1 Πρέπει να απευθυνθώ στα τακτικά πολιτικά δικαστήρια ή σε κάποιο ειδικό δικαστήριο (για παράδειγμα εργατοδικείο);
Οι διαφορές που εμπίπτουν στο αστικό δίκαιο εκδικάζονται κανονικά από τα δικαστήρια γενικής αρμοδιότητας (allmän domstol). Η αγωγή υποβάλλεται στο αρμόδιο πρωτοδικείο (tingsrätt).
Το δικαστήριο εργατικών διαφορών (Arbetsdomstol) είναι το μόνο δικαστήριο ειδικής δικαιοδοσίας στη Σουηδία που εκδικάζει διαφορές αστικού δικαίου. Εξάλλου, υπάρχουν ορισμένα πρωτοδικεία τα οποία είναι αρμόδια για συγκεκριμένα είδη διαφορών. Πληροφορίες σχετικά με τη δικαιοδοσία των εν λόγω δικαστηρίων παρατίθενται στην ερώτηση 3 κατωτέρω.
Περαιτέρω πληροφορίες σχετικά με τα δικαστήρια γενικής αρμοδιότητας είναι διαθέσιμες εδώ και σχετικά με τα δικαστήρια ειδικής αρμοδιότητας εδώ.
Ορισμένες διαφορές αστικής φύσης κρίνονται από όργανα τα οποία δεν είναι πραγματικά δικαστήρια. Με απλουστευμένο τρόπο στο πλαίσιο συνοπτικής διαδικασίας, η Kronofogdemyndigheten, η αρχή που είναι αρμόδια για την αναγκαστική είσπραξη οφειλών, δύναται να υποχρεώσει έναν διάδικο να καταβάλει ένα ποσό ή να προβεί σε άλλες ενέργειες. Οι αποφάσεις της εν λόγω αρχής μπορούν να προσβληθούν ενώπιον του πρωτοδικείου. Ορισμένα είδη διαφορών που αφορούν μισθώσεις κατοικιών η γεωργικής γης επιλύονται από τις περιφερειακές αρχές διαμεσολάβησης σε θέματα μίσθωσης κατοικιών (hyresnämnder) ή αγροτεμαχίων («arrendenämnder»).
2 Όταν έχουν αρμοδιότητα τα τακτικά πολιτικά δικαστήρια (δηλαδή αυτά τα δικαστήρια είναι αρμόδια για τις εν λόγω υποθέσεις), πώς μπορώ να βρω σε ποιο πρέπει να απευθυνθώ;
2.1 Υπάρχει διαφοροποίηση μεταξύ κατωτέρων και ανωτέρων τακτικών πολιτικών δικαστηρίων (για παράδειγμα τα πρωτοδικεία ως κατώτερα δικαστήρια και τα περιφερειακά δικαστήρια ως ανώτερα δικαστήρια) και αν ναι, ποιο δικαστήριο είναι αρμόδιο για την υπόθεση μου;
Πρακτικά όλες οι υποθέσεις που υπάγονται στο αστικό δίκαιο υποβάλλονται πρώτα στην κρίση του κατώτερου δικαστηρίου, δηλαδή του πρωτοδικείου.
2.2 Κατά τόπον αρμοδιότητα (είναι αρμόδιο για την υπόθεση μου το δικαστήριο της πόλης Α ή το δικαστήριο της πόλης Β;)
2.2.1 Ο βασικός κανόνας της κατά τόπον αρμοδιότητας
Κατά κανόνα, η αγωγή ασκείται στον τόπο όπου έχει την κατοικία του ο εναγόμενος. Τα φυσικά πρόσωπα θεωρείται ότι διαμένουν στον τόπο στου οποίου το δημοτολόγιο είναι εγγεγραμμένα. Η σουηδική φορολογική αρχή (Skatteverket) μπορεί να παράσχει πληροφορίες σχετικά με το δημοτολόγιο στο οποίο είναι εγγεγραμμένο ένα πρόσωπο . Για τα νομικά πρόσωπα έχει σημασία κατά κανόνα ο τόπος της καταστατικής έδρας τους.
Σε ορισμένες περιπτώσεις, η αγωγή είναι δυνατόν να ασκηθεί σε σουηδικό δικαστήριο παρά το γεγονός ότι το πρόσωπο δεν κατοικεί στη Σουηδία. Εάν ο εναγόμενος δεν διαθέτει κατοικία, η αγωγή μπορεί να υποβληθεί στον τόπο στον οποίο ο εναγόμενος διαμένει ή, σε ορισμένες περιπτώσεις, στον τόπο στον οποίο ο εναγόμενος είχε την τελευταία κατοικία ή διαμονή. Σε ορισμένες περιπτώσεις αστικών διαφορών, η αγωγή μπορεί να ασκηθεί στη Σουηδία ακόμη και αν ο εναγόμενος έχει την κατοικία του στο εξωτερικό. Στις περιπτώσεις αυτές, η αρμοδιότητα του σουηδικού δικαστηρίου θεμελιώνεται στο γεγονός ότι υπάρχει περιουσία στη Σουηδία ή ότι η επίδικη σύμβαση συνήφθη στη Σουηδία.
