Διαδικασίες για την εφαρμογή δικαστικών αποφάσεων - Σουηδία

1 Ποια η έννοια της εκτέλεσης στις αστικές και εμπορικές υποθέσεις;

Υποθέσεις αναγκαστικής εκτέλεσης δυνάμει του κώδικα αναγκαστικής εκτέλεσης (utsökningsbalken)

Η αναγκαστική εκτέλεση συνίσταται στην επιβολή, από εκτελεστική αρχή, της συμμόρφωσης με υποχρέωση η οποία αποτελεί απόφαση δικαστηρίου ή άλλου οργάνου. Η αναγκαστική εκτέλεση σχετίζεται γενικά με υποχρέωση καταβολής χρηματικού ποσού ή αλλαγής κατοικίας. Άλλος τύπος αναγκαστικής εκτέλεσης είναι η μεσεγγύηση ή άλλα ασφαλιστικά μέτρα.

Η αναγκαστική εκτέλεση που συνδέεται με υποχρέωση πληρωμής εφαρμόζεται μέσω κατάσχεσης. Η κατάσχεση επιτρέπει τη δήμευση περιουσίας που ανήκει στον οφειλέτη. Αν η υποχρέωση απαιτεί από ένα πρόσωπο να αλλάξει, π.χ., κατοικία, η εκτέλεση εφαρμόζεται μέσω έξωσης. Διαφορετικά, η αναγκαστική εκτέλεση λαμβάνει συνήθως τη μορφή διαταγής της αρμόδιας για την εκτέλεση αρχής προς το πρόσωπο κατά του οποίου ζητήθηκε η αναγκαστική εκτέλεση προκειμένου να προβεί σε ενέργεια ή να συμμορφωθεί με δικαστική εντολή ή με άλλη απόφαση. Η αρμόδια για την εκτέλεση αρχή είναι δυνατό να επιβάλει πρόστιμο.

Υποθέσεις αναγκαστικής εκτέλεσης δυνάμει του κώδικα τέκνων και γονέων (föräldrabalken)

Η αναγκαστική εκτέλεση δυνάμει του κώδικα τέκνων και γονέων σχετίζεται με πρακτικά μέτρα εφαρμογής τα οποία απορρέουν από απόφαση ή συμφωνία για την επιμέλεια, τον τόπο κατοικίας, την επικοινωνία ή την παράδοση παιδιών. Το δικαστήριο που αποφασίζει για την αναγκαστική εκτέλεση μπορεί να επιβάλει πρόστιμο ή να διατάξει αστυνομική κράτηση. Οι ίδιοι κανόνες σχετικά με την αναγκαστική εκτέλεση ισχύουν επίσης κατά την επιβολή αποφάσεων αλλοδαπών δικαστηρίων δυνάμει του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 2201/2003 του Συμβουλίου (κανονισμός «Βρυξέλλες ΙΙ»), αν η αναγκαστική εκτέλεση αφορά το πρόσωπο του τέκνου. Ωστόσο, αν η αναγκαστική εκτέλεση αφορά την περιουσία ή τα δικαστικά έξοδα του τέκνου, εφαρμογή έχει ο κώδικας αναγκαστικής εκτέλεσης.

2 Ποια αρχή ή ποιες αρχές είναι αρμόδιες για την εκτέλεση;

Την αναγκαστική εκτέλεση αναλαμβάνει η σουηδική Υπηρεσία Αναγκαστικής Εκτέλεσης (Kronofogdemyndigheten). Η Υπηρεσία Αναγκαστικής Εκτέλεσης αποφασίζει, επομένως, π.χ. περί κατάσχεσης. Ένας ανώτερος υπάλληλος αναγκαστικής εκτέλεσης αναλαμβάνει τη γενική νομική ευθύνη για το μέτρο, ενώ οι πρακτικές πτυχές της εκτέλεσης διεκπεραιώνονται από άλλους υπαλλήλους (διαχειριστές αναγκαστικής εκτέλεσης).

