Κλείσιμο

Η ΕΚΔΟΣΗ BETA ΤΗΣ ΠΥΛΗΣ ΕΙΝΑΙ ΤΩΡΑ ΔΙΑΘΕΣΙΜΗ!

Επισκεφθείτε την έκδοση BETA της διαδικτυακής πύλης της ευρωπαϊκής ηλεκτρονικής δικαιοσύνης και πείτε μας τη γνώμη σας!

 
 

menu starting dummy link

Page navigation

menu ending dummy link

Δικονομικές προθεσμίες - Εσθονία

ΠΙΝΑΚΑΣ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΩΝ

1 Ποια είναι τα είδη προθεσμιών που εφαρμόζονται στις αστικές διαδικασίες;

Για τον υπολογισμό των δικονομικών προθεσμιών εφαρμόζονται οι διατάξεις του γενικού μέρους του νόμου για τον Αστικό Κώδικα (tsiviilseadustiku üldosa seadus - Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροTsÜS) σχετικά με τις προθεσμίες και τις καταληκτικές ημερομηνίες, εκτός εάν προβλέπεται κάτι διαφορετικά από τον νόμο. Βάσει του άρθρου 134 παράγραφος 2 του γενικού μέρους του νόμου για τον Αστικό Κώδικα, μια προθεσμία ορίζεται σε έτη, μήνες, εβδομάδες, ημέρες, ώρες ή μικρότερες μονάδες χρόνου ή βάσει ενός γεγονότος του οποίου είναι βέβαιη η επέλευση. Μια προθεσμία αρχίζει από την επομένη της ημερολογιακής ημέρας ή της επέλευσης γεγονότος που έχει οριστεί ως αφετηρία της προθεσμίας και λήγει την καταληκτική ημερομηνία. Εάν μια καταληκτική ημερομηνία ορίζεται ως προθεσμία υπολογιζόμενη σε ημέρες ή μεγαλύτερες μονάδες χρόνου, η προθεσμία λήγει στις 24:00 της καταληκτικής ημερομηνίας, εκτός εάν προβλέπεται διαφορετικά από τον νόμο. Δήλωση προθέσεων η οποία πρέπει να γνωστοποιηθεί εντός προθεσμίας σε πρόσωπο που ασκεί οικονομική ή επαγγελματική δραστηριότητα πρέπει να γνωστοποιείται στο πρόσωπο -και κάθε πράξη η οποία πρέπει να εκτελεστεί εντός προθεσμίας σε σχέση με το πρόσωπο πρέπει να εκτελείται- το αργότερο κατά την καταληκτική ημερομηνία έως τη λήξη του συνήθους ωραρίου εργασίας στον τόπο στον οποίο γνωστοποιείται η δήλωση προθέσεων ή εκτελείται η πράξη. Εάν μια διαδικαστική πράξη πρέπει να εκτελεστεί στο δικαστήριο, η προθεσμία θεωρείται ότι λήγει με την εκπνοή της εργάσιμης ημέρας του δικαστηρίου.

2 Κατάλογος των αργιών που προβλέπονται βάσει του κανονισμού (ΕΟΚ, Ευρατόμ) αριθ. 1182/71, της 3ης Ιουνίου 1971.

Οι μη εργάσιμες ημέρες απαριθμούνται στον νόμο για τις επίσημες αργίες και τις εθνικές επετείους (pühade ja tähtpäevade seadus) (τέθηκε σε ισχύ στις 23 Φεβρουαρίου 1998). Είναι οι ακόλουθες:

  1. 24η Φεβρουαρίου – Ημέρα της ανεξαρτησίας και επέτειος της Δημοκρατίας της Εσθονίας
  2. 1η Ιανουαρίου – Πρωτοχρονιά
  3. Μεγάλη Παρασκευή
  4. Κυριακή του Πάσχα
  5. 1η Μαΐου – Πρωτομαγιά
  6. Πεντηκοστή
  7. 23η Ιουνίου – Ημέρα της νίκης
  8. 24η Ιουνίου – θερινό ηλιοστάσιο
  9. 20ή Αυγούστου – Ημέρα αποκατάστασης της ανεξαρτησίας
  10. 24η Δεκεμβρίου – παραμονή Χριστουγέννων
  11. 25η Δεκεμβρίου – Χριστούγεννα
  12. 26η Δεκεμβρίου – επομένη των Χριστουγέννων.

