1 Εναντίον ποιων μπορούν να κινηθούν διαδικασίες αφερεγγυότητας;
Το Μεγάλο Δουκάτο του Λουξεμβούργου διαθέτει πολλές διαδικασίες αφερεγγυότητας.
Δύο από αυτές αφορούν τους εμπόρους (φυσικά και νομικά πρόσωπα):
- Η πτωχευτική διαδικασία, που προβλέπεται στον εμπορικό κώδικα (Code de Commerce), αποτελεί διαδικασία εκκαθάρισης των περιουσιακών στοιχείων του αφερέγγυου εμπόρου του οποίου η εμπορική πίστη έχει κλονιστεί.
- Η διαδικασία δικαστικής αναδιοργάνωσης είναι ένας μηχανισμός που παρέχει τη δυνατότητα σε μια εταιρεία που αντιμετωπίζει οικονομική δυσχέρεια να αναδιοργανωθεί για να αποφύγει την πτώχευση. Σκοπός της είναι η διατήρηση, με την επιφύλαξη του δικαστικού ελέγχου, της συνέχειας του συνόλου ή μέρους των περιουσιακών στοιχείων ή των δραστηριοτήτων της εταιρείας.
Ο σκοπός κίνησης της διαδικασίας δικαστικής αναδιοργάνωσης μπορεί να είναι:
- να δοθεί περίοδος χάριτος με στόχο να καταστεί δυνατή η σύναψη φιλικού διακανονισμού·
- να επιτευχθεί η συμφωνία των πιστωτών σχετικά με το σχέδιο αναδιοργάνωσης·
- να καταστεί δυνατή η μεταβίβαση, με δικαστική απόφαση, σε ένα ή περισσότερα τρίτα μέρη, του συνόλου ή μέρους των περιουσιακών στοιχείων ή δραστηριοτήτων.
Η διαδικασία δικαστικής αναδιοργάνωσης είναι ανοικτή σε:
- νομικά πρόσωπα που ασκούν εμπορική δραστηριότητα·
- νομικά πρόσωπα που δεν ασκούν εμπορική δραστηριότητα·
- φυσικά πρόσωπα που ασκούν εμπορική δραστηριότητα· και
- βιοτέχνες.
Τέλος, υπάρχουν ειδικές διαδικασίες αφερεγγυότητας για τους συμβολαιογράφους, τα πιστωτικά ιδρύματα, τις ασφαλιστικές εταιρείες καθώς και τους οργανισμούς συλλογικών επενδύσεων (καθώς αυτές αφορούν αποκλειστικά μία επαγγελματική κατηγορία ή έναν τομέα δραστηριότητας, δεν θα παρουσιαστούν στο πλαίσιο του παρόντος δελτίου).
2 Ποιες είναι οι προϋποθέσεις για την έναρξη διαδικασιών αφερεγγυότητας;
1. Πτώχευση
Η πτωχευτική διαδικασία κινείται είτε με δήλωση του οφειλέτη, είτε από έναν ή περισσότερους πιστωτές, είτε αυτεπαγγέλτως.
Η δήλωση πτώχευσης πρέπει να υποβληθεί από τον έμπορο στη γραμματεία του εμπορικού τμήματος του περιφερειακού δικαστηρίου (tribunal d’arrondissement) του τόπου της κατοικίας ή της έδρας, ανάλογα με την περίπτωση, του εμπόρου. Η δήλωση του εμπόρου πρέπει να υποβληθεί εντός προθεσμίας ενός μήνα από τη χρονική στιγμή της πλήρωσης των προϋποθέσεων για την κήρυξη της πτώχευσης.
Αν ένας ή περισσότεροι δανειστές του οφειλέτη εμπόρου αποφασίσουν να κινήσουν διαδικασία πτώχευσης, πρέπει να απευθυνθούν σε δικαστικό επιμελητή (huissier de justice) ο οποίος, με σχετική κλήση του, καλεί τον έμπορο να εμφανιστεί ενώπιον του εμπορικού τμήματος του αρμόδιου πρωτοδικείου εντός προθεσμίας οκτώ ημερών (κλήση σε ορισμένη ημερομηνία) προκειμένου αυτό να αποφανθεί επί της ουσίας της κλήσης για την κήρυξη του εμπόρου σε πτώχευση.
Η πτωχευτική διαδικασία δύναται επίσης να κινηθεί αυτεπαγγέλτως βάσει στοιχείων που διαθέτει το δικαστήριο. Στο πλαίσιο αυτό, το δικαστήριο πρέπει να κλητεύσει, μέσω της γραμματείας, τον πτωχεύσαντα προκειμένου να του παράσχει τη δυνατότητα ακρόασης εν συμβουλίω.