3 Ποιες οι προϋποθέσεις υπό τις οποίες μπορεί να εκδοθεί ένας εκτελεστός τίτλος ή μια απόφαση;

3.1 Η διαδικασία

Υποθέσεις αναγκαστικής εκτέλεσης δυνάμει του κώδικα αναγκαστικής εκτέλεσης

Για την εφαρμογή μέτρου αναγκαστικής εκτέλεσης, πρέπει να υπάρχει απόφαση ή άλλος εκτελεστός τίτλος.

Οι ακόλουθοι εκτελεστοί τίτλοι είναι δυνατό να αποτελέσουν βάση για αναγκαστική εκτέλεση:

  • απόφαση, ετυμηγορία ή διαταγή δικαστηρίου,
  • διακανονισμός που έχει επικυρωθεί από δικαστήριο ή συμφωνία διαμεσολάβησης η οποία έχει κηρυχθεί εκτελεστή από δικαστήριο,
  • εγκεκριμένη διαταγή ποινικής κύρωσης, εγκεκριμένη δικαστική εντολή πληρωμής ή εγκεκριμένη διαταγή καταβολής προστίμου για παράβαση κανονισμών,
  • απόφαση διαιτησίας,
  • γραπτή δέσμευση, παρουσία δύο μαρτύρων, με αντικείμενο την πληρωμή εξόδων διατροφής δυνάμει του κώδικα περί γάμου (äktenskapsbalken) και του κώδικα τέκνων και γονέων (föräldrabalken),
  • απόφαση διοικητικής αρχής η οποία εκτελείται δυνάμει ειδικής διάταξης,
  • έγγραφο το οποίο είναι εκτελεστό βάσει ειδικής διάταξης,
  • ετυμηγορία ή απόφαση της Υπηρεσίας Αναγκαστικής Εκτέλεσης σχετικά με διαταγή πληρωμής ή συνδρομή κατά την εκτέλεση, και ευρωπαϊκές διαταγές πληρωμής οι οποίες έχουν κηρυχθεί εκτελεστές από την Υπηρεσία Αναγκαστικής Εκτέλεσης.

Μετά την έκδοση του εκτελεστού  τίτλου, δεν χρειάζεται περαιτέρω απόφαση δικαστηρίου ή άλλης αρχής για να κινηθεί η διαδικασία εκτέλεσης.

Σημαντικό μέρος των καθηκόντων της Υπηρεσίας Αναγκαστικής Εκτέλεσης συνίσταται στη συλλογή πληροφοριών σχετικά με τα περιουσιακά στοιχεία του οφειλέτη. Ο οφειλέτης καλείται να παράσχει αναλυτικές πληροφορίες σχετικά με τα περιουσιακά στοιχεία του και να επιβεβαιώσει εγγράφως ή με κατάθεση, υπό την απειλή ποινικής δίωξης, ότι οι πληροφορίες που έχει παράσχει είναι ορθές. Η αρχή μπορεί επίσης να διατάξει τον οφειλέτη να παράσχει τις εν λόγω πληροφορίες επί ποινή προστίμου. Το πρόστιμο αποφασίζεται από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο κατόπιν αιτήματος της Υπηρεσίας Αναγκαστικής Εκτέλεσης.

Η αίτηση για αναγκαστική εκτέλεση μπορεί να γίνεται προφορικά ή εγγράφως. Για την υποβολή προφορικού αιτήματος ο αιτών (επισπεύδων, το πρόσωπο που ζητεί την αναγκαστική εκτέλεση) πρέπει να παρουσιαστεί ενώπιον της Υπηρεσίας Αναγκαστικής Εκτέλεσης. Η έγγραφη αίτηση πρέπει να υπογράφεται από τον αιτούντα ή τον εκπρόσωπό του.

Οι δαπάνες στις οποίες υποβάλλεται το Δημόσιο στις υποθέσεις αναγκαστικής εκτέλεσης (διοικητικές δαπάνες) καλύπτονται από τέλη (τέλη αναγκαστικής εκτέλεσης). Οι διοικητικές δαπάνες επιβαρύνουν συνήθως τον εναγόμενο στην υπόθεση (τον αντίδικο του αιτούντα) όταν εφαρμόζεται αναγκαστική εκτέλεση, όπου αυτό είναι εφικτό. Ωστόσο, ο αιτών είναι γενικά υπόχρεος έναντι του Δημοσίου για τις δαπάνες. Υπάρχουν εξαιρέσεις στον κανόνα για την υποχρέωση του αιτούντα, όπως, π.χ., οι περισσότερες αιτήσεις διατροφής.

