Ποιο δίκαιο θα εφαρμοσθεί; - Λουξεµβούργο

ΠΙΝΑΚΑΣ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΩΝ

1 Πηγές δικαιου

1.1 Εθνικοί κανόνες

Δεν υπάρχει κώδικας ιδιωτικού διεθνούς δικαίου στο Λουξεμβούργο. Οι εθνικές διατάξεις σύγκρουσης νόμων είναι διάσπαρτες σε διάφορους κώδικες και ειδικούς νόμους. Το θέμα ρυθμίζεται σε μεγάλο βαθμό από πολυμερείς διεθνείς συμβάσεις καθώς και από πράξεις του ευρωπαϊκού παράγωγου δικαίου.

1.2 Πολυμερείς διεθνείς συμβάσεις

Πολλοί κανόνες σύγκρουσης νόμων περιέχονται σε πολυμερείς διεθνείς συμβάσεις στις οποίες το Λουξεμβούργο είναι συμβαλλόμενο μέρος. Οι περισσότερες από τις συμβάσεις αυτές καταρτίστηκαν στο πλαίσιο της διάσκεψης της Χάγης για το ιδιωτικό διεθνές δίκαιο.

Κατάλογος των συμβάσεων αυτών υπάρχει στον ιστότοπο της Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροδιάσκεψης της Χάγης.

1.3 Κύριες διμερείς συμβάσεις

Ορισμένες διμερείς συμβάσεις περιέχουν κανόνες σύγκρουσης νόμων. Για περισσότερες λεπτομέρειες, βλ. τον δικτυακό τόπο Ο σύνδεσμος ανοίγει σε νέο παράθυροLegilux.

2 Εφαρμογή των κανονων που διεπουν τη συγκρουση των νομων

2.1 Υποχρέωση του δικαστή να εφαρμόζει τους κανόνες σχετικά με τη σύγκρουση νόμων αυτεπαγγέλτως

Όσον αφορά την προσωπική κατάσταση των φυσικών προσώπων, ο δικαστής λαμβάνει αυτεπαγγέλτως υπόψη τη σύγκρουση νόμων. Αυτό δεν ισχύει αν οι διάδικοι έχουν ελευθερία διάθεσης των δικαιωμάτων τους, όπως π.χ. σε συμβατικά θέματα λόγω της αρχής της ελεύθερης επιλογής του εφαρμοστέου δικαίου από τους συμβαλλομένους. Στην περίπτωση αυτή, ο δικαστής λαμβάνει αυτεπαγγέλτως υπόψη τη σύγκρουση νόμων μόνο αν πρόκειται για περίπτωση διακεκριμένης καταστρατήγησης του νόμου.

Το επιλαμβανόμενο δικαστήριο εφαρμόζει αυτομάτως το δίκαιό του αν οι διάδικοι δεν ζητήσουν την εφαρμογή αλλοδαπού δικαίου.

2.2 Παραπομπή

Στο Λουξεμβούργο, στους τομείς που δεν καλύπτονται από διεθνή σύμβαση ή ευρωπαϊκό κανονισμό, που αποκλείουν ειδικώς την παραπομπή, η νομολογία δέχεται την παραπομπή κατά περίπτωση. Όταν, κατόπιν εφαρμογής του κανόνα σύγκρουσης νόμων, η παραπομπή καθορίζει ως εφαρμοστέο το δίκαιο του επιλαμβανόμενου δικαστηρίου, η παραπομπή γίνεται δεκτή, αλλά σταματά σ’ αυτό το σημείο. Θεωρείται ότι παραπέμπει στο ουσιαστικό δίκαιο του επιλαμβανόμενου δικαστηρίου.

Η παραπομπή αποκλείεται σε θέματα για τα οποία οι διάδικοι είναι ελεύθεροι να επιλέξουν το εφαρμοστέο δίκαιο.

2.3 Μεταβολή του συνδετικού στοιχείου

Μεταβολή του συνδετικού στοιχείου υπάρχει όταν, λόγω αλλαγής του στοιχείου σύνδεσης που καθορίζει το εφαρμοστέο δίκαιο, μια κατάσταση ρυθμίζεται διαδοχικά από δύο διαφορετικά νομικά συστήματα. Ορίζεται ως διαχρονική σύγκρουση νόμων λόγω της κατά τόπο μεταβολής του συνδετικού στοιχείου.

