Κλείσιμο

Η ΕΚΔΟΣΗ BETA ΤΗΣ ΠΥΛΗΣ ΕΙΝΑΙ ΤΩΡΑ ΔΙΑΘΕΣΙΜΗ!

Επισκεφθείτε την έκδοση BETA της διαδικτυακής πύλης της ευρωπαϊκής ηλεκτρονικής δικαιοσύνης και πείτε μας τη γνώμη σας!

 
 

menu starting dummy link

Page navigation

menu ending dummy link

Νομικά επαγγέλματα - Γαλλία

Η γλωσσική έκδοση που βλέπετε τώρα βρίσκεται στο στάδιο της μετάφρασης.
Υπάρχει ήδη μετάφραση στις ακόλουθες γλώσσες: γαλλικά

Στην παρούσα ενότητα παρέχεται επισκόπηση των διάφορων νομικών επαγγελμάτων.


Νομικά επαγγέλματα

Νομικά επαγγέλματα – εισαγωγή

Οι δικαστές

Οργάνωση

Οι επαγγελματίες δικαστές περιλαμβάνουν τους δικαστές και τους εισαγγελείς. Οι δικαστές αναφέρονται συχνά ως «δικαστές της έδρας», ενώ η εισαγγελική αρχή εκπροσωπείται από τους «εισαγγελείς».

Οι πρώτοι αποφαίνονται επί των διαφορών που τους υποβάλλονται, ενώ οι δεύτεροι εκπροσωπούν την κοινωνία και ζητούν την εφαρμογή του νόμου. Το καθεστώς των δικαστών ρυθμίζεται από τη διάταξη αριθ. 58-1270 της 22ας Δεκεμβρίου 1958 σχετικά με τον οργανικό νόμο που αφορά το καθεστώς των δικαστών. Από αυτό προκύπτει ότι κάθε δικαστής μπορεί κατά τη διάρκεια της σταδιοδρομίας του να διορισθεί σε καθήκοντα δικαστή έδρας ή εισαγγελέα: πρόκειται για την αρχή της ενότητας του δικαστικού επαγγέλματος (άρθρο 1), την οποία επιβεβαίωσε το Συνταγματικό Συμβούλιο, ειδικότερα με την απόφασή του της 11ης Αυγούστου 1993. Οι δικαστές είναι μέλη της δικαστικής αρχής, η οποία είναι θεματοφύλακας των ατομικών ελευθεριών κατ’ εφαρμογή του άρθρου 66 του Συντάγματος. Ωστόσο, υπάρχουν ορισμένες διαφορές στο καθεστώς τους, καθώς οι δικαστές της έδρας δεν υπάγονται στην ιεραρχική εξουσία της ανώτερης αρχής και δεν είναι δυνατόν να μετατεθούν, δηλαδή δεν είναι δυνατόν να διορισθούν αλλού χωρίς τη συγκατάθεσή τους.

Οι περισσότεροι δικαστές προσλαμβάνονται βάσει διαγωνισμού. Για να συμμετάσχουν στον «πρώτο διαγωνισμό», ο οποίος είναι ανοικτός στους φοιτητές, οι υποψήφιοι πρέπει να κατέχουν δίπλωμα που να πιστοποιεί εκπαίδευση διάρκειας τουλάχιστον τεσσάρων ετών μετά το απολυτήριο (= Master). Οι επιτυχόντες υποψήφιοι διορίζονται ως ασκούμενοι και λαμβάνουν την ίδια κατάρτιση που παρέχεται από την Ανώτατη Σχολή Δικαστών (École nationale de la magistrature, ENM). Υπάρχουν επίσης περιπτώσεις άμεσης πρόσληψης. Στο τέλος της κατάρτισής τους στην ENM, οι ασκούμενοι διορίζονται με διάταγμα στο δικαιοδοτικό όργανο στο οποίο ανήκουν.

Οι επικεφαλής του δικαιοδοτικού οργάνου (πρόεδρος και εισαγγελέας) και οι επικεφαλής του δικαστηρίου (πρώτος πρόεδρος και γενικός εισαγγελέας) ασκούν, επιπλέον των δικαστικών καθηκόντων τους, διοικητικά καθήκοντα (π.χ. κατανομή των δικών).

Την 1η Ιανουαρίου 2013 υπήρχαν 8.090 δικαστές, εκ των οποίων 7.769 ήταν διορισμένοι σε δικαστήρια.

