Διαδικασίες για την εφαρμογή δικαστικών αποφάσεων

Αν μια διαφορά επιλυθεί από δικαστήριο, η διαδικασία ολοκληρώνεται σε δύο στάδια. Πρώτα, το δικαστήριο πρέπει να εκδώσει απόφαση και, στη συνέχεια, η απόφαση πρέπει να εκτελεστεί στην πράξη.


Για να αναγκάσετε τον αντίδικο (τον καθού ή τον οφειλέτη σας) να συμμορφωθεί με την απόφαση που έχει εκδοθεί εις βάρος του (για παράδειγμα, να εξοφλήσει την οφειλή του), θα χρειαστεί να απευθυνθείτε στις αρχές εκτέλεσης. Μόνον αυτές μπορούν να αναγκάσουν τον οφειλέτη να πληρώσει, ζητώντας τη συνδρομή των δυνάμεων του νόμου και της τάξης, αν χρειαστεί.

Δυνάμει του Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροκανονισμού «Βρυξέλλες I» (αναδιατύπωση) που διέπει την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε διασυνοριακές υποθέσεις, εάν έχετε εκτελεστή απόφαση που έχει εκδοθεί σε κράτος μέλος της Ένωσης, μπορείτε να απευθυνθείτε στις αρχές εκτέλεσης σε άλλο κράτος μέλος, όπου π.χ. ο οφειλέτης έχει περιουσία, χωρίς να απαιτείται οποιαδήποτε ενδιάμεση διαδικασία (ο κανονισμός καταργεί τη διαδικασία κήρυξης της εκτελεστότητας). Ο οφειλέτης κατά του οποίου επιδιώκετε την εκτέλεση μπορεί να προσφύγει στο δικαστήριο ζητώντας την άρνηση της εκτέλεσης. Τα ονόματα και η διεύθυνση των αρμόδιων δικαστηρίων και των δικαστηρίων για περαιτέρω ένδικα μέσα παρατίθενται εδώ.

Σκοπός της εκτέλεσης είναι, γενικά, η πληρωμή χρηματικών ποσών, αλλά η εκτέλεση μπορεί να αποβλέπει και στην εκτέλεση κάποιου άλλου καθήκοντος (πράξης ή παράλειψης, όπως η παράδοση αγαθών, η ολοκλήρωση μιας εργασίας ή  η παράλειψη προσβολών της κυριότητας).

Στις διασυνοριακές αστικές υποθέσεις μπορούν να χρησιμοποιηθούν διάφορες ευρωπαϊκές διαδικασίες (όπως η ευρωπαϊκή διαταγή πληρωμής, η ευρωπαϊκή διαδικασία μικροδιαφορών και ο ευρωπαϊκός εκτελεστός τίτλος), σε όλες όμως η δικαστική απόφαση πρέπει να εκτελεστεί σύμφωνα με τους εθνικούς κανόνες και διαδικασίες του κράτους εκτέλεσης (συνήθως το κράτος στο οποίο βρίσκεται ο οφειλέτης ή η περιουσία του).

Στην πράξη, αν θέλετε να ζητήσετε εκτέλεση, πρέπει να διαθέτετε εκτελεστό τίτλο (δικαστική απόφαση ή άλλη πράξη). Οι διαδικασίες εκτέλεσης και οι αρχές που τις χειρίζονται (δικαστήρια, οργανισμοί εισπράξεως χρεών και δικαστικοί επιμελητές) ορίζονται από την εθνική νομοθεσία του κράτους μέλους στο οποίο επιχειρείται η εκτέλεση.

Επιλέξτε τη σημαία της χώρας που σας ενδιαφέρει για περισσότερες πληροφορίες.


Για τη διαχείριση αυτής της ιστοσελίδας υπεύθυνη είναι η Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Οι πληροφορίες που περιλαμβάνονται στην παρούσα σελίδα δεν απηχούν κατ’ ανάγκη την επίσημη θέση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Η Επιτροπή δεν αναλαμβάνει καμία απολύτως ευθύνη όσον αφορά πληροφορίες ή δεδομένα που περιέχονται ή αναφέρονται στο παρόν έγγραφο. Παρακαλείσθε να συμβουλευθείτε την ανακοίνωση νομικού περιεχομένου σχετικά με το καθεστώς πνευματικής ιδιοκτησίας που διέπει τις σελίδες των ευρωπαϊκών θεσμικών οργάνων.

Τελευταία επικαιροποίηση: 18/01/2019

Διαδικασίες για την εφαρμογή δικαστικών αποφάσεων - Βέλγιο


1 Ποια η έννοια της εκτέλεσης στις αστικές και εμπορικές υποθέσεις;

Εάν ένας οφειλέτης αρνείται να συμμορφωθεί εκουσίως με δικαστική απόφαση, ο δανειστής μπορεί να απαιτήσει την αναγκαστική συμμόρφωσή του μέσω των δικαστηρίων. Αυτό ονομάζεται αναγκαστική εκτέλεση. Για την αναγκαστική εκτέλεση απαιτείται εκτελεστός τίτλος (άρθρο 1386 του βελγικού κώδικα πολιτικής δικονομίας), διότι συνεπάγεται παρέμβαση στην προσωπική δικαιϊκή σφαίρα του οφειλέτη. Ο εν λόγω εκτελεστός τίτλος συνήθως είναι δικαστική απόφαση ή συμβολαιογραφική πράξη. Για λόγους σεβασμού της ιδιωτικής ζωής του οφειλέτη ο τίτλος μπορεί να μην εκτελεστεί σε ορισμένες περιπτώσεις (άρθρο 1387 του βελγικού κώδικα πολιτικής δικονομίας). Την εκτέλεση του τίτλου αναλαμβάνει δικαστικός επιμελητής.

Η αναγκαστική εκτέλεση συνήθως χρησιμοποιείται για την είσπραξη οφειλής, αλλά μπορεί να εφαρμοσθεί και για την καταδίκη του οφειλέτη σε πράξη ή παράλειψη.

Μια άλλη σημαντική πτυχή είναι η χρηματική ποινή (άρθρο 1385a του βελγικού κώδικα πολιτικής δικονομίας). Πρόκειται για έναν τρόπο άσκησης πίεσης στο πρόσωπο που έχει καταδικαστεί, προκειμένου αυτό να συμμορφωθεί με δικαστική απόφαση. Εντούτοις, σε ορισμένες περιπτώσεις δεν μπορεί να επιβληθεί χρηματική ποινή: όταν το πρόσωπο έχει διαταχθεί να καταβάλει χρηματικό ποσό ή να συμμορφωθεί με σύμβαση εργασίας και όταν αυτό θα προσέβαλλε την ανθρώπινη αξιοπρέπεια. Η πληρωμή προστίμου επιβάλλεται βάσει της πράξης επιβολής και για τον λόγο αυτό δεν απαιτείται άλλος τίτλος.

Στις περιπτώσεις που η καταδικαστική απόφαση προβλέπει την πληρωμή χρημάτων η εκτέλεσή της γίνεται με τη δέσμευση των περιουσιακών στοιχείων του οφειλέτη, η οποία αποκαλείται κατάσχεση. Γίνεται διάκριση ανάμεσα στα περιουσιακά στοιχεία που μπορούν να κατασχεθούν (κινητά ή ακίνητα) και στα είδη της κατάσχεσης (συντηρητική κατάσχεση και αναγκαστική κατάσχεση στα χέρια του οφειλέτη, στο πλαίσιο εκτέλεσης δικαστικής απόφασης). Η συντηρητική κατάσχεση χρησιμοποιείται σε έκτακτες περιπτώσεις για να τεθούν τα περιουσιακά στοιχεία υπό την προστασία του δικαστηρίου, τα οποία και δεσμεύονται προκειμένου να διασφαλιστεί τυχόν μεταγενέστερη εκτέλεση. Ο οφειλέτης τότε χάνει τον έλεγχο των περιουσιακών του στοιχείων και δεν μπορεί ούτε να τα πουλήσει ούτε να τα δωρίσει. Όταν τα περιουσιακά στοιχεία οφειλέτη κατάσχονται στο πλαίσιο εκτέλεσης δικαστικής απόφασης, πωλούνται και το προϊόν της πώλησης δίνεται στον δανειστή. Ο δανειστής δεν έχει κανένα δικαίωμα πάνω στα περιουσιακά στοιχεία που έχουν κατασχεθεί αλλά μόνο στο προϊόν της πώλησής τους.

Επιπλέον, στα άρθρα 1445 επ., ο βελγικός κώδικας πολιτικής δικονομίας προβλέπει διαταγή κατάσχεσης στα χέρια τρίτου (βλ. κατωτέρω).

Εκτός από την κανονική συντηρητική κατάσχεση κινητών και ακίνητων περιουσιακών στοιχείων και την αναγκαστική κατάσχεση κινητών και ακινήτων υπάρχουν και ειδικοί κανόνες για την κατάσχεση πλοίων (άρθρα 1467 έως 1480 και άρθρα 1545 έως 1559 του βελγικού κώδικα πολιτικής δικονομίας), την κατάσχεση κινητών λόγω καθυστερούμενων μισθωμάτων (άρθρο 1461 του βελγικού κώδικα πολιτικής δικονομίας), τη συντηρητική κατάσχεση επιδίκων (άρθρα 1462 έως 1466 του βελγικού κώδικα πολιτικής δικονομίας) και την κατάσχεση ασυγκόμιστων καρπών (άρθρα 1529 έως 1538 του βελγικού κώδικα πολιτικής δικονομίας). Το παρόν εστιάζει μόνο στις συνηθισμένες κατασχέσεις.

2 Ποια αρχή ή ποιες αρχές είναι αρμόδιες για την εκτέλεση;

Οι δικαστικοί επιμελητές και οι δικαστές κατασχέσεων. Οι τελευταίοι είναι αρμόδιοι να αποφαίνονται επί διαφορών που αφορούν την εκτέλεση.

3 Ποιες οι προϋποθέσεις υπό τις οποίες μπορεί να εκδοθεί ένας εκτελεστός τίτλος ή μια απόφαση;

3.1 Η διαδικασία

2.1.1. Συντηρητική κατάσχεση

Απαιτούμενος όρος για τη συντηρητική κατάσχεση είναι καταρχήν η έγκριση του δικαστή κατασχέσεων, ενώ επίσης πρέπει να στοιχειοθετούνται λόγοι επείγουσας ανάγκης (άρθρο 1413 του βελγικού κώδικα πολιτικής δικονομίας). Πρέπει να ζητείται η παροχή έγκρισης με την υποβολή μονομερούς (ex parte) αίτησης (άρθρο 1417 του βελγικού κώδικα πολιτικής δικονομίας). Με την ίδια αίτηση δεν μπορεί να ζητείται ταυτόχρονα η κατάσχεση κινητής και ακίνητης περιουσίας. Για την κατάσχεση ακίνητης περιουσίας, πρέπει να υποβάλλεται ξεχωριστό αίτημα σε κάθε περίπτωση.

Ο δικαστής κατασχέσεων αποφασίζει το πολύ εντός οκτώ ημερών από την κατάθεση της αίτησης (άρθρο 1418 του βελγικού κώδικα πολιτικής δικονομίας). Το δικαστήριο μπορεί να αρνηθεί τη χορήγηση αδείας ή μπορεί να χορηγήσει μερική ή πλήρη άδεια στον δανειστή. Η απόφαση του δικαστή κατασχέσεων πρέπει να επιδίδεται στον οφειλέτη. Η απόφαση διαβιβάζεται στον δικαστικό επιμελητή ο οποίος προβαίνει στις απαραίτητές ενέργειες για την επίδοσή της.

Υπάρχει μία σημαντική εξαίρεση απ' αυτόν τον κανόνα, σύμφωνα με την οποία δεν απαιτείται η άδεια του δικαστή κατασχέσεων: κάθε δικαστική απόφαση παρέχει το δικαίωμα συντηρητικής κατάσχεσης σε σχέση με την ποινή που προβλέπει (άρθρο 1414 του βελγικού κώδικα πολιτικής δικονομίας). Και εδώ όμως θα πρέπει να υπάρχει έκτακτη ανάγκη. Η δικαστική απόφαση πρέπει απλώς να διαβιβαστεί στον δικαστικό επιμελητή, ο οποίος προβαίνει στη συνέχεια στις απαραίτητες ενέργειες για την κατάσχεση των περιουσιακών στοιχείων.

Η συντηρητική κατάσχεση μπορεί να μετατραπεί σε αναγκαστική κατάσχεση στα χέρια του οφειλέτη (άρθρα 1489 έως 1494 του βελγικού κώδικα πολιτικής δικονομίας).

2.1.2. Αναγκαστική κατάσχεση στα χέρια του οφειλέτη

Α. Γενικά

Αυτού του είδους η κατάσχεση μπορεί να γίνει μόνο βάσει εκτελεστού τίτλου (άρθρο 1494 του βελγικού κώδικα πολιτικής δικονομίας). Οι δικαστικές αποφάσεις και οι συμβολαιογραφικές πράξεις μπορούν να εκτελεστούν μόνο εάν προσκομιστεί επικυρωμένο αντίγραφό τους ή το πρωτότυπό τους, ή πρακτικό το οποίο θα περιβάλλεται τον εκτελεστήριο τύπο που ορίζεται σε βασιλικό διάταγμα.

Η απόφαση του δικαστηρίου επιδίδεται εκ των προτέρων στον εναγόμενο (άρθρο 1495 του βελγικού κώδικα πολιτικής δικονομίας). Εάν ο εκτελεστός τίτλος είναι δικαστική απόφαση, η επίδοση αυτής εκ των προτέρων είναι υποχρεωτική ώστε να ενημερωθεί ο οφειλέτης. Εάν όμως ο εκτελεστός τίτλος είναι συμβολαιογραφική πράξη, δεν είναι υποχρεωτικό να ειδοποιηθεί εκ των προτέρων ο οφειλέτης, διότι έχει ήδη γνώση του τίτλου. Η προθεσμία για την άσκηση ένδικων μέσων αρχίζει με την επίδοση της δικαστικής απόφασης. Η άσκηση έφεσης έχει ως συνέπεια την αναστολή της αναγκαστικής κατάσχεσης (όχι όμως και της συντηρητικής) σε περίπτωση που έχει διαταχθεί η καταβολή χρηματικού ποσού. Η προσωρινή εκτέλεση (προσωρινά εκτελεστές αποφάσεις) δεν έχει ανασταλτικό αποτέλεσμα όπως άσκηση τακτικών ένδικων μέσων.

Το επόμενο στάδιο στις προσπάθειες του δανειστή στο πλαίσιο της αναγκαστικής εκτέλεσης είναι η διαταγή πληρωμής (άρθρο 1499 του βελγικού κώδικα πολιτικής δικονομίας). Πρόκειται για την πρώτη πράξη της εκτέλεσης και την τελευταία προειδοποίηση προς τον οφειλέτη, ο οποίος σε αυτό το στάδιο μπορεί ακόμη να αποφύγει την κατάσχεση. Υπάρχει περίοδος αναμονής μετά την έκδοση της διαταγής πληρωμής μίας ημέρας για την κατάσχεση κινητής περιουσίας (άρθρο 1499 του βελγικού κώδικα πολιτικής δικονομίας), ενώ για την ακίνητη περιουσία η εν λόγω περίοδος έχει διάρκεια 15 ημερών (άρθρο 1566 του βελγικού κώδικα πολιτικής δικονομίας). Η εντολή επιδίδεται στον οφειλέτη και συνιστά όχληση και απαίτηση πληρωμής. Η αναγκαστική εκτέλεση μπορεί να χρησιμοποιηθεί μόνο για την είσπραξη των ποσών που προβλέπει η διαταγή πληρωμής.

Μετά το τέλος αυτής της προθεσμίας μπορεί να γίνει κατάσχεση των περιουσιακών στοιχείων. Η κατάσχεση γίνεται με πράξη του δικαστικού επιμελητή. Η αναγκαστική εκτέλεση επομένως διενεργείται με τη μεσολάβηση αρμόδιου λειτουργού. O λειτουργός αυτός θεωρείται εντολοδόχος του δανειστή. Οι αρμοδιότητές του προβλέπονται από τον νόμο και ενεργεί υπό την εποπτεία του δικαστηρίου. Έχει συμβατική ευθύνη έναντι του δανειστή και εξωσυμβατική ευθύνη έναντι τρίτων (βάσει του νόμου και λόγω παραβίασης του γενικού καθήκοντος επιμελείας).

Εντός τριών εργάσιμων ημερών, ο δικαστικός επιμελητής αποστέλλει ανακοίνωση περί κατάσχεσης στο Κεντρικό Μητρώο των ανακοινώσεων περί κατάσχεσης, μεταβίβασης δικαιωμάτων, εκχώρησης, συλλογικής ρύθμισης οφειλών και διαμαρτύρησης (Centraal Bestand van berichten van beslag, delegatie, overdracht en collectieve schuldenregeling en van protest) (άρθρο 1390 παράγραφος 1 του βελγικού κώδικα πολιτικής δικονομίας). Η εν λόγω ανακοίνωση είναι υποχρεωτική για την κατάσχεση τόσο των κινητών όσο και των ακίνητων περιουσιακών στοιχείων. Δεν μπορεί να γίνει αναγκαστική κατάσχεση ή διαδικασία διανομής του πλειστηριάσματος χωρίς την προγενέστερη εξέταση των ανακοινώσεων κατάσχεσης στο κεντρικό μητρώο ανακοινώσεων (άρθρο 1391 παράγραφος 2 του βελγικού κώδικα πολιτικής δικονομίας). Ο κανόνας αυτός θεσπίστηκε προκειμένου να αποτρέπονται οι περιττές κατασχέσεις και να ενισχυθεί η συλλογική διάσταση της κατάσχεσης.

Β. Αναγκαστική κατάσχεση κινητών

Η αναγκαστική κατάσχεση κινητών απαιτεί την έκδοση διαταγής πληρωμής, εναντίον της οποίας ο οφειλέτης έχει το δικαίωμα να υποβάλει ανακοπή. Η κατάσχεση πραγματοποιείται με έκθεση του δικαστικού επιμελητή και σε πρώτο επίπεδο συνιστά συντηρητικό μέτρο: τα περιουσιακά στοιχεία δεν μετακινούνται και δεν υπάρχει καμία αλλαγή όσον αφορά την κυριότητα και τη χρήση τους. Είναι δυνατή επίσης η κατάσχεση περιουσιακών στοιχείων που βρίσκονται σε άλλο σημείο εκτός της κατοικίας του οφειλέτη, δηλαδή στις εγκαταστάσεις τρίτου προσώπου.

Στην περίπτωση της κινητής περιουσίας, η κατάσχεση δεν περιορίζεται σε μία μόνο διαδικασία, αλλά δεν έχει κανένα νόημα να κατασχεθεί για δεύτερη φορά το ίδιο περιουσιακό στοιχείο λαμβανομένων υπόψη των σχετικών εξόδων. Στη διαδικασία αναλογικής διανομής των εσόδων από την πώληση των περιουσιακών στοιχείων του οφειλέτη συμμετέχουν και άλλοι δανειστές εκτός από εκείνον που επίσπευσε την κατάσχεση (άρθρα 1627 επ. του βελγικού κώδικα πολιτικής δικονομίας).

Συντάσσεται επίσημη έκθεση κατάσχεσης. Τα κατασχεθέντα περιουσιακά στοιχεία πωλούνται μετά την παρέλευση τουλάχιστον ενός μήνα μετά την επίδοση ή κοινοποίηση αντιγράφου της επίσημης έκθεσης κατάσχεσης. Σκοπός της προθεσμίας αυτής είναι να δοθεί στον οφειλέτη μια τελευταία ευκαιρία να αποτρέψει την πώληση. Η πώληση πρέπει να διαφημιστεί στο κοινό μέσω αφισών και αναγγελιών στον Τύπο. Διεξάγεται σε αίθουσα δημοπρασίας ή σε δημόσια αγορά, εκτός εάν υποβληθεί αίτημα για τη διεξαγωγή της σε πιο κατάλληλο μέρος. Υπεύθυνος για τη διαδικασία είναι ο δικαστικός επιμελητής, ο οποίος συντάσσει επίσημη έκθεση και εισπράττει το πλειστηρίασμα. Εντός 15 ημερών, ο δικαστικός επιμελητής προβαίνει στη σύμμετρη διανομή του πλειστηριάσματος (άρθρα 1627 επ. του βελγικού κώδικα πολιτικής δικονομίας). Η διαδικασία αυτή συνήθως διευθετείται φιλικά, ενώ σε περίπτωση διαφοράς, το ζήτημα παραπέμπεται ενώπιον του δικαστή κατασχέσεων.

Γ. Αναγκαστική κατάσχεση ακινήτων (άρθρα 1560 έως 1626 του βελγικού κώδικα πολιτικής δικονομίας).

Η κατάσχεση αρχίζει με την επίδοση της διαταγής πληρωμής.

Στη συνέχεια η κατάσχεση πρέπει να γίνει το συντομότερο εντός 15 ημερών και το αργότερο εντός 6 μηνών, διαφορετικά η διαταγή παύει να ισχύει. Το κατασχετήριο έγγραφο πρέπει εν συνεχεία να μετεγγραφεί στα μητρώα του υποθηκοφυλακείου εντός 15 ημερών και να επιδοθεί εντός 6 μηνών. Η πράξη μεταγραφής του κατασχετηρίου καθιστά την περιουσία μη διαθέσιμη και ισχύει για διάστημα έως και έξι μηνών. Τυχόν μη μεταγραφή του κατασχετηρίου καθιστά την κατάσχεση άκυρη. Στην περίπτωση κατάσχεσης ακίνητης περιουσίας, σε αντίθεση με τα κινητά περιουσιακά στοιχεία, εφαρμόζεται αποκλειστικά η αρχή της μοναδικότητας της κατάσχεσης (οποιοδήποτε περιουσιακό στοιχείο έχει αποτελέσει αντικείμενο κατάσχεσης μια φορά δεν μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο δεύτερης κατάσχεσης).

Το τελικό βήμα συνιστά η υποβολή αίτησης στον δικαστή κατασχέσεων για τον ορισμό συμβολαιογράφου ο οποίος θα επιφορτιστεί με τη διαχείριση της πώλησης των περιουσιακών στοιχείων και την κατάταξη των δανειστών. Ο οφειλέτης μπορεί να προβάλλει αντιρρήσεις ενώπιον του δικαστή κατασχέσεων κατά των πράξεων του διορισμένου συμβολαιογράφου. Λεπτομερείς κανόνες σχετικά με την πώληση των περιουσιακών στοιχείων τίθενται ρητά στον νόμο (βλ. άρθρα 1582 επ. του βελγικού κώδικα πολιτικής δικονομίας). Η πώληση είναι συνήθως δημόσια, αλλά με πρωτοβουλία του δικαστή ή με αίτημα του δανειστή που ζητά την κατάσχεση μπορεί να γίνει και απευθείας πώληση. Το πλειστηρίασμα στη συνέχεια διανέμεται μεταξύ των διαφορετικών δανειστών με βάση τη συμφωνηθείσα σειρά προτεραιότητας (κατάταξη δανειστών) (βλ. άρθρα 1639 έως 1654 του βελγικού κώδικα πολιτικής δικονομίας). Διαφωνίες σχετικά με την κατάταξη των δανειστών παραπέμπονται ενώπιον του δικαστή κατασχέσεων.

2.1.3. Κατάσχεση στα χέρια τρίτου

Η κατάσχεση στα χέρια τρίτου συνιστά την κατάσχεση των αξιώσεων που ο οφειλέτης έχει κατά τρίτου (π.χ. αμοιβή καταβλητέα από τον εργοδότη του). Ο τρίτος είναι επομένως δεύτερος οφειλέτης υπέρ ου η εκτέλεση δανειστή. Η κατάσχεση στα χέρια τρίτου (beslag onder derden) δεν είναι η ίδια διαδικασία με την κατάσχεση περιουσιακών στοιχείων που ανήκουν στον οφειλέτη αλλά βρίσκεται στις εγκαταστάσεις τρίτου (beslag bij derden).

Η απαίτηση που αποτελεί την αιτία της κατάσχεσης είναι η απαίτηση που έχει ο δανειστής κατά του οφειλέτη του. Η απαίτηση που κατάσχεται είναι η απαίτηση που έχει ο οφειλέτης κατά τρίτου /του δεύτερου οφειλέτη.

Λεπτομερείς κανόνες σχετικά με τη διαδικασία κατάσχεσης στα χέρια τρίτου περιέχονται στα άρθρα 1445 έως 1460 του βελγικού κώδικα πολιτικής δικονομίας (συντηρητική κατάσχεση) και άρθρα 1539 έως 1544 του βελγικού κώδικα πολιτικής δικονομίας (αναγκαστική κατάσχεση).

2.1.4. Δαπάνες

Επιπλέον των δικαστικών εξόδων, στις υποθέσεις κατάσχεσης πρέπει να ληφθούν υπόψη τα έξοδα του δικαστικού επιμελητή. Τα έξοδα για τις υπηρεσίες του δικαστικού επιμελητή ορίζονται στο βελγικό βασιλικό διάταγμα της 30ής Νοεμβρίου 1976 για τη θέσπιση των αμοιβών των δικαστικών επιμελητών σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις και τις χρεώσεις για ορισμένες επιβαρύνσεις (Koninklijk Besluit van 30 november 1976 tot vaststelling van het tarief voor akten van gerechtsdeurwaarders in burgerlijke en handelszaken en van het tarief van sommige toelagen) (βλ. ομοσπονδιακή δημόσια υπηρεσία δικαιοσύνης) (Service public fédérale Justice/Federale Overheidsdienst Justitie)).

3.2 Οι κύριες προϋποθέσεις

Α. Συντηρητική κατάσχεση

Συντηρητική κατάσχεση μπορεί να ζητήσει κάθε δανειστής που έχει απαίτηση η οποία παρουσιάζει ορισμένα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά, ανεξαρτήτως από την αξία των περιουσιακών στοιχείων που κατάσχονται και το ποσό της απαίτησης (βλ. άρθρο 1413 του βελγικού κώδικα πολιτικής δικονομίας).

Η πρώτη προϋπόθεση για αυτόν τον τύπο κατάσχεσης είναι ο επείγων χαρακτήρας: πρέπει να βρίσκεται σε κίνδυνο η φερεγγυότητα του οφειλέτη, με αποτέλεσμα τη διακινδύνευση της επερχόμενης πώλησης των περιουσιακών στοιχείων. Η απόφαση σχετικά με το εάν ο όρος αυτός πληρούται λαμβάνεται από το δικαστήριο με βάση αντικειμενικά κριτήρια. Εξάλλου, ο επείγων χαρακτήρας πρέπει να υφίσταται όχι μόνο κατά τη στιγμή της κατάσχεσης αλλά και κατά την εκτίμηση της ανάγκης συνέχισης της κατάσχεσης. Υπάρχουν ορισμένες εξαιρέσεις ως προς την προϋπόθεση αυτή: η κατάσχεση στην περίπτωση πλαστογραφίας, η κατάσχεση συναλλαγματικών σε περίπτωση χρεών και η εκτέλεση αλλοδαπών δικαστικών αποφάσεων.

Ένας δεύτερος όρος για τη συντηρητική κατάσχεση είναι να υπάρχει απαίτηση εκ μέρους του δανειστή. Η απαίτηση αυτή πρέπει να πληροί ορισμένους όρους (άρθρο 1415 του βελγικού κώδικα πολιτικής δικονομίας): πρέπει να είναι βέβαιη (και όχι υπό αίρεση), απαιτητή (εφαρμόζεται και επί εγγυήσεων για μελλοντικές απαιτήσεις) και εκκαθαρισμένη (το ποσό έχει ήδη προσδιορισθεί ή είναι προσδιορίσιμο). Από την άλλη, το είδος και το ύψος της απαίτησης δεν ενδιαφέρουν. Ο δικαστής κατασχέσεων αποφασίζει εάν οι όροι αυτοί πληρούνται, αλλά το δικαστήριο που εξετάζει στη συνέχεια την υπόθεση δεν δεσμεύεται από την κρίση του δικαστή.

Τρίτον, ο δανειστής που ζητά τη συντηρητική κατάσχεση πρέπει να διαθέτει σχετική νομιμοποίηση. Πρόκειται για πράξη ελέγχου (όχι χρήσης) που μπορεί, εάν είναι αναγκαίο, να διεξαχθεί από νομικό εκπρόσωπο.

Απαιτείται η παροχή έγκρισης από τον δικαστή κατασχέσεων, εκτός εάν ο δανειστής έχει ήδη επιτύχει την έκδοση απόφασης (βλ. ανωτέρω). Ωστόσο, αυτό δεν απαιτείται για τη συντηρητική κατάσχεση στα χέρια τρίτου ή κατάσχεση κινητών λόγω μη καταβολής μισθωμάτων ή για επισπεύδοντες που έχουν ήδη επιτύχει την έκδοση απόφασης (άρθρο 1414 του βελγικού κώδικα πολιτικής δικονομίας: οποιαδήποτε δικαστική απόφαση συνιστά εκτελεστό τίτλο). Οι συμβολαιογραφικές πράξεις συνιστούν ομοίως εκτελεστό τίτλο.

Β. Αναγκαστική κατάσχεση

Για την αναγκαστική κατάσχεση απαιτείται επίσης εκτελεστός τίτλος (άρθρο 1494 του βελγικού κώδικα πολιτικής δικονομίας). Ο εκτελεστός τίτλος μπορεί να είναι δικαστική απόφαση, δημόσιο έγγραφο, διαταγή εκτελέσεως εκδοθείσα από φορολογικές αρχές, διαταγή εκτέλεσης απόφασης αλλοδαπού δικαστή κ.λπ.

H απαίτηση πρέπει να περιέχεται σε συμβολαιογραφική πράξη που πληροί ορισμένα κριτήρια. Όπως και στην περίπτωση της συντηρητικής κατάσχεσης, η απαίτηση πρέπει να είναι βέβαιη, απαιτητή και εκκαθαρισμένη. Η δεύτερη παράγραφος του άρθρο 1484 του βελγικού κώδικα πολιτικής δικονομίας ορίζει ότι η κατάσχεση που γίνεται με σκοπό την είσπραξη ληξιπρόθεσμης οφειλής ποσού καταβαλλόμενου σε δόσεις θα ισχύει επίσης και για μελλοντικές δόσεις, κατά το χρόνο που καθίστανται απαιτητές.

Ο εκτελεστός τίτλος πρέπει επίσης να έχει εκδοθεί προσφάτως. Ο δικαστής κατασχέσεων δεν θεωρεί έγκυρο τον τίτλο εάν ο υπέρ ου η εκτέλεση δανειστής δεν είναι πλέον δανειστής ή εάν δεν υφίσταται εν όλω ή εν μέρει η απαίτηση (διότι έχει πλέον παραγραφεί ή έχει καταβληθεί ή έχει ρυθμιστεί με άλλον τρόπο).

4 Αντικείμενο και φύση των μέτρων εκτέλεσης

4.1 Ποια περιουσιακά στοιχεία μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο εκτέλεσης;

Α. Γενικά

Μόνο η κινητή και ακίνητη περιουσία του οφειλέτη μπορούν να κατασχεθούν. Περιουσιακά στοιχεία τρίτων δεν μπορούν να κατασχεθούν, αλλά δεν έχει καμία σημασία ποιος έχει την κατοχή των περιουσιακών στοιχείων του οφειλέτη. Κατά συνέπεια είναι δυνατόν να κατασχεθούν περιουσιακά στοιχεία που βρίσκονται στην κατοχή τρίτων, εάν δώσει σχετική άδεια το δικαστήριο (άρθρο 1503 του βελγικού κώδικα πολιτικής δικονομίας).

Ο δανειστής καταρχήν μπορεί να εγείρει απαίτηση μόνο κατά της υφιστάμενης περιουσίας του οφειλέτη. Μόνο στην περίπτωση που ο οφειλέτης καταστεί αφερέγγυος κατά δόλιο τρόπο μπορεί να δεσμευθεί η προηγούμενη περιουσία του. Η κατάσχεση μελλοντικών περιουσιακών στοιχείων επίσης συνήθως αποκλείεται, με την εξαίρεση μελλοντικών απαιτήσεων.

Τα έσοδα από περιουσιακά στοιχεία που κατάσχονται παραμένουν κανονικά στον οφειλέτη στην περίπτωση συντηρητικής κατάσχεσης. Στην περίπτωση αναγκαστικής κατάσχεσης εντούτοις, τα έσοδα αποτελούν επίσης αντικείμενο κατάσχεσης και για τον λόγο αυτό διατίθενται στον δανειστή.

Επίσης είναι δυνατή η κατάσχεση ιδανικού μεριδίου, αλλά η αναγκαστική πώληση της περιουσίας αναστέλλεται στην περίπτωση αυτή μέχρι να διαιρεθεί το περιουσιακό στοιχείο (βλ. για παράδειγμα, άρθρο 1561 του βελγικού κώδικα πολιτικής δικονομίας). Εφαρμόζονται ειδικοί κανόνες για τους συζύγους.

Β Περιουσιακά στοιχεία που μπορούν να κατασχεθούν

Τα περιουσιακά στοιχεία πρέπει να είναι κατασχέσιμα. Ορισμένα περιουσιακά στοιχεία δεν μπορούν να κατασχεθούν. Η εξαίρεσή τους από την κατάσχεση προβλέπεται από τον νόμο ή προσδιορίζεται από τη φύση των περιουσιακών στοιχείων ή από το γεγονός ότι είναι άμεσα συνδεδεμένα με το πρόσωπο του οφειλέτη Δεν είναι δυνατή, για παράδειγμα, η εξαίρεση περιουσιακών στοιχείων από την κατάσχεση με βάση τον σκοπό τον οποίο επιτελούν. Τα ακόλουθα περιουσιακά στοιχεία επομένως είναι ακατάσχετα:

  • Τα στοιχεία τα οποία παρατίθενται στο άρθρο 1408 του βελγικού κώδικα πολιτικής δικονομίας. Ο περιορισμός αυτός εισήχθη με σκοπό τη διασφάλιση αξιοπρεπών συνθηκών διαβίωσης για τον οφειλέτη και την οικογένειά του.
  • Τα περιουσιακά στοιχεία που δεν έχουν εμπορική αξία και επομένως δεν έχουν χρησιμότητα για τον δανειστή.
  • Τα περιουσιακά στοιχεία που είναι αναπαλλοτρίωτα επειδή είναι άμεσα συνδεδεμένα με το πρόσωπο του οφειλέτη.
  • Τα περιουσιακά στοιχεία τα οποία είναι ακατάσχετα βάσει ειδικής νομοθεσίας (π.χ. το εισόδημα και οι μισθοί των ανηλίκων, ανέκδοτα βιβλία και μουσική, το εισόδημα κρατούμενων από εργασίες που κάνουν στη φυλακή κλπ.).
  • Οι μισθοί (κατάσχεση μισθού) και οι συναφείς απαιτήσεις μπορούν συνήθως να αποτελέσουν αντικείμενο κατάσχεσης μέχρι ορισμένο βαθμό (βλ. άρθρα 1409, 1409a και 1410 παράγραφος 1 του βελγικού κώδικα πολιτικής δικονομίας). Αυτό περιλαμβάνει, για παράδειγμα, πληρωμές διατροφής η οποία έχει επιδικασθεί στον μη υπαίτιο σύζυγο. Ωστόσο, ορισμένες πληρωμές, όπως το ελάχιστο εισόδημα διαβίωσης, δεν μπορούν σε καμιά περίπτωση να αποτελέσουν αντικείμενο κατάσχεσης (βλ. άρθρο 1410 παράγραφος 2 του βελγικού κώδικα πολιτικής δικονομίας). Εντούτοις, οι περιορισμοί σχετικά με τη δυνατότητα κατάσχεσης δεν ισχύουν για τις οφειλές που αφορούν διατροφή, καθόσον οι αξιώσεις αυτές χαίρουν προτεραιότητας (βλ. άρθρο 1412 του βελγικού κώδικα πολιτικής δικονομίας).

Κατά το παρελθόν, ίσχυε η αρχή της ασυλίας του δημοσίου όσον αφορά τα μέτρα εκτέλεσης με αποτέλεσμα να μην μπορεί να γίνεται κατάσχεση δημόσιας περιουσίας. Η εν λόγω ρύθμιση έχει πλέον τροποποιηθεί με το άρθρο 1412a του βελγικού κώδικα πολιτικής δικονομίας.

Ειδικοί κανόνες διέπουν την κατάσχεση πλοίων και αεροσκαφών (για συντηρητική κατάσχεση βλ. άρθρα 1467 έως 1480 του βελγικού κώδικα πολιτικής δικονομίας και για την αναγκαστική κατάσχεση βλ. άρθρα 1545 έως 1559 του βελγικού κώδικα πολιτικής δικονομίας).

C. Kantonnement

Όταν κατάσχεται περιουσιακό στοιχείο, η κατάσχεση ισχύει συνήθως για ολόκληρο το περιουσιακό στοιχείο, ακόμη και αν η αξία του υπερβαίνει το ποσό της απαίτησης. Η ρύθμιση αυτή είναι ιδιαίτερα δυσβάστακτη για τον οφειλέτη, για τον λόγο ότι χάνει κάθε δυνατότητα να κάνει χρήση του στοιχείου αυτού. Ο Βέλγος νομοθέτης επομένως θέσπισε ένα μέτρο δικαστικής παρακαταθήκης (kantonnement): ο οφειλέτης παρακαταθέτει συγκεκριμένο χρηματικό ποσό και δικαιούται να ανακτήσει τη χρήση του περιουσιακού στοιχείου (βλ. άρθρα 1403 έως 1407a του βελγικού κώδικα πολιτικής δικονομίας).

4.2 Ποια τα αποτελέσματα των μέτρων εκτέλεσης;

Α. Κατάσχεση

Από τη στιγμή της κατάσχεσης των περιουσιακών στοιχείων, ο οφειλέτης χάνει το δικαίωμα διάθεσής τους. Η κατάσχεση εντούτοις δεν παρέχει δικαίωμα προτίμησης στον δανειστή. Έκπτωση από τα δικαιώματα σημαίνει ότι ο οφειλέτης δεν επιτρέπεται πλέον να τα απαλλοτριώσει ή να συστήσει βάρος επί των περιουσιακών στοιχείων. Εντούτοις, παραμένουν στην κατοχή του οφειλέτη. Από πρακτικής άποψης, δεν προκύπτει αλλαγή στην κατάσταση, αν και το νομικό καθεστώς είναι διαφορετικό.

Οι πράξεις στις οποίες προβαίνει ο οφειλέτης κατά παράβαση του μέτρου της κατάσχεσης δεν είναι δεσμευτικές για τον δανειστή.

Η απώλεια του δικαιώματος διάθεσης είναι εντούτοις σχετική, δηλαδή ισχύει μόνο έναντι του υπέρ ου η εκτέλεση δανειστή. Οι λοιποί δανειστές πρέπει ακόμα να ανέχονται τυχόν μεταβολές ως προς τα περιουσιακά στοιχεία του οφειλέτη. Εντούτοις, είναι πολύ εύκολο να προσχωρήσουν στο μέτρο της κατάσχεσης το οποίο έχει ήδη ληφθεί.

Η απώλεια του δικαιώματος διάθεσης είναι το πρώτο στάδιο της διαδικασίας πώλησης των περιουσιακών στοιχείων. Τα περιουσιακά στοιχεία περιέρχονται στον έλεγχο του δικαστηρίου. Η αναγκαστική εκτέλεση έχει επομένως, στο πρώτο στάδιο, συντηρητικό χαρακτήρα.

B. Κατάσχεση στα χέρια τρίτου

Αυτή η μορφή κατάσχεσης αφαιρεί τον έλεγχο επί του συνόλου της κατασχεθείσας απαίτησης, ανεξαρτήτως της αξίωσης στην οποία στηρίζεται η κατάσχεση. Ο τρίτος στα χέρια του οποίου γίνεται η κατάσχεση μπορεί να προβεί σε δικαστική παρακαταθήκη (kantonneren). Οι ενέργειες οι οποίες υποσκάπτουν την απαίτηση δεν είναι δεσμευτικές για τον υπέρ ου η εκτέλεση δανειστή. Μόλις γίνει η κατάσχεση στα χέρια τρίτων δεν μπορεί πλέον να γίνει κανένας διακανονισμός ανάμεσα στον οφειλέτη και στον τρίτο.

4.3 Ποια η ισχύς αυτών των μέτρων;

Α. Συντηρητική κατάσχεση

Η συντηρητική κατάσχεση έχει ισχύ για έως και τρία έτη. Σε περίπτωση κατάσχεσης κινητών και κατάσχεσης στα χέρια τρίτου, η τριετής αυτή προθεσμία αρχίζει να υπολογίζεται από την ημερομηνία έκδοσης της διαταγής ή της απόφασης (άρθρα 1425 και 1458 του βελγικού κώδικα πολιτικής δικονομίας). Στην περίπτωση κατάσχεσης ακινήτων, η τριετής προθεσμία άρχεται από την ημερομηνία μετεγγραφής στα μητρώα του υποθηκοφυλακείου (άρθρο 1436 του βελγικού κώδικα πολιτικής δικονομίας).

Το χρονικό αυτό διάστημα μπορεί να παραταθεί εάν υπάρχουν βάσιμοι λόγοι (άρθρα 1426, 1459 και 1437 του βελγικού κώδικα πολιτικής δικονομίας).

Β. Αναγκαστική κατάσχεση για την εκτέλεση δικαστικής απόφασης

Σε περίπτωση κατάσχεσης για την εκτέλεση δικαστικής απόφασης, ανώτατη περίοδος ισχύος προβλέπεται μόνο για τη διαταγή κατάσχεσης. Για αυτή τη μορφή κατάσχεσης, το μέγιστο χρονικό διάστημα ισχύος είναι δέκα έτη για τα κινητά (το σύνηθες χρονικό διάστημα, διότι δεν εφαρμόζονται ειδικές διατάξεις) και έξι μήνες για τα ακίνητα (άρθρο 1567 του βελγικού κώδικα πολιτικής δικονομίας). Για την κατάσχεση πλοίων, το χρονικό αυτό διάστημα είναι ένα έτος (άρθρο 1549 του βελγικού κώδικα πολιτικής δικονομίας).

5 Υπάρχει δυνατότητα προσφυγής κατά της απόφασης που διατάσσει ένα τέτοιο μέτρο;

Α. Συντηρητική κατάσχεση

Εάν ο δικαστής κατασχέσεων αρνείται να χορηγήσει άδεια συντηρητικής κατάσχεσης, ο αιτών, δηλαδή ο δανειστής, μπορεί εντός μηνός να υποβάλει έφεση κατά της απόφασης αυτής στο εφετείο. Η διαδικασία ενώπιον του δικαστηρίου είναι μονομερής. Εάν επιτραπεί η κατάσχεση στη δευτεροβάθμια διαδικασία, ο οφειλέτης έχει το δικαίωμα να ασκήσει τριτανακοπή κατά της απόφασης (βλ. άρθρο 1419 του βελγικού κώδικα πολιτικής δικονομίας).

Εάν ο δικαστής κατασχέσεων δώσει άδεια για συντηρητική κατάσχεση, ο οφειλέτης ή οποιοσδήποτε άλλος ενδιαφερόμενος μπορεί να ασκήσει τριτανακοπή κατά της εν λόγω απόφασης. Η προθεσμία για την άσκηση τριτανακοπής είναι 1 μήνας και πρέπει να ασκηθεί ενώπιον του δικαστηρίου που εξέδωσε την απόφαση. Το δικαστήριο στη συνέχεια αποφαίνεται στο πλαίσιο κατ’ αντιμωλία δίκης. Η τριτανακοπή συνήθως δεν έχει ανασταλτικό αποτέλεσμα (βλ. άρθρα 1419 και 1033 του βελγικού κώδικα πολιτικής δικονομίας).

Στις περιπτώσεις συντηρητικής κατάσχεσης χωρίς άδεια του δικαστηρίου ο οφειλέτης μπορεί να ασκήσει έφεση και να ζητήσει από τον δικαστή κατασχέσεων την άρση της κατάσχεσης (άρθρο 1420 του βελγικού κώδικα πολιτικής δικονομίας). Η διαδικασία ανακοπής προς ακύρωση της κατάσχεσης εξετάζεται ως διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων, εάν είναι αναγκαίο σε συνδυασμό με την επιβολή χρηματικής ποινής. Οι λόγοι για την αξίωση μπορούν να είναι η έλλειψη του επείγοντος χαρακτήρα (ακυρωτικό δικαστήριο του Βελγίου 14 Σεπτεμβρίου 1984, απόφαση ακυρωτικού δικαστηρίου 1984 -85, 87).

Εάν προκύψουν μεταβολές στις περιστάσεις, είτε ο καθού η εκτέλεση (μέσω της κλήσης του συνόλου των διαδίκων να εμφανιστούν ενώπιον του δικαστή κατασχέσεων) ή ο δανειστής ή πληρεξούσιός του (μέσω της σχετικής αίτησης) μπορεί να υποβάλει αίτηση στον δικαστή κατασχέσεων για τη μεταρρύθμιση ή ανάκληση της διαταγής κατάσχεσης.

Β. Αναγκαστική κατάσχεση

Ο οφειλέτης μπορεί να ασκήσει ανακοπή κατά της διαταγής πληρωμής αμφισβητώντας έτσι τη νομική της ισχύ. Ο νόμος δεν προβλέπει καμιά προθεσμία για την άσκηση της ανακοπής, η οποία δεν έχει ανασταλτικό χαρακτήρα Οι λόγοι ανακοπής συμπεριλαμβάνουν δικονομικά σφάλματα και αίτημα για χορήγηση περίοδος χάριτος (εάν ο εκτελεστός τίτλος είναι συμβολαιογραφική πράξη).

Οι οφειλέτες μπορούν να ασκήσουν ανακοπή ενώπιον του δικαστή κατασχέσεων, στρεφόμενοι κατά της πράξης πώλησης των περιουσιακών τους στοιχείων, αλλά η εν λόγω ανακοπή δεν παράγει ανασταλτικά αποτελέσματα.

Οι δανειστές, εκτός του υπέρ ου η εκτέλεση δανειστή, μπορούν να προβάλουν αντιρρήσεις ως προς την τιμή πώλησης αλλά όχι ως προς την ίδια την πώληση.

Τρίτος που ισχυρίζεται ότι είναι κύριος των κατασχεμένων περιουσιακών στοιχείων μπορεί επίσης να ασκήσει ανακοπή ενώπιον του δικαστή κατασχέσεων (άρθρο 1514 του βελγικού κώδικα πολιτικής δικονομίας). Πρόκειται για διεκδικητική αγωγή η οποία δεν παράγει ανασταλτικά αποτελέσματα.

Ο διάδικος που επιθυμεί την εκτέλεση της δικαστικής απόφασης λαμβάνει μόνον ένα επικυρωμένο αντίγραφο. Το αντίγραφο αυτό εκδίδεται από το υποθηκοφυλακείο με την καταβολή σχετικού τιμήματος (τέλος έκδοσης).

Εκτελεστήριος τύπος:

«Φίλιππος, Βασιλιάς του Βελγίου,

Προς όλες τις τωρινές και μελλοντικές γενεές:

  • Διατάσσω όλους του δικαστικούς επιμελητές να εκτελέσουν, εάν τους ζητηθεί, την παρούσα δικαστική απόφαση, διαταγή, εντολή ή συμβολαιογραφική πράξη.
  • Τον γενικό εισαγγελέα και όλους τους εισαγγελείς των πρωτοδικείων να την εκτελέσουν και όλους τους προϊσταμένους και υπαλλήλους των δημόσιων υπηρεσιών να βοηθήσουν στην εκτέλεσή της, εάν αυτό προβλέπεται από τον νόμο.
  • Σε πίστωση των ανωτέρω η παρούσα δικαστική απόφαση, διαταγή, εντολή ή συμβολαιογραφική πράξη υπογράφεται και φέρει τη σφραγίδα του δικαστηρίου ή του συμβολαιογράφου.»

Για τις πράξεις που έχουν σχέση με την εκτέλεση της δικαστικής απόφασης ή της συμβολαιογραφικής πράξης ο δικαστικός επιμελητής είναι υπόλογος ενώπιον του δικαστή κατασχέσεων. Όσον αφορά τα ζητήματα δεοντολογίας είναι υπόλογος ενώπιον της εισαγγελίας και του περιφερειακού επιμελητηρίου των δικαστικών επιμελητών.

Το υποθηκοφυλακείο του τόπου όπου βρίσκονται τα περιουσιακά στοιχεία (άρθρο 1565 του βελγικού κώδικα πολιτικής δικονομίας). Το υποθηκοφυλακείο παρέχει πληροφορίες σχετικά με την ακίνητη περιουσία, όπως περιουσιακά δικαιώματα και εγγραφείσες υποθήκες σε βάρος της ιδιοκτησίας.

Αυτό σημαίνει ότι όλα τα μέρη συμμετέχουν στη διαδικασία.

6 Υπάρχουν περιορισμοί στην εκτέλεση, ιδίως όσον αφορά την προστασία του οφειλέτη ή τις προθεσμίες;

Ο βελγικός κώδικας πολιτικής δικονομίας περιέχει διάφορους κανόνες σχετικά με τα ακατάσχετα περιουσιακά στοιχεία (άρθρα 1408 έως 1412c του βελγικού κώδικα πολιτικής δικονομίας).

Οι δανειστές δεν μπορούν να ικανοποιήσουν αξιώσεις τους σε βάρος ορισμένων ενσώματων κινητών, τα οποία είναι απαραίτητα στην καθημερινή ζωή των καθών η κατάσχεση και των οικογενειών τους, ή τα οποία είναι απαραίτητα για την άσκηση του επαγγέλματός τους ή για τη συνέχιση της κατάρτισής τους ή των σπουδών των ιδίων ή των εξαρτώμενων τέκνων που ζουν στην ίδια κατοικία με αυτούς (βλ. άρθρο 1408 του βελγικού κώδικα πολιτικής δικονομίας). Μερική εξαίρεση από την κατάσχεση και την εκχώρηση εφαρμόζεται ως προς τα εισοδήματα από εργασία και λοιπές δραστηριότητες, καθώς και τα επιδόματα, τις συντάξεις και λοιπά έσοδα.

Τα όρια μεταξύ των οποίων εκτείνεται η πλήρης ή η μερική εξαίρεση από την κατάσχεση ορίζονται στο άρθρο 1409 παράγραφος 1 του βελγικού κώδικα πολιτικής δικονομίας και αναπροσαρμόζονται ετησίως. H προοδευτική βαθμίδα της δυνατότητας κατάσχεσης ή εκχώρησης αυξάνεται εάν ο οφειλέτης έχει εξαρτώμενα τέκνα.

Η νομική αξίωση προς εκτέλεση δικαστικής απόφασης υπόκειται καταρχήν στην γενική προθεσμία παραγραφής, ήτοι 10 έτη.


Την έκδοση αυτής της σελίδας στην εθνική γλώσσα διαχειρίζεται ο αντίστοιχος αρμόδιος επαφής του ΕΔΔ. Οι μεταφράσεις έχουν γίνει από την αρμόδια υπηρεσία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Οι τυχόν αλλαγές που επιφέρει η αρμόδια εθνική αρχή στο πρωτότυπο ενδέχεται να μην έχουν περιληφθεί ακόμα στις μεταφράσεις. Η Επιτροπή και το Ευρωπαϊκό Δικαστικό Δίκτυο δεν αναλαμβάνουν καμία απολύτως ευθύνη όσον αφορά πληροφορίες ή δεδομένα που περιέχονται ή αναφέρονται στο παρόν έγγραφο. Βλ. την ανακοίνωση νομικού περιεχομένου για τους κανόνες πνευματικής ιδιοκτησίας που ισχύουν στο κράτος μέλος που είναι αρμόδιο για την παρούσα σελίδα.

Τελευταία επικαιροποίηση: 03/08/2017

Διαδικασίες για την εφαρμογή δικαστικών αποφάσεων - Βουλγαρία


1 Ποια η έννοια της εκτέλεσης στις αστικές και εμπορικές υποθέσεις;

Η εκτέλεση είναι το τελικό στάδιο της δικαστικής διαδικασίας. Συνίσταται στη δυνατότητα του ενάγοντος, ο οποίος έχει επιτύχει την έκδοση απόφασης υπέρ του, να ζητήσει από το αρμόδιο όργανο εκτέλεσης να προβεί σε όλες τις αναγκαίες ενέργειες που εμπίπτουν στις αρμοδιότητές του και που ορίζονται από τον νόμο για την ικανοποίηση της απαίτησής του.

Το δικαίωμα εκτέλεσης βασίζεται στην ύπαρξη εκτελεστής απαίτησης η οποία δεν έχει ικανοποιηθεί εκουσίως, και τίτλου ο οποίος επιτρέπει την εκτέλεση της εν λόγω απαίτησης.

Τα μέτρα εκτέλεσης περιλαμβάνουν τα εξής:

  • κατάσχεση κινητής περιουσίας
  • κατάσχεση ακίνητης περιουσίας
  • απογραφή και εκτίμηση ακίνητης περιουσίας
  • πώληση ακίνητης περιουσίας μέσω δημόσιου πλειστηριασμού
  • κατάσχεση τραπεζικού λογαριασμού του οφειλέτη
  • κατάσχεση οχήματος
  • ανάκτηση
  • δήμευση κινητής περιουσίας
  • εκτέλεση σε βάρος εταιρικών μεριδίων
  • εκτέλεση σχετικά με την παράδοση τέκνου
  • εκτέλεση ως προς τη συζυγική περιουσία.

2 Ποια αρχή ή ποιες αρχές είναι αρμόδιες για την εκτέλεση;

Στη Βουλγαρία, υπάρχουν δύο είδη υπαλλήλων αρμόδιων για την εκτέλεση (δικαστικοί επιμελητές):

1. αρμόδιοι για την εκτέλεση δικαστικοί υπάλληλοι (κρατικοί δικαστικοί επιμελητές)

2. ιδιώτες δικαστικοί επιμελητές.

Το καθεστώς των ιδιωτών δικαστικών επιμελητών διέπεται από τον νόμο περί ιδιωτικής δικαστικής εκτέλεσης [Zakon za chastnoto sadebno izpalnenie (ZChSI)]. Το άρθρο 2 του ZChSI ορίζει ως ιδιώτη δικαστικό επιμελητή τον λειτουργό που έχει διοριστεί από το κράτος για να προβαίνει στην εκτέλεση ιδιωτικών απαιτήσεων.

3 Ποιες οι προϋποθέσεις υπό τις οποίες μπορεί να εκδοθεί ένας εκτελεστός τίτλος ή μια απόφαση;

3.1 Η διαδικασία

Δυνάμει του άρθρου 404 του κώδικα πολιτικής δικονομίας [Grazhdanski protsesualen kodeks (GPK)], οι διαδικασίες εκτέλεσης μπορούν να κινηθούν με βάση τα ακόλουθα:

σημείο 1— αποφάσεις και διατάξεις που έχουν ισχύ δεδικασμένου, αποφάσεις εφετείου, εντολές εκτέλεσης, δικαστικοί συμβιβασμοί, εκτελεστές αποφάσεις και διατάξεις που κρίθηκαν εκτελεστές εκ των προτέρων ή άμεσα εκτελεστές αποφάσεις και διατάξεις, αποφάσεις διαιτητικών δικαστηρίων και συμβιβασμοί που έχουν επικυρωθεί από τα εν λόγω δικαστήρια

σημείο 2—αποφάσεις, πράξεις και δικαστικοί συμβιβασμοί σε χώρες εκτός της Βουλγαρίας, εάν είναι εκτελεστές στη Βουλγαρία χωρίς να απαιτούνται περαιτέρω ενέργειες

σημείο 3 —αποφάσεις, πράξεις και δικαστικοί συμβιβασμοί σε χώρες εκτός της Βουλγαρίας, καθώς και αποφάσεις και συμβιβασμοί που εκδίδονται και επικυρώνονται από διαιτητικά δικαστήρια σε χώρες εκτός της Βουλγαρίας, εάν έχουν κηρυχθεί εκτελεστοί στη Βουλγαρία.

Δυνάμει του άρθρου 405 του GPK, οι διαταγές εκτέλεσης εκδίδονται κατόπιν σχετικής γραπτής αίτησης και δεν απαιτείται κοινοποίησή τους στον οφειλέτη.

Δυνάμει του άρθρου 405 παράγραφος 2 του GPK, αρμόδια να αποφανθούν επί των υποβαλλόμενων αιτήσεων είναι τα ακόλουθα δικαστήρια:

  • στις περιπτώσεις που αναφέρονται στο άρθρο 404 παράγραφος 1 του GPK, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο το οποίο επιλήφθηκε της υπόθεσης και εξέδωσε τον εκτελεστό τίτλο και, στην περίπτωση που πράξη είναι άμεσα εκτελεστή, το δικαστήριο που εξέδωσε την απόφαση ή τον εκτελεστό τίτλο
  • στις περιπτώσεις που αναφέρονται στο άρθρο 404 παράγραφοι 2 και 3 του GPK, το δικαστήριο που είναι αρμόδιο να διατάξει την εκτέλεση
  • όσον αφορά τις αποφάσεις που εκδίδουν εθνικά διαιτητικά δικαστήρια και τους συμβιβασμούς που επικυρώνονται από αυτά στο πλαίσιο διαδικασίας διαιτησίας, το δικαστήριο της πόλης της Σόφιας (Sofiyski Gradski Sad).

Παρέχεται προθεσμία δύο εβδομάδων για την άσκηση έφεσης κατά αποφάσεων με τις οποίες γίνεται δεκτή ή απορρίπτεται αίτηση για έκδοση διαταγής εκτέλσης (άρθρο 407 του GPK).

Δυνάμει του βουλγαρικού δικαίου, η αίτηση για έκδοση διαταγής εκτέλεσης μπορεί να κατατεθεί είτε από τον ίδιο τον ενδιαφερόμενο είτε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του, συμπεριλαμβανομένου του επισπεύδοντος την εκτέλεση ή του πληρεξουσίου του. Δεν προβλέπεται η τήρηση ειδικού τύπου ως προς την κατάθεση αίτησης για την έκδοση διαταγής εκτέλεσης.

Τα έξοδα της εκτέλεσης αναφέρονται στον Πίνακα Αμοιβών και Χρεώσεων που περιέχεται στον νόμο περί ιδιωτικής αναγκαστικής εκτέλεσης [Εφημερίδα της Βουλγαρικής Κυβερνήσεως (SG) αριθ. 35/2006].

3.2 Οι κύριες προϋποθέσεις

Για την κίνηση της διαδικασίας εκτέλεσης, ο ενδιαφερόμενος οφείλει να υποβάλει σχετικό γραπτό αίτημα σε αρμόδιο για την εκτέλεση δικαστικό υπάλληλο ή ιδιώτη δικαστικό επιμελητή, η δε αίτηση πρέπει να συνοδεύεται από τη σχετική διαταγή εκτέλεσης ή τυχόν άλλον εκτελεστό τίτλο. Στην αίτηση πρέπει να εξειδικεύεται η προτιμώμενη μέθοδος εκτέλεσης, η οποία ωστόσο μπορεί να μεταβληθεί κατά την πορεία της διαδικασίας (άρθρο 426 του GPK).

Οι εξουσίες των δικαστικών επιμελητών ορίζονται στο άρθρο 427 του GPK.

Ο δικαστικός επιμελητής, με έγγραφό του, καλεί τον οφειλέτη να προβεί στην εκούσια ικανοποίηση της απαίτησης εντός δύο εβδομάδων από την ημερομηνία λήψης της σχετικής κλήσης. Η κλήση προειδοποιεί τον οφειλέτη ότι τυχόν μη ικανοποίηση της απαίτησης θα έχει ως αποτέλεσμα την ενεργοποίηση της διαδικασίας αναγκαστικής εκτέλεσης. Η κλήση, στην οποία πρέπει να επισυνάπτεται αντίγραφο του εκτελεστού τίτλου, πρέπει να περιέχει περιγραφή των επιβαλλόμενων κατασχέσεων. Ο δικαστικός επιμελητής, όταν καλεί τον οφειλέτη να προβεί στην εκούσια ικανοποίηση της απαίτησης, πρέπει επίσης να ορίσει την ημερομηνία κατά την οποία θα γίνει απογραφή των περιουσιακών του στοιχείων και, αν η εκτέλεση αφορά ακίνητη περιουσία, να αποστείλει ειδοποίηση κατάσχεσης στο κτηματολόγιο.

Ο δικαστικός επιμελητής συντάσσει έκθεση για κάθε μέτρο που αναλαμβάνει ή εκτελεί.

Σε περίπτωση μεταβολής της αρχικής μεθόδου εκτέλεσης, ο δικαστικός επιμελητής οφείλει να ειδοποιήσει εγγράφως τον οφειλέτη για τη σχετική μεταβολή σύμφωνα με το άρθρο 428 του GPK.

Αν κατά την έναρξη της διαδικασίας εκτέλεσης ο οφειλέτης δεν διαθέτει μόνιμη ή τρέχουσα καταγεγραμμένη διεύθυνση, τότε ο κατά τόπον αρμόδιος δικαστής, ενεργώντας κατόπιν αιτήματος του πιστωτή, οφείλει να διορίσει έναν ad hoc εκπρόσωπο (αντίκλητο) του οφειλέτη (άρθρο 430 του GPK).

4 Αντικείμενο και φύση των μέτρων εκτέλεσης

4.1 Ποια περιουσιακά στοιχεία μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο εκτέλεσης;

Μπορεί να επιβληθεί εκτέλεση σε βάρος των ακόλουθων περιουσιακών στοιχείων του οφειλέτη:

  • κινητή περιουσία
  • μισθοί
  • εισόδημα από ακίνητη περιουσία, όπως μισθώματα κ.λπ.
  • τραπεζικοί λογαριασμοί
  • ακίνητη περιουσία
  • μετοχές και ομολογίες που εκδίδονται από εμπορικές επιχειρήσεις
  • αντικείμενα που ανήκουν στην κινητή ή ακίνητη περιουσία, συμπεριλαμβανομένης της κοινής συζυγικής περιουσίας.

Δυνάμει του άρθρου 442 του GPK, ο πιστωτής μπορεί να επισπεύσει εκτέλεση σε βάρος οποιουδήποτε αντικειμένου ή εισπρακτέας απαίτησης του οφειλέτη.

Δυνάμει του άρθρου 444 του GPK, τα ακόλουθα αντικείμενα δεν υπόκεινται σε εκτέλεση:

  • αντικείμενα καθημερινής χρήσης που χρησιμοποιούνται από τον οφειλέτη και την οικογένειά του/της, όπως ορίζεται στον κατάλογο που εκδίδεται από το υπουργικό συμβούλιο (Ministerski savet)
  • τα τρόφιμα που απαιτούνται για τη διατροφή του οφειλέτη και της οικογένειάς του/της για έναν μήνα ή, στην περίπτωση των γεωργών, μέχρι τη νέα συγκομιδή ή τα ισοδύναμά τους σε λοιπά γεωργικά προϊόντα
  • τα καύσιμα που απαιτούνται για θέρμανση, μαγειρική και φωτισμό για χρονικό διάστημα τριών μηνών
  • τα μηχανήματα και ο εξοπλισμός που χρειάζεται ο οφειλέτης για να μπορεί να συνεχίσει να επιδίδεται στην άσκηση της τέχνης ή εργασίας του
  • τμήμα της γης που ανήκει στον οφειλέτη (έως 0,5 εκτάρια για αμπελώνες και λοιπές καλλιεργήσιμες εκτάσεις και έως και 3 εκτάρια για εκτάσεις γενικής χρήσης, καθώς και τα μηχανήματα, τα εργαλεία, τα λιπάσματα, τα φυτοπροστατευτικά προϊόντα και οι σπόροι που προορίζονται για σπορά για χρονικό διάστημα ενός έτους)
  • για κτηνοτρόφους, τα απαραίτητα βοοειδή εργασίας, και συγκεκριμένα δύο βοοειδή έλξεως, μία αγελάδα, πέντε αιγοπρόβατα, δέκα κυψέλες και κατοικίδιες όρνιθες, καθώς και η απαραίτητη ζωοτροφή μέχρι τη νέα σοδειά ή μέχρι τη νέα περίοδο βοσκής
  • η κατοικία που ανήκει στην κυριότητα του οφειλέτη, εάν ο οφειλέτης και τα μέλη της οικογένειάς του/της δεν διαθέτουν άλλη κατοικία, ανεξαρτήτως του αν ο οφειλέτης κατοικεί εκεί. Εάν η κατοικία υπερβαίνει τις ανάγκες στέγασης του οφειλέτη και της οικογένειάς του/της, όπως ορίζεται στον σχετικό κανονισμό που εκδόθηκε από το βουλγαρικό υπουργικό συμβούλιο, τότε πωλείται τμήμα αυτής, με την επιφύλαξη της τήρησης των όρων που ορίζονται στο άρθρο 39 παράγραφος 2 του βουλγαρικού νόμου περί ιδιοκτησίας (Zakon za sobstvenostta)
  • λοιπά αντικείμενα και εισπρακτέες απαιτήσεις που προστατεύονται από την εκτέλεση διά νόμου.

4.2 Ποια τα αποτελέσματα των μέτρων εκτέλεσης;

Κατά την κλήση του οφειλέτη για εκούσια ικανοποίηση της απαίτησης, ο δικαστικός επιμελητής οφείλει επίσης να προσδιορίζει την ημερομηνία στην οποία θα καταρτιστεί ο κατάλογος περιουσιακών στοιχείων (απογραφή), και, στην περίπτωση εκτέλεσης επί ακίνητης περιουσίας, να κοινοποιεί την κατάσχεση στο σχετικό κτηματολόγιο.

Η κατάσχεση κινητών περιουσιακών στοιχείων ή απαίτησης επισπεύδεται με την κατάρτιση καταλόγου απογραφής περιουσιακών στοιχείων.

Η κατάσχεση κινητών και ακίνητων περιουσιακών στοιχείων παράγει τις ίδιες συνέπειες έναντι του οφειλέτη:

Από τη στιγμή της επιβολής της κατάσχεσης, ο οφειλέτης δεν μπορεί να διαθέσει την περιουσία του (ακίνητη ή κινητή) ή τις εισπρακτέες απαιτήσεις του, ούτε, επί ποινή ποινικής δίωξης, να μεταβάλει, βλάψει ή καταστρέψει την περιουσία. Τα αποτελέσματα αυτά παράγονται αρχής γενομένης από την ημερομηνία επίδοσης της κλήσης για εκούσια ικανοποίηση της απαίτησης.

Η κατάσχεση κινητών και ακίνητων περιουσιακών στοιχείων παράγει τις ίδιες συνέπειες έναντι του πιστωτή:

Δυνάμει του άρθρου 452 παράγραφος 1 του GPK, οποιαδήποτε πράξη διάθεσης της κατασχεθείσας κινητής περιουσίας ή εισπρακτέων απαιτήσεων είναι άκυρη έναντι του πιστωτή και κάθε εις ολόκληρον πιστωτή, εκτός εάν ο προς ον η μεταβίβαση μπορεί να επικαλεστεί το άρθρο 78 του βουλγαρικού νόμου περί ιδιοκτησίας. Η τελευταία αυτή διάταξη ορίζει ότι η κυριότητα περιέρχεται στον νόμιμο αγοραστή κινητής περιουσίας ή τίτλων στον κομιστή, ακόμη και αν η αγορά έγινε εν αγνοία του από μη κύριο, εκτός εάν για τη μεταβίβαση της κυριότητας απαιτείται συμβολαιογραφική πράξη ή συμβολαιογραφική βεβαίωση των υπογραφών των συμβαλλομένων μερών. Ο ίδιος κανόνας ισχύει για την απόκτηση λοιπών εμπράγματων δικαιωμάτων επί ακίνητης περιουσίας.

Σε περίπτωση εκτέλεσης κατά ακίνητης περιουσίας, η ακυρότητα παράγει αποτελέσματα αποκλειστικά όσον αφορά πράξεις μεταβίβασης που γίνονται μετά την ημερομηνία εγγραφής της συντηρητικής κατάσχεσης (άρθρο 452 παράγραφος 2 του GPK).

4.3 Ποια η ισχύς αυτών των μέτρων;

Ο νόμος δεν προβλέπει χρονικό όριο ισχύος των εν λόγω μέτρων. Σκοπούν στην ικανοποίηση της απαίτησης του πιστωτή και, ως εκ τούτου, διατηρούν την ισχύ τους έως και την περάτωση της διαδικασίας εκτέλεσης.

5 Υπάρχει δυνατότητα προσφυγής κατά της απόφασης που διατάσσει ένα τέτοιο μέτρο;

Τα ένδικα μέσα που διατίθενται στο πλαίσιο της διαδικασίας εκτέλεσης ορίζονται στα τμήματα Ι και ΙΙ του κεφαλαίου 39 του GPK.

Κατά των πράξεων εκτέλεσης, συμπεριλαμβανομένων των ατομικών μέτρων εκτέλεσης, μπορεί να ασκηθεί ανακοπή από τα ακόλουθα άτομα:

  • Ο πιστωτής μπορεί να ασκήσει ανακοπή κατά της άρνησης του δικαστικού επιμελητή αρνείται να προβεί στη συγκεκριμένη πράξη εκτέλεσης ή κατά της αναστολής και της περάτωσης της εκτέλεσης.
  • Ο οφειλέτης μπορεί να ασκήσει ανακοπή κατά αποφάσεως του δικαστικού επιμελητή με την οποία επιβάλλει χρηματική ποινή στον οφειλέτη και επιδιώκει την εκτέλεση της απόφασης σε βάρος περιουσίας του οφειλέτη που κατά την κρίση του τελευταίου θεωρείται ακατάσχετη, καθώς και κατά της κατάσχεσης κινητής περιουσίας ή της αποβολής του οφειλέτη από ακίνητη περιουσία για τον λόγο ότι ο δικαστικός επιμελητής δεν προέβη στην αρμόζουσα κοινοποίηση, καθώς και κατά διατάξεων σχετικά με την επιδίκαση των εξόδων της διαδικασίας.
  • Τρίτο πρόσωπο (που δεν είναι διάδικος στη διαδικασία εκτέλεσης) μπορεί να ασκήσει ανακοπή κατά πράξεων του δικαστικού επιμελητή μόνο αν η εκτέλεση στρέφεται κατά αντικειμένων που βρίσκονται στην κατοχή του κατά την ημέρα της κατάσχεσης ή παράδοσης.
  • Τρίτο πρόσωπο μπορεί να ασκήσει ανακοπή κατά της ανάκτησης ακίνητης περιουσίας μόνον στην περίπτωση που είχε στην κατοχή του το εν λόγω περιουσιακό στοιχείο πριν από την προβολή της αξίωσης την οποία αφορά η εκτέλεση (άρθρο 435 του GPK).
  • Κατά τη διεξαγωγή δημόσιου πλειστηριασμού, η απόφαση περί κατακύρωσης του ακινήτου υπόκειται σε ανακοπή από άτομο που κατέβαλε προκαταβολή το πολύ μέχρι την τελευταία ημέρα του πλειστηριασμού, από πιστωτή που υπέβαλε προσφορά στον πλειστηριασμό χωρίς να έχει καταβάλει προκαταβολή, ή από τον οφειλέτη για τους λόγους ότι ο πλειστηριασμός δεν διεξήχθη νομίμως ή ότι το ακίνητο δεν κατακυρώθηκε στον υπερθεματιστή.

Δυνάμει του άρθρου 436 του GPK, η ανακοπή ασκείται το πολύ εντός μίας εβδομάδας από την ημερομηνία της προσβαλλόμενης ενέργειας, εάν ο ανακόπτων ήταν παρών κατά τη στιγμή της εν λόγω ενέργειας ή εάν είχε κληθεί να παραστεί, και σε κάθε άλλη περίπτωση εντός μίας εβδομάδας από την ημερομηνία της σχετικής κλήτευσής του. Η ανακοπή κατατίθεται μέσω του δικαστικού επιμελητή ενώπιον του περιφερειακού δικαστηρίου που είναι κατά τόπον αρμόδιο στον τόπο της εκτέλεσης. Όταν κατατίθεται ανακοπή, ο δικαστικός επιμελητής πρέπει να αναφέρει τους λόγους της προσβαλλόμενης ενέργειας.

Οι ανακοπές εξετάζονται σε κλειστή συνεδρίαση, με εξαίρεση εκείνες που ασκούνται από τρίτους, οι οποίες εξετάζονται σε δημόσια συνεδρίαση στην οποία καλούνται να παραστούν όλοι οι διάδικοι της διαδικασίας εκτέλεσης. Το δικαστήριο οφείλει να αποφανθεί το πολύ εντός ενός μήνα σχετικά με την ανακοπή.

Η άσκηση ανακοπής δεν αναστέλλει τη διαδικασία εκτέλεσης, καίτοι το δικαστήριο μπορεί να αποφασίσει να αναστείλει τη διαδικασία για όσο διάστημα εκκρεμεί η έκδοση απόφασης επί των λόγων της ανακοπής. Σε περίπτωση αναστολής της διαδικασίας, ο δικαστικός επιμελητής ενημερώνεται αμελλητί σχετικά με την εν λόγω εξέλιξη (άρθρο 438 του GPK).

6 Υπάρχουν περιορισμοί στην εκτέλεση, ιδίως όσον αφορά την προστασία του οφειλέτη ή τις προθεσμίες;

Το άρθρο 432 του GPK ορίζει τις διάφορες περιπτώσεις στις οποίες το δικαστήριο μπορεί νομίμως να αναστείλει τη διαδικασία εκτέλεσης κατόπιν αιτήματος του πιστωτή.


Την έκδοση αυτής της σελίδας στην εθνική γλώσσα διαχειρίζεται ο αντίστοιχος αρμόδιος επαφής του ΕΔΔ. Οι μεταφράσεις έχουν γίνει από την αρμόδια υπηρεσία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Οι τυχόν αλλαγές που επιφέρει η αρμόδια εθνική αρχή στο πρωτότυπο ενδέχεται να μην έχουν περιληφθεί ακόμα στις μεταφράσεις. Η Επιτροπή και το Ευρωπαϊκό Δικαστικό Δίκτυο δεν αναλαμβάνουν καμία απολύτως ευθύνη όσον αφορά πληροφορίες ή δεδομένα που περιέχονται ή αναφέρονται στο παρόν έγγραφο. Βλ. την ανακοίνωση νομικού περιεχομένου για τους κανόνες πνευματικής ιδιοκτησίας που ισχύουν στο κράτος μέλος που είναι αρμόδιο για την παρούσα σελίδα.

Τελευταία επικαιροποίηση: 04/08/2017

Διαδικασίες για την εφαρμογή δικαστικών αποφάσεων - Τσεχική ∆ηµοκρατία

Η γλωσσική έκδοση που βλέπετε τώρα βρίσκεται στο στάδιο της μετάφρασης.
Υπάρχει ήδη μετάφραση στις ακόλουθες γλώσσες: τσεχικά


1 Ποια η έννοια της εκτέλεσης στις αστικές και εμπορικές υποθέσεις;

Σημαίνει επιβολή της συμμόρφωσης με υποχρέωση που απορρέει από εκτελεστό τίτλο, ακόμη και ενάντια στη βούληση του προσώπου στο οποίο επιβλήθηκε η υποχρέωση. Αν το πρόσωπο αυτό δεν συμμορφωθεί οικειοθελώς με όσα προβλέπει η εκτελεστή δικαστική απόφαση, ο δανειστής μπορεί να υποβάλει αίτηση σε δικαστήριο ή σε δικαστικό επιμελητή για τη δικαστική επιβολή ή εκτέλεση της απόφασης.

Το δικαστήριο διατάσσει και διενεργεί την εκτέλεση, με εξαίρεση τους τίτλους που εκτελούνται σε διοικητικές ή φορολογικές διαδικασίες. Έτσι, σε αστικές υποθέσεις, ο δανειστής μπορεί πάντοτε να προσφύγει στο δικαστήριο.

Ο δανειστής υπέρ του οποίου εκδόθηκε η δικαστική απόφαση μπορεί επίσης να απευθυνθεί σε δικαστικό επιμελητή. Ο δικαστικός επιμελητής εκτελεί δικαστική απόφαση με την άδεια του δικαστηρίου, με εξαίρεση τις ακόλουθες δικαστικές αποφάσεις:

  • δικαστικές αποφάσεις σχετικά με τη φροντίδα ανηλίκου,
  • δικαστικές αποφάσεις σε υποθέσεις προστασίας σε υποθέσεις ενδοοικογενειακής βίας,
  • αποφάσεις θεσμικών οργάνων της Ευρωπαϊκής Ένωσης,
  • αλλοδαπές δικαστικές αποφάσεις.

Αίτηση για αναγκαστική εκτέλεση μπορεί, πάντως, να υποβληθεί αν η αναγκαστική εκτέλεση αφορά συμμόρφωση με δικαστική απόφαση περί διατροφής ανηλίκου ή με αλλοδαπή δικαστική απόφαση, όταν η εκτελεστότητα έχει κηρυχθεί σύμφωνα με άμεσα εφαρμοστέα νομοθεσία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, με διεθνή συνθήκη ή με απόφαση περί αναγνώρισης.

Η εκτέλεση δικαστικής απόφασης μέσω δικαστηρίου διέπεται από τα άρθρα 251-351a του νόμου αριθ. 99/1963, Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας, όπως τροποποιείται. Η εκτέλεση δικαστικών αποφάσεων σε υποθέσεις οικογενειακού δικαίου διέπεται, εντούτοις, από τα άρθρα 492-513 του νόμου αριθ. 292/2013, περί ειδικών δικαστικών διαδικασιών, όπως τροποποιείται.

Η εκτέλεση δικαστικής απόφασης μέσω δικαστικού επιμελητή διέπεται καταρχήν από τα άρθρα 35-73 του νόμου αριθ. 120/2001, περί δικαστικών επιμελητών και ενεργειών εκτέλεσης (Κώδικας Αναγκαστικής Εκτέλεσης), όπως τροποποιείται. Ο δικαστικός επιμελητής ενεργεί επομένως σύμφωνα με τον Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, ιδίως σε ό,τι αφορά τις διατάξεις που διέπουν τους διάφορους τρόπους εκτέλεσης μιας απόφασης.

2 Ποια αρχή ή ποιες αρχές είναι αρμόδιες για την εκτέλεση;

Συνήθως, το τακτικό δικαστήριο του οφειλέτη είναι αρμόδιο να διατάξει και να διενεργήσει την εκτέλεση δικαστικής απόφασης (άρθρο 252 παράγραφος 1 του νόμου αριθ. 99/1963, Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας, όπως τροποποιείται). Εξαιρέσεις από τον κανόνα αυτόν προβλέπονται στο άρθρο 252 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας.

Για λεπτομέρειες σχετικά με το τακτικό δικαστήριο του οφειλέτη, βλ. ενότητα «Βασικοί κανόνες για την κατά τόπο αρμοδιότητα» (μέρος 3.2.1. του δελτίου πληροφοριών «Δικαιοδοσία – η Τσεχική Δημοκρατία»).

Η αναγκαστική εκτέλεση μπορεί να διενεργηθεί από δικαστήρια και από δικαστικούς επιμελητές διορισμένους από δικαστήριο. Σύμφωνα με το άρθρο 45 του νόμου αριθ. 120/2001, περί δικαστικών επιμελητών και ενεργειών εκτέλεσης (Κώδικας Αναγκαστικής Εκτέλεσης), όπως τροποποιήθηκε, το καθ’ ύλην αρμόδιο δικαστήριο για την αναγκαστική εκτέλεση είναι το τοπικό δικαστήριο. Το κατά τόπον αρμόδιο δικαστήριο για την αναγκαστική εκτέλεση είναι το δικαστήριο της μόνιμης κατοικίας του οφειλέτη, του τόπου διαμονής του στην Τσεχική Δημοκρατία σύμφωνα με το είδος παραμονής αλλοδαπού, την καταστατική έδρα του, κ.λπ. Το ζήτημα της αρμοδιότητας αναπτύσσεται διεξοδικότερα στο προαναφερθέν άρθρο του Κώδικα Αναγκαστικής Εκτέλεσης.

Για περισσότερες λεπτομέρειες, βλ. επίσης την ερώτηση «Ποια η έννοια της εκτέλεσης στις αστικές και εμπορικές υποθέσεις;»

3 Ποιες οι προϋποθέσεις υπό τις οποίες μπορεί να εκδοθεί ένας εκτελεστός τίτλος ή μια απόφαση;

3.1 διαδικασία

Εκτέλεση απόφασης

Η διαδικασία κινείται μόνο κατόπιν αίτησης του δανειστή, εάν ο οφειλέτης δεν συμμορφώνεται οικειοθελώς με το διατακτικό της εκτελεστής δικαστικής απόφασης. Ακόμη και χωρίς αίτηση, πάντως, σύμφωνα με το νόμο αριθ. 292/2013, περί ειδικών δικαστικών διαδικασιών, όπως τροποποιείται, το δικαστήριο διατάσσει την εκτέλεση ορισμένων προδικαστικών αποφάσεων, π.χ., σε υποθέσεις ενδοοικογενειακής βίας.

Η εκτέλεση δικαστικής απόφασης μπορεί να διαταχθεί μόνο αν στη δικαστική απόφαση αναφέρονται τα στοιχεία ταυτότητας του δανειστή και του οφειλέτη, ορίζεται το πεδίο εφαρμογής και το περιεχόμενο της υποχρέωσης για την εκπλήρωση της οποίας υποβλήθηκε η αίτηση κήρυξης εκτελεστότητας και ορίζεται προθεσμία συμμόρφωσης με την υποχρέωση. Αν στην απόφαση του δικαστηρίου δεν ορίζεται προθεσμία συμμόρφωσης με την υποχρέωση, εκλαμβάνεται ότι η συμμόρφωση με την υποχρέωση που επιβάλλεται μέσω της δικαστικής απόφασης πρέπει να επέλθει εντός τριών ημερών και, σε υποθέσεις αποβολής από ακίνητο, εντός δεκαπέντε ημερών από την ημέρα που η δικαστική απόφαση καθίσταται οριστική. Αν, σύμφωνα με τη δικαστική απόφαση, η υποχρέωση συμμόρφωσης αφορά περισσότερους από έναν οφειλέτες, και αν η υποχρέωση είναι διαιρετή, τότε πρέπει να συμμορφωθούν εξίσου με την υποχρέωση όλοι οι οφειλέτες, εκτός αν προβλέπεται διαφορετικά στην απόφαση.

Για την υποβολή αίτησης κήρυξης εκτελεστότητας της απόφασης δεν απαιτείται ο δανειστής να εκπροσωπείται από δικηγόρο.

Στην αίτηση για την κήρυξη εκτελεστότητας δικαστικής απόφασης με την οποία διατάσσεται η καταβολή χρηματικού ποσού πρέπει να επισημαίνεται ο συγκεκριμένος τρόπος της εκτέλεσης και άλλα προαπαιτούμενα που καθορίζονται από τη νομοθεσία. Η αίτηση για την κήρυξη εκτελεστότητας πρέπει να συνοδεύεται από αντίγραφο της δικαστικής απόφασης με βεβαίωση της εκτελεστότητάς της. Η εν λόγω βεβαίωση εκδίδεται μαζί με τη δικαστική απόφαση από το δικαστήριο που αποφάσισε για την υπόθεση σε πρώτο βαθμό. Δεν απαιτείται η επισύναψη αντίγραφου της δικαστικής απόφασης αν η αίτηση για την κήρυξη εκτελεστότητας υποβάλλεται στο δικαστήριο που αποφάσισε για την υπόθεση σε πρώτο βαθμό.

Κατά τη διαδικασία εκτέλεσης, η απόφαση εκδίδεται πάντοτε με τη μορφή της διαταγής.

Το δικαστήριο διατάσσει, κατά κανόνα, την εκτέλεση χωρίς ακρόαση του οφειλέτη.

Οι δικαστικές διαδικασίες στην Τσεχική Δημοκρατία υπόκεινται σε δικαστικά έξοδα (βλ. νόμο αριθ. 549/1991, περί δικαστικών εξόδων, όπως τροποποιείται). Σε αιτιολογημένες περιπτώσεις, ο νόμος προβλέπει εξαίρεση από τα δικαστικά έξοδα.

Διαδικασία αναγκαστικής εκτέλεσης

Η αναγκαστική εκτέλεση διενεργείται από τον δικαστικό επιμελητή τον οποίον υποδεικνύει ο δανειστής στην αίτηση για την κήρυξη εκτελεστότητας. Οι ενέργειες του δικαστικού επιμελητή θεωρούνται ως ενέργειες του αρμόδιου για την αναγκαστική εκτέλεση δικαστηρίου.

Διαδικασία αναγκαστικής εκτέλεσης κινείται με αίτηση του δανειστή ή με αίτηση προσώπου το οποίο αποδεικνύει ότι του έχει εκχωρηθεί ή μεταβιβαστεί δικαίωμα από δικαστική απόφαση. Ως ημερομηνία κίνησης της διαδικασίας αναγκαστικής εκτέλεσης νοείται η ημερομηνία παράδοσης της σχετικής αίτησης στον δικαστικό επιμελητή. Ο δικαστικός επιμελητής μπορεί να αρχίσει να εντοπίζει και να εξασφαλίζει τα περιουσιακά στοιχεία του εναγόμενου μόνο αφότου το δικαστήριο του χορηγήσει σχετική άδεια και διατάξει την αναγκαστική εκτέλεση.

Στην αίτηση αναγκαστικής εκτέλεσης πρέπει να περιλαμβάνονται:

  • τα στοιχεία ταυτότητας του δικαστικού επιμελητή που θα αναλάβει την αναγκαστική εκτέλεση, καθώς και την έδρα του (κατάλογος των δικαστικών επιμελητών διατίθεται στον δικτυακό τόπο του Επιμελητηρίου Δικαστικών Επιμελητών της Τσεχικής Δημοκρατίας (Exekutorská komora České republiky) Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροhttp://www.ekcr.cz/seznam-exekutoru.php&w. Οι δικαστικοί επιμελητές δεν έχουν κατά τόπον αρμοδιότητα – κάθε δικαστικός επιμελητής έχει το δικαίωμα να ενεργεί σε ολόκληρη την Τσεχική Δημοκρατία),
  • τα στοιχεία της υπόθεσης την οποία αφορά η αίτηση και τον σκοπό της,
  • τα στοιχεία ταυτότητας των μερών, δηλαδή του δανειστή, ή του προσώπου που έχει το δικαίωμα από τη δικαστική απόφαση, και του οφειλέτη για τα φυσικά πρόσωπα αυτό σημαίνει το όνομα, το επώνυμο, τη μόνιμη κατοικία των μερών, ή τον τόπο κατοικίας στην Τσεχική Δημοκρατία σύμφωνα με το είδος παραμονής αλλοδαπού και, κατά περίπτωση, τον αριθμό μητρώου γέννησης ή την ημερομηνία γέννησης των μερών, ή για νομικά πρόσωπα την εταιρική επωνυμία ή το διακριτικό τίτλο, την καταστατική έδρα και τον αριθμό μητρώου,
  • τα ακριβή στοιχεία του εκτελεστού τίτλου,
  • την υποχρέωση της οποίας επιδιώκεται η εκπλήρωση μέσω της αναγκαστικής εκτέλεσης, και πληροφορίες σχετικά με το εάν, και κατά περίπτωση σε ποιο βαθμό, ο οφειλέτης έχει συμμορφωθεί με την εκτελούμενη υποχρέωση,
  • κατά περίπτωση, τα αποδεικτικά στοιχεία στα οποία βάσισε το δικαίωμά του ο δανειστής,
  • υπογραφή

Η αίτηση για την κήρυξη εκτελεστότητας πρέπει να συνοδεύεται από τον πρωτότυπο εκτελεστό τίτλο ή από επικυρωμένο αντίγραφο αυτού, με βεβαίωση της εκτελεστότητάς του ή αντίγραφο της συμβολαιογραφικής πράξης με άδεια εκτέλεσης, εκτός αν ο εκτελεστός τίτλος εκδόθηκε από το αρμόδιο για την εκτέλεση δικαστήριο. Η βεβαίωση εκτελεστότητας χορηγείται από την αρχή που εξέδωσε τον εκτελεστό τίτλο, ενώ για διακανονισμούς και συμφωνίες χορηγείται από την αρχή που έδωσε τη σχετική έγκριση.