3 Ποιοι είναι οι ισχύοντες γενικοί κανόνες για τις προθεσμίες στις διάφορες αστικές διαδικασίες;

Βάσει του άρθρου 62 παράγραφος 1 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (tsiviilkohtumenetluse seadustik), για τον υπολογισμό των δικονομικών προθεσμιών εφαρμόζονται οι διατάξεις του γενικού μέρους του νόμου για τον Αστικό Κώδικα που αφορούν τις προθεσμίες και τις καταληκτικές ημερομηνίες, εκτός εάν προβλέπεται διαφορετικά από τον νόμο.

4 Όταν μια πράξη ή μια διατύπωση πρέπει να διενεργηθεί εντός μιας συγκεκριμένης προθεσμίας, ποιο είναι το χρονικό σημείο έναρξης της προθεσμίας;

Ο γενικός κανόνας ορίζεται στο άρθρο 135 παράγραφος 1 του γενικού μέρους του νόμου για τον Αστικό Κώδικα, βάσει του οποίου μια προθεσμία αρχίζει από την επομένη της ημερολογιακής ημέρας ή της επέλευσης γεγονότος που έχει οριστεί ως αφετηρία της προθεσμίας, εκτός εάν ορίζεται διαφορετικά από τον νόμο ή σε σύμβαση. Προθεσμία η οποία ορίζεται από δικαστήριο αρχίζει από την επομένη της ημέρας επίδοσης του εγγράφου στο οποίο ορίζεται η προθεσμία, εκτός εάν οριστεί διαφορετικά κατά τον χρόνο καθορισμού της προθεσμίας. Εάν δεν απαιτείται επίδοση του εγγράφου, η προθεσμία αρχίζει μόλις παραληφθεί κοινοποίηση για τον καθορισμό της προθεσμίας (άρθρο 63 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας).

5 Μπορεί η έναρξη της προθεσμίας να επηρεαστεί ή να τροποποιηθεί από τον τρόπο κοινοποίησης ή επίδοσης εγγράφων (προσωπική επίδοση από δικαστικό επιμελητή ή ταχυδρομική επίδοση);

Όχι. Ο Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας προβλέπει ότι προθεσμία που ορίζεται από δικαστήριο αρχίζει την επομένη της ημέρας επίδοσης του διαδικαστικού εγγράφου. Αυτό ισχύει για όλους τους τρόπους επίδοσης εγγράφων.

6 Αν η επέλευση ενός γεγονότος αποτελεί την έναρξη της προθεσμίας, η ημέρα επέλευσης του γεγονότος συνεκτιμάται στον υπολογισμό της προθεσμίας;

Όχι. Σύμφωνα με το άρθρο 135 παράγραφος 1 του γενικού μέρους του νόμου για τον Αστικό Κώδικα, μια προθεσμία αρχίζει από την επομένη της ημερολογιακής ημέρας ή της επέλευσης γεγονότος που έχει οριστεί ως αφετηρία της προθεσμίας, εκτός εάν ορίζεται διαφορετικά από τον νόμο ή σε σύμβαση.

7 Όταν μια προθεσμία προσδιορίζεται κατά ημέρες, ο αριθμός των αναφερόμενων ημερών περιλαμβάνει τις ημερολογιακές ημέρες ή τις εργάσιμες ημέρες;

Βάσει του άρθρου 136 παράγραφος 9 του γενικού μέρους του νόμου για τον Αστικό Κώδικα, για τους σκοπούς του καθορισμού προθεσμίας, ως μία ημέρα νοείται η χρονική περίοδος από τα μεσάνυχτα έως τα επόμενα μεσάνυχτα. Επομένως, εάν μια προθεσμία εκφράζεται σε ημέρες, ο αριθμός ημερών αφορά ημερολογιακές ημέρες.

