΙΙ των δικηγόρων, διετή περίοδο δικαστικής άσκησης και να έχουν επιτύχει στις εξετάσεις αποπεράτωσης της δικαστικής άσκησης
  • είτε να έχουν επιτύχει στη δοκιμασία επάρκειας, την οποία προβλέπει για τους δικηγόρους που προέρχονται από άλλο κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης ο τροποποιημένος νόμος της 10ης Αυγούστου 1991, ο οποίος καθορίζει για το επάγγελμα του δικηγόρου το γενικό σύστημα αναγνώρισης των διπλωμάτων τριτοβάθμιας εκπαίδευσης που πιστοποιούν επαγγελματική εκπαίδευση ελάχιστης διαρκείας τριών ετών,
  • είτε, στην περίπτωση των ευρωπαίων δικηγόρων που επιτρέπεται να ασκήσουν το επάγγελμα υπό τον επαγγελματικό τίτλο καταγωγής τους, να αποδεικνύουν πραγματική και τακτική δραστηριότητα διάρκειας τουλάχιστον 3 ετών στο Λουξεμβούργο και σε σχέση με το δίκαιο του Λουξεμβούργου, συμπεριλαμβανομένου του δικαίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ή να μπορούν να υπαχθούν στις διατάξεις του άρθρου 9 παράγραφος 2 του τροποποιημένου νόμου της 13ης Νοεμβρίου 2002 με τον οποίο μεταφέρθηκε στη νομοθεσία του Λουξεμβούργου η οδηγία 98/5/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Φεβρουαρίου 1998, για τη διευκόλυνση της μόνιμης άσκησης του δικηγορικού επαγγέλματος σε κράτος μέλος διάφορο εκείνου στο οποίο αποκτήθηκε ο επαγγελματικός τίτλος.

Οι δικηγόροι που φέρουν τον τίτλο «δικηγόροι παρά δικαστηρίω» είναι οι μόνοι που δικαιούνται να διενεργούν τις πράξεις για τις οποίες οι νόμοι και οι κανονισμοί επιτάσσουν παράσταση δικηγόρου, δηλαδή να εκπροσωπούν τους διαδίκους ενώπιον του Συνταγματικού Δικαστηρίου, των διοικητικών δικαστηρίων, του Ανώτατου Δικαστηρίου και ενώπιον των Πρωτοδικείων όταν εκδικάζουν αστικές υποθέσεις, να αναπτύσσουν ισχυρισμούς εξ ονόματός τους, να παραλαμβάνουν τα έγγραφα και τους τίτλους τους για να τα υποβάλουν στους δικαστές, να καταρτίζουν και να υπογράφουν τις αναγκαίες πράξεις για την κανονικότητα της διαδικασίας και να ασχολούνται με μια υπόθεση μέχρι το στάδιο της έκδοσης δικαστικής απόφασης.

Οι δικηγόροι οι οποίοι είναι εγγεγραμμένοι στον πίνακα ΙΙ των δικηγόρων, καθώς και οι ευρωπαίοι δικηγόροι που επιτρέπεται να ασκήσουν το επάγγελμα υπό τον επαγγελματικό τίτλο καταγωγής τους και οι οποίοι είναι εγγεγραμμένοι στον πίνακα ΙV των δικηγόρων, μπορούν να διενεργούν τις εν λόγω πράξεις μόνον αν συμπαρίσταται δικηγόρος εγγεγραμμένος στον πίνακα Ι που φέρει τον τίτλο «δικηγόρος παρά δικαστηρίω». Καθώς η εκπροσώπηση των διαδίκων είναι ελεύθερη ενώπιον όλων των δικαστηρίων στα οποία δεν είναι υποχρεωτική η παράσταση δικηγόρου, οι δικηγόροι που είναι εγγεγραμμένοι στους πίνακες ΙΙ ή IV μπορούν να εκπροσωπούν τους διαδίκους χωρίς συμπαράσταση δικηγόρου παρά δικαστηρίω.

Η πρόσβαση στην κατάρτιση δικηγόρου διέπεται από τον κανονισμό του Μεγάλου Δουκάτου της 10ης Ιουνίου 2009 για την οργάνωση της δικαστικής άσκησης και τη ρύθμιση της πρόσβασης στο λειτούργημα του συμβολαιογράφου, ο οποίος προβλέπει κύκλο επαγγελματικής κατάρτισης αποτελούμενο από συμπληρωματικά μαθήματα δικαίου του Λουξεμβούργου και ακολουθούμενο από πρακτική άσκηση.

Μετά τη λήψη του πιστοποιητικού συμπληρωματικής κατάρτισης στο δίκαιο του Λουξεμβούργου, οι ασκούμενοι μπορούν να εγγραφούν στον πίνακα 2 ενός από τους Δικηγορικούς Συλλόγους του Λουξεμβούργου.

Σκοπός της δικαστικής άσκησης είναι η εκμάθηση του τρόπου άσκησης του δικηγορικού επαγγέλματος. Οι πανεπιστημιακές σπουδές έχουν επιτρέψει στον ασκούμενο να αποκτήσει σε βάθος γνώση του δικαίου, ενώ τα συμπληρωματικά μαθήματα δικαίου του Λουξεμβούργου συμπληρώνουν αυτές τις γνώσεις με την εκμάθηση των ιδιομορφιών του δικαίου του Λουξεμβούργου. Κατά τη δικαστική άσκηση, το βάρος πέφτει κυρίως στην εκμάθηση του τρόπου άσκησης του δικηγορικού επαγγέλματος, τόσο ασκώντας το επάγγελμα υπό την αιγίδα του δικηγόρου που είναι υπεύθυνος για τον ασκούμενο όσο και με την παρακολούθηση μαθημάτων που έχουν ως αντικείμενο την εκμάθηση του τρόπου άσκησης του επαγγέλματος.

Η πρακτική άσκηση η οποία διαρκεί τουλάχιστον 2 έτη ολοκληρώνεται με τις εξετάσεις αποπεράτωσης της άσκησης. Μετά την επιτυχή ολοκλήρωση των εξετάσεων αυτών, ο ασκούμενος αποκτά τον τίτλο «δικηγόρος παρά δικαστηρίω» και εγγράφεται στον πίνακα 1.

Μετά από δεόντως αιτιολογημένη και δικαιολογημένη αίτηση, η επιτροπή παρακολούθησης μπορεί να επιτρέψει στον ασκούμενο να πραγματοποιήσει διάστημα 3 έως 6 μηνών της δικαστικής του άσκησης σε δικηγορικό γραφείο κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Αυτή η εγκεκριμένη περίοδος άσκησης συνυπολογίζεται στη διάρκεια της δικαστικής άσκησης.

Οι δικηγόροι ανήκουν σε Δικηγορικό Σύλλογο, ο οποίος είναι ανεξάρτητος από τις δημόσιες αρχές και από τη δικαστική εξουσία. Υπάρχει ένας Δικηγορικός Σύλλογος στο Λουξεμβούργο και ένας Δικηγορικός Σύλλογος στο Diekirch. Κάθε δικηγορικός σύλλογος διαθέτει νομική προσωπικότητα. Ο δικηγορικός σύλλογος περιλαμβάνει τα ακόλουθα όργανα: τη Συνέλευση, το Συμβούλιο, τον Πρόεδρο και, για το σύνολο του κλάδου, το Πειθαρχικό και Διοικητικό Συμβούλιο.

Για περισσότερες πληροφορίες επισκεφθείτε τη Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροσελίδα σχετικά με το επάγγελμα του δικηγόρου στον δικτυακό τόπο του Υπουργείου Δικαιοσύνης

Συμβολαιογράφοι

Σύμφωνα με το άρθρο 13 του τροποποιημένου νόμου της 9ης Δεκεμβρίου 1976 σχετικά με την οργάνωση του λειτουργήματος του συμβολαιογράφου, ο αριθμός των συμβολαιογράφων καθορίζεται με κανονισμό του Μεγάλου Δουκάτου. Σήμερα, ο αριθμός των συμβολαιογράφων ανέρχεται σε 36 σε ολόκληρη τη χώρα.

Οι συμβολαιογράφοι είναι δημόσιοι λειτουργοί εξουσιοδοτημένοι να συμπράττουν σε όλες τις πράξεις και συμβάσεις στις οποίες τα μέρη υποχρεούνται ή επιθυμούν να προσδώσουν τον χαρακτήρα αυθεντικότητας που έχουν οι πράξεις των δημόσιων αρχών, να προσδώσουν βέβαιη χρονολογία, να καταθέσουν, να λάβουν απόγραφα και αντίγραφα.

Απαγορεύεται στους συμβολαιογράφους να ασκούν, οι ίδιοι ή μέσω παρένθετου προσώπου, άμεσα ή έμμεσα: εμπόριο να είναι διαχειριστές, ομόρρυθμοι εταίροι, διευθύνοντες σύμβουλοι ή εκκαθαριστές εμπορικής εταιρείας ή βιομηχανικής ή εμπορικής επιχείρησης να ασχολούνται με τη διαχείριση και την εποπτεία εταιρειών, επιχειρήσεων ή πρακτορείων αντικείμενο των οποίων είναι η αγορά, η πώληση, η οικοπεδοποίηση ή η ανέγερση ακινήτων, ή να έχουν οποιοδήποτε συμφέρον σε μια τέτοια εταιρεία, επιχείρηση ή πρακτορείο να διατηρούν με τις εν λόγω εταιρείες, επιχειρήσεις ή πρακτορεία διαρκείς σχέσεις που θα μπορούσαν να παρακωλύσουν την ελεύθερη επιλογή συμβολαιογράφου από τα μέρη να διενεργούν κατά σύνηθες επάγγελμα τραπεζικές πράξεις, προεξοφλήσεις και μεσιτείες ή να κερδοσκοπούν στο χρηματιστήριο, εξαιρουμένων των πράξεων προεξόφλησης που διενεργούνται στο πλαίσιο του λειτουργήματός τους να παραλαμβάνουν ως θεματοφύλακες χρηματικά ποσά, εξαιρουμένων των χρηματικών ποσών που τους κατατίθενται ενόψει ή επ' ευκαιρία των πράξεων που διενεργούν στο πλαίσιο του λειτουργήματός τους ή της εκκαθάρισης κληρονομιών να συμπράττουν σε υποθέσεις στις οποίες έχουν προσωπικό συμφέρον να χρησιμοποιούν τρίτους για πράξεις τις οποίες δεν μπορούν να διενεργήσουν απευθείας να έχουν στην υπηρεσία τους, υπό οποιαδήποτε ιδιότητα, μεσάζοντες ή κτηματομεσίτες.

Η αποδεικτική αξία των συμβολαιογραφικών πράξεων καθορίζεται από τις διατάξεις του Αστικού Κώδικα οι συμβολαιογραφικές πράξεις είναι εκτελεστές εφόσον φέρουν τον εκτελεστήριο τύπο. Οι συμβολαιογράφοι υποχρεούνται να συντάσσουν τις πράξεις τους στη γαλλική ή στη γερμανική γλώσσα, κατ’ επιλογή των μερών.

Οι συμβολαιογράφοι ασκούν τα καθήκοντά τους στο σύνολο της εθνικής επικράτειας. Λόγω του λειτουργήματός τους, συμμετέχουν στην άσκηση της δημόσιας εξουσίας.

Ο Συμβολαιογραφικός Σύλλογος αποτελείται από επτά μέλη που εκλέγονται μεταξύ των συμβολαιογράφων της χώρας από τη γενική συνέλευση των συμβολαιογράφων.

Εκτός από τις εξουσίες που ασκεί δυνάμει νόμων και κανονισμών, ο Συμβολαιογραφικός Σύλλογος είναι αρμόδιος για:

  • την τήρηση της πειθαρχίας μεταξύ των συμβολαιογράφων και την άσκηση πειθαρχικής εξουσίας μέσω του πειθαρχικού συμβουλίου την πρόληψη ή τη συμβιβαστική επίλυση όλων των διαφορών μεταξύ συμβολαιογράφων και, σε περίπτωση αδυναμίας επίτευξης συμβιβασμού, την έκδοση σχετικής γνωμοδότησης
  • τη συμβιβαστική επίλυση όλων των διαφορών μεταξύ συμβολαιογράφων και τρίτων
  • την έκδοση γνωμοδοτήσεων σχετικά με δυσκολίες που αφορούν αμοιβές, τέλη, αποδοχές, ωριαίες αποζημιώσεις και έξοδα των συμβολαιογράφων, καθώς και με κάθε σχετική διαφορά που υποβάλλεται στα πολιτικά δικαστήρια
  • τη φύλαξη των αρχείων των συμβολαιογράφων τον έλεγχο των λογιστικών των συμβολαιογράφων
  • την εκπροσώπηση των συμβολαιογράφων του Μεγάλου Δουκάτου για την προάσπιση των δικαιωμάτων και των συμφερόντων του κλάδου.

Το πειθαρχικό συμβούλιο απαρτίζεται από τον πρόεδρο του Πρωτοδικείου του Λουξεμβούργου ή τον αναπληρωτή του, ως πρόεδρο, και τέσσερα μέλη του Συμβολαιογραφικού Συλλόγου που ορίζονται κατά σειρά αρχαιότητας στο επάγγελμα.

Το πειθαρχικό συμβούλιο ασκεί πειθαρχική εξουσία σε όλους τους συμβολαιογράφους για: παράβαση των νομοθετικών και κανονιστικών διατάξεων που διέπουν την άσκηση του επαγγέλματος επαγγελματικό πταίσμα και αμέλεια πράξεις αντίθετες προς την επαγγελματική ευαισθησία και αξιοπρέπεια, καθώς και προς την τιμή και την ακεραιότητα επιφυλασσομένης της αρμοδιότητας των δικαστηρίων για τα περιστατικά αυτά. Κατά των αποφάσεων του πειθαρχικού συμβουλίου μπορεί να ασκήσει έφεση τόσο ο τιμωρηθείς συμβολαιογράφος όσο και ο γενικός εισαγγελέας του κράτους. Η έφεση ασκείται ενώπιον του πολιτικού τμήματος του Ανώτατου Δικαστηρίου, το οποίο αποφαίνεται τελεσίδικα.

Για να μπορεί να ασκήσει κανείς καθήκοντα συμβολαιογράφου πρέπει:

  • να έχει την ιθαγένεια του Λουξεμβούργου ή την ιθαγένεια κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης,
  • να μην έχει στερηθεί τα αστικά και τα πολιτικά του δικαιώματα,
  • να έχει συμπληρώσει ηλικία 25 ετών και να διαθέτει δίπλωμα υποψήφιου συμβολαιογράφου σύμφωνα με τη νομοθεσία του Λουξεμβούργου (ισχύον καθεστώς) ή Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροδίπλωμα ολοκλήρωσης της πρακτικής άσκησης που είναι απαραίτητη για την πρόσβαση στο λειτούργημα του συμβολαιογράφου (προηγούμενο καθεστώς),
  • να κατέχει επαρκώς τη γλώσσα της νομοθεσίας και τις διοικητικές και δικαστικές γλώσσες κατά την έννοια του νόμου της 24ης Φεβρουαρίου 1984 για το γλωσσικό καθεστώς.

Για περισσότερες πληροφορίες επισκεφθείτε Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροτη σελίδα σχετικά με το επάγγελμα του συμβολαιογράφου στον δικτυακό τόπο του Υπουργείου Δικαιοσύνης.

Άλλα νομικά επαγγέλματα

Δικαστικοί επιμελητές

Ο δικαστικός επιμελητής είναι δημόσιος λειτουργός και είναι ο μόνος αρμόδιος για:

  • την επίδοση πράξεων και δικογράφων και τη διενέργεια των κοινοποιήσεων που προβλέπουν οι νόμοι και οι κανονισμοί, εφόσον ο τρόπος κοινοποίησης δεν ορίζεται από το νόμο
  • την εκτέλεση δικαστικών αποφάσεων, καθώς και άλλων εκτελεστών πράξεων ή τίτλων.

Ο δικαστικός επιμελητής μπορεί να προβεί:

  • στην εξώδικη ή δικαστική είσπραξη κάθε είδους οφειλής. Η εξουσία αυτή περιλαμβάνει το δικαίωμα να υπογράφει εξ ονόματος των αιτούντων την έκδοση διαταγής πληρωμής ή την κατάσχεση περιοδικών παροχών εις χείρας τρίτου
  • σε εκτιμήσεις και δημοπρασίες κινητών, οικοσκευών και γεωργικών προϊόντων, σύμφωνα με τους εφαρμοστέους νόμους και κανονισμούς.

Μπορεί να διοριστεί από δικαστήριο για να διενεργήσει:

  • καθαρά πραγματικές διαπιστώσεις, χωρίς να επιτρέπεται να εκφέρει γνώμη σχετικά με τις πραγματικές ή τις νομικές συνέπειες των διαπιστώσεων αυτών
  • διαπιστώσεις του ίδιου τύπου μετά από αίτημα ιδιώτη και στις δύο περιπτώσεις, επιτρέπεται ανταπόδειξη κατά των διαπιστώσεών του.

Οι αμοιβές των δικαστικών επιμελητών καθορίζονται με κανονισμό του Μεγάλου Δουκάτου.

Ο Σύλλογος των Δικαστικών Επιμελητών εκπροσωπεί το επάγγελμα σε εθνικό επίπεδο. Διοικείται από τριμελές Συμβούλιο που αποτελείται από πρόεδρο, γραμματέα και ταμία. Ο πρόεδρος εκπροσωπεί τον Σύλλογο Δικαστικών Επιμελητών ενώπιον των δικαστηρίων και εκτός αυτών.

Για περισσότερες πληροφορίες επισκεφτείτε Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροτη σελίδα για το επάγγελμα του δικαστικού επιμελητή στον δικτυακό τόπο του Υπουργείου Δικαιοσύνης.

Οι γραμματείς

Ο προϊστάμενος γραμματέας ασκεί τα καθήκοντα του διευθύνοντος την γραμματεία δικαστηρίου και του προϊσταμένου του προσωπικού της. Τα διοικητικά καθήκοντα του προϊσταμένου γραμματέα περιλαμβάνουν κυρίως τη χορήγηση αντιγράφων σε δικηγόρους και σε φυσικά πρόσωπα (π.χ. πιστοποιητικά διαζυγίου για την αναγνώριση διαζυγίου στο εξωτερικό), την έκδοση αντιγράφων/απογράφων, την παραλαβή ιδιόγραφων διαθηκών και δηλώσεων στο πλαίσιο κληρονομικής διαδοχής, την ορκωμοσία των γραμματέων, την προετοιμασία των γενικών συνελεύσεων, την κατάρτιση στατιστικών, καθώς και την επίβλεψη των αρχείων. Τέλος, παραλαμβάνει τις καταγγελίες που αποβλέπουν στην εξαίρεση δικαστών.

Τα καθήκοντα των γραμματέων είναι να επικουρούν τον δικαστή στο πλαίσιο του λειτουργήματός του σε όλες τις πράξεις και να συντάσσουν τα πρακτικά, συγκεκριμένα, κατά τις ακροάσεις, τις εμφανίσεις των διαδίκων, τις έρευνες, τις επισκέψεις χώρων και τις αυτοψίες, καθώς και τους καταλόγους πτώχευσης, τα πρακτικά των αποφάσεων και τα πρακτικά των ακροάσεων προσώπων υπό επιτροπεία ή κηδεμονία. Ο δικαστής δεν είναι δυνατόν να δικάσει χωρίς γραμματέα.

Τα καθήκοντα των γραμματέων καθορίζονται από τα άρθρα 78 και επόμενα του τροποποιημένου νόμου σχετικά με την οργάνωση των δικαστηρίων.

Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροΣυλλογή ειδικών νόμων σ. 7 – 40.

Η πρόσβαση στο λειτούργημα καθορίζεται από τον τροποποιημένο νόμο της 16ης Απριλίου 1979 για τον καθορισμό του γενικού καθεστώτος των δημοσίων υπαλλήλων.

Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροhttp://www.fonction-publique.public.lu/fr/publications/Reformes/Recueils/1_Statut.pdf

Σχετικοί σύνδεσμοι

Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροΥπουργείο Δικαιοσύνης


Την έκδοση αυτής της σελίδας στην εθνική γλώσσα διαχειρίζεται το εκάστοτε κράτος μέλος. Οι μεταφράσεις έχουν γίνει από την αρμόδια υπηρεσία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Οι τυχόν αλλαγές που επιφέρει η αρμόδια εθνική αρχή στο πρωτότυπο ενδέχεται να μην έχουν περιληφθεί ακόμα στις μεταφράσεις. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή δεν αναλαμβάνει καμία ευθύνη όσον αφορά τις πληροφορίες ή τα στοιχεία που περιλαμβάνονται ή για τα οποία γίνεται λόγος στο παρόν έγγραφο. Βλ. την ανακοίνωση νομικού περιεχομένου για τους κανόνες πνευματικής ιδιοκτησίας που ισχύουν στο κράτος μέλος που είναι αρμόδιο για την παρούσα σελίδα.

Τελευταία επικαιροποίηση: 27/09/2016

Νομικά επαγγέλματα - Ουγγαρία

Στη σελίδα αυτή γίνεται επισκόπηση των νομικών επαγγελμάτων στην Ουγγαρία.

Νομικά επαγγέλματα - εισαγωγή
Εισαγγελείς
Δικαστές
Νομικοί
Συμβολαιογράφοι
Άλλα νομικά επαγγέλματα


Νομικά επαγγέλματα

Νομικά επαγγέλματα - εισαγωγή

Αυτό το κεφάλαιο παρέχει επισκόπηση των νομικών επαγγελμάτων στην Ουγγαρία, συγκεκριμένα των εισαγγελέων, των δικαστών, των δικηγόρων, των νομικών συμβούλων, των συμβολαιογράφων και των δικαστικών επιμελητών.

Στην Ουγγαρία, οι εκπρόσωποι των νομικών επαγγελμάτων (δικηγόροι, συμβολαιογράφοι, δικαστικοί επιμελητές) είναι ελεύθεροι επαγγελματίες, όμως το επάγγελμα ρυθμίζεται από αυτοδιοικούμενους φορείς στο πλαίσιο ενός συστήματος επιμελητηρίων. Η ιδιότητα του μέλους του επιμελητηρίου αποτελεί προϋπόθεση για την άσκηση της εκάστοτε δραστηριότητας και τα επιμελητήρια έχουν δικαίωμα να ασκούν επαγγελματικό έλεγχο στα μέλη τους, με σκοπό τη διασφάλιση παροχής υπηρεσιών ενδεδειγμένου επιπέδου από τους επαγγελματίες.

Εισαγγελείς (ügyész)

Οργάνωση

Ο συνταγματικοί κανόνες της Ουγγαρίας ορίζουν ότι η εισαγγελία (Ügyészség) ασκεί τα δικαιώματα που προβλέπονται από τον νόμο στο πλαίσιο ανακρίσεων, ενεργεί ως δημόσιος κατήγορος στη δικαστική διαδικασία και είναι υπεύθυνη για την εξακρίβωση της νομιμότητας της εκτέλεσης της ποινής.

Η εισαγγελία (Ügyészség) συμβάλλει στη διασφάλιση της τήρησης των νόμων από όλους και, όταν υπάρχει παραβίαση του νόμου – στις περιπτώσεις και με τον τρόπο που προβλέπονται από τον νόμο – παρεμβαίνει για την υπεράσπιση της νομιμότητας.

Η εισαγγελία (Ügyészség) είναι κεντρική υπηρεσία με επικεφαλής τον Γενικό Εισαγγελέα, ο οποίος λογοδοτεί στο Κοινοβούλιο. Ο Γενικός Εισαγγελέας διορίζει και παύει τους εισαγγελείς.

Οι εισαγγελείς διορίζονται την πρώτη φορά για τρία έτη και στη συνέχεια για αόριστο χρονικό διάστημα.

Οι κανονισμοί που διέπουν την εισαγγελία καθορίζονται από τον νόμο.

Ρόλος και αρμοδιότητες

Τα καθήκοντα, οι αρμοδιότητες και το νομικό καθεστώς των εισαγγελέων ρυθμίζονται από τον νόμο. Η εισαγγελία είναι ενιαίο σώμα και όλοι οι εισαγγελείς έχουν το ίδιο νομικό καθεστώς.

Η εισαγγελία (ügyészség):

  • διενεργεί ανακρίσεις σε υποθέσεις που ορίζει ο νόμος για τις ποινικές διαδικασίες
  • διακριβώνει ότι οι ανακρίσεις διενεργούνται σύμφωνα με τις οικείες νομικές διατάξεις
  • ασκεί άλλες αρμοδιότητες που σχετίζονται με τις ανακρίσεις
  • καταρτίζει και υποβάλλει το κατηγορητήριο και ασκεί διώξεις σε ποινικές διαδικασίες, ασκεί ένδικα μέσα που ορίζει ο νόμος
  • ασκεί εποπτεία επί της νομιμότητας της τήρησης των νομοθετικών διατάξεων σχετικά με την εκτέλεση των ποινών
  • συμμετέχει σε άλλες αστικές, εργασιακές, διοικητικές και εμπορικές διαδικασίες ο εισαγγελέας λαμβάνει μέρος σε διαδικασίες που ρυθμίζονται από τον Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (polgári perrendtartás), αν ο δικαιούχος για οποιονδήποτε λόγο δεν είναι σε θέση να υπερασπίσει τα δικαιώματά του
  • στο πλαίσιο της συνολικής νομικής εποπτείας (általános törvényességi felügyelet), διασφαλίζει την τήρηση των νομικών διατάξεων
  • παρεμβαίνει σε σχέση με εγκλήματα που διαπράττονται εναντίον ανηλίκων, με σκοπό τη λήψη των απαραίτητων μέτρων για την προστασία των παιδιών
  • ασκεί τα καθήκοντα που της έχουν ανατεθεί βάσει διεθνών συνθηκών, ιδίως σε σχέση με τη δικαστική συνδρομή
  • ασκεί τα καθήκοντα που σχετίζονται με τη συμμετοχή στο Eurojust
  • συμβάλλει στη διασφάλιση της τήρησης των νόμων από όλες τις οργανώσεις της κοινωνίας των πολιτών, τους δημόσιους φορείς και τους πολίτες και επεμβαίνει για να υπεραμυνθεί του κράτους δικαίου στις περιπτώσεις παραβίασης του νόμου..

Νομικές βάσεις δεδομένων

Περισσότερες πληροφορίες μπορείτε να βρείτε στον δικτυακό τόπο Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροτης Εισαγγελίας της Ουγγρικής Δημοκρατίας (Magyar Köztársaság Ügyészsége).

Δικαστές

Οργάνωση

Το Σύνταγμα ορίζει ότι οι δικαστές είναι ανεξάρτητοι, αποφασίζουν βάσει του νόμου και σύμφωνα με τη συνείδησή τους και δεν επηρεάζονται ούτε δέχονται οδηγίες κατά την άσκηση των καθηκόντων τους.

Οι δικαστές διορίζονται από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας (köztársasági elnök).