3.2 Οι κύριες προϋποθέσεις

Η εκτέλεση δικαστικής απόφασης μπορεί να διαταχθεί βάσει εκτελεστού τίτλου, εφόσον δεν υπήρξε οικειοθελής συμμόρφωση με επιβληθείσα υποχρέωση.

Εκτελεστός τίτλος είναι:

  • εκτελεστή απόφαση δικαστηρίου ή δικαστικού επιμελητή, εφόσον αναγνωρίζει δικαίωμα, επιβάλλει υποχρέωση ή αφορά περιουσιακά στοιχεία,
  • εκτελεστή απόφαση δικαστηρίου ή άλλης ανακριτικής, εισαγγελικής και δικάζουσας αρχής, εφόσον αναγνωρίζει δικαίωμα ή αφορά περιουσιακά στοιχεία,
  • εκτελεστή διαιτητική απόφαση,
  • συμβολαιογραφική πράξη με άδεια εκτέλεσης που έχει καταρτιστεί σύμφωνα με ειδική νομοθεσία,
  • εκτελεστή δικαστική απόφαση και άλλος εκτελεστός τίτλος προερχόμενος από δημόσια αρχή,
  • άλλες εκτελεστές αποφάσεις, εγκεκριμένοι συμβιβασμοί και έγγραφα των οποίων η εκτέλεση επιτρέπεται από τη νομοθεσία.

Αν στον εκτελεστό τίτλο δεν ορίζεται προθεσμία συμμόρφωσης με την υποχρέωση, εκλαμβάνεται ότι η συμμόρφωση με την υποχρέωση που επιβάλλεται μέσω του εκτελεστού τίτλου πρέπει να επέλθει εντός τριών ημερών και, σε υποθέσεις αποβολής από ακίνητο, εντός δεκαπέντε ημερών από την από την ημέρα που η δικαστική απόφαση καθίσταται οριστική.

Δικαστική εκτέλεση

Το τακτικό δικαστήριο του οφειλέτη είναι αρμόδιο για την εκτέλεση δικαστικών αποφάσεων, για τη διενέργεια κάθε δικαστικής πράξης προτού διαταχθεί η εκτέλεση και για δηλώσεις σχετικά με περιουσιακά στοιχεία, εκτός αν προβλέπεται διαφορετικά στο άρθρο 252 του νόμου αριθ. 99/1963, Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας, όπως τροποποιείται.

Η εκτέλεση δύναται να διαταχθεί μόνο στον βαθμό που έχει ζητηθεί από τον δανειστή στην αίτησή του και στο μέτρο που, σύμφωνα με τη δικαστική απόφαση, αρκεί για την ικανοποίησή του (άρθρο 263(1) του νόμου αριθ. 99/1963, Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας, όπως τροποποιείται).

Το δικαστήριο απορρίπτει αίτηση για την κήρυξη εκτελεστότητας εφόσον καθίσταται ήδη σαφές από την αίτηση ότι το προς είσπραξη ποσό δεν θα είναι αρκετό ούτε για την κάλυψη των εξόδων της διαδικασίας εκτέλεσης (άρθρο 264(2) του νόμου αριθ. 99/1963, Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας, όπως τροποποιήθηκε).

Διαδικασία αναγκαστικής εκτέλεσης

Ο δικαστικός επιμελητής προβαίνει στην εκτέλεση με την αδεία του δικαστηρίου, με εξαίρεση τις δικαστικές αποφάσεις που αναφέρονται ανωτέρω (σημείο αριθ. 1).

Ο δικαστικός επιμελητής που λαμβάνει αίτηση αναγκαστικής εκτέλεσης ζητά από το αρμόδιο για την αναγκαστική εκτέλεση δικαστήριο – το αργότερο εντός δεκαπέντε ημερών από την ημερομηνία παράδοσης της αίτησης – να του χορηγήσει τη σχετική έγκριση και να διατάξει την αναγκαστική εκτέλεση. Το δικαστήριο χορηγεί την έγκριση εντός δεκαπέντε ημερών, εφόσον πληρούνται όλες οι νόμιμες προϋποθέσεις. Αν δεν πληρούνται όλες οι νόμιμες προϋποθέσεις για τη διενέργεια της αναγκαστικής εκτέλεσης, το δικαστήριο διατάσσει τον δικαστικό επιμελητή να απορρίψει ή να αρνηθεί εν μέρει ή εν όλω την αίτηση αναγκαστικής εκτέλεσης, ή να διακόψει τη διαδικασία αναγκαστικής εκτέλεσης. Η εν λόγω εντολή του δικαστηρίου είναι δεσμευτική για τον δικαστικό επιμελητή.

Το καθ’ ύλην αρμόδιο δικαστήριο για την αναγκαστική εκτέλεση είναι το τοπικό δικαστήριο.

Το κατά τόπον αρμόδιο δικαστήριο για την αναγκαστική εκτέλεση είναι το δικαστήριο του τόπου μόνιμης κατοικίας του οφειλέτη, αν ο οφειλέτης είναι φυσικό πρόσωπο, ή του τόπου διαμονής του στην Τσεχική Δημοκρατία σύμφωνα με το είδος παραμονής αλλοδαπού. Αν ο οφειλέτης είναι νομικό πρόσωπο, το κατά τόπον αρμόδιο δικαστήριο είναι το δικαστήριο της καταστατικής έδρας του οφειλέτη. Αν ο οφειλέτης ο οποίος είναι φυσικό πρόσωπο δεν έχει μόνιμη κατοικία ή τόπο διαμονής στην Τσεχική Δημοκρατία, ή αν ο οφειλέτης ο οποίος είναι νομικό πρόσωπο δεν έχει καταστατική έδρα στην Τσεχική Δημοκρατία, το κατά τόπον αρμόδιο δικαστήριο είναι το δικαστήριο στην περιφέρεια του οποίου έχει περιουσιακά στοιχεία ο οφειλέτης.

Ορισμένες εξαιρέσεις ως προς την κατά τόπον αρμοδιότητα προβλέπονται στο νόμο αριθ. 292/2013, περί ειδικών δικαστικών διαδικασιών, όπως τροποποιείται, π.χ. άρθρο 511.

4 Αντικείμενο και φύση των μέτρων εκτέλεσης

4.1 Ποια περιουσιακά στοιχεία μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο εκτέλεσης;

Διαδικασία εκτέλεσης μπορεί να κινηθεί τόσο κατά κινητών όσο και κατά ακίνητων πραγμάτων, δικαιωμάτων και άλλων περιουσιακών στοιχείων, με ορισμένες εξαιρέσεις.

Διαδικασία εκτέλεσης δεν μπορεί να κινηθεί συγκεκριμένα κατά των ακόλουθων, σύμφωνα με τα άρθρα 321-322 του νόμου αριθ. 99/1963, Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας, όπως τροποποιείται:

  • είδη των οποίων η πώληση απαγορεύεται σύμφωνα με ειδική νομοθεσία, ή τα οποία δεν υπόκεινται σε μέτρα εκτέλεσης σύμφωνα με ειδική νομοθεσία,
  • είδη τα οποία ανήκουν στον οφειλέτη και του χρειάζονται για την ικανοποίηση των προσωπικών υλικών αναγκών του, καθώς και των υλικών αναγκών της οικογενείας του, ή για την επιτέλεση της εργασίας του, καθώς και άλλα είδη των οποίων η πώληση θα ήταν αντίθετη προς τους κανόνες ηθικής (συγκεκριμένα, είδη καθημερινής ένδυσης, συνήθης οικιακός εξοπλισμός, βέρες γάμου, και λοιπά παρεμφερή είδη, ιατροφαρμακευτικά και λοιπά είδη τα οποία χρειάζεται ο οφειλέτης λόγω ασθένειας ή σωματικής αναπηρίας, μετρητά αξίας διπλάσιας από το ποσό που απαιτείται για τη διαβίωση προσώπου σύμφωνα με ειδική νομοθεσία, ζώα συντροφιάς που δεν διατηρούνται κατά κύριο λόγο για οικονομικούς σκοπούς),
  • αν ο οφειλέτης είναι επιχειρηματίας, είδη τα οποία του ανήκουν και του χρειάζονται για τη διενέργεια των επιχειρηματικών δραστηριοτήτων του (αυτό δεν ισχύει αν βαρύνονται με ενέχυρο με σκοπό την είσπραξη απαίτησης από τον δανειστή),
  • τεχνικό εξοπλισμό στον οποίον, σύμφωνα με ειδική νομοθεσία, ο οφειλέτης διατηρεί αρχεία επενδυτικών μέσων ή αποθηκεύει έγγραφα που σχετίζονται με στοιχεία των εν λόγω αρχείων, και επίσης τεχνικό εξοπλισμό που χρησιμεύει για την παροχή στοιχείων σχετικά τους ιδιοκτήτες επενδυτικών μέσων σύμφωνα με ειδική νομοθεσία,
  • περιουσιακά στοιχεία τα οποία απέκτησε ο οφειλέτης λόγω διαδοχής (αυτό δεν ισχύει αν ο οφειλέτης έχει το δικαίωμα να διαθέτει ελεύθερα τα εν λόγω περιουσιακά ή αν η εκτέλεση αφορά την είσπραξη οφειλών αποβιώσαντος ή οφειλών που σχετίζονται με την καταπιστευματική διαχείριση περιουσιακών στοιχείων τα οποία αποκτήθηκαν λόγω διαδοχής).

Ο δανειστής μπορεί επίσης πάντοτε να αιτηθεί την απομείωση της αξίας των στοιχείων που απαριθμούνται ανωτέρω, εφόσον έχουν αποκτηθεί από οφειλέτη ο οποίος - με εσκεμμένη εγκληματική πράξη - προκάλεσε ζημία μέσω του αδικαιολόγητου πλουτισμού από το ποινικό αδίκημα, αν ο δανειστής είναι το πρόσωπο που ζημιώθηκε από το ποινικό αδίκημα.

Σε κατάσχεση δεν υπόκεινται επίσης τα ακόλουθα:

  • απαιτήσεις αποζημίωσης η οποία, σύμφωνα με ασφαλιστήριο συμβόλαιο, καταβάλλεται από ασφαλιστική εταιρεία, αν η αποζημίωση πρόκειται να χρησιμοποιηθεί για την κατασκευή καινούργιου ή την επισκευή υφιστάμενου κτιρίου,
  • προνοιακά επιδόματα σε χρήμα, επιδόματα διαβίωσης, κρατική κοινωνική υποστήριξη, επίδομα στέγασης, και εφάπαξ κρατική κοινωνική υποστήριξη και επιδόματα προς ανάδοχες οικογένειες,
  • απαιτήσεις τις οποίες απέκτησε ο οφειλέτης από διαδοχή αυτό δεν ισχύει αν ο οφειλέτης έχει το δικαίωμα να διαθέτει ελεύθερα την απαίτηση ή αν η εκτέλεση περιλαμβάνει την είσπραξη οφειλών διαθέτη ή οφειλών που σχετίζονται με την καταπιστευματική διαχείριση περιουσιακών στοιχείων που αποκτήθηκαν λόγω διαδοχής,
  • σε εκτέλεση υπόκεινται μόνο τα δύο πέμπτα των απαιτήσεων φυσικών προσώπων που είναι επιχειρηματίες και οι οποίες γεννώνται στο πλαίσιο των επιχειρηματικών δραστηριοτήτων των εν λόγω προσώπων αν, όμως, υπάρχει αίτηση εκτέλεσης προνομιακών απαιτήσεων, σε εκτέλεση υπόκεινται τα τρία πέμπτα αυτών,
  • σε εκτέλεση υπόκεινται μόνο τα δύο πέμπτα των απαιτήσεων επί δικαιωμάτων αν ο οφειλέτης είναι συγγραφέας αν, όμως, υπάρχει αίτηση εκτέλεσης προνομιακών απαιτήσεων, σε εκτέλεση υπόκεινται τα τρία πέμπτα αυτών (το ίδιο ισχύει για απαιτήσεις επί δικαιωμάτων καλλιτεχνών-ερμηνευτών και επί των δικαιωμάτων των πρωτουργών βιομηχανικής ιδιοκτησίας).

Στον ανωτέρω κατάλογο περιλαμβάνονται οι βασικοί περιορισμοί σχετικά με την απομείωση της αξίας περιουσιακών στοιχείων μέσω επιβολής ή αναγκαστικής εκτέλεσης. Ο Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας περιέχει ορισμένους πρόσθετους ειδικούς περιορισμούς, π.χ. στο άρθρο 267b.

Η μέθοδος απομείωσης της αξίας της κοινής περιουσίας συζύγων προβλέπεται στο άρθρο 262a(1) και (2) του νόμου αριθ. 99/1963, Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας, όπως τροποποιείται, και στο άρθρο 42 του νόμου αριθ. 120/2001, Κώδικας Αναγκαστικής Εκτέλεσης, όπως τροποποιείται. Εκτέλεση επί περιουσιακών στοιχείων τα οποία είναι τμήμα της κοινής συζυγικής περιουσίας μπορεί επίσης να διαταχθεί για την είσπραξη οφειλής που δημιουργήθηκε από έναν μόνο εκ των συζύγων κατά τη διάρκεια του γάμου ή πριν από αυτόν. Για τους σκοπούς της διαταγής εκτέλεσης, θεωρούνται επίσης μέρος της κοινής συζυγικής περιουσίας των οφειλετών και των συζύγων τους τα περιουσιακά στοιχεία που δεν είναι τμήμα της κοινής συζυγικής περιουσίας απλώς και μόνο επειδή με δικαστική απόφαση ακυρώθηκε η συζυγική περιουσία ή περιορίστηκε το υφιστάμενο εύρος της, ή επειδή το εύρος της συζυγικής περιουσίας περιορίστηκε μέσω σύμβασης, ή έχει συμφωνηθεί η διατήρηση χωριστών περιουσιακών στοιχείων, ή η προέλευση της κοινής συζυγικής περιουσίας έχει οριστεί μέσω σύμβασης από την ημερομηνία λύσης του γάμου.

Εκτέλεση μέσω παρακρατήσεων από μισθούς ή άλλα εισοδήματα της/του συζύγου οφειλέτη/οφειλέτριας, μέσω κατάσχεσης από λογαριασμό της/του συζύγου οφειλέτη/οφειλέτριας σε χρηματοπιστωτικό ίδρυμα, κατάσχεσης λοιπών χρηματικών απαιτήσεων από τη/το σύζυγο οφειλέτη/οφειλέτριας ή κατάσχεσης λοιπών περιουσιακών στοιχείων της/του συζύγου οφειλέτη/οφειλέτριας, μπορεί να διαταχθεί για την είσπραξη οφειλής η οποία είναι μέρος της κοινής περιουσίας των συζύγων.

4.2 Ποια τα αποτελέσματα των μέτρων εκτέλεσης;

Δικαστική εκτέλεση:

Η πληρωμή χρηματικού ποσού μπορεί να γίνει μέσω παρακρατήσεων από μισθούς, κατάσχεσης, διαχείρισης ακίνητων, πώλησης κινητών και ακίνητων, κατάσχεσης μονάδας παραγωγής, και σύστασης δικαστικής ασφάλειας επί ακίνητων περιουσιακών στοιχείων (άρθρο 258(1) του νόμου αριθ. 99/1963, Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας, όπως τροποποιείται).

Εκτέλεση η οποία επιβάλλει υποχρέωση διαφορετική από την πληρωμή χρηματικού ποσού εξαρτάται από τη φύση της επιβληθείσας υποχρέωσης. Μπορεί να διενεργηθεί μέσω αποβολής από ακίνητο, κατάσχεσης κινητών, κατάτμησης εξ αδιαιρέτου στοιχείων, ολοκλήρωσης εργασίας και λοιπών παροχών (άρθρο 258(2) του νόμου αριθ. 99/1963, Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας, όπως τροποποιείται).

Εκτέλεση μέσω της πώλησης ενεχυριασμένου περιουσιακού στοιχείου μπορεί να διενεργηθεί για κατασχεθείσα απαίτηση μέσω της πώλησης ενεχυριασμένων κινητών και υποθηκευμένων ακίνητων, κοινών στοιχείων και συνόλων στοιχείων, μέσω της κατάσχεσης ενεχυριασμένης οικονομικής απαίτησης και της κατάσχεσης λοιπών ενεχυριασμένων δικαιωμάτων κυριότητας (άρθρο 258(3) του νόμου αριθ. 99/1963, Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας, όπως τροποποιείται).

Μετά την καταχώριση της αναγκαστικής εκτέλεσης στο μητρώο κίνησης διαδικασιών αναγκαστικής εκτέλεσης, ο δικαστικός επιμελητής αξιολογεί τον τρόπο διενέργειας της αναγκαστικής εκτέλεσης, και εκδίδει ή ακυρώνει εντολή αναγκαστικής εκτέλεσης που σχετίζεται με τα περιουσιακά στοιχεία τα οποία αφορά η αναγκαστική εκτέλεση. Ως διαταγή εκτέλεσης νοείται η διαταγή διενέργειας αναγκαστικής εκτέλεσης με έναν από τους τρόπους που προβλέπονται στο νόμο αριθ. 120/2001, Κώδικας Αναγκαστικής Εκτέλεσης, όπως τροποποιείται. Στη διαταγή εκτέλεσης, ο δικαστικός επιμελητής οφείλει να επιλέξει μέθοδο αναγκαστικής εκτέλεσης η οποία δεν είναι προδήλως απρόσφορη, και ιδίως από πλευράς δυσαναλογίας ως προς το ύψος της οφειλής και το τίμημα του αντικειμένου εκ του οποίου πρόκειται να γίνει η πληρωμή της οφειλής.

Αναγκαστική εκτέλεση που επιβάλλει την πληρωμή χρηματικού ποσού μπορεί να γίνει μέσω παρακρατήσεων από μισθούς και άλλα εισοδήματα, μέσω κατάσχεσης, μέσω πώλησης κινητών και ακίνητων, κατάσχεσης μονάδας παραγωγής, και σύστασης ασφάλειας δικαστικού επιμελητή επί ακίνητων, διαχείρισης ακίνητων, ή μέσω αναστολής της ισχύος άδειας οδήγησης.

Μέθοδος αναγκαστικής εκτέλεσης που επιβάλλει διαφορετική υποχρέωση από την πληρωμή χρηματικού ποσού εξαρτάται από τη φύση της επιβληθείσας υποχρέωσης. Μπορεί να διενεργηθεί μέσω αποβολής από ακίνητο, κατάσχεσης κινητών, κατάτμησης εξ αδιαιρέτου στοιχείων, ολοκλήρωσης εργασίας και λοιπών παροχών.

Αναγκαστική εκτέλεση μέσω της πώλησης ενεχυριασμένου περιουσιακού στοιχείου μπορεί να διενεργηθεί για κατασχεθείσα απαίτηση μέσω της πώλησης ενεχυριασμένων κινητών και υποθηκευμένων ακίνητων.

Η απαγόρευση της διάθεσης περιουσιακών στοιχείων ρυθμίζεται από το άρθρο 44a και το άρθρο 47(5) του νόμου αριθ. 120/2001, Κώδικας Αναγκαστικής Εκτέλεσης, όπως τροποποιείται. Εκτός αν ο δικαστικός επιμελητής αποφασίσει διαφορετικά, μετά την επίδοση της ειδοποίησης κίνησης αναγκαστικής εκτέλεσης, ο οφειλέτης δεν επιτρέπεται να διαθέσει τα περιουσιακά στοιχεία του, περιλαμβανομένης της ακίνητης περιουσίας και περιουσιακών στοιχείων που αποτελούν μέρος της κοινής συζυγικής περιουσίας, με εξαίρεση τις συνήθεις επιχειρηματικές δραστηριότητες και δραστηριότητες λειτουργίας, την ικανοποίηση των βασικών αναγκών διαβίωσης τόσο των δικών του όσο και των προσώπων έναντι των οποίων υπέχει υποχρέωση διατροφής, και τη διατήρηση και διοίκηση περιουσιακών στοιχείων. Δικαιοπραξία μέσω της οποίας ο οφειλέτης παραβιάζει την εν λόγω υποχρέωση είναι άκυρη. Η δικαιοπραξία μπορεί, πάντως, να θεωρηθεί έγκυρη εφόσον δεν υποβληθεί ένσταση ακυρότητάς της από τον δικαστικό επιμελητή, τον δανειστή ή καταχωρισμένο δανειστή με σκοπό να διασφαλιστεί η ικανοποίηση προβαλλόμενης απαίτησης. Τα νομικά αποτελέσματα ένστασης ακυρότητας αρχίζουν να ισχύουν από τη χρονική στιγμή θέσης σε ισχύ της δικαιοπραξίας, εφόσον η διαταγή εκτέλεσης ή άλλη εκδήλωση της βούλησης του δικαστικού επιμελητή, του δανειστή ή του καταχωρισμένου δανειστή επιδίδεται σε όλα τα μέρη της δικαιοπραξίας κατά της οποίας υπέβαλαν την ένσταση ακυρότητας ο δικαστικός επιμελητής, ο δανειστής υπέρ του οποίου εκδόθηκε η δικαστική απόφαση ή ο καταχωρισμένος δανειστής.

Ο οφειλέτης δεν επιτρέπεται να μεταβιβάσει περιουσιακά στοιχεία που αποτελούν αντικείμενο διαταγής εκτέλεσης σε άλλο πρόσωπο, ούτε να τα βαρύνει ή να τα διαθέσει με οποιονδήποτε άλλον τρόπο. Δικαιοπραξία μέσω της οποίας ο οφειλέτης παραβιάζει την εν λόγω υποχρέωση είναι άκυρη.

4.3 Ποια η ισχύς αυτών των μέτρων;

Τα μέτρα αυτά ισχύουν έως ότου παύσει η αναγκαστική εκτέλεση και εισπραχθεί η απαίτηση, τα παρεπόμενα στοιχεία της και τα έξοδα της αναγκαστικής εκτέλεσης, κ.λπ. Η απαγόρευση της διάθεσης περιουσιακών στοιχείων λήγει με απόφαση, αν ο οφειλέτης καταθέσει στο δικαστικό επιμελητή ποσό το οποίο ισούται με την προς είσπραξη απαίτηση, τα έξοδα της αναγκαστικής εκτέλεσης και τα έξοδα του δανειστή.

5 Υπάρχει δυνατότητα προσφυγής κατά της απόφασης που διατάσσει ένα τέτοιο μέτρο;

Opravné prostředky při soudním výkonu rozhodnutí:

Κατά τη διαδικασία εκτέλεσης δικαστικής απόφασης μέσω δικαστηρίου, είναι δυνατή η υποβολή προσφυγής σύμφωνα με τις γενικές διατάξεις του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας για τις προσφυγές. Ο οφειλέτης πρέπει να υποβάλει τη σχετική προσφυγή εντός 15 ημερών από την επίδοση του αντίγραφου της δικαστικής απόφασης, ενώπιον του δικαστηρίου κατά της απόφασης του οποίου στρέφεται η προσφυγή. Αν η προσφυγή υποβληθεί από εξουσιοδοτημένο πρόσωπο εντός της προθεσμίας που επιτρέπεται για την άσκηση προσφυγής, η δικαστική απόφαση δεν τίθεται σε ισχύ αν δεν εκδοθεί πρώτα από το εφετείο τελική απόφαση επί της προσφυγής (βλ. επίσης άρθρο 254 του νόμου αριθ. 99/1963, Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας, όπως τροποποιείται).

Κατά τη διαδικασία εκτέλεσης δικαστικής απόφασης, δεν είναι δυνατή, για λόγους που καθορίζονται από τη νομοθεσία, η αναστολή της διαδικασίας και η απαλλαγή από την τήρηση της προθεσμίας, ούτε είναι δυνατή η άσκηση προσφυγής για επανέναρξη της διαδικασίας εκτέλεσης. Είναι, ωστόσο, δυνατή η άσκηση αίτησης αναίρεσης, μόνο όμως αν η εν λόγω αίτηση στρέφεται κατά οριστικής απόφασης του εφετείου με την οποία απορρίφθηκε η προσφυγή ή τερματίστηκε η διαδικασία προσφυγής, καθώς και κατά οριστικής απόφασης του εφετείου με την οποία έγινε δεκτή ή μεταρρυθμίστηκε η απόφαση πρωτοδικείου για την απόρριψη προσφυγής ή την κατ’ έφεση εξέταση της υπόθεσης λόγω μη τήρησης της προθεσμίας (βλ. επίσης άρθρο 229(4) και άρθρο 254(2) του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, όπως τροποποιείται).

Δικαίωμα σε περιουσιακά στοιχεία το οποίο δεν επιτρέπει την εκτέλεση μπορεί να ασκηθεί κατά του δανειστή μέσω της κατάθεσης αίτησης εξαίρεσης των εν λόγω περιουσιακών στοιχείων από την εκτέλεση σύμφωνα με το άρθρο 267(1) του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας.

Μέσω της εν λόγω αίτησης (άρθρο 267(2) του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας) μπορεί να ασκηθεί τηρουμένων των αναλογιών δικαίωμα σε περιουσιακά στοιχεία που αποτελούν ή που θεωρούνται, για τους σκοπούς της εκτέλεσης, μέρος της συζυγικής περιουσίας του οφειλέτη/της οφειλέτριας και της/του συζύγου του, παρότι η προς ανάκτηση απαίτηση δεν μπορεί να ικανοποιηθεί από τα εν λόγω περιουσιακά στοιχεία.

Η ένσταση κατά της γνησιότητας, του ύψους, της ομάδας ή της σειράς οποιασδήποτε εκ των απαιτήσεων που καταχωρίστηκαν για τη διανομή προσόδων ή που ικανοποιήθηκαν με οποιονδήποτε άλλον τρόπο κατά την εκτέλεση της δικαστικής απόφασης πρέπει επίσης να ασκηθεί κατά δανειστή μέσω της υποβολής αίτησης περί απομείωσης της αξίας περιουσιακών στοιχείων με μεθόδους που καθορίζονται από τη νομοθεσία (άρθρο 267a του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας).

Οι συμμετέχοντες μπορούν να υποβάλουν ενστάσεις κατά ορισμένων δικαστικών αποφάσεων. Πρόκειται, ενδεικτικά, για ενστάσεις του οφειλέτη σχετικά με την απογραφή των περιουσιακών στοιχείων, ενστάσεις κατά της έκθεσης για τη διοίκηση μονάδας παραγωγής, ή ενστάσεις κατά επιδίκασης.

Είναι εξίσου σημαντικό να αναφερθεί, τέλος, ότι ο οφειλέτης μπορεί, κατά τις διαδικασίες επιβολής ή εκτέλεσης, να υποβάλει αίτηση αναβολής ή αναστολής της εκτέλεσης της δικαστικής απόφασης (αναγκαστική εκτέλεση). Η αναβολή και αναστολή της εκτέλεσης της δικαστικής απόφασης (αναγκαστική εκτέλεση) ρυθμίζεται από τον Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας καθώς και από τον Κώδικα Αναγκαστικής Εκτέλεσης (συγκεκριμένα δε από τα άρθρα 266, 268 και 269 του νόμου αριθ. 99/1963, Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας, όπως τροποποιείται, και από τα άρθρα 54, 55 και 55a του νόμου αριθ. 120/2001, Κώδικας Αναγκαστικής Εκτέλεσης, όπως τροποποιείται).

Προσφυγή στο πλαίσιο διαδικασίας αναγκαστικής εκτέλεσης:

Είναι δυνατή η άσκηση προσφυγής κατά απόφασης δικαστικού επιμελητή σε περιπτώσεις που επιτρέπονται από τον Κώδικα Αναγκαστικής Εκτέλεσης (πρβλ. άρθρο 55c).

Είναι δυνατό να κατατεθεί προσφυγή κατά της απόφασης δικαστικού επιμελητή με σκοπό την εξαίρεση κάποιου στοιχείου από την κατάσχεση, με αίτηση αφαίρεσης στοιχείου από κατάλογο σύμφωνα με το άρθρο 267 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας. Η προσφυγή υποβάλλεται στο αρμόδιο για την αναγκαστική εκτέλεση δικαστήριο εντός 30 ημερών από την επίδοση της απόφασης του δικαστικού επιμελητή με την οποία ο τελευταίος δεν συμμορφώθηκε, έστω και εν μέρει, με την αίτηση αφαίρεσης του είδους από τον κατάλογο. Από την υποβολή της αίτησης αφαίρεσης του στοιχείου από τον κατάλογο μέχρι την εκπνοή της εν λόγω προθεσμίας, και καθ’ όλη τη διάρκεια της διαδικασίας που αφορά την προσφυγή, δεν επιτρέπεται η πώληση των κινητών περιουσιακών στοιχείων που περιλαμβάνονται στον κατάλογο

Τα μέρη μπορούν να υποβάλουν ενστάσεις κατά διαταγής πληρωμής των εξόδων της διαδικασίας εντός 8 ημερών από την επίδοση της διαταγής.

Όσον αφορά την αίτηση αναβολής ή αναστολής της αναγκαστικής εκτέλεσης, βλ. την ενότητα «Opravné prostředky při soudním výkonu rozhodnutí» ανωτέρω.

6 Υπάρχουν περιορισμοί στην εκτέλεση, ιδίως όσον αφορά την προστασία του οφειλέτη ή τις προθεσμίες;

Σε περίπτωση έκδοσης διαταγής εκτέλεσης (άρθρο 44 και επ. του Κώδικα Αναγκαστικής Εκτέλεσης), η απαγόρευση της διάθεσης περιουσιακών στοιχείων δεν ισχύει για τις συνήθεις επιχειρηματικές δραστηριότητες και δραστηριότητες λειτουργίας του οφειλέτη, για την ικανοποίηση των βασικών αναγκών διαβίωσης τόσο των δικών του όσο και των προσώπων έναντι των οποίων υπέχει υποχρέωση διατροφής, και για τη διατήρηση και διοίκηση περιουσιακών στοιχείων. Ο οφειλέτης μπορεί ακόμη να υποβάλει αίτηση στον δικαστικό επιμελητή ζητώντας τη μη εφαρμογή της απαγόρευσης της διάθεσης σε τμήμα των περιουσιακών στοιχείων του. Στην εν λόγω αίτηση, ο οφειλέτης πρέπει να αποδείξει ότι τα εναπομείναντα περιουσιακά στοιχεία του αρκούν ξεκάθαρα και αδιαμφισβήτητα για την κάλυψη της προς ανάκτηση απαίτησης, καθώς και των εξόδων του δανειστή και των εξόδων της αναγκαστικής εκτέλεσης.

Ο οφειλέτης έχει επίσης τη δυνατότητα, κατόπιν κλήσης δικαστικού επιμελητή, η οποία πρέπει να περιλαμβάνει πληροφορίες σχετικά με την προθεσμία πληρωμής και τις πιθανές συνέπειες ενδεχόμενης μη πληρωμής, να πληρώσει την προς ανάκτηση απαίτηση καθώς και την εγγύηση με μειωμένο κόστος. Η απαγόρευση της διάθεσης περιουσιακών στοιχείων (άρθρο 44a(1) και άρθρο 46(6) του Κώδικα Αναγκαστικής Εκτέλεσης) παύει να ισχύει με τη συμμόρφωση με την προς ανάκτηση απαίτηση και την πληρωμή της εγγύησης. Σε αντίθετη περίπτωση, ο δικαστικός επιμελητής προβαίνει στην αναγκαστική εκτέλεση.

Ο οφειλέτης προστατεύεται ιδίως σε περίπτωση αποβολής από διαμέρισμα ή άλλο ακίνητο στο οποίο διαμένει, σύμφωνα με το άρθρο 65 του διατάγματος αριθ. 37/1992 του Υπουργείου Δικαιοσύνης της Τσεχικής Δημοκρατίας, της 23ης Δεκεμβρίου 1991, περί των διαδικαστικών κανόνων των επαρχιακών και περιφερειακών δικαστηρίων, όπως τροποποιήθηκε. Συγκεκριμένα, η αναγκαστική εκτέλεση δικαστικής απόφασης δεν επιτρέπεται αν αρμόδιο όργανο για την αποβολή από ακίνητο, οικοδομή, διαμέρισμα ή δωμάτιο, διαπιστώσει ότι το προς έξωση πρόσωπο είναι καθηλωμένο στο κρεβάτι λόγω ασθένειας, ή είναι γυναίκα που διανύει την επιλόχειο περίοδο ή που βρίσκεται σε προχωρημένη εγκυμοσύνη, και ότι η έξωση δύναται να θέσει σε σοβαρό κίνδυνο την υγεία του εν λόγω προσώπου. Αν ο δικαστικός επιμελητής δεν λάβει βεβαίωση ιατρού ή αν έχει αμφιβολίες για την ορθότητα της εν λόγω βεβαίωσης, συμβουλεύεται εξειδικευμένο ιατρό.

Εξαιρούνται ορισμένα είδη που ανήκουν σε οφειλέτη σύμφωνα με τον Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, βλ. επίσης την ερώτηση «Jaký druh majetku může být předmětem výkonu soudních rozhodnutí?»


Την έκδοση αυτής της σελίδας στην εθνική γλώσσα διαχειρίζεται ο αντίστοιχος αρμόδιος επαφής του ΕΔΔ. Οι μεταφράσεις έχουν γίνει από την αρμόδια υπηρεσία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Οι τυχόν αλλαγές που επιφέρει η αρμόδια εθνική αρχή στο πρωτότυπο ενδέχεται να μην έχουν περιληφθεί ακόμα στις μεταφράσεις. Η Επιτροπή και το Ευρωπαϊκό Δικαστικό Δίκτυο δεν αναλαμβάνουν καμία απολύτως ευθύνη όσον αφορά πληροφορίες ή δεδομένα που περιέχονται ή αναφέρονται στο παρόν έγγραφο. Βλ. την ανακοίνωση νομικού περιεχομένου για τους κανόνες πνευματικής ιδιοκτησίας που ισχύουν στο κράτος μέλος που είναι αρμόδιο για την παρούσα σελίδα.

Τελευταία επικαιροποίηση: 20/08/2018

Διαδικασίες για την εφαρμογή δικαστικών αποφάσεων - Γερµανία


1 Ποια η έννοια της εκτέλεσης στις αστικές και εμπορικές υποθέσεις;

Αναγκαστική εκτέλεση είναι η διαδικασία για την ικανοποίηση μιας ιδιωτικοδικαιικής απαίτησης μέσω δημόσιου καταναγκασμού. Φορέας της εξουσίας εκτέλεσης είναι αποκλειστικά το κράτος, το οποίο κατέχει το μονοπώλιο της εξουσίας καταναγκασμού, την οποία ασκεί μέσω των αρμόδιων οργάνων του.

Απαρίθμηση των διαφόρων μέτρων εκτέλεσης με τα οποία ο οφειλέτης μπορεί να εξαναγκαστεί να προβεί στην παροχή, την πράξη κ.λπ. που του έχει επιβληθεί:

  • Κατάσχεση κινητών
  • Κατάσχεση απαιτήσεων και άλλων περιουσιακών δικαιωμάτων (ιδίως, κατάσχεση μισθού)
  • Υποβολή καταλόγου περιουσιακών στοιχείων
  • Επιβολή μέτρων καταναγκασμού για τον εξαναγκασμό σε πράξη ή παράλειψη
  • Αναγκαστικός πλειστηριασμός
  • Αναγκαστική διαχείριση

Στη Γερμανία οι διατάξεις περί αναγκαστικής εκτέλεσης περιλαμβάνονται κυρίως στα άρθρα 704 επ. του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (Zivilprozessordnung – ZPO) και στον νόμο για τον αναγκαστικό πλειστηριασμό και την αναγκαστική διαχείριση (Gesetz über die Zwangsversteigerung und Zwangsverwaltung – ZVG).

Διατάξεις για την εφαρμογή του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 655/2014, ο οποίος ρυθμίζει τη διασυνοριακή εκτέλεση απαιτήσεων μεταξύ των κρατών μελών της ΕΕ, προβλέπονται στα άρθρα 946 επ. ZPO.

2 Ποια αρχή ή ποιες αρχές είναι αρμόδιες για την εκτέλεση;

Βλ. παρακάτω το σημείο 3.

3 Ποιες οι προϋποθέσεις υπό τις οποίες μπορεί να εκδοθεί ένας εκτελεστός τίτλος ή μια απόφαση;

3.1 διαδικασία

  • Είναι εκτελεστοί τόσο δικαστικοί όσο και εξωδικαστικοί τίτλοι;

Ναι. Εκτελεστές είναι οι τελεσίδικες ή οι οριστικές αποφάσεις που έχουν κηρυχθεί προσωρινά εκτελεστές (άρθρο 704 ZPO), οι διαταγές δέσμευσης και οι αποφάσεις ασφαλιστικών μέτρων (άρθρα 929, 936 ZPO), καθώς και οι άλλοι εκτελεστοί τίτλοι που αναφέρονται στο άρθρο 794 ZPO. Σε αυτούς, εκτός από τίτλους που εκδίδονται από δικαστήρια, συγκαταλέγονται και οι συμβιβασμοί που έχουν επιτευχθεί ενώπιον υπηρεσίας συμβιβαστικής επίλυσης διαφορών, οι δικηγορικοί συμβιβασμοί και συμβολαιογραφικές πράξεις.

  • Είναι απαραίτητη η έκδοση δικαστικής απόφασης για να μπορεί να εκτελεστεί ο τίτλος;

Δικαστική απόφαση απαιτείται στην περίπτωση κατάσχεσης απαιτήσεων και άλλων περιουσιακών δικαιωμάτων του οφειλέτη, στην περίπτωση αναγκαστικής εκτέλεσης για τον εξαναγκασμό σε πράξη ή παράλειψη, καθώς και στην περίπτωση αναγκαστικής εκτέλεσης επί ακινήτων σύμφωνα με τον νόμο για τον αναγκαστικό πλειστηριασμό και την αναγκαστική διαχείριση (ZVG).

  • Ποιο είναι το αρμόδιο δικαστήριο;

Στην περίπτωση κατάσχεσης απαιτήσεων: το ειρηνοδικείο (Amtsgericht) του τόπου κατοικίας του οφειλέτη.

Στην περίπτωση αναγκαστικής εκτέλεσης για εξαναγκασμό σε πράξη ή παράλειψη: το πρωτοβάθμιο δικαστήριο ενώπιον του οποίου εκκρεμεί η υπόθεση.

Σε περίπτωση αναγκαστικού πλειστηριασμού και αναγκαστικής διαχείρισης: το Ειρηνοδικείο στην περιφέρεια του οποίου βρίσκεται το ακίνητο.

  • Καθεστώς και αρμοδιότητες του δικαστικού επιμελητή

Ο δικαστικός επιμελητής είναι δημόσιος υπάλληλος της δικαστικής υπηρεσίας μέσης βαθμίδας του ομόσπονδου κρατιδίου και υπόκειται στην εποπτεία του αρμόδιου διευθυντή ή προέδρου του Ειρηνοδικείου. Ωστόσο, κατά την άσκηση των καθηκόντων του είναι λειτουργικά ανεξάρτητος η υπηρεσιακή εποπτεία δεν ασκεί καμία επιρροή στο πλαίσιο αυτό. Τα μέτρα και οι κοστολογήσεις του δικαστικού επιμελητή μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή. Το ίδιο ισχύει αν ο δικαστικός επιμελητής αρνηθεί να εκτελέσει παραγγελία. Για την ανακοπή αποφασίζει ο δικαστής του δικαστηρίου της εκτέλεσης.

Ο δικαστικός επιμελητής είναι αρμόδιος για την εκτέλεση αποφάσεων πολιτικής δικαιοσύνης σύμφωνα με το όγδοο βιβλίο του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας. Στο πλαίσιο αυτό, το κύριο καθήκον του έγκειται στην αναγκαστική εκτέλεση που αφορά κινητά. Συναφώς, ο δικαστικός επιμελητής μπορεί επίσης κατ’ αρχήν να παρέχει στον οφειλέτη τη δυνατότητα πληρωμής σε δόσεις, ενώ οφείλει να φροντίζει για την ταχεία και αποτελεσματική περάτωση της διαδικασίας εκτέλεσης. Ένα από τα βασικά καθήκοντα του δικαστικού επιμελητή είναι να παραλαμβάνει τον κατάλογο των περιουσιακών στοιχείων τον οποίο οφείλει να παράσχει ο οφειλέτης με βεβαιωτικό όρκο. Άλλοι τομείς αρμοδιοτήτων του δικαστικού επιμελητή είναι ιδίως οι εξής:

  • Η απόδοση κινητών και ακινήτων (έξωση).
  • Ο παραμερισμός της αντίστασης του οφειλέτη για πράξεις τις οποίες έχει υποχρέωση να ανεχθεί.
  • Οι επιδόσεις με επιμέλεια των διαδίκων οι οποίες απαιτούνται για τη διαδικασία εκτέλεσης.
  • Η εκτέλεση διαταγών δέσμευσης και αποφάσεων ασφαλιστικών μέτρων (στο μέτρο που δεν είναι αρμόδιο το δικαστήριο).
  • Η εκτέλεση αποφάσεων προσωπικής κράτησης κατόπιν άρνησης υποβολής καταλόγου περιουσιακών στοιχείων.
  • Η εντολή προς εκτέλεση πρέπει να δίνεται από ασκούντα το νομικό επάγγελμα;

Επί των αιτήσεων εκτέλεσης αποφαίνονται κατά κανόνα τα ειρηνοδικεία, ως δικαστήρια της εκτέλεσης, ενώπιον των οποίων δεν απαιτείται εκπροσώπηση από δικηγόρο.

Αντίθετα, οι αιτήσεις για την έκδοση απόφασης εξαναγκασμού σε πράξη ή παράλειψη υποβάλλονται στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο ενώπιον του οποίου εκκρεμεί η υπόθεση, δηλαδή κατά περίπτωση σε δικαστήριο ανώτερου βαθμού (πρωτοδικείο, Landgericht), όπου κατ’ αρχήν απαιτείται η εκπροσώπηση από δικηγόρο.

Έξοδα των μέτρων εκτέλεσης:

Ανάλογα με την επιδικασθείσα αξίωση, ο νόμος προβλέπει διάφορες δυνατότητες εκτέλεσης. Τα διάφορα μέτρα εκτέλεσης συνεπάγονται διαφορετικά έξοδα:

  • α. Κατάσχεση κινητών:

Αν εκδοθεί απόφαση για καταβολή ορισμένου χρηματικού ποσού, ο δανειστής μπορεί να αναθέσει στον δικαστικό επιμελητή την πραγμάτωση της αξίωσης πληρωμής. Για την κατάσχεση κινητών του οφειλέτη από τον δικαστικό επιμελητή επιβάλλεται τέλος 26 EUR, βάσει του αριθ. 205 του πίνακα εξόδων (Kostenverzeichnis – KV) του νόμου περί εξόδων δικαστικών επιμελητών (Gerichtsvollzieherkostengesetz – GvKostG). Για την πώληση των κατασχεμένων περιουσιακών στοιχείων, τον δημόσιο πλειστηριασμό τους (που μπορεί να πραγματοποιηθεί σε συγκεκριμένη τοποθεσία ή ως διαδικτυακός πλειστηριασμός προσβάσιμος στο ευρύ κοινό μέσω πλατφόρμας πλειστηριασμών) ή τη ρευστοποίησή τους με άλλον τρόπο καταβάλλεται επιπρόσθετο τέλος ύψους 52 EUR, βάσει του αριθ. 300 του πίνακα εξόδων του GvKostG. Επιπλέον των εν λόγω τελών, σύμφωνα με τον αριθ. 500 του πίνακα εξόδων του GvKostG, χρεώνεται προσαύξηση, εάν για τη διεκπεραίωση της υπηρεσιακής πράξης χρειάστηκαν περισσότερες από 3 ώρες βάσει της έκθεσης που συντάχθηκε από τον δικαστικό επιμελητή. Η προσαύξηση ανέρχεται σε 20 EUR για κάθε επιπλέον ώρα από το πρώτο λεπτό. Στα ποσά αυτά προστίθενται τα απαραίτητα έξοδα του δικαστικού επιμελητή, ιδίως τα οδοιπορικά έξοδα (αριθ. 711 του πίνακα εξόδων του GvKostG).

  • β. Κατάσχεση απαιτήσεων:

Περαιτέρω, στη βάση τίτλου πληρωμής, μπορεί να ζητηθεί η δικαστική κατάσχεση απαίτησης του οφειλέτη (π.χ. απαίτησής του σε πληρωμή μισθού) και η εκχώρησή της στον δανειστή προς είσπραξη ή αντί καταβολής (άρθρα 829, 835 ZPO). Κατά κανόνα, η κατάσχεση και εκχώρηση μιας απαίτησης ζητούνται από κοινού και περιλαμβάνονται σε μία απόφαση (κατάσχεσης και εκχώρησης). Ωστόσο, για τη διαδικασία που αφορά την αίτηση χρεώνεται τέλος μόνο 20 EUR, βάσει του αριθ. 2111 του πίνακα εξόδων (KV) του νόμου περί δικαστικών εξόδων (Gerichtskostengesetz – GKG). Οι δαπάνες, ιδίως το κόστος επίδοσης της δικαστικής απόφασης, χρεώνονται χωριστά, σύμφωνα με το μέρος 9 του πίνακα εξόδων.

  • γ. Παραλαβή του καταλόγου περιουσιακών στοιχείων:

Ο δικαστικός επιμελητής εισπράττει τέλος ύψους 33 EUR για την παραλαβή του καταλόγου περιουσιακών στοιχείων, βάσει του αριθ. 260 του πίνακα εξόδων του GvKostG.

  • δ. Εκτέλεση επί ακινήτων:

Αναγκαστική εκτέλεση επί ακίνητης περιουσίας του οφειλέτη πραγματοποιείται με την εγγραφή υποθήκης στο αντίστοιχο βιβλίο υποθηκών προς εξασφάλιση της απαίτησης του δανειστή, με αναγκαστικό πλειστηριασμό ή με αναγκαστική διαχείριση του ακινήτου.

Για την εγγραφή υποθήκης στο βιβλίο υποθηκών, επιβάλλεται, σύμφωνα με τον αριθ. 14121 του πίνακα εξόδων (Kostenverzeichnis – KV) του νόμου περί δικαστικών και συμβολαιογραφικών εξόδων (Gerichts- und Notarkostengesetz – GNotKG), τέλος που αντιστοιχεί στο 1% της αξίας της προς εξασφάλιση απαίτησης (άρθρο 53 παράγραφος 1 GNotKG). Στο παράρτημα 1 παρατίθεται πίνακας των τελών για αξίες έως 3 εκατ. EUR.

Τα δικαστικά τέλη για διαδικασίες σύμφωνα με τον νόμο για τον αναγκαστικό πλειστηριασμό και την αναγκαστική διαχείριση καθορίζονται σύμφωνα με το μέρος 2 κεφάλαιο 2 ενότητες 1 και 2 του πίνακα εξόδων του νόμου περί δικαστικών εξόδων (Gerichtskostengesetz – GKG). Για την απόφαση επί αίτησης αναγκαστικού πλειστηριασμού ακινήτου ή αίτησης παρέμβασης στη δίκη επιβάλλεται τέλος ύψους 100 EUR. Επιπλέον, επιβάλλονται ένα γενικό τέλος διαδικασίας, ένα τέλος για τη διενέργεια ενός τουλάχιστον πλειστηριασμού με πρόσκληση υποβολής προσφορών, ένα τέλος για την κατακύρωση του πλειστηριασμού, καθώς και ένα τέλος για τη διανομή του πλειστηριάσματος, τα οποία αντιστοιχούν έκαστο στο 0,5%. Το γενικό τέλος διαδικασίας και το τέλος για τη διενέργεια του πλειστηριασμού καθορίζονται με βάση την αξία του ακινήτου που ορίστηκε από το δικαστήριο της εκτέλεσης (αγοραία αξία, άρθρο 54 παράγραφος 1 του GKG). Τα τέλη για την κατακύρωση του πλειστηριασμού και για τη διανομή του πλειστηριάσματος καθορίζονται με βάση την προσφορά στην οποία πραγματοποιήθηκε η κατακύρωση, χωρίς να συνυπολογίζονται τόκοι, περιλαμβανομένης της αξίας των τυχόν δικαιωμάτων που διατηρούνται σύμφωνα με τους όρους του πλειστηριασμού (άρθρο 54 παράγραφοι 2 και 3 του GKG). Στο παράρτημα 2 παρατίθεται πίνακας των τελών για αξίες έως 500 000 EUR. Επιπλέον των τελών, επιβάλλονται χωριστά τα έξοδα της διαδικασίας, σύμφωνα με το μέρος 9 του πίνακα εξόδων του GKG, ιδίως τα έξοδα πραγματογνωμοσύνης σχετικά με την αγοραία αξία του ακινήτου που είναι καταβλητέα σύμφωνα με τον νόμο περί δικαστικών αμοιβών και αποζημιώσεων (Justizvergütungs- und -entschädigungsgesetz – JVEG) (αριθ. 9005 του πίνακα εξόδων του GKG).

Για την απόφαση επί αίτησης αναγκαστικής διαχείρισης ή αίτησης παρέμβασης στη δίκη επιβάλλεται τέλος ύψους 100 EUR. Επιπλέον, για τη διεξαγωγή της διαχείρισης επιβάλλεται ετήσιο τέλος το οποίο αντιστοιχεί στο 0,5%, με ελάχιστο όριο τα 120 EUR συνολικά και τα 60 EUR για το πρώτο και το τελευταίο ημερολογιακό έτος. Τα τέλη καθορίζονται με βάση τη συνολική αξία των εσόδων από τη διαχείριση (άρθρο 55 GKG).

  • ε. Εκτέλεση για την απόδοση πράγματος, επιβολή μέτρων καταναγκασμού για τον εξαναγκασμό σε πράξη, ανοχή ή παράλειψη:

Σε περίπτωση που ο οφειλέτης υπέχει την υποχρέωση απόδοσης ορισμένου κινητού πράγματος, ο δικαστικός επιμελητής αφαιρεί το πράγμα από τον οφειλέτη και το παραδίδει στον δανειστή. Για την υπηρεσιακή αυτή πράξη ο δικαστικός επιμελητής εισπράττει τέλος ύψους 26 EUR, βάσει του αριθ. 221 του πίνακα εξόδων του νόμου περί εξόδων δικαστικών επιμελητών (GvKostG). Πέραν του τέλους αυτού, σύμφωνα με τον αριθ. 500 του πίνακα εξόδων του GvKostG, επιβάλλεται προσαύξηση, εάν για τη διεκπεραίωση της υπηρεσιακής πράξης χρειάστηκαν περισσότερες από 3 ώρες βάσει της έκθεσης που συντάχθηκε από τον δικαστικό επιμελητή. Η προσαύξηση ανέρχεται σε 20 EUR για κάθε επιπλέον ώρα από το πρώτο λεπτό.

Σε περίπτωση που ο οφειλέτης υπέχει την υποχρέωση απόδοσης ορισμένου ακινήτου, ο δικαστικός επιμελητής αποβάλλει τον οφειλέτη από την κατοχή του ακινήτου και εγκαθιστά σ’ αυτήν τον δανειστή (αναγκαστική έξωση). Σύμφωνα με τον αριθ. 240 του πίνακα εξόδων του GvKostG, το καταβλητέο σχετικά τέλος ανέρχεται σε 98 EUR. Βάσει του αριθ. 500 του πίνακα εξόδων του GvKostG, στην περίπτωση αυτή επίσης επιβάλλεται προσαύξηση ύψους 20 EUR για κάθε επιπλέον ώρα από το πρώτο λεπτό, εάν για τη διεκπεραίωση της υπηρεσιακής πράξης χρειάστηκαν περισσότερες από 3 ώρες. Στα παραπάνω ποσά προστίθενται τα έξοδα που πραγματοποιεί ο δικαστικός επιμελητής, ιδίως για απαραίτητες υπηρεσίες τρίτων (π.χ. έξοδα μεταφοράς, έξοδα κλειδαρά).

Στη διαδικασία ενώπιον του δικαστηρίου για τον εξαναγκασμό του οφειλέτη σε πράξη (είτε αυτή μπορεί να επιχειρηθεί από τρίτο είτε όχι), ανοχή ή παράλειψη ορισμένης πράξης, τα δικαστικά τέλη ανέρχονται εκάστοτε σε 20 EUR, σύμφωνα με τον αριθ. 2111 του πίνακα εξόδων του GKG.

3.2 Οι κύριες προϋποθέσεις

Ο δανειστής πρέπει να διαθέτει εκτελεστό τίτλο που να αποδεικνύει την αξίωσή του. Μπορεί να πρόκειται για τελεσίδικη ή για οριστική απόφαση που έχει κηρυχθεί προσωρινά εκτελεστή (άρθρο 704 ZPO) ή για τίτλο από τους αναφερόμενους στο άρθρο 794 ZPO (π.χ. δικαστικό συμβιβασμό, διαταγή εκτέλεσης ή συμβολαιογραφική πράξη). Ο τίτλος πρέπει κατ’ αρχήν να περιλαμβάνει τον εκτελεστήριο τύπο και να έχει επιδοθεί στον οφειλέτη. Οι διαταγές εκτέλεσης, οι διαταγές δέσμευσης και οι αποφάσεις ασφαλιστικών μέτρων μόνο σε ειδικές περιπτώσεις (άρθρο 796 ZPO, άρθρο 929 παράγραφος 1 ZPO, άρθρο 936 ZPO) χρειάζονται εκτελεστήριο τύπο.

4 Αντικείμενο και φύση των μέτρων εκτέλεσης

4.1 Ποια περιουσιακά στοιχεία μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο εκτέλεσης;

Αντικείμενο αναγκαστικής εκτέλεσης μπορούν να αποτελέσουν κινητά περιουσιακά στοιχεία, απαιτήσεις και άλλα περιουσιακά δικαιώματα, καθώς και ακίνητα του οφειλέτη.

Το άρθρο 811 ZPO αναφέρει ορισμένα ενσώματα αγαθά που δεν υπόκεινται σε κατάσχεση, προκειμένου ο οφειλέτης και τα πρόσωπα του νοικοκυριού του να διατηρήσουν έναν ελάχιστο αριθμό αντικειμένων που είναι απολύτως απαραίτητα για προσωπική χρήση ή για την άσκηση επαγγελματικής δραστηριότητας.

Περιορισμοί κατάσχεσης ισχύουν επίσης όσον αφορά την κατάσχεση των εισοδημάτων του οφειλέτη από εργασία. Τα άρθρα 850 επ. ZPO προβλέπουν ορισμένα ακατάσχετα ποσά, που πρέπει να παραμείνουν στη διάθεση του οφειλέτη για να του εξασφαλίσουν ένα ελάχιστο επίπεδο διαβίωσης. Ο ακατάσχετος λογαριασμός παρέχει προστασία έναντι της κατάσχεσης τραπεζικών καταθέσεων (άρθρο 850k ZPO). Ορισμένα ποσά καταθέσεων στον λογαριασμό αυτόν δεν υπόκεινται σε κατάσχεση (ακατάσχετα ποσά), ανεξάρτητα από την προέλευσή τους.

4.2 Ποια τα αποτελέσματα των μέτρων εκτέλεσης;

  • Για τον οφειλέτη

Η εκτέλεση επί της κινητής περιουσίας του οφειλέτη πραγματοποιείται με την κατάσχεση και ρευστοποίηση των κατασχεμένων αντικειμένων. Οι απαιτήσεις και τα δικαιώματα του οφειλέτη έναντι τρίτων κατάσχονται βάσει απόφασης κατάσχεσης του δικαστηρίου της εκτέλεσης. Σε αμφότερες τις περιπτώσεις, η κατάσχεση αποτελεί πράξη κυριαρχικής εξουσίας, η οποία έχει ως αποτέλεσμα τη στέρηση του κατασχεμένου αντικειμένου από τον οφειλέτη. Η κατάσχεση έχει ως συνέπεια, μεταξύ άλλων, ότι ο οφειλέτης στερείται την εξουσία διάθεσης του αντικειμένου.

  • Για τους τρίτους

Αν ο δικαστικός επιμελητής έχει κατασχέσει κινητό πράγμα που ανήκει σε τρίτο και όχι στον οφειλέτη, ο τρίτος μπορεί να αμυνθεί έναντι της κατάσχεσης του πράγματος με τη λεγόμενη τριτανακοπή.

Στην περίπτωση κατάσχεσης και εκχώρησης απαίτησης του οφειλέτη κατά τρίτου, ο τρίτος δεν μπορεί πλέον να καταβάλει στον οφειλέτη για να απαλλαγεί από την οφειλή του, ο τρίτος μπορεί να την καταβάλει μόνο στον δανειστή στον οποίο αυτή έχει εκχωρηθεί προς είσπραξη. Αν ο τρίτος δεν εκπληρώσει αυτή την υποχρέωση, μπορεί, υπό προϋποθέσεις, να ευθύνεται σε αποζημίωση.

4.3 Ποια η ισχύς αυτών των μέτρων;

Οι βεβαιωμένες με τελεσίδικη απόφαση αξιώσεις, καθώς και οι αξιώσεις που απορρέουν από εκτελεστό συμβιβασμό ή εκτελεστό έγγραφο παραγράφονται ύστερα από 30 έτη, σύμφωνα με το άρθρο 197 του Αστικού Κώδικα (Bürgerliches Gesetzbuch – BGB). Εντός της περιόδου αυτής, ο δανειστής μπορεί οποτεδήποτε να επισπεύσει μέτρα αναγκαστικής εκτέλεσης.

5 Υπάρχει δυνατότητα προσφυγής κατά της απόφασης που διατάσσει ένα τέτοιο μέτρο;

Η γερμανική νομοθεσία δεν προβλέπει ειδική διαδικασία έγκρισης της εκτέλεσης.

Στο πλαίσιο της διαδικασίας εκτέλεσης, ο οφειλέτης μπορεί να προσβάλει τα εναντίον του μέτρα. Για παράδειγμα, διαθέτει τη δυνατότητα άσκησης του ένδικου βοηθήματος της ανακοπής κατά του τρόπου αναγκαστικής εκτέλεσης. Περαιτέρω, ο οφειλέτης διαθέτει τη δυνατότητα να προσβάλει με άμεση προσφυγή τις αποφάσεις που έχουν εκδοθεί στη διαδικασία χωρίς προφορική συζήτηση. Η προσφυγή αυτή ασκείται εντός προθεσμίας δύο εβδομάδων στο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση ή στο πρωτοδικείο (Landgericht) ως δικαστήριο της προσφυγής.

Η άσκηση ένδικου βοηθήματος δεν έχει κατ’ αρχήν καμία επίδραση στη συνέχιση της κινηθείσας διαδικασίας αναγκαστικής εκτέλεσης, δηλαδή δεν έχει ανασταλτικό αποτέλεσμα.

6 Υπάρχουν περιορισμοί στην εκτέλεση, ιδίως όσον αφορά την προστασία του οφειλέτη ή τις προθεσμίες;

Βλ. παραπάνω το σημείο 4.

Παράρτημα 1

Εμπορική αξία
Έως ... EUR

Τέλος
Πίνακας Β
... EUR

Εμπορική αξία
Έως ... EUR

Τέλος
Πίνακας Β
... EUR

Εμπορική αξία
Έως ... EUR

Τέλος
Πίνακας Β
... EUR

500

15,00

200 000

435,00

1 550 000

2 615,00

1 000

19,00

230 000

485,00

1 600 000

2 695,00

1 500

23,00

260 000

535,00

1 650 000

2 775,00

2 000

27,00

290 000

585,00

1 700 000

2 855,00

3 000

33,00

320 000

635,00

1 750 000

2 935,00

4 000

39,00

350 000

685,00

1 800 000

3 015,00

5 000

45,00

380 000

735,00

1 850 000

3 095,00

6 000

51,00

410 000

785,00

1 900 000

3 175,00

7 000

57,00

440 000

835,00

1 950 000

3 255,00

8 000

63,00

470 000

885,00

2 000 000

3 335,00

9 000

69,00

500 000

935,00

2 050 000

3 415,00

10 000

75,00

550 000

1 015,00

2 100 000

3 495,00

13 000

83,00

600 000

1 095,00

2 150 000

3 575,00.

16 000

91,00

650 000

1 175,00

2 200 000

3 655,00

19 000

99,00

700 000

1 255,00

2 250 000

3 735,00

22 000

107,00

750 000

1 335,00

2 300 000

3 815,00

25 000

115,00

800 000

1 415,00

2 350 000

3 895,00

30 000

125,00

850 000

1 495,00

2 400 000

3 975,00

35 000

135,00

900 000

1 575,00

2 450 000

4 055,00

40 000

145,00

950 000

1 655,00

2 500 000

4 135,00

45 000

155,00

1 000 000

1 735,00

2 550 000

4 215,00

50 000

165,00

1 050 000

1 815,00

2 600 000

4 295,00

65 000

192,00

1 100 000

1 895,00

2 650 000

4 375,00

80 000

219,00

1 150 000

1 975,00

2 700 000

4 455,00

95 000

246,00

1 200 000

2 055,00

2 750 000

4 535,00

110 000

273,00

1 250 000

2 135,00

2 800 000

4 615,00

125 000

300,00

1 300 000

2 215,00

2 850 000

4 695,00

140 000

327,00

1 350 000

2 295,00

2 900 000

4 775,00

155 000

354,00

1 400 000

2 375,00

2 950 000

4 855,00

170 000

381,00

1 450 000

2 455,00

3 000 000.

4 935,00

185 000

408,00

1 500 000

2 535,00



Παράρτημα 2

Αξία της διαφοράς
Έως ... EUR

Τέλος
... EUR

Αξία της διαφοράς
Έως ... EUR

Τέλος
... €

500

35,00

50 000

546,00

1 000

53,00

65 000

666,00

1 500

71,00

80 000

786,00

2 000

89,00

95 000

906,00

3 000

108,00

110 000

1 026,00

4 000

127,00

125 000

1 146,00

5 000

146,00

140 000

1 266,00

6 000

165,00

155 000

1 386,00

7 000

184,00

170 000

1 506,00

8 000

203,00

185 000

1 626,00

9 000

222,00

200 000

1 746,00

10 000

241,00

230 000

1 925,00

13 000

267,00

260 000

2 104,00

16 000

293,00

290 000

2 283,00

19 000

319,00

320 000

2 462,00

22 000

345,00

350 000

2 641,00

25 000

371,00

380 000

2 820,00

30 000

406,00

410 000

2 999,00

35 000

441,00

440 000

3 178,00

40 000

476,00

470 000

3 357,00

45 000

511,00

500 000

3 536,00


Την έκδοση αυτής της σελίδας στην εθνική γλώσσα διαχειρίζεται ο αντίστοιχος αρμόδιος επαφής του ΕΔΔ. Οι μεταφράσεις έχουν γίνει από την αρμόδια υπηρεσία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Οι τυχόν αλλαγές που επιφέρει η αρμόδια εθνική αρχή στο πρωτότυπο ενδέχεται να μην έχουν περιληφθεί ακόμα στις μεταφράσεις. Η Επιτροπή και το Ευρωπαϊκό Δικαστικό Δίκτυο δεν αναλαμβάνουν καμία απολύτως ευθύνη όσον αφορά πληροφορίες ή δεδομένα που περιέχονται ή αναφέρονται στο παρόν έγγραφο. Βλ. την ανακοίνωση νομικού περιεχομένου για τους κανόνες πνευματικής ιδιοκτησίας που ισχύουν στο κράτος μέλος που είναι αρμόδιο για την παρούσα σελίδα.

Τελευταία επικαιροποίηση: 25/01/2018

Διαδικασίες για την εφαρμογή δικαστικών αποφάσεων - Ιρλανδία


1 Ποια η έννοια της εκτέλεσης στις αστικές και εμπορικές υποθέσεις;

Στην Ιρλανδία δεν υφίσταται ακριβής ορισμός για την έννοια της εκτέλεσης. Από πρακτική άποψη, εκτέλεση είναι η πράξη της εφαρμογής μιας δικαστικής απόφασης ή διαταγής. Η εν λόγω πράξη εκτέλεσης επικυρώνεται συνήθως από το δικαστήριο πριν τεθεί σε εφαρμογή.

Τα συνηθέστερα μέσα εκτέλεσης αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις στην Ιρλανδία είναι τα ακόλουθα:

Αναγκαστική κατάσχεση

Το μέτρο αυτό περιλαμβάνει την κατάσχεση των περιουσιακών στοιχείων του καθ' ου η εκτέλεση οφειλέτη. Το δικαστήριο εκδίδει διαταγή κατόπιν αιτήματος του υπέρ ου η εκτέλεση δανειστή, διατάσσοντας τον αρμόδιο δημόσιο λειτουργό (county registrar ή sheriff στην περίπτωση του Δουβλίνου ή του Κορκ) να κατάσχει περιουσιακά στοιχεία μέχρι της αξίας της επιδικασθείσας οφειλής (συμπεριλαμβανομένων τυχόν δικαστικών εξόδων). Τα εν λόγω περιουσιακά στοιχεία μπορούν στη συνέχεια να πωληθούν προκειμένου να εξοφληθεί η οφειλή.

Καταχώριση

Η έκδοση της απόφασης δημοσιοποιείται με την καταχώρισή της στο μητρώο αποφάσεων (register of judgments) του ανώτερου δικαστηρίου (High Court). Το εν λόγω μητρώο περιέχει κάθε απόφαση της οποίας η καταχώρηση ζητήθηκε από τον δανειστή, ανεξαρτήτως του εάν εκδόθηκε από το περιφερειακό δικαστήριο (District Court), το κομητειακό δικαστήριο (Circuit Court) ή το ανώτερο δικαστήριο (High Court). Το όνομα και η διεύθυνση του οφειλέτη καθώς και λεπτομέρειες της απόφασης δημοσιεύονται σε ορισμένες εφημερίδες και εμπορικά έντυπα, όπως π.χ. το Stubbs Gazette. Επιπλέον, οι πληροφορίες αυτές καταγράφονται και από πιστωτικά ιδρύματα και η μη εκτέλεση απόφασης ενδέχεται να επηρεάσει την πρόσβαση του οφειλέτη σε χρηματοδότηση.

Ένορκη βεβαίωση για την εγγραφή υποθήκης δυνάμει δικαστικής απόφασης

Ο δανειστής μπορεί να καταρτίσει ένορκη βεβαίωση σχετικά με την έκδοση της απόφασης και στη συνέχεια, με την έγκριση του αρμόδιου δικαστηρίου, εγγράφεται υποθήκη δυνάμει της απόφασης (judgment mortgage) επί των περιουσιακών στοιχείων του οφειλέτη. Τα έσοδα από την πώληση των περιουσιακών στοιχείων, ανάλογα με την προτεραιότητα άλλων υποθηκών, πρέπει να διατεθούν για την εξόφληση της οφειλής πριν καταβληθούν στον οφειλέτη. Είναι επίσης δυνατό να ζητηθεί η έκδοση διαταγής κατάσχεσης και διαταγής αναγκαστικής πώλησης των περιουσιακών στοιχείων.

Διαταγές πληρωμής σε δόσεις / Διαταγές προσωπικής κράτησης

Σύμφωνα με τους νόμους για την εκτέλεση δικαστικών διαταγών (Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροEnforcement of Court Orders Acts 1926 to 2009), μπορεί να υποβληθεί αίτηση στο περιφερειακό δικαστήριο (District Court) για την έκδοση διαταγής πληρωμής με δόσεις του επιδικασθέντος με την απόφαση ποσού. Ο δικαστής λαμβάνει υπόψη την οικονομική κατάσταση του οφειλέτη και αποφασίζει το ύψος της καταβλητέας δόσης. Διαταγή προσωπικής κράτησης μπορεί να εκδοθεί μόνο σε βάρος φυσικών και όχι νομικών προσώπων, δηλαδή εταιρειών. Σε περίπτωση μη πληρωμής σε συμμόρφωση με διαταγή πληρωμής σε δόσεις, μπορεί να ζητηθεί η έκδοση διαταγής προσωπικής κράτησης. Ουσιαστικά, αυτό σημαίνει ότι εάν έχετε την οικονομική δυνατότητα να πληρώσετε αλλά αρνηθείτε, ενδέχεται να οδηγηθείτε στη φυλακή.

Κατάσχεση μισθού

Ο δανειστής μπορεί να ζητήσει την έκδοση διαταγής για την παρακράτηση ποσών απευθείας από τα ημερομίσθια/τον μισθό του οφειλέτη. Ως αποτέλεσμα, η πληρωμή πραγματοποιείται από τον εργοδότη του οφειλέτη απευθείας στον δανειστή.

Διαταγή κατάσχεσης στα χέρια τρίτου

Όταν ο δανειστής γνωρίζει ότι υφίσταται χρέος τρίτου προς τον οφειλέτη, μπορεί να ζητήσει από το δικαστήριο την έκδοση διαταγής με την οποία ο τρίτος προσκαλείται να καταβάλει συγκεκριμένο ποσό απευθείας στον δανειστή. Η έκδοση της διαταγής εναπόκειται στη διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου.

Ορισμός διαχειριστή για τη διασφάλιση της ικανοποίησης του δανειστή (Receiver by Equitable Execution)

Το μέτρο αυτό συνίσταται στο διορισμό από το δικαστήριο διαχειριστή, ο οποίος διασφαλίζει, παραδείγματος χάριν, ότι τα έσοδα από την πώληση περιουσιακού στοιχείου από τον οφειλέτη θα διατεθούν για την εξόφληση της οφειλής. Η απόφαση για τον ορισμό διαχειριστή εναπόκειται στη διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου.

Πρέπει να σημειωθεί ότι τα μέσα με τα οποία επιδιώκεται η εκτέλεση απόφασης είναι θέμα που αφορά τον δανειστή και τους νομικούς συμβούλους. Η ιρλανδική δικαστική υπηρεσία (Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροCourt Service) δεν προτείνει την ανάληψη καμίας συγκεκριμένης ενέργειας. Ο κατάλογος δεν είναι εξαντλητικός και σκοπός του είναι να περιγραφούν σε γενικές γραμμές οι διαδικασίες που χρησιμοποιούνται συχνότερα στην Ιρλανδία.

2 Ποια αρχή ή ποιες αρχές είναι αρμόδιες για την εκτέλεση;

Για την εκτέλεση απόφασης εθνικού δικαστηρίου απαιτείται συνήθως η έγκριση του δικαστηρίου που την εξέδωσε (βλέπε ανωτέρω). Σε ορισμένες περιπτώσεις, όπως π.χ. στην αναγκαστική κατάσχεση και στην καταχώριση της απόφασης, δεν απαιτείται η υποβολή αίτησης στο δικαστήριο και η αίτηση εκτέλεσης μπορεί να υποβληθεί στη γραμματεία του αρμόδιου δικαστηρίου.

Σε ό,τι αφορά αποφάσεις από άλλα κράτη μέλη της ΕΕ, αρμόδιο είναι το ανώτερο δικαστήριο (High Court). Ωστόσο, αν πρόκειται για περιοδική πληρωμή διατροφής που έχει πιστοποιηθεί ως ευρωπαϊκός εκτελεστός τίτλος σε άλλο κράτος μέλος της ΕΕ, αρμόδιο είναι το περιφερειακό δικαστήριο (District Court).

3 Ποιες οι προϋποθέσεις υπό τις οποίες μπορεί να εκδοθεί ένας εκτελεστός τίτλος ή μια απόφαση;

3.1 διαδικασία

Οι δικαστικές αποφάσεις και ορισμένες μη δικαστικές αποφάσεις είναι εκτελεστές. Σε αυτές περιλαμβάνονται τόσο οι δικαστικές διαταγές όσο και οι αποφάσεις που εκδίδονται με συνοπτικές διαδικασίες και καταχωρίζονται από τον γραμματέα (registar) στο ανώτερο δικαστήριο (High Court) ή από τον κομητειακό γραμματέα (country registar) στο κομητειακό δικαστήριο (Circuit Court).

Για την εκτέλεση της απόφασης απαιτείται συνήθως η έγκριση του δικαστηρίου που την εξέδωσε. Ωστόσο, σε ορισμένες περιπτώσεις, όπως π.χ. στην αναγκαστική κατάσχεση και στην καταχώριση απόφασης, δεν απαιτείται η υποβολή αίτησης στο δικαστήριο. Η έγκριση μπορεί να δοθεί από τη γραμματεία του αρμόδιου δικαστηρίου.

Σε ό,τι αφορά αποφάσεις άλλων έννομων τάξεων οι οποίες είναι εκτελεστές βάσει κανονισμών της ΕΕ, αρμόδιο είναι το ανώτερο δικαστήριο (ή αν πρόκειται για περιοδική πληρωμή διατροφής που έχει πιστοποιηθεί ως ευρωπαϊκός εκτελεστός τίτλος, αρμόδιο είναι το περιφερειακό δικαστήριο). Τα καθήκοντα σε σχέση με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 44/2001 (όπως αντικαταστάθηκε από τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 1215/2012 ο οποίος ισχύει για τους δικαστικούς συμβιβασμούς που εγκρίνονται ή συνάπτονται από τις 10 Ιανουαρίου 2015 και μετά) έχουν ανατεθεί στον αρμόδιο δικαστικό λειτουργό του ανώτερου δικαστηρίου (Master of the High Court), και με την υποβολή σχετικής αίτησης σε δημόσια συνεδρίαση μια απόφαση μπορεί να κηρυχθεί εκτελεστή στην Ιρλανδία και στη συνέχεια να εκδοθεί διαταγή για την εκτέλεσή της.

Απόφαση που έχει πιστοποιηθεί ως ευρωπαϊκός εκτελεστός τίτλος, ο οποίος έχει εκδοθεί βάσει του κανονισμού (ΕΚ) 805/2004, αναγνωρίζεται ως απόφαση του ανώτερου δικαστηρίου, έχει τα ίδιο αποτελέσματα με αυτήν και εκτελείται ανάλογα. Αρμόδιο για την εκτέλεση απόφασης περί περιοδικής πληρωμής διατροφής που έχει πιστοποιηθεί ως ευρωπαϊκός εκτελεστός τίτλος είναι το περιφερειακό δικαστήριο. Οι εθνικές ρυθμίσεις που διέπουν την εν λόγω διαδικασία περιλαμβάνονται στο νομοθετικό διάταγμα S.Ι. 274 του 2011.

Αν πρόκειται για απόφαση που αφορά μη αμφισβητούμενη αξίωση και πρέπει να εκτελεστεί σε άλλο κράτος μέλος της ΕΕ, το δικαστήριο που εξέδωσε την απόφαση είναι αρμόδιο για τις αιτήσεις που συνδέονται με την εκτέλεσή της σύμφωνα με τον κανονισμό 805/2004 για τη θέσπιση του ευρωπαϊκού εκτελεστού τίτλου.

Η αίτηση για την εκτέλεση απόφασης υποβάλλεται συνήθως στο δικαστήριο (ή στη γραμματεία του δικαστηρίου) από δικηγόρο, μολονότι δεν είναι απαραίτητο για τον δανειστή να διαθέτει νομική εκπροσώπηση. Όλες οι αιτήσεις πρέπει να υποβάλλονται αυτοπροσώπως και δεν επιτρέπεται η υποβολή τους μέσω ταχυδρομείου. Ορισμένες αιτήσεις που υποβάλλονται σε γραμματείες των δικαστηρίων μπορούν να αποστέλλονται ταχυδρομικά, όπως π.χ. οι αιτήσεις για την εκτέλεση, την καταχώριση και την έγκριση δικαστικής απόφασης με σκοπό την κατάρτιση ένορκης βεβαίωσης για την εγγραφή υποθήκης δυνάμει δικαστικής απόφασης . Συμβουλές όσον αφορά τις πρακτικές λεπτομέρειες και τη διαδικασία παρέχει το τμήμα αποφάσεων (Judgments Section) του ανώτερου δικαστηρίου στη διεύθυνση HighCourtCentralOffice@Courts.ie.

Τα έξοδα (τέλη) που επιβάλλει η υπηρεσία Court Service είναι πολύ χαμηλά και μπορούν να αναζητηθούν στην ενότητα Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροFees Orders του ιστοτόπου της δικαστικής υπηρεσίας (Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροCourts Service). Τα έξοδα που ενδέχεται να προκύψουν λόγω της ανάθεσης εντολής σε δικηγόρο είναι ζήτημα που αφορά τον δανειστή και τον νόμιμο εκπρόσωπό του. Το δικαστήριο ενδέχεται να επιδικάσει σε διάδικο το σύνολο ή μέρος των εξόδων που προκύπτουν στο πλαίσιο της διαδικασίας εκτέλεσης

3.2 Οι κύριες προϋποθέσεις

Στο άρθρο 15 του νόμου του 1926 για την εκτέλεση των δικαστικών διαταγών (Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροEnforcement of Court Orders Act 1926 (όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 1 του δεύτερου νόμου περί δικαστηρίων του 1986 [Courts (No. 2) Act 1986]) προβλέπεται ότι όταν υπάρχει οφειλή βάσει διαταγής ή απόφασης, ο δανειστής μπορεί να ζητήσει από το περιφερειακό δικαστήριο την κλήτευση του οφειλέτη προκειμένου να εξετασθεί η οικονομική του κατάσταση από τον δικαστή του περιφερειακού δικαστηρίου. Η αίτηση για την έκδοση διαταγής εκτέλεσης πρέπει να υποβληθεί εντός έξι ετών από την ημερομηνία της δικαστικής διαταγής ή εντολής. Ο δανειστής πρέπει να υποβάλει στοιχεία που να αποδεικνύουν την αρχική οφειλή και ο οφειλέτης πρέπει να συμπληρώσει δήλωση περιουσιακής κατάστασης. Το άρθρο 16 του νόμου του 1926, όπως τροποποιήθηκε από το άρθρο 9 του νόμου του 1986, επιτρέπει την προσκόμιση αποδεικτικών στοιχείων και την αντεξέταση του οφειλέτη ή του δανειστή. Μια διαταγή εκτέλεσης μπορεί να παραμείνει σε ισχύ για δώδεκα έτη από την ημερομηνία της σχετικής εντολής ή διαταγής.

4 Αντικείμενο και φύση των μέτρων εκτέλεσης

4.1 Ποια περιουσιακά στοιχεία μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο εκτέλεσης;

Το αντικείμενο της εκτέλεσης μπορεί να είναι περιουσιακά στοιχεία κάθε είδους, με εξαίρεση τα αναλώσιμα αγαθά ή τα αγαθά που είναι στην κατοχή του οφειλέτη για πώληση επί παρακαταθήκη.

4.2 Ποια τα αποτελέσματα των μέτρων εκτέλεσης;

Το μέρος που δεν συμμορφώνεται με δικαστική διαταγή ενδέχεται να υποστεί κυρώσεις για απείθεια. Οι ποινές που μπορεί να επιβάλει ένα δικαστήριο περιλαμβάνουν πρόστιμα ή φυλάκιση για όσο διαρκεί η απείθεια. Ως εκ τούτου, δεν τίθεται χρονικό όριο στη διάρκεια της ποινής φυλάκισης. Το ίδιο ισχύει και για κάθε τρίτο ο οποίος παραβιάζει τους όρους δικαστικής διαταγής.

Πρέπει να σημειωθεί ότι, σύμφωνα με το άρθρο 20 του νόμου του 1926 για την εκτέλεση των δικαστικών διαταγών (Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροEnforcement of Court Orders Act 1926), η φυλάκιση οφειλέτη λόγω μη συμμόρφωσης με διαταγή πληρωμής σε δόσεις δεν συνιστά εξόφληση ή απόσβεση της οφειλής ή μέρος αυτού και δεν εμποδίζει τον δανειστή να καταφύγει σε άλλα μέσα για την είσπραξη της οφειλής.

Οι τράπεζες και τα άλλα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα έχουν τις ίδιες υποχρεώσεις με τα άλλα μέρη όσον αφορά τη συμμόρφωση με τις δικαστικές διαταγές. Όταν συντρέχουν περιστάσεις που δεν καλύπτονται ρητά από τη δικαστική διαταγή, θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη η νομοθεσία και οι κανονισμοί οι οποίοι διέπουν τις πληροφορίες προσωπικού χαρακτήρα που βρίσκονται στη διάθεση του σχετικού ιδρύματος (όπως π.χ. ο νόμος του 1998 για την προστασία των προσωπικών δεδομένων (Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροData Protection Act 1988)).

4.3 Ποια η ισχύς αυτών των μέτρων;

Ορισμένες διαταγές ορίζουν πάντα την προθεσμία εντός της οποίας το ενεχόμενο μέρος πρέπει να συμμορφωθεί με τους όρους της, μολονότι αυτό δεν συμβαίνει πάντα. Μια δικαστική απόφαση ισχύει για δώδεκα έτη, μολονότι η διάρκεια ισχύος ορισμένων μέτρων εκτέλεσης καθορίζεται συχνά στον κανονισμό διαδικασίας των δικαστηρίων ή στη νομοθεσία. Ενδεικτικά, αναφέρεται ότι μια διαταγή εκτέλεσης του ανώτερου δικαστηρίου ισχύει για ένα έτος μετά την έκδοσή της. Μετά την παρέλευση του συγκεκριμένου διαστήματος απαιτείται νέα διαταγή εκτέλεσης.

5 Υπάρχει δυνατότητα προσφυγής κατά της απόφασης που διατάσσει ένα τέτοιο μέτρο;

Το ένδικο μέσο δεν στρέφεται συνήθως κατά του μέτρου εκτέλεσης, όπως αυτό έχει εγκριθεί από τη γραμματεία του δικαστηρίου, αλλά κατά της απόφασης επί της ουσίας ή της διαταγής στην οποία βασίζεται το μέτρο. Το θιγόμενο μέρος μπορεί να προσφύγει στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο για την ακύρωση της απόφασης ή της διαταγής. Οι προθεσμίες για την άσκηση ένδικων μέσων διαφέρουν και έχουν ως εξής:

  • στο κομητειακό δικαστήριο κατά απόφασης ή διαταγής του περιφερειακού δικαστηρίου: 14 ημέρες από την απόφαση ή τη διαταγή
  • στο ανώτερο δικαστήριο κατά διαταγής του κομητειακού δικαστηρίου: 10 ημέρες από την ημερομηνία της διαταγής
  • στο ανώτερο δικαστήριο κατά διαταγής του Master’s Court: 6 ημέρες από την ημερομηνία θέσης σε ισχύ της διαταγής ή, αν η διαταγή εκδόθηκε χωρίς ειδοποίηση της άλλης πλευράς (ex parte), 6 ημέρες από την κοινοποίηση της εν λόγω διαταγής ή, αν η διαταγή δεν έγινε αποδεκτή, 6 ημέρες από την ημερομηνία της μη αποδοχής της (ένας μήνας από την κοινοποίηση ή επίδοση της διαταγής σε περίπτωση εκτέλεσης αλλοδαπής απόφασης δυνάμει του κανονισμού 44/2001)
  • στο εφετείο (Court of Appeal) κατά διαταγής του ανώτερου δικαστηρίου: είτε 10 είτε 28 ημέρες από την ημερομηνία θέσης σε ισχύ της διαταγής, ανάλογα με το είδος της υπόθεσης
  • στο ανώτατο δικαστήριο (Supreme Court) κατά διαταγής του ανώτερου δικαστηρίου ή του εφετείου: 28 ημέρες από την ημερομηνία θέσης σε ισχύ της διαταγής

6 Υπάρχουν περιορισμοί στην εκτέλεση, ιδίως όσον αφορά την προστασία του οφειλέτη ή τις προθεσμίες;

Μια απόφαση ισχύει για 12 έτη και καμία διαδικασία δεν μπορεί να κινηθεί βάσει της απόφασης μετά την πάροδο 12 ετών από την ημερομηνία κατά την οποία αυτή τέθηκε σε ισχύ. Επιπλέον, η διάρκεια ισχύος ορισμένων μέτρων εκτέλεσης καθορίζεται συχνά στον κανονισμό διαδικασίας των δικαστηρίων ή στη νομοθεσία. Ενδεικτικά, αναφέρεται ότι μια διαταγή εκτέλεσης του ανώτερου δικαστηρίου ισχύει για ένα έτος μετά την έκδοσή της. Μετά την παρέλευση του συγκεκριμένου διαστήματος απαιτείται νέα διαταγή εκτέλεσης. Ένα ακόμα σχετικό παράδειγμα είναι ότι απαιτείται δικαστική έγκριση για την έκδοση διαταγής εκτέλεσης του ανώτερου δικαστηρίου όταν έχει παρέλθει διάστημα μεγαλύτερο των έξι ετών από την έκδοση της εκτελεστής δικαστικής διαταγής.


Την έκδοση αυτής της σελίδας στην εθνική γλώσσα διαχειρίζεται ο αντίστοιχος αρμόδιος επαφής του ΕΔΔ. Οι μεταφράσεις έχουν γίνει από την αρμόδια υπηρεσία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Οι τυχόν αλλαγές που επιφέρει η αρμόδια εθνική αρχή στο πρωτότυπο ενδέχεται να μην έχουν περιληφθεί ακόμα στις μεταφράσεις. Η Επιτροπή και το Ευρωπαϊκό Δικαστικό Δίκτυο δεν αναλαμβάνουν καμία απολύτως ευθύνη όσον αφορά πληροφορίες ή δεδομένα που περιέχονται ή αναφέρονται στο παρόν έγγραφο. Βλ. την ανακοίνωση νομικού περιεχομένου για τους κανόνες πνευματικής ιδιοκτησίας που ισχύουν στο κράτος μέλος που είναι αρμόδιο για την παρούσα σελίδα.

Τελευταία επικαιροποίηση: 09/08/2017

Διαδικασίες για την εφαρμογή δικαστικών αποφάσεων - Ελλάδα


1 Ποια η έννοια της εκτέλεσης στις αστικές και εμπορικές υποθέσεις;

Αναγκαστική εκτέλεση είναι η με τη συνδρομή των αρμοδίων κρατικών οργάνων αναγκαστική πραγμάτωση της ουσιαστικής αξίωσης, που είναι ενσωματωμένη σε εκτελεστό τίτλο. Μέσα της αναγκαστικής εκτέλεσης είναι:

  • η αφαίρεση κινητού πράγματος με τη χρήση βίας
  • η αποβολή από το ακίνητο με χρήση βίας
  • η κατάσχεση
  • η προσωπική κράτηση
  • η χρηματική ποινή
  • η αναγκαστική διαχείριση
  • ο βεβαιωτικός όρκος.

2 Ποια αρχή ή ποιες αρχές είναι αρμόδιες για την εκτέλεση;

Κατά τα οριζόμενα στον [νέο] Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (άρθρα 927 έως 931 ΚΠολΔ), η αναγκαστική εκτέλεση γίνεται με επιμέλεια εκείνου που έχει δικαίωμα να την ενεργήσει, ο οποίος δίνει, επάνω στο Απόγραφο, τη σχετική εντολή σε ορισμένο δικαστικό επιμελητή και ορίζει τον τρόπο και αν είναι δυνατό και τα αντικείμενα επάνω στα οποία θα γίνει η εκτέλεση. Αν πρόκειται για κατάσχεση, ορίζει ως υπάλληλο του πλειστηριασμού ένα συμβολαιογράφο της περιφέρειας του τόπου όπου θα γίνει η κατάσχεση. Η εντολή πρέπει να χρονολογείται και να υπογράφεται από το δικαιούχο ή τον πληρεξούσιό του. Η εντολή δίνει την εξουσία να ενεργηθούν όλες οι πράξεις της εκτέλεσης, εκτός αν ορίζεται διαφορετικά σ` αυτήν.

Ο δικαστικός επιμελητής στον οποίο παραδόθηκε το Απόγραφο με εντολή να ενεργήσει την εκτέλεση, έχει την εξουσία να δέχεται καταβολή και να δίνει γραπτή εξοφλητική Απόδειξη, παραδίνοντας συνάμα και το Απόγραφο, αν η παροχή εκπληρώθηκε εντελώς. Μπορεί να δεχτεί και μερική καταβολή για την οποία δίνει Απόδειξη και την αναφέρει επάνω στο Απόγραφο. Η μερική καταβολή δεν εμποδίζει την πρόοδο της εκτέλεσης.

