Bezárás

MÁR ELÉRHETŐ A PORTÁL BÉTA VERZIÓJA!

Látogasson el az európai igazságügyi portál béta verziójának felületére, és mondja el nekünk, milyennek találja!

 
 

Navigációs útvonal

menu starting dummy link

Page navigation

menu ending dummy link

Εθνικό δίκαιο - Λουξεµβούργο

Ez az oldal gépi fordítás eredménye – a fordítás minőségét nem áll módunkban garantálni.

Az értékelés alapján ennek a fordításnak a minősége: nem megbízható

Ön szerint használható ez a fordítás?

Στο τμήμα αυτό θα βρείτε επισκόπηση των διαφόρων πηγών δικαίου στο Λουξεμβούργο.


Πηγές δικαίου

Διεθνείς πηγές δικαίου

Το Μεγάλο Δουκάτο του Λουξεμβούργου δεσμεύεται από διεθνείς, πολυμερείς ή διμερείς συνθήκες. Εκτός από τις υποχρεώσεις που επιβάλλουν οι δεσμεύσεις αυτές στο κράτος του Λουξεμβούργου στις σχέσεις του με άλλα κράτη, ορισμένες από τις συνθήκες αυτές αποτελούν πηγή δικαιωμάτων για τα άτομα (π.χ. οι πολίτες της ΕΕ μπορούν να βασίζονται απευθείας στην ελεύθερη κυκλοφορία βάσει των ευρωπαϊκών συνθηκών.

Διεθνείς Συμβάσεις

Πρόκειται για διεθνείς συνθήκες και συμφωνίες μεταξύ του Μεγάλου Δουκάτου του Λουξεμβούργου και άλλων κρατών. Μεταξύ των παραδειγμάτων περιλαμβάνονται η Σύμβαση για την προάσπιση των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών, που υπογράφηκε στη Ρώμη στις 4 Νοεμβρίου 1950 ή η Συνθήκη BeNeLux που υπογράφηκε στη Χάγη στις 3 Φεβρουαρίου 1958 και την 17 Ιουνίου 2008 αντίστοιχα, και η οποία δεσμεύει το Βέλγιο, τις Κάτω Χώρες και το Λουξεμβούργο αντίστοιχα.

Το κοινοτικό δίκαιο

Το κοινοτικό δίκαιο περιλαμβάνει τις ίδιες τις ευρωπαϊκές συνθήκες και τους κανόνες του παραγώγου δικαίου που περιέχονται σε πράξεις των οργάνων της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και της Ευρωπαϊκής Ένωσης: Οδηγίες, αποφάσεις, κανονισμοί, γνώμες και συστάσεις.

Εθνικές πηγές δικαίου

Κανόνες συνταγματικής αξίας

Το Σύνταγμα του Μεγάλου Δουκάτου του Λουξεμβούργου δημοσιεύθηκε στις 17 Οκτωβρίου 1868. Το συνταγματικό σύστημα το 1868 μοιάζει πολύ με το σύστημα του βελγικού Συντάγματος του 1831. Παρά τις πολυάριθμες λεπτομέρειες, είναι δυνατή η διαβούλευση με τα άρθρα του βελγικού συνταγματικού δικαίου χωρίς επιφυλάξεις όσον αφορά τις γενικές αρχές. Παρά τις πολυάριθμες συνταγματικές αναθεωρήσεις που έλαβαν χώρα μετά τη θέσπισή του, το σημερινό Σύνταγμα εξακολουθεί να αντιστοιχεί σε μεγάλο βαθμό στο κείμενο που τέθηκε σε ισχύ το 1868.

Το Σύνταγμα του Λουξεμβούργου είναι ένα σύνταγμα του άκαμπτου τύπου, δηλαδή η τροποποίησή του απαιτεί την παρατήρηση ειδικής διαδικασίας που είναι πιο περίπλοκη από τη συνήθη νομοθετική διαδικασία. Η αναθεώρηση του Συντάγματος απαιτεί δύο διαδοχικές ψηφοφορίες της Βουλής με πλειοψηφία τουλάχιστον των δύο τρίτων των ψήφων των βουλευτών του Κοινοβουλίου, χωρίς να επιτρέπεται η ψήφος μέσω πληρεξουσίου. Οι δύο τουλάχιστον μήνες πρέπει να απέχουν μεταξύ τους κατά δύο τουλάχιστον μήνες.

Εάν, κατά τη διάρκεια των δύο μηνών μετά την πρώτη ψηφοφορία, πάνω από το ένα τέταρτο των μελών της Βουλής των Αντιπροσώπων ή των 25 000 ψηφισάντων το ζητήσουν, το κείμενο που εγκρίθηκε σε πρώτη ανάγνωση από τη Βουλή των Αντιπροσώπων υποβάλλεται σε δημοψήφισμα. Στη συνέχεια, δεν πραγματοποιείται δεύτερη ψηφοφορία και η αναθεώρηση εγκρίνεται μόνον εφόσον συγκεντρώσει την πλειοψηφία των έγκυρων ψήφων.

