Κλείσιμο

Η ΕΚΔΟΣΗ BETA ΤΗΣ ΠΥΛΗΣ ΕΙΝΑΙ ΤΩΡΑ ΔΙΑΘΕΣΙΜΗ!

Επισκεφθείτε την έκδοση BETA της διαδικτυακής πύλης της ευρωπαϊκής ηλεκτρονικής δικαιοσύνης και πείτε μας τη γνώμη σας!

 
 

menu starting dummy link

Page navigation

menu ending dummy link

Νομικά επαγγέλματα - Σουηδία

Στην παρούσα ενότητα παρέχεται επισκόπηση των νομικών επαγγελμάτων στη Σουηδία.

Εισαγγελείς
Δικαστές
Δικηγόροι
Συμβολαιογράφοι
Άλλα νομικά επαγγέλματα


Νομικά επαγγέλματα

Νομικά επαγγέλματα — εισαγωγή

Εισαγγελείς

Οργανωτική δομή

Οι εισαγγελικές υπηρεσίες περιλαμβάνουν τη Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροΣουηδική Εισαγγελία (Åklagarmyndigheten) και τη Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροΣουηδική Αρχή Οικονομικού Εγκλήματος (Ekobrottsmyndigheten). Και οι δύο αρχές υπάγονται απευθείας στην κυβέρνηση (Υπουργείο Δικαιοσύνης). Επικεφαλής της Σουηδικής Εισαγγελίας είναι ο Γενικός Εισαγγελέας, ενώ της Αρχής Οικονομικού Εγκλήματος προΐσταται Γενικός Διευθυντής. Ο Γενικός Εισαγγελέας (Riksåklagaren) είναι ο ανώτατος εισαγγελικός λειτουργός της χώρας, προΐσταται των εισαγγελικών υπηρεσιών και φέρει την ευθύνη για τη λειτουργία τους.

Ο Γενικός Εισαγγελέας είναι υπεύθυνος για την ανάπτυξη του δικαίου, τη λειτουργία του Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροΑνώτατου Δικαστηρίου και επίσης ασκεί ορισμένα διοικητικά καθήκοντα. Υπό τον Γενικό Εισαγγελέα, οι ανώτεροι εισαγγελείς (överåklagare) είναι υπεύθυνοι για συγκεκριμένα πεδία των εισαγγελικών υπηρεσιών. Οι εισαγγελείς διορίζονται με απόφαση του Γενικού Εισαγγελέα και είναι οργανωμένοι σε εισαγγελικές περιφέρειες, τοπικά γραφεία, τα οποία στελεχώνουν τοπικοί εισαγγελείς (kammaråklagare). Ορισμένοι τοπικοί εισαγγελείς είναι ειδικευμένοι σε έναν συγκεκριμένο τομέα. Υπάρχουν 32 τοπικά γραφεία. Υπάρχουν επίσης τρία διεθνή και τέσσερα εθνικά εισαγγελικά γραφεία, τα οποία χειρίζονται ειδικές υποθέσεις. Ο επικεφαλής τοπικού γραφείου ονομάζεται προϊστάμενος εισαγγελέας (chefsåklagare).