Ο δικαστικός επιμελητής έχει την εξουσία, εφόσον το απαιτεί ο σκοπός της αναγκαστικής εκτέλεσης, να εισέρχεται στην κατοικία ή και σε κάθε άλλο χώρο που βρίσκεται στην κατοχή εκείνου κατά του οποίου στρέφεται η εκτέλεση, να ανοίγει τις πόρτες και να κάνει έρευνες, καθώς και να ανοίγει κλειστά έπιπλα, σκεύη ή δοχεία. Ο δικαστικός επιμελητής μπορεί να ζητεί τη βοήθεια της αρχής που είναι αρμόδια για την τήρηση της τάξης (συνήθως η Αστυνομία), η οποία οφείλει να παρέχει τη συνδρομή της.

Αν κατά την αναγκαστική εκτέλεση προβληθεί αντίσταση, ο δικαστικός επιμελητής μπορεί να χρησιμοποιήσει βία για να αποκρούσει την αντίσταση, καλώντας συνάμα γι` αυτό την αρχή που είναι αρμόδια για την τήρηση της τάξης (συνήθως η Αστυνομία).

Ο δικαστικός επιμελητής συντάσσει έκθεση για κάθε πράξη της εκτελεστικής διαδικασίας. Αν  η  αναγκαστική  εκτέλεση  δεν  πραγματώθηκε,  ο  δικαστικός  επιμελητής συντάσσει σχετική  έκθεση  στην  οποία  αναφέρει  και  τους  λόγους. Για κάθε αξιόποινη πράξη που γίνεται κατά την αναγκαστική εκτέλεση ο δικαστικός επιμελητής οφείλει να συντάξει έκθεση και να την υποβάλει στον αρμόδιο εισαγγελέα.

 

3 Ποιες οι προϋποθέσεις υπό τις οποίες μπορεί να εκδοθεί ένας εκτελεστός τίτλος ή μια απόφαση;

Εκτελεστός τίτλος είναι το δημόσιο έγγραφο, που πιστοποιεί αξίωση και παρέχει τη δυνατότητα στο φερόμενο ως δικαιούχο αυτής να ζητήσει τη συμμόρφωση του υπόχρεου προς το περιεχόμενό της με αναγκαστική εκτέλεση. Αναγκαία στοιχεία είναι το υποστατό του τίτλου και η βασιμότητα της αξίωσης.

3.1 Η διαδικασία

Η αναγκαστική εκτέλεση αποτελεί απονομή δικαιοσύνης και όχι άσκηση διοικήσεως, αποβλέποντας στην παροχή έννομης προστασίας. Κάθε αίτηση, που απευθύνεται στα όργανα αυτής και κάθε πράξη εκτέλεσης, που επιχειρείται, είναι διαδικαστική πράξη. Προϋποθέσεις της αναγκαστικής εκτέλεσης είναι:

  • η δικαιοδοσία και η αρμοδιότητα των οργάνων της εκτέλεσης
  • η ικανότητα διαδίκου
  • η ικανότητα δικαστικής παράστασης
  • η ικανότητα προς το δικολογείν
  • η ύπαρξη έννομου συμφέροντος
  • η νομιμοποίηση
  • η ύπαρξη τίτλου εκτελεστού
  • η ύπαρξη αξίωσης, που μπορεί να ικανοποιηθεί με αναγκαστική εκτέλεση

Εκτελεστές είναι τόσο δικαστικές όσο και μη δικαστικές αποφάσεις, χωρίς να είναι πάντοτε απαραίτητη η αίτηση δικαστικής παραγγελίας, που να εγκρίνει την εκτέλεση. Εκτελεστοί τίτλοι είναι:

  • οι τελεσίδικες δικαστικές αποφάσεις των ημεδαπών δικαστηρίων
  • οι αποφάσεις των ημεδαπών δικαστηρίων, που κηρύσσονται προσωρινά εκτελεστές
  • οι διαιτητικές αποφάσεις
  • τα πρακτικά των ημεδαπών δικαστηρίων, που περιέχουν συμβιβασμό ή προσδιορισμό δικαστικών εξόδων
  • τα συμβολαιογραφικά έγγραφα
  • οι διαταγές πληρωμής, που εκδίδονται από ημεδαπούς δικαστές
  • οι διαταγές απόδοσης της χρήσης μισθίου ακινήτου
  • οι αλλοδαποί τίτλοι, που κηρύσσονται εκτελεστοί
  • οι διαταγές και οι πράξεις, που κηρύσσονται από το νόμο ως τίτλοι εκτελεστοί

Τα όργανα της αναγκαστικής εκτέλεσης διακρίνονται σε άμεσα και έμμεσα. Άμεσα όργανα, που διορίζονται από τον επισπεύδοντα δανειστή, είναι α) ο δικαστικός επιμελητής, που είναι άμισθος δημόσιος λειτουργός αρμόδιος να προβαίνει στην κατάσχεση κινητών στα χέρια του οφειλέτη, στην κατάσχεση ακινήτων, πλοίων ή αεροσκαφών του οφειλέτη, σε άμεση εκτέλεση, σε σύλληψη του οφειλέτη, όταν κατ’αυτού έχει διαταχθεί προσωπική κράτηση, και σε προετοιμασία του πλειστηριασμού, β) ο συμβολαιογράφος ή ο ειρηνοδίκης, που τον αναπληρώνει, οι οποίοι είναι αρμόδιοι για τη διεξαγωγή του εκούσιου ή αναγκαστικού πλειστηριασμού των κατασχεθέντων περιουσιακών στοιχείων του οφειλέτη και τη διανομή του πλειστηριάσματος, συντάσσοντας τον πίνακα κατάταξης. Έμμεσα όργανα είναι τα όργανα της αστυνομίας, των ενόπλων δυνάμεων και οι μάρτυρες, που συμπράττουν, όταν προβάλλεται ή απειλείται αντίσταση κατά τη διενέργεια της εκτέλεσης. Όλα τα ως άνω όργανα ευθύνονται για κάθε υπαίτια παράβαση των υποχρεώσεών τους κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους.

Η εντολή για την εκτέλεση δίνεται από εκείνον, που έχει δικαίωμα να την ενεργήσει (δικαιούχος) ή τον πληρεξούσιο του δικηγόρο ή μη. Τα βασικά έξοδα της εκτέλεσης είναι:

  • αμοιβή του δικαστικού επιμελητή για ενέργεια κατάσχεσης για απαίτηση ποσού μέχρι 590 ευρώ 53 ευρώ, για ποσό από 591 μέχρι 6.500, 53 ευρώ προστιθεμένου ποσοστού  2,5 % επί του ποσού  και για ποσό ανώτερο των 6.500 ευρώ 53 ευρώ προστιθεμένου  ποσοστού  1% επί του ποσού , που δεν μπορεί να υπερβαίνει τα 422 ευρώ, για κάθε κατασχεθέν ακίνητο, πλοίο ή αεροσκάφος
  • αμοιβή του δικαστικού επιμελητή για σύνταξη κάθε προγράμματος πλειστηριασμού, αναπλειστηριασμού ή περίληψης κατασχετήριας έκθεσης, για απαίτηση ποσού μέχρι 590 υρώ 53 ευρώ, για ποσό από 591  μέχρι 6.500 ευρώ ποσοστό 2 % και για ποσό 6.501  ευρώ και άνω ποσοστό 1%, που δεν μπορεί να υπερβαίνει τα 210 ευρώ.
  • αμοιβή του κήρυκα πλειστηριασμού ποσό 30 ευρώ
  • αμοιβή του δικαστικού επιμελητή για οποιαδήποτε άλλη πράξη εκτέλεσης ποσού από 240μέχρι 400 ευρώ, μετά από συμφωνία δικαστικού επιμελητή και εντολέα
  • αμοιβή για δικαιώματα μαρτύρων ποσό 30 ευρώ για τον καθένα και σε περίπτωση που ο μάρτυρας είναι δικαστικός επιμελητής στο ποσό των 60 ευρώ
  • σε περίπτωση ματαίωσης της εκτέλεσης η αμοιβή του δικαστικού επιμελητή ανέρχεται στο μισό των παραπάνω αμοιβών
  • ποσό 0,50  ευρώ για κάθε χιλιόμετρο, εφόσον για την ενέργεια οποιασδήποτε πράξης είναι αναγκαία η μετάβαση δικαστικού επιμελητή και μαρτύρων εκτός της έδρας του
  • Ειδική αμοιβή του δικαστικού επιμελητή ανάλογα με τη δυσκολία της εκτέλεσης, μετά από συμφωνία δικαστικού επιμελητή και εντολέα, που σε καμία περίπτωση δεν βαρύνει αυτόν κατά του οποίου γίνεται η εκτέλεση.

3.2 Οι κύριες προϋποθέσεις

Ουσιαστικές προϋποθέσεις της αναγκαστικής εκτέλεσης αποτελούν:

  • Η ύπαρξη εννόμου συμφέροντος, δηλαδή η ανάγκη για την ενέργεια πράξης της αναγκαστικής εκτέλεσης και επίτευξη της μέσω αυτής παρεχόμενης έννομης προστασίας
  • Η βασιμότητα της αξίωσης

Η ρύθμιση του δικαίου της αναγκαστικής εκτέλεσης αποβλέπει από τα πράγματα στην εξισορρόπηση των συγκρουόμενων συμφερόντων των δανειστών από το ένα μέρος και των οφειλετών ή των τρίτων από το άλλο. Τα κριτήρια, που το Δικαστήριο χρησιμοποιεί, προκειμένου να παρέχει ένα μέτρο εκτέλεσης είναι:

  • Η γρήγορη και ολιγοδάπανη ικανοποίηση των δανειστών
  • Η προστασία της προσωπικότητας και των εν γένει εννόμων συμφερόντων του οφειλέτη
  • Η σύμπτωση συμφερόντων δανειστή και οφειλέτη ως προς την ανάγκη επιτεύξεως του μεγαλύτερου δυνατού πλειστηριάσματος
  • Η προστασία συμφερόντων τρίτων προσώπων

4 Αντικείμενο και φύση των μέτρων εκτέλεσης

Το αντικείμενο των μέτρων εκτέλεσης μπορεί να είναι η περιουσία του οφειλέτη ή και το πρόσωπο αυτού. Τα μέτρα εκτέλεσης είναι υλικές πράξεις οργάνων, που έχουν καταστεί αρμόδια για το σκοπό αυτό, και οδηγούν άμεσα ή έμμεσα στην ικανοποίηση των αξιώσεων με κρατική επιβολή. Περιουσιακά αντικείμενα, που υπόκεινται σε εκτέλεση, είναι:

  • κινητά πράγματα, που βρίσκονται στα χέρια του οφειλέτη ή στα χέρια του δανειστή ή τρίτου πρόθυμου να τα αποδώσει
  • εμπράγματα δικαιώματα του οφειλέτη σε ξένο κινητό πράγμα
  • χρήματα
  • χρηματικές απαιτήσεις εκείνου, κατά του οποίου στρέφεται η εκτέλεση, κατά τρίτων
  • ακίνητα, που ανήκουν στην κυριότητα του οφειλέτη ή εμπράγματου δικαιώματος του οφειλέτη σε ακίνητο
  • πλοία
  • αεροσκάφη
  • δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας, ευρεσιτεχνίας, εκμετάλλευσης κινηματογραφικών ταινιών

Δεν υπόκεινται σε μέτρα εκτέλεσης:

  • πράγματα προσωπικής χρήσης του οφειλέτη και της οικογένειάς του
  • τρόφιμα και καύσιμη ύλη απαραίτητη στον οφειλέτη και την οικογένειά του
  • παράσημα, αναμνηστικά αντικείμενα, χειρόγραφα, επιστολές, οικογενειακά έγραφα κι επαγγελματικά βιβλία
  • βιβλία, μουσικά όργανα, εργαλεία τέχνης
  • εργαλεία, μηχανήματα, βιβλία ή άλλα πράγματα, που είναι απαραίτητα σε πρόσωπα, που αποκτούν όσα τους χρειάζονται με την προσωπική τους εργασία
  • πράγματα, που μπορούν να υποστούν άμεση φθορά
  • η εταιρική μερίδα σε προσωπικές εταιρίες
  • απαιτήσεις διατροφής, που πηγάζουν από το νόμο
  • απαιτήσεις μισθών, συντάξεων ή ασφαλιστικών παροχών

4.1 Ποια περιουσιακά στοιχεία μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο εκτέλεσης;

Ο οφειλέτης υποχρεούται να συμμορφωθεί με την απόφαση, που διατάσσει το μέτρο εκτέλεσης, όπως και κάθε τρίτος, σε περίπτωση δε κατά την οποία κατά την αναγκαστική εκτέλεση προβληθεί αντίσταση, ο δικαστικός επιμελητής μπορεί να χρησιμοποιήσει βία, για να την αποκρούσει, καλώντας ταυτόχρονα και την αρμόδια για την τήρηση της τάξης αρχή, έχοντας τη δυνατότητα να προσλάβει δύο ενήλικους μάρτυρες ή δεύτερο δικαστικό επιμελητή. Σε περίπτωσης μη συμμόρφωσης του οφειλέτη διακρίνονται οι εξής περιπτώσεις:

  • αν ο οφειλέτης δεν εκπληρώνει την υποχρέωσή του να ενεργήσει πράξη, που μπορεί να γίνει και από τρίτο πρόσωπο, ο δανειστής έχει δικαίωμα να επιχειρήσει την πράξη με δαπάνη του οφειλέτη
  • αν ο οφειλέτης δεν εκπληρώνει την υποχρέωσή του να επιχειρήσει πράξη, που δεν μπορεί να γίνει από τρίτο πρόσωπο και η επιχείρησή της εξαρτάται αποκλειστικά από τη βούληση του ίδιου, το δικαστήριο τον καταδικάζει να εκτελέσει την πράξη και στην περίπτωση, που δεν την εκτελέσει, τον καταδικάζει σε χρηματική ποινή υπέρ του δανειστή και σε προσωπική κράτηση
  • αν ο οφειλέτης έχει υποχρέωση να παραλείψει ή να ανεχθεί πράξη, το δικαστήριο, για την περίπτωση που παραβεί την υποχρέωσή του, απειλεί για κάθε παράβαση χρηματική ποινή υπέρ του δανειστή και προσωπική κράτηση

Σε κάθε μία από τις ανωτέρω περιπτώσεις δεν θίγεται το δικαίωμα του δανειστή να απαιτήσει αποζημίωση, που προβλέπεται από τις διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου, για την ζημία που υπέστη από τη μη συμμόρφωση του οφειλέτη. Καταρχήν είναι δυνατή η διάθεση του περιουσιακού αντικειμένου εκ μέρους του οφειλέτη, αν όμως αυτό κατασχεθεί, η διάθεση αυτή απαγορεύεται και είναι άκυρη υπέρ εκείνου, που επέβαλε την κατάσχεση, και υπέρ των δανειστών, που αναγγέλθηκαν.

Σε περίπτωση, κατά την οποία αντικείμενο εκτέλεσης αποτελούν τραπεζικοί λογαριασμοί του οφειλέτη, η τράπεζα δεν υποχρεούται να αποκαλύψει στον επισπεύδοντα τα ακριβή στοιχεία αυτών, σε περίπτωση όμως κατά την οποία επιδοθεί σε αυτήν έγγραφο περί κατάσχεσης χρηματικών απαιτήσεων εις χείρας του οφειλέτη, απαγορεύεται και είναι άκυρη υπέρ του κατασχόντος η διάθεση του κατασχεμένου ποσού, μέσα δε σε 8 ημέρες από την επίδοση του κατασχετηρίου, η τράπεζα οφείλει να δηλώσει, εάν υπάρχει η απαίτηση (χρηματική κατάθεση σε τραπεζικό λογαριασμό), που κατασχέθηκε, και αν αυτή είναι επαρκής για να ικανοποιηθεί αυτός, που επέβαλε την κατάσχεση, οφείλει να καταβάλλει στον τελευταίο το χρηματικό ποσό.

4.2 Ποια τα αποτελέσματα των μέτρων εκτέλεσης;

Καταρχήν χρονικά όρια για τον επισπεύδοντα δεν έχουν προβλεφθεί, έχουν όμως καθιερωθεί ορισμένοι χρονικοί περιορισμοί, που δεν αποτελούν χρονικά δεσμευτικές προθεσμίες, αλλά προθεσμίες πριν από την πάροδο των οποίων δεν μπορεί έγκυρα να επιχειρηθεί συγκεκριμένη πράξη, χωρίς να έχει επιβληθεί ευθέως σημείο λήξεως της δυνατότητας ενεργείας για τον επισπεύδοντα. Η πρόβλεψη, ότι διάφορες επί μέρους πράξεις πρέπει να επιχειρηθούν μέσα σε ορισμένο χρόνο από την κατάσχεση ή πριν από τον πλειστηριασμό, δεν διαφοροποιεί τις βάσεις του συστήματος. Προκειμένου να αποτραπεί η αποτελμάτωση της διαδικασίας υπάρχει μόνο το έσχατο χρονικό όριο του έτους, πέρα από το οποίο δεν μπορεί να επιχειρηθεί η κατάσχεση ή άλλη πράξη με βάση την ίδια επιταγή ή ο πλειστηριασμός με βάση την κατάσχεση, που εξαιτίας της παρέλευσης της προθεσμίας αυτής ανατράπηκε με δικαστική απόφαση.

4.3 Ποια η ισχύς αυτών των μέτρων;

5 Υπάρχει δυνατότητα προσφυγής κατά της απόφασης που διατάσσει ένα τέτοιο μέτρο;

Μοναδικό ένδικο μέσο κατά της διαδικασίας της αναγκαστικής εκτέλεσης είναι το ένδικο βοήθημα της ανακοπής, που μπορεί να ασκήσει εκείνος, κατά του οποίου στρέφεται η εκτέλεση ή κάθε δανειστής του, που έχει έννομο συμφέρον μέσα σε διάστημα 15 ημερών από την πρώτη πράξη εκτέλεσης, αν αφορά την εγκυρότητα του τίτλου ή την προδικασία, μέχρι την τελευταία πράξη εκτέλεσης, αν αφορά την εγκυρότητα των πράξεων εκτέλεσης, που έγιναν από την πρώτη πράξη μέχρι την τελευταία, και 6 μήνες μετά τη διενέργεια της τελευταίας πράξης εκτέλεσης αν αφορά την εγκυρότητα αυτής. Ανακοπή μπορεί να ασκήσει επίσης και ο τρίτος, αν προσβάλλεται δικαίωμά του επάνω στο αντικείμενο της εκτέλεσης, το οποίο δικαιούται να αντιτάξει σε εκείνον, κατά του οποίου στρέφεται η εκτέλεση, χωρίς ειδικότερη προθεσμία. Αρμόδιο δικαστήριο είναι αυτό της περιφέρειας του τόπου της εκτέλεσης και, ειδικότερα, το Ειρηνοδικείο, αν ο εκτελεστός τίτλος είναι απόφαση του Ειρηνοδικείου, και το Μονομελές Πρωτοδικείο σε κάθε άλλη περίπτωση. Η άσκηση της ανακοπής δεν αναστέλλει την εκτέλεση, μπορεί όμως με αίτηση του ανακόπτοντος να διαταχθεί η αναστολή της εκτελεστικής διαδικασίας με εγγύηση ή και χωρίς εγγύηση με δικαστική απόφαση, που γνωστοποιείται στα εκτελεστικά όργανα, τα οποία δεν μπορούν να ενεργήσουν οποιαδήποτε πράξη εκτέλεσης, εκτός αν αυτή έχει ειδικά επιτραπεί με την απόφαση της αναστολής.

6 Υπάρχουν περιορισμοί στην εκτέλεση, ιδίως όσον αφορά την προστασία του οφειλέτη ή τις προθεσμίες;

Οι περιορισμοί στην εκτέλεση, ιδίως αναφορικά με τα κατασχεθέντα πράγματα, ρυθμίζονται ως ακολούθως: Εξαιρούνται από την κατάσχεση α) πράγματα που μπορούν να υποστούν άμεση φθορά, β) η εταιρική μερίδα σε προσωπικές εταιρίες, γ) απαιτήσεις διατροφής που πηγάζουν από το νόμο ή από διάταξη τελευταίας βούλησης, καθώς και απαιτήσεις για συνεισφορά των συζύγων στις ανάγκες της οικογένειας, δ) απαιτήσεις μισθών, συντάξεων ή ασφαλιστικών παροχών, εκτός αν πρόκειται να ικανοποιηθεί απαίτηση για διατροφή που στηρίζεται στο νόμο ή σε διάταξη τελευταίας βούλησης ή για συνεισφορά στις ανάγκες της οικογένειας, οπότε επιτρέπεται να γίνει κατάσχεση έως το μισό, αφού ληφθούν υπόψη τα ποσά που εισπράττει ο υπόχρεος, το μέγεθος των υποχρεώσεων που του δημιουργεί ο γάμος του για αντιμετώπιση των οικογενειακών αναγκών και ο αριθμός των δικαιούχων, ε) κάθε είδους κοινοτικές ενισχύσεις ή επιδοτήσεις στα χέρια του Ο.Π.Ε.Κ.Ε.Π.Ε. ως τρίτου, μέχρι την κατάθεση τους στον τραπεζικό λογαριασμό των δικαιούχων ή την με άλλο τρόπο καταβολή τους σε αυτούς. Η εξαίρεση της περίπτωσης δ` της παραγράφου 2 ισχύει και όταν η καταβολή  του ποσού γίνεται με κατάθεση σε τραπεζικό λογαριασμό του οφειλέτη σε  πιστωτικό ίδρυμα. Η εξαίρεση ισχύει μόνο στην έκταση που ο λογαριασμός  παρουσιάζει υπόλοιπο που δεν υπερβαίνει, κατά το χρονικό διάστημα από την  επιβολή της κατάσχεσης έως την επόμενη ημέρα της καταβολής, το ποσό της  εξαιρούμενης από την κατάσχεση απαίτησης.

Περαιτέρω, ο οφειλέτης έχει την δυνατότητα να προσφύγει κατά της διαδικασίας εκτέλεσης με δύο ένδικα βοηθήματα:

α) Την ανακοπή του άρθρου 933 του ΚΠολΔ, το οποίο ορίζει ότι: Αντιρρήσεις εκείνου κατά του οποίου στρέφεται η εκτέλεση και κάθε δανειστή του που έχει έννομο συμφέρον και αφορούν την εγκυρότητα του εκτελεστού τίτλου, τη διαδικασία της αναγκαστικής εκτέλεσης ή την απαίτηση ασκούνται μόνο με ανακοπή, που εισάγεται στο ειρηνοδικείο, αν ο εκτελεστός τίτλος έχει εκδοθεί από το δικαστήριο αυτό, και στο μονομελές πρωτοδικείο σε κάθε άλλη περίπτωση. Αν ασκηθούν περισσότερες ανακοπές με χωριστά δικόγραφα, με επιμέλεια της γραμματείας προσδιορίζονται και εκδικάζονται όλες υποχρεωτικά στην ίδια δικάσιμο. Πρόσθετοι λόγοι ανακοπής μπορούν να προταθούν μόνο με ιδιαίτερο δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του δικαστηρίου προς το οποίο απευθύνεται η ανακοπή, κάτω από το οποίο συντάσσεται έκθεση, και κοινοποιείται στον αντίδικο οκτώ (8) τουλάχιστον ημέρες πριν από τη συζήτηση. Η συζήτηση της ανακοπής προσδιορίζεται υποχρεωτικά μέσα σε εξήντα (60) ημέρες από την κατάθεσή της και η κλήτευση του καθ’ ου η ανακοπή γίνεται είκοσι (20) ημέρες πριν από τη συζήτηση. Αρμόδιο κατά τόπο είναι το δικαστήριο της περιφέρειας του τόπου της εκτέλεσης, εφόσον μετά την επίδοση της επιταγής ακολούθησαν και άλλες πράξεις της εκτελεστικής διαδικασίας, αλλιώς αρμόδιο είναι το δικαστήριο του άρθρου 584.  Αν ο εκτελεστός τίτλος είναι δικαστική απόφαση ή διαταγή πληρωμής, οι αντιρρήσεις είναι απαράδεκτες στην έκταση που ισχύει το δεδικασμένο σύμφωνα, με τα άρθρα 330 και 633 παράγραφος 2 εδάφιο γ΄, αντίστοιχα. Οι ισχυρισμοί που αφορούν την απόσβεση της απαίτησης πρέπει να αποδεικνύονται μόνο με έγγραφα ή με δικαστική ομολογία. Η απόφαση επί της ανακοπής εκδίδεται υποχρεωτικά μέσα σε προθεσμία εξήντα (60) ημερών από τη συζήτησή της.

β) κατά το άρθρο 1000 του ΚΠολΔ, παρέχεται η δυνατότητα στον οφειλέτη, να ζητήσει την αναστολή του πλειστηριασμού εις βάρος του. Ειδικότερα, ύστερα από αίτηση του οφειλέτη, η οποία κατατίθεται, με ποινή απαραδέκτου, δεκαπέντε (15) τουλάχιστον εργάσιμες ημέρες πριν από την ημέρα του πλειστηριασμού, το δικαστήριο του άρθρου 933, δικάζοντας κατά τη διαδικασία των άρθρων 686 επ., μπορεί να αναστείλει τη διαδικασία του πλειστηριασμού έως έξι (6) μήνες από την αρχική ημέρα του πλειστηριασμού, αν δεν υπάρχει κίνδυνος βλάβης του επισπεύδοντος και εφόσον προσδοκάται βάσιμα ότι ο οφειλέτης θα ικανοποιήσει μέσα στο χρονικό αυτό διάστημα τον επισπεύδοντα ή ότι, αν περάσει το χρονικό αυτό διάστημα, θα επιτευχθεί μεγαλύτερο πλειστηρίασμα. Η απόφαση εκδίδεται υποχρεωτικά έως τις 12:00΄ το μεσημέρι της Δευτέρας που προηγείται του πλειστηριασμού και η αναστολή χορηγείται πάντοτε υπό τον όρο της καταβολής: α) των τυχόν εξόδων επίσπευσης του πλειστηριασμού, τα οποία καθορίζονται κατά προσέγγιση στην απόφαση και β) του ενός τετάρτου τουλάχιστον του οφειλόμενου κεφαλαίου στον επισπεύδοντα. Η απόφαση με την οποία αναστέλλεται ο πλειστηριασμός γνωστοποιείται στον υπάλληλο του πλειστηριασμού αυθημερόν με την έκδοσή της. Η καταβολή γίνεται υποχρεωτικά μέχρι την 10.00 πρωινή της ημέρας διεξαγωγής του πλειστηριασμού και αν αυτή δεν γίνει ο πλειστηριασμός διεξάγεται κανονικά.


Την έκδοση αυτής της σελίδας στην εθνική γλώσσα διαχειρίζεται ο αντίστοιχος αρμόδιος επαφής του ΕΔΔ. Οι μεταφράσεις έχουν γίνει από την αρμόδια υπηρεσία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Οι τυχόν αλλαγές που επιφέρει η αρμόδια εθνική αρχή στο πρωτότυπο ενδέχεται να μην έχουν περιληφθεί ακόμα στις μεταφράσεις. Η Επιτροπή και το Ευρωπαϊκό Δικαστικό Δίκτυο δεν αναλαμβάνουν καμία απολύτως ευθύνη όσον αφορά πληροφορίες ή δεδομένα που περιέχονται ή αναφέρονται στο παρόν έγγραφο. Βλ. την ανακοίνωση νομικού περιεχομένου για τους κανόνες πνευματικής ιδιοκτησίας που ισχύουν στο κράτος μέλος που είναι αρμόδιο για την παρούσα σελίδα.

Τελευταία επικαιροποίηση: 10/03/2016

Διαδικασίες για την εφαρμογή δικαστικών αποφάσεων - Ισπανία

Η πρωτότυπη γλωσσική έκδοση ισπανικά αυτής της σελίδας τροποποιήθηκε πρόσφατα. Η γλωσσική έκδοση που βλέπετε τώρα βρίσκεται στο στάδιο της μετάφρασης.


1 Ποια η έννοια της εκτέλεσης στις αστικές και εμπορικές υποθέσεις;

Γενικά, ως εκτέλεση σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις νοείται η περίπτωση στην οποία, λόγω μη εκούσιας συμμόρφωσης του παραβάτη με εκτελεστή απόφαση (όπως τελεσίδικη απόφαση), ο ενάγων πρέπει να διεκδικήσει δικαστικά την εκτέλεση προκειμένου να διασφαλίσει τη συμμόρφωση με την απόφαση. Επομένως, προκειμένου να εισπραχθεί οφειλή την οποία ο εναγόμενος έχει διαταχθεί να πληρώσει, αλλά παραλείπει να το κάνει, ο ενάγων (πιστωτής) ζητά δικαστικά την εκτέλεση και εισπράττει την οφειλή, π.χ. μέσω της κατάσχεσης των τρεχόντων λογαριασμών ή περιουσιακών στοιχείων του οφειλέτη τα οποία, μετά τον πλειστηριασμό τους, παρέχουν τη δυνατότητα καταβολής του οφειλόμενου ποσού στον πιστωτή από το πλειστηρίασμα.

Η εκτέλεση των αποφάσεων συνιστά μέρος της εφαρμογής της επιταγής του ισπανικού Συντάγματος του 1978 που αναθέτει στους δικαστές και τα δικαστήρια το καθήκον να εκδίδουν αποφάσεις και να μεριμνούν για την εκτέλεσή τους (άρθρα 117 και 118 του Συντάγματος). Ως εκ τούτου, οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να συμμορφώνονται με τις αποφάσεις και τις λοιπές διατάξεις των δικαστηρίων, καθώς και να παρέχουν την απαιτούμενη συνεργασία για την εκτέλεση όσων έχουν αποφασιστεί. Απόκειται στο δικαστήριο να διασφαλίζει ότι αυτές οι απαιτήσεις εκπληρώνονται κατάλληλα.

Εκτέλεση δικαστικής απόφασης σημαίνει συμμόρφωση με όσα διέταξε το δικαστήριο, δηλαδή εφαρμογή του δικαιώματος που αναγνωρίστηκε ή επιδικάστηκε υπέρ του διαδίκου που κέρδισε την αντιδικία. Αυτό μπορεί να έχει τη μορφή της απαίτησης του ενάγοντα (εφεξής ο «επισπεύδων την εκτέλεση») για την καταβολή χρηματικού ποσού, του δικαιώματος να εξαναγκαστεί ο εναγόμενος σε πράξη ή παράλειψη ή της άσκησης αναγνωρισμένου δικαιώματος μέσω της εγγραφής στο σχετικό δημόσιο μητρώο, ανάλογα με την απόφαση.

Η εκτέλεση μπορεί να είναι οριστική ή προσωρινή. Στη δεύτερη περίπτωση και υπό ορισμένες συνθήκες, εκτελείται δικαστική απόφαση που δεν είναι ακόμη οριστική προκειμένου να αποφευχθεί το ενδεχόμενο ζημίας του πιστωτή κατά το ενδιάμεσο διάστημα (δηλαδή για όσο διαρκούν τα διαδικαστικά βήματα της προσφυγής κατά της απόφασης και κατά τη διαδικασία έκδοσης της τελικής απόφασης), εξαιτίας εγγενών καθυστερήσεων στη διαδικασία (άρθρα 524-537 του κώδικα πολιτικής δικονομίας - Ley de Enjuiciamiento Civil)

2 Ποια αρχή ή ποιες αρχές είναι αρμόδιες για την εκτέλεση;

Το ισπανικό δίκαιο αναθέτει στους δικαστές και τα δικαστήρια το καθήκον της εκτέλεσης αποφάσεων, σύμφωνα με τους νόμους και τους κανόνες περί δικαιοδοσίας (άρθρο 117 παράγραφος 3 του ισπανικού Συντάγματος).

Σύμφωνα με το Σύνταγμα και τον κώδικα πολιτικής δικονομίας (νόμος 1/2000, 7 Ιανουαρίου 2000, Επίσημη Εφημερίδα της Κυβέρνησης αρ. 7, 8 Ιανουαρίου 2000, όπως τροποποιήθηκε), που ρυθμίζει τη διαδικασία εκτέλεσης σε αστικές υποθέσεις, ο δικαστής είναι υπεύθυνος για την παρακολούθηση της ορθής διεξαγωγής της διαδικασίας εκτέλεσης (άρθρα 545, 551, 552 και οι αντίστοιχες διατάξεις). Το δικαστήριο κινεί τη διαδικασία, κατόπιν αιτήματος του επισπεύδοντος την εκτέλεση, μέσω της «γενικής παραγγελίας εκτέλεσης» που εκδίδεται αφού ελεγχθεί ο εκτελεστός τίτλος. Το δικαστήριο εκδίδει επίσης απόφαση αν ο εναγόμενος (εφεξής ο «οφειλέτης») ασκήσει ανακοπή κατά της εκτέλεσης κινώντας τη συγκεκριμένη διαδικασία ανακοπής που ορίζεται στη συνέχεια.

Οι επιμελητές (Letrados de la Administración de Justicia, προηγουμένως «Secretarios judiciales» – δικαστικοί επιμελητές) είναι υπεύθυνοι για τον καθορισμό και τη λήψη συγκεκριμένων μέτρων εκτέλεσης (διαταγή πληρωμής, κατάσχεση περιουσιακών στοιχείων του οφειλέτη, κρατήσεις από τρέχοντες λογαριασμούς, μισθούς, κ.λπ.). Μετά την έκδοση της «γενικής παραγγελίας εκτέλεσης» από το δικαστήριο, ο δικαστικός επιμελητής παρακολουθεί την εκτελεστική διαδικασία και λαμβάνει τις σχετικές αποφάσεις, παρά το γεγονός ότι σε ορισμένες περιπτώσεις μπορεί να ασκηθεί ανακοπή κατά των αποφάσεων αυτών ενώπιον του δικαστηρίου.

3 Ποιες οι προϋποθέσεις υπό τις οποίες μπορεί να εκδοθεί ένας εκτελεστός τίτλος ή μια απόφαση;

Γενικά, είναι απαραίτητη η ύπαρξη οριστικής απόφασης ή άλλου τίτλου που επιτρέπει την εκτέλεση (σε ορισμένες εξαιρετικές περιπτώσεις μια απόφαση δεν είναι μεν τελεσίδικη, είναι ωστόσο εκτελεστή, π.χ. η προσωρινή εκτέλεση προσβαλλόμενων αποφάσεων, που επιτρέπεται υπό ορισμένες συνθήκες).

Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 517 του κώδικα πολιτικής δικονομίας σχετικά με τη διαδικασία εκτέλεσης και τους τίτλους που επιτρέπουν την εκτέλεση, η αίτηση εκτέλεσης πρέπει να βασίζεται σε εκτελεστό τίτλο. Εκτελεστοί είναι μόνον οι εξής τίτλοι:

  1. Οι τελεσίδικες δικαστικές αποφάσεις. Οι αποφάσεις διαιτησίας και οι συμφωνίες διαμεσολάβησης. Οι συμφωνίες διαμεσολάβησης πρέπει να έχουν κυρωθεί με συμβολαιογραφική πράξη σύμφωνα με τον νόμο περί διαμεσολάβησης σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις (Ley de mediación en asuntos civiles y mercantiles).
  2. Οι δικαστικές αποφάσεις με τις οποίες εγκρίνονται ή κυρώνονται δικαστικοί συμβιβασμοί και συμφωνίες που συνήφθησαν κατά τη διάρκεια της δίκης, οι οποίες, εάν απαιτείται, συνοδεύονται από τις αντίστοιχες καταθέσεις, προκειμένου να αποδεικνύεται το πραγματικό τους περιεχόμενο.
  3. Επικυρωμένα δημόσια έγγραφα, με την προϋπόθεση να αποτελούν το πρώτο αντίγραφο. Εάν είναι δεύτερα αντίγραφα, πρέπει να εκδίδονται βάσει δικαστικής απόφασης στην οποία μνημονεύεται ο καθού η εκτέλεση ή ο επισπεύδων, ή πρέπει να εκδίδονται με τη σύμφωνη γνώμη όλων των διαδίκων.
  4. Οι πράξεις εμπορικών συμφωνιών που έχουν υπογραφεί από τους συμβαλλομένους και από μεσίτη εμπορικών υποθέσεων, ο οποίος είναι μέλος επαγγελματικού συλλόγου και έχει την εποπτεία της συμφωνίας, υπό την προϋπόθεση ότι συνοδεύονται από πιστοποιητικό στο οποίο ο εν λόγω μεσίτης πιστοποιεί ότι η συμβολαιογραφική πράξη αντιστοιχεί στις εγγραφές στο μητρώο του, καθώς και την ημερομηνία των εγγραφών.
  5. Τα νομίμως εκδοθέντα ανώνυμα ή ονομαστικά αξιόγραφα που εγχαρτώνουν οφειλές και τα επίσης καταβλητέα τοκομερίδια επί αυτών, με την προϋπόθεση ότι τα τοκομερίδια αντιστοιχούν στις κινητές αξίες και ότι οι αξίες, σε κάθε περίπτωση, αντιστοιχούν στα βιβλιάρια αξιογράφων.

Τυχόν προσβολή των αξιογράφων ως πλαστών, προβαλλόμενη κατά τη διάρκεια της διαδικασίας αντιστοίχισης των στοιχείων, δεν ανακόπτει την έκδοση της παραγγελίας εκτέλεσης εφόσον τα στοιχεία αντιστοιχούν, με την επιφύλαξη τυχόν ανακοπής εκτέλεσης που μπορεί να ασκήσει μετέπειτα ο οφειλέτης, υποστηρίζοντας ότι οι τίτλοι είναι πλαστοί.

  1. Πιστοποιητικά σε ισχύ, που εκδίδονται από τα αρμόδια για τα μητρώα όργανα, στα οποία αναγράφονται οι σχετικές κινητές αξίες, με τις λογιστικές καταχωρίσεις που προβλέπονται από τον νόμο περί κεφαλαιαγοράς (Ley del Mercado de Valores), υπό την προϋπόθεση ότι συνοδεύονται από αντίγραφο του δημόσιου τίτλου που εγχαρτώνει τις κινητές αξίες ή, κατά περίπτωση, της έκδοσης, όταν η ισχύουσα νομοθεσία απαιτεί τέτοιον τίτλο.

Η επίσπευση και η εντολή για εκτέλεση δεν επιφέρει λήξη της ισχύος των πιστοποιητικών της προηγούμενης παραγράφου.

  1. Δικαστική απόφαση που καθορίζει το μέγιστο ποσό που μπορεί να επιδικαστεί ως αποζημίωση, η οποία εκδίδεται στις περιπτώσεις που προβλέπει ο νόμος σε ποινική διαδικασία που κινήθηκε σε σχέση με γεγονότα που καλύπτονται από υποχρεωτική ασφάλιση γενικής αστικής ευθύνης μηχανοκίνητων οχημάτων.
  2. Άλλες προδικαστικές αποφάσεις και έγγραφα τα οποία είναι εκτελεστά σύμφωνα με τον παρόντα ή άλλο νόμο.

3.1 Η διαδικασία

Η αίτηση εκτέλεσης πρέπει να υποβάλλεται στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο (Tribunal de Primera Instancia) που εξέδωσε την προς εκτέλεση απόφαση. Ωστόσο, αν ο εκτελεστός τίτλος δεν είναι απόφαση, δηλαδή αν δεν προέρχεται από δικαστική απόφαση ή απόφαση επιμελητή (όπως σε περίπτωση επικυρωμένων δημοσίων εγγράφων που έχουν περιβληθεί τον συμβολαιογραφικό τύπο και είναι εκτελεστά), υπάρχουν ειδικοί κανόνες για την ανάθεση δικαιοδοσίας στο δικαστήριο, ανάλογα με τους διαφόρους συνδέσμους με την υπόθεση. Το πιο σύνηθες κριτήριο ανάθεσης είναι ο τόπος κατοικίας του εναγομένου. Ο επισπεύδων την εκτέλεση και ο οφειλέτης πρέπει να έχουν συμβουλευτική υποστήριξη από δικηγόρο και να εκπροσωπούνται από δικολάβο, εκτός από την περίπτωση εκτέλεσης αποφάσεων που εκδίδονται στο πλαίσιο διαδικασίας, στην οποία δεν είναι υποχρεωτική η παράσταση των εν λόγω νομικών.

Κατά τα λοιπά, η διαδικασία ορίζεται στα άρθρα 548 επ. του κώδικα πολιτικής δικονομίας. Σημειώνεται ότι ο εκτελεστός τίτλος εκδίδεται μόνον κατόπιν αίτησης ενός εκ των μερών και έχει τη μορφή αίτησης, σύμφωνα με τα ακόλουθα. Μετά την υποβολή της αίτησης εκτέλεσης στο δικαστήριο και εφόσον πληρούνται οι διαδικαστικοί κανόνες και απαιτήσεις, το δικαστήριο εκδίδει τη «γενική παραγγελία εκτέλεσης». Μετά την έκδοση του τίτλου από το δικαστήριο, ο επιμελητής εκδίδει διάταγμα που περιέχει τα κατάλληλα ειδικά μέτρα εκτέλεσης, καθώς και τα μέτρα ανίχνευσης και έρευνας που είναι αναγκαία για τον εντοπισμό των περιουσιακών στοιχείων του οφειλέτη και κρίνονται κατάλληλα για τη διαδικασία εκτέλεσης.

Ο τίτλος και το διάταγμα που αναφέρονται ανωτέρω, καθώς και αντίγραφο της αίτησης εκτέλεσης, κοινοποιούνται ταυτόχρονα στον οφειλέτη, με την επιφύλαξη της λήψης ορισμένων μέτρων με σκοπό την πρόληψη τυχόν ζημίας του πιστωτή.

Ο οφειλέτης μπορεί να ασκήσει ανακοπή κατά της εκτέλεσης για συγκεκριμένους λόγους, είτε ουσιαστικούς (π.χ. εξόφληση της οφειλής) είτε διαδικαστικούς (π.χ. αν η εκτέλεση παρουσιάζει σφάλματα), σύμφωνα με το άρθρο 556 επ. του κώδικα πολιτικής δικονομίας. Σε αυτή την περίπτωση, κινείται κατ' αντιμωλία διαδικασία που επιτρέπει την εξέταση αποδεικτικών στοιχείων και ολοκληρώνεται με την έκδοση απόφασης περί διατήρησης του εκτελεστού τίτλου ή ακύρωσής του εν όλω ή εν μέρει. Η εν λόγω απόφαση υπόκειται σε έφεση.

3.2 Οι κύριες προϋποθέσεις

Όπως αναφέρθηκε προηγουμένως, η εκτέλεση πρέπει να ζητηθεί από ένα εκ των μερών με την υποβολή αίτησης που περιέχει το σχετικό αίτημα εκτέλεσης. Η αίτηση εκτέλεσης πρέπει να περιλαμβάνει τον τίτλο στο οποίο βασίζεται η εκτέλεση, να αναφέρει την εκτέλεση που επιδιώκεται από το δικαστήριο, τα περιουσιακά στοιχεία του οφειλέτη που μπορεί να κατασχεθούν, τα μέτρα ανίχνευσης και έρευνας για τον εντοπισμό των περιουσιακών στοιχείων του οφειλέτη, το πρόσωπο ή τα πρόσωπα κατά των οποίων επισπεύδεται η εκτέλεση, τα στοιχεία και τις περιστάσεις τους. Αν ο εκτελεστός τίτλος είναι απόφαση του επιμελητή ή απόφαση του αρμόδιου για την εκτέλεση δικαστηρίου, η αίτηση εκτέλεσης μπορεί να περιοριστεί στην αίτηση για έκδοση εκτελεστού τίτλου που προσδιορίζει την απόφαση που θα εκτελεστεί (άρθρο 549 του κώδικα πολιτικής δικονομίας). Σε άλλες περιπτώσεις, η αίτηση για εκτέλεση πρέπει να υποβληθεί με τα έγγραφα στα οποία βασίζεται η εκτέλεση (όπως απαριθμούνται στο άρθρο 550 του κώδικα πολιτικής δικονομίας). Εφόσον η αίτηση εκτέλεσης πληροί τις ανωτέρω απαιτήσεις και ο προβαλλόμενος τίτλος είναι εκτελεστός, το δικαστήριο ή ο επιμελητής εκδίδουν απόφαση με την οποία διατάσσεται η εκτέλεση και καθορίζεται - σε περίπτωση εκτέλεσης χρηματικών απαιτήσεων - το αρχικό ποσό της εκτέλεσης, καθώς και το ποσό που καθορίζεται προσωρινά για τόκους και έξοδα, με την επιφύλαξη της μεταγενέστερης αναπροσαρμογής του, και πρέπει πάντα να προσδιορίζονται τα εμπλεκόμενα πρόσωπα και τα μέτρα εκτέλεσης.

4 Αντικείμενο και φύση των μέτρων εκτέλεσης

4.1 Ποια περιουσιακά στοιχεία μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο εκτέλεσης;

Σε κάθε περίπτωση και με την επιφύλαξη ορισμένων ακατάσχετων περιουσιακών στοιχείων που αναφέρονται στη συνέχεια, τονίζεται ότι τα μέτρα εκτέλεσης πρέπει να είναι αναλογικά προς το ποσό για το οποίο εκδίδεται απόφαση εκτέλεσης και, σε περίπτωση που αυτά είναι υπερβολικά, το δικαστήριο μπορεί να τα περιορίσει. Επιπλέον, εφόσον δεν επαρκούν, ο επισπεύδων την εκτέλεση μπορεί να ζητήσει τη συμπλήρωσή τους με διεύρυνση ή αύξηση των μέτρων που θα ληφθούν. Όταν ο επισπεύδων την εκτέλεση δεν γνωρίζει ποια περιουσιακά στοιχεία ανήκουν στον οφειλέτη, μπορεί να ζητηθεί από το δικαστήριο - είτε απευθείας από αυτό, είτε με την υποβολή αιτήματος στις αρμόδιες αρχές - η πραγματοποίηση έρευνας από τον επιμελητή. Ωστόσο, υπάρχει μια σειρά κλιμάκων και περιορισμών στις κατασχέσεις και τις επισχέσεις μισθών και αμοιβών που απαριθμούνται παρακάτω. Η εκτέλεση που προκύπτει από εντολή πληρωμής διατροφής (όπως καθορίζεται είτε σε αγωγή διατροφής μεταξύ συγγενών είτε σε αγωγή διατροφής τέκνου) αποτελεί εξαίρεση, καθώς στις εν λόγω περιπτώσεις η εκτέλεση δεν υπόκειται στις νόμιμες κλίμακες. Αντίθετα, το δικαστήριο καθορίζει το κατασχέσιμο ποσό.

Όσον αφορά τα ακατάσχετα περιουσιακά στοιχεία, τα άρθρα 604 επ. του κώδικα πολιτικής δικονομίας ορίζουν τα εξής (οι αναφορές σε «δικαστικό επιμελητή» νοούνται ως αναφορές στον επιμελητή):

Εξολοκλήρου ακατάσχετα περιουσιακά στοιχεία. Σε καμία περίπτωση δεν επιτρέπεται η κατάσχεση των παρακάτω περιουσιακών στοιχείων:

1.         Περιουσιακά στοιχεία που έχουν κηρυχθεί αναπαλλοτρίωτα.

2.         Παρεπόμενα δικαιώματα που δεν επιδέχονται απαλλοτρίωση χωριστά από το κύριο δικαίωμα.

3.         Περιουσιακά στοιχεία που, από μόνα τους, δεν έχουν καμία αξία.

4.         Περιουσιακά στοιχεία που κηρύσσονται ακατάσχετα από οποιαδήποτε διάταξη νόμου.

Ακατάσχετα περιουσιακά στοιχεία του οφειλέτη. Τα παρακάτω αντικείμενα είναι επίσης ακατάσχετα:

1.         Έπιπλα και είδη οικιακής χρήσης, καθώς και είδη ρουχισμού του καθού η εκτέλεση και της οικογένειάς του, τα οποία δεν μπορεί να θεωρηθούν πλεονάζοντα. Γενικά, αντικείμενα όπως τρόφιμα, καύσιμα κ.ά. που, κατά τη γνώμη του δικαστηρίου, είναι αναγκαία, προκειμένου ο οφειλέτης και οι εξαρτώμενοι από αυτόν να μπορούν να ζήσουν με εύλογη αξιοπρέπεια.

2.         Βιβλία και εργαλεία που είναι αναγκαία προκειμένου ο οφειλέτης να ασκεί το επάγγελμα ή την τέχνη του, όταν η αξία τους δεν είναι ανάλογη με το ποσό της ζητούμενης οφειλής.

3.         Ιερά αντικείμενα και είδη που χρησιμοποιούνται κατά τη λατρεία αναγνωρισμένης θρησκείας.

4.         Ποσά που κηρύσσονται ρητά από τον νόμο ως ακατάσχετα.

5.         Περιουσιακά στοιχεία και ποσά τα οποία κηρύσσονται ακατάσχετα από διεθνείς συνθήκες που έχει κυρώσει η Ισπανία.

Όσον αφορά την κατάσχεση μισθών και συντάξεων, ο κώδικας πολιτικής δικονομίας προβλέπει τα εξής:

1) Μισθοί, ημερομίσθια, αμοιβές κ.τ.τ. που δεν υπερβαίνουν το ύψος του κατώτατου μισθού (όπως ορίζεται ετησίως από την κυβέρνηση) είναι ακατάσχετα.

2) Μισθοί, ημερομίσθια, αμοιβές ή συντάξεις που υπερβαίνουν τον κατώτατο μισθό υπόκεινται σε κατάσχεση σύμφωνα με την εξής κλίμακα:

1.         Για το πλεονάζον ποσό, έως το διπλάσιο του κατώτατου μισθού, κατά 30 %.

2.         Για το πλεονάζον ποσό, έως το τριπλάσιο του κατώτατου μισθού, κατά 50 %.

3.         Για το πλεονάζον ποσό, έως το τετραπλάσιο του κατώτατου μισθού, κατά 60 %.

4.         Για το πλεονάζον ποσό, έως το πενταπλάσιο του κατώτατου μισθού, κατά 75 %.

5.         Για κάθε ποσό που υπερβαίνει το ανωτέρω, κατά 90 %.

3) Εάν ο καθού η εκτέλεση εισπράττει περισσότερους μισθούς ή ημερομίσθια, τούτα αθροίζονται και το ακατάσχετο μέρος αφαιρείται μόνο μία φορά. Μισθοί, ημερομίσθια, συντάξεις, αμοιβές κ.τ.τ. των συζύγων αθροίζονται επίσης, εκτός εάν ισχύει διαχωρισμός περιουσίας μεταξύ των συζύγων, ο οποίος πρέπει να αποδεικνύεται στον δικαστικό επιμελητή.

4) Εάν ο καθού η εκτέλεση έχει εξαρτώμενα πρόσωπα, ο δικαστικός επιμελητής μπορεί να μειώσει κατά 10-15 % τα ποσοστά που προβλέπονται στα εδάφια 1, 2, 3 και 4 του άρθρου 607 παράγραφος 2 του κώδικα πολιτικής δικονομίας.

5) Εάν οι μισθοί, τα ημερομίσθια, οι συντάξεις ή οι αμοιβές βαρύνονται με μόνιμες ή προσωρινές μειώσεις δημόσιου χαρακτήρα, σύμφωνα με την φορολογική νομοθεσία ή τη νομοθεσία κοινωνικής ασφάλισης, ως βάση για τον υπολογισμό του προς κατάσχεση ποσού λαμβάνεται το καθαρό ποσό που εισέπραξε ο οφειλέτης, μετά από τις εν λόγω μειώσεις.

6) Οι ως άνω παράγραφοι του εν λόγω άρθρου εφαρμόζονται επίσης στα εισοδήματα από μη μισθωτές επαγγελματικές και εμπορικές δραστηριότητες.

7) Τα ποσά που κατάσχονται σύμφωνα με την εν λόγω διάταξη μπορεί να μεταφέρονται απευθείας στον επισπεύδοντα την εκτέλεση, σε λογαριασμό που έχει υποδείξει ο ίδιος, κατόπιν έγκρισης του αρμόδιου για την εκτέλεση δικαστικού επιμελητή.

Σε αυτή την περίπτωση, το φυσικό ή νομικό πρόσωπο που διενεργεί την κατάσχεση και την ακόλουθη μεταβίβαση, καθώς και ο επισπεύδων την εκτέλεση, υποχρεούνται να γνωστοποιούν στον δικαστικό επιμελητή, ανά τρίμηνο, τα ποσά που αποστέλλονται και λαμβάνονται, αντιστοίχως, εξαιρουμένων τυχόν αξιώσεων που προβάλλει ο καθού η εκτέλεση, επειδή θεωρεί ότι η οφειλή έχει εξοφληθεί ολοσχερώς, με αποτέλεσμα την ακύρωση της κατάσχεσης, ή επειδή οι κατασχέσεις και οι μεταβιβάσεις δεν διεξήχθησαν προσηκόντως από τον δικαστικό επιμελητή.

Η διαταγή του δικαστικού επιμελητή με την οποία επιτρέπεται η απευθείας μεταφορά μπορεί να προσβληθεί απευθύνοντας αίτηση ελέγχου απευθείας ενώπιον του δικαστηρίου.

4.2 Ποια τα αποτελέσματα των μέτρων εκτέλεσης;

Στην περίπτωση των ακινήτων ή άλλων περιουσιακών στοιχείων που επιδέχονται καταχώριση σε μητρώα, το δικαστήριο, κατόπιν αιτήσεως του επισπεύδοντος την εκτέλεση, διατάσσει την εγγραφή συντηρητικής κατάσχεσης στο αντίστοιχο δημόσιο μητρώο (συνήθως στο υποθηκοφυλακείο, το οποίο είναι το μητρώο για τα ακίνητα), προκειμένου να εξασφαλιστεί η μεταγενέστερη εκτέλεση.

Σε άλλες περιπτώσεις, μπορεί να γίνουν δεκτοί οι ακόλουθοι τύποι μέτρων:

- Μετρητά: δήμευση.

- Τρέχοντες λογαριασμοί: εντολή δέσμευσης προς το τραπεζικό ίδρυμα.

- Μισθοί: κατάσχεση εις χείρας του πληρωτή.

- Τόκοι, προϊόντα είσπραξης και έσοδα: παρακράτηση από τον πληρωτή, δικαστική διαχείριση ή καταβολή προς το δικαστήριο.

- Κινητές αξίες και χρηματοπιστωτικά μέσα: παρακράτηση τόκων στην πηγή, κοινοποίηση στην κεφαλαιαγορά ή στον ρυθμιστικό φορέα της δευτερογενούς αγοράς (εφόσον οι κινητές αξίες είναι εισηγμένες σε δημόσια κεφαλαιαγορά) και κοινοποίηση προς την εκδότρια εταιρία.

Άλλοι κινητά αγαθά: δήμευση.

Επιπλέον, προκειμένου να διασφαλιστεί η διεξαγωγή της εκτέλεσης, κάθε φυσικό και, δημόσιο ή ιδιωτικό, νομικό πρόσωπο υποχρεούται να συνεργάζεται στην εφαρμογή των μέτρων εκτέλεσης (με προειδοποίηση ότι μπορεί να τους επιβληθεί πρόστιμο ή και να καταδικαστούν για προσβολή του δικαστηρίου σε περίπτωση που δεν συμμορφώνονται με τη σχετική απαίτηση). Αυτό σημαίνει ότι πρέπει να παρέχουν τις πληροφορίες που τους ζητούνται ή να εφαρμόζουν τα σχετικά εγγυητικά μέτρα και να παρέχουν στο δικαστήριο όλα τα έγγραφα και τα στοιχεία που έχουν στην κατοχή τους, χωρίς περιορισμούς, εκτός από εκείνους που απορρέουν από την τήρηση των θεμελιωδών δικαιωμάτων ή από τα όρια που προβλέπονται ρητά από το νόμο σε ορισμένες περιπτώσεις.

4.3 Ποια η ισχύς αυτών των μέτρων;

Τα μέτρα εκτέλεσης δεν έχουν καθορισμένη διάρκεια παραμένουν σε ισχύ έως την ολοκλήρωση της εκτέλεσης. Όσον αφορά τα εν λόγω μέτρα, ο επισπεύδων την εκτέλεση πρέπει να ζητά την εκτέλεση σε κάθε περίπτωση. Για παράδειγμα, σε περίπτωση κατάσχεσης κινητής ή ακίνητης περιουσίας, ζητείται πλειστηριασμός. Η απαίτηση του επισπεύδοντος την εκτέλεση ικανοποιείται από το πλειστηρίασμα. Σε άλλες περιπτώσεις, π.χ. όταν η απόφαση αφορά την παράδοση ακινήτου στον επισπεύδοντα την εκτέλεση (όπως έξωση σε περίπτωση μη καταβολής μισθώματος), τα μέτρα εκτέλεσης περιλαμβάνουν την επιστροφή της κατοχής του ακινήτου στον επισπεύδοντα την εκτέλεση, μετά την έξωση του μισθωτή που παραβίασε το συμβόλαιο.

5 Υπάρχει δυνατότητα προσφυγής κατά της απόφασης που διατάσσει ένα τέτοιο μέτρο;

Δεν είναι δυνατή η άσκηση έφεσης κατά της διαταγής εκτέλεσης. Σε αυτήν την περίπτωση, ο μπορεί να ασκήσει ανακοπή μετά την κοινοποίηση της εκτέλεσης. Σε αυτήν την περίπτωση, δικάζεται η προαναφερθείσα‑ ανακοπή. Η ανακοπή μπορεί να στηρίζεται σε ουσιαστικούς λόγους ή τυπικά ελαττώματα. Οι εν λόγω λόγοι ανακοπής μπορεί να διαφέρουν ανάλογα με τον εκτελεστό τίτλο (όπως προβλέπεται στο άρθρο 556 επ. του κώδικα πολιτικής δικονομίας), ανάλογα με το αν πρόκειται για προδικαστική απόφαση του δικαστηρίου ή του επιμελητή, απόφαση διαιτησίας ή συμφωνία διαμεσολάβησης τίτλοι ανώτατης ποινής που εκδίδονται σε ποινικές διαδικασίες για τροχαία ατυχήματα Τίτλοι που αναφέρονται στα εδάφια 4, 5, 6 και 7 του άρθρου 517 του κώδικα πολιτικής δικονομίας, καθώς και άλλοι εκτελεστοί τίτλοι που αναφέρονται στο εδάφιο 9 του άρθρου 517 παράγραφος 2. Οι ανακοπές που βασίζονται σε υπερβολική απαίτηση και οι ανακοπές που βασίζονται σε τυπικά ελαττώματα διέπονται από τα άρθρα 558 και 559 αντίστοιχα του κώδικα πολιτικής δικονομίας). Σημειώνεται ότι το δικαστήριο μπορεί να έχει εγείρει προηγουμένως αυτεπάγγελτα ορισμένους από τους λόγους αυτούς (εάν το δικαστήριο κρίνει ότι κάποια από τις ρήτρες που περιλαμβάνονται σε εκτελεστό τίτλο, ο οποίος συνίσταται σε επικυρωμένα δημόσια έγγραφα, πράξεις ή πιστοποιητικά ενδέχεται να είναι καταχρηστική, είναι υποχρεωμένο να ενεργήσει αυτεπάγγελτα αφού ακούσει αμφότερα τα μέρη επί του θέματος και να εκδώσει απόφαση). Τα μέρη μπορούν να ασκήσουν έφεση κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου επί του λόγου ανακοπής. Η έφεση εκδικάζεται από το αρμόδιο εφετείο (Audiencia provincial).

6 Υπάρχουν περιορισμοί στην εκτέλεση, ιδίως όσον αφορά την προστασία του οφειλέτη ή τις προθεσμίες;

Το μέτρο εκτέλεσης μπορεί να πάψει να ισχύει. Επομένως, μέτρο εκτέλεσης που βασίζεται σε δικαστική απόφαση, απόφαση του επιμελητή για την έγκριση νομικού συμβιβασμού ή συμφωνία που συνήφθη κατά τη διάρκεια της δίκης ή σε διαιτητική απόφαση ή συμφωνία διαμεσολάβησης, παύει να ισχύει εάν η αντίστοιχη αίτηση εκτέλεσης δεν κατατεθεί εντός πέντε ετών από τον χρόνο κατά τον οποίο η εκάστοτε απόφαση καταστεί τελεσίδικη (άρθρο 518 του κώδικα πολιτικής δικονομίας).

Υπάρχει επίσης περίοδος αναμονής πριν την έναρξη διαδικασίας εκτέλεσης προδικαστικών αποφάσεων (από το δικαστήριο ή τον επιμελητή) ή αποφάσεων διαιτησίας ή συμφωνιών διαμεσολάβησης. Σκοπός της περιόδου αυτής είναι να δοθεί στον εναγόμενο χρόνος να συμμορφωθεί εκουσίως με την απόφαση και ο νικήσας διάδικος δεν απαιτείται να αιτηθεί εκτέλεση. Αντίστοιχα, δεν διατάσσεται εκτέλεση προδικαστικών ή διαιτητικών αποφάσεων ή συμφωνιών διαμεσολάβησης εντός είκοσι ημερών από την ημέρα κατά την οποία η καταδικαστική απόφαση καθίσταται τελεσίδικη ή από την ημέρα κατά την οποία η απόφαση για την έγκριση ή την υπογραφή της συμφωνίας κοινοποιείται στον οφειλέτη (άρθρο 548 του κώδικα πολιτικής δικονομίας). Σκοπός της περιόδου αναμονής είναι η ενθάρρυνση της εκούσιας συμμόρφωσης του εναγομένου.

Όπως εξηγείται ανωτέρω στο σημείο 4.1, για την προστασία του οφειλέτη, ο κώδικας πολιτικής δικονομίας ορίζει ορισμένα περιουσιακά στοιχεία ως ακατάσχετα και θέτει αναλογικά ποσοτικά όρια στις κατασχέσεις μισθών, ημερομισθίων, αμοιβών και συντάξεων.

Στους πλειστηριασμούς ακινήτων, η εκποίηση προς τον πλειοδότη πρέπει να γίνεται για τα ελάχιστα ποσά, κατ’ αναλογία προς την αξία αποτίμησης του περιουσιακού στοιχείου ή του ποσό της οφειλής. Αυτά τα όρια για την προστασία του οφειλέτη είναι υψηλότερα, εάν αντικείμενο του πλειστηριασμού είναι η πρώτη κατοικία του οφειλέτη (άρθρα 670 και 671 του κώδικα πολιτικής δικονομίας).

Ο κώδικας πολιτικής δικονομίας ορίζει επίσης ότι, κατά γενικό κανόνα, δεν επιτρέπεται αναγκαστική εκτέλεση τόκων επί του αρχικού οφειλόμενου ποσού και διαδικαστικών εξόδων, για ποσό που υπερβαίνει το 30 % του αρχικού κεφαλαίου (άρθρο 575 του κώδικα πολιτικής δικονομίας).

Σε περίπτωση που επισπεύδεται εκτέλεση κατά πρώτης κατοικίας, τα απαιτητά από τον οφειλέτη έξοδα δεν μπορεί να υπερβαίνουν το 5 % του ποσού που αφορά η αίτηση εκτέλεσης (άρθρο 575 του κώδικα πολιτικής δικονομίας).

Στις κατασχέσεις ενυπόθηκων ακινήτων, και για οφειλέτες των οποίων η κοινωνική και οικονομική κατάσταση είναι ιδιαίτερα ευάλωτη, η έξωση από την πρώτη κατοικία αναβάλλεται.

Σύμφωνα με τα άρθρα 55 έως 57 του πτωχευτικού κώδικα (Ley Concursal), μεμονωμένες παραγγελίες προς εκτέλεση δεν εκτελούνται κατά εμπορικών εταιρειών που έχουν κηρυχθεί σε πτώχευση, δεδομένου ότι το πτωχευτικό δικαστήριο έχει αποκλειστική αρμοδιότητα ως προς την αναγκαστική εκτέλεση κατά του πτωχού. Σκοπός αυτού είναι να αποφευχθεί η προνομιακή μεταχείριση ορισμένων πιστωτών έναντι άλλων.


Την έκδοση αυτής της σελίδας στην εθνική γλώσσα διαχειρίζεται ο αντίστοιχος αρμόδιος επαφής του ΕΔΔ. Οι μεταφράσεις έχουν γίνει από την αρμόδια υπηρεσία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Οι τυχόν αλλαγές που επιφέρει η αρμόδια εθνική αρχή στο πρωτότυπο ενδέχεται να μην έχουν περιληφθεί ακόμα στις μεταφράσεις. Η Επιτροπή και το Ευρωπαϊκό Δικαστικό Δίκτυο δεν αναλαμβάνουν καμία απολύτως ευθύνη όσον αφορά πληροφορίες ή δεδομένα που περιέχονται ή αναφέρονται στο παρόν έγγραφο. Βλ. την ανακοίνωση νομικού περιεχομένου για τους κανόνες πνευματικής ιδιοκτησίας που ισχύουν στο κράτος μέλος που είναι αρμόδιο για την παρούσα σελίδα.

Τελευταία επικαιροποίηση: 02/08/2017

Διαδικασίες για την εφαρμογή δικαστικών αποφάσεων - Γαλλία


1 Ποια η έννοια της εκτέλεσης στις αστικές και εμπορικές υποθέσεις;

Η εκτέλεση (όρος που αναφέρεται στην αναγκαστική εκτέλεση, καθώς για την εκούσια εκτέλεση από τον οφειλέτη των υποχρεώσεών του δεν απαιτείται η κίνηση διαδικασίας) καλύπτει όλες τις διαδικασίες που επιτρέπουν την πραγμάτωση «εκτελεστής» υποχρέωσης ενάντια στη θέληση του οφειλέτη. Το γαλλικό δίκαιο αναγνωρίζει τρεις κατηγορίες αστικών υποχρεώσεων: υποχρέωση πληρωμής, υποχρέωση πράξης ή παράλειψης και τέλος υποχρέωση παράδοσης ή απόδοσης.

Το δίκαιο της εκτέλεσης αφορά την περιουσία του οφειλέτη: δεν υπάρχει εκτέλεση επί προσώπου. Ωστόσο, η άρνηση εκπλήρωσης ορισμένων υποχρεώσεων (υποχρεώσεων διατροφής) αποτελεί αδίκημα που διώκεται ποινικά και επισύρει ποινή φυλάκισης. Το ίδιο ισχύει για τη μεθόδευση δόλιας χρεοκοπίας από τον οφειλέτη.

Οι διατάξεις της νομοθεσίας για τα μέτρα εκτέλεσης είναι διαρθρωμένες με βάση το παραπάνω τρίπτυχο (πληρωμή, πράξη, παράδοση).

Οι υποχρεώσεις πληρωμής εκτελούνται με κατάσχεση. Αν η κατάσχεση αφορά χρηματικό ποσό, το ποσό που κατάσχεται αποδίδεται στον δανειστή (π.χ. κατάσχεση τραπεζικού λογαριασμού). Αν η κατάσχεση αφορά περιουσιακό στοιχείο του οφειλέτη, συνεχίζεται με τον αναγκαστικό πλειστηριασμό του περιουσιακού στοιχείου και την απόδοση του εκπλειστηριάσματος στον δανειστή μέχρι το ύψος της απαίτησής του.

Οι υποχρεώσεις παράδοσης ή απόδοσης διαφέρουν ανάλογα με τη φύση του περιουσιακού στοιχείου. Στην περίπτωση των κινητών, το περιουσιακό στοιχείο κατάσχεται και στη συνέχεια αποδίδεται στον νόμιμο κύριό του. Στην περίπτωση των ακινήτων, η απόδοση της νομής του ακινήτου στον κύριο διενεργείται μέσω της αποβολής από αυτό του κατόχου του.

Στις υποχρεώσεις προς πράξη ή παράλειψη, η εκτέλεση συμπεριλαμβάνει και χρηματική ποινή, στην οποία καταδικάζεται ο οφειλέτης επιπλέον της υποχρέωσης την οποία πρέπει να εκπληρώσει. Το ποσό αυτό, που επιδικάζεται από το δικαστήριο, υπολογίζεται κατ’ αναλογία προς τον χρόνο μη εκπλήρωσης (για τις υποχρεώσεις προς πράξη) ή προς τον αριθμό παραβιάσεων της υποχρέωσης προς παράλειψη. Στον βαθμό που οι υποχρεώσεις προς πληρωμή, προς παράδοση ή προς απόδοση ερμηνεύονται και ως υποχρεώσεις προς πράξη, μπορεί να διαταχθεί χρηματική ποινή ακόμα και αν έχουν ληφθεί και μέτρα αναγκαστικής εκτέλεσης.

2 Ποια αρχή ή ποιες αρχές είναι αρμόδιες για την εκτέλεση;

Για τη διενέργεια της αναγκαστικής εκτέλεσης είναι καταρχήν αποκλειστικά αρμόδιοι οι δικαστικοί επιμελητές. Ωστόσο, απαιτείται πάντα η προηγούμενη άδεια του δικαστηρίου για δύο διαδικασίες εκτέλεσης:

  • για την κατάσχεση μισθών, που εγκρίνεται από το πρωτοδικείο του τόπου κατοικίας του οφειλέτη ή του τρίτου στα χέρια του οποίου γίνεται η κατάσχεση, εάν ο οφειλέτης κατοικεί στο εξωτερικό ή είναι άγνωστης διαμονής,
  • για την κατάσχεση ακινήτων, που διενεργείται ενώπιον του δικαστή της εκτέλεσης του τόπου όπου βρίσκεται το ακίνητο.

3 Ποιες οι προϋποθέσεις υπό τις οποίες μπορεί να εκδοθεί ένας εκτελεστός τίτλος ή μια απόφαση;

3.1 Η διαδικασία

Βάση αναγκαστικής εκτέλεσης μπορούν να αποτελέσουν όλοι οι εκτελεστοί τίτλοι. Αυτοί ορίζονται στο άρθρο L. 111-3 του κώδικα διαδικασιών εκτέλεσης σε αστικές υποθέσεις (code des procédures civiles d’exécution):

  • Οι αποφάσεις πολιτικών ή διοικητικών δικαστηρίων όταν είναι εκτελεστές, καθώς και οι συμβάσεις τις οποίες το δικαστήριο έχει αναγνωρίσει ως εκτελεστούς τίτλους.
  • Οι αλλοδαπές πράξεις και δικαστικές αποφάσεις, καθώς και οι διαιτητικές αποφάσεις, που έχουν κηρυχθεί εκτελεστές με απόφαση κατά της οποίας δεν χωρεί προσφυγή με ανασταλτικό της εκτέλεσης αποτέλεσμα.
  • Τα αποσπάσματα πρακτικών συμβιβασμού που υπογράφονται από τον δικαστή και τους διαδίκους.
  • Οι συμβολαιογραφικές πράξεις οι οποίες έχουν περιβληθεί τον εκτελεστήριο τύπο
  • Οι τίτλοι που εκδίδονται από δικαστικό επιμελητή σε περίπτωση μη εξόφλησης επιταγής
  • Οι τίτλοι που εκδίδονται από νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου και οι οποίοι χαρακτηρίζονται ως εκτελεστοί τίτλοι από τον νόμο, καθώς και οι αποφάσεις οι οποίες σύμφωνα με τον νόμο παράγουν αποτελέσματα ίδια με εκείνα δικαστικής απόφασης.

Οι δικαστικές αποφάσεις κατά των οποίων δεν χωρεί προσφυγή με ανασταλτικό της εκτέλεσης αποτέλεσμα είναι εκτελεστές χωρίς να απαιτείται άλλη απόφαση. Οι αποφάσεις αυτές, όπως ακριβώς και οι συμβολαιογραφικές πράξεις, περιβάλλονται (από τον γραμματέα του δικαστηρίου ή από τον συμβολαιογράφο, ανάλογα με την περίσταση) τον εκτελεστήριο τύπο, ο οποίος πιστοποιεί την εκτελεστότητά τους. Δεν υπάρχει άλλη ενδιάμεση διαδικασία που να απαιτείται για την πραγματοποίηση της εκτέλεσης.

Εφόσον δεν υπάρχει δικαστική απόφαση, ο δανειστής μπορεί να λάβει άδεια για την διενέργεια συντηρητικής κατάσχεσης ή τη σύσταση ασφάλειας με δικαστική απόφαση. Τα μέτρα που λαμβάνονται σε τέτοιες περιπτώσεις παύουν να ισχύουν σε σύντομο χρονικό διάστημα εάν δεν κοινοποιηθούν στον αντίδικο (εντός οκτώ ημερών) και εάν ο δανειστής δεν ασκήσει αγωγή για την ουσία της υπόθεσης, επιδιώκοντας την έκδοση δικαστικής απόφασης με την οποία θα αναγνωρίζεται η απαίτησή του.

Τα μέτρα αναγκαστικής εκτέλεσης επί κινητών και επί χρηματικών ποσών, καθώς και η αποβολή από ακίνητο, πρέπει να εκτελούνται από δικαστικό επιμελητή, ο οποίος είναι δημόσιος και κρατικός λειτουργός, δηλαδή όργανο εκτέλεσης που διορίζεται από τον Υπουργό Δικαιοσύνης. Ο δικαστικός επιμελητής ασκεί τα καθήκοντά του σύμφωνα με το ιδιωτικό δίκαιο, ωστόσο, σε ό,τι αφορά την εκτέλεση, απολαμβάνει προνόμια δημόσιας αρχής, στο πλαίσιο συγκεκριμένων κανόνων και αυστηρώς ελεγχόμενου κώδικα δεοντολογίας.

Η κατάσχεση ακινήτων πραγματοποιείται μέσω ειδικής διαδικασίας ενώπιον του δικαστή της εκτέλεσης του πολυμελούς πρωτοδικείου (tribunal de grande instance), στην οποία ο δανειστής εκπροσωπείται υποχρεωτικά από δικηγόρο.

Τα έξοδα για τα μέτρα αναγκαστικής εκτέλεσης βαρύνουν καταρχήν τον οφειλέτη, ο οποίος υποχρεούται να τα καταβάλει επιπλέον της οφειλής.

Τα εν λόγω έξοδα εκτέλεσης προβλέπονται σε τιμοκατάλογο που καθορίζει την αμοιβή των δικαστικών επιμελητών για κάθε πράξη εκτέλεσης. Η αμοιβή των δικαστικών επιμελητών καθορίζεται στο διάταγμα αριθ. 96-1080 της 12ης Δεκεμβρίου 1996. Περιλαμβάνει ένα κατ’ αποκοπή ποσό, το οποίο εκφράζεται, σωρευτικά ή εναλλακτικά, ανάλογα με την περίπτωση, ως πάγια ή αναλογικά δικαιώματα, που συνοδεύονται σε ορισμένες περιπτώσεις από έξοδα για τη λήψη καταδιωκτικών μέτρων.

Τα πάγια δικαιώματα βαρύνουν τον οφειλέτη. Τα αναλογικά δικαιώματα, που υπολογίζονται με βάση φθίνουσα κλίμακα τιμών και σε συνάρτηση με το ύψος του εισπραχθέντος ποσού, βαρύνουν εν μέρει τον δανειστή και εν μέρει τον οφειλέτη.

Παραδείγματος χάριν, για εισπραχθείσα απαίτηση ύψους 10.000 EUR, το κόστος ορισμένων μέτρων αναγκαστικής εκτέλεσης έχει ως εξής:

  • Κατάσχεση τραπεζικού λογαριασμού: πάγια δικαιώματα μαζί με τους φόρους: 187,53 EUR
  • κατάσχεση κινητών: πάγια δικαιώματα μαζί με τους φόρους: 66,98 EUR
  • κατάσχεση οχήματος με δήλωση στη νομαρχία: πάγια δικαιώματα μαζί με τους φόρους: 133,95 EUR
  • εντολή προς πληρωμή επ’ απειλή κατάσχεσης ακινήτου: πάγια δικαιώματα μαζί με τους φόρους: 80,37 EUR.

Στα ανωτέρω πάγια δικαιώματα προστίθενται αναλογικά δικαιώματα τα οποία, για το σύνολο της απαίτησης, ανέρχονται στο ποσό των 723,44 EUR μαζί με τους φόρους, εκ των οποίων τα 121,35 EUR βαρύνουν τον οφειλέτη και τα 602,09€ τον δανειστή.

3.2 Οι κύριες προϋποθέσεις

Δεν απαιτείται η άδεια του δικαστηρίου για τη λήψη μέτρων εκτέλεσης βάσει εκτελεστού τίτλου.

Για την έγκριση ασφαλιστικών μέτρων υπέρ δανειστή που δεν διαθέτει ακόμη εκτελεστό τίτλο, ισχύουν οι εξής προϋποθέσεις: η απαίτηση πιθανολογείται βάσιμη, ενώ η ικανοποίησή της πιθανολογείται επισφαλής. Ο αρμόδιος δικαστής για την έγκριση της συντηρητικής κατάσχεσης είναι ο δικαστής της εκτέλεσης (δικαστής του πολυμελούς πρωτοδικείου) ή ο πρόεδρος του εμποροδικείου (tribunal de commerce), εντός των ορίων της αρμοδιότητας του εν λόγω δικαστηρίου.

4 Αντικείμενο και φύση των μέτρων εκτέλεσης

4.1 Ποια περιουσιακά στοιχεία μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο εκτέλεσης;

Το σύνολο της περιουσίας του οφειλέτη αποτελεί ασφάλεια για την ικανοποίηση του δανειστή, πράγμα που σημαίνει ότι, καταρχήν, μπορεί να κατασχεθεί οποιοδήποτε περιουσιακό στοιχείο του οφειλέτη. Υπάρχουν ειδικές διατάξεις για τις διάφορες κατηγορίες περιουσιακών στοιχείων: απαιτήσεις (μισθώματα, μισθοί, ποσά κατατεθέντα σε τραπεζικό λογαριασμό), κινητά παντός είδους, ακίνητα και εμπράγματα δικαιώματα, κινητές αξίες και δικαιώματα εταίρων, μεταφορικά μέσα (χερσαία μέσα, σκάφη, πλοία και αεροσκάφη), δικαιώματα δημιουργού, χρηματικά ποσά που φυλάσσονται σε χρηματοκιβώτιο κ.ο.κ.

Ο νόμος ενδέχεται, ωστόσο, να προβλέπει ότι ορισμένα περιουσιακά στοιχεία είναι ακατάσχετα. Τούτο ισχύει ιδίως για τα εξής:

  • ποσά που έχουν χαρακτήρα διατροφής (π.χ. μέρος του μισθού που καθορίζεται με βάση φθίνουσα κλίμακα σε συνάρτηση με το ύψος του εισοδήματος και των οικογενειακών βαρών, η οποία αναπροσαρμόζεται σε ετήσια βάση)
  • κινητά πράγματα που είναι απαραίτητα για τη διαβίωση και την εργασία του οφειλέτη, τα οποία μπορούν να κατασχεθούν μόνο για την καταβολή του τιμήματος αγοράς τους ή εάν είναι μεγάλης αξίας
  • περιουσιακά στοιχεία που είναι απαραίτητα σε ασθενείς ή σε άτομα με αναπηρία.

4.2 Ποια τα αποτελέσματα των μέτρων εκτέλεσης;

Τα μέτρα αναγκαστικής εκτέλεσης επί πραγμάτων και απαιτήσεων έχουν δύο στάδια. Σε πρώτη φάση, το όργανο εκτέλεσης προβαίνει στην κατάσχεση του πράγματος ή του χρηματικού ποσού. Η κατάσχεση έχει ως συνέπεια την αφαίρεση της εξουσίας διάθεσης των κατασχεθέντων πραγμάτων, αλλά ο οφειλέτης εξακολουθεί να τα νέμεται και λογίζεται πλέον ως θεματοφύλακάς τους. Η υπεξαίρεση των εν λόγω πραγμάτων από τον οφειλέτη αποτελεί ποινικό αδίκημα. Τα χρηματικά ποσά δεσμεύονται στον τραπεζικό λογαριασμό, αλλά εκχωρούνται αμέσως, αν και εικονικά, στον επισπεύδοντα δανειστή.

Η κατάσχεση κοινοποιείται στον οφειλέτη. Αν ο οφειλέτης δεν προσφύγει ενώπιον του δικαστή της εκτέλεσης κατά της κατάσχεσης, το όργανο εκτέλεσης νομιμοποιείται να προχωρήσει στο δεύτερο στάδιο της κατάσχεσης, δηλαδή αφαιρεί τα κατασχεθέντα πράγματα με σκοπό τον πλειστηριασμό τους ή καλεί τον τρίτο στα χέρια του οποίου έχει γίνει η κατάσχεση (συνήθως τράπεζα) να του παραδώσει τα κατασχεθέντα χρηματικά ποσά.

Η τράπεζα, ως τρίτος στα χέρια του οποίου έχει γίνει η κατάσχεση (tiers saisi), έχει την υποχρέωση, κατά τον χρόνο της κατάσχεσης, να γνωστοποιήσει στον δικαστικό επιμελητή όλα τα ποσά που τηρούνται σ’ αυτήν στο όνομα του οφειλέτη. Εάν η τράπεζα δεν συμμορφωθεί με την υποχρέωση αυτή ή αν παραδώσει στον οφειλέτη ποσά τα οποία έχουν κατασχεθεί στα χέρια της, μπορεί, κατόπιν αίτησης του δανειστή, να καταδικασθεί από το δικαστήριο να καταβάλει την οφειλή αντί του οφειλέτη.

4.3 Ποια η ισχύς αυτών των μέτρων;

Οι εκτελεστοί τίτλοι ισχύουν για 10 έτη. Τα μέτρα εκτέλεσης πρέπει να ληφθούν μέσα σ’ αυτό το χρονικό διάστημα (άρθρο L. 111-4 του κώδικα διαδικασιών εκτέλεσης σε αστικές υποθέσεις).

Η άδεια του δικαστή της εκτέλεσης για την επιβολή συντηρητικών κατασχέσεων παύει αυτοδικαίως να ισχύει εάν το ασφαλιστικό μέτρο δεν ληφθεί εντός τριμήνου από την έκδοση της σχετικής διαταγής.

5 Υπάρχει δυνατότητα προσφυγής κατά της απόφασης που διατάσσει ένα τέτοιο μέτρο;

Το ερώτημα αφορά μόνο την άδεια για την επιβολή συντηρητικής κατάσχεσης. Σε ό,τι αφορά τους εκτελεστούς τίτλους, η άσκηση προσφυγής συνδέεται με την αμφισβήτηση της ίδιας της απαίτησης ενώπιον δικαστηρίου.

Όταν έχει ληφθεί ασφαλιστικό μέτρο και κοινοποιηθεί στον οφειλέτη, ο οφειλέτης μπορεί να ασκήσει ανακοπή ενώπιον του δικαστή της εκτέλεσης που ενέκρινε το μέτρο, αμφισβητώντας την εκπλήρωση των προϋποθέσεων για τη χορήγηση της σχετικής άδειας. Η προσφυγή στο δικαστήριο είναι δυνατή υπό τον όρο ότι η συντηρητική κατάσχεση δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε αναγκαστική κατόπιν αναγνώρισης της απαίτησης από δικαστήριο.

6 Υπάρχουν περιορισμοί στην εκτέλεση, ιδίως όσον αφορά την προστασία του οφειλέτη ή τις προθεσμίες;

Σε ό,τι αφορά τις προθεσμίες, ο εκτελεστός τίτλος ισχύει καταρχήν για δέκα χρόνια.

Επιπλέον, οι διαδικασίες εκτέλεσης περιορίζονται στις αναγκαίες για την είσπραξη της απαίτησης ενέργειες και δεν πρέπει να γίνεται κατάχρηση κατά την επιλογή των σχετικών μέτρων.

Παρόλο που ο δανειστής μπορεί καταρχήν να κατάσχει το σύνολο της περιουσίας του οφειλέτη, υπάρχουν περιορισμοί που συνίστανται σε περιουσιακά στοιχεία ακατάσχετα εκ του νόμου. Αυτά είναι καταρχήν ποσά διατροφής, κινητά απαραίτητα για τη διαβίωση και την εργασία του οφειλέτη, αντικείμενα απαραίτητα για άτομα με αναπηρία, ορισμένα ελάχιστα κοινωνικά επιδόματα και οικογενειακές παροχές. Ακατάσχετα είναι επίσης ποσά σε τραπεζικό λογαριασμό έως το ελάχιστο εγγυημένο εισόδημα (revenu de solidarité active) όπως αυτό ορίζεται για ένα πρόσωπο. Τέλος, κατάσχεση μισθών επιτρέπεται μόνο εντός των ορίων που καθορίζονται με διάταγμα, το οποίο προσδιορίζει το υποκείμενο σε κατάσχεση ποσό σε συνάρτηση με το ύψος των αποδοχών και τα προστατευόμενα μέλη του οφειλέτη.

Επιπλέον, σε ορισμένες περιπτώσεις οι ατομικές επιχειρήσεις απολαμβάνουν ιδιαίτερη προστασία για το σύνολο ή για μέρος της περιουσίας τους.

Τέλος, μέτρα εκτέλεσης δεν λαμβάνονται παρά μόνο από τις 6 το πρωί έως τις 9 το βράδυ, εκτός από Κυριακές και αργίες, εκτός εάν έχει δοθεί προηγούμενη άδεια από τον δικαστή της εκτέλεσης. Κάθε εκτέλεση που αφορά ποσό μικρότερο των 535 EUR σε τόπο κατοικίας πρέπει επίσης να έχει λάβει την πρότερη άδεια του δικαστή της εκτέλεσης.

Σχετικοί σύνδεσμοι

Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροLegifrance

Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροΔικτυακός τόπος του εθνικού επιμελητηρίου των δικαστικών επιμελητών (Chambre Nationale des Huissiers de Justice)


Την έκδοση αυτής της σελίδας στην εθνική γλώσσα διαχειρίζεται ο αντίστοιχος αρμόδιος επαφής του ΕΔΔ. Οι μεταφράσεις έχουν γίνει από την αρμόδια υπηρεσία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Οι τυχόν αλλαγές που επιφέρει η αρμόδια εθνική αρχή στο πρωτότυπο ενδέχεται να μην έχουν περιληφθεί ακόμα στις μεταφράσεις. Η Επιτροπή και το Ευρωπαϊκό Δικαστικό Δίκτυο δεν αναλαμβάνουν καμία απολύτως ευθύνη όσον αφορά πληροφορίες ή δεδομένα που περιέχονται ή αναφέρονται στο παρόν έγγραφο. Βλ. την ανακοίνωση νομικού περιεχομένου για τους κανόνες πνευματικής ιδιοκτησίας που ισχύουν στο κράτος μέλος που είναι αρμόδιο για την παρούσα σελίδα.

Τελευταία επικαιροποίηση: 11/08/2017

Διαδικασίες για την εφαρμογή δικαστικών αποφάσεων - Κροατία


1 Ποια η έννοια της εκτέλεσης στις αστικές και εμπορικές υποθέσεις;

Στη Δημοκρατία της Κροατίας, οι διαδικασίες αναγκαστικής εκτέλεσης διέπονται από τις διατάξεις του νόμου περί αναγκαστικής εκτέλεσης (Ovršni zakon — στο εξής «ΟΖ») [(Εφημερίδα της Κυβερνήσεως της Δημοκρατίας της Κροατίας (Narodne Novine), αριθ. 112/12, 25/13, 93/14, 55/16 και 73/17]. Ο νόμος αυτός ρυθμίζει τη διαδικασία κατά την οποία τα δικαστήρια και οι συμβολαιογράφοι προβαίνουν στην αναγκαστική είσπραξη απαιτήσεων στη βάση εκτελεστών τίτλων ή δημόσιων εγγράφων (διαδικασία αναγκαστικής εκτέλεσης), πλην αν ειδικός νόμος ορίζει διαφορετικά.

2 Ποια αρχή ή ποιες αρχές είναι αρμόδιες για την εκτέλεση;

Οι διαδικασίες αναγκαστικής εκτέλεσης βάσει εκτελεστού τίτλου διενεργούνται από τα δικαστήρια, ενώ οι διαδικασίες αναγκαστικής εκτέλεσης βάσει δημόσιου εγγράφου διενεργούνται από τους συμβολαιογράφους.

