Zavrieť

BETA VERZIA PORTÁLU JE UŽ DOSTUPNÁ!

Navštívte BETA verziu Európskeho portálu elektronickej justície a napíšte nám, čo si o nej myslíte.

 
 

menu starting dummy link

Page navigation

menu ending dummy link

Τακτικά δικαστήρια - Ιρλανδία

Ide o strojový preklad tejto stránky - vlastník webovej lokality neručí za jeho kvalitu.

Kvalita tohto prekladu bola ohodnotená ako: priemerná

Je podľa vás tento preklad užitočný?

Στην παρούσα ενότητα παρέχονται πληροφορίες σχετικά με την οργάνωση των τακτικών δικαστηρίων στην Ιρλανδία.


Τακτικά δικαστήρια

Το σύστημα των δικαστηρίων στην Ιρλανδία απορρέει από το Σύνταγμα του 1922, το οποίο προβλέπει τη σύσταση νέων δικαστηρίων για την αντικατάσταση εκείνων που είχαν εξελιχθεί στο πλαίσιο της βρετανικής διοίκησης. Το 1924 θεσπίστηκαν νέα δικαστήρια βάσει του νόμου περί δικαστηρίων, του 1924, ο οποίος θέσπισε τη νομική βάση για ένα δικαστικό σύστημα.

Τα παρόντα δικαστήρια συστάθηκαν από τον νόμο περί δικαστηρίων (Σύσταση και Σύνταγμα) του 1961, σύμφωνα με το άρθρο 34 του Συντάγματος που εγκρίθηκε από τον Ιρλανδό λαό το 1937. Το Εφετείο συνεδρίασε στις 29 Οκτωβρίου 2014 μετά το δημοψήφισμα του 2013.

Τα άρθρα 34 έως 37 του Συντάγματος αφορούν γενικά την απονομή της δικαιοσύνης. Το άρθρο 34 παράγραφος 1 ορίζει ότι «Η απονομή της δικαιοσύνης σε δικαστήρια προβλέπεται από τον νόμο». Το Σύνταγμα περιγράφει τη δομή του δικαστικού συστήματος που αποτελείται από ένα δευτεροβάθμιο δικαστήριο, το Ανώτατο Δικαστήριο, το Εφετείο που έχει δικαιοδοσία τόσο σε ποινικές όσο και σε αστικές υποθέσεις, καθώς και τα πρωτοβάθμια δικαστήρια που περιλαμβάνουν το Ανώτερο Δικαστήριο με πλήρη δικαιοδοσία σε όλες τις ποινικές και αστικές υποθέσεις και τα δικαστήρια περιορισμένης δικαιοδοσίας, το κομητειακό δικαστήριο (Circuit Court) και ένα περιφερειακό δικαστήριο (District Court), το οποίο είναι οργανωμένο σε περιφερειακή βάση.

Πολιτικά δικαστήρια

Το Ανώτατο Δικαστήριο

Έγιναν σημαντικές αλλαγές στο δευτεροβάθμιο δικαιοδοτικό όργανο του Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυρο Ανώτατου Δικαστηρίου, με έναρξη ισχύος την 28 Οκτωβρίου 2014, της τριακοστής τρίτης τροποποίησης του Συντάγματος, το οποίο θέσπισε το Εφετείο. Με ισχύ από την ημέρα της ίδρυσης, το Ανώτατο Δικαστήριο έχει αναιρετική αρμοδιότητα —

  1. από την απόφαση του εφετείου, εάν το Ανώτατο Δικαστήριο κρίνει ότι η απόφαση αφορά ζήτημα δημόσιας σημασίας ή, προς το συμφέρον της δικαιοσύνης, είναι αναγκαίο να ασκηθεί προσφυγή στο Ανώτατο Δικαστήριο, και
  2. από την απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου, εάν το Ανώτατο Δικαστήριο κρίνει ότι συντρέχουν εξαιρετικές περιστάσεις που δικαιολογούν την άσκηση άμεσης προσφυγής σε αυτό, προϋπόθεση για να επιτύχει το Ανώτατο Δικαστήριο είναι η παρουσία ενός ή και των δύο από τους ακόλουθους παράγοντες — η απόφαση αφορά ζήτημα δημόσιας σημασίας· το συμφέρον της δικαιοσύνης.

