1 Βάρος της απόδειξης
Κύρια νομική βάση:
άρθρα 249 έως 365 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (Codul de procedură civilă).
1.1 Ποιοι είναι οι κανόνες που διέπουν το βάρος της απόδειξης;
Κατά τη διάρκεια της διαδικασίας, ο διάδικος που προβάλλει έναν ισχυρισμό οφείλει να τον αποδείξει, εκτός από τις περιπτώσεις που ρητά ορίζονται στον νόμο. Ο ενάγων οφείλει να αποδείξει την αγωγή του. Ο εναγόμενος φέρει το βάρος απόδειξης των διαδικαστικών ενστάσεων που προβάλλει. Στην περίπτωση των τεκμηρίων, το βάρος απόδειξης αντιστρέφεται και βαρύνει τον αντίδικο του διαδίκου υπέρ του οποίου έχει θεσπιστεί το τεκμήριο.
1.2 Υπάρχουν κανόνες που εξαιρούν ορισμένα πραγματικά περιστατικά από το βάρος της απόδειξης; Σε ποιες περιπτώσεις; Είναι δυνατό στις περιπτώσεις αυτές να προσκομισθούν αποδείξεις περί της μη ισχύος συγκεκριμένου νόμιμου τεκμηρίου;
Ουδείς υποχρεούται να αποδείξει αυτά που το δικαστήριο οφείλει να λάβει υπόψη αυτεπαγγέλτως.
Το δικαστήριο πρέπει να λάβει υπόψη αυτεπαγγέλτως την ισχύουσα στη Ρουμανία νομοθεσία. Οι νόμοι που δεν έχουν δημοσιευθεί στην Επίσημη Εφημερίδα της Ρουμανίας (Monitorul Oficial) ή με άλλα μέσα, οι διεθνείς συμβάσεις, οι συνθήκες και οι συμφωνίες που ισχύουν στη Ρουμανία και έχουν ενσωματωθεί στη νομοθεσία, καθώς και το εθιμικό διεθνές δίκαιο πρέπει να αποδεικνύονται από τον ενδιαφερόμενο διάδικο. Η απόδειξη και η επίκληση των κανονιστικών διατάξεων που περιλαμβάνονται σε διαβαθμισμένα έγγραφα επιτρέπεται μόνον υπό τις νόμιμες προϋποθέσεις. Το δικαστήριο μπορεί να λάβει υπόψη του αυτεπαγγέλτως ένα αλλοδαπό δίκαιο του οποίου έγινε επίκληση ενώπιον του δικαστηρίου. Η απόδειξη του αλλοδαπού δικαίου διεξάγεται σύμφωνα με τις διατάξεις του Αστικού Κώδικα (Codul civil) σχετικά με το περιεχόμενο του αλλοδαπού δικαίου.
Εάν ένα γεγονός είναι πασίδηλο ή αδιαμφισβήτητο, το δικαστήριο μπορεί να αποφασίσει ότι δεν χρειάζεται απόδειξη υπό τις περιστάσεις της υπόθεσης. Ο διάδικος που επικαλείται έθιμα, επαγγελματικούς κανόνες δεοντολογίας και πάγιες πρακτικές μεταξύ των διαδίκων οφείλει να τα αποδείξει. Ο διάδικος που επικαλείται τοπικούς κανόνες και κανονισμούς οφείλει να τους αποδείξει μόνον εφόσον το ζητήσει το δικαστήριο.
Το τεκμήριο είναι ένα συμπέρασμα το οποίο συνάγει ο νόμος ή το δικαστήριο από ένα γνωστό γεγονός ως προς ένα άγνωστο γεγονός. Το νόμιμο τεκμήριο απαλλάσσει το πρόσωπο υπέρ του οποίου θεσπίζεται από το βάρος της απόδειξης του γεγονότος που κατά νόμο θεωρείται αποδεδειγμένο. Το νόμιμο τεκμήριο μπορεί να ανατραπεί με ανταπόδειξη, εκτός αν άλλως ορίζει ο νόμος.
