Το δελτίο αυτό εκπονήθηκε σε συνεργασία με το Συμβούλιο των Συμβολαιογραφικών Συλλόγων της ΕΕ (CNUE).
1 Πως συντάσσεται η διάταξη τελευταίας βουλήσεως (διαθήκη, συνδιαθήκη, κληρονομική σύμβαση);
Κάθε φυσικό πρόσωπο το οποίο έχει συμπληρώσει το 18ο έτος της ηλικίας του έχει δικαίωμα να συντάξει διαθήκη. Η διαθήκη είναι άκυρη εάν ο διαθέτης έπασχε από ψυχική ασθένεια κατά τον χρόνο σύνταξης αυτής. Η διαθήκη είναι έγκυρη εφόσον συντάσσεται εγγράφως και υπογράφεται από τον διαθέτη. Επίσης, η διαθήκη πρέπει να συντάσσεται ενώπιον δύο μαρτύρων και να φέρει την υπογραφή τους. Οι μάρτυρες πρέπει να γνωρίζουν ότι πρόκειται για διαθήκη, όχι όμως απαραίτητα και το περιεχόμενό της.
Οι δύο μάρτυρες πρέπει να έχουν συμπληρώσει το 15ο έτος της ηλικίας τους, και να μην έχουν την ιδιότητα συζύγου, μόνιμου συντρόφου, αδελφού ή άμεσου συγγενούς του διαθέτη ούτε οποιαδήποτε συγγένεια με αυτόν. Δεν μπορεί επίσης να είναι μάρτυρας πρόσωπο το οποίο κληρονομεί δυνάμει της διαθήκης, καθώς και ο/η σύζυγος, μόνιμος/-η σύντροφος, οποιοσδήποτε άμεσος συγγενής αυτού ή οποιοδήποτε πρόσωπο έχει συγγένεια με αυτόν.
Ο διαθέτης μπορεί να συντάξει «έκτακτη διαθήκη» (nödstestamente) εφόσον κωλύεται να συντάξει διαθήκη κατά τον τρόπο που αναφέρεται ανωτέρω λόγω ασθένειας ή άλλης έκτακτης ανάγκης. Η διαθήκη μπορεί σε αυτήν την περίπτωση να καταρτιστεί προφορικά ενώπιον δύο μαρτύρων ή να συνταχθεί χειρόγραφα και να υπογραφεί από τον διαθέτη.
Για την ακύρωση διαθήκης, ο ενδιαφερόμενος πρέπει να υποβάλει αγωγή ακύρωσης διαθήκης ενώπιον του δικαστηρίου. Η αγωγή υποβάλλεται εντός έξι μηνών από τη λήψη της διαθήκης.
Η διάθεση της κληρονομιάς είναι έγκυρη μόνον εφόσον είναι σύμφωνη με τις διατάξεις για τις διαθήκες. Κληρονομικές συμβάσεις ή λοιπές συμφωνίες για τη μεταβίβαση της κληρονομιάς μετά τον θάνατο του κληρονομουμένου δεν είναι, επομένως, έγκυρες.
2 Πρέπει η διάταξη να καταχωρίζεται, και εάν ναι, πως;
Δεν υπάρχουν κανόνες για την καταχώριση των διαθηκών στη Σουηδία.
Προκειμένου να διασφαλιστεί η ύπαρξη και η εκτέλεση της διαθήκης μετά τον θάνατο του διαθέτη, θα πρέπει ο διαθέτης να κοινοποιήσει σε πρόσωπο της εμπιστοσύνης του την τοποθεσία που τηρείται η διαθήκη. Είθισται οι διαθήκες να τηρούνται σε δικηγορικά γραφεία ή τράπεζες. Εφόσον δεν είναι δυνατό να ανευρεθεί διαθήκη μετά τον θάνατο του κληρονομούμενου, ακολουθείται η προβλεπόμενη από τον νόμο κληρονομική διαδοχή. Αναδιανομή της κληρονομιάς μπορεί να λάβει χώρα εφόσον ανευρεθεί διαθήκη σε μεταγενέστερη ημερομηνία. Ο χρόνος παραγραφής είναι δέκα έτη.