Στο Λουξεμβούργο το νέο δίκαιο εφαρμόζεται στις μελλοντικές συνέπειες μιας κατάστασης που δημιουργήθηκε στο παρελθόν με σεβασμό των συνεπειών που εξακολουθούν να υφίστανται. Ωστόσο, το νέο δίκαιο που καθορίζει ο κανόνας σύγκρουσης νόμων εφαρμόζεται όταν επέρχονται τροποποιήσεις σε μια κατάσταση η οποία δημιουργήθηκε υπό το προηγούμενο δίκαιο που αναγνωρίστηκε ως εφαρμοστέο.

2.4 Εξαιρέσεις από την κανονική εφαρμογή των κανόνων σχετικά με τη σύγκρουση νόμων

Υπάρχουν περιπτώσεις στις οποίες το επιλαμβανόμενο δικαστήριο πρέπει να εφαρμόσει το δικό του δίκαιο, ακόμη και αν ο κανόνας σύγκρουσης νόμων αναγνωρίζει ως εφαρμοστέο άλλο δίκαιο:

  • Αδυναμία καθορισμού του αλλοδαπού δικαίου
  • Σε περίπτωση ανιθαγενών
  • Απουσία παροχής λύσης από το αλλοδαπό δίκαιο
  • Σε περίπτωση λήψης επειγόντων προσωρινών μέτρων
  • Όταν το αλλοδαπό δίκαιο αντιβαίνει στη δημόσια τάξη του κράτους του επιλαμβανόμενου δικαστηρίου

Όταν διατάξεις τυγχάνουν άμεσης εφαρμογής, ο δικαστής εφαρμόζει επίσης το δίκαιο του δικάζοντος δικαστή:

  • Νόμοι περί διαδικασίας και νόμοι περί δικαστικής οργάνωσης
  • Νομικές διατάξεις οι οποίες ρυθμίζουν την προστασία των εργαζομένων ή τις μισθώσεις
  • Νομική προστασία των καταναλωτών
  • Τέλος, αν η εφαρμογή του δικαίου του επιλαμβανόμενου δικαστηρίου αποκλείστηκε από τους διαδίκους με πρόδηλο σκοπό την καταστρατήγησή του χάριν της εφαρμογής αλλοδαπού δικαίου που κατέστη τεχνητώς εφαρμοστέο, ο δικαστής οφείλει να αρνηθεί να λάβει υπόψη το συγκεκριμένο δίκαιο και να εφαρμόσει το δικό του δίκαιο.

2.5 Απόδειξη αλλοδαπού δικαίου

Δεδομένου ότι στο Λουξεμβούργο το αλλοδαπό δίκαιο αποτελεί για τον λουξεμβουργιανό δικαστή πραγματικό περιστατικό, αυτός που επικαλείται την εφαρμογή του πρέπει, καταρχήν, να αποδείξει ότι είναι εφαρμοστέο. Οι διάδικοι, και ιδίως αυτός που υποστηρίζει ότι η αξίωσή του ρυθμίζεται από το αλλοδαπό δίκαιο, πρέπει να αποδείξουν ότι αυτό είναι εφαρμοστέο.

3 Κανόνες συγκρουσης νομων

3.1 Συμβατικές ενοχές και δικαιοπραξίες

Καταρχήν, οι συμβατικές ενοχές διέπονται από την εκπεφρασμένη βούληση των συμβαλλομένων, με την επιφύλαξη του σεβασμού των αναγκαστικών διατάξεων δημόσιας τάξης και της καταστρατήγησης του νόμου.

Απουσία επιλογής δικαίου από τους συμβαλλομένους, εφαρμόζονται οι διατάξεις της σύμβασης της Ρώμης του 1980 και του κανονισμού αριθ. 593/2008 της 17ης Ιουνίου 2008. Στη δεύτερη αυτή περίπτωση, ο δικαστής εφαρμόζει το αντικειμενικά καταλληλότερο δίκαιο.

3.2 Εξωσυμβατικές ενοχές

Καταρχήν, οι εξωσυμβατικές ενοχές διέπονται από το δίκαιο του τόπου της γενεσιουργού αιτίας της ζημίας ή της ενοχής, εκτός αν άλλο δίκαιο εμφανίζει στενότερο σύνδεσμο με τα πραγματικά περιστατικά ή αν εφαρμόζεται διεθνής σύμβαση.

