Νομικά επαγγέλματα - Φινλανδία

Αποκατάσταση Αποθήκευση σε PDF

Η γλωσσική έκδοση που βλέπετε τώρα βρίσκεται στο στάδιο της μετάφρασης.
Υπάρχει ήδη μετάφραση στις ακόλουθες γλώσσες: φινλανδικά

Στη σελίδα αυτή θα βρείτε μια επισκόπηση των νομικών επαγγελμάτων στη Φινλανδία.


Νομικά επαγγέλματα

Νομικά επαγγέλματα – εισαγωγή

Τα νομικά επαγγέλματα στη Φινλανδία περιλαμβάνουν τους δικαστές που απασχολούνται σε δικαστήρια, τους εισαγγελείς, τους συμβούλους παροχής νομικής συνδρομής, τους δικηγόρους, τους συμβολαιογράφους και τα όργανα αναγκαστικής εκτέλεσης (δικαστικοί επιμελητές).

Εισαγγελείς

Οργάνωση

Σύμφωνα με το Σύνταγμα της Φινλανδίας, ο γενικός εισαγγελέας είναι ο ανώτατος εισαγγελέας και επικεφαλής της εισαγγελικής υπηρεσίας.

Η εισαγγελική υπηρεσία περιλαμβάνει δύο σκέλη: τη γενική εισαγγελία, ως κεντρική αρχή της εισαγγελικής υπηρεσίας, και 15 τοπικές εισαγγελίες με 50 γραφεία εξυπηρέτησης. Το προσωπικό της φινλανδικής εισαγγελικής υπηρεσίας ανέρχεται σε 581 υπαλλήλους, εκ των οποίων οι 381 είναι εισαγγελείς.

Οι επικεφαλής περιφερειακοί εισαγγελείς προΐστανται των τοπικών εισαγγελιών. Υπάρχουν επίσης αναπληρωτές επικεφαλής και περιφερειακοί εισαγγελείς. Ορισμένες εισαγγελικές μονάδες έχουν δόκιμους εισαγγελείς, οι οποίοι καταρτίζονται στα εισαγγελικά καθήκοντα.

Όλοι οι παραπάνω είναι εισαγγελείς γενικής αρμοδιότητας και, πλην σπανίων εξαιρέσεων, είναι αρμόδιοι να απαγγέλουν κατηγορίες για κάθε είδους ποινικά αδικήματα που διαπράττονται εντός της περιοχής αρμοδιότητάς τους. Ειδικοί εισαγγελείς, όπως ο Κοινοβουλευτικός Διαμεσολαβητής και ο Αρχιδικαστής είναι αρμόδιοι να απαγγέλλουν κατηγορίες μόνο σε ρητά καθορισμένες περιπτώσεις.

Αποστολή και καθήκοντα

Σύμφωνα με τον νόμο, καθήκον του εισαγγελέα είναι να αποφασίζει περί του αξιόποινου χαρακτήρα των πράξεων σε ποινικές υποθέσεις με τρόπο ώστε να διασφαλίζεται η ασφάλεια δικαίου για τους διαδίκους και το δημόσιο συμφέρον. Ο εισαγγελέας πρέπει να εκτελεί τα καθήκοντά του αμερόληπτα και με οικονομία χρόνου και μέσων.

Η εισαγγελική υπηρεσία πρέπει να τηρεί τις κοινά αποδεκτές αξίες της δίκαιης μεταχείρισης, της επάρκειας και της ευημερίας σε όλους τους τομείς δραστηριότητάς της.

Ο τίτλος του δημόσιου κατήγορου αναφέρεται στον δημόσιο χαρακτήρα του λειτουργήματος των εισαγγελέων. Σε αντίθεση με τους υπόλοιπους διαδίκους σε μια ποινική υπόθεση, ο εισαγγελέας δεν ενεργεί για δικό του συμφέρον αλλά εκ μέρους της κοινωνίας, της οποίας τα συμφέροντα προασπίζει. Ο εισαγγελέας είναι κρατικός λειτουργός, καθήκον του οποίου είναι να διασφαλίζει την επιβολή της κατάλληλης προβλεπόμενης ποινής για κάθε ποινικό αδίκημα. Οι εισαγγελείς αποτελούν ανεξάρτητο μέρος της δικαστικής διοίκησης της Φινλανδίας.

