Fermer

LA VERSION BÊTA DU PORTAIL EST DISPONIBLE!

Consultez la version bêta du portail européen e-Justice et faites-nous part de votre expérience!

 
 

Chemin de navigation

menu starting dummy link

Page navigation

menu ending dummy link

Εθνικό δίκαιο - Ιρλανδία

Cette page a été traduite automatiquement: sa qualité ne peut pas être garantie.

La qualité de cette traduction a été évaluée comme: moyenne

Estimez-vous que cette traduction est utile?

Στη σελίδα αυτή θα βρείτε πληροφορίες για το νομικό σύστημα στην Ιρλανδία.


Έννομη τάξη

1 Νομικές πράξεις/πηγές δικαίου

1.1 Εθνικές πηγές

Το Σύνταγμα της Ιρλανδίας (στην ιρλανδική γλώσσα, η Bunreacht na hÉireann), η οποία τέθηκε σε ισχύ την 29 Δεκεμβρίου 1937, αποτελεί το βασικό ή θεμελιώδες δίκαιο του κράτους. Καθιερώνει τα όργανα και τις συσκευές του κράτους και προβλέπει τον τριμερή διαχωρισμό των εξουσιών σε εκτελεστικό, νομοθετικό και δικαστικό τομέα. Εγγυάται επίσης τα θεμελιώδη δικαιώματα που έχουν υποβληθεί σε αυστηρή ερμηνεία και επέκταση από τα δικαστήρια.

Το πρωτογενές δίκαιο αποτελείται από νόμους που εγκρίνονται από το Oireachtas (Κοινοβούλιο), οι οποίοι αποτελούνται από τον πρόεδρο της Ιρλανδίας, τη Seanad Éireann (Άνω Βουλή) και την Ιρλανδική Βουλή των Αντιπροσώπων (Dáil Éireann (Κάτω Βουλή)). Το πρωτογενές δίκαιο χωρίζεται σε: Πράξεις για την τροποποίηση του Συντάγματος, οι οποίες πρέπει να γίνουν δεκτές από τους πολίτες σε ένα δημοψήφισμα για να τεθούν σε ισχύ· Δημόσιοι γενικοί νόμοι, οι οποίοι είναι γενικής εφαρμογής· πράξεις ιδιωτικού δικαίου που στοχεύουν στη συμπεριφορά ενός συγκεκριμένου ατόμου ή μιας συγκεκριμένης ομάδας ατόμων.

Το παράγωγο δίκαιο είναι ένας μηχανισμός με τον οποίο το Oireachtas μπορεί να αναθέτει νομοθετικές εξουσίες σε έναν υπουργό ή μια συγκεκριμένη αρχή. Η εξουσία έκδοσης κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων πρέπει να παρέχεται ρητά από το πρωτογενές δίκαιο και τους αυστηρούς όρους που διέπουν την άσκησή της — οι αρχές και οι πολιτικές που θα πρέπει να εφαρμόζονται πρέπει να αναφέρονται σαφώς και χωρίς αμφισημία στη μητρική πράξη και να ακολουθούνται αυστηρά από την αρχή που θεσπίζει το παράγωγο δίκαιο. Οι νομοθετικές πράξεις αποτελούν τη συνηθέστερη μορφή παράγωγου δικαίου, αλλά μπορούν επίσης να λάβουν τη μορφή κανονισμών, διαταγμάτων, κανόνων, συστημάτων ή κανονισμών.

Δυνάμει του άρθρο 50 του Συντάγματος, οι νόμοι πριν από το 1922 που αφορούν την Ιρλανδία (π.χ. νόμοι του Κοινοβουλίου του Ηνωμένου Βασιλείου) και τα μέτρα που έλαβε το ιρλανδικό ελεύθερο κράτος (1922-1937), τα οποία δεν συνάδουν με το Σύνταγμα, παραμένουν σε ισχύ. Πολλοί από τους νόμους πριν από το 1922, οι οποίοι δεν είχαν καμία σχέση με την Ιρλανδία, καταργήθηκαν από τους νόμους αναθεώρησης του νόμου 2005-2012.