Για τις υποθέσεις που έχουν διεθνείς παραμέτρους, είναι σημαντικό να λαμβάνεται υπόψη ότι οι σουηδικές διατάξεις περί της αρμοδιότητας των δικαστηρίων μπορούν να εφαρμοστούν μόνον εφόσον η εκάστοτε υπόθεση εμπίπτει στη δικαιοδοσία της Σουηδίας. Στις περισσότερες περιπτώσεις γίνεται δεκτό ότι μια υπόθεση εμπίπτει στη δικαιοδοσία της Σουηδίας εφόσον για την υπόθεση αυτή είναι αρμόδιο σουηδικό δικαστήριο σύμφωνα με τις εθνικές διατάξεις περί της αρμοδιότητας των δικαστηρίων. Στο πλαίσιο αυτό είναι επίσης αναγκαίο να εξετάζεται εάν υπάρχει κάποια διεθνής συμφωνία η οποία καλύπτει ενδεχομένως την εκάστοτε υπόθεση. Για τη Σουηδία, τα σημαντικότερα κείμενα είναι ο κανονισμός «Βρυξέλλες Ι», καθώς και οι συμβάσεις των Βρυξελλών και του Λουγκάνο, που ρυθμίζουν στο σύνολό τους το θέμα της αρμοδιότητας των δικαστηρίων όταν ο εναγόμενος έχει την κατοικία του σε ένα κράτος το οποίο εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του κανονισμού ή των εν λόγω συμβάσεων. Πιο συγκεκριμένα, ορίζουν επίσης ότι το κριτήριο αρμοδιότητας βάσει του οποίου αγωγή που αφορά υποχρέωση πληρωμής μπορεί να ασκηθεί στον τόπο όπου ο εναγόμενος έχει ακίνητη περιουσία δεν ισχύει για πρόσωπα που κατοικούν σε κράτος μέλος ή σε κάποιο από τα συμβαλλόμενα κράτη στη σύμβαση.
2.2.2 Εξαιρέσεις στον βασικό κανόνα
2.2.2.1 Πότε μπορώ να επιλέξω ανάμεσα στο δικαστήριο του τόπου κατοικίας του εναγομένου (το δικαστήριο του βασικού κανόνα) και κάποιο άλλο δικαστήριο;
Υπάρχει μια σειρά διατάξεων για το θέμα της αρμοδιότητας βάσει των οποίων η αγωγή είναι δυνατόν να ασκηθεί ακόμη και σε άλλο δικαστήριο αντί του δικαστηρίου του τόπου κατοικίας του εναγομένου. Εκτός αυτού, διατάξεις περί συντρέχουσας δικαιοδοσίας περιλαμβάνονται σε διάφορες διεθνείς συμφωνίες, όπως ο κανονισμός «Βρυξέλλες Ι», καθώς και οι συμβάσεις των Βρυξελλών και του Λουγκάνο.
Οι σημαντικότεροι κανόνες της σουηδικής νομοθεσίας για το θέμα της συντρέχουσας αρμοδιότητας είναι οι εξής:
- Όποιος έχει υποστεί ζημία μπορεί να ασκήσει αγωγή στον τόπο όπου διαπράχθηκε το ζημιογόνο γεγονός ή στον τόπο όπου εκδηλώθηκε η ζημία. Καταρχήν, η διάταξη αυτή δεν ισχύει σε περίπτωση αθέτησης σύμβασης. Η αγωγή για την καταβολή αποζημίωσης λόγω αξιόποινης πράξης είναι δυνατόν να ασκηθεί σε συνδυασμό με την υποβολή μήνυσης για τη δίωξη του αδικήματος.
- Οι καταναλωτές δύνανται να ενάγουν μια επιχείρηση σε δικαστήριο στην αρμοδιότητα του οποίου υπάγονται οι ίδιοι όταν πρόκειται για υπόθεση καταναλωτικής διαφοράς και το επίδικο ποσό είναι μικρό.
- Οι αγωγές που αφορούν υποχρέωση πληρωμής στο πλαίσιο εκτέλεσης κάποιας σύμβασης είναι δυνατόν να ασκούνται, σε ορισμένες περιπτώσεις, στον τόπο σύναψης της σύμβασης. Αντιθέτως, η σουηδική νομοθεσία δεν περιλαμβάνει διάταξη η οποία να ορίζει ότι είναι αρμόδιο το δικαστήριο του τόπου εκτέλεσης της σύμβασης.