3 Υφίστανται περιορισμοί επί της ελευθερίας διάθεσης αιτία θανάτου (π.χ. νόμιμη μοίρα);
Ναι, εάν ένα πρόσωπο είναι έγγαμο και/ή έχει τέκνα, ισχύουν περιορισμοί στο δικαίωμα διάθεσης της κληρονομίας.
Εάν ο κληρονομούμενος ήταν έγγαμος, ο/η επιζών/-ώσα σύζυγος έχει δικαίωμα να λάβει περιουσιακά στοιχεία τα οποία, μαζί με το μερίδιο που έλαβε ο/η επιζών/-ώσα σύζυγος κατά τη διανομή της κοινής περιουσίας του/της ή της προσωπικής του/της χωριστής περιουσίας, αντιστοιχούν σε τέσσερις τιμές βάσης σύμφωνα με το κεφάλαιο 2, άρθρα 6 και 7 του κώδικα κοινωνικής ασφάλισης (socialförsäkringsbalken) (κανόνας ελάχιστου ποσού). Το επίπεδο του ελάχιστου ποσού καθορίζεται μία φορά ετησίως. Το δικαίωμα αυτό ισχύει στο μέτρο που επαρκεί η αξία της κληρονομιάς. Αυτό σημαίνει ότι εάν δεν υπάρχουν περιουσιακά στοιχεία αντίστοιχης αξίας, ο/η επιζών/-ώσα σύζυγος κληρονομεί όλη την υπάρχουσα κληρονομιά. Διαθήκη η οποία περιορίζει αυτό το δικαίωμα είναι άκυρη ως προς το σημείο αυτό.
Τα παιδιά και τα εγγόνια του/της θανόντος/-ούσας (οι λεγόμενοι bröstarvingar, «κληρονόμοι») δικαιούνται ελάχιστη νόμιμη μοίρα επί της κληρονομιάς. Η νόμιμη μοίρα (laglott) αντιστοιχεί στο ήμισυ του εξ αδιαθέτου μεριδίου που προβλέπεται από τον νόμο για τα παιδιά και τα εγγόνια όταν δεν υφίσταται διαθήκη, την οποία τα παιδιά και τα εγγόνια κληρονομούν κατ’ ισομοιρία. Διαθήκη η οποία περιορίζει τη νόμιμη μοίρα είναι άκυρη ως προς το σημείο αυτό. Παιδιά και εγγόνια μπορούν να απαιτήσουν τη νόμιμη μοίρα που τους αναλογεί, με τροποποίηση της διαθήκης εντός έξι μηνών από τη λήψη της.
4 Ελλείψει διάταξης τελευταίας βουλήσεως, ποιος κληρονομεί και τι;
Εάν δεν ορίζεται ειδική διανομή της κληρονομιάς, αυτή διανέμεται σύμφωνα με τους κανόνες κληρονομικής διαδοχής που προβλέπει ο νόμος. Προϋπόθεση για τη θεμελίωση κληρονομικού δικαιώματος είναι ο κληρονόμος να βρίσκεται εν ζωή κατά τον χρόνο θανάτου του/της θανόντος/-ούσας. Κληρονομικό δικαίωμα έχουν ακόμη και πρόσωπα τα οποία γεννήθηκαν μετά τον θάνατό του αλλά είχαν συλληφθεί προ του θανάτου του.
Υπάρχουν τρεις τάξεις κληρονόμων σύμφωνα με τον νόμο. Η πρώτη τάξη κληρονόμων περιλαμβάνει τα παιδιά και εγγόνια του/της θανόντος/-ούσας. Η δεύτερη τάξη περιλαμβάνει τους γονείς και τα αδέλφια του θανόντος, ενώ η τρίτη τάξη τους παππούδες και γιαγιάδες και τα δικά τους παιδιά, δηλαδή τους αδελφούς των γονέων του/της θανόντος/-ούσας. Κάθε τάξη κληρονομεί κατ’ ισομοιρία. Οι κληρονόμοι της δεύτερης τάξης αποκλείονται από την κληρονομία εφόσον υπάρχουν εν ζωή κληρονόμοι της πρώτης τάξης. Οι κληρονόμοι της τρίτης τάξης καλούνται στην κληρονομία εφόσον δεν υπάρχουν εν ζωή κληρονόμοι της πρώτης ή της δεύτερης τάξης. Εάν ο/η κληρονομούμενος/-η ήταν έγγαμος/-η, η κληρονομιά περιέρχεται στον/στην επιζώντα/-ώσα σύζυγο.