Οι κανόνες της νομοθετικής αξίας

Ο νόμος ορίζεται ως το πρότυπο που εκδίδεται από τη Βουλή των Αντιπροσώπων, που εκδίδεται από τον Μεγάλο Δούκα. Εκτός από την περίπτωση κατά την οποία μια συνταγματική διάταξη ή ένας κανόνας διεθνούς δικαίου περιορίζει την ελευθερία του, ο λουξεμβουργιανός νομοθέτης αποφασίζει σχετικά με τις κατευθυντήριες γραμμές που προτίθεται να δώσει στο διοικητικό δίκαιο.

Οι κανόνες της ρυθμιστικής αξίας

Είναι σαφές ότι ο νόμος δεν μπορεί να ρυθμίσει όλα τα ζητήματα ακόμη και στην τελευταία λεπτομέρεια. Επιπλέον, η χρήση της σχετικά περίπλοκης νομοθετικής διαδικασίας δεν είναι πάντοτε ενδεδειγμένη, για παράδειγμα όταν πρόκειται να νομοθετήσει σε ένα ζήτημα για το οποίο πρέπει να τροποποιηθεί συχνά το πρότυπο.

Πρόκειται για την έκδοση του κανονισμού του Μεγάλου Δουκάτου, που αποτελεί τον εκτελεστικό κανόνα του νόμου. Πράγματι, το Σύνταγμα του Λουξεμβούργου αναθέτει στον Μεγάλο Δούκα της Αποστολής να «εκδίδει τους κανονισμούς και τα διατάγματα που απαιτούνται για την εκτέλεση των νόμων».

Ποιες είναι, ενδεχομένως, άλλες πηγές δικαίου και ποια είναι η αξία τους;

Η νομολογία

Η αποδοχή της νομολογίας ως μιας από τις πηγές δικαίου δεν είναι δυσχερής. Στην πραγματικότητα, το δίκαιο του Λουξεμβούργου δεν γνωρίζει τον «προηγούμενο κανόνα» που εφαρμόζεται στις αγγλοσαξονικές έννομες τάξεις και οι δικαστές δεν δεσμεύονται γενικά από δικαστικές αποφάσεις σε άλλες υποθέσεις, ούτε καν συγκρίσιμες. Επιπλέον, απαγορεύεται στους δικαστές να διατυπώνουν τη γνώμη τους με γενική διάταξη και, ως εκ τούτου, η απόφασή τους πρέπει πάντοτε να περιορίζεται στη συγκεκριμένη περίπτωση που τους έχει υποβληθεί.

Στην πράξη, ωστόσο, η παραγωγή μιας νομολογίας σε συγκρίσιμη περίπτωση έχει αναμφισβήτητο αντίκτυπο σε μια υπόθεση. Επιπλέον, όταν ένα κείμενο προσφέρεται για ερμηνεία, η εξουσία του δικαστή είναι αναμφισβήτητα σημαντικότερη, διότι αυτός έχει τη δυνατότητα να διαμορφώσει το δίκαιο μέσω της ερμηνείας του.

  • Διεθνής νομολογία

Το Μεγάλο Δουκάτο του Λουξεμβούργου αναγνωρίζει την άμεση εξουσία ορισμένων διεθνών δικαστηρίων, συμπεριλαμβανομένου του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων στο Στρασβούργο.

  • Ευρωπαϊκή νομολογία

Σύμφωνα με το άρθρο 267 ΣΛΕΕ, η νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης είναι δεσμευτική για τα εθνικά δικαστήρια με την έκδοση προδικαστικής απόφασης, η οποία επιτρέπει στα εθνικά δικαστήρια, πριν από τη λήψη απόφασης, να ζητούν από το Δικαστήριο να επιλύσει τα προβλήματα που ανακύπτουν από την εφαρμογή του κοινοτικού δικαίου, τα οποία οι ιδιώτες μπορούν να επικαλούνται ενώπιόν τους.

  • Εθνική νομολογία

Κατά γενικό κανόνα, οι δικαστικές αποφάσεις που εκδίδονται στο τέλος της πολιτικής και της εμπορικής διαδικασίας έχουν ισχύ δεδικασμένου: οι αποφάσεις αυτές είναι δεσμευτικές για τα μέρη της διαφοράς, αλλά δεν τροποποιούν τη διάταξη του νόμου.

Αυτό ισχύει και για τις περισσότερες αποφάσεις των διοικητικών δικαστηρίων. Κατ’ εξαίρεση, όταν το Γενικό Δικαστήριο ή το Διοικητικό Δικαστήριο επιλαμβάνεται προσφυγής κατά κανονιστικής πράξης, η δικαστική απόφαση ή η απόφαση έχει γενική ισχύ και δημοσιεύεται στο Mémorial, στην Επίσημη Εφημερίδα του Μεγάλου Δουκάτου του Λουξεμβούργου.