1.3 Σε ποιο βαθμό πρέπει το δικαστήριο να πεισθεί για ένα πραγματικό περιστατικό ώστε να βασίσει την απόφασή του στην ύπαρξη αυτού του πραγματικού περιστατικού;
Τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να είναι παραδεκτά και χρήσιμα για την έκδοση απόφασης επί της υπόθεσης. Εάν το δικαστήριο έχει επιτρέψει τη διεξαγωγή αποδείξεων για ορισμένα πραγματικά περιστατικά, αποφασίζει ελεύθερα κατά τη διακριτική του ευχέρεια αν τα εν λόγω πραγματικά περιστατικά έχουν αποδειχθεί, εκτός αν η αποδεικτική τους ισχύς καθορίζεται από τον νόμο.
2 Διεξαγωγή αποδείξεων
2.1 Απαιτείται πάντοτε αίτηση διαδίκου για τη διεξαγωγή των αποδείξεων ή μπορεί ο δικαστής σε ορισμένες περιπτώσεις να πραγματοποιήσει τη διεξαγωγή των αποδείξεων αυτεπαγγέλτως;
Οι αποδείξεις πρέπει να προτείνονται από τον ενάγοντα στο εισαγωγικό της δίκης δικόγραφο ή τον εναγόμενο στην αντίκρουσή του, εκτός αν άλλως ο νόμος ορίζει. Αν αυτό δεν συμβεί, εκπίπτουν του δικαιώματος επίκλησης των αποδείξεων αυτών. Εάν οι αποδείξεις που προτάθηκαν δεν επαρκούν για την πλήρη διαλεύκανση της υπόθεσης, το δικαστήριο θα ζητήσει από τους διαδίκους να τη διεξαγωγή συμπληρωματικών αποδείξεων. Το δικαστήριο μπορεί να επισημάνει αυτεπαγγέλτως στους διαδίκους την ανάγκη περαιτέρω απόδειξης και να διατάξει τη διεξαγωγή περαιτέρω αποδείξεων ακόμη κι αν δεν συμφωνούν οι διάδικοι.
Οι διάδικοι μπορούν να ζητήσουν τη διεξαγωγή των παρακάτω αποδείξεων: έγγραφα, εκθέσεις πραγματογνωμοσύνης, μαρτυρικές καταθέσεις, αυτοψίες και εξέταση διαδίκου κατόπιν αιτήματος του αντιδίκου του που επιχειρεί να του αποσπάσει ομολογία. Ο νέος Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας ρυθμίζει επίσης τα υλικά αποδεικτικά μέσα, τα οποία μπορεί να είναι συναφή σε ορισμένες κατηγορίες αστικών διαδικασιών (π.χ. διαδικασίες διαζυγίου).
2.2 Ποιες είναι οι ενέργειες μετά την έγκριση της αίτησης διαδίκου σχετικά με τη διεξαγωγή αποδείξεων;
Αρχικά, το δικαστήριο εξετάζει αν τα αποδεικτικά μέσα που πρότειναν οι διάδικοι είναι παραδεκτά και στη συνέχεια εκδίδει διαταγή στην οποία παραθέτει τα πραγματικά περιστατικά που πρέπει να αποδειχθούν, τα επιτρεπόμενα αποδεικτικά μέσα και τις υποχρεώσεις των διαδίκων ως προς τη διεξαγωγή των αποδείξεων. Στο μέτρο του δυνατού, οι αποδείξεις διεξάγονται στη συνεδρίαση στην οποία κρίθηκε το παραδεκτό τους.
Η διεξαγωγή των αποδείξεων διέπεται από ορισμένους βασικούς κανόνες: οι αποδείξεις πρέπει να διεξάγονται με τη σειρά που καθορίζει το δικαστήριο· στο μέτρο του δυνατού, οι αποδείξεις θα πρέπει να διεξαχθούν σε μια συνεδρίαση· η διεξαγωγή αποδείξεων πρέπει να προηγείται των ισχυρισμών επί της ουσίας της υπόθεσης· στο μέτρο του δυνατού, η απόδειξη και η ανταπόδειξη διεξάγονται ταυτόχρονα.
Οι αποδείξεις διεξάγονται σε δημόσια συνεδρίαση ενώπιον του δικαστηρίου που εκδικάζει την υπόθεση, εκτός αν άλλως ο νόμος ορίζει. Εάν, για αντικειμενικούς λόγους, οι αποδείξεις μπορούν να διεξαχθούν μόνον εκτός του δήμου στον οποίο εδρεύει το δικαστήριο, μπορούν να διεξαχθούν κατόπιν δικαστικής εξουσιοδότησης από δικαστήριο του ίδιου βαθμού ή, εάν δεν υπάρχει τέτοιο δικαστήριο στον εν λόγω δήμο, από κατώτερο δικαστήριο.