Το ιρλανδικό νομικό σύστημα είναι ένα σύστημα εθιμικού δικαίου και αυτό σημαίνει ότι το δίκαιο των δικαστών αποτελεί σημαντική πηγή δικαίου. Σύμφωνα με τη θεωρία του νομολογιακού προηγουμένου ή stare decisis, το δικαστήριο δεσμεύεται να λαμβάνει αποφάσεις σε προηγούμενες υποθέσεις, και ιδίως στις αποφάσεις των ανώτερων δικαστηρίων. Πρόκειται, ωστόσο, για μια πολιτική και όχι για έναν δεσμευτικό κανόνα που δεν μπορεί να τροποποιηθεί. Το εν λόγω νομικό πλαίσιο περιλαμβάνει κανόνες, γενικές αρχές, canons of construction και max.mos. Η θεωρία του stare decisis διακρίνει μεταξύ της ratio decidendi, που είναι το δεσμευτικό μέρος μιας αποφάσεως που πρέπει να ακολουθηθεί, και obiter dictum, παρατηρήσεων που διατύπωσε ο δικαστής σε υπόθεση επί ζητημάτων τα οποία ήταν παρόντα ή δεν ήταν ουσιώδη για την υπόθεση ή προέκυψαν κατά τρόπον ώστε να μην απαιτείται απόφαση. Η obiter dictum δεν είναι δεσμευτική για μελλοντικές υποθέσεις, αλλά μπορεί να είναι πειστική.

1.2 Δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης

Δεδομένου ότι η Ιρλανδία είναι μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ), το δίκαιο της ΕΕ αποτελεί σημαντικό μέρος της εσωτερικής έννομης τάξης του κράτους. Οι υποχρεώσεις που απορρέουν από την ιδιότητα του μέλους της ΕΕ συνεπάγονται ότι το Σύνταγμα και οι άλλοι εθνικοί νόμοι υπάγονται στο ενωσιακό δίκαιο κάθε φορά που η Κοινότητα έχει αρμοδιότητα. Απαιτείται τροποποίηση του Συντάγματος προκειμένου να επιτραπεί στο κράτος να ενταχθεί στην ΕΕ και να αποφευχθεί η σύγκρουση διατάξεων του Συντάγματος και του δικαίου της ΕΕ.

1.3 Διεθνείς πηγές

Η Ιρλανδία έχει υπογράψει πολλές διεθνείς συμφωνίες και συνθήκες και είναι μέλος πολλών διεθνών οργανισμών. Το Σύνταγμα προβλέπει ότι η Ιρλανδία αποδέχεται τις γενικώς αναγνωρισμένες αρχές του διεθνούς δικαίου όσον αφορά τις σχέσεις μεταξύ των κρατών.

Η Ιρλανδία είναι ένα δυαδικό κράτος και προκειμένου να έχει επίσημη νομική υπόσταση εντός του κράτους, σε αντίθεση με τα κράτη, οι διεθνείς συμφωνίες πρέπει να έχουν ενσωματωθεί στο εθνικό δίκαιο από το Oireachtas.

Η Ιρλανδία έχει υπογράψει την Ευρωπαϊκή Σύμβαση για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου από το 1953 και έκτοτε, μέσω των διεθνών νομικών υποχρεώσεων του κράτους, οι πολίτες θα μπορούσαν να βασίζονται στις διατάξεις της ενώπιον του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Το εσωτερικό νομικό αποτέλεσμα έχει δοθεί στις διατάξεις της Σύμβασης με την Ευρωπαϊκή Σύμβαση για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου του 2003, η οποία ενσωμάτωσε την ΕΣΔΑ στο ιρλανδικό δίκαιο.

2 Άλλες πηγές

Ελλείψει τυπικών κανόνων, το ακαδημαϊκό σημείωμα μπορεί να αναφερθεί από δικηγόρο κατά τη διάρκεια μιας υπόθεσης και από το δικαστήριο για την έκδοση της απόφασής του. Αν και διεξάγεται συζήτηση σχετικά με το αν θα πρέπει να εφαρμόζεται καθόλου και η επιρροή του μπορεί να έχει μετριαστεί τα τελευταία χρόνια, τα Δικαστήρια έχουν επικαλεσθεί το φυσικό δίκαιο και τα φυσικά δικαιώματα κατά την ερμηνεία του Συντάγματος και την απαρίθμηση των συνταγματικών δικαιωμάτων που δεν προβλέπονται ειδικά στο κείμενο του Συντάγματος.