Το Ανώτατο Δικαστικό Συμβούλιο

Οι διατάξεις που αφορούν το Ανώτατο Δικαστικό Συμβούλιο (Conseil supérieur de la magistrature, CSM) περιέχονται στο άρθρο 65 του Συντάγματος. Ο συνταγματικός νόμος της 23ης Ιουλίου 2008 τροποποίησε τη σύνθεση και τις αρμοδιότητές του Ανώτατου Δικαστικού Συμβουλίου (όσον αφορά τους διορισμούς) και θέσπισε τη δυνατότητα προσφυγής σε αυτό από έναν πολίτη που επιζητεί έννομη προστασία. Επίσης, ο πρόεδρος της Δημοκρατίας δεν είναι πλέον μέλος του CSM.

Πρόεδρος της αρμόδιας σύνθεσης για τους δικαστές είναι ο πρώτος πρόεδρος του Ακυρωτικού Δικαστηρίου. Η σύνθεση περιλαμβάνει επίσης πέντε εισαγγελείς και έναν δικαστή, καθώς και τον σύμβουλο επικρατείας διορισμένο από το Συμβούλιο της Επικρατείας, έναν δικηγόρο καθώς και έξι πρόσωπα με κατάλληλα προσόντα που δεν ανήκουν ούτε στο Κοινοβούλιο ούτε στο δικαστικό σώμα ούτε στη διοίκηση. Ο πρόεδρος της Δημοκρατίας, ο πρόεδρος της Εθνοσυνέλευσης και ο πρόεδρος της Γερουσίας ορίζουν έκαστος δύο πρόσωπα με κατάλληλα προσόντα.

Πρόεδρος της αρμόδιας σύνθεσης για τους εισαγγελείς είναι ο γενικός εισαγγελέας του Ακυρωτικού Δικαστηρίου. Η σύνθεση περιλαμβάνει επίσης πέντε εισαγγελείς και έναν δικαστή, καθώς και τον σύμβουλο επικρατείας, τον δικηγόρο και τα έξι πρόσωπα με κατάλληλα προσόντα που αναφέρθηκαν ανωτέρω.

Η αρμόδια για τους δικαστές σύνθεση του Ανώτατου Δικαστικού Συμβουλίου υποβάλλει προτάσεις για τον διορισμό δικαστών στο Ακυρωτικό Δικαστήριο, για τον διορισμό πρώτου προέδρου εφετείου και για τον διορισμό προέδρου πρωτοδικείου. Οι λοιποί δικαστές διορίζονται κατόπιν σύμφωνης γνώμης του.

Η συγκεκριμένη σύνθεση του Ανώτατου Δικαστικού Συμβουλίου λειτουργεί και ως πειθαρχικό συμβούλιο των δικαστών. Στην περίπτωση αυτή, περιλαμβάνει, εκτός από τα προαναφερθέντα μέλη, τον δικαστή που ανήκει στην αρμόδια σύνθεση για τους εισαγγελείς.

Η αρμόδια για τους εισαγγελείς σύνθεση του Ανώτατου Δικαστικού Συμβουλίου γνωμοδοτεί σχετικά με τους διορισμούς που αφορούν εισαγγελείς. Η συγκεκριμένη σύνθεση του Ανώτατου Δικαστικού Συμβουλίου γνωμοδοτεί επί των πειθαρχικών κυρώσεων που αφορούν εισαγγελείς. Στην περίπτωση αυτή, περιλαμβάνει, εκτός από τα μέλη που αναφέρονται στο άρθρο 65 τρίτο εδάφιο, τον εισαγγελέα που ανήκει στην αρμόδια σύνθεση για τους δικαστές.

Εισαγγελική αρχή

Οργάνωση

Η εισαγγελική αρχή εκπροσωπείται από τους εισαγγελείς, οι οποίοι είναι επιφορτισμένοι να μεριμνούν για τα συμφέροντα της κοινωνίας που εκπροσωπούν ζητώντας την εφαρμογή του νόμου.

Με εξαίρεση τη γενική εισαγγελία του Ακυρωτικού Δικαστηρίου, η οποία κατέχει ξεχωριστή θέση, η εισαγγελική αρχή σχηματίζει στη Γαλλία μια ιεραρχική πυραμίδα «υπό την εξουσία του Σφραγιδοφύλακα, του υπουργού Δικαιοσύνης». Έτσι, το άρθρο 30 του κώδικα ποινικής δικονομίας ορίζει ότι ο υπουργός Δικαιοσύνης εφαρμόζει την πολιτική ποινικής δίωξης που καθορίζεται από την κυβέρνηση. Μεριμνά για τη συνεκτικότητα της εφαρμογής της στην επικράτεια της χώρας. Για τον σκοπό αυτό, απευθύνει στους εισαγγελείς γενικές οδηγίες ποινικής δίωξης.