Ως γενικός κανόνας, υπάρχει βασικό τέλος για κάθε εκτελεστό τίτλο βάσει του οποίου επιδιώκεται αναγκαστική εκτέλεση. Σε υπόθεση αναγκαστικής εκτέλεσης για απαίτηση βάσει του ιδιωτικού δικαίου, το βασικό τέλος ανέρχεται σε 600 SEK.

Άλλες ενδεχόμενες χρεώσεις είναι οι αμοιβές εκπόνησης, οι προμήθειες εκποίησης και ειδικά τέλη.

Υποθέσεις αναγκαστικής εκτέλεσης δυνάμει του κώδικα τέκνων και γονέων

Η αναγκαστική εκτέλεση μπορεί να βασίζεται σε απόφαση δικαστηρίου κοινής δικαιοδοσίας σχετικά με την επιμέλεια, τον τόπο κατοικίας, την επικοινωνία ή την παράδοση τέκνων. Μπορεί επίσης να βασίζεται σε συμφωνία σχετικά με την επιμέλεια, τον τόπο κατοικίας ή την επικοινωνία η οποία συνάπτεται από τους γονείς και εγκρίνεται από το συμβούλιο κοινωνικής πρόνοιας. Αποφάσεις αλλοδαπών δικαστηρίων μπορούν επίσης να εκτελούνται στη Σουηδία, π.χ. απόφαση που είναι εκτελεστή δυνάμει του κανονισμού «Βρυξέλλες ΙΙ».

Οι αποφάσεις αναγκαστικής εκτέλεσης λαμβάνονται από τα πρωτοδικεία. Οι αιτήσεις για αναγκαστική εκτέλεση κατατίθενται συνήθως στο πρωτοδικείο του τόπου κατοικίας του τέκνου. Αν το τέκνο δεν είναι κάτοικος Σουηδίας, η αίτηση πρέπει να κατατεθεί στο πρωτοδικείο της Στοκχόλμης (Stockholms tingsrätt).

Η αίτηση μπορεί, π.χ., να κατατεθεί από γονέα με τον οποίο πρόκειται να κατοικήσει ή να έχει επικοινωνία το τέκνο.

Κατά την εκδίκαση της υπόθεσης, το δικαστήριο μπορεί να απευθύνει ειδική εντολή σε υπάλληλο των υπηρεσιών πρόνοιας προκειμένου να προσπαθήσει να πείσει το πρόσωπο που έχει την ευθύνη του τέκνου να συμμορφωθεί οικειοθελώς με όσα προβλέπονται στην απόφαση ή τη συμφωνία. Αν η κατάσταση είναι πιεστική, το δικαστήριο ή η αστυνομική αρχή μπορεί να αποφασίσουν ότι πρέπει άμεσα να ληφθεί μέριμνα για το τέκνο. Το δικαστήριο μπορεί να επιβάλει πρόστιμο ή να διατάξει αστυνομική κράτηση για την εφαρμογή της αναγκαστικής εκτέλεσης.

Δεν υπάρχει τέλος για τις αιτήσεις αναγκαστικής εκτέλεσης δυνάμει του κώδικα τέκνων και γονέων. Ο ένας διάδικος μπορεί, ωστόσο, να υποχρεωθεί να πληρώσει τις δαπάνες του έτερου διαδίκου στην υπόθεση. Διάδικος που υπέβαλε το Δημόσιο σε δαπάνες για την παραλαβή ή τη φροντίδα του τέκνου μπορεί να υποχρεωθεί να καταβάλει τις εν λόγω δαπάνες.

3.2 Οι κύριες προϋποθέσεις

Υποθέσεις αναγκαστικής εκτέλεσης δυνάμει του κώδικα αναγκαστικής εκτέλεσης

Σε ορισμένες περιπτώσεις μπορεί να προκύψουν εμπόδια στην εκτέλεση. Αυτό συμβαίνει, π.χ., όταν ο εκτελεστός τίτλος είναι τόσο ασαφής ώστε δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως βάση για την εκτέλεση.