Οι αποφάσεις του Συνταγματικού Δικαστηρίου έχουν επίσης γενική ισχύ και δημοσιεύονται στο Mémorial.

Οι γενικές αρχές του δικαίου

Οι κανόνες της νομολογίας περιλαμβάνουν, ειδικότερα, την κατηγορία των γενικών αρχών του δικαίου, οι οποίες ορίζονται ως «κανόνες δικαίου που δεσμεύουν τη διοίκηση και την ύπαρξη της οποίας έχει επιβεβαιωθεί από τα δικαστήρια ως δικαστήριο».

Η ιεραρχία των κανόνων

Σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο, οι πηγές δικαίου έχουν προτεραιότητα. Το Σύνταγμα αποτελεί την πηγή του υψηλότερου δασμού, την οποία ακολουθούν νομοθετικές και κανονιστικές διατάξεις.

Ελλείψει συνταγματικού κανόνα δικαίου, η θέση του λουξεμβουργιανού δικαίου επί της σχέσεως μεταξύ του διεθνούς και του εθνικού δικαίου απορρέει αποκλειστικά από τη νομολογία.

Η νομολογία του Λουξεμβούργου ως προς το σημείο αυτό αναπτύχθηκε ήδη από τις αρχές της δεκαετίας του’ 1950, αρχής γενομένης από την πρώτη φορά κατά την οποία το Cour de cassation (Ανώτατο Ακυρωτικό Δικαστήριο) καταρχάς και, στη συνέχεια, το Conseil d’État (Συμβούλιο της Επικρατείας) έθεσαν τέλος στη θέση που είχε προηγουμένως κρίνει ότι η επανεξέταση από το Δικαστήριο της συμφωνίας των νόμων με τις διεθνείς συνθήκες ήταν αδύνατη λόγω της διάκρισης των εξουσιών.

Σύμφωνα με την απόφαση περί παραπομπής του Συμβουλίου της Επικρατείας του 1951, «μια διεθνής συνθήκη που έχει ενσωματωθεί στην εσωτερική νομοθεσία με την έγκριση νόμου είναι το δίκαιο ενός υψηλότερου προτύπου που έχει προέλευση περισσότερο από τη βούληση ενός εσωτερικού οργανισμού. Επομένως, σε περίπτωση συγκρούσεως μεταξύ των διατάξεων μιας διεθνούς συνθήκης και μιας μεταγενέστερης εθνικής νομοθεσίας, το διεθνές δίκαιο πρέπει να υπερισχύει του εθνικού δικαίου» (Conseil d’État, 28 Ιουλίου 1951, Pas. lux, σ. 263).

Η διατύπωση της αποφάσεως αυτής είναι, βεβαίως, πολύ ευρεία, δεδομένου ότι η απόφαση δεν κάνει διάκριση αν το διεθνές πρότυπο υπερισχύει της βουλήσεως οποιουδήποτε εσωτερικού οργανισμού. Ωστόσο, τα δικαστήρια του Λουξεμβούργου δεν έχουν ποτέ αποφανθεί ρητά υπέρ της υπεροχής των διεθνών προτύπων για το Σύνταγμα.

Ωστόσο, πρέπει να σημειωθεί ότι στην αναθεώρηση του 1956 του σχεδίου κυβερνητικού κειμένου το οποίο προέβλεπε ότι «οι κανόνες του διεθνούς δικαίου αποτελούν μέρος της εθνικής έννομης τάξης. Υπερισχύουν των νόμων και άλλων εθνικών διατάξεων.» Το σχόλιο σχετικά με τα άρθρα κατέστησε σαφές ότι οι τελευταίες έπρεπε να περιλαμβάνουν συνταγματικές διατάξεις.

Ωστόσο, το Συμβούλιο της Επικρατείας αποδέχθηκε εμμέσως την εν λόγω προτεραιότητα σε γνωμοδότηση της 26 Μαΐου 1992 σχετικά με το σχέδιο νόμου για την έγκριση της Συνθήκης ΕΕ. Πράγματι, αναφέρει ότι «πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι, σύμφωνα με τον κανόνα της ιεραρχίας των κανόνων δικαίου, το διεθνές δίκαιο υπερισχύει του εθνικού δικαίου και ότι, σε περίπτωση σύγκρουσης, το εθνικό δίκαιο υπέρ της Συνθήκης δεν ασκείται από τα δικαστήρια. Δεδομένου ότι είναι σημαντικό να αποφευχθεί η αντίφαση μεταξύ της εθνικής μας νομοθεσίας και του διεθνούς δικαίου, το Συμβούλιο Επικρατείας επιμένει ότι η σχετική αναθεώρηση του Συντάγματος θα πρέπει να πραγματοποιείται εντός της ωφέλιμης περιόδου για την αποτροπή μιας τέτοιας κατάστασης ασυμβίβαστου.» Επομένως, το Μεγάλο Δουκάτο του Λουξεμβούργου φαίνεται να δεσμεύεται για μια αποφασιστική διεθνοποίηση.