3.3 Προσωπική κατάσταση, ζητήματα που συνδέονται με την οικογενειακή κατάσταση (επώνυμο, κατοικία, ικανότητα)

Καταρχήν, η προσωπική κατάσταση διέπεται από το δίκαιο της ιθαγένειας του φυσικού προσώπου, με την επιφύλαξη κρίσιμων κριτηρίων, όπως η συνήθης διαμονή των ενδιαφερομένων και, ιδίως, εκείνη των ενδιαφερόμενων παιδιών. Αυτό ισχύει επίσης για τη διαμόρφωση, τη σύνθεση και τις προϋποθέσεις αλλαγής του ονόματος, καθώς αυτό αποτελεί συστατικό στοιχείο της προσωπικής κατάστασης του φυσικού προσώπου.

Η γενική δικαιοπρακτική ικανότητα καθώς και η ικανότητα δικαστικής παράστασης διέπονται από το δίκαιο της ιθαγένειας του ενδιαφερομένου. Ωστόσο, η ενεργητική νομιμοποίηση διέπεται από το εφαρμοστέο στο εν λόγω δικαίωμα δίκαιο, δεδομένου ότι αφορά την ουσία του δικαιώματος. Όταν πρόκειται για διαφορές που απορρέουν από συμβάσεις, ο κανόνας αυτός επιδέχεται εξαιρέσεις όταν ο καλόπιστος αντισυμβαλλόμενος αιφνιδιάζεται από λόγο ανικανότητας άγνωστο στη χώρα όπου εκτελέστηκε η δικαιοπραξία. Γίνεται τότε δεκτό ότι το εθνικό δίκαιο υποχωρεί έναντι του δικαίου του τόπου εκτέλεσης.

3.4 Θεμελίωση νομικής σχέσης μεταξύ γονέα και τέκνου, συμπεριλαμβανομένης της υιοθεσίας

3.4.1 Θεμελίωση νομικής σχέσης μεταξύ γονέα και τέκνου

Στο Λουξεμβούργο, όσον αφορά την πατρότητα τέκνου γεννημένου σε γάμο, εφαρμόζεται καταρχήν το δίκαιο που διέπει τον γάμο, δηλαδή το δίκαιο της κοινής ιθαγένειας των γονέων ή το δίκαιο της κοινής κατοικίας ή το δίκαιο του δικάζοντος δικαστή.

Κάθε ζήτημα που σχετίζεται με τη θεμελίωση της πατρότητας τέκνου γεννημένου εκτός γάμου ρυθμίζεται καταρχήν από το δίκαιο της ιθαγένειας του τέκνου.

Όσον αφορά τη φύση των αποδείξεων που θεμελιώνουν τη νομική σχέση μεταξύ γονέα και τέκνου, τις ουσιαστικές προϋποθέσεις της αναγνώρισης, την προθεσμία και τους λόγους έκπτωσης από το δικαίωμα προσβολής της πατρότητας και τα μέσα άμυνας κατά της αίτησης, εφαρμόζεται το δίκαιο της ιθαγένειας του τέκνου.

3.4.2 Υιοθεσία

Προϋποθέσεις υιοθεσίας

Καταρχήν, σύμφωνα με το άρθρο 370 του Αστικού Κώδικα, οι απαιτούμενες προϋποθέσεις για να υιοθετήσει κάποιος ρυθμίζονται από το δίκαιο της ιθαγένειας του υιοθετούντος ή των υιοθετούντων. Όταν οι δύο σύζυγοι που υιοθετούν έχουν διαφορετική ιθαγένεια, εφαρμοστέο δίκαιο είναι εκείνο της κοινής συνήθους διαμονής κατά τον χρόνο υποβολής της αίτησης. Ωστόσο, οι απαιτούμενες προϋποθέσεις για να υιοθετηθεί κάποιος διέπονται καταρχήν από το δίκαιο της ιθαγένειας του υιοθετούμενου. Εξαίρεση από την αρχή αυτή προβλέπεται όταν η υιοθεσία προσδίδει στον υιοθετούμενο την ιθαγένεια του υιοθετούντος. Στην περίπτωση αυτή, οι προϋποθέσεις διέπονται από το δίκαιο της ιθαγένειας του υιοθετούντος.