- Οι αγωγές κατά επιχειρήσεων σχετικά με διαφορά που έχει ανακύψει στο πλαίσιο επιχειρηματικής δραστηριότητας είναι δυνατόν να ασκούνται, σε ορισμένες περιπτώσεις, στον τόπο της εγκατάστασης.
- Οι αγωγές σχετικά με την επιμέλεια και τη διαβίωση των παιδιών ή την επικοινωνία με αυτά ασκούνται κατά κανόνα στον τόπο κατοικίας των παιδιών (βλ. επίσης την ενότητα υπό τον τίτλο «Γονική μέριμνα – Σουηδία»).
- Οι αγωγές σχετικά με την υποχρέωση διατροφής για παιδιά ασκούνται κατά κανόνα στο δικαστήριο του τόπου κατοικίας του εναγομένου, αλλά το ζήτημα αυτό είναι δυνατόν να εξεταστεί και από άλλο δικαστήριο όταν η υπόθεση αφορά θέματα πατρότητας, γάμου ή γονικής μέριμνας (επιμέλεια των παιδιών και συνθήκες διαβίωσής τους).
2.2.2.2 Σε ποιες περιπτώσεις υποχρεούμαι να επιλέξω δικαστήριο άλλο από αυτό της κατοικίας του εναγομένου (το δικαστήριο του βασικού κανόνα);
Η σουηδική νομοθεσία περιλαμβάνει μια σειρά από κανόνες περί αποκλειστικής αρμοδιότητας βάσει των οποίων η εκάστοτε αγωγή πρέπει να ασκηθεί ενώπιον συγκεκριμένου δικαστηρίου. Εκτός αυτού, διατάξεις περί αποκλειστικής αρμοδιότητας περιλαμβάνονται σε διάφορες διεθνείς συμφωνίες, όπως ο κανονισμός «Βρυξέλλες Ι», καθώς και οι συμβάσεις των Βρυξελλών και του Λουγκάνο. Εάν μια αγωγή η οποία εμπίπτει σε έναν από αυτούς τους κανόνες ασκηθεί σε άλλο δικαστήριο και όχι σε αυτό που είναι αποκλειστικώς αρμόδιο, το εν λόγω δικαστήριο δεν δύναται να επιληφθεί της υπόθεσης.
Οι σημαντικότεροι κανόνες της σουηδικής νομοθεσίας για το θέμα της αποκλειστικής αρμοδιότητας είναι οι εξής:
- Οι περισσότερες διαφορές που αφορούν ακίνητα εκδικάζονται υποχρεωτικά από το δικαστήριο του τόπου όπου βρίσκεται το εκάστοτε ακίνητο.
- Ορισμένες διαφορές που αφορούν ακίνητα πρέπει να εκδικάζονται από δικαστήριο διαφορών γης και περιβάλλοντος (mark- och miljödomstol) ή από δικαστήριο διαφορών μίσθωσης κατοικιών ή αγροτεμαχίων. Kαι στην περίπτωση αυτή, καθοριστική σημασία έχει ο τόπος στον οποίο βρίσκεται το ακίνητο.
- Οι αγωγές που αφορούν κληρονομικά ζητήματα εκδικάζονται από το δικαστήριο του τόπου κατοικίας του εκλιπόντος.
- Οι διαφορές που αφορούν τον γάμο ή τη διανομή των περιουσιακών στοιχείων των συζύγων πρέπει να εκδικάζονται από το δικαστήριο του τόπου κατοικίας ενός εκ των μερών.
- Όταν αρμόδιο για μια υπόθεση είναι το δικαστήριο εργατικών διαφορών, δεν είναι δυνατόν να προσφύγει κανείς στο δικαστήριο γενικής δωσιδικίας του τόπου κατοικίας του εναγομένου.
- Για διαφορές που αφορούν το δίκαιο του ανταγωνισμού, το δίκαιο εμπορίας, το περιβαλλοντικό δίκαιο, το ναυτικό δίκαιο και το δίκαιο διανοητικής ιδιοκτησίας, υπάρχουν συχνά ειδικές διατάξεις βάσει των οποίων αρμόδιο είναι μόνο ένα δικαστήριο.
- Το Εφετείο Svea (Svea hovrätt) έχει αποκλειστική αρμοδιότητα για την εκδίκαση ορισμένων αιτήσεων εκτέλεσης αλλοδαπών αποφάσεων.