Οι υποψήφιοι για τη θέση δικαστή πρέπει να πληρούν τις εξής προϋποθέσεις:

  • να έχουν ουγγρική υπηκοότητα
  • να έχουν λευκό ποινικό μητρώο
  • να έχουν δικαίωμα ψήφου
  • να έχουν πανεπιστημιακό πτυχίο νομικής
  • να έχουν άδεια άσκησης νομικού επαγγέλματος στην Ουγγαρία (szakvizsgával rendelkezik)
  • να κάνουν δήλωση περιουσιακών στοιχείων όπως προβλέπεται από τον νόμο και
  • να έχουν τουλάχιστον ένα έτος προϋπηρεσία ως δικαστικοί υπάλληλοι (bírósági titkár) ή υπάλληλοι εισαγγελίας (ügyészségi titkár) ή ως δικαστές συνταγματικού δικαστηρίου, στρατοδίκες, εισαγγελείς, συμβολαιογράφοι, δικηγόροι, νομικοί σύμβουλοι ή να έχουν εργαστεί σε θέση φορέα της κεντρικής δημόσιας διοίκησης (központi közigazgatási szerv) για την οποία απαιτείται εξέταση από δικηγορικό σύλλογο.

Ορκωτοί δικαστές

Σύμφωνα με τους συνταγματικούς κανόνες, μη επαγγελματίες δικαστές/ορκωτοί δικαστές (nem hivatásos bíró/ülnök) μπορούν επίσης να λαμβάνουν μέρος στις δικαστικές διαδικασίες.

Οι υποψήφιοι ορκωτοί δικαστές πρέπει να έχουν λευκό ποινικό μητρώο, να έχουν δικαίωμα ψήφου, να είναι πολίτες της Ουγγαρίας και να είναι ηλικίας άνω των 30 ετών. Οι στρατιωτικοί ορκωτοί δικαστές (katonai ülnök), εκτός των παραπάνω, πρέπει να υπηρετούν ως επαγγελματίες στις Ουγγρικές Ένοπλες Δυνάμεις (Magyar Honvédség) ή να εργάζονται σε υπηρεσίες επιβολής του νόμου.

Οι ορκωτοί δικαστές εκλέγονται για τέσσερα έτη.

Σε ποινικές διαδικασίες τα τοπικά δικαστήρια αποτελούνται από έναν επαγγελματία δικαστή (hivatásos bíró) και δύο ορκωτούς δικαστές, σε περίπτωση που το συγκεκριμένο αδίκημα τιμωρείται με φυλάκιση οκτώ ετών ή μεγαλύτερη. Το ειρηνοδικείο (megyei bíróság) που ενεργεί ως πρωτοδικείο συνεδριάζει σε τμήμα (tanács) που αποτελείται από έναν επαγγελματία δικαστή και δύο ορκωτούς δικαστές.

Στις αστικές διαδικασίες ορισμένες υποθέσεις που ορίζονται από τον νόμο είναι δυνατόν να εκδικάζονται από τμήμα που αποτελείται από έναν επαγγελματία δικαστή και δύο ορκωτούς δικαστές.

Δικαστικοί εισηγητές, γραμματείς

Οι απόφοιτοι νομικών σχολών προσλαμβάνονται στα δικαστήρια σε θέσεις δικαστικών εισηγητών και γραμματέων, ούτως ώστε να αποκτήσουν γνώσεις και εμπειρία για μια μελλοντική δικαστική σταδιοδρομία. Μπορούν να ενεργούν ως δικαστές μόνο στις διαδικασίες και υπό τις προϋποθέσεις που ορίζει ο νόμος.

Ενημερωτικά δελτία σχετικά με το δικαστικό προσωπικό είναι διαθέσιμα μέσω των παρακάτω συνδέσμων:

  1. υπάλληλοιPDF(407 Kb)en
  2. δικαστικός εισηγητήςPDF(382 Kb)en
  3. δικαστικός γραμματέαςPDF(286 Kb)hu
  4. χειρωνακτικά εργαζόμενοιPDF(280 Kb)hu

Νομικοί

Δικηγόροι (ügyvéd/ügyvéd)

Οι δικηγόροι (ügyvéd) κατά την άσκηση του επαγγέλματός τους προωθούν την άσκηση των δικαιωμάτων και την εκπλήρωση των υποχρεώσεων των πελατών τους. Οι δικηγόροι (ügyvéd) μπορούν να παρέχουν νομική εκπροσώπηση σε όλες τις υποθέσεις και ενώπιον όλων των αρχών. Οι δικηγόροι είναι ανεξάρτητοι κατά την άσκηση του επαγγέλματός τους, πράγμα που σημαίνει ότι κανείς δεν μπορεί να τους επηρεάσει και δεν μπορούν να αναλάβουν δεσμεύσεις που θα έθεταν σε κίνδυνο αυτήν την ανεξαρτησία.

Στις δραστηριότητες επ’ αμοιβή που μπορούν να αναλαμβάνουν μόνο οι δικηγόροι περιλαμβάνονται οι ακόλουθες:

  • εκπροσώπηση και υπεράσπιση σε ποινικές υποθέσεις
  • παροχή νομικών συμβουλών
  • προετοιμασία και σύνταξη νομικών εγγράφων
  • στο πλαίσιο των παραπάνω, φύλαξη χρημάτων και τιμαλφών.

Παρά το γεγονός ότι αυτές δεν εμπίπτουν αποκλειστικά στο πεδίο των δραστηριοτήτων των δικηγόρων, οι δικηγόροι μπορούν να παρέχουν επίσης υπηρεσίες όπως η παροχή φορολογικών συμβουλών, η μεσιτεία ακινήτων και η εξωδικαστική μεσολάβηση (peren kívüli közvetítés).

Δικηγορική δραστηριότητα μπορεί να ασκεί οποιοδήποτε άτομο είναι μέλος του Δικηγορικού Συλλόγου (kamara) και έχει δώσει τον δικηγορικό όρκο (ügyvédi eskü).

Για να γίνει κανείς δεκτός στον Δικηγορικό Σύλλογο πρέπει να έχει:

  • υπηκοότητα κράτους μέλους του Ευρωπαϊκού Οικονομικού Χώρου (Európai Gazdasági Térség)
  • λευκό ποινικό μητρώο
  • πτυχίο νομικής σχολής και άδεια άσκησης νομικού επαγγέλματος στην Ουγγαρία (jogi szakvizsga)
  • ασφάλιση αστικής ευθύνης και κατάλληλο χώρο γραφείου.

Οι δικηγόροι που προέρχονται από κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης μπορούν να ασκήσουν δικηγορική δραστηριότητα στην Ουγγαρία με τρεις κύριες μορφές: με τη μορφή τακτικής παροχής υπηρεσιών, με τη μορφή περιστασιακής παροχής υπηρεσιών και ως μέλη του Δικηγορικού Συλλόγου. Οι πάροχοι περιστασιακών υπηρεσιών πρέπει να δηλώνουν την παροχή υπηρεσιών στον Δικηγορικό Σύλλογο (ügyvédi kamara) που είναι αρμόδιος για τον τόπο παροχής των υπηρεσιών, ενώ όσοι επιθυμούν να παρέχουν τακτικές δικηγορικές υπηρεσίες πρέπει να εγγραφούν στον αρμόδιο Δικηγορικό Σύλλογο.

Οι καταχωρισμένοι δικηγόροι της Ευρωπαϊκής Ένωσης (európai közösségi ügyvéd) μπορούν να ζητήσουν την εγγραφή τους στον Δικηγορικό Σύλλογο, εφόσον πληρούν τις προϋποθέσεις που ορίζει ο νόμος [π.χ. να έχουν ολοκληρώσει την περίοδο πρακτικής άσκησης που προβλέπεται από τον νόμο, να μπορούν να αποδείξουν τις ικανότητές τους στο ουγγρικό δίκαιο (καθώς και στο δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης), να ομιλούν την ουγγρική γλώσσα στο επίπεδο που απαιτείται για την άσκηση της δραστηριότητάς τους κ.λπ.]

Οι δικηγόροι της Ευρωπαϊκής Ένωσης που έχουν γίνει δεκτοί στον Δικηγορικό Σύλλογο έχουν δικαίωμα να χρησιμοποιούν τον τίτλο του δικηγόρου (ügyvédi cím) και υπόκεινται στους ίδιους κανόνες όπως οι Ούγγροι δικηγόροι.

Οι δικηγόροι υπόκεινται σε επαγγελματικό απόρρητο σε σχέση με όλα τα δεδομένα και γεγονότα τα οποία τους γίνονται γνωστά κατά την άσκηση του επαγγέλματός τους.

Οι αμοιβές των δικηγόρων αποτελούν, συνήθως, αντικείμενο ελεύθερης συμφωνίας μεταξύ των δικηγόρων και των πελατών τους. Οι αμοιβές των δικηγόρων ρυθμίζονται νομοθετικά μόνο αν οι δικηγόροι ενεργούν ως δημόσιοι συνήγοροι (kirendelt védő) σε δικαστικές διαδικασίες.

Νομικές βάσεις δεδομένων

Περισσότερες πληροφορίες μπορείτε να βρείτε στον δικτυακό τόπο Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροτου Δικηγορικού Συλλόγου Ουγγαρίας (Magyar Ügyvédi Kamara).

Νομικοί σύμβουλοι (jogtanácsos)

Το βασικό καθήκον των νομικών συμβούλων είναι να διευκολύνουν τη λειτουργία του οργανισμού στον οποίο απασχολούνται. Οι νομικοί σύμβουλοι ασκούν νομική εκπροσώπηση εντός του οργανισμού στον οποίο απασχολούνται, παρέχουν νομικές συμβουλές και πληροφορίες, καταρτίζουν αιτήσεις, συμβάσεις και άλλα έγγραφα και συμμετέχουν στην οργάνωση των νομικών εργασιών. Σε αντίθεση με τους δικηγόρους, οι νομικοί σύμβουλοι γενικά ασκούν τα καθήκοντά τους (τα οποία δεν είναι τόσο εκτενή όσο εκείνα των δικηγόρων) ως υπάλληλοι. Η αμοιβή των νομικών συμβούλων βασίζεται στις κανονιστικές ρυθμίσεις που αφορούν την εργασία.

Νομικοί σύμβουλοι μπορούν να γίνουν τα πρόσωπα που περιλαμβάνονται στο μητρώο που τηρείται από το πρωτοδικείο – στη Βουδαπέστη το Fővárosi Bíróság (Δικαστήριο της Πρωτεύουσας) . Οι υποψήφιοι πρέπει να έχουν:

  • υπηκοότητα κράτους μέλους που ανήκει στον Ευρωπαϊκό Οικονομικό Χώρο (az Európai Gazdasági Térségről szóló megállapodás)
  • λευκό ποινικό μητρώο
  • πτυχίο νομικής σχολής
  • άδεια άσκησης νομικού επαγγέλματος στην Ουγγαρία και
  • καταχώριση στο μητρώο.

Σε ορισμένες περιπτώσεις, ο Υπουργός Δικαιοσύνης (az igazságügyért felelős miniszter) μπορεί να χορηγήσει εξαίρεση από την προϋπόθεση της υπηκοότητας .

Συμβολαιογράφοι (közjegyző)

Ενεργώντας εντός των αρμοδιοτήτων που ορίζονται από τον νόμο, οι συμβολαιογράφοι (közjegyző) ασκούν επίσημα δικαστικά καθήκοντα στο πλαίσιο του κρατικού δικαστικού συστήματος.

Στόχος των δραστηριοτήτων τους είναι η πρόληψη της εμφάνισης νομικών διαφορών και μπορούν να εργαστούν σε αυτόν τον τομέα μόνο αν έχουν γίνει μέλη του Συμβολαιογραφικού Συλλόγου (Közjegyzői Kamara). Βάσει του νόμου, οι συμβολαιογράφοι διορίζονται από τον Υπουργό Δικαιοσύνης για αόριστο χρονικό διάστημα και για την εκτέλεση εργασίας σε καθορισμένη έδρα.

Κατά τη διάρκεια της άσκησης της επαγγελματικής τους δραστηριότητας, οι συμβολαιογράφοι πρέπει να διαθέτουν ασφάλιση αστικής ευθύνης.

Ο αποκλειστικός τομέας δραστηριότητας των συμβολαιογράφων περιλαμβάνει την καταγραφή των νομικών πράξεων, των συμβάσεων και των γεγονότων σε δημόσια έγγραφα (közokirat). Ένα από τα παραδοσιακά καθήκοντα των συμβολαιογράφων είναι η διεξαγωγή των διαδικασιών εκτέλεσης διαθηκών και των λοιπών εκουσίων διαδικασιών. Ένα άλλο σημαντικό καθήκον των συμβολαιογράφων είναι η τήρηση των μητρώων ενεχύρων επί κινητών αξιών, καθώς και η διαχείριση των καταθέσεων, στο πλαίσιο της οποίας μεταφέρουν χρήματα, τιμαλφή και αξιόγραφα βάσει εντολής που λαμβάνουν από τα συμβαλλόμενα μέρη, με σκοπό την παράδοση στο δικαιούμενο συμβαλλόμενο μέρος.

Ως χρόνος εργασίας λαμβάνεται ο μέσος από την άποψη της νομικής σαφήνειας και της ευθύνης. Οι συμβολαιογράφοι για τις δραστηριότητες που ασκούν στο λειτούργημά τους δικαιούνται αμοιβή, το ύψος της οποίας καθορίζεται από τον νόμο. Σε εξαιρετικές περιπτώσεις (για παράδειγμα, σε περίπλοκες υποθέσεις που απαιτούν μεγαλύτερη εξειδίκευση) η αμοιβή μπορεί να διαφέρει από το σύνηθες ποσό. Εάν μπορεί να προσδιοριστεί η αξία του αντικειμένου της δραστηριότητας του συμβολαιογράφου, η αμοιβή του συμβολαιογράφου μπορεί να καθοριστεί βάσει αυτής. Εάν δεν μπορεί να προσδιοριστεί η αξία του αντικειμένου της δραστηριότητας του συμβολαιογράφου, η αμοιβή του συμβολαιογράφου καθορίζεται βάσει του χρόνου που δαπανήθηκε για την επαγγελματική δραστηριότητα. Το τέλος πιστοποίησης αντιγράφων εγγράφων από συμβολαιογράφους είναι προκαθορισμένο.

Επειδή η ουγγρική υπηκοότητα αποτελεί βασική προϋπόθεση στην περίπτωση των δικαστών, των εισαγγελέων, των δικαστικών εισηγητών, των δικαστικών επιμελητών και των συμβολαιογράφων, αλλοδαποί πολίτες δεν μπορούν να διοριστούν σε αυτά τα αξιώματα στην Ουγγαρία.

Νομικές βάσεις δεδομένων

Περισσότερες πληροφορίες μπορείτε να βρείτε στον δικτυακό τόπο Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροτου Εθνικού Συμβολαιογραφικού Συλλόγου Ουγγαρίας (Magyar Országos Közjegyzői Kamara).

Άλλα νομικά επαγγέλματα

Δικαστικοί επιμελητές

Τα μέτρα επιβολής της νομοθεσίας εκτελούνται από τους δικαστικούς επιμελητές [ανεξάρτητους δικαστικούς επιμελητές (önálló bírósági végrehajtó) και επιμελητές περιφερειακού δικαστηρίου (megyei bírósági végrehajtó)].

Κατά γενικό κανόνα, οι απαιτήσεις που θεμελιώνονται σε δικαστικές αποφάσεις στο πλαίσιο αστικών υποθέσεων εκτελούνται από ανεξάρτητους δικαστικούς επιμελητές. Οι ανεξάρτητοι δικαστικοί επιμελητές διορίζονται από τον Υπουργό Δικαιοσύνης για αόριστο χρονικό διάστημα και υπάγονται σε δεδομένο ειρηνοδικείο (helyi bíróság) με συγκεκριμένη περιοχή αρμοδιότητας.

Οι ανεξάρτητοι δικαστικοί επιμελητές δεν απασχολούνται από το κράτος, αλλά αποκτούν τα έσοδά τους από τους πελάτες ως ανταμοιβή για την εργασία τους.

Ο τομέας δραστηριότητας των ανεξάρτητων δικαστικών επιμελητών είναι ο εξής:

  • εκτέλεση, βάσει δελτίου εκτέλεσης απόφασης (végrehajtási lap) που εκδίδεται από το δικαστήριο
  • εκτέλεση, βάσει εγγράφου με διαταγή εκτέλεσης που εκδίδεται από το δικαστήριο
  • εκτέλεση, βάσει δικαστικής εντολής ή περιορισμού εκτέλεσης ή εντολής μεταβίβασης (végrehajtást elrendelő, letiltó, átutalási végzés), επιπλέον, τίτλου άμεσης δικαστικής εξέτασης (közvetlen bírósági felhívás).

Οι επιμελητές περιφερειακών δικαστηρίων μπορούν να ασκούν τη δραστηριότητά τους στα περιφερειακά δικαστήρια και στο Fővárosi Törvényszék (Περιφερειακό Δικαστήριο της Πρωτεύουσας-Βουδαπέστης). Οι επιμελητές περιφερειακού δικαστηρίου διορίζονται από τον πρόεδρο του περιφερειακού δικαστηρίου για αόριστο χρονικό διάστημα, για να υπηρετήσουν σε συγκεκριμένο περιφερειακό δικαστήριο. Ο πρόεδρος του περιφερειακού δικαστηρίου προκηρύσσει τον διαγωνισμό για τη θέση του επιμελητή περιφερειακού δικαστηρίου. Ο επιμελητής περιφερειακού δικαστηρίου κατά την απασχόλησή του στο περιφερειακό δικαστήριο είναι μόνιμος δικαστικός υπάλληλος, ο οποίος αμείβεται βάσει αυτής της εργασιακής σχέσης.

Οι επιμελητές περιφερειακού δικαστηρίου εκτελούν «δικαστικές απαιτήσεις» (όταν δικαιούχος των απαιτήσεων είναι το κράτος). Μεταξύ των δικαστικών απαιτήσεων συγκαταλέγονται τα ποσά που έχουν προκαταβληθεί από το κράτος σε αστικές και ποινικές διαδικασίες. Η είσπραξη εξόδων σε ποινικές διαδικασίες, η εκτέλεση δήμευσης περιουσίας και λοιπών κυρώσεων οικονομικού χαρακτήρα είναι αρμοδιότητα των επιμελητών περιφερειακών δικαστηρίων. Η διατροφή τέκνων που έχει προκαταβληθεί από το δικαστήριο θεωρείται επίσης δικαστική απαίτηση και η εκτέλεσή της ανήκει επίσης στον τομέα αρμοδιοτήτων των επιμελητών περιφερειακών δικαστηρίων. Επιπλέον, ο επιμελητής περιφερειακού δικαστηρίου παρεμβαίνει σε περίπτωση που η απαίτηση οφείλεται στο δικαστήριο, το Εθνικό Συμβούλιο Δικαιοσύνης, το Εθνικό Γραφείο Δικαστηρίων, το Υπουργείο που διευθύνει ο Υπουργός Δικαιοσύνης, το Ίδρυμα Δικαστικών Εμπειρογνωμόνων ή το κράτος.

Η δικαιοδοσία των επιμελητών περιφερειακού δικαστηρίου αντιστοιχεί με τη δικαιοδοσία του δικαστηρίου.

Νομικές βάσεις δεδομένων

Περισσότερες πληροφορίες μπορείτε να βρείτε στον δικτυακό τόπο Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροτου Συλλόγου Δικαστικών Επιμελητών Ουγγαρίας (Magyar Bírósági Végrehajtói Kamara).

Οργανισμοί που παρέχουν νομικές υπηρεσίες για το δημόσιο συμφέρον (δωρεάν)

Κέντρα παροχής νομικών συμβουλών λειτουργούν στα πανεπιστήμια, καθώς και σε ορισμένες ουγγρικές και διεθνείς μη κυβερνητικές οργανώσεις που δραστηριοποιούνται σε αυτόν τον τομέα.

Σχετικοί σύνδεσμοι

Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροΔικτυακός τόπος του Εθνικού Συμβολαιογραφικού Συλλόγου Ουγγαρίας (A Magyar Országos Közjegyzői Kamara honlapja)

Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροΔικτυακός τόπος του Συλλόγου Δικαστικών Επιμελητών Ουγγαρίας (A Magyar Bírósági Végrehajtói Kamara honlapja)

Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροΔικτυακός τόπος της Εισαγγελίας της Ουγγρικής Δημοκρατίας (A Magyar Köztársaság Ügyészségének honlapja)

Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροΔικτυακός τόπος του Δικηγορικού Συλλόγου Ουγγαρίας (A Magyar Ügyvédi Kamara honlapja)


Την έκδοση αυτής της σελίδας στην εθνική γλώσσα διαχειρίζεται το εκάστοτε κράτος μέλος. Οι μεταφράσεις έχουν γίνει από την αρμόδια υπηρεσία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Οι τυχόν αλλαγές που επιφέρει η αρμόδια εθνική αρχή στο πρωτότυπο ενδέχεται να μην έχουν περιληφθεί ακόμα στις μεταφράσεις. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή δεν αναλαμβάνει καμία ευθύνη όσον αφορά τις πληροφορίες ή τα στοιχεία που περιλαμβάνονται ή για τα οποία γίνεται λόγος στο παρόν έγγραφο. Βλ. την ανακοίνωση νομικού περιεχομένου για τους κανόνες πνευματικής ιδιοκτησίας που ισχύουν στο κράτος μέλος που είναι αρμόδιο για την παρούσα σελίδα.

Τελευταία επικαιροποίηση: 15/02/2017

Νομικά επαγγέλματα - Μάλτα


Νομικά επαγγέλματα

Νομικά επαγγέλματα – Εισαγωγή

Τα νομικά επαγγέλματα στη Μάλτα είναι αυτά του δικηγόρου (lawyer), του συμβολαιογράφου (notary public) και του νομικού πληρεξουσίου (legal procurator).

  • Οι δικηγόροι έχουν δικαίωμα παράστασης ενώπιον όλων των δικαστηρίων.
  • Οι συμβολαιογράφοι θεωρούνται δημόσιοι λειτουργοί, οποίοι καταρτίζουν και δημοσιεύουν δημόσιες πράξεις.
  • Οι νομικοί πληρεξούσιοι έχουν δικαίωμα παράστασης ενώπιον κατώτερων δικαστηρίων και, στην πράξη, το μεγαλύτερο μέρος των καθηκόντων τους συνίσταται στην παρακολούθηση νομικών πράξεων, είτε συνδέονται με δικαστικές υποθέσεις είτε με άλλες αξιώσεις στη γραμματεία του δικαστηρίου.

Το νομικό επάγγελμα στη Μάλτα είναι οργανωμένο ως ενιαίο σύστημα και οι δημόσιοι εισαγγελείς διορίζονται από τους ενεργούς δικηγόρους.

Εισαγγελείς

Οργάνωση

Βάσει του άρθρου 91 του Συντάγματος, ο γενικός εισαγγελέας (Attorney General) διαθέτει συνταγματικές αρμοδιότητες και το γραφείο του γενικού εισαγγελέα έχει συσταθεί ως κυβερνητική υπηρεσία βάσει του διατάγματος περί γενικού εισαγγελέα, κεφάλαιο 90 της Νομοθεσίας της Μάλτας.

Σύμφωνα με το Σύνταγμα της Μάλτας, ο γενικός εισαγγελέας μπορεί να απομακρυνθεί από το αξίωμά του μόνον για τους λόγους που ισχύουν και για τους δικαστές, κρίνει ανεξάρτητα όλες τις υποθέσεις που αφορούν ποινικές διώξεις και ασκεί όλες τις αρμοδιότητες που προβλέπονται από τον Ποινικό Κώδικα σε σχέση με τις ποινικές διώξεις.

Ο γενικός εισαγγελέας επικουρείται από τον αναπληρωτή γενικό εισαγγελέα, τον βοηθό γενικό εισαγγελέα και άλλους νομικούς υπαλλήλους.

Αποστολή και καθήκοντα

Ο γενικός εισαγγελέας είναι ο εισαγγελέας ενώπιον του Ποινικού Δικαστηρίου (Criminal Court) και του Ποινικού Εφετείου (Court of Criminal Appeal). Σε ορισμένες περιπτώσεις, η άσκηση δίωξης από την αστυνομία απαιτεί την προηγούμενη συγκατάθεση του γενικού εισαγγελέα.

Κατά την άσκηση των εξουσιών του που αφορούν την κίνηση, την εκτέλεση ή τη διακοπή ποινικών διαδικασιών, οι οποίες εξουσίες του απονέμονται από οποιονδήποτε νόμο, ο γενικός εισαγγελέας δεν υπόκειται σε υποδείξεις ή έλεγχο οποιουδήποτε άλλου προσώπου ή αρχής.

Ο γενικός εισαγγελέας ενεργεί επίσης ως νομικός σύμβουλος της κυβέρνησης, και νομικοί υπάλληλοι του Γραφείου του γενικού εισαγγελέα εκπροσωπούν επίσης την κυβέρνηση ενώπιον των αστικών και συνταγματικών δικαστηρίων.

Το Γραφείο του γενικού εισαγγελέα είναι επίσης η αρμόδια αρχή για τα περισσότερα θέματα που αφορούν νομική συνεργασία στους τομείς του αστικού, του εμπορικού και του ποινικού δικαίου.

Το Γραφείο του γενικού εισαγγελέα εκπροσωπεί τη Δημοκρατία της Μάλτας ενώπιον διεθνών δικαστηρίων και εκπροσωπεί την κυβέρνηση σε διεθνείς συνόδους που αφορούν νομική και δικαστική συνεργασία.

Το Γραφείο καταρτίζει επίσης νομοσχέδια και βοηθά στην έγκρισή τους από τη Βουλή.

Δικαστές

Οργάνωση

Οι ανώτεροι δικαστές (judges) και οι κατώτεροι δικαστές (magistrates) διορίζονται από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας κατόπιν εισήγησης του πρωθυπουργού. Είναι ανεξάρτητοι από την εκτελεστική εξουσία και μόνιμοι στο αξίωμά τους. Κριτήριο επιλεξιμότητας για τον διορισμό κατώτερου δικαστή είναι η άσκηση του επαγγέλματος του δικηγόρου στη Μάλτα για διάστημα τουλάχιστον επτά ετών, και για διάστημα δώδεκα ετών για τον διορισμό ανώτερου δικαστή. Μπορούν να ανακληθούν από το αξίωμά τους από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας σε περίπτωση αποδεδειγμένης ανικανότητας να ασκήσουν τα καθήκοντα του αξιώματός τους (για λόγους σωματικής ή πνευματικής αναπηρίας ή για οποιονδήποτε άλλο λόγο) ή αποδεδειγμένης ανάρμοστης συμπεριφοράς, κατόπιν εισήγησης της Βουλής των Αντιπροσώπων που υποστηρίζεται από τα δύο τρίτα του συνόλου των μελών της.

Οργάνωση του νομικού επαγγέλματος: Δικηγόροι

Δικηγόροι

Αποστολή και καθήκοντα

Οι δικηγόροι είναι επαγγελματίες οι οποίοι διαθέτουν άδεια για την παροχή νομικών συμβουλών και γνωμοδοτήσεων καθώς και για την εκπροσώπηση των πελατών τους ενώπιον δικαστηρίων ή άλλων φορέων απονομής δικαιοσύνης.

Προκειμένου να μπορεί κάποιος να ασκήσει το επάγγελμα του δικηγόρου στη Μάλτα, πρέπει να διαθέτει έγγραφο διορισμού το οποίο χορηγείται από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας και φέρει τη σφραγίδα της Κυβέρνησης της Μάλτας. Οι κάτοχοι του εν λόγω εγγράφου πρέπει, προτού αρχίσουν να ασκούν το επάγγελμά τους, να δώσουν όρκο υπακοής και όρκο ανάληψης καθηκόντων, σε δημόσια συνεδρίαση, ενώπιον του Εφετείου.