Ένα άλλο σενάριο είναι όταν το πρόσωπο που καλείται να συμμορφωθεί με απόφαση αρνείται την υποχρέωση που επιβάλλεται από την εν λόγω απαίτηση, π.χ. να καταβάλει δεδομένο ποσό.

Άλλη περίπτωση είναι όταν το πρόσωπο που καλείται να συμμορφωθεί προβάλλει ανταπαίτηση κατά του αιτούντα, όταν δηλαδή καταθέτει ένσταση συμψηφισμού. Ο συμψηφισμός συνιστά εμπόδιο για την εκτέλεση αν η υπηρεσία αναγκαστικής εκτέλεσης διαπιστώσει ότι η ανταγωγή κατατέθηκε μέσω έγκυρου εκτελεστού τίτλου ή βασίζεται σε γραπτό πιστοποιητικό απαίτησης.

Αν ο οφειλέτης ισχυριστεί ότι κάποιο άλλο θέμα μεταξύ των διαδίκων αποτελεί εμπόδιο για την εκτέλεση και ότι η ένσταση δεν μπορεί να απορριφθεί ασυζητητί, η εκτέλεση μπορεί επίσης να μην εφαρμοστεί. Ένα τέτοιο παράδειγμα μπορεί να είναι οι ενστάσεις για προθεσμία παραγραφής.

Αν ο εκτελεστός τίτλος ανακληθεί από δικαστήριο, η εκτέλεση πρέπει να διακοπεί πάραυτα.

Σε ορισμένες περιπτώσεις, το δικαστήριο μπορεί επίσης να διατάξει τη λήξη μιας υπό εξέλιξη διαδικασίας αναγκαστικής εκτέλεσης (τη λεγόμενη αναστολή).

Υποθέσεις αναγκαστικής εκτέλεσης δυνάμει του κώδικα τέκνων και γονέων

Θεωρείται γενικά δεδομένο ότι αυτό που ορίζεται σε μια απόφαση ή συμφωνία υπηρετεί με τον καλύτερο δυνατό τρόπο το συμφέρον του τέκνου. Το δικαστήριο δεν μπορεί να επανεξετάσει την απόφαση ή τη συμφωνία στο πλαίσιο της επανεξέτασης της εκτέλεσης, και η βασική εναλλακτική λύση είναι να επιτευχθεί οικειοθελής συμμόρφωση. Αν απαιτείται λήψη υποχρεωτικού μέτρου, η επιβολή προστίμου είναι η πιο πιθανή επιλογή. Η φυσική παραλαβή μπορεί να χρησιμοποιείται μόνον ως έσχατη λύση.

Μπορεί ενίοτε να προκύψουν άλλα εμπόδια στην αναγκαστική εκτέλεση, όπως, π.χ. όταν το τέκνο είναι άρρωστο.

Αν το τέκνο έχει φτάσει σε τέτοια ηλικία και επίπεδο ωριμότητας ώστε οι επιθυμίες του να πρέπει να λαμβάνονται υπόψη, δεν πρέπει να επιβάλλεται αναγκαστική εκτέλεση παρά τη θέληση του τέκνου, εκτός εάν το δικαστήριο κρίνει ότι αυτό υπηρετεί καλύτερα το συμφέρον του τέκνου. Το δικαστήριο πρέπει επίσης να απορρίπτει μέτρα αναγκαστικής εκτέλεσης όταν είναι καταφανές ότι έρχονται σε αντίθεση με το συμφέρον του τέκνου.

4 Αντικείμενο και φύση των μέτρων εκτέλεσης

4.1 Ποια περιουσιακά στοιχεία μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο εκτέλεσης;

Υποθέσεις αναγκαστικής εκτέλεσης δυνάμει του κώδικα αναγκαστικής εκτέλεσης

Για να κατασχεθεί περιουσιακό στοιχείο, πρέπει να πληρούνται ορισμένες προϋποθέσεις. Το περιουσιακό στοιχείο πρέπει

  • να ανήκει στον οφειλέτη
  • να είναι μεταβιβάσιμο
  • να έχει κάποια χρηματική αξία.