Όλοι οι εισαγγελείς της Εισαγγελίας διαθέτουν απόλυτη ανεξαρτησία κατά τη λήψη των αποφάσεών τους, που σημαίνει ότι ένας ανώτερος εισαγγελέας δεν μπορεί να υποδείξει σε υφιστάμενό του εισαγγελέα ποια απόφαση να λάβει σε υπόθεση με την οποία έχει επιφορτιστεί ο τελευταίος. Για να γίνει κάποιος εισαγγελέας πρέπει να έχει τη σουηδική ιθαγένεια. Για να προσληφθεί κάποιος ως εισαγγελέας, πρέπει επιπλέον να διαθέτει σουηδικό πτυχίο νομικής και να έχει ολοκληρώσει διετή περίοδο άσκησης ως γραμματέας (notarie) σε πρωτοδικείο (tingsrätt) ή σε διοικητικό δικαστήριο νομού (länsrätt). Με το πτυχίο νομικής εξομοιώνεται, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, και η νομική κατάρτιση σε άλλη σκανδιναβική χώρα. Οι εισαγγελείς διορίζονται αρχικά ως ασκούμενοι εισαγγελείς για εννέα μήνες, διάστημα κατά το οποίο ασκούν τα καθήκοντά τους υπό την καθοδήγηση ενός εμπειρότερου εισαγγελικού λειτουργού. Στη συνέχεια, οι εισαγγελείς παρακολουθούν διετές επιμορφωτικό σεμινάριο παράλληλα με την άσκηση των εισαγγελικών καθηκόντων τους, προτού διοριστούν ως τοπικοί εισαγγελείς.

Υπάρχουν τρία εξειδικευμένα κέντρα ανάπτυξης της εισαγγελικής υπηρεσίας, τα οποία εδρεύουν στη Στοκχόλμη, στο Γκέτεμποργκ και στο Μάλμε και έχουν ως επικεφαλής ανώτερους εισαγγελείς. Αποστολή τους είναι η ανάπτυξη μεθοδολογικών και νομικών γνώσεων στους κλάδους του ποινικού δικαίου με τους οποίους είναι επιφορτισμένα και η λειτουργία τους ως κέντρων γνώσης στους τομείς αρμοδιότητάς τους. Είναι επίσης αρμόδια για τη νομική παρακολούθηση και την επιθεώρηση. Τα κέντρα ανάπτυξης χειρίζονται, για παράδειγμα, όλα τα ένδικα μέσα κατά αποφάσεων των εισαγγελέων.

Αποστολή και καθήκοντα

Τα κύρια καθήκοντα των εισαγγελέων είναι τρία:

  • Προΐστανται της διερεύνησης αδικημάτων.
  • Αποφασίζουν αν θα ασκηθεί ποινική δίωξη.
  • Παρίστανται στο δικαστήριο.

Ο εισαγγελέας τίθεται επικεφαλής της προκαταρκτικής έρευνας σε περιπτώσεις αδικημάτων που δεν θεωρούνται ήσσονος σημασίας, όταν υπάρχουν εύλογες υποψίες ότι το αδίκημα έχει τελεστεί από συγκεκριμένο πρόσωπο. Ο εισαγγελέας μπορεί να προΐσταται της έρευνας και σε άλλες υποθέσεις, εάν συντρέχουν ειδικοί λόγοι. Ως επικεφαλής της προκαταρκτικής έρευνας, ο εισαγγελέας είναι υπεύθυνος να εξασφαλίσει την καλύτερη δυνατή διερεύνηση του αδικήματος. Σε περίπτωση λιγότερο σοβαρών εγκλημάτων, η προκαταρκτική έρευνα διεξάγεται αποκλειστικά από αστυνομικούς.

Όταν ο εισαγγελέας τίθεται επικεφαλής της προκαταρκτικής έρευνας, συνεπικουρείται στο πλαίσιο της έρευνας από την αστυνομία. Ο εισαγγελέας παρακολουθεί αδιάλειπτα την πορεία της έρευνας, λαμβάνοντας συνεχώς αποφάσεις επί των απαιτούμενων ενεργειών και αποφάσεων. Όταν ολοκληρωθεί η προκαταρκτική έρευνα, ο εισαγγελέας αποφασίζει αν θα ασκήσει ποινική δίωξη ή όχι. Τούτο ισχύει και στις περιπτώσεις που η ευθύνη της προκαταρκτικής έρευνας ανήκει στην αστυνομία.

Μια άλλη σημαντική πτυχή του έργου του εισαγγελέα είναι η προετοιμασία των υποθέσεων και η παράσταση στο δικαστήριο. Η απόφαση του εισαγγελέα για άσκηση ποινικής δίωξης και σύνταξη κατηγορητηρίου δημιουργεί το πλαίσιο της ποινικής δίκης. Οι περισσότεροι εισαγγελείς περνούν τουλάχιστον μία ή δύο ημέρες την εβδομάδα στο δικαστήριο.