Το τι συνιστά εκτελεστό τίτλο ορίζεται στο άρθρο 23 του ΟΖ, ενώ το τι συνιστά δημόσιο έγγραφο ορίζεται στο άρθρο 31 του ΟΖ.

Στις διαδικασίες αναγκαστικής εκτέλεσης συμμετέχουν επίσης η Οικονομική Υπηρεσία (Financijska agencija — στο εξής η «Υπηρεσία»), η οποία αποτελεί νομικό πρόσωπο που διενεργεί πράξεις αναγκαστικής εκτέλεσης σύμφωνα με τις διατάξεις του ΟΖ και του νόμου περί κατάσχεσης χρηματικών ποσών, καθώς και οι εργοδότες, το Κροατικό Ταμείο Ασφάλισης Συντάξεων (Hrvatski zavod za mirovinsko osiguranje) και άλλοι φορείς που προβλέπονται από τον νόμο.

3 Ποιες οι προϋποθέσεις υπό τις οποίες μπορεί να εκδοθεί ένας εκτελεστός τίτλος ή μια απόφαση;

Τα δικαστήρια διεξάγουν διαδικασίες αναγκαστικής εκτέλεσης στη βάση εκτελεστών τίτλων, οι οποίοι, σύμφωνα με τις διατάξεις του ΟΖ, είναι οι εξής:

1. οι εκτελεστές δικαστικές αποφάσεις και οι εκτελεστοί δικαστικοί συμβιβασμοί,

2. οι εκτελεστοί συμβιβασμοί που αναφέρονται στο άρθρο 186.a του νόμου περί πολιτικής δικονομίας,

3. οι εκτελεστές αποφάσεις διαιτητικού δικαστηρίου,

4. οι εκτελεστές αποφάσεις που έχουν εκδοθεί σε διοικητική διαδικασία και οι εκτελεστοί συμβιβασμοί που έχουν συναφθεί στο πλαίσιο διοικητικής διαδικασίας εφόσον προβλέπουν την εκπλήρωση χρηματικής υποχρέωσης, πλην αν ο νόμος ορίζει διαφορετικά,

5. οι συμβολαιογραφικές εκτελεστές αποφάσεις και οι συμβολαιογραφικοί εκτελεστοί τίτλοι,

6. οι συμβιβασμοί που έχουν συναφθεί ενώπιον των «δικαστηρίων τιμής» (sudovi časti) φορέων της Δημοκρατίας της Κροατίας και οι συμβιβασμοί που έχουν συναφθεί σε διαδικασία διαμεσολάβησης σύμφωνα με τις διατάξεις του νόμου περί των διαδικασιών διαμεσολάβησης,

7. τα λοιπά έγγραφα τα οποία ο νόμος χαρακτηρίζει εκτελεστούς τίτλους.

Οι εκτελεστοί τίτλοι μπορούν να στηρίξουν αναγκαστική εκτέλεση αν προσδιορίζουν τον δανειστή και τον οφειλέτη, καθώς και το αντικείμενο, το είδος, την έκταση και τον χρόνο εκπλήρωσης της χρηματικής υποχρέωσης.

Αν ο εκτελεστός τίτλος είναι απόφαση που διατάζει την εκπλήρωση υποχρέωσης παράδοσης ή υποχρέωσης επιχείρησης πράξης, πρέπει επίσης να περιλαμβάνει προθεσμία εκούσιας συμμόρφωσης, ενώ αν δεν καθορίζει προθεσμία εκούσιας συμμόρφωσης, το δικαστήριο ορίζει τέτοια προθεσμία στη διαταγή εκτέλεσης.

3.1 διαδικασία

Ο δανειστής κινεί τη διαδικασία αναγκαστικής εκτέλεσης βάσει εκτελεστού τίτλου με την υποβολή αίτησης αναγκαστικής εκτέλεσης στο δικαστήριο. Η αίτηση αναγκαστικής εκτέλεσης μπορεί να υποβληθεί αυτοπροσώπως από τον δανειστή, ως διάδικο της δίκης, ή μέσω εκπροσώπου. Διαδικασία αναγκαστικής εκτέλεσης μπορεί να κινηθεί και αυτεπαγγέλτως, στις περιπτώσεις που αυτό προβλέπεται ειδικά από τον νόμο.

Καθ’ ύλην αρμόδια για τις διαδικασίες αναγκαστικής εκτέλεσης είναι τα δημοτικά δικαστήρια (općinski sudovi), πλην αν ο νόμος ορίζει διαφορετικά. Η εκτέλεση διενεργείται εντός των ορίων που καθορίζει η διαταγή εκτέλεσης.

Η διαταγή εκτέλεσης πρέπει να αναφέρει τον εκτελεστό τίτλο ή το δημόσιο έγγραφο βάσει του οποίου διενεργείται η αναγκαστική εκτέλεση, τον δανειστή και το πρόσωπο κατά του οποίου στρέφεται η αναγκαστική εκτέλεση (τον οφειλέτη), την εκτελούμενη αξίωση, τα μέσα και το αντικείμενο της αναγκαστικής εκτέλεσης, καθώς και τις λοιπές πληροφορίες που είναι αναγκαίες για τη διενέργεια της αναγκαστικής εκτέλεσης.

3.2 Οι κύριες προϋποθέσεις

Το δικόγραφο αίτησης αναγκαστικής εκτέλεσης πρέπει να περιλαμβάνει το αίτημα αναγκαστικής εκτέλεσης, στο οποίο να αναφέρονται ο εκτελεστός τίτλος ή το δημόσιο έγγραφο βάσει του οποίου ζητείται η αναγκαστική εκτέλεση, ο δανειστής και ο οφειλέτης, οι προσωπικοί αριθμοί ταυτότητας του δανειστή και του οφειλέτη, η αξίωση της οποίας ζητείται η ικανοποίηση, τα μέσα που απαιτούνται για τη διενέργεια της εκτέλεσης και (αν είναι αναγκαίο) το αντικείμενο της εκτέλεσης. Το δικόγραφο πρέπει επίσης να περιλαμβάνει τις λοιπές προβλεπόμενες πληροφορίες που είναι αναγκαίες για τη διενέργεια της αναγκαστικής εκτέλεσης.

Το δικόγραφο αίτησης αναγκαστικής εκτέλεσης βάσει δημόσιου εγγράφου πρέπει να περιλαμβάνει:

1. αίτημα προς το δικαστήριο να διατάξει τον οφειλέτη να ικανοποιήσει την αξίωση και να εξοφλήσει τα συναφή έξοδα εντός προθεσμίας οκτώ ημερών ή, στην περίπτωση απαίτησης από συναλλαγματική ή επιταγή, εντός προθεσμίας τριών ημερών, και

2. αίτημα αναγκαστικής εκτέλεσης.

Επομένως, οι βασικές προϋποθέσεις που πρέπει να πληρούνται για να εκδοθεί διαταγή αναγκαστικής εκτέλεσης είναι: να υποβληθεί εκτελεστός τίτλος ή δημόσιο έγγραφο βάσει του οποίου θα διαταχθεί αναγκαστική εκτέλεση και αίτημα αναγκαστικής εκτέλεσης.

4 Αντικείμενο και φύση των μέτρων εκτέλεσης

Αντικείμενο αναγκαστικής εκτέλεσης μπορούν να είναι πράγματα και δικαιώματα επί των οποίων μπορεί, σύμφωνα με τον νόμο, να διενεργηθεί αναγκαστική εκτέλεση για την ικανοποίηση αξίωσης. Η αναγκαστική εκτέλεση διενεργείται για να ικανοποιηθεί αξίωση του δανειστή μέσω μέτρων επί περιουσιακών στοιχείων του οφειλέτη, τα οποία αποτελούν αναπόσπαστο μέρος της περιουσίας του.

4.1 Ποια περιουσιακά στοιχεία μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο εκτέλεσης;

Αντικείμενο εκτέλεσης μπορούν να αποτελέσουν τα περιουσιακά στοιχεία του οφειλέτη (χρήματα, ακίνητα, κινητά, χρεόγραφα και εταιρικά μερίδια) ή ορισμένα μη χρηματικά δικαιώματα του επισπεύδοντος (απόδοση και παράδοση κινητών, εκκένωση και απόδοση ακινήτων, επιστροφή στην εργασία κ.λπ.). Κατά τη διάρκεια της διαδικασίας, ο επισπεύδων μπορεί να επιλέξει τα περιουσιακά στοιχεία επί των οποίων θα διενεργηθεί η αναγκαστική εκτέλεση.

Αναγκαστική εκτέλεση δεν μπορεί να διενεργηθεί επί των εκτός συναλλαγής πραγμάτων ούτε επί περιουσιακών στοιχείων τα οποία, βάσει ειδικής νομοθεσίας, δεν υπόκεινται σε αναγκαστική εκτέλεση. Απαιτήσεις για φόρους και άλλα τέλη επίσης δεν μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο αναγκαστικής εκτέλεσης.

Ομοίως, δεν μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο αναγκαστικής εκτέλεσης εγκαταστάσεις, όπλα και εξοπλισμός που προορίζονται για αμυντικούς σκοπούς, καθώς και εγκαταστάσεις που προορίζονται για το έργο των αρχών τοπικής και περιφερειακής αυτοδιοίκησης και των δικαστικών αρχών.

Το αν ορισμένο πράγμα ή δικαίωμα μπορεί να υποβληθεί σε αναγκαστική εκτέλεση, δηλαδή το αν η αναγκαστική εκτέλεση επί ορισμένου πράγματος ή δικαιώματος υπόκειται σε περιορισμούς, εξετάζεται βάσει των περιστάσεων που συνέτρεχαν κατά τον χρόνο της υποβολής της αίτησης αναγκαστικής εκτέλεσης, πλην αν ο ΟΖ ρητά ορίζει διαφορετικά.

4.2 Ποια τα αποτελέσματα των μέτρων εκτέλεσης;

Το κύριο αποτέλεσμα των μέτρων εκτέλεσης συνίσταται στον περιορισμό του δικαιώματος διάθεσης του οφειλέτη επί της περιουσίας του.

Οι διαδικασίες εκτέλεσης επί ακινήτων και επί κινητών καταλήγουν στην πώληση του οικείου ακινήτου ή κινητού προς τον σκοπό της ικανοποίησης της αξίωσης του δανειστή από το προϊόν της πώλησης.

Οι διαδικασίες εκτέλεσης επί χρηματικών απαιτήσεων καταλήγουν στην κατάσχεση και μεταβίβαση στον δανειστή της χρηματικής απαίτησης, έως το ποσό που απαιτείται για την ικανοποίηση της αξίωσής του.

4.3 Ποια η ισχύς αυτών των μέτρων;

Τα μέτρα εκτέλεσης ισχύουν έως την περάτωση της διαδικασίας αναγκαστικής εκτέλεσης, η οποία επέρχεται με την πλήρη ικανοποίηση της αξίωσης του δανειστή ή με την απόσυρση της αίτησης αναγκαστικής εκτέλεσης.

5 Υπάρχει δυνατότητα προσφυγής κατά της απόφασης που διατάσσει ένα τέτοιο μέτρο;

Ο οφειλέτης έχει δικαίωμα:

• να ασκήσει έφεση κατά διαταγής εκτέλεσης που έχει εκδοθεί στη βάση εκτελεστού τίτλου ή

• να ασκήσει ανακοπή κατά απόφασης συμβολαιογράφου που έχει εκδοθεί στη βάση δημόσιου εγγράφου.

Η εμπρόθεσμη και παραδεκτή άσκηση έφεσης κατά διαταγής εκτέλεσης που έχει εκδοθεί στη βάση εκτελεστού τίτλου δεν αναστέλλει τη διαδικασία εκτέλεσης.

Η εμπρόθεσμη και παραδεκτή άσκηση ανακοπής κατά απόφασης συμβολαιογράφου που έχει εκδοθεί στη βάση δημόσιου εγγράφου (η εν λόγω ανακοπή υποβάλλεται στον συμβολαιογράφο, αλλά κρίνεται από το δικαστήριο) έχει ως αποτέλεσμα την εξέταση της υπόθεσης στο πλαίσιο τακτικής δίκης (klasična parnica), η οποία διεξάγεται ενώπιον του δικαστηρίου και στην οποία οι διάδικοι, δηλαδή ο αιτών (πρώην δανειστής) και ο καθ’ ου (πρώην οφειλέτης), πρέπει να τεκμηριώσουν τους ισχυρισμούς τους για να εκδοθεί απόφαση υπέρ τους. Αν πληρούνται οι σχετικές προϋποθέσεις που προβλέπει ο OZ, ο οφειλέτης έχει το δικαίωμα να ζητήσει την αναστολή της διαδικασίας εκτέλεσης.

6 Υπάρχουν περιορισμοί στην εκτέλεση, ιδίως όσον αφορά την προστασία του οφειλέτη ή τις προθεσμίες;

Το δικαστήριο περιορίζει την αναγκαστική εκτέλεση στα μέσα εκτέλεσης και στα περιουσιακά στοιχεία που προσδιορίζονται στην αίτηση αναγκαστικής εκτέλεσης. Αν προτείνονται περισσότερα μέσα και περιουσιακά στοιχεία, το δικαστήριο, κατόπιν πρότασης του οφειλέτη, περιορίζει την αναγκαστική εκτέλεση σε συγκεκριμένα μέσα και περιουσιακά στοιχεία, εφόσον αυτά κρίνονται επαρκή για την ικανοποίηση της αξίωσης.

Μία από τις βασικές αρχές της αναγκαστικής εκτέλεσης είναι ότι, κατά τη διεξαγωγή διαδικασιών αναγκαστικής εκτέλεσης και ασφαλιστικών μέτρων, το δικαστήριο υποχρεούται να σέβεται την αξιοπρέπεια του οφειλέτη, διασφαλίζοντας ότι η εκτέλεση θα είναι κατά το δυνατόν λιγότερο επαχθής.

Η προστασία του οφειλέτη εξασφαλίζεται με την επιβολή απαγορεύσεων και περιορισμών σχετικά με, αφενός, τα περιουσιακά στοιχεία επί των οποίων μπορεί να διενεργηθεί εκτέλεση και, αφετέρου, τα μέσα εκτέλεσης που μπορούν να χρησιμοποιηθούν προς τον σκοπό της αναγκαστικής ικανοποίησης της αξίωσης του δανειστή, καθώς και με την αναγνώριση στον οφειλέτη ορισμένων δικονομικών και ουσιαστικών εγγυήσεων κατά τη διάρκεια της διαδικασίας αναγκαστικής εκτέλεσης και σε σχέση μ’ αυτήν. Η προστασία αυτή εκδηλώνεται με την αποδοχή της αρχής της νομιμότητας κατά την εξέταση του επιτρεπτού της αναγκαστικής εκτέλεσης, κατά τον καθορισμό των περιουσιακών στοιχείων που θα υπαχθούν σε αναγκαστική εκτέλεση και των μέσων εκτέλεσης που θα χρησιμοποιηθούν, καθώς και στη διαδικασία που ακολουθείται για την αναγκαστική ικανοποίηση της αξίωσης του δανειστή.

Στην αναγκαστική εκτέλεση επί ακινήτων τίθενται περιορισμοί που αφορούν περιουσιακά στοιχεία τα οποία δεν υπόκεινται σε εκτέλεση, όπως ορίζεται στο άρθρο 91 του ΟΖ.

Ομοίως, στην αναγκαστική εκτέλεση επί κινητών τίθενται περιορισμοί που αφορούν περιουσιακά στοιχεία τα οποία δεν υπόκεινται σε εκτέλεση, όπως ορίζεται στο άρθρο 135 του ΟΖ.

Περαιτέρω, το άρθρο 173 του ΟΖ επιβάλλει περιορισμούς στην αναγκαστική εκτέλεση επί χρηματικών απαιτήσεων, ενώ το άρθρο 172 του ΟΖ ορίζει τα εισοδήματα του οφειλέτη που εξαιρούνται από την αναγκαστική εκτέλεση.

Το άρθρο 212 του ΟΖ προβλέπει ειδικούς κανόνες σχετικά με την αναγκαστική εκτέλεση επί χρηματικών μέσων τα οποία εξαιρούνται από την εκτέλεση ή για τα οποία προβλέπονται περιορισμοί στην εκτέλεση, ενώ τα άρθρα 241 και 242 του ΟΖ περιλαμβάνουν ειδικούς κανόνες που προβλέπουν εξαιρέσεις και περιορισμούς ως προς την αναγκαστική εκτέλεση σε βάρος νομικών προσώπων.

Στις διαδικασίες αναγκαστικής εκτέλεσης επί χρηματικών απαιτήσεων, το άρθρο 75 του ΟΖ προβλέπει διατάξεις για την προστασία των οφειλετών-φυσικών προσώπων, ενώ το άρθρο 76 του ΟΖ προβλέπει διατάξεις για την προστασία των οφειλετών-νομικών προσώπων.

Ορισμένες διατάξεις του ΟΖ που επιβάλλουν περιορισμούς στη διαδικασία αναγκαστικής εκτέλεσης, για παράδειγμα που εξαιρούν κάποια περιουσιακά στοιχεία από την αναγκαστική εκτέλεση, παρέχουν προστασία στον οφειλέτη κατά τη διάρκεια της διαδικασίας αναγκαστικής εκτέλεσης.


Την έκδοση αυτής της σελίδας στην εθνική γλώσσα διαχειρίζεται ο αντίστοιχος αρμόδιος επαφής του ΕΔΔ. Οι μεταφράσεις έχουν γίνει από την αρμόδια υπηρεσία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Οι τυχόν αλλαγές που επιφέρει η αρμόδια εθνική αρχή στο πρωτότυπο ενδέχεται να μην έχουν περιληφθεί ακόμα στις μεταφράσεις. Η Επιτροπή και το Ευρωπαϊκό Δικαστικό Δίκτυο δεν αναλαμβάνουν καμία απολύτως ευθύνη όσον αφορά πληροφορίες ή δεδομένα που περιέχονται ή αναφέρονται στο παρόν έγγραφο. Βλ. την ανακοίνωση νομικού περιεχομένου για τους κανόνες πνευματικής ιδιοκτησίας που ισχύουν στο κράτος μέλος που είναι αρμόδιο για την παρούσα σελίδα.

Τελευταία επικαιροποίηση: 19/09/2018

Διαδικασίες για την εφαρμογή δικαστικών αποφάσεων - Ιταλία


1 Ποια η έννοια της εκτέλεσης στις αστικές και εμπορικές υποθέσεις;

Εκτέλεση είναι η αναγκαστική επιβολή δικαστικών αποφάσεων και άλλων εκτελεστών τίτλων [χρεογράφων, δημόσιων εγγράφων (atti publici) και επικυρωμένων ιδιωτικών εγγράφων για συγκεκριμένες υπηρεσίες]. Σ’ αυτό το στάδιο, το οποίο παραμένει υποκείμενο σε δικαστική διαδικασία, οι αρχές του νόμου και της τάξης μπορούν να επέμβουν αν ο οφειλέτης δεν εκπληρώσει αυτοβούλως τις υποχρεώσεις του.

2 Ποια αρχή ή ποιες αρχές είναι αρμόδιες για την εκτέλεση;

Αρμόδια για την εκτέλεση είναι τα δικαστήρια κοινής δικαιοδοσίας. Η αίτηση για άρνηση εκτέλεσης που αναφέρεται στο άρθρο 47 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1215/2012 [κανονισμός «Βρυξέλλες I» (αναδιατύπωση)] πρέπει επίσης να κατατίθεται στα δικαστήρια κοινής δικαιοδοσίας.

3 Ποιες οι προϋποθέσεις υπό τις οποίες μπορεί να εκδοθεί ένας εκτελεστός τίτλος ή μια απόφαση;

Η κατοχή εκτελεστού τίτλου αποτελεί αναγκαία και ικανή προϋπόθεση για την κίνηση μέτρων εκτέλεσης. Κατά κανόνα, οι εκτελεστοί τίτλοι προβλέπονται από το άρθρο 474 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, και χωρίζονται σε δύο κατηγορίες: τους δικαστικούς τίτλους και τους εξωδικαστικούς τίτλους. Στους δικαστικούς τίτλους περιλαμβάνονται αποφάσεις και πράξεις που εκδίδονται από δικαστήρια κατά τη διάρκεια ή στο τέλος μιας δικαστικής διαδικασίας. Στους εξωδικαστικούς τίτλους περιλαμβάνονται χρεόγραφα, δημόσια έγγραφα και επικυρωμένα ιδιωτικά έγγραφα που συντάχθηκαν αυτόνομα από τους διαδίκους.

3.1 διαδικασία

Η διαδικασία της εκτέλεσης ξεκινά με την επίδοση στον οφειλέτη του εκτελεστού τίτλου, ο οποίος πρέπει να φέρει τον εκτελεστήριο τύπο σύμφωνα με το άρθρο 475 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, και της εντολής για εκτέλεση (precetto), η οποία συνιστά εντολή προς τον οφειλέτη να συμμορφωθεί εντός τουλάχιστον 10 ημερών και ταυτόχρονα προειδοποίηση ότι η μη συμμόρφωση συνεπάγεται αναγκαστική επιβολή σύμφωνα με το άρθρο 480 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας. Το τρίτο εδάφιο του άρθρου 480 ορίζει ότι, στην εντολή για εκτέλεση, ο πιστωτής πρέπει να επιλέξει κατοικία στον δήμο όπου εδρεύει το δικαστήριο που έχει δικαιοδοσία για την εκτέλεση. Σε περίπτωση μη επιλογής κατοικίας, οι ανακοπές κατά της εντολής για εκτέλεση κατατίθενται στο δικαστήριο του τόπου επίδοσης της εντολής, και οι κοινοποιήσεις επιδίδονται στον επισπεύδοντα δανειστή στο γραφείο του δικαστικού υπαλλήλου στο ίδιο δικαστήριο. Μετά την ολοκλήρωση αυτών των τυπικών διαδικασιών, η διαδικασία εκτέλεσης μπορεί να ξεκινήσει με κατάσχεση από τον δικαστικό επιμελητή, ο οποίος πρέπει πρώτα να επιδείξει τα απαιτούμενα ανωτέρω έγγραφα. Η κατάσχεση πρέπει να πραγματοποιηθεί εντός 90 ημερών από την ημερομηνία επίδοσης της εντολής για εκτέλεση , αλλά όχι νωρίτερα από την προθεσμία που ορίζεται στην εν λόγω εντολή αν δεν γίνει αυτό, η εντολή παύει να ισχύει. Η νομική εκπροσώπηση είναι απαραίτητη σ’ αυτό το στάδιο.

Η κατάσχεση καθίσταται άκυρη αν δεν υποβληθεί αίτηση εκχώρησης ιδιοκτησίας ή εκποίησης εντός 45 ημερών από την ολοκλήρωσή της.

Σκοπός της εκτέλεσης είναι να διασφαλιστεί, με προσφυγή στις αρχές του νόμου και της τάξης, η αναγκαστική εκτέλεση υποχρεώσεων που δεν έχουν εκπληρωθεί. Μπορεί να χρησιμοποιηθεί τόσο για χρηματικές οφειλές όσο και για υποχρεώσεις παράδοσης κινητής περιουσίας ή αποδέσμευσης ακίνητης περιουσίας και για «μη ανταλλάξιμες υποχρεώσεις πράξης».

3.2 Οι κύριες προϋποθέσεις

Αναγκαία και ικανή προϋπόθεση για την κίνηση της διαδικασίας εκτέλεσης είναι η κατοχή εκτελεστού τίτλου ο οποίος ενσωματώνει δικαίωμα που είναι «βέβαιο, εκκαθαρισμένο και απαιτητό» (certo, liquido ed esigibile) (άρθρο 474). Ο βαθμός «βεβαιότητας» ποικίλλει ανάλογα με τον τίτλο: υπάρχει προφανώς μεγαλύτερος βαθμός βεβαιότητας σε απόφαση σε πρώτο βαθμό (προσωρινά εκτελεστή) από ό,τι στα χρεόγραφα ή σε συναλλαγές που έχουν συναφθεί με δημόσια έγγραφα ή επικυρωμένα ιδιωτικά έγγραφα.

4 Αντικείμενο και φύση των μέτρων εκτέλεσης

Το αρμόδιο για την εκτέλεση δικαστήριο εκδίδει διάφορα είδη μέτρων, συνήθως διαταγές (ordinanze), κατά τη διάρκεια της διαδικασίας. Αυτά ποικίλλουν από μέτρα τα οποία είναι αναγκαία για τον καθορισμό των κανόνων για σωστή διεξαγωγή των διαδικασιών έως μέτρα για την εκχώρηση της χρήσης, π.χ. το διάταγμα (decreto) που εκχωρεί την κατασχεθείσα περιουσία στο πρόσωπο που την αγόρασε σε πλειστηριασμό ή που ήταν ο πλειοδότης.

4.1 Ποια περιουσιακά στοιχεία μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο εκτέλεσης;

Αντικείμενο αναγκαστικής εκτέλεσης μπορούν να αποτελέσουν τα εξής: α) κινητή περιουσία, β) ακίνητη περιουσία, γ) οι απαιτήσεις του οφειλέτη και κινητή περιουσία του οφειλέτη που φυλάσσεται σε χώρους τρίτων, δ) μετοχές σε εταιρείες.

Οι υποχρεώσεις παράδοσης κινητής περιουσίας και αποδέσμευσης ακίνητης περιουσίας, καθώς και οι ανταλλάξιμες υποχρεώσεις πράξης και παράλειψης μπορούν επίσης να αποτελέσουν αντικείμενο εκτέλεσης.

4.2 Ποια τα αποτελέσματα των μέτρων εκτέλεσης;

Η εκτέλεση στην περίπτωση χρηματικών ποσών, με αφετηρία την κατάσχεση, σημαίνει ότι τα κατασχεθέντα χρηματικά ποσά δεν είναι πλέον διαθέσιμα στον οφειλέτη κατά του οποίου επισπεύδεται η εκτέλεση. Όλες οι πράξεις διάθεσης αυτών των χρημάτων θεωρούνται, συνεπώς, άκυρες και δεν μπορεί να γίνει επίκλησή τους για την αποτροπή της εκτέλεσης.

4.3 Ποια η ισχύς αυτών των μέτρων;

Πρόκειται για μέτρα εκτέλεσης με σκοπό την ικανοποίηση απαιτήσεων που έχουν εγερθεί δεν μπορούν, συνεπώς, να χρησιμοποιηθούν ως αποδεικτικό στοιχείο για έρευνες.

5 Υπάρχει δυνατότητα προσφυγής κατά της απόφασης που διατάσσει ένα τέτοιο μέτρο;

Το νομικό σύστημα προβλέπει την άσκηση ενδίκων μέσων από τον οφειλέτη (και/ή τρίτους που υπόκεινται σε εκτέλεση) κατά των πράξεων και αποφάσεων που σχετίζονται με τη διαδικασία εκτέλεσης. Αυτά τα ένδικα μέσα συνίστανται σε δύο διαφορετικούς τύπους ανακοπών:

- ανακοπή κατά της εκτέλεσης (opposizione all’esecuzione) (άρθρα 615 και 616 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας), η οποία αμφισβητεί το δικαίωμα αναγκαστικής εκτέλεσης (δηλαδή του ίδιου του δικαιώματος του πιστωτή να προβεί στην εκτέλεση)

- ανακοπή κατά πράξεων αναγκαστικής εκτέλεσης (opposizione agli atti esecutivi) (άρθρα 617 και 618 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας), η οποία έχει ως αντικείμενο δικονομικές παραβάσεις (δηλ. τη νομιμότητα των πράξεων που εκδίδονται ή λαμβάνουν χώρα κατά τη διαδικασία εκτέλεσης).

Οι ανακοπές κατά της εκτέλεσης ή πράξεων εκτέλεσης που κατατίθενται πριν από την έναρξη της διαδικασίας αναγκαστικής εκτέλεσης ορίζονται ως ανακοπές κατά της εντολής για εκτέλεση (precetto), επειδή απορρέουν από το έγγραφο που προαναγγέλλει την εκτέλεση: η ανακοπή κατά της εντολής για εκτέλεση ασκείται με κατάθεση αίτησης ενώπιον του καθ’ ύλην ή του κατά τόπον αρμόδιου δικαστηρίου ή του δικαστηρίου που έχει αρμοδιότητα βάσει του ποσού, σύμφωνα με τις γενικές διατάξεις του Κώδικα.

Αν έχει ήδη κινηθεί η εκτέλεση ή έχει ήδη επιδοθεί η διαταγή κατάσχεσης στον οφειλέτη, η ανακοπή κατά της εκτέλεσης ή κατά των εκτελεστών πράξεων ασκείται με κατάθεση ειδικής ανακοπής στο αρμόδιο για την εκτέλεση δικαστήριο.

Τρίτα πρόσωπα τα οποία εγείρουν εμπράγματα δικαιώματα επί της κατασχεθείσας περιουσίας μπορούν να ασκήσουν ανακοπή στο αρμόδιο για την εκτέλεση δικαστήριο έως την πώληση ή εκχώρηση της περιουσίας.

Οι νομικές διατάξεις που διέπουν αυτό το θέμα είναι τα άρθρα 615, 616, 617, 618 και 619 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας.

6 Υπάρχουν περιορισμοί στην εκτέλεση, ιδίως όσον αφορά την προστασία του οφειλέτη ή τις προθεσμίες;

Εκτός από τα αντικείμενα που κηρύσσονται μη κατασχέσιμα (ακατάσχετα) μέσω ειδικών νομικών διατάξεων, μη κατασχέσιμα θεωρούνται τα εξής:

1) ιερά αντικείμενα και είδη που χρησιμοποιούνται στη θρησκευτική λατρεία

2) βέρες γάμου, ενδύματα, λευκά είδη, κρεβάτια, τραπεζαρίες, ντουλάπες, συρταριέρες, ψυγεία, εστίες και φούρνοι μαγειρέματος, αερίου ή ηλεκτρικοί, πλυντήρια, οικιακά σκεύη και κουζινικά και έπιπλα για την τοποθέτησή τους, τα οποία είναι απαραίτητα για την ικανοποίηση των αναγκών του οφειλέτη και του νοικοκυριού του ωστόσο, εδώ δεν περιλαμβάνονται έπιπλα μεγάλης αξίας (με εξαίρεση τα κρεβάτια), συμπεριλαμβανομένων πολύτιμων αντικών και αντικειμένων βεβαιωμένης καλλιτεχνικής αξίας

3) τα τρόφιμα και τα καύσιμα που είναι αναγκαία για τη διαβίωση του οφειλέτη και των λοιπών προσώπων που αναφέρονται στο προηγούμενο σημείο για διάστημα ενός μηνός

Τα έπιπλα (εκτός των κρεβατιών) μεγάλης αξίας (συμπεριλαμβανομένων πολύτιμων αντικών και αντικειμένων βεβαιωμένης καλλιτεχνικής αξίας) επίσης εξαιρούνται.

Όπλα και άλλα είδη που πρέπει να κρατήσει ο οφειλέτης προκειμένου να μπορεί να παράσχει δημόσια υπηρεσία, παράσημα, επιστολές, αρχεία και οικογενειακά έγγραφα εν γένει, καθώς και χειρόγραφα, εκτός εάν αποτελούν μέρος συλλογής, δεν κατάσχονται.

Ο νόμος κηρύσσει επίσης μη κατασχέσιμα, μεταξύ άλλων, τα εξής: κρατική περιουσία, μη διαθέσιμα περιουσιακά στοιχεία που ανήκουν στο κράτος ή σε άλλο δημόσιο φορέα, περιουσία που εμπίπτει στα συστήματα ρύθμισης των περιουσιακών σχέσεων των συζύγων, περιουσία εκκλησιαστικών ιδρυμάτων και τα θρησκευτικά κτίρια.

Τα μέτρα εκτέλεσης δεν μπορούν να εφαρμοστούν αν έχει παρέλθει πλήρως η προθεσμία παραγραφής της σχετικής αξίωσης. Οι προθεσμίες παραγραφής ποικίλλουν ανάλογα με το εκάστοτε δικαίωμα. Ωστόσο, είναι σημαντικό να επισημανθεί ότι μερικές φορές ο νόμος ορίζει διαφορετική προθεσμία παραγραφής ανάλογα με τον τύπο της πράξης που διαπιστώνει την απαίτηση στην οποία βασίζεται η εκτέλεση. Π.χ. η προθεσμία παραγραφής για απαίτηση που επικυρώθηκε με δικαστική απόφαση ανέρχεται σε 10 έτη, παρά το γεγονός ότι για το συγκεκριμένο είδος απαίτησης ο νόμος ορίζει γενικά μικρότερη περίοδο παραγραφής.

Προσφάτως, ο νόμος άλλαξε και το δικαστήριο του τόπου της μόνιμης ή προσωρινής κατοικίας ή της έδρας του οφειλέτη μπορεί πλέον, μετά από αίτημα του πιστωτή, να δώσει άδεια για αναζήτηση της προς κατάσχεση περιουσίας μέσω ηλεκτρονικών μεθόδων (άρθρο 492-bis του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, όπως τροποποιήθηκε από το νομοθετικό διάταγμα υπ' αριθ. 83 της 27ης Ιουνίου 2015 (το οποίο μετατράπηκε, με τροποποιήσεις, στον νόμο αριθ. 132 της 6ης Αυγούστου 2015))έχουν επίσης θεσμοθετηθεί μορφές πληρωμής σε δόσεις στην περίπτωση της εκτέλεσης που αφορά κινητά αντικείμενα, στο πλαίσιο μέτρων μετατροπής κατασχεθείσας περιουσίας (conversione del pignoramento).

Σχετικές παραπομπές

Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας (474 - 482)PDF(64 Kb)it


Την έκδοση αυτής της σελίδας στην εθνική γλώσσα διαχειρίζεται ο αντίστοιχος αρμόδιος επαφής του ΕΔΔ. Οι μεταφράσεις έχουν γίνει από την αρμόδια υπηρεσία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Οι τυχόν αλλαγές που επιφέρει η αρμόδια εθνική αρχή στο πρωτότυπο ενδέχεται να μην έχουν περιληφθεί ακόμα στις μεταφράσεις. Η Επιτροπή και το Ευρωπαϊκό Δικαστικό Δίκτυο δεν αναλαμβάνουν καμία απολύτως ευθύνη όσον αφορά πληροφορίες ή δεδομένα που περιέχονται ή αναφέρονται στο παρόν έγγραφο. Βλ. την ανακοίνωση νομικού περιεχομένου για τους κανόνες πνευματικής ιδιοκτησίας που ισχύουν στο κράτος μέλος που είναι αρμόδιο για την παρούσα σελίδα.

Τελευταία επικαιροποίηση: 25/02/2019

Διαδικασίες για την εφαρμογή δικαστικών αποφάσεων - Κύπρος


1 Ποια η έννοια της εκτέλεσης στις αστικές και εμπορικές υποθέσεις;

Εκτέλεση σημαίνει την αναγκαστική υλοποίηση του περιεχομένου μιας δικαστικής απόφασης ή διαταγής με τη συνδρομή του δικαστηρίου και, σε ορισμένες περιπτώσεις, με τη συνδρομή πρόσθετα άλλων αρμοδίων οργάνων/υπηρεσιών (π.χ. Κτηματολόγιο). Ο διάδικος που έχει εξασφαλίσει δικαστική απόφαση ή διάταγμα υπέρ του μπορεί να προχωρήσει στη λήψη μέτρων εκτέλεσης μέσω Δικαστηρίου.

2 Ποια αρχή ή ποιες αρχές είναι αρμόδιες για την εκτέλεση;

H Δικαστική Υπηρεσία (δικαστικοί επιδότες) και το Τμήμα Κτηματολογίου. Σε περίπτωση εκτέλεσης εντάλματος για είσπραξη καθυστερημένων δόσεων διατροφής, αρμόδια αρχή εκτέλεσης είναι η Αστυνομία.

3 Ποιες οι προϋποθέσεις υπό τις οποίες μπορεί να εκδοθεί ένας εκτελεστός τίτλος ή μια απόφαση;

Η εκτελεστότητα μιας δικαστικής απόφασης ή διατάγματος επέρχεται με την έκδοση της. Η προθεσμία για άσκηση έφεσης δεν αναστέλλει από μόνη της την εκτέλεση, χρειάζεται ειδική προς τούτο αίτηση από πλευράς του εφεσείοντα.

3.1 Η διαδικασία

Οι μη δικαστικοί τίτλοι (π.χ. μια απόφαση διαιτησίας) δεν είναι εκτελεστοί από μόνοι τους αλλά μπορούν να γίνουν εκτελεστοί μετά από δικαστική διαδικασία κήρυξης τους ως εκτελεστών. Το Δικαστήριο που έχει δικαιοδοσία για την έκδοση διατάγματος που διατάσσει την εκτέλεση ενός μη δικαστικού τίτλου ή απόφασης αλλοδαπού Δικαστηρίου είναι το Επαρχιακό Δικαστήριο της Επαρχίας  στην οποία διαμένει το άτομο εναντίον του οποίου θα γίνει η εκτέλεση ή το Οικογενειακό Δικαστήριο σε περιπτώσεις διαταγμάτων διατροφής. Η εκτέλεση μιας δικαστικής απόφασης διενεργείται συνήθως από το δικηγόρο που χειρίστηκε την υπόθεση ενώπιον του Δικαστηρίου, ο οποίος προχωρεί με έναν από τους τρόπους εκτέλεσης που αναφέρονται στο σημείο 3.1 πιο κάτω.

Σε περίπτωση εγγραφής και εκτέλεσης αλλοδαπής απόφασης δυνάμει πολυμερούς ή διμερούς Σύμβασης, η διαδικασία προωθείται από το Υπουργείο Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξεως ως κεντρική αρχή, μέσω της Νομικής Υπηρεσίας. Σε άλλες περιπτώσεις η διαδικασία δύναται να προωθηθεί και μέσω ιδιωτών δικηγόρων.

Τα έξοδα της διαδικασίας δεν μπορούν να καθοριστούν εξ’ αρχής, υπολογίζονται όμως από τον Πρωτοκολλητή του Δικαστηρίου με βάση σχετικούς Κανονισμούς περί τελών και επιβαρύνουν το άτομο εναντίον του οποίου εκδόθηκε η απόφαση.

Η εκτέλεση διενεργείται κυρίως μέσω των δικαστικών επιδοτών, οι οποίοι αποτελούν μόνιμο προσωπικό των Δικαστηρίων και ανήκουν στη Δημόσια Υπηρεσία. Για την επίσπευση των διαδικασιών εκτέλεσης, η επίδοση δικογράφων σε όλες τις υποθέσεις αστικής δικαιοδοσίας έχει ανατεθεί από το 1996 σε ιδιωτικές εταιρείες επιδοτών, ούτως ώστε οι δικαστικοί επιδότες να επικεντρωθούν στην εκτέλεση αποφάσεων.

3.2 Οι κύριες προϋποθέσεις

Όταν πρόκειται για εκτέλεση απόφασης μεταξύ διαδίκων στην Κύπρο τα κριτήρια διαφοροποιούνται αναλόγως της περίπτωσης. Θα πρέπει απαραίτητα να υπάρχει απόφαση Δικαστηρίου, επίδοση της απόφασης που δημιουργεί την υποχρέωση και άρνηση/παράλειψη του εναγόμενου για καταβολή του εξ αποφάσεως ποσού.

Τα κριτήρια για έκδοση διατάγματος εκτέλεσης απόφασης ξένης χώρας συνήθως καθορίζονται στην οικεία Σύμβαση. Συνήθης προϋπόθεση σε τέτοια περίπτωση είναι ο εναγόμενος να είχε δεόντως ειδοποιηθεί για τη διαδικασία εναντίον του στην ξένη χώρα.

4 Αντικείμενο και φύση των μέτρων εκτέλεσης

4.1 Ποια περιουσιακά στοιχεία μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο εκτέλεσης;

Αντικείμενο εκτέλεσης μπορεί να αποτελέσουν τραπεζικοί λογαριασμοί, μετοχές, εγγεγραμμένα οχήματα μεταφοράς, ακίνητη ιδιοκτησία και άλλα αντικείμενα. Εξαιρούνται τα πολύ προσωπικά που αποτελούν άκρως απαραίτητα αντικείμενα για την επιβίωση ή για την άσκηση του επαγγέλματος του καθ’ ού η αίτηση.

Τα μέτρα εκτέλεσης περιλαμβάνουν:

  • ένταλμα κατάσχεσης και πώλησης κινητής ιδιοκτησίας
  • ένταλμα παράδοσης κινητής ιδιοκτησίας (σε περίπτωση που η κινητή ιδιοκτησία ήταν το αντικείμενο της αγωγής, π.χ. σε αγωγή για παράβαση συμβολαίου ενοικιαγοράς, το αντικείμενο της ενοικιαγοράς)
  • ένταλμα κατάσχεσης εις χείρας τρίτου
  • διάταγμα αποπληρωμής του εξ αποφάσεως χρέους με μηνιαίες δόσεις
  • διάταγμα αποκοπής από τις μηνιαίες απολαβές του εξ αποφάσεως οφειλέτη (το οποίο επιδίδεται προς εκτέλεση στον εργοδότη)
  • ένταλμα παράδοσης κατοχής ακίνητης ιδιοκτησίας
  • ένταλμα πώλησης ακίνητης ιδιοκτησίας
  • ένταλμα μεσεγγύησης ακίνητης ιδιοκτησίας (εκδίδεται με αίτηση του εξ αποφάσεως οφειλέτη, εφ' όσον ικανοποιεί το δικαστήριο ότι σε διάστημα μέχρι 3 χρόνων τα έσοδα από την ακίνητη ιδιοκτησία μπορούν να καλύψουν το εξ αποφάσεως χρέος, τόκους και όλα τα έξοδα)
  • επιβάρυνση ακίνητης ιδιοκτησίας με την εγγραφή επ’ αυτής της δικαστικής απόφασης
  • διαδικασία πτώχευσης
  • διαδικασία διάλυσης εταιρείας

Στην περίπτωση διατάγματος διατροφής, η εκτέλεση περιλαμβάνει και τη δυνατότητα έκδοσης φυλακιστηρίου εντάλματος εναντίον του υπόχρεου διατροφής.

4.2 Ποια τα αποτελέσματα των μέτρων εκτέλεσης;

Ο οφειλέτης, όπως και κάθε τρίτο μέρος, υποχρεούται να συμμορφωθεί με την απόφαση που διατάσσει το μέτρο εκτέλεσης. Σε περίπτωση που ο οφειλέτης αρνείται ή παραλείπει να προβεί στις πράξεις/ενέργειες στις οποίες διατάττεται να προβεί από το διάταγμα που επιβάλλει τα μέτρα εκτέλεσης, δυνατόν να κινηθεί διαδικασία εναντίον του για φυλάκιση λόγω παρακοής διατάγματος δικαστηρίου.

Τράπεζα στην οποία επιδίδεται διάταγμα για κατάσχεση εις χείρας τρίτου  υποχρεούται σε παγοποίηση του σχετικού λογαριασμού, εκτός εάν έχει λόγο να το αμφισβητεί. Στην προκειμένη περίπτωση, θα πρέπει να εμφανιστεί ενώπιον του Δικαστηρίου που το εξέδωσε και να καταδείξει λόγο γιατί αυτό δεν πρέπει να ισχύει.

Διάταγμα που δεν αμφισβητείται καθίσταται απόλυτο και έχει ισχύ δικαστικής απόφασης.

4.3 Ποια η ισχύς αυτών των μέτρων;

Τα μέτρα εκτέλεσης ισχύουν για έξι (6) μήνες από την έκδοση τους. Η δικαστική απόφαση στη βάση της οποίας εκδόθηκαν τα μέτρα εκτέλεσης, ισχύει για περίοδο έξι (6) ετών από την ημερομηνίας έκδοσής της. Σε περίπτωση μη εκτέλεσης εντός της περιόδου αυτής, η απόφαση δύναται να ανανεωθεί από το Δικαστήριο, σύμφωνα με το Θεσμό 40Δ.8 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας.

5 Υπάρχει δυνατότητα προσφυγής κατά της απόφασης που διατάσσει ένα τέτοιο μέτρο;

Αναλόγως της περιπτώσεως υπάρχει η δυνατότητα άσκησης ένδικου μέσου, π.χ. για αναστολή εκτέλεσης, για ακύρωση εγγραφής κ.α.

6 Υπάρχουν περιορισμοί στην εκτέλεση, ιδίως όσον αφορά την προστασία του οφειλέτη ή τις προθεσμίες;

Για σκοπούς προστασίας του οφειλέτη, προσωπικά αντικείμενα άκρως απαραίτητα για την επιβίωση ή για την άσκηση του επαγγέλματος του δεν μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο εκτέλεσης.

Επίσης, όταν ο οφειλέτης χρέους είναι κρατική ή δημόσια υπηρεσία εξαιρούνται από την εκτέλεση αντικείμενα και εξοπλισμός που προορίζονται για ουσιώδη και ζωτικής σημασίας, για το κοινωνικό σύνολο, σκοπό, περιλαμβανομένου εξοπλισμού που ανήκει στις ένοπλες δυνάμεις και στις δυνάμεις ασφαλείας, αντικείμενα καλλιτεχνικής, αρχαιολογικής, πολιτιστικής, θρησκευτικής και ιστορικής σημασίας και συναλλαγματικά αποθέματα.

Περαιτέρω, η εκτέλεση εντάλματος κατάσχεσης και πώλησης κινητής ιδιοκτησίας διενεργείται μεταξύ της ανατολής και της δύσης του ήλιου.

Η ιδιοκτησία που κατασχέθηκε κατά την εκτέλεση (εκτός από χρήματα ή αξιόγραφα) πρέπει να πωλείται μόνο μετά από παρέλευση τουλάχιστον τριών ημερών από την επόμενη της κατάσχεσης, εκτός αν υπόκειται σε φθορά ή αν ζητήσει αυτό γραπτώς ο ιδιοκτήτης διάδικος μέχρι την πώληση η ιδιοκτησία πρέπει να τοποθετείται σε κατάλληλο τόπο ή δύναται να παραμένει υπό τη φύλαξη κατάλληλου προσώπου.


Την έκδοση αυτής της σελίδας στην εθνική γλώσσα διαχειρίζεται ο αντίστοιχος αρμόδιος επαφής του ΕΔΔ. Οι μεταφράσεις έχουν γίνει από την αρμόδια υπηρεσία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Οι τυχόν αλλαγές που επιφέρει η αρμόδια εθνική αρχή στο πρωτότυπο ενδέχεται να μην έχουν περιληφθεί ακόμα στις μεταφράσεις. Η Επιτροπή και το Ευρωπαϊκό Δικαστικό Δίκτυο δεν αναλαμβάνουν καμία απολύτως ευθύνη όσον αφορά πληροφορίες ή δεδομένα που περιέχονται ή αναφέρονται στο παρόν έγγραφο. Βλ. την ανακοίνωση νομικού περιεχομένου για τους κανόνες πνευματικής ιδιοκτησίας που ισχύουν στο κράτος μέλος που είναι αρμόδιο για την παρούσα σελίδα.

Τελευταία επικαιροποίηση: 13/05/2019

Διαδικασίες για την εφαρμογή δικαστικών αποφάσεων - Λεττονία


1 Ποια η έννοια της εκτέλεσης στις αστικές και εμπορικές υποθέσεις;

Η αναγκαστική εκτέλεση είναι ένα στάδιο της πολιτικής δικονομίας κατά το οποίο οι δικαστικοί επιμελητές εκτελούν τις αποφάσεις των δικαστηρίων, άλλων οργάνων ή κρατικών λειτουργών σε περίπτωση που ο οφειλέτης (καθ’ ου η εκτέλεση) δεν συμμορφώνεται εκουσίως με την εν λόγω απόφαση μέσα στην προθεσμία που ορίζει η νομοθεσία ή το δικαστήριο.

Βλέπε «Νομικά επαγγέλματα: Λετονία» για τα μέτρα εκτέλεσης που μπορούν να εφαρμόζουν οι δικαστικοί επιμελητές.

2 Ποια αρχή ή ποιες αρχές είναι αρμόδιες για την εκτέλεση;

Οι δικαστικοί επιμελητές εκτελούν τις αποφάσεις των δικαστηρίων και άλλων οργάνων, και επίσης διεξάγουν τις άλλες δραστηριότητες που ορίζονται στη νομοθεσία.

3 Ποιες οι προϋποθέσεις υπό τις οποίες μπορεί να εκδοθεί ένας εκτελεστός τίτλος ή μια απόφαση;

Οι δικαστικές αποφάσεις είναι εκτελεστές αφότου τεθούν σε ισχύ, εκτός αν η νομοθεσία ή το διατακτικό τους ορίζει ότι θα είναι αμέσως εκτελεστές. Οι δικαστικοί επιμελητές μπορούν να ξεκινήσουν τη διαδικασία της αναγκαστικής εκτέλεσης με βάση εκτελεστό τίτλο.

Οι παρακάτω αποφάσεις δικαστηρίων, δικαστών και άλλων οργάνων είναι εκτελεστές σύμφωνα με τη διαδικασία που ισχύει για την εκτέλεση των δικαστικών αποφάσεων:

  • δικαστικές αποφάσεις και αποφάσεις δικαστών σε αστικές και διοικητικές υποθέσεις
  • δικαστικές αποφάσεις και αποφάσεις ή διατάξεις εισαγγελέα σε ποινικές υποθέσεις στον βαθμό που αφορούν χρηματικές αξιώσεις
  • αποφάσεις δικαστών ή δικαστηρίων σε υποθέσεις διοικητικών παραβάσεων στον βαθμό που αφορούν χρηματικές αξιώσεις
  • δικαστικές αποφάσεις για την επικύρωση συμβιβασμών
  • αποφάσεις μόνιμων διαιτητικών δικαστηρίων
  • αποφάσεις αλλοδαπών δικαστηρίων ή αλλοδαπών αρμόδιων αρχών και αλλοδαπών διαιτητικών δικαστηρίων στις περιπτώσεις που ορίζονται στη νομοθεσία
  • δικαστικές αποφάσεις για την επιβολή δικονομικών κυρώσεων – χρηματικών ποινών
  • αποφάσεις της επιτροπής εργατικών διαφορών
  • αποφάσεις των εθνικών ρυθμιστικών αρχών της δημόσιας διοίκησης (στο εξής «η ρυθμιστική αρχή») σε διαφορές ή σε συμβιβασμούς.

Εκτός αν άλλως ορίζει η νομοθεσία, στη διαδικασία εκτέλεσης των δικαστικών αποφάσεων υπόκεινται επίσης:

  • οι αποφάσεις των οργάνων και των κρατικών λειτουργών σε υποθέσεις διοικητικών παραβάσεων και παραβάσεων της νομοθεσίας, όταν ορίζεται από τον νόμο
  • οι διοικητικές πράξεις πληρωμής που εκδίδονται από τις αρχές και τους κρατικούς λειτουργούς που έχουν εξουσιοδοτηθεί από το κράτος
  • οι αποφάσεις προσώπων που ασκούν νομικά επαγγέλματα (συμβολαιογράφοι, δικηγόροι, δικαστικοί επιμελητές) για την επαγγελματική τους αμοιβή, την αμοιβή τους για νομική συνδρομή που έχουν παράσχει και την αποζημίωση των δαπανών που αφορούν τις υπηρεσίες που έχουν παρασχεθεί και τα τέλη χαρτοσήμου
  • οι πράξεις που θεσπίζει το Συμβούλιο, η Επιτροπή ή η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα σύμφωνα με το άρθρο 299 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης
  • οι συμβολαιογραφικές πράξεις που καταρτίζονται με τη διαδικασία που προβλέπει το μέρος Δ1 του νόμου περί συμβολαιογράφων.

Εκτελεστοί τίτλοι είναι:

  • οι διαταγές εκτέλεσης που εκδίδονται στη βάση απόφασης δικαστηρίου ή δικαστή σε αστικές ή διοικητικές υποθέσεις ή, σε ποινικές υποθέσεις, στη βάση δικαστικής απόφασης με την οποία εγκρίνεται συμβιβασμός, στη βάση απόφασης του μόνιμου διαιτητικού δικαστηρίου, απόφασης επιτροπής εργατικών διαφορών, απόφασης ρυθμιστικής αρχής σε διαφορά ή συμβιβασμό, απόφασης αλλοδαπού δικαστηρίου ή αλλοδαπού διαιτητικού δικαστηρίου, καθώς και στη βάση πράξης που έχει θεσπίσει το Συμβούλιο, η Επιτροπή ή η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα σύμφωνα με το άρθρο 299 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης
  • οι αποφάσεις των οργάνων και των κρατικών λειτουργών σε υποθέσεις διοικητικών παραβάσεων και παραβάσεων της νομοθεσίας
  • οι δικαστικές αποφάσεις ή οι αποφάσεις δικαστών σε υποθέσεις διοικητικών παραβάσεων
  • τα αποσπάσματα των εισαγγελικών αποφάσεων ή διατάξεων σε ποινικές υποθέσεις στον βαθμό που αφορούν χρηματικές αξιώσεις
  • οι διαταγές εκτέλεσης που εκδίδονται στη βάση διοικητικής πράξης (άρθρο 539 παράγραφος 2 σημείο 2 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας)
  • οι αποφάσεις δικαστών για μη αμφισβητούμενη αναγκαστική εκτέλεση υποχρεώσεων, αναγκαστική εκτέλεση βάσει διαδικασιών συντηρητικής κατάσχεσης ή εκποίηση ακίνητης περιουσίας σε πλειστηριασμό με δικαστική διαδικασία
  • οι δικαστικές αποφάσεις επιβολής δικονομικών κυρώσεων – χρηματικών ποινών
  • οι πράξεις συμβολαιογράφων, δικηγόρων ή δικαστικών επιμελητών
  • οι ευρωπαϊκοί εκτελεστοί τίτλοι που έχουν εκδοθεί από αλλοδαπό δικαστήριο ή αλλοδαπή αρμόδια αρχή σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 805/2004 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου
  • τα πιστοποιητικά που εκδίδονται από αλλοδαπό δικαστήριο ή αλλοδαπή αρμόδια αρχή σύμφωνα με το άρθρο 41 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 2201/2003 του Συμβουλίου
  • τα πιστοποιητικά που εκδίδονται από αλλοδαπό δικαστήριο ή αλλοδαπή αρμόδια αρχή σύμφωνα με το άρθρο 42 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 2201/2003 του Συμβουλίου
  • τα πιστοποιητικά που εκδίδονται από δικαστήριο, περιλαμβανομένων των αλλοδαπών δικαστηρίων, σύμφωνα με το άρθρο 20 παράγραφος 2 του κανονισμού (EΚ) αριθ. 861/2007 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου
  • οι διαταγές πληρωμής που εκδίδονται από δικαστήριο, περιλαμβανομένων των αλλοδαπών δικαστηρίων, σύμφωνα με το άρθρο 18 του κανονισμού (EΚ) αριθ. 1896/2006 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου
  • οι δικαστικές αποφάσεις που επιτρέπουν στον ενέγγυο πιστωτή να εκποιήσει τη βαρυνόμενη περιουσία του οφειλέτη στις διαδικασίες νομικής προστασίας (άρθρο 37 παράγραφος 2 του νόμου περί αφερεγγυότητας)
  • τα αποσπάσματα των αποφάσεων που εκδίδονται από αλλοδαπό δικαστήριο ή αλλοδαπή αρμόδια αρχή σύμφωνα με το άρθρο 20 παράγραφος 1 στοιχείο β) του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 4/2009 του Συμβουλίου
  • τα αποσπάσματα των δημόσιων εγγράφων που εκδίδονται από αλλοδαπή αρμόδια αρχή σύμφωνα με το άρθρο 48 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 4/2009 του Συμβουλίου
  • οι ενιαίοι τίτλοι που επιτρέπουν την εκτέλεση στο κράτος μέλος που λαμβάνει την αίτηση οι οποίοι εκδίδονται σύμφωνα με το πρότυπο που ορίζεται στο παράρτημα II του εκτελεστικού κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1189/2011 της Επιτροπής, της 18ης Νοεμβρίου 2011
  • οι συμβολαιογραφικές πράξεις εκτέλεσης που καταρτίζονται με τη διαδικασία που προβλέπει το μέρος Δ1 του νόμου περί συμβολαιογράφων
  • τα πιστοποιητικά που εκδίδονται από αλλοδαπό δικαστήριο ή αρμόδια αρχή σύμφωνα με το άρθρο 53 ή το άρθρο 60 του κανονισμού (EΕ) αριθ. 1215/2012 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 12ης Δεκεμβρίου 2012, για τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις
  • τα αποσπάσματα των αποφάσεων των αρμόδιων αρχών των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή του Ευρωπαϊκού Οικονομικού Χώρου για την επιβολή διοικητικού προστίμου σε σχέση με παράβαση σε υπόθεση απόσπασης εργαζομένων που λαμβάνονται μέσω του συστήματος πληροφόρησης για την εσωτερική αγορά (IMI)
  • μέρος A ευρωπαϊκής διαταγής δέσμευσης λογαριασμού που έχει εκδοθεί από δικαστήριο, περιλαμβανομένων των αλλοδαπών δικαστηρίων, σύμφωνα με το άρθρο 19 παράγραφος 1 στοιχείο α) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 655/2014 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου.

3.1 διαδικασία

Οι δικαστικές και εξωδικαστικές αποφάσεις είναι εκτελεστές αφότου τεθούν σε ισχύ, εκτός αν η νομοθεσία ή το διατακτικό τους ορίζει ότι είναι άμεσα εκτελεστές. Αν οριστεί προθεσμία εκούσιας εκτέλεσης δικαστικής απόφασης και η απόφαση δεν εκτελεστεί, το δικαστήριο εκδίδει διαταγή εκτέλεσης μετά την παρέλευση της προθεσμίας εκούσιας εκτέλεσης. Οι δικαστικοί επιμελητές μπορούν να ξεκινήσουν διαδικασία αναγκαστικής εκτέλεσης με βάση έναν εκτελεστό τίτλο.

Η διαταγή εκτέλεσης εκδίδεται από το δικαστήριο που έχει επιληφθεί της υπόθεσης κατόπιν αιτήματος του επισπεύδοντος. Για κάθε απόφαση εκδίδεται μία μόνο διαταγή εκτέλεσης. Αν η απόφαση πρέπει να εκτελεστεί σε περισσότερους τόπους, αν η απόφαση είναι αμέσως εκτελεστή όσον αφορά κάποιο τμήμα της ή αν η απόφαση έχει εκδοθεί υπέρ περισσότερων αιτούντων ή κατά περισσότερων καθ’ ων, το δικαστήριο, κατόπιν αιτήματος του επισπεύδοντος, εκδίδει περισσότερες διαταγές εκτέλεσης. Σε περίπτωση έκδοσης περισσότερων διαταγών εκτέλεσης, σε καθεμία από τις εν λόγω διαταγές πρέπει να ορίζεται ο ακριβής τόπος της εκτέλεσης ή το τμήμα της απόφασης που πρέπει να εκτελεστεί σύμφωνα με την εκάστοτε διαταγή εκτέλεσης σε περίπτωση υποχρεώσεων εις ολόκληρον, πρέπει να μνημονεύεται ο καθ’ ου κατά του οποίου πρέπει να στραφεί η εκτέλεση βάσει της οικείας διαταγής εκτέλεσης.

Για την κίνηση της διαδικασίας εκτέλεσης απόφασης, η διαταγή εκτέλεσης που χορηγείται στον επισπεύδοντα ή τον εξουσιοδοτημένο εκπρόσωπό του πρέπει να υποβληθεί σε δικαστικό επιμελητή μαζί με μια αίτηση.

3.2 Οι κύριες προϋποθέσεις

Ο νόμος περί δικαστικών επιμελητών και ο κανονισμός του Υπουργικού Συμβουλίου αριθ. 202, της 14ης Μαρτίου 2006, με τίτλο «Κανονισμός σχετικά με την τήρηση αρχείων από τους δικαστικούς επιμελητές», διέπουν τα γενικά ζητήματα που αφορούν τη δραστηριότητα και την τήρηση αρχείων από τους δικαστικούς επιμελητές.

4 Αντικείμενο και φύση των μέτρων εκτέλεσης

Η εφαρμογή των μέτρων αναγκαστικής εκτέλεσης που ορίζονται στον Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας στο πλαίσιο της διαδικασίας εκτέλεσης των αποφάσεων των δικαστηρίων και άλλων οργάνων αποσκοπεί στον περιορισμό των δικαιωμάτων του οφειλέτη προκειμένου να επανέλθει η ισορροπία μεταξύ των δικαιωμάτων του προσώπου του οποίου διακυβεύονται τα πολιτικά δικαιώματα ή τα έννομα συμφέροντα και της υποχρέωσης του οφειλέτη να συμμορφωθεί με την απόφαση του δικαστηρίου (ή του άλλου αρμόδιου οργάνου).

4.1 Ποια περιουσιακά στοιχεία μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο εκτέλεσης;

Οι δικαστικοί επιμελητές μπορούν να επιχειρούν πράξεις εκτέλεσης κατά των κινητών περιουσιακών στοιχείων του οφειλέτη, περιλαμβανομένων αυτών που βρίσκονται στα χέρια τρίτων και των άυλων περιουσιακών στοιχείων του, κατά των χρηματικών απαιτήσεων που διατηρεί ο οφειλέτης έναντι τρίτων (μισθοί και αντίστοιχες αμοιβές, άλλα εισοδήματα του οφειλέτη, καταθέσεις σε πιστωτικά ιδρύματα) και κατά των ακίνητων περιουσιακών στοιχείων του οφειλέτη.

Ορισμένα περιουσιακά στοιχεία που ορίζονται στον νόμο και πράγματα που ανήκουν πλήρως ή εν μέρει στον οφειλέτη εξαιρούνται από την εκτέλεση βάσει διαταγής εκτέλεσης (για παράδειγμα, είδη οικοσκευής και οικιακού εξοπλισμού, είδη ένδυσης, τρόφιμα, βιβλία, όργανα και εργαλεία που είναι απαραίτητα στον οφειλέτη για την καθημερινή του εργασία και τον βιοπορισμό του κ.λπ.).

Τα παρακάτω πράγματα που ανήκουν πλήρως ή εν μέρει στον οφειλέτη εξαιρούνται από πράξεις εκτέλεσης βάσει διαταγής εκτέλεσης:

  • η οικοσκευή και ο οικιακός εξοπλισμός, τα είδη ένδυσης που είναι αναγκαία για τον οφειλέτη, τα μέλη της οικογένειάς του και τα εξαρτώμενα από τον οφειλέτη πρόσωπα:
    • τα ενδύματα, υποδήματα και εσώρουχα που είναι αναγκαία για καθημερινή χρήση
    • τα κλινοσκεπάσματα, ρούχα ύπνου και οι πετσέτες
    • τα μαγειρικά και επιτραπέζια σκεύη που είναι αναγκαία για καθημερινή χρήση
    • έπιπλα – ένα κρεβάτι και μία καρέκλα ανά πρόσωπο, καθώς και ένα τραπέζι και μία ντουλάπα ανά οικογένεια
    • όλα τα είδη παιδικής φροντίδας
  • τα τρόφιμα που βρίσκονται στην κατοικία του οφειλέτη, στο μέτρο που είναι αναγκαία για τη διατροφή του ίδιου και των μελών της οικογένειάς του για διάστημα τριών μηνών
  • το ποσό που αντιστοιχεί στον ελάχιστο μηνιαίο μισθό για τον οφειλέτη, κάθε μέλος της οικογένειάς του και κάθε εξαρτώμενο από τον οφειλέτη πρόσωπο, όμως, σε υποθέσεις που αφορούν την είσπραξη υποχρεώσεων διατροφής ανήλικων τέκνων ή απαιτήσεων υπέρ του Ταμείου Εγγύησης Διατροφών, το ποσό που αντιστοιχεί στο 50% του ελάχιστου μηνιαίου μισθού για τον οφειλέτη, κάθε μέλος της οικογένειάς του και κάθε εξαρτώμενο από τον οφειλέτη πρόσωπο
  • μία αγελάδα ή μία κατσίκα και ένας χοίρος ανά οικογένεια, και η ποσότητα της ζωοτροφής που απαιτείται έως την περίοδο της συγκομιδής νέας ζωοτροφής ή της μεταφοράς των ζώων για βοσκή
  • τα καύσιμα που απαιτούνται για την προετοιμασία του φαγητού για την οικογένεια και τη θέρμανση των κατοικήσιμων χώρων κατά την περίοδο λειτουργίας της θέρμανσης
  • τα βιβλία, τα όργανα και τα εργαλεία που είναι απαραίτητα στον οφειλέτη για την καθημερινή του εργασία και τον βιοπορισμό του
  • τα γεωργικά εφόδια, δηλαδή τα γεωργικά εργαλεία και μηχανήματα, τα ζώα και οι σπόροι που απαιτούνται για το αγρόκτημα, μαζί με την ποσότητα της ζωοτροφής που απαιτείται για τη συντήρηση των ζώων του οικείου αγροκτήματος μέχρι τη νέα συγκομιδή. Με οδηγία του Υπουργού Γεωργίας καθορίζονται τα γεωργικά εργαλεία, ο αριθμός των ζώων και η ποσότητα της ζωοτροφής που θεωρούνται αναγκαία
  • τα κινητά πράγματα που ο Αστικός Κώδικας χαρακτηρίζει προσαρτήματα ακίνητης περιουσίας, ξεχωριστά από την εν λόγω ακίνητη περιουσία
  • οι τόποι λατρείας και τα πράγματα που χρησιμοποιούνται στο τελετουργικό.

Παρομοίως, πράξεις εκτέλεσης δεν μπορούν να διενεργηθούν επί:

  • αποζημίωσης απόλυσης, επιδόματος κηδείας, εφάπαξ επιδόματος στον επιζώντα σύζυγο, κρατικών κοινωνικών παροχών, κρατικού επιδόματος σε παιδί με κοιλιοκάκη, σύνταξης και επιδόματος επιζώντος
  • αποζημίωσης λόγω φθοράς των εργαλείων που ανήκουν σε εργαζόμενο ή άλλης αποζημίωσης σύμφωνα με τους νόμους και τους κανονισμούς που διέπουν τις νόμιμες εργατικές σχέσεις
  • ποσών καταβλητέων σε εργαζόμενο σε συνάρτηση με επίσημα ταξίδια, μεταφορές, και ανάθεση έργου σε άλλο τόπο εργασίας
  • παροχών κοινωνικής πρόνοιας
  • διατροφής τέκνου στο ελάχιστο ποσό διατροφής τέκνου που ορίζει το Υπουργικό Συμβούλιο η οποία, βάσει δικαστικής απόφασης ή απόφασης του Ταμείου Εγγύησης Διατροφών, πρέπει να καταβάλλεται από έναν από τους γονείς, καθώς και επί διατροφής τέκνου καταβλητέας από το Ταμείο Εγγύησης Διατροφών.

4.2 Ποια τα αποτελέσματα των μέτρων εκτέλεσης;

Αν επιβληθούν μέτρα εκτέλεσης σε κινητά, ακίνητα ή εισοδήματα του οφειλέτη, αυτός παύει να έχει δικαίωμα να τα διαθέτει ελεύθερα.

Αν δεν υπάρξει συμμόρφωση προς τους όρους ή τις εντολές του δικαστικού επιμελητή, ο δικαστικός επιμελητής καταρτίζει σχετική πράξη και την υποβάλλει στο δικαστήριο για να εκδώσει απόφαση περί ευθύνης. Το δικαστήριο μπορεί να επιβάλει χρηματική ποινή στους υπαίτιους διαδίκους – έως 360 ευρώ σε φυσικά πρόσωπα και έως 750 ευρώ σε κρατικούς λειτουργούς. Η δικαστική απόφαση μπορεί να προσβληθεί με παρεμπίπτουσα προσφυγή (blakus sūdzība).

Σε ορισμένες κατηγορίες υποθέσεων μπορούν να επιβληθούν ειδικές κυρώσεις για τη μη συμμόρφωση με τους όρους του δικαστικού επιμελητή.

Αν ο δικαστικός επιμελητής συναντήσει αντίσταση κατά τη διενέργεια της πράξης εκτέλεσης, μπορεί να ζητήσει τη συνδρομή της αστυνομίας.

Αν ο οφειλέτης δεν εμφανιστεί ενώπιον του δικαστικού επιμελητή ενώ έχει κλητευθεί να το πράξει ή αρνηθεί να παράσχει τις εξηγήσεις ή τις από τον νόμο απαιτούμενες πληροφορίες, ο δικαστικός επιμελητής έχει δικαίωμα να θέσει το ζήτημα ενώπιον του δικαστηρίου προκειμένου να εκδοθεί απόφαση για την ευθύνη του εν λόγω προσώπου. Το δικαστήριο μπορεί να εκδώσει απόφαση που θα διατάζει τον οφειλέτη να εμφανιστεί και να επιβάλει χρηματική ποινή: έως 80 ευρώ σε φυσικά πρόσωπα και έως 360 ευρώ σε κρατικούς λειτουργούς. Η δικαστική απόφαση μπορεί να προσβληθεί με παρεμπίπτουσα προσφυγή (blakus sūdzība).

Αν διαπιστωθεί ότι ο οφειλέτης έχει σκόπιμα παράσχει ψευδείς πληροφορίες, ο δικαστικός επιμελητής πρέπει να αποστείλει κοινοποίηση στον εισαγγελέα.

4.3 Ποια η ισχύς αυτών των μέτρων;

Εκτελεστός τίτλος μπορεί να υποβληθεί για την έναρξη διαδικασίας εκτέλεσης εντός 10 ετών από την έναρξη ισχύος της απόφασης του δικαστή ή του δικαστηρίου, με την εξαίρεση των περιπτώσεων που η νομοθεσία καθορίζει άλλες προθεσμίες. Αν δικαστική απόφαση διατάζει περιοδικές πληρωμές, ο εκτελεστός τίτλος παραμένει σε ισχύ για όλη την περίοδο κατά τη διάρκεια της οποίας οφείλονται οι πληρωμές και η 10ετής προθεσμία ξεκινά από την ημερομηνία λήξης κάθε πληρωμής.

5 Υπάρχει δυνατότητα προσφυγής κατά της απόφασης που διατάσσει ένα τέτοιο μέτρο;

Η διαδικασία εκτέλεσης κινείται βάσει έγκυρης διαταγής εκτέλεσης που έχει εκδοθεί από δικαστήριο ή άλλο όργανο. Το πρόσωπο που βαρύνεται με υποχρέωση βάσει απόφασης δικαστηρίου ή άλλου οργάνου μπορεί να προσφύγει κατά της απόφασης (να την προσβάλει) στο πλαίσιο της γενικής διαδικασίας που ορίζεται στη νομοθεσία που διέπει την προσβολή των αποφάσεων που έχουν εκδοθεί από δικαστήρια ή άλλα όργανα.

Κατόπιν αίτησης διαδίκου και λαμβανομένης υπόψη της περιουσιακής κατάστασης ή άλλων περιστάσεων των διαδίκων, το δικαστήριο που εκδίκασε την εκάστοτε υπόθεση μπορεί να εκδώσει απόφαση αναβολής της εκτέλεσης της απόφασης, να επιβάλει τμηματική εκτέλεση ή να τροποποιήσει τον τύπο ή τη διαδικασία εκτέλεσης της απόφασης. Κατά της απόφασης με την οποία αναβάλλεται η εκτέλεση της απόφασης, επιβάλλεται τμηματική εκτέλεση της απόφασης ή τροποποιείται ο τύπος ή η διαδικασία εκτέλεσης μπορεί να ασκηθεί παρεμπίπτουσα προσφυγή (blakus sūdzība) ενώπιον ανώτερου δικαστηρίου εντός προθεσμίας 10 ημερών. Όταν συντρέχουν περιστάσεις που καθιστούν δυσχερή ή αδύνατη την εκτέλεση μιας δικαστικής απόφασης, ο δικαστικός επιμελητής επίσης έχει το δικαίωμα να καταθέσει στο δικαστήριο που εξέδωσε την απόφαση πρόταση για την αναβολή της εκτέλεσης της απόφασης, την επιβολή τμηματικής εκτέλεσης ή την τροποποίηση του τύπου ή της διαδικασίας εκτέλεσης.

Ο δικαστικός επιμελητής αναβάλλει την εκτέλεση βάσει αίτησης του επισπεύδοντος ή απόφασης δικαστηρίου ή δικαστή για αναβολή των πράξεων εκτέλεσης ή για αναστολή της εκποίησης περιουσιακών στοιχείων, ή βάσει δικαστικής απόφασης για την αναβολή της εκτέλεσης ή την επιβολή τμηματικής εκτέλεσης.

6 Υπάρχουν περιορισμοί στην εκτέλεση, ιδίως όσον αφορά την προστασία του οφειλέτη ή τις προθεσμίες;

Πιστωτής ή οφειλέτης μπορεί να προσφύγει κατά των πράξεων του δικαστικού επιμελητή κατά την εκτέλεση απόφασης ή κατά της άρνησης του δικαστικού επιμελητή να προβεί σε τέτοιες πράξεις, με την εξαίρεση της περίπτωσης άκυρου πλειστηριασμού, με την κατάθεση αιτιολογημένης προσφυγής στο τοπικό δικαστήριο της περιφέρειας/πόλης [rajona (pilsētas) tiesa] του επίσημου διορισμού του δικαστικού επιμελητή, εντός προθεσμίας 10 ημερών από την ημέρα διενέργειας των προσβαλλόμενων πράξεων ή την ημέρα κατά την οποία οι προσβαλλόμενες πράξεις περιήλθαν σε γνώση του προσφεύγοντος, αν δεν του είχε κοινοποιηθεί ο τόπος και ο χρόνος των προς διενέργεια πράξεων.

Η προσφυγή πρέπει να εξεταστεί σε συζήτηση στο ακροατήριο μέσα σε 15 ημέρες. Η δικάσιμος πρέπει να γνωστοποιηθεί στον οφειλέτη και τον πιστωτή, καθώς και στον δικαστικό επιμελητή. Η μη εμφάνιση των εν λόγω προσώπων δεν εμποδίζει την εξέταση της υπόθεσης.

Κατόπιν αιτιολογημένου αιτήματος του προσφεύγοντος, ο δικαστής μπορεί να αποφασίσει την αναστολή των πράξεων εκτέλεσης, να απαγορεύσει στον δικαστικό επιμελητή να καταβάλει χρηματικά ποσά ή περιουσιακά στοιχεία στον πιστωτή ή τον οφειλέτη, ή να αναστείλει την εκποίηση περιουσιακών στοιχείων. Η απόφαση είναι εκτελεστή αμέσως μετά την έκδοσή της.

Η δικαστική απόφαση μπορεί να προσβληθεί με παρεμπίπτουσα προσφυγή (blakus sūdzība).

Σύνδεσμοι

http://www.tm.gov.lv/ – δικτυακός τόπος του Υπουργείου Δικαιοσύνης

Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροhttp://www.lzti.lv/ – συμβούλιο δικαστικών επιμελητών της Λετονίας

Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροhttp://www.tiesas.lv/ – δικτυακή πύλη των δικαστηρίων της Λετονίας


Την έκδοση αυτής της σελίδας στην εθνική γλώσσα διαχειρίζεται ο αντίστοιχος αρμόδιος επαφής του ΕΔΔ. Οι μεταφράσεις έχουν γίνει από την αρμόδια υπηρεσία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Οι τυχόν αλλαγές που επιφέρει η αρμόδια εθνική αρχή στο πρωτότυπο ενδέχεται να μην έχουν περιληφθεί ακόμα στις μεταφράσεις. Η Επιτροπή και το Ευρωπαϊκό Δικαστικό Δίκτυο δεν αναλαμβάνουν καμία απολύτως ευθύνη όσον αφορά πληροφορίες ή δεδομένα που περιέχονται ή αναφέρονται στο παρόν έγγραφο. Βλ. την ανακοίνωση νομικού περιεχομένου για τους κανόνες πνευματικής ιδιοκτησίας που ισχύουν στο κράτος μέλος που είναι αρμόδιο για την παρούσα σελίδα.

Τελευταία επικαιροποίηση: 12/12/2018

Διαδικασίες για την εφαρμογή δικαστικών αποφάσεων - Λουξεµβούργο


1 Ποια η έννοια της εκτέλεσης στις αστικές και εμπορικές υποθέσεις;

Αν ο οφειλέτης δεν συμμορφωθεί εκουσίως με δικαστική απόφαση, ο δανειστής μπορεί να απαιτήσει την εκτέλεσή της. Αυτό αποκαλείται αναγκαστική εκτέλεση.

Για να είναι μια δικαστική απόφαση εκτελεστή, πρέπει να έχει περιβληθεί τον εκτελεστήριο τύπο και να έχει επιδοθεί ή κοινοποιηθεί νομίμως.

Η εκτελεστότητα αναστέλλεται επί οκτώ ημέρες από την ημερομηνία της απόφασης και/ή με την άσκηση του κατάλληλου ένδικου μέσου, εκτός αν η απόφαση έχει κηρυχθεί προσωρινά εκτελεστή.

Η αναγκαστική εκτέλεση χρησιμοποιείται κατά κανόνα για την ανάκτηση χρηματικών ποσών, μπορεί όμως να χρησιμοποιηθεί και για την επιχείρηση πράξης.

Όταν ένα πρόσωπο καταδικάζεται σε καταβολή χρημάτων, η διαδικαστική πράξη ονομάζεται κατάσχεση και αντικείμενό της είναι η περιουσία του οφειλέτη.

Ωστόσο, υπάρχουν και άλλα, πιο ειδικά μέσα εκτέλεσης: η κατάσχεση στα χέρια τρίτου, η κατάσχεση καρπών, η κατάσχεση προσόδων, η κατάσχεση ακινήτων, η κατάσχεση προς σύσταση ενεχύρου, η συντηρητική κατάσχεση κινητών μετακινούμενου οφειλέτη, η διεκδικητική κατάσχεση, η κατάσχεση μισθών, η κατάσχεση σκαφών εσωτερικής ναυσιπλοΐας και η κατάσχεση στο πλαίσιο προστασίας δικαιωμάτων διανοητικής ιδιοκτησίας.

Οι κατασχέσεις που χρησιμοποιούνται περισσότερο στο Λουξεμβούργο είναι η κατάσχεση στα χέρια τρίτου και η αναγκαστική κατάσχεση.

2 Ποια αρχή ή ποιες αρχές είναι αρμόδιες για την εκτέλεση;

Οι δικαστικοί επιμελητές είναι οι μόνοι αρμόδιοι για την εκτέλεση δικαστικών αποφάσεων που κηρύσσονται εκτελεστές από δικαστήριο του Λουξεμβούργου κατʼ εφαρμογή της νομοθεσίας του Λουξεμβούργου ή από δικαστήριο άλλου κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης κατʼ εφαρμογή της ενωσιακής νομοθεσίας σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις, καθώς και για την εκτέλεση συμφωνιών που προκύπτουν από διαμεσολάβηση σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις και είναι εκτελεστές, όπως και άλλων εγγράφων ή εκτελεστών τίτλων.

3 Ποιες οι προϋποθέσεις υπό τις οποίες μπορεί να εκδοθεί ένας εκτελεστός τίτλος ή μια απόφαση;

3.1 διαδικασία

  • Δικαστικές αποφάσεις και έγγραφα που εκδίδονται στο Μεγάλο Δουκάτο του Λουξεμβούργου

Είναι εκτελεστά εντός του Μεγάλου Δουκάτου χωρίς να απαιτείται η συμμόρφωση με ειδικό εκτελεστήριο τύπο (visa) ή επιστολή με την οποία διατάσσεται η εκτέλεση (pareatis), ακόμη και αν η εκτέλεση διενεργείται εκτός της περιφέρειας του δικαστηρίου που εξέδωσε την απόφαση ή της περιφέρειας στην οποία εκδόθηκαν τα έγγραφα.

Η παράδοση του εγγράφου ή της απόφασης στον δικαστικό επιμελητή ισοδυναμεί με εξουσιοδότηση του δικαστικού επιμελητή να προβεί σε οποιαδήποτε μορφή εκτέλεσης εκτός της κατάσχεσης ακινήτων και της προσωπικής κράτησης, για τις οποίες απαιτούνται ειδικές εξουσίες.

  • Αλλοδαπές αποφάσεις που διέπονται από συνθήκη ή ενωσιακή πράξη που προβλέπει διαδικασία κήρυξης εκτελεστότητας

Οι δικαστικές αποφάσεις σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις που εκδίδονται σε κράτος της αλλοδαπής, που είναι εκτελεστές στο εν λόγω κράτος και που, σύμφωνα με τις διατάξεις:

– της σύμβασης των Βρυξελλών, της 27ης Σεπτεμβρίου 1968, για τη διεθνή δικαιοδοσία και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις, όπως τροποποιήθηκε από τις συμβάσεις προσχώρησης των νέων κρατών μελών σ’ αυτήν,

– της σύμβασης του Λουγκάνο, της 16ης Σεπτεμβρίου 1988, για τη διεθνή δικαιοδοσία και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις,

– της σύμβασης της 29ης Ιουλίου 1971 μεταξύ του Μεγάλου Δουκάτου του Λουξεμβούργου και της Δημοκρατίας της Αυστρίας για την αναγνώριση και την εκτέλεση των δικαστικών αποφάσεων και των δημοσίων εγγράφων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις,

– της συνθήκης της 24ης Νοεμβρίου 1961 μεταξύ του Βελγίου, των Κάτω Χωρών και του Λουξεμβούργου για τη διεθνή δικαιοδοσία, την πτώχευση, την ισχύ και την εκτέλεση δικαστικών αποφάσεων, διαιτητικών αποφάσεων και δημοσίων εγγράφων, εφόσον ισχύει,

– ή της σύμβασης της Χάγης, της 2ας Οκτωβρίου 1973, για την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σχετικών με τις υποχρεώσεις διατροφής,

πληρούν τις προϋποθέσεις για την αναγνώριση και την εκτέλεσή τους στο Λουξεμβούργο, καθίστανται εκτελεστές με τη διαδικασία που προβλέπεται στα άρθρα 680 έως 685 του νέου Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας του Λουξεμβούργου.

Οι δικαστικές αποφάσεις σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις που εκδίδονται σε κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης στο οποίο είναι εκτελεστές και οι οποίες, σύμφωνα με τον κανονισμό αριθ. 44/2001 του Συμβουλίου, της 22ας Δεκεμβρίου 2000, για τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις, πληρούν τις προϋποθέσεις για την αναγνώριση και την εκτέλεσή τους στο Λουξεμβούργο, καθίστανται εκτελεστές όπως προβλέπεται στον εν λόγω κανονισμό.

Ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1215/2012 για τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις, γνωστός και ως «αναδιατύπωση του κανονισμού Βρυξέλλες Ι», αντικατέστησε τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 44/2001. Ωστόσο, ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 44/2001 συνεχίζει να εφαρμόζεται στις αποφάσεις που εκδίδονται επί αγωγών που έχουν ασκηθεί, στα δημόσια έγγραφα που έχουν εκδοθεί ή καταχωριστεί επίσημα και στους δικαστικούς συμβιβασμούς που έχουν εγκριθεί ή συναφθεί πριν από την 10η Ιανουαρίου 2015 και που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του.

Οι δικαστικές αποφάσεις σε αστικές υποθέσεις που εκδίδονται σε κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης στο οποίο είναι εκτελεστές και οι οποίες, σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 650/2012 του Συμβουλίου, της 4ης Ιουλίου 2012, σχετικά με τη διεθνή δικαιοδοσία, το εφαρμοστέο δίκαιο, την αναγνώριση και εκτέλεση αποφάσεων, την αποδοχή και εκτέλεση δημόσιων εγγράφων στον τομέα της κληρονομικής διαδοχής και την καθιέρωση ευρωπαϊκού κληρονομητηρίου, πληρούν τις προϋποθέσεις για την αναγνώριση και την εκτέλεσή τους στο Λουξεμβούργο, καθίστανται εκτελεστές όπως προβλέπεται στον εν λόγω κανονισμό.

Οι αποφάσεις που εκδίδονται σε κράτος μέλος που δεν δεσμεύεται από το πρωτόκολλο της Χάγης της 23ης Νοεμβρίου 2007 σχετικά με το εφαρμοστέο δίκαιο στις υποχρεώσεις διατροφής κατά το κεφάλαιο IV, τμήμα 2, του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 4/2009, της 18ης Δεκεμβρίου 2008, για τη διεθνή δικαιοδοσία, το εφαρμοστέο δίκαιο, την αναγνώριση και εκτέλεση αποφάσεων και τη συνεργασία σε θέματα υποχρεώσεων διατροφής, οι οποίες πληρούν τις προϋποθέσεις για την αναγνώριση και την εκτέλεσή τους στο Λουξεμβούργο, καθίστανται εκτελεστές όπως προβλέπεται στον εν λόγω κανονισμό.

  • Αλλοδαπές αποφάσεις που διέπονται από ενωσιακή πράξη η οποία προβλέπει την κατάργηση της κήρυξης εκτελεστότητας

Στις 12 Δεκεμβρίου 2012, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο εξέδωσαν τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1215/2012 για τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις, τη λεγόμενη αναδιατύπωση του κανονισμού Βρυξέλλες Ι. Σύμφωνα με το άρθρο 36 του κανονισμού αυτού, απόφαση η οποία έχει εκδοθεί σε κράτος μέλος αναγνωρίζεται στα υπόλοιπα κράτη μέλη χωρίς να απαιτείται ειδική διαδικασία (κατάργηση της κήρυξης εκτελεστότητας). Ο κανονισμός εφαρμόζεται σε όλα τα κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης από τις 10 Ιανουαρίου 2015 και σύμφωνα με τους όρους που προβλέπονται σ’ αυτόν.

Οι αποφάσεις που εκδίδονται σε κράτος μέλος που δεσμεύεται από το πρωτόκολλο της Χάγης της 23ης Νοεμβρίου 2007 σχετικά με το εφαρμοστέο δίκαιο στις υποχρεώσεις διατροφής κατά το κεφάλαιο IV, τμήμα 1, του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 4/2009, της 18ης Δεκεμβρίου 2008, για τη διεθνή δικαιοδοσία, το εφαρμοστέο δίκαιο, την αναγνώριση και εκτέλεση αποφάσεων και τη συνεργασία σε θέματα υποχρεώσεων διατροφής, αναγνωρίζονται στο Λουξεμβούργο χωρίς να πρέπει να εφαρμοστεί καμία διαδικασία και χωρίς δυνατότητα προσβολής της αναγνώρισής τους.

3.2 Οι κύριες προϋποθέσεις

Δεν διενεργείται καμία κατάσχεση κινητών ή ακινήτων χωρίς εκτελεστήριο τίτλο ο οποίος εκδίδεται κατ’ εφαρμογή της νομοθεσίας του Λουξεμβούργου και για απαίτηση βεβαία και εκκαθαρισμένη αν η απαίτηση είναι μη χρηματική, κάθε παρεπόμενη της κατάσχεσης ενέργεια αναστέλλεται έως ότου προσδιοριστεί η αξία της απαίτησης.

Οι αποφάσεις με τις οποίες διατάσσεται άρση, εξάλειψη εγγραφής υποθήκης, πληρωμή ή άλλη ενέργεια που πρέπει να διενεργηθεί από τρίτον ή υπʼ ευθύνη του δεν καθίστανται εκτελεστές υπέρ του τρίτου ή έναντι αυτού, ακόμα και μετά την πάροδο της προθεσμίας για την άσκηση ανακοπής ή έφεσης, παρά μόνο με πιστοποιητικό του δικηγόρου του επισπεύδοντος, στο οποίο αναγράφεται η ημερομηνία της επίδοσης της απόφασης στον τόπο κατοικίας του καθού, και κατόπιν βεβαίωσης του γραμματέα του δικαστηρίου ότι δεν εκκρεμεί ανακοπή ή έφεση κατά της απόφασης.

Αν, σύμφωνα με το πιστοποιητικό, δεν εκκρεμεί ανακοπή ή έφεση, οι μεσεγγυούχοι, οι θεματοφύλακες και όλα τα οικεία πρόσωπα υποχρεούνται να συμμορφωθούν με την απόφαση.