Σε κάθε πρωτοδικείο, ο εισαγγελέας πλημμελειοδικών διευθύνει την εισαγγελία αποτελούμενη από ορισμένους εισαγγελείς, οι οποίοι είναι ιεραρχικά υφιστάμενοί του. Οργανώνει την εισαγγελία του κατανέμοντας τα καθήκοντα και τις υπηρεσίες μεταξύ των αντιεισαγγελέων, των βοηθών εισαγγελέων και των αναπληρωτών εισαγγελέων. Ο εισαγγελέας πλημμελειοδικών τελεί υπό τον εποπτεία και την καθοδήγηση του γενικού εισαγγελέα.

Πέρα από την ιεραρχική αυτή δομή, η εισαγγελία είναι αδιαίρετη: ο αναπληρωτής εισαγγελέας δεν χρειάζεται εξουσιοδότηση από τον προϊστάμενό του για να ενεργήσει και κάθε πράξη του δεσμεύει το σύνολο της εισαγγελίας.

Αποστολή και καθήκοντα

Η εισαγγελία έχει κυρίως ποινικές αρμοδιότητες. Διευθύνει τις ανακρίσεις και εκτελεί ή ζητεί να εκτελεσθούν όλες οι αναγκαίες πράξεις για τη δίωξη των παραβάσεων του νόμου. Επίσης, αξιολογεί τη συνέχεια που πρέπει να δοθεί στις ποινικές υποθέσεις βάσει της αρχής της σκοπιμότητας της δίωξης (π.χ. κίνηση ανακριτικής διαδικασίας, παραπομπή σε δίκη ή αρχειοθέτηση της υπόθεσης χωρίς να δοθεί συνέχεια). Παρεμβαίνει υποχρεωτικά στη δίκη αναπτύσσοντας ελεύθερα τις προφορικές παρατηρήσεις του (σχετικά με τα πραγματικά περιστατικά, την προσωπικότητα του κατηγορουμένου και την ποινή), τις οποίες θεωρεί ενδεδειγμένες για την κατάλληλη απονομή της δικαιοσύνης. Είναι επίσης αρμόδιος για την εκτέλεση των ποινών.

Ο εισαγγελέας είναι επίσης επιφορτισμένος με την προστασία των ανηλίκων που διατρέχουν κίνδυνο και έχει ορισμένες αστικές αρμοδιότητες όσον αφορά, για παράδειγμα, την κατάσταση των προσώπων (π.χ. τροποποίηση των ατομικών στοιχείων ενός προσώπου), διοικητικές αρμοδιότητες (π.χ. σε θέματα καταστημάτων πώλησης ποτών, περιοδικού Τύπου, άμεσων πωλήσεων κ.λπ.) και εμπορικές αρμοδιότητες (π.χ. σε συλλογικές διαδικασίες).

Η αποστολή και τα καθήκοντα των δικαστών περιγράφονται αναλυτικά στην ενότητα για τα τακτικά δικαστήρια.

Μη επαγγελματίες δικαστές

Δικαστές μικροδιαφορών

Οι δικαστές μικροδιαφορών θεσπίσθηκαν από τον νόμο περί προσανατολισμού και προγραμματισμού της δικαιοσύνης της 9ης Σεπτεμβρίου 2002, ο οποίος συμπληρώθηκε από τον νόμο αριθ. 2005-47 της 26ης Ιανουαρίου 2005. Διορίζονται με διάταγμα κατόπιν σύμφωνης γνώμης του CSM για θητεία 7 ετών, μη ανανεώσιμη. Με ορισμένες επιφυλάξεις, υπάγονται στο καθεστώς της προαναφερθείσας διάταξης αριθ. 58-1270 της 2ας Δεκεμβρίου 1958.

Οι δικαστές μικροδιαφορών ασκούν ορισμένα από τα καθήκοντα των δικαστών των δικαστηρίων. Σε αστικές υποθέσεις, είναι αρμόδιοι για προσωπικές αγωγές και αγωγές που αφορούν κινητά αξίας έως 4.000 ευρώ, εκτός εάν αυτές υπάγονται στο πρωτοδικείο. Σε ποινικές υποθέσεις, είναι επίσης αρμόδιοι για τις παραβάσεις των τεσσάρων πρώτων τάξεων, συμμετέχουν ως πάρεδροι στη σύνθεση του πλημμελειοδικείου και επικυρώνουν τους συμβιβασμούς περί εξωδικαστικής επιβολής ποινής σε ποινικές υποθέσεις.