3 Ιεραρχία των νομικών πηγών

Το Σύνταγμα βρίσκεται στην κορυφή του νομικού συστήματος της Ιρλανδίας. Η νομοθεσία, οι κυβερνητικές και διοικητικές αποφάσεις και η πρακτική μπορούν να επανεξεταστούν με βάση το Σύνταγμα για τη συμμόρφωση.

Το Σύνταγμα προβλέπει, ωστόσο, ότι δεν θα ακυρώνει πράξεις ή μέτρα που απαιτούνται από την ιδιότητα του μέλους της ΕΕ. Αυτό προβλέπεται στο άρθρο 29.4.6 του Συντάγματος. Ως εκ τούτου, το δίκαιο της ΕΕ υπερισχύει όλων των εθνικών νόμων, συμπεριλαμβανομένου του Συντάγματος. Λόγω του γεγονότος ότι το δίκαιο της ΕΕ προβλέπει ότι οι μέθοδοι εφαρμογής του καθορίζονται από εθνικές διαδικαστικές απαιτήσεις, τα μέσα εφαρμογής του δικαίου της ΕΕ πρέπει να εξακολουθούν να είναι σύμφωνα με τις διαδικαστικές συνταγματικές απαιτήσεις.

Η Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την Προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών του 2003 παρέχει στους ιδιώτες τη δυνατότητα να επικαλούνται ενώπιον των ιρλανδικών δικαστηρίων τις διατάξεις της ΕΣΔΑ. Η Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την Προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών (ECHR) έχει ενσωματωθεί σε υποσυνταγματικό επίπεδο και το Σύνταγμα έχει την υπεροχή του. Σύμφωνα με τον νόμο, τα δικαστήρια ερμηνεύουν και εφαρμόζουν εθνικές διατάξεις, στο μέτρο του δυνατού, σύμφωνα με τις επιταγές της ΕΣΔΑ. Εάν η εθνική νομοθεσία δεν είναι σύμφωνη με την ΕΣΔΑ, θα εκδοθεί δήλωση μη συμβατότητας.

Τα δικαστήρια έχουν αποφανθεί ότι οι αρχές του εθιμικού διεθνούς δικαίου αποτελούν μέρος του εσωτερικού δικαίου δυνάμει του άρθρο 29.3 του Συντάγματος, αλλά μόνο στον βαθμό που δεν αντίκεινται στο σύνταγμα, τη νομοθεσία ή το κοινό δίκαιο. Διεθνείς συμφωνίες μπορούν να κυρώνονται μόνο εφόσον συνάδουν με το Σύνταγμα, διαφορετικά θα απαιτείται δημοψήφισμα.

Η νομοθεσία μπορεί να αντικατασταθεί ή να τροποποιηθεί από μεταγενέστερη νομοθεσία. Το παράγωγο δίκαιο μπορεί να αντικατασταθεί από το πρωτογενές δίκαιο, όπως και η εξουσία έκδοσης πράξεων του παράγωγου δικαίου, αλλά το παράγωγο δίκαιο δεν μπορεί να υπερισχύει του πρωτογενούς δικαίου. Τα δικαστήρια μπορούν να θεσπίσουν νομοθεσία για τον λόγο ότι είναι άκυρη βάσει των διατάξεων του Συντάγματος (νομοθεσία μετά το 1937) ή ότι δεν συνάδει με το Σύνταγμα (νομοθεσία πριν από το 1937).Υπάρχει τεκμήριο ότι η νομοθεσία για την περίοδο μετά το 1937 είναι σύμφωνη με το Σύνταγμα.

Οι αποφάσεις των δικαστηρίων μπορούν να αντικατασταθούν από νομοθετικές ή συνταγματικές πράξεις και από μεταγενέστερες αποφάσεις δικαστηρίων ίσης ή ανώτερης βαθμίδας.

4 Έναρξη ισχύος των υπερεθνικών μέσων

Το Σύνταγμα, όπως καταρτίσθηκε αρχικά, δεν ήταν συμβατό με το κοινοτικό δίκαιο. Για παράδειγμα, προέβλεπε ότι το Oireachtas (Oireachtas) ήταν ο μοναδικός ρυθμιστικός φορέας στο κράτος. Για τον λόγο αυτό εισήχθη στο Σύνταγμα διάταξη που προβλέπει ότι δεν ακυρώνει κανέναν νόμο, πράξη ή μέτρο που απαιτείται από την ιδιότητα του μέλους της ΕΕ. Ωστόσο, έχει κριθεί ότι, εάν το πεδίο εφαρμογής και οι στόχοι αλλάξουν, για παράδειγμα, μέσω νέας Συνθήκης, αυτό πρέπει να τεθεί σε δημοψήφισμα στον λαό και, εάν γίνει αποδεκτός από τον λαό, θα εισαχθεί διάταξη που θα επιβεβαιώνει ότι το κράτος μπορεί να κυρώσει την εν λόγω Συνθήκη.