Οι περισσότερες ποινικές υποθέσεις (περίπου 80.000 υποθέσεις ετησίως) αναλαμβάνονται από τις τοπικές εισαγγελικές μονάδες. Η γενική εισαγγελία ασχολείται κυρίως με ποινικές υποθέσεις με ευρύτερη σημασία για το κοινωνικό σύνολο, ο αριθμός των οποίων ανέρχεται σε μερικές δεκάδες ετησίως.

Η διερεύνηση των ποινικών αδικημάτων –προδικαστικές έρευνες– είναι καθήκον της αστυνομίας. Όταν ολοκληρώνεται μια έρευνα, το υλικό που έχει συγκεντρωθεί αποστέλλεται στον εισαγγελέα, ο οποίος προβαίνει σε εκτίμηση των κατηγοριών. Αυτό σημαίνει ότι, για κάθε ύποπτο πρόσωπο και για κάθε εικαζόμενη πράξη, ο εισαγγελέας αξιολογεί το εάν έχει διαπραχθεί ποινικό αδίκημα και εάν υπάρχουν επαρκή αποδεικτικά στοιχεία για την άσκηση δίωξης.

Όταν υπάρχουν βάσιμα στοιχεία εις βάρος ενός ύποπτου, πρέπει να απαγγέλλονται κατηγορίες. Εάν δεν υπάρχουν επαρκή αποδεικτικά στοιχεία, ή εάν υφίσταται άλλος λόγος για τον οποίο δεν μπορούν να απαγγελθούν κατηγορίες (π.χ. λόγω παραγραφής), ο εισαγγελέας αποφασίζει να μην προχωρήσει σε δίωξη.

Νομικές βάσεις δεδομένων

Για περισσότερες πληροφορίες επισκεφθείτε τον δικτυακό τόπο της Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροΓενικής Εισαγγελίας και του φινλανδικού Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυρουπουργείου Δικαιοσύνης.

Δικαστές

Οργάνωση

Στη Φινλανδία, οι περισσότερες δικαστικές αποφάσεις λαμβάνονται από επαγγελματίες δικαστές. Στα περιφερειακά δικαστήρια υπάρχουν επίσης λαϊκοί δικαστές (άνδρες ή γυναίκες). Οι δικαστές είναι μέλη της ανεξάρτητης δικαστικής εξουσίας. Υπηρετούν στο Ανώτατο Δικαστήριο, στα εφετεία και στα περιφερειακά δικαστήρια (πρωτοδικεία), στο Ανώτατο Διοικητικό Δικαστήριο και στα διοικητικά δικαστήρια, καθώς και στο Ασφαλιστικό Δικαστήριο, στο Εργατοδικείο και στο Δικαστήριο Αγοράς. Οι δικαστές είναι κρατικοί λειτουργοί και δεν μπορούν να απομακρύνονται από το αξίωμά τους. Ένας δικαστής δεν μπορεί να τεθεί σε διαθεσιμότητα παρά μόνο με απόφαση δικαστηρίου. Επιπλέον, οι δικαστές δεν μπορούν να μετατίθενται χωρίς τη συγκατάθεσή τους.

Το κεφάλαιο 12 του νόμου περί κρατικών δημοσίων υπαλλήλων περιλαμβάνει ξεχωριστές νομικές διατάξεις για τους δικαστές ως δημόσιους υπαλλήλους. Σύμφωνα με τον νόμο, οι διατάξεις που διέπουν ζητήματα όπως άδεια απουσίας, επίπληξη, παύση απασχόλησης και θέση σε διαθεσιμότητα των υπολοίπων δημοσίων υπαλλήλων δεν ισχύουν για τους δικαστές. Σύμφωνα με τον νόμο περί κρατικών δημοσίων υπαλλήλων, οι δικαστές οφείλουν να παραιτούνται από το αξίωμά τους όταν έχουν φτάσει στην προβλεπόμενη ηλικία συνταξιοδότησης (η οποία για τους δικαστές είναι τα 68 έτη), ή εφόσον προκύπτει μόνιμη ανικανότητα άσκησης των καθηκόντων τους.