2.3 Σε ποιες περιπτώσεις μπορεί το δικαστήριο να απορρίψει αίτηση διαδίκου για συγκέντρωση αποδεικτικών στοιχείων;
Οι αποδείξεις μπορούν να χρησιμοποιηθούν μόνον εφόσον πληρούν ορισμένες προϋποθέσεις όσον αφορά τη νομιμότητα, την ευλογοφάνεια, τη λυσιτέλεια και την αποδεικτική τους αξία. Όσον αφορά τη νομιμότητα, οι ζητούμενες αποδείξεις πρέπει να αποτελούν αποδεικτικό μέσο προβλεπόμενο από τον νόμο και δεν πρέπει να απαγορεύονται από τον νόμο. Όσον αφορά την ευλογοφάνεια, οι ζητούμενες αποδείξεις δεν πρέπει να αντιβαίνουν στο παγκόσμια αναγνωρισμένο φυσικό δίκαιο. Όσον αφορά τη λυσιτέλεια, οι αποδείξεις πρέπει να συνδέονται με το αντικείμενο της δίκης, δηλαδή με πραγματικά περιστατικά που πρέπει να αποδειχθούν για να τεκμηριωθούν οι ισχυρισμοί ή οι αντικρούσεις των διαδίκων. Για να είναι παραδεκτά τα αποδεικτικά μέσα, πρέπει επίσης να είναι ευλογοφανή και ικανά να συμβάλουν στην έκδοση απόφασης επί της υπόθεσης.
Στην περίπτωση έγγραφων αποδείξεων, το δικαστήριο πρέπει να απορρίψει αίτημα προσκόμισης εγγράφου: αν το περιεχόμενό του αφορά αυστηρά προσωπικά ζητήματα που άπτονται της αξιοπρέπειας ή της ιδιωτικότητας του ατόμου, όταν η προσκόμιση του εγγράφου θα παραβίαζε καθήκον εχεμύθειας, ή αν θα συνιστούσε έρεισμα για την άσκηση ποινικής δίωξης κατά του διαδίκου, του/της συζύγου του διαδίκου, ή συγγενή εξ αίματος ή εξ αγχιστείας έως και τρίτου βαθμού.
Η μαρτυρική απόδειξη είναι απαράδεκτη για δικαιοπραξίες αξίας άνω των 250 RON, για τις οποίες ο νόμος απαιτεί έγγραφη απόδειξη. Επίσης, οι μαρτυρικές καταθέσεις είναι απαράδεκτες εάν αντίκεινται στο περιεχόμενο εγγράφου ή βαίνουν πέραν αυτού.
Τις αποδείξεις προτείνει ο ενάγων στο εισαγωγικό της δίκης δικόγραφο ή ο εναγόμενος στην αντίκρουση. Οι αποδείξεις που δεν προτείνονται μʼ αυτόν τον τρόπο μπορεί να ζητηθούν και να γίνουν δεκτές από το δικαστήριο στις παρακάτω περιπτώσεις: όταν η ανάγκη της απόδειξης απορρέει από μεταβολή της απαίτησης· όταν η ανάγκη διεξαγωγής απόδειξης ανακύπτει κατά τη διάρκεια της διαδικασίας και ο διάδικος δεν μπορούσε να την προβλέψει· όταν ο διάδικος αποδεικνύει στο δικαστήριο ότι, δικαιολογημένα, δεν ήταν σε θέση να προσκομίσει τις αποδείξεις που του ζητήθηκαν μέσα στον επιτρεπόμενο χρόνο· όταν η διεξαγωγή των αποδείξεων δεν συνεπάγεται την αναβολή της δίκης· όταν όλα τα μέρη έχουν δώσει τη ρητή συγκατάθεσή τους.