Την 1η Ιανουαρίου 2013 υπήρχαν 452 δικαστές μικροδιαφορών.

Δικαστές εργατοδικείων

Οι δικαστές εργατοδικείων εκλέγονται κάθε 5 έτη. Εκλέγονται κατά σώματα (εργοδότες και μισθωτοί) και τομείς (γεωργία, βιομηχανία, εμπόριο, διοίκηση και διάφορες δραστηριότητες), με αναλογική εκπροσώπηση χωρίς δυνατότητα μεικτής ψήφου ή ψήφου προτίμησης. Οι υποψήφιοι πρέπει να είναι γάλλοι πολίτες, ηλικίας τουλάχιστον 21 ετών και να μην τους έχει επιβληθεί ποινή απαγόρευσης, έκπτωσης ή ανικανότητας όσον αφορά τα πολιτικά δικαιώματά τους.

Εκλογείς είναι όλοι οι μισθωτοί και οι εργοδότες ηλικίας τουλάχιστον 16 ετών, οι οποίοι ασκούν επαγγελματική δραστηριότητα ή τελούν υπό σύμβαση μαθητείας ή είναι άνεργοι παρά τη θέλησή τους.

Πάρεδροι δικαστηρίων υποθέσεων κοινωνικής ασφάλισης

Ορίζονται για τρία έτη από τον πρώτο πρόεδρο του εφετείου βάσει καταλόγου που υποβάλλεται, στην περιφέρεια του εκάστοτε δικαστηρίου, από τον διευθυντή της περιφερειακής διεύθυνσης νεολαίας, υγειονομικών και κοινωνικών υποθέσεων.

Πάρεδροι δικαστηρίων υποθέσεων αναπηρίας

Ορίζονται για θητεία τριών ετών από τον πρώτο πρόεδρο του εφετείου στην περιφέρεια του οποίου βρίσκεται η έδρα του δικαστηρίου, βάσει καταλόγων που καταρτίζονται από τον προϊστάμενο της περιφερειακής υπηρεσίας νεολαίας, αθλητισμού και κοινωνικής συνοχής κατόπιν πρότασης των πλέον αντιπροσωπευτικών επαγγελματικών οργανώσεων.

Πάρεδροι δικαστηρίων ανηλίκων

Ορίζονται για θητεία τεσσάρων ετών από τον υπουργό Δικαιοσύνης. Διακρινόμενοι για το ενδιαφέρον τους σχετικά με τα θέματα που αφορούν τα παιδιά και τις ικανότητές τους, επιλέγονται για κάθε δικαστήριο ανηλίκων βάσει καταλόγου υποψηφίων που υποβάλλεται από τον πρώτο πρόεδρο του εφετείου.

Πάρεδροι μικτών δικαστηρίων για τις αγροτικές μισθώσεις

Ενοικιαστές οι οποίοι δεν είναι μισθωτές και μισθωτές οι οποίοι δεν είναι ενοικιαστές, εκλέγονται ισάριθμα από ομότιμούς τους βάσει εκλογικών καταλόγων που καταρτίζει ο νομάρχης κατόπιν πρότασης της επιτροπής σύνταξης των εκλογικών καταλόγων.

Δικαστές εμποροδικείων (= juges consulaires)

Πρόκειται για εθελοντές εμπόρους, οι οποίοι εκλέγονται από άλλους εμπόρους.

Διορίζονται με διαδικασία δύο σταδίων, η οποία προβλέπεται στα άρθρα L. 723-1 έως L. 723-14 και R. 723-1 έως R. 723-31 του εμπορικού κώδικα.

Εκλογείς είναι οι δικαστές και πρώην δικαστές καθώς και οι εκπρόσωποι των εμπόρων. Οι εκπρόσωποι των εμπόρων είναι οι ίδιοι έμποροι, οι οποίοι εκλέγονται για πέντε έτη, με μοναδική εντολή την εκλογή των δικαστών των εμποροδικείων.

Οι δικαστές εμποροδικείων εκλέγονται για μια πρώτη θητεία δύο ετών και, στη συνέχεια, για θητείες τεσσάρων ετών. Ο αριθμός των διαδοχικών θητειών περιορίζεται σε τέσσερις. Στο πέρας τεσσάρων θητειών, οι δικαστές εμποροδικείων δεν είναι πλέον επιλέξιμοι για περίοδο ενός έτους.

Η εκλογή των δικαστών εμποροδικείων διεξάγεται κάθε χρόνο, κατά το πρώτο δεκαπενθήμερο του Οκτωβρίου σε όλα τα δικαστήρια στα οποία υπάρχουν κενές θέσεις προς πλήρωση.