Εάν η νομοθεσία της ΕΕ απαιτεί μεταφορά στο εθνικό δίκαιο από το κράτος, αυτό εφαρμόζεται κατά κανόνα από το πρωτογενές δίκαιο ή, κατά κανόνα, με διάταγμα που εκδίδεται από την κυβέρνηση ή από υπουργό της κυβέρνησης.

Σύμφωνα με το Σύνταγμα, οι διεθνείς συμφωνίες θα αποτελέσουν μέρος του εσωτερικού δικαίου, εάν αυτό καθοριστεί από το Oireachtas. Αυτό θα γίνεται συνήθως μέσω μιας πράξης και ένα παράδειγμα είναι η Ευρωπαϊκή Σύμβαση για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου (European Convention on Human Rights Act). 2003. με την οποία η Σύμβαση ενσωματώθηκε στο εσωτερικό δίκαιο, με αποτέλεσμα οι ιδιώτες να μπορούν να επικαλούνται τις διατάξεις της ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων.

5 Αρχές εξουσιοδοτημένες για τη θέσπιση κανόνων δικαίου

Το Σύνταγμα προβλέπει ότι το Oireachtas, που αποτελείται από το Dáil (Κάτω Βουλή) και το Seanad (Άνω Βουλή) και τον πρόεδρο, έχει «τη μοναδική και αποκλειστική ισχύ νόμων για το κράτος», με την επιφύλαξη των υποχρεώσεων που απορρέουν από την ιδιότητα του μέλους της Κοινότητας, όπως προβλέπεται στο Σύνταγμα. Η προτεινόμενη νομοθεσία με τη μορφή νομοσχεδίου πρέπει να υπογραφεί από τον Πρόεδρο προκειμένου να τεθεί σε ισχύ και εάν ο Πρόεδρος αμφιβάλλει για τη συνταγματικότητα των διατάξεων του Billof proposal που μπορεί να συγκαλέσει το Συμβούλιο του Κράτους και, εν ανάγκη, να παραπέμψει το Billit στο Ανώτατο Δικαστήριο για απόφαση σύμφωνα με το άρθρο 26 του Συντάγματος. .

Όπως αναφέρεται ανωτέρω, το Oireachtas μπορεί να αναθέσει την αρμοδιότητα θέσπισης νομοθεσίας σε έναν υπουργό κυβέρνησης ή άλλης αρχής και η εξουσία αυτή περιορίζεται αυστηρά από το εξουσιοδοτικό μέσο. Οι οδηγίες της ΕΕ εφαρμόζονται συνήθως μέσω νομοθετικού μέσου που έχει εκδοθεί από υπουργό. Η νομοθετική εξουσία μπορεί να εκχωρηθεί σε διάφορους φορείς, όπως οι υπουργοί κυβερνήσεων, τα διοικητικά συμβούλια, οι ημικρατικοί φορείς, οι ρυθμιστικοί φορείς, οι οργανισμοί εμπειρογνωμόνων και οι τοπικές αρχές.

Σύμφωνα με το Σύνταγμα, η κυβέρνηση είναι υπεύθυνη για τη διεξαγωγή εξωτερικών σχέσεων και μπορεί να υπογράφει διεθνείς συνθήκες και συμφωνίες και να προσχωρεί σε διεθνείς οργανισμούς που υπόκεινται σε συνταγματικές απαιτήσεις.

Σύμφωνα με το δίκαιο του κοινού δικαίου, η νομοθεσία είναι δεσμευτική.