Αυτό αποτελεί αναμφίβολα τεχνική συνέπεια της απουσίας ελέγχου της συνταγματικότητας των νόμων στο Λουξεμβούργο. Το Συνταγματικό Δικαστήριο ελέγχει τη συμμόρφωση των νόμων προς το Constitution. δεν μπορεί να αναφέρεται σε ερώτηση σχετικά με τη συμμόρφωση με το Σύνταγμα ενός νόμου για την έγκριση μιας διεθνούς συνθήκης.

Στην έννομη τάξη του Λουξεμβούργου, οι νόμοι που είναι αντισυνταγματικοί μπορεί να κηρυχθούν αντισυνταγματικοί από το Συνταγματικό Δικαστήριο. Το δικαστήριο αυτό μπορεί να επιληφθεί του ζητήματος από ένα δικαστικό ή διοικητικό δικαστήριο στο Λουξεμβούργο, όταν, στο πλαίσιο διαδικασίας ενώπιον του δικαστηρίου αυτού, εγείρεται το ζήτημα της συνταγματικότητας. Η άμεση παραπομπή δεν είναι δυνατή.

Η προσφυγή ακυρώσεως είναι επίσης δυνατή κατά παράνομων κανονιστικών πράξεων ενώπιον του διοικητικού δικαστηρίου, με δυνατότητα προσφυγής στο διοικητικό δικαστήριο. Εντούτοις, η προσφυγή αυτή είναι παραδεκτή μόνον εντός προθεσμίας τριών μηνών από της δημοσιεύσεως του κανονισμού. Εάν, μετά τη λήξη της εν λόγω προθεσμίας, συζητηθεί η νομιμότητα κανονιστικής πράξεως ενώπιον δικαστικού ή διοικητικού δικαστηρίου, το εν λόγω δικαστήριο διατηρεί τη δυνατότητα να μη λάβει υπόψη το νομοθετικό κείμενο υπέρ του νόμου, αλλά, σε αντίθεση με την ευθεία προσφυγή που μπορεί να ασκηθεί εντός τριών μηνών από τη δημοσίευση, η απόφαση αυτή δεν θα έχει την εξουσία γενικής αρχής.

Ρυθμίσεις για την «έναρξη ισχύος στην εθνική επικράτεια κανόνων που περιέχονται σε υπερεθνικά μέσα

Διεθνείς Συμβάσεις

Το Σύνταγμα του Λουξεμβούργου είναι ιδιαίτερα σύντομο όταν ρυθμίζει τη διαδικασία έγκρισης διεθνών συνθηκών, δεδομένου ότι περιορίζεται να ορίζει ότι «οι Συνθήκες δεν έχουν ισχύ προτού εγκριθούν διά νόμου και δημοσιεύονται υπό τις μορφές που προβλέπονται για τη δημοσίευση των νόμων».

Το Μεγάλο Δουκάτο είναι μια χώρα με μια μονιστική παράδοση. Με άλλα λόγια, η ίδια η Συνθήκη εφαρμόζεται κατά τον ίδιο τρόπο με τον εσωτερικό κανόνα του Μεγάλου Δουκάτου, χωρίς να είναι αναγκαία η μεταφορά του υπό τη μία ή την άλλη μορφή.

Ως εκ τούτου, το περιεχόμενο του νόμου περί εγκρίσεως είναι πολύ σύντομο και περιορίζεται σε ένα μόνο άρθρο, σύμφωνα με το οποίο «εγκρίνεται» μια συγκεκριμένη συνθήκη. Ο νόμος αυτός δεν έχει νομοθετικό περιεχόμενο. Το δίκαιο της έγκρισης εγκρίνει, αλλά δεν μεταφέρει στο εθνικό δίκαιο· δεν έχει άλλο σκοπό από το να εξουσιοδοτήσει την κυβέρνηση να επικυρώσει τη Συνθήκη.

Ο νόμος αυτός ψηφίστηκε από το Κοινοβούλιο με τη συνήθη διαδικασία. Η ψηφοφορία διεξάγεται κανονικά με απόλυτη πλειοψηφία, εκτός εάν η Συνθήκη προβλέπει εκχώρηση εξουσιών (βλ. κατωτέρω). Μετά την αναθεώρηση του 1956, το Σύνταγμα του Λουξεμβούργου περιέχει ρητή διάταξη που προβλέπει τη δυνατότητα ανάθεσης εξουσιών σε διεθνείς οργανισμούς μέσω συνθήκης. Το άρθρο 49α του Συντάγματος ορίζει ότι «η άσκηση εξουσιών που ανατίθενται από το Σύνταγμα στον νομοθετικό, εκτελεστικό και δικαστικό τομέα της Ευρωπαϊκής Ένωσης μπορεί να ανατεθεί προσωρινά σε φορείς του διεθνούς δικαίου μέσω συνθήκης». Το άρθρο 37 παράγραφος 2 του Συντάγματος προβλέπει, ωστόσο, ότι οι εν λόγω Συνθήκες πρέπει να λαμβάνουν την έγκριση της Βουλής υπό τις προϋποθέσεις μιας σημαντικά ενισχυμένης πλειοψηφίας.