Η κατάσχεση μπορεί επίσης να χρησιμοποιηθεί για τη διεκδίκηση περιουσιακών στοιχείων κάθε είδους. Οι κανόνες για την πραγματική κυριότητα εφαρμόζονται γενικά μόνο στα φυσικά πρόσωπα. Τόσο η ακίνητη όσο και η κινητή περιουσία μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο κατάσχεσης.

Ως κινητή περιουσία νοούνται όχι μόνον τα προσωπικά αντικείμενα (δηλαδή αυτοκίνητα, σκάφη και άλλα είδη) αλλά και περιουσιακά στοιχεία (π.χ. πιστωτικά υπόλοιπα τραπεζικών λογαριασμών) και δικαιώματα διαφόρων ειδών (π.χ. δικαιώματα εκμετάλλευσης ή μερίδια σε κληρονομία θανόντος).

Εισοδήματα προερχόμενα από εργασία, συντάξεις, κλπ. μπορεί επίσης να αποτελέσουν αντικείμενο κατάσχεσης.

Ορισμένα περιουσιακά στοιχεία δεν μπορούν να κατασχεθούν. Αυτό συμβαίνει στην περίπτωση της πραγματικής κυριότητας. Οι κανόνες για την πραγματική κυριότητα εφαρμόζονται γενικά μόνο στα φυσικά πρόσωπα. Η πραγματική κυριότητα αναφέρεται, π.χ., σε

  • ενδύματα και άλλα είδη προσωπικής χρήσης του οφειλέτη, σεβαστής αξίας,
  • έπιπλα, οικιακές συσκευές και άλλο εξοπλισμό που είναι απαραίτητος για τη λειτουργία και συντήρηση μιας οικίας,
  • εργαλεία και άλλο εξοπλισμό που είναι αναγκαίος για τον βιοπορισμό ή την επαγγελματική κατάρτιση του οφειλέτη,
  • προσωπικά αντικείμενα όπως μετάλλια και αθλητικά τρόπαια τα οποία έχουν τόσο μεγάλη προσωπική αξία για τον οφειλέτη που η κατάσχεσή τους δεν θα ήταν εύλογη.

Είναι επίσης δυνατή η προστασία περιουσιακών στοιχείων από κατάσχεση δυνάμει ειδικών κανονισμών. Αυτό μπορεί να ισχύει, π.χ. για τις αποζημιώσεις.

Η κατάσχεση εισοδημάτων που προέρχονται από εργασία είναι δυνατή μόνο πέραν και άνω του ποσού που χρειάζεται ο οφειλέτης για να συντηρηθεί ο ίδιος και η οικογένειά του.

Από αυτή την άποψη, ορισμένες απαιτήσεις έχουν προτεραιότητα έναντι άλλων. Απαίτηση που σχετίζεται με την καταβολή διατροφής προηγείται έναντι άλλων απαιτήσεων.

4.2 Ποια τα αποτελέσματα των μέτρων εκτέλεσης;

Υποθέσεις αναγκαστικής εκτέλεσης δυνάμει του κώδικα αναγκαστικής εκτέλεσης

Μετά την κατάσχεση περιουσιακού στοιχείου, ο οφειλέτης δεν έχει όπως πρώτα τον έλεγχο του εν λόγω περιουσιακού στοιχείου. Ο οφειλέτης δεν μπορεί να κάνει χρήση του περιουσιακού στοιχείου εις βάρος του αιτούντα μέσω μεταβίβασης ή με άλλο τρόπο εκτός εάν το έχει επιτρέψει η Αρχή Αναγκαστικής Εκτέλεσης για συγκεκριμένους λόγους και αφού συμβουλευθεί τον αιτούντα.

Όποιος χρησιμοποιεί παρανόμως περιουσιακό στοιχείο που έχει κατασχεθεί μπορεί να βρεθεί αντιμέτωπος με ποινικές κυρώσεις.

Μια απόφαση κατάσχεσης εκχωρεί δικαιώματα προτεραιότητας επί του περιουσιακού στοιχείου.