Οργάνωση

Ο Δικηγορικός Σύλλογος Μάλτας (Malta Chamber of Advocates) εκπροσωπεί το σώμα των δικηγόρων μελών του. Πρόκειται για εθελοντική, μη πολιτική και μη κυβερνητική οργάνωση, η οποία χρηματοδοτείται από τις συνδρομές των μελών της και από τα κεφάλαια που συγκεντρώνει από τις δραστηριότητες που οργανώνει, και αναγνωρίζεται νόμιμα ως το συμβουλευτικό και συμμετοχικό όργανο των δικηγόρων σε θέματα που σχετίζονται με την οργάνωση και την απονομή της δικαιοσύνης.

Υπάρχει μόνον ένας τύπος δικηγόρου στη Μάλτα και οι όροι «lawyer» και «advocate» χρησιμοποιούνται εναλλακτικά. Το επάγγελμα ρυθμίζεται από την Επιτροπή Απονομής της Δικαιοσύνης (Commission for the Administration of Justice), η οποία αποτελείται από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας της Μάλτας, τον Ανώτατο Δικαστή, τον Πρόεδρο του Δικηγορικού Συλλόγου και άλλα μέλη του δικαστικού σώματος, καθώς και άλλους νομικούς επαγγελματίες. Όλες οι καταγγελίες κατά δικηγόρων εξετάζονται από επιτροπή πέντε δικηγόρων, η οποία διατυπώνει ακολούθως συστάσεις στην Επιτροπή Απονομής της Δικαιοσύνης σχετικά με τα πειθαρχικά μέτρα που πρέπει να ληφθούν. Τρεις από τους πέντε δικαστές διορίζονται από τον Δικηγορικό Σύλλογο, παρέχοντας έτσι στον Σύλλογο ουσιαστική εξουσία ρύθμισης του επαγγέλματος.

Ο Δικηγορικός Σύλλογος διατηρεί ενημερωτικό δικτυακό τόπο για το επάγγελμα, ο οποίος περιλαμβάνει επίσης έναν κατάλογο. Ο κατάλογος υποδιαιρείται σε δύο μέρη: το πρώτο είναι προσπελάσιμο από το ευρύτερο κοινό και περιέχει τα στοιχεία όλων των δικηγόρων που είναι μέλη του Δικηγορικού Συλλόγου, ενώ το δεύτερο είναι μια ιδιωτική περιοχή μελών, η οποία περιέχει τα στοιχεία όλων των δικηγόρων που είναι γνωστοί στον Δικηγορικό Σύλλογο.

Τα τελευταία χρόνια, ο Σύλλογος οργάνωσε διάφορα ακαδημαϊκά συνέδρια και σεμινάρια, καθώς και μηνιαίες διαλέξεις προκειμένου να προωθήσει μια φιλοσοφία συνεχούς επαγγελματικής εξέλιξης όλων των δικηγόρων.

Νομικές βάσεις δεδομένων

Ο δικτυακός τόπος του Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροΔικηγορικού Συλλόγου παρέχει πληροφορίες σχετικά με το σώμα, συμπεριλαμβανομένων ειδήσεων, προγράμματος εκδηλώσεων και μιας βάσης δεδομένων δικηγόρων. Υπάρχει επίσης μια περιοχή μελών, η οποία παρέχει πρόσθετες υπηρεσίες στους δικηγόρους.

Η πρόσβαση στην εν λόγω βάση δεδομένων παρέχεται δωρεάν;

Ναι, η πρόσβαση στην εν λόγω βάση δεδομένων παρέχεται δωρεάν.

Συμβολαιογράφοι

Αποστολή και καθήκοντα

Οι συμβολαιογράφοι είναι δημόσιοι λειτουργοί στους οποίους κατατίθενται οι νομικές πράξεις που συντάσσονται από οποιοδήποτε πρόσωπο εν ζωή, συμπεριλαμβανομένων των διαθηκών, και οι οποίοι πιστοποιούν δημοσίως τη γνησιότητά τους. Λόγω της υποχρέωσης και του καθήκοντος που υπέχουν, είναι επίσης υπεύθυνοι για τη φύλαξη των εγγράφων αυτών και μπορούν να εκδίδουν αντίγραφά τους. Το κεφάλαιο 55 της νομοθεσίας της Μάλτας (νόμος που διέπει το επάγγελμα του συμβολαιογράφου και τα συμβολαιογραφικά αρχεία-Notarial Profession and Notarial Archives Act of the Laws of Malta) οριοθετεί τις άλλες εξουσίες και λειτουργίες του συμβολαιογράφου.

Οι συμβολαιογράφοι δίνουν όρκο υπακοής και όρκο ανάληψης καθηκόντων ενώπιον του Εφετείου προτού αρχίσουν να ασκούν το επάγγελμά τους.

Για την εποπτεία των συμβολαιογράφων, των συμβολαιογραφικών αρχείων και του δημόσιου μητρώου υπεύθυνο είναι ένα ειδικό δικαστήριο που ονομάζεται Δικαστήριο Αναθεώρησης Συμβολαιογραφικών Πράξεων (Court of Revision of Notarial Acts). Τα μέλη του δικαστηρίου αυτού διορίζονται από τον αρμόδιο για συμβολαιογραφικά θέματα υπουργό και μπορεί να είναι συνταξιούχοι δικαστές, δικηγόροι ή συμβολαιογράφοι.

Το εν λόγω δικαστήριο, όποτε το κρίνει σκόπιμο, μπορεί να πραγματοποιεί χωρίς προειδοποίηση επισκέψεις και επιθεωρήσεις στα αρχεία, στο δημόσιο μητρώο ή το γραφείο οποιουδήποτε συμβολαιογράφου.

Τον Ιανουάριο κάθε έτους, η εφημερίδα της κυβερνήσεως (Malta Government Gazette) δημοσιεύει λεπτομέρειες για όλους τους ασκούντες το επάγγελμα του συμβολαιογράφου στη Μάλτα.

Οργάνωση

Το Συμβούλιο Συμβολαιογράφων (Notarial Council) είναι το γενικό όργανο εποπτείας του επαγγέλματος του συμβολαιογράφου και δικαιούται, είτε αυτεπάγγελτα είτε κατόπιν καταγγελίας, να ερευνήσει τη συμπεριφορά οποιουδήποτε συμβολαιογράφου που θεωρείται ότι δεν αρμόζει στο κύρος του συμβολαιογραφικού επαγγέλματος. Το Συμβούλιο μπορεί επίσης να εξετάσει κάθε κατηγορία αμέλειας ή κατάχρησης, η οποία διατυπώνεται κατά οποιουδήποτε συμβολαιογράφου στο πλαίσιο της επαγγελματικής δράσης του ή σε σχέση με επαγγελματικά ζητήματα, εκτός εάν η σχετική εξουσία ανατίθεται σε κάποια άλλη αρχή σύμφωνα με τα άρθρα 85 και 94 του Κεφαλαίου 55 της νομοθεσίας της Μάλτας που αφορά το επάγγελμα του συμβολαιογράφου (Notarial Profession and Notarial Archives Act of the Laws of Malta) ή σύμφωνα με κάποιον άλλο νόμο.

Νομικές βάσεις δεδομένων

Ο Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροεπίσημος δικτυακός τόπος του Συμβουλίου Συμβολαιογράφων (Μάλτα) περιέχει πληροφορίες σχετικά με το Συμβούλιο Συμβολαιογράφων, γενικές πληροφορίες χρήσιμες για το κοινό και τους συμβολαιογράφους καθώς και έναν κατάλογο που περιλαμβάνει λεπτομέρειες σχετικά με τους συμβολαιογράφους που ασκούν επάγγελμα στη Μάλτα. Η βάση δεδομένων είναι προσπελάσιμη από το ευρύ κοινό και η πρόσβαση παρέχεται δωρεάν.

Άλλα νομικά επαγγέλματα

Νομικοί πληρεξούσιοι

Προκειμένου να μπορεί κάποιος να ασκήσει το επάγγελμα του νομικού πληρεξουσίου στη Μάλτα, πρέπει να διαθέτει έγγραφο διορισμού το οποίο χορηγείται από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας και φέρει τη σφραγίδα της Κυβέρνησης της Μάλτας. Μετά τη χορήγηση του εν λόγω εγγράφου, ο ενδιαφερόμενος πρέπει να δώσει όρκο υπακοής και όρκο ανάληψης καθηκόντων ενώπιον του Εφετείου στο πλαίσιο δημόσιας συνεδρίασης.

Κύριο καθήκον του νομικού πληρεξουσίου είναι να επικουρεί τους δικηγόρους με τους οποίους συνεργάζεται, κατά την εκδίκαση των υποθέσεων. Στο πλαίσιο αυτό, συντάσσει και καταθέτει έγγραφα υπομνήματα στη γραμματεία του δικαστηρίου εξ ονόματος των πελατών του και εκτελεί γενικά άλλες υπηρεσίες που αφορούν την προετοιμασία των αγωγών που καταθέτουν οι δικηγόροι.

Οι νομικοί πληρεξούσιοι έχουν δικαίωμα παράστασης ενώπιον των πρωτοβάθμιων δικαστηρίων (Courts of Magistrates) και των ειδικών δικαστηρίων και συμβουλίων και δικαιούνται να παρέχουν συμβουλές.

Η Επιτροπή Απονομής της Δικαιοσύνης είναι το αρμόδιο όργανο για τη ρύθμιση του συγκεκριμένου επαγγέλματος στη Μάλτα. Μια Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροενότητα του δικτυακού τόπου του Υπουργείου Εσωτερικών και Εθνικής Ασφάλειας (Ministry for Home Affairs and National Security) της Μάλτας είναι αφιερωμένη στο επάγγελμα του νομικού πληρεξουσίου και είναι προσπελάσιμη από το ευρύ κοινό.

Γραμματέας δικαστηρίων

Ο γραμματέας των δικαστηρίων (Registrar of the Courts) είναι υπεύθυνος για τις γραμματείες και τους υπαλλήλους τους, την κατάθεση και την επίδοση δικαστικών πράξεων, την εκτέλεση εκτελεστών τίτλων, όπως αποφάσεις και εντάλματα μέσω διορισμένων από το δικαστήριο επιμελητών, τους δικαστικούς πλειστηριασμούς, τις δίκες με ενόρκους και άλλες διαδικασίες ποινικών δικαστηρίων.

ΒοηθόςγραμματέαPDF(377 Kb)en

Εισηγητής δικαστηρίουPDF(374 Kb)en

Γραμματέας πρωτοκόλλουPDF(378 Kb)en

Σχετικοί σύνδεσμοι

Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροΔικηγορικός Σύλλογος Μάλτας (Malta Chamber of Advocates)

Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροΕπίσημος δικτυακός τόπος του Συμβουλίου Συμβολαιογράφων (Μάλτα)


Την έκδοση αυτής της σελίδας στην εθνική γλώσσα διαχειρίζεται το εκάστοτε κράτος μέλος. Οι μεταφράσεις έχουν γίνει από την αρμόδια υπηρεσία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Οι τυχόν αλλαγές που επιφέρει η αρμόδια εθνική αρχή στο πρωτότυπο ενδέχεται να μην έχουν περιληφθεί ακόμα στις μεταφράσεις. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή δεν αναλαμβάνει καμία ευθύνη όσον αφορά τις πληροφορίες ή τα στοιχεία που περιλαμβάνονται ή για τα οποία γίνεται λόγος στο παρόν έγγραφο. Βλ. την ανακοίνωση νομικού περιεχομένου για τους κανόνες πνευματικής ιδιοκτησίας που ισχύουν στο κράτος μέλος που είναι αρμόδιο για την παρούσα σελίδα.

Τελευταία επικαιροποίηση: 03/10/2016

Νομικά επαγγέλματα - Κάτω Χώρες

Σ’ αυτή τη σελίδα παρουσιάζονται συνοπτικά τα νομικά επαγγέλματα στις Κάτω Χώρες

Εισαγγελείς

Δικαστές

Δικηγόροι

Συμβολαιογράφοι

Άλλα νομικά επαγγέλματα


Νομικά επαγγέλματα

Εισαγγελείς

Οργάνωση

Η εισαγγελική αρχή (Openbaar Ministerie) είναι εθνικός οργανισμός με εισαγγελίες σε όλες τις περιφέρειες. Υπάρχει επίσης εθνική εισαγγελία που ασχολείται με την καταπολέμηση της (διεθνούς) οργανωμένης εγκληματικότητας και επιχειρησιακή εισαγγελία για την καταπολέμηση της περιβαλλοντικής και οικονομικής εγκληματικότητας και απάτης.

Υπάρχουν 10 τοπικές εισαγγελίες, στις οποίες οι εισαγγελείς, επικουρούμενοι από διοικητικό προσωπικό και νομικούς εμπειρογνώμονες, διεκπεραιώνουν εκατοντάδες χιλιάδες υποθέσεις ετησίως. Αν ασκηθεί έφεση, η υπόθεση διαβιβάζεται σε μια από τις τέσσερις περιφερειακές εισαγγελίες. Ο εκπρόσωπος της εισαγγελικής αρχής στις εισαγγελίες αυτές αποκαλείται Γενικός Εισαγγελέας (Advocaat-Generaal). Οι επικεφαλής και οι γενικοί εισαγγελείς προΐστανται των εισαγγελιών. Σε εθνικό επίπεδο, η εισαγγελική αρχή διοικείται από το Συμβούλιο Γενικών Εισαγγελέων (College van Procureurs-generaal) που εδρεύει στη Χάγη. Ο πολιτικός προϊστάμενος της εισαγγελικής αρχής είναι ο Υπουργός Δικαιοσύνης, ο οποίος, μαζί με το Συμβούλιο Γενικών Εισαγγελέων, αποφασίζει τις προτεραιότητες έρευνας και άσκησης ποινικής δίωξης.

Αποστολή και καθήκοντα

Η εισαγγελική αρχή προβαίνει σε ενέργειες σε σχέση με κάθε ύποπτο για την τέλεση ποινικού αδικήματος. Η εισαγγελική αρχή είναι το μόνο όργανο στις Κάτω Χώρες που μπορεί να προσάγει υπόπτους σε δίκη. Εξασφαλίζει τη διεξαγωγή έρευνας για τα ποινικά αδικήματα και την άσκηση ποινικής δίωξης.

Συνεργάζεται με την αστυνομία και με άλλες ανακριτικές υπηρεσίες. Επικεφαλής των ερευνών είναι εισαγγελέας. Η εισαγγελική αρχή εποπτεύει επίσης την προσήκουσα εκτέλεση των δικαστικών αποφάσεων: τα πρόστιμα πρέπει να πληρώνονται, οι ποινές φυλάκισης να εκτίονται και η υπηρεσία προς το κοινωνικό σύνολο να εκτελείται. Η εισαγγελική αρχή και οι δικαστές ανήκουν στη δικαστική εξουσία. Κατά συνέπεια, η εισαγγελική αρχή διαφέρει από κάθε άλλη κυβερνητική υπηρεσία.

Δικαστές

Οργάνωση

Για να γίνει κανείς δικαστής πρέπει να έχει τουλάχιστον επτά έτη εργασιακή εμπειρία. Η εργασιακή εμπειρία αποκτάται μέσω εσωτερικής εκπαίδευσης στο δικαστικό σώμα ή σε άλλες θέσεις του δικαστικού συστήματος. Το δικαστικό σύστημα παρέχει την απαραίτητη κατάρτιση.

Ο διορισμός των δικαστών γίνεται από το Στέμμα υπ’ ευθύνη του υπουργού Ασφάλειας και Δικαιοσύνης. Δικαστές διορίζονται μόνο άτομα που έχουν την ολλανδική ιθαγένεια. Οι υποψήφιοι πρέπει να είναι απόφοιτοι νομικής σχολής ολλανδικού πανεπιστημίου.

Η υποβολή υποψηφιότητας για διορισμό στο δικαστικό σώμα μπορεί να γίνει μόνο έπειτα από σύσταση της εθνικής επιτροπής επιλογής, η οποία απαρτίζεται από εκπροσώπους δικαστηρίων όλων των βαθμίδων, της εισαγγελικής αρχής και κοινωνικά ενεργούς πολίτες.

Οι δικαστές διορίζονται σε συγκεκριμένο δικαστήριο. Ο διορισμός γίνεται μόνον εφόσον ο υποψήφιος δικαστής προταθεί ως υποψήφιος από το δικαστήριο διορισμού. Οι όροι αυτοί διασφαλίζουν τη μέγιστη δυνατή αντικειμενικότητα του συστήματος διορισμού.

Ο δικαστής είναι δημόσιος λειτουργός με ειδικό καθεστώς. Οι δικαστές δεν υποχρεούνται να αποδεχθούν διορισμό αλλού μετά τον πρώτο τους διορισμό.

Οι δικαστές μπορούν να παραμείνουν σε υπηρεσία μέχρι τα 70 έτη. Πριν από την ηλικία αυτή μπορούν να αποπεμφθούν μόνο από το ανώτατο δικαστικό σώμα, το Ανώτατο Ακυρωτικό Δικαστήριο των Κάτω Χωρών (Hoge Raad der Nederlanden), κατόπιν καταγγελίας του γενικού εισαγγελέα (procureur-general) του εν λόγω δικαστηρίου. Αυτό το σύστημα παρέχει επαρκείς εγγυήσεις έναντι των πολιτικών επιρροών επί των διορισμών και των παύσεων.

Αποστολή και καθήκοντα

Οι δικαστές είναι επιφορτισμένοι με την αμερόληπτη εκδίκαση των νομικών διαφορών, ακόμη και των υποθέσεων εκείνων στις οποίες διάδικος είναι οι δημόσιες αρχές. Για να διασφαλιστεί η αμεροληψία έναντι των δημοσίων αρχών, εφαρμόζεται ειδικό σύστημα επιλογής και διορισμού των δικαστών, το δε νομικό καθεστώς τους διαφέρει από εκείνο των υπολοίπων δημόσιων λειτουργών.

Το ολλανδικό Σύνταγμα αναθέτει την εκδίκαση των διαφορών στη δικαστική εξουσία και περιλαμβάνει διατάξεις σχετικά με το νομικό καθεστώς των μελών της.

Τηρώντας τους ισχύοντες νόμους, οι δικαστές διαθέτουν τη διακριτική ευχέρεια να χειρίζονται την εκάστοτε υπόθεση και καθορίζουν σε σημαντικό βαθμό την πρακτική εξέλιξη της διαδικασίας, ορίζοντας για παράδειγμα τις προθεσμίες.

Αν ένας από τους διαδίκους διατηρεί αμφιβολίες όσον αφορά την αμεροληψία του δικαστή στη διάρκεια της διαδικασίας, ο νόμος του παρέχει τη δυνατότητα να αμφισβητήσει τον διορισμό του συγκεκριμένου δικαστή. Συμβαίνει κάποιες φορές ένας διάδικος να μην είναι ικανοποιημένος από το έργο του δικαστή. Εν προκειμένω, ο νόμος προβλέπει μια διάκριση μεταξύ των δικαστικών αποφάσεων και της συμπεριφοράς του δικαστή.

  1. Όταν η απαρέσκεια αφορά την απόφαση που εξέδωσε ο δικαστής, συνήθως ο καταγγέλλων υποβάλλει έφεση.
  1. Όταν η απαρέσκεια αφορά τη συμπεριφορά του δικαστή, μπορεί να υποβληθεί καταγγελία στη διοίκηση του δικαστηρίου στο οποίο εργάζεται ο δικαστής. Κάθε δικαστήριο έχει μια διαδικασία καταγγελιών, η οποία ορίζει τους κανόνες αντιμετώπισης τυχόν καταγγελιών.

Υπάρχει πλήθος νομικών διατάξεων περί της συμπεριφοράς των δικαστών, προκειμένου να διασφαλιστεί ότι οι δικαστές ασκούν τα καθήκοντά τους με αμεροληψία.

Οι δικαστές εξειδικεύονται σε τουλάχιστον δύο νομικά πεδία και συνήθως καλούνται να δικάζουν εκ περιτροπής σε διαφορετικά πεδία, ούτως ώστε να μην αφοσιώνονται επί μακρόν σε ένα μόνο πεδίο εξειδίκευσης.

Οι δικαστές εργάζονται σε πρωτοδικεία (rechtbanken), τα οποία διαθέτουν τουλάχιστον τέσσερα τμήματα: πολιτικό, ποινικό, διοικητικό και περιφερειακό (ειρηνοδικείο). Οι δικαστές που εργάζονται στο περιφερειακό τμήμα αποκαλούνται kantonrechter, οι υπόλοιποι δικαστές rechter. Οι δικαστές των εφετείων και του Ανώτατου Ακυρωτικού Δικαστηρίου αποκαλούνται raadsheer.

Η σύνθεση των δικαστηρίων κατά την εκδίκαση υποθέσεων είναι η ακόλουθη:

  • Η σύνθεση του ειρηνοδικείου είναι μονομελής (kantonrechter).
  • Η σύνθεση του πρωτοδικείου είναι συνήθως μονομελής, ενίοτε όμως γίνεται τριμελής.
  • Η σύνθεση των εφετείων είναι τριμελής, με εξαίρεση υποθέσεις που μπορούν να εκδικαστούν από μονομελές εφετείο. Οι υποθέσεις αυτές προβλέπονται από τον νόμο.
  • Η σύνθεση του Ανώτατου Ακυρωτικού Δικαστηρίου είναι πάντα πενταμελής.

Το δημόσιο όργανο που φέρει την ευθύνη ρύθμισης του επαγγέλματος είναι το ολλανδικό δικαστικό σώμα (rechtspraak).

Νομική βάση δεδομένων

Για περισσότερες πληροφορίες, επισκεφθείτε τον δικτυακό τόπο σχετικά με την de Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροαπονομή δικαιοσύνης, στις Κάτω Χώρες, ο οποίος είναι προσβάσιμος στο ευρύ κοινό.

Οργάνωση του νομικού επαγγέλματος: Νομικοί

Δικηγόροι

Ο Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροΔικηγορικός Σύλλογος των Κάτω Χωρώ είναι νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου και συνιστά το επαγγελματικό όργανο του συνόλου των δικηγόρων στις Κάτω Χώρες. Το εκ νόμου προβλεπόμενο βασικό καθήκον του Δικηγορικού Συλλόγου είναι να μεριμνά για την ποιότητα των δικηγορικών υπηρεσιών, η οποία διασφαλίζεται μεταξύ άλλων από:

  • Εκτενή εκπαίδευση για τα μέλη του συλλόγου
  • Θέσπιση κανονισμών και άλλων δεσμευτικών κανόνων για τους δικηγόρους
  • Πειθαρχικές διαδικασίες
  • Ενημέρωση και παροχή υπηρεσιών στα μέλη του συλλόγου
  • Συστάσεις προς τις ολλανδικές αρχές σχετικά με μελλοντικές πολιτικές και νομοσχέδια.

Σύμφωνα με τον νόμο, ο δικηγόρος πρέπει να είναι μέλος του Δικηγορικού Συλλόγου. Το 2014, υπήρχαν 17 000 εγγεγραμμένοι δικηγόροι.

Νομικοί σύμβουλοι

Δεν υπάρχει κεντρικός ρυθμιστικός φορέας για τους νομικούς συμβούλους.

Συμβολαιογράφοι

Οργάνωση

Βλέπε τον δικτυακό τόπο του Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροΒασιλικού Συμβολαιογραφικού Συλλόγου (Koninklijke Notariële Beroepsorganisatie).

Αποστολή και καθήκοντα

Συμβολαιογραφική πράξη απαιτείται από τον νόμο για την αναγνώριση μιας σειράς συμφωνιών και δικαιοπραξιών, οι σημαντικότερες από τις οποίες είναι:

  1. Μεταβίβαση ακινήτου στις Κάτω Χώρες
  2. Σύσταση ή άρση υποθήκης
  3. Σύσταση προσωπικής ή μετοχικής εταιρίας (NV και BV) ή τροποποίηση του καταστατικού τους
  4. Σύσταση ιδρύματος ή ένωσης (συμπεριλαμβανομένων των συνεταιρισμών) ή τροποποίηση του καταστατικού τους
  5. Σύνταξη, τροποποίηση και εκτέλεση διαθήκης
  6. Σύνταξη ή τροποποίηση γαμικού συμφώνου (συνήθως προγαμιαίας σύμβασης) και επίσημου συμφώνου συμβίωσης
  7. Μεταβίβαση ονομαστικών μετοχών
  8. Εξουσιοδότηση υπογραφών
  9. Δωρεά περιβεβλημένη τον συμβολαιογραφικό τύπο.

Για πρακτικούς λόγους, οι συμβολαιογράφοι ενεργούν και άλλες δικαιοπραξίες και συντάσσουν και άλλες συμβάσεις, π.χ. καταστατικά προσωπικών εταιριών (ομόρρυθμων εμπορικών, αστικών και ετερόρρυθμων), σύμφωνα συμβίωσης και πράξεις προστασίας μονοπρόσωπων εταιριών περιορισμένης ευθύνης έναντι τρίτων.

Άλλα νομικά επαγγέλματα

Ο Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροΒασιλικός Σύλλογος Δικαστικών Επιμελητών (Koninklijke Beroepsorganisatie van Gerechtsdeurwaarders ή KBvG) ιδρύθηκε με τον νόμο περί δικαστικών επιμελητών που τέθηκε σε ισχύ στις 15 Ιουλίου 2001. Αποστολή του KBvG, στον οποίο εγγράφονται υποχρεωτικά όλοι οι δικαστικοί επιμελητές των Κάτω Χωρών, είναι η προαγωγή της ορθής άσκησης του επαγγέλματος από τα μέλη του.

Οι ολλανδοί δικαστικοί επιμελητές είναι επιφορτισμένοι με το καθήκον της παραλαβής και διαβίβασης πράξεων σύμφωνα με τον κανονισμό 1348/2000 του Συμβουλίου της 29ης Μαΐου 2000 περί επιδόσεως και κοινοποιήσεως στα κράτη μέλη δικαστικών και εξώδικων πράξεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις. Οι επιδοτέες στις Κάτω Χώρες πράξεις αποστέλλονται απευθείας σε δικαστικό επιμελητή. Η αίτηση επίδοσης συντάσσεται στην ολλανδική ή αγγλική γλώσσα.

Αίτηση επίδοσης ή κοινοποίησης δεν μπορεί να αποσταλεί στην ολλανδική κεντρική αρχή, δηλαδή στον Βασιλικό Σύλλογο Δικαστικών Επιμελητών. Η βοήθεια του Συλλόγου μπορεί να ζητηθεί μόνον εκτάκτως, στις περιπτώσεις του σημείου γ) του άρθρου 3 του ανωτέρω Κανονισμού.

Δωρεάν νομικές υπηρεσίες

Για τις πρώτες νομικές συμβουλές, μπορείτε να απευθύνεστε στα γραφεία νομικής αρωγής, από όπου μπορείτε να ζητήσετε διευκρινίσεις επί νομικών θεμάτων, πληροφορίες και συμβουλές. Τα γραφεία νομικής αρωγής αποτελούν υπηρεσίες πρώτης γραμμής όσον αφορά την παροχή νομικής αρωγής.

Εάν χρειάζεται, θα σας παραπέμψουν σε ιδιώτη δικηγόρο ή διαμεσολαβητή, για πιο εξειδικευμένη νομική αρωγή.