2.4 Ποια είναι τα διάφορα αποδεικτικά μέσα;
Μια δικαιοπραξία ή ένα πραγματικό περιστατικό μπορεί να αποδειχθεί με έγγραφα, μάρτυρες, τεκμήρια, ομολογία διαδίκου (εξ ιδίας πρωτοβουλίας ή στο πλαίσιο εξέτασης), έκθεση πραγματογνωμοσύνης, υλικά αποδεικτικά στοιχεία, αυτοψίες ή οποιοδήποτε άλλο αποδεικτικό μέσο ορίζει ο νόμος.
2.5 Ποιες είναι οι μέθοδοι συγκέντρωσης αποδεικτικών στοιχείων από την κατάθεση μαρτύρων και σε τι διαφέρουν από τη συγκέντρωση αποδείξεων που προέρχονται από πραγματογνώμονα; Ποιοι είναι οι κανόνες που διέπουν την υποβολή γραπτών αποδεικτικών στοιχείων και εκθέσεων/γνωμοδοτήσεων πραγματογνωμόνων;
Οι μάρτυρες προτείνονται από τους διαδίκους: από τον ενάγοντα στο εισαγωγικό της δίκης δικόγραφο ή από τον εναγόμενο στην αντίκρουση. Αφού έχει επιτρέψει τη διεξαγωγή των αποδείξεων με μάρτυρες, το δικαστήριο κλητεύει τους μάρτυρες σε κατάθεση.
Εάν το δικαστήριο κρίνει σκόπιμο να γνωμοδοτήσουν ειδικοί για την αποσαφήνιση ορισμένων πραγματικών περιστατικών, με αίτημα των διαδίκων ή αυτεπαγγέλτως, διορίζει έναν ή τρεις πραγματογνώμονες και εκδίδει διαταγή που ορίζει τα ζητήματα για τα οποία θα πρέπει να γνωμοδοτήσουν και την προθεσμία για την έκθεση πραγματογνωμοσύνης. Τα πορίσματα των πραγματογνωμόνων καταγράφονται στην έκθεση πραγματογνωμοσύνης. Εφόσον δικαιολογείται, το δικαστήριο μπορεί να διατάξει τη διεξαγωγή νέας πραγματογνωμοσύνης από άλλον πραγματογνώμονα, κατόπιν αιτήματος των διαδίκων ή αυτεπαγγέλτως.
Όσον αφορά τα έγγραφα αποδεικτικά μέσα, κάθε διάδικος μπορεί να προσκομίσει τα έγγραφα που επιθυμεί να επικαλεστεί στη δίκη με τη μορφή δεόντως επικυρωμένων αντιγράφων. Ο διάδικος πρέπει επίσης να έχει στη διάθεσή του το πρωτότυπο έγγραφο και να είναι σε θέση να το προσκομίσει στο δικαστήριο, εφόσον του ζητηθεί, διαφορετικά το εν λόγω έγγραφο δεν λαμβάνεται υπόψη. Το δικαστήριο μπορεί να διατάξει την προσαγωγή εγγράφου που έχει στην κατοχή του ο αντίδικος, εάν το έγγραφο αφορά και τους δύο διαδίκους, αν έγινε παραπομπή στο έγγραφο από τον αντίδικο κατά τη διάρκεια της δίκης ή αν ο αντίδικος υπέχει υποχρέωση να το προσαγάγει. Εάν έγγραφο βρίσκεται στην κατοχή διαδίκου και δεν μπορεί να προσκομιστεί στο δικαστήριο, το δικαστήριο μπορεί να ορίσει δικαστή ενώπιον του οποίου οι διάδικοι μπορούν να εξετάσουν το έγγραφο στον τόπο στον οποίο αυτό φυλάσσεται. Εάν το έγγραφο βρίσκεται στην κατοχή τρίτου, ο εν λόγω τρίτος μπορεί να κλητευτεί ως μάρτυρας και να υποχρεωθεί να προσκομίσει το έγγραφο.
Οι αποδείξεις διεξάγονται ενώπιον του δικαστηρίου, κεκλεισμένων των θυρών. Εάν οι αποδείξεις πρέπει να διεξαχθούν σε άλλο δήμο, διεξάγονται κατόπιν δικαστικής εξουσιοδότησης από δικαστήριο του ίδιου βαθμού ή, εάν δεν υπάρχει τέτοιο δικαστήριο στον εν λόγω δήμο, από κατώτερο δικαστήριο. Εάν το επιτρέπει το αποδεικτικό μέσο και συναινούν οι διάδικοι, το δικαστήριο που διεξάγει τις αποδείξεις μπορεί να μην κλητεύσει τους διαδίκους.