6 Διαδικασία θέσπισης κανόνων δικαίου

6.1 Σύνταγμα

Το πρώτο στάδιο για την τροποποίηση του Συντάγματος, σύμφωνα με το άρθρο 46, είναι η κατάθεση νομοσχεδίου στην Dáil (Dáil). Το νομοσχέδιο αυτό πρέπει να εγκριθεί από τα δύο σώματα του Oireachtas και στη συνέχεια να υποβληθεί σε δημοψήφισμα στο λαό για την επιβεβαίωση ή την απόρριψή του. Η έγκριση της πρότασης από τους πολίτες θα γίνει δεκτή εάν η πλειοψηφία των ψηφισάντων ταχθεί υπέρ της ψήφισής της στον νόμο.Μια πρόταση που υποβάλλεται σε δημοψήφισμα, η οποία δεν αποσκοπεί στην τροποποίηση του Συντάγματος, μπορεί να ασκηθεί μόνο όταν η πλειοψηφία των ψήφων κατά της πρότασης και οι ψήφοι κατά της πρότασης ανέρχονται σε τουλάχιστον το ένα τρίτο των εκλογέων στο μητρώο. Το νομοσχέδιο πρέπει να διατυπωθεί ως «Νόμος για την τροποποίηση του Συντάγματος» και δεν πρέπει να περιλαμβάνει καμία άλλη πρόταση. Εφόσον εγκριθεί από τον λαό, ο Πρόεδρος υπογράφει το νομοσχέδιο και «ορίζεται δεόντως από τον Πρόεδρο ως νόμος.»

6.2 Νομοθετική διαδικασία

Το πρώτο βήμα για τη θέσπιση πρωτογενούς νομοθεσίας είναι συνήθως ένα νομοσχέδιο που θα κατατεθεί σε οποιοδήποτε από τα δύο σώματα του Oireachtas. Κάθε νομοσχέδιο που κινείται στην Dáil πρέπει να αποστέλλεται στην Ιρλανδική Γερουσία προς εξέταση και να επιφέρει τροποποιήσεις, τις οποίες η Dáil υποχρεούται να εξετάσει. Ωστόσο, εάν ένα νομοσχέδιο κινηθεί και εγκριθεί στη Seanad, και στη συνέχεια τροποποιηθεί από το Dáil, θεωρείται ότι έχει κινηθεί από τη Βουλή των Αντιπροσώπων και πρέπει να επιστρέψει στην Seanad.

Πριν από τη δημοσίευση του νομοσχεδίου, το νομοσχέδιο πρέπει να εγκριθεί από αμφότερα τα σώματα του Κοινοβουλίου και πρέπει να υπογραφεί από τον Πρόεδρο. Κατά τη διάρκεια του νομοθετικού του τμήματος, το Dáil μπορεί να υποστεί τροποποιήσεις στο Dáil και στη Seanad. Ωστόσο, το Σύνταγμα εδραιώνει την υπεροχή του ευρέως εκλεγμένου Ιρλανδικής Βουλής των Αντιπροσώπων· Το άρθρο 23 προβλέπει ότι, σε περίπτωση που η Ιρλανδική Γερουσία απορρίψει ή τροποποιήσει ένα νομοσχέδιο αντίθετο προς τις επιθυμίες της Dáil, μπορεί να επιτύχει την έγκριση ψηφίσματος εντός 180 ημερών, θεωρώντας ότι το νομοσχέδιο έχει εγκριθεί και από τις δύο πλευρές. η Seanad έχει την εξουσία να καθυστερήσει ένα νομοσχέδιο έως και κατά 90 ημέρες, αλλά δεν έχει την εξουσία να την εμποδίσει να γίνει νόμος ή να την τροποποιήσει, εκτός εάν συμφωνεί η Ιρλανδική Βουλή των Αντιπροσώπων.

Η συντριπτική πλειοψηφία των νομοσχεδίων ξεκινά στο Dáil Eireann από υπουργό της κυβέρνησης.

Τα γραμμάτια σε χρήμα (π.χ. νομοσχέδια που αφορούν την επιβολή, την κατάργηση, τη διαγραφή ή τη μεταρρύθμιση ή τη ρύθμιση της φορολογίας και των νομοσχεδίων που συνεπάγονται επιβάρυνση για δημόσια κονδύλια) μπορούν να κινούνται και να εγκρίνονται μόνο από την Ιρλανδική Βουλή των Αντιπροσώπων. Αυτό το είδος νομοσχεδίου αποστέλλεται στην Seanad για «συστάσεις».