Όλες οι πληροφορίες στα γραφεία νομικής αρωγής παρέχονται δωρεάν, με ή χωρίς ραντεβού (μέγιστης διάρκειας 60 λεπτών). Μπορείτε να απευθύνεστε στα εν λόγω γραφεία για αστικές, διοικητικές, ποινικές υποθέσεις, αλλά και θέματα που εμπίπτουν στη μεταναστευτική νομοθεσία.

Λειτουργούν συνολικά 30 γραφεία νομικής αρωγής, με ισόρροπη γεωγραφική κατανομή σε όλη τη χώρα προκειμένου να βρίσκονται κοντά σε κάθε ολλανδό πολίτη.

Για περισσότερες πληροφορίες, επισκεφθείτε τον δικτυακό τόπο των Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυρογραφείων νομικής αρωγής .

Σύνδεσμοι

Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροΕισαγγελική Αρχή, Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροΔικαστικό σώμα και Ανώτατο Ακυρωτικό Δικαστήριο των Κάτω Χωρών (Rechtspraak), Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροΔικηγορικός Σύλλογος Κάτω Χωρών (Nederlandse Orde van Advocaten Koninklijke), Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροΒασιλικός Συμβολαιογραφικός Σύλλογος (Notariële Beroepsorganisatie Koninklijke), Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροΒασιλικός Σύλλογος Δικαστικών Επιμελητών (Beroepsorganisatie van Gerechtsdeurwaarders), Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροΓραφείο νομικής αρωγής (Het Juridisch Loket), Fact sheet Court Staff (Ενημερωτικό δελτίο για το προσωπικό των δικαστηρίων)PDF(389 Kb)en


Την έκδοση αυτής της σελίδας στην εθνική γλώσσα διαχειρίζεται το εκάστοτε κράτος μέλος. Οι μεταφράσεις έχουν γίνει από την αρμόδια υπηρεσία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Οι τυχόν αλλαγές που επιφέρει η αρμόδια εθνική αρχή στο πρωτότυπο ενδέχεται να μην έχουν περιληφθεί ακόμα στις μεταφράσεις. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή δεν αναλαμβάνει καμία ευθύνη όσον αφορά τις πληροφορίες ή τα στοιχεία που περιλαμβάνονται ή για τα οποία γίνεται λόγος στο παρόν έγγραφο. Βλ. την ανακοίνωση νομικού περιεχομένου για τους κανόνες πνευματικής ιδιοκτησίας που ισχύουν στο κράτος μέλος που είναι αρμόδιο για την παρούσα σελίδα.

Τελευταία επικαιροποίηση: 07/10/2016

Νομικά επαγγέλματα - Αυστρία

Η γλωσσική έκδοση που βλέπετε τώρα βρίσκεται στο στάδιο της μετάφρασης.
Υπάρχει ήδη μετάφραση στις ακόλουθες γλώσσες: γερμανικά

Στην παρούσα σελίδα παρέχεται επισκόπηση των νομικών επαγγελμάτων στην Αυστρία.


Νομικά επαγγέλματα

Νομικά επαγγέλματα - εισαγωγή

Στον τομέα αρμοδιότητας του αυστριακού ομοσπονδιακού Υπουργείου Δικαιοσύνης απασχολούνται επί του παρόντος 1 693 επαγγελματίες δικαστές (στοιχεία 1ης Νοεμβρίου 2012, σε ισοδύναμα πλήρους απασχόλησης, συμπεριλαμβανομένου του Ανωτάτου Δικαστηρίου).

Εκτός από το Υπουργείο Δικαιοσύνης, οι δικαστές διορίζονται επίσης στο Διοικητικό Δικαστήριο (περί τους 63) και στο Ομοσπονδιακό Δικαστήριο Ασύλου (Bundesasylgericht).

Επίσης, σε ορισμένες διαδικασίες χρησιμοποιούνται λαϊκοί δικαστές οι οποίοι εργάζονται σε εθελοντική βάση. Σε αυτούς συγκαταλέγονται, αφενός, οι ένορκοι στις ποινικές υποθέσεις και, αφετέρου, οι ειδικοί και αρμόδιοι πάρεδροι σε υποθέσεις εμπορικού και εργατικού δικαίου, καθώς και δικαίου κοινωνικής ασφάλισης.

Υπάρχουν 375 εισαγγελείς (στοιχεία 1ης Νοεμβρίου 2012, σε ισοδύναμα πλήρους απασχόλησης, συμπεριλαμβανομένης της Γενικής Εισαγγελίας) και 4 864 μόνιμοι και συμβασιούχοι υπάλληλοι (στοιχεία 1ης Νοεμβρίου 2012, σε ισοδύναμα πλήρους απασχόλησης, συμπεριλαμβανομένου του Ανώτατου Δικαστηρίου και της Γενικής Εισαγγελίας), οι οποίοι εργάζονται υποστηρικτικά στα δικαστήρια και τις εισαγγελίες.

Στον σωφρονιστικό τομέα εργάζονται 3 631 υπάλληλοι (στοιχεία 1ης Νοεμβρίου 2012, σε ισοδύναμα πλήρους απασχόλησης, συμπεριλαμβανομένης της σωφρονιστικής διεύθυνσης) σε αυτούς συγκαταλέγονται συνολικά 3 098 υπάλληλοι της υπηρεσίας εκτέλεσης ποινών (συμπεριλαμβανομένων των 127 υπαλλήλων της εκπαιδευτικής υπηρεσίας).

1. Δικαστής

Κατάρτιση και διορισμός

Μετά το πέρας των νομικών σπουδών ακολουθεί η πρακτική άσκηση αφού ολοκληρωθεί η δικαστική άσκηση στο πλαίσιο της δικαστικής προπαρασκευαστικής υπηρεσίας σε εξωπανεπιστημιακά ιδρύματα. Ετησίως διορίζονται περίπου 60 έως 80 υποψήφιοι δικαστές. Η δικαστική προπαρασκευαστική υπηρεσία (συμπεριλαμβανομένης της δικαστικής άσκησης) διαρκεί κατά βάση τέσσερα έτη και πραγματοποιείται σε περιφερειακά δικαστήρια (Bezirksgerichte) και πρωτοδικεία (Landesgerichte), σε κάποια εισαγγελική αρχή, σε σωφρονιστικό ίδρυμα και στο γραφείο δικηγόρου ή συμβολαιογράφου. Ένα μέρος της άσκησης μπορεί μεταξύ άλλων να πραγματοποιηθεί στο Εφετείο (Oberlandesgericht), στο Ανώτατο Δικαστήριο (Oberster Gerichtshof) ή στο Ομοσπονδιακό Υπουργείο Δικαιοσύνης, στη σωφρονιστική διεύθυνση, σε ίδρυμα επανένταξης αποφυλακισθέντων , σε σωματεία δικαστικής συμπαράστασης ή υπηρεσίες ανηλίκων, σε εντεταλμένους φορείς παροχής ένδικης προστασίας, σε κατάλληλες επιχειρήσεις ή στον χρηματοπιστωτικό τομέα. Η δικαστική προπαρασκευαστική υπηρεσία ολοκληρώνεται με τις εξετάσεις για την άδεια άσκησης του δικαστικού λειτουργήματος.

Εάν επιτύχει στις εξετάσεις για την άδεια άσκησης του δικαστικού λειτουργήματος, ο υποψήφιος δικαστής μπορεί να υποβάλει αίτηση για την πλήρωση κενής μόνιμης θέσης δικαστού.

Ο διορισμός του δικαστή γίνεται από τον Πρόεδρο της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας, ο οποίος στις περισσότερες περιπτώσεις έχει εκχωρήσει την αρμοδιότητα αυτή στον ομοσπονδιακό υπουργό Δικαιοσύνης όσον αφορά τις οργανικές θέσεις δικαστών. Δικαστές μπορούν να διορισθούν μόνον αυστριακοί υπήκοοι.

Σε αντιδιαστολή με τους επαγγελματίες δικαστές, οι λαϊκοί δικαστές δεν απαιτείται να διαθέτουν νομική κατάρτιση και εργάζονται σε εθελοντική βάση. Σε αυτούς συγκαταλέγονται, αφενός, οι ένορκοι στις ποινικές υποθέσεις και ,αφετέρου, οι ειδικοί και αρμόδιοι πάρεδροι σε υποθέσεις εργατικού δικαίου και δικαίου κοινωνικής ασφάλισης.

Υπηρεσιακή κατάσταση του δικαστή

Οι επαγγελματίες δικαστές απασχολούνται από το ομοσπονδιακό κράτος βάσει σχέσης δημοσίου δικαίου. Εκτός από το Αυστριακό Ομοσπονδιακό Σύνταγμα, ο νόμος για τις υπηρεσίες των δικαστών είναι η κύρια πηγή του δικαίου για την κατάρτιση και το επαγγελματικό καθεστώς των δικαστών [ο πλήρης τίτλος της εν λόγω πηγής δικαίου είναι «νόμος για τις υπηρεσίες των δικαστών και των εισαγγελέων» (Richter- und Staatsanwaltschaftsdienstgesetz), διότι πολλές διατάξεις, όπως το πειθαρχικό δίκαιο και οι περιγραφές των υπηρεσιών, ρυθμίζονται με παρόμοιο τρόπο για δικαστές και εισαγγελείς].

Οι επαγγελματίες δικαστές διορίζονται επ’ αόριστον και συνταξιοδοτούνται στη λήξη του έτους κατά το οποίο συμπληρώνουν το 65ο έτος της ηλικίας τους.

Σύμφωνα με τα άρθρα 87 και 88 του Αυστριακού Ομοσπονδιακού Συντάγματος, οι δικαστές ενεργούν ως ανεξάρτητοι εκπρόσωποι του κράτους κατά την ερμηνεία του νόμου και την εκδίκαση των υποθέσεων. Έκφραση της ανεξαρτησίας τους αποτελεί η απουσία δέσμευσης από υποδείξεις (αντικειμενική ανεξαρτησία), καθώς και η ισοβιότητα και η αδυναμία μετάθεσής τους σε άλλη θέση (προσωπική ανεξαρτησία). Οι δικαστές δεσμεύονται μόνον από τον νόμο και αποφασίζουν βάσει των προσωπικών νομικών πεποιθήσεών τους. Δεν δεσμεύονται επίσης από προηγούμενες αποφάσεις άλλων δικαστηρίων σε παρόμοια νομικά ζητήματα (δικαστικό προηγούμενο).

Οι δικαστές μπορούν, εκτός από την περίπτωση της συνταξιοδότησής τους μόλις φτάσουν στο νόμιμο όριο ηλικίας, να τεθούν εκτός υπηρεσίας ή να μετατεθούν παρά τη θέλησή τους ή να τεθούν σε διαθεσιμότητα μόνο στις περιπτώσεις που προβλέπονται από τον νόμο και με τον τρόπο που ορίζεται από αυτόν και πάντα στη βάση τυπικής δικαστικής απόφασης.

Η συνταγματική ειδική θέση χορηγείται στους δικαστές μόνο κατά την άσκηση του δικαστικού λειτουργήματός τους (κατά τη διεξαγωγή όλων των δικαστικών υποθέσεων που τους ανατίθενται σύμφωνα με τον νόμο και την κατανομή αρμοδιοτήτων). Εξαίρεση αποτελούν οι διοικητικές υποθέσεις στο πλαίσιο του δικαστικού συστήματος (μέτρα για τη διαφύλαξη της λειτουργίας του δικαστικού συστήματος). Στις υποθέσεις αυτές, οι δικαστές είναι ανεξάρτητοι μόνον εάν τις εκδικάζουν σε τμήματα ή σε επιτροπές (όπως κατανομή των εργασιών, προτάσεις διορισμού). Με εξαίρεση τις συγκεκριμένες αυτές περιστάσεις, οι δικαστές δεσμεύονται από τις οδηγίες των προϊσταμένων τους. Η κατανομή των εργασιών του δικαστηρίου εξασφαλίζει τον σεβασμό του δικαιώματος σε νόμιμο δικαστή στο πλαίσιο της έννομης τάξης, δικαίωμα το οποίο κατοχυρώνεται από το Σύνταγμα.

Αποστολή και καθήκοντα

Οι δικαστές είναι αρμόδιοι για την εκδίκαση αστικών και ποινικών υποθέσεων, καθώς και για τον έλεγχο της διοίκησης και την προστασία του Συντάγματος στο πλαίσιο της διοικητικής και συνταγματικής δικαιοδοσίας.

Νομική ευθύνη

Πειθαρχικό δικαστήριο: Οποιοσδήποτε δικαστής παραβαίνει υπαίτια τις επαγγελματικές υποχρεώσεις του και τους κανόνες επαγγελματικής δεοντολογίας είναι υπόλογος ενώπιον του πειθαρχικού δικαστηρίου, το οποίο συστήνεται στο Εφετείο (Oberlandesgericht) ή στο Ανώτατο Δικαστήριο (Oberster Gerichtshof) και απαρτίζεται αποκλειστικά από δικαστές (το πειθαρχικό δικαστήριο είναι επίσης αρμόδιο για παράβαση υπηρεσιακού καθήκοντος των εισαγγελέων).

Ποινικό δικαστήριο: Οποιοσδήποτε δικαστής (ή, κατά περίπτωση, εισαγγελέας) διαπράττει ποινικό αδίκημα μέσω υπαίτιας παράβασης των επαγγελματικών καθηκόντων του είναι υπόλογος ενώπιον του ποινικού δικαστηρίου (π.χ. σε περίπτωση κατάχρησης υπηρεσιακής εξουσίας).

Πολιτικό δικαστήριο: Τα μέρη που έχουν υποστεί ζημία λόγω παράνομης και υπαίτιας συμπεριφοράς δικαστή (ή εισαγγελέα) μπορούν να επικαλεστούν αυτή τη ζημία μόνον έναντι του κράτους. Το κράτος μπορεί από την πλευρά του να στραφεί κατά του δικαστή (ή του εισαγγελέα) σε περίπτωση δόλου και βαριάς αμέλειας.

2. Εισαγγελέας

Οργάνωση

Κατά βάση, η ιεραρχική οργάνωση της εισαγγελικής αρχής αντιστοιχεί στην οργάνωση των δικαστηρίων.

Σε καθένα από τα πρωτοβάθμια δικαστήρια που είναι αρμόδια να εκδικάζουν ποινικές υποθέσεις (συνολικά 17 δικαστήρια) υπάρχει μία εισαγγελική αρχή. Επίσης, για ολόκληρη την επικράτεια της Αυστρίας υπάρχει μια εισαγγελική αρχή αρμόδια για θέματα οικονομίας και διαφθοράς (Wirtschafts- und Korruptionsstaatsanwaltschaft, WKStA). Σε κάθε εφετείο (Oberlandesgericht) υπάρχει μία ανώτερη εισαγγελική αρχή (εισαγγελία εφετών - Oberstaatsanwaltschaft) και στο Ανώτατο Δικαστήριο υπάρχει η Γενική Εισαγγελία (Generalprokuratur). Οι εισαγγελίες εφετών και η Γενική Εισαγγελία υπάγονται άμεσα στο Ομοσπονδιακό Υπουργείο Δικαιοσύνης.

Κατάρτιση και διορισμός εισαγγελέα

Η κατάρτιση του εισαγγελέα είναι αντίστοιχη με εκείνη του επαγγελματία δικαστή.

Μόνο εκείνοι που πληρούν τις προϋποθέσεις διορισμού ως δικαστών μπορούν να διοριστούν ως εισαγγελείς.

Οι κενές οργανικές θέσεις των εισαγγελέων, όπως οι οργανικές θέσεις των δικαστών, πρέπει να δημοσιεύονται. Το δικαίωμα διορισμού των εισαγγελέων ανήκει στον Ομοσπονδιακό Πρόεδρο αλλά, όπως και στην περίπτωση των δικαστών, αυτός έχει εκχωρήσει το δικαίωμα διορισμού σε σχέση με τις περισσότερες οργανικές θέσεις εισαγγελέων στο Ομοσπονδιακό Υπουργείο Δικαιοσύνης.

Υπηρεσιακή κατάσταση του εισαγγελέα

Οι εισαγγελίες είναι αυτόνομα όργανα απονομής δικαιοσύνης, αλλά δεν είναι ανεξάρτητες. Έχουν ιεραρχική δομή και δεσμεύονται από τις εντολές των ανώτερων εισαγγελικών αρχών και, τελικά, του ομοσπονδιακού υπουργού Δικαιοσύνης.

Ο νόμος προβλέπει σαφείς κανόνες σχετικά με το δικαίωμα έκδοσης εντολών. Οι εντολές από ανώτερη εισαγγελία ή από τον ομοσπονδιακό υπουργό Δικαιοσύνης μπορούν να εκδίδονται μόνον εγγράφως και πρέπει να είναι αιτιολογημένες. Επιπλέον, οι εντολές που λαμβάνονται πρέπει να καταχωρούνται στη δικογραφία της ποινικής υπόθεσης. Ο ομοσπονδιακός υπουργός Δικαιοσύνης φέρει την υπουργική ευθύνη και, ως εκ τούτου, υποχρεούται να ενημερώνει το κοινοβούλιο στο οποίο λογοδοτεί.

Οι υπάλληλοι των επιμέρους εισαγγελιών πρέπει να συμμορφώνονται προς τις εντολές του διευθυντή της εισαγγελίας. Ωστόσο, εάν θεωρούν ότι μια οδηγία είναι παράνομη, μπορούν να ζητήσουν έγγραφη οδηγία, ακόμη και απαλλαγή από τον χειρισμό της συγκεκριμένης ποινικής υπόθεσης. Επομένως, οι εισαγγελίες είναι ιεραρχικά οργανωμένες σε κατώτερα και ανώτερα επίπεδα. Αυτό είναι αναγκαίο επειδή –σε αντίθεση με ό,τι ισχύει για τις δικαστικές αποφάσεις– οι αποφάσεις τους δεν μπορούν να προσβληθούν με κανένα ένδικο μέσο.

Αποστολή και καθήκοντα

Οι εισαγγελίες είναι ειδικά όργανα τα οποία υφίστανται χωριστά από τα δικαστήρια. Αποστολή τους είναι η διαφύλαξη του δημόσιου συμφέροντος κατά την απονομή της ποινικής δικαιοσύνης. Αυτό σημαίνει πρωτίστως την απαγγελία κατηγοριών κατά προσώπων και την άσκηση της πολιτικής αγωγής κατά την ποινική διαδικασία. Για τον λόγο αυτό, ονομάζονται επίσης υπηρεσίες απαγγελίας κατηγοριών. Στην ποινική διαδικασία, είναι επίσης υπεύθυνες για την προκαταρκτική διαδικασία.

Οι εισαγγελείς είναι υπεύθυνοι για την απαγγελία κατηγοριών και την άσκηση της πολιτικής αγωγής ενώπιον του πρωτοδικείου και του πρωτοβάθμιου περιφερειακού δικαστηρίου της αντίστοιχης δικαστικής περιφέρειας. Κατά κανόνα, οι διώξεις στα πρωτοβάθμια περιφερειακά δικαστήρια ασκούνται από τους περιφερειακούς εισαγγελείς, οι οποίοι είναι υπάλληλοι με ειδική εμπειρία, αλλά δεν απαιτείται να διαθέτουν πανεπιστημιακή κατάρτιση.

Η εισαγγελική αρχή αρμόδια για θέματα οικονομίας και διαφθοράς κατέχει ειδική θέση. Οι αρμοδιότητές της στην ομοσπονδιακή επικράτεια καλύπτουν υπηρεσιακά εγκλήματα και εγκλήματα διαφθοράς, καθώς και οικονομικά εγκλήματα με ζημία που υπερβαίνει τα πέντε εκατ. ευρώ. Επίσης στην αρμοδιότητά της εμπίπτουν χρηματοοικονομικά εγκλήματα με ποσό ζημίας που υπερβαίνει τις πέντε χιλιάδες ευρώ, ειδικές περιπτώσεις κοινωνικής απάτης, πτωχευτικά αδικήματα και, μεταξύ άλλων, αδικήματα που προβλέπονται στον αυστριακό νόμο περί ανωνύμων εταιρειών (Aktiengesetz) ή τον νόμο περί εταιρειών περιορισμένης ευθύνης (GmbH-Gesetz) για μεγάλες επιχειρήσεις αντίστοιχα (με ελάχιστο μετοχικό κεφάλαιο ύψους πέντε εκατ. ευρώ ή τουλάχιστον 2 000 εργαζόμενους).

Οι ανώτερες εισαγγελίες είναι ιεραρχικά ανώτερες των εισαγγελιών και υποστηρίζουν τα εφετεία στη Βιέννη, στο Graz, στο Linz και στο Innsbruck. Επιπλέον της άσκησης της πολιτικής αγωγής ενώπιον του εφετείου, είναι επίσης υπεύθυνες για την εποπτεία όλων των εισαγγελιών στην περιφέρειά τους. Υπάγονται άμεσα στον ομοσπονδιακό υπουργό Δικαιοσύνης.

Το Γραφείο του Γενικού Εισαγγελέα, το οποίο βρίσκεται στο Ανώτατο Δικαστήριο, κατέχει ειδική θέση. Το Γραφείο του Γενικού Εισαγγελέα λογοδοτεί άμεσα στον ομοσπονδιακό Υπουργό Δικαιοσύνης και δεν δικαιούται να εκδίδει οποιεσδήποτε οδηγίες προς τις εισαγγελίες ή τις ανώτερες εισαγγελίες. Επίσης, δεν απαγγέλλει κατηγορίες, αλλά είναι επιφορτισμένο να υποστηρίζει το Ανώτατο Δικαστήριο. Προκειμένου να εκπληρώσει το καθήκον αυτό, εξουσιοδοτείται ειδικότερα να υποβάλλει τις λεγόμενες «αιτήσεις ακυρότητας λόγω παράβασης του νόμου» σε ποινικές υποθέσεις, όταν τα μέρη δεν διαθέτουν (άλλη) δυνατότητα άσκησης ένδικων μέσων. Έτσι, επιτελεί τη σημαντική λειτουργία της διαφύλαξης της ομοιόμορφης εφαρμογής του νόμου καθώς και της ασφάλειας δικαίου στις ποινικές υποθέσεις.

Νομική ευθύνη:

Η ποινική και αστική ευθύνη των εισαγγελέων ρυθμίζεται κατά τον ίδιο τρόπο όπως και στην περίπτωση των δικαστών.

3. Δικαστικοί υπάλληλοι με δικαστικά καθήκοντα

Οργάνωση

Στην Αυστρία οι δικαστικοί υπάλληλοι με δικαστικά καθήκοντα αποτελούν ουσιαστικό στυλοβάτη του δικαστικού συστήματος. Περισσότερο από το 80 % όλων των πρωτόδικων αποφάσεων που αφορούν ποινικές υποθέσεις λαμβάνονται σήμερα από τους 662 δικαστικούς υπαλλήλους με δικαστικά καθήκοντα (στοιχεία της 1.11.2012, σε ισοδύναμα πλήρους απασχόλησης, συμπεριλαμβανομένης της ομάδας ανθρώπινου δυναμικού).

Μετεκπαιδευτικά μαθήματα

Προϋπόθεση για την έναρξη παρακολούθησης των μετεκπαιδευτικών μαθημάτων αποτελεί η επιτυχία στις εξετάσεις αποφοίτησης δευτεροβάθμιου σχολείου («Matura»). Αυτές οι εξετάσεις μπορούν να αντικατασταθούν από την ολοκλήρωση μιας μαθητείας, την επακόλουθη αποφοίτηση από επαγγελματική ακαδημία και στη συνέχεια την επιτυχία στις εξετάσεις για εισαγωγή στο πανεπιστήμιο.

Πριν να γίνει δεκτός σε κατάρτιση δικαστικού υπαλλήλου με δικαστικά καθήκοντα, ο ενδιαφερόμενος πρέπει να εργαστεί στη γραμματεία δικαστηρίου για διάστημα τουλάχιστον δύο ετών και να επιτύχει την ειδική εξέταση που προορίζεται για τους υπαλλήλους της γραμματείας δικαστηρίου καθώς και την εξέταση εξειδικευμένης κατάρτισης. Μόνο τότε μπορεί ο δικαστικός υπάλληλος να λάβει την άδεια από τον προεδρεύοντα δικαστή του εφετείου για να συμμετέχει σε κατάρτιση δικαστικού υπαλλήλου με δικαστικά καθήκοντα.

Η κατάρτιση του συγκεκριμένου δικαστικού υπαλλήλου διαρκεί τρία έτη και συμπεριλαμβάνει τα ακόλουθα:

  • απασχόληση σε ένα ή περισσότερα δικαστήρια, με προετοιμασία διεκπεραίωσης υποθέσεων που αφορούν το συγκεκριμένο τομέα εργασίας,
  • συμμετοχή σε βασική εκπαίδευση και σε μαθήματα που αφορούν το συγκεκριμένο τομέα εργασίας, και
  • εξέταση του δικαστικού υπαλλήλου η οποία πραγματοποιείται σε δύο μέρη.

Αφού επιτύχει την εξέταση του δικαστικού υπαλλήλου με δικαστικά καθήκοντα, ο υποψήφιος λαμβάνει δίπλωμα το οποίο εκδίδεται από το Ομοσπονδιακό Υπουργείο Δικαιοσύνης.

Αυτό το δίπλωμα πρέπει να διακρίνεται από το πιστοποιητικό δικαστικού υπαλλήλου με δικαστικά καθήκοντα, το οποίο εκδίδεται μόνο μετά από τριετή κατάρτιση και επιβεβαιώνει την ικανότητα άσκησης του επαγγέλματος του δικαστικού υπαλλήλου με δικαστικά καθήκοντα. Το πιστοποιητικό παρέχει στο συγκεκριμένο δικαστικό υπάλληλο τη βασική εξουσιοδότηση να επιμελείται δικαστικών υποθέσεων που εμπίπτουν στον τομέα δραστηριότητάς του σε όλη την ομοσπονδιακή επικράτεια.

Ο πρόεδρος του Εφετείου (Oberlandesgericht) πρέπει στη συνέχεια να προσδιορίσει το δικαστήριο στο οποίο ο συγκεκριμένος δικαστικός υπάλληλος θα απασχοληθεί ως δικαστικός υπάλληλος με δικαστικά καθήκοντα και την σχετική περίοδο. Στο πλαίσιο του δικαστηρίου, ο προϊστάμενος του δικαστηρίου αναθέτει στον δικαστικό υπάλληλο ένα τμήμα του δικαστηρίου το οποίο διευθύνεται από δικαστή ή ενδεχομένως περισσότερα τμήματα του δικαστηρίου. Εντός του τμήματος, ο σχετικός δικαστής είναι υπεύθυνος για την κατανομή των υποθέσεων.

Υπηρεσιακή κατάσταση του δικαστικού υπαλλήλου με δικαστικά καθήκοντα

Οι εν λόγω δικαστικοί υπάλληλοι είναι ειδικά εκπαιδευμένοι δικαστικοί υπάλληλοι στους οποίους έχει ανατεθεί η επιμέλεια επακριβώς καθορισμένων αστικών υποθέσεων σε πρώτο βαθμό βάσει του αυστριακού ομοσπονδιακού συντάγματος (άρθρο 87α B-VG) και του αυστριακού νόμου περί δικαστικών υπαλλήλων με δικαστικά καθήκοντα. Οι δικαστικοί υπάλληλοι με δικαστικά καθήκοντα δεσμεύονται από τις οδηγίες του δικαστή που είναι υπεύθυνος για την υπόθεση βάσει της κατανομής των εργασιών του δικαστηρίου. Ο δικαστής μπορεί ανά πάσα στιγμή και σε οποιοδήποτε στάδιο να αναλάβει ο ίδιος τον χειρισμό της υπόθεσης. Οι δικαστικοί υπάλληλοι με δικαστικά καθήκοντα μπορούν να εκδίδουν μόνο συγκεκριμένες αποφάσεις (Beschluss). Οι δικαστές μπορούν να εξετάσουν ένδικα μέσα κατά των εν λόγω αποφάσεων. Παρέχεται επίσης η δυνατότητα υποβολής αίτησης ανάθεσης της υπόθεσης σε δικαστή.