Εφόσον δεν προβλέπεται ρητώς, η ψήφιση του νόμου περί έγκρισης δεν συνεπάγεται τη θέση σε ισχύ κατά την εσωτερική τάξη του Λουξεμβούργου ισχύουσας συνθήκης. Ο νόμος έγκρισης αποτελεί προϋπόθεση για την έναρξη ισχύος του, αλλά μόνο μετά την επικύρωση. Στο Λουξεμβούργο θεωρείται επίσης ότι, ακόμη και μετά την έγκριση από τη Βουλή, η εκτελεστική αρχή διατηρεί τη διακριτική της ευχέρεια να επικυρώσει το κείμενο και ότι η άσκηση αυτής της εξουσίας είναι εκτός του ελέγχου του δικαστή.

Η έναρξη ισχύος μιας συνθήκης σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο υπόκειται συνήθως σε τρεις προϋποθέσεις. (1) Το Μεγάλο Δουκάτο του Λουξεμβούργου επικύρωσε τη Συνθήκη, (2) η Συνθήκη ισχύει σε διεθνές επίπεδο και (3) το κείμενο της Συνθήκης δημοσιεύθηκε στο σύνολό του στο Mémorial του Λουξεμβούργου, όπως ακριβώς και ένας νόμος.

Πρέπει να επισημανθεί ότι η δημοσίευση της Συνθήκης (που προβλέπεται από το άρθρο 37 του Συντάγματος) αποτελεί χωριστή απαίτηση από την υποχρέωση δημοσίευσης του νόμου της Συνθήκης. Είναι αληθές ότι, στις περισσότερες περιπτώσεις, οι δύο προϋποθέσεις πληρούνται ταυτοχρόνως, δηλαδή το κείμενο της Συνθήκης δημοσιεύεται στο Mémorial αμέσως μετά τη δημοσίευση του νόμου. Ωστόσο, οι δύο αυτές πράξεις δεν είναι οι ίδιες και οι εκδόσεις θα μπορούσαν να διαχωριστούν δεδομένου ότι η Συνθήκη δεν αποτελεί αναπόσπαστο μέρος του νόμου έγκρισης.

ΚΟΙΝΟΤΙΚΑ ΠΡΟΤΥΠΑ

Το Σύνταγμα του Λουξεμβούργου δεν περιέχει ειδικές διατάξεις που να διέπουν την ενσωμάτωση στην εσωτερική έννομη τάξη του Λουξεμβούργου των ευρωπαϊκών δευτερογενών προτύπων.

Η κανονική νομική πράξη για την εφαρμογή των ευρωπαϊκών οδηγιών είναι ο νόμος που ψηφίστηκε από τη Βουλή σύμφωνα με τη συνήθη πλειοψηφία.

Μολονότι είναι κατ’ αρχήν ότι οι ευρωπαϊκές οδηγίες πρέπει κανονικά να μεταφέρονται στο λουξεμβουργιανό δίκαιο μέσω ενός νόμου, η προσφυγή στο επίσημο δίκαιο δεν είναι αναγκαία όταν η οδηγία αφορά ζήτημα που διέπεται ήδη από το δίκαιο του Λουξεμβούργου. Στην περίπτωση αυτή, η μεταφορά μπορεί να πραγματοποιηθεί με διάταγμα του Μεγάλου Δούκα που θα εκδοθεί βάσει της γενικής αρμοδιότητας για την εφαρμογή της νομοθεσίας την οποία αντλεί η κυβέρνηση από τα άρθρα 33 και 36 του Συντάγματος. Στη συνέχεια, από τυπικής απόψεως η διάταξη του Μεγάλου Δούκα είναι η εκτέλεση, έστω και αν το περιεχόμενο του κανονισμού στηρίζεται στην πραγματικότητα στην ευρωπαϊκή οδηγία.

Η προσφυγή στη νομοθετική διαδικασία μπορεί να αποφευχθεί ακόμη και στην περίπτωση που το αντικείμενο της οδηγίας έχει αποτελέσει αντικείμενο νομοθετικής εξουσιοδοτήσεως μέσω της οποίας το Κοινοβούλιο παρέχει στην κυβέρνηση την εξουσία να επιλύει με απλούς κανονισμούς τομείς που εμπίπτουν κανονικά στο πεδίο εφαρμογής του νόμου.

Αυτοί οι «εξουσιοδοτικοί νόμοι» εγκρίνονται σε ετήσια βάση από τη Βουλή των Αντιπροσώπων από το 1915 και, ως εκ τούτου, η κυβέρνηση διαθέτει εκτεταμένες ρυθμιστικές αρμοδιότητες στον οικονομικό και τον χρηματοπιστωτικό τομέα, οι οποίες, ακόμη και ελλείψει ρητής αναφοράς στην Ευρώπη, θα της επέτρεπαν ασφαλώς να μεταφέρει πολλές ευρωπαϊκές οδηγίες.