8 Όταν η προθεσμία προσδιορίζεται κατά εβδομάδες, μήνες ή έτη;

Κατά κανόνα, οι δικονομικές προθεσμίες εκφράζονται σε ημέρες.

Μια προθεσμία εκφράζεται σε μήνες εάν, για παράδειγμα, δεν είναι δυνατή η άσκηση έφεσης με τη λήξη της προθεσμίας. Σύμφωνα με το άρθρο 632 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, έφεση μπορεί να κατατεθεί εντός 30 ημερών από την επίδοση δικαστικής απόφασης στον εκκαλούντα και το αργότερο πέντε μήνες από την ημερομηνία δημοσίευσης της απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου. Μετά την παρέλευση πέντε μηνών από την ημερομηνία δημοσίευσης της απόφασης, δεν επιτρέπεται η κατάθεση έφεσης, ακόμη και αν απομένουν λιγότερες από 30 ημέρες έως τη λήξη της πεντάμηνης περιόδου που έπεται της επίδοσης και δημοσίευσης της απόφασης. Η απόλυτη αυτή προθεσμία θεσπίστηκε για την εξασφάλιση ασφάλειας δικαίου. Παρόμοια πεντάμηνη απόλυτη προθεσμία για την κατάθεση έφεσης έχει θεσπιστεί επίσης όσον αφορά, για παράδειγμα, την κατάθεση έφεσης κατά απόφασης ή αίτησης αναίρεσης.

Παράδειγμα προθεσμίας εκπεφρασμένης σε έτη αποτελεί η προθεσμία παραγραφής αξίωσης επιστροφής παραβόλου ή εγγύησης — η αξίωση παραγράφεται με την παρέλευση δύο ετών από τη λήξη του έτους κατά το οποίο καταβλήθηκε η εγγύηση ή το παράβολο, αλλά όχι πριν από τη λήξη της διαδικασίας με τη θέση σε ισχύ δικαστικής απόφασης. Ωστόσο, η συγκεκριμένη αποτελεί προθεσμία για την παραγραφή αξίωσης και όχι δικονομική προθεσμία — ένα τέτοιο χρονοδιάγραμμα δεν μπορεί ούτε να παραταθεί ούτε να αποκατασταθεί.

Η προθεσμία παραγραφής αξίωσης εκφράζεται επίσης σε έτη. Ούτε αυτή είναι δικονομική προθεσμία. Σύμφωνα με το άρθρο 143 του γενικού μέρους του νόμου για τον Αστικό Κώδικα, το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη την παραγραφή αξίωσης μόνο κατόπιν αιτήματος του οφειλέτη.

9 Πότε λήγει η προθεσμία όταν προσδιορίζεται κατά εβδομάδες, μήνες ή έτη;

Η προθεσμία λήγει την καταληκτική ημερομηνία. Εάν η καταληκτική ημερομηνία ορίζεται βάσει χρονικής περιόδου υπολογιζόμενης σε εβδομάδες, η καταληκτική ημερομηνία είναι η αντίστοιχη ημέρα της τελευταίας εβδομάδας της εν λόγω χρονικής περιόδου. Εάν η καταληκτική ημερομηνία ορίζεται βάσει προθεσμίας υπολογιζόμενης σε μήνες, η καταληκτική ημερομηνία είναι η αντίστοιχη ημέρα του τελευταίου μήνα. Εάν η καταληκτική ημερομηνία ορίζεται βάσει προθεσμίας υπολογιζόμενης σε έτη, η καταληκτική ημερομηνία είναι η αντίστοιχη ημέρα του αντίστοιχου μήνα του τελευταίου έτους. Εάν η καταληκτική ημερομηνία ορίζεται βάσει προθεσμίας υπολογιζόμενης σε μήνες ή έτη και η καταληκτική ημερομηνία αντιστοιχεί σε μήνα που δεν διαθέτει τη συγκεκριμένη ημερομηνία, η καταληκτική ημερομηνία θεωρείται ότι είναι η τελευταία ημέρα του μήνα (άρθρο 136 παράγραφοι 2–5 του γενικού μέρους του νόμου για τον Αστικό Κώδικα).