2.2.2.3 Μπορούν οι διάδικοι να αναθέσουν αρμοδιότητα σε δικαστήριο που άλλως δεν θα είχε αρμοδιότητα;
Οι συμβαλλόμενοι μπορούν να συνάψουν συμφωνία η οποία να προβλέπει ότι οι μεταξύ τους νομικές διαφορές μπορούν ή πρέπει να υποβληθούν στην κρίση συγκεκριμένου δικαστηρίου. Η συμφωνία αυτή είναι γνωστή ως συμφωνία παρέκτασης αρμοδιότητας. Η συμφωνία αυτή πρέπει να είναι έγγραφη. Είναι δε πιθανό να σημαίνει ότι μόνο ένα δικαστήριο είναι αποκλειστικώς αρμόδιο. Είναι μάλιστα δυνατόν να συμφωνηθεί με σύμβαση ότι αρμόδιο είναι κάποιο άλλο δικαστήριο και όχι αυτό που προκύπτει από την εφαρμογή των συνήθων κανόνων περί αρμοδιότητας. Τα μέρη έχουν επίσης την ευχέρεια να ορίσουν περισσότερα δικαστήρια ως αρμόδια.
Το δικαστήριο που έχει οριστεί ως αρμόδιο από τα μέρη είναι καταρχήν υποχρεωμένο να επιληφθεί μιας υπόθεσης που υποβάλλεται ενώπιόν του. Ο κανόνας αυτός όμως δεν ισχύει εάν η σχετική σύμβαση προσκρούει σε κάποιον κανόνα περί αποκλειστικής αρμοδιότητας. Σε περίπτωση που το ένα συμβαλλόμενο μέρος ισχυρίζεται ότι η συμφωνία παρέκτασης αρμοδιότητας είναι άκυρη, το δικαστήριο οφείλει επίσης να εξετάσει τον ισχυρισμό αυτόν, με αποτέλεσμα, ενδεχομένως, την αναρμοδιότητά του.
Ένα δικαστήριο, το οποίο δεν είναι υπό κανονικές συνθήκες αρμόδιο για δεδομένη υπόθεση, καθίσταται αρμόδιο εφόσον ο εναγόμενος δεν προβάλει την ένσταση ότι η αγωγή έχει υποβληθεί σε αναρμόδιο δικαστήριο (πρόκειται για την καλούμενη «σιωπηρή παρέκταση αρμοδιότητας»). Ωστόσο, αυτό δεν ισχύει όταν υπάρχουν κανόνες αποκλειστικής αρμοδιότητας, τους οποίους το δικαστήριο οφείλει να εξετάζει αυτεπαγγέλτως. Αντιθέτως, το δικαστήριο δεν εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν η άσκηση της αγωγής προσκρούει στον βασικό κανόνα περί αρμοδιότητας, στους κανόνες περί συντρέχουσας αρμοδιότητας ή σε κάποια συμφωνία παρέκτασης αρμοδιότητας. Η ένσταση αναρμοδιότητας πρέπει να προβληθεί προτού οι διάδικοι τοποθετηθούν επί της υπόθεσης. Εντούτοις, εάν ο εναγόμενος δεν λάβει καθόλου θέση επί της υπόθεσης και το δικαστήριο πρόκειται να εκδώσει ερήμην απόφαση, τότε το δικαστήριο πρέπει να ελέγξει αν είναι αρμόδιο.
3 Όταν έχουν αρμοδιότητα τα ειδικά δικαστήρια, πώς μπορώ να βρω σε ποιο πρέπει να απευθυνθώ;
Στη Σουηδία υπάρχει μόνο ένα δικαστήριο ειδικής δικαιοδοσίας που εκδικάζει διαφορές αστικού χαρακτήρα, το οποίο είναι το δικαστήριο εργατικών διαφορών. Το δικαστήριο εργατικών διαφορών εκδικάζει τις εργατικές διαφορές, δηλαδή τις διαφορές που αφορούν τις σχέσεις μεταξύ εργοδότη και εργαζομένου.
Υπάρχουν ορισμένα πρωτοδικεία τα οποία είναι αρμόδια για συγκεκριμένα είδη διαφορών. Πέντε πρωτοδικεία λειτουργούν επίσης ως δικαστήρια γης και περιβάλλοντος (mark- och miljödomstolar). Εκδικάζουν υποθέσεις που εμπίπτουν στον κώδικα περιβάλλοντος (miljöbalken) και υποθέσεις που αφορούν την απαλλοτρίωση και τον καθορισμό οικοπέδων. Τα ναυτιλιακά ζητήματα εκδικάζονται από επτά πρωτοδικεία, τα οποία λειτουργούν και ως ναυτοδικεία (sjörättsdomstolar). Το δικαστήριο διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας και εμπορικών διαφορών (patent- och marknadsdomstolen) του πρωτοδικείου της Στοκχόλμης (Stockholms tingsrätt) έχει αποκλειστική αρμοδιότητα να εκδικάζει υποθέσεις διανοητικής ιδιοκτησίας, ανταγωνισμού και εμπορίας.