2.6 Υπάρχουν αποδεικτικά μέσα με μεγαλύτερη αποδεικτική αξία από τα άλλα;
Όλα τα αποδεικτικά μέσα έχουν την ίδια αποδεικτική ισχύ, εκτός εάν ο νόμος ορίζει ρητά διαφορετικά.
Οι διάδικοι συνήθως προκρίνουν τη χρήση δημόσιων εγγράφων λόγω των πλεονεκτημάτων που αυτά παρουσιάζουν, συμπεριλαμβανομένου του τεκμηρίου γνησιότητας, το οποίο σημαίνει ότι πρόσωπο που επικαλείται δημόσιο έγγραφο απαλλάσσεται από το βάρος της σχετικής απόδειξης.
2.7 Είναι υποχρεωτική η χρήση συγκεκριμένων αποδεικτικών μέσων για την απόδειξη ορισμένων πραγματικών περιστατικών;
Για δικαιοπραξίες των οποίων η αξία υπερβαίνει τα 250 RON, μπορούν να γίνουν δεκτές μόνο έγγραφες αποδείξεις, αν και υπάρχουν ορισμένες εξαιρέσεις στις οποίες οι μαρτυρικές αποδείξεις γίνονται επίσης δεκτές.
Έως ότου κηρυχθεί πλαστό, το δημόσιο έγγραφο αποτελεί πλήρη απόδειξη, έναντι οποιουδήποτε προσώπου, των πραγματικών περιστατικών τα οποία διαπίστωσε αυτοπροσώπως το πρόσωπο που θεώρησε τη γνησιότητα του εγγράφου σύμφωνα με τον νόμο. Οι δηλώσεις των διαδίκων που καταγράφονται σε δημόσιο έγγραφο συνιστούν απόδειξη μόνο μέχρι απόδειξης του αντιθέτου.
Όταν η λήψη υπόψη τεκμηρίου εναπόκειται στη διακριτική ευχέρεια και την κρίση του δικαστηρίου, το δικαστήριο μπορεί να βασιστεί στο τεκμήριο αυτό μόνον εάν το τεκμήριο έχει επαρκή ισχύ και βαρύτητα ώστε να πιθανολογηθεί το πραγματικό περιστατικό του οποίου γίνεται επίκληση· τα εν λόγω τεκμήρια μπορούν να γίνουν δεκτά μόνον εάν ο νόμος επιτρέπει την απόδειξη με μάρτυρες.
2.8 Οι μάρτυρες υποχρεούνται από το νόμο να καταθέσουν;
Βλ. απάντηση στην ερώτηση 2.11.
2.9 Σε ποιες περιπτώσεις οι μάρτυρες μπορούν να αρνηθούν να καταθέσουν;
Ο Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας δεν προβλέπει τους λόγους για τους οποίους ο μάρτυρας μπορεί να αρνηθεί να καταθέσει, παρά μόνο προσδιορίζει τα πρόσωπα που δεν μπορούν να εξεταστούν ως μάρτυρες και τα πρόσωπα που εξαιρούνται από την υποχρέωση μαρτυρίας. Βλ. απάντηση στην ερώτηση 2.11.
2.10 Μπορεί ένα πρόσωπο που αρνείται τη μαρτυρία να υποστεί κυρώσεις ή να εξαναγκασθεί να καταθέσει;
Το δικαστήριο επιβάλλει πρόστιμο σε κάθε μάρτυρα που δεν εμφανίζεται ή αρνείται να καταθέσει. Εάν ο μάρτυρας δεν εμφανιστεί μετά την πρώτη κλήτευση, το δικαστήριο μπορεί να εκδώσει ένταλμα προσαγωγής του στο δικαστήριο. Σε υποθέσεις επείγοντος χαρακτήρα, το δικαστήριο μπορεί να εκδώσει τέτοιο ένταλμα ακόμη και για την πρώτη δικάσιμο.
Εάν ο διάδικος δεν παραστεί ή αρνηθεί να απαντήσει σε ερωτήσεις, το δικαστήριο μπορεί να το εκλάβει ως πλήρη ομολογία ή μόνο ως αρχή απόδειξης υπέρ του διαδίκου που ζήτησε την εξέταση του αντιδίκου του.