Στην πράξη, οι δικαστικοί υπάλληλοι με δικαστικά καθήκοντα εργάζονται σε μεγάλο βαθμό ανεξάρτητα. Οι οδηγίες του δικαστή είναι εξαιρετικά σπάνιες.

Αποστολή και καθήκοντα

Οι συγκεκριμένοι δικαστικοί υπάλληλοι χρησιμοποιούνται στους ακόλουθους τομείς εργασίας:

  • Υποθέσεις πολιτικής δικονομίας, εκτέλεσης και αφερεγγυότητας («διαδικασία διακανονισμού χρεών»)
  • Υποθέσεις εκούσιας δικαιοδοσίας
  • Υποθέσεις κτηματολογίου και νηολογίου
  • Υποθέσεις μητρώου εταιρειών.

Κάθε ένας από αυτούς τους τομείς εργασίας προϋποθέτει ειδική εκπαίδευση και ειδικό διορισμό ως δικαστικού υπαλλήλου ασκούντος δικαστικά καθήκοντα σε σχέση με τον σχετικό τομέα εργασίας.

Ο καθορισμός της αρμοδιότητας μεταξύ δικαστών και δικαστικών υπαλλήλων με δικαστικά καθήκοντα

Ο κύκλος δράσης ενός δικαστικού υπαλλήλου με δικαστικά καθήκοντα δεν συμπεριλαμβάνει όλες τις εργασίες και αποφάσεις που προκύπτουν στους προαναφερόμενους τομείς εργασίας. Οι υποθέσεις που εμπίπτουν στο πεδίο δράσης των δικαστικών υπαλλήλων με δικαστικά καθήκοντα καθορίζεται επακριβώς στον νόμο για τους συγκεκριμένους δικαστικούς υπαλλήλους, ενώ το πεδίο δράσης στους επί μέρους τομείς εργασίας ποικίλει σημαντικά.

Οι αρμοδιότητες των δικαστικών υπαλλήλων με δικαστικά καθήκοντα περιλαμβάνουν, μεταξύ άλλων:

  • διαδικασίες έκδοσης διαταγής πληρωμής,
  • επιβεβαίωση των έννομων συνεπειών και της εκτελεστότητας των αποφάσεων δικαστών στον τομέα της αρμοδιότητάς τους,
  • αποφάσεις επί αιτήσεων νομικής συνδρομής σε διαδικασίες του δικαστικού υπαλλήλου με δικαστικά καθήκοντα,
  • εκτέλεση επίσημων πράξεων κατόπιν αιτήματος δικαστικής συνδρομής από εγχώριο δικαστήριο ή εγχώρια αρχή.

4. Δικηγόροι:

Γενικές παρατηρήσεις

Οι δικηγόροι καλούνται και έχουν δικαίωμα να εκπροσωπούν τους διαδίκους δικαστικώς και εξωδίκως, σε όλες τις υποθέσεις δημοσίου και ιδιωτικού δικαίου ενώπιον όλων των δικαστηρίων και αρχών της Δημοκρατίας της Αυστρίας.

Δεν απαιτείται επίσημος διορισμός για την άσκηση του επαγγέλματος του δικηγόρου στην Αυστρία εντούτοις, η άσκηση του επαγγέλματος εξαρτάται από τις κάτωθι αναφερόμενες προϋποθέσεις.

Στις σημαντικές νομικές βάσεις περιλαμβάνονται ο κώδικας δικηγόρων [Rechtsanwaltsordnung (RAO)], RGBl. αριθ. 96/1896, ο πειθαρχικός κώδικας δικηγόρων και ασκούμενων δικηγόρων (DSt), BGBl. αριθ. 474/1990, ο ομοσπονδιακός νόμος περί δικηγορικών αμοιβών (RATG), BGBl. αριθ. 189/1969 και ο νόμος για τις εξετάσεις για την απόκτηση της άδειας άσκησης του δικηγορικού επαγγέλματος (RAPG), BGBl. αριθ. 556/1985.

Προϋποθέσεις για την άσκηση του επαγγέλματος:

Οποιοσδήποτε επιθυμεί να ασκήσει το επάγγελμα του δικηγόρου, μετά από τις σπουδές στη νομική επιστήμη (σπουδές στο αυστριακό δίκαιο) πρέπει να αποδείξει συνολικά τουλάχιστον πενταετή νομική επαγγελματική δραστηριότητα, εκ της οποίας τουλάχιστον πέντε μήνες σε δικαστήριο ή εισαγγελία και τρία έτη σε δικηγορικό γραφείο της Αυστρίας ως ασκούμενος.

Η εξέταση για την απόκτηση της άδειας για την άσκηση του δικηγορικού επαγγέλματος μπορεί να γίνει μετά από τριετή πρακτική απασχόληση, από την οποία τουλάχιστον πέντε μήνες σε δικαστήριο και τουλάχιστον δύο έτη σε δικηγορικό γραφείο. Προκειμένου να υποβληθεί στην εξέταση, είναι επίσης απαραίτητο να συμμετέχει σε εκπαιδευτικά σεμινάρια τα οποία προβλέπονται υποχρεωτικά από το δικηγορικό σύλλογο για τους υποψήφιους δικηγόρους.

Όποιος πληροί τις απαιτούμενες προϋποθέσεις μπορεί να ζητήσει να εγγραφεί στον κατάλογο των δικηγορικών συλλόγων στην περιφέρεια των οποίων επιθυμεί να ασκήσει το επάγγελμα.

Υπό ορισμένες προϋποθέσεις, ένας δικηγόρος από κάποιο κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή άλλο συμβαλλόμενο κράτος της συμφωνίας για τον Ευρωπαϊκό Οικονομικό Χώρο ή την Ελβετία μπορεί, στο εσωτερικό της Δημοκρατίας της Αυστρίας:

  • να ασκήσει προσωρινά δικηγορικές δραστηριότητες,
  • να υποβάλει αίτηση να εγγραφεί στον κατάλογο των δικηγόρων του αρμόδιου δικηγορικού συλλόγου αφού υποβληθεί σε έλεγχο επαγγελματικής καταλληλότητας, ή
  • να εγκατασταθεί επαγγελματικά στην Αυστρία αμέσως χωρίς προηγούμενο έλεγχο ικανοτήτων σύμφωνα με τον επαγγελματικό τίτλο που χρησιμοποιούσε στη χώρα καταγωγής και να ενταχθεί πλήρως στο αυστριακό νομικό επάγγελμα μετά από τριετή "πραγματική και τακτική" άσκηση του επαγγέλματος στην Αυστρία.

Υπό ορισμένες προϋποθέσεις, ένα μέλος του δικηγορικού συλλόγου ενός κράτους μέλους της γενικής συμφωνίας για το εμπόριο υπηρεσιών (GATS) μπορεί προσωρινά να ασκήσει ορισμένες επακριβώς καθορισμένες δραστηριότητες ως δικηγόρος στη Δημοκρατία της Αυστρίας.

Νομική ευθύνη:

Οι δικηγόροι που παραβαίνουν τις επαγγελματικές υποχρεώσεις ή τους κανόνες επαγγελματικής δεοντολογίας είναι υπόλογοι σε ένα πειθαρχικό συμβούλιο το οποίο εκλέγεται από τον τοπικό δικηγορικό σύλλογο. Οι ποινές που μπορούν να τους επιβληθούν φτάνουν μέχρι τη διαγραφή τους από τα μητρώα των δικηγόρων. - Αποφάσεις σε δεύτερο βαθμό λαμβάνονται από την ανώτατη επαγγελματική και πειθαρχική επιτροπή για τους δικηγόρους και υποψήφιους δικηγόρους σε τετραμελή τμήματα που απαρτίζονται από δύο δικαστές του Ανώτατου Δικαστηρίου και δύο δικηγόρους.

Πέραν αυτού οι δικηγόροι υπέχουν ποινική και αστική ευθύνη.

Δικηγορικοί σύλλογοι, Ομοσπονδιακός Δικηγορικός Σύλλογος της Αυστρίας

Ένας δικηγορικός σύλλογος απαρτίζεται από το σύνολο των εγγεγραμμένων δικηγόρων ενός ομόσπονδου κρατιδίου. Οι σύλλογοι είναι νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου και αυτόνομα και αυτοδιαχειριζόμενα όργανα.

Για τον συντονισμό των εργασιών τους, αντιπρόσωποι των δικηγορικών συλλόγων από το κάθε ομόσπονδο κρατίδιο συγκροτούν μια κοινή αντιπροσωπεία σε ομοσπονδιακό επίπεδο, τον Ομοσπονδιακό Δικηγορικό Σύλλογο της Αυστρίας (Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροhttp://www.rechtsanwaelte.at/).

5. Συμβολαιογράφοι

Γενικές παρατηρήσεις

Προς ρύθμιση των έννομων σχέσεων ιδιωτικού δικαίου υπάρχει ο θεσμός του συμβολαιογράφου ως ανεξάρτητου και αμερόληπτου οργάνου στον τομέα της προληπτικής δικαιοσύνης.

Κύριο καθήκον του είναι η συμμετοχή σε νομικές διαδικασίες και η παροχή νομικής συνδρομής στο κοινό. Οι συμβολαιογράφοι συντάσσουν δημόσια έγγραφα, φροντίζουν την περιουσία τρίτων, συντάσσουν ιδιωτικά πιστοποιητικά και εκπροσωπούν τα μέρη, κυρίως στον εξωδικαστικό τομέα. Οι συμβολαιογράφοι αναλαμβάνουν επίσης καθήκοντα εντεταλμένων των δικαστηρίων σε εξωδικαστικές διαδικασίες. Ειδικότερα, αναλαμβάνουν ως «δικαστικοί επιτετραμμένοι» τη διεξαγωγή της κληρονομικής διαδικασίας.

Ο συμβολαιογράφος φροντίζει για την εξασφάλιση της περιουσίας του θανόντος και την περιέλευσή της στον δικαιούχο κληρονόμο. Αυτή η εργασία προϋποθέτει ιδιαίτερη γνώση του κληρονομικού δικαίου και της διαδικασίας εκούσιας δικαιοδοσίας, η οποία δικαιολογεί την πάγια προσφυγή του κοινού στο συμβολαιογράφο για τη σύνταξη διαθηκών και ειδικά για την παροχή συμβουλών και την εκπροσώπηση σε κληρονομικά ζητήματα.

Ο συμβολαιογράφος ασκεί δημόσιο λειτούργημα αλλά δεν είναι δημόσιος υπάλληλος. Φέρει τον οικονομικό κίνδυνο της λειτουργίας του συμβολαιογραφείου αλλά δεν ασκεί επιχειρηματική δραστηριότητα. Προσομοιάζει με το ελεύθερο επάγγελμα, αλλά ως δικαστικός επιτετραμμένος είναι πλησιέστερα προς το δικαστικό όργανο. Η συμβολαιογραφική ιδιότητα είναι αποκλειστική και δεν επιτρέπεται η παράλληλη άσκηση της δικηγορίας.

Οι μεταβολές στον αριθμό των συμβολαιογραφικών θέσεων και των γραφείων τους γίνεται με διάταγμα του Ομοσπονδιακού Υπουργείου Δικαιοσύνης. Επί του παρόντος υπάρχουν στην Αυστρία 490 συμβολαιογραφεία.

Στις σημαντικές νομικές βάσεις περιλαμβάνονται ο κώδικας συμβολαιογράφων [Notariatsordnung (NO)], RGBl. αριθ. 75/1871, ο νόμος περί συμβολαιογραφικών πράξεων (Notariatsaktsgesetz), RGBl. αριθ. 76/1871, ο νόμος περί των συμβολαιογραφικών αμοιβών [Notariatstarifgesetz (NTG)], BGBl. αριθ. 576/1973, ο νόμος περί του συμβολαιογραφικού ελέγχου (Notariatsprüfungsgesetz), BGBl. αριθ. 522/1987, ο νόμος περί του δικαστικού επιτετραμμένου (Gerichtskommissärsgesetz), BGBl. αριθ. 343/1970, και ο νόμος περί των απολαβών των συμβολαιογράφων ως δικαστικών εντολέων [Gerichtskommissionstarifgesetz (GKTG)], BGBl. αριθ. 108/1971.

Μετεκπαιδευτικά μαθήματα

Οποιοσδήποτε έχει ολοκληρώσει τις νομικές σπουδές και ενδιαφέρεται για το επάγγελμα του συμβολαιογράφου πρέπει να αναζητήσει ένα συμβολαιογράφο ο οποίος θα τον δεχθεί ως υπάλληλο και θα τον εγγράψει στο μητρώο των υποψήφιων συμβολαιογράφων.

Η εγγραφή στο μητρώο των υποψήφιων συμβολαιογράφων που τηρείται από τον αρμόδιο συμβολαιογραφικό σύλλογο είναι εφικτή μόνον εφόσον το συγκεκριμένο άτομο έχει ολοκληρώσει πρακτική άσκηση στα δικαστήρια ή στην εισαγγελία διάρκειας πέντε μηνών και δεν έχει ακόμα συμπληρώσει το 35ο έτος της ηλικίας κατά την πρώτη εγγραφή του στο μητρώο των υποψηφίων.

Προκειμένου να γίνει δεκτός στην εξέταση για την απόκτηση της άδειας συμβολαιογράφου, ο υποψήφιος συμβολαιογράφος πρέπει να παρακολουθήσει σεμινάρια κατάρτισης που προβλέπονται υποχρεωτικά από το σύλλογο των συμβολαιογράφων.

Η εξέταση για το επάγγελμα του συμβολαιογράφου διενεργείται σε δύο μέρη.

  • Το πρώτο μέρος μπορεί να γίνει το νωρίτερο μετά από την πάροδο 18 μηνών από την αναγόρευσή του ως υποψηφίου και το αργότερο κατά το τέλος του πέμπτου έτους της περιόδου υποψηφιότητας, διαφορετικά ο υποψήφιος συμβολαιογράφος διαγράφεται από τα μητρώα.
  • Το δεύτερο μέρος μπορεί να διενεργηθεί το νωρίτερο μετά από περαιτέρω πρακτική απασχόληση ενός έτους ως υποψήφιος συμβολαιογράφος. Το αργότερο πριν από την πάροδο δεκαετούς περιόδου υποψηφιότητας πρέπει ο υποψήφιος συμβολαιογράφος να εξεταστεί με επιτυχία στο δεύτερο μέρος, διαφορετικά διαγράφεται από τα μητρώα.

Τύπος

Οι κενωθείσες ή νεοδημιουργηθείσες θέσεις συμβολαιογράφων πρέπει να δημοσιεύονται πριν από την πλήρωσή τους. Ο νόμος (τμήμα 6 του αυστριακού κανονισμού για τους συμβολαιογράφους (Notariatsordnung)) αξιώνει από τους υποψήφιους για την κατάληψη μιας θέσης συμβολαιογράφου μεταξύ άλλων τα ακόλουθα:

  • να διαθέτουν την υπηκοότητα κράτους μέλους της ΕΕ ή του ΕΟΧ ή της Ελβετίας,
  • να έχουν πραγματοποιήσει με επιτυχία σπουδές αυστριακού δικαίου,
  • να έχουν επιτύχει τις συμβολαιογραφικές εξετάσεις και
  • να είναι σε θέση να αποδείξουν επταετή απασχόληση στο νομικό επάγγελμα, συμπεριλαμβανομένης τουλάχιστον περιόδου τριών ετών ως υποψήφιοι συμβολαιογράφοι μετά την συμβολαιογραφική εξέταση.

Αυτές οι βασικές προϋποθέσεις εντούτοις δεν χορηγούν το δικαίωμα διορισμού ως συμβολαιογράφου. Κατά τη διαδικασία διορισμού, οι υποψήφιοι αξιολογούνται και κατατάσσονται από το σύλλογο συμβολαιογράφων ο οποίος έχει τοπική δικαιοδοσία και στη συνέχεια από το τμήμα προσωπικού του αρμόδιου πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και του εφετείου, ενώ παράγοντας καθοριστικής σημασίας είναι η διάρκεια της πρακτικής απασχόλησης. Ο σύλλογος συμβολαιογράφων και τα δύο τμήματα προσωπικού υποβάλλουν πρόταση που συμπεριλαμβάνει τρία άτομα στο Ομοσπονδιακό Υπουργείο Δικαιοσύνης. Παρά το γεγονός ότι ο υπουργός δεν δεσμεύεται από τις προτάσεις, στην πράξη διορίζει μόνον έναν από τους προταθέντες υποψηφίους.

Μπορεί να ασκήσει το επάγγελμα του συμβολαιογράφου μέχρι τις 31 Ιανουαρίου του ημερολογιακού έτους που ακολουθεί το 70ό έτος της ηλικίας του. Μετάθεση συμβολαιογράφου δια της ιεραρχικής οδού σε διαφορετική συμβολαιογραφική θέση δεν επιτρέπεται.

Ο έλεγχος των συμβολαιογράφων - Νομική ευθύνη:

Λόγω των καθηκόντων που εκτελούν ως συντάκτες δημοσίων εγγράφων και ως δικαστικοί επιτετραμμένοι, οι συμβολαιογράφοι υπόκεινται σε ιδιαίτερο έλεγχο. Ο έλεγχος των συμβολαιογράφων αποτελεί ευθύνη του Ομοσπονδιακού Υπουργού Δικαιοσύνης, της διοίκησης της δικαιοσύνης και άμεσα του συλλόγου συμβολαιογράφων.

Οι συμβολαιογράφοι έχουν το δικό τους πειθαρχικό δίκαιο. - Τα πειθαρχικά αδικήματα τιμωρούνται σε πρώτο βαθμό από το εφετείο που εκτελεί καθήκοντα πειθαρχικού δικαστηρίου για συμβολαιογράφους και σε δεύτερο βαθμό από το Ανώτατο Δικαστήριο, ενώ τα τμήματα που κρίνουν την υπόθεση πρέπει σε κάθε περίπτωση να συμπεριλαμβάνουν μεταξύ των μελών τους συμβολαιογράφους. - Ο κατάλογος των κυρώσεων που μπορούν να επιβληθούν από το πειθαρχικό δικαστήριο φτάνει μέχρι και την απόλυση. Τα απλά πταίσματα τιμωρούνται από τον σύλλογο συμβολαιογράφων.

Εκτός από την πειθαρχική ευθύνη, ο συμβολαιογράφος υπέχει εξίσου ευθύνη σύμφωνα με το ποινικό και το αστικό δίκαιο.

Όταν ο συμβολαιογράφος ενεργεί ως δικαστικός επιτετραμμένος, θεωρείται ως υπάλληλος από την άποψη του ποινικού δικαίου και είναι επομένως υπεύθυνος για τα ούτως επονομαζόμενα εγκλήματα σχετικά με την υπηρεσία, μεταξύ των οποίων συμπεριλαμβάνεται ιδιαίτερα η κατάχρηση υπηρεσιακής εξουσίας. - Η αστική ευθύνη του ρυθμίζεται διαφορετικά: στο μέτρο που ενεργεί ως δικαστικός επιτετραμμένος υπόκειται στους ίδιους κανόνες ευθύνης με αυτούς που ισχύουν για τους δικαστές και εισαγγελείς. Τα μέρη δεν μπορούν να στραφούν ως εκ τούτου απευθείας κατά του συμβολαιογράφου αλλά πρέπει να απευθύνουν τις αξιώσεις τους αποζημίωσης στο κράτος. Το κράτος μπορεί να ασκήσει αναγωγή στην περίπτωση δόλου ή βαριάς αμέλειας. Εκτός της δραστηριότητάς του ως δικαστικού επιτετραμμένου, ο συμβολαιογράφος είναι άμεσα υπεύθυνος έναντι των μερών σύμφωνα με το αστικό δίκαιο.

Συμβολαιογραφικά συμβούλια, Αυστριακός Συμβολαιογραφικός Σύλλογος

Οι συμβολαιογράφοι που είναι εγκατεστημένοι σε ένα ομόσπονδο κρατίδιο και οι υποψήφιοι συμβολαιογράφοι του ίδιου ομόσπονδου κρατιδίου που είναι εγγεγραμμένοι στον σχετικό κατάλογο, απαρτίζουν έναν συμβολαιογραφικό συμβούλιο. Τα ομόσπονδα κρατίδια Βιέννης, Niederösterreich και Burgenland καθώς και τα ομόσπονδα κρατίδια Tirol και Vorarlberg έχουν κοινούς τοπικούς συλλόγους.

Αποστολή του συμβουλίου είναι η διαφύλαξη της υπόληψης και της αξιοπρέπειας του επαγγέλματος και η εκπροσώπηση των επαγγελματικών συμφερόντων.

Tα μέλη κάθε συμβολαιογραφικού συμβουλίου εκλέγουν έναν συμβολαιογραφικό σύλλογο. Ο συμβολαιογραφικός σύλλογος απαρτίζεται από έναν συμβολαιογράφο, ως πρόεδρο, και έξι συμβολαιογράφους (Βιέννη: δώδεκα) και τρεις υποψήφιους συμβολαιογράφους (Βιέννη: έξι), ως μέλη.

Τα συμβολαιογραφικά συμβούλια των ομόσπονδων κρατιδίων συγκροτούν τον Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροΑυστριακό Συμβολαιογραφικό Σύλλογο (www.notar.at). Η αποστολή του εν λόγω συλλόγου είναι να διαφυλάττει και να εκπροσωπεί τα δικαιώματα και τα συμφέροντα του κλάδου στον βαθμό που αφορούν τα συμφέροντα του συνόλου των συμβολαιογράφων στην Αυστρία ή ενός συγκεκριμένου συμβολαιογραφικού συμβουλίου.

Σχετικοί σύνδεσμοι

Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροΝομικά επαγγέλματα - Αυστρία


Την έκδοση αυτής της σελίδας στην εθνική γλώσσα διαχειρίζεται το εκάστοτε κράτος μέλος. Οι μεταφράσεις έχουν γίνει από την αρμόδια υπηρεσία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Οι τυχόν αλλαγές που επιφέρει η αρμόδια εθνική αρχή στο πρωτότυπο ενδέχεται να μην έχουν περιληφθεί ακόμα στις μεταφράσεις. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή δεν αναλαμβάνει καμία ευθύνη όσον αφορά τις πληροφορίες ή τα στοιχεία που περιλαμβάνονται ή για τα οποία γίνεται λόγος στο παρόν έγγραφο. Βλ. την ανακοίνωση νομικού περιεχομένου για τους κανόνες πνευματικής ιδιοκτησίας που ισχύουν στο κράτος μέλος που είναι αρμόδιο για την παρούσα σελίδα.

Τελευταία επικαιροποίηση: 25/06/2013

Νομικά επαγγέλματα - Πολωνία


Νομικά επαγγέλματα

Εισαγγελείς (prokuratorzy)

Οργάνωση

Η δομή που περιγράφεται στη συνέχεια αφορά την εισαγγελία και άλλες συναφείς υπηρεσίες, όπως προβλέπονται στον νόμο της 9ης Οκτωβρίου 2009.

Η εισαγγελία της Πολωνίας απαρτίζεται από:

  • τον Γενικό Εισαγγελέα (Prokurator Generalny)
  • τους εισαγγελείς των κοινών και των στρατιωτικών οργανωτικών μονάδων της εισαγγελίας (prokuratorzy powszechnych jednostek organizacyjnych prokuratury i prokuratorzy wojskowi), που λογοδοτούν στον Γενικό Εισαγγελέα
  • τους εισαγγελείς του Ινστιτούτου Εθνικής Μνήμης (prokuratorzy Instytutu Pamięci Narodowej) και της Επιτροπής για τη Δίωξη Εγκλημάτων κατά του Πολωνικού Έθνους (Komisja Ścigania Zbrodni przeciwko Narodowi Polskiemu).

Ο Γενικός Εισαγγελέας αποτελεί την ανώτατη αρχή της εισαγγελίας και διορίζεται από τον Πρόεδρο της Πολωνίας από μια σειρά υποψηφίων τους οποίους προτείνει το Εθνικό Δικαστικό Συμβούλιο και το Εθνικό Συμβούλιο Εισαγγελέων. Ο Γενικός Εισαγγελέας υποβάλλει ετήσιες εκθέσεις για τις δραστηριότητες της εισαγγελίας στον Πρωθυπουργό. Οι εισαγγελείς των κοινών και των στρατιωτικών οργανωτικών μονάδων της εισαγγελίας διορίζονται από τον Γενικό Εισαγγελέα από μια σειρά υποψηφίων τους οποίους προτείνει το Εθνικό Συμβούλιο Εισαγγελέων.

Οι κοινές οργανωτικές μονάδες της εισαγγελίας διαιρούνται σε τέσσερα επίπεδα:

  • Γενική Εισαγγελία (Prokuratura Generalna),
  • Εισαγγελίες Εφετών (prokuratura apelacyjna),
  • Επαρχιακές εισαγγελίες (prokuratura okregowa),
  • Τοπικές εισαγγελίες (prokuratura rejonowa).

Οι εισαγγελείς των στρατιωτικών μονάδων διαιρούνται σε τρία επίπεδα:

  • Ανώτατη στρατιωτική εισαγγελία (Naczelna Prokuratura Wojskowa),
  • Τοπικές στρατιωτικές εισαγγελίες (Wojskowe Prokuratury Okręgowe),
  • Εισαγγελικές υπηρεσίες στρατοπέδων (Wojskowe Prokuratury Garnizonowe).

Οι δημόσιοι εισαγγελείς του Ινστιτούτου Εθνικής Μνήμης και της Επιτροπής για τη Δίωξη Εγκλημάτων κατά του Πολωνικού Έθνους (Instutut Pamięci Narodowej - Komisja ds. Ścigania Zbrodni przeciwko Narodowi Polskiemu) διαιρούνται σε:

  • Εισαγγελείς της Κεντρικής Επιτροπής για τη Δίωξη Εγκλημάτων κατά του Πολωνικού Έθνους (Główna Komisja ds. Ścigania Zbrodni przeciwko Narodowi Polskiemu),
  • Εισαγγελείς των τμημάτων της Κεντρικής Επιτροπής για τη Δίωξη Εγκλημάτων κατά του Πολωνικού Έθνους (Główna Komisja ds. Ścigania Zbrodni przeciwko Narodowi Polskiemu),
  • Εισαγγελείς του γραφείου ερευνών (Biuro lustracyjne),
  • Εισαγγελείς των τμημάτων του γραφείου ερευνών (Biuro lustracyjne).

Το πολωνικό νομικό σύστημα διακρίνει μεταξύ των επαγγελματιών εισαγγελέων που διορίζονται από τον Γενικό Εισαγγελέα και των ιδιωτών κατηγόρων οι οποίοι συμμετέχουν ως διάδικοι σε ποινικές δίκες και οι οποίοι, σύμφωνα με τη δικονομία, συνδράμουν τους εισαγγελείς στο έργο τους.