10 Αν η προθεσμία λήγει Σάββατο, Κυριακή ή ημέρα δημόσιας αργίας ή μη εργάσιμη ημέρα, παρατείνεται μέχρι την πρώτη επόμενη εργάσιμη ημέρα;

Ναι. Στο άρθρο 136 παράγραφος 8 του γενικού μέρους του νόμου για τον Αστικό Κώδικα ορίζεται ότι, εάν η καταληκτική ημερομηνία για την κατάθεση δήλωσης προθέσεων ή την εκτέλεση υποχρέωσης συμπίπτει με αργία ή οποιαδήποτε άλλη μη εργάσιμη ημέρα, η καταληκτική ημερομηνία θεωρείται ότι είναι η πρώτη εργάσιμη ημέρα μετά την εν λόγω μη εργάσιμη ημέρα.

11 Υπάρχουν ορισμένες περιστάσεις στις οποίες παρατείνονται οι προθεσμίες; Από ποιες προϋποθέσεις εξαρτώνται οι παρατάσεις αυτές;

Βάσει του άρθρου 64 παράγραφος 1 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, το δικαστήριο δύναται, βάσει αιτιολογημένης αίτησης ή ιδία πρωτοβουλία, να παρατείνει δικονομική προθεσμία την οποία έχει ορίσει, εφόσον υπάρχουν βάσιμοι λόγοι για αυτό. Μια προθεσμία μπορεί να παραταθεί περισσότερες από μία φορές μόνο με τη συγκατάθεση του αντιδίκου.

12 Ποιες είναι οι προθεσμίες για την άσκηση ένδικων μέσων;

Η έφεση πρέπει να κατατεθεί εντός 30 ημερών από την επίδοση της δικαστικής απόφασης στον εκκαλούντα και το αργότερο εντός πέντε μηνών από την ημερομηνία δημοσίευσης της απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου (esimese astme kohus) (άρθρο 632 παράγραφος 1 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας). Ωστόσο, υπάρχουν εξαιρέσεις στον γενικό αυτό κανόνα:

  1. εάν, κατά την εκδίκαση υπόθεσης, το περιφερειακό δικαστήριο (maakohus) αναγνωρίσει στο διατακτικό της απόφασης ότι η σχετική νομοθεσία γενικής εφαρμογής αντίκεινται στο Σύνταγμα (põhiseadus) και αρνηθεί να την εφαρμόσει, η προθεσμία άσκησης έφεσης δεν αρχίζει παρά μόνο μετά την έκδοση της απόφασης συνταγματικού ελέγχου του Ανώτατου Δικαστηρίου (Riigikohus) σχετικά με τη νομοθεσία γενικής εφαρμογής η οποία δεν εφαρμόστηκε
  2. εάν εκδοθεί συμπληρωματική απόφαση σε υπόθεση κατά τη διάρκεια της προθεσμίας άσκησης έφεσης, η προθεσμία άσκησης έφεσης αρχίζει από την ημερομηνία έκδοσης της συμπληρωματικής απόφασης και ισχύει ακόμη και σε σχέση με την αρχική απόφαση. Σε περιπτώσεις προσθήκης μέρους που παραλείφθηκε σε δικαστική απόφαση η οποία εκδόθηκε χωρίς το περιγραφικό μέρος ή το σκεπτικό, η προθεσμία άσκησης έφεσης αρχίζει εκ νέου από την ημερομηνία έκδοσης της πλήρους απόφασης.

Εάν οι διάδικοι καταλήξουν σε συμφωνία εν προκειμένω και ενημερώσουν το δικαστήριο, η προθεσμία άσκησης έφεσης μπορεί να μειωθεί ή μπορεί να αυξηθεί κατ' ανώτατο όριο σε πέντε μήνες από τη δημοσίευση της απόφασης.