2.11 Υπάρχουν πρόσωπα τα οποία δεν επιτρέπεται να εξετάζονται ως μάρτυρες;
Δεν εξετάζονται ως μάρτυρες: συγγενείς εξ αίματος και εξ αγχιστείας έως και τρίτου βαθμού· σύζυγοι, πρώην σύζυγοι, μνηστευμένα πρόσωπα ή συνοικούντες σύντροφοι· πρόσωπα με σχέση εχθρότητας ή με σχέση συμφέροντος με κάποιο διάδικο· πρόσωπα υπό ειδική επιτροπεία· και πρόσωπα που έχουν καταδικαστεί για ψευδορκία.
Στις δίκες που αφορούν γονική σχέση, διαζύγιο και άλλες οικογενειακές σχέσεις, το δικαστήριο μπορεί να εξετάσει τους συγγενείς εξ αίματος και εξ αγχιστείας, εκτός από τους κατιόντες.
Τα ακόλουθα πρόσωπα απαλλάσσονται από την υποχρέωση μαρτυρίας:
- ιερείς, ιατροί, φαρμακοποιοί, δικηγόροι, συμβολαιογράφοι, δικαστικοί επιμελητές, διαμεσολαβητές, μαίες και νοσηλευτές, καθώς και κάθε άλλος επαγγελματίας που δεσμεύεται εκ του νόμου να τηρεί επαγγελματικό ή υπηρεσιακό απόρρητο ως προς τα πραγματικά περιστατικά που περιέρχονται σε γνώση του κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του ή την άσκηση του επαγγέλματός του, ακόμη και μετά το πέρας της άσκησης των καθηκόντων του·
- δικαστές, εισαγγελείς και δημόσιοι υπάλληλοι, ακόμη κι αν έχουν πάψει να ασκούν τα καθήκοντά τους, ως προς τις εμπιστευτικές περιστάσεις που περιέρχονται σε γνώση τους κατά την άσκηση των καθηκόντων τους·
- πρόσωπα που με τις απαντήσεις τους θα εκτίθεντο οι ίδιοι ή θα εξέθεταν τους συγγενείς τους εξ αίματος ή εξ αγχιστείας, τον/τη σύζυγο, τον/την πρώην σύζυγο κ.ο.κ. σε κίνδυνο ποινικής δίωξης ή δημόσιας απαξίας.
2.12 Ποιος είναι ο ρόλος του δικαστή και των διαδίκων κατά την εξέταση μάρτυρα; Υπό ποίους όρους μπορεί ένας μάρτυρας να εξεταστεί με τηλεδιάσκεψη ή άλλα τεχνικά μέσα;
Το δικαστήριο κλητεύει τους μάρτυρες και καθορίζει τη σειρά με την οποία θα καταθέσουν. Πριν από την κατάθεση, εξακριβώνεται η ταυτότητα του μάρτυρα και στη συνέχεια ο μάρτυρας καλείται να ορκιστεί. Κάθε μάρτυρας εξετάζεται χωριστά. Ο μάρτυρας πρώτα απαντά στις ερωτήσεις του προέδρου της σύνθεσης και έπειτα, με την άδεια του προέδρου, στις ερωτήσεις του διαδίκου που πρότεινε τον μάρτυρα και στις ερωτήσεις του αντιδίκου. Μάρτυρας που δεν μπορεί να παραστεί ενώπιον του δικαστηρίου μπορεί να καταθέσει στον τόπο όπου βρίσκεται.
Δεν υπάρχουν νομικές διατάξεις που να διέπουν τις περιπτώσεις στις οποίες οι καταθέσεις μπορούν να μαγνητοσκοπηθούν με οπτικοακουστικά μέσα, αλλά οι εν λόγω μαγνητοσκοπήσεις είναι παραδεκτές. Στη συνέχεια, τα σχετικά αρχεία μπορούν να απομαγνητοφωνηθούν κατόπιν αιτήματος του ενδιαφερόμενου διαδίκου, σύμφωνα με τον νόμο.