Μετά τον θάνατο του/της επιζώντος/-ώσας συζύγου συγκληρονομούν τα παιδιά και τα εγγόνια τους. εφόσον δεν υπάρχουν παιδιά και εγγόνια, καλούνται στην κληρονομιά οι κληρονόμοι της δεύτερης ή τρίτης τάξης. Οι εν λόγω κληρονόμοι έχουν επομένως δευτερεύον κληρονομικό δικαίωμα (efterarv) μετά τον θάνατο του/της επιζώντος/-ώσας συζύγου.
Σε περίπτωση που υπάρχουν τέκνα του/της θανόντος/-ούσας τα οποία δεν είναι τέκνα του/της επιζώντος/-ώσας συζύγου, αυτά δικαιούνται να λάβουν τη νόμιμη μοίρα τους μετά τον θάνατο του/της κληρονομουμένου/-ης.
Εάν δεν υπάρχουν κληρονόμοι, η κληρονομιά περιέρχεται στο Ταμείο Κληρονομίας (den allmänna arvsfonden).
5 Ποια είναι η αρμόδια αρχή:
5.1 σε υποθέσεις διαδοχής αιτία θανάτου;
Η διανομή της κληρονομιάς διενεργείται συνήθως χωρίς την παρέμβαση των αρχών. Αντιθέτως, οι κληρονόμοι, δηλαδή οι συγκύριοι της κληρονομιάς του/της θανόντος/-ούσας, είναι αυτοί που διανέμουν από κοινού την κληρονομία μετά τον θάνατο. Τα πρόσωπα τα οποία έχουν κληρονομικό δικαίωμα είναι ο/η επιζών/-ώσα σύζυγος ή μόνιμος/-η σύντροφος, τα παιδιά (κληρονόμοι) και οι καθολικοί διάδοχοι. Τρεις μήνες μετά τον θάνατο του/της κληρονομουμένου/-ης υποβάλλεται απογραφή της κληρονομιάς στη φορολογική υπηρεσία (Skatteverket). Στο έγγραφο απογραφής κληρονομιάς παρατίθενται τα στοιχεία ενεργητικού και παθητικού της κληρονομιάς. Αναφέρονται επίσης τα πρόσωπα τα οποία έχουν εξουσία εκπροσώπησης της κληρονομιάς. Η φορολογική υπηρεσία είναι επίσης αρμόδια να εντοπίσει τους κληρονόμους αγνώστου διαμονής αναρτώντας σχετική ανακοίνωση στην επίσημη εφημερίδα της Σουηδίας (Post- och Inrikes Tidningar).
Με σχετικό αίτημα οποιουδήποτε κληρονόμου, το δικαστήριο μπορεί να διατάξει τον διορισμό επίσημου διαχειριστή της κληρονομιάς (boutredningsman), καθώς και να διορίσει τέτοιον επίσημο διαχειριστή. Σε περίπτωση που οι κληρονόμοι δεν συμφωνούν στη διανομή της κληρονομιάς, διορίζεται ειδικός διανομέας της κληρονομιάς (skiftesman). Το πρόσωπο αυτό μπορεί να προβεί σε αναγκαστική διανομή της κληρονομιάς. Ο διανομέας της κληρονομιάς διορίζεται από το αρμόδιο τακτικό δικαστήριο.
Οι κληρονομικές διαφορές διευθετούνται επίσης από αρμόδιο τακτικό δικαστήριο.
Εάν κάποιος από τους κληρονόμους είναι ανήλικος ή ανίκανος προς δικαιοπραξία, διορίζεται επίτροπος (god man). Ο επίτροπος διορίζεται από τον βασικό κηδεμόνα (överförmyndaren).
5.2 για την κατάθεση δήλωσης αποδοχής ή αποποίησης κληρονομίας;
5.3 για την κατάθεση δήλωσης αποδοχής ή αποποίησης κληροδοσίας;
5.4 για την κατάθεση δήλωσης αποδοχής ή αποποίησης νόμιμης μοίρας;
Δεν απαιτείται ειδική αποδοχή του κληρονομικού δικαιώματος εκ μέρους του/της κληρονόμου. Ωστόσο, ο/η κληρονόμος οφείλει να κοινοποιήσει την ύπαρξή του/της και, εφόσον δικαιούται μερίδιο επί της κληρονομιάς, να συνδράμει στη διαχείρισή της.