Αποστολή και καθήκοντα

Επαγγελματίες δικαστές

Οποιοσδήποτε επιθυμεί να αναλάβει δικαστικό αξίωμα πρέπει να διαθέτει πανεπιστημιακό πτυχίο νομικής και να έχει συμπληρώσει μονοετή κατάρτιση σε έδρα πρωτοδικείου. Η συνήθης οδός προς το επάγγελμα του δικαστή είναι να εργαστεί κανείς ως υπεύθυνος υποβολής (υψηλόβαθμος γραμματέας) στο εφετείο και στη συνέχεια να διοριστεί δικαστής σε περιφερειακό δικαστήριο ή εφετείο. Στο μέλλον οι υποψήφιοι δικαστές θα ακολουθούν σχετική κατάρτιση. Το εφετείο θα ανακοινώνει κενές θέσεις και το Συμβούλιο Διορισμού Δικαστών θα αξιολογεί την καταλληλότητα των αιτούντων. Οι δικαστές διορίζονται από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας.

Λαϊκοί δικαστές

Τα περιφερειακά δικαστήρια διαθέτουν επίσης λαϊκά μέλη ή «λαϊκούς δικαστές», οι οποίοι συμμετέχουν στη λήψη των αποφάσεων σε ορισμένες υποθέσεις. Οι λαϊκοί δικαστές χρησιμοποιούνται κυρίως σε ποινικές υποθέσεις, αλλά μπορούν επίσης να χρησιμοποιηθούν και σε αστικές υποθέσεις και διαφορές ιδιοκτησίας. Στα περιφερειακά δικαστήρια η εκδίκαση των υποθέσεων γίνεται από έναν τακτικό δικαστή, με την ιδιότητα του προέδρου, και τρεις λαϊκούς δικαστές. Οι λαϊκοί δικαστές λειτουργούν ανεξάρτητα και, όταν κρίνεται απαραίτητο, η απόφαση του δικαστηρίου λαμβάνεται με ψηφοφορία. Η ετυμηγορία διαμορφώνεται με βάση την άποψη της πλειοψηφίας. Σε περίπτωση ισοψηφίας σε ποινική υπόθεση, υπερισχύει η επιεικέστερη γνώμη για τον εναγόμενο. Στις αστικές υποθέσεις, η αποφασιστική ψήφος είναι εκείνη του προέδρου.

Τα δημοτικά συμβούλια διορίζουν λαϊκούς δικαστές για τετραετείς θητείες. Κάθε δήμος πρέπει να διαθέτει τουλάχιστον δύο λαϊκούς δικαστές. Ο αριθμός αυτός είναι πολύ υψηλότερος στους μεγάλους δήμους. Οι λαϊκοί δικαστές πρέπει να αντικατοπτρίζουν κατά το μέγιστο δυνατό βαθμό τα χαρακτηριστικά του κάθε δήμου από άποψης ηλικίας, φύλου, γλώσσας και επαγγέλματος των κατοίκων του.

Ο λαϊκός δικαστής πρέπει να είναι φινλανδός πολίτης. Άνθρωποι ηλικίας κάτω 25 και άνω των 63 ετών δεν μπορούν να διορίζονται λαϊκοί δικαστές. Άνθρωποι με αξιώματα σε δικαστήρια ή σε φορείς ποινικού δικαίου δεν μπορούν να υπηρετούν ως λαϊκοί δικαστές. Το ίδιο ισχύει και για όσους υπηρετούν ως εισαγγελείς, δικηγόροι ή αστυνομικοί. Ο λαϊκός δικαστής ορκίζεται ως δικαστής ή υποβάλλει υπεύθυνη δήλωση πριν από την ανάληψη της θέσης του.

Στόχος είναι η συμμετοχή κάθε λαϊκού δικαστή σε μία ακρόαση περίπου ανά μήνα ή 12 φορές ανά έτος. Το περιφερειακό δικαστήριο καταβάλει στους λαϊκούς δικαστές αμοιβή ανά ακρόαση, καθώς και αποζημίωση για απώλεια εισοδήματος.

Σύμβουλοι παροχής νομικής συνδρομής

Οργάνωση

Οι σύμβουλοι παροχής νομικής συνδρομής είναι νομικοί ή δικηγόροι οι οποίοι εργάζονται στα κρατικά γραφεία παροχής νομικής συνδρομής. Οι εν λόγω σύμβουλοι είναι δημόσιοι υπάλληλοι οι οποίοι διορίζονται από τον υπουργό Δικαιοσύνης. Τα κρατικά γραφεία παροχής νομικής συνδρομής υπάγονται στην αρμοδιότητα του υπουργείου Δικαιοσύνης.