4 Αντικείμενο και φύση των μέτρων εκτέλεσης

4.1 Ποια περιουσιακά στοιχεία μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο εκτέλεσης;

  • Κατασχετή περιουσία

Αντικείμενο κατάσχεσης μπορούν να αποτελέσουν μόνο τα κινητά και τα ακίνητα του οφειλέτη και όχι τρίτου. Αντιθέτως, δεν έχει σημασία ποιος έχει στην κατοχή του τα πράγματα του οφειλέτη τη στιγμή της κατάσχεσης, είναι επομένως δυνατή η κατάσχεση πραγμάτων στα χέρια τρίτου.

  • Ακατάσχετη περιουσία

Το άρθρο 728 του νέου Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας ορίζει ότι, εκτός από τα πράγματα τα οποία είναι ακατάσχετα σύμφωνα με ειδικούς νόμους, δεν μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο κατάσχεσης και τα εξής:

  • αντικείμενα τα οποία, σύμφωνα με τη νομοθεσία του Λουξεμβούργου, θεωρούνται ακίνητα λόγω προορισμού
  • τα κινητά πράγματα, όπως για παράδειγμα τα κλινοστρώματα, τα ρούχα και τα έπιπλα που είναι απαραίτητα για την τακτοποίησή τους, ένα πλυντήριο ρούχων, τραπέζια και καρέκλες που επιτρέπουν στην οικογένεια να γευματίζει μαζί.

Τα εν λόγω πράγματα είναι ακατάσχετα ανεξάρτητα από την ιδιότητα του δανειστή, ακόμα και αν ο δανειστής είναι το Δημόσιο, με την εξαίρεση ορισμένων απαιτήσεων οι οποίες απαριθμούνται περιοριστικά από τη νομοθεσία.

Για να αποτραπεί η επίσπευση από τον δανειστή της κατάσχεσης όλων των μέσων που είναι απαραίτητα για τη διαβίωση του οφειλέτη, διάταγμα του Μεγάλου Δουκάτου του Λουξεμβούργου ορίζει το ποσοστό κατά το οποίο μπορούν να εκχωρηθούν και να κατασχεθούν μισθοί, συντάξεις και πρόσοδοι. Ο νόμος ρυθμίζει την κατάσχεση των προστατευόμενων τακτικών αποδοχών (μισθοί, πρόσοδοι, συντάξεις). Οι εν λόγω τακτικές αποδοχές δεν μπορούν να κατασχεθούν στο σύνολό τους αλλά μόνο μέχρι ένα ορισμένο ανώτατο όριο, το οποίο προσδιορίζεται βάσει κλιμάκων που προβλέπονται από διάταγμα του Μεγάλου Δουκάτου. Ως εκ τούτου, ο οφειλέτης διατηρεί ένα ελάχιστο εισόδημα, το οποίο είναι απαραίτητο για τη διαβίωσή του.

  • Περιορισμός της κατάσχεσης

Ο περιορισμός της κατάσχεσης αποσκοπεί στην προστασία του καθού από τις συνέπειες της συνολικής δέσμευσης της περιουσίας του. Επιτρέπει στον δικαστή να περιορίζει το ύψος των ποσών που κατάσχονται στα χέρια τρίτου.

4.2 Ποια τα αποτελέσματα των μέτρων εκτέλεσης;

Από τη στιγμή της κατάσχεσης των πραγμάτων, ο οφειλέτης χάνει το δικαίωμα της διάθεσής τους. Ωστόσο, η κατάσχεση δεν γεννά κανένα δικαίωμα προτίμησης για τον επισπεύδοντα δανειστή. Η απαγόρευση διάθεσης σημαίνει ότι ο οφειλέτης δεν μπορεί να πουλήσει ή να εκποιήσει τα κατασχεθέντα πράγματα, ούτε μπορεί να συστήσει υποθήκη ή ενέχυρο επί αυτών. Τα κατασχεθέντα πράγματα μπορούν να αφαιρεθούν επιτόπου. Ο οφειλέτης παραμένει ιδιοκτήτης των πραγμάτων μέχρι την αναγκαστική πώλησή τους, χωρίς απαραίτητα να διατηρεί στην κατοχή του τα κατασχεθέντα πράγματα. Η κατάσταση δεν μεταβάλλεται στην πράξη αλλά από νομικής πλευράς.

Σε περίπτωση παραβίασης της εν λόγω απαγόρευσης, οι ενέργειες του καθού δεν είναι δεσμευτικές για τον επισπεύδοντα δανειστή.

Ωστόσο, η απαγόρευση είναι σχετική, καθώς ισχύει μόνο προς όφελος του επισπεύδοντα δανειστή. Οι υπόλοιποι δανειστές θα πρέπει πάντα να προσαρμόζονται στις διακυμάνσεις της περιουσίας του οφειλέτη. Παρ’ όλ’ αυτά, η διαδικασία για να συμμετάσχουν στην ήδη εγκριθείσα κατάσχεση είναι απλή.

Η απαγόρευση είναι το πρώτο στάδιο στη διαδικασία εκποίησης της περιουσίας. Τα πράγματα περνούν στον έλεγχο του δικαστηρίου. Η αναγκαστική κατάσχεση παίζει, ως εκ τούτου, τον ρόλο ενός αρχικού προληπτικού μέτρου.

Σε ό,τι αφορά την κατάσχεση στα χέρια τρίτου, πρέπει να διευκρινιστεί ότι αυτή καταργεί κάθε έλεγχο επί του συνόλου της κατασχεθείσας απαίτησης, ανεξαρτήτως της αξίας της. Ωστόσο, ο τρίτος στα χέρια του οποίου γίνεται η κατάσχεση μπορεί να παρακαταθέσει ποσό το οποίο μπορεί να καλύψει το ύψος της απαίτησης (cantonnement).

4.3 Ποια η ισχύς αυτών των μέτρων;

Οι εκτελεστοί τίτλοι που εκδίδονται σύμφωνα με τη νομοθεσία του Λουξεμβούργου δεν υπόκεινται σε χρονικούς περιορισμούς και η ισχύς τους δεν λήγει.

Η άδεια του προέδρου του εμποροδικείου για την επίσπευση συντηρητικής κατάσχεσης παύει να ισχύει αν το ασφαλιστικό μέτρο δεν ληφθεί εντός της προθεσμίας που αναγράφεται στη σχετική απόφαση.

5 Υπάρχει δυνατότητα προσφυγής κατά της απόφασης που διατάσσει ένα τέτοιο μέτρο;

Κατά απόφασης που εκδίδεται από τον πρόεδρο του εμποροδικείου με την οποία εγκρίνεται η συντηρητική κατάσχεση μπορεί να ασκηθεί ανακοπή ή έφεση.

Όσον αφορά την αναγκαστική κατάσχεση, ο οφειλέτης μπορεί να ασκήσει αγωγή δυσχερούς εκτέλεσης ή ανακοπή κατά της πώλησης των κατασχεθέντων.

Τρίτοι δικαιούνται επίσης να ενεργήσουν, δηλαδή να ασκήσουν ανακοπή κατά της πώλησης των κατασχεθέντων, ζητώντας να διαχωριστούν τα εν λόγω πράγματα υπέρ τους.

6 Υπάρχουν περιορισμοί στην εκτέλεση, ιδίως όσον αφορά την προστασία του οφειλέτη ή τις προθεσμίες;

Σύμφωνα με το άρθρο 590 του νέου Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, ο οφειλέτης μπορεί να εμποδίσει την προσωρινή εκτέλεση αν αυτή έχει διαταχθεί για περίπτωση που δεν προβλέπεται από τον νόμο. Για τον σκοπό αυτό, ο οφειλέτης μπορεί να προσφύγει στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, ώστε αυτό να απαγορεύσει την προσωρινή εκτέλεση. Η δυνατότητα αυτή παρέχεται μόνο σε αστικές υποθέσεις, ενώ αποκλείεται σε εμπορικές υποθέσεις σύμφωνα με το άρθρο 647 του εμπορικού κώδικα.

Το άρθρο 703 εδάφιο 2 του νέου Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας προβλέπει τη διαδικασία περιορισμού του εύρους της κατάσχεσης. Η εν λόγω διαδικασία αποσκοπεί στην προστασία του καθού από τις συνέπειες της συνολικής δέσμευσης της περιουσίας του. Επιτρέπει στον δικαστή να περιορίζει το ύψος των ποσών που κατάσχονται στα χέρια τρίτου.

Για να αποτραπεί η επίσπευση από τον δανειστή της κατάσχεσης όλων των μέσων που είναι απαραίτητα για τη διαβίωση του οφειλέτη, διάταγμα του Μεγάλου Δουκάτου του Λουξεμβούργου ορίζει το ποσοστό κατά το οποίο μπορούν να εκχωρηθούν και να κατασχεθούν μισθοί, συντάξεις και πρόσοδοι. Ο νόμος ρυθμίζει την κατάσχεση των προστατευόμενων τακτικών αποδοχών (μισθοί, πρόσοδοι, συντάξεις). Οι εν λόγω τακτικές αποδοχές δεν μπορούν να κατασχεθούν στο σύνολό τους αλλά μόνο μέχρι ένα ορισμένο ανώτατο όριο, το οποίο προσδιορίζεται βάσει κλιμάκων που προβλέπονται από διάταγμα του Μεγάλου Δουκάτου. Ως εκ τούτου, ο οφειλέτης διατηρεί ένα ελάχιστο εισόδημα, το οποίο είναι απαραίτητο για τη διαβίωσή του.

Σχετικοί σύνδεσμοι

Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροhttp://www.legilux.lu/


Την έκδοση αυτής της σελίδας στην εθνική γλώσσα διαχειρίζεται ο αντίστοιχος αρμόδιος επαφής του ΕΔΔ. Οι μεταφράσεις έχουν γίνει από την αρμόδια υπηρεσία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Οι τυχόν αλλαγές που επιφέρει η αρμόδια εθνική αρχή στο πρωτότυπο ενδέχεται να μην έχουν περιληφθεί ακόμα στις μεταφράσεις. Η Επιτροπή και το Ευρωπαϊκό Δικαστικό Δίκτυο δεν αναλαμβάνουν καμία απολύτως ευθύνη όσον αφορά πληροφορίες ή δεδομένα που περιέχονται ή αναφέρονται στο παρόν έγγραφο. Βλ. την ανακοίνωση νομικού περιεχομένου για τους κανόνες πνευματικής ιδιοκτησίας που ισχύουν στο κράτος μέλος που είναι αρμόδιο για την παρούσα σελίδα.

Τελευταία επικαιροποίηση: 25/04/2019

Διαδικασίες για την εφαρμογή δικαστικών αποφάσεων - Ουγγαρία


1 Ποια η έννοια της εκτέλεσης στις αστικές και εμπορικές υποθέσεις;

Η εκτέλεση είναι μια αστική εξωδικαστική διαδικασία διά της οποίας το κράτος προβαίνει στην ικανοποίηση των αξιώσεων που απορρέουν από δικαστικές αποφάσεις, συμβολαιογραφικές πράξεις και λοιπά έγγραφα που ο νόμος ορίζει με την εφαρμογή αναγκαστικών μέτρων.

2 Ποια αρχή ή ποιες αρχές είναι αρμόδιες για την εκτέλεση;

Η εκτέλεση διατάσσεται και εκτελείται από δικαστήριο, συμβολαιογράφο ή άλλο φορέα ή πρόσωπο, ιδίως δε από τις ακόλουθες οντότητες:

α) από ανεξάρτητο δικαστικό επιμελητή,

β) από υπαγόμενο σε περιφερειακό δικαστήριο δικαστικό επιμελητή,

γ) από ανεξάρτητο αναπληρωτή δικαστικό επιμελητή,

δ) από υπαγόμενο σε περιφερειακό δικαστήριο αναπληρωτή δικαστικό επιμελητή,

ε) από υποψήφιο δικαστικό επιμελητή.

Η διαδικασία του δικαστικού επιμελητή —ως αστική εξωδικαστική διαδικασία— είναι ίδια με εκείνη του δικαστηρίου.

3 Ποιες οι προϋποθέσεις υπό τις οποίες μπορεί να εκδοθεί ένας εκτελεστός τίτλος ή μια απόφαση;

Διαταγή εκτέλεσης μπορεί να εκδοθεί σε περίπτωση που η εκτελεστή απόφαση περιέχει υποχρέωση (καταδίκη), είναι τελεσίδικη ή έχει διαταχθεί η προσωρινή εκτέλεσή της και έχει παρέλθει η προθεσμία συμμόρφωσης.  Βάσει συμβιβασμού εγκεκριμένου από το δικαστήριο, διαταγή εκτέλεσης μπορεί να εκδοθεί ακόμη και αν έχει ασκηθεί ένδικο μέσο κατά της εγκριτικής απόφασης. Η εν λόγω διάταξη ισχύει επίσης για συμφωνίες που έχουν εγκριθεί από συμβολαιογράφο και που έχουν την ισχύ δικαστικού συμβιβασμού. Διαταγή εκτέλεσης μπορεί επίσης να εκδοθεί βάσει δικαστικής απόφασης εκδοθείσας στο πλαίσιο διαδικασίας δυνάμει του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 861/2007 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για τη θέσπιση ευρωπαϊκής διαδικασίας μικροδιαφορών, ακόμη και σε περίπτωση άσκησης ένδικου μέσου κατά της απόφασης. Διαταγή εκτέλεσης δεν μπορεί να εκδοθεί βάσει διαταγής πληρωμής σε περίπτωση που στη ρήτρα που την καθιστά οριστική αναφέρεται ότι δεν επιτρέπεται εκτέλεση σε σχέση με το αντικείμενο της αξίωσης.

Για την είσπραξη διατροφής ισχύει ειδικός κανόνας, σύμφωνα με τον οποίο μπορεί να εγκριθεί εκτέλεση για ποσά ληξιπρόθεσμα για διάστημα μεγαλύτερο των έξι μηνών όταν ο διάδικος που επιδιώκει την εκτέλεση θεωρεί πιθανό η οφειλή για διατροφή να αποδίδεται σε κακόβουλη συμπεριφορά του οφειλέτη ή εφόσον αιτιολογείται εύλογα η αδυναμία επικύρωσης της αξίωσης. Κατά την εκτέλεση αλλοδαπών αποφάσεων, το δικαστήριο εξετάζει επίσης κατά πόσο η εκτέλεση προβλέπεται από τον νόμο, διεθνή σύμβαση, την αρχή της αμοιβαιότητας ή τη νομοθεσία της ΕΕ.

3.1 διαδικασία

Εκτέλεση μπορεί να διαταχθεί μέσω διαταγής εκτέλεσης. Σε ορισμένες περιπτώσεις, δεν πρόκειται για επίσημη απόφαση (αντιθέτως, έχει τη μορφή επιταγής προς εκτέλεση ή ρήτρας εκτέλεσης), ενώ σε άλλες περιπτώσεις έχει τη μορφή διαταγής. Το δικαστήριο ή ο συμβολαιογράφος εκδίδει τη διαταγή εκτέλεσης κατόπιν αιτήματος του διαδίκου που επιδιώκει την εκτέλεση. Η αίτηση για εκτέλεση πρέπει να υποβάλλεται στον προβλεπόμενο αριθμό αντιγράφων και με χρήση του εντύπου διαταγής εκτέλεσης. Σε διαδικασίες διαταγής πληρωμής, η αίτηση μπορεί επίσης να υποβληθεί ηλεκτρονικά. Κατά κανόνα, η αίτηση υποβάλλεται στο δικαστήριο ή τον συμβολαιογράφο που έκρινε την υπόθεση σε πρώτο βαθμό. Ωστόσο, σε ορισμένες περιπτώσεις, ο νόμος LIII του 1994 σχετικά με τη δικαστική εκτέλεση («νόμος περί δικαστικής εκτέλεσης») προβλέπει άλλους κανόνες αναφορικά με την αρμοδιότητα, λ.χ., στην περίπτωση των αλλοδαπών αποφάσεων, την εκτέλεση μπορεί να διατάξει το πρωτοδικείο που βρίσκεται εντός της έδρας του περιφερειακού δικαστηρίου που είναι αρμόδιο βάσει της κατοικίας ή της έδρας του οφειλέτη ή, ελλείψει τέτοιων, του τόπου όπου βρίσκονται τα περιουσιακά στοιχεία τα οποία υπόκεινται σε εκτέλεση. Στην περίπτωση της Βουδαπέστης, πρόκειται για το Κεντρικό Πρωτοδικείο της Βούδας (Budai Központi Kerületi Bíróság).

Η αίτηση εκτέλεσης πρέπει να περιλαμβάνει πληροφορίες σχετικά με τους διαδίκους, την εκτελεστή απόφαση, την αξίωση προς εκτέλεση και όσο το δυνατόν περισσότερες πληροφορίες σχετικά με τα περιουσιακά στοιχεία του οφειλέτη επί των οποίων μπορεί ενδεχομένως να επισπευστεί εκτέλεση.

Το δικαστήριο ή ο συμβολαιογράφος εξετάζει αμέσως την αίτηση —εντός 15 ημερών από την παραλαβή— προκειμένου να αποφασίσει αν η υπόθεση θα πρέπει να παραπεμφθεί, να απορριφθεί χωρίς εξέταση της ουσίας ή (με την εξαίρεση διαδίκων με νομικούς εκπροσώπους) να επιστραφεί με αίτημα για προσκόμιση ελλιπουσών πληροφοριών. Εν συνεχεία, εφαρμόζονται τα ζητούμενα μέτρα. Απόφαση λαμβάνεται εντός 15 ημερών από την παραλαβή της αίτησης ή, σε περίπτωση αιτήματος για προσκόμιση ελλιπουσών πληροφοριών, εντός 15 ημερών από την υποβολή των πληροφοριών. Εάν η αίτηση είναι βάσιμη, εκδίδεται διαταγή εκτέλεσης. Διαφορετικά, η εκτέλεση απορρίπτεται.

3.2 Οι κύριες προϋποθέσεις

Βλ. σημείο 2.

4 Αντικείμενο και φύση των μέτρων εκτέλεσης

Τα αναγκαστικά μέτρα περιορίζουν τα οικονομικά και προσωπικά δικαιώματα του οφειλέτη. Οικονομικά μέτρα μπορούν να εκτελεστούν από δικαστήριο και από δικαστικό επιμελητή. Μέτρα σε βάρος του προσώπου του οφειλέτη μπορεί να εκτελέσει η αστυνομία βάσει μέτρου δικαστηρίου ή δικαστικού επιμελητή. Τα σημαντικότερα οικονομικά μέτρα αναγκαστικής εκτέλεσης είναι τα εξής:

  • κατάσχεση μισθών και άλλων απολαβών,
  • κατάσχεση και πώληση κινητής περιουσίας,
  • κατάσχεση χρηματικών ποσών υπό τη διαχείριση χρηματοπιστωτικού ιδρύματος και δέσμευση τραπεζικών λογαριασμών,
  • κατάσχεση απαιτήσεων του οφειλέτη έναντι τρίτων,
  • κατάσχεση και πώληση ακινήτων,
  • επιβολή ποινών και προστίμων.

4.1 Ποια περιουσιακά στοιχεία μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο εκτέλεσης;

Σε εκτέλεση υπόκεινται τα εξής:

  • ο μισθός, η σύνταξη ή άλλες απολαβές του οφειλέτη (με ορισμένες εξαιρέσεις),
  • χρηματικά ποσά που βρίσκονται υπό τη διαχείριση χρηματοπιστωτικού ιδρύματος (ο νόμος προβλέπει απαλλαγή από την εκτέλεση έως ορισμένο ποσό για τα φυσικά πρόσωπα),
  • κινητή περιουσία (ωστόσο, ο νόμος δεν επιτρέπει την κατάσχεση βασικών αγαθών, λ.χ. βασικών ειδών ρουχισμού, της επίπλωσης του σπιτιού που αντιστοιχεί στον αριθμό των μελών της οικογένειας του οφειλέτη, απαραίτητων φαρμάκων λόγω ασθένειας του οφειλέτη κλπ.),
  • αξιώσεις του οφειλέτη έναντι τρίτων ή μετοχές / εταιρικά μερίδια του οφειλέτη,
  • ακίνητα, ανεξάρτητα από τη φύση τους, τη χρήση, τα δικαιώματα και τα βάρη, και τα στοιχεία των ακινήτων που έχουν καταχωριστεί στο κτηματολόγιο (πάντως, εξαιρούνται της εκτέλεσης τα ακίνητα που δεν θεωρείται ότι ανήκουν στην περιουσία του οφειλέτη κατά τη διαδικασία της ρευστοποίησης).

4.2 Ποια τα αποτελέσματα των μέτρων εκτέλεσης;

Τα μέτρα εκτέλεσης περιορίζουν ουσιαστικά το δικαίωμα του οφειλέτη να διαθέτει τα περιουσιακά του στοιχεία.

Όταν υποβάλλεται σε εκτέλεση κινητή περιουσία ή τραπεζικός λογαριασμός, το δικαίωμα του οφειλέτη να διαθέτει τα εν λόγω περιουσιακά στοιχεία αποσβένεται. Εάν η κατασχεθείσα κινητή περιουσία τεθεί υπό μεσεγγύηση, αφαιρείται επίσης από την κατοχή του οφειλέτη. Εάν κατασχεθεί ακίνητη περιουσία, ο οφειλέτης μπορεί να διαθέσει και να πωλήσει την εν λόγω περιουσία, η οποία όμως θα βαρύνεται με το δικαίωμα εκτέλεσης.

Εάν ο οφειλέτης ή άλλο πρόσωπο προβάλει αντίσταση κατά την εκτέλεση, ο επιμελητής απευθύνεται στην αστυνομία, η οποία μπορεί να εφαρμόσει μέτρα καταναγκασμού κατά του εν λόγω προσώπου ώστε να κάμψει την αντίσταση.

Οποιοδήποτε πρόσωπο εμποδίζει τις διαδικασίες εκτέλεσης εκ μέρους του δικαστικού επιμελητή (βιαίως), μπορεί να διωχθεί ποινικά. Ποινική ευθύνη επισύρει και η αφαίρεση κατασχεθέντος αντικειμένου από την εκτέλεση ή η αφαίρεση της σφραγίδας που τίθεται κατά την εκτέλεση ή η διάρρηξη του κλειδωμένου χώρου που χρησιμοποιείται για την αποθήκευση αντικειμένου που έχει κατασχεθεί, κλειδωθεί ή τεθεί υπό μεσεγγύηση (αδίκημα της διάρρηξης σφραγίδας).

Το δικαστήριο επιβάλλει πρόστιμο στον οφειλέτη ή το πρόσωπο ή οργανισμό που υποχρεούται να συμμετάσχει στη διαδικασία εκτέλεσης και δεν εκπληρώνει τις υποχρεώσεις του στο πλαίσιο της εκτέλεσης, όπως αυτές ορίζονται από τον νόμο, ή επιδεικνύει συμπεριφορά που παρεμποδίζει τα μέτρα εκτέλεσης.

4.3 Ποια η ισχύς αυτών των μέτρων;

Τα μέτρα παραμένουν σε ισχύ έως ότου η εκτέλεση αποβεί επιτυχής ή τα μέτρα αρθούν με πράξη δικαστικού επιμελητή ή δικαστηρίου ή βάσει του νόμου. Μέτρα εκτέλεσης μπορούν να εφαρμοστούν εντός της προθεσμίας παραγραφής που προβλέπεται από το αστικό δίκαιο (γενικά 5 έτη), αρχής γενομένης από την έκδοση της τελεσίδικης δικαστικής απόφασης. Δεν μπορεί να διαταχθεί εκτέλεση βάσει αίτησης που υποβλήθηκε μετά την εκπνοή της προθεσμίας παραγραφής, ενώ δεν είναι δυνατή η επανέναρξη παλαιότερων διαδικασιών εκτέλεσης. Όπως και στην περίπτωση των δικαστικών διαδικασιών που κινούνται με σκοπό τη διεκδίκηση αξίωσης, η προθεσμία παραγραφής διακόπτεται από πράξεις εκτέλεσης, μετά το πέρας των οποίων η προθεσμία παραγραφής αρχίζει εκ νέου.

5 Υπάρχει δυνατότητα προσφυγής κατά της απόφασης που διατάσσει ένα τέτοιο μέτρο;

α) Ανάκληση της επιταγής προς εκτέλεση και διαγραφή της ρήτρας εκτέλεσης. Εάν το δικαστήριο διατάξει εκτέλεση με την έκδοση επιταγής προς εκτέλεση ή ρήτρας εκτέλεσης, η επιταγή μπορεί να ανακληθεί και η ρήτρα μπορεί να διαγραφεί κατόπιν άσκησης ένδικου μέσου, εάν κριθεί ότι κακώς εκδόθηκε η διαταγή εκτέλεσης. Ο οφειλέτης ή ο διάδικος που επιδιώκει την εκτέλεση δύναται να υποβάλει αίτηση για την ανάκληση της επιταγής προς εκτέλεση ή τη διαγραφή της ρήτρας εκτέλεσης, ενώ το δικαστήριο μπορεί να εκδώσει σχετική διαταγή και αυτεπαγγέλτως. Η αίτηση υποβάλλεται στο δικαστήριο ή τον συμβολαιογράφο που διέταξε την εκτέλεση. Δεν προβλέπεται προθεσμία για την υποβολή της αίτησης μπορεί να υποβληθεί ανά πάσα στιγμή. Εάν η αίτηση γίνει δεκτή, διατάσσεται η ανάκληση της επιταγής προς εκτέλεση ή τη διαγραφή της ρήτρας εκτέλεσης η σχετική απόφαση υπόκειται σε έφεση.

β) Έφεση κατά της διαταγής εκτέλεσης. Ο οφειλέτης ή ο διάδικος που επιδιώκει την εκτέλεση μπορεί να ασκήσει έφεση κατά της απόφασης που διατάσσει την εκτέλεση. Η έφεση υποβάλλεται στο δικαστήριο που διέταξε την εκτέλεση αλλά απευθύνεται στο εφετείο. Το εφετείο έχει την αρμοδιότητα να εξετάσει την έφεση. Εάν η διαταγή εκτέλεσης που εξέδωσε το δικαστήριο κριθεί ορθή, το εφετείο την επικυρώνει σε διαφορετική περίπτωση, την τροποποιεί. Σε περίπτωση παραβίασης δικονομικών κανόνων, το εφετείο ακυρώνει τη διαταγή εκτέλεσης και καλεί το δικαστήριο που την εξέδωσε να εκδώσει νέα απόφαση.

γ) Έφεση κατά απόφασης που απορρίπτει την έκδοση διαταγής εκτέλεσης. Ο διάδικος που επιδιώκει την εκτέλεση μπορεί να ασκήσει έφεση κατά απόφασης που απορρίπτει την έκδοση διαταγής εκτέλεσης. Η έφεση υποβάλλεται στο δικαστήριο ή στον συμβολαιογράφο που εξέδωσε την απόφαση σχετικά με την εκτέλεση αλλά απευθύνεται στο εφετείο. Το εφετείο έχει την αρμοδιότητα να εξετάσει την έφεση. Εάν η απόφαση του δικαστηρίου σχετικά με την εκτέλεση κριθεί ορθή, το εφετείο την επικυρώνει, ενώ, σε διαφορετική περίπτωση, την τροποποιεί. Σε περίπτωση παραβίασης δικονομικών κανόνων, το εφετείο ακυρώνει την απόφαση και καλεί το δικαστήριο ή τον συμβολαιογράφο που την εξέδωσε να εκδώσει νέα απόφαση.

δ) Μετά την έκδοση της διαταγής εκτέλεσης, ο δικαστικός επιμελητής λαμβάνει μέτρα αναγκαστικής εκτέλεσης με ανεξαρτησία, χωρίς να απαιτείται άδεια του δικαστηρίου. Για την προσβολή των μέτρων του δικαστικού επιμελητή, προβλέπεται ειδικό ένδικο βοήθημα, το οποίο ονομάζεται ανακοπή κατά της εκτέλεσης. Ανακοπή κατά της εκτέλεσης μπορεί να ασκηθεί από τον οφειλέτη, τον διάδικο που επιδιώκει την εκτέλεση ή τρίτο ενδιαφερόμενο. Εάν το δικαστήριο κάνει δεκτή την ανακοπή, ακυρώνει τα παράνομα μέτρα του δικαστικού επιμελητή ή, στην περίπτωση παράλειψης εκ μέρους του δικαστικού επιμελητή, διατάσσει τον δικαστικό επιμελητή να εκτελέσει το μέτρο. Σε αντίθετη περίπτωση, απορρίπτει την ανακοπή. Η ανακοπή πρέπει να υποβληθεί στον δικαστικό επιμελητή.

ε) Πέραν των προαναφερθέντων μέσων έννομης προστασίας, η εκτέλεση μπορεί επίσης να περατωθεί. Το δικαστήριο εκδίδει διαταγή περάτωσης της εκτέλεσης κατόπιν αιτήματος του διαδίκου που επιδιώκει την εκτέλεση, υπό την προϋπόθεση ότι η περάτωση δεν παραβιάζει δικαιώματα τρίτων ή ότι δεν άλλως από τον νόμο. Η εκτέλεση περατώνεται επίσης αν, π.χ., ο οφειλέτης εκπληρώσει την υποχρέωση. Το δικαστήριο εκδίδει διαταγή περάτωσης της εκτέλεσης και αν αποδειχτεί βάσει δημόσιων εγγράφων ότι η εκτελεστή απόφαση έχει ανατραπεί από τελεσίδικη απόφαση.

στ) Στη διαδικασία εκτέλεσης είναι επίσης δυνατό να κινηθεί δίκη περί την εκτέλεση από τρίτο ο οποίος, βάσει δικαιώματος κυριότητας ή άλλου δικαιώματος που αποτρέπει την πώληση στο πλαίσιο της εκτέλεσης, προβάλλει αξίωση επί περιουσιακού στοιχείου που έχει κατασχεθεί στο πλαίσιο της εκτέλεσης, με αίτημα την αποδέσμευση του εν λόγω περιουσιακού στοιχείου. Εάν το δικαστήριο κάνει δεκτή την αίτηση, αποδεσμεύει το σχετικό περιουσιακό στοιχείο από την κατάσχεση.

6 Υπάρχουν περιορισμοί στην εκτέλεση, ιδίως όσον αφορά την προστασία του οφειλέτη ή τις προθεσμίες;

Αναστολή της εκτέλεσης:

Το δικαστήριο που έχει διατάξει την εκτέλεση μπορεί —σε εξαιρετικές περιπτώσεις— να αποφασίσει την αναστολή της εκτέλεσης, κατόπιν αιτήματος του οφειλέτη, εφόσον ο οφειλέτης αποδείξει ότι συντρέχουν οι νόμιμες περιστάσεις που δικαιολογούν την αναστολή και εφόσον δεν έχει προηγουμένως επιβληθεί πρόστιμο στον οφειλέτη στο πλαίσιο της διαδικασίας εκτέλεσης.

Εάν είναι αναγκαίο, κατά τη λήψη της απόφασης σχετικά με την αναστολή, το δικαστήριο μπορεί να καλέσει τους διαδίκους σε ακρόαση.

Το δικαστήριο θεωρεί ως νόμιμες περιστάσεις που δικαιολογούν την αναστολή ιδίως: τον αριθμό των προσώπων που ο οφειλέτης υποχρεούται να συντηρεί και τον αριθμό των πραγματικά συντηρούνται από τον οφειλέτη, την ύπαρξη μακροχρόνιας ή σοβαρής ασθένειας του οφειλέτη ή των εξαρτώμενων από τον οφειλέτη προσώπων, και την επέλευση κατά τη διάρκεια της διαδικασίας εκτέλεσης φυσικών καταστροφών που έθιξαν τον οφειλέτη.

Εάν στην εκτέλεση υπόκεινται ακίνητα περιουσιακά στοιχεία, αναστολή μπορεί να αποφασιστεί μία φορά κατόπιν αιτήματος του οφειλέτη και για διάστημα όχι μεγαλύτερο των 6 μηνών.

Πληρωμή σε δόσεις:

Με την εξαίρεση των φορολογικών οφειλών και των δημόσιων χρεών που εισπράττονται ως φόροι, ο δικαστικός επιμελητής μπορεί να ορίσει, κατόπιν αιτήματος οφειλέτη που είναι φυσικό πρόσωπο, τις προϋποθέσεις για την πληρωμή χρέους σε δόσεις, εφόσον πρώτα ο δικαστικός επιμελητής έχει λάβει μέτρα για τον εντοπισμό και την κατάσχεση των περιουσιακών στοιχείων του οφειλέτη και ο οφειλέτης έχει ήδη καταβάλει μέρος της εκτελεστής αξίωσης. Ο δικαστικός επιμελητής ενημερώνει τον οφειλέτη που δεν διαθέτει περιουσιακά στοιχεία που να υπόκεινται σε εκτέλεση σχετικά με τις δυνατότητες και τις προϋποθέσεις της πληρωμής σε δόσεις.

Ο δικαστικός επιμελητής συντάσσει έκθεση σχετικά με την κατάρτιση και το περιεχόμενο προγράμματος πληρωμής σε δόσεις και την αποστέλλει στους διαδίκους. Εντός 15 ημερών από την παραλαβή της έκθεσης, ο διάδικος που επιδιώκει την εκτέλεση μπορεί να ενημερώσει τον δικαστικό επιμελητή εγγράφως ότι δεν συμφωνεί με το περιεχόμενο του προγράμματος πληρωμής σε δόσεις, να κάνει συστάσεις σχετικά με το περιεχόμενο του προγράμματος και το ποσό των δόσεων, και να ζητήσει να παράσχει ο οφειλέτης εγγύηση για την εκπλήρωση των υποχρεώσεών του. Βάσει της δήλωσης του διαδίκου που επιδιώκει την εκτέλεση, ο δικαστικός επιμελητής μπορεί να τροποποιήσει τους όρους του προγράμματος πληρωμής σε δόσεις ως ακολούθως:

α) ο δικαστικός επιμελητής θα αποσύρει το πρόγραμμα πληρωμής σε δόσεις αν ο διάδικος που επιδιώκει την εκτέλεση διαφωνεί με τις δόσεις που προβλέπονται για διατροφή, μισθούς ή παρόμοιες απαιτήσεις, αν ιδιώτης που επιδιώκει εκτέλεση δηλώσει ότι οι πόροι διαβίωσής του απειλούνται από το πρόγραμμα πληρωμής σε δόσεις, ή αν ο ο διάδικος που επιδιώκει την εκτέλεση αποτελεί οικονομικό φορέα σε βάρος του οποίου έχει κινηθεί διαδικασία πτώχευσης, εκκαθάρισης ή εκτέλεσης,

β) στις περιπτώσεις που δεν καλύπτονται από το σημείο α), υπάρχει η δυνατότητα εφαρμογής προγράμματος πληρωμής σε δόσεις για μέγιστο χρονικό διάστημα 1 έτους όταν την εκτέλεση επιδιώκουν νομικά πρόσωπα και ενώσεις χωρίς νομική προσωπικότητα, και 6 μηνών όταν την εκτέλεση επιδιώκουν φυσικά πρόσωπα,

γ) ο δικαστικός επιμελητής μπορεί να ζητήσει την πραγματοποίηση, επιπρόσθετα στο πρόγραμμα πληρωμής σε δόσεις, καταβολών σε αναλογία προς το ποσό της αξίωσης, αν υπάρχει σχετικό αίτημα στη δήλωση του διαδίκου που επιδιώκει την εκτέλεση.

Ο δικαστικός επιμελητής παρέχει στον οφειλέτη πρόγραμμα πληρωμής σε δόσεις διάρκειας έως και έξι μηνών, με ισόποσες μηνιαίες πληρωμές, εφόσον έχουν ληφθεί μέτρα εκτέλεσης κατά των κεφαλαίων του οφειλέτη που τηρούνται σε χρηματοπιστωτικά ιδρύματα, των μισθών του και των κινητών περιουσιακών στοιχείων του, αλλά δεν έχει ακόμη εισπραχθεί το συνολικό ποσό της οφειλής, και

α) δεν έχει παρασχεθεί προηγουμένως πρόγραμμα πληρωμής σε δόσεις,

β) βρίσκεται σε εξέλιξη εκτέλεση κατά του οφειλέτη για χρηματική απαίτηση που δεν υπερβαίνει τις 500 000 HUF ή εκτέλεση κατά του οφειλέτη για χρηματική απαίτηση που δεν υπερβαίνει το 1 000 000 HUF αλλά έχει επίσης εγγραφεί βάρος στο κτηματολόγιο επί της κατοικίας του οφειλέτη ως εγγύηση για άλλη απαίτηση, και

γ) η κατοικία του οφειλέτη θα έπρεπε να δημοπρατηθεί για να εισπραχθεί η απαίτηση.

Η συγκατάθεση του διαδίκου που επιδιώκει την εκτέλεση στο πρόγραμμα πληρωμής σε δόσεις δεν είναι απαραίτητη η έκθεση σχετικά με την κατάρτιση του προγράμματος πληρωμής σε δόσεις πρέπει να διαβιβαστεί και στον διάδικο που επιδιώκει την εκτέλεση.

Τα ποσά που αφαιρούνται από τον οφειλέτη μέσω κατάσχεσης πρέπει να περιλαμβάνονται στον υπολογισμό του ποσού που διακανονίζεται από τον οφειλέτη.

Η εκτιμώμενη αξία της κατοικίας και η πρώτη δημοπράτησή του μπορούν να καθοριστούν μόνο σε περίπτωση που ο οφειλέτης δεν καταβάλλει τις δόσεις (άρθρα 52/A - 52/B του νόμου περί δικαστικής εκτέλεσης).

Προθεσμία παραγραφής του δικαιώματος εκτέλεσης:

Η προθεσμία παραγραφής του δικαιώματος εκτέλεσης συμπληρώνεται ταυτόχρονα με αυτήν της εκτελεστής αξίωσης. Η συμπλήρωση της προθεσμίας παραγραφής που αφορά το δικαίωμα εκτέλεσης λαμβάνεται γενικά υπόψη κατόπιν αιτήματος μπορεί να ληφθεί υπόψη αυτεπάγγελτα αν η παραγραφή της αξίωσης στην οποία βασίζεται πρέπει επίσης να ληφθεί υπόψη αυτεπάγγελτα. Εάν η συμπλήρωση της προθεσμίας παραγραφής που αφορά το δικαίωμα εκτέλεσης πρέπει, βάσει των προαναφερθέντων, να ληφθεί υπόψη, δεν μπορεί να διαταχθεί εκτέλεση βάσει αίτησης που υποβλήθηκε μετά τη συμπλήρωση της προθεσμίας παραγραφής, ενώ διαδικασίες εκτέλεσης που έχουν ήδη διαταχθεί δεν μπορούν να συνεχιστούν. Η προθεσμία παραγραφής του δικαιώματος εκτέλεσης διακόπτεται από κάθε πράξη εκτέλεσης.

Περιορισμοί:

Το ποσό βάσει του οποίου υπολογίζονται οι κρατήσεις από μισθούς στο πλαίσιο διαδικασίας εκτέλεσης είναι το ποσό που απομένει μετά την αφαίρεση των φόρων (προκαταβολή φόρων), των εισφορών ασφάλισης υγείας και των συνταξιοδοτικών εισφορών, των εισφορών συμμετοχής σε ιδιωτικό ασφαλιστικό ταμείο και των λοιπών εισφορών που κρατούνται βάσει ειδικών νόμων. Κατά κανόνα, δεν μπορεί να γίνει παρακράτηση ποσοστού άνω του 33 % ή, σε εξαιρετικές περιπτώσεις, του 50 % του εν λόγω ποσού.

Από την εκτέλεση εξαιρείται το τμήμα του μηνιαίου μισθού που αντιστοιχεί στην ελάχιστη σύνταξη γήρατος. Ωστόσο, η εν λόγω εξαίρεση δεν ισχύει στην περίπτωση εκτέλεσης για την είσπραξη διατροφής τέκνου και του κόστους τοκετού.

Από τον μισθό που καταβάλλεται από τον εργοδότη βάσει της σχέσης απασχόλησης μπορεί να παρακρατηθεί ποσοστό έως 33 %.

Η παρακράτηση μπορεί να αυξηθεί σε ποσοστό έως και 50 % του μισθού του εργαζομένου για αξιώσεις που αφορούν τα εξής:

α) διατροφή,

β) αξιώσεις για μισθούς εργαζομένων κατά του οφειλέτη,

γ) μισθούς και εισφορές κοινωνικής ασφάλισης που εισπράχθηκαν παρανόμως (άρθρο 65 παράγραφος 2 του νόμου περί δικαστικής εκτέλεσης).

Ποσοστό έως και 33 % μπορεί να παρακρατηθεί από τις συνταξιοδοτικές παροχές κοινωνικής ασφάλισης, τις παροχές πρόωρης συνταξιοδότησης, τις παροχές προϋπηρεσίας, τις προσόδους χορευτών μπαλέτου και το προσωρινό επίδομα ανθρακωρύχου (από κοινού, «συνταξιοδοτικές παροχές») του οφειλέτη (άρθρο 67 παράγραφος 1 του νόμου περί δικαστικής εκτέλεσης).

Η παρακράτηση μπορεί να αυξηθεί σε ποσοστό έως και 50 % των συνταξιοδοτικών παροχών για αξιώσεις που αφορούν τα εξής:

α) διατροφή τέκνου,

β) συνταξιοδοτικές παροχές που λήφθηκαν παρανόμως (άρθρο 67 παράγραφος 2 του νόμου περί δικαστικής εκτέλεσης).

Ποσοστό έως 33 % μπορεί να παρακρατηθεί από τα επιδόματα αιτούντων εργασία (επιδόματα ανεργίας, προσυνταξιοδοτικά επιδόματα ανεργίας, παροχές αντιστάθμισης δραστηριότητας) για αξιώσεις που αφορούν τα εξής:

α) διατροφή,

β) επιδόματα ανεργίας που λήφθηκαν παρανόμως,

γ) παροχές σε χρήμα που παρέχονται στα πρόσωπα σε ηλικία εργασίας οι οποίες λήφθηκαν παρανόμως.

Από την κατάσχεση εξαιρούνται τα εξής:

- το εθνικό επίδομα πρόνοιας, οι παροχές σε χρήμα για τα θύματα πολέμου και οι ισόβιες πρόσοδοι βάσει του νόμου περί αποζημίωσης όσων απώλεσαν τη ζωή ή την ελευθερία τους για πολιτικούς λόγους,

- η δημοτική οικονομική στήριξη, η έκτακτη δημοτική οικονομική στήριξη, οι παροχές σε χρήμα που παρέχονται στα πρόσωπα σε ηλικία εργασίας, οι παροχές γήρατος, οι εισοδηματικές αποζημιώσεις για τους ανέργους και το επίδομα πρόνοιας,

- τα επιδόματα μητρότητας,

- τα επιδόματα αναπηρίας και τα προσωπικά επιδόματα για τους τυφλούς,

- το μισθολογικό συμπλήρωμα λόγω βλάβης στην υγεία, το προσωρινό μισθολογικό συμπλήρωμα, το εισοδηματικό συμπλήρωμα, το προσωρινό εισοδηματικό συμπλήρωμα και το επίδομα ανθρακωρύχου λόγω βλάβης στην υγεία,

- οι προβλεπόμενες από τον νόμο διατροφές, συμπεριλαμβανομένων των διατροφών τέκνου που καθορίζονται από δικαστήριο, και τα χρηματικά επιδόματα προστασίας ανηλίκων βάσει του νόμου περί προστασίας του παιδιού και διαχείρισης της κηδεμονίας,

- τα επιδόματα εκπαίδευσης, και το ειδικό επίδομα στήριξης και οικογενειακό επίδομα που καταβάλλεται σε θετούς γονείς και αποσκοπεί στη στήριξη παιδιών που τοποθετούνται προσωρινά ή μόνιμα σε υποδομή μέριμνας ή νεαρών ενηλίκων που έχουν φύγει από υποδομή μέριμνας,

- οι υποτροφίες, με την εξαίρεση των υποτροφιών σε μορφή μισθού για επιστημονική επιμόρφωση,

- οι αποζημιώσεις για τοποθέτηση, θητεία στην αλλοδαπή και έξοδα μετακίνησης στην εργασία,

- τα ποσά που χορηγούνται για την κάλυψη συγκεκριμένων δαπανών,

- τα επιδόματα αναπηρίας (άρθρο 74 του νόμου περί δικαστικής εκτέλεσης).

Ως προς τα χρηματικά ποσά που βρίσκονται υπό τη διαχείριση παρόχου υπηρεσιών πληρωμών και οφείλονται σε φυσικό πρόσωπο, σε εκτέλεση χωρίς περιορισμό υπόκειται το ποσό που υπερβαίνει κατά τέσσερις φορές την ελάχιστη σύνταξη γήρατος για το ποσό κάτω από το εν λόγω όριο, σε εκτέλεση υπόκειται το 50 % του ποσού μεταξύ της ελάχιστης σύνταξη γήρατος και του τετραπλάσιου της ελάχιστης σύνταξης γήρατος (άρθρο 79/A παράγραφος 2 του νόμου περί δικαστικής εκτέλεσης).

Περιουσιακά στοιχεία τα οποία εξαιρούνται βάσει του νόμου από την εκτέλεση δεν μπορούν να κατασχεθούν ακόμη και με συγκατάθεση του οφειλέτη.

Από την εκτέλεση εξαιρούνται τα ακόλουθα κινητά περιουσιακά στοιχεία:

- περιουσιακά στοιχεία που είναι απαραίτητα για την εργασία του οφειλέτη, ιδίως απαραίτητα εργαλεία, όργανα, τεχνικός, στρατιωτικός και λοιπός εξοπλισμός, στολές, όπλα για αυτοάμυνα, και μέσα μεταφοράς (εξαιρουμένων των οχημάτων),

- απαραίτητος εξοπλισμός για τακτικές σπουδές, ιδίως εγχειρίδια, σχολικά είδη και μουσικά όργανα,

- απαραίτητος ρουχισμός: 3 εξωτερικά ενδύματα, 1 χειμερινό πανωφόρι, 1 πανωφόρι, 3 ζεύγη παπουτσιών,

- απαραίτητα κλινοσκεπάσματα: 1 σετ με 2 σεντόνια κατ’ άτομο,

- επίπλωση που αντιστοιχεί στον αριθμό των μελών του νοικοκυριού του οφειλέτη: έως 3 τραπέζια και 3 ντουλάπες ή παρόμοια έπιπλα, συν 1 κρεβάτι ή αντίστοιχο έπιπλο και 1 καρέκλα ή αντίστοιχο έπιπλο κατ’ άτομο,

- απαραίτητος εξοπλισμός θέρμανσης και φωτισμού,

- απαραίτητος εξοπλισμός κουζίνας και οικιακός εξοπλισμός για το νοικοκυριό του οφειλέτη, και 1 ψυγείο ή καταψύκτης και 1 πλυντήριο ρούχων,

- βραβεία (διακρίσεις, μετάλλια, σήματα, πλακέτες) που έχουν απονεμηθεί στον οφειλέτη, εφόσον αυτό πιστοποιείται με έγγραφα,

- φάρμακα και ιατρικός και τεχνικός εξοπλισμός απαραίτητος λόγω ασθένειας ή σωματικής αναπηρίας του οφειλέτη, και το όχημα οφειλέτη με μειωμένη κινητικότητα,

- αντικείμενα τα οποία χρησιμοποιούνται από ανηλίκους στο νοικοκυριό του οφειλέτη και τα οποία προορίζονται για παιδιά,

- τρόφιμα για 1 μήνα και καύσιμα θέρμανσης για 3 μήνες, σύμφωνα με τις ανάγκες του οφειλέτη και του νοικοκυριού του,

- ηρτημένες εσοδείες, καλλιέργειες και καρποί που δεν έχουν συγκομιστεί,

- αντικείμενα που δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι αποτελούν μέρος της περιουσίας του οφειλέτη κατά τη διαδικασία ρευστοποίησης,

- τα πολιτιστικά αγαθά που αναγράφονται στο πιστοποιητικό που προβλέπεται από τον νόμο περί ειδικής προστασίας δανειζόμενων πολιτιστικών αγαθών, κατά τη διάρκεια της ειδικής προστασίας (άρθρο 90 παράγραφος 1 του νόμου περί δικαστικής εκτέλεσης).

Όταν κατάσχεται όχημα που είναι απαραίτητο για την εκτέλεση της εργασίας οφειλέτη που είναι φυσικό πρόσωπο —εκτός αν το όχημα τεθεί υπό μεσεγγύηση—, αρκεί η κατάσχεση της άδειας κυκλοφορίας, η οποία αποστέλλεται, συνοδευόμενη από αντίγραφο της έκθεσης κατάσχεσης, στην αρμόδια αρχή μεταφορών ή, αν η εν λόγω αρχή δεν μπορεί να προσδιοριστεί, στην αρχή που καταχώρισε το όχημα. Ο οφειλέτης δύναται να χρησιμοποιεί το όχημα έως ότου αυτό πωληθεί, εκτός αν το όχημα τεθεί υπό μεσεγγύηση.

Εάν η εκτιμώμενη αξία του οχήματος είναι χαμηλότερη από το ποσό που προσδιορίζεται στην απόφαση που έχει εκδώσει ο Υπουργός Δικαιοσύνης σε συμφωνία με τον αρμόδιο για τη φορολογική πολιτική υπουργό, το όχημα εξαιρείται από την εκτέλεση.

Ανάκληση της επιταγής προς εκτέλεση και διαγραφή της ρήτρας εκτέλεσης:

Εάν το δικαστήριο έχει εκδώσει την επιταγή προς εκτέλεση κατά παράβαση του νόμου, αυτή πρέπει να ανακληθεί.

Ομοίως, εάν το δικαστήριο προσέθεσε τη ρήτρα εκτέλεσης κατά παράβαση του νόμου, αυτή πρέπει να διαγραφεί.

Το δικαστήριο ανακαλεί την επιταγή προς εκτέλεση ή διαγράφει τη ρήτρα εκτέλεσης αν διαπιστώσει, κατόπιν αιτήματος του οφειλέτη, ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις:

α) απόρριψης της εκτέλεσης βάσει του άρθρου 21 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 805/2004,

β) απόρριψης της εκτέλεσης βάσει του άρθρου 22 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1896/2006 ή του άρθρου 22 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 861/2007, ή

γ) απόρριψης της εκτέλεσης βάσει του άρθρου 21 παράγραφος 2 δεύτερο εδάφιο του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 4/2009 ή του άρθρου 46 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1215/2012.

Έφεση κατά της διαταγής εκτέλεσης:

Εάν το δικαστήριο έχει εκδώσει διαταγή εκτέλεσης ή, σε περίπτωση που η διαταγή εκτέλεσης διαφέρει από την αίτηση, έχει εκδώσει διαταγή σε σχέση με την εν λόγω διαφορά, οι διάδικοι μπορούν να προσβάλουν τη διαταγή με έφεση. Η έφεση κατά της διαταγής δεν αναστέλλει την εκτέλεση της διαταγής εκτέλεσης. Ωστόσο, εκτός αν προβλέπεται άλλως από τον νόμο, δεν μπορεί να προχωρήσει η πώληση των κατασχεμένων στοιχείων και το ποσό που έχει εισπραχθεί κατά τη διάρκεια της εκτέλεσης δεν μπορεί να καταβληθεί στον δικαιούχο.

Ανακοπή κατά της εκτέλεσης:

Οι διάδικοι ή άλλα ενδιαφερόμενα μέρη μπορούν να ασκήσουν ανακοπή κατά της εκτέλεσης ενώπιον του δικαστηρίου που έχει επιληφθεί της εκτέλεσης κατά πράξης ή παράλειψης του δικαστικού επιμελητή που παραβιάζει ουσιωδώς τους κανόνες των διαδικασιών εκτέλεσης ή τα δικαιώματα ή έννομα συμφέροντα του διαδίκου που ασκεί την ανακοπή κατά της εκτέλεσης. Ως ουσιώδης παραβίαση των κανόνων των διαδικασιών εκτέλεσης νοείται παραβίαση που είχε ουσιώδη αντίκτυπο στο αποτέλεσμα της διαδικασίας εκτέλεσης (άρθρο 217 παράγραφος 1 του νόμου περί δικαστικής εκτέλεσης).

Εάν το προσβαλλόμενο μέτρο πληροί τις νόμιμες απαιτήσεις ή δεν συνιστά ουσιώδη παραβίαση, το δικαστήριο επικυρώνει το αμφισβητούμενο μέτρο και απορρίπτει την ανακοπή. Εάν το προσβαλλόμενο μέτρο συνιστά ουσιώδη παραβίαση, το δικαστήριο ακυρώνει, εν όλω ή εν μέρει, το προσβαλλόμενο μέτρο ή —αν επιτρέπεται από τον νόμο και μπορούν να τεκμηριωθούν τα γεγονότα επί των οποίων πρέπει να στηριχθεί η απόφαση— τροποποιεί το μέτρο εκτέλεσης, εν όλω ή εν μέρει. Εάν η ανακοπή αφορά παράλειψη, το δικαστήριο διατάσσει τον δικαστικό επιμελητή να εκτελέσει το μέτρο που παραλείφθηκε (άρθρο 217/A παράγραφος 5 του νόμου περί δικαστικής εκτέλεσης).


Την έκδοση αυτής της σελίδας στην εθνική γλώσσα διαχειρίζεται ο αντίστοιχος αρμόδιος επαφής του ΕΔΔ. Οι μεταφράσεις έχουν γίνει από την αρμόδια υπηρεσία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Οι τυχόν αλλαγές που επιφέρει η αρμόδια εθνική αρχή στο πρωτότυπο ενδέχεται να μην έχουν περιληφθεί ακόμα στις μεταφράσεις. Η Επιτροπή και το Ευρωπαϊκό Δικαστικό Δίκτυο δεν αναλαμβάνουν καμία απολύτως ευθύνη όσον αφορά πληροφορίες ή δεδομένα που περιέχονται ή αναφέρονται στο παρόν έγγραφο. Βλ. την ανακοίνωση νομικού περιεχομένου για τους κανόνες πνευματικής ιδιοκτησίας που ισχύουν στο κράτος μέλος που είναι αρμόδιο για την παρούσα σελίδα.

Τελευταία επικαιροποίηση: 16/10/2017

Διαδικασίες για την εφαρμογή δικαστικών αποφάσεων - Μάλτα

Η πρωτότυπη γλωσσική έκδοση αγγλικά αυτής της σελίδας τροποποιήθηκε πρόσφατα. Η γλωσσική έκδοση που βλέπετε τώρα βρίσκεται στο στάδιο της μετάφρασης.


1 Ποια η έννοια της εκτέλεσης στις αστικές και εμπορικές υποθέσεις;

Εκτέλεση σημαίνει την εφαρμογή δικαστικής απόφασης.

2 Ποια αρχή ή ποιες αρχές είναι αρμόδιες για την εκτέλεση;

Αυτό εξαρτάται από το αίτημα. Για παράδειγμα, η εγγραφή υποθήκης γίνεται από τον διευθυντή του Δημόσιου Μητρώου, αφού αυτός λάβει επικυρωμένο αντίγραφο της απόφασης μαζί με βεβαίωση του γραμματέα που πιστοποιεί ότι δεν έχει ασκηθεί ένδικο μέσο κατά της απόφασης και ότι η προθεσμία για την άσκηση ένδικου μέσου έχει παρέλθει ή ότι δεν είναι δυνατόν να ασκηθεί ένδικο μέσο κατά της απόφασης.

3 Ποιες οι προϋποθέσεις υπό τις οποίες μπορεί να εκδοθεί ένας εκτελεστός τίτλος ή μια απόφαση;

Σύμφωνα με το κοινό δίκαιο, δηλαδή τον Κώδικα Οργάνωσης και Πολιτικής Δικονομίας (κεφάλαιο 12 της νομοθεσίας της Μάλτας), εκτελεστοί είναι οι εξής τίτλοι:

  • δικαστική επιστολή όταν η οφειλή είναι βέβαιη, εκκαθαρισμένη και απαιτητή και δεν συνίσταται στην εκτέλεση πράξης και εφόσον το ύψος της οφειλής δεν υπερβαίνει τα 23 293,73 EUR. Αυτό προβλέπεται από το άρθρο 166A του Κώδικα Οργάνωσης και Πολιτικής Δικονομίας
  • αποφάσεις και εντάλματα των δικαστηρίων της Μάλτας
  • συμβάσεις που συνάπτονται ενώπιον συμβολαιογράφου στη Μάλτα ή ενώπιον κάθε άλλου δημόσιου λειτουργού εξουσιοδοτημένου προς τον σκοπό αυτόν, όταν η σύμβαση αφορά οφειλή βέβαιη, εκκαθαρισμένη και απαιτητή και δεν συνίσταται στην εκτέλεση πράξης
  • εντάλματα πληρωμής δικαστικών τελών και δαπανών, που έχουν εκδοθεί υπέρ δικηγόρου, νομικού πληρεξουσίου, συμβολαιογράφου, δικαστικού πραγματογνώμονα ή άλλου δικαστικού διαιτητή ή μάρτυρα, εκτός αν αυτά τα εντάλματα πληρωμής αμφισβητούνται σύμφωνα με τον νόμο
  • αποφάσεις διαιτητών που είναι εγγεγραμμένοι στο Κέντρο Διαιτησίας της Μάλτας
  • συναλλαγματικές και γραμμάτια
  • συμφωνίες διαμεσολάβησης που έχουν καταστεί εκτελεστές από τα μέρη της διαμεσολάβησης
  • αποφάσεις του δικαστηρίου καταναλωτικών διαφορών.

Υπάρχουν επίσης διάφοροι άλλοι εκτελεστοί τίτλοι που απορρέουν από ειδικές νομοθετικές διατάξεις, π.χ. από φορολογικούς νόμους.

3.1 διαδικασία

Οι πράξεις με τις οποίες, ανάλογα με τις περιστάσεις, μπορεί να γίνει η εκτέλεση των εκτελεστών τίτλων είναι οι εξής:

  • ένταλμα κατάσχεσης κινητών περιουσιακών στοιχείων
  • ένταλμα κατάσχεσης ακινήτων
  • ένταλμα κατάσχεσης εμπορικής επιχείρησης
  • δικαστικός πλειστηριασμός κινητής ή ακίνητης περιουσίας ή δικαιωμάτων επί ακινήτων
  • ένταλμα κατάσχεσης εις χείρας τρίτου
  • ένταλμα αποβολής ή έξωσης από ακίνητη περιουσία
  • ένταλμα προσωπικής κράτησης
  • ένταλμα κατάσχεσης θαλάσσιων σκαφών
  • ένταλμα κατάσχεσης αεροσκάφους
  • ένταλμα αναγκαστικής εκτέλεσης με έκτακτα μέσα (warrant in procinctu).

Εάν ένας εκτελεστός τίτλος εκτελείται βάσει του άρθρου 166Α, ο αιτών την καταχώριση δικαστικής επιστολής η οποία θεωρείται εκτελεστός τίτλος υποβάλλει στον γραμματέα του δικαστηρίου νόμιμο αντίγραφο της δικαστικής επιστολής, καθώς και απόδειξη της επίδοσης ή κοινοποίησης, και αντίγραφο της τυχόν απάντησης που έλαβε, αν υπάρχει.

Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροΌσον αφορά τους άλλους εκτελεστούς τίτλους, η διαδικασία διαφέρει ανάλογα με τη φύση τους. Σχετικές πληροφορίες υπάρχουν στον Κώδικα Οργάνωσης Δικαστηρίων και Πολιτικής Δικονομίας, άρθρο 252 και επ.

3.2 Οι κύριες προϋποθέσεις

Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροΟι προϋποθέσεις ποικίλλουν ανάλογα με τη φύση των εκτελεστών τίτλων. Σχετικές πληροφορίες υπάρχουν στον Κώδικα Οργάνωσης Δικαστηρίων και Πολιτικής Δικονομίας, άρθρο 252 και επ.

4 Αντικείμενο και φύση των μέτρων εκτέλεσης

4.1 Ποια περιουσιακά στοιχεία μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο εκτέλεσης;

Τα κινητά περιουσιακά στοιχεία, συμπεριλαμβανομένων των κάτωθι, υπόκεινται σε αναγκαστική εκτέλεση:

  • μετοχές εμπορικών εταιριών
  • άδειες που εκδίδονται από οποιαδήποτε αρμόδια αρχή που έχει συσταθεί με κανονισμό του υπουργού Δικαιοσύνης
  • ασφαλιστήρια συμβόλαια
  • πιστωτικοί τίτλοι και κάθε δικαίωμα διανοητικής ή βιομηχανικής ιδιοκτησίας.

Ωστόσο, τα ακόλουθα περιουσιακά στοιχεία δεν υπόκεινται σε κατάσχεση:

  • ενδύματα καθημερινής χρήσης, κλινοστρωμνή, οικιακά σκεύη και έπιπλα που θεωρούνται ευλόγως απαραίτητα για την αξιοπρεπή διαβίωση του οφειλέτη και της οικογένειάς του
  • προσωπικά έγγραφα και βιβλία που αφορούν το επάγγελμα του οφειλέτη, της συζύγου του ή των τέκνων του
  • αρχεία και μητρώα συμβολαιογράφων
  • εργαλεία και σύνεργα που είναι απαραίτητα για την εκμάθηση ή την άσκηση επιστημονικού ή τεχνικού επαγγέλματος από τον οφειλέτη, τη σύζυγο ή τα τέκνα του
  • ζώα και εργαλεία που είναι απαραίτητα για γεωργικούς σκοπούς και κάθε καρπός που δεν έχει ακόμη κοπεί ή διαχωριστεί από το έδαφος
  • αεροσκάφη που έχουν διατεθεί κατ’ αποκλειστικότητα σε κρατική υπηρεσία, συμπεριλαμβανομένης της ταχυδρομικής υπηρεσίας, αλλά εξαιρουμένων των εμπορικών υπηρεσιών
  • θαλάσσια σκάφη που έχουν ναυλωθεί αποκλειστικά από την κυβέρνηση της Μάλτας
  • ιερατικά ενδύματα και σκεύη που χρησιμοποιούνται από εγκεκριμένη εκκλησία ή τα οποία ανήκουν σε ιερωμένο, σε θρησκευτικό τάγμα ή σε μέλος του
  • περιουσιακά στοιχεία των μελών του αστυνομικού σώματος ή των ενόπλων δυνάμεων της Μάλτας, όπως όπλα, πυρομαχικά, εξοπλισμός, όργανα ή ρουχισμός που χρησιμοποιούνται από τον οφειλέτη για την εκτέλεση των καθηκόντων του.

Ακίνητα περιουσιακά στοιχεία, εμπορικές επιχειρήσεις, πλοία, σκάφη και αεροσκάφη υπόκεινται σε κατάσχεση.

Δεν επιτρέπεται η έκδοση αποφάσεων κατάσχεσης εις χείρας τρίτου για τα εξής:

  • μισθοί ή ημερομίσθια (συμπεριλαμβάνονται τα δώρα, τα επιδόματα, οι υπερωριακές αμοιβές και άλλες απολαβές)
  • κάθε παροχή, σύνταξη, επίδομα ή βοήθημα που αναφέρονται στο νόμο για την κοινωνική ασφάλιση ή άλλο επίδομα συνταξιούχου του δημοσίου
  • κάθε φιλανθρωπική χορηγία ή δωρεά που πραγματοποιήθηκε από την κυβέρνηση
  • κληροδοτήματα που καταλείφθηκαν για σκοπούς διατροφής, αν ο οφειλέτης δεν έχει άλλα μέσα συντήρησης και η ίδια η οφειλή δεν αφορά διατροφή
  • ποσά που οφείλονται ως διατροφή, είτε επιδικάζονται αυτεπαγγέλτως από τον δικαστή είτε ορίζονται με δημόσιο έγγραφο, αν η ίδια η οφειλή δεν αφορά διατροφή
  • ποσά που έχουν τεθεί στη διάθεση του οφειλέτη με σύμβαση δανείου για την ανέγερση, την κατασκευή και τη συντήρηση κτιρίων που προορίζονται ως κύρια κατοικία του οφειλέτη
  • τραπεζικές διευκολύνσεις υπερανάληψης, πλην των πιστωτικών καρτών, μέσω των οποίων εξασφαλίζεται η λειτουργία της εμπορικής επιχείρησης του οφειλέτη
  • τραπεζικές εγγυήσεις και πιστωτικές επιστολές.

4.2 Ποια τα αποτελέσματα των μέτρων εκτέλεσης;

Το αποτέλεσμα είναι η αναγκαστική εκτέλεση των εκτελεστών τίτλων και, μέσω αυτής, η απόκτηση της περιουσίας κάποιου άλλου σύμφωνα με τον νόμο.

4.3 Ποια η ισχύς αυτών των μέτρων;

Εξαρτάται από την περίπτωση, αλλά σε γενικές γραμμές μπορεί να λεχθεί ότι τα εντάλματα αναγκαστικής εκτέλεσης εξακολουθούν να ισχύουν ενόσω ο τίτλος βάσει του οποίου εκδόθηκαν παραμένει εκτελεστός. Η εντολή κατάσχεσης εις χείρας τρίτου δεν μπορεί να παραταθεί και παραμένει σε ισχύ μέχρι να ακυρωθεί με δικαστική απόφαση.

5 Υπάρχει δυνατότητα προσφυγής κατά της απόφασης που διατάσσει ένα τέτοιο μέτρο;

Το πρόσωπο κατά του οποίου εκδόθηκε ένταλμα αναγκαστικής εκτέλεσης ή οποιοδήποτε άλλο ενδιαφερόμενο πρόσωπο μπορεί να υποβάλει αίτηση στο δικαστήριο που εξέδωσε την πράξη και να ζητήσει την ακύρωση της εκτελεστής πράξης, είτε εν όλω είτε μόνο εν μέρει. Η αίτηση πρέπει να κοινοποιηθεί στον αντίδικο, ο οποίος οφείλει να υποβάλει, εντός δέκα ημερών, απάντηση με όλες τις παρατηρήσεις τις οποίες επιθυμεί να διατυπώσει. Το δικαστήριο αποφαίνεται επί της αιτήσεως, αφού ακούσει τους διαδίκους. Κατά της εν λόγω απόφασης μπορεί να ασκηθεί ένδικο μέσο, μέσω σχετικής αίτησης, εντός έξι ημερών από την ημερομηνία ανάγνωσης της απόφασης σε δημόσια συνεδρίαση.

6 Υπάρχουν περιορισμοί στην εκτέλεση, ιδίως όσον αφορά την προστασία του οφειλέτη ή τις προθεσμίες;

Οι αποφάσεις που έχουν εκδοθεί από τα ανώτερα δικαστήρια μπορούν να καταστούν εκ νέου εκτελεστές μετά από δέκα (10) χρόνια από την ημερομηνία κατά την οποία η απόφαση ή το ένταλμα μπορεί να έχει εκτελεστεί. Οι αποφάσεις των κατώτερων δικαστηρίων ή του δικαστηρίου μικροδιαφορών μπορούν να καταστούν εκ νέου εκτελεστές μετά την παρέλευση πέντε ετών. Οι εκτελεστοί τίτλοι μέσω σύμβασης, όταν η απαίτηση είναι βέβαιη, εκκαθαρισμένη και απαιτητή, οι μετοχές, σύμφωνα με το άρθρο 166A του κεφαλαίου 12 της νομοθεσίας της Μάλτας, καθώς επίσης οι συναλλαγματικές και τα γραμμάτια σε διαταγή μπορούν να καταστούν εκ νέου εκτελεστά μετά την παρέλευση τριών ετών. Καθίστανται εκ νέου εκτελεστά με αίτηση ενώπιον του αρμόδιου δικαστηρίου. Ο αιτών πρέπει επίσης να βεβαιώσει ενόρκως το είδος της οφειλής ή της απαίτησης για την οποία ζητά την εκτέλεση και ότι η οφειλή ή μέρος αυτής εξακολουθεί να οφείλεται. Επιπλέον, στις περιπτώσεις αυτές, ισχύει περίοδος παραγραφής τριάντα (30) ετών, αλλά η προθεσμία αυτή μπορεί να διακοπεί με την προαναφερόμενη αίτηση.


Την έκδοση αυτής της σελίδας στην εθνική γλώσσα διαχειρίζεται ο αντίστοιχος αρμόδιος επαφής του ΕΔΔ. Οι μεταφράσεις έχουν γίνει από την αρμόδια υπηρεσία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Οι τυχόν αλλαγές που επιφέρει η αρμόδια εθνική αρχή στο πρωτότυπο ενδέχεται να μην έχουν περιληφθεί ακόμα στις μεταφράσεις. Η Επιτροπή και το Ευρωπαϊκό Δικαστικό Δίκτυο δεν αναλαμβάνουν καμία απολύτως ευθύνη όσον αφορά πληροφορίες ή δεδομένα που περιέχονται ή αναφέρονται στο παρόν έγγραφο. Βλ. την ανακοίνωση νομικού περιεχομένου για τους κανόνες πνευματικής ιδιοκτησίας που ισχύουν στο κράτος μέλος που είναι αρμόδιο για την παρούσα σελίδα.

Τελευταία επικαιροποίηση: 17/08/2017

Διαδικασίες για την εφαρμογή δικαστικών αποφάσεων - Κάτω Χώρες


1 Ποια η έννοια της εκτέλεσης στις αστικές και εμπορικές υποθέσεις;

Δίκαιο εκτέλεσης: γενικά

Η δικαστική διαδικασία περατώνεται με την έκδοση απόφασης από το δικαστήριο. Με την εν λόγω απόφαση ο ένας αντίδικος (οφειλέτης) διατάσσεται να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις του προς τον έτερο αντίδικο (πιστωτή). Εάν ο οφειλέτης δεν συμμορφωθεί εκουσίως, τότε ο πιστωτής μπορεί να αξιώσει την ικανοποίησή του με τη λήψη μέτρων δυνάμει του δικαίου εκτέλεσης. Το εν λόγω δίκαιο διέπει την εκτέλεση απόφασης που έχει διαταχθεί από δικαστήριο. Προς τον σκοπό αυτό, θεσπίζονται κανονιστικές ρυθμίσεις σχετικά με μέτρα αναγκαστικής εκτέλεσης και τον τρόπο εφαρμογής τους. Οι δικαστικοί επιμελητές (gerechtsdeurwaarders), οι οποίοι αναφέρονται απλώς ως επιμελητές (deurwaarders), έχουν την εξουσία να προβαίνουν στην εκτέλεση δικαστικών αποφάσεων και καλούνται να προβούν σε εκτέλεση κατόπιν αιτήματος πιστωτή που επιθυμεί να ικανοποιήσει την απαίτησή του. Εάν επιθυμείτε να λάβετε μέτρα αναγκαστικής εκτέλεσης δυνάμει του δικαίου εκτέλεσης πρέπει να πληροίτε δύο όρους: να έχετε στην κατοχή σας εκτελεστό τίτλο ( (executoriale titel), όπως εκτελεστή δικαστική απόφαση, και, επίσης, να επιδώσετε προηγουμένως τον εν λόγω εκτελεστό τίτλο στον καθού η εκτέλεση. Οι κύριοι παράγοντες της διαδικασίας εκτέλεσης είναι ο πιστωτής (ο επισπεύδων την εκτέλεση), ο οφειλέτης (το μέρος κατά του οποίου στρέφεται το μέτρο εκτέλεσης) και ο δικαστικός επιμελητής (ο δημόσιος λειτουργός που είναι αρμόδιος για την πραγματοποίηση της εκτέλεσης, κατόπιν αιτήματος του πιστωτή).

Μέτρα αναγκαστικής εκτέλεσης

Το κυριότερο μέτρο αναγκαστικής εκτέλεσης είναι η αναγκαστική κατάσχεση (executoriaal beslag). Το εν λόγω μέτρο εξετάζεται λεπτομερώς στο τμήμα 2.1.

Τα λοιπά μέτρα αναγκαστικής εκτέλεσης είναι τα εξής:

  1. κλιμακούμενη χρηματική ποινή (dwangsom)
  2. προσωπική κράτηση σε περίπτωση μη συμμόρφωσης με δικαστική απόφαση (lijfsdwang/gijzeling).

1. Η κλιμακούμενη χρηματική ποινή είναι χρηματικό ποσό που ορίζεται σε δικαστική απόφαση και βαρύνει τον καταδικασθέντα σε περίπτωση μη συμμόρφωσής του με την κύρια υποχρέωση προς εκπλήρωση. Το μέτρο χρησιμοποιείται κυρίως στις διαδικασίες ασφαλιστικών μέτρων ως μέσο άσκησης πίεσης. Η κλιμακούμενη χρηματική ποινή συνδέεται αποκλειστικά με κύρια υποχρέωση που δεν συνεπάγεται την καταβολή χρηματικού ποσού.

2. Η προσωπική κράτηση σε περίπτωση μη συμμόρφωσης με δικαστική απόφαση είναι μέτρο που χρησιμοποιείται για τον εξαναγκασμό ενός διαδίκου να συμμορφωθεί με συγκεκριμένη υποχρέωση. Το εν λόγω μέτρο δεν επιβάλλεται συχνά από τα δικαστήρια και, σε περίπτωση επιβολής του, σπανίως εκτελείται στην πράξη. Η λήψη αυτού του μέτρου είναι δυνατή μόνο εάν διαταχθεί από το δικαστήριο. Το δικαστήριο μπορεί να επιτρέψει την εν λόγω προσωπική κράτηση για την εκτέλεση δικαστικών και άλλων αποφάσεων κατόπιν αιτήματος του πιστωτή, υπό τον όρο ότι οι αποφάσεις αφορούν διάταξη η οποία δεν διατάσσει την καταβολή χρηματικού ποσού. Η προσωπική κράτηση μπορεί επίσης να χρησιμοποιηθεί, π.χ., στην περίπτωση δικαστικών αποφάσεων και συμβολαιογραφικών εγγράφων με βάση τα οποία οφείλεται καταβολή διατροφής σύμφωνα με το Βιβλίο 1 του ολλανδικού αστικού κώδικα (Burgerlijk Wetboek), όπως η διατροφή ανηλίκου τέκνου [(άρθρο 585 του κώδικα πολιτικής δικονομίας) (Wetboek van Burgerlijke Rechtsvordering)].

2 Ποια αρχή ή ποιες αρχές είναι αρμόδιες για την εκτέλεση;

3 Ποιες οι προϋποθέσεις υπό τις οποίες μπορεί να εκδοθεί ένας εκτελεστός τίτλος ή μια απόφαση;

3.1 διαδικασία

Η διαδικασία περιγράφεται κατωτέρω.

Εκτελεστός τίτλος

Οι αποφάσεις που εκδίδονται από ολλανδικά δικαστήρια (αποφάσεις και διατάξεις), τα δημόσια έγγραφα (συμβολαιογραφικές πράξεις) και ορισμένα άλλα έγγραφα θεωρούνται εκτελεστοί τίτλοι. Τα λοιπά έγγραφα που ο νόμος ορίζει ως εκτελεστά είναι τα εξής: διαταγές εκτέλεσης που εκδίδει η εισαγγελική αρχή (Openbaar Ministerie), διαταγές εκτέλεσης που εκδίδουν οι φορολογικές αρχές, διαιτητικές αποφάσεις οι οποίες χορηγούν άδεια εκτέλεσης, καθώς και επίσημα πρακτικά φιλικού διακανονισμού.

Ο γραμματέας του δικαστηρίου παρέχει αντίγραφο της απόφασης στους διαδίκους που εμφανίστηκαν ενώπιον του δικαστή. Σε περίπτωση οριστικής απόφασης που περιέχει δικαστική διαταγή, ο διάδικος που δικαιούται να επισπεύσει την εκτέλεση της απόφασης λαμβάνει αντίγραφο της απόφασης που έχει περιβληθεί τον εκτελεστήριο τύπο (απόγραφο). Στους διαδίκους παρέχεται δωρεάν αντίγραφο (απόγραφο) της απόφασης προοριζόμενο για τον δικαστικό επιμελητή (grosse). Πρόκειται για γνήσιο αντίγραφο της δικαστικής απόφασης στην αρχή του οποίου τίθεται η φράση «Εις το όνομα του Βασιλέως» (‘In naam der Koning’). Το απόγραφο που προορίζεται για τον δικαστικό επιμελητή αναγνωρίζεται με βάση την εν λόγω διατύπωση και, επομένως, συνιστά δικαστική απόφαση με εκτελεστική ισχύ. Η ενέργεια εκτέλεσης μπορεί να πραγματοποιηθεί μόνο μετά την έκδοση απογράφου. Μπορεί επίσης να εκδοθεί απόγραφο προοριζόμενο για τον δικαστικό επιμελητή ή πρώτο γνήσιο απόγραφο από συμβολαιογραφική πράξη. Με την επίδοση του εν λόγω εγγράφου, εξουσιοδοτείτε τον δικαστικό επιμελητή να προβεί σε πράξεις εκτέλεσης.

Πριν από την εκτέλεση, ο δικαστικός επιμελητής οφείλει να επιδώσει το έγγραφο (απόγραφο προοριζόμενο για τον δικαστικό επιμελητή / πρώτο γνήσιο απόγραφο) στον αντίδικο σε βάρος του οποίου επισπεύδεται η εκτέλεση. Σκοπός της επίδοσης είναι να περιέλθει η δικαστική απόφαση στη γνώση του αντιδίκου και να τον ενημερώσει ότι ο πιστωτής απαιτεί τη συμμόρφωσή του προς αυτή.

Για περισσότερες πληροφορίες σχετικά με την επίδοση εκτελεστών τίτλων προερχόμενων από άλλα κράτη μέλη της ΕΕ, βλ. τον ενωσιακό κανονισμό περί επιδόσεως: Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροΚανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1348/2000 του Συμβουλίου, της 29ης Μαΐου 2000, περί επιδόσεως και κοινοποιήσεως στα κράτη μέλη δικαστικών και εξωδίκων πράξεων σε αστικές ή εμπορικές υποθέσεις.

Δικαστικοί επιμελητές

Ο ρόλος τους στη διαδικασία εκτέλεσης

Ο δικαστικός επιμελητής είναι ο κύριος παράγοντας της διαδικασίας εκτέλεσης και δρα πάντοτε με βάση τις οδηγίες που του παρέχει ο διάδικος που ζητά την εκτέλεση. Οι εν λόγω οδηγίες παρέχονται με την επίδοση του απογράφου (γνήσιου αντιγράφου της δικαστικής απόφασης) στον δικαστικό επιμελητή. Γενικά, ο δικαστικός επιμελητής δεν χρειάζεται ειδική άδεια για τις ενέργειές του.

Οι πράξεις τις οποίες μπορεί να εκτελέσει ο δικαστικός επιμελητής στο πλαίσιο της εκτέλεσης περιλαμβάνουν:

  1. επίδοση του εκτελεστού τίτλου στον καθού η εκτέλεση
  2. απαίτηση συμμόρφωσης με την προς εκπλήρωση υποχρέωση, π.χ. απαίτηση καταβολής χρηματικού ποσού
  3. είσπραξη της πληρωμής, αν ο οφειλέτης εκπληρώσει την υποχρέωσή του να καταβάλει πληρωμή
  4. κατάσχεση περιουσιακών στοιχείων
  5. αίτηση παροχής αστυνομικής συνδρομής, αν χρειαστεί (π.χ. κατά τη κατάσχεση περιουσιακών στοιχείων).

Αμοιβή του δικαστικού επιμελητή

Οι επίσημες πράξεις που εκτελούνται από τους δικαστικούς επιμελητές υπόκεινται σε προκαθορισμένες αμοιβές, οι οποίες βαρύνουν τον οφειλέτη. Δεν υπάρχει προκαθορισμένη τιμή για τον πιστωτή, γεγονός το οποίο σημαίνει ότι η αμοιβή είναι διαπραγματεύσιμη με τον δικαστικό επιμελητή. Η αμοιβή που χρεώνει ο δικαστικός επιμελητής στον οφειλέτη ορίζεται στο διάταγμα της 4ης Ιουλίου 2001, στο οποίο θεσπίζονται λεπτομερείς κανόνες σχετικά με τις επίσημες πράξεις και αμοιβές των δικαστικών επιμελητών, επίσης γνωστό ως το διάταγμα περί αμοιβών των δικαστικών επιμελητών (Besluit tarieven ambtshandelingen gerechtsdeurwaarders). Για περισσότερες πληροφορίες μπορείτε να ανατρέξετε στον κατάλογο των χρεώσεων για επίσημες πράξεις (Tarieven ambtshandelingen) στον δικτυακό τόπο www.kbvg.nl.

3.2 Οι κύριες προϋποθέσεις

Οι δύο γενικοί όροι που πρέπει να πληρούνται για την κίνηση της διαδικασίας είναι οι εξής:

  • κατοχή εκτελεστού τίτλου
  • επίδοση του εκτελεστού τίτλου, πριν από την εκτέλεση, στον καθού η εκτέλεση.

Όπως αναφέρεται ανωτέρω, η αναγκαστική κατάσχεση είναι το συχνότερα χρησιμοποιούμενο μέτρο αναγκαστικής εκτέλεσης.

Μπορούν επίσης να ληφθούν μέτρα ενόσω εκκρεμεί η έκδοση του εκτελεστού τίτλου. Η λήψη των εν λόγω μέτρων μπορεί να ζητηθεί πριν από την έκδοση της απόφασης, καθώς και κατά τη διάρκεια ή πριν από την έναρξη της διαδικασίας. Χαρακτηρίζονται ως συντηρητικά μέτρα (conservatoire maatregelen) και λειτουργούν ως προσωρινά μέτρα προστασίας. Τα συντηρητικά μέτρα περιλαμβάνουν τη συντηρητική κατάσχεση (conservatoir beslag), τη σφράγιση περιουσιακών στοιχείων (verzegeling) και την απογραφή περιουσιακών στοιχείων (boedelbeschrijving). Το παρόν πληροφοριακό δελτίο περιέχει πληροφορίες σχετικά με την αναγκαστική κατάσχεση.

4 Αντικείμενο και φύση των μέτρων εκτέλεσης

Το αντικείμενο και η φύση των μέτρων εκτέλεσης ποικίλλουν. Μπορεί να γίνει διάκριση μεταξύ των μέτρων με τα οποία σκοπείται η καταβολή χρηματικού ποσού, η απόδοση περιουσιακού στοιχείου ή η υποχρέωση να προβεί ο καθού σε συγκεκριμένη πράξη ή παράλειψη. Το πιο σύνηθες μέτρο είναι η κατάσχεση για την ανάκτηση χρηματικού ποσού (verhaalsbeslag).

Εάν η υποχρέωση του οφειλέτη συνεπάγεται την εκτέλεση ενέργειας και όχι την καταβολή χρηματικού ποσού ή την απόδοση περιουσιακού στοιχείου, ενδέχεται να απαιτηθεί η εκτέλεση «υλικής πράξης» (feitelijke handeling, πράξη που επιφέρει έννομες συνέπειες ανεξαρτήτως του σκοπού της) ή «νομικής πράξης» (rechtshandeling, πράξη σκοπός της οποίας είναι η παραγωγή έννομων συνεπειών). Εάν η υλική πράξη δεν απαιτεί την εκτέλεσή της από συγκεκριμένο άτομο, τότε ο ίδιος ο πιστωτής μπορεί να ζητήσει έγκριση από το δικαστήριο να προβεί στην πρόκληση της κατάστασης που θα είχε προκληθεί από την πραγματοποίηση της εν λόγω πράξης. Εάν η υποχρέωση του οφειλέτη συνεπάγεται τη διενέργεια νομικής πράξης, όπως η αποδοχή προσφοράς, τότε η εκτέλεση της εν λόγω πράξης μπορεί να αντικατασταθεί από δικαστική απόφαση. Το δικαστήριο μπορεί επίσης να διατάξει τον οφειλέτη να απόσχει από οποιαδήποτε ενέργεια.

4.1 Ποια περιουσιακά στοιχεία μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο εκτέλεσης;

Αναγκαστική κατάσχεση μπορεί να επιβληθεί επί των εξής στοιχείων:

  1. σε κινητή περιουσία που δεν υπόκειται σε εγγραφή. Περιουσιακά στοιχεία που υπόκεινται σε εγγραφή είναι τα ακόλουθα: ακίνητη περιουσία, πλοία και αεροσκάφη
  2. σε δικαιώματα κομιστή ή διαταγές πληρωμής, δικαιώματα επί ονομαστικών μετοχών και δικαιώματα επί λοιπών ονομαστικών τίτλων
  3. σε περιουσιακά στοιχεία τρίτου, η οποία είναι γνωστή ως κατάσχεση εις χείρας τρίτου (executoriaal derdenbeslag)
  4. σε ακίνητη περιουσία
  5. σε πλοία
  6. σε αεροσκάφη.

Κατά γενικό κανόνα, ο πιστωτής είναι ελεύθερος να επιλέξει τα περιουσιακά στοιχεία των οποίων την κατάσχεση επιθυμεί.

Καταρχήν, μπορεί να επισπευσθεί κατάσχεση επί του συνόλου της περιουσίας του οφειλέτη. Εντούτοις, ορισμένα περιουσιακά στοιχεία δεν υπόκεινται σε κατάσχεση, όπως τα είδη βασικής ανάγκης, στα οποία συμπεριλαμβάνεται ο ρουχισμός, η τροφή, εργαλεία, ειδικά βιβλία και αντικείμενα που συνδέονται με την εκπαίδευση, την τέχνη και την επιστήμη. Επίσης εξαιρείται της κατάσχεσης ένα τμήμα του μισθού, της διατροφής ή τυχόν καταβαλλόμενης παροχής. Στις εν λόγω περιπτώσεις εφαρμόζεται διαβάθμιση επιπέδων προστατευόμενου εισοδήματος, προκειμένου να διασφαλιστεί ότι ο οφειλέτης διαθέτει επαρκή έσοδα για να καλύψει τις βασικές ανάγκες του.

Ομοίως, η κατάσχεση δεν μπορεί να επιβληθεί επί περιουσιακών στοιχείων που εξυπηρετούν σκοπούς κοινής ωφέλειας. Ο πιστωτής μπορεί να επισπεύσει κατάσχεση επί πολλαπλών περιουσιακών στοιχείων ταυτόχρονα, τόσο επί κινητής όσο και επί ακίνητης περιουσίας.

4.2 Ποια τα αποτελέσματα των μέτρων εκτέλεσης;

Έννομες συνέπειες που επιφέρει η κατάσχεση κινητής περιουσίας που δεν υπόκειται σε εγγραφή

Μία από τις συνέπειες της κατάσχεσης είναι ότι οποιαδήποτε πράξη στην οποία προβαίνει ο οφειλέτης μετά την κατάσχεση δεν μπορεί να θίγει τα δικαιώματα του πιστωτή. Εάν, για παράδειγμα, ο οφειλέτης μεταβιβάσει την περιουσία με πώληση, ο αγοραστής δεν μπορεί καταρχήν να προβάλει έναντι του πιστωτή τον ισχυρισμό ότι είναι πλέον ο ιδιοκτήτης. Επιπλέον συνέπεια είναι ότι τυχόν πρόσοδοι που προκύπτουν από το περιουσιακό στοιχείο καλύπτονται ομοίως από την κατάσχεση.

Έννομες συνέπειες που επιφέρει η κατάσχεση μετοχών, τίτλων και λοιπών περιουσιακών στοιχείων

Δεν υπάρχουν συγκεκριμένες έννομες συνέπειες. Ο καθού διατηρεί το δικαίωμα ψήφου που συνδέεται με τις μετοχές κατά τη διάρκεια της κατάσχεσης.

Έννομες συνέπειες της κατάσχεσης εις χείρας τρίτου

Σε περίπτωση κατάσχεσης εις χείρας τρίτου, ο πιστωτής (το μέρος που επισπεύδει την κατάσχεση) επισπεύδει κατάσχεση σε βάρος τρίτου (όχι του οφειλέτη), διότι ο εν λόγω τρίτος είναι οφειλέτης του οφειλέτη ή κατέχει περιουσιακά στοιχεία που ανήκουν στον οφειλέτη.