Πρόσωπο το οποίο κατονομάζεται ως κληρονόμος σε διαθήκη οφείλει, εφόσον επιθυμεί να ασκήσει το σχετικό δικαίωμα, να κοινοποιήσει τη διαθήκη στους νόμιμους κληρονόμους. Αυτό σημαίνει ότι ένα επικυρωμένο αντίγραφο της διαθήκης παραδίδεται στους κληρονόμους και η παραλαβή επιβεβαιώνεται από αυτούς. Μετά την κοινοποίηση της διαθήκης, τυχόν κληρονόμοι οι οποίοι θεωρούν ότι αυτή πρέπει να κηρυχθεί άκυρη ή επιθυμούν την τροποποίησή της προκειμένου να λάβουν τη νόμιμη μοίρα τους ή ο/η επιζών/-ώσα σύζυγος που επικαλείται τον κανόνα του ελάχιστου μεριδίου, διαθέτουν περιθώριο έξι μηνών για να καταθέσουν στο δικαστήριο αγωγή ακύρωσης.
Τα παιδιά ή εγγόνια του/της θανόντος/-ούσας μπορούν να παραιτηθούν από το κληρονομικό τους δικαίωμα υπέρ του/της επιζώντος/-ώσας συζύγου. Η εν λόγω παραίτηση δεν συνιστά αποποίηση της κληρονομιάς· αντ’ αυτού, ο/η κληρονόμος αναβάλλει το κληρονομικό του δικαίωμα. Ο/Η κληρονόμος θα έχει δευτερεύον κληρονομικό δικαίωμα από την κληρονομιά του/της επιζώντος/-ώσας συζύγου, μετά δε τον θάνατο αυτού/-ής, ο/η κληρονόμος δικαιούται να λάβει το ελάχιστο μερίδιό του επί της κληρονομιάς. Σε περίπτωση που ο/η κληρονόμος δεν είναι εν ζωή κατά τον χρόνο θανάτου του/της επιζώντος/-ώσας συζύγου, το μερίδιό του/της περιέρχεται στους δικούς του/της κληρονόμους.
Κληρονόμος ή κληροδόχος μπορεί να παραιτηθεί του σχετικού του δικαιώματος με απευθείας δήλωση προς τον διαθέτη, δηλαδή πριν από τον χρόνο θανάτου του τελευταίου. Εφόσον δεν ορίζεται άλλως, η εν λόγω παραίτηση ισχύει για τους κληρονόμους του/της κληρονόμου. Ωστόσο, τα παιδιά ή εγγόνια ή οι κληρονόμοι αυτών διατηρούν πάντοτε το δικαίωμα στη νόμιμη μοίρα.
Σε περίπτωση που κάποιος κληρονόμος ή κληροδόχος παραιτηθεί ή δεν αναλάβει το μερίδιό του, η σουηδική φορολογική υπηρεσία μπορεί να τον διατάξει να ασκήσει το δικαίωμά του εντός έξι μηνών από τη σχετική εντολή. Εάν ο κληρονόμος ή κληροδόχος δεν ασκήσει το δικαίωμά του, εκπίπτει του σχετικού δικαιώματος επί της κληρονομιάς. Παραίτηση από κληρονομικό δικαίωμα χωρεί έως τον χρόνο διανομής της κληρονομιάς.