Γραμματείς δικαστηρίου

Ο γραμματέας είναι ειδικός επί της διαδικασίας. Επικουρεί τον δικαστή στις πράξεις της δικαιοδοσίας του και είναι υπεύθυνος για την επικύρωση και την πιστοποίηση, επί ποινή ακυρότητας, των δικαστικών πράξεων στις περιπτώσεις που αυτό προβλέπεται από τον νόμο.

Ως φυσικός συνεργάτης του δικαστή, επικουρεί τον τελευταίο στο πλαίσιο της κατάρτισης της δικογραφίας και της διεξαγωγής ερευνών τεκμηρίωσης. Μπορεί επίσης να ασκεί καθήκοντα υποδοχής και ενημέρωσης του κοινού, καθώς και καθήκοντα επαγγελματικής εκπαίδευσης στην εθνική σχολή γραμματέων δικαστηρίου.

Τα καθήκοντα του γραμματέα δικαστηρίου ασκούνται κυρίως στις διάφορες υπηρεσίες των δικαστηρίων. Ανάλογα με τη σημασία του δικαστηρίου και την οργάνωσή του, ο γραμματέας μπορεί να επιφορτισθεί με διοικητικές αρμοδιότητες, όπως προϊστάμενος γραμματείας, αναπληρωτής ή προϊστάμενος υπηρεσίας.

Οι δικηγόροι

Οι δικηγόροι είναι λειτουργοί της δικαιοσύνης, οι οποίοι ασκούν ελεύθερο και ανεξάρτητο επάγγελμα. Το καθεστώς τους απορρέει κυρίως από τον νόμο αριθ. 71-130 της 31ης Δεκεμβρίου 1971 για τη μεταρρύθμιση του καθεστώτος ορισμένων δικαστικών λειτουργών και άλλων νομικών και το διάταγμα αριθ. 91-1197 της 27ης Νοεμβρίου 1991 για την οργάνωση του δικηγορικού επαγγέλματος. Ο νόμος αριθ. 90-1259 της 31ης Δεκεμβρίου 1990, ο οποίος τροποποίησε τον νόμο του 1971, και τα διατάγματα εφαρμογής του δημιούργησαν το νέο επάγγελμα του δικηγόρου συγχωνεύοντας τους δικηγόρους και τους νομικούς συμβούλους.

Στην καθημερινή άσκηση της δραστηριότητάς του, ο δικηγόρος εκπληρώνει δύο καθήκοντα: την παροχή συμβουλών και την υπεράσπιση.

Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 4 πρώτο εδάφιο του νόμου της 31ης Δεκεμβρίου 1971, οι δικηγόροι διαθέτουν οιονεί μονοπώλιο όσον αφορά την παροχή συνδρομής και την εκπροσώπηση των διαδίκων, την παράσταση και την αγόρευση ενώπιον των δικαστηρίων και των κάθε φύσης δικαιοδοτικών ή πειθαρχικών οργάνων.

Το επάγγελμα χαρακτηρίζεται από την απουσία εθνικού σώματος, καθώς οι δικηγόροι επιθυμούν να διαφυλάξουν τη δίκαιη εκπροσώπηση του συνόλου των δικηγορικών συλλόγων. Οι δικηγόροι υπάγονται στους 161 δικηγορικούς συλλόγους της μητροπολιτικής Γαλλίας και των υπερπόντιων εδαφών που υφίστανται στην περιφέρεια των πρωτοδικείων (tribunaux de grande instance). Κάθε δικηγορικός σύλλογος διαθέτει έναν πρόεδρο και διοικείται από το συμβούλιο του σώματος, το οποίο είναι αρμόδιο να χειρίζεται κάθε θέμα που αφορά την άσκηση του επαγγέλματος και να μεριμνά για την τήρηση των υποχρεώσεων των δικηγόρων καθώς και για την προστασία των δικαιωμάτων τους.

Το Εθνικό Συμβούλιο των Δικηγορικών Συλλόγων (Conseil national des barreaux, CNB), το οποίο θεσπίσθηκε με τον νόμο της 31ης Δεκεμβρίου 1990 (άρθρο 15), είναι ίδρυμα κοινής ωφέλειας με νομική προσωπικότητα, επιφορτισμένο να εκπροσωπεί το δικηγορικό επάγγελμα ενώπιον των δημόσιων αρχών και να μεριμνά για την εναρμόνιση των κανόνων και των πρακτικών του επαγγέλματος.