Το τελικό στάδιο της νομοθετικής διαδικασίας είναι να υπογράψει ο Πρόεδρος τον νόμο. Ο Πρόεδρος μπορεί, κατόπιν διαβούλευσης με το Συμβούλιο της Επικρατείας, να υποβάλει στο Ανώτατο Δικαστήριο, κατόπιν διαβούλευσης με το Συμβούλιο της Επικρατείας, νομοσχέδιο για τη διαπίστωση της συνταγματικότητας. Αυτό είναι γνωστό ως αναφορά στο άρθρο 26. Μόλις το Ανώτατο Δικαστήριο αποφασίσει ότι το νομοσχέδιο είναι συνταγματικό, δεν μπορεί ποτέ να αμφισβητηθεί για συνταγματικούς λόγους ενώπιον των δικαστηρίων και ο Πρόεδρος υποχρεούται να την υπογράψει. Εάν διαπιστωθεί ότι το νομοσχέδιο είναι αντίθετο προς το Σύνταγμα, ο Πρόεδρος πρέπει να αρνηθεί να το υπογράψει.

6.3 Παράγωγο δίκαιο

Προβλέπεται συνήθως από το καταστατικό ότι η κατ’ εξουσιοδότηση πράξη που επιτρέπει να ακυρώνεται ή να εγκρίνεται από το Oireachtas. Κατά κανόνα, οι εν λόγω διατάξεις προβλέπουν ότι τα όργανα «τίθενται προηγουμένως» από τα δύο ή από τα δύο σώματα του ιρλανδικού κοινοβουλίου (Oireachtas), οι οποίοι μπορούν να την ακυρώσουν εντός ορισμένης προθεσμίας. Όλο το παράγωγο δίκαιο για την εφαρμογή των μέτρων της ΕΕ υπόκειται σε αυτόν τον μηχανισμό ακύρωσης. Μετά την έκδοση, ορισμένα νομοθετικά κείμενα πρέπει να κατατίθενται σε καθορισμένες βιβλιοθήκες και η έκδοσή τους πρέπει να δημοσιεύεται στην Επίσημη Εφημερίδα της Ιρλανδικής Κυβερνήσεως Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροIris Oifigiϊil.

6.4 Διεθνές δίκαιο

Η κυβέρνηση μπορεί να υπογράφει διεθνείς συνθήκες ή συμφωνίες ή να συμμετέχει σε διεθνείς οργανισμούς. ωστόσο, έχει κριθεί ότι η κυβέρνηση δεν μπορεί να προβεί στην ενέργεια αυτή προκειμένου να περιορίσει την αποκλειστική νομοθετική εξουσία που παρέχεται στο Oireachtas ή να παραβιάσει με άλλον τρόπο το Σύνταγμα. Για τον λόγο αυτό, τα δικαστήρια έχουν κρίνει ότι οι Συνθήκες που μεταβάλλουν το πεδίο εφαρμογής και τους στόχους της Ευρωπαϊκής Ένωσης δεν μπορούν να συμφωνηθούν από την κυβέρνηση, εκτός εάν γίνουν δεκτές από τους πολίτες σε ένα συνταγματικό δημοψήφισμα.

7 Έναρξη ισχύος ή εθνικοί κανόνες

Οι τροποποιήσεις του Συντάγματος αρχίζουν να ισχύουν μετά την αποδοχή τους από τον λαό και το νομοσχέδιο που προτείνει την τροποποίηση έχει υπογραφεί από τον Πρόεδρο.

Το νομοσχέδιο γίνεται νόμος την ημέρα της υπογραφής του από τον Πρόεδρο και τίθεται σε ισχύ την ίδια ημέρα, εκτός εάν προβλέπεται από τον νόμο. Ο Πρόεδρος δεν υπογράφει συνήθως σχέδιο νόμου νωρίτερα από την 5ή ημέρα ή αργότερα από την 7ή ημέρα μετά την υποβολή του. Ένας νόμος μπορεί να καθορίζει την ημερομηνία από την οποία αρχίζει να παράγει αποτελέσματα ή να προβλέπει ότι ο Υπουργός μπορεί να προβεί σε «εντολή έναρξης» (παράγωγο δίκαιο) για την έναρξη ισχύος του νόμου ή μέρους του νόμου. Ο Πρόεδρος υποχρεούται να εκδώσει νομοσχέδιο με τη δημοσίευση ανακοίνωσης στο Iris Oifigiúil στην οποία αναφέρεται ότι έχει καταστεί νόμος.