6 Σύντομη περιγραφή της διαδικασίας για την επίλυση κληρονομικής διαδοχής βάσει του εθνικού δικαίου, συμπεριλαμβανομένης της εκκαθάρισης της περιουσίας και της διανομής των περιουσιακών στοιχείων (συμπεριλαμβάνονται πληροφορίες σχετικά με το εάν η διαδικασία κληρονομικής διαδοχής κινείται αυτεπαγγέλτως από δικαστήριο ή άλλη αρμόδια αρχή)
Μετά τον θάνατο του διαθέτη, τα πρόσωπα τα οποία έχουν κληρονομικό δικαίωμα, δηλαδή ο/η επιζών/-ώσα σύζυγος ή μόνιμος/-η σύντροφος, οι κληρονόμοι και οι καθολικοί κληροδόχοι υποχρεούνται να διαχειρίζονται από κοινού την κληρονομιαία περιουσία. Τα πρόσωπα αυτά έχουν την υποχρέωση να διενεργήσουν απογραφή της κληρονομιάς (bouppteckning) και να υποβάλουν το σχετικό έγγραφο στη φορολογική υπηρεσία. Εφόσον το ενεργητικό της κληρονομιάς υπερβαίνει το παθητικό, το πλεόνασμα διανέμεται σύμφωνα με τον νόμο ή σύμφωνα με τη διαθήκη. Η κληρονομιά διαιρείται δυνάμει εγγράφου διανομής κληρονομιάς (arvskifte), το οποίο καταρτίζεται από τους κληρονόμους και τους καθολικούς διαδόχους. Η σχετική πράξη πρέπει να καταρτίζεται γραπτώς και να φέρει την υπογραφή όλων των κληρονόμων. Εάν οι κληρονόμοι αδυνατούν να συμφωνήσουν για τη διανομή της κληρονομιάς, μπορεί να διοριστεί διανομέας της κληρονομιάς (skiftesman) και να διεξαχθεί αναγκαστική διανομή. Σε περίπτωση στην οποία η διαθήκη ορίζει εκτελεστή της διαθήκης (testamentsexekutor), αυτός είναι υπεύθυνος για τη διανομή.
Εάν ο/η θανών/-ούσα ήταν έγγαμος/-η ή είχε μόνιμο/-η σύντροφο, συνήθως διενεργείται διαίρεση της κοινής περιουσίας του ζεύγους. Η διαίρεση της κοινής περιουσίας λαμβάνει χώρα πριν από τη διανομή της κληρονομιάς.
7 Πως και πότε καθίσταται ένα πρόσωπο κληρονόμος ή κληροδόχος;
Για να είναι κληρονόμος, το πρόσωπο πρέπει να βρίσκεται εν ζωή κατά τον χρόνο θανάτου του διαθέτη. Εναλλακτικά, πρέπει να έχει συλληφθεί πριν από τον θάνατο και να έχει γεννηθεί στη συνέχεια. Υπάρχουν τρεις τάξεις κληρονόμων: για περισσότερες πληροφορίες, ανατρέξτε στην ερώτηση 4.
Κληροδόχος (testamentstagare) είναι το πρόσωπο το οποίο αποκτά περιουσιακά στοιχεία του κληρονομουμένου δυνάμει έγκυρης διαθήκης. Σε περίπτωση που ο κληροδόχος δεν βρίσκεται εν ζωή κατά τον χρόνο θανάτου του διαθέτη, υποκαθίσταται από τους συγγενείς του, εφόσον αυτοί έχουν κληρονομικό δικαίωμα σύμφωνα με την κληρονομική διαδοχή που προβλέπεται από τον νόμο.
8 Φέρουν οι κληρονόμοι την ευθύνη για τα χρέη του αποθανόντος, και εάν ναι, υπό ποιους όρους;
Όχι, οι κληρονόμοι δεν ευθύνονται για τα χρέη του/της θανόντος/-ούσας. Με τον θάνατο ενός προσώπου, τα περιουσιακά του στοιχεία και χρέη συνιστούν την κληρονομιά (dödsbo). Η κληρονομία έχει δική της νομική προσωπικότητα και συνεπώς φέρει δικαιώματα και υποχρεώσεις. Σε περίπτωση που τα χρέη υπερβαίνουν το ενεργητικό της κληρονομιάς, αυτή κηρύσσεται σε πτώχευση και δεν λαμβάνει χώρα διανομή της κληρονομιάς.