Ο πιστωτής που επισπεύδει την κατάσχεση προστατεύεται έναντι δικαιοπραξιών στις οποίες προβαίνει ο τρίτος. Τυχόν νομικές πράξεις που πραγματοποιούνται μετά την κατάσχεση δεν μπορούν να προβληθούν έναντι του πιστωτή. Οι δύο συνηθέστερες μορφές κατάσχεσης εις χείρας τρίτου είναι η κατάσχεση τραπεζικού λογαριασμού ή μισθού εργαζομένου.

Έννομες συνέπειες που προκύπτουν από την κατάσχεση ακίνητης περιουσίας

Η κατάσχεση ακίνητης περιουσίας εγγράφεται στα δημόσια μητρώα που τηρούνται στο αρμόδιο κτηματολόγιο (Kadaster). Τα πλοία και τα αεροσκάφη λογίζονται ως ακίνητη περιουσία μετά την εγγραφή τους. Κατόπιν αιτήματος, η κτηματολογική υπηρεσία μπορεί να πραγματοποιήσει έρευνα στα δημόσια μητρώα ακίνητης περιουσίας καθώς και σε νηολόγια πλοίων και αεροσκαφών. H κατάσχεση παράγει έννομα αποτελέσματα από τη στιγμή της εγγραφής της. Τυχόν πρόσοδοι που λαμβάνονται από την ακίνητη περιουσία μετά την κατάσχεση καλύπτονται από την κατάσχεση. Ο πιστωτής προστατεύεται έναντι νομικών πράξεων στις οποίες προβαίνει ο οφειλέτης μετά την κατάσχεση. Η διάθεση (πώληση) της ακίνητης περιουσίας δεν μπορεί να προβληθεί έναντι του προσώπου που επισπεύδει την κατάσχεση.

4.3 Ποια η ισχύς αυτών των μέτρων;

Κατά γενικό κανόνα, το δικαίωμα για την εκτέλεση δικαστικής απόφασης παραγράφεται μετά από 20 έτη που υπολογίζονται από την επόμενη ημέρα μετά την έκδοση της απόφασης. Εάν η εκτέλεση δικαστικής απόφασης υπόκειται σε συγκεκριμένους όρους, η δε εκπλήρωση των εν λόγω όρων δεν εξαρτάται από τη βούληση του ατόμου που πέτυχε την έκδοση της απόφασης υπέρ του, το δικαίωμα εκτέλεσης της απόφασης παραγράφεται μετά από 20 έτη από την ημέρα που πληρώθηκαν οι όροι αυτοί.

Εντούτοις, η προθεσμία παραγραφής είναι πενταετής για οποιαδήποτε χρηματικό ποσό του οποίου η προθεσμία καταβολής, όπως ορίζει η απόφαση, είναι το πολύ ένα έτος. Όσον αφορά τους τόκους, τα πρόστιμα, την κλιμακούμενη χρηματική ποινή και τυχόν άλλες δικαστικές διαταγές, τότε η παραγραφή επέρχεται το πολύ μέχρι την παραγραφή του δικαιώματος εκτέλεσης της κύριας απόφασης, εκτός εάν επέλθει διακοπή ή παράταση της προθεσμίας παραγραφής.

5 Υπάρχει δυνατότητα προσφυγής κατά της απόφασης που διατάσσει ένα τέτοιο μέτρο;

Διαφορές που αφορούν την εκτέλεση

Το άρθρο 438 του ολλανδικού κώδικα πολιτικής δικονομίας περιέχει γενικές ρυθμίσεις σχετικά με τις διαφορές που αφορούν την εκτέλεση (executiegeschillen). Στις εν λόγω διαφορές, ο οφειλέτης μπορεί να προσπαθήσει να εμποδίσει την εκτέλεση. Η διαφορά μπορεί, για παράδειγμα, να αφορά τη σημασία και το περιεχόμενο του εκτελεστού τίτλου, τον αντίκτυπο τυχόν πραγματικών περιστατικών που προέκυψαν μετά την έκδοση της απόφασης (του εκτελεστού τίτλου), το κύρος των πράξεων κατάσχεσης ή την κυριότητα των κατασχεθέντων περιουσιακών στοιχείων. Διαφορά σχετικά με την εκτέλεση αφορά αποκλειστικά το ζήτημα της εκτέλεσης. Δεν επανεξετάζεται επί της ουσίας η κύρια αγωγή επί της οποίας έχει ήδη εκδοθεί ή απόφαση.

Σε διαφορά που αφορά την εκτέλεση, ο οφειλέτης μπορεί να ισχυριστεί π.χ. ότι ο πιστωτής έχει προβεί σε κατάχρηση του δικαιώματός του ή ότι η κατάσχεση είναι δυσανάλογη προς το περιεχόμενο της δικαστικής απόφασης. Ο οφειλέτης (ο καθού) δεν μπορεί να προβάλει καμία περαιτέρω ένσταση επί της ουσίας ως προς τη δικαστική απόφαση στο στάδιο αυτό. Αν επιθυμεί να το κάνει, πρέπει να ασκήσει ανακοπή (verzet), έφεση (hoger beroep) ή αίτηση αναίρεσης (cassatie), τα οποία συνιστούν ένδικα μέσα.

Κατά τόπον αρμοδιότητα

Κατά τόπον αρμόδιο είναι το δικαστήριο που έχει αρμοδιότητα δυνάμει των γενικών ρυθμίσεων περί δωσιδικίας.

Πρόκειται είτε για το κατά τόπον αρμόδιο δικαστήριο στην περιφέρεια του οποίου επισπεύδεται ή θα επισπευστεί η κατάσχεση, είτε για το κατά τόπον αρμόδιο δικαστήριο στην περιφέρεια του οποίου κείται το σχετικό περιουσιακό στοιχείο είτε για το κατά τόπον αρμόδιο δικαστήριο στην περιφέρεια του οποίου θα λάβουν χώρα οι πράξεις εκτέλεσης. Πρέπει να βρεθεί το αρμόδιο ολλανδικό δικαστήριο για όλες τις πράξεις εκτέλεσης που λαμβάνουν χώρα στις Κάτω Χώρες.

Αρμόδιο δικαστήριο

Το πρωτοδικείο (arrondissementsrechtbank) είναι αρμόδιο για όλες τις διαφορές που αφορούν την εκτέλεση, ανεξαρτήτως του δικαστηρίου που κήρυξε την εκτελεστότητα της απόφασης. Το πρωτοδικείο είναι αρμόδιο ακόμη και αν το δικαιοδοτικό όργανο που εξέδωσε την απόφαση είναι το εφετείο (gerechtshof) ή το Ανώτατο Δικαστήριο των Κάτω Χωρών (Hoge Raad der Nederlanden).

Οι διαφορές που αφορούν την εκτέλεση εκδικάζονται συνήθως με τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων (kort geding). Το δικαστήριο μπορεί να διατάξει την αναστολή της εκτέλεσης για ορισμένο χρονικό διάστημα ή την άρση της κατάσχεσης.

6 Υπάρχουν περιορισμοί στην εκτέλεση, ιδίως όσον αφορά την προστασία του οφειλέτη ή τις προθεσμίες;


Την έκδοση αυτής της σελίδας στην εθνική γλώσσα διαχειρίζεται ο αντίστοιχος αρμόδιος επαφής του ΕΔΔ. Οι μεταφράσεις έχουν γίνει από την αρμόδια υπηρεσία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Οι τυχόν αλλαγές που επιφέρει η αρμόδια εθνική αρχή στο πρωτότυπο ενδέχεται να μην έχουν περιληφθεί ακόμα στις μεταφράσεις. Η Επιτροπή και το Ευρωπαϊκό Δικαστικό Δίκτυο δεν αναλαμβάνουν καμία απολύτως ευθύνη όσον αφορά πληροφορίες ή δεδομένα που περιέχονται ή αναφέρονται στο παρόν έγγραφο. Βλ. την ανακοίνωση νομικού περιεχομένου για τους κανόνες πνευματικής ιδιοκτησίας που ισχύουν στο κράτος μέλος που είναι αρμόδιο για την παρούσα σελίδα.

Τελευταία επικαιροποίηση: 12/09/2018

Διαδικασίες για την εφαρμογή δικαστικών αποφάσεων - Αυστρία


1 Ποια η έννοια της εκτέλεσης στις αστικές και εμπορικές υποθέσεις;

Η αναγκαστική εκτέλεση (στην Αυστρία αναφέρεται και ως «εκτέλεση») είναι η εφαρμογή κρατικής εξουσίας για την επιβολή εκτελεστών απαιτήσεων και αξιώσεων.

Ο κώδικας αναγκαστικής εκτέλεσης (Exekutionsordnung) προβλέπει διαφορετικά είδη εκτέλεσης:

  • εκτέλεση για την είσπραξη χρηματικών απαιτήσεων
  • εκτέλεση για εξαναγκασμό σε πράξη ή παράλειψη

Εκτέλεση για την είσπραξη χρηματικών απαιτήσεων:

Στην εκτέλεση για την είσπραξη χρηματικών απαιτήσεων, ο δανειστής πρέπει, στην αίτηση εκτέλεσης που υποβάλλει, να επιλέξει τα αντικείμενα της περιουσίας που πρόκειται να κατασχεθούν (επιλογή του μέσου εκτέλεσης) στο πλαίσιο αυτό, μπορεί να επιλέξει μεταξύ εκτέλεσης επί κινητών ενσώματων πραγμάτων, εκτέλεσης επί απαίτησης, ιδίως εκτέλεσης επί μισθών, και αναγκαστικού πλειστηριασμού ακίνητης περιουσίας.

Εκτέλεση για εξαναγκασμό σε πράξη ή παράλειψη:

Κατά την εκτέλεση για εξαναγκασμό σε πράξη ή παράλειψη, ο δανειστής πρέπει να αιτηθεί το μέσο εκτέλεσης που προβλέπεται στον κώδικα αναγκαστικής εκτέλεσης για την ικανοποίηση της αξίωσης.

Η εκτέλεση για την πραγμάτωση αξίωσης για παράλειψη πραγματοποιείται μέσω της επιβολής από το δικαστήριο της εκτέλεσης, κατόπιν σχετικής αίτησης και κατά τον χρόνο της έγκρισης της εκτέλεσης, χρηματικής ποινής. Σε περίπτωση νέας παράβασης, το δικαστήριο της εκτέλεσης επιβάλλει, κατόπιν σχετικής αίτησης, επιπλέον χρηματική ποινή ή κράτηση συνολικής διάρκειας μέχρι ενός έτους.

Για την πραγμάτωση αξίωσης για πράξη που μπορεί να εκτελεστεί από τρίτο, ο επισπεύδων δανειστής μπορεί να υποβάλει αίτηση στο δικαστήριο ζητώντας να του επιτραπεί να επιχειρήσει την πράξη με δαπάνη του υπόχρεου.

Αξίωση για πράξη που δεν μπορεί να εκτελεστεί από τρίτο και η εκτέλεση της οποίας εξαρτάται αποκλειστικά από τη βούληση του υπόχρεου εκτελείται μέσω της καταδίκης του υποχρέου από το δικαστήριο της εκτέλεσης, κατόπιν σχετικής αίτησης, στην εκτέλεση της πράξης επί ποινή χρηματικής ποινής ή κράτησης συνολικής διάρκειας μέχρι έξι μηνών.

2 Ποια αρχή ή ποιες αρχές είναι αρμόδιες για την εκτέλεση;

Για την έγκριση της εκτέλεσης καταρχήν αρμόδιο είναι το οικείο περιφερειακό δικαστήριο (Bezirksgericht).

Κατά τόπο αρμόδιο δικαστήριο:

Εκτέλεση επί κινητών ενσώματων πραγμάτων και απαιτήσεων:

Για την εκτέλεση επί απαιτήσεων αρμόδιο είναι το δικαστήριο της γενικής δωσιδικίας (κατοικίας) του οφειλέτη στην εκτέλεση επί κινητών ενσώματων πραγμάτων, η κατά τόπο αρμοδιότητα εξαρτάται από το πού βρίσκονται τα προς κατάσχεση πράγματα κατά την έναρξη της εκτέλεσης.

Αναγκαστικός πλειστηριασμός ακινήτου:

Για την εκτέλεση επί ακινήτων (που είναι εγγεγραμμένα στο κτηματολόγιο) αρμόδιο είναι το οικείο κτηματολογικό δικαστήριο (Grundbuchsgericht).

Μετά την έγκριση της εκτέλεσης η διαδικασία κινείται αυτεπαγγέλτως. Η κίνηση της διαδικασίας εκτέλεσης διεξάγεται είτε από τον δικαστή (αναγκαστικός πλειστηριασμός ακινήτου) ή από τον δικαστικό υπάλληλο (εκτέλεση επί κινητών ενσώματων πραγμάτων και απαιτήσεων). Ο δικαστικός υπάλληλος είναι ειδικά καταρτισμένο μέλος του δικαστικού προσωπικού.

Οι πράξεις εκτέλεσης ορίζονται από τους δικαστικούς επιμελητές, οι οποίοι στην Αυστρία είναι δικαστικοί υπάλληλοι και δεν δραστηριοποιούνται ούτε ως ελεύθεροι επαγγελματίες ούτε ως αντιπρόσωποι ή προστηθέντες του επισπεύδοντος δανειστή. Ενεργούν με μεγάλο βαθμό αυτονομίας, έως την οριστικοποίηση της επιτυχίας ή αποτυχίας μιας διαδικασίας εκτέλεσης.

Ο δανειστής καλείται να υποβάλει αιτήσεις μόνο εφόσον χωρίς αυτές καθίσταται αδύνατη η συνέχιση της διαδικασίας από το δικαστήριο ή τον δικαστικό επιμελητή ή εφόσον η η υπηρεσιακή πράξη συνεπάγεται έξοδα. Ωστόσο, ο δανειστής μπορεί να προσθέσει εκ των προτέρων συμπληρωματικά στοιχεία στην αίτησή του: για παράδειγμα, στην περίπτωση εκτέλεσης επί μισθού, μπορεί να παραιτηθεί από τη χορήγηση από τον εργοδότη δήλωσης ως προς την ύπαρξη και το ύψος των αποδοχών στην περίπτωση της εκτέλεσης επί κινητών ενσώματων πραγμάτων, μπορεί να παραιτηθεί από τη δυνατότητα της διά της βίας εισόδου στην κατοικία, η οποία συνεπάγεται έξοδα κλειδαρά, αν δεν βρίσκεται μέσα ο οφειλέτης.

3 Ποιες οι προϋποθέσεις υπό τις οποίες μπορεί να εκδοθεί ένας εκτελεστός τίτλος ή μια απόφαση;

3.1 διαδικασία

Εκτέλεση για την είσπραξη χρηματικών απαιτήσεων:

Η διαδικασία αναγκαστικής εκτέλεσης διαιρείται σε διαδικασία έγκρισης και διαδικασία εκτέλεσης.

Η έγκριση της εκτέλεσης προϋποθέτει αίτηση του δανειστή, στην οποία αυτός επιλέγει το μέσο εκτέλεσης που επιθυμεί για την ικανοποίηση της απαίτησής του. Αν ο δανειστής επιδιώκει την ικανοποίηση απαίτησης κατά επιχειρηματία, επιλέγει συνήθως την εκτέλεση επί κινητών ενσώματων πραγμάτων και την υποβολή καταλόγου περιουσιακών στοιχείων. Στο πλαίσιο της εν λόγω διαδικασίας, ο δικαστικός επιμελητής επιχειρεί να επιτύχει την είσπραξη του ποσού της απαίτησης και, αν αποτύχει, προβαίνει σε κατάσχεση των αντικειμένων που εντοπίζει. Αν αυτά δεν καλύπτουν την προς ικανοποίηση απαίτηση, ζητά από τον οφειλέτη να υποβάλει κατάλογο περιουσιακών στοιχείων, στον οποίο ο οφειλέτης πρέπει να δηλώσει τη συνολική περιουσία του.

Αν ο δανειστής επιδιώκει την ικανοποίηση απαίτησης κατά καταναλωτή, επιλέγει συνήθως την εκτέλεση επί κινητών ενσώματων πραγμάτων, την εκτέλεση επί μισθού και την υποβολή καταλόγου περιουσιακών στοιχείων. Ο δανειστής μπορεί να επιλέξει την εκτέλεση επί μισθού εφόσον γνωρίζει πού δουλεύει ο οφειλέτης ή από ποιον αμείβεται. Αν δεν γνωρίζει αυτά τα στοιχεία, πρέπει να γνωρίζει την ημερομηνία γέννησης του υπόχρεου βάσει αυτής, το δικαστήριο εντοπίζει την υπηρεσία μισθοδοσίας από την Ένωση αυστριακών φορέων κοινωνικής ασφάλισης. Το πρώτο βήμα είναι η κατάσχεση και εκχώρηση των αποδοχών του οφειλέτη. Αν το βήμα αυτό στεφθεί με επιτυχία, εκτέλεση επί κινητών ενσώματων πραγμάτων πραγματοποιείται μόνο ύστερα από αίτηση του δανειστή. Έπειτα, ο δικαστικός επιμελητής επιχειρεί να επιτύχει την είσπραξη του ποσού της απαίτησης και, αν αποτύχει, προβαίνει σε κατάσχεση των αντικειμένων που εντοπίζει. Αν αυτά δεν καλύπτουν την προς ικανοποίηση απαίτηση, ζητά από τον οφειλέτη να υποβάλει κατάλογο περιουσιακών στοιχείων, στον οποίο ο οφειλέτης πρέπει να δηλώσει τη συνολική περιουσία του.

Για την αίτηση εκτέλεσης ο δανειστής πρέπει να χρησιμοποιήσει ειδικό έντυπο (E-Antr 1) ή να υποβάλει την αίτησή του μορφοτυπημένη. Για την υποβολή της αίτησης εκτέλεσης δεν απαιτείται εκπροσώπηση από δικηγόρο.

3.2 Οι κύριες προϋποθέσεις

Ο επισπεύδων δανειστής, για να μπορεί να προβεί σε εκτέλεση, πρέπει να διαθέτει εκτελεστό τίτλο, εκτελεστή απόφαση. Επίσης, χρειάζεται πιστοποιητικό εκτελεστότητας, το οποίο χορηγείται από την αρμόδια αρχή κατά τη διαδικασία έκδοσης εκτελεστού τίτλου. Περαιτέρω, ο δανειστής πρέπει να γνωρίζει τη διεύθυνση του οφειλέτη χρειάζεται την ημερομηνία γέννησης μόνο στην περίπτωση που θέλει να αιτηθεί εκτέλεση επί του μισθού αλλά δεν γνωρίζει την υπηρεσία μισθοδοσίας.

4 Αντικείμενο και φύση των μέτρων εκτέλεσης

4.1 Ποια περιουσιακά στοιχεία μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο εκτέλεσης;

Ο οφειλέτης ευθύνεται για τις υποχρεώσεις του με το σύνολο της περιουσίας του, στον βαθμό που τα αντικείμενα της περιουσίας του δεν είναι ακατάσχετα. Ωστόσο, η διαδικασία εκτέλεσης περιλαμβάνει μόνο εκείνα τα αντικείμενα τα οποία επιθυμεί να κατασχέσει ο δανειστής και τα οποία προσδιορίζει για τον λόγο αυτό στην αίτηση εκτέλεσης. Κατά την εκτέλεση επί κινητών ενσώματων πραγμάτων, αρκεί να υποβληθεί αίτηση κατάσχεσης όλων των πραγμάτων που βρίσκονται στην κατοχή του οφειλέτη κατά την εκτέλεση επί απαιτήσεων, ο δανειστής πρέπει να δηλώσει τον τρίτο-οφειλέτη, ενώ κατά την εκτέλεση επί μισθού προβλέπεται εξαίρεση. Ο δανειστής μπορεί να δηλώσει ότι δεν γνωρίζει τον τρίτο-οφειλέτη. Το δικαστήριο μπορεί να συλλέξει τα στοιχεία του από την ένωση αυστριακών ιδρυμάτων κοινωνικής ασφάλισης, αν ο δανειστής του γνωστοποιήσει την ημερομηνία γέννησης του οφειλέτη.

Ο δανειστής μπορεί επίσης να επισπεύσει εκτέλεση επί των εξής στοιχείων: επί απαιτήσεων πέραν των μισθολογικών απαιτήσεων, μεριδίων συμμετοχής του υπόχρεου σε ΕΠΕ ή, αν ο υπόχρεος είναι κύριος ακινήτου, ο επισπεύδων δανειστής μπορεί να επιδιώξει την αναγκαστική επιβολή υποθήκης, την αναγκαστική διαχείριση και τον αναγκαστικό πλειστηριασμό του ακινήτου.

Τα αντικείμενα της περιουσίας του οφειλέτη που εξαιρούνται από την αναγκαστική εκτέλεση αναφέρονται στην υποενότητα «Περιορισμοί της αναγκαστικής εκτέλεσης».

4.2 Ποια τα αποτελέσματα των μέτρων εκτέλεσης;

Τα αποτελέσματα των μέτρων αναγκαστικής εκτέλεσης εξαρτώνται από το αντίστοιχο μέσο:

Εκτέλεση επί κινητών ενσώματων πραγμάτων:

Ο δικαστικός επιμελητής επιβάλλει ενέχυρο στα δυνάμενα να κατασχεθούν περιουσιακά στοιχεία, τα οποία στη συνέχεια εκπλειστηριάζονται.

Εκτέλεση επί απαιτήσεων, ιδίως εκτέλεση επί μισθού:

Επιβάλλεται ενέχυρο στην απαίτηση. Απαγορεύεται η διάθεση της απαίτησης από τον οφειλέτη και ιδίως η είσπραξή της. Εφόσον δεν είναι ακατάσχετη, η απαίτηση εκχωρείται στον δανειστή.

Αναγκαστικός πλειστηριασμός ακινήτου:

Επιβάλλεται υποθήκη στο ακίνητο. Από την εγγραφή της έναρξης της διαδικασίας πλειστηριασμού στο κτηματολόγιο, οι νομικές πράξεις του οφειλέτη που αφορούν το ακίνητο καθώς και τα παραρτήματά του και οι οποίες δεν εμπίπτουν στις πράξεις τακτικής διαχείρισης είναι άκυρες έναντι των δανειστών και του υπερθεματιστή. Αν ο οφειλέτης προβεί σε πώληση του ακινήτου, ο εγκεκριμένος πλειστηριασμός συνεχίζεται κατά του αγοραστή του ακινήτου.

Προβλέπονται ποινικές συνέπειες για την περίπτωση που υπόχρεος αποκρύψει, αφαιρέσει, εκποιήσει ή προκαλέσει φθορά σε στοιχείο της περιουσίας του, προφασιστεί ή αναγνωρίσει ανύπαρκτη υποχρέωση, ή άλλως μειώσει πραγματικά ή εικονικά την περιουσία του και, με τον τρόπο αυτό, παρακωλύσει ή περιορίσει την ικανοποίηση δανειστή με αναγκαστική εκτέλεση ή εκκρεμή διαδικασία αναγκαστικής εκτέλεσης. Ομοίως, διώκεται ποινικά υπόχρεος που καταστρέφει, φθείρει, παραμορφώνει, αχρηστεύει ή αφαιρεί από τη διαδικασία, εξ ολοκλήρου ή εν μέρει, περιουσιακό στοιχείο που κατασχέθηκε ή δεσμεύθηκε με υπηρεσιακή πράξη.

4.3 Ποια η ισχύς αυτών των μέτρων;

Η εκτέλεση συνεχίζεται έως την επιτυχή περάτωση ή διακοπή της, για παράδειγμα, επειδή ο οφειλέτης κατέβαλε στον δανειστή την οφειλή του κατά τη διαδικασία της εκτέλεσης. Κατ’ εξαίρεση, η εκτέλεση μπορεί να λήξει νωρίτερα, για παράδειγμα, αν ο δανειστής προβεί σε εκτέλεση επί του μισθού και ο οφειλέτης αλλάξει εργασία.

Ο κώδικας αναγκαστικής εκτέλεσης προβλέπει επίσης την αναβολή της διαδικασίας εκτέλεσης. Η διαδικασία αναβάλλεται ιδίως αν ασκηθεί αγωγή κήρυξης του εκτελεστού τίτλου ανίσχυρου ή άκυρου, αν υποβληθεί αίτηση αναστολής της εκτέλεσης, αν ασκηθεί αγωγή αντιρρήσεων (βλ. σημείο 4), αν η απόφαση του δικαστηρίου που ενέκρινε την εκτέλεση προσβληθεί με ανακοπή, αν ασκηθεί προσφυγή κατά της διαδικασίας αναγκαστικής εκτέλεσης ή αν ζητηθεί η ανάκληση ή η τροποποίηση της τελεσίδικης απόφασης κήρυξης της εκτελεστότητας.

5 Υπάρχει δυνατότητα προσφυγής κατά της απόφασης που διατάσσει ένα τέτοιο μέτρο;

Για την προσβολή της απόφασης έγκρισης της εκτέλεσης επιτρέπεται η άσκηση του ένδικου μέσου της ανακοπής. Η ανακοπή απευθύνεται στο δικαστήριο του ένδικου μέσου [στο πρωτοδικείο (Landesgericht), το οποίο είναι ιεραρχικά ανώτερο], αλλά κατατίθεται στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο [περιφερειακό δικαστήριο (Bezirksgericht)]. Η ανακοπή πρέπει να ασκηθεί εντός προθεσμίας 14 ημερών. Κατά κανόνα, απαιτείται εκπροσώπηση από δικηγόρο. Η διαδικασία ανακοπής είναι αμιγώς έγγραφη διαδικασία, κατά την οποία απαγορεύεται η προβολή νέων πραγματικών ισχυρισμών.

Ο οφειλέτης μπορεί να επικαλεστεί το γεγονός ότι εν τω μεταξύ εξόφλησε την απαίτηση με αίτηση αντιρρήσεων ή με αγωγή αντιρρήσεων (και όχι με ανακοπή κατά της απόφασης έγκρισης της εκτέλεσης). Η αγωγή κατατίθεται στο δικαστήριο που έχει εγκρίνει την εκτέλεση. Με την αγωγή μπορεί να συνυποβληθεί αίτηση αναστολής της εκτέλεσης. Αν η αγωγή γίνει τελεσίδικα δεκτή, η εκτέλεση αναβάλλεται αυτεπάγγελτα.

Αν η απόφαση έγκρισης της εκτέλεσης εκδόθηκε με την απλουστευμένη διαδικασία, η εκτέλεση εγκρίθηκε αποκλειστικά με βάση τα στοιχεία του επισπεύδοντος. Στην περίπτωση αυτή, ο οφειλέτης μπορεί με ανακοπή να προβάλει ότι δεν υφίσταται εκτελεστός τίτλος που να καλύπτει την εκτέλεση, συμπεριλαμβανομένου του πιστοποιητικού εκτελεστότητας, ή ότι ο εκτελεστός τίτλος δεν συνάδει με τα στοιχεία που περιέχει η αίτηση εκτέλεσης. Η ανακοπή απευθύνεται στο δικαστήριο το οποίο εξέδωσε την απόφαση έγκρισης σε πρώτο βαθμό. Σε περίπτωση άσκησης ανακοπής, το δικαστήριο ελέγχει αν υφίσταται εκτελεστός τίτλος που καλύπτει την προς ικανοποίηση απαίτηση. Η προθεσμία άσκησης ανακοπής είναι δεκατέσσερις ημέρες.

6 Υπάρχουν περιορισμοί στην εκτέλεση, ιδίως όσον αφορά την προστασία του οφειλέτη ή τις προθεσμίες;

Περιορισμοί της αναγκαστικής εκτέλεσης

Γενικά ισχύει ο περιορισμός ότι δεν επιτρέπεται εκτέλεση σε έκταση μεγαλύτερη από την αναγκαία για την ικανοποίηση της απαίτησης που περιγράφεται στην απόφαση έγκρισης της εκτέλεσης.

Ο νόμος προβλέπει ορισμένους περιορισμούς στην εκτέλεση υπέρ ορισμένων προσώπων ή ενώσεων προσώπων:

  • Κατά της περιουσίας οργανισμού υπό κρατική εποπτεία που εξυπηρετεί τις δημόσιες μεταφορές μπορούν να διενεργηθούν πρόσφορες πράξεις εκτέλεσης που διαταράσσουν τις υπηρεσίες δημόσιων μεταφορών μόνο με τη σύμφωνη γνώμη της εποπτικής αρχής του οργανισμού.
  • Πριν από τη διενέργεια πράξης εκτέλεσης κατά προσώπου που υπηρετεί στις ομοσπονδιακές ένοπλες δυνάμεις ή στην ομοσπονδιακή αστυνομία, πρέπει να κοινοποιείται η απόφαση έγκρισης της εκτέλεσης στον ανώτερο αξιωματικό της υπηρεσίας του εν λόγω προσώπου.
  • Στα στρατιωτικά κτίρια, για τη διενέργεια πράξης εκτέλεσης απαιτείται η προκαταβολική ενημέρωση του διοικητή του κτιρίου, ενώ η πράξη εκτέλεσης πρέπει να διενεργείται παρουσία στρατιωτικού που έχει ορισθεί από τον εν λόγω διοικητή.
  • Πράξεις εκτέλεσης κατά προσώπων που απολαμβάνουν στην Αυστρία ασυλία βάσει διατάξεων του δημόσιου διεθνούς δικαίου, καθώς και επί αντικείμενων και χώρων τέτοιων προσώπων επιτρέπονται μόνο μέσω του Ομοσπονδιακού Υπουργείου Δικαιοσύνης σε συμφωνία με το Ομοσπονδιακό Υπουργείο Ευρωπαϊκών Υποθέσεων, Ένταξης και Εξωτερικών.
  • Εκτέλεση κατά δήμου ή δημόσιου και κοινωφελούς οργανισμού προς τον σκοπό της ικανοποίησης χρηματικής απαίτησης μπορεί να εγκριθεί μόνο σε σχέση με περιουσιακά στοιχεία που μπορούν να χρησιμοποιηθούν για την ικανοποίηση του δανειστή χωρίς να θίγεται το δημόσιο συμφέρον που εξυπηρετεί ο οικείος δήμος ή δημόσιος και κοινωφελής οργανισμός. Αν η εκτέλεση αφορά την πραγμάτωση συμβατικού ενεχύρου/υποθήκης, ο εν λόγω περιορισμός δεν ισχύει.

Επίσης, προκειμένου να προστατεύεται ο υπόχρεος, ορισμένα περιουσιακά στοιχεία εξαιρούνται υποχρεωτικά από την εκτέλεση, για παράδειγμα:

Εκτέλεση επί κινητών ενσώματων πραγμάτων:

  • αντικείμενα προσωπικής ή οικιακής χρήσης που αντιστοιχούν σε λιτό τρόπο ζωής
  • αντικείμενα που απαιτούνται για την προετοιμασία για ένα επάγγελμα και την άσκηση επαγγέλματος, καθώς και εκπαιδευτικά βοηθήματα που προορίζονται για σχολική εκπαίδευση
  • τρόφιμα και καύσιμα θέρμανσης που καλύπτουν για τέσσερις εβδομάδες τις ανάγκες του υπόχρεου και των μελών της οικογένειάς του που ζουν στο ίδιο σπίτι
  • κατοικίδια ζώα
  • οικογενειακές φωτογραφίες, επιστολές και λοιπά έγγραφα, καθώς και η βέρα του υπόχρεου
  • βοηθήματα για την αντιμετώπιση αναπηρίας και βοηθήματα για τη φροντίδα του υπόχρεου ή των μελών της οικογένειάς του που ζουν στο ίδιο σπίτι, καθώς και θεραπευτικές ουσίες και βοηθητικός εξοπλισμός που χρειάζονται στο πλαίσιο ιατρικής θεραπείας
  • αντικείμενα που εξυπηρετούν την άσκηση θρησκευτικών καθηκόντων
  • μετρητά μέχρι το όριο του ακατάσχετου έως την επόμενη, μετά την κατάσχεση, ημερομηνία πληρωμής, εφόσον, βάσει του νόμου, το εισόδημα του υπόχρεου είναι ακατάσχετο ή υπόκειται μόνο εν μέρει σε κατάσχεση.

Ο δικαστικός επιμελητής μπορεί επίσης να απέχει από την κατάσχεση αντικειμένων μικρής αξίας, αν είναι προφανές ότι το κέρδος από τη συνέχιση ή την πραγματοποίηση της εκτέλεσης δεν θα υπερβεί το κόστος της εκτέλεσης.

Εκτέλεση επί χρηματικών απαιτήσεων (εκτέλεση επί μισθού):

  • αποζημιώσεις για πραγματοποιηθείσες δαπάνες, στον βαθμό που καλύπτουν επιπλέον δαπάνες οι οποίες προέκυψαν από την άσκηση της επαγγελματικής δραστηριότητας
  • νόμιμα επιδόματα τα οποία χορηγούνται για την κάλυψη του επιπλέον κόστους που συνδέεται με αναπηρία ή ανάγκη περίθαλψης, για παράδειγμα το επίδομα ειδικής φροντίδας
  • νόμιμα επιδόματα για την κάλυψη μισθωμάτων ή άλλων εξόδων στέγασης
  • οικογενειακά επιδόματα
  • ορισμένες νόμιμες παροχές που χορηγούνται σε σχέση με τη γέννηση παιδιού, ιδίως το κατ’ αποκοπήν επίδομα επιμέλειας τέκνου
  • ορισμένα επιδόματα που χορηγούνται από την Υπηρεσία Αγοράς Εργασίας
  • αποζημιώσεις για πραγματοποιηθείσες δαπάνες που χορηγούνται από φορείς εκ του νόμου προβλεπόμενης κοινωνικής ασφάλισης.

Επιπλέον, είναι ακατάσχετα ιδίως τα εξής:

  • οι παροχές σε είδος που χορηγούνται βάσει της νομοθεσίας περί κοινωνικής ασφάλισης
  • η αξίωση διανομής της συζυγικής περιουσίας και των συζυγικών αποταμιεύσεων, εφόσον δεν έχει αναγνωριστεί με σύμβαση ή διακανονισμό ή δεν έχει ασκηθεί δικαστικά.

Τα εισοδήματα από εργασία, οι συντάξεις και οι νόμιμες απολαβές που αποσκοπούν στην αντιστάθμιση προσωρινής ανεργίας ή μειωμένης βιοποριστικής ικανότητας δύνανται να κατασχεθούν υπό περιορισμούς. Το ύψος του ακατάσχετου («ελάχιστο όριο διαβίωσης») εξαρτάται από το ύψος των αποδοχών και τον αριθμό των υποχρεώσεων διατροφής του οφειλέτη. Τα ακατάσχετα ποσά, τα οποία αυξάνονται ετησίως, προκύπτουν από τους πίνακες που παρατίθενται στην αρχική σελίδα του Ομοσπονδιακού Υπουργείου Δικαιοσύνης (Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροhttp://www.justiz.gv.at/web2013/html/default/2c9484852308c2a60123ec387738064b.de.html). Ο νόμος λαμβάνει υπόψη τις τυχόν, κατά περίπτωση, ιδιαίτερες ανάγκες του υπόχρεου ή του δανειστή του, προβλέποντας τη δυνατότητα, κατόπιν αίτησης και υπό ορισμένες προϋποθέσεις, αύξησης ή μείωσης του ακατάσχετου ορίου. Στην περίπτωση εκτέλεσης για την ικανοποίηση νόμιμης αξίωσης διατροφής, το ύψος του ακατάσχετου ορίου μειώνεται κατά γενικό κανόνα κατά 25 %.

Περαιτέρω, ο νόμος περί μισθώσεων (Mietrechtsgesetz – MRG) προβλέπει ότι, ως προς τους εκτελεστούς τίτλους έξωσης από κατοικία που εμπίπτει στον νόμο αυτόν και προς τον σκοπό της προστασίας του υπόχρεου, η εκτέλεση της έξωσης αναβάλλεται αν ο μισθωτής αντιμετωπίζει τον κίνδυνο να καταστεί άστεγος.

Προθεσμίες για την αναγκαστική εκτέλεση

Δεν προβλέπονται προθεσμίες υποβολής των αιτήσεων εκτέλεσης, πλην ορισμένων εξαιρέσεων (εκτέλεση για έξωση σύμφωνα με το άρθρο 575 ZPO). Ωστόσο, ο οφειλέτης μπορεί να προσβάλει την εκτέλεση προβάλλοντας την ένσταση της ήδη επελθούσας παραγραφής. Γενικά, η προθεσμία παραγραφής των απαιτήσεων για τις οποίες υπάρχει τελεσίδικος εκτελεστός τίτλος (υποχρεώσεις βεβαιωμένες με ισχύ δεδικασμένου) ανέρχεται σε 30 χρόνια από την τελεσιδικία του εκτελεστού τίτλου. Αν ο εκτελεστός τίτλος στηρίζεται σε δικαιώματα νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου ή ιδιωτικού δικαίου, η προθεσμία παραγραφής ανέρχεται σε 40 χρόνια. Εντούτοις, υπάρχει εξαίρεση ως προς τις παροχές που πρόκειται να καταστούν ληξιπρόθεσμες μελλοντικά, εφόσον από τις γενικές διατάξεις περί παραγραφής προβλέπεται για αυτές συντομότερη προθεσμία παραγραφής.

Η παραγραφή διακόπτεται από κάθε τελεσίδικη απόφαση έγκρισης εκτέλεσης και ξεκινάει εκ νέου με το τελευταίο βήμα εκτέλεσης ή με τη λήξη της εκτέλεσης.

Σε ορισμένες περιπτώσεις προβλέπονται προσωρινές απαγορεύσεις υποβολής περαιτέρω αίτησης εκτέλεσης ή συνέχισης της διαδικασίας εκτέλεσης:

  • Σε περίπτωση που στο πλαίσιο εκτέλεσης επί κινητών ενσώματων πραγμάτων δεν βρέθηκαν αντικείμενα δυνάμενα να κατασχεθούν, αίτηση άλλου επισπεύδοντος δανειστή για εκτέλεση επί κινητών ενσώματων πραγμάτων ή νέα εκτέλεση μπορεί μεν να εγκριθεί, αλλά δεν μπορεί να εκτελεστεί παρά μόνο αφού παρέλθουν έξι μήνες από την τελευταία ατελέσφορη απόπειρα εκτέλεσης, εκτός αν πιθανολογείται η επιτυχία απόπειρας εκτέλεσης και πριν από την πάροδο του διαστήματος αυτού.
  • Ο επισπεύδων δανειστής μπορεί να αιτηθεί εκτέλεση επί του μισθού σε σχέση με απαιτήσεις έναντι άγνωστου τρίτου-οφειλέτη μετά την έγκριση εκτέλεσης επί κινητών ενσώματων πραγμάτων, μόνο αν έχει παρέλθει ένα έτος από την εν λόγω έγκριση αυτή η περίοδος αναστολής δεν ισχύει αν ο επισπεύδων δανειστής αποδείξει σε επαρκή βαθμό ότι πληροφορήθηκε πως ο οφειλέτης διατηρεί υποκείμενες σε κατάσχεση απαιτήσεις καταβολής μισθού μόνο μετά την αίτησή του για έγκριση εκτέλεσης επί κινητών ενσώματων πραγμάτων. Ο οφειλέτης υποχρεούται να υποβάλει νέο κατάλογο περιουσιακών στοιχείων μόνο αν ο δανειστής αποδείξει σε επαρκή βαθμό ότι ο οφειλέτης απέκτησε περιουσιακά στοιχεία ή αν έχει παρέλθει ένα έτος από την υποβολή του καταλόγου περιουσιακών στοιχείων.
  • Ο κώδικας αναγκαστικής εκτέλεσης προβλέπει επίσης προθεσμίες που αποσκοπούν να διασφαλίσουν την ταχεία διεξαγωγή της εκτέλεσης. Στο πλαίσιο αυτό, ο δικαστικός επιμελητής πρέπει να προγραμματίσει την πρώτη πράξη εκτέλεσης εντός τεσσάρων εβδομάδων και να ενημερώσει τον δανειστή για την πρόοδο της διαδικασίας ή τα κωλύματα που τυχόν αντιμετώπισε το αργότερο εντός τεσσάρων μηνών. Το εκτελεστικό ενέχυρο που χορηγείται στον δανειστή στο πλαίσιο της εκτέλεσης επί κινητών ενσώματων πραγμάτων του οφειλέτη αποσβένεται ύστερα από δύο χρόνια, αν η διαδικασία πώλησης δεν επισπεύσθηκε κατά τον δέοντα τρόπο.

Την έκδοση αυτής της σελίδας στην εθνική γλώσσα διαχειρίζεται ο αντίστοιχος αρμόδιος επαφής του ΕΔΔ. Οι μεταφράσεις έχουν γίνει από την αρμόδια υπηρεσία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Οι τυχόν αλλαγές που επιφέρει η αρμόδια εθνική αρχή στο πρωτότυπο ενδέχεται να μην έχουν περιληφθεί ακόμα στις μεταφράσεις. Η Επιτροπή και το Ευρωπαϊκό Δικαστικό Δίκτυο δεν αναλαμβάνουν καμία απολύτως ευθύνη όσον αφορά πληροφορίες ή δεδομένα που περιέχονται ή αναφέρονται στο παρόν έγγραφο. Βλ. την ανακοίνωση νομικού περιεχομένου για τους κανόνες πνευματικής ιδιοκτησίας που ισχύουν στο κράτος μέλος που είναι αρμόδιο για την παρούσα σελίδα.

Τελευταία επικαιροποίηση: 21/08/2017

Διαδικασίες για την εφαρμογή δικαστικών αποφάσεων - Πολωνία

Η πρωτότυπη γλωσσική έκδοση πολωνικά αυτής της σελίδας τροποποιήθηκε πρόσφατα. Η γλωσσική έκδοση που βλέπετε τώρα βρίσκεται στο στάδιο της μετάφρασης.


1 Ποια η έννοια της εκτέλεσης στις αστικές και εμπορικές υποθέσεις;

Οι κανόνες σχετικά με την εκτέλεση δικαστικών αποφάσεων στις αστικές υποθέσεις, συμπεριλαμβανομένων των εμπορικών διαφορών, θεσπίζονται στον πολωνικό κώδικα πολιτικής δικονομίας (Kodeks postępowania cywilnego).

Η αναγκαστική εκτέλεση είναι η χρήση νομίμων μέτρων εξαναγκασμού από τις αρμόδιες εθνικές αρχές για την ανάκτηση των χρηματικών ποσών που οφείλονται στους δανειστές δυνάμει εκτελεστού τίτλου. Οι διαδικασίες αναγκαστικής εκτέλεσης κινούνται με την κατάθεση αίτησης εκτέλεσης.

Ο εκτελεστός τίτλος αποτελεί τη βάση της αναγκαστικής εκτέλεσης. Κατά κανόνα, ο εκτελεστός τίτλος είναι διαταγή εκτέλεσης που περιέχει ρήτρα εκτελεστότητας (άρθρο 776 του πολωνικού κώδικα πολιτικής δικονομίας). Η εν λόγω ρήτρα δεν απαιτείται για ορισμένες δικαστικές αποφάσεις που εκδίδονται σε επίπεδο κράτους μέλους ή για τις συμφωνίες συμβιβασμού και τα επίσημα έγγραφα που περιέχονται στο άρθρο 115314 του πολωνικού κώδικα πολιτικής δικονομίας. Εάν οι εν λόγω δικαστικές αποφάσεις, συμφωνίες συμβιβασμού και επίσημα έγγραφα πληρούν τους παραπάνω όρους, συνιστούν εκτελεστό τίτλο με τον οποίο οι δανειστές μπορούν να απευθυνθούν απευθείας στην αρχή αναγκαστικής εκτέλεσης.

Στη διαδικασία αναγκαστικής εκτέλεσης συμμετέχουν δύο αρμόδιες αρχές:

  • τα δικαιοδοτικά όργανα, στις διαδικασίες ενσωμάτωσης ρήτρας εκτελεστότητας στον εκτελεστό τίτλο [προεδρεύων δικαστής, περιφερειακό δικαστήριο (sąd rejonowy), πρωτοδικείο (sąd okręgowy) και εφετείο]
  • οι αρμόδιες για την εκτέλεση αρχές, στις σχετικές διαδικασίες αναγκαστικής εκτέλεσης. Οι αρχές αυτές είναι τα περιφερειακά δικαστήρια και οι δικαστικοί επιμελητές (άρθρο 758 του κώδικα πολιτικής δικονομίας).

Τα μέρη της διαδικασίας κήρυξης εκτελεστότητας και της διαδικασίας αναγκαστικής εκτέλεσης είναι ο οφειλέτης και ο δανειστής.

Το πολωνικό δίκαιο προβλέπει τις παρακάτω διαδικασίες αναγκαστικής εκτέλεσης:

Εκτέλεση χρηματικών απαιτήσεων που προκύπτουν από:

  • κινητά πράγματα
  • αμοιβή για εργασία
  • τραπεζικούς λογαριασμούς
  • λοιπές απαιτήσεις
  • λοιπά περιουσιακά δικαιώματα
  • ακίνητα
  • ποντοπόρα πλοία

Εκτέλεση μη χρηματικών απαιτήσεων που προκύπτουν από:

  • αναγκαστική διαχείριση
  • πώληση επιχείρησης ή αγροτικής εκμετάλλευσης
  • πληρωμή διατροφής. Το δικαστήριο ενσωματώνει αυτεπάγγελτα τη ρήτρα εκτελεστότητας στον εκτελεστό τίτλο. Στις εν λόγω περιπτώσεις, ο εκτελεστός τίτλος επιδίδεται αυτεπάγγελτα στον δανειστή. Στις περιπτώσεις που διατάσσεται η καταβολή διατροφής, τότε η διαδικασία αναγκαστικής εκτέλεσης μπορεί να κινηθεί αυτεπαγγέλτως κατόπιν αιτήματος του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου που είχε επιληφθεί της σχετικής υπόθεσης διατροφής. Το αίτημα κατατίθεται ενώπιον της αρμόδιας αρχής αναγκαστικής εκτέλεσης. Ο δικαστικός επιμελητής διενεργεί αυτεπαγγέλτως έρευνα για τον προσδιορισμό των εσόδων, των περιουσιακών στοιχείων και του τόπου κατοικίας του οφειλέτη. Εάν η έρευνα αποβεί άκαρπη, τότε η αστυνομική αρχή προβαίνει, κατόπιν αιτήματος του δικαστικού επιμελητή, στις κατάλληλες ενέργειες για να προσδιορίσει τον τόπο κατοικίας και εργασίας του οφειλέτη. Η έρευνα που αναφέρεται στην παράγραφο 1 θα πρέπει να πραγματοποιείται σε διάστημα το πολύ 6 μηνών. Εάν από την έρευνα δεν καταστεί δυνατός ο προσδιορισμός του εισοδήματος ή των περιουσιακών στοιχείων του οφειλέτη, τότε ο δικαστικός επιμελητής ζητεί στο δικαστήριο να διατάξει τον οφειλέτη να γνωστοποιήσει τα περιουσιακά του στοιχεία. Εάν ο οφειλέτης είναι υπερήμερος για πάνω από έξι μήνες, τότε ο δικαστικός επιμελητής προβαίνει σε αυτεπάγγελτη αίτηση ενώπιον του Εθνικού Δικαστικού Μητρώου (Krajowy Rejestr Sądowy) για τη συμπερίληψη του οφειλέτη στον κατάλογο των αφερέγγυων οφειλετών. Τυχόν μη εφαρμογή μέτρου αναγκαστικής εκτέλεσης δεν συνιστά λόγο για διακοπή της διαδικασίας.

2 Ποια αρχή ή ποιες αρχές είναι αρμόδιες για την εκτέλεση;

Σύμφωνα με το άρθρο 758 του πολωνικού κώδικα πολιτικής δικονομίας, οι υποθέσεις που αφορούν την αναγκαστική εκτέλεση εμπίπτουν στην αρμοδιότητα των περιφερειακών δικαστηρίων και των δικαστικών επιμελητών που ενεργούν για λογαριασμό τους.

3 Ποιες οι προϋποθέσεις υπό τις οποίες μπορεί να εκδοθεί ένας εκτελεστός τίτλος ή μια απόφαση;

Σύμφωνα με το άρθρο 803 του πολωνικού κώδικα πολιτικής δικονομίας, ο εκτελεστός τίτλος αποτελεί τη βάση για την αναγκαστική εκτέλεση ως προς το σύνολο της απαίτησης σε όλες τις κατηγορίες περιουσιακών στοιχείων του οφειλέτη, εκτός εάν ορίζεται διαφορετικά. Η αρχή εκτέλεσης δεν έχει εξουσία να εξετάσει την εγκυρότητα και την εφαρμοσιμότητα του εκτελεστού τίτλου.

Κατά κανόνα, η ρήτρα εκτελεστότητας είναι ενσωματωμένη στον εκτελεστό τίτλο.

Σύμφωνα με το άρθρο 777, τα ακόλουθα μπορούν να αποτελέσουν εκτελεστό τίτλο:

  1. τελεσίδικη ή άμεσα εκτελεστή δικαστική απόφαση και συμφωνίες συμβιβασμού που έχουν επιτευχθεί ενώπιον δικαστηρίου
  2. τελεσίδικη ή άμεσα εκτελεστή απόφαση που έχει εκδοθεί από ανώτερο δικαστικό υπάλληλο (referendarz sądowy)
  3. λοιπές δικαστικές αποφάσεις, συμφωνίες συμβιβασμού και νομικές πράξεις που επισπεύδονται μέσω δικαστικής εκτέλεσης
  4. συμβολαιογραφική πράξη με την οποία ο οφειλέτης συμμορφώνεται εκουσίως με μέτρο αναγκαστικής εκτέλεσης για την καταβολή χρηματικού ποσού ή την παράδοση αντικειμένων που προσδιορίζονται κατά είδος και στην ποσότητα που ορίζεται στη συμβολαιογραφική πράξη, ή για την παράδοση αντικειμένων που προσδιορίζονται μεμονωμένα, υπό τον όρο ότι η συμβολαιογραφική πράξη ορίζει την ημερομηνία έως την οποία η υποχρέωση πρέπει να εκπληρωθεί ή ορίζει το γεγονός που πρέπει να επέλθει για να διενεργηθεί η αναγκαστική εκτέλεση
  5. συμβολαιογραφική πράξη με την οποία ο οφειλέτης συμμορφώνεται εκουσίως με μέτρο αναγκαστικής εκτέλεσης για την καταβολή του χρηματικού ποσού που ορίζεται στη συμβολαιογραφική πράξη ή που υπολογίζεται με βάση ρήτρα τιμαριθμικής αναπροσαρμογής, εάν η πράξη ορίζει το γεγονός που πρέπει να επέλθει για τη συμμόρφωση με την εν λόγω υποχρέωση και την ημερομηνία μέχρι την οποία ο δανειστής μπορεί να αιτηθεί την ενσωμάτωση ρήτρας εκτελεστότητας στη συμβολαιογραφική πράξη
  6. η συμβολαιογραφική πράξη που ορίζεται στην παράγραφο 4 ή 5, με την οποία το πρόσωπο που δεν είναι προσωπικός οφειλέτης και του οποίου η περιουσία, η απαίτηση ή το δικαίωμα βαρύνεται με ενέχυρο ή υποθήκη, έχει συμμορφωθεί εκουσίως με την πράξη αναγκαστικής εκτέλεσης κατά του υποθηκευμένου ή ενεχυριασμένου περιουσιακού στοιχείου με σκοπό την ικανοποίηση της χρηματικής απαίτησης του εξασφαλισμένου δανειστή.

Η δήλωση εκούσιας υπαγωγής σε αναγκαστική εκτέλεση του οφειλέτη μπορεί επίσης να γίνει σε ξεχωριστή συμβολαιογραφική πράξη.

Μόνο οι έγκυρες δικαστικές αποφάσεις που ενσωματώνουν ρήτρα εκτελεστότητας ή είναι άμεσα εκτελεστές (δυνάμει απόφασης περί άμεσης εκτελεστότητας που εκδίδεται αυτεπαγγέλτως ή κατόπιν αιτήματος οποιουδήποτε διαδίκου) επέχουν θέση εκτελεστού τίτλου. Η συμβολαιογραφική πράξη ισοδυναμεί με εκτελεστό τίτλο εάν συμμορφώνεται με τους όρους του πολωνικού κώδικα πολιτικής δικονομίας και τους κανόνες περί συμβολαιογραφικών πράξεων.

Λοιποί εκτελεστοί τίτλοι είναι τα εξής: απόσπασμα του καταλόγου απαιτήσεων σε πτωχευτικές διαδικασίες, νομικά έγκυρος τραπεζικός διακανονισμός, σχέδιο κατανομής χρηματικών ποσών που εισπράχθηκαν από κατάσχεση ακινήτων, τραπεζικός εκτελεστός τίτλος όπως ορίζεται στο τραπεζικό δίκαιο, ωστόσο αποκλειστικά μετά την ενσωμάτωση της ρήτρας εκτελεστότητας από το δικαστήριο, οι αποφάσεις αλλοδαπών δικαστηρίων και οι συμφωνίες συμβιβασμού που έχουν συναφθεί ενώπιον των εν λόγω αλλοδαπών δικαστηρίων μετά την κήρυξη της εκτελεστότητάς τους από πολωνικό δικαστήριο. Αποφάσεις που έχουν εκδοθεί από αλλοδαπά δικαστήρια σε αστικές υποθέσεις οι οποίες είναι εκτελεστές μέσω δικαστικής εκτέλεσης λογίζονται ως εκτελεστοί τίτλοι αφότου κηρυχθούν εκτελεστές από πολωνικό δικαστήριο. Η κήρυξη εκτελεστότητας είναι δυνατή εάν η δικαστική απόφαση είναι εκτελεστή στη χώρα έκδοσης και εάν δεν προκύψει κανένα από τα κωλύματα που ορίζονται στο Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροάρθρο 1146 παράγραφοι 1 και 2.

3.1 Η διαδικασία

Ο εκτελεστός τίτλος αποτελεί τη βάση για τη κίνηση της διαδικασίας αναγκαστικής εκτέλεσης. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που επιλαμβάνεται της υπόθεσης ενσωματώνει τη ρήτρα εκτελεστότητας στους εκτελεστούς τίτλους που εκδίδονται από δικαστήριο (άρθρο 781 παράγραφος 1 του πολωνικού κώδικα πολιτικής δικονομίας).

Οι αιτήσεις για ενσωμάτωση ρήτρας εκτελεστότητας εξετάζονται αμελλητί από το δικαστήριο και το πολύ εντός τριών ημερών από την υποβολή τους ενώπιον του αρμόδιου οργάνου (άρθρο 7811 του πολωνικού κώδικα πολιτικής δικονομίας). Η ρήτρα εκτελεστότητας ενσωματώνεται αυτεπαγγέλτως στους εκτελεστούς τίτλους που εκδίδονται σε διαδικασίες που έχουν κινηθεί ή θα μπορούσαν να έχουν κινηθεί αυτεπαγγέλτως. Το δικαστήριο ενσωματώνει αυτεπάγγελτα τη ρήτρα εκτελεστότητας σε διαταγές πληρωμής που εκδίδονται σε διαδικασίες εκτέλεσης που διενεργούνται ηλεκτρονικά, αμέσως μόλις καταστούν οριστικές (άρθρο 782 του πολωνικού κώδικα πολιτικής δικονομίας).

Κατά κανόνα, μια πράξη αναγκαστικής εκτέλεσης επισπεύδεται κατόπιν αιτήματος. Σε διαδικασίες που μπορούν να κινηθούν αυτεπαγγέλτως, η διαδικασία αναγκαστικής εκτέλεσης μπορεί να κινηθεί αυτεπαγγέλτως κατόπιν αιτήματος του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου που εκδικάζει την υπόθεση. Το αίτημα αυτό υποβάλλεται ενώπιον του αρμόδιου δικαστηρίου ή δικαστικού επιμελητή (άρθρο 796 παράγραφος 1 του πολωνικού κώδικα πολιτικής δικονομίας).

Η αίτηση για κίνηση διαδικασίας αναγκαστικής εκτέλεσης μπορεί να κατατεθεί από τον δανειστή ενώπιον του αρμόδιου περιφερειακού δικαστηρίου ή του δικαστικού επιμελητή του. Μπορεί επίσης να υποβληθεί από άλλες αρμόδιες αρχές (δικαστήριο ή εισαγγελική αρχή σε ζητήματα που αφορούν αναγκαστική εκτέλεση ως προς πρόστιμα, χρηματικές ποινές, δικαστικά και διαδικαστικά έξοδα που καταβάλλονται υπέρ του Δημόσιου Ταμείου).

Κατά κανόνα, οι αιτήσεις για την κίνηση διαδικασίας αναγκαστικής εκτέλεσης πρέπει να γίνονται εγγράφως. Ο εκτελεστός τίτλος πρέπει να επισυνάπτεται στην αίτηση.

Οι κανόνες που διέπουν το ποσό και την είσπραξη των σχετικών αμοιβών ορίζονται στον νόμο περί δικαστικών επιμελητών και αναγκαστικής εκτέλεσης (Ustawa o komornikach sądowych i egzekucji) της 20ής Αυγούστου 1967. Σύμφωνα με το άρθρο 43 του εν λόγω νόμου, ο επιμελητής χρεώνει αμοιβή αναγκαστικής εκτέλεσης για την εκτέλεση της δικαστικής απόφασης και την εκτέλεση λοιπών πράξεων που ορίζονται στον εν λόγω νόμο.

Χρεώνονται οι ακόλουθες αμοιβές για τις πράξεις αναγκαστικής εκτέλεσης:

  1. για την εκτέλεση διαταγής πληρωμής χρηματικής απαίτησης, η αμοιβή ανέρχεται στο 2 % επί της αξίας της απαίτησης για την οποία διατάσσονται τα εν λόγω μέτρα, αλλά δεν μπορεί να είναι κατώτερη του 3 % των μέσων μηνιαίων αποδοχών ούτε ανώτερη του πενταπλάσιου ποσού των εν λόγω αποδοχών. H αμοιβή καταβάλλεται από τον δανειστή κατόπιν υποβολής της αίτησης για την κίνηση διαδικασίας αναγκαστικής εκτέλεσης της διαταγής πληρωμής. Στην περίπτωση μη πληρωμής όταν υποβάλλεται η αίτηση, ο δικαστικός επιμελητής τάσσει στον δανειστή προθεσμία 7 ημερών για να συμμορφωθεί με τη διαταγή. Ο δικαστικός επιμελητής προβαίνει στην εκτέλεση της εντολής μόνον μετά την καταβολή της σχετικής αμοιβής (άρθρο 45 του νόμου).
  2. Σε ζητήματα που αφορούν εκτέλεση για χρηματικές απαιτήσεις, ο δικαστικός επιμελητής χρεώνει στον οφειλέτη αναλογική αμοιβή που ισοδυναμεί με το 15 % της απαίτησης για την οποία επισπεύδεται η εκτέλεση, αλλά η οποία δεν μπορεί να είναι κατώτερη του 1/10 ούτε ανώτερη του τριακονταπλάσιου των μέσων μηνιαίων αποδοχών. Εντούτοις, όταν αντικείμενο της εκτέλεσης είναι τραπεζικοί λογαριασμοί, μισθοί, επιδόματα κοινωνικής ασφάλισης ή πληρωμές που γίνονται δυνάμει διατάξεων για την προώθηση της απασχόλησης και τους φορείς της αγοράς εργασίας, επιδόματα ανεργίας, επιμίσθια κινητροδότησης, υποτροφίες ή επιδόματα κατάρτισης, ο δικαστικός επιμελητής χρεώνει στον οφειλέτη αναλογική αμοιβή που ισοδυναμεί με το 8 % της αξίας της απαίτησης, η οποία όμως δεν μπορεί να είναι κατώτερη του 1/20 ούτε ανώτερη του δεκαπλάσιου των μέσων μηνιαίων αποδοχών (άρθρο 49 του νόμου).
  3. Σε υποθέσεις που αφορούν την αναγκαστική εκτέλεση χρηματικών απαιτήσεων που προκύπτουν από τη διακοπή των διαδικασιών εκτέλεσης κατόπιν αιτήματος του δανειστή και με βάση το Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροάρθρο 823 του πολωνικού κώδικα πολιτικής δικονομίας, ο δικαστικός επιμελητής χρεώνει στον οφειλέτη αναλογική αμοιβή που ισοδυναμεί με το 5 % της αξίας της ανεξόφλητης απαίτησης, η οποία δεν μπορεί να είναι κατώτερη του 1/10 των μέσων μηνιαίων αποδοχών ούτε ανώτερη του δεκαπλάσιου των αποδοχών. Εντούτοις, σε περίπτωση διακοπής των διαδικασιών εκτέλεσης κατόπιν αιτήματος του δανειστή πριν από τη γνωστοποίηση της διαδικασίας αναγκαστικής εκτέλεσης στον οφειλέτη, ο δικαστικός επιμελητής χρεώνει στον οφειλέτη αναλογική αμοιβή που ισοδυναμεί με το 1/10 των μέσων μηνιαίων αποδοχών.
  4. Για τη διενέργεια αναγκαστικής εκτέλεσης μέσω αφαίρεσης περιουσιακών στοιχείων από την κατοχή του οφειλέτη, ο δικαστικός επιμελητής χρεώνει πάγια αμοιβή που είναι ισοδύναμη με το 50 % των μέσων μηνιαίων αποδοχών (άρθρο 50 του νόμου).

Η πάγια αμοιβή ισοδυναμεί με το 40 % των μέσων μηνιαίων αποδοχών (άρθρο 51) και είναι καταβλητέα όσον αφορά:

  1. την ανάληψη ακίνητης περιουσίας και την αφαίρεση τυχόν κινητών από αυτήν. Στην περίπτωση αυτή οι εμπορικές και βιομηχανικές επιχειρήσεις οφείλουν να καταβάλουν την αμοιβή για κάθε αίθουσα που αποτελεί μέρος των εγκαταστάσεών τους
  2. τον διορισμό διαχειριστή ακίνητης περιουσίας ή επιχείρησης και επιστάτη την επίβλεψη της ακίνητης περιουσίας
  3. την αφαίρεση αγαθών ή την απομάκρυνση προσώπων από τις εγκαταστάσεις, με ξεχωριστή αμοιβή για κάθε αίθουσα.

Δεν χρεώνεται ξεχωριστή αμοιβή για την αφαίρεση των αντικειμένων ή την απομάκρυνση προσώπων από χώρους κατοικιών όπως: διάδρομοι, γωνίες, μπαλκόνια, μπάνια, αποθήκες, σκεπαστοί εξώστες, κ.λπ.

3.2 Οι κύριες προϋποθέσεις

Η αναγκαστική εκτέλεση επισπεύδεται μέσω αίτησης του δανειστή στην οποία επισυνάπτεται ο σχετικός εκτελεστός τίτλος. Η αίτηση πρέπει να αναφέρει τον οφειλέτη και να προσδιορίζει τον τρόπο με τον οποίο πραγματοποιείται η αναγκαστική εκτέλεση, δηλαδή με τον προσδιορισμό των σχετικών περιουσιακών δικαιωμάτων. Για την αναγκαστική εκτέλεση απαιτήσεων σχετικά με δικαιώματα επί ακινήτων πρέπει επίσης να αναφέρεται το σχετικό κτηματολόγιο. Σε περίπτωση αναγκαστικής εκτέλεσης επί κινητών πραγμάτων, δεν απαιτείται η λεπτομερής παράθεση κάθε περιουσιακού στοιχείου, δεδομένου ότι η αναγκαστική εκτέλεση ισχύει για το σύνολο των κινητών πραγμάτων του οφειλέτη.

4 Αντικείμενο και φύση των μέτρων εκτέλεσης

4.1 Ποια περιουσιακά στοιχεία μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο εκτέλεσης;

Το σύνολο των αντικειμένων ή του εξοπλισμού που αποτελούν μέρος των περιουσιακών στοιχείων του οφειλέτη μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο πράξεων αναγκαστικής εκτέλεσης, όπως: κινητά και ακίνητα περιουσιακά στοιχεία, αμοιβή από εργασία, τραπεζικοί λογαριασμοί, τμήμα ακινήτου, ποντοπόρα πλοία, και λοιπές απαιτήσεις και περιουσιακά δικαιώματα του οφειλέτη.

Τα άρθρα 829 και 831 του πολωνικού κώδικα πολιτικής δικονομίας επιβάλλουν ορισμένους περιορισμούς σχετικά με το είδος του αντικειμένου ή εξοπλισμού που μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο αναγκαστικής εκτέλεσης. Σύμφωνα με τις εν λόγω διατάξεις, εξαιρούνται από την αναγκαστική εκτέλεση τα ακόλουθα αντικείμενα ή εξοπλισμός: προσωπικά αντικείμενα και οικοσκευή, κλινοσκεπάσματα, εσώρουχα και καθημερινός ρουχισμός τα οποία ευλόγως απαιτούνται για την ικανοποίηση των βασικών οικιακών αναγκών του οφειλέτη και των εξαρτώμενων μελών της οικογενείας του, καθώς και ενδύματα τα οποία ενδεχομένως είναι απαραίτητα για τον οφειλέτη για την εκπλήρωση των δημοσίων ή επαγγελματικών καθηκόντων του, η ποσότητα τροφίμων και καυσίμων που απαιτούνται για την κάλυψη των βασικών αναγκών του οφειλέτη και των εξαρτώμενων μελών της οικογενείας του για χρονικό διάστημα ενός μήνα, εργαλεία και λοιπά αντικείμενα που είναι αναγκαία για τον οφειλέτη για την πραγματοποίηση επ’ αμοιβή εργασίας, καθώς και πρώτες ύλες που απαιτούνται για την παραγωγική διαδικασία μίας εβδομάδας, με εξαίρεση τα μηχανοκίνητα οχήματα.

Εκτός από τις διατάξεις του πολωνικού κώδικα πολιτικής δικονομίας, υπάρχουν και άλλοι εθνικοί κανόνες που ορίζουν τα είδη απαιτήσεων που υπόκεινται σε πράξεις αναγκαστικής εκτέλεσης και στον βαθμό στον οποίο εφαρμόζεται η εν λόγω εξαίρεση (π.χ. ο εργατικός κώδικας (Kodeks pracy) θεσπίζει τα όρια μέχρι τα οποία μπορεί να επισπευσθεί εκτέλεση επί της αμοιβής για την εργασία του οφειλέτη).

4.2 Ποια τα αποτελέσματα των μέτρων εκτέλεσης;

Ο εκτελεστός τίτλος αποτελεί τη βάση για την αναγκαστική εκτέλεση ως προς το σύνολο της απαίτησης όσον αφορά το σύνολο των περιουσιακών στοιχείων του οφειλέτη, εκτός εάν προβλέπεται διαφορετικά.

Ο οφειλέτης δικαιούται να διαχειρίζεται τα περιουσιακά του στοιχεία, εκτός εάν το δικαστήριο του αφαιρέσει το σχετικό δικαίωμα.

Μετά την κίνηση διαδικασίας αναγκαστικής εκτέλεσης επί κινητών πραγμάτων, ο δικαστικός επιμελητής προβαίνει στην κατάσχεσή τους και συντάσσει την κατασχετήρια έκθεση. Τα αποτελέσματα που παράγει η κατάσχεση είναι ότι η διαχείριση της κατασχεθείσας περιουσίας δεν θίγει την περαιτέρω εξέλιξη της διαδικασίας, και ότι μπορεί να κινηθεί διαδικασία αναγκαστικής εκτέλεσης όσον αφορά την κατασχεθείσα περιουσία και κατά του αγοραστή. Εντούτοις, ο δικαστικός επιμελητής έχει τη διακριτική ευχέρεια, για σπουδαίο λόγο, να παραχωρήσει σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας τον έλεγχο των κατασχεθέντων κινητών πραγμάτων σε άλλο πρόσωπο, συμπεριλαμβανομένου του δανειστή.

Σε περίπτωση αναγκαστικής εκτέλεσης επί ακινήτων, ο δικαστικός επιμελητής στην αρχή ζητά από τον οφειλέτη να εξοφλήσει την οφειλή εντός δύο εβδομάδων, ενώ τυχόν μη συμμόρφωση του οφειλέτη επιφέρει την επιβολή μέτρων όπως περιγραφή και εκτίμηση της περιουσίας του οφειλέτη. Η διαχείριση των ακινήτων μετά την κατάσχεση δεν θίγει την περαιτέρω εξέλιξη της διαδικασίας. Ο αγοραστής μπορεί να συμμετάσχει στη διαδικασία με την ιδιότητα του οφειλέτη.

Σε περίπτωση που ο οφειλέτης κληθεί να απόσχει από συγκεκριμένη ενέργεια ή να μην επέμβει στις ενέργειες του δανειστή, το δικαστήριο, κατόπιν αιτήματος του δανειστή, επιβάλλει χρηματική ποινή στον οφειλέτη εάν ο τελευταίος δεν συμμορφωθεί με την εν λόγω υποχρέωση. Εάν ο οφειλέτης δεν καταβάλει το πρόστιμο, τότε διατάσσεται η προσωπική του κράτηση. Επομένως, ο οφειλέτης μπορεί να φυλακιστεί σε αυτήν την περίπτωση εάν δεν καταβάλει το σχετικό πρόστιμο που του έχει επιβληθεί ως μέτρο εξαναγκασμού.

4.3 Ποια η ισχύς αυτών των μέτρων;

Ο πολωνικός κώδικας πολιτικής δικονομίας δεν προβλέπει προθεσμίες για την κατάθεση αίτησης για την κίνηση διαδικασίας αναγκαστικής εκτέλεσης. Εντούτοις, σύμφωνα με το πολωνικό δίκαιο, οι απαιτήσεις που αναγνωρίζονται με τελεσίδικη απόφαση δικαστηρίου ή άλλου οργάνου που έχει οριστεί ως αρμόδιο για τις σχετικές υποθέσεις ή με απόφαση διαιτητικού δικαστηρίου, ή απαιτήσεις που βασίζονται σε συμφωνία που έχει επιτευχθεί ενώπιον δικαστηρίου ή διαιτητικού δικαστηρίου, ή η συμφωνία που έχει επιτευχθεί ενώπιον διαμεσολαβητή και έχει εγκριθεί από το δικαστήριο, παραγράφονται μετά την πάροδο δέκα ετών, ακόμα και εάν η προθεσμία παραγραφής για τις εν λόγω απαιτήσεις είναι μικρότερη [άρθρο 125 παράγραφος 1 του πολωνικού αστικού κώδικα (Kodeks cywilny)]. Εάν η απαίτηση που έχει εγκριθεί με τον τρόπο αυτόν αφορά περιοδικές υποχρεώσεις, τυχόν μελλοντικές απαιτήσεις υπόκεινται σε προθεσμία παραγραφής τριών ετών.

Οι αιτήσεις για την κίνηση διαδικασίας αναγκαστικής εκτέλεσης εξετάζονται από την αρμόδια αρχή προκειμένου να διαπιστωθεί εάν συμμορφώνονται με τις τυπικές προϋποθέσεις και τα κριτήρια αποδοχής. H μη συμμόρφωση με τις ειδικές απαιτήσεις μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα την απόρριψη της αίτησης ή τη διακοπή της διαδικασίας αναγκαστικής εκτέλεσης.

5 Υπάρχει δυνατότητα προσφυγής κατά της απόφασης που διατάσσει ένα τέτοιο μέτρο;

Οι διάδικοι μπορούν να ασκήσουν προσφυγή κατά της δικαστικής απόφασης περί της ενσωμάτωσης της ρήτρας εκτελεστότητας.

Στο πλαίσιο της διαδικασίας αναγκαστικής εκτέλεσης οι διάδικοι έχουν στη διάθεσή τους τα ακόλουθα ένδικα μέσα:

  • ανακοπή κατά πράξης του δικαστικού επιμελητή (στο περιφερειακό δικαστήριο το ίδιο ισχύει και για παραλείψεις του δικαστικού επιμελητή. Η ανακοπή μπορεί να ασκηθεί από διάδικο ή από άτομο του οποίου τα δικαιώματα έχουν προσβληθεί ή διακυβευτεί από την εν λόγω πράξη ή παράλειψη του δικαστικού επιμελητή. Η ανακοπή πρέπει να ασκηθεί το πολύ μία εβδομάδα μετά τη σχετική πράξη ή από τότε που ο διάδικος ή ο τρίτος έλαβε γνώση της παράλειψης)
  • έφεση κατά δικαστικής απόφασης περί ενσωμάτωσης ρήτρας εκτελεστότητας (άρθρο 795 του πολωνικού κώδικα πολιτικής δικονομίας - η προθεσμία για την άσκηση έφεσης αρχίζει, στην περίπτωση του δανειστή από την ημερομηνία χορήγησης του εκτελεστού τίτλου στον δανειστή ή από την ημερομηνία έκδοσης της απόφασης με την οποία δεν έγινε δεκτή η αναγκαστική εκτέλεση, ή στην περίπτωση του οφειλέτη, από την ημερομηνία επίδοσης της σχετικής γνωστοποίησης ότι έχει κινηθεί διαδικασία αναγκαστικής εκτέλεσης)
  • έφεση κατά δικαστικής απόφασης με την οποία κηρύσσεται εκτελεστή ευρωπαϊκή διαταγή πληρωμής (άρθρο 7957 του πολωνικού κώδικα πολιτικής δικονομίας)
  • έφεση κατά δικαστικής απόφασης σε περίπτωση που σύμπτωσης διοικητικής και δικαστικής εκτέλεσης
  • έφεση κατά δικαστικής απόφασης για την αναστολή ή διακοπή της διαδικασίας (άρθρο 828 του πολωνικού κώδικα πολιτικής δικονομίας)
  • έφεση κατά δικαστικής απόφασης για τον περιορισμό της αναγκαστικής εκτέλεσης (άρθρο 839 του πολωνικού κώδικα πολιτικής δικονομίας)
  • δικαστική διαταγή με την οποία περιορίζεται η αναγκαστική εκτέλεση και η ανακοπή κατά της διαταγής αυτής (άρθρο 839 του πολωνικού κώδικα πολιτικής δικονομίας)
  • προσφυγή του οφειλέτη κατά των μέτρων αναγκαστικής εκτέλεσης (άρθρα 840 έως 843 του πολωνικού κώδικα πολιτικής δικονομίας)
  • έφεση κατά δικαστικής απόφασης για την καταβολή της αμοιβής του επιστάτη (άρθρο 859 του πολωνικού κώδικα πολιτικής δικονομίας)
  • έφεση κατά δικαστικής απόφασης όσον αφορά τις ενέργειες περιγραφής και εκτίμησης κατά τη διάρκεια της κατάσχεσης ακινήτων
  • προφορική καταγγελία κατά των πράξεων του δικαστικού επιμελητή κατά τη διάρκεια του πλειστηριασμού, η οποία υποβάλλεται ενώπιον του εποπτεύοντος οργάνου (άρθρο 986 του πολωνικού κώδικα πολιτικής δικονομίας)
  • έφεση κατά δικαστικής απόφασης για την ανάθεση σύμβασης (άρθρο 997 του πολωνικού κώδικα πολιτικής δικονομίας)
  • ισχυρισμοί όσον αφορά το σχέδιο κατανομής των ποσών που εισπράχθηκαν μέσω αναγκαστικής εκτέλεσης [εντός δύο εβδομάδων από τη γνωστοποίηση προς την αρχή αναγκαστικής εκτέλεσης η οποία συνέταξε το σχέδιο (άρθρο 998 του πολωνικού κώδικα πολιτικής δικονομίας)]
  • έφεση κατά δικαστικής απόφασης όσον αφορά το σχέδιο κατανομής (άρθρο 1028 του πολωνικού κώδικα πολιτικής δικονομίας)
  • ανακοπή κατά δικαστικής διαταγής με την οποία ο οφειλέτης καλείται να ασκήσει έφεση κατά δικαστικής απόφασης όσον αφορά την εξαίρεση από την κατάσχεση στις διαδικασίες αναγκαστικής εκτέλεσης στις οποίες εμπλέκεται το δημόσιο ταμείο (άρθρο 1061 παράγραφος 2 του πολωνικού κώδικα πολιτικής δικονομίας).

6 Υπάρχουν περιορισμοί στην εκτέλεση, ιδίως όσον αφορά την προστασία του οφειλέτη ή τις προθεσμίες;

Σύμφωνα με το άρθρο 829 του πολωνικού κώδικα πολιτικής δικονομίας εξαιρούνται από την αναγκαστική εκτέλεση τα ακόλουθα αντικείμενα:

1) τυχόν οικοσκευή, κλινοσκεπάσματα, εσώρουχα και καθημερινός ρουχισμός όπως ενδεχομένως απαιτείται για την κάλυψη των βασικών οικιακών αναγκών του οφειλέτη και των εξαρτώμενων μελών της οικογενείας του, καθώς και τυχόν ρουχισμός που είναι απαραίτητος για τον οφειλέτη για την εκτέλεση των δημόσιων ή επαγγελματικών του καθηκόντων

2) η ποσότητα τροφίμων και καυσίμων που απαιτούνται για την κάλυψη των βασικών αναγκών του οφειλέτη και των εξαρτώμενων μελών της οικογενείας του για χρονικό διάστημα ενός μήνα

3) μία αγελάδα, δύο κατσίκες ή τρία πρόβατα τα οποία απαιτούνται για την διατροφή του οφειλέτη και των εξαρτώμενων από αυτόν προσώπων, καθώς και επαρκής ποσότητα ζωοτροφής και στρωμνής για να επιβιώσουν μέχρι την επόμενη σοδειά

4) εργαλεία και λοιπά αντικείμενα που είναι αναγκαία για τον οφειλέτη για την πραγματοποίηση της επ’ αμοιβή εργασίας του, καθώς και πρώτες ύλες που απαιτούνται για την παραγωγική διαδικασία μίας εβδομάδας, με εξαίρεση τα μηχανοκίνητα οχήματα

5) στην περίπτωση οφειλέτη που λαμβάνει πάγιες αποδοχές σε τακτική βάση –ποσό αμοιβής που αντιστοιχεί στο τμήμα της αμοιβής που δεν υπόκειται σε αναγκαστική εκτέλεση για το χρονικό διάστημα που μεσολαβεί μέχρι την επόμενη ημερομηνία πληρωμής στην περίπτωση οφειλέτη που δεν λαμβάνει πάγιες αποδοχές – το ποσό που αντιστοιχεί στους πόρους διαβίωσης του οφειλέτη και των μελών της οικογενείας του για χρονικό διάστημα δύο εβδομάδων

6) αντικείμενα ή εξοπλισμός που απαιτούνται για εκπαιδευτικούς σκοπούς, προσωπικά έγγραφα, διακοσμητικά αντικείμενα και αντικείμενα που χρησιμοποιούνται για την άσκηση θρησκευτικών καθηκόντων, καθώς και αντικείμενα καθημερινής χρήσης που μπορούν να πωληθούν μόνο σε τιμή σημαντικά χαμηλότερη της αρχικής τους αξίας αλλά έχουν ιδιαίτερη χρηστική αξία για τον οφειλέτη

7) χρήματα που διατηρούνται σε λογαριασμό που αναφέρεται στο άρθρο 36 παράγραφος 4a σημείο 25 του νόμου περί οργάνωσης της αγοράς του γάλακτος και των γαλακτοκομικών προϊόντων της 20ής Απριλίου 2004 (Ustawa o organizacji rynku mleka i przetworów mlecznych) (Επίσημη Εφημερίδα της Πολωνικής Κυβέρνησης 2013, καταχωρίσεις 50 και 1272)

8) φαρμακευτικά προϊόντα, υπό την έννοια του νόμου περί φαρμάκων της 6ης Σεπτεμβρίου 2001 (Επίσημη Εφημερίδα της Πολωνικής Κυβέρνησης 2008, αριθμός 45 καταχώριση 271, όπως τροποποιήθηκε) τα οποία είναι απαραίτητα για την ορθή λειτουργία μιας μονάδας υγειονομικής περίθαλψης υπό την έννοια των διατάξεων περί ιατρικής δραστηριότητας για χρονικό διάστημα τριών μηνών, καθώς και τα ιατροτεχνολογικά προϊόντα που είναι απαραίτητα για τη διασφάλιση της λειτουργίας υπό την έννοια του νόμου περί ιατροτεχνολογικών προϊόντων της 20ής Μαΐου 2010 (Ustawa o wyrobach medycznych) (Επίσημη Εφημερίδα της Πολωνικής Κυβέρνησης αριθμός 107, καταχώριση 679, αριθμός 2011/102, καταχώριση 586, και αριθμός 2011/113, καταχώριση 657)

9) τα αντικείμενα ή ο εξοπλισμός που είναι απαραίτητα στον οφειλέτη ή σε μέλη της οικογένειάς του λόγω αναπηρίας.

Σύμφωνα με το άρθρο 831 παράγραφος 1 από την κατάσχεση εξαιρούνται τα ακόλουθα:

1) πληρωμές και παροχές σε είδος που προορίζονται για την κάλυψη εξόδων ή επαγγελματικών ταξιδιωτικών εξόδων

2) κονδύλια που χορηγούνται από το Δημόσιο Ταμείο για ειδικούς σκοπούς (κυρίως υποτροφίες και προγράμματα στήριξης), εκτός εάν η απαίτηση για την οποία επισπεύδεται η αναγκαστική εκτέλεση γεννήθηκε για τους εν λόγω σκοπούς ή ως αποτέλεσμα υποχρεώσεων διατροφής

3) πόροι από προγράμματα που χρηματοδοτούνται από τα κονδύλια που αναφέρονται στο άρθρο 5 παράγραφοι 1, 2 και 3 του νόμου περί δημοσίων οικονομικών της 27ης Αυγούστου 2009 (Ustawa o finansach publicznych) (Επίσημη Εφημερίδα της Πολωνικής Κυβερνήσεως 2013, καταχωρίσεις 885, 938 και 1646) εκτός εάν η απαίτηση για την οποία επισπεύδεται η αναγκαστική εκτέλεση γεννήθηκε στο πλαίσιο της εφαρμογής του έργου για το οποίο χορηγήθηκαν τα κονδύλια

4) αναπαλλοτρίωτα δικαιώματα, εκτός εάν επιτρέπεται η μεταβίβασή τους δυνάμει σύμβασης, σε περίπτωση που οι υπηρεσίες που παρέχονται μπορούν να εκτελεστούν ή η άσκηση του εν λόγω δικαιώματος μπορεί να παραχωρηθεί σε άλλη οντότητα

5) απαιτήσεις από προσωπική ασφάλεια και ασφάλεια περιουσίας, εντός των ορίων που θεσπίζονται μέσω κανονισμού που εκδίδουν από κοινού ο υπουργός Οικονομικών και ο υπουργός Δικαιοσύνης. Η εξαίρεση αυτή δεν ισχύει για μέτρα αναγκαστικής εκτέλεσης για την ικανοποίηση απαιτήσεων που προκύπτουν από υποχρεώσεις διατροφής

6) κοινωνικά επιδόματα υπό την έννοια του νόμου περί κοινωνικής ασφάλισης της 12ης Μαρτίου 2004 (Ustawa o pomocy społecznej) (Επίσημη Εφημερίδα της Πολωνικής Κυβέρνησης 2013, καταχώριση 182, όπως τροποποιήθηκε)

7) ποσά που καταβάλλονται στον οφειλέτη από τον κρατικό προϋπολογισμό ή το Εθνικό Ταμείο Υγείας για παροχή υγειονομικής περίθαλψης υπό την έννοια του νόμου περί δημόσιας υγειονομικής περίθαλψης της 27ης Αυγούστου 2004 (Ustawa o świadczeniach opieki zdrowotnej finansowanych ze środków publicznych) (Επίσημη Εφημερίδα της Πολωνικής Κυβέρνησης 2008/164, καταχώριση 1027, όπως τροποποιήθηκε) πριν από τη διακοπή καταβολής των εν λόγω παροχών, κατά το ποσό που αντιστοιχεί στο 75 % της εκάστοτε πληρωμής, εκτός εάν πρόκειται για απαιτήσεις των υπαλλήλων του οφειλέτη ή παρόχων υγείας, όπως αυτοί αναφέρονται στο άρθρο 5 παράγραφος 41 στοιχεία α και β του ως άνω νόμου.

Δυνάμει του άρθρου 833 παράγραφος 1 του πολωνικού κώδικα πολιτικής δικονομίας, η αμοιβή εργασίας μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο εκτέλεσης σύμφωνα με τις διατάξεις του πολωνικού εργατικού κώδικα. Οι εν λόγω διατάξεις εφαρμόζονται κατ’ αναλογία στο επίδομα ανεργίας, στα επιμίσθια κινητροδότησης, τις υποτροφίες και τα επιδόματα κατάρτισης που καταβάλλονται σύμφωνα με τις διατάξεις που διέπουν την προώθηση της απασχόλησης και τους φορείς της αγοράς εργασίας.

Σύμφωνα με το άρθρο 871 παράγραφος 1 του πολωνικού εργατικού κώδικα, τα ακόλουθα ποσά αμοιβών δεν υπόκεινται σε μειώσεις:

1) ο κατώτατος μισθός που θεσπίζεται δυνάμει μεμονωμένων διατάξεων, ο οποίος καταβάλλεται σε απασχολούμενους πλήρους ωραρίου, μετά την αφαίρεση των εισφορών κοινωνικής ασφάλισης και την παρακράτηση φόρου, αφαιρουμένων των ποσών που αποτελούν αντικείμενο αναγκαστικής εκτέλεσης δυνάμει εκτελεστού τίτλου για την ικανοποίηση απαιτήσεων που δεν συνιστούν υποχρεώσεις διατροφής

2) το 75 % της αμοιβής που ορίζεται στην παράγραφο 1, μετά την αφαίρεση των προκαταβολών που χορηγούνται στον εργαζόμενο

3) το 90 % της αμοιβής που ορίζεται στην παράγραφο 1, μετά την αφαίρεση των προστίμων που ορίζονται στο άρθρο 108.

Εάν ο εργαζόμενος απασχολείται υπό καθεστώς μερικής απασχόλησης, τότε τα ποσά που αναφέρονται στην ενότητα 1 του πολωνικού εργατικού κώδικα μειώνονται ανάλογα με το ωράριο εργασίας.


Την έκδοση αυτής της σελίδας στην εθνική γλώσσα διαχειρίζεται ο αντίστοιχος αρμόδιος επαφής του ΕΔΔ. Οι μεταφράσεις έχουν γίνει από την αρμόδια υπηρεσία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Οι τυχόν αλλαγές που επιφέρει η αρμόδια εθνική αρχή στο πρωτότυπο ενδέχεται να μην έχουν περιληφθεί ακόμα στις μεταφράσεις. Η Επιτροπή και το Ευρωπαϊκό Δικαστικό Δίκτυο δεν αναλαμβάνουν καμία απολύτως ευθύνη όσον αφορά πληροφορίες ή δεδομένα που περιέχονται ή αναφέρονται στο παρόν έγγραφο. Βλ. την ανακοίνωση νομικού περιεχομένου για τους κανόνες πνευματικής ιδιοκτησίας που ισχύουν στο κράτος μέλος που είναι αρμόδιο για την παρούσα σελίδα.

Τελευταία επικαιροποίηση: 15/12/2017

Διαδικασίες για την εφαρμογή δικαστικών αποφάσεων - Ρουμανία


1 Ποια η έννοια της εκτέλεσης στις αστικές και εμπορικές υποθέσεις;

Οι διατάξεις εκτέλεσης ορίζονται στα άρθρα 622-913 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας. Η διαδικασία εκτέλεσης είναι το δεύτερο στάδιο της αστικής διαδικασίας και επιδιώκει κατά βάση να διασφαλίσει την πραγματική άσκηση του δικαιώματος που αναγνωρίζεται από δικαστική απόφαση ή άλλο εκτελεστό έγγραφο. Προσφεύγοντας στη διαδικασία εκτέλεσης, πιστωτής ο οποίος είναι κάτοχος δικαιώματος που αναγνωρίζεται από δικαστική απόφαση ή άλλο εκτελεστό έγγραφο αναγκάζει τον οφειλέτη να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις που είχε αναλάβει ως οφειλέτης και αρνούνταν να εκπληρώσει οικειοθελώς.