Ωστόσο, η μεταφορά των ευρωπαϊκών οδηγιών διέπεται πλέον από ειδικό εξουσιοδοτικό νόμο της 9 Αυγούστου 1971, όπως τροποποιήθηκε με νόμο της 8 Δεκεμβρίου 1980, ο οποίος περιορίζεται στο να εξουσιοδοτεί την κυβέρνηση να εφαρμόζει και να τιμωρεί τις οικονομικές, τεχνικές, γεωργικές, δασοκομικές, κοινωνικές και μεταφορικές οδηγίες της Ευρωπαϊκής Κοινότητας. Κατά παρέκκλιση από τη συνήθη κανονιστική διαδικασία, η επίμαχη κανονιστική ρύθμιση του Μεγάλου Δουκάτου πρέπει να έχει λάβει τη σύμφωνη γνώμη της κοινοβουλευτικής επιτροπής του Κοινοβουλίου.

Η διαδικασία εκδόσεως των κανονισμών του Μεγάλου Δούκα χαρακτηρίζεται, όπως και η νομοθετική διαδικασία, από την υποχρέωση της κυβερνήσεως να υποβάλει το σχέδιο κειμένου στη γνωμοδότηση του Conseil d’État και των εμπορικών επιμελητηρίων. Σε αντίθεση με τη νομοθετική διαδικασία, ωστόσο, η κανονιστική διαδικασία επιτρέπει στην κυβέρνηση απλώς να αποφεύγει τις διαβουλεύσεις αυτές λόγω του επείγοντος χαρακτήρα της έγκρισης του προτεινόμενου μέτρου. Ωστόσο, το τελευταίο δεν γίνεται δεκτό από την κυβέρνηση όταν προτίθεται να μεταφέρει μια ευρωπαϊκή οδηγία στο εθνικό της δίκαιο με διάταγμα του Μεγάλου Δούκα. Ο νόμος της 9 Αυγούστου 1971 συμπληρώνει τη συνήθη κανονιστική διαδικασία επιβάλλοντας, αφενός, την υποχρεωτική διαβούλευση με το Συμβούλιο της Επικρατείας και, αφετέρου, τη σύμφωνη γνώμη της κοινοβουλευτικής επιτροπής του Κοινοβουλίου.

Και στις δύο περιπτώσεις, το κείμενο του διατάγματος του Μεγάλου Δούκα εγκρίνεται από το υπουργικό συμβούλιο και στη συνέχεια υπογράφεται από τον υπουργό την άνοιξη και υποβάλλεται στον Μεγάλο Δούκα για τη δημοσίευση. Η κανονιστική απόφαση του Μεγάλου Δούκα θα τεθεί σε ισχύ μετά τη δημοσίευσή του στο Mémorial.

Διαδικασίες για τη θέση σε ισχύ εθνικών κανόνων

Στο Λουξεμβούργο, οι νόμοι και οι κανονισμοί τίθενται σε ισχύ μετά τη δημοσίευσή τους στην Επίσημη Εφημερίδα του Μεγάλου Δουκάτου του Λουξεμβούργου.

Αρχές που προτίθενται να θεσπίσουν κανόνες δικαίου

Διεθνή πρότυπα

Το Σύνταγμα του Λουξεμβούργου δηλώνει ότι «ο Μέγας Δούκας των Συνθηκών». Προσθέτει, ωστόσο, ότι «οι Συνθήκες δεν έχουν κανένα αποτέλεσμα πριν εγκριθεί από το νόμο και δημοσιευθεί στις μορφές που προβλέπονται για τη δημοσίευση των νόμων».

Θα πρέπει να σημειωθεί ότι απαιτείται έγκριση για όλες τις διεθνείς συνθήκες, ανεξάρτητα από τον σκοπό τους, και ότι η έγκριση αυτή παρέχεται υπό μορφή νόμου. Το τελευταίο προστέθηκε το 1956 κατόπιν ρητού αιτήματος του Συμβουλίου της Επικρατείας, το οποίο έκρινε ότι «η συγκατάθεση αυτή τίθεται επί της διαδικασίας εκπόνησης του νόμου, δεδομένου ότι το Σύνταγμα καλύπτει μόνο την ενιαία διαδικασία που εφαρμόζεται σε όλες τις εκδηλώσεις πρόθεσης για το τμήμα της Βουλής σε κάθε περίπτωση».

Εθνικά πρότυπα

Στο νομοθετικό σύστημα του Μεγάλου Δουκάτου του Λουξεμβούργου, η πρωτοβουλία νόμου μπορεί να προέρχεται από τη Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροΒουλή των Αντιπροσώπων ή την Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροΚυβέρνηση.

Το δικαίωμα πρωτοβουλίας της κυβέρνησης ονομάζεται «κυβερνητική πρωτοβουλία» και υλοποιείται με την παρουσίαση «σχεδίων νόμων».