Οι σύμβουλοι παροχής νομικής συνδρομής πρέπει να είναι κάτοχοι πτυχίου νομικής (oikeustieteen kandidaatti) και να διαθέτουν επαρκή εμπειρία στο δικηγορικό επάγγελμα και στις δικαστικές υποθέσεις. Οι σύμβουλοι παροχής νομικής συνδρομής φέρουν, ως επί το πλείστον, τον τιμητικό τίτλο «varatuomari» (πτυχιούχος νομικής με άσκηση στο δικαστήριο).

Οι σύμβουλοι παροχής νομικής συνδρομής παρίστανται στα δικαστήρια και, κατά συνέπεια, υποχρεούνται να τηρούν τον Κώδικα Δεοντολογίας των επαγγελματιών δικηγόρων. Για τον λόγο αυτό, βρίσκονται υπό την εποπτεία του Φινλανδικού Δικηγορικού Συλλόγου. Η πλειοψηφία των συμβούλων παροχής νομικής συνδρομής είναι εξάλλου εγγεγραμμένοι στον Δικηγορικό Σύλλογο. Οι σύμβουλοι παροχής νομικής συνδρομής ασκούν τα καθήκοντά τους με πλήρη ανεξαρτησία.

Οργάνωση του νομικού επαγγέλματος: Δικηγόροι

Συνήγοροι (παριστάμενοι σε δικαστήρια)

Μόνο τα μέλη του Δικηγορικού Συλλόγου μπορούν να χρησιμοποιούν τους επαγγελματικούς τίτλους «asianajaja» ή «advokat». Όποιος ζητάει να γίνει μέλος του Δικηγορικού Συλλόγου πρέπει, μεταξύ άλλων, να πληροί τις ακόλουθες προϋποθέσεις:

  • να κατέχει πτυχίο νομικής (LL.M.), το οποίο του δίνει τη δυνατότητα ανάληψης δικαστικού αξιώματος
  • να είναι πρόσωπο εγνωσμένης ακεραιότητας
  • να διαθέτει αρκετά χρόνια εμπειρίας στο νομικό επάγγελμα και σε άλλες δικαστικές δραστηριότητες
  • να πετύχει σε ειδική εξέταση που αφορά τα βασικά στοιχεία του νομικού επαγγέλματος και της επαγγελματικής δεοντολογίας
  • να είναι ανεξάρτητος και αυτόνομος έναντι οποιασδήποτε επιρροής από κρατικούς λειτουργούς και άλλα πρόσωπα, εξαιρουμένου του πελάτη του
  • να διαθέτει διάφορα άλλα τυπικά προσόντα.

Ευθύνες του δικηγόρου και εποπτεία της επαγγελματικής πρακτικής του

Σε ό,τι αφορά την ποινική ή αστική ευθύνη, ισχύει καταρχήν για τον δικηγόρο ό,τι ισχύει και για οποιονδήποτε άλλο πολίτη. Ωστόσο, κάθε δικηγόρος πρέπει να προβαίνει σε ασφαλιστική κάλυψη ώστε να μπορεί να αντιμετωπίζει ζημίες που προκύπτουν από οτιδήποτε άλλο εκτός από προμελέτη ή σοβαρή αμέλεια. Ο Δικηγορικός Σύλλογος έχει συστήσει ταμείο αποζημιώσεων για την κάλυψη ζημιών που προέρχονται από τυχόν εγκληματική συμπεριφορά δικηγόρων.

Ο δικηγόρος έχει επιπλέον και επαγγελματική ευθύνη. Το συμβούλιο του Δικηγορικού Συλλόγου πρέπει να διασφαλίζει ότι οι δικηγόροι εκπληρώνουν το καθήκον τους σύμφωνα με την επαγγελματική δεοντολογία. Όταν δεν συμβαίνει αυτό, ο Δικηγορικός Σύλλογος λαμβάνει πειθαρχικά μέτρα. Η διαδικασία αυτή ξεκινά συνήθως με έγγραφη καταγγελία. Ο Αρχιδικαστής ενημερώνεται σχετικά με τις αποφάσεις του Δικηγορικού Συλλόγου και μπορεί να εφεσιβάλει τις αποφάσεις αυτές στο Εφετείο του Ελσίνκι.