Προσφυγές σε αστικές διαδικασίες ενώπιον του Ανώτατου Δικαστηρίου οι οποίες προηγούνται της τριακοστής τρίτης τροπολογίας του Ανωτάτου Δικαστηρίου τώρα εκδικάζονται τώρα από το Εφετείο, εκτός από τις υποθέσεις στις οποίες το Ανώτατο Δικαστήριο επέτρεψε στο Ανώτατο Δικαστήριο να αποφανθεί ότι η προσφυγή πληροί το κατώτατο όριο που προβλέπεται στο άρθρο 34.5.4° του Συντάγματος. Επιπλέον, τα νομικά ζητήματα που θα μπορούσαν προηγουμένως να παραπεμφθούν από το κομητειακό δικαστήριο στο Ανώτατο Δικαστήριο για καθορισμό («η υπόθεση που αναφέρεται») είναι τώρα δυνατόν να προσδιοριστούν από το Εφετείο.

Η τριακοστή τρίτη τροποποίηση δεν επηρέασε την αρχική δικαιοδοσία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, το οποίο στην πραγματικότητα συνίσταται στη λειτουργία του άρθρο 26 του Συντάγματος. Το άρθρο 26 προβλέπει ότι το Ανώτατο Δικαστήριο είναι αρμόδιο να αποφασίζει κατά πόσον ένα νομοσχέδιο (ή οποιαδήποτε διάταξη ή διατάξεις του), το οποίο έχει εγκριθεί από αμφότερα τα σώματα του Κοινοβουλίου και υποβάλλεται στον Πρόεδρο της Ιρλανδίας για υπογραφή προτού τεθεί σε ισχύ, είναι αντίθετη προς το Σύνταγμα, το οποίο παραπέμπεται στο δικαστήριο από τον Πρόεδρο. Σε περίπτωση που ανακύπτει ζήτημα μόνιμης ανικανότητας του Προέδρου, το ζήτημα αυτό εμπίπτει στην αρμοδιότητα του Ανώτατου Δικαστηρίου.

Το Δικαστήριο συνήθως συνεδριάζει με σύνθεση τριών ή πέντε δικαστών και, κατ’ εξαίρεση, επτά δικαστές. Όταν εξετάζονται υποθέσεις που αφορούν τη συνταγματική ισχύ νόμου του Oireachtas (κοινοβούλιο), το Σύνταγμα απαιτεί από το δικαστήριο να απαρτίζεται από τουλάχιστον πέντε δικαστές. Η απαίτηση αυτή ισχύει επίσης όταν το Δικαστήριο καλείται να γνωμοδοτήσει επί της συνταγματικής ισχύος ενός νομοσχεδίου που εκδίδεται από το Oireachtas όταν παραπέμπεται σε αυτό από τον Πρόεδρο της Ιρλανδίας σύμφωνα με το άρθρο 26 του Συντάγματος. Απαιτείται επίσης ένας ελάχιστος αριθμός πέντε δικαστών, εάν το Δικαστήριο πρέπει να καθορίσει, σύμφωνα με το άρθρο 12 του Συντάγματος, κατά πόσον ο Πρόεδρος έχει καταστεί μόνιμα ανίκανος. Ο Chief Justice ή ένας δικαστής του Ανωτάτου Δικαστηρίου μπορούν να εκδικάζουν μόνο ορισμένες προδικαστικές και διαδικαστικές αιτήσεις.

Δευτεροβάθμιο Δικαστήριο

Το Εφετείο συστάθηκε στις 29 Οκτωβρίου 2014, μετά από δημοψήφισμα το 2013. Όπως συμβαίνει και με άλλα ανώτερα δικαστήρια, μέρος της δικαιοδοσίας του Εφετείου απονέμεται από το Σύνταγμα και ορισμένους από τη νομοθεσία. Έχει διεθνή δικαιοδοσία (tier) δικαιοδοσίας μεταξύ του High Court και του Supreme Court.

Το Δικαστήριο είναι αρμόδιο να εκδικάζει τις προσφυγές που ασκούνται σε αστικές υποθέσεις ενώπιον του Ανώτατου Δικαστηρίου, οι οποίες, πριν από την τριακοστή τρίτη τροποποίηση του Συντάγματος, θα εκδικάζονταν από το Ανώτατο Δικαστήριο. Εξαιρέσεις είναι οι περιπτώσεις κατά τις οποίες το Ανώτατο Δικαστήριο επέτρεψε την άσκηση προσφυγής ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου, εφόσον κρίνει ότι η προσφυγή πληροί το κατώτατο όριο που προβλέπεται στο άρθρο 34.5.4 του Συντάγματος. Το Δικαστήριο μπορεί να εκδικάζει εφέσεις σε υποθέσεις που εκδικάζονται ενώπιον του Ανώτατου Δικαστηρίου σχετικά με το αν νόμος είναι ή όχι συνταγματικό. Το Σύνταγμα προβλέπει ότι δεν επιτρέπεται η θέσπιση νόμων που περιορίζουν τη δικαιοδοσία του εφετείου.