3 Αξιολόγηση των αποδεικτικών στοιχείων
3.1 Στις περιπτώσεις που τα αποδεικτικά στοιχεία δεν έχουν συγκεντρωθεί με νόμιμο τρόπο από διάδικο, μπορεί να τα χρησιμοποιήσει το δικαστήριο για την έκδοση της απόφασής του;
Αν ο διάδικος που προσκόμισε το έγγραφο επιμένει να το επικαλεστεί, μολονότι έχει προσβληθεί ως πλαστό και η αμφισβήτηση αυτή δεν έχει αρθεί, και αν υπάρχουν ενδείξεις σχετικά με τον αυτουργό της πλαστογραφίας ή συνεργό του, το δικαστήριο μπορεί να αναστείλει τη διαδικασία και να διαβιβάσει αμέσως το φερόμενο ως πλαστό έγγραφο στην αρμόδια εισαγγελία για έρευνα, μαζί με έκθεση που συντάσσεται για τον σκοπό αυτό. Σε περίπτωση που δεν είναι δυνατή η κίνηση ή συνέχιση ποινικής δίωξης, η έρευνα για την πλαστογραφία διεξάγεται από το πολιτικό δικαστήριο.
Επιπλέον, το δικαστήριο επιβάλλει πρόστιμο στο πρόσωπο που αμφισβητεί κακόπιστα την ιδιόχειρη σύνταξη ή την υπογραφή εγγράφου, ή τη γνησιότητα ηχογράφησης ή βιντεοσκόπησης.
Κατά την εκτίμηση των μαρτυρικών καταθέσεων, το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη την ειλικρίνεια των μαρτύρων και τις περιστάσεις υπό τις οποίες περιήλθαν σε γνώση τους τα πραγματικά περιστατικά για τα οποία καταθέτουν. Εάν κατά τη διάρκεια της έρευνας προκύψουν ενδείξεις ψευδορκίας ή δωροδοκίας μάρτυρα, το δικαστήριο συντάσσει έκθεση και παραπέμπει την υπόθεση στην αρμόδια διωκτική αρχή.
3.2 Γίνονται δεκτές ως αποδεικτικά στοιχεία οι μαρτυρίες των διαδίκων;
Ομολογία είναι η παραδοχή από οποιονδήποτε διάδικο πραγματικού περιστατικού επί του οποίου ο αντίδικός του θεμελιώνει την αξίωση ή την άμυνά του. Η δικαστική ομολογία συνιστά πλήρη απόδειξη κατά του προσώπου που προέβη σε αυτήν και δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη τμηματικά, εκτός αν τμήματα αυτής αφορούν διακριτά πραγματικά περιστατικά που δεν συνδέονται μεταξύ τους. Οι εξώδικες ομολογίες λαμβάνουν χώρα εκτός δίκης και υπόκεινται στην αξιολόγηση του δικαστηρίου. Υπόκεινται στις προϋποθέσεις παραδεκτού και διεξαγωγής αποδείξεων που διέπουν βάσει του κοινού δικαίου τα λοιπά αποδεικτικά μέσα.
Το δικαστήριο μπορεί να διατάξει την εξέταση οποιουδήποτε διαδίκου για προσωπικά πραγματικά περιστατικά ικανά να οδηγήσουν στην επίλυση της υπόθεσης.
4 Έχει ορίσει το εν λόγω κράτος μέλος, σύμφωνα με το άρθρο 2 παράγραφος 1 του κανονισμού για τη διεξαγωγή αποδείξεων, άλλες αρχές που είναι αρμόδιες για τη διεξαγωγή αποδείξεων στο πλαίσιο δικαστικών διαδικασιών σε αστικές ή εμπορικές υποθέσεις δυνάμει του κανονισμού; Εάν ναι, στο πλαίσιο ποιων διαδικασιών είναι αρμόδιες για τη διεξαγωγή αποδείξεων; Μπορούν μόνο να ζητήσουν τη διεξαγωγή αποδείξεων ή και να συνδράμουν στη διεξαγωγή αποδείξεων βάσει παραγγελίας από άλλο κράτος μέλος; Βλ. επίσης γνωστοποίηση βάσει του άρθρου 2 παράγραφος 1 του κανονισμού για τη διεξαγωγή αποδείξεων
Δεν έχει κοινοποιηθεί καμία άλλη αρχή.
Σχετικοί σύνδεσμοι