Ο Φινλανδικός Δικηγορικός Σύλλογος είναι πρόσωπο δημοσίου δικαίου και η λειτουργία του διέπεται από τον νόμο περί δικηγόρων του 1958. Στην προηγούμενη μορφή του ήταν αναγνωρισμένο σωματείο με την ίδια επωνυμία. Όλα τα μέλη και των δύο οργανισμών ήταν πάντα δικηγόροι.

Ο Δικηγορικός Σύλλογος αριθμεί περίπου 1850 μέλη, τα οποία αποκαλούνται «δικηγόροι» («asianajaja» στα φινλανδικά και «advokat» στα σουηδικά). Τα δικηγορικά γραφεία απασχολούν περίπου 600 συνεργάτες, εκ των οποίων 120 περίπου είναι δημόσιοι νομικοί σύμβουλοι. Τα κρατικά γραφεία παροχής νομικής συνδρομής απασχολούν επίσης περισσότερους από 100 νομικούς συμβούλους οι οποίοι δεν είναι μέλη του Δικηγορικού Συλλόγου.

Νομικός που έχει διαγραφεί από τον Δικηγορικό Σύλλογο συνεπεία πειθαρχικών μέτρων μπορεί να εξακολουθήσει να ασκεί το επάγγελμά του με άλλον επαγγελματικό τίτλο. Σε τέτοια περίπτωση, ωστόσο, ένας νομικός ασκεί το επάγγελμά του χωρίς να δεσμεύεται από τις υποχρεώσεις της δικηγορικής ιδιότητας και η επαγγελματική του πρακτική δεν εποπτεύεται από τον Δικηγορικό Σύλλογο.

Κάθε φινλανδός πολίτης ή υπήκοος ενός κράτους του Ευρωπαϊκού Οικονομικού Χώρου, ηλικίας άνω των 25 ετών, ο οποίος χαρακτηρίζεται από εντιμότητα και του οποίου οι ικανότητες και ο τρόπος ζωής αρμόζουν στην άσκηση του δικηγορικού επαγγέλματος, μπορεί να γίνει δεκτός από τον Δικηγορικό Σύλλογο. Για την άσκηση του δικηγορικού επαγγέλματος, απαραίτητη προϋπόθεση είναι επίσης η εκπλήρωση των ακαδημαϊκών απαιτήσεων, καθώς και η ύπαρξη των απαραίτητων επαγγελματικών δεξιοτήτων που προβλέπονται στη Φινλανδία και της εμπειρίας στην άσκηση του δικηγορικού επαγγέλματος. Οι υποψήφιοι δικηγόροι θα πρέπει να μην έχουν κηρυχθεί σε πτώχευση ούτε να βρίσκονται υπό επιτροπεία.

Βάσει των διεθνών δεσμεύσεων που έχουν τεθεί σε ισχύ στη Φινλανδία, ένα άτομο το οποίο δεν πληροί τις ακαδημαϊκές απαιτήσεις και δεν διαθέτει την επαγγελματική εμπειρία που απαιτείται στη Φινλανδία, αλλά διαθέτει τα επαγγελματικά προσόντα που θεωρούνται απαραίτητα για την άσκηση του δικηγορικού επαγγέλματος σε άλλο κράτος του Ευρωπαϊκού Οικονομικού Χώρου, μπορεί να γίνει επίσης δεκτό από τον Δικηγορικό Σύλλογο της Φινλανδίας. Στην περίπτωση αυτή, οι υποψήφιοι πρέπει να προσκομίζουν πιστοποιητικό του Δικηγορικού Συλλόγου της χώρας καταγωγής τους, που θα αποδεικνύει ότι έχουν επαρκείς γνώσεις όσον αφορά τόσο το δίκαιο της Φινλανδίας όσο και την άσκηση του δικηγορικού επαγγέλματος στη Φινλανδία.