Το Εθνικό Συμβούλιο των Δικηγορικών Συλλόγων διαθέτει δικτυακό τόπο, ο οποίος παρέχει δωρεάν πρόσβαση σε πληροφορίες σχετικά με την οργάνωση του επαγγέλματος, ζητήματα επικαιρότητας που αφορούν το επάγγελμα καθώς και κατάλογο του συνόλου των δικηγόρων που είναι εγγεγραμμένοι στους δικηγορικούς συλλόγους της Γαλλίας. Οι περισσότεροι μεγάλοι δικηγορικοί σύλλογοι διαθέτουν δικτυακούς τόπους στους οποίους παρέχεται ελεύθερη και δωρεάν πρόσβαση και οι διευθύνσεις των οποίων περιέχονται στον κατάλογο των δικηγορικών συλλόγων που είναι διαθέσιμος στον δικτυακό τόπο του CNB.

Οι δικηγόροι στο Συμβούλιο της Επικρατείας (Conseil d’Etat) και στο Ακυρωτικό Δικαστήριο (Cour de cassation) αποτελούν ξεχωριστό επάγγελμα: είναι δημόσιοι αξιωματούχοι, οι οποίοι διορίζονται για την άσκηση των καθηκόντων τους με απόφαση του Σφραγιδοφύλακα, του υπουργού Δικαιοσύνης. Διαθέτουν αποκλειστικό δικαίωμα εκπροσώπησης ενώπιον των ανώτατων δικαστηρίων, όταν η εκπροσώπηση αυτή είναι υποχρεωτική. Το καθεστώς τους προκύπτει κατά κύριο λόγο από τη διάταξη της 10ης Σεπτεμβρίου 1817, η οποία θεσπίζει το σώμα των δικηγόρων στο Συμβούλιο της Επικρατείας και στο Ακυρωτικό Δικαστήριο, το διάταγμα αριθ. 91-1125 της 28ης Οκτωβρίου 1991 σχετικά με τις προϋποθέσεις πρόσβασης στο εν λόγω επάγγελμα καθώς και το διάταγμα αριθ. 2002-76 της 11ης Ιανουαρίου 2002 σχετικά με τους πειθαρχικούς κανόνες που διέπουν το επάγγελμα αυτό.

Με διάταξη της 10ης Ιουλίου 1814, ο αριθμός των δικηγόρων στο Συμβούλιο της Επικρατείας και στο Ακυρωτικό Δικαστήριο ορίσθηκε σε εξήντα. Ωστόσο, το διάταγμα της 22ας Απριλίου 2009 επιτρέπει στον Σφραγιδοφύλακα να δημιουργεί με απόφασή του νέες θέσεις δικηγόρων στο Συμβούλιο της Επικρατείας και στο Ακυρωτικό Δικαστήριο, για λόγους ορθής απονομής της δικαιοσύνης, λαμβανομένων ιδίως υπόψη της εξέλιξης του αριθμού των υποθέσεων που υποβάλλονται στα δύο αυτά δικαστήρια.

Οι δικηγόροι στο Συμβούλιο της Επικρατείας και στο Ακυρωτικό Δικαστήριο αποτελούν αυτόνομο σώμα, επικεφαλής του οποίου είναι ο πρόεδρος, ο οποίος επικουρείται από το συμβούλιο του σώματος που απαρτίζεται από 11 μέλη. Ο φορέας αυτός ασκεί πειθαρχικά καθήκοντα και εκπροσωπεί το επάγγελμα.

Οι πληροφορίες αυτές περιέχονται επίσης στον δικτυακό τόπο του Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροΣώματος δικηγόρων στο Συμβούλιο της Επικρατείας και στο Ακυρωτικό Δικαστήριο.

Διατίθεται βάση δεδομένων στον συγκεκριμένο τομέα;

Διατίθεται βάση δεδομένων, η οποία τηρείται από το Εθνικό Συμβούλιο των Δικηγορικών Συλλόγων με βάση τον κατάλογο των δικηγόρων που είναι εγγεγραμμένοι στους πίνακες κάθε σώματος δικηγόρων στη Γαλλία.

Παρέχεται δωρεάν πρόσβαση στις πληροφορίες αυτές;

Η πρόσβαση στην εν λόγω βάση στον δικτυακό τόπο του Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροΕθνικού Συμβουλίου των Δικηγορικών Συλλόγων παρέχεται δωρεάν.