Στο πλαίσιο του νομικού συστήματος υπάρχουν διάφορα αυτοδιοικούμενα όργανα, στα οποία περιλαμβάνεται το Συμβούλιο Εισαγγελέων (Rada Prokuratorów) του γραφείου του Γενικού Εισαγγελέα, συνελεύσεις και δευτεροβάθμια συμβούλια σε περιφερειακό επίπεδο. Εντούτοις, ο χαρακτήρας αυτών των οργάνων είναι καθαρά ενδοϋπηρεσιακός και οργανωτικός· δεν διαθέτουν δικτυακούς τόπους ούτε παρέχουν ηλεκτρονικές υπηρεσίες.

Για περισσότερες πληροφορίες σχετικά με τις εισαγγελικές αρχές της Πολωνίας, επισκεφθείτε τον δικτυακό τόπο του Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροΓενικού Εισαγγελέα της Πολωνίας.

Αποστολή και καθήκοντα των εισαγγελέων:

Τα κύρια καθήκοντα των εισαγγελέων είναι να εξασφαλίζουν την τήρηση του νόμου και να εποπτεύουν τις ποινικές διώξεις.

Οι εισαγγελείς επιτελούν τα καθήκοντά τους ιδίως με:

  • την κίνηση, τη συνέχιση και την εποπτεία της ποινικής προδικασίας
  • την άσκηση καθηκόντων δημόσιου κατηγόρου στα δικαστήρια
  • την κίνηση της διαδικασίας σε ποινικές και αστικές υποθέσεις, την υποβολή προτάσεων και τη συμμετοχή σε δίκες που αφορούν αστικές και εργατικές υποθέσεις και υποθέσεις κοινωνικών ασφαλίσεων, προκειμένου να διαφυλάσσουν το κράτος δικαίου, το δημόσιο συμφέρον, καθώς και την περιουσία και τα δικαιώματα των πολιτών
  • τη λήψη των μέτρων που προβλέπει ο νόμος για την ορθή και ομοιόμορφη εφαρμογή της νομοθεσίας
  • τη διεξαγωγή ερευνών για θέματα που συνδέονται με την εγκληματικότητα, τον έλεγχο και την πρόληψή της
  • τη συλλογή, επεξεργασία και ανάλυση δεδομένων από τις έρευνες τις οποίες διεξάγουν ή εποπτεύουν
  • τη συνεργασία με την κυβέρνηση για την πρόληψη της εγκληματικότητας και άλλων παραβάσεων του νόμου
  • τη συνεργασία και τη συμμετοχή σε διαδικασίες τις οποίες συντονίζουν οι διεθνείς αρχές στον τομέα της επιβολής του νόμου και της πρόληψης της εγκληματικότητας

Δικαιώματα και υποχρεώσεις των εισαγγελέων:

Ο εισαγγελέας υποχρεούται να ενεργεί εντός των πλαισίων του νόμου, καθοδηγούμενος από την αρχή της αμεροληψίας και της ίσης μεταχείρισης όλων των πολιτών. Παρά την ιεραρχική διάρθρωση της εισαγγελικής αρχής, ο εισαγγελέας είναι ανεξάρτητος κατά την εκτέλεση των επίσημων καθηκόντων του. Δεν μπορεί να μετέχει σε πολιτικές δραστηριότητες ούτε να αναλάβει πρόσθετη εργασία, ενώ υποχρεούται να βελτιώνει συνεχώς τα προσόντα του.

Ο εισαγγελέας ασχολείται κυρίως με ποινικές υποθέσεις. Εντούτοις, συμμετέχει ενίοτε σε αστικές δίκες που αφορούν κυρίως: διαπίστωση της πατρότητας, έκπτωση από δικαίωμα, δικαιοπρακτική ανικανότητα, και σε διοικητικές υποθέσεις που αφορούν συνήθως ακίνητα ή πολεοδομική νομοθεσία. Σε κάθε περιφερειακή εισαγγελία υπάρχει ένας εισαγγελέας ειδικευμένος σε θέματα διεθνούς συνεργασίας σε ποινικές υποθέσεις.

Κοινά δικαστήρια (Sądy powszechne)

Οργάνωση

Τα κοινά δικαστήρια στην Πολωνία είναι τα εξής:

  • Τοπικά δικαστήρια (sądy rejonowe),
  • Περιφερειακά δικαστήρια (sądy okręgowe),
  • Εφετεία (sądy apelacyjne).

Τα κοινά δικαστήρια ασκούν δικαστική εξουσία (υποθέσεις που δεν υπάγονται στην αρμοδιότητα των διοικητικών δικαστηρίων, των στρατιωτικών δικαστηρίων και του Ανώτατου Δικαστηρίου) και άλλα καθήκοντα σχετικά με την παρεχόμενη μέσω νομοθεσίας νομική προστασία. Η εποπτεία των αποφάσεων των δικαστηρίων ασκείται από το Ανώτατο Δικαστήριο με τον τρόπο που προβλέπεται από τη νομοθεσία.

Το τοπικό δικαστήριο είναι αρμόδιο για έναν ή περισσότερους δήμους (σε αιτιολογημένες περιπτώσεις εντός ενός δήμου μπορούν να λειτουργούν περισσότερα από ένα τοπικά δικαστήρια, όπως π.χ. στις μεγάλες πόλεις).

Το περιφερειακό δικαστήριο είναι δευτεροβάθμιο δικαστήριο για το τοπικό δικαστήριο και σε συγκεκριμένες περιπτώσεις πρωτοδικείο. Είναι αρμόδιο για δύο τουλάχιστον τοπικά δικαστήρια (δικαστική περιφέρεια).

Το Εφετείο αποτελεί δευτεροβάθμιο δικαστήριο για το περιφερειακό δικαστήριο όταν η υπόθεση έχει εκδικαστεί σε πρώτο βαθμό. Το Εφετείο είναι αρμόδιο για τουλάχιστον δύο περιφερειακά δικαστήρια (περιοχή εφετειακής αρμοδιότητας).

Το δικαστήριο διευθύνεται από τον πρόεδρο του δικαστηρίου. Ο πρόεδρος του δικαστηρίου διορίζεται για συγκεκριμένη θητεία (στα τοπικά δικαστήρια για τέσσερα χρόνια, ενώ στα περιφερειακά δικαστήρια και στα εφετεία για 6 χρόνια).

Νομικά επαγγέλματα στα δικαστήρια

Στην Πολωνία τα κοινά δικαστήρια ασκούν δικαστική εξουσία (υποθέσεις που δεν υπάγονται στην αρμοδιότητα των διοικητικών δικαστηρίων, των στρατιωτικών δικαστηρίων και του Ανώτατου Δικαστηρίου) και άλλα καθήκοντα σχετικά με την παρεχόμενη μέσω της νομοθεσίας νομική προστασία. Τα καθήκοντα στον τομέα της απόδοσης δικαιοσύνης ασκούνται μόνο από τους δικαστές. Αντίθετα, καθήκοντα στον τομέα της νομικής προστασίας, εκτός από την απόδοση δικαιοσύνης, ασκούνται από τους δικαστικούς υπαλλήλους και τους ανώτερους δικαστικούς υπαλλήλους (μπορούν να ασκηθούν και από δικαστές όταν αυτό δεν είναι δυνατόν να γίνει από τους δικαστικούς υπαλλήλους).

Δικαστές (Sędziowie)

Το πολωνικό νομικό σύστημα διακρίνει μεταξύ επαγγελματιών δικαστών και λαϊκών δικαστών.

Οι δικαστές ασκούν καθήκοντα στον τομέα της απόδοσης δικαιοσύνης. Διορίζονται από τον Πρόεδρο της Πολωνίας κατόπιν εισήγησης του Εθνικού Δικαστικού Συμβουλίου (Krajowa Rada Sądownictwa) για αόριστο χρονικό διάστημα.

Οι δικαστές κατά την άσκηση των καθηκόντων τους πρέπει να είναι ανεξάρτητοι και υπόκεινται μόνο στο Σύνταγμα και τους νόμους.

Η ανεξαρτησία των δικαστηρίων και των δικαστών διασφαλίζεται από το Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροΕθνικό Δικαστικό Συμβούλιο, το οποίο αποτελεί συνταγματικό όργανο.

Η δικαστική ασυλία και η μονιμότητα αποτελούν εγγυήσεις ανεξαρτησίας καταχωρημένες στο Σύνταγμα.

Οι δικαστές είναι για υπηρεσιακά παραπτώματα είναι πειθαρχικά υπόλογοι. Πειθαρχικά δικαστήρια για παραπτώματα δικαστών είναι: τα δευτεροβάθμια δικαστήρια για τον πρώτο βαθμό δικαιοδοσίας και το Ανώτατο Ακυρωτικό Δικαστήριο για τον δεύτερο βαθμό δικαιοδοσίας.

Λαϊκοί δικαστές (Ławnicy)

Η συμμετοχή των λαϊκών δικαστών στην άσκηση της δικαστικής εξουσίας πηγάζει από το Σύνταγμα. Οι λαϊκοί δικαστές είναι ανεξάρτητοι στην έκδοση αποφάσεων και, όπως και οι επαγγελματίες δικαστές, υπόκεινται μόνο στο Σύνταγμα και τους νόμους. Κατά την εκδίκαση των υποθέσεων οι λαϊκοί δικαστές έχουν ίσα δικαιώματα με τους δικαστές. Σε αντίθεση με τους δικαστές, οι λαϊκοί δικαστές δεν μπορούν να προεδρεύουν σε δίκη ή σε συνεδρίαση και ούτε (γενικά) να ασκούν καθήκοντα εκτός από την εκδίκαση υποθέσεων.

Ο κανόνας που εφαρμόζεται τόσο σε αστικές όσο και σε ποινικές διαδικασίες είναι οι υποθέσεις να εκδικάζονται σε μονομελές δικαστήριο και, ως εκ τούτου, χωρίς τη συμμετοχή λαϊκών δικαστών. Αμφότεροι οι δικονομικοί νόμοι ωστόσο καθορίζουν τις κατηγορίες υποθέσεων που, λόγω κοινωνικής σημασίας, εκδικάζονται με τη συμμετοχή λαϊκών δικαστών.

Οι λαϊκοί δικαστές επιλέγονται από τα δημοτικά συμβούλια της περιφέρειας του αντίστοιχου δικαστηρίου. Η θητεία τους είναι τετραετής.

Δικαστικοί υπάλληλοι (Referendarze sądowi)

Οι δικαστικοί υπάλληλοι απασχολούνται στα τοπικά και περιφερειακά δικαστήρια και ασκούν καθήκοντα που ορίζονται στους νόμους για τα δικαστήρια και αφορούν την νομική προστασία. Η σχέση εργασίας των δικαστικών υπαλλήλων καθορίζεται με τον διορισμό τους την ημέρα της πράξης διορισμού. Οι δικαστικοί υπάλληλοι διορίζονται και συνάπτουν σχέση εργασίας με τον πρόεδρο του εφετείου.

Στις αστικές διαδικασίες οι δικαστικοί υπάλληλοι ασκούν τις αρμοδιότητες του δικαστηρίου, εκτός εάν ορίζεται διαφορετικά από τον νόμο. Αντίθετα στις ποινικές διαδικασίες, στις διαδικασίες διοικητικών παραβάσεων και στις φορολογικές ποινικές διαδικασίες είναι επιφορτισμένοι με την έκδοση εντολών, καθώς επίσης και αποφάσεων και διαταγών, εφόσον πρόκειται για περιπτώσεις που προβλέπονται από τον νόμο.

Οι δικαστικοί υπάλληλοι είναι επομένως δικαστικοί λειτουργοί που έχουν δικαίωμα να εκτελούν καθήκοντα σχετικά με τη νομική προστασία, οι οποίοι, ενεργώντας στο πλαίσιο των καθηκόντων τους, ασκούν τις αρμοδιότητες του δικαστηρίου. Οι δικαστικοί υπάλληλοι κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους είναι ανεξάρτητοι ως προς το περιεχόμενο των αποφάσεων και των διαταγών που προβλέπονται από τους νόμους. Η ανεξαρτησία αυτή συνεπάγεται οργανωτικό και λειτουργικό διαχωρισμό των δικαιοδοτικών δραστηριοτήτων τους από τα άλλα όργανα, έτσι ώστε να διασφαλίζεται η ανεξαρτησία τους κατά την εκτέλεση των προβλεπόμενων από τη νομοθεσία καθηκόντων.

Ενημερωτικό δελτίο για το επάγγελμα του δικαστικού υπαλλήλου.PDF(374 Kb)en

Βοηθοί δικαστών (Asystenci sędziego)

Οι βοηθοί δικαστές εκτελούν στα δικαστήρια καθήκοντα προπαρασκευαστικά της εκδίκασης δικαστικών υποθέσεων, όπως και καθήκοντα που σχετίζονται με τη διασφάλιση της ομαλής διεξαγωγής των εσωτερικών δικαστικών υποχρεώσεων (απονομή δικαιοσύνης και άλλα καθήκοντα στον τομέα της νομικής προστασίας). Η επιλογή των υποψηφίων γίνεται μέσω διαγωνισμού.

Ενημερωτικό δελτίο για το επάγγελμα του βοηθού δικαστήPDF(374 Kb)en.

Γραμματείς δικαστηρίων (Urzędnicy sądowi)

Οι γραμματείς των δικαστηρίων απασχολούνται σε όλα τα κοινά δικαστήρια και ασκούν καθήκοντα που σχετίζονται με τη λειτουργία των δικαστηρίων, καθήκοντα που δεν εκτελούνται αποκλειστικά από άλλες επαγγελματικές ομάδες, π.χ. συντάσσουν τα πρακτικά κατά τη διάρκεια των ακροάσεων, εκτελούν τις εντολές των δικαστών, διευθύνουν τις γραμματείες των δικαστηρίων. Τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις τους, όπως και οι κανόνες που διέπουν την απασχόλησή τους, καθορίζονται στον νόμο για τους υπαλλήλους των δικαστηρίων και των εισαγγελιών. Η επιλογή των υποψηφίων γίνεται μέσω διαγωνισμού.

Ενημερωτικό δελτίο για το επάγγελμα του γραμματέα δικαστηρίων.PDF(379 Kb)en

Οργάνωση των νομικών επαγγελμάτων

Δικηγόροι (Adwokaci)

Οι δικηγόροι στην Πολωνία παρέχουν νομικές υπηρεσίες σχετικές με την προστασία των δικαιωμάτων και των ελευθεριών των πολιτών. Παρέχουν νομική βοήθεια και συντάσσουν νομικές γνωμοδοτήσεις. Επίσης εξασφαλίζουν την εκπροσώπηση των διαδίκων σε ποινικές, αστικές, οικογενειακές υποθέσεις και σε υποθέσεις ανηλίκων, υποθέσεις που άπτονται του εργατικού δικαίου και του δικαίου κοινωνικών ασφαλίσεων, καθώς και σε δίκες ενώπιον διοικητικών δικαστηρίων.

Σημειωτέον ότι στην Πολωνία δεν υπάρχει επίσημη επαγγελματική εξειδίκευση: κάθε νομικός μπορεί να επιλέξει τον τομέα ενδιαφέροντός του. Εντούτοις, επειδή η πολωνική νομοθεσία εγγυάται τον διορισμό συνηγόρου από το κράτος για τους οικονομικά μειονεκτούντες διαδίκους, ο δικηγόρος πρέπει να είναι σε θέση να παράσχει νομικές υπηρεσίες σε διάφορα είδη υποθέσεων.

Υπάρχουν 24 περιφερειακοί δικηγορικοί σύλλογοι (okręgowe rady adwokackie), καθώς και ένας Γενικός Δικηγορικός Σύλλογος (Naczelna Rada Adwokacka) που λειτουργεί σε εθνικό επίπεδο. Αυτά τα αυτοδιοικούμενα νομικά πρόσωπα είναι αρμόδια για την εκπροσώπηση και την προστασία των επαγγελματικών δικαιωμάτων των δικηγόρων, τη βελτίωση των επαγγελματικών δεξιοτήτων των δικηγόρων, την παροχή επαγγελματικής κατάρτισης στους ασκούμενους δικηγόρους και τη θέσπιση και προώθηση κανόνων επαγγελματικής δεοντολογίας, των οποίων εξασφαλίζουν την τήρηση.

Νομικές βάσεις δεδομένων

Για περισσότερες πληροφορίες μπορείτε να ανατρέξετε στον δικτυακό τόπο του Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροΓενικού Δικηγορικού Συλλόγου.

Νομικοί σύμβουλοι (radcowie prawni)

Οι νομικοί σύμβουλοι παρέχουν νομικές υπηρεσίες σε εταιρείες, άλλες επιχειρήσεις, οργανωτικές μονάδες και φυσικά πρόσωπα.  Παρέχουν νομική βοήθεια και συντάσσουν νομικές γνωμοδοτήσεις. Σε αντίθεση με τους δικηγόρους, μπορούν να συνάψουν σχέση εργασίας. Από την 1η Ιουλίου 2015 έχουν εξισωθεί τα δικονομικά δικαιώματα των δικηγόρων και των νομικών συμβούλων: οι νομικοί σύμβουλοι μπορούν να εκπροσωπούν πελάτες σε ποινικές υποθέσεις, υπό την προϋπόθεση όμως ότι δεν έχουν καμία σχέση εργασίας. Μπορούν επίσης να αναλάβουν υποθέσεις που σχετίζονται με διοικητικές παραβάσεις και την υπεράσπιση πελατών σε πειθαρχικές διαδικασίες.

Το επαγγελματικό όργανο των νομικών συμβούλων αποτελείται από 19 τοπικούς συλλόγους και τον Εθνικό Σύλλογο Νομικών Συμβούλων που λειτουργεί σε εθνικό επίπεδο. Αυτά τα αυτοδιοικούμενα νομικά πρόσωπα είναι αρμόδια για την εκπροσώπηση και την προστασία των επαγγελματικών δικαιωμάτων των νομικών συμβούλων, τη βελτίωση των επαγγελματικών δεξιοτήτων των δικηγόρων, την παροχή επαγγελματικής κατάρτισης στους ασκούμενους δικηγόρους και τη θέσπιση και προώθηση κανόνων επαγγελματικής δεοντολογίας, των οποίων εξασφαλίζουν την τήρηση.

Νομικές βάσεις δεδομένων

Για περισσότερες πληροφορίες μπορείτε να ανατρέξετε στον δικτυακό τόπο του Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροΠολωνικού Συλλόγου Νομικών Συμβούλων.

Συμβολαιογράφοι (notariusze)

Οργάνωση

Ο Υπουργός Δικαιοσύνης διορίζει και καθορίζει την έδρα του Συμβολαιογράφου, κατόπιν αιτήσεως του ενδιαφερομένου, μετά από διαβούλευση με τον αρμόδιο Εθνικό Συμβολαιογραφικό Σύλλογο (Krajowa Izba Notarialna). Ο Υπουργός Δικαιοσύνης έχει επίσης δικαίωμα ανατροπής του διορισμού.

Ο Υπουργός Δικαιοσύνης τηρεί το μητρώο συμβολαιογράφων και ορίζει τις ανώτερες αμοιβές για τις συμβολαιογραφικές πράξεις.

Το επαγγελματικό όργανο των συμβολαιογράφων αποτελείται από 11 συλλόγους συμβολαιογράφων και το Πολωνικό Συμβούλιο Συμβολαιογράφων.

Αποστολή και καθήκοντα

Ο συμβολαιογράφος διορίζεται για να εκτελέσει πράξεις των συμβαλλόμενων μερών (π.χ. μεταβίβαση της κυριότητας ακίνητης περιουσίας) ή όταν τα συμβαλλόμενα μέρη επιθυμούν να προσδώσουν σε αυτές συμβολαιογραφική μορφή.

Το επάγγελμα του συμβολαιογράφου είναι επάγγελμα δημόσιας εμπιστοσύνης. Καθήκον του συμβολαιογράφου, ως προσώπου δημόσιας εμπιστοσύνης που ενεργεί για λογαριασμό του κράτους, είναι να εγγυάται την ασφάλεια της μεταβίβασης ακινήτων.

Ο συμβολαιογράφος επιτελεί τα ακόλουθα καθήκοντα: συντάσσει συμβολαιογραφικές πράξεις, πράξεις διαδοχής και πιστοποιήσεις, κοινοποιεί ή επιδίδει δηλώσεις, συντάσσει πρωτόκολλα, διαμαρτυρικά συναλλαγματικών και επιταγών, δέχεται για φύλαξη χρήματα, χρεόγραφα, έγγραφα, δεδομένα σε ηλεκτρονικά μέσα αποθήκευσης δεδομένων, καταρτίζει καταχωρίσεις, αντίγραφα, αποσπάσματα εγγράφων, κατόπιν αιτήσεως των συμβαλλόμενων μερών συντάσσει σχέδια πράξεων, δηλώσεων και άλλων εγγράφων, καθώς και εκπονεί άλλες πράξεις που απορρέουν από χωριστές διατάξεις.

Οι συμβολαιογραφικές πράξεις που εκτελούνται από τον συμβολαιογράφο σύμφωνα με τον νόμο αποτελούν δημόσια έγγραφα.

Οι συμβολαιογράφοι ασκούν τα καθήκοντα τους σε μεμονωμένα συμβολαιογραφικά γραφεία. Ο συμβολαιογράφος μπορεί να διευθύνει μόνο ένα γραφείο, ενώ περισσότεροι συμβολαιογράφοι μπορούν από κοινού να διευθύνουν ένα συμβολαιογραφικό γραφείο σύμφωνα με τις αρχές αστικής εταιρείας ή εταιρικής σχέσης. Σε αυτήν την περίπτωση, ωστόσο, ο καθένας από τους συμβολαιογράφους ασκεί τα καθήκοντα για λογαριασμό του και φέρει την ευθύνη για τις πράξεις του.

Νομικές βάσεις δεδομένων

Για περισσότερες πληροφορίες μπορείτε να ανατρέξετε στον δικτυακό τόπο του Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροΠολωνικού Συμβουλίου Συμβολαιογράφων (δεν διατίθεται στην αγγλική γλώσσα).

Άλλα νομικά επαγγέλματα

Το πολωνικό νομικό σύστημα προβλέπει και τα ακόλουθα νομικά επαγγέλματα: δικαστικοί επιμελητές.

Δικαστικοί επιμελητές (Komornicy sądowi)

Οι δικαστικοί επιμελητές στο πολωνικό νομικό σύστημα αποτελούν βοηθητικά όργανα στον τομέα της δικαιοσύνης. Έχουν την ιδιότητα του δημόσιου λειτουργού, διότι μόνο αυτό το καθεστώς νομιμοποιεί επαρκώς τις ενέργειες τους, οι οποίες διεισδύουν στη σφαίρα των ατομικών δικαιωμάτων και ελευθεριών. Στις δραστηριότητες αυτές περιλαμβάνονται πρωτίστως η εφαρμογή μέτρων αναγκαστικής εκτέλεσης, που είναι απαραίτητα για την εκτέλεση των δικαστικών αποφάσεων και την εφαρμογή του συνταγματικού δικαίου στο δικαστήριο.

Οι δικαστικοί επιμελητές είναι αρμόδιοι για την εκτέλεση πράξεων αναγκαστικής εκτέλεσης σε αστικές υποθέσεις.

Διορίζονται από τον Υπουργό Δικαιοσύνης, από σειρά υποψηφίων που πληρούν τις απαιτήσεις όπως ορίζονται αναλυτικά στον νόμο για τους δικαστικούς επιμελητές και την αναγκαστική εκτέλεση. Μεταξύ άλλων, οι δικαστικοί επιμελητές οφείλουν να διαθέτουν πανεπιστημιακό πτυχίο νομικών σπουδών, να έχουν ολοκληρώσει την άσκηση δικαστικού επιμελητή, να έχουν υποβληθεί με επιτυχία σε εξετάσεις δικαστικού επιμελητή και να έχουν τουλάχιστον 2 χρόνια επαγγελματικής εμπειρίας ως βοηθοί δικαστικοί επιμελητές.

Οι δικαστικοί επιμελητές εποπτεύονται από τον Υπουργό Δικαιοσύνης και τους προέδρους των περιφερειακών δικαστηρίων στα οποία υπάγονται και τα αυτοδιοικούμενα όργανα των δικαστικών επιμελητών - το Πολωνικό Συμβούλιο Δικαστικών Επιμελητών και οι σύλλογοι δικαστικών επιμελητών.

Βλ. και δικτυακό τόπο του Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροΥπουργείου Δικαιοσύνης και του Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροΠολωνικού Συμβουλίου Δικαστικών Επιμελητών.

Οργανώσεις που παρέχουν δωρεάν νομικές υπηρεσίες

Πολλές οργανώσεις στην Πολωνία προσφέρουν νομικές υπηρεσίες. Μεταξύ άλλων:

  • Η υπηρεσία του Υπουργείου Απασχόλησης και Δημόσιας Πολιτικής, Γαλάζια τηλεφωνική γραμμή, η οποία ασχολείται με την καταπολέμηση της ενδοοικογενειακής βίας. Για περισσότερες πληροφορίες μπορείτε να ανατρέξετε στον δικτυακό τόπο της Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροΓαλάζιας τηλεφωνικής γραμμής. Μπορείτε επίσης να καλέστε τον αριθμό: +48 22 668 70 00.
  • Δωρεάν νομικές υπηρεσίες παρέχουν επίσης οι «Kliniki Prawa» («Κλινικές του νόμου»). Οι υπηρεσίες παρέχονται από φοιτητές μέλη οργανώσεων που λειτουργούν στο πλαίσιο των νομικών σχολών όλων των μεγάλων πανεπιστημίων της Πολωνίας.

Την έκδοση αυτής της σελίδας στην εθνική γλώσσα διαχειρίζεται το εκάστοτε κράτος μέλος. Οι μεταφράσεις έχουν γίνει από την αρμόδια υπηρεσία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Οι τυχόν αλλαγές που επιφέρει η αρμόδια εθνική αρχή στο πρωτότυπο ενδέχεται να μην έχουν περιληφθεί ακόμα στις μεταφράσεις. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή δεν αναλαμβάνει καμία ευθύνη όσον αφορά τις πληροφορίες ή τα στοιχεία που περιλαμβάνονται ή για τα οποία γίνεται λόγος στο παρόν έγγραφο. Βλ. την ανακοίνωση νομικού περιεχομένου για τους κανόνες πνευματικής ιδιοκτησίας που ισχύουν στο κράτος μέλος που είναι αρμόδιο για την παρούσα σελίδα.

Τελευταία επικαιροποίηση: 13/10/2016

Νομικά επαγγέλματα - Πορτογαλία

Η πρωτότυπη γλωσσική έκδοση πορτογαλικά αυτής της σελίδας τροποποιήθηκε πρόσφατα. Η γλωσσική έκδοση που βλέπετε τώρα βρίσκεται στο στάδιο της μετάφρασης.


Νομικά επαγγέλματα

Δικαστές πολιτικών δικαστηρίων και δικαστές διοικητικών και φορολογικών δικαστηρίων

Όπως ορίζεται στο Σύνταγμα της Πορτογαλίας, οι δικαστές υπάγονται σε κυρίαρχο όργανο —τα Δικαστήρια.

Δεσμευόμενοι αποκλειστικά από τον νόμο, οι δικαστές απονέμουν τη δικαιοσύνη εξ ονόματος του λαού.