Επιπλέον, ένα άτομο, το οποίο διαθέτει τα επαγγελματικά προσόντα τα οποία απαιτούνται για την άσκηση του δικηγορικού επαγγέλματος σε κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, μπορεί να εργαστεί ως δικηγόρος στη Φινλανδία χωρίς να υποβληθεί σε ειδική εξέταση. Ωστόσο, προϋπόθεση για τη χορήγηση της άδειας χωρίς εξετάσεις είναι να έχει εγγραφεί, επί τριετία τουλάχιστον, στο μητρώο που τηρεί ο Δικηγορικός Σύλλογος για τους δικηγόρους που κατέχουν επαγγελματικό τίτλο της χώρας καταγωγής τους και έχουν το δικαίωμα να ασκούν δικηγορία σε άλλο κράτος μέλος (κοινοτικό μητρώο). Επίσης, ο ενδιαφερόμενος θα πρέπει να αποδείξει ότι ασκούσε κανονικά το δικηγορικό επάγγελμα στη Φινλανδία κατά τη διάρκεια της τριετούς αυτής περιόδου.

Νομικές βάσεις δεδομένων

Για περισσότερες πληροφορίες επισκεφθείτε τον δικτυακό τόπο του Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροΦινλανδικού Δικηγορικού Συλλόγου.

Μη παριστάμενοι συνήγοροι/ νομικοί σύμβουλοι

Στη Φινλανδία μπορεί ουσιαστικά ο καθένας να παρέχει συμβουλές και συνδρομή σε νομικές υποθέσεις, ακόμη και επαγγελματικά. Ωστόσο, είναι πολλοί λίγοι οι σύμβουλοι αυτού του είδους που δεν κατέχουν πτυχίο νομικής.

Οι επαγγελματίες νομικοί που δεν είναι μέλη του Δικηγορικού Συλλόγου ενδέχεται να μη πληρούν τις προϋποθέσεις για την άσκηση του δικηγορικού επαγγέλματος ή να προτιμούν να μη δεσμεύονται από τις υποχρεώσεις της δικηγορικής ιδιότητας. Για παράδειγμα, οι νομικοί που μόλις αποφοίτησαν από το πανεπιστήμιο ή όσοι έχουν μόλις ξεκινήσει να εργάζονται ή προέρχονται από άλλους τομείς νομικής δραστηριότητας δεν πληρούν τις σχετικές προϋποθέσεις. Το ίδιο ισχύει και για τους νομικούς μερικής απασχόλησης.

Συμβολαιογράφοι

Στη Φινλανδία, τα καθήκοντα των συμβολαιογράφων διέπονται από τη νομοθεσία της χώρας. Οι συμβολαιογράφοι υπάγονται στους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης και πρέπει να είναι κάτοχοι πτυχίου νομικής. (oikeustieteen kandidaatti).

Παρά το γεγονός ότι υπάρχουν πολλές ομοιότητες, τα καθήκοντα του συμβολαιογράφων στη Φινλανδία διαφέρουν σημαντικά από τα καθήκοντα των συμβολαιογράφων σε άλλα ευρωπαϊκά κράτη και στις Ηνωμένες Πολιτείες. Στη Φινλανδία, οι συμβολαιογράφοι είναι σε κάθε περίπτωση δημόσιοι λειτουργοί. Ωστόσο, δεν είναι συμβολαιογράφοι πλήρους απασχόλησης. Οι περισσότεροι είναι υπάλληλοι του Ληξιαρχείου. Στη Φινλανδία, λόγω της δικαιοπρακτικής ελευθερίας, δεν απαιτείται επικύρωση από τον συμβολαιογράφο για την ισχύ των συμβάσεων που εμπίπτουν στο αστικό δίκαιο. Τα μόνα συμβόλαια του αστικού δικαίου που απαιτούν επικύρωση από συμβολαιογράφο είναι η μεταβίβαση ακινήτου περιουσίας.

Οι συμβολαιογράφοι είναι επιφορτισμένοι, μεταξύ άλλων, με τη βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής, την επικύρωση αντιγράφων, ταυτοτήτων κλπ. Οι συμβολαιογράφοι μπορούν επίσης να πιστοποιούν, με θεώρηση δι’ επισημειώσεως (apostille) ότι ο υπογράφων το έγγραφο κατέχει τον τίτλο που αναφέρεται στο σχετικό έγγραφο και ότι έχει το δικαίωμα υπογραφής.