9 Ποια είναι τα έγγραφα και/ή οι πληροφορίες που συνήθως απαιτούνται για την καταχώριση ακίνητης περιουσίας;
Κάθε πρόσωπο που αποκτά ακίνητο κατά κυριότητα υποχρεούται να ζητήσει την καταχώριση της απόκτησης (καταχώριση του τίτλου) στην εθνική τοπογραφική υπηρεσία (lantmäterimyndigheten) (https://www.lantmateriet.se/), συνήθως εντός τριών μηνών από την απόκτηση. Ο αιτών τη μεταγραφή υποχρεούται να υποβάλει τον τίτλο κτήσης του ακινήτου και κάθε άλλο απαραίτητο έγγραφο το οποίο αποδεικνύει τη νόμιμη κτήση του. Αυτό σημαίνει, για παράδειγμα, ότι σε περίπτωση κτήσης διά αγοράς, πρέπει να υποβληθεί, μεταξύ άλλων, το σχετικό πωλητήριο συμβόλαιο. Σε περίπτωση κτήσης διά κληρονομικής διαδοχής, αρκεί καταρχήν σε ορισμένες περιπτώσεις (εφόσον υπάρχει μόνον ένας κληρονόμος) η υποβολή του πρωτότυπου εγγράφου απογραφής της κληρονομιάς και επικυρωμένου αντιγράφου. Σε άλλες περιπτώσεις, πρέπει να υποβληθεί το πρωτότυπο έγγραφο διανομής της κληρονομιάς και επικυρωμένο αντίγραφο. Ενδέχεται να απαιτούνται και άλλα έγγραφα, όπως για παράδειγμα η συναίνεση του βασικού κηδεμόνα εάν υπάρχει κληρονόμος ο οποίος είναι ανήλικος ή ανίκανος για δικαιοπραξία. Σε ορισμένες περιπτώσεις, ένα πρόσωπο μπορεί να υποβάλει αίτημα μεταγραφής υποβάλλοντας διαθήκη που έχει αποκτήσει νομική ισχύ, αντί του εγγράφου διανομής της κληρονομιάς.
Το πρόσωπο το οποίο υπέβαλε το τελευταίο αίτημα μεταγραφής τεκμαίρεται ως κύριος του ακινήτου.
9.1 Είναι ο διορισμός διαχειριστή κληρονομίας υποχρεωτικός ή καθίσταται υποχρεωτικός μετά από αίτηση; Εάν είναι υποχρεωτικός ή καθίσταται υποχρεωτικός μετά από αίτηση, ποιες είναι οι απαιτούμενες ενέργειες;
Είναι υποχρεωτικός ο διορισμός επίσημου διαχειριστή της κληρονομιάς σε περίπτωση που υπάρξει σχετικό αίτημα από πρόσωπο το οποίο έχει δικαίωμα επί της κληρονομιάς. Ο κληροδόχος, δηλαδή πρόσωπο το οποίο αποκτά συγκεκριμένο περιουσιακό στοιχείο δυνάμει διαθήκης, έχει επίσης δικαίωμα να ζητήσει τον διορισμό επίσημου διαχειριστή της κληρονομιάς. Ο διαχειριστής της κληρονομιάς διορίζεται από το αρμόδιο δικαστήριο. Ο διαχειριστής πρέπει να διαθέτει τις γνώσεις που απαιτούνται για τη διαχείριση της κληρονομιάς.
Ο διαθέτης μπορεί να ορίσει στη διαθήκη ότι η διαχείριση της κληρονομιάς ανατίθεται σε εκτελεστή διαθήκης αντί των κληρονόμων και καθολικών διαδόχων.
9.2 Ποιος έχει το δικαίωμα να αναλάβει την εκτέλεση της διάταξης τελευταίας βουλήσεως του θανόντος και/ή να διαχειριστεί την περιουσία;
Καταρχάς, είναι τα πρόσωπα τα οποία έχουν κληρονομικό δικαίωμα, δηλαδή ο/η επιζών/-ώσα σύζυγος ή μόνιμος/-η σύντροφος, οι κληρονόμοι και οι καθολικοί διάδοχοι. Τα πρόσωπα τα οποία έχουν κληρονομικό δικαίωμα πρέπει να αναγράφονται στο έγγραφο απογραφής της κληρονομιάς. Εφόσον έχει διοριστεί επίσημος διαχειριστής της κληρονομιάς ή εκτελεστής διαθήκης, αυτός έχει εξουσία εκπροσώπησης της κληρονομιάς αντί των κληρονόμων.