Το παράγωγο δίκαιο θα καθορίζει την ημερομηνία έναρξης λειτουργίας του.

Οι αποφάσεις του Δικαστηρίου εν γένει έχουν ισχύ από την ημέρα της εκτέλεσής τους.

8 Τρόποι επίλυσης διαφορών μεταξύ των διαφορετικών νομικών πηγών

Τα δικαστήρια είναι αρμόδια να διαπιστώνουν τυχόν συγκρούσεις μεταξύ των διαφόρων νομικών κανόνων ή πηγών.

Με την επιφύλαξη της ανώτερης θέσης του δικαίου της ΕΕ, το Σύνταγμα είναι το θεμελιώδες δίκαιο του κράτους και υπερισχύει σε κάθε περίπτωση σύγκρουσης με άλλους νόμους. Σύμφωνα με το άρθρο 34 του Συντάγματος, οι ιδιώτες μπορούν να προσβάλουν τη συνταγματική ισχύ της νομοθεσίας ενώπιον του High Court. Η απόφαση αυτή μπορεί να προσβληθεί ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Τα φυσικά πρόσωπα μπορούν επίσης να ισχυριστούν ότι τα συνταγματικά τους δικαιώματα ή η συνταγματική διαδικασία έχουν παραβιαστεί από τις ενέργειες του κράτους.

Τεκμαίρεται ότι η νομοθεσία που θεσπίστηκε μετά την έγκριση του Συντάγματος του 1937 είναι σύμφωνη με το Σύνταγμα έως ότου αποδειχθεί το αντίθετο.

Ενδέχεται να προκύψουν περιστάσεις υπό τις οποίες οι διατάξεις του Συντάγματος, και ιδίως οι διατάξεις για τα θεμελιώδη δικαιώματα, ενδέχεται να αντιβαίνουν σε κάποιο βαθμό. Τα δικαστήρια έχουν χρησιμοποιήσει διάφορους μηχανισμούς για την επίτευξη αποφάσεων στις εν λόγω υποθέσεις, συμπεριλαμβανομένης της γραμματικής ή της γραμματικής ερμηνείας, της ιστορικής προσέγγισης, της τελολογικής ή εναρμονισμένης προσέγγισης, της θεωρίας της αναλογικότητας, της προσέγγισης της ιεραρχίας των δικαιωμάτων και της δέσμευσης όσον αφορά την προσέγγιση του φυσικού δικαίου και των φυσικών δικαιωμάτων.

Υπήρξαν περιπτώσεις στις οποίες, λόγω αντιλαϊκής συνταγματικής απόφασης ή ερμηνείας από τα Δικαστήρια, έχει πραγματοποιηθεί δημοψήφισμα για την τροποποίηση του Συντάγματος.

Εάν ένας ιδιώτης ισχυρίζεται ότι τα δικαιώματά του βάσει της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου έχουν παραβιαστεί από τη νομοθεσία του, μπορεί να ζητήσει δήλωση μη συμβατότητας από τα δικαστήρια.

Το δίκαιο της ΕΕ απολαμβάνει συνταγματική ασυλία, καθώς το Σύνταγμα προβλέπει ότι δεν ακυρώνει πράξεις ή μέτρα που απαιτούνται από την ιδιότητα του μέλους, μολονότι τα μέσα εφαρμογής των εν λόγω πράξεων ή μέτρων πρέπει να συμμορφώνονται με το Σύνταγμα.

Εκτός από τα συνταγματικά ζητήματα, η εγκυρότητα των πράξεων κατ’ εξουσιοδότηση θα κριθεί από τη συμμόρφωσή της με το καταστατικό της.

Περισσότερες πληροφορίες σχετικά με το ιρλανδικό νομικό σύστημα, τη νομοθεσία και το Σύνταγμα διατίθενται στους ακόλουθους δικτυακούς τόπους:

Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροhttp://www.taoiseach.ie/

Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυρο http://www.courts.ie/Judgments.nsf/Webpages/HomePage?OpenDocument

Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροhttp://www.irishstatutebook.ie

Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροhttp://www.bailii.org/


Αυτόματη μετάφραση του περιεχομένου. Ο ιδιοκτήτης της σελίδας αυτής δεν αποδέχεται καμία ευθύνη για την ποιότητα αυτής της μετάφρασης, που έγινε από μηχανή.

Τελευταία επικαιροποίηση: 23/10/2019