Ο Γενικός Εισαγγελέας είναι ο μόνος εισαγγελικός λειτουργός που μπορεί να κινήσει ή να λάβει μέρος σε διαδικασία στο Ανώτατο Δικαστήριο. Εντούτοις, μπορεί να διορίσει βοηθό εισαγγελέα από το γραφείο του Γενικού Εισαγγελέα, ή να εξουσιοδοτήσει άλλον εισαγγελέα για να τον εκπροσωπήσει στο Ανώτατο Δικαστήριο.

Νομικές βάσεις δεδομένων

Για περισσότερες πληροφορίες σχετικά με τους εισαγγελείς μπορείτε να ανατρέξετε στον δικτυακό τόπο της Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροΣουηδικής Εισαγγελίας στον οποίο επιτρέπεται η πρόσβαση του κοινού.

Δικαστές

Οργανωτική δομή

Οι τακτικοί δικαστές (Ordinarie domare) διορίζονται από την κυβέρνηση κατόπιν συστάσεως ανεξάρτητου κρατικού συμβουλευτικού οργάνου, που ονομάζεται Domarnämden. Καταρχήν, ένας τακτικός δικαστής μπορεί να παυθεί μόνο στις περιπτώσεις που προβλέπονται ειδικά από το συνταγματικού επιπέδου νομοθέτημα περί λειτουργίας του κράτους (regeringsformen).

Για να γίνει κάποιος δικαστής πρέπει να έχει τη σουηδική ιθαγένεια. Για να μπορεί κανείς να ασκήσει το δικαστικό επάγγελμα, θα πρέπει επίσης να είναι κάτοχος σουηδικού πτυχίου νομικής. Με το πτυχίο νομικής εξομοιώνεται, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, και η νομική κατάρτιση σε άλλη σκανδιναβική χώρα. Οι περισσότεροι τακτικοί δικαστές υπηρετούν ως δικαστές στα πολιτικά ή στα διοικητικά πρωτοδικεία ή στα πολιτικά ή διοικητικά εφετεία. Ο επικεφαλής πολιτικού ή διοικητικού εφετείου ονομάζεται πρόεδρος (president), ενώ ο επικεφαλής πολιτικού ή διοικητικού πρωτοδικείου προϊστάμενος δικαστής (lagman). Οι δικαστές του Ανώτατου Δικαστηρίου και του Ανώτατου Διοικητικού Δικαστηρίου ονομάζονται justitieråd.

Πολλοί τακτικοί δικαστές ακολουθούν συγκεκριμένη σταδιοδρομία: μετά την αποφοίτησή τους, υπηρετούν επί δύο έτη ως δικαστικοί γραμματείς σε πολιτικό πρωτοδικείοPDF(329 Kb)sv ή ως δικαστικοί γραμματείς σε διοικητικό πρωτοδικείοPDF(281 Kb)sv και στη συνέχεια υποβάλλουν αίτηση διορισμού τους με την ιδιότητα του ασκούμενου δικαστή σε κάποιο πολιτικό ή διοικητικό εφετείο. Έπειτα από ένα τουλάχιστον έτος υπηρεσίας σε ένα από αυτά τα δικαστήρια, ο ασκούμενος δικαστής υπηρετεί ως βοηθός δικαστής σε πολιτικό ή διοικητικό πρωτοδικείο επί δύο τουλάχιστον έτη. Στη συνέχεια, υπηρετεί επί ένα τουλάχιστον έτος ως πάρεδρος σε κάποιο πολιτικό ή διοικητικό εφετείο. Αφού ολοκληρώσει με επιτυχία αυτήν την περίοδο δικαστικής εκπαίδευσης, ο ασκούμενος διορίζεται ως πάρεδρος σε κάποιο πολιτικό ή διοικητικό εφετείο. Οι πάρεδροι και οι βοηθοί δικαστές είναι παραδείγματα μη τακτικών δικαστών που μπορούν να συμμετέχουν στη σύνθεση των δικαστηρίων. Στα δικαστήρια υπηρετούν επίσης ορισμένοι εισηγητές δικηγόροι (beredningsjurister)PDF(280 Kb)sv και εισηγητές (föredragande) PDF(281 Kb)sv.