Αποτελέσματα της υιοθεσίας

Τα αποτελέσματα της υιοθεσίας ρυθμίζονται από το δίκαιο της ιθαγένειας του υιοθετούντος ή των υιοθετούντων. Όταν υιοθετούν δύο σύζυγοι διαφορετικής ιθαγένειας ή ανιθαγενείς, ή όταν ένας εκ των συζύγων είναι ανιθαγενής, εφαρμοστέο δίκαιο είναι εκείνο της κοινής συνήθους διαμονής τους κατά τον χρόνο έναρξης ισχύος της υιοθεσίας.

Σε περίπτωση υιοθεσίας στην αλλοδαπή, υπάρχει ενδεχόμενο σύγκρουσης των κανόνων που προβλέπουν αντίστοιχα την εφαρμογή του δικαίου της ιθαγένειας του υιοθετούντος ή του δικαίου της ιθαγένειας του υιοθετούμενου. Στην περίπτωση αυτή, η υιοθεσία είναι έγκυρη εάν τηρήθηκε ο τύπος που προβλέπεται από το δίκαιο της χώρας στην οποία έλαβε χώρα η υιοθεσία και εάν η υιοθεσία πραγματοποιήθηκε ενώπιον των αρμόδιων αρχών βάσει του εν λόγω δικαίου.

3.5 Γάμος, ελεύθερη συμβίωση, συγκατοίκηση, άλλες σχέσεις συμβίωσης, διαζύγιο, δικαστικός χωρισμός, υποχρεώσεις διατροφής

3.5.1 Γάμος

Προϋποθέσεις κύρους του γάμου

Οι τυπικές προϋποθέσεις ρυθμίζονται καταρχήν από το δίκαιο του τόπου τέλεσης του γάμου.

Για να είναι ο γάμος έγκυρος, δυνάμει της σύμβασης της Χάγης της 14ης Μαρτίου 1978 για τη δήλωση και την αναγνώριση του κύρους των γάμων, πρέπει να πληρούνται οι ουσιαστικές προϋποθέσεις που προβλέπονται στο δίκαιο της ιθαγένειας κάθε συζύγου. Το δίκαιο της ιθαγένειας καθορίζεται από τους κανόνες σύγκρουσης νόμων του κράτους τέλεσης του γάμου. Ακολούθως, πρέπει να πληρούνται επίσης οι ουσιαστικές προϋποθέσεις που προβλέπονται από το δίκαιο του κράτους τέλεσης του γάμου, αν τουλάχιστον ένας εκ των συζύγων έχει την ιθαγένεια του εν λόγω κράτους ή έχει τη συνήθη διαμονή του στο εν λόγω κράτος. Το δίκαιο που διέπει τις προϋποθέσεις του κύρους του γάμου εφαρμόζεται επίσης στις ουσιαστικές προϋποθέσεις της αγωγής ακύρωσης του γάμου.

Οι γάμοι που συνάπτονται στην αλλοδαπή θεωρούνται κατά τεκμήριο έγκυροι όταν προσκομίζεται η ληξιαρχική πράξη του γάμου, η οποία έχει καταρτιστεί σύμφωνα με τους τυπικούς κανόνες του δικαίου του τόπου τέλεσης του γάμου. Γάμος ο οποίος συνήφθη στην αλλοδαπή και προσκρούει προδήλως στη δημόσια τάξη του Λουξεμβούργου μπορεί να μην αναγνωριστεί.

Αποτελέσματα του γάμου

Απουσία κοινής ιθαγένειας, τα αποτελέσματα του γάμου στο Λουξεμβούργο ρυθμίζονται καταρχήν από το δίκαιο της κοινής κατοικίας των συζύγων, ήτοι του τόπου όπου έχει πραγματικά εγκατασταθεί το ζεύγος.

3.5.2 Ελεύθερη συμβίωση, συγκατοίκηση, άλλες σχέσεις συμβίωσης

Η σχέση ελεύθερης συμβίωσης δεν αποτελεί αντικείμενο κανενός κανόνα σύγκρουσης νόμων, διότι, στο λουξεμβουργιανό δίκαιο, η σχέση μεταξύ ατόμων που διαβιούν υπό το καθεστώς αυτό συνιστά πραγματική (de facto) (και όχι νομική) κατάσταση.

Το εφαρμοστέο δίκαιο στις σχέσεις ελεύθερης συμβίωσης που συνάπτονται στο Λουξεμβούργο είναι το δίκαιο του δικάζοντος δικαστή.