Το δικαίωμα πρωτοβουλίας της Βουλής των Αντιπροσώπων αναφέρεται ως «κοινοβουλευτική πρωτοβουλία» και ασκείται με την υποβολή «νομοθετικών προτάσεων».

Τα σχέδια αυτά ή οι νομοθετικές προτάσεις υποβάλλονται κατόπιν σε διάφορες γνωμοδοτήσεις των οικείων οργάνων (επαγγελματικά επιμελητήρια), αλλά κυρίως στη γνωμοδότηση του Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυρο Συμβουλίου της Επικρατείας. Αφού λάβει τη γνώμη του Συμβουλίου της Επικρατείας, το σχέδιο νόμου επιστρέφεται στη Βουλή των Αντιπροσώπων.

Διαδικασία έγκρισης των εν λόγω κανόνων δικαίου

Νομοθετικές διατάξεις

Η Βουλή των Αντιπροσώπων είναι ένα και μόνο Κοινοβούλιο.

Προκειμένου να μετριαστούν οι κίνδυνοι του συστήματος που αποτελείται από ένα σώμα, το λουξεμβουργιανό συστατικό στοιχείο προβλέπει ότι κάθε νομοσχέδιο πρέπει κατ’ αρχήν να υποβάλλεται σε δύο ψήφους, τουλάχιστον τρεις μήνες.

Ωστόσο, το Σύνταγμα προβλέπει ότι μπορεί να απαιτηθεί και δεύτερη ψηφοφορία («δεύτερη συνταγματική ψηφοφορία») «εάν η Βουλή των Αντιπροσώπων, σε συμφωνία με το Συμβούλιο της Επικρατείας, αποφασίσει διαφορετικά».

Το Συμβούλιο της Επικρατείας διαδραματίζει εν προκειμένω ιδιαίτερα σημαντικό ρόλο, ο οποίος προσεγγίζει περισσότερο τον ρόλο των δεύτερων νομοθετικών σωμάτων σε άλλα κράτη (και ειδικότερα τον ρόλο του House of Lords στην Αγγλία). Είναι η πρώτη φορά ενόψει των κοινοβουλευτικών συζητήσεων. Το Σύνταγμα απαιτεί τη γνωμοδότηση του Συμβουλίου της Επικρατείας για κάθε σχέδιο ή πρόταση νόμου. Το Συμβούλιο της Επικρατείας παρεμβαίνει δεύτερη φορά μετά την πρώτη ψηφοφορία στη Βουλή των Αντιπροσώπων για να αποφασίσει, σε δημόσια συνεδρίαση, για τη χορήγηση ή μη της δεύτερης ψηφοφορίας.

Στην πράξη, στη συντριπτική τους πλειονότητα εξαιρούνται από τη δεύτερη ψηφοφορία. Το Συμβούλιο της Επικρατείας εξέδωσε πολιτική σύμφωνα με την οποία χορηγείται εξαίρεση σε όλες σχεδόν τις περιπτώσεις, με την κύρωση της άρνησης να επιφυλάσσεται για τις σοβαρότερες περιπτώσεις. Τυχόν εμπόδια στην εφαρμογή της εξαίρεσης συχνά εξαλείφονται κατά τη διάρκεια της προκαταρκτικής διαδικασίας.

Πρέπει επίσης να τονιστεί ότι η εξουσία του Συμβουλίου Επικρατείας δεν αποτελεί πραγματικό δικαίωμα αρνησικυρίας, πράγμα το οποίο δύσκολα συμβιβάζεται με το γεγονός ότι το Conseil d’État είναι ένα μη εκλεγμένο όργανο. Τα μέλη του Συμβουλίου της Επικρατείας διορίζονται από τον Μεγάλο Δούκα. Σε περίπτωση κενής θέσης, τα υποκατάστατα διορίζονται ως αντικαταστάτες, η πρώτη: απευθείας από τον Μεγάλο Δούκα, ο δεύτερος: σχετικά με τον κατάλογο των τριών υποψηφίων που προτείνει η Βουλή των Αντιπροσώπων και το τρίτο κατάλογο: κατάλογο τριών υποψηφίων που προτείνει το Συμβούλιο της Επικρατείας. Το Συμβούλιο της Επικρατείας μπορεί να καθυστερήσει την ψηφοφορία για δύο μήνες μόνο και, ως εκ τούτου, να επιτρέψει μια περαιτέρω περίοδο προβληματισμού για τον νομοθέτη.

Ο Μέγας Δούκας δεν αποτελεί απλώς στην αρχή της νομοθετικής διαδικασίας (για νομοσχέδια) αλλά και μετά την τελική ψηφοφορία επί του κειμένου του νόμου από τη Βουλή. Το Σύνταγμα του Λουξεμβούργου προβλέπει ότι «Ο Μέγας Δούκας εκδίδει τη νομοθεσία εντός τριών μηνών από την ψηφοφορία».