Σε κάθε πολιτικό ή διοικητικό πρωτοδικείο ή εφετείο υπάρχουν ορισμένοι λαϊκοί δικαστές (nämndemän). Οι λαϊκοί δικαστές διορίζονται για θητεία τεσσάρων ετών από

  • τα δημοτικά συμβούλια των δήμων που βρίσκονται στη γεωγραφική περιφέρεια αρμοδιότητας του πολιτικού πρωτοδικείου
  • τα νομαρχιακά συμβούλια σε νομούς που υπάγονται στην αρμοδιότητα διοικητικού πρωτοδικείου ή διοικητικού ή πολιτικού εφετείου.
    Κατά τις ψηφοφορίες στο πλαίσιο των συνεδριάσεων του δικαστηρίου, κάθε λαϊκός δικαστής έχει μία ψήφο.

Νομικές βάσεις δεδομένων

Για περισσότερες πληροφορίες σχετικά με τους τακτικούς και τους λαϊκούς δικαστές, οι ενδιαφερόμενοι μπορούν να ανατρέξουν στον Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροδικτυακό τόπο των σουηδικών δικαστηρίων , καθώς επίσης, σε ό,τι αφορά τους τακτικούς δικαστές, στον δικτυακό τόπο της Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροΈνωσης Δικαστών της Σουηδίας (Sveriges Domareförbund).

Οργάνωση των νομικών επαγγελμάτων: νομικοί σύμβουλοι

Δικηγόροι

Σύμφωνα με το σουηδικό δίκαιο, μόνο τα μέλη του Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροΣουηδικού Δικηγορικού Συλλόγου (Sveriges advokatsamfund) μπορούν να χρησιμοποιούν τον επαγγελματικό τίτλο «advokat» (δικηγόρος). Οι προϋποθέσεις εγγραφής είναι μεταξύ άλλων οι ακόλουθες:

  • ο υποψήφιος πρέπει να είναι κάτοικος Σουηδίας ή άλλης χώρας της ΕΕ ή του ΕΟΧ ή Ελβετίας
  • να έχει επιτύχει στις εξετάσεις που απαιτούνται για την άσκηση του επαγγέλματος του δικαστή, δηλ. στη Σουηδία, να διαθέτει πτυχίο νομικής
  • να έχει συμπληρώσει τουλάχιστον τρία έτη προϋπηρεσίας ως νομικός παρέχοντας νομικές υπηρεσίες και να εξακολουθεί να παρέχει τέτοιες υπηρεσίες κατά τον χρόνο υποβολής της αίτησης
  • να έχει ολοκληρώσει την υποχρεωτική κατάρτιση του Σουηδικού Δικηγορικού Συλλόγου και να έχει επιτύχει στις τελικές εξετάσεις
  • να παρέχει εχέγγυα ακεραιότητας και γενικότερα καταλληλότητας για το δικηγορικό επάγγελμα.
  • Ειδικοί κανόνες ισχύουν για υποψηφίους από άλλα κράτη της ΕΕ ή του ΕΟΧ και από την Ελβετία, οι οποίοι πρέπει να πληρούν τις προϋποθέσεις κατάρτισης που απαιτούνται για την απόκτηση της ιδιότητας του δικηγόρου στις χώρες τους.
  • Οι αποφάσεις για τις αιτήσεις εγγραφής λαμβάνονται από τη Διοίκηση του Σουηδικού Δικηγορικού Συλλόγου.
  • Ο Σουηδικός Δικηγορικός Σύλλογος ιδρύθηκε κατόπιν ιδιωτικής πρωτοβουλίας το 1887 και απέκτησε επίσημο καθεστώς όταν τέθηκε σε ισχύ ο τρέχων Δικονομικός Κώδικας, το 1948. Σήμερα, τα μέλη του ξεπερνούν τα 4 700.
  • Ο Σύλλογος υπάγεται στις διατάξεις του Δικονομικού Κώδικα και του καταστατικού του, το οποίο έχει εγκριθεί από την κυβέρνηση. Είναι νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου με τους ακόλουθους σκοπούς:
  • την τήρηση υψηλών δεοντολογικών και επαγγελματικών προτύπων στο επάγγελμα του δικηγόρου
  • την παρακολούθηση των νομικών εξελίξεων και την εξασφάλιση της επιρροής του συλλόγου σε αυτές
  • την προάσπιση των γενικών επαγγελματικών συμφερόντων των μελών του και την προώθηση μεγαλύτερης ενότητας και συναίνεσης μεταξύ τους.
    Ο Δικηγορικός Σύλλογος επιτελεί επίσης ορισμένες λειτουργίες δημοσίου δικαίου. Με τον Δικονομικό Κώδικα του έχουν ανατεθεί διοικητικά καθήκοντα και συνεπώς ενεργεί ως δημόσια αρχή, ιδίως σε πειθαρχικά θέματα.
    Οι ρυθμίσεις που διέπουν τον Δικηγορικό Σύλλογο έχουν ως στόχο να εξασφαλίσουν την ποιότητα της βοήθειας και των συμβουλών που δίδονται σε όσους ζητούν νομική συμπαράσταση. Σύμφωνα με τον Δικονομικό Κώδικα, τα μέλη υποχρεούνται να συμμορφώνονται με την επαγγελματική δεοντολογία και υπόκεινται στη ρυθμιστική και εποπτική εξουσία του Δικηγορικού Συλλόγου και του Αρχιδικαστή. Οι δικηγόροι τελούν υπό την εποπτεία της πειθαρχικής επιτροπής του Δικηγορικού Συλλόγου. Εάν η πειθαρχική επιτροπή θεωρεί ότι ο δικηγόρος έχει παραβεί τον δικηγορικό κώδικα δεοντολογίας, μπορεί να επιβάλει πειθαρχική κύρωση στον δικηγόρο.

Νομικές βάσεις δεδομένων

Για περισσότερες πληροφορίες μπορείτε να επισκεφθείτε τον δικτυακό τόπο του Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροΣουηδικού Δικηγορικού Συλλόγου.

Νομικοί παραστάτες/σύμβουλοι

Δεν απαιτείται να είναι δικηγόρος ο νομικός σύμβουλος. Εντούτοις, για να διοριστεί ως νομικός σύμβουλος απαιτείται να κριθεί κατάλληλος από το δικαστήριο. Ωστόσο, κατ’ αρχήν, μόνον δικηγόροι διορίζονται ως νομικοί σύμβουλοι.

Συμβολαιογράφοι

Οργανωτική δομή

Εκτός από τους δημόσιους συμβολαιογράφους (notarius publicus, βλ. κατωτέρω), δεν υπάρχουν εξειδικευμένοι συμβολαιογράφοι στη Σουηδία.

Ο δημόσιος συμβολαιογράφος διορίζεται από το νομαρχιακό συμβούλιο (länsstyrelsen). Πρέπει να είναι νομικός, να γνωρίζει τη σουηδική γλώσσα και να είναι κατάλληλος από κάθε άλλη άποψη.

Αποστολή και καθήκοντα

Νομικές βάσεις δεδομένων

Δεν υπάρχει ευρετήριο και/ή δικτυακός τόπος για το επάγγελμα που να είναι προσπελάσιμα από το ευρύ κοινό.