Οι συμβολαιογράφοι

Οργάνωση

Οι συμβολαιογράφοι είναι δημόσιοι λειτουργοί και δημόσιοι αξιωματούχοι, οι οποίοι διορίζονται με απόφαση του σφραγιδοφύλακα, του υπουργού Δικαιοσύνης. Ωστόσο, ασκούν το επάγγελμά τους ως ελεύθεροι επαγγελματίες. Το καθεστώς τους προκύπτει κατά κύριο λόγο από τον νόμο της 25ης Βεντόζ του έτους XI, τη διάταξη αριθ. 45-2590 της 2ας Νοεμβρίου 1945 και το διάταγμα αριθ. 45-0117 της 19ης Δεκεμβρίου 1945 σχετικά με την οργάνωση του συμβολαιογραφικού επαγγέλματος, το διάταγμα αριθ. 73-609 της 5ης Ιουλίου 1973 σχετικά με την επαγγελματική κατάρτιση και τις προϋποθέσεις πρόσβασης στο συμβολαιογραφικό επάγγελμα και το διάταγμα αριθ. 78-262 της 8ης Μαρτίου 1978 σχετικά με τον καθορισμό των αμοιβών των συμβολαιογράφων.

Το επάγγελμα είναι οργανωμένο σε νομαρχιακά και περιφερειακά σώματα, επιφορτισμένα με τη ρύθμιση και τα πειθαρχικά ζητήματα που αφορούν τους συμβολαιογράφους της δικαιοδοσίας τους. Το όργανο εκπροσώπησης ενώπιον των δημόσιων αρχών σε εθνικό επίπεδο είναι το Ανώτατο Συμβολαιογραφικό Συμβούλιο.

Εκτός από το καθήκον εκπροσώπησης ενώπιον των δημόσιων αρχών, το Ανώτατο Συμβολαιογραφικό Συμβούλιο ασκεί καθήκοντα πρόληψης και συμβιβασμού των διαφορών επαγγελματικής φύσης μεταξύ συμβολαιογράφων που δεν υπάγονται στο ίδιο περιφερειακό συμβούλιο. Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροΤο Ανώτατο Συμβολαιογραφικό Συμβούλιο διαθέτει δικτυακό τόπο δωρεάν πρόσβασης που περιγράφει τα κύρια χαρακτηριστικά του επαγγέλματος και περιέχει κατάλογο των συμβολαιογράφων και των νομαρχιακών και περιφερειακών σωμάτων.

Αποστολή και καθήκοντα

Οι συμβολαιογράφοι έχουν την εξουσία να χορηγούν δημόσια έγγραφα, τα οποία είναι εκτελεστά χωρίς να απαιτείται δικαστική απόφαση.

Ασκούν επίσης καθήκοντα παροχής συμβουλών σε ιδιώτες και σε επιχειρήσεις, οι οποίες συμβουλές συνδέονται ή μη με την κατάρτιση πράξεων, και μπορούν να παρεμβαίνουν, επικουρικώς, στη διαχείριση περιουσιακών στοιχείων και στη διαπραγμάτευση ακινήτων.

Άλλα νομικά επαγγέλματα

Οι δικαστικοί επιμελητές

Οι δικαστικοί επιμελητές είναι δημόσιοι λειτουργοί και δημόσιοι αξιωματούχοι, οι οποίοι διορίζονται στα καθήκοντά τους με απόφαση του Σφραγιδοφύλακα, του υπουργού Δικαιοσύνης. Ωστόσο, ασκούν το επάγγελμά τους ως ελεύθεροι επαγγελματίες. Το καθεστώς τους απορρέει, ειδικότερα, από τον νόμο της 27ης Δεκεμβρίου 1923, τη διάταξη αριθ. 45-2592 της 2ας Νοεμβρίου 1945, το διάταγμα αριθ. 56-222 της 29ης Φεβρουαρίου 1956 και το διάταγμα αριθ. 75-770 της 14ης Αυγούστου 1975.

Έχουν αποκλειστική αρμοδιότητα επίδοσης των διαδικαστικών πράξεων και εκτέλεσης των δικαστικών αποφάσεων καθώς και εκτελεστών πράξεων ή εκτελεστών τίτλων. Μπορούν επίσης, και ειδικότερα βάσει δικαστικής παραγγελίας ή κατόπιν αιτήματος ιδιώτη, να προβαίνουν σε διαπιστώσεις. Επίσης, δικαιούνται, κατόπιν ενημέρωσης του οικείου περιφερειακού Συλλόγου καθώς και του γενικού εισαγγελέα του εφετείου στη δικαιοδοσία του οποίου υπάγεται η έδρα τους, να ασκούν τις επικουρικές δραστηριότητες του διαμεσολαβητή, του διαχειριστή ακινήτων και του ασφαλιστικού πράκτορα.