Τα μέρη που καταχώρισαν την ελεύθερη συμβίωσή τους στην αλλοδαπή μπορούν να εγγραφούν στο ληξιαρχείο, υπό τον όρο τα δύο μέρη πληρούσαν κατά την ημερομηνία σύναψης της σχέσης ελεύθερης συμβίωσης στην αλλοδαπή τις προβλεπόμενες στο άρθρο 4 προϋποθέσεις. Όταν η συναφθείσα στην αλλοδαπή σχέση ελεύθερης συμβίωσης αναγνωριστεί στο Λουξεμβούργο, ισχύουν γι’ αυτήν τα ίδια πλεονεκτήματα με εκείνα που αναγνωρίζονται στις σχέσεις ελεύθερης συμβίωσης που συνάπτονται στο Λουξεμβούργο.

3.5.3 Διαζύγιο και δικαστικός χωρισμός

Όταν οι σύζυγοι έχουν την ίδια ιθαγένεια, το διαζύγιο και ο δικαστικός χωρισμός ρυθμίζονται από το δίκαιο της ιθαγένειας των συζύγων. Σε αντίθετη περίπτωση, εφαρμόζεται το δίκαιο της πραγματικής κοινής κατοικίας τους. Εάν δεν μπορεί να εφαρμοστεί κανένα από τα προαναφερθέντα κριτήρια, εφαρμόζεται το δίκαιο του δικάζοντος δικαστή.

Οι κανόνες αυτοί εφαρμόζονται επίσης στο παραδεκτό του διαζυγίου εν γένει, στους λόγους διαζυγίου, στα αποτελέσματα του διαζυγίου και στα παρεπόμενα μέτρα.

3.5.4 Υποχρεώσεις διατροφής

Σύμφωνα με το άρθρο 15 του κανονισμού αριθ. 4/2009 για τις υποχρεώσεις διατροφής, το σχετικό εφαρμοστέο δίκαιο καθορίζεται σύμφωνα με το πρωτόκολλο της 23ης Νοεμβρίου 2007 για την είσπραξη, σε διεθνές επίπεδο, απαιτήσεων διατροφής τέκνων και άλλων μορφών οικογενειακής διατροφής. Εφαρμοστέο είναι καταρχήν το δίκαιο της συνήθους διαμονής του δικαιούχου της διατροφής, αλλά οι διάδικοι μπορούν να επιλέξουν με αμοιβαία συμφωνία να ορίσουν, για διαδικασία που έχει ήδη κινηθεί, το δίκαιο του δικάζοντος δικαστηρίου ή ένα από τα ακόλουθα δίκαια:

α) το δίκαιο κράτους του οποίου ένας από τους διαδίκους έχει την ιθαγένεια κατά τον χρόνο του ορισμού

β) το δίκαιο του κράτους της συνήθους διαμονής ενός από τους διαδίκους κατά τον χρόνο του ορισμού

γ) το δίκαιο που έχουν ορίσει οι διάδικοι για τη ρύθμιση των περιουσιακών τους σχέσεων τους ή το δίκαιο που είναι πράγματι εφαρμοστέο στις σχέσεις αυτές

δ) το δίκαιο που έχουν ορίσει οι διάδικοι για τη ρύθμιση του διαζυγίου ή του δικαστικού χωρισμού τους ή το δίκαιο που είναι πράγματι εφαρμοστέο στο εν λόγω διαζύγιο ή δικαστικό χωρισμό.

3.6 Περιουσιακές σχέσεις των συζύγων

Οι περιουσιακές σχέσεις των συζύγων ρυθμίζονται από το εθνικό δίκαιο που καθορίζουν οι σύζυγοι πριν από τον γάμο.

Αν, κατά τη σύναψη του γάμου, οι σύζυγοι δεν έχουν προβεί σε επιλογή, το εφαρμοστέο δίκαιο καθορίζεται σύμφωνα με τη σύμβαση της Χάγης της 14ης Μαρτίου 1978 για τη δήλωση και την αναγνώριση του κύρους των γάμων.