Το Δευτεροβάθμιο Δικαστήριο αποτελείται από έναν πρόεδρο και εννέα τακτικούς δικαστές. Ο Πρόεδρος και ο Πρόεδρος του Τακτικού Δικαστηρίου είναι αυτοδικαίως δικαστές του Δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου. Το Δικαστήριο μπορεί να μετέχει σε τμήματα τριών δικαστών. Ορισμένες παρεμπίπτουσες και διαδικαστικές αιτήσεις εξετάζονται μόνο από τον πρόεδρο ή από άλλο δικαστή που ορίζεται από τον πρόεδρο.

High Court

Βάσει του Συντάγματος, το Ανώτερο Δικαστήριο έχει πλήρη δικαιοδοσία και εξουσία να καθορίζει όλα τα θέματα και όλα τα ζητήματα, νομικά ή πραγματικά, αστικά ή ποινικά. Το Ανώτερο Δικαστήριο έχει αποκλειστική δικαιοδοσία σε υποθέσεις που αφορούν την υιοθεσία παιδιών και σε σχέση με αιτήσεις έκδοσης. Η αρμοδιότητα του High Court (England & Wales), Queen’s Bench Division (Administrative Court), εκτείνεται στο ζήτημα του κύρους οποιουδήποτε νόμου βάσει των διατάξεων του Συντάγματος (εκτός νόμου που έχει ήδη παραπεμφθεί στο Ανώτατο Δικαστήριο από τον Πρόεδρο της Ιρλανδίας). Οι περισσότερες υποθέσεις ενώπιον του High Court εκδικάζονται από έναν και μόνο δικαστή, αν και υπάρχει νομική διάταξη για ορισμένα θέματα όπως οι αγωγές για συκοφαντική δυσφήμιση, επίθεση ή φυλάκιση που δικάζονται από δικαστή με ενόρκους. Οι υποθέσεις εξαιρετικής σημασίας μπορεί να δικάζονται από δύο ή περισσότερους δικαστές, οι οποίοι δικάζονται ως Divisional Court.

Το Ανώτερο Δικαστήριο ενεργεί ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο ενώπιον του κομητειακού δικαστηρίου (Circuit Court) σε αστικές υποθέσεις. Πέραν της δικαιοδοσίας του δευτεροβάθμιου δικαιοδοτικού οργάνου στο Κομητειακό Δικαστήριο (Circuit Court civil), το High Court (Ανώτερο Δικαστήριο) έχει επίσης την εξουσία να εξετάζει τις αποφάσεις όλων των κατωτέρων κάτω δικαστηρίων με το ζήτημα των προνομίων των πληρεξουσίων, του Mandamus, της απαγορεύσεως και της Certiorari. Οι διατάξεις αυτές δεν αφορούν το βάσιμο της αποφάσεως των κατώτερων δικαστηρίων, αλλά το ζήτημα της ενδεχόμενης υπερβάσεως της δικαιοδοσίας.

Το High Court μπορεί να αποφανθεί επί νομικού ζητήματος που υποβλήθηκε από το District Court. Ασχολείται επίσης με τις αιτήσεις αποφυλάκισης με εγγύηση όταν ο κατηγορούμενος έχει κατηγορηθεί για έγκλημα ανθρωποκτονίας ή για τον οποίο ο κατηγορούμενος επιθυμεί να αλλάξει τους όρους και τις προϋποθέσεις που επέβαλε το District Court.

Κατά κανόνα, το High Court (ανώτερο δικαστήριο) συνεδριάζει στο Δουβλίνο για να εξετάσει τις πρωτότυπες αγωγές. Επίσης, βρίσκεται σε ορισμένους επαρχιακούς χώρους για να ακούσει τις πρωτότυπες αγωγές αποζημίωσης για σωματικές βλάβες. Το High Court of Circuit εκδικάζει προσφυγές ενώπιον του κομητειακού δικαστηρίου (Circuit Court) σε επαρχιακούς χώρους.

Το κομητειακό δικαστήριο (Circuit Court)

Η αστική δικαιοδοσία του Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυρο περιφερειακού δικαστηρίου (Circuit Court) είναι περιορισμένη, εκτός εάν συναινούν όλοι οι διάδικοι, οπότε η διεθνής δικαιοδοσία είναι απεριόριστη. Το όριο της δικαιοδοσίας του δικαστηρίου αφορά κυρίως ενέργειες στις οποίες η απαίτηση δεν υπερβαίνει τα 75,000 EUR (60,000 EUR σε αγωγές σωματικής βλάβης).