Κανονισμοί του Μεγάλου Δούκα

Σύμφωνα με το άρθρο 2 του νόμου της 12 Ιουλίου 1996 σχετικά με τη μεταρρύθμιση του Συμβουλίου της Επικρατείας, κανένα σχέδιο κανονισμού που εκδόθηκε για την εφαρμογή των νόμων και συνθηκών δεν μπορεί να υποβληθεί στον Μεγάλο Δούκα παρά μόνο μετά τη γνωμοδότηση τουΣυμβουλίου της Επικρατείας.

Ωστόσο, η κυβέρνηση μπορεί να παρεκκλίνει από αυτόν τον γενικό κανόνα σε περιπτώσεις επείγουσας ανάγκης (οι οποίες πρέπει να αξιολογηθούν από τον Μεγάλο Δούκα βάσει έκθεσης δεόντως αιτιολογημένης από τον πρωθυπουργό) και, ως εκ τούτου, να μην ζητήσουν τη γνώμη της High Corporation. Η χρήση αυτής της διαδικασίας έκτακτης ανάγκης θεωρείται, ωστόσο, ότι περιορίζεται σε εξαιρετικές περιπτώσεις.

Επιπλέον, εάν ένας νόμος επιβάλλει επισήμως στο Συμβούλιο της Επικρατείας να παραπέμπεται στο Συμβούλιο της Επικρατείας για τη γνώμη του σχετικά με τους κανονισμούς που εκδίδονται δυνάμει του εν λόγω νόμου, σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να εφαρμοστεί η διαδικασία του επείγοντος. Αυτό ισχύει επίσης για τις τροπολογίες σε σχέδιο κανονισμού για το οποίο η High Corporation έχει ήδη εκδώσει μια πρώτη γνώμη.

Όπως και στην περίπτωση των νόμων, το Συμβούλιο της Επικρατείας διατυπώνει τη γνώμη του για τα σχέδια κανονισμών υπό μορφή αιτιολογημένης έκθεσης, η οποία περιλαμβάνει γενικές εκτιμήσεις, επανεξέταση του κειμένου του σχεδίου και, ενδεχομένως, σχέδιο για την αντιμετώπιση του προβλήματος.

Η εξέταση από το Συμβούλιο της Επικρατείας καλύπτει την ουσία και τη μορφή των σχεδίων κανόνων και τη συμβατότητα των τελευταίων με υπέρτερο κανόνα δικαίου.

Βάσεις δεδομένων νομοθεσίας

Ο ιστότοπος Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυρο Legilux είναι η νόμιμη πύλη της κυβέρνησης του Μεγάλου Δουκάτου του Λουξεμβούργου στο διαδίκτυο.

Επιτρέπει την πρόσβαση στη λουξεμβουργιανή νομοθεσία είτε υπό τη μορφή μικτού κειμένου του Mémorial A είτε υπό μορφή συντονισμένων κειμένων, τα οποία περιέχονται σε μεγάλο βαθμό στους κώδικες και στις εκθέσεις της νομοθεσίας.

Ο ιστότοπος χωρίζεται σε τρεις κύριους τομείς:

  • ΟΟ σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυρο νομοθετικός τομέας αποτελείται από δημοσιεύσεις σχετικά με τη νομοθεσία του Λουξεμβούργου και διάφορες δημοσιεύσεις και συντονισμένα κείμενα.
  • ΤονΟ σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυρο διοικητικό τομέα της ομάδας, «Διοικητικές» δημοσιεύσεις. Πρόκειται κυρίως για το Mémorial B, καθώς και για τον επίσημο κατάλογο διοίκησης και νομοθεσίας.
  • ΟΟ σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυρο Χώρος Κοινωνιών, το Μουσείο C, έχει αντικατασταθεί από την 1 Ιουνίου 2016, με κατάλογο των δημοσιεύσεων που είναι διαθέσιμες στον δικτυακό τόπο του Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυρο Μητρώου Εμπορίου και Εταιρειών (RCS). τα αρχεία του Mémorial C, από το 1996 έως το τελευταίο Mémorial C που δημοσιεύτηκε στις 27 Ιουλίου 2016, θα παραμείνουν προσβάσιμα στο πλαίσιο τηςΟ σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυρο περιοχής των ταμείων.

Παρέχεται δωρεάν πρόσβαση στις βάσεις δεδομένων;

Ναι, η πρόσβαση στις βάσεις δεδομένων παρέχεται δωρεάν.

Σχετικοί σύνδεσμοι

Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροΔικτυακός τόπος Legilux

Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροΥπουργικό Συμβούλιο:

Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροΒουλή των Αντιπροσώπων

Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροΚυβέρνηση

Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροΥπουργείο Δικαιοσύνης


Αυτόματη μετάφραση του περιεχομένου. Ο ιδιοκτήτης της σελίδας αυτής δεν αποδέχεται καμία ευθύνη για την ποιότητα αυτής της μετάφρασης, που έγινε από μηχανή.

Τελευταία επικαιροποίηση: 22/10/2019