13 Μπορούν τα δικαστήρια να τροποποιήσουν τις προθεσμίες, ιδίως τις προθεσμίες εμφάνισης στο δικαστήριο, ή να καθορίσουν ειδική ημερομηνία εμφάνισης;

Βάσει του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, το δικαστήριο ορίζει δικάσιμο αμέσως μόλις παραλάβει αίτηση ή αγωγή και την απάντηση σε αυτή ή με τη λήξη της προθεσμίας απάντησης. Το δικαστήριο μπορεί επίσης να ορίσει δικάσιμο προτού παραλάβει απάντηση ή πριν από τη λήξη της προθεσμίας απάντησης, εφόσον κρίνεται ότι θα απαιτηθεί να συνέλθει το δικαστήριο για την εκδίκαση της υπόθεσης, ανεξάρτητα από την απάντηση, ή εάν ο άμεσος καθορισμός της δικασίμου θεωρείται εύλογος βάσει των περιστάσεων για άλλους λόγους. Εάν το δικαστήριο κρίνει ότι δεν απαιτείται απάντηση, ορίζει τη δικάσιμο αμέσως μόλις παραλάβει την αγωγή ή την αίτηση. Εάν είναι εφικτό, το δικαστήριο ζητεί και λαμβάνει υπόψη τη γνώμη των συμμετεχόντων στη διαδικασία κατά τον ορισμό της δικασίμου.

Το δικαστήριο μπορεί να ακυρώσει, να μεταθέσει ή να αναβάλει τη δικάσιμο μόνον εφόσον συντρέχει βάσιμος λόγος (άρθρο 352 παράγραφος 1 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας).

14 Εφόσον μια πράξη η οποία απευθύνεται σε διάδικο που κατοικεί σε τόπο όπου θα ετύγχανε παράτασης προθεσμίας κοινοποιείται σε τόπο όπου δεν παρέχεται η εν λόγω παράταση, το πρόσωπο αυτό χάνει το ευεργέτημα της εν λόγω προθεσμίας;

Εάν η διαδικασία διεξάγεται βάσει του εσθονικού δικονομικού δικαίου, ένα πρόσωπο δεν χάνει το δικαίωμα παράτασης της δικονομικής προθεσμίας μόνον βάσει του κατά πόσον η προθεσμία μπορεί να παραταθεί στον τόπο όπου το πρόσωπο ενημερώθηκε για την εν λόγω πράξη.

15 Ποιες είναι οι συνέπειες σε περίπτωση μη τήρησης των προθεσμιών;

Εάν μια διαδικαστική πράξη δεν εκτελεστεί εμπρόθεσμα, ο συμμετέχων στη διαδικασία δεν δικαιούται να εκτελέσει τη διαδικαστική πράξη αργότερα, εκτός εάν το δικαστήριο αποκαταστήσει την προθεσμία που προβλέπεται από τον νόμο, παρατείνει την προθεσμία που έχει ορίσει ή κάνει δεκτή την προσφυγή, την αίτηση, τις αποδείξεις ή την ένσταση που κατέθεσε ο συμμετέχων στη διαδικασία. Αυτό ισχύει ανεξαρτήτως του αν ο συμμετέχων στη διαδικασία ενημερώθηκε εκ των προτέρων για τις συνέπειες της μη εμπρόθεσμης εκτέλεσης της διαδικαστικής πράξης.