Άλλα νομικά επαγγέλματα

Όργανα αναγκαστικής εκτέλεσης

Οργάνωση

Οι υπηρεσίες αναγκαστικής εκτέλεσης αναλαμβάνονται από τοπικούς δικαστικούς επιμελητές, ήτοι από δικαστικούς επιμελητές των περιφερειών, αξιωματικούς της αγροφυλακής και από τον δικαστικό επιμελητή της περιφέρειας του Åland. Επικουρούνται από βοηθούς δικαστικών επιμελητών, οι οποίοι στην πράξη διαχειρίζονται τις περισσότερες υποθέσεις αναγκαστικής εκτέλεσης. Επίσης, οι υπηρεσίες αναγκαστικής εκτέλεσης διαθέτουν υπαλλήλους γραφείου. Οι δικαστικοί επιμελητές που απασχολούνται σε υπηρεσίες αναγκαστικής εκτέλεσης είναι δημόσιοι υπάλληλοι.

Η γενική διαχείριση και ο έλεγχος των υπηρεσιών αναγκαστικής εκτέλεσης υπάγονται στην αρμοδιότητα του υπουργείου Δικαιοσύνης. Οι επικεφαλής των δικαστικών υπηρεσιών των περιφερειακών διοικήσεων ασκούν επίσης δραστηριότητες ελέγχου και εποπτείας των υπηρεσιών αναγκαστικής εκτέλεσης. Επί παραδείγματι, εξετάζουν τις καταγγελίες που υποβάλλονται σχετικά με το έργο των υπηρεσιών αναγκαστικής εκτέλεσης. Ωστόσο, ούτε το υπουργείο Δικαιοσύνης ούτε ο προϊστάμενος της νομικής υπηρεσίας έχουν το δικαίωμα ακύρωσης ή τροποποίησης αναγκαστικών ή άλλων μέτρων.

Στη Φινλανδία, οι περιπτώσεις αναγκαστικής εκτέλεσης αφορούν κυρίως την είσπραξη απαιτήσεων και, ως εκ τούτου, συνδέονται άμεσα με τη δικαστική διαδικασία. Κατά τη διάρκεια της σχετικής διαδικασίας εξετάζεται η εγκυρότητα των απαιτήσεων του πιστωτή, καθώς και η υποχρέωση πληρωμής που επιβάλλεται στον οφειλέτη. Σε περίπτωση μη εκούσιας τήρησης των δικαστικών αποφάσεων, επιβάλλεται η εφαρμογή τους με αναγκαστική εκτέλεση. Για την είσπραξη ορισμένων οφειλών, όπως των φόρων και των κοινωνικών εισφορών, δεν απαιτείται δικαστική απόφαση.

Αποστολή των οργάνων αναγκαστικής εκτέλεσης είναι να προστατεύουν τα συμφέροντα τόσο των πιστωτών όσο και των οφειλετών. Τα όργανα αυτά επιδιώκουν την εκούσια πληρωμή των οφειλών μετά την αποστολή σχετικής επιστολής. Σε περίπτωση που αυτό δεν είναι δυνατόν, οι εν λόγω υπηρεσίες προβαίνουν σε κατάσχεση του μισθού, της σύνταξης, των αποδοχών από επαγγελματική δραστηριότητα ή των περιουσιακών στοιχείων. Τα κατασχεθέντα περιουσιακά στοιχεία μπορούν να πωλούνται μέσω σχετικής δημοπρασίας.


Την έκδοση αυτής της σελίδας στην εθνική γλώσσα διαχειρίζεται το εκάστοτε κράτος μέλος. Οι μεταφράσεις έχουν γίνει από την αρμόδια υπηρεσία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Οι τυχόν αλλαγές που επιφέρει η αρμόδια εθνική αρχή στο πρωτότυπο ενδέχεται να μην έχουν περιληφθεί ακόμα στις μεταφράσεις. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή δεν αναλαμβάνει καμία ευθύνη όσον αφορά τις πληροφορίες ή τα στοιχεία που περιλαμβάνονται ή για τα οποία γίνεται λόγος στο παρόν έγγραφο. Βλ. την ανακοίνωση νομικού περιεχομένου για τους κανόνες πνευματικής ιδιοκτησίας που ισχύουν στο κράτος μέλος που είναι αρμόδιο για την παρούσα σελίδα.

Τελευταία επικαιροποίηση: 30/06/2019