Το κομητειακό δικαστήριο (Circuit Court) είναι αρμόδιο να αποφαίνεται επί θεμάτων που αφορούν τις κληρονομικές υποθέσεις, και σε θέματα που αφορούν τίτλους έγγειες ή μισθώσεις ακινήτων, όταν η φορολογητέα αξία του ακινήτου δεν υπερβαίνει τα 253,95 EUR. Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο είναι επίσης αρμόδιο για τις διαδικασίες του οικογενειακού δικαίου, συμπεριλαμβανομένου του δικαστικού χωρισμού, του διαζυγίου, της ακυρότητας και των προσφυγών του District Court.

Οι αστικές υποθέσεις στο κομητειακό δικαστήριο (Circuit Court) εκδικάζονται από έναν δικαστή χωρίς κριτική επιτροπή. Ενεργεί ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο τόσο για αστικές όσο και για ποινικές υποθέσεις. Η προσφυγή λαμβάνει τη μορφή νέας ακρόασης και η απόφαση του κομητειακού δικαστηρίου είναι τελεσίδικη και δεν μπορεί να προσβληθεί περαιτέρω.

Το Circuit Court είναι επίσης αρμόδιο σε όλες τις περιπτώσεις αίτησης για νέες άδειες πώλησης οινοπνευματωδών ποτών για κατανάλωση στις εγκαταστάσεις και έχει αναιρετική αρμοδιότητα σε σχέση με τις αποφάσεις δικαστηρίων, όπως ο διευθυντής ερευνών για την ισότητα.

Το Επαρχιακό Δικαστήριο

Το Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυρο Επαρχιακό Δικαστήριο διαθέτει τοπική και περιορισμένη δικαιοδοσία. Στις υποθέσεις οικογενειακού δικαίου έχει την εξουσία να διασφαλίζει τη διατήρηση, την απαγόρευση, την επιμέλεια, την πρόσβαση και τις εντολές εγγραφής.

Το District Court είναι αρμόδιο για την εκδίκαση αστικών υποθέσεων που βασίζονται σε συμβάσεις, συμβάσεις πώλησης με δόσεις ή συμβάσεις πώλησης πίστωσης, αδικοπραξία και μη πληρωμή μισθώματος ή παράνομη κράτηση εμπορευμάτων, εφόσον η αξία της απαίτησης δεν υπερβαίνει τα 15,000 EUR. Έχει επίσης διεθνή δικαιοδοσία όσον αφορά την επιβολή εν γένει των δικαστικών αποφάσεων για χρέη οποιουδήποτε δικαστηρίου, τη δικαιοδοσία σε σχέση με μεγάλο αριθμό διατάξεων για τη χορήγηση άδειας, π.χ. σχετικά με την πώληση υγρού που προκαλεί μέθη, και τη δικαιοδοσία σε σχέση με τις αιτήσεις για κακόβουλες ζημίες, όταν το ζητούμενο ποσό δεν υπερβαίνει τα 15,000 EUR.

Το Επαρχιακό Δικαστήριο συνεδριάζει σε εγκαταστάσεις σε όλη τη χώρα σε 24 Επαρχίες που περιλαμβάνουν το Μητροπολιτικό διαμέρισμα Δουβλίνου και 23 άλλες επαρχίες. Γενικά, ο τόπος ακρόασης μιας υπόθεσης εξαρτάται από τον τόπο εκτέλεσης της σύμβασης ή από τον τόπο στον οποίο ο εναγόμενος κατοικεί ή δραστηριοποιείται, ή σε περιπτώσεις αδειοδότησης, στον τόπο όπου βρίσκονται οι χώροι στους οποίους έχει χορηγηθεί άδεια.

Ποινικά δικαστήρια

Το Ανώτατο Δικαστήριο

Το Ανώτατο Δικαστήριο εκδικάζει εφέσεις από το Εφετείο σε υποθέσεις που εγείρονται σε νομικό ζήτημα εξαιρετικής δημόσιας σημασίας.

Δευτεροβάθμιο Δικαστήριο

Βάσει του Court of Appeal Act 2014, το Court of Appeal είχε αποφανθεί επί του αναιρετικού δικαστηρίου που είχε προηγουμένως ασκήσει ενώπιον του Court of Criminal Appeal.