Ο ρουμανικός Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας θεσπίζει μια σειρά μέτρων άμεσης και έμμεσης εκτέλεσης.

Τα μέτρα άμεσης εκτέλεσης είναι εκείνα που αφορούν το αντικείμενο της οφειλής όπως καθορίζεται στο εκτελεστό έγγραφο, και πιο συγκεκριμένα η κατάσχεση κινητής περιουσίας - άρθρα 892-894 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας η κατάσχεση ακίνητης περιουσίας - άρθρα 895-901 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας και η επιβολή υποχρέωσης για πράξη ή παράλειψη - άρθρα 902-913 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (συμπεριλαμβανομένων των ειδικών διατάξεων σχετικά με την εκτέλεση των αποφάσεων που αφορούν ανηλίκους - άρθρα 909-913) και άρθρα 1527 και επ. του Αστικού Κώδικα. Όσον αφορά την επιβολή υποχρέωσης για πράξη, ο νόμος κάνει διάκριση μεταξύ υποχρέωσης που μπορεί επίσης να εκτελεστεί από πρόσωπο εκτός του οφειλέτη και υποχρέωσης intuitu personae.

Η έμμεση εκτέλεση αναφέρεται στους τρόπους είσπραξης της πληρωμής που αποτελεί αντικείμενο του εκτελεστού εγγράφου μέσω της αναγκαστικής εκποίησης της περιουσίας του οφειλέτη. Παραδείγματα μέτρων έμμεσης εκτέλεσης είναι η κατάσχεση χρηματικών ποσών ή η ανάκτηση (ακολουθούμενη από την εκποίηση) περιουσίας. Άλλο μέτρο είναι η ανάκτηση των γενικών εσόδων από ακίνητη περιουσία.

Οι υποχρεώσεις που είναι πιθανό να αποτελέσουν αντικείμενο εκτέλεσης είναι οι υποχρεώσεις πληρωμής, μεταβίβασης περιουσίας ή χρήσης αυτής, κατεδάφισης ή εκκένωσης/εκρίζωσης κτιρίων/φυτειών/εργοταξίων, ή οι υποχρεώσεις επιμέλειας ανηλίκων, παροχής κατοικίας και καθορισμού του προγράμματος επισκέψεων σε ανηλίκους.

2 Ποια αρχή ή ποιες αρχές είναι αρμόδιες για την εκτέλεση;

Οι δικαστικές αποφάσεις και τα άλλα εκτελεστά έγγραφα εφαρμόζονται από δικαστικό επιμελητή (executor judecătoresc) που υπηρετεί στην περιοχή δικαιοδοσίας του εφετείου όπου υπάγεται η ακίνητη περιουσία στην περίπτωση εκτέλεσης σε σχέση με ακίνητα περιουσιακά στοιχεία / μη συγκομισθέντες καρπούς και στην περίπτωση άμεσης εκτέλεσης σε σχέση με ακίνητη περιουσία. Η αναγκαστική ανάκτηση κινητών περιουσιακών στοιχείων και η άμεση εκτέλεση σε σχέση με κινητή περιουσία εφαρμόζονται από τον δικαστικό επιμελητή που υπηρετεί στην περιοχή δικαιοδοσίας του εφετείου όπου έχει την κατοικία / εταιρική έδρα του ο οφειλέτης ή όπου υπάγεται η περιουσία. Αν η κατοικία / εταιρική έδρα βρίσκεται στο εξωτερικό, αρμοδιότητα έχει οποιοσδήποτε δικαστικός επιμελητής.

Η διαταγή κατάσχεσης εκτελείται κατόπιν αιτήματος του πιστωτή από δικαστικό επιμελητή που υπηρετεί εντός της περιοχής δικαιοδοσίας του εφετείου όπου έχει την κατοικία / εταιρική έδρα του ο οφειλέτης ή τρίτο μέρος εις βάρος του οποίου επιβάλλεται η κατάσχεση. Σε περίπτωση κατάσχεσης των τραπεζικών λογαριασμών φυσικού ή νομικού προσώπου, αρμόδιος είναι ο δικαστικός επιμελητής που υπηρετεί εντός της περιοχής δικαιοδοσίας του εφετείου όπου έχει την κατοικία / εταιρική έδρα του ο οφειλέτης ή όπου διαθέτει έδρα/υποκατάστημα η τράπεζα στην οποία ο οφειλέτης άνοιξε τον λογαριασμό του. Αν ο οφειλέτης διαθέτει περισσότερους ανοικτούς λογαριασμούς, αρμόδιος για την κατάσχεση όλων των λογαριασμών είναι ο δικαστικός επιμελητής στον τόπο όπου ανοίχτηκε ο κάθε λογαριασμός. Το αρμόδιο για την εκτέλεση δικαστήριο είναι το πρωτοδικείο (judecătorie) στη δικαιοδοσία του οποίου υπάγεται η κατοικία / εταιρική έδρα κατά την ημερομηνία παραπομπής στο αρμόδιο για την εκτέλεση δικαστήριο. Εάν η κατοικία / εταιρική έδρα του οφειλέτη δεν βρίσκεται στη Ρουμανία, αρμόδιο είναι το πρωτοδικείο εντός της δικαιοδοσίας του οποίου βρίσκεται η κατοικία / εταιρική έδρα του πιστωτή και, αν η εν λόγω κατοικία / εταιρική έδρα δεν βρίσκεται στη Ρουμανία, αρμόδιο είναι το πρωτοδικείο εντός της δικαιοδοσίας του οποίου βρίσκεται η έδρα του δικαστικού επιμελητή στον οποίο έχει ανατεθεί η σχετική αρμοδιότητα από τον πιστωτή.

Το αρμόδιο για την εκτέλεση δικαστήριο ασχολείται με τις αιτήσεις κήρυξης της εκτελεστότητας, τις εφέσεις κατά μέτρων εκτέλεσης και με άλλα ζητήματα που προκύπτουν στην πορεία της εκτέλεσης, με εξαίρεση όσα ανήκουν εκ του νόμου στη δικαιοδοσία άλλων δικαστηρίων ή οργάνων.

Το χαρτόσημο για τις αιτήσεις κήρυξης της εκτελεστότητας ανέρχεται σε 20 RON για κάθε εκτελεστό έγγραφο (επείγουσα κυβερνητική διαταγή αριθ. 80/2013 σχετικά με τα νόμιμα χαρτόσημα, όπως τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε αργότερα).

3 Ποιες οι προϋποθέσεις υπό τις οποίες μπορεί να εκδοθεί ένας εκτελεστός τίτλος ή μια απόφαση;

3.1 διαδικασία

Η εκτέλεση μπορεί να εφαρμοστεί μόνο με δικαστική απόφαση (οριστικές αποφάσεις, προσωρινά εκτελεστές αποφάσεις) ή άλλη γραπτή πράξη η οποία θεωρείται εκ του νόμου εκτελεστό έγγραφο (συμβολαιογραφικές πράξεις, χρεόγραφα, διαιτητικές αποφάσεις κ.λπ.).

Μόλις παραλάβει την αίτηση εκτέλεσης που έχει κατατεθεί από τον πιστωτή, ο δικαστικός επιμελητής μεριμνά για την καταχώριση της αίτησης. Ο δικαστικός επιμελητής εκδίδει απόφαση κήρυξης της εκτελεστότητας χωρίς κλήτευση των διαδίκων. Η κήρυξη της εκτελεστότητας παρέχει στον πιστωτή τη δυνατότητα να ζητήσει από τον δικαστικό επιμελητή να κάνει χρήση, εκ παραλλήλου ή διαδοχικά, όλων των διαθέσιμων μέσων εκτέλεσης για την άσκηση των δικαιωμάτων του, συμπεριλαμβανομένου του δικαιώματος επί των εξόδων της εκτέλεσης. Η κήρυξη της εκτελεστότητας έχει ισχύ σε όλη τη χώρα και καλύπτει επίσης τα εκτελεστά έγγραφα που εκδίδονται από τον δικαστικό επιμελητή στο πλαίσιο της εγκεκριμένης διαδικασίας εκτέλεσης.

Τα διαδικαστικά έγγραφα είναι δυνατό να επιδοθούν από τον δικαστικό επιμελητή είτε αυτοπροσώπως είτε μέσω του αντικλήτου του και, αν αυτό δεν είναι εφικτό, σύμφωνα με τις νόμιμες διατάξεις σχετικά με την κλήτευση και την επίδοση των διαδικαστικών πράξεων.

Μόλις παραλάβει την αίτηση εκτέλεσης, ο δικαστικός επιμελητής, με απόφασή του, μεριμνά για την καταχώριση της αίτησης και για το άνοιγμα του φακέλου εκτέλεσης ή, κατά περίπτωση, αρνείται να κινήσει τη διαδικασία εκτέλεσης, αιτιολογώντας την άρνησή του. Η εν λόγω απόφαση κοινοποιείται άμεσα στον πιστωτή. Αν ο δικαστικός επιμελητής αρνηθεί να κινήσει τη διαδικασία εκτέλεσης, ο πιστωτής δύναται, εντός 15 ημερών από την ημερομηνία κοινοποίησης, να υποβάλει καταγγελία στο δικαστήριο που έχει επιληφθεί της διαδικασίας εκτέλεσης.

Εντός των πολύ τριών ημερών από την καταχώριση της αίτησης, ο δικαστικός επιμελητής αιτείται κήρυξη της εκτελεστότητας από το δικαστήριο που έχει επιληφθεί της διαδικασίας εκτέλεσης και καταθέτει στο εν λόγω δικαστήριο, υπό μορφή επικυρωμένων αντιγράφων, την αίτηση του πιστωτή, το εκτελεστό έγγραφο, το έντυπο της επιδιωκόμενης απόφασης και αποδεικτικό πληρωμής του νόμιμου χαρτοσήμου.

Η αίτηση κήρυξης της εκτελεστότητας διεκπεραιώνεται εντός το πολύ επτά ημερών από την καταχώρισή της στο δικαστήριο με απόφαση που εκδίδεται κεκλεισμένων των θυρών χωρίς κλήτευση των μερών. Η δικαστική απόφαση μπορεί να καθυστερήσει έως 48 ώρες το πολύ, και το αιτιολογικό της απόφασης πρέπει να δημοσιευθεί έως επτά ημέρες από την έκδοση της απόφασης.

Η κήρυξη της εκτελεστότητας παρέχει στον πιστωτή τη δυνατότητα να ζητήσει από τον δικαστικό επιμελητή που ζήτησε την κήρυξη να κάνει χρήση, εκ παραλλήλου ή διαδοχικά, όλων των διαθέσιμων μέσων εκτέλεσης που προβλέπει ο νόμος για την άσκηση των δικαιωμάτων του, συμπεριλαμβανομένου του δικαιώματος επί των εξόδων της εκτέλεσης. Η κήρυξη της εκτελεστότητας έχει ισχύ σε όλη τη χώρα και καλύπτει επίσης τα εκτελεστά έγγραφα που εκδίδονται από τον δικαστικό επιμελητή στο πλαίσιο της εγκεκριμένης διαδικασίας εκτέλεσης.

Το δικαστήριο δύναται να απορρίψει την αίτηση κήρυξης της εκτελεστότητας μόνο εάν: η αίτηση εμπίπτει στη δικαιοδοσία άλλου οργάνου εκτέλεσης από εκείνο στο οποίο κατατέθηκε πραγματικά η αίτηση η απόφαση ή, κατά περίπτωση, το έγγραφο δεν αποτελεί εκτελεστό έγγραφο το έγγραφο, εκτός εάν αποτελεί απόφαση δικαστηρίου, δεν πληροί όλες τις τυπικές απαιτήσεις η οφειλή δεν είναι βέβαιη, εκκαθαρισμένη και απαιτητή ο οφειλέτης απολαμβάνει ασυλία όσον αφορά την εκτέλεση το έγγραφο περιέχει διατάξεις που δεν μπορούν να εκπληρωθούν με την εκτέλεση υπάρχουν άλλα εμπόδια.

Η απόφαση διά της οποίας το δικαστήριο κάνει δεκτή την αίτηση κήρυξης της εκτελεστότητας δεν είναι εφέσιμη, αλλά μπορεί να αναθεωρηθεί αν αμφισβητηθεί η εκτέλεση καθαυτή. Ενάντια στην απόφαση απόρριψης αίτησης για κήρυξη της εκτελεστότητας μπορεί να ασκήσει έφεση αποκλειστικά ο πιστωτής εντός 15 ημερών από την κοινοποίηση της απόφασης.

Η διαταγή για εκτέλεση, με το κείμενο που ακολουθεί, προστίθεται στο τελικό μέρος της απόφασης σχετικά με την κήρυξη της εκτελεστότητας:

«Ο Πρόεδρος της Ρουμανίας,

διά του παρόντος εξουσιοδοτεί και δίνει εντολή στους δικαστικούς επιμελητές να εκτελέσουν τον τίτλο (να συμπληρωθούν τα στοιχεία προσδιορισμού του εκτελεστού τίτλου) για τον οποίο εκδόθηκε η απόφαση κήρυξης της εκτελεστότητας. Δίδεται εντολή στα δημόσια όργανα επιβολής του νόμου να υποστηρίξουν την άμεση και αποτελεσματική εφαρμογή όλων των μέτρων εκτέλεσης, και στους εισαγγελείς να επιμείνουν στην κατά τον νόμο συμμόρφωση με τον εκτελεστό τίτλο. (Να προστεθεί: η υπογραφή του προέδρου της επιτροπής δικαστών και του γραμματέα του δικαστηρίου)».

Η Εθνική Ένωση Δικαστικών Επιμελητών (Uniunea Naţională a Executorilor Judecătoreşti) θεσπίζει και επικαιροποιεί, με την έγκριση του υπουργού Δικαιοσύνης, τις ελάχιστες αμοιβές για τις υπηρεσίες που παρέχονται από τους δικαστικούς επιμελητές. Οι ακόλουθες ελάχιστες-μέγιστες αμοιβές για τις ασκούμενες δραστηριότητες καθορίστηκαν με τη διαταγή αριθ. 2550/2006 της 14ης Νοεμβρίου 2006 του υπουργού Δικαιοσύνης:

Κοινοποίηση και επίδοση διαδικαστικών εγγράφων – RON 20-400

Άμεση εκτέλεση

  • εξώσεις: 150-2 200 RON για οφειλέτη που είναι φυσικό πρόσωπο, 5 200 RON για οφειλέτη που είναι νομικό πρόσωπο
  • επιμέλεια ανηλίκων ή καθορισμός κατοικίας ανηλίκου: 50-1 000 RON
  • επικοινωνία με ανήλικο – 50-500 RON
  • απόδοση της κατοχής, καθορισμός ορίων ιδιοκτησίας, απαλλαγή από υποχρεώσεις, μεταβίβαση αγαθών κ.λπ.: 60-2 200 RON για οφειλέτη που είναι φυσικό πρόσωπο, 5 200 RON για οφειλέτη που είναι νομικό πρόσωπο
  • εκκένωση εργοταξίων ή κτιρίων: 150-2 200 RON για οφειλέτη που είναι φυσικό πρόσωπο, 5 200 RON για οφειλέτη που είναι νομικό πρόσωπο

Έμμεση επιβολή

ελάχιστη αμοιβή

μέγιστη αμοιβή

για οφειλές κάτω των 50 000 RON, 10 % του ποσού και 75 RON  συν 2 % του ποσού που υπερβαίνει τα 1 000 RON

10 % για οφειλές έως 50 000 RON

για οφειλές μεταξύ 50 000 RON και 80 000 RON, 1 175 RON συν 2 % του ποσού που υπερβαίνει τα 50 000 RON

για οφειλές μεταξύ 50 000 RON και 80 000 RON, 5 000 RON συν έως 3 % του ποσού που υπερβαίνει τα 50 000 RON

για οφειλές μεταξύ 80 000 RON και 100 000 RON, 1 775 RON συν 1 % του ποσού που υπερβαίνει τα 80 000 RON

για οφειλές μεταξύ 80 000 RON και 100 000 RON, 5 900 RON συν έως 2 % του ποσού που υπερβαίνει τα 80 000 RON

για οφειλές άνω των 100 000 RON,  2 500 RON συν 1 % του ποσού που υπερβαίνει τα 100 000 RON και 5 500 RON συν έως 0,5 % του ποσού που υπερβαίνει τα 400 000 RΟΝ

για οφειλές άνω των 100 000 RON,  6 300 RON συν έως 1 % του ποσού που υπερβαίνει την αξία των 100 000 RON

Κατάσχεση

για οφειλές κάτω των 50 000 RON, 10 % του ποσού και 75 RON  συν 2 % του ποσού που υπερβαίνει τα 1 000 RON

10 % για οφειλές έως 50 000 RON

για οφειλές μεταξύ 50 000 RON και 80 000 RON, 1 175 RON συν 2 % του ποσού που υπερβαίνει τα 50 000 RON

για οφειλές μεταξύ 50 000 RON και 80 000 RON, 5 000 RON συν έως 3 % του ποσού που υπερβαίνει τα 50 000 RON

για οφειλές μεταξύ 80 000 RON και 100 000 RON, 1 775 RON συν 1 % του ποσού που υπερβαίνει τα 80 000 RON

για οφειλές μεταξύ 80 000 RON και 100 000 RON, 5 900 RON συν έως 2 % του ποσού που υπερβαίνει τα 80 000 RON

για οφειλές άνω των 100 000 RON, 2 500 RON συν 1 % του ποσού που υπερβαίνει τα 100 000 RON και 5 500 RON συν έως 0,5 % του ποσού που υπερβαίνει τα 400 000 RΟΝ

για οφειλές άνω των 100 000 RON, 6 300 RON συν έως 1 % του ποσού που υπερβαίνει τα 100 000 RON

Άρνηση πληρωμής συναλλαγματικής, γραμματίου ή επιταγής 150-400 RON

Διαπίστωση γεγονότων και απογραφή περιουσιακών στοιχείων: 100-2 200 RON για οφειλέτη που είναι φυσικό πρόσωπο, 5 200 RON για οφειλέτη που είναι νομικό πρόσωπο

Πώληση σε πλειστηριασμό του περιουσιακού στοιχείου που αποτελεί αντικείμενο του δικαστικού καταμερισμού 150–2 200 RON

Συντηρητική δήμευση: 100-1 200 RON για οφειλέτη που είναι φυσικό πρόσωπο, 2 200 RON για οφειλέτη που είναι νομικό πρόσωπο

Κατάσχεση για την εκτέλεση δικαστικής απόφασης: 100-1 200 RON για οφειλέτη που είναι φυσικό πρόσωπο, 2 200 RON για οφειλέτη που είναι νομικό πρόσωπο

Συντηρητική κατάσχεση: 100-1 200 RON για οφειλέτη που είναι φυσικό πρόσωπο, 2 200 RON για οφειλέτη που είναι νομικό πρόσωπο

Καταχώριση προσφοράς πραγματικής αξίας: 50-350 RON

Δημεύσεις 10 % των εσόδων (ελάχ.) – 10 % των εσόδων (μέγ.)

Παροχή συμβουλών για τη σύνταξη των εγγράφων εκτέλεσης: 20-200 RON

3.2 Οι κύριες προϋποθέσεις

Συμβουλευθείτε την απάντηση στην ερώτηση 2.1

Ο πιστωτής και ο οφειλέτης μπορούν να συμφωνήσουν ότι το μέτρο εκτέλεσης θα αφορά συνολικά/εν μέρει μόνον τις χρηματικές προσόδους του οφειλέτη, ότι τα περιουσιακά στοιχεία προς ανάκτηση θα εκποιηθούν μέσω συμφωνίας ή ότι η οφειλή θα εξοφληθεί με άλλα μέσα που είναι νομικώς παραδεκτά.

Για απόφαση αλλοδαπού δικαστηρίου, απαιτείται πρόσθετη διαδικασία, αναλόγως των αναγκών, συγκεκριμένα, απόφαση κήρυξης της εκτελεστότητας (exequatur).

Τα έσοδα και τα περιουσιακά στοιχεία του οφειλέτη μπορεί να αποτελέσουν αντικείμενο εκτέλεσης εφόσον μπορούν να ανακτηθούν και μόνο στον βαθμό που είναι αναγκαίο για την άσκηση των δικαιωμάτων των πιστωτών. Περιουσιακά στοιχεία που υπάγονται σε ειδικά καθεστώτα κυκλοφορίας μπορούν να ανακτηθούν μόνον υπό τους όρους που προβλέπει ο νόμος.

Όσον αφορά τον οφειλέτη, υπάρχει ειδικός όρος βάσει του οποίου διαδικασία εκτέλεσης πρέπει να κινείται μόνον εφόσον έχουν τηρηθεί δεόντως οι διαδικασίες κλήτευσης για όλες τις μορφές εκτέλεσης. Υπάρχουν επίσης άλλες ειδικές διατάξεις σε σχέση με τον οφειλέτη, όπως εκείνες που αφορούν τους ανήλικους οφειλέτες ή τους ενήλικες οφειλέτες χωρίς δικαιοπρακτική ικανότητα, κατά των οποίων δεν μπορεί να ασκηθεί μέτρο εκτέλεσης παρά μόνο αν υπάρχει επίτροπος ή κηδεμόνας.

4 Αντικείμενο και φύση των μέτρων εκτέλεσης

4.1 Ποια περιουσιακά στοιχεία μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο εκτέλεσης;

Τα εισοδήματα του οφειλέτη, όπως τα γενικά έσοδα από κτίρια, χρηματικά ποσά σε τραπεζικούς λογαριασμούς, κινητά και ακίνητα περιουσιακά στοιχεία κ.λπ., μπορούν να αποτελούν αντικείμενο εκτέλεσης. Συμβουλευθείτε την απάντηση στην ερώτηση 1.

4.2 Ποια τα αποτελέσματα των μέτρων εκτέλεσης;

Αφού προσδιοριστούν τα κινητά περιουσιακά στοιχεία που ανήκουν στον οφειλέτη ή κατέχονται από τρίτους, πρέπει να δημευθούν. Κατόπιν αιτήματος του δικαστικού επιμελητή, η δήμευση μπορεί να καταγραφεί στο Εμπορικό Μητρώο (registrul comerţului), στο Ηλεκτρονικό Αρχείο Ασφαλειών Ακινήτων (Arhiva Electronică de Garanţii Reale Mobiliare), στο μητρώο κληρονομιών (registrul succesoral) που τηρείται από το Επιμελητήριο των Συμβολαιογράφων (camera notarilor publici) ή σε άλλα δημόσια μητρώα. Από τη στιγμή της δήμευσής τους, τα περιουσιακά στοιχεία δεν είναι πλέον διαθέσιμα στον οφειλέτη για το διάστημα της εκτέλεσης, και υπόκεινται σε επιβολή κύρωσης υπό μορφή δικαστικού προστίμου εκτός από τις περιπτώσεις όπου η πράξη συνιστά αδίκημα. Αν το οφειλόμενο ποσό δεν καταβληθεί, ο δικαστικός επιμελητής θα εκποιήσει τα κατασχεθέντα περιουσιακά στοιχεία σε πλειστηριασμό, ή μέσω απευθείας πώλησης, ή με άλλα μέσα που είναι νομικώς παραδεκτά (άρθρο 730 και εξής του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας).

Τα χρηματικά ποσά, οι κινητές αξίες ή άλλα άυλα κινητά περιουσιακά στοιχεία τα οποία μπορούν να ανακτηθούν και είναι απαιτητά από τον οφειλέτη ή κατέχονται για λογαριασμό του οφειλέτη από τρίτο μέρος ή θα οφείλονται μελλοντικά από το τρίτο μέρος στον οφειλέτη βάσει τρεχουσών νομικών σχέσεων μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο κατάσχεσης. Όλα τα υπό κατάσχεση χρηματικά ποσά και περιουσιακά στοιχεία δεσμεύονται από την ημερομηνία αποστολής της δικαστικής εντολής για κατάσχεση στο τρίτο μέρος εις βάρος του οποίου επιβάλλεται η κατάσχεση. Από την ενεργοποίηση της δέσμευσης έως την αποπληρωμή των υποχρεώσεων που αναφέρονται στο εκτελεστό έγγραφο, το τρίτο μέρος εις βάρος του οποίου επιβάλλεται η κατάσχεση δεν πραγματοποιεί πληρωμές ούτε διενεργεί πράξεις που είναι πιθανό να μειώσουν την αξία των δεσμευμένων περιουσιακών στοιχείων. Αν το τρίτο μέρος εις βάρος του οποίου επιβάλλεται η κατάσχεση δεν εκπληρώσει τις υποχρεώσεις του σε σχέση με την κατάσχεση, ο πιστωτής που επιδιώκει εξόφληση, ο οφειλέτης ή ο δικαστικός επιμελητής δύνανται να ενημερώσουν το αρμόδιο για την εκτέλεση δικαστήριο προκειμένου να διατάξει επικύρωση της κατάσχεσης. Η τελική απόφαση επικύρωσης ισοδυναμεί με εκχώρηση απαιτήσεων και συνιστά εκτελεστό έγγραφο έναντι του τρίτου μέρους εις βάρος του οποίου επιβάλλεται κατάσχεση. Μετά την επικύρωση της κατάσχεσης, το τρίτο μέρος εις βάρος του οποίου επιβάλλεται η κατάσχεση καταθέτει ή καταβάλλει ένα ποσό εντός των ορίων του ποσού που αναφέρεται ρητώς στην απόφαση επικύρωσης. Αν το τρίτο μέρος δεν εκπληρώσει αυτές τις υποχρεώσεις, μπορεί να ενεργοποιηθεί μέτρο εκτέλεσης κατά του τρίτου μέρους εις βάρος του οποίου επιβάλλεται η κατάσχεση βάσει της απόφασης επικύρωσης (άρθρο 780 και επ. του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας).

Όσον αφορά την εκτέλεση σε σχέση με ακίνητη περιουσία, αν ο οφειλέτης δεν εξοφλήσει την οφειλή του, ο δικαστικός επιμελητής κινεί τη διαδικασία εκποίησης μετά την επίδοση και καταχώριση της κήρυξης της εκτελεστότητας στο κτηματολόγιο (άρθρα 812 και επ. του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας).

4.3 Ποια η ισχύς αυτών των μέτρων;

Τα μέτρα παύουν να έχουν ισχύ έξι μήνες από την ημερομηνία συμμόρφωσης με το κάθε μέτρο εκτέλεσης (άρθρο 696 και επ. του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας), αν ο πιστωτής αφήσει να παρέλθει το εν λόγω διάστημα χωρίς να έχει αναλάβει άλλες δράσεις ανάκτησης.

Η προθεσμία παραγραφής ορίζεται στα τρία έτη (άρθρο 705 και επ. του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας).

5 Υπάρχει δυνατότητα προσφυγής κατά της απόφασης που διατάσσει ένα τέτοιο μέτρο;

Είναι δυνατή η κατάθεση έφεσης κατά των μέτρων εκτέλεσης το εκτελεστό έγγραφο μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο έφεσης με αιτιολογικό την αποσαφήνιση του νοήματος, του πεδίου εφαρμογής ή του τρόπου εφαρμογής του εγγράφου. Αν το μέτρο εκτέλεσης εφαρμόζεται δυνάμει δικαστικής απόφασης, ο οφειλέτης δεν μπορεί να την προσβάλει επικαλούμενος πραγματικούς και νομικούς λόγους τους οποίους θα μπορούσε να έχει επικαλεστεί στη δίκη ενώπιον του πρωτοδικείου ή ασκώντας έφεση κατά της εν λόγω απόφασης. Δεν μπορεί να ασκηθεί νέα έφεση από τον ίδιο διάδικο για λόγους που ήταν ήδη υπαρκτοί κατά την ημερομηνία της πρώτης έφεσης.

Αρμόδιο δικαστήριο είναι το δικαστήριο που είναι επιφορτισμένο με την εκτέλεση ή, για την αποσαφήνιση του νοήματος, του πεδίου/τρόπου εφαρμογής του εκτελεστού εγγράφου, το δικαστήριο που εξέδωσε την προς εκτέλεση απόφαση.

Η έφεση μπορεί να κατατεθεί εντός 15 ημερών από:

  • την ημερομηνία κατά την οποία ο εφεσιβάλλων λαμβάνει γνώση της διαταγής για εκτέλεση
  • την ημερομηνία κατά την οποία το σχετικό ενδιαφερόμενο μέρος ενημερώνεται για την επιβολή της κατάσχεσης
  • την ημερομηνία κατά την οποία επιδόθηκε στον οφειλέτη η κλήτευση ή την ημερομηνία κατά την οποία ο οφειλέτης έλαβε γνώση του πρώτου σταδίου της εκτέλεσης.

Εφέσεις που αφορούν την αποσαφήνιση του νοήματος, του πεδίου ή του τρόπου εφαρμογής του εκτελεστού εγγράφου μπορούν να κατατίθενται οποιαδήποτε στιγμή εντός της προθεσμίας ισχύος του δικαιώματος αίτησης για μέτρο εκτέλεσης. Εφέσεις διά των οποίων τρίτοι διεκδικούν δικαίωμα ιδιοκτησίας/εμπράγματο δικαίωμα επί της ανακτηθείσας περιουσίας μπορούν να κατατίθενται εντός 15 ημερών από την εκποίηση/ημερομηνία μεταβίβασης της περιουσίας. Η μη κατάθεση έφεσης εντός του προαναφερόμενου χρονικού ορίου δεν εμποδίζει το τρίτο μέρος να ασκήσει το δικαίωμά του μέσω χωριστής αίτησης.

Αν η έφεση κατά της εκτέλεσης γίνει δεκτή, το δικαστήριο, κατά περίπτωση, ακυρώνει τη διαταγή για εκτέλεση κατά της οποίας κατατέθηκε η έφεση ή εκδίδει απόφαση για τη διόρθωση, άρση ή διακοπή του ίδιου του μέτρου εκτέλεσης, την ακύρωση ή αποσαφήνιση του εκτελεστού εγγράφου ή της εφαρμογής του σταδίου της εκτέλεσης η συμμόρφωση με το οποίο απορρίφθηκε. Αν η έφεση απορριφθεί, ο εφεσιβάλλων μπορεί να υποχρεωθεί να καταβάλει αποζημίωση, κατόπιν αιτήσεως, για τη ζημία που προκλήθηκε λόγω της καθυστέρησης της εκτέλεσης και, στην περίπτωση που η έφεση έχει κατατεθεί με κακή πίστη, υποχρεώνεται επίσης να καταβάλει πρόστιμο.

6 Υπάρχουν περιορισμοί στην εκτέλεση, ιδίως όσον αφορά την προστασία του οφειλέτη ή τις προθεσμίες;

Ορισμένα είδη και περιουσιακά στοιχεία εξαιρούνται. Όσον αφορά την κινητή περιουσία, αυτή περιλαμβάνει τα εξής: είδη για προσωπική χρήση ή προϊόντα νοικοκυριού απαραίτητα για τη διαβίωση του οφειλέτη και της οικογένειάς του θρησκευτικά αντικείμενα αντικείμενα που είναι αναγκαία για άτομα με αναπηρία και όσα προορίζονται για τη φροντίδα αρρώστων τα τρόφιμα που είναι αναγκαία για τον οφειλέτη και την οικογένειά του για διάστημα τριών μηνών και, αν ο οφειλέτης ζει αποκλειστικά από τη γεωργία, τα τρόφιμα που χρειάζεται έως την επόμενη συγκομιδή ζώα που προορίζονται για την προμήθεια βιοποριστικών αγαθών, και οι ζωοτροφές που χρειάζονται για τα εν λόγω ζώα έως την επόμενη συγκομιδή τα καύσιμα που χρειάζεται ο οφειλέτης και η οικογένειά του για τους τρεις χειμερινούς μήνες προσωπική ή οικογενειακή αλληλογραφία, φωτογραφίες και πίνακες κ.λπ.

Επίσης, ο μισθός/η σύνταξη του οφειλέτη μπορεί να κατασχεθεί μόνον έως το ήμισυ των καθαρών μηνιαίων αποδοχών του, στην περίπτωση ποσών που καταβάλλονται ως υποχρέωση διατροφής, και μόνον έως το ένα τρίτο των καθαρών μηνιαίων αποδοχών του για τις λοιπές κατηγορίες υποχρεώσεων.

Αν το εισόδημα από την εργασία ή χρηματικά ποσά που καταβάλλονται ανά τακτά διαστήματα στον οφειλέτη και τα οποία διασφαλίζουν τη διαβίωσή του υπολείπονται του νόμιμου καθαρού κατώτατου μισθού, μπορεί να κατασχεθεί μόνον το ποσό που υπερβαίνει το ήμισυ του κατώτατου μισθού.

Υπάρχει μια κατηγορία εισοδημάτων που εξαιρείται από την εκτέλεση, στην οποία περιλαμβάνονται οι κρατικές παροχές και επιδόματα τέκνων, τα επιδόματα για τη φροντίδα άρρωστου τέκνου, τα επιδόματα μητρότητας, οι αποζημιώσεις λόγω θανάτου, οι κρατικές υποτροφίες, οι ημερήσιες αποζημιώσεις κ.λπ.

Συμβουλευθείτε επίσης την απάντηση στην ερώτηση 4.3.

Σχετικοί σύνδεσμοι:

Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροhttp://www.executori.ro/ Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροhttp://www.just.ro/


Την έκδοση αυτής της σελίδας στην εθνική γλώσσα διαχειρίζεται ο αντίστοιχος αρμόδιος επαφής του ΕΔΔ. Οι μεταφράσεις έχουν γίνει από την αρμόδια υπηρεσία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Οι τυχόν αλλαγές που επιφέρει η αρμόδια εθνική αρχή στο πρωτότυπο ενδέχεται να μην έχουν περιληφθεί ακόμα στις μεταφράσεις. Η Επιτροπή και το Ευρωπαϊκό Δικαστικό Δίκτυο δεν αναλαμβάνουν καμία απολύτως ευθύνη όσον αφορά πληροφορίες ή δεδομένα που περιέχονται ή αναφέρονται στο παρόν έγγραφο. Βλ. την ανακοίνωση νομικού περιεχομένου για τους κανόνες πνευματικής ιδιοκτησίας που ισχύουν στο κράτος μέλος που είναι αρμόδιο για την παρούσα σελίδα.

Τελευταία επικαιροποίηση: 24/08/2017

Διαδικασίες για την εφαρμογή δικαστικών αποφάσεων - Σλοβενία

Η πρωτότυπη γλωσσική έκδοση σλοβενικά αυτής της σελίδας τροποποιήθηκε πρόσφατα. Η γλωσσική έκδοση που βλέπετε τώρα βρίσκεται στο στάδιο της μετάφρασης.


1 Ποια η έννοια της εκτέλεσης στις αστικές και εμπορικές υποθέσεις;

Στη Δημοκρατία της Σλοβενίας, η αναγκαστική εκτέλεση ρυθμίζεται με ομοιόμορφο τρόπο από τον νόμο περί εκτέλεσης και εξασφάλισης αστικών απαιτήσεων (Zakon o izvršbi in zavarovanju, στο εξής: ZIZ). Ως αναγκαστική εκτέλεση νοείται η αναγκαστική εκτέλεση εκτελεστού τίτλου μέσω δικαστικής απόφασης που διατάζει την πραγμάτωση ορισμένης αξίωσης (παροχής, πραγματοποίησης ενέργειας, παράλειψης ενέργειας ή ανοχής ενέργειας). Εκτέλεση προς ικανοποίηση χρηματικής απαίτησης επιτρέπεται επίσης βάσει δημοσίου εγγράφου. Κατ’ εξαίρεση, η εκτέλεση σε οικογενειακές διαφορές μπορεί να συνεπάγεται την πραγμάτωση αξιώσεων αναφορικά με οικογενειακές σχέσεις.

2 Ποια αρχή ή ποιες αρχές είναι αρμόδιες για την εκτέλεση;

Τα δικαστήρια, και συγκεκριμένα τα τοπικά δικαστήρια (okrajna sodišča), είναι αρμόδια να επιτρέπουν και να διενεργούν την αναγκαστική εκτέλεση.

3 Ποιες οι προϋποθέσεις υπό τις οποίες μπορεί να εκδοθεί ένας εκτελεστός τίτλος ή μια απόφαση;

Το δικαστήριο επιτρέπει την αναγκαστική εκτέλεση με βάση εκτελεστό τίτλο.

Οι εκτελεστοί τίτλοι περιλαμβάνουν:

  • τις εκτελεστές αποφάσεις (δικαστικές ή διαιτητικές αποφάσεις, διαταγές πληρωμής και άλλες διαταγές δικαστηρίου ή διαιτητικού δικαστηρίου) και τους δικαστικούς συμβιβασμούς (οι οποίοι συνάπτονται ενώπιον δικαστηρίου),
  • τα εκτελεστά συμβολαιογραφικά έγγραφα και
  • τις άλλες εκτελεστές αποφάσεις και έγγραφα που ορίζονται ως εκτελεστοί τίτλοι διά νόμου, διεθνούς συνθήκης που έχει κυρωθεί και δημοσιευθεί ή νομικής πράξης της Ευρωπαϊκής Ένωσης που ισχύει άμεσα στη Δημοκρατία της Σλοβενίας.

Ένας εκτελεστός τίτλος μπορεί να εκτελεστεί εάν περιέχει στοιχεία σχετικά με τον δανειστή, τον οφειλέτη και το αντικείμενο, το είδος, το εύρος και τον χρόνο εκπλήρωσης της ενοχής (άρθρο 21 παράγραφος 1 του ZIZ). Όταν ο εκτελεστός τίτλος είναι απόφαση στην οποία δεν τάσσεται προθεσμία εκούσιας εκπλήρωσης της υποχρέωσης, η εν λόγω προθεσμία τάσσεται από το δικαστήριο με την απόφαση περί αναγκαστικής εκτέλεσης.

3.1 διαδικασία

Οι διαδικασίες αναγκαστικής εκτέλεσης και οι διαδικασίες για τη λήψη μέτρων προσωρινής προστασίας εκκινούν κατόπιν αιτήματος δανειστή. Το αίτημα μπορεί να κατατεθεί από τον ίδιο τον δανειστή, καθώς δεν είναι υποχρεωτική η εκπροσώπηση από δικηγόρο. Συνήθως, οι εν λόγω αιτήσεις επίσπευσης διαδικασίας αναγκαστικής εκτέλεσης κατατίθενται από δικηγόρο, ο οποίος διαθέτει τις σχετικές νομικές γνώσεις. Το τοπικό δικαστήριο είναι αρμόδιο να αποφανθεί επί των εν λόγω υποθέσεων. Κατά παρέκκλιση από τις διατάξεις σχετικά με την κατά τόπο αρμοδιότητα, οι αιτήσεις επίσπευσης αναγκαστικής εκτέλεσης με βάση δημόσιο έγγραφο ασκούνται ενώπιον του τοπικού δικαστηρίου της Λιουμπλιάνα (Okrajno sodišče v Ljubljani), το οποίο είναι αρμόδιο να αποφανθεί. Όσον αφορά τη δυνατότητα ή τον υποχρεωτικό χαρακτήρα της ηλεκτρονικής κατάθεσης αιτήσεων στις διαδικασίες αναγκαστικής εκτέλεσης, παρακαλείστε να συμβουλευτείτε την ενότητα «Αυτόματη διαδικασία».

Απαιτείται η καταβολή δικαστικού τέλους για την κατάθεση αίτησης για την επίσπευση αναγκαστικής εκτέλεσης, ανακοπής ή έφεσης κατά της αναγκαστικής εκτέλεσης. Το δικαστικό τέλος πρέπει να καταβληθεί εντός 8 ημερών από την επίδοση της διαταγής πληρωμής του δικαστικού τέλους. Εάν το δικαστικό τέλος δεν καταβληθεί εντός της εν λόγω προθεσμίας και δεν πληρούνται οι όροι για την απαλλαγή ή την αναβολή πληρωμής του δικαστικού τέλους ή για την καταβολή του σε δόσεις, το σχετικό δικόγραφο απορρίπτεται ως απαράδεκτο.

Όταν το δικαστήριο παραλαμβάνει αίτηση για επίσπευση αναγκαστικής εκτέλεσης, εξετάζει εάν η αίτηση περιλαμβάνει όλα τα απαραίτητα στοιχεία και, στη συνέχεια, εκδίδει απόφαση περί της αναγκαστικής εκτέλεσης, με την οποία επιτρέπει την αναγκαστική εκτέλεση ή απορρίπτει την αίτηση για ουσιαστικούς ή για τυπικούς λόγους. Σε περίπτωση που αίτηση γίνει δεκτή, το δικαστήριο κοινοποιεί την απόφαση περί της αναγκαστικής εκτέλεσης στον δανειστή και τον οφειλέτη, ενώ σε περίπτωση που η αίτηση απορριφθεί, το δικαστήριο κοινοποιεί την απόφαση μόνο στον δανειστή. Το δικαστήριο κοινοποιεί στον δικαστικό επιμελητή την απόφαση περί αναγκαστικής εκτέλεσης με την οποία διορίζεται ο δικαστικός επιμελητής, δηλαδή την απόφαση διορισμού του δικαστικού επιμελητή, μαζί με αντίγραφα του συνόλου των εγγράφων που απαιτούνται για τη διεξαγωγή της αναγκαστικής εκτέλεσης.

Το δικαστήριο δύναται να επιτρέψει την αναγκαστική εκτέλεση για την ικανοποίηση χρηματικής αξίωσης με τα μέσα και επί των αντικειμένων που ορίζονται στην αίτηση για την επίσπευση αναγκαστικής εκτέλεσης. Πριν από τη λήξη της διαδικασίας αναγκαστικής εκτέλεσης, το δικαστήριο μπορεί, κατόπιν αιτήματος του δανειστή, να επιτρέψει αναγκαστική εκτέλεση με πρόσθετα μέσα και επί διαφορετικών αντικειμένων.

Το δικαστήριο μπορεί να διατάξει αναγκαστική εκτέλεση με άλλο μέσο εκτέλεσης από αυτό που ζήτησε ο δανειστής σε περίπτωση που το εν λόγω εναλλακτικό μέσο είναι επαρκές για την ικανοποίηση της αξίωσης. Η απόφαση με την οποία απορρίπτεται αίτηση για την επίσπευση διαδικασίας αναγκαστικής εκτέλεσης δεν υπόκειται σε έφεση.

Η αναγκαστική εκτέλεση κινείται προτού η απόφαση καταστεί τελεσίδικη, πλην όπου ο νόμος ορίζει διαφορετικά για συγκεκριμένα μέτρα αναγκαστικής εκτέλεσης. Ο δανειστής δεν μπορεί να εισπράξει την απαίτησή του προτού η απόφαση καταστεί τελεσίδικη, με εξαίρεση την περίπτωση αναγκαστικής εκτέλεσης δυνάμει εκτελεστού τίτλου επί χρηματικού ποσού που ο οφειλέτης διατηρεί σε ίδρυμα πληρωμών (αναγκαστική εκτέλεση δυνάμει εκτελεστού τίτλου), υπό τον όρο ότι ο εν λόγω εκτελεστός τίτλος επισυνάπτεται στην αίτηση για την επίσπευση αναγκαστικής εκτέλεσης.

Το δικαστήριο, με την απόφασή του με την οποία επιτρέπει την αναγκαστική εκτέλεση, διορίζει, στο μέτρο που απαιτείται η λήψη μέτρων άμεσης εκτέλεσης, δικαστικό επιμελητή.

Δικαστικοί επιμελητές

Οι δικαστικοί επιμελητές είναι τα πρόσωπα που εφαρμόζουν τα ασφαλιστικά μέτρα και τα μέτρα άμεσης εκτέλεσης (διεξάγουν την εκτέλεση, δηλαδή κατάσχουν περιουσιακά στοιχεία, καθορίζουν τις εγγυήσεις κ.λπ.). Οι δικαστικοί επιμελητές διορίζονται από τον αρμόδιο για θέματα δικαιοσύνης υπουργό. Ο αριθμός τους και η έδρα τους καθορίζονται ομοίως από τον εν λόγω υπουργό, κατά τρόπο ώστε να υπάρχει τουλάχιστον ένας δικαστικός επιμελητής ανά πρωτοδικείο (okrožno sodiščo), ενώ οι υπόλοιποι δικαστικοί επιμελητές κατανέμονται ανά πρωτοδικείο ανάλογα με τον αριθμό των υποθέσεων αναγκαστικής εκτέλεσης που άγονται ενώπιον των τοπικών δικαστηρίων στην περιφέρεια έκαστου πρωτοδικείου. Στις επιμέρους υποθέσεις αναγκαστικής εκτέλεσης, ο δικαστικός επιμελητής διορίζεται με απόφαση του δικαστηρίου, αλλά ο δανειστής δικαιούται να επιλέξει συγκεκριμένο υπάλληλο. Σε κάθε επιμέρους υπόθεση, ο δικαστικός επιμελητής μπορεί να εκτελέσει μέτρα στο σύνολο της επικράτειας της Δημοκρατίας της Σλοβενίας. Οι δικαστικοί επιμελητές εκτελούν καθήκοντα δημόσιου λειτουργού, στο πλαίσιο ανεξάρτητης δραστηριότητας.

Οι δικαστικοί επιμελητές ευθύνονται για κάθε ζημιά που τυχόν προκαλέσουν κατά την εκτέλεση ασφαλιστικών μέτρων ή μέτρων αναγκαστικής εκτέλεσης με πράξη ή παράλειψη εκπλήρωσης των υποχρεώσεων που υπέχουν βάσει του νόμου, των εκτελεστικών του κανονισμών ή δικαστικής απόφασης.

Σε περίπτωση σοβαρής παραβίασης των υποχρεώσεών τους, οι δικαστικοί επιμελητές μπορούν να παυθούν με απόφαση του αρμόδιου για θέματα δικαιοσύνης υπουργού.

Έξοδα αναγκαστικής εκτέλεσης

Τα έξοδα αναγκαστικής εκτέλεσης καταβάλλονται καταρχάς από τον δανειστή. Ο δανειστής οφείλει να καταβάλει μια προκαταβολή έναντι του κόστους των μέτρων αναγκαστικής εκτέλεσης, στο ποσό και εντός της προθεσμίας που ορίζει το δικαστήριο. Σε περίπτωση που ο δανειστής δεν καταβάλει εμπρόθεσμα την προκαταβολή, το δικαστήριο αναστέλλει τη διαδικασία της αναγκαστικής εκτέλεσης. Ο οφειλέτης υποχρεούται να αποζημιώσει τον δανειστή, κατόπιν αιτήματος του τελευταίου, για τα έξοδα που ήταν απαραίτητα για την αναγκαστική εκτέλεση, συμπεριλαμβανομένων των δαπανών για την έρευνα των περιουσιακών στοιχείων του οφειλέτη και των δαπανών για διαδικασίες που κινήθηκαν αυτεπάγγελτα από το δικαστήριο. Το δικαστήριο οφείλει να αποφανθεί σχετικά με την επιδίκαση των εξόδων εντός οκτώ ημερών από την κατάθεση της σχετικής αίτησης.

Για τη διασφάλιση της αμοιβής του για τις υπηρεσίες του και της αποζημίωσής του για τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκε, ο δικαστικός επιμελητής μπορεί να ζητήσει από τον δανειστή την καταβολή εγγύησης, εντός της προθεσμίας και στο ποσό που ορίζεται στον σχετικό κατάλογο αμοιβών. Ο δικαστικός επιμελητής πρέπει να επιδώσει την κλήση προς καταβολή της εγγύησης στον ίδιο τον δανειστή, ενώ η κλήση πρέπει να περιέχει προειδοποιητική μνεία σχετικά με τις συνέπειες που επιφέρει η μη εμπρόθεσμη καταβολή της εγγύησης και υποβολή σχετικού αποδεικτικού καταβολής στον δικαστικό επιμελητή. Ο δικαστικός επιμελητής πρέπει επίσης να συμπεριλάβει στην κλήση σχετική μνεία του δικαιώματος του δανειστή να ζητήσει από το δικαστήριο να αποφανθεί σχετικά με την εγγύηση.

Σε περίπτωση που ο δανειστής δεν συμφωνεί με τη μέθοδο καταβολής, την ταχθείσα προθεσμία ή το ποσό της εγγύησης, μπορεί να υποβάλει στον δικαστικό επιμελητή, εντός οκτώ ημερών από τη παραλαβή της κλήσης, αίτημα υπαγωγής του ζητήματος της εγγύησης στο δικαστήριο. Ο δικαστικός επιμελητής πρέπει να διαβιβάσει αμέσως το σχετικό αίτημα στο δικαστήριο, το οποίο πρέπει να αποφανθεί εντός οκτώ ημερών από την παραλαβή του αιτήματος.

Σε περίπτωση που ο δανειστής δεν καταβάλει την εγγύηση με τη μέθοδο και εντός της προθεσμίας που όρισε ο δικαστικός επιμελητής ή το δικαστήριο, ή σε περίπτωση που δεν υποβάλει αποδεικτικό της καταβολής, ο δικαστικός επιμελητής ενημερώνει σχετικά το δικαστήριο, το οποίο διατάσσει την αναστολή της διαδικασίας αναγκαστικής εκτέλεσης.

3.2 Οι κύριες προϋποθέσεις

Η πρώτη προϋπόθεση για να εγκριθεί αναγκαστική εκτέλεση είναι η ύπαρξη βάσης για την εκτέλεση. Τέτοια βάση μπορεί να αποτελεί εκτελεστός τίτλος ή δημόσιο έγγραφο, σύμφωνα με τον νόμο.

Εκτελεστότητα των δικαστικών αποφάσεων:

Δικαστική απόφαση είναι εκτελεστή μόλις καταστεί τελεσίδικη και αφότου παρέλθει η προθεσμία για την εκούσια εκπλήρωση από τον οφειλέτη της σχετικής υποχρέωσής του. H προθεσμία για την εκούσια εκπλήρωση της υποχρέωσης αρχίζει την επομένη της ημέρας επίδοσης της απόφασης στον οφειλέτη. Το δικαστήριο μπορεί να επιτρέψει την αναγκαστική εκτέλεση και ως προς τμήμα μόνο της απόφασής του, εφόσον το εν λόγω τμήμα έχει καταστεί εκτελεστό.
Το δικαστήριο επιτρέπει την εκτέλεση βάσει απόφασης που δεν έχει καταστεί ακόμη τελεσίδικη στις περιπτώσεις που ο νόμος προβλέπει ότι η άσκηση έφεσης δεν παράγει ανασταλτικό της εκτέλεσης αποτέλεσμα.

Εκτελεστότητα των δικαστικών συμβιβασμών:

Δικαστικός συμβιβασμός είναι εκτελεστός σε περίπτωση που έχει καταστεί ληξιπρόθεσμη η απαίτηση που καθορίζεται σε αυτόν. Ο ληξιπρόθεσμος χαρακτήρας της απαίτησης πρέπει να προκύπτει από τα πρακτικά του συμβιβασμού, δημόσιο έγγραφο ή έγγραφο που έχει επικυρωθεί σύμφωνα με τον νόμο. Σε περίπτωση που ο ληξιπρόθεσμος χαρακτήρας της απαίτησης δεν μπορεί να αποδειχθεί βάσει των ως άνω τρόπων, πρέπει να αποδεικνύεται βάσει τελεσίδικης απόφασης που έχει εκδοθεί στο πλαίσιο αστικής δίκης και από την οποία προκύπτει ο ληξιπρόθεσμος χαρακτήρας της απαίτησης.

Εκτελεστότητα των συμβολαιογραφικών πράξεων:

Συμβολαιογραφική πράξη είναι εκτελεστή εάν ο οφειλέτης είχε συμφωνήσει στην άμεση εκτελεστότητά της και εάν η απαίτηση που καθορίζεται στη συμβολαιογραφική πράξη έχει καταστεί ληξιπρόθεσμη. Ο ληξιπρόθεσμος χαρακτήρας της απαίτησης πρέπει να προκύπτει από συμβολαιογραφική πράξη, δημόσιο έγγραφο ή έγγραφο που έχει επικυρωθεί σύμφωνα με τον νόμο. Σε περίπτωση που το ληξιπρόθεσμο της απαίτησης δεν εξαρτάται από την πάροδο προθεσμίας αλλά από άλλο γεγονός που ορίζεται στη συμβολαιογραφική πράξη, ο συμβολαιογράφος οφείλει να ενημερώσει τους αντισυμβαλλομένους ότι για την απόδειξη του ληξιπρόθεσμου της απαίτησης αρκεί γραπτή δήλωση του δανειστή προς τον οφειλέτη στην οποία ο δανειστής δηλώνει ότι η απαίτηση έχει καταστεί ληξιπρόθεσμη, δηλώνοντας την ημερομηνία έναρξης της υπερημερίας, και αποδεικτικό της επίδοσης στον οφειλέτη της γραπτής δήλωσης σχετικά με το ληξιπρόθεσμο της απαίτησης. Ο συμβολαιογράφος ενημερώνει τους αντισυμβαλλομένους ότι μπορούν να τον εξουσιοδοτήσουν να ενημερώσει αυτός τον οφειλέτη για το ληξιπρόθεσμο της απαίτησης, αντί της υποβολής αποδεικτικού της επίδοσης γραπτής δήλωσης σχετικά με το ληξιπρόθεσμο της απαίτησης. Η γραπτή δήλωση του δανειστή ή η κοινοποίηση του συμβολαιογράφου επιδίδονται με συστημένη επιστολή.

Η δεύτερη προϋπόθεση για να εγκριθεί από το δικαστήριο αναγκαστική εκτέλεση είναι η κατάθεση αίτησης αναγκαστικής εκτέλεσης, η οποία πρέπει να αναφέρει: τον δανειστή και τον οφειλέτη, συμπεριλαμβανομένων των σχετικών στοιχείων ταυτότητάς τους, εκτελεστό τίτλο ή δημόσιο έγγραφο, την υποχρέωση του οφειλέτη, τη μέθοδο και το αντικείμενο της αναγκαστικής εκτέλεσης, καθώς και τα λοιπά στοιχεία που είναι αναγκαία για τη διεξαγωγή της αναγκαστικής εκτέλεσης (αίτηση αναγκαστικής εκτέλεσης που βασίζεται σε δημόσιο έγγραφο πρέπει επίσης να περιέχει αίτημα καταδίκης του οφειλέτη, με την έκδοση σχετικής διάταξης του δικαστηρίου, στην εξόφληση της απαίτησης, συμπεριλαμβανομένων των υπολογισθέντων εξόδων, εντός οκτώ ημερών —ή εντός τριών ημερών στις διαφορές που αφορούν συναλλαγματικές ή επιταγές— από την ημερομηνία της επίδοσης της απόφασης). Στην αίτησή του αναγκαστικής εκτέλεσης, ο δανειστής πρέπει να προσδιορίζει με σαφήνεια τον εκτελεστό τίτλο βάσει του οποίου επιδιώκει να επισπεύσει την αναγκαστική εκτέλεση και να δηλώνει ότι έχει ήδη εκδοθεί πιστοποιητικό εκτελεστότητας.

Η απαίτηση πρέπει να είναι ληξιπρόθεσμη και πρέπει να έχει παρέλθει η προθεσμία για την εκούσια εκπλήρωση από τον οφειλέτη της υποχρέωσής του (προθεσμία εκούσια συμμόρφωσης).

Η ταυτότητα του οφειλέτη πρέπει να προσδιορίζεται με σαφήνεια στον εκτελεστό τίτλο ή το δημόσιο έγγραφο. Στην αίτηση αναγκαστικής εκτέλεσης πρέπει επίσης να περιέχεται το ονοματεπώνυμο και η διεύθυνση (ή η επωνυμία και η έδρα) του οφειλέτη. Επιπλέον, πρέπει να αναφέρονται με σαφήνεια τα στοιχεία ταυτότητας του οφειλέτη (και του δανειστή), τα οποία διαφέρουν ανάλογα με το αν πρόκειται για φυσικά πρόσωπα, νομικά πρόσωπα, επιχειρηματίες ή ιδιώτες.

Ο οφειλέτης πρέπει να είναι υφιστάμενη οντότητα (δεν μπορεί να έχει αποβιώσει ή να έχει διαγραφεί από το μητρώο του δικαστηρίου). Αν αίτηση αναγκαστικής εκτέλεσης ασκείται κατά μη υφιστάμενης οντότητας, πρέπει να απορριφθεί, ενώ η παύση της ύπαρξης της οντότητας κατά τη διάρκεια της διαδικασίας αναγκαστικής εκτέλεσης συνιστά νόμιμο λόγο αναστολής της διαδικασίας (δεν είναι απαραίτητη η έκδοση ειδικής συναφούς απόφασης).

Τόσο ο οφειλέτης όσο και ο δανειστής πρέπει να πληρούν τους όρους (δικαιοπρακτική ικανότητα) που ισχύουν για τις πολιτικές δίκες, σύμφωνα με τις διατάξεις του κώδικα πολιτικής δικονομίας (Zakon o pravdnem postopku) σε συνδυασμό με το άρθρο 15 του ZIZ.

4 Αντικείμενο και φύση των μέτρων εκτέλεσης

Σκοπός των μέτρων αναγκαστικής εκτέλεσης είναι η ικανοποίηση της απαίτησης του δανειστή.

Τα μέτρα αναγκαστικής εκτέλεσης για την ικανοποίηση χρηματικών απαιτήσεων είναι τα εξής: η πώληση κινητών περιουσιακών στοιχείων του οφειλέτη, η πώληση ακίνητων περιουσιακών στοιχείων του οφειλέτη, η εκχώρηση χρηματικών απαιτήσεων του οφειλέτη, η ρευστοποίηση άλλων περιουσιακών ή ουσιαστικών δικαιωμάτων και άυλων τίτλων του οφειλέτη, η πώληση εταιρικών μερίδων και η εκχώρηση χρηματικών ποσών που τηρούνται σε ίδρυμα πληρωμών (τράπεζα).

Τα μέτρα αναγκαστικής εκτέλεσης για την ικανοποίηση μη χρηματικών απαιτήσεων είναι τα εξής: η αφαίρεση και παράδοση κινητών περιουσιακών στοιχείων, η εκκένωση και κατάληψη ακίνητων περιουσιακών στοιχείων, η υποκατάσταση υπηρεσιών με έξοδα του οφειλέτη, ο εξαναγκασμός του οφειλέτη να προβεί σε πράξη με την απειλή χρηματικής ποινής, η επιστροφή εργαζομένου στην εργασία του, η διανομή κινητών περιουσιακών στοιχείων, η δήλωση βούλησης και η ανάληψη τέκνου.

4.1 Ποια περιουσιακά στοιχεία μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο εκτέλεσης;

Τα ανωτέρω μέτρα αναγκαστικής εκτέλεσης επιτρέπουν εκτέλεση επί οποιουδήποτε περιουσιακού στοιχείου αποτελεί το αντικείμενο εκτέλεσης (οποιουδήποτε αντικειμένου κυριότητας του οφειλέτη ή περιουσιακού ή ουσιαστικού δικαιώματός του), εκτός εάν ο νόμος εξαιρεί το στοιχείο από την αναγκαστική εκτέλεση ή περιορίζει την αναγκαστική εκτέλεση επί του στοιχείου αυτού (άρθρο 32 του ZIZ).

Δεν υπόκεινται σε αναγκαστική εκτέλεση τα εξής στοιχεία:

  • τα εξαιρούμενα από τις εμπορικές συναλλαγές αντικείμενα
  • οι ορυκτοί και άλλοι φυσικοί πόροι
  • οι εγκαταστάσεις, οι συσκευές και τα λοιπά αντικείμενα που είναι απαραίτητα στο κράτος ή αρχή τοπική αυτοδιοίκησης για την εκπλήρωση των καθηκόντων τους, καθώς και τα κινητά και ακίνητα περιουσιακά στοιχεία που χρησιμοποιούνται για σκοπούς εθνικής άμυνας
  • οι εγκαταστάσεις, οι συσκευές και τα λοιπά αντικείμενα που είναι απαραίτητα στον οφειλέτη για την εκπλήρωση υποχρεώσεων δημόσιας υπηρεσίας και
  • τα λοιπά αντικείμενα και δικαιώματα που ο νόμος ορίζει ως μη υποκείμενα σε αναγκαστική εκτέλεση (για παράδειγμα, τα χρήματα που προορίζονται για διατροφή τέκνου, τα αυστηρώς προσωπικά αντικείμενα, τα εισοδήματα κοινωνικής πρόνοιας, τα γονικά επιδόματα, τα επιδόματα τέκνων, τα επιδόματα αναπηρίας, τα τρόφιμα, τα καύσιμα θέρμανσης, τα ζώα εργασίας και αναπαραγωγής, τα εμβλήματα, τα μετάλλια, τα βοηθήματα για άτομα με ειδικές ανάγκες, οι γεωργικές εκτάσεις και γεωργικές εγκαταστάσεις των γεωργών που είναι αναγκαίες για τον βιοπορισμό των ίδιων των γεωργών κ.λπ.).

4.2 Ποια τα αποτελέσματα των μέτρων εκτέλεσης;

Κύριος σκοπός όλων των μέτρων αναγκαστικής εκτέλεσης είναι η ικανοποίηση της απαίτησης του δανειστή. Τα αποτελέσματα των μέτρων αναγκαστικής εκτέλεσης εξαρτώνται από το είδος του εκάστοτε χρησιμοποιούμενου μέτρου.

ΑΝΑΓΚΑΣΤΙΚΗ ΕΚΤΕΛΕΣΗ ΓΙΑ ΧΡΗΜΑΤΙΚΕΣ ΑΠΑΙΤΗΣΕΙΣ

  • Η αναγκαστική εκτέλεση επί κινητών περιουσιακών στοιχείων πραγματοποιείται με την κατάσχεση και πώληση των κινητών περιουσιακών στοιχείων. Ο δανειστής αποκτά δικαίωμα ενεχύρου επί των κατασχεθέντων αντικειμένων.
  • Η αναγκαστική εκτέλεση επί χρηματικών απαιτήσεων του οφειλέτη πραγματοποιείται με την κατάσχεση και εκχώρηση των σχετικών απαιτήσεων. Με την απόφαση με την οποία εγκρίνεται η κατάσχεση χρηματικών απαιτήσεων (απόφαση περί κατάσχεσης), το δικαστήριο απαγορεύει στον οφειλέτη του οφειλέτη να καταβάλει την απαίτηση στον οφειλέτη και στον οφειλέτη να αξιώσει το σχετικό ποσό, συμπεριλαμβανομένου μέσω εμπράγματης ασφάλειας που τυχόν του έχει χορηγηθεί ως εγγύηση, ή να διαθέσει την απαίτηση με οποιονδήποτε άλλο τρόπο. Η κατάσχεση παράγει αποτελέσματα από την ημερομηνία επίδοσης της απόφασης για την κατάσχεση στον οφειλέτη του οφειλέτη. Με την κατάσχεση των χρηματικών απαιτήσεων του οφειλέτη, η οποία εγκρίνεται από το δικαστήριο κατόπιν αίτησης του δανειστή, ο δανειστής αποκτά δικαίωμα ενεχύρου επί των κατασχεθέντων απαιτήσεων.
  • Αναγκαστική εκτέλεση επί χρηματικών ποσών του οφειλέτη που τηρούνται σε ίδρυμα πληρωμών: Με την απόφαση περί αναγκαστικής εκτέλεσης επί χρηματικών ποσών που τηρούνται από τον οφειλέτη σε ίδρυμα πληρωμών, το δικαστήριο διατάσσει το ίδρυμα πληρωμών να προβεί σε δέσμευση όλων των τραπεζικών λογαριασμών του οφειλέτη, με ανώτατο όριο το ποσό που πρέπει να καταβληθεί βάσει της αποφάσεως περί αναγκαστικής εκτέλεσης, και, μετά την τελεσιδικία της απόφασης, να καταβάλει το εν λόγω ποσό στον δανειστή. Η απόφαση παράγει τα αποτελέσματα κατάσχεσης και εκχώρησης προς είσπραξη. Μόλις η απόφαση περί αναγκαστικής εκτέλεσης καταστεί τελεσίδικη, το δικαστήριο ενημερώνει σχετικά το ίδρυμα πληρωμής. Με τη σειρά του, το ίδρυμα πληρωμής ενημερώνει αμελλητί το δικαστήριο σχετικά με την καταβολή του ποσού στον δανειστή.
  • Η αναγκαστική εκτέλεση επί απαίτησης παράδοσης ή προμήθειας κινητών περιουσιακών στοιχείων ή παράδοσης ακίνητων περιουσιακών στοιχείων πραγματοποιείται με την κατάσχεση της εν λόγω απαίτησης και την εκχώρησή της στον δανειστή, ενώ στη συνέχεια ακολουθεί η πώληση των σχετικών περιουσιακών στοιχείων. Η εκχώρηση της κατασχεθείσας απαίτησης παράγει τα αποτελέσματα εκχώρησης της χρηματικής απαίτησης του οφειλέτη.
  • Η αναγκαστική εκτέλεση επί άλλων περιουσιακών ή ουσιαστικών δικαιωμάτων πραγματοποιείται με την κατάσχεση του δικαιώματος και τη ρευστοποίηση του σχετικού κινητού περιουσιακού στοιχείου. Η κατάσχεση παράγει αποτελέσματα από την ημερομηνία επίδοσης της απόφασης για την κατάσχεση στον οφειλέτη. Με την απόφαση περί αναγκαστικής εκτέλεσης με την οποία εγκρίνεται η κατάσχεση, το δικαστήριο απαγορεύει στον οφειλέτη να διαθέσει το σχετικό δικαίωμα. Με την κατάσχεση του δικαιώματος ο δανειστής αποκτά δικαίωμα ενεχύρου.
  • Αναγκαστική εκτέλεση επί άυλων τίτλων: Η αναγκαστική εκτέλεση επί άυλων τίτλων που αποτελούν αντικείμενο διαπραγμάτευσης στο χρηματιστήριο πραγματοποιείται με την κατάσχεση και πώληση των άυλων τίτλων, και την καταβολή του τιμήματος της πώλησης στον δανειστή. Η κατάσχεση παράγει αποτελέσματα από την ημερομηνία καταχώρισής της στο κεντρικό μητρώο άυλων τίτλων.
  • Η αναγκαστική εκτέλεση επί εταιρικής μερίδας πραγματοποιείται με την καταχώριση της απόφασης περί αναγκαστικής εκτέλεσης, την πώληση της μερίδας και την καταβολή στον δανειστή του τιμήματος της πώλησης. Με την απόφαση περί αναγκαστικής εκτέλεσης, το δικαστήριο απαγορεύει στον εταίρο να διαθέσει τη μερίδα του. Το δικαστήριο επιδίδει την απόφαση περί αναγκαστικής εκτέλεσης στην οικεία εταιρεία και την καταχωρίζει στο μητρώο του δικαστηρίου. Με την εν λόγω καταχώριση, ο δανειστής αποκτά δικαίωμα ενεχύρου επί της εταιρικής μερίδας, το οποίο αντιτάσσεται σε οποιονδήποτε τυχόν μεταγενέστερο κύριο της εν λόγω μερίδας.
  • Η αναγκαστική εκτέλεση επί ακίνητων περιουσιακών στοιχείων πραγματοποιείται με την καταχώριση της απόφασης περί αναγκαστικής εκτέλεσης στο κτηματολόγιο, τον προσδιορισμό της αξίας του ακίνητου περιουσιακού στοιχείου, την πώλησή του και την καταβολή στον δανειστή του τιμήματος της πώλησης. Το δικαστήριο καταχωρίζει στο κτηματολόγιο την απόφαση περί αναγκαστικής εκτέλεσης επί του ακίνητου περιουσιακού στοιχείου. Με την εν λόγω καταχώριση, ο δανειστής αποκτά εμπράγματο βάρος επί του ακίνητου περιουσιακού στοιχείου, το οποίο αντιτάσσεται σε οποιονδήποτε τυχόν μεταγενέστερο κύριο του ακίνητου περιουσιακού στοιχείου. Δανειστής που αιτείται την επίσπευση αναγκαστικής εκτέλεσης αλλά δεν έχει αποκτήσει ακόμα εμπράγματο βάρος ή κτηματικό χρέος αποκτά, με την καταχώριση της απόφασης περί αναγκαστικής εκτέλεσης, δικαίωμα ικανοποίησης από το προϊόν της ρευστοποίησης του ακίνητου περιουσιακού στοιχείου κατά προτεραιότητα έναντι των προσώπων που τυχόν απέκτησαν μεταγενέστερα εμπράγματο βάρος ή κτηματικό χρέος.

ΑΝΑΓΚΑΣΤΙΚΗ ΕΚΤΕΛΕΣΗ ΓΙΑ ΜΗ ΧΡΗΜΑΤΙΚΕΣ ΑΠΑΙΤΗΣΕΙΣ

  • Η διαδικασία παράδοσης και προμήθειας κινητών περιουσιακών στοιχείων διεξάγεται από δικαστικό υπάλληλο ο οποίος αφαιρεί το αντικείμενο από τον οφειλέτη και τον παραδίδει στον δανειστή έναντι σχετικής απόδειξης.
  • Η διαδικασία εκκένωσης και κατάληψης ακίνητου περιουσιακού στοιχείου διεξάγεται από δικαστικό επιμελητή ο οποίος αφαιρεί το ακίνητο περιουσιακό στοιχείο από την κατοχή του δανειστή αφότου εκκενωθεί από ανθρώπους και αντικείμενα. Η εκκένωση και κατάληψη του ακινήτου επιτρέπεται μετά την πάροδο 8 ημερών από την επίδοση της απόφασης περί αναγκαστικής εκτέλεσης στον οφειλέτη.
  • Η διαδικασία για την πραγμάτωση υποχρέωσης πράξης, ανοχής ή παράλειψης μπορεί να διεξαχθεί σε συνεργασία με δικαστικό επιμελητή και με τη μέθοδο που όρισε το δικαστήριο. Στη βάση εκτελεστού τίτλου με τον οποίο υποχρεώνεται ο οφειλέτης να προβεί σε πράξη η οποία μπορεί να εκτελεστεί από τρίτο, η αναγκαστική εκτέλεση τελείται με δικαστική απόφαση που επιτρέπει στον δανειστή να αναθέσει την εκτέλεση της εν λόγω πράξης σε άλλο πρόσωπο με έξοδα του οφειλέτη ή να προβεί ο ίδιος στην εν λόγω πράξη (υποκατάσταση υπηρεσιών με έξοδα του οφειλέτη). Όταν ο οφειλέτης υποχρεώνεται με τον εκτελεστό τίτλο να προβεί σε πράξη που δεν μπορεί να εκτελεστεί από τρίτο, το δικαστήριο, στην απόφαση περί αναγκαστικής εκτέλεσης, τάσσει δέουσα προθεσμία για την εκπλήρωση της εν λόγω υποχρέωσης και, σε περίπτωση που ο οφειλέτης δεν εκπληρώσει την υποχρέωσή του εντός της ταχθείσας προθεσμίας, του επιβάλλει χρηματική ποινή (εξαναγκασμός του οφειλέτη με την απειλή χρηματικής ποινής).
  • Η επιστροφή εργαζομένου στην εργασία του διεξάγεται με τον καθορισμό από το δικαστήριο, στην απόφαση περί αναγκαστικής εκτέλεσης, δέουσας προθεσμίας για την εκπλήρωση των σχετικών υποχρεώσεων. Επιπλέον, στην απόφαση περί αναγκαστικής εκτέλεσης, το δικαστήριο απειλεί τον υπόχρεο με χρηματική ποινή για την περίπτωση που αυτός δεν θα εκπληρώσει τις υποχρεώσεις του εντός της ταχθείσας προθεσμίας.
  • Η διαδικασία διανομής κινητών περιουσιακών στοιχείων μπορεί να πραγματοποιηθεί είτε μέσω της πραγματικής υλικής διανομής τους, όταν ο εκτελεστός τίτλος προβλέπει τέτοια διανομή, είτε μέσω πώλησης των σχετικών στοιχείων.
  • Η διαδικασία καταδίκης σε δήλωση βούλησης αφορά υποχρέωση παροχής κτηματολογικής ή άλλου είδους δήλωσης βούλησης, όπως ορίζεται στην απόφαση που αποτελεί τον εκτελεστό τίτλο. Η διαδικασία θεωρείται ολοκληρωμένη μόλις τελεσιδικήσει η σχετική δικαστική απόφαση.
  • Αναγκαστική εκτέλεση σε υποθέσεις που αφορούν την επιμέλεια ή την ανατροφή τέκνου ή την προσωπική επικοινωνία με τέκνο επισπεύδεται σε περιπτώσεις που η απόφαση περί αναγκαστικής εκτέλεσης διατάσσει την παράδοση τέκνου. Το δικαστήριο τάσσει προθεσμία εντός της οποίας πρέπει να παραδοθεί το τέκνο ή ορίζει ότι το τέκνο πρέπει να παραδοθεί αμέσως. Με την απόφαση περί αναγκαστικής εκτέλεσης, η υποχρέωση παράδοσης του τέκνου επιβάλλεται στο πρόσωπο στο οποίο αναφέρεται ο εκτελεστός τίτλος, στο πρόσωπο από το οποίο εξαρτάται η παράδοση του τέκνου και στο πρόσωπο που βρίσκεται με το τέκνο κατά τον χρόνο της έκδοσης της απόφασης. Στην απόφαση περί αναγκαστικής εκτέλεσης το δικαστήριο ορίζει ότι η υποχρέωση παράδοσης του τέκνου παράγει αποτελέσματα έναντι κάθε προσώπου με το οποίο θα βρίσκεται το τέκνο κατά τη στιγμή της εκτέλεσης.

Το δικαστήριο της εκτέλεσης μπορεί να επιβάλει στον υπόχρεο χρηματική ποινή σε περίπτωση που δεν συμμορφωθεί με την απόφαση, όπως, για παράδειγμα, σε περίπτωση που αποκρύψει, φθείρει ή καταστρέψει τα περιουσιακά του στοιχεία, προβεί σε ενέργειες που θα μπορούσαν να προκαλέσουν στον δανειστή ανεπανόρθωτη ή δυσχερώς επανορθώσιμη βλάβη, παρεμποδίσει δικαστικό επιμελητή κατά την εκτέλεση ασφαλιστικών μέτρων ή μέτρων αναγκαστικής εκτέλεσης, προβεί σε ενέργειες που παραβιάζουν απόφαση ασφαλιστικών μέτρων, παρεμποδίσει εμπειρογνώμονα στην εκτέλεση των καθηκόντων του ή ίδρυμα πληρωμών στην εκπλήρωση των υποχρεώσεών του, παρεμποδίσει εργοδότη ή οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο που υποχρεούται να εφαρμόσει την απόφαση περί αναγκαστικής εκτέλεσης στην εφαρμογή της εν λόγω απόφασης, ή παρεμποδίσει ή απαγορεύσει την επιθεώρηση και εκτίμηση ακίνητων περιουσιακών στοιχείων.

Σε περίπτωση που ο οφειλέτης παραβιάσει την απόφαση περί αναγκαστικής εκτέλεσης και διαθέσει τα περιουσιακά του στοιχεία, η σχετική δικαιοπραξία είναι έγκυρη μόνο εφόσον είναι επαχθής και το αντισυμβαλλόμενο μέρος ενήργησε καλόπιστα (δηλαδή, δεν γνώριζε και δεν μπορούσε να γνωρίζει ότι ο οφειλέτης δεν είχε το δικαίωμα διάθεσης της περιουσίας του) κατά τον χρόνο της μεταβίβασης ή της επιβάρυνσης.

Οφειλέτης που καταστρέφει, φθείρει, μεταβιβάζει ή αποκρύπτει μέρος της περιουσίας του με σκοπό να αποτρέψει την ικανοποίηση δανειστή και, με τον τρόπο αυτόν, προκαλεί ζημιά στον δανειστή ευθύνεται ποινικά και τιμωρείται με πρόστιμο ή φυλάκιση διάρκειας έως ενός έτους.

Τα τραπεζικά ιδρύματα υποχρεούνται, κατόπιν αιτήματος του δικαστηρίου, να παρέχουν εξηγήσεις και έγγραφη τεκμηρίωση σχετικά με τον τρόπο με τον οποίο εκτέλεσαν δικαστική απόφαση περί αναγκαστικής εκτέλεσης, καθώς και σχετικά με τον τρόπο με τον οποίο τήρησαν τη νόμιμη σειρά κατάταξης των απαιτήσεων κατά την πληρωμή τους. Τα τραπεζικά ιδρύματα υποχρεούνται επίσης να κοινοποιούν πληροφορίες σχετικά με τους τραπεζικούς λογαριασμούς του οφειλέτη στους πιστωτές και το δικαστήριο. Με βάση απόφαση περί αναγκαστικής εκτέλεσης, το οικείο τραπεζικό ίδρυμα υποχρεώνεται να δεσμεύσει τα χρηματικά ποσά που τηρούνται στους λογαριασμούς του οφειλέτη έως το ποσό που ορίζεται στην απόφαση περί αναγκαστικής εκτέλεσης και, στη συνέχεια, να καταβάλει το εν λόγω ποσό στον δανειστή.

Σε περίπτωση που τραπεζικό ίδρυμα δεν συμμορφώθηκε με απόφαση του δικαστηρίου για κατάσχεση, εκχώρηση ή καταβολή οφειλόμενου ποσού, μπορεί να καταδικαστεί από το δικαστήριο, κατόπιν αιτήματος του δανειστή, να καταβάλει το ίδιο το εν λόγω ποσό στον δανειστή. Στην περίπτωση αυτή, το τραπεζικό ίδρυμα ευθύνεται έναντι του δανειστή για τη ζημιά που του προκάλεσε με τη μη συμμόρφωση με την απόφαση περί αναγκαστικής εκτέλεσης ή με την παραβίαση των νόμιμων διατάξεων σχετικά με την υποχρέωση κοινοποίησης πληροφοριών, τη σειρά κατάταξης των απαιτήσεων, και το ποσό και τον τρόπο ικανοποίησης των απαιτήσεων κατά τα προβλεπόμενα στην απόφαση περί αναγκαστικής εκτέλεσης.

Με βάση απόφαση περί αναγκαστικής εκτέλεσης, ο εργοδότης του οφειλέτη υποχρεώνεται να καταβάλει στον δανειστή ορισμένο εφάπαξ χρηματικό ποσό ή ορισμένες περιοδικές πληρωμές ποσών που άλλως θα δικαιούνταν ο οφειλέτης ως μισθό. Εντούτοις, ο οφειλέτης πρέπει να λαμβάνει μηνιαίως τουλάχιστον το 70 % του κατώτατου μισθού. Σε περίπτωση που εργοδότης δεν συμμορφώθηκε με απόφαση του δικαστηρίου για παρακράτηση και καταβολή οφειλόμενου ποσού, μπορεί να καταδικαστεί από το δικαστήριο, κατόπιν αιτήματος του δανειστή, να καταβάλει ο ίδιος το εν λόγω ποσό στον δανειστή. Στην περίπτωση αυτή, ο εργοδότης ευθύνεται έναντι του δανειστή για τη ζημιά που του προκάλεσε με τη μη συμμόρφωση με την απόφαση περί αναγκαστικής εκτέλεσης.

Ο οφειλέτης του οφειλέτη οφείλει να δηλώσει εάν αναγνωρίζει την κατασχεθείσα απαίτηση και έως ποιο ποσό, καθώς και εάν η υποχρέωσή του εξόφλησης της απαίτησης του οφειλέτη τελεί υπό την αίρεση της εκπλήρωσης άλλης υποχρέωσης. Σε περίπτωση που δεν προβεί σε δήλωση ή που η δήλωσή του είναι ψευδής, ευθύνεται έναντι του δανειστή για την ζημιά που αυτός υπέστη.

4.3 Ποια η ισχύς αυτών των μέτρων;

Η χρονική ισχύς των μέτρων που διατάσσει το δικαστήριο της εκτέλεσης εξαρτάται από τη φύση του εκάστοτε μέτρου. Οι διαδικασίες αναγκαστικής εκτέλεσης (και τα αποτελέσματα απόφασης που επιτρέπει την εκτέλεση) γενικά περατώνονται όταν ικανοποιηθεί η απαίτηση του δανειστή. Εάν η αναγκαστική εκτέλεση δεν είναι δυνατή για νομικούς ή πραγματικούς λόγους, η διαδικασία περατώνεται με την αναστολή της εκτέλεσης, η οποία έχει ως αποτέλεσμα την ακύρωση του συνόλου των μέτρων αναγκαστικής εκτέλεσης, εκτός αν η εν λόγω ακύρωση θα έθιγε δικαιώματα που απέκτησαν τρίτοι (για παράδειγμα, τα δικαιώματα των αγοραστών επί κατασχεθέντων κινητών περιουσιακών στοιχείων). Εντούτοις, ο δανειστής μπορεί να ζητήσει αναβολή της αναγκαστικής εκτέλεσης για έως ένα, κατ’ ανώτατο όριο, έτος και, στην περίπτωση αυτή, η απόφαση που επιτρέπει την εκτέλεση παραμένει σε ισχύ ακόμα και αν ο οφειλέτης δεν διαθέτει περιουσία κατά τον χρόνο της έκδοσης της απόφασης (δηλαδή, σε περίπτωση ύπαρξης πραγματικών εμποδίων που δεν επιτρέπουν την ικανοποίηση της απαίτησης του δανειστή).

Στις περιπτώσεις αναγκαστικής εκτέλεσης επί των τραπεζικών λογαριασμών του οφειλέτη, αν στους εν λόγω λογαριασμούς δεν υπάρχουν χρήματα ή ο οφειλέτης δεν έχει πρόσβαση στα χρήματα που υπάρχουν, το οικείο τραπεζικό ίδρυμα οφείλει να διατηρήσει την απόφαση περί αναγκαστικής εκτέλεσης στα αρχεία του για ένα έτος και να πληρώσει τον δανειστή μόλις υπάρξουν χρήματα στους λογαριασμούς του οφειλέτη ή μόλις ο οφειλέτης ανακτήσει το δικαίωμα διάθεσης των καταθέσεών του. Μέχρι το σημείο εκείνο, η αναγκαστική εκτέλεση δεν μπορεί να ανασταλεί.

Στην περίπτωση που, στο πλαίσιο κατάσχεσης κινητών περιουσιακών στοιχείων, ο δικαστικός επιμελητής δεν εντοπίσει περιουσιακά στοιχεία που να μπορούν να κατασχεθούν, ή που τα κατασχεθέντα περιουσιακά στοιχεία δεν επαρκούν για την ικανοποίηση της απαίτησης του δανειστή, ή που ο δικαστικός επιμελητής δεν μπορέσει να προβεί στην κατάσχεση διότι ο οφειλέτης είναι απών ή δεν παρέχει πρόσβαση στον σχετικό χώρο, ο δανειστής μπορεί, εντός τριών μηνών από την πρώτη απόπειρα κατάσχεσης, να ζητήσει από τον δικαστικό επιμελητή να επιχειρήσει εκ νέου την κατάσχεση. Μέχρι το σημείο εκείνο, η αναγκαστική εκτέλεση δεν μπορεί να ανασταλεί.

5 Υπάρχει δυνατότητα προσφυγής κατά της απόφασης που διατάσσει ένα τέτοιο μέτρο;

Δικαίωμα προσφυγής κατά των αποφάσεων του δικαστηρίου της εκτέλεσης έχουν ο οφειλέτης, ο δανειστής, κάθε τρίτος που διαθέτει δικαίωμα επί του αντικειμένου της αναγκαστικής εκτέλεσης το οποίο εμποδίζει την εκτέλεση, καθώς και κάθε αγοραστής αντικειμένου που αγοράστηκε στο πλαίσιο της διαδικασίας.

Οι πρωτόδικες αποφάσεις προσβάλλονται κατά κανόνα με έφεση. Κατ’ εξαίρεση, η απόφαση που επιτρέπει την εκτέλεση μπορεί επίσης να προσβληθεί με ανακοπή από τον οφειλέτη ή τρίτο που διαθέτει δικαίωμα επί του αντικειμένου της αναγκαστικής εκτέλεσης το οποίο εμποδίζει την εκτέλεση. Η ανακοπή πρέπει να είναι αιτιολογημένη. Στην ανακοπή ο οφειλέτης ή ο τρίτος πρέπει να περιγράφει το σύνολο των πραγματικών περιστατικών και να υποβάλλει αποδεικτικά στοιχεία που να τεκμηριώνουν την ανακοπή (ανακοπή οφειλέτη). Ο δανειστής δικαιούται να αντικρούσει την ανακοπή εντός 8 ημερών. Η απόφαση επί της ανακοπής υπόκειται σε έφεση.

Οποιοσδήποτε μπορεί να τεκμηριώσει ότι διαθέτει δικαίωμα επί του αντικειμένου της αναγκαστικής εκτέλεσης το οποίο εμποδίζει την εκτέλεση μπορεί να ασκήσει ανακοπή κατά της απόφασης περί αναγκαστικής εκτέλεσης και να ζητήσει από το δικαστήριο να αποφανθεί ότι δεν επιτρέπεται η αναγκαστική εκτέλεση (ανακοπή τρίτου). Ανακοπή μπορεί να ασκηθεί μέχρι την περάτωση της διαδικασίας αναγκαστικής εκτέλεσης. Σε περίπτωση που ο δανειστής δεν αντικρούσει την ανακοπή εντός της σχετικής προθεσμίας ή δηλώσει ότι δεν αντιτάσσεται στην ανακοπή, το δικαστήριο ακυρώνει την απόφαση περί αναγκαστικής εκτέλεσης στο σύνολό της ή εν μέρει και αναστέλλει την αναγκαστική εκτέλεση, ανάλογα με τις περιστάσεις της εκάστοτε υπόθεσης. Σε περίπτωση που ο δανειστής δηλώσει ότι αντιτάσσεται στην ανακοπή εντός της σχετικής προθεσμίας, το δικαστήριο απορρίπτει την ανακοπή. Ο τρίτος που έχει ασκήσει την ανακοπή μπορεί να ασκήσει αγωγή εντός 30 ημερών από την τελεσιδικία της απόφασης, προκειμένου να κριθεί εάν επιτρέπεται ή όχι αναγκαστική εκτέλεση επί του επίμαχου αντικειμένου.

Η έφεση και η ανακοπή υποβάλλονται στο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση. Κατά γενικό κανόνα, επί ανακοπής αποφαίνεται το ίδιο δικαστήριο που εξέδωσε την απόφαση περί αναγκαστικής εκτέλεσης, ενώ επί έφεσης αποφαίνεται το δευτεροβάθμιο δικαστήριο. Η απόφαση επί της έφεσης είναι τελεσίδικη.

Τα ένδικα μέσα της ανακοπής και της έφεσης πρέπει να ασκηθούν εντός οκτώ ημερών από την επίδοση της απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου. Κατ’ εξαίρεση, ανακοπή μπορεί να ασκηθεί και μετά την πάροδο της ως άνω προθεσμίας, και μέχρι την περάτωση της διαδικασίας αναγκαστικής εκτέλεσης, εφόσον η ανακοπή βασίζεται σε πραγματικό περιστατικό που αφορά την ίδια την απαίτηση, το οποίο προέκυψε αφότου η απόφαση κατέστη εκτελεστή και το οποίο δεν ήταν δυνατόν να προβληθεί εντός της αρχικής προθεσμίας.

Η άσκηση ανακοπής και έφεσης δεν αναστέλλει τα μέτρα αναγκαστικής εκτέλεσης στις διαδικασίες εκτέλεσης, με εξαίρεση το στάδιο της πληρωμής. Κατά γενικό κανόνα, ο δανειστής ικανοποιείται μόνον αφού η απόφαση καταστεί τελεσίδικη. Ο δανειστής μπορεί να ικανοποιηθεί πριν από την τελεσιδικία της απόφασης περί αναγκαστικής εκτέλεσης μόνο στην περίπτωση εκτέλεσης που επισπεύδεται βάσει εκτελεστού τίτλου που αφορά χρήματα του οφειλέτη που τηρούνται σε ίδρυμα πληρωμών (αναγκαστική εκτέλεση βάσει εκτελεστού τίτλου), υπό τον όρο ότι ο εκτελεστός τίτλος επισυνάπτεται στην αίτηση αναγκαστικής εκτέλεσης, με εξαίρεση τις εμπορικές απαιτήσεις, στις οποίες δεν απαιτείται η επισύναψη του εκτελεστού τίτλου.