9.3 Ποιες εξουσίες έχει ο διαχειριστής;
Καθήκον του επίσημου διαχειριστή κληρονομιάς είναι η καταγραφή του ενεργητικού και του παθητικού της κληρονομιάς και η διαχείριση των περιουσιακών στοιχείων που την αποτελούν. Πρέπει επίσης να οριστούν οι κληρονόμοι και κληροδόχοι προκειμένου να λάβει χώρα διανομή της κληρονομιάς σύμφωνα με την εξ αδιαθέτου νόμιμη κληρονομική διαδοχή ή τη διαθήκη. Ο διαχειριστής της κληρονομιάς έχει επομένως εξουσία να υπογράφει όλα τα νομικά έγγραφα τα οποία απαιτούνται προς τον σκοπό αυτόν. Τίθενται κάποιοι περιορισμοί στις εξουσίες του διαχειριστή της κληρονομιάς, π.χ. για την πώληση ακινήτων ο διαχειριστής πρέπει να λάβει την έγγραφη συναίνεση όλων των συγκυρίων των ακινήτων, ειδάλλως, εφόσον αυτό δεν είναι δυνατό, την άδεια του αρμόδιου πρωτοδικείου.
10 Ποια είναι τα τυπικά έγγραφα που εκδίδονται βάσει του εθνικού δικαίου στη διάρκεια ή στο τέλος της διαδικασίας κληρονομικής διαδοχής, για να αποδειχθεί η ιδιότητα και τα δικαιώματα των δικαιούχων; Έχουν τα εν λόγω έγγραφα ειδική αποδεικτική ισχύ;
Τα συνηθέστερα έγγραφα είναι το έγγραφο απογραφής της κληρονομιάς και το έγγραφο διανομής της κληρονομίας.
Απογραφή ακίνητης περιουσίας (bouppteckning): Μετά τη διαδικασία απογραφής της κληρονομιάς, στην οποία πρέπει να καλούνται όλοι οι κληρονόμοι και κληροδόχοι, καταρτίζεται έγγραφο απογραφής κληρονομιάς, το οποίο υποβάλλεται στη φορολογική υπηρεσία. Το εν λόγω έγγραφο αναγράφει, μεταξύ άλλων, τους κληρονόμους και κληροδόχους καθώς και τα στοιχεία ενεργητικού και παθητικού της κληρονομιάς. Το πρόσωπο που έχει καλύτερη γνώση της κληρονομιάς, ο υπεύθυνος απογραφής, υποχρεούται να δηλώσει υπεύθυνα ότι οι πληροφορίες που περιέχονται στο έγγραφο της απογραφής είναι ακριβείς. Η ακρίβεια του εγγράφου απογραφής πρέπει να πιστοποιείται από δύο πρόσωπα. Στο έγγραφο απογραφής πρέπει να εσωκλείεται η διαθήκη και τυχόν προγαμιαίο συμβόλαιο. Η σουηδική φορολογική υπηρεσία τηρεί σχετικό μητρώο εγγράφων απογραφής κληρονομιάς. Το καταχωρημένο στο μητρώο έγγραφο απογραφής κληρονομιάς έχει σημαντική αξία στο αστικό δίκαιο. Το έγγραφο αυτό, είτε καθαυτό είτε από κοινού με το έγγραφο διανομής της κληρονομιάς, μπορεί να προσκομιστεί από τα πρόσωπα τα οποία έχουν νόμιμο κληρονομικό δικαίωμα ως απόδειξη δικαιώματος, π.χ. όταν πρέπει να γίνει ανάληψη των χρημάτων από τον τραπεζικό λογαριασμό του/της θανόντος/-ούσας ή όταν πρέπει να υποβληθεί αίτηση μεταγραφής τίτλου ιδιοκτησίας.
Έγγραφο διανομής της κληρονομιάς (arvsskifte): Για τη διανομή της κληρονομιάς πρέπει να καταρτίζεται σχετικό έγγραφο διανομής της κληρονομιάς. Η σχετική πράξη πρέπει να καταρτίζεται γραπτώς και να φέρει την υπογραφή των κληρονόμων και/ή κληροδόχων. Το έγγραφο διανομής της κληρονομιάς έχει επίσης σημαντική αξία στο αστικό δίκαιο και μπορεί να προσκομιστεί από τους διαδίκους ως απόδειξη της κυριότητας.
Κατά το σουηδικό δίκαιο, ισχύει η ελεύθερη εκτίμηση των αποδείξεων, δηλαδή δεν υπάρχουν ειδικές διατάξεις για την αποδεικτική δύναμη συγκεκριμένου εγγράφου. 11 Μαΐου 2015
Η παρούσα ιστοσελίδα αποτελεί μέρος του ιστότοπου Your Europe.
Θα θέλαμε τις παρατηρήσεις σας σχετικά με τις παρεχόμενες πληροφορίες.