Προσφυγές από πρόσωπα που έχουν καταδικαστεί για την απαγγελία κατηγορίας σε δικαστήριο του κομητειακού δικαστηρίου (Circuit Court) ή του κεντρικού ποινικού δικαστηρίου, οι οποίοι λαμβάνουν πιστοποιητικό από τον δικάζοντα κατά την άσκηση της προσφυγής δικαστή για την άσκηση προσφυγής ενώπιον του εφετείου. Σε περίπτωση άρνησης χορήγησης του εν λόγω πιστοποιητικού, το ίδιο το εφετείο, κατόπιν έφεσης κατά της παρούσας άρνησης, μπορεί να χορηγήσει άδεια άσκησης προσφυγής.

Επιπλέον, ο προϊστάμενος της Εισαγγελίας μπορεί να προσφύγει στο Εφετείο για λόγους επιείκειας που προβλέπονται από τον νόμο του 1993 περί ποινικής δικαιοσύνης (Criminal Justice Act), τμήμα 2. Σε περίπτωση εικαζόμενης δικαστικής πλάνης, μπορεί να ασκηθεί προσφυγή σύμφωνα με το άρθρο 2 του νόμου περί ποινικής δικονομίας του 1993.

Το Εφετείο ήταν επίσης αρμόδιο για την εκδίκαση προσφυγών από τον προϊστάμενο της Εισαγγελίας σχετικά με νομικό ζήτημα που προέκυψε από ποινικές δίκες οι οποίες κατέληξαν σε αθώωση. Η απόφαση του Εφετείου δεν επηρεάζει την απαλλακτική απόφαση σε τέτοιες περιπτώσεις.

Προσφυγές από τον προϊστάμενο της εισαγγελίας κατά απαλλακτικής απόφασης ή απόφασης περί μη διαταγής της δίκης ανήκουν επίσης στο Εφετείο. Σύμφωνα με το νόμο του 2014 του Court of Appeal (Court of Appeal Act), το Court of Appeal (Εφετείο) αποφάνθηκε επί του αναιρετικού δικαστηρίου που είχε προηγουμένως ασκήσει ενώπιον του Court of Appeal. Αυτό σημαίνει ότι στο Δευτεροβάθμιο Δικαστήριο εκκρεμούν προσφυγές από άτομα που έχουν καταδικαστεί με δικαστική απόφαση.

Εφετείο

Σύμφωνα με το νόμο του 2014 του Court of Appeal (Court of Appeal Act), η δευτεροβάθμια δικαιοδοσία Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυρο του Court of Criminal Appeal παραπέμφθηκε στο Court of Appeal.

Ειδικό Ποινικό Δικαστήριο

Το Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυρο Ειδικό Ποινικό Δικαστήριο ιδρύθηκε για τη δίκη αδικημάτων, όπου ορίζεται ότι τα τακτικά δικαστήρια είναι ανεπαρκή για να διασφαλίσουν την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης και τη διατήρηση της δημόσιας ειρήνης και τάξης. Το δικαστήριο συνεδριάζει με τρεις δικαστές και καμία κριτική επιτροπή.

Κεντρικό Ποινικό Δικαστήριο

Το Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυρο Κεντρικό Ποινικό Δικαστήριο είναι το ποινικό τμήμα του Ανώτατου Δικαστηρίου. Προσπαθεί να αντιμετωπίσει το σοβαρό έγκλημα, συμπεριλαμβανομένων των αδικημάτων δολοφονίας, των εγκλημάτων βιασμού, της προδοσίας και της πειρατείας και των ποινικών υποθέσεων στο πλαίσιο του νόμου περί ανταγωνισμού του 2002. Το δικαστήριο συνεδριάζει με δικαστή και ενόρκους.

Criminal Court (Ποινικό Δικαστήριο για ποινικές υποθέσεις)

Το Circuit Criminal Court επιχειρεί πράξεις διαφορετικές από εκείνες που μπορεί να δικάσει στο Κεντρικό Ποινικό Δικαστήριο. Συνεδριάζει με δικαστή και ενόρκους. Εκδικάζει εφέσεις από το Περιφερειακό Δικαστήριο.

Επαρχιακό Δικαστήριο

Το περιφερειακό δικαστήριο ασχολείται με συνοπτικά αδικήματα (ως επί το πλείστον νομικά) και ορισμένα αδικήματα. Συνεδριάζει μόνο με δικαστή.


Αυτόματη μετάφραση του περιεχομένου. Ο ιδιοκτήτης της σελίδας αυτής δεν αποδέχεται καμία ευθύνη για την ποιότητα αυτής της μετάφρασης, που έγινε από μηχανή.

Τελευταία επικαιροποίηση: 30/10/2019