16 Αν λήξει η προθεσμία, ποια ένδικα μέσα παρέχονται στους διαδίκους που δεν τήρησαν τις προθεσμίες, δηλαδή στους ερημοδικούντες διαδίκους;

Εάν το δικαστήριο εξέδωσε ερήμην απόφαση λόγω μη εμφάνισης του εναγομένου στο δικαστήριο, ο εναγόμενος δύναται να καταθέσει αίτηση ανακοπής ερημοδικίας (άρθρο 415 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας). Ο εναγόμενος μπορεί να καταθέσει αίτηση ανακοπής ερημοδικίας, εάν η μη εμφάνισή του που οδήγησε στην έκδοση ερήμην απόφασης οφειλόταν σε βάσιμους λόγους. Στους βάσιμους λόγους μη απάντησης σε αγωγή ή μη εμφάνισης στο δικαστήριο και μη ειδοποίησης του δικαστηρίου σχετικά περιλαμβάνονται, κυρίως, προβλήματα με τις μεταφορές, απροσδόκητη ασθένεια διαδίκου ή απροσδόκητη σοβαρή ασθένεια στενού συγγενούς του διαδίκου, λόγω της οποίας ο διάδικος δεν απάντησε στην αγωγή ή δεν εμφανίστηκε στο δικαστήριο και δεν έστειλε αντιπρόσωπο στο δικαστήριο (άρθρο 422 παράγραφος 1).

Αίτηση ανακοπής ερημοδικίας μπορεί να κατατεθεί ανεξάρτητα από την ύπαρξη βάσιμου λόγου, εφόσον:

  1. σε περίπτωση μη απάντησης σε αγωγή, η αγωγή επιδόθηκε στον εναγόμενο ή στον αντιπρόσωπό του κατά τρόπο διαφορετικό από την προσωπική παράδοση έναντι υπογραφής ή ηλεκτρονικά
  2. σε περίπτωση μη εμφάνισης στο δικαστήριο, η κλήση επιδόθηκε στον εναγόμενο ή στον αντιπρόσωπό του κατά τρόπο διαφορετικό από την προσωπική παράδοση έναντι υπογραφής ή την παράδοση στο δικαστήριο
  3. δεν ήταν δυνατή η νόμιμη έκδοση της ερήμην απόφασης.

Αίτηση ανακοπής ερημοδικίας μπορεί να κατατεθεί εντός 30 ημερών από την επίδοση της ερήμην εκδοθείσας απόφασης. Εάν η επίδοση της ερήμην εκδοθείσας απόφασης πραγματοποιηθεί μέσω δημόσιας αναγγελίας, η αίτηση ανακοπής ερημοδικίας μπορεί να κατατεθεί εντός 30 ημερών από την ημερομηνία κατά την οποία ο εναγόμενος ενημερώθηκε για την ερήμην εκδοθείσα απόφαση ή για τη διαδικασία αναγκαστικής εκτέλεσης που κινήθηκε για την εκτέλεση της ερήμην εκδοθείσας απόφασης. Εάν εκδοθεί εκ νέου ερήμην απόφαση κατά του εναγομένου μετά την εκ νέου κίνηση της διαδικασίας, ο εναγόμενος μπορεί να ασκήσει έφεση κατά της νέας απόφασης μόνο λόγω μη επαλήθευσης των απαιτούμενων προϋποθέσεων για την έκδοση της ερήμην απόφασης.


Την έκδοση αυτής της σελίδας στην εθνική γλώσσα διαχειρίζεται ο αντίστοιχος αρμόδιος επαφής του ΕΔΔ. Οι μεταφράσεις έχουν γίνει από την αρμόδια υπηρεσία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Οι τυχόν αλλαγές που επιφέρει η αρμόδια εθνική αρχή στο πρωτότυπο ενδέχεται να μην έχουν περιληφθεί ακόμα στις μεταφράσεις. Η Επιτροπή και το Ευρωπαϊκό Δικαστικό Δίκτυο δεν αναλαμβάνουν καμία απολύτως ευθύνη όσον αφορά πληροφορίες ή δεδομένα που περιέχονται ή αναφέρονται στο παρόν έγγραφο. Βλ. την ανακοίνωση νομικού περιεχομένου για τους κανόνες πνευματικής ιδιοκτησίας που ισχύουν στο κράτος μέλος που είναι αρμόδιο για την παρούσα σελίδα.

Τελευταία επικαιροποίηση: 19/04/2021