Βάσει της σύμβασης της Χάγης της 14ης Μαρτίου 1978, οι σύζυγοι μπορούν να καθορίσουν μόνο ένα από τα ακόλουθα δίκαια:

1. το δίκαιο κράτους του οποίου την ιθαγένεια έχει ένας εκ των συζύγων κατά τον εν λόγω καθορισμό
2. το δίκαιο του κράτους στην επικράτεια του οποίου έχει τη συνήθη κατοικία του ένας εκ των συζύγων κατά τον εν λόγω καθορισμό

3. το δίκαιο του πρώτου κράτους στην επικράτεια του οποίου ένας εκ των συζύγων θα εγκαταστήσει νέα συνήθη διαμονή μετά τον γάμο.

Το δίκαιο που καθορίζεται κατ’ αυτόν τον τρόπο εφαρμόζεται στο σύνολο των περιουσιακών τους στοιχείων.

Ωστόσο, ανεξάρτητα από το κατά πόσον οι σύζυγοι προέβησαν στον καθορισμό που αναφέρεται ανωτέρω, μπορούν, όσον αφορά τα ακίνητα ή ορισμένα εξ αυτών, να καθορίσουν ως εφαρμοστέο το δίκαιο του τόπου όπου κείνται τα ακίνητα. Μπορούν επίσης να προβλέψουν ότι τα ακίνητα που θα αποκτήσουν μεταγενέστερα θα υπάγονται στο δίκαιο του τόπου όπου κείνται.

Σε περίπτωση μη επιλογής από τα μέρη, ο δικαστής οφείλει να αναζητήσει τη σιωπηρή επιλογή τους. Υφίσταται τεκμήριο υπέρ του δικαίου του κράτους στην επικράτεια του οποίου οι σύζυγοι εγκαθιστούν την πρώτη συνήθη διαμονή τους μετά τον γάμο.

Ωστόσο, στις ακόλουθες περιπτώσεις, οι περιουσιακές σχέσεις των συζύγων, σύμφωνα με τη σύμβαση της Χάγης της 14ης Μαρτίου 1978, ρυθμίζονται από το δίκαιο του κράτους της κοινής ιθαγένειας των συζύγων:

1. όταν το συγκεκριμένο κράτος έχει προβεί στην προβλεπόμενη στο άρθρο 5 δήλωση και οι συνέπειές της δεν αποκλείονται από το δεύτερο εδάφιο του εν λόγω άρθρου
2. όταν το συγκεκριμένο κράτος δεν είναι συμβαλλόμενο μέρος στη σύμβαση, το εθνικό δίκαιο εφαρμόζεται βάσει του ιδιωτικού διεθνούς δικαίου του και οι σύζυγοι εγκαθιστούν την πρώτη συνήθη διαμονή τους μετά τον γάμο:

α) σε κράτος που έχει προβεί στην προβλεπόμενη στο άρθρο 5 δήλωση

ή

β) σε κράτος το οποίο δεν είναι συμβαλλόμενο μέρος στη σύμβαση και του οποίου το ιδιωτικό διεθνές δίκαιο προβλέπει επίσης την εφαρμογή του δικαίου της ιθαγένειάς τους

3. όταν οι σύζυγοι δεν εγκαθιστούν στην επικράτεια του ίδιου κράτους την πρώτη συνήθη διαμονή τους μετά τον γάμο.

Απουσία συνήθους διαμονής των συζύγων στην επικράτεια του ίδιου κράτους και απουσία κοινής ιθαγένειας, οι περιουσιακές σχέσεις διέπονται από το δίκαιο του κράτους με το οποίο αυτές εμφανίζουν στενότερο σύνδεσμο, λαμβανομένων υπόψη όλων των περιστάσεων.

Είναι δυνατή η οικειοθελής αλλαγή του εφαρμοστέου δικαίου, στο μέτρο που προβλέπεται στο νέο δίκαιο που επιλέγεται.

3.7 Διαθήκες και κληρονομική διαδοχή

Οι διατάξεις του κανονισμού της ΕΕ αριθ. 650/2012 της 4ης Ιουλίου 2012 ισχύουν για κληρονομίες η επαγωγή των οποίων έγινε από τις 17 Αυγούστου 2015 και μετά. Το άρθρο 21 του κανονισμού ορίζει ως δίκαιο που εφαρμόζεται σε ολόκληρη την κληρονομιαία περιουσία το δίκαιο του κράτους στο οποίο ο θανών είχε τη συνήθη διαμονή του κατά τον χρόνο του θανάτου του.