Οι δικαστές πολιτικών δικαστηρίων διέπονται από το Σύνταγμα και τον κώδικα δικαστικών λειτουργών (Estatuto dos Magistrados Judiciais). Yπάρχουν τρεις κατηγορίες δικαστών πολιτικών δικαστηρίων, σύμφωνα με τη θέση των αντίστοιχων δικαστηρίων στην ιεραρχική δομή των δικαστηρίων:

  • οι δικαστές του Ανώτατου Δικαστηρίου (Supremo Tribunal de Justiça), που ορίζονται ως Conselheiros
  • οι δικαστές των Εφετείων (Tribunais das Relações), που ορίζονται ως Desembargadores
  • οι δικαστές των Πρωτοδικείων (στα πρωτοβάθμια δικαστήρια), που ορίζονται ως Juízes de Direito.

Οι διοικητικοί και φορολογικοί δικαστές διέπονται από το Σύνταγμα, τον κώδικα διοικητικών και φορολογικών δικαστηρίων (Estatuto dos Tribunais Administrativos e Fiscais) και σε επικουρική βάση από τον κώδικα δικαστικών λειτουργών (Estatuto dos Magistrados Judiciais). Υπάρχουν τρεις κατηγορίες δικαστών διοικητικών και φορολογικών δικαστηρίων σύμφωνα με την ιεραρχική δομή των αντίστοιχων δικαστηρίων:

  • οι δικαστές του Ανωτάτου Διοικητικού Δικαστηρίου (Supremo Tribunal Administrativo), που ορίζονται ως Conselheiros
  • οι δικαστές των διοικητικών Εφετείων, που ορίζονται ως Desembargadores
  • οι δικαστές των διοικητικών και των φορολογικών Πρωτοδικείων, οι οποίοι ορίζονται ως Juízes de Direito.

Η πρόσβαση στο επάγγελμα του δικαστή πραγματοποιείται με διαδικασία που αποτελείται από τρία στάδια και περιλαμβάνει δημόσιο διαγωνισμό, θεωρητική και πρακτική κατάρτιση η οποία διεξάγεται στο Κέντρο Δικαστικών Σπουδών (Centro de Estudos Judiciários), και μαθητεία. Οι υποψήφιοι που ολοκληρώνουν επιτυχώς και τα τρία στάδια, διορίζονται Juízes de Direito.

Οι δικαστές συνεχίζουν την κατάρτισή τους καθ’ όλη τη διάρκεια της επαγγελματικής τους σταδιοδρομίας.

Το Ανώτατο Δικαστικό Συμβούλιο (Conselho Superior da Magistratura) διεξάγει τακτικές επιθεωρήσεις στα πρωτοβάθμια δικαστήρια και το Ανώτατο Συμβούλιο για τα Διοικητικά και τα Φορολογικά Δικαστήρια (Conselho Superior dos Tribunais Administrativos e Fiscais) επιθεωρεί αντίστοιχα τους δικαστές στα συγκεκριμένα δικαστήρια. Έπειτα από κάθε επιθεώρηση, οι δικαστές κατατάσσονται με αξιολογικά κριτήρια σε βαθμίδες με το χαρακτηρισμό πολύ καλός, καλός με τιμητική διάκριση, καλός, επαρκής και ελλιπής. Σε δικαστές που κατατάσσονται στη βαθμίδα «ελλιπής», επέρχεται αναστολή καθηκόντων και διενεργείται έρευνα για να αξιολογηθεί η καταλληλότητα τους για το λειτούργημα.

Το Ανώτατο Δικαστικό Συμβούλιο και το Ανώτατο Συμβούλιο για τα Διοικητικά και τα Φορολογικά Δικαστήρια είναι αρμόδια για τον διορισμό, την τοποθέτηση, τις μεταθέσεις, τις προαγωγές και τη λήψη πειθαρχικών μέτρων όσον αφορά τους δικαστές των πολιτικών δικαστηρίων και των διοικητικών και φορολογικών δικαστηρίων.

Για τη διασφάλιση της ανεξαρτησίας και της αμεροληψίας των δικαστών, το Σύνταγμα ορίζει ότι οι δικαστές εν υπηρεσία δεν δύνανται να αναλαμβάνουν άλλα καθήκοντα, ιδιωτικής ή δημόσιας φύσης, με εξαίρεση την αμισθί διδασκαλία ή την επιστημονική έρευνα στον τομέα του δικαίου. Η μετάθεση, η αναστολή καθηκόντων, η συνταξιοδότηση ή η απόλυση των δικαστών γίνονται αποκλειστικά για τους λόγους που προβλέπονται νομοθετικά. Οι δικαστές δεν είναι υπόλογοι για τις αποφάσεις που εκδίδουν, εκτός από τις εξαιρέσεις που θέτει ο νόμος.

Εισαγγελείς (Ministério Público)

Οι εισαγγελείς είναι αρμόδιοι για την εκπροσώπηση του κράτους, με την άσκηση διώξεων και την υπεράσπιση του δημοκρατικού κανόνα και των συμφερόντων που ορίζονται στη νομοθεσία. Οι εισαγγελείς διαθέτουν δικό τους καθεστώς και αυτονομία ως σώμα, όπως προβλέπεται στη νομοθεσία.

Η πρόσβαση στο επάγγελμα του εισαγγελέα πραγματοποιείται με δημόσιο διαγωνισμό που συνίσταται σε δοκιμασίες γνώσεων, αξιολόγηση βιογραφικού σημειώματος και ψυχομετρικές εξετάσεις, διεξαγόμενες στο σύνολο τους στο Κέντρο Δικαστικών Σπουδών (Centro de Estudos Judiciários).

Οι υποψήφιοι που γίνονται δεκτοί διορίζονται ως ασκούμενοι (auditores de justiça). Μετά την επιτυχή ολοκλήρωση της θεωρητικής και πρακτικής κατάρτισης στο Κέντρο Δικαστικών Σπουδών, διορίζονται πάρεδροι εισαγγελίας.

Η επαγγελματική σταδιοδρομία των εισαγγελέων διαρθρώνεται σε πέντε βαθμίδες, οι οποίες παρατίθενται σε ιεραρχική τάξη:

  • γενικός εισαγγελέας (Procurador-Geral da República)
  • γενικός αντεισαγγελέας (Vice-Procurador-Geral da República)
  • αναπληρωτής γενικός εισαγγελέας (Procurador-Geral Adjunto)
  • περιφερειακός εισαγγελέας (Procurador da República)
  • αναπληρωτής περιφερειακός εισαγγελέας (Procurador da República Adjunto).

Η Γενική Εισαγγελία (Procuradoria-Geral da República) είναι το ανώτερο ιεραρχικά όργανο της πορτογαλικής Εισαγγελίας, και σε αυτή προΐσταται ο γενικός εισαγγελέας. Περιλαμβάνει επίσης: το Ανώτατο Εισαγγελικό Συμβούλιο (Conselho Superior do Ministério Público), το Συμβουλευτικό Όργανο της Γενικής Εισαγγελίας, τους νομικούς συμβούλους και τις υπηρεσίες τεχνικής και διοικητικής υποστήριξης.

Το Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροΑνώτατο Εισαγγελικό Συμβούλιο είναι αρμόδιο για τον διορισμό, την τοποθέτηση, τη μετάθεση, την προαγωγή των εισαγγελέων και για τη λήψη πειθαρχικών μέτρων σε βάρος τους.

Δικηγόροι (Advogados)

Οι δικηγόροι είναι επαγγελματίες του νομικού κλάδου οι οποίοι, κατόπιν της εγγραφής τους στον δικηγορικό σύλλογο, παρέχουν νομική εκπροσώπηση και νομικές συμβουλές, που συνίστανται στην ερμηνεία και εφαρμογή των κανόνων δικαίου επί αιτήματος τρίτου μέρους.

Για την άσκηση δικηγορίας στην Πορτογαλία είναι απαραίτητη η εγγραφή στον Δικηγορικό Σύλλογο (Ordem dos Advogados).

Για την πρόσβαση στο επάγγελμα απαιτείται:

  • κατοχή πτυχίου νομικής από πανεπιστήμιο της Πορτογαλίας ή τίτλου πανεπιστημιακού επιπέδου που έχει αποκτηθεί εκτός Πορτογαλίας, σε περίπτωση που ο εν λόγω τίτλος θεωρείται ισότιμος με πτυχίο ή έχει αναγνωριστεί ως ισότιμος
  • ολοκλήρωση περιόδου άσκησης διάρκειας 18 μηνών, η οποία περιλαμβάνει δύο στάδια κατάρτισης: το πρώτο στάδιο κατάρτισης διάρκειας έξι μηνών και το πρόσθετο στάδιο κατάρτισης διάρκειας 12 μηνών
  • επιτυχής συμμετοχή στις γραπτές και προφορικές εξετάσεις του δικηγορικού συλλόγου

Αλλοδαποί πολίτες που έχουν αποκτήσει πτυχίο νομικής στην Πορτογαλία μπορούν να εγγραφούν στον πορτογαλικό δικηγορικό σύλλογο με τους ίδιους όρους με τους πορτογάλους πολίτες, εφόσον η χώρα προέλευσής τους χορηγεί αντίστοιχα δικαιώματα στους πορτογάλους πολίτες.

Οι δικηγόροι άλλων κρατών-μελών της ΕΕ, οι οποίοι επιθυμούν να εγκατασταθούν μόνιμα στην Πορτογαλία με την προοπτική άσκησης δικηγορίας βάσει του επαγγελματικού τίτλου της χώρας προέλευσής τους, οφείλουν να εγγράφονται στον πορτογαλικό δικηγορικό σύλλογο. Στις περιπτώσεις αυτές, οι εν λόγω δικηγόροι μπορούν να παρίστανται στο δικαστήριο μόνον υπό την εποπτεία δικηγόρου εγγεγραμμένου στο δικηγορικό σύλλογο. Οι δικηγόροι που επιθυμούν να ασκούν δικηγορία με τα ίδια δικαιώματα και υποχρεώσεις με τους πορτογάλους δικηγόρους, πρέπει να εγγραφούν στον δικηγορικό σύλλογο και να υποβληθούν σε γραπτό και προφορικό διαγωνισμό στην πορτογαλική γλώσσα.

Ο δικηγορικός σύλλογος είναι ο σύλλογος που εκπροσωπεί τους επαγγελματίες που ασκούν δικηγορία σύμφωνα με το καταστατικό του. Διασφαλίζει την πρόσβαση στη νομοθεσία, ρυθμίζει την άσκηση του επαγγέλματος πτυχιούχων νομικής που ασκούν δικηγορία και επιβάλλει πειθαρχικές κυρώσεις σε δικηγόρους και ασκούμενους δικηγόρους (κατ’ αποκλειστική αρμοδιότητα), προστατεύει τον κοινωνικό ρόλο, την αξιοπρέπεια και το γόητρο του δικηγορικού επαγγέλματος και προωθεί την πρόσβαση στη γνώση και στην εφαρμογή της νομοθεσίας.

Νομικοί σύμβουλοι (Consultores jurídicos)

Στο πορτογαλικό νομικό σύστημα δεν γίνεται διάκριση μεταξύ δικηγόρων και νομικών συμβούλων.

Δικαστικοί πληρεξούσιοι (Solicitadores)

Οι δικαστικοί πληρεξούσιοι είναι ανεξάρτητοι επαγγελματίες που παρέχουν στους πελάτες τους νομικές συμβουλές και τους εκπροσωπούν ενώπιον δικαστηρίου, εντός των ορίων που επιβάλλονται από το καταστατικό τους και τις δικονομικές διατάξεις. Μπορούν, μεταξύ άλλων, να εκπροσωπούν διαδίκους σε δικαστήριο, σε υποθέσεις όπου δεν είναι υποχρεωτική η παράσταση δικηγόρου (advogado).

Οι δικαστικοί πληρεξούσιοι μπορούν επίσης να εκπροσωπούν τους πελάτες τους εξωδικαστικά, για παράδειγμα, ενώπιον φορολογικών αρχών, συμβολαιογραφείων, υποθηκοφυλακείων και φορέων της δημόσιας διοίκησης.

Για την πρόσβαση στο επάγγελμα απαιτείται:

  • κατοχή επισήμως αναγνωρισμένου πτυχίου νομικής χωρίς προηγούμενη εγγραφή στον δικηγορικό σύλλογο ή επισήμως αναγνωρισμένου πτυχίου σπουδών δικαστικού πληρεξουσίου. Οι αλλοδαποί πολίτες άλλων κρατών μελών της ΕΕ, πρέπει να διαθέτουν τα πανεπιστημιακά και επαγγελματικά προσόντα που απαιτούνται νομίμως για την άσκηση του επαγγέλματος στη χώρα προέλευσής τους
  • ολοκλήρωση περιόδου άσκησης μεταξύ 12 και 18 μηνών
  • απόκτηση κατάλληλων συστάσεων κατά τη διάρκεια της άσκησης, από τον εκπαιδευτή και τα εκπαιδευτικά κέντρα, και επιτυχής συμμετοχή στις εθνικές εξετάσεις, οι οποίες διεξάγονται σύμφωνα με τους οικείους κανόνες.

Επαγγελματίες από άλλο κράτος μέλος της ΕΕ ή του Ευρωπαϊκού Οικονομικού Χώρου μπορούν να εγγραφούν στο Σώμα Δικαστικών Πληρεξουσίων (Colégio dos Solicitadores) σύμφωνα με τον νόμο αριθ. 9/2009 της 4ης Μαρτίου 2009, όπως τροποποιήθηκε από τον νόμο αριθ. 41/2012 της 28ης Αυγούστου 2012 και τον νόμο αριθ. 25/2014 της 2ας Μαΐου 2014.

Ο Σύλλογος Δικαστικών Πληρεξουσίων και Δικαστικών Επιμελητών (Ordem dos Solicitadores e dos Agentes de Execução, OSAE) είναι ο δημόσιος φορέας που εκπροσωπεί τους συγκεκριμένους νομικούς επαγγελματίες. Είναι αρμόδιος, μεταξύ άλλων, για την επιβολή πειθαρχικών μέτρων στα μέλη του και για τη γνωμοδότηση επί σχεδίων νόμου που άπτονται των αρμοδιοτήτων του.

Περισσότερες πληροφορίες διατίθενται εδώ Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροhttp://www.osae.pt/.

Δικαστικοί επιμελητές (Agentes de execução)

Οι δικαστικοί επιμελητές είναι επαγγελματίες, αρμόδιοι σε εθνικό επίπεδο για την εκτέλεση αποφάσεων που έχουν εκδοθεί επί αστικών υποθέσεων. Είναι ανεξάρτητοι και αμερόληπτοι επαγγελματίες και δεν εκπροσωπούν κανέναν από τους διαδίκους, αλλά είναι υπεύθυνοι για τη διεξαγωγή όλων των διατυπώσεων της εκτέλεσης, περιλαμβανομένων των κατασχέσεων, των επιδόσεων εγγράφων, των κοινοποιήσεων και της πώλησης των περιουσιακών στοιχείων που έχουν κατασχεθεί. Ενίοτε τα καθήκοντα τους ασκούν δικαστικοί υπάλληλοι.

Οι δικαστικοί επιμελητές διορίζονται από τον διάδικο που κινεί την διαδικασία εκτέλεσης ή από το δικαστήριο.

Οι δικαστικοί επιμελητές πρέπει να είναι κάτοχοι πτυχίου σπουδών δικαστικού πληρεξουσίου ή νομικής και οφείλουν να:

  • είναι υπήκοοι Πορτογαλίας
  • μην υπόκεινται σε κανέναν από τους περιορισμούς που ορίζονται στο Καταστατικό του Συλλόγου των Δικαστικών Πληρεξουσίων και των Δικαστικών Επιμελητών ή του δικηγορικού συλλόγου
  • μην έχουν περιληφθεί σε επίσημο δημόσιο κατάλογο οφειλετών κατά τα τελευταία δέκα έτη
  • έχουν ολοκληρώσει επιτυχώς την άσκηση ως δικαστικοί επιμελητές
  • έχουν επιτύχει στη δοκιμασία για νομικούς βοηθούς αφότου έχουν συμπληρώσει τρία χρόνια προϋπηρεσίας ως δικαστικοί επιμελητές και έχουν λάβει θετική γνώμη εκ μέρους της Επιτροπής για Νομικούς Βοηθούς (Comissão para o Acompanhamento dos Auxiliares de Justiça, CAAJ)
  • έχουν εγγραφεί στον οικείο επαγγελματικό σύλλογο εντός τριών ετών από την επιτυχή ολοκλήρωση της άσκησής τους
  • διαθέτουν τον ελάχιστο εξοπλισμό και τα μέσα πληροφορικής, όπως ορίζεται σε κανονισμό που έχει εγκριθεί από τη γενική συνέλευση.

Ο Σύλλογος Δικαστικών Πληρεξουσίων και Δικαστικών Επιμελητών και το Ειδικό Σώμα Δικαστικών Επιμελητών (Colégio de Especialidade dos Agentes de Execução) είναι τα αρμόδια όργανα για τη ρύθμιση του επαγγέλματος.

Η CAAJ, που είναι ανεξάρτητη από τον Σύλλογο Δικαστικών Πληρεξουσίων και Δικαστικών Επιμελητών είναι το αρμόδιο όργανο για την επίβλεψη και την επιβολή πειθαρχικών κυρώσεων στους δικαστικούς επιμελητές.

Περισσότερες πληροφορίες διατίθενται στους ακόλουθους δικτυακούς τόπους: Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροhttp://www.osae.pt/ και Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροhttp://www.caaj-mj.pt/.

Συμβολαιογράφοι (Notários)

Οι συμβολαιογράφοι είναι εξειδικευμένοι νομικοί, αρμόδιοι για την εκτέλεση καθηκόντων σε συγκεκριμένες νομικές περιστάσεις. Διαδραματίζουν κυρίαρχο ρόλο στο εμπόριο, σε εθνικό και διεθνές επίπεδο.

Οι συμβολαιογράφοι είναι αρμόδιοι για:

  • τη σύνταξη συμβολαίων μεταξύ ιδιωτών και τη συμβουλευτική καθοδήγηση των μερών με ισότιμη μεταχείριση τους τη σύνταξη επίσημων εγγράφων με ευθύνη για τη νομιμότητα αυτών και για κάθε συμβουλή που έχουν παράσχει την ενημέρωση των μερών για τις έμμεσες και άμεσες συνέπειες των δεσμεύσεων που πρόκειται να αναλάβουν (οι συμβολαιογράφοι έχουν καθήκον προς τούτο)
  • την υλοποίηση νομικών συναλλαγών που συμφωνούνται παρουσία τους. Η πράξη μπορεί να καταχωρισθεί άμεσα στο επίσημο μητρώο ή σε περίπτωση που κάποιο από τα μέρη αδυνατεί να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις του, μπορεί να υποχρεωθεί σε εκτέλεση χωρίς δικαστική μεσολάβηση
  • δράση ως μεσολαβητές, με τρόπο αμερόληπτο και σε πλήρη συμμόρφωση με τη νομοθεσία, ώστε να παρέχεται η δυνατότητα στα μέρη να καταλήξουν σε αμοιβαία αποδεκτή συμφωνία
  • τη σύνταξη εγγράφων και των όρων της διαδικασίας απογραφής, με εξαίρεση τα ζητήματα τα οποία δεν πρέπει να επιλυθούν κατά τη διαδικασία απογραφής, λόγω της φύσης ή της αντικειμενικής περιπλοκότητας τους. Τα εν λόγω ζητήματα επιλύονται από δικαστές στο περιφερειακό δικαστήριο (tribunal de comarca) του τόπου της έδρας του συμβολαιογράφου όπου κατατέθηκε η σχετική αίτηση (νόμος αριθ. 2/2013 της 5ης Μαρτίου 2013, που ενέκρινε το Νομικό Πλαίσιο για τις Διαδικασίες Απογραφής και απένειμε την εν λόγω εξουσία στους συμβολαιογράφους, δημιουργώντας ως εκ τούτου ένα σύστημα κοινών αρμοδιοτήτων).

Η αναμόρφωση του συμβολαιογραφικού επαγγέλματος και η συνακόλουθη ιδιωτικοποίηση του κλάδου συνεπάγονται τον διττό ρόλο των συμβολαιογράφων: είναι δημόσιοι λειτουργοί και ταυτόχρονα ελεύθεροι επαγγελματίες, αλλά όχι πια δημόσιοι υπάλληλοι.

Ως δημόσιοι λειτουργοί, οι συμβολαιογράφοι τελούν υπό την αιγίδα του Υπουργείου Δικαιοσύνης, που έχει ρυθμιστικές αρμοδιότητες και την εξουσία να λαμβάνει πειθαρχικά μέτρα σε βάρος των συμβολαιογράφων. Με δεδομένο το νέο καθεστώς ελευθερίου επαγγέλματος, ο συμβολαιογραφικός σύλλογος ρυθμίζει τις δραστηριότητες των συμβολαιογράφων, από κοινού με το Υπουργείο Δικαιοσύνης από το 2006, διασφαλίζει ότι οι συμβολαιογράφοι τηρούν τον κώδικα δεοντολογίας που υποχρεούνται να εφαρμόζουν και εγγυάται την άσκηση του δημοσίου συμφέροντος, η οποία αποτελεί καθήκον των συμβολαιογράφων τα ανωτέρω δεν επηρεάζουν την εξουσία παρέμβασης του υπουργείου, η οποία, λόγω της φύσης του επαγγέλματος, του έχει εκχωρηθεί εκ του νόμου.

Υποθηκοφύλακες (Conservadores)

Οι υποθηκοφύλακες είναι δημόσιοι υπάλληλοι επιφορτισμένοι με την καταχώριση και τη δημοσιοποίηση νομικών πράξεων που αφορούν ακίνητη περιουσία, καταχωριστέα κινητή περιουσία, επιχειρηματικές δραστηριότητες και συμβάντα σε φυσικά πρόσωπα. Στα καθήκοντά τους περιλαμβάνονται κυρίως οι νομικοί έλεγχοι που αφορούν τα ανωτέρω και τα συναφή τους έγγραφα, και η διασφάλιση ότι τα δικαιώματα που περιέχονται στα έγγραφα που πιστοποιούν τις καταχωριστέες πράξεις, καθορίζονται ορθώς και πληρούν την κατά νόμο υποχρέωση καταχώρισης. Είναι επίσης αρμόδιοι για την δημοσιοποίηση των εν λόγω πληροφοριών και μπορούν να αποφασίζουν αν θα καταχωρίσουν τη νομική πράξη ή το συμβάν στο μητρώο.

Ανάλογα με τους τομείς καθηκόντων τους, οι υποθηκοφύλακες μπορεί να είναι:

  • Υποθηκοφύλακες στο ληξιαρχείο (conservadores do registo civil), των οποίων τα καθήκοντα περιλαμβάνουν τον καθορισμό και τη δημοσιοποίηση νομικών συμβάντων και πράξεων που αφορούν φυσικά πρόσωπα. Σε αυτά περιλαμβάνεται η καταχώριση πράξεων, όπως η γέννηση, ο γάμος, ο θάνατος, η υιοθεσία, η δήλωση και η τεκμηρίωση μητρότητας/πατρότητας, η οργάνωση διαδικασιών όπως αυτές που σχετίζονται με το διαζύγιο και τη συναινετική διάσταση και η έκδοση πιστοποιητικών και αντιγράφων καταχωρισμένων εγγράφων.
  • Υποθηκοφύλακες στο κτηματολόγιο (conservadores do registo predial), οι οποίοι δημοσιοποιούν το νομικό καθεστώς της ακίνητης περιουσίας και των δικαιωμάτων ιδιοκτησίας με σκοπό την επίτευξη ασφάλειας δικαίου στις δικαιοπραξίες ακινήτων.
  • Υποθηκοφύλακες στο μητρώο οχημάτων (conservadores do registo de veículos), τα καθήκοντα των οποίων αφορούν τη δημοσιοποίηση δικαιωμάτων επί κινητών που υπόκεινται σε καταχώριση (μηχανοκίνητα οχήματα, πλοία και αεροσκάφη) και οι οποίοι δημοσιοποιούν το νομικό καθεστώς των μηχανοκίνητων οχημάτων και των ρυμουλκούμενων με σκοπό την επίτευξη ασφάλειας δικαίου στις δικαιοπραξίες.
  • Υποθηκοφύλακες στο εμπορικό μητρώο (conservadores do registo commercial), οι οποίοι δημοσιοποιούν το νομικό καθεστώς των εμπόρων, των εμπορικών εταιρειών, των αστικών εταιρειών με εμπορικό χαρακτήρα, των ατομικών επιχειρήσεων περιορισμένης ευθύνης και άλλων επιχειρήσεων, οι οποίες υπόκεινται σε καταχώριση στο εμπορικό μητρώο με σκοπό την επίτευξη ασφάλειας δικαίου στις συναλλαγές.

Για την πρόσβαση στο επάγγελμα απαιτείται η κατοχή πτυχίου νομικής από πανεπιστήμιο της Πορτογαλίας ή ισότιμου ακαδημαϊκού τίτλου. Οι υποψήφιοι πρέπει επίσης να εξεταστούν επιτυχώς σε δοκιμασίες επάρκειας και να παρακολουθήσουν ένα εξάμηνο πρόσθετο πανεπιστημιακό κύκλο κατάρτισης που εστιάζεται στα νομικά και στα σχετικά με την καταχώριση μαθήματα που είναι αναγκαία για υποθηκοφύλακες. Στη συνέχεια ολοκληρώνουν πρακτική άσκηση ενός έτους, η οποία ακολουθείται από δημόσιο διαγωνισμό. Οι υποψήφιοι αξιολογούνται σε κάθε στάδιο αυτής της διαδικασίας και μπορεί να διαγραφούν, εάν αποτύχουν σε οποιοδήποτε στάδιο της εισαγωγικής διαδικασίας. Το τελικό στάδιο συνίσταται σε δημόσιο διαγωνισμό που διοργανώνεται από το Ινστιτούτο Υποθηκοφυλάκων και Συμβολαιογράφων (Instituto dos Registos e do Notariado).

Το Ινστιτούτο Υποθηκοφυλάκων και Συμβολαιογράφων είναι αρμόδιο για τη διοίκηση, τον συντονισμό, την υποστήριξη, την αξιολόγηση και την επίβλεψη της δραστηριότητας των υποθηκοφυλακείων.

Δικαστικοί υπάλληλοι (Oficiais de Justiça)

Οι δικαστικοί υπάλληλοι είναι μια κατηγορία υπαλλήλων (funcionário de justiça) οι οποίοι, μεταξύ άλλων, παρέχουν συνδρομή στα δικαστήρια και στις εισαγγελικές υπηρεσίες. Ωστόσο, ο όρος του δικαστικού υπαλλήλου περιλαμβάνει επίσης τους τεχνικούς πληροφορικής, το διοικητικό, το τεχνικό και βοηθητικό προσωπικό και τους συντηρητές.

Η πρόσβαση στο επάγγελμα του δικαστικού υπαλλήλου πραγματοποιείται με πρόσληψη στην κατώτερη βαθμίδα του βοηθού υπαλλήλου (escrivão auxiliar) στα πολιτικά δικαστήρια και του αναπληρωτή νομικού υπαλλήλου (técnico de justiça auxiliar) στις εισαγγελίες. Το επάγγελμα είναι ανοιχτό σε άτομα που έχουν ολοκληρώσει κύκλο επαγγελματικής κατάρτισης και έχουν γίνει δεκτά μέσω διαδικασίας εισαγωγής.