Στις διαδικασίες εκτέλεσης, τα έκτακτα ένδικα μέσα είναι περιορισμένα.

6 Υπάρχουν περιορισμοί στην εκτέλεση, ιδίως όσον αφορά την προστασία του οφειλέτη ή τις προθεσμίες;

Αναγκαστική εκτέλεση για την ικανοποίηση χρηματικών απαιτήσεων και την εξασφάλιση τέτοιων απαιτήσεων δεν επιτρέπεται επί αντικειμένων και δικαιωμάτων τα οποία είναι απαραίτητα για την ικανοποίηση των βασικών βιοτικών αναγκών του οφειλέτη και των προσώπων τα οποία ο οφειλέτης υποχρεούται από τον νόμο να συντηρεί, ή τα οποία είναι απαραίτητα για την εκτέλεση του επαγγέλματος του οφειλέτη. Εντούτοις, επί ορισμένων από τα ως άνω αντικείμενα και δικαιώματα επιτρέπεται αναγκαστική εκτέλεση σε περιορισμένο βαθμό.

Σχετικοί σύνδεσμοι

Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροhttp://www.dz-rs.si/wps/portal/Home/deloDZ/zakonodaja/preciscenaBesedilaZakonov

Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροhttp://www.mp.gov.si/si/obrazci_evidence_mnenja_storitve/uporabni_seznami_imeniki_in_evidence/

Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροhttp://www.sodisce.si/

Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροhttps://www.uradni-list.si/glasilo-uradni-list-rs

Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροhttp://pisrs.si/


Την έκδοση αυτής της σελίδας στην εθνική γλώσσα διαχειρίζεται ο αντίστοιχος αρμόδιος επαφής του ΕΔΔ. Οι μεταφράσεις έχουν γίνει από την αρμόδια υπηρεσία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Οι τυχόν αλλαγές που επιφέρει η αρμόδια εθνική αρχή στο πρωτότυπο ενδέχεται να μην έχουν περιληφθεί ακόμα στις μεταφράσεις. Η Επιτροπή και το Ευρωπαϊκό Δικαστικό Δίκτυο δεν αναλαμβάνουν καμία απολύτως ευθύνη όσον αφορά πληροφορίες ή δεδομένα που περιέχονται ή αναφέρονται στο παρόν έγγραφο. Βλ. την ανακοίνωση νομικού περιεχομένου για τους κανόνες πνευματικής ιδιοκτησίας που ισχύουν στο κράτος μέλος που είναι αρμόδιο για την παρούσα σελίδα.

Τελευταία επικαιροποίηση: 24/08/2017

Διαδικασίες για την εφαρμογή δικαστικών αποφάσεων - Σλοβακία


1 Ποια η έννοια της εκτέλεσης στις αστικές και εμπορικές υποθέσεις;

Σύμφωνα με το άρθρο 232 παράγραφος 1 του νόμου αριθ. 160/2015 περί Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας για υποθέσεις αμφισβητούμενης δικαιοδοσίας (Civilný sporový poriadok), η εκτελεστότητα συνιστά χαρακτηριστικό κάθε απόφασης δικαστηρίου που επιβάλλει υποχρέωση συμμόρφωσης με την απόφαση, συνίσταται δε στη δυνατότητα άμεσης και απευθείας εκτέλεσης της απόφασης με έννομα μέσα. Με εξαίρεση τις υποθέσεις που αφορούν ανηλίκους, η εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις διέπεται από τον νόμο αριθ. 233/1995 περί δικαστικών επιμελητών και διαδικασιών εκτέλεσης, και περί τροποποίησης ορισμένων νόμων, όπως έχει τροποποιηθεί (Κώδικας Αναγκαστικής Εκτέλεσης) (Exekučný poriadok), σύμφωνα με τον οποίο μόνο οι αποφάσεις που φέρουν το χαρακτηριστικό της εκτελεστότητας συνιστούν εκτελεστούς τίτλους. Ο Κώδικας Αναγκαστικής Εκτέλεσης ορίζει ότι οι εκτελεστές αποφάσεις δικαστηρίου αποτελούν εκτελεστό τίτλο εάν παρέχουν δικαίωμα, επιβάλλουν υποχρέωση ή επηρεάζουν περιουσιακά στοιχεία. Το άρθρο 45 του Κώδικα Αναγκαστικής Εκτέλεσης προβλέπει και άλλους εκτελεστούς τίτλους βάσει των οποίων μπορεί να διενεργηθεί εκτέλεση, μεταξύ των οποίων αλλοδαπούς εκτελεστούς τίτλους και συμβολαιογραφικές πράξεις.

Η εκτέλεση αποφάσεων σε υποθέσεις που αφορούν ανηλίκους διέπεται από διαφορετικούς νομικούς κανόνες και δεν εμπίπτει στον Κώδικα Αναγκαστικής Εκτέλεσης. Καλύπτεται από τα άρθρα 370 και επ. του νόμου αριθ. 161/2015 περί Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας για υποθέσεις εκούσιας δικαιοδοσίας (Civilný mimosporový poriadok). Ο εν λόγω νόμος διέπει την εκτέλεση αποφάσεων:

- που αφορούν την επιμέλεια ανηλίκου, δικαιώματα επικοινωνίας ή υποχρεώσεις που σχετίζονται με τον ανήλικο εκτός από χρηματικές υποχρεώσεις,

- που αφορούν την επιστροφή ανηλίκου στο εξωτερικό σε περίπτωση παράνομης μετακίνησης ή κατακράτησης,

- στην περίπτωση που ειδικός νόμος ή διεθνής σύμβαση που δεσμεύει τη Σλοβακική Δημοκρατία προβλέπει την εκτελεστότητα σύμβασης ή δημόσιου εγγράφου που ρυθμίζει την επιμέλεια ανηλίκου, δικαιώματα επικοινωνίας ή υποχρεώσεις που σχετίζονται με τον ανήλικο εκτός από χρηματικές υποχρεώσεις.

Ως εκ τούτου, στη συνέχεια του παρόντος γίνεται διάκριση μεταξύ εκτέλεσης βάσει του Κώδικα Αναγκαστικής Εκτέλεσης και εκτέλεσης βάσει του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας για υποθέσεις εκούσιας δικαιοδοσίας.

2 Ποια αρχή ή ποιες αρχές είναι αρμόδιες για την εκτέλεση;

Εκτέλεση βάσει του Κώδικα Αναγκαστικής Εκτέλεσης

Η εκτέλεση διενεργείται από δικαστικό επιμελητή, ο οποίος είναι πρόσωπο διορισμένο και εξουσιοδοτημένο από το κράτος να διενεργεί διαδικασίες εκτέλεσης, οι οποίες συνιστούν άσκηση δημόσιας εξουσίας. Η εκτέλεση διενεργείται από δικαστικό επιμελητή εξουσιοδοτημένο από δικαστήριο: το δικαστήριο αναθέτει υποθέσεις εκδίδοντας άδεια εκτέλεσης σε μεμονωμένο δικαστικό επιμελητή, ο οποίος επιλέγεται τυχαία με τη χρήση τεχνολογίας και λογισμικού που έχουν εγκριθεί από το Υπουργείο, έτσι ώστε να αποκλείεται το ενδεχόμενο επηρεασμού της διαδικασίας ανάθεσης υποθέσεων. Κατάλογος των δικαστικών επιμελητών διατίθεται στον δικτυακό τόπο Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροhttp://www.ske.sk/. Αρμόδιο για τις διαδικασίες εκτέλεσης είναι το τοπικό δικαστήριο της Banská Bystrica (Okresný súd Banská Bystrica). Αυτό σημαίνει ότι η κατάθεση αιτήσεων για εκτέλεση πρέπει να γίνεται αποκλειστικά στο συγκεκριμένο δικαστήριο, ανεξάρτητα από τον τόπο διαμονής/μόνιμης κατοικίας του καθ’ ου ή του επισπεύδοντος (δηλ., του οφειλέτη ή του δανειστή). Επί της ουσίας, πάντως, το δικαστήριο αναθέτει την εκάστοτε υπόθεση σε δικαστικό επιμελητή διορισμένο στην περιφέρεια του περιφερειακού δικαστηρίου στην αρμοδιότητα του οποίου υπάγεται ο τόπος κατοικίας του οφειλέτη.

Εκτέλεση βάσει του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας για υποθέσεις εκούσιας δικαιοδοσίας

Η εκτέλεση απόφασης σε υπόθεση που αφορά ανήλικο μπορεί να διενεργηθεί μόνο από δικαστήριο κατά τόπο αρμόδιο δικαστήριο είναι κατ’ αρχήν το δικαστήριο στην αρμοδιότητα του οποίου υπάγεται ο τόπος κατοικίας του ανηλίκου, όπως αυτός έχει καθοριστεί με συμφωνία των γονέων ή με άλλον νόμιμο τρόπο. Αν το κατά τόπο αρμόδιο δικαστήριο δεν είναι γνωστό ή δεν δύναται να παρέμβει σε εύθετο χρόνο, η εκτέλεση διατάσσεται και διενεργείται από το δικαστήριο στην αρμοδιότητα του οποίου υπάγεται ο τόπος στον οποίο διαμένει κατά τη δεδομένη χρονική στιγμή ο ανήλικος. Κατά τόπο αρμόδιο δικαστήριο για την εκτέλεση μέτρου επείγοντος χαρακτήρα είναι το δικαστήριο που διέταξε το εν λόγω μέτρο. Αν το μέτρο επείγοντος χαρακτήρα έχει διαταχθεί από εφετείο, κατά τόπο αρμόδιο είναι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο. Κατά τόπο αρμόδιο δικαστήριο για την εκτέλεση απόφασης περί επιστροφής ανήλικου στο εξωτερικό σε περίπτωση παράνομης μετακίνησης ή κατακράτησης είναι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο.

Η απόφαση εκτελείται επομένως από τον ίδιο τον δικαστή, ο οποίος δύναται, πάντως, να εξουσιοδοτήσει δικαστικό υπάλληλο να διευθετήσει τη μετακίνηση του ανηλίκου. Κατά την εκτέλεση της απόφασης, ο εξουσιοδοτημένος δικαστικός υπάλληλος έχει εκ του νόμου την ίδια εξουσία με τον δικαστή.

3 Ποιες οι προϋποθέσεις υπό τις οποίες μπορεί να εκδοθεί ένας εκτελεστός τίτλος ή μια απόφαση;

3.1 Η διαδικασία

Η διαδικασία βάσει του Κώδικα Αναγκαστικής Εκτέλεσης

Σύμφωνα με το άρθρο 48 του Κώδικα Αναγκαστικής Εκτέλεσης, ο δανειστής (δηλ., ο δανειστής που προκύπτει από τον εκτελεστό τίτλο, το πρόσωπο στο οποίο επιδικάζεται απαίτηση πληρωμής δυνάμει εκτελεστής απόφασης) καταθέτει αίτηση εκτέλεσης αν ο οφειλέτης δεν συμμορφώνεται οικειοθελώς με την εκτελεστή απόφαση. Η διαδικασία εκτέλεσης κινείται επομένως κατόπιν αίτησης του διαδίκου ο οποίος δικαιούται να ζητήσει την πληρωμή της απαίτησης που απορρέει από τον εκτελεστό τίτλο.

Όπως προαναφέρεται, η αίτηση εκτέλεσης κατατίθεται ηλεκτρονικά στο τοπικό δικαστήριο της Banská Bystrica, δηλαδή αποστέλλεται στην ηλεκτρονική ταχυδρομική θυρίδα του δικαστηρίου με χρήση του προβλεπόμενου ηλεκτρονικού εντύπου, το οποίο διατίθεται στον δικτυακό τόπο του υπουργείου. Η αίτηση πρέπει να εγκριθεί σε αντίθετη περίπτωση, απορρίπτεται. Αν ο δανειστής ή ο εκπρόσωπός του δεν διαθέτουν ενεργοποιημένη ηλεκτρονική ταχυδρομική θυρίδα, η κατάθεση της αίτησης εκτέλεσης μπορεί να γίνει μέσω οποιουδήποτε δικαστικού επιμελητή. Στην περίπτωση αυτή, ο δικαστικός επιμελητής θεωρείται αντίκλητος του δανειστή για τις επιδόσεις έως ότου εκδοθεί η άδεια εκτέλεσης και δικαιούται, ως αντάλλαγμα, να λάβει αμοιβή και αποζημίωση για τα έξοδά του. Το ύψος των εξόδων και ο τρόπος υπολογισμού τους καθορίζονται από το υπουργείο με νομοθετική πράξη γενικής εφαρμογής. Η αίτηση εκτέλεσης πρέπει να περιλαμβάνει τα ακόλουθα στοιχεία:

α) το δικαστήριο προς το οποίο απευθύνεται,

β) τον δανειστή και τον οφειλέτη, αν ο τελευταίος συμμετέχει στη διαδικασία ως διάδικος,

γ) τον εκπρόσωπο του δανειστή και, αν η αίτηση ασκείται από περισσότερους του ενός δανειστές, τον κοινό εκπρόσωπο των δανειστών (υφίσταται, δηλαδή, υποχρέωση διορισμού κοινού εκπροσώπου),

δ) τον δικαστικό επιμελητή, αν η αίτηση εκτέλεσης κατατίθεται μέσω δικαστικού επιμελητή,

ε) τον εκτελεστό τίτλο βάσει του οποίου μπορεί να διενεργηθεί η εκτέλεση, ο οποίος και θεμελιώνει ουσιαστικά το έννομο συμφέρον για να ασκηθεί αίτηση εκτέλεσης κατά του οφειλέτη αν συντρέχει περίπτωση διαδοχής, πρέπει να παρατίθενται τα πραγματικά περιστατικά που στοιχειοθετούν τη διαδοχή,

στ) παράθεση των βασικών πραγματικών περιστατικών και αναφορά των αποδεικτικών στοιχείων που αποδεικνύουν τη σχέση με τον οφειλέτη, αν η εκτέλεση πρόκειται να διενεργηθεί βάσει εκτελεστού τίτλου ο οποίος επιδικάζει απαίτηση από συναλλαγματική ή γραμμάτιο σε διαταγή σε βάρος οφειλέτη ο οποίος είναι φυσικό πρόσωπο αυτό ισχύει επίσης αν η νομιμοποίηση κατάθεσης της αίτησης εκτέλεσης προκύπτει μέσω διαδοχικών οπισθογραφήσεων,

ζ) την απαίτηση αν πρόκειται για χρηματική απαίτηση, θα πρέπει να αναφέρονται χωριστά το κεφάλαιο της απαίτησης, οι επαναλαμβανόμενες και οι κεφαλαιοποιημένες παρεπόμενες απαιτήσεις, η συμβατική ποινή και τα έξοδα εκτέλεσης του δανειστή,

η) τον τραπεζικό λογαριασμό του δανειστή στον οποίον θα πρέπει να κατατεθεί το προϊόν της εκτέλεσης,

θ) τη διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου του δανειστή για ηλεκτρονική επικοινωνία με τον δικαστικό επιμελητή, αν ο δανειστής δεν διαθέτει ενεργοποιημένη ηλεκτρονική ταχυδρομική θυρίδα,

ι) δήλωση εκ μέρους του δανειστή σχετικά με την πλήρωση του όρου ή την εκπλήρωση της αντίθετης υποχρέωσης, αν ο εκτελεστός τίτλος διατάσσει τον οφειλέτη να συμμορφωθεί υπό την προϋπόθεση της πλήρωσης όρου ή της εκπλήρωσης αντίθετης υποχρέωσης, και αναφορά των συναφών αποδεικτικών στοιχείων,

ια) δήλωση εκ μέρους του δανειστή ότι η υποχρέωση που απορρέει από τον εκτελεστό τίτλο δεν έχει εκπληρωθεί οικειοθελώς σε περίπτωση εν μέρει μη εκπλήρωσης της υποχρέωσης, αυτό πρέπει να δηλωθεί κατά την ημερομηνία κατάθεσης της αίτησης εκτέλεσης,

ιβ) την ημερομηνία κατάθεσης της αίτησης.

Στην αίτηση εκτέλεσης πρέπει να εσωκλείονται τα ακόλουθα:

α) αντίγραφο του εκτελεστού τίτλου και βεβαίωση της εκτελεστότητάς του, εφόσον απαιτείται δεν χρειάζεται να εσωκλείεται τυχόν διαταγή πληρωμής που έχει εκδοθεί στο πλαίσιο διαδικασίας επιδίωξης της απαίτησης,

β) έγγραφο που αποδεικνύει τη διαδοχή αν η διαδοχή προκύπτει από τον νόμο ή το μητρώο επιχειρήσεων (Obchodný register), αρκεί απλή σχετική αναφορά,

γ) έγγραφο από το οποίο να προκύπτει ότι έχει πληρωθεί ο όρος ή εκπληρωθεί η αντίθετη υποχρέωση που τυχόν τίθεται ως προϋπόθεση από τον εκτελεστό τίτλο,

δ) η καταναλωτική σύμβαση και κάθε άλλο συμβατικό έγγραφο που σχετίζεται με την καταναλωτική σύμβαση, περιλαμβανομένων των εγγράφων στα οποία παραπέμπει η καταναλωτική σύμβαση, αν πρόκειται για εκτέλεση βάσει εκτελεστού τίτλου ο οποίος επιδικάζει απαίτηση από καταναλωτική σύμβαση η εν λόγω απαίτηση δεν τίθεται αν ο εκτελεστός τίτλος είναι διαταγή πληρωμής που έχει εκδοθεί στο πλαίσιο διαδικασίας επιδίωξης της απαίτησης.

Αν ο δανειστής αιτείται την εκτέλεση βάσει αλλοδαπού εκτελεστού τίτλου, πρέπει να εσωκλείσει επιπλέον έγγραφα, ανάλογα με το είδος του εν λόγω εκτελεστού τίτλου (άρθρο 48 παράγραφος 5 του Κώδικα Αναγκαστικής Εκτέλεσης).

Το δικαστήριο εξετάζει την αίτηση εκτέλεσης και, εφόσον αυτή πληροί τις απαιτήσεις του νόμου, εκδίδει τη σχετική άδεια και την επιδίδει σε δικαστικό επιμελητή, ο οποίος μεριμνά για τη διεξαγωγή της εκτέλεσης.

Η διαδικασία βάσει του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας για υποθέσεις εκούσιας δικαιοδοσίας

Οι διάδικοι σε διαδικασία που αφορά την εκτέλεση απόφασης είναι ο ανήλικος, καθώς και ο δανειστής και ο οφειλέτης δυνάμει του εκτελεστού τίτλου. Αν ο οφειλέτης δεν συμμορφωθεί οικειοθελώς με τον εκτελεστό τίτλο, ο δανειστής δύναται να καταθέσει αίτηση εκτέλεσης της απόφασης. Εντούτοις, σύμφωνα με τον Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας για υποθέσεις εκούσιας δικαιοδοσίας, το δικαστήριο δύναται να κινήσει και αυτεπάγγελτα τη σχετική διαδικασία. Η εκτέλεση της απόφασης είναι δυνατή αφού πρώτα εκδοθεί διαταγή εκτέλεσής της, η δε εκτέλεση μπορεί να διενεργηθεί και χωρίς να προηγηθεί επίδοση της διαταγής στους διαδίκους. Κατά την εκτέλεση της απόφασης, το δικαστήριο απομακρύνει τον ανήλικο από το πρόσωπο με το οποίο δεν θα έπρεπε να είναι σύμφωνα με την απόφαση, και μεριμνά για την παράδοση του ανήλικου στο πρόσωπο στο οποίο εμπιστεύεται τον ανήλικο η απόφαση ή στο πρόσωπο στο οποίο η απόφαση χορηγεί δικαίωμα επικοινωνίας με τον ανήλικο για περιορισμένο χρονικό διάστημα ή σε πρόσωπο εξουσιοδοτημένο να παραλάβει ανήλικο ο οποίος έχει μετακινηθεί ή κατακρατηθεί παρανόμως.

3.2 Οι κύριες προϋποθέσεις

Διαδικασία εκτέλεσης βάσει του Κώδικα Αναγκαστικής Εκτέλεσης

Οι προϋποθέσεις για τη διεξαγωγή διαδικασίας εκτέλεσης βάσει του Κώδικα Αναγκαστικής Εκτέλεσης είναι η ύπαρξη εκτελεστού τίτλου, η κατάθεση αίτησης εκτέλεσης και η καταβολή δικαστικών εξόδων (16,50 EUR). Τα δικαστικά έξοδα είναι πληρωτέα με την κατάθεση της αίτησης. Η καταβολή τους μπορεί να γίνει μόνο με ταχυδρομικό ή τραπεζικό έμβασμα. Τα στοιχεία χρέωσης για την καταβολή των δικαστικών εξόδων αποστέλλονται με αυτόματο τρόπο. Το δικαστήριο δεν απευθύνει πρόσκληση για την καταβολή των δικαστικών εξόδων αν δεν εξοφληθούν εντός 15 ημερών από την κατάθεση της αίτησης, η αίτηση απορρίπτεται. Αυτό δεν ισχύει αν ο δανειστής εξαιρείται από την πληρωμή δικαστικών εξόδων, περίπτωση στην οποία το δικαστήριο τον ενημερώνει σχετικά.

Μετά την έναρξη διαδικασίας εκτέλεσης που αφορά αξίωση για τη διενέργεια πράξης εκτός από την πληρωμή χρηματικού ποσού, ο δικαστικός επιμελητής του δανειστή μπορεί να ζητήσει την πληρωμή προκαταβολής για τα έξοδα της διαδικασίας αυτό δεν ισχύει αν ο δανειστής εξαιρείται από την πληρωμή δικαστικών εξόδων. Αν ο δανειστής δεν ανταποκριθεί στο αίτημα του δικαστικού επιμελητή και δεν πληρώσει την εν λόγω προκαταβολή εντός της προθεσμίας που έχει οριστεί από τον δικαστικό επιμελητή, η οποία δεν μπορεί να είναι μικρότερη των 15 ημερών, ο δικαστικός επιμελητής εκδίδει κοινοποίηση αναστολής της διαδικασίας εκτέλεσης.

Σύμφωνα με τον Κώδικα Αναγκαστικής Εκτέλεσης, εκτελεστό τίτλο αποτελούν οι εκτελεστές αποφάσεις δικαστηρίου εφόσον παρέχουν δικαίωμα, επιβάλλουν υποχρέωση ή επηρεάζουν περιουσιακά στοιχεία. Εκτελεστό τίτλο μπορεί να αποτελεί επίσης:

α) απόφαση θεσμικού ή άλλου οργάνου ή οργανισμού της Ευρωπαϊκής Ένωσης,

β) εκτελεστός τίτλος από άλλη χώρα που είναι εκτελεστός στη Σλοβακία,

γ) συμβολαιογραφική πράξη που περιέχει νομική υποχρέωση και προσδιορίζει τον δανειστή και τον οφειλέτη, τους νομικούς λόγους, το αντικείμενο και τον χρόνο της εκπλήρωσης, αν ο οφειλέτης στη συμβολαιογραφική πράξη έχει συγκατατεθεί στην εκτελεστότητα,

δ) εκτελεστή απόφαση που έχει εκδοθεί στο πλαίσιο διαιτησίας, περιλαμβανομένων των συμβιβασμών που έχουν εκδοθεί στο πλαίσιο διαιτησίας,

ε) απόφαση περί κληρονομίας,

στ) εκτελεστή απόφαση δημόσιας διοικητικής αρχής ή φορέα περιφερειακής αυτοδιοίκησης, περιλαμβανομένων των πράξεων επιβολής προστίμου που δεν έχουν πληρωθεί επιτόπου,

ζ) εκτίμηση πληρωμής, δήλωση καθυστερούμενων φόρων και τελών, και πράξη συμβιβασμού που έχει εγκριθεί από τον αρμόδιο φορέα,

η) εκτελεστή απόφαση και δήλωση καθυστερούμενων εισφορών κοινωνικής ασφάλειας, κοινωνικής ασφάλισης, σύνταξης γήρατος και δημόσιας ασφάλισης υγείας,

θ) άλλη εκτελεστή απόφαση, δήλωση καθυστερούμενων ποσών ή εγκεκριμένη πράξη συμβιβασμού που είναι εκτελεστή βάσει του νόμου,

ι) έγγραφο το οποίο έχει εκδοθεί βάσει της ισχύουσας σε άλλο κράτος μέλος της ΕΕ νομοθεσίας, εφόσον αφορά την είσπραξη απαίτησης κατά τα οριζόμενα στη συναφή νομοθεσία,

ια) κοινοποίηση της αναστολής διαδικασίας εκτέλεσης και πρόσκληση πληρωμής των εξόδων εκτέλεσης,

ιβ) εκτελεστός τίτλος που προσδιορίζεται στη συναφή νομοθεσία.

Διαδικασία εκτέλεσης βάσει του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας για υποθέσεις εκούσιας δικαιοδοσίας

Η μόνη προϋπόθεση για την εκτέλεση απόφασης είναι η ύπαρξη εκτελεστού τίτλου, καθώς το δικαστήριο δύναται να κινήσει και αυτεπάγγελτα τη σχετική διαδικασία το δικαστήριο δύναται να διατάξει και αυτεπαγγέλτως την εκτέλεση της απόφασης, ενώ η διαδικασία εκτέλεσης μέτρου επείγοντος χαρακτήρα διατάσσεται πάντοτε αυτεπάγγελτα από το δικαστήριο. Ο δανειστής δεν καταβάλλει δικαστικά έξοδα για την αίτηση, καθώς η συγκεκριμένη διαδικασία εξαιρείται από την καταβολή δικαστικών εξόδων.

4 Αντικείμενο και φύση των μέτρων εκτέλεσης

4.1 Ποια περιουσιακά στοιχεία μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο εκτέλεσης;

Περιουσιακά στοιχεία που υπόκεινται σε εκτέλεση βάσει του Κώδικα Αναγκαστικής Εκτέλεσης

Αν η εκτέλεση βασίζεται σε εκτελεστό τίτλο ο οποίος επιβάλλει υποχρέωση καταβολής χρηματικού ποσού, η εκτέλεση μπορεί να διενεργηθεί με τους ακόλουθους τρόπους:

α) κατάσχεση εισοδημάτων,

β) έκδοση διαταγής πληρωμής,

γ) πώληση κινητής περιουσίας,

δ) πώληση χρεογράφων,

ε) πώληση ακίνητης περιουσίας,

στ) πώληση επιχείρησης,

ζ) διαταγή αναστολής της ισχύος άδειας οδήγησης.

Αν πρόκειται για εκτέλεση που αποσκοπεί στην είσπραξη απαίτησης η οποία, χωρίς τις παρεπόμενες απαιτήσεις, δεν υπερβαίνει το ποσό των 2 000 EUR («εκτέλεση μικρής αξίας») κατά την ημερομηνία επίδοσης της αίτησης εκτέλεσης, η εκτέλεση δεν μπορεί να διενεργηθεί μέσω της πώλησης του ακινήτου στο οποίο ο οφειλέτης διατηρεί τη μόνιμη ή προσωρινή κατοικία του. Τούτο δεν θίγει, πάντως, το δικαίωμα επιβολής εμπράγματου βάρους επί του ακινήτου. Η εκτέλεση που αποσκοπεί στην είσπραξη απαίτησης διατροφής δεν θεωρείται εκτέλεση μικρής αξίας.

Εκτέλεση μέσω της πώλησης του ακινήτου στο οποίο ο οφειλέτης διατηρεί τη μόνιμη ή προσωρινή κατοικία του δύναται να διενεργηθεί μόνο με την έγκριση του δικαστηρίου, εφόσον υφίστανται περισσότερες διαδικασίες εκτέλεσης κατά του οφειλέτη για την είσπραξη απαιτήσεων οι οποίες υπερβαίνουν συνολικά το ποσό των 2 000 EUR και εφόσον ο δικαστικός επιμελητής μπορεί να αποδείξει ότι η απαίτηση δεν μπορεί να εισπραχθεί με οποιονδήποτε άλλον τρόπο. Αίτηση για την έγκριση της πώλησης του ακινήτου που αναφέρεται στην προηγούμενη περίοδο μπορεί να κατατεθεί από τον δικαστικό επιμελητή που επέβαλε πρώτο εμπράγματο βάρος στο ακίνητο, καθώς και, με την έγγραφη συγκατάθεση του εν λόγω δικαστικού επιμελητή, από δικαστικό επιμελητή του οποίου το εμπράγματο βάρος επιβλήθηκε σε μεταγενέστερη ημερομηνία.

Αν η εκτέλεση βασίζεται σε εκτελεστό τίτλο ο οποίος επιβάλλει υποχρέωση άλλη από την καταβολή χρηματικού ποσού, η μέθοδος εκτέλεσης εξαρτάται από τη φύση της υποχρέωσης. Μπορεί δε να διενεργηθεί με τους ακόλουθους τρόπους:

α) εκκένωση χώρου,

β) κατάσχεση ή καταστροφή ειδών με έξοδα του οφειλέτη,

γ) διανομή κοινού αντικειμένου,

δ) παροχή εργασίας και υπηρεσιών.

Η διαδικασία εκτέλεσης δεν μπορεί να θίξει περιουσιακά στοιχεία ή δικαιώματα τα οποία, σύμφωνα με τον Κώδικα Αναγκαστικής Εκτέλεσης ή ειδική νομοθεσία, δεν υπόκεινται σε εκτέλεση, εξαιρούνται από την εκτέλεση ή χαρακτηρίζονται απαράδεκτα προς εκτέλεση. Εκτέλεση βάσει ενεχύρου μπορεί επομένως να διενεργηθεί μόνο αν ο δανειστής είναι ο δικαιούχος του ενεχύρου ή αν ο δικαιούχος του ενεχύρου συναινεί στην εκτέλεση. Εκτέλεση μπορεί να διενεργηθεί μόνο εντός του εύρους της απαίτησης που αναφέρεται στην άδεια εκτέλεσης και για τα έξοδα εκτέλεσης αυτό δεν ισχύει αν η εκτέλεση διενεργείται μέσω της πώλησης κινητών που δεν μπορούν να διαιρεθούν ή μέσω της πώλησης ακινήτου όταν ο οφειλέτης δεν διαθέτει επαρκή εναλλακτικά περιουσιακά στοιχεία από τα οποία θα μπορούσε να ικανοποιηθεί η απαίτηση.

Δεν υπόκεινται σε εκτέλεση τα ακόλουθα:

α) ακίνητα που ανήκουν στο κράτος και τελούν υπό τη διαχείριση διαχειριστή σύμφωνα με ειδική νομοθεσία, εκτός των ακινήτων που τελούν υπό προσωρινή διαχείριση σύμφωνα με ειδική νομοθεσία,

β) έσοδα του κρατικού προϋπολογισμού, χρήματα στον τρεχούμενο λογαριασμό οργανισμού που χρηματοδοτείται από κρατικούς πόρους και απαιτήσεις από τις νομικές σχέσεις από τις οποίες απορρέουν τα εν λόγω έσοδα,

γ) χρεόγραφα που ανήκουν στο κράτος και τα εταιρικά μερίδια του κράτους σε νομικά πρόσωπα,

δ) χρήματα που προορίζονται για την κάλυψη του ελλείμματος του κρατικού προϋπολογισμού και του εθνικού χρέους,

ε) άλλα περιουσιακά στοιχεία του κράτους, κατά τα προβλεπόμενα σε ειδική νομοθεσία.

Τα άλλα κρατικά περιουσιακά στοιχεία και τα περιουσιακά στοιχεία της Τράπεζας Εξαγωγών-Εισαγωγών της Σλοβακικής Δημοκρατίας (Exportnoimportná banka Slovenskej republiky) δεν υπόκεινται σε εκτέλεση στο μέτρο που έχουν εξαιρεθεί από την εκτέλεση επειδή είναι σημαντικά για την επιτέλεση του κρατικού έργου ή για την επίτευξη κοινωφελούς σκοπού, ή επειδή τα περιουσιακά στοιχεία της Τράπεζας Εξαγωγών-Εισαγωγών είναι κρίσιμα για το έργο της. Στις περιπτώσεις αυτές, μπορεί να κατατεθεί αίτηση εξαίρεσης στοιχείων από την εκτέλεση, εντός 60 ημερών από την επίδοση της κοινοποίησης περί κίνησης της διαδικασίας εκτέλεσης. Όσον αφορά τα εν λόγω κρατικά περιουσιακά στοιχεία, διαδικασία εκτέλεσης μπορεί να διενεργηθεί μόνο επί κρατικών περιουσιακών στοιχείων που τελούν υπό τη διαχείριση διαχειριστή κρατικών περιουσιακών στοιχείων από τη δραστηριότητα του οποίου προέκυψε η απαίτηση του δανειστή.

Εκτέλεση απόφασης βάσει του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας για υποθέσεις εκούσιας δικαιοδοσίας

Το δικαστήριο απομακρύνει τον ανήλικο από το πρόσωπο με το οποίο δεν θα έπρεπε να είναι σύμφωνα με την απόφαση, και μεριμνά για την παράδοση του ανήλικου στο πρόσωπο στο οποίο εμπιστεύεται τον ανήλικο η απόφαση ή στο πρόσωπο στο οποίο η απόφαση χορηγεί δικαίωμα επικοινωνίας με τον ανήλικο για περιορισμένο χρονικό διάστημα ή σε πρόσωπο εξουσιοδοτημένο να παραλάβει ανήλικο ο οποίος έχει μετακινηθεί ή κατακρατηθεί παρανόμως. Ο δικαστής δύναται να εξουσιοδοτήσει δικαστικό υπάλληλο να διευθετήσει τη μετακίνηση του ανήλικου. Κατά την εκτέλεση της απόφασης, ο εξουσιοδοτημένος δικαστικός υπάλληλος έχει εκ του νόμου την ίδια εξουσία με τον δικαστή.

4.2 Ποια τα αποτελέσματα των μέτρων εκτέλεσης;

Μόλις αρχίσει η διαδικασία εκτέλεσης, ο δικαστικός επιμελητής ειδοποιεί τον δανειστή και τον οφειλέτη για την έναρξή της και για τον τρόπο διενέργειάς της, εφόσον αυτός μπορεί να προσδιοριστεί (πριν από την έκδοση της διαταγής εκτέλεσης), και καλεί τον οφειλέτη να ικανοποιήσει την απαίτηση. Στην κοινοποίηση της έναρξης της διαδικασίας εκτέλεσης αναγράφονται, μεταξύ άλλων, τα έξοδα σε περίπτωση εκπλήρωσης της υποχρέωσης εντός 15 ημερών από την επίδοση της εν λόγω κοινοποίησης, καθώς και τα έξοδα σε περίπτωση εκπνοής της προθεσμίας των 15 ημερών από την επίδοση της εν λόγω κοινοποίησης χωρίς ο οφειλέτης να εκπληρώσει την υποχρέωση εντός της προαναφερθείσας προθεσμίας.

Αποτελέσματα της κοινοποίησης της έναρξης διαδικασίας εκτέλεσης

Συνήθεις νομικές πράξεις

Μετά την επίδοση της κοινοποίησης περί έναρξης διαδικασίας εκτέλεσης, ο οφειλέτης υποχρεούται να απέχει από νομικές πράξεις που δεν αποτελούν συνήθεις νομικές πράξεις οι οποίες είναι δυνατό να απαιτηθούν από αυτόν μέσα σε εύλογα πλαίσια με βάση το ύψος και τη σπουδαιότητα της απαίτησης. Για τα νομικά πρόσωπα και τους ασκούντες ατομική επιχείρηση, συνήθεις νομικές πράξεις είναι οι νομικές πράξεις που είναι απαραίτητες για την εκτέλεση των δραστηριοτήτων οι οποίες αποτελούν το αντικείμενο της εργασίας ή της επιχειρηματικής δραστηριότητάς τους. Για τα λοιπά φυσικά πρόσωπα, συνήθεις νομικές πράξεις είναι οι νομικές πράξεις που είναι απαραίτητες για τη διασφάλιση της ικανοποίησης των τακτικών αναγκών τους, καθώς επίσης και των αναγκών των προσώπων τα οποία υποχρεούνται να διατρέφουν.

Ως συνήθεις νομικές πράξεις δεν θεωρούνται ιδίως τα ακόλουθα:

α) η σύσταση επιχείρησης, συνεταιρισμού ή άλλης νομικής οντότητας,

β) η απόκτηση ή μεταβίβαση εταιρικών μεριδίων σε επιχείρηση, συνεταιρισμό ή άλλη νομική οντότητα,

γ) η μεταβίβαση ή μίσθωση ακινήτου ή η επιβάρυνσή του με δικαίωμα τρίτου,

δ) η διενέργεια νομικής πράξης χωρίς εύλογο αντίτιμο.

Διάθεση περιουσιακών στοιχείων που υπόκεινται σε εκτέλεση

Μετά την επίδοση της κοινοποίησης περί έναρξης διαδικασίας εκτέλεσης, δεν είναι δυνατή η διάθεση περιουσιακών στοιχείων που υπόκεινται σε εκτέλεση χωρίς την προηγούμενη έγγραφη συγκατάθεση του δικαστικού επιμελητή, με εξαίρεση τις συνήθεις νομικές πράξεις. Η διάθεση περιουσιακών στοιχείων κατά παράβαση της προαναφερθείσας απαγόρευσης δεν θίγει την εγκυρότητα της νομικής πράξης, όμως η τελευταία είναι ανίσχυρη έναντι του δανειστή, και η απαίτηση του δανειστή μπορεί να ικανοποιηθεί μέσω εκτέλεσης επί των διατεθέντων περιουσιακών στοιχείων, χωρίς να απαιτείται προσβολή της νομικής πράξης εφόσον αφορά τη διάθεση περιουσιακών στοιχείων υπέρ των προσώπων που απαριθμούνται στο άρθρο 42a παράγραφοι 3 και 4 του Αστικού Κώδικα (Občiansky zákonník) τα οποία είχαν γνώση της διαδικασίας εκτέλεσης ή θα είχαν γνώση αυτής αν είχαν επιδείξει την απαιτούμενη επιμέλεια.

Συμψηφισμός απαιτήσεων

Μετά την έναρξη της διαδικασίας εκτέλεσης, δεν επιτρέπεται μονομερής συμψηφισμός της απαίτησης του οφειλέτη έναντι του δανειστή, εκτός εάν επιτρέπεται από εκτελεστό τίτλο βάσει του οποίου ο οφειλέτης θα μπορούσε να προβεί σε εκτέλεση.

Αποτελέσματα της ικανοποίησης απαίτησης

Μετά την επίδοση της κοινοποίησης περί έναρξης διαδικασίας εκτέλεσης, ικανοποίηση της απαίτησης επέρχεται μόνο αν ο δικαστικός επιμελητής λάβει πληρωμή η οποία αντιστοιχεί στο οφειλόμενο ποσό. Σε περίπτωση που πραγματοποιηθεί πληρωμή έναντι της απαίτησης πριν από την επίδοση της κοινοποίησης περί έναρξης διαδικασίας εκτέλεσης, ο δανειστής οφείλει να ενημερώσει σχετικά τον δικαστικό επιμελητή χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση.

4.3 Ποια η ισχύς αυτών των μέτρων;

Η ισχύς των εν λόγω μέτρων δεν υπόκειται σε χρονικούς περιορισμούς.

5 Υπάρχει δυνατότητα προσφυγής κατά της απόφασης που διατάσσει ένα τέτοιο μέτρο;

Αναστολή και παύση της εκτέλεσης βάσει του Κώδικα Αναγκαστικής Εκτέλεσης

Ο οφειλέτης δύναται να αναστείλει προσωρινά την εκτέλεση ζητώντας από τον δικαστικό επιμελητή αναστολή της εκτέλεσης (στην περίπτωση αυτή, ο δικαστικός επιμελητής εκδίδει κοινοποίηση αναστολής της διαδικασίας εκτέλεσης) ιδίως για τους ακόλουθους λόγους που αφορούν τον οφειλέτη:

α) έχει κατατεθεί αγωγή αποχωρισμού (vylučovacia žaloba) ή εκκρεμεί δίκη αναγνώρισης της κυριότητας, εφόσον αφορά τα περιουσιακά στοιχεία που υπόκεινται σε εκτέλεση,

β) ο οφειλέτης, ο οποίος είναι φυσικό πρόσωπο, έχει καταθέσει αίτηση για να του επιτραπεί η πληρωμή σε δόσεις η οποία εξετάζεται,

γ) ο οφειλέτης, ο οποίος είναι φυσικό πρόσωπο, έχει καταθέσει αίτηση για αναστολή της εκτέλεσης και έχει δηλώσει ότι, χωρίς να ευθύνεται ο ίδιος, βρίσκεται προσωρινά σε θέση στην οποία η άμεση εκτέλεση μπορεί να έχει ιδιαίτερα σοβαρές επιπτώσεις στον ίδιο ή στα μέλη της οικογένειάς του,

δ) σε διαδικασία εκτέλεσης για την καταβολή διατροφής, ο οφειλέτης έχει καταβάλει την οφειλόμενη διατροφή, καθώς και τα έξοδα του δανειστή και του δικαστικού επιμελητή, έχει καταθέσει αίτηση για αναστολή της εκτέλεσης και έχει δηλώσει ότι θα συνεχίσει οικειοθελώς να καταβάλλει τακτική διατροφή μέσω του δικαστικού επιμελητή,

ε) ο οφειλέτης, ο οποίος έχει καταθέσει αίτηση για παύση της διαδικασίας εκτέλεσης, έχει καταθέσει εγγύηση ίση με την αξία της απαίτησης σε ειδικό λογαριασμό τον οποίον άνοιξε ο δικαστικός επιμελητής για τον συγκεκριμένο σκοπό.

Ο οφειλέτης μπορεί επίσης να ζητήσει από το δικαστήριο την παύση της διαδικασίας εκτέλεσης, για τους ακόλουθους λόγους:

α) περιστάσεις μετά την έναρξη ισχύος του εκτελεστού τίτλου είχαν ως αποτέλεσμα την απόσβεση της υποχρέωσης,

β) ο εκτελεστός τίτλος έχει ακυρωθεί,

γ) βάσει ειδικής νομοθεσίας, υπάρχουν λόγοι για τους οποίους δεν επιτρέπεται η αναγνώριση ή η εκτέλεση αλλοδαπού εκτελεστού τίτλου, εκτός εάν μπορούσαν να έχουν προβληθεί σε προγενέστερο στάδιο της διαδικασίας,

δ) υπάρχουν άλλοι λόγοι που εμποδίζουν την εκτέλεση του εκτελεστού τίτλου.

Ο οφειλέτης μπορεί να καταθέσει αίτηση με ανασταλτικό αποτέλεσμα στον δικαστικό επιμελητή μόνο εντός 15 ημερών από την επίδοση της κοινοποίησης περί έναρξης διαδικασίας εκτέλεσης. Σε αιτήσεις αναστολής της εκτέλεσης που κατατίθενται μεταγενέστερα (οι οποίες δεν έχουν ανασταλτικό αποτέλεσμα), ο οφειλέτης μπορεί μόνο να επικαλεστεί παράγοντες που προέκυψαν μετά την εκπνοή της προαναφερθείσας προθεσμίας. Σε επόμενες αιτήσεις αναστολής της εκτέλεσης, ο οφειλέτης μπορεί να επικαλεστεί μόνο παράγοντες που προέκυψαν μετά την κατάθεση της προηγούμενης αίτησης αναστολής της εκτέλεσης. Οι περιορισμοί που προαναφέρονται δεν ισχύουν αν υφίστανται επίσης παράγοντες τους οποίους ο οφειλέτης δεν ήταν σε θέση να επικαλεστεί νωρίτερα χωρίς δική του υπαιτιότητα. Αν ο δανειστής συναινέσει στην παύση της εκτέλεσης, ο δικαστικός επιμελητής εκδίδει κοινοποίηση περί παύσης της διαδικασίας εκτέλεσης, η οποία επιδίδεται στους διαδίκους και στο δικαστήριο σε αντίθετη περίπτωση, εντός πέντε εργάσιμων ημερών από την εκπνοή της προθεσμίας απάντησης, ο δικαστικός επιμελητής του δανειστή καταθέτει στο αρμόδιο δικαστήριο αίτηση παύσης της εκτέλεσης, μαζί με τη δήλωση του δικαστικού επιμελητή και την τυχόν δήλωση του δανειστή.

Καταρχήν, δεν είναι δυνατή η άσκηση «ένδικων μέσων» κατά μεταγενέστερων αποφάσεων του δικαστικού επιμελητή και του δικαστηρίου σε διαδικασίες εκτέλεσης, πέραν των νόμιμων εξαιρέσεων που προβλέπει ο Κώδικας Αναγκαστικής Εκτέλεσης.

Εκτέλεση απόφασης βάσει του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας για υποθέσεις εκούσιας δικαιοδοσίας

Επιτρέπεται η άσκηση έφεσης κατά διαταγής για την εκτέλεση απόφασης, καθώς και κατά διαταγής που απορρίπτει αίτηση για την εκτέλεση απόφασης. Έφεση κατά διαταγής για την εκτέλεση απόφασης μπορεί να ασκηθεί μόνο για τον λόγο ότι ο εκτελεστός τίτλος δεν είναι εκτελεστός ή για τον λόγο ότι περιστάσεις μετά την έναρξη ισχύος του εκτελεστού τίτλου είχαν ως αποτέλεσμα την απόσβεση της υποχρέωσης. Η άσκηση έφεσης κατά διαταγής για την εκτέλεση απόφασης δεν κωλύει την εκτέλεση από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο.

Το δικαστήριο μπορεί να αναβάλει αυτεπάγγελτα την εκτέλεση απόφασης εφόσον η εκτέλεση εγκυμονεί σοβαρούς κινδύνους για τη ζωή, την υγεία ή την ανάπτυξη του ανήλικου. Κατόπιν σχετικής αίτησης, το δικαστήριο δύναται να αναβάλει την εκτέλεση αλλοδαπής απόφασης εφόσον αυτή έχει προσβληθεί στη χώρα στην οποία εκδόθηκε, μέχρις ότου εκδοθεί η κατ’ έφεση απόφαση. Το δικαστήριο αναβάλλει επίσης την εκτέλεση απόφασης εφόσον έτσι ορίζεται από ειδικό νομοθέτημα.

Περαιτέρω, το δικαστήριο παύει αυτεπάγγελτα τη διαδικασία εκτέλεσης απόφασης εάν:

α) ο εκτελεστός τίτλος δεν έχει καταστεί ακόμη εκτελεστός,

β) ο εκτελεστός τίτλος ακυρώθηκε μετά την έκδοση της διαταγής εκτέλεσης της απόφασης αν ο εκτελεστός τίτλος έχει τροποποιηθεί, το δικαστήριο δύναται να συνεχίσει την εκτέλεση της απόφασης σύμφωνα με τον τροποποιημένο εκτελεστό τίτλο,

γ) το δικαστήριο έχει κρίνει απαράδεκτη την εκτέλεση της απόφασης διότι υπάρχει άλλος λόγος για τον οποίον δεν μπορεί να εκτελεστεί η απόφαση,

δ) περιστάσεις μετά την έναρξη ισχύος του εκτελεστού τίτλου είχαν ως αποτέλεσμα την απόσβεση της υποχρέωσης,

ε) η υποχρέωση έχει εκπληρωθεί,

στ) η απόφαση έχει εκτελεστεί.

6 Υπάρχουν περιορισμοί στην εκτέλεση, ιδίως όσον αφορά την προστασία του οφειλέτη ή τις προθεσμίες;

Βλ. σημεία 4 και 5. Ο δικαστικός επιμελητής είναι αρμόδιος να αποφασίσει τη μέθοδο εκτέλεσης που είναι ανάλογη της προς πραγμάτωση υποχρέωσης, καθώς και κατά πόσον η αξία των κατασχεμένων περιουσιακών στοιχείων του οφειλέτη είναι αντίστοιχη της αξίας της υποχρέωσης. Εκτέλεση μπορεί να διενεργηθεί μόνο εντός του εύρους της απαίτησης που αναφέρεται στην άδεια εκτέλεσης και για τα έξοδα εκτέλεσης αυτό δεν ισχύει αν η εκτέλεση διενεργείται μέσω της πώλησης κινητών που δεν μπορούν να διαιρεθούν ή μέσω της πώλησης ακινήτου όταν ο οφειλέτης δεν διαθέτει επαρκή εναλλακτικά περιουσιακά στοιχεία από τα οποία θα μπορούσε να ικανοποιηθεί η απαίτηση.

Το δικαστήριο οφείλει επίσης να απορρίψει αίτηση εκτέλεσης εάν:

α) η αίτηση ή ο εκτελεστός τίτλος παραβιάζουν τον Κώδικα Αναγκαστικής Εκτέλεσης,

β) υπάρχουν λόγοι που επιτάσσουν την παύση της εκτέλεσης,

γ) είτε ο δανειστής είτε ο οφειλέτης δεν αποτελούν νόμιμο διάδοχο του προσώπου που αναφέρεται στον εκτελεστό τίτλο,

δ) η εκτέλεση ζητείται βάσει εκτελεστού τίτλου που εκδόθηκε στο πλαίσιο διαδικασίας η οποία αφορούσε απαίτηση από συναλλαγματική ή γραμμάτιο σε διαταγή και έχει προκύψει ότι η απαίτηση απέρρεε από καταναλωτική σύμβαση ως προς την οποία δεν λήφθηκε υπόψη ότι περιείχε απαράδεκτους συμβατικούς όρους, ή ο περιορισμός ή η απαγόρευση της χρήσης συναλλαγματικής ή γραμματίου σε διαταγή, ή το γεγονός ότι η σύμβαση παραβίαζε τα χρηστά ήθη, γεγονός που επηρεάζει την απαίτηση,

ε) ο εκτελεστός τίτλος εκδόθηκε σε διαδικασία στο πλαίσιο της οποίας δεν ήταν δυνατόν να προσβληθούν ή να επανεξεταστούν τυχόν απαράδεκτοι συμβατικοί όροι και η ύπαρξη απαράδεκτου όρου επηρεάζει την προς πραγμάτωση απαίτηση, που απορρέει από καταναλωτική σύμβαση,

στ) η εκτέλεση πρόκειται να διενεργηθεί βάσει διαιτητικής απόφασης που εκδόθηκε για καταναλωτική διαφορά, και:

1. η ρήτρα υπαγωγής της διαφοράς σε διαιτησία δεν πληροί τις απαιτήσεις που προβλέπονται σε ειδική νομοθεσία,

2. η διαιτητική απόφαση επί της καταναλωτικής διαφοράς δεν εκδόθηκε από διαιτητή ο οποίος, κατά τον χρόνο της διεξαγωγής της διαιτησίας, ήταν εγγεγραμμένος στον κατάλογο των διαιτητών που νομιμοποιούνται να κρίνουν καταναλωτικές διαφορές,

3. η διαιτητική απόφαση επί της καταναλωτικής διαφοράς δεν εκδόθηκε από αναγνωρισμένο διαιτητικό δικαστήριο το οποίο, κατά τον χρόνο της διεξαγωγής της διαιτησίας, νομιμοποιούνταν να κρίνει καταναλωτικές διαφορές,

4. η διαιτητική απόφαση δεν πληροί τους όρους που προβλέπονται σε ειδική νομοθεσία ή δεν είναι εκτελεστή,

ζ) η αίτηση περιλαμβάνει αξίωση για επαναλαμβανόμενες παρεπόμενες απαιτήσεις, και κατατέθηκε μετά το πέρας τριών ετών από τη χρονική στιγμή που ο εκτελεστός τίτλος κατέστη εκτελεστός και χωρίς να έχει ζητηθεί από τον οφειλέτη να πληρώσει το χρέος εντός των τριών τελευταίων μηνών πριν από την κατάθεση της αίτησης εκτέλεσης, ή χωρίς να έχει συναφθεί συμφωνία με τον οφειλέτη για τη σταδιακή αποπληρωμή της απαίτησης που επιδικάζεται με τον εκτελεστό τίτλο κατά το διάστημα των τριών ετών από τη χρονική στιγμή που ο εκτελεστός τίτλος κατέστη εκτελεστός,

η) η εκτέλεση ζητείται βάσει εκτελεστού τίτλου ο οποίος είναι συμβολαιογραφική πράξη που δεν πληροί τις νόμιμες απαιτήσεις ή η υποχρέωση που περιέχεται σε αυτόν παραβιάζει τον νόμο ή τα χρηστά ήθη.

Στο πλαίσιο της εκτέλεσης, το δικαστήριο δύναται να ζητεί από τον δικαστικό επιμελητή διευκρινίσεις ή αναφορές για την πρόοδο κάθε υπόθεσης εκτέλεσης που του έχει ανατεθεί, και ο δικαστικός επιμελητής υποχρεούται να τις παρέχει στο δικαστήριο εντός της καθορισθείσας προθεσμίας. Το δικαστήριο δύναται επίσης να αντικαταστήσει αυτεπάγγελτα τον δικαστικό επιμελητή αν αυτός υποπέσει σε επανειλημμένη ή σοβαρή παραβίαση υποχρέωσης που προβλέπεται στον Κώδικα Αναγκαστικής Εκτέλεσης ή στην απόφαση του δικαστηρίου. Προτού λάβει απόφαση αντικατάστασης του δικαστικού επιμελητή, το δικαστήριο καλεί σε ακρόαση τους διαδίκους και τον ίδιο τον δικαστικό επιμελητή.

Όταν η εκτέλεση διενεργείται με κατάσχεση εισοδημάτων, δεν μπορεί να αφαιρεθεί από τον μηνιαίο μισθό ή το άλλο εισόδημα του οφειλέτη ένα βασικό ποσό η κυβέρνηση ορίζει τις μεθόδους υπολογισμού του εν λόγω βασικού ποσού με κανονιστική διάταξη. Αν πρόκειται για τη διατροφή ανήλικου τέκνου, το βασικό ποσό που δεν μπορεί να αφαιρεθεί από τον μηνιαίο μισθό του οφειλέτη ανέρχεται στο 70 % του βασικού ποσού που υπολογίζεται κατά τα οριζόμενα στην προηγούμενη περίοδο. Αν πρόκειται για πρόσωπο που εργάζεται στο εξωτερικό και του οποίου ο μισθός ή οι αποδοχές υπολογίζονται για τον συγκεκριμένο σκοπό με τη χρήση συντελεστή αποδοχών ή ανάλογης μεθόδου, το βασικό ποσό υπολογίζεται με τον ίδιο τρόπο και με την ίδια αναλογία όπως ο εν λόγω μισθός ή οι αποδοχές.

Σε περίπτωση που η εκτέλεση συνίσταται στην κατάσχεση καταθέσεων σε τραπεζικό λογαριασμό, από την κατάσχεση εξαιρούνται ποσό 165 EUR και τα κεφάλαια για τα οποία ο οφειλέτης δηλώνει ρητά ότι προορίζονται για την πληρωμή των μισθών των υπαλλήλων του. Αν ο οφειλέτης διαθέτει περισσότερους από έναν λογαριασμούς, από την κατάσχεση εξαιρείται ποσό 165 EUR σε έναν μόνο τραπεζικό λογαριασμό.

Όσον αφορά τα αντικείμενα που ανήκουν στον οφειλέτη, εξαιρούνται από την εκτέλεση τα αντικείμενα που χρειάζεται ο οφειλέτης για να ικανοποιήσει τις υλικές ανάγκες του ιδίου και της οικογενείας του, αυτά που χρειάζεται για την εργασία ή την επιχείρησή του και αυτά των οποίων η πώληση θα αντέβαινε στα χρηστά ήθη.

Από τη διαδικασία εκτέλεσης εξαιρούνται τα ακόλουθα:

α) είδη καθημερινής ένδυσης, περιλαμβανομένων των εσωρούχων, και υπόδησης,

β) ο βασικός οικιακός εξοπλισμός, και συγκεκριμένα τα κρεβάτια του οφειλέτη και των μελών της οικογενείας του, ένα τραπέζι και καρέκλες αναλόγως του αριθμού των μελών της οικογένειας του οφειλέτη, ένα ψυγείο, μία κουζίνα μαγειρέματος, μία εστία μαγειρικής, μία συσκευή θέρμανσης, καύσιμα, ένα πλυντήριο, παπλώματα και πανικά κρεβατιού, τα συνήθη σκεύη κουζίνας, ένα ραδιόφωνο,

γ) τα κατοικίδια ζώα, πέραν αυτών που χρησιμοποιούνται για επιχειρηματικούς σκοπούς,

δ) αντικείμενα που ανήκουν στον οφειλέτη και τα οποία χρησιμεύουν για την εργασία ή την επιχείρησή του, συνολικής αξίας έως 331,94 EUR,

ε) ιατροφαρμακευτικά και λοιπά είδη τα οποία χρειάζεται ο οφειλέτης λόγω ασθένειας ή σωματικής αναπηρίας,

στ) είδη για τα οποία έχουν χορηγηθεί παροχές για την κάλυψη υλικών αναγκών και επιδόματα βάσει ειδικής νομοθεσίας οικονομικές ενισχύσεις που παρέχονται βάσει ειδικής νομοθεσίας ως αντιστάθμιση για σοβαρή αναπηρία και μέτρα οικονομικής φύσης που παρέχονται δυνάμει ειδικής νομοθεσίας για την προστασία τέκνων,

ζ) αυτοκίνητο όχημα το οποίο ο οφειλέτης, ο οποίος είναι φυσικό πρόσωπο, χρειάζεται για τις προσωπικές του μετακινήσεις και για την κάλυψη των αναγκών φυσικού προσώπου με σοβαρή αναπηρία καθώς και των αναγκών της οικογενείας του ή των μελών του νοικοκυριού του,

η) βέρες αρραβώνα και γάμου,

θ) μετρητά συνολικού ποσού έως 165 EUR,

ι) σχολικά βιβλία και παιχνίδια.

Από τη διαδικασία εκτέλεσης αποκλείονται επίσης αντικείμενα που αποτελούν μέρος της γεωργικής εκμετάλλευσης ανεξάρτητου εμπόρου, εφόσον η απώλειά τους δύναται να θέσει σε κίνδυνο την καλλιέργεια γεωργικής γης ή την αδιάλειπτη συνέχιση της φυτικής και ζωικής παραγωγής, βάσει ειδικής νομοθεσίας, καθώς και ζώα αναπαραγωγής όπως, π.χ., αγελάδες γαλακτοπαραγωγής, δαμάλες, καθαρόαιμοι ταύροι, καθαρόαιμοι θηλυκοί χοίροι, καθαρόαιμοι αρσενικοί χοίροι, προβατίνες και καθαρόαιμα κριάρια.

Από τη διαδικασία εκτέλεσης αποκλείονται τα περιουσιακά στοιχεία που διατηρεί ο αποταμιευτής σε συνταξιοδοτικό ταμείο, καθώς και τα περιουσιακά στοιχεία που διατηρεί ο συμμετέχων σε επικουρικό συνταξιοδοτικό ταμείο, τα οποία αντιστοιχούν στο ύψος των εισφορών που κατέβαλε ο εργοδότης για τον εν λόγω συμμετέχοντα και στα έσοδα από τις επενδύσεις τους.

Σε ισχύ από την 1η Απριλίου 2017


Την έκδοση αυτής της σελίδας στην εθνική γλώσσα διαχειρίζεται ο αντίστοιχος αρμόδιος επαφής του ΕΔΔ. Οι μεταφράσεις έχουν γίνει από την αρμόδια υπηρεσία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Οι τυχόν αλλαγές που επιφέρει η αρμόδια εθνική αρχή στο πρωτότυπο ενδέχεται να μην έχουν περιληφθεί ακόμα στις μεταφράσεις. Η Επιτροπή και το Ευρωπαϊκό Δικαστικό Δίκτυο δεν αναλαμβάνουν καμία απολύτως ευθύνη όσον αφορά πληροφορίες ή δεδομένα που περιέχονται ή αναφέρονται στο παρόν έγγραφο. Βλ. την ανακοίνωση νομικού περιεχομένου για τους κανόνες πνευματικής ιδιοκτησίας που ισχύουν στο κράτος μέλος που είναι αρμόδιο για την παρούσα σελίδα.

Τελευταία επικαιροποίηση: 18/02/2019

Διαδικασίες για την εφαρμογή δικαστικών αποφάσεων - Σουηδία


1 Ποια η έννοια της εκτέλεσης στις αστικές και εμπορικές υποθέσεις;

Υποθέσεις αναγκαστικής εκτέλεσης δυνάμει του κώδικα αναγκαστικής εκτέλεσης (utsökningsbalken)

Η αναγκαστική εκτέλεση συνίσταται στην επιβολή, από εκτελεστική αρχή, της συμμόρφωσης με υποχρέωση η οποία αποτελεί απόφαση δικαστηρίου ή άλλου οργάνου. Η αναγκαστική εκτέλεση σχετίζεται γενικά με υποχρέωση καταβολής χρηματικού ποσού ή αλλαγής κατοικίας. Άλλος τύπος αναγκαστικής εκτέλεσης είναι η μεσεγγύηση ή άλλα ασφαλιστικά μέτρα.

Η αναγκαστική εκτέλεση που συνδέεται με υποχρέωση πληρωμής εφαρμόζεται μέσω κατάσχεσης. Η κατάσχεση επιτρέπει τη δήμευση περιουσίας που ανήκει στον οφειλέτη. Αν η υποχρέωση απαιτεί από ένα πρόσωπο να αλλάξει, π.χ., κατοικία, η εκτέλεση εφαρμόζεται μέσω έξωσης. Διαφορετικά, η αναγκαστική εκτέλεση λαμβάνει συνήθως τη μορφή διαταγής της αρμόδιας για την εκτέλεση αρχής προς το πρόσωπο κατά του οποίου ζητήθηκε η αναγκαστική εκτέλεση προκειμένου να προβεί σε ενέργεια ή να συμμορφωθεί με δικαστική εντολή ή με άλλη απόφαση. Η αρμόδια για την εκτέλεση αρχή είναι δυνατό να επιβάλει πρόστιμο.

Υποθέσεις αναγκαστικής εκτέλεσης δυνάμει του κώδικα τέκνων και γονέων (föräldrabalken)

Η αναγκαστική εκτέλεση δυνάμει του κώδικα τέκνων και γονέων σχετίζεται με πρακτικά μέτρα εφαρμογής τα οποία απορρέουν από απόφαση ή συμφωνία για την επιμέλεια, τον τόπο κατοικίας, την επικοινωνία ή την παράδοση παιδιών. Το δικαστήριο που αποφασίζει για την αναγκαστική εκτέλεση μπορεί να επιβάλει πρόστιμο ή να διατάξει αστυνομική κράτηση. Οι ίδιοι κανόνες σχετικά με την αναγκαστική εκτέλεση ισχύουν επίσης κατά την επιβολή αποφάσεων αλλοδαπών δικαστηρίων δυνάμει του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 2201/2003 του Συμβουλίου (κανονισμός «Βρυξέλλες ΙΙ»), αν η αναγκαστική εκτέλεση αφορά το πρόσωπο του τέκνου. Ωστόσο, αν η αναγκαστική εκτέλεση αφορά την περιουσία ή τα δικαστικά έξοδα του τέκνου, εφαρμογή έχει ο κώδικας αναγκαστικής εκτέλεσης.

2 Ποια αρχή ή ποιες αρχές είναι αρμόδιες για την εκτέλεση;

Την αναγκαστική εκτέλεση αναλαμβάνει η σουηδική Υπηρεσία Αναγκαστικής Εκτέλεσης (Kronofogdemyndigheten). Η Υπηρεσία Αναγκαστικής Εκτέλεσης αποφασίζει, επομένως, π.χ. περί κατάσχεσης. Ένας ανώτερος υπάλληλος αναγκαστικής εκτέλεσης αναλαμβάνει τη γενική νομική ευθύνη για το μέτρο, ενώ οι πρακτικές πτυχές της εκτέλεσης διεκπεραιώνονται από άλλους υπαλλήλους (διαχειριστές αναγκαστικής εκτέλεσης).

3 Ποιες οι προϋποθέσεις υπό τις οποίες μπορεί να εκδοθεί ένας εκτελεστός τίτλος ή μια απόφαση;

3.1 Η διαδικασία

Υποθέσεις αναγκαστικής εκτέλεσης δυνάμει του κώδικα αναγκαστικής εκτέλεσης

Για την εφαρμογή μέτρου αναγκαστικής εκτέλεσης, πρέπει να υπάρχει απόφαση ή άλλος εκτελεστός τίτλος.

Οι ακόλουθοι εκτελεστοί τίτλοι είναι δυνατό να αποτελέσουν βάση για αναγκαστική εκτέλεση:

  • απόφαση, ετυμηγορία ή διαταγή δικαστηρίου,
  • διακανονισμός που έχει επικυρωθεί από δικαστήριο ή συμφωνία διαμεσολάβησης η οποία έχει κηρυχθεί εκτελεστή από δικαστήριο,
  • εγκεκριμένη διαταγή ποινικής κύρωσης, εγκεκριμένη δικαστική εντολή πληρωμής ή εγκεκριμένη διαταγή καταβολής προστίμου για παράβαση κανονισμών,
  • απόφαση διαιτησίας,
  • γραπτή δέσμευση, παρουσία δύο μαρτύρων, με αντικείμενο την πληρωμή εξόδων διατροφής δυνάμει του κώδικα περί γάμου (äktenskapsbalken) και του κώδικα τέκνων και γονέων (föräldrabalken),
  • απόφαση διοικητικής αρχής η οποία εκτελείται δυνάμει ειδικής διάταξης,
  • έγγραφο το οποίο είναι εκτελεστό βάσει ειδικής διάταξης,
  • ετυμηγορία ή απόφαση της Υπηρεσίας Αναγκαστικής Εκτέλεσης σχετικά με διαταγή πληρωμής ή συνδρομή κατά την εκτέλεση, και ευρωπαϊκές διαταγές πληρωμής οι οποίες έχουν κηρυχθεί εκτελεστές από την Υπηρεσία Αναγκαστικής Εκτέλεσης.

Μετά την έκδοση του εκτελεστού  τίτλου, δεν χρειάζεται περαιτέρω απόφαση δικαστηρίου ή άλλης αρχής για να κινηθεί η διαδικασία εκτέλεσης.

Σημαντικό μέρος των καθηκόντων της Υπηρεσίας Αναγκαστικής Εκτέλεσης συνίσταται στη συλλογή πληροφοριών σχετικά με τα περιουσιακά στοιχεία του οφειλέτη. Ο οφειλέτης καλείται να παράσχει αναλυτικές πληροφορίες σχετικά με τα περιουσιακά στοιχεία του και να επιβεβαιώσει εγγράφως ή με κατάθεση, υπό την απειλή ποινικής δίωξης, ότι οι πληροφορίες που έχει παράσχει είναι ορθές. Η αρχή μπορεί επίσης να διατάξει τον οφειλέτη να παράσχει τις εν λόγω πληροφορίες επί ποινή προστίμου. Το πρόστιμο αποφασίζεται από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο κατόπιν αιτήματος της Υπηρεσίας Αναγκαστικής Εκτέλεσης.

Η αίτηση για αναγκαστική εκτέλεση μπορεί να γίνεται προφορικά ή εγγράφως. Για την υποβολή προφορικού αιτήματος ο αιτών (επισπεύδων, το πρόσωπο που ζητεί την αναγκαστική εκτέλεση) πρέπει να παρουσιαστεί ενώπιον της Υπηρεσίας Αναγκαστικής Εκτέλεσης. Η έγγραφη αίτηση πρέπει να υπογράφεται από τον αιτούντα ή τον εκπρόσωπό του.

Οι δαπάνες στις οποίες υποβάλλεται το Δημόσιο στις υποθέσεις αναγκαστικής εκτέλεσης (διοικητικές δαπάνες) καλύπτονται από τέλη (τέλη αναγκαστικής εκτέλεσης). Οι διοικητικές δαπάνες επιβαρύνουν συνήθως τον εναγόμενο στην υπόθεση (τον αντίδικο του αιτούντα) όταν εφαρμόζεται αναγκαστική εκτέλεση, όπου αυτό είναι εφικτό. Ωστόσο, ο αιτών είναι γενικά υπόχρεος έναντι του Δημοσίου για τις δαπάνες. Υπάρχουν εξαιρέσεις στον κανόνα για την υποχρέωση του αιτούντα, όπως, π.χ., οι περισσότερες αιτήσεις διατροφής.

Ως γενικός κανόνας, υπάρχει βασικό τέλος για κάθε εκτελεστό τίτλο βάσει του οποίου επιδιώκεται αναγκαστική εκτέλεση. Σε υπόθεση αναγκαστικής εκτέλεσης για απαίτηση βάσει του ιδιωτικού δικαίου, το βασικό τέλος ανέρχεται σε 600 SEK.

Άλλες ενδεχόμενες χρεώσεις είναι οι αμοιβές εκπόνησης, οι προμήθειες εκποίησης και ειδικά τέλη.

Υποθέσεις αναγκαστικής εκτέλεσης δυνάμει του κώδικα τέκνων και γονέων

Η αναγκαστική εκτέλεση μπορεί να βασίζεται σε απόφαση δικαστηρίου κοινής δικαιοδοσίας σχετικά με την επιμέλεια, τον τόπο κατοικίας, την επικοινωνία ή την παράδοση τέκνων. Μπορεί επίσης να βασίζεται σε συμφωνία σχετικά με την επιμέλεια, τον τόπο κατοικίας ή την επικοινωνία η οποία συνάπτεται από τους γονείς και εγκρίνεται από το συμβούλιο κοινωνικής πρόνοιας. Αποφάσεις αλλοδαπών δικαστηρίων μπορούν επίσης να εκτελούνται στη Σουηδία, π.χ. απόφαση που είναι εκτελεστή δυνάμει του κανονισμού «Βρυξέλλες ΙΙ».

Οι αποφάσεις αναγκαστικής εκτέλεσης λαμβάνονται από τα πρωτοδικεία. Οι αιτήσεις για αναγκαστική εκτέλεση κατατίθενται συνήθως στο πρωτοδικείο του τόπου κατοικίας του τέκνου. Αν το τέκνο δεν είναι κάτοικος Σουηδίας, η αίτηση πρέπει να κατατεθεί στο πρωτοδικείο της Στοκχόλμης (Stockholms tingsrätt).

Η αίτηση μπορεί, π.χ., να κατατεθεί από γονέα με τον οποίο πρόκειται να κατοικήσει ή να έχει επικοινωνία το τέκνο.

Κατά την εκδίκαση της υπόθεσης, το δικαστήριο μπορεί να απευθύνει ειδική εντολή σε υπάλληλο των υπηρεσιών πρόνοιας προκειμένου να προσπαθήσει να πείσει το πρόσωπο που έχει την ευθύνη του τέκνου να συμμορφωθεί οικειοθελώς με όσα προβλέπονται στην απόφαση ή τη συμφωνία. Αν η κατάσταση είναι πιεστική, το δικαστήριο ή η αστυνομική αρχή μπορεί να αποφασίσουν ότι πρέπει άμεσα να ληφθεί μέριμνα για το τέκνο. Το δικαστήριο μπορεί να επιβάλει πρόστιμο ή να διατάξει αστυνομική κράτηση για την εφαρμογή της αναγκαστικής εκτέλεσης.

Δεν υπάρχει τέλος για τις αιτήσεις αναγκαστικής εκτέλεσης δυνάμει του κώδικα τέκνων και γονέων. Ο ένας διάδικος μπορεί, ωστόσο, να υποχρεωθεί να πληρώσει τις δαπάνες του έτερου διαδίκου στην υπόθεση. Διάδικος που υπέβαλε το Δημόσιο σε δαπάνες για την παραλαβή ή τη φροντίδα του τέκνου μπορεί να υποχρεωθεί να καταβάλει τις εν λόγω δαπάνες.

3.2 Οι κύριες προϋποθέσεις

Υποθέσεις αναγκαστικής εκτέλεσης δυνάμει του κώδικα αναγκαστικής εκτέλεσης

Σε ορισμένες περιπτώσεις μπορεί να προκύψουν εμπόδια στην εκτέλεση. Αυτό συμβαίνει, π.χ., όταν ο εκτελεστός τίτλος είναι τόσο ασαφής ώστε δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως βάση για την εκτέλεση.

Ένα άλλο σενάριο είναι όταν το πρόσωπο που καλείται να συμμορφωθεί με απόφαση αρνείται την υποχρέωση που επιβάλλεται από την εν λόγω απαίτηση, π.χ. να καταβάλει δεδομένο ποσό.

Άλλη περίπτωση είναι όταν το πρόσωπο που καλείται να συμμορφωθεί προβάλλει ανταπαίτηση κατά του αιτούντα, όταν δηλαδή καταθέτει ένσταση συμψηφισμού. Ο συμψηφισμός συνιστά εμπόδιο για την εκτέλεση αν η υπηρεσία αναγκαστικής εκτέλεσης διαπιστώσει ότι η ανταγωγή κατατέθηκε μέσω έγκυρου εκτελεστού τίτλου ή βασίζεται σε γραπτό πιστοποιητικό απαίτησης.

Αν ο οφειλέτης ισχυριστεί ότι κάποιο άλλο θέμα μεταξύ των διαδίκων αποτελεί εμπόδιο για την εκτέλεση και ότι η ένσταση δεν μπορεί να απορριφθεί ασυζητητί, η εκτέλεση μπορεί επίσης να μην εφαρμοστεί. Ένα τέτοιο παράδειγμα μπορεί να είναι οι ενστάσεις για προθεσμία παραγραφής.

Αν ο εκτελεστός τίτλος ανακληθεί από δικαστήριο, η εκτέλεση πρέπει να διακοπεί πάραυτα.

Σε ορισμένες περιπτώσεις, το δικαστήριο μπορεί επίσης να διατάξει τη λήξη μιας υπό εξέλιξη διαδικασίας αναγκαστικής εκτέλεσης (τη λεγόμενη αναστολή).

Υποθέσεις αναγκαστικής εκτέλεσης δυνάμει του κώδικα τέκνων και γονέων

Θεωρείται γενικά δεδομένο ότι αυτό που ορίζεται σε μια απόφαση ή συμφωνία υπηρετεί με τον καλύτερο δυνατό τρόπο το συμφέρον του τέκνου. Το δικαστήριο δεν μπορεί να επανεξετάσει την απόφαση ή τη συμφωνία στο πλαίσιο της επανεξέτασης της εκτέλεσης, και η βασική εναλλακτική λύση είναι να επιτευχθεί οικειοθελής συμμόρφωση. Αν απαιτείται λήψη υποχρεωτικού μέτρου, η επιβολή προστίμου είναι η πιο πιθανή επιλογή. Η φυσική παραλαβή μπορεί να χρησιμοποιείται μόνον ως έσχατη λύση.

Μπορεί ενίοτε να προκύψουν άλλα εμπόδια στην αναγκαστική εκτέλεση, όπως, π.χ. όταν το τέκνο είναι άρρωστο.

Αν το τέκνο έχει φτάσει σε τέτοια ηλικία και επίπεδο ωριμότητας ώστε οι επιθυμίες του να πρέπει να λαμβάνονται υπόψη, δεν πρέπει να επιβάλλεται αναγκαστική εκτέλεση παρά τη θέληση του τέκνου, εκτός εάν το δικαστήριο κρίνει ότι αυτό υπηρετεί καλύτερα το συμφέρον του τέκνου. Το δικαστήριο πρέπει επίσης να απορρίπτει μέτρα αναγκαστικής εκτέλεσης όταν είναι καταφανές ότι έρχονται σε αντίθεση με το συμφέρον του τέκνου.

4 Αντικείμενο και φύση των μέτρων εκτέλεσης

4.1 Ποια περιουσιακά στοιχεία μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο εκτέλεσης;

Υποθέσεις αναγκαστικής εκτέλεσης δυνάμει του κώδικα αναγκαστικής εκτέλεσης

Για να κατασχεθεί περιουσιακό στοιχείο, πρέπει να πληρούνται ορισμένες προϋποθέσεις. Το περιουσιακό στοιχείο πρέπει

  • να ανήκει στον οφειλέτη
  • να είναι μεταβιβάσιμο
  • να έχει κάποια χρηματική αξία.

Η κατάσχεση μπορεί επίσης να χρησιμοποιηθεί για τη διεκδίκηση περιουσιακών στοιχείων κάθε είδους. Οι κανόνες για την πραγματική κυριότητα εφαρμόζονται γενικά μόνο στα φυσικά πρόσωπα. Τόσο η ακίνητη όσο και η κινητή περιουσία μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο κατάσχεσης.

Ως κινητή περιουσία νοούνται όχι μόνον τα προσωπικά αντικείμενα (δηλαδή αυτοκίνητα, σκάφη και άλλα είδη) αλλά και περιουσιακά στοιχεία (π.χ. πιστωτικά υπόλοιπα τραπεζικών λογαριασμών) και δικαιώματα διαφόρων ειδών (π.χ. δικαιώματα εκμετάλλευσης ή μερίδια σε κληρονομία θανόντος).

Εισοδήματα προερχόμενα από εργασία, συντάξεις, κλπ. μπορεί επίσης να αποτελέσουν αντικείμενο κατάσχεσης.

Ορισμένα περιουσιακά στοιχεία δεν μπορούν να κατασχεθούν. Αυτό συμβαίνει στην περίπτωση της πραγματικής κυριότητας. Οι κανόνες για την πραγματική κυριότητα εφαρμόζονται γενικά μόνο στα φυσικά πρόσωπα. Η πραγματική κυριότητα αναφέρεται, π.χ., σε

  • ενδύματα και άλλα είδη προσωπικής χρήσης του οφειλέτη, σεβαστής αξίας,
  • έπιπλα, οικιακές συσκευές και άλλο εξοπλισμό που είναι απαραίτητος για τη λειτουργία και συντήρηση μιας οικίας,
  • εργαλεία και άλλο εξοπλισμό που είναι αναγκαίος για τον βιοπορισμό ή την επαγγελματική κατάρτιση του οφειλέτη,
  • προσωπικά αντικείμενα όπως μετάλλια και αθλητικά τρόπαια τα οποία έχουν τόσο μεγάλη προσωπική αξία για τον οφειλέτη που η κατάσχεσή τους δεν θα ήταν εύλογη.

Είναι επίσης δυνατή η προστασία περιουσιακών στοιχείων από κατάσχεση δυνάμει ειδικών κανονισμών. Αυτό μπορεί να ισχύει, π.χ. για τις αποζημιώσεις.

Η κατάσχεση εισοδημάτων που προέρχονται από εργασία είναι δυνατή μόνο πέραν και άνω του ποσού που χρειάζεται ο οφειλέτης για να συντηρηθεί ο ίδιος και η οικογένειά του.

Από αυτή την άποψη, ορισμένες απαιτήσεις έχουν προτεραιότητα έναντι άλλων. Απαίτηση που σχετίζεται με την καταβολή διατροφής προηγείται έναντι άλλων απαιτήσεων.

4.2 Ποια τα αποτελέσματα των μέτρων εκτέλεσης;

Υποθέσεις αναγκαστικής εκτέλεσης δυνάμει του κώδικα αναγκαστικής εκτέλεσης

Μετά την κατάσχεση περιουσιακού στοιχείου, ο οφειλέτης δεν έχει όπως πρώτα τον έλεγχο του εν λόγω περιουσιακού στοιχείου. Ο οφειλέτης δεν μπορεί να κάνει χρήση του περιουσιακού στοιχείου εις βάρος του αιτούντα μέσω μεταβίβασης ή με άλλο τρόπο εκτός εάν το έχει επιτρέψει η Αρχή Αναγκαστικής Εκτέλεσης για συγκεκριμένους λόγους και αφού συμβουλευθεί τον αιτούντα.

Όποιος χρησιμοποιεί παρανόμως περιουσιακό στοιχείο που έχει κατασχεθεί μπορεί να βρεθεί αντιμέτωπος με ποινικές κυρώσεις.

Μια απόφαση κατάσχεσης εκχωρεί δικαιώματα προτεραιότητας επί του περιουσιακού στοιχείου.

Σε υποθέσεις αναγκαστικής εκτέλεσης, πρέπει να δηλώνεται από τρίτους αν ο οφειλέτης έχει απαιτήσεις ή άλλες δοσοληψίες μαζί τους οι οποίες θα μπορούσαν να είναι σημαντικές για την εκτίμηση του βαθμού στον οποίο ο οφειλέτης διαθέτει κατασχέσιμη περιουσία. Υποχρέωση γνωστοποίησης έχουν επίσης τρίτοι οι οποίοι έχουν στην κατοχή τους περιουσιακά στοιχεία του οφειλέτη μέσω, π.χ., εμπράγματης ασφάλειας ή κατάθεσης. Μια τράπεζα οφείλει, π.χ., να παράσχει λεπτομέρειες σχετικά με τραπεζικούς λογαριασμούς, θυρίδες ή άλλα περιουσιακά στοιχεία του οφειλέτη τα οποία φυλάσσονται στην τράπεζα. Υποχρέωση γνωστοποίησης έχουν επίσης οι συγγενείς και φίλοι του οφειλέτη.

Μπορεί να ζητηθούν πληροφορίες από τρίτους προφορικά ή γραπτώς και, αν χρειαστεί, μπορεί να κληθούν για κατάθεση. Είναι δυνατό να υποχρεωθούν σε συμμόρφωση επί ποινή προστίμου ή φυλάκισης.

Η κατασχεθείσα περιουσία μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο αναγκαστικής εκποίησης από την Αρχή Αναγκαστικής Εκτέλεσης. Η αναγκαστική εκποίηση γίνεται συνήθως μέσω πλειστηριασμών, αλλά μπορεί ενίοτε να γίνει με ιδιωτικό διακανονισμό.

Τα χρηματικά ποσά που εισπράττονται σε περιπτώσεις αναγκαστικής εκτέλεσης πρέπει να αναφέρονται και να καταβάλλονται στον αιτούντα το ταχύτερο δυνατό.

4.3 Ποια η ισχύς αυτών των μέτρων;

Υποθέσεις αναγκαστικής εκτέλεσης δυνάμει του κώδικα αναγκαστικής εκτέλεσης

Δεν υπάρχει ανώτατο χρονικό όριο όσον αφορά την ισχύ μιας απόφασης κατάσχεσης. Η νομοθεσία θεωρεί, ωστόσο, ότι η κατασχεθείσα περιουσία εκποιείται χωρίς καθυστέρηση, βλέπε παράγραφο 3.2.

Ει δυνατόν, η έξωση πρέπει να λαμβάνει χώρα εντός τεσσάρων εβδομάδων από την παραλαβή των αναγκαίων εγγράφων από την Αρχή Αναγκαστικής Εκτέλεσης.

Υποθέσεις αναγκαστικής εκτέλεσης δυνάμει του κώδικα τέκνων και γονέων

Οι αποφάσεις αναγκαστικής εκτέλεσης τίθενται αμέσως σε ισχύ εκτός εάν προβλέπεται κάτι διαφορετικό. Έχουν εφαρμογή μέχρι να υπάρξει άλλη απόφαση. Η διαταγή πληρωμής προστίμου αναφέρει κανονικά ότι μια πράξη πρέπει να εκτελεστεί εντός συγκεκριμένου χρονικού διαστήματος, όταν, π.χ. το τέκνο πρέπει να παραδοθεί στον αιτούντα. Οι αποφάσεις αναγκαστικής εκτέλεσης σε σχέση με την επικοινωνία ορίζουν συνήθως το πρόγραμμα επικοινωνίας και κανονικά εκτείνονται στους αμέσως επόμενους μήνες.

Μια απόφαση επί του αντικειμένου της αναγκαστικής εκτέλεσης δεν εμποδίζει την εξέταση νέας αίτησης.

5 Υπάρχει δυνατότητα προσφυγής κατά της απόφασης που διατάσσει ένα τέτοιο μέτρο;

Υποθέσεις αναγκαστικής εκτέλεσης δυνάμει του κώδικα αναγκαστικής εκτέλεσης

Οι αποφάσεις της Αρχής Αναγκαστικής Εκτέλεσης είναι γενικά εφέσιμες. Η έφεση κατά πρωτοβάθμιου δικαστηρίου πρέπει να υποβάλλεται στην Αρχή Αναγκαστικής Εκτέλεσης.

Το πρόσωπο το οποίο θίγεται από την απόφαση μπορεί να υποβάλει αίτηση κατά της απόφασης της Αρχής Αναγκαστικής Εκτέλεσης εάν η απόφαση στρέφεται εναντίον του. Οι αποφάσεις κατάσχεσης εισοδημάτων από εργασία είναι εφέσιμες χωρίς συγκεκριμένο χρονικό περιορισμό. Οι αποφάσεις κατάσχεσης άλλων περιουσιακών στοιχείων είναι εφέσιμες εντός τριών εβδομάδων από την επίδοσή τους. Τρίτα πρόσωπα μπορούν να υποβάλουν έφεση κατά της εν λόγω κατάσχεσης χωρίς συγκεκριμένο χρονικό περιορισμό.

Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο μπορεί να αποφασίσει ότι δεν πρέπει προς το παρόν να ληφθούν μέτρα αναγκαστικής εκτέλεσης (η λεγόμενη αναστολή) ή, αν διαπιστώσει ότι υπάρχουν ειδικοί λόγοι, ότι πρέπει να ανακληθούν μέτρα που έχουν ήδη ληφθεί.

Υποθέσεις αναγκαστικής εκτέλεσης δυνάμει του κώδικα τέκνων και γονέων

Η απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου περί αναγκαστικής εκτέλεσης μπορεί να κριθεί στο εφετείο. Οι εφέσεις πρέπει να συντάσσονται εγγράφως και να κατατίθενται στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο. Η προθεσμία για άσκηση έφεσης ορίζεται στις τρεις εβδομάδες.

6 Υπάρχουν περιορισμοί στην εκτέλεση, ιδίως όσον αφορά την προστασία του οφειλέτη ή τις προθεσμίες;

Ο κώδικας αναγκαστικής εκτέλεσης περιέχει διατάξεις που περιορίζουν τη δυνατότητα αναγκαστικής εκτέλεσης, π.χ. για την προστασία του πιστωτή. Σε περιορισμένο βαθμό, ο οφειλέτης μπορεί να αποτρέψει την εφαρμογή της εκτέλεσης υποβάλλοντας ένσταση, π.χ. επειδή έχει μεσολαβήσει παραγραφή. Τα συνηθέστερα παραδείγματα περιορισμών στην αναγκαστική εκτέλεση συνίστανται στην εξαίρεση ορισμένων περιουσιακών στοιχείων από την κατάσχεση εν είδει μέριμνας για τις ανάγκες του οφειλέτη. Η κατάσχεση υλικών αγαθών μπορεί, π.χ., να εξαιρεί το λεγόμενο «ευεργέτημα» («μη κατασχέσιμη περιουσία»), π.χ. διαμέρισμα που αποτελεί τη μόνιμη κατοικία του οφειλέτη και χρηματικά ποσά τα οποία χρειάζεται ο οφειλέτης για την άμεση συντήρησή του. Η κατάσχεση εισοδημάτων από εργασία θα εξαιρεί ένα «αποθεματικό» για την κάλυψη των τακτικών δαπανών διαβίωσης και των δαπανών στέγασης του οφειλέτη.


Την έκδοση αυτής της σελίδας στην εθνική γλώσσα διαχειρίζεται ο αντίστοιχος αρμόδιος επαφής του ΕΔΔ. Οι μεταφράσεις έχουν γίνει από την αρμόδια υπηρεσία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Οι τυχόν αλλαγές που επιφέρει η αρμόδια εθνική αρχή στο πρωτότυπο ενδέχεται να μην έχουν περιληφθεί ακόμα στις μεταφράσεις. Η Επιτροπή και το Ευρωπαϊκό Δικαστικό Δίκτυο δεν αναλαμβάνουν καμία απολύτως ευθύνη όσον αφορά πληροφορίες ή δεδομένα που περιέχονται ή αναφέρονται στο παρόν έγγραφο. Βλ. την ανακοίνωση νομικού περιεχομένου για τους κανόνες πνευματικής ιδιοκτησίας που ισχύουν στο κράτος μέλος που είναι αρμόδιο για την παρούσα σελίδα.

Τελευταία επικαιροποίηση: 15/12/2017