Οι κληρονομίες η επαγωγή των οποίων έγινε πριν από τις 17 Αυγούστου 2015 εξακολουθούν να διέπονται από τους λουξεμβουργιανούς κανόνες σύγκρουσης νόμων.

Εξ αδιαθέτου διαδοχή

Στο Λουξεμβούργο, η κληρονομιαία περιουσία υποδιαιρείται σε περισσότερα μέρη: την κινητή περιουσία και μία ή περισσότερες ακίνητες περιουσίες. Για τον καθορισμό του κινητού ή ακίνητου χαρακτήρα ενός αγαθού, εφαρμόζεται το δίκαιο του δικάζοντος δικαστή.

Καταρχήν, η διαδοχή όσον αφορά την κινητή περιουσία ρυθμίζεται από το δίκαιο της τελευταίας κατοικίας του κληρονομούμενου την ημέρα του θανάτου του. Η κατοικία καθορίζεται βάσει των κανόνων του Αστικού Κώδικα.

Η διαδοχή όσον αφορά την ακίνητη περιουσία ρυθμίζεται από το δίκαιο του κράτους στο οποίο κείται κάθε ακίνητο.

Διαδοχή βάσει διάταξης τελευταίας βούλησης

Καταρχήν, η γενική ικανότητα διάθεσης αιτία θανάτου ρυθμίζεται από την προσωπική κατάσταση του φυσικού προσώπου. Ωστόσο, οι ειδικές περιπτώσεις ανικανότητας ρυθμίζονται από το δίκαιο που διέπει την κληρονομική διαδοχή. Η γενική ικανότητα αποδοχής δωρεάς ρυθμίζεται από το δίκαιο που διέπει την προσωπική κατάσταση του ενδιαφερομένου.

3.8 Ακίνητη περιουσία

Η ακίνητη περιουσία καθορίζεται σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 3 του Αστικού Κώδικα και διέπεται από το δίκαιο του κράτους στο οποίο κείται το ακίνητο. Το ίδιο ισχύει για το περιεχόμενο των εμπράγματων δικαιωμάτων επί των ακινήτων, τη δημιουργία και τη μεταβίβασή τους καθώς και το καθεστώς χρησικτησίας.

3.9 Αφερεγγυότητα

Εκτός του πεδίου εφαρμογής των κανονισμών (ΕΕ) αριθ. 1346/2000 και 2015/848, για τα θέματα πτώχευσης εφαρμόζεται το δίκαιο του τόπου κίνησης της πτωχευτικής διαδικασίας.

Το δίκαιο αυτό εφαρμόζεται στα αποτελέσματα όλων των συλλογικών διαδικασιών που κινούνται στο Λουξεμβούργο καθώς και για τις πτωχεύσεις που κηρύσσονται στην αλλοδαπή. Ωστόσο, όσον αφορά τις ιδιαίτερες συνέπειες της πτώχευσης ενός συμβαλλομένου στα δικαιώματα που μπορεί να επικαλεστεί ο αντισυμβαλλόμενός του, εφαρμόζεται το δίκαιο του κράτους στο οποίο κηρύχθηκε η πτώχευση.

Η εφαρμογή του εν λόγω δικαίου περιορίζεται στις ιδιαίτερες συνέπειες και δεν καλύπτει όλες τις πτυχές της πράξης που επηρεάζεται από την πτώχευση.


Την έκδοση αυτής της σελίδας στην εθνική γλώσσα διαχειρίζεται ο αντίστοιχος αρμόδιος επαφής του ΕΔΔ. Οι μεταφράσεις έχουν γίνει από την αρμόδια υπηρεσία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Οι τυχόν αλλαγές που επιφέρει η αρμόδια εθνική αρχή στο πρωτότυπο ενδέχεται να μην έχουν περιληφθεί ακόμα στις μεταφράσεις. Η Επιτροπή και το Ευρωπαϊκό Δικαστικό Δίκτυο δεν αναλαμβάνουν καμία απολύτως ευθύνη όσον αφορά πληροφορίες ή δεδομένα που περιέχονται ή αναφέρονται στο παρόν έγγραφο. Βλ. την ανακοίνωση νομικού περιεχομένου για τους κανόνες πνευματικής ιδιοκτησίας που ισχύουν στο κράτος μέλος που είναι αρμόδιο για την παρούσα σελίδα.

Τελευταία επικαιροποίηση: 06/05/2019