Οι δικαστικοί υπάλληλοι διέπονται από ειδικό κώδικα (Estatuto dos Funcionários de Justiça), ο οποίος περιλαμβάνεται στο νομοθετικό διάταγμα αριθ. 343/1999 της 26ης Αυγούστου 1999. Έχουν σημαντικό ρόλο στην διεθνή δικαστική συνεργασία, ιδίως ως προς την εφαρμογή των ευρωπαϊκών οδηγιών και κανονισμών.

Η Γενική Διεύθυνση Απονομής Δικαιοσύνης (Direcção-Geral da Administração da Justiça) είναι η αρμόδια υπηρεσία του Υπουργείου Δικαιοσύνης για την πρόσληψη, τη διοίκηση και τη διαχείριση των δικαστικών υπαλλήλων.

Το Συμβούλιο Δικαστικών Υπαλλήλων (Conselho de Oficiais de Justiça) είναι ο αρμόδιος φορέας για την αξιολόγηση των επαγγελματικών ικανοτήτων των δικαστικών υπαλλήλων και την επιβολή πειθαρχικών κυρώσεων σε βάρος τους.

Διαμεσολαβητές (Mediadores)

Στο άρθρο 2(β) του νόμου 29/2013 της 19ης Απριλίου 2013, ο διαμεσολαβητής ορίζεται ως «(...) αμερόληπτο και ανεξάρτητο μέρος χωρίς εξουσία επιβολής πράξεων στα μέρη που δέχονται τη διαμεσολάβηση, ο οποίος τα βοηθά να καταλήξουν σε μία οριστική συμφωνία που θα επιλύσει τη διαφορά τους». Ο νόμος αυτός ορίζει επίσης το καθεστώς των διαμεσολαβητών που εργάζονται στην Πορτογαλία και θέτει τους όρους για την ένταξη τους στους καταλόγους κάθε υφιστάμενου δημόσιου συστήματος διαμεσολάβησης. Γι’ αυτό το σκοπό, διενεργείται μία διαδικασία επιλογής, η οποία διέπεται από το εκτελεστικό διάταγμα (Portaria) αριθ. 282/2010 της 25ης Μαΐου 2010.

Το έργο των διαμεσολαβητών είναι πολύ σημαντικό, καθώς βοηθούν τα μέρη να καταλήξουν σε συμφωνία, και τούτο με τη σειρά του βοηθά στη διατήρηση και ενίοτε στην αποκατάσταση της κοινωνικής αρμονίας. Στην Πορτογαλία υπάρχουν διαμεσολαβητές που εξειδικεύονται σε οικογενειακές, εργατικές και ποινικές υποθέσεις. Δεν υπάρχουν ΜΚΟ που δραστηριοποιούνται στον τομέα της διαμεσολάβησης, ωστόσο υπάρχουν ιδιωτικοί φορείς οι οποίοι παρέχουν υπηρεσίες διαμεσολάβησης και κατάρτισης για διαμεσολαβητές.

Εθνικός κώδικας δεοντολογίας για διαμεσολαβητές δεν υπάρχει, εντούτοις ο νόμος για τους διαμεσολαβητές, που αναφέρεται ανωτέρω, περιλαμβάνει ένα κεφάλαιο για τα δικαιώματα και τα καθήκοντα των διαμεσολαβητών, που επίσης οφείλουν να ενεργούν σύμφωνα με τις αρχές που τίθενται στον ευρωπαϊκό κώδικα δεοντολογίας διαμεσολαβητών, οι οποίες περιλαμβάνονται στην κατάρτιση τους.

H τήρηση της δεοντολογίας των διαμεσολαβητών ελέγχεται από το δημόσιο σύστημα διαμεσολαβητών, το οποίο χωρίζεται σε τρεις τομείς και επικεντρώνεται σε ζητήματα αστικού, εργατικού και ποινικού δικαίου. Κάθε τομέας του δημόσιου συστήματος διαμεσολαβητών διοικείται από δημόσια αρχή, όπως προσδιορίζεται στο καταστατικό της.

Στην Πορτογαλία, οι διαμεσολαβητές δεν λαμβάνουν εκπαίδευση από δημόσια αρχή. Αντιθέτως, καταρτίζονται από ιδιωτικούς φορείς που πιστοποιούνται από τη Γενική Διεύθυνση Δικαιοσύνης (Direção Geral da Política de Justiça, DGPJ) σύμφωνα με το εκτελεστικό διάταγμα αριθ. 345/2013 της 27ης Νοεμβρίου 2013, το οποίο εστιάζεται ιδίως στη συμμόρφωση με το πλαίσιο ποιότητας.

Η DGPJ διαχειρίζεται, μέσω του Γραφείου Εξωδικαστικής Επίλυσης Διαφορών (GRAL), τα δημόσια συστήματα διαμεσολαβητών. Παρότι δεν παρέχει πληροφορίες για τον τρόπο εύρεσης διαμεσολαβητή, διατηρεί κατάλογο διαμεσολαβητών και οι διαμεσολαβητές μπορούν να εντάσσονται στους συγκεκριμένους καταλόγους με συμμετοχή στη διαδικασία επιλογής, η οποία προβλέπεται από τους κανόνες που έχουν εγκριθεί από το εκτελεστικό διάταγμα αριθ. 282/2010 της 25ης Μαΐου 2010.

Περισσότερες πληροφορίες διατίθενται εδώ: Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροhttp://www.dgpj.mj.pt/.

Αναγκαστικοί διαχειριστές (Administradores Judiciais)

Οι αναγκαστικοί διαχειριστές είναι αρμόδιοι για την επίβλεψη και τον συντονισμό των ενεργειών που αποτελούν μέρος της ειδικής διαδικασίας εξυγίανσης (processo especial de revitalização) διαχειρίζονται επίσης ή ρευστοποιούν την πτωχευτική περιουσία κατά την πτωχευτική διαδικασία, και εκτελούν όλα τα καθήκοντα που τους ανατίθενται βάσει νόμου ή άλλης κανονιστικής διάταξης. Προσωρινός αναγκαστικός διαχειριστής, σύνδικος πτώχευσης ή μεσεγγυούχος διορίζεται ανάλογα με τις εργασίες που καλείται να πραγματοποιήσει κατά τη διάρκεια της πτωχευτικής διαδικασίας.

Οι αρμοδιότητες του αναγκαστικού διαχειριστή ορίζονται στο νόμο αριθ. 22/2013 της 26ης Φεβρουαρίου 2013.

Ο αναγκαστικός διαχειριστής πρέπει να:

  • α) κατέχει συναφές πανεπιστημιακό πτυχίο και κατάλληλη επαγγελματική πείρα
  • β) ολοκληρώσει εξάμηνη άσκηση για αναγκαστικούς διαχειριστές
  • γ) επιτύχει στην εισαγωγική δοκιμασία η οποία είναι ειδικά σχεδιασμένη για να αξιολογεί τις γνώσεις που αποκτώνται κατά τη διάρκεια της άσκησης
  • δ) να μην τελεί σε καθεστώς ασύμβατο με τα επαγγελματικά του καθήκοντα
  • ε) να είναι κατάλληλος για το επάγγελμα.

Η Επιτροπή Νομικών Βοηθών (Comissão para o Acompanhamento dos Auxiliares da Justiça, CAAJ) είναι αρμόδια για την διαδικασία εισδοχής των αναγκαστικών διαχειριστών και επιτηρεί το έργο τους.

Υπάλληλοι με αρμοδιότητα τη βιομηχανική ιδιοκτησία (Agente Oficial da Propriedade Industrial)

Οι υπάλληλοι με αρμοδιότητα τη βιομηχανική ιδιοκτησία είναι νομικοί με εξειδίκευση στη βιομηχανική ιδιοκτησία στους οποίους μπορούν να προσφεύγουν εταιρείες και ιδιώτες για την καλύτερη υπεράσπιση των δικαιωμάτων και των συμφερόντων τους.

Οι υπάλληλοι με αρμοδιότητα τη βιομηχανική ιδιοκτησία εξουσιοδοτούνται από το Εθνικό Ινστιτούτο Βιομηχανικής Ιδιοκτησίας (Instituto Nacional da Propriedade Industrial) να πραγματοποιούν πράξεις βιομηχανικής ιδιοκτησίας για λογαριασμό των πελατών τους, χωρίς να απαιτείται εξουσιοδότηση.

Η άσκηση του επαγγέλματος του υπαλλήλου με αρμοδιότητα τη βιομηχανική ιδιοκτησία στο πλαίσιο του Εθνικού Ινστιτούτου Βιομηχανικής Ιδιοκτησίας είναι νομικά κατοχυρωμένο επάγγελμα βάσει του νομοθετικού διατάγματος αριθ. 15/95 της 24ης Ιανουαρίου 1995.

Οργανισμοί που παρέχουν δωρεάν νομικές υπηρεσίες (pro bono)

Το υπουργείο Δικαιοσύνης, σε συνεργασία με τον δικηγορικό σύλλογο και τις τοπικές αρχές, διασφαλίζει τη λειτουργία Γραφείων Νομικών Συμβουλών (Gabinetes de Consulta Jurídica) σε ολόκληρη την πορτογαλική επικράτεια, στα οποία οι πολίτες μπορούν να λαμβάνουν δωρεάν νομικές συμβουλές από επαγγελματίες νομικούς. Κατάλογος αυτών των γραφείων καθώς και τα σχετικά στοιχεία επικοινωνίας διατίθεται επιγραμμικά (μεταξύ άλλων) στον δικτυακό τόπο της Γενικής Διεύθυνσης Δικαιοσύνης (Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροhttp://www.dgpj.mj.pt).


Την έκδοση αυτής της σελίδας στην εθνική γλώσσα διαχειρίζεται το εκάστοτε κράτος μέλος. Οι μεταφράσεις έχουν γίνει από την αρμόδια υπηρεσία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Οι τυχόν αλλαγές που επιφέρει η αρμόδια εθνική αρχή στο πρωτότυπο ενδέχεται να μην έχουν περιληφθεί ακόμα στις μεταφράσεις. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή δεν αναλαμβάνει καμία ευθύνη όσον αφορά τις πληροφορίες ή τα στοιχεία που περιλαμβάνονται ή για τα οποία γίνεται λόγος στο παρόν έγγραφο. Βλ. την ανακοίνωση νομικού περιεχομένου για τους κανόνες πνευματικής ιδιοκτησίας που ισχύουν στο κράτος μέλος που είναι αρμόδιο για την παρούσα σελίδα.

Τελευταία επικαιροποίηση: 05/12/2016

Νομικά επαγγέλματα - Ρουμανία

Η πρωτότυπη γλωσσική έκδοση ρουμανικά αυτής της σελίδας τροποποιήθηκε πρόσφατα. Η γλωσσική έκδοση που βλέπετε τώρα βρίσκεται στο στάδιο της μετάφρασης.

Στην παρούσα σελίδα παρέχεται επισκόπηση των νομικών επαγγελμάτων στη Ρουμανία.


Νομικά επαγγέλματα

Νομικά επαγγέλματα – Εισαγωγή

Στη Ρουμανία, ασκούνται τα ακόλουθα νομικά επαγγέλματα:

Εισαγγελείς

Οργάνωση

Η ρουμανική εισαγγελία περιλαμβάνει:

  • τις εισαγγελίες των εφετείων, των πρωτοδικείων, των δικαστηρίων για υποθέσεις ανηλίκων και οικογενειακού δικαίου, καθώς και των ειρηνοδικείων
  • τις εισαγγελίες των στρατοδικείων.
  1. Στην κορυφή της ιεραρχίας βρίσκεται η εισαγγελία του Ανώτατου Ακυρωτικού Δικαστηρίου, η οποία περιλαμβάνει ειδικά τμήματα (την Εθνική Διεύθυνση κατά της Διαφθοράς και τη Διεύθυνση για τη Διερεύνηση της Οργανωμένης Εγκληματικότητας και της Τρομοκρατίας).
  2. Πρώτο επίπεδο: εισαγγελίες των ειρηνοδικείων (176)
  3. Δεύτερο επίπεδο: εισαγγελίες των πρωτοδικείων (42) και εισαγγελίες των δικαστηρίων για υποθέσεις ανηλίκων και οικογενειακού δικαίου (1)
  4. Τρίτο επίπεδο: εισαγγελίες εφετείων (15).

Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροΤο Ανώτατο Δικαστικό Συμβούλιο (CSM) είναι το κεντρικό όργανο του δικαστικού συστήματος που είναι αρμόδιο για τη ρύθμιση του επαγγέλματος του εισαγγελέα. Η αρχική και συνεχής επαγγελματική κατάρτιση των δικαστών και των εισαγγελέων παρέχεται από το Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροΕθνικό Δικαστικό Ίδρυμα (ΙΝΜ), που είναι δημόσιος οργανισμός με νομική προσωπικότητα υπό τον συντονισμό του Ανώτατου Δικαστικού Συμβουλίου. Η Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροΕισαγγελική Αρχή ασκεί τα καθήκοντά της μέσω εισαγγελέων που εργάζονται στις εισαγγελίες. Εισαγγελίες υπάρχουν σε όλα τα δικαστήρια, εκτός από εκείνα που εξετάζουν υποθέσεις επαγγελματικής δεοντολογίας.

Ποινικές διαδικασίες που διενεργούνται από τις εισαγγελίες των εφετείων, των πρωτοδικείων ή των δικαστηρίων για υποθέσεις ανηλίκων και οικογενειακού δικαίου και των ειρηνοδικείων

Η θεσμική ιεραρχία των εισαγγελιών έχει ως εξής:

  1. Στην κορυφή της ιεραρχίας βρίσκεται η Εισαγγελία του Ανώτατου Ακυρωτικού Δικαστηρίου (η Γενική Εισαγγελία), επικεφαλής της οποίας είναι ο Γενικός Εισαγγελέας της Ρουμανίας. Το όργανο αυτό συντονίζει τις δραστηριότητες των εισαγγελιών των 15 εφετείων.
  2. Οι εισαγγελίες των εφετείων συντονίζουν τις δραστηριότητες των εισαγγελιών των 43 πρωτοδικείων (συμπεριλαμβανομένου του ειδικού δικαστηρίου για υποθέσεις ανηλίκων και οικογενειακού δικαίου), καθεμιάς των οποίων προΐσταται ένας επικεφαλής εισαγγελέας.
  3. Οι εισαγγελίες των πρωτοδικείων συντονίζουν τις δραστηριότητες των εισαγγελιών των 176 λειτουργούντων ειρηνοδικείων, καθεμιάς των οποίων προΐσταται ο πρώτος εισαγγελέας.
  4. Οι εισαγγελίες των 176 λειτουργούντων ειρηνοδικείων αποτελούν το πρώτο (κατώτερο) επίπεδο της ιεραρχίας και επικεφαλής τους είναι ο πρώτος εισαγγελέας.

Δύο χωριστές ειδικές δομές λειτουργούν στην Εισαγγελία του Ανώτατου Ακυρωτικού Δικαστηρίου. Αυτές είναι:

  • Η Εθνική Διεύθυνση κατά της διαφθοράς (DNA), αρμόδια για τη διερεύνηση και ποινική δίωξη των αδικημάτων της διαφθοράς. Επικεφαλής είναι ο προϊστάμενος εισαγγελίας
  • Η Διεύθυνση διερεύνησης της οργανωμένης εγκληματικότητας και της τρομοκρατίας (DIICOT), αρμόδια για τη διερεύνηση και δίωξη του οργανωμένου εγκλήματος και της τρομοκρατίας. Επικεφαλής είναι ο προϊστάμενος εισαγγελίας, ο οποίος ενεργεί υπό τον συντονισμό του Γενικού Εισαγγελέα της Ρουμανίας.

Ποινικές διαδικασίες που διενεργούνται από τις εισαγγελίες των στρατιωτικών δικαστηρίων

Οι ποινικές διαδικασίες που αφορούν αξιόποινες πράξεις διαπραχθείσες από στρατιωτικό προσωπικό διενεργούνται από τις στρατιωτικές εισαγγελίες, οι οποίες έχουν το νομικό καθεστώς στρατιωτικών μονάδων. Συνδέονται με τα στρατοδικεία, το στρατοδικείο του Βουκουρεστίου και το στρατιωτικό εφετείο του Βουκουρεστίου.

Λειτουργική ιεραρχία των εισαγγελέων

Οι εισαγγελείς ενεργούν σύμφωνα με τις αρχές της νομιμότητας, της αμεροληψίας και του ιεραρχικού ελέγχου.

Οι εισαγγελείς ενεργούν σύμφωνα με τον νόμο, σέβονται και προστατεύουν την ανθρώπινη αξιοπρέπεια και υπερασπίζονται τα δικαιώματα των πολιτών.

Οι εισαγγελείς κάθε εισαγγελίας λογοδοτούν στον επικεφαλής της συγκεκριμένης εισαγγελίας, ο οποίος με τη σειρά του λογοδοτεί στον προϊστάμενο της ιεραρχικά ανώτερης εισαγγελίας.

Ο έλεγχος των εισαγγελέων από μέρους του Γενικού Εισαγγελέα της Εισαγγελίας του Ανώτατου Ακυρωτικού Δικαστηρίου, του προϊσταμένου εισαγγελίας της Εθνικής Διεύθυνσης κατά της Διαφθοράς και του επικεφαλής της εισαγγελίας εφετών μπορεί να ασκηθεί είτε άμεσα είτε μέσω προς τούτο οριζόμενων εισαγγελέων.

Αποστολή και καθήκοντα

Στη Ρουμανία, υπάρχουν δύο κατηγορίες εισαγγελέων:

  1. πολιτικοί εισαγγελείς, αρμόδιοι για τη διερεύνηση και τη δίωξη αδικημάτων που διαπράττονται από πολίτες
  2. στρατιωτικοί εισαγγελείς, αρμόδιοι για τη διερεύνηση και τη δίωξη αδικημάτων που διαπράττονται γενικά από στρατιωτικούς.

Οι εθνικές κατηγορίες εισαγγελέων είναι οι εξής:

  • ο Γενικός Εισαγγελέας της Ρουμανίας (επικεφαλής της Εισαγγελίας του Ανώτατου Ακυρωτικού Δικαστηρίου)
  • ο προϊστάμενος εισαγγελίας (επικεφαλής της DNA και της DIICOT)
  • οι επικεφαλής εισαγγελείς (επικεφαλής των εισαγγελιών των εφετείων)
  • οι πρώτοι εισαγγελείς (επικεφαλής των εισαγγελιών των πρωτοδικείων και των ειρηνοδικείων)
  • οι εισαγγελείς επικεφαλής τμήματος (επικεφαλής εσωτερικών τμημάτων των εισαγγελιών)
  • οι εισαγγελείς επικεφαλής υπηρεσίας (επικεφαλής εσωτερικών υπηρεσιών των εισαγγελιών)
  • οι εισαγγελείς επικεφαλής γραφείου (επικεφαλής εσωτερικών γραφείων των εισαγγελιών)
  • εισαγγελείς

Όποτε κρίνεται αναγκαίο, αυτεπαγγέλτως ή κατόπιν αιτήματος του Ανώτατου Δικαστικού Συμβουλίου, ο υπουργός Δικαιοσύνης μπορεί να ασκήσει έλεγχο στους εισαγγελείς μέσω των εισαγγελέων που έχουν ορισθεί από τον Γενικό Εισαγγελέα της Ρουμανίας, τον προϊστάμενο εισαγγελίας της Εθνικής Διεύθυνσης κατά της Διαφθοράς, ή από τον ίδιο τον υπουργό Δικαιοσύνης, για τον έλεγχο:

  • της διαχειριστικής αποτελεσματικότητας των εισαγγελέων
  • των επιδόσεων και του τρόπου εκτέλεσης των καθηκόντων των εισαγγελέων και
  • της ποιότητας των επαγγελματικών σχέσεων των εισαγγελέων με τους πολίτες και με άλλα πρόσωπα που εμπλέκονται σε δραστηριότητες που διενεργούνται από τις εισαγγελίες.

Ο εν λόγω έλεγχος δεν ισχύει ούτε για το πλήρες φάσμα των μέτρων που μπορούν να λάβουν οι εισαγγελείς κατά τη διάρκεια μιας ποινικής έρευνας ούτε για τις αντίστοιχες αποφάσεις.

Ο υπουργός Δικαιοσύνης μπορεί να ζητήσει από τον Γενικό Εισαγγελέα της Ρουμανίας ή, ανάλογα με την περίπτωση, από τον προϊστάμενο εισαγγελίας της Εθνικής Διεύθυνσης κατά της Διαφθοράς να υποβάλει έκθεση σχετικά με τις δραστηριότητες των εισαγγελιών και να εκδώσει οδηγίες σχετικά με τα μέτρα που πρέπει να ληφθούν για την αποτελεσματική πρόληψη και καταπολέμηση της εγκληματικότητας.

Η Εισαγγελία του Ανώτατου Ακυρωτικού Δικαστηρίου υποβάλλει ετήσια έκθεση πεπραγμένων στο Ανώτατο Δικαστικό Συμβούλιο και στον υπουργό Δικαιοσύνης, ο οποίος εν συνεχεία παρουσιάζει τα συμπεράσματά του σχετικά με την έκθεση στο Κοινοβούλιο.

Δικαστές

Οργάνωση

Το κεντρικό όργανο, στο πλαίσιο του δικαστικού συστήματος, που είναι αρμόδιο για τη ρύθμιση του επαγγέλματος των δικαστών είναι το Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροΑνώτατο Δικαστικό Συμβούλιο (CSM). Η αρχική και συνεχής επαγγελματική κατάρτιση των δικαστών και των εισαγγελέων παρέχεται από το Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροΕθνικό Δικαστικό Ίδρυμα (ΙΝΜ), που είναι δημόσιος οργανισμός με νομική προσωπικότητα υπό τον συντονισμό του Ανώτατου Δικαστικού Συμβουλίου.

Αποστολή και καθήκοντα

Στη Ρουμανία, οι δικαστές ειδικεύονται στις ακόλουθες κατηγορίες υποθέσεων:

  • αστικές υποθέσεις και εκτέλεση αστικών αποφάσεων
  • ποινικές υποθέσεις και εκτέλεση ποινικών αποφάσεων
  • εμπορικές υποθέσεις (εισηγητές δικαστές)
  • υποθέσεις που αφορούν οικογενειακές διαφορές και ανηλίκους
  • διοικητικές και φορολογικές/χρηματοοικονομικές υποθέσεις
  • υποθέσεις εργατικών διαφορών και κοινωνικής ασφάλισης
  • συνταγματικές υποθέσεις
  • στρατιωτικές υποθέσεις.

Οργάνωση του νομικού επαγγέλματος: δικηγόροι

Δικηγόροι

Το κεντρικό όργανο που είναι αρμόδιο για το επάγγελμα των δικηγόρων είναι η Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροΕθνική Ένωση Δικηγορικών Συλλόγων Ρουμανίας (Uniunea Nationala a Barourilor din Romania – UNBR) πρόκειται για νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου που περιλαμβάνει όλους τους δικηγορικούς συλλόγους της Ρουμανίας. Με τον τρόπο αυτόν διασφαλίζεται η άσκηση του δικαιώματος υπεράσπισης από άτομα με νομική κατάρτιση, η επαγγελματική επάρκεια και πειθαρχία και η προστασία της αξιοπρέπειας και τιμής των δικηγόρων που είναι μέλη της. Όλοι οι δικηγορικοί σύλλογοι της Ρουμανίας υπάγονται στην Εθνική Ένωση Δικηγορικών Συλλόγων Ρουμανίας.

Νομικές βάσεις δεδομένων

Πληροφορίες σχετικά με τους δικηγόρους της Ρουμανίας είναι διαθέσιμες στον δικτυακό τόπο της Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροΕθνικής Ένωσης Δικηγορικών Συλλόγων Ρουμανίας.

Παρέχεται δωρεάν πρόσβαση στη βάση δεδομένων;

Ναι, η πρόσβαση στη βάση δεδομένων παρέχεται δωρεάν.

Νομικοί σύμβουλοι

Σύμφωνα με τον νόμο, οι νομικοί σύμβουλοι μπορούν να ιδρύσουν περιφερειακούς συλλόγους, ανά τομέα ή πεδίο δραστηριότητας ανάλογα με τα επαγγελματικά τους συμφέροντα, ή, κατά περίπτωση, εθνικούς συλλόγους, οι οποίοι υπόκεινται στον νόμο περί οργανώσεων και ιδρυμάτων. Ένας από τους επαγγελματικούς συλλόγους που συστάθηκαν σύμφωνα με τον νόμο περί οργανώσεων και ιδρυμάτων είναι το Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροΣώμα Νομικών Συμβούλων της Ρουμανίας (O.C.J.R.). Το εν λόγω Σώμα περιλαμβάνει όλους τους συλλόγους νομικών συμβούλων σε όλους τους νομούς. Οι νομικοί σύμβουλοι μπορούν επίσης να συστήσουν άλλους επαγγελματικούς συλλόγους. Ο κατάλογος των νομικών συμβούλων, ανά νομό, είναι προσβάσιμος από το Διαδίκτυο, στις σελίδες των συλλόγων νομικών συμβούλων που ανήκουν στο Σώμα (οι διευθύνσεις των συνδέσμων είναι διαθέσιμες στον δικτυακό τόπο του O.C.J.R.).

Συμβολαιογράφοι

Οργάνωση

Σύμφωνα με τον νόμο, το Υπουργείο Δικαιοσύνης της Ρουμανίας έχει αναθέσει την άσκηση των συμβολαιογραφικών υπηρεσιών στην Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροΕθνική Ένωση Συμβολαιογράφων (UNNP). Η Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροΕθνική Ένωση Συμβολαιογράφων είναι το επαγγελματικό όργανο που εκπροσωπεί τους συμβολαιογράφους, και είναι υπεύθυνη για την οργάνωση του συμβολαιογραφικού επαγγέλματος, καθώς και για τη διασφάλιση των επαγγελματικών συμφερόντων των μελών της και του κύρους του επαγγέλματος. Όλοι οι συμβολαιογράφοι είναι μέλη της Ένωσης. Οι συμβολαιογράφοι ανήκουν κατά ομάδες σε 15 συμβολαιογραφικούς συλλόγους, καθένας από τους οποίους συνδέεται με ένα εφετείο.

Αποστολή και καθήκοντα

Στη Ρουμανία, οι συμβολαιογράφοι παρέχουν τις ακόλουθες νομικές υπηρεσίες:

  • κατάρτιση των απαιτούμενων εγγράφων για νομική και κληρονομική διαδοχή
  • σύναψη συμβάσεων (συμβάσεις πώλησης, συμβάσεις ανταλλαγής, συμβάσεις διατροφής, συμβάσεις δωρεάς, συμβάσεις σύστασης υποθήκης, συμβάσεις σύστασης ενεχύρου, συμβάσεις χρηματοδοτικής μίσθωσης, συμβάσεις μίσθωσης) και άλλες πράξεις (πράξεις εγγύησης που ζητούνται από διάφορα ιδρύματα από τους διαχειριστές τους)
  • κατάρτιση καταστατικού για εταιρείες, συλλόγους και ιδρύματα
  • βεβαίωση γνησιότητας εγγράφων
  • επικύρωση υπογραφών, δείγματα υπογραφής και σφραγίδων
  • κάθε άλλη υπηρεσία που προβλέπεται από τον νόμο.

Άλλα νομικά επαγγέλματα

Δικαστικοί επιμελητές

Η