Σε υποθέσεις αναγκαστικής εκτέλεσης, πρέπει να δηλώνεται από τρίτους αν ο οφειλέτης έχει απαιτήσεις ή άλλες δοσοληψίες μαζί τους οι οποίες θα μπορούσαν να είναι σημαντικές για την εκτίμηση του βαθμού στον οποίο ο οφειλέτης διαθέτει κατασχέσιμη περιουσία. Υποχρέωση γνωστοποίησης έχουν επίσης τρίτοι οι οποίοι έχουν στην κατοχή τους περιουσιακά στοιχεία του οφειλέτη μέσω, π.χ., εμπράγματης ασφάλειας ή κατάθεσης. Μια τράπεζα οφείλει, π.χ., να παράσχει λεπτομέρειες σχετικά με τραπεζικούς λογαριασμούς, θυρίδες ή άλλα περιουσιακά στοιχεία του οφειλέτη τα οποία φυλάσσονται στην τράπεζα. Υποχρέωση γνωστοποίησης έχουν επίσης οι συγγενείς και φίλοι του οφειλέτη.

Μπορεί να ζητηθούν πληροφορίες από τρίτους προφορικά ή γραπτώς και, αν χρειαστεί, μπορεί να κληθούν για κατάθεση. Είναι δυνατό να υποχρεωθούν σε συμμόρφωση επί ποινή προστίμου ή φυλάκισης.

Η κατασχεθείσα περιουσία μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο αναγκαστικής εκποίησης από την Αρχή Αναγκαστικής Εκτέλεσης. Η αναγκαστική εκποίηση γίνεται συνήθως μέσω πλειστηριασμών, αλλά μπορεί ενίοτε να γίνει με ιδιωτικό διακανονισμό.

Τα χρηματικά ποσά που εισπράττονται σε περιπτώσεις αναγκαστικής εκτέλεσης πρέπει να αναφέρονται και να καταβάλλονται στον αιτούντα το ταχύτερο δυνατό.

4.3 Ποια η ισχύς αυτών των μέτρων;

Υποθέσεις αναγκαστικής εκτέλεσης δυνάμει του κώδικα αναγκαστικής εκτέλεσης

Δεν υπάρχει ανώτατο χρονικό όριο όσον αφορά την ισχύ μιας απόφασης κατάσχεσης. Η νομοθεσία θεωρεί, ωστόσο, ότι η κατασχεθείσα περιουσία εκποιείται χωρίς καθυστέρηση, βλέπε παράγραφο 3.2.

Ει δυνατόν, η έξωση πρέπει να λαμβάνει χώρα εντός τεσσάρων εβδομάδων από την παραλαβή των αναγκαίων εγγράφων από την Αρχή Αναγκαστικής Εκτέλεσης.

Υποθέσεις αναγκαστικής εκτέλεσης δυνάμει του κώδικα τέκνων και γονέων

Οι αποφάσεις αναγκαστικής εκτέλεσης τίθενται αμέσως σε ισχύ εκτός εάν προβλέπεται κάτι διαφορετικό. Έχουν εφαρμογή μέχρι να υπάρξει άλλη απόφαση. Η διαταγή πληρωμής προστίμου αναφέρει κανονικά ότι μια πράξη πρέπει να εκτελεστεί εντός συγκεκριμένου χρονικού διαστήματος, όταν, π.χ. το τέκνο πρέπει να παραδοθεί στον αιτούντα. Οι αποφάσεις αναγκαστικής εκτέλεσης σε σχέση με την επικοινωνία ορίζουν συνήθως το πρόγραμμα επικοινωνίας και κανονικά εκτείνονται στους αμέσως επόμενους μήνες.

Μια απόφαση επί του αντικειμένου της αναγκαστικής εκτέλεσης δεν εμποδίζει την εξέταση νέας αίτησης.

5 Υπάρχει δυνατότητα προσφυγής κατά της απόφασης που διατάσσει ένα τέτοιο μέτρο;

Υποθέσεις αναγκαστικής εκτέλεσης δυνάμει του κώδικα αναγκαστικής εκτέλεσης

Οι αποφάσεις της Αρχής Αναγκαστικής Εκτέλεσης είναι γενικά εφέσιμες. Η έφεση κατά πρωτοβάθμιου δικαστηρίου πρέπει να υποβάλλεται στην Αρχή Αναγκαστικής Εκτέλεσης.