Εντούτοις, περισσότερες πληροφορίες για τους συμβολαιογράφους δημοσιεύονται στους δικτυακούς τόπους ορισμένων νομαρχιακών συμβουλίων.

Αποστολή του δημόσιου συμβολαιογράφου είναι να συνδράμει το κοινό σε διάφορα θέματα, όπως:

  • να βεβαιώνει το γνήσιο υπογραφών, αντιγράφων, μεταφράσεων και άλλων πληροφοριών σχετικά με το περιεχόμενο εγγράφων
  • να παρίσταται στο δικαστήριο ως μάρτυρας σε ορισμένες υποθέσεις
  • να εποπτεύει κληρώσεις
  • ύστερα από άλλους ελέγχους ή εξετάσεις, να συντάσσει δήλωση σχετικά με όσα διαπίστωσε
  • να δέχεται δηλώσεις σχετικά με περιστατικά νομικής ή οικονομικής φύσεως και να χορηγεί τις δηλώσεις σε τρίτους
  • να επιβεβαιώνει ότι μια αρχή ή ένα πρόσωπο νομιμοποιείται για τη λήψη διάφορων μέτρων
  • να εκδίδει πιστοποιητικά όπως προβλέπεται από τη σύμβαση της Χάγης της 5ης Οκτωβρίου 1961 για την κατάργηση της υποχρέωσης επικύρωσης των αλλοδαπών δημόσιων εγγράφων (επισημείωση).

Νομικές βάσεις δεδομένων

Δεν υπάρχει ευρετήριο και/ή δικτυακός τόπος για το επάγγελμα που να είναι προσπελάσιμα από το ευρύ κοινό.

Εντούτοις, περισσότερες πληροφορίες για τους συμβολαιογράφους δημοσιεύονται στους δικτυακούς τόπους ορισμένων νομαρχιακών συμβουλίων.

Άλλα νομικά επαγγέλματα

Η Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροΣουηδική Υπηρεσία Αναγκαστικής Εκτέλεσης (Kronofogdemyndigheten) είναι αρμόδια για την είσπραξη χρεών και την εκπλήρωση άλλων υποχρεώσεων. Διορίζει δικαστικούς επιμελητές (kronofogde), που είναι αρμόδιοι, π.χ., για να εξασφαλίζουν ότι η εκτέλεση διεξάγεται κατά σύννομο τρόπο. Στη Σουηδία υπάρχει ειδική εκπαίδευση για τους δικαστικούς επιμελητές. Για να γίνει δεκτός σε αυτή την εκπαίδευση, ο ενδιαφερόμενος πρέπει να είναι σουηδός υπήκοος, να είναι κάτοχος πτυχίου νομικής ή ισοδύναμου τίτλου και να έχει τη σχετική πείρα ως δικαστικός υπάλληλος. Η απαίτηση ως προς την πείρα ως δικαστικός υπάλληλος μπορεί επίσης να αντικατασταθεί με ειδικά προσδιορισμένη περίοδο πρακτικής άσκησης ή με διαδικασία απαλλαγής.


Την έκδοση αυτής της σελίδας στην εθνική γλώσσα διαχειρίζεται το εκάστοτε κράτος μέλος. Οι μεταφράσεις έχουν γίνει από την αρμόδια υπηρεσία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Οι τυχόν αλλαγές που επιφέρει η αρμόδια εθνική αρχή στο πρωτότυπο ενδέχεται να μην έχουν περιληφθεί ακόμα στις μεταφράσεις. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή δεν αναλαμβάνει καμία ευθύνη όσον αφορά τις πληροφορίες ή τα στοιχεία που περιλαμβάνονται ή για τα οποία γίνεται λόγος στο παρόν έγγραφο. Βλ. την ανακοίνωση νομικού περιεχομένου για τους κανόνες πνευματικής ιδιοκτησίας που ισχύουν στο κράτος μέλος που είναι αρμόδιο για την παρούσα σελίδα.

Τελευταία επικαιροποίηση: 20/02/2017