Οι δικαστικοί επιμελητές εισπράττουν, σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις, για τις πράξεις του λειτουργήματός τους, αμοιβές που υπόκεινται σε διατίμηση και προβλέπονται στο διάταγμα αριθ. 96-1080 της 12ης Δεκεμβρίου 1996.

Το επάγγελμα εκπροσωπείται από νομαρχιακά και περιφερειακά σώματα στη δικαιοδοσία κάθε εφετείου. Επίσης, το εθνικό σώμα εκπροσωπεί το σύνολο του επαγγέλματος ενώπιον των δημόσιων αρχών και επιλύει τις διαφορές μεταξύ των σωμάτων και, σε ορισμένες περιπτώσεις, μεταξύ δικαστικών επιμελητών. Το Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροΕθνικό σώμα δικαστικών επιμελητών διαθέτει δικτυακό τόπο δωρεάν πρόσβασης που περιγράφει τα κύρια χαρακτηριστικά του επαγγέλματος και περιέχει κατάλογο των επαγγελματιών.

Άλλοι λειτουργοί της δικαιοσύνης

Στα εμποροδικεία υπάρχουν γραμματείς εμποροδικείων, οι οποίοι είναι δημόσιοι λειτουργοί και δημόσιοι αξιωματούχοι. Τα κύρια καθήκοντά τους περιλαμβάνουν την παροχή συνδρομής στα μέλη του εμποροδικείου κατά τη δίκη καθώς και στον πρόεδρο του εμποροδικείου όσον αφορά το σύνολο των διοικητικών καθηκόντων που του έχουν ανατεθεί. Διευθύνουν τις υπηρεσίες της γραμματείας και είναι υπεύθυνοι για την τήρηση του εμπορικού και εταιρικού μητρώου (registre du commerce et des sociétés, RCS), των καταλόγων και των φακέλων του δικαστηρίου. Χορηγούν έγγραφα και αντίγραφα, τηρούν τις σφραγίδες και τα ποσά που κατατίθενται στη γραμματεία, καταρτίζουν τις πράξεις της γραμματείας και αναλαμβάνουν τις διατυπώσεις που εμπίπτουν στην αρμοδιότητά τους.

Το επάγγελμα ρυθμίζεται από τα άρθρα L.741-1 και επόμενα έως R.741-1 του εμπορικού κώδικα.

Το επάγγελμα εκπροσωπείται ενώπιον των δημόσιων αρχών από το Εθνικό συμβούλιο γραμματέων εμποροδικείων (Conseil national des greffiers des tribunaux de commerce, CNGTC), ίδρυμα κοινής ωφέλειας με νομική προσωπικότητα, επιφορτισμένο να προασπίζεται τα συλλογικά συμφέροντα του επαγγέλματος. Οργανώνει την αρχική και συνεχή κατάρτιση των γραμματέων και του προσωπικού της γραμματείας, τις επαγγελματικές εξετάσεις, διευκολύνει την εξασφάλιση πρακτικών ασκήσεων και διασφαλίζει την παρακολούθησή τους. Το σύνολο των πληροφοριών αυτών παρέχεται στον δικτυακό τόπο του Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροΕθνικού συμβουλίου γραμματέων εμποροδικείων.

Νομικοί σύμβουλοι / Νομικοί επιχειρήσεων

Το επάγγελμα του νομικού συμβούλου συγχωνεύθηκε με εκείνο του δικηγόρου με τον νόμο αριθ. 90-1259 της 31ης Δεκεμβρίου 1990.

Οι νομικοί που εργάζονται σε επιχειρήσεις δεν υπάγονται σε ειδική επαγγελματική ρύθμιση.

Σχετικοί σύνδεσμοι

Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροΝομικά επαγγέλματα


Την έκδοση αυτής της σελίδας στην εθνική γλώσσα διαχειρίζεται το εκάστοτε κράτος μέλος. Οι μεταφράσεις έχουν γίνει από την αρμόδια υπηρεσία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Οι τυχόν αλλαγές που επιφέρει η αρμόδια εθνική αρχή στο πρωτότυπο ενδέχεται να μην έχουν περιληφθεί ακόμα στις μεταφράσεις. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή δεν αναλαμβάνει καμία ευθύνη όσον αφορά τις πληροφορίες ή τα στοιχεία που περιλαμβάνονται ή για τα οποία γίνεται λόγος στο παρόν έγγραφο. Βλ. την ανακοίνωση νομικού περιεχομένου για τους κανόνες πνευματικής ιδιοκτησίας που ισχύουν στο κράτος μέλος που είναι αρμόδιο για την παρούσα σελίδα.

Τελευταία επικαιροποίηση: 27/09/2013