Το πρόσωπο το οποίο θίγεται από την απόφαση μπορεί να υποβάλει αίτηση κατά της απόφασης της Αρχής Αναγκαστικής Εκτέλεσης εάν η απόφαση στρέφεται εναντίον του. Οι αποφάσεις κατάσχεσης εισοδημάτων από εργασία είναι εφέσιμες χωρίς συγκεκριμένο χρονικό περιορισμό. Οι αποφάσεις κατάσχεσης άλλων περιουσιακών στοιχείων είναι εφέσιμες εντός τριών εβδομάδων από την επίδοσή τους. Τρίτα πρόσωπα μπορούν να υποβάλουν έφεση κατά της εν λόγω κατάσχεσης χωρίς συγκεκριμένο χρονικό περιορισμό.

Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο μπορεί να αποφασίσει ότι δεν πρέπει προς το παρόν να ληφθούν μέτρα αναγκαστικής εκτέλεσης (η λεγόμενη αναστολή) ή, αν διαπιστώσει ότι υπάρχουν ειδικοί λόγοι, ότι πρέπει να ανακληθούν μέτρα που έχουν ήδη ληφθεί.

Υποθέσεις αναγκαστικής εκτέλεσης δυνάμει του κώδικα τέκνων και γονέων

Η απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου περί αναγκαστικής εκτέλεσης μπορεί να κριθεί στο εφετείο. Οι εφέσεις πρέπει να συντάσσονται εγγράφως και να κατατίθενται στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο. Η προθεσμία για άσκηση έφεσης ορίζεται στις τρεις εβδομάδες.

6 Υπάρχουν περιορισμοί στην εκτέλεση, ιδίως όσον αφορά την προστασία του οφειλέτη ή τις προθεσμίες;

Ο κώδικας αναγκαστικής εκτέλεσης περιέχει διατάξεις που περιορίζουν τη δυνατότητα αναγκαστικής εκτέλεσης, π.χ. για την προστασία του πιστωτή. Σε περιορισμένο βαθμό, ο οφειλέτης μπορεί να αποτρέψει την εφαρμογή της εκτέλεσης υποβάλλοντας ένσταση, π.χ. επειδή έχει μεσολαβήσει παραγραφή. Τα συνηθέστερα παραδείγματα περιορισμών στην αναγκαστική εκτέλεση συνίστανται στην εξαίρεση ορισμένων περιουσιακών στοιχείων από την κατάσχεση εν είδει μέριμνας για τις ανάγκες του οφειλέτη. Η κατάσχεση υλικών αγαθών μπορεί, π.χ., να εξαιρεί το λεγόμενο «ευεργέτημα» («μη κατασχέσιμη περιουσία»), π.χ. διαμέρισμα που αποτελεί τη μόνιμη κατοικία του οφειλέτη και χρηματικά ποσά τα οποία χρειάζεται ο οφειλέτης για την άμεση συντήρησή του. Η κατάσχεση εισοδημάτων από εργασία θα εξαιρεί ένα «αποθεματικό» για την κάλυψη των τακτικών δαπανών διαβίωσης και των δαπανών στέγασης του οφειλέτη.


Την έκδοση αυτής της σελίδας στην εθνική γλώσσα διαχειρίζεται ο αντίστοιχος αρμόδιος επαφής του ΕΔΔ. Οι μεταφράσεις έχουν γίνει από την αρμόδια υπηρεσία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Οι τυχόν αλλαγές που επιφέρει η αρμόδια εθνική αρχή στο πρωτότυπο ενδέχεται να μην έχουν περιληφθεί ακόμα στις μεταφράσεις. Η Επιτροπή και το Ευρωπαϊκό Δικαστικό Δίκτυο δεν αναλαμβάνουν καμία απολύτως ευθύνη όσον αφορά πληροφορίες ή δεδομένα που περιέχονται ή αναφέρονται στο παρόν έγγραφο. Βλ. την ανακοίνωση νομικού περιεχομένου για τους κανόνες πνευματικής ιδιοκτησίας που ισχύουν στο κράτος μέλος που είναι αρμόδιο για την παρούσα σελίδα.

Τελευταία επικαιροποίηση: 15/12/2017