Πριν από την κήρυξη της πτώχευσης εμπόρου, το εμπορικό τμήμα του αρμόδιου πρωτοδικείου πρέπει να επαληθεύσει αν το οικείο φυσικό πρόσωπο ή η οικεία εταιρεία πληροί τις ακόλουθες τρεις προϋποθέσεις:
- ιδιότητα του εμπόρου: φυσικό πρόσωπο που ασκεί κατ’ επάγγελμα (κύριο ή δευτερεύον) πράξεις που χαρακτηρίζονται από τον νόμο ως εμπορικές (για παράδειγμα, οι πράξεις που απαριθμούνται στο άρθρο 2 του εμπορικού κώδικα) ή νομικό πρόσωπο το οποίο έχει περιβληθεί μία από τις εταιρικές μορφές που προβλέπονται στον τροποποιημένο νόμο, της 10ης Αυγούστου 1915, περί εμπορικών εταιρειών (loi modifiée du 10 août 1915 concernant les sociétés commerciales) [για παράδειγμα ανώνυμη εταιρεία (société anonyme), εταιρεία περιορισμένης ευθύνης (société à responsabilité limitée), συνεταιρισμός (société coopérative), ...]·
- παύση πληρωμών: η παύση πληρωμών προϋποθέτει ληξιπρόθεσμες οφειλές που είναι ορισμένες, εκκαθαρισμένες και απαιτητές (για παράδειγμα: μισθοί, εισφορές κοινωνικής ασφάλισης, ...)· οι οφειλές υπό αίρεση ή προθεσμία και οι απλώς φυσικές ενοχές δεν αρκούν· και
- μη περαιτέρω χορήγηση πιστώσεων: ο έμπορος δεν μπορεί πλέον να λάβει πίστωση από τις τράπεζες, τους προμηθευτές ή τους πιστωτές του.
Αν και η άρνηση ή η αδυναμία πληρωμής μίας μόνο οφειλής (ανεξαρτήτως του ύψους της) που είναι ορισμένη, εκκαθαρισμένη και απαιτητή αρκεί, καταρχήν, για να κριθεί ότι πληρούται η προϋπόθεση της παύσης πληρωμών, μια πρόσκαιρη ταμειακή δυσχέρεια δεν αρκεί για την κήρυξη πτώχευσης, αν ο έμπορος είναι σε θέση να λάβει την αναγκαία πίστωση προκειμένου να συνεχίσει τις δραστηριότητές του και να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις του.
2. Δικαστική αναδιοργάνωση
Η διαδικασία δικαστικής αναδιοργάνωσης κινείται όταν ο οφειλέτης υποβάλει αίτηση στο εμπορικό τμήμα του αρμόδιου πρωτοδικείου. Ως εκ τούτου, η εν λόγω διαδικασία είναι προαιρετική. Ωστόσο, η δικαστική αναδιοργάνωση μέσω μεταβίβασης, η οποία διατάσσεται αυτεπαγγέλτως, μπορεί να επιβληθεί στον οφειλέτη, κατόπιν αίτησης του εισαγγελέα (procureur de l'État), της κλήτευσης πιστωτή ή οποιουδήποτε προσώπου το οποίο έχει συμφέρον να αποκτήσει το σύνολο ή μέρος της εταιρείας.
Οι προϋποθέσεις για την κίνηση της διαδικασίας δικαστικής αναδιοργάνωσης είναι οι εξής:
- Ιδιότητα του εμπόρου ή του τεχνίτη: Η διαδικασία δικαστικής αναδιοργάνωσης είναι ανοικτή σε εμπόρους, τεχνίτες και εμπορικές εταιρείες.
- Απειλή για την ικανότητα της εταιρείας να συνεχίσει τη δραστηριότητά της ή αντιμετώπιση οικονομικών δυσχερειών: Η εταιρεία πρέπει να αντιμετωπίζει οικονομικές δυσχέρειες που θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε παύση πληρωμών. Οι οικονομικές δυσχέρειες πρέπει να είναι αρκετά σοβαρές ώστε να δικαιολογούν τη δικαστική παρέμβαση, αλλά η εταιρεία πρέπει να εξακολουθεί να έχει τη δυνατότητα ανάκαμψης.
- Πτώχευση: Η ύπαρξη καθεστώτος πτώχευσης δεν εμποδίζει την έναρξη ή τη συνέχιση της δικαστικής αναδιοργάνωσης. Μια εταιρεία υπό πτώχευση μπορεί να εξετάσει το ενδεχόμενο αναδιοργάνωσης και, ως εκ τούτου, να αποφύγει την πλήρη εκκαθάριση.
- Προηγούμενη διαδικασία αναδιοργάνωσης: Εάν ο οφειλέτης έχει ήδη επωφεληθεί από δικαστική αναδιοργάνωση κατά την τελευταία τριετία, νέα διαδικασία είναι δυνατή μόνο εάν σκοπός της είναι η μεταβίβαση του συνόλου ή μέρους των περιουσιακών στοιχείων ή των δραστηριοτήτων της εταιρείας με δικαστική απόφαση.
3. Υπερχρέωση
Ως υπερχρέωση φυσικού προσώπου χαρακτηρίζεται η κατάσταση κατά την οποία οφειλέτης που έχει την κατοικία του στο Μεγάλο Δουκάτο του Λουξεμβούργου αδυνατεί καταφανώς να ανταποκριθεί στο σύνολο των μη επαγγελματικών οφειλών του, ληξιπρόθεσμων ή που πρόκειται να λήξουν, καθώς και στις δεσμεύσεις που έχει αναλάβει ως εγγυητής ή ως πρωτοφειλέτης για την εξόφληση των οφειλών ατομικής επιχείρησης ή εταιρείας της οποίας δεν ήταν, πραγματικά ή νομικά, διαχειριστής.
Η διαδικασία της συλλογικής ρύθμισης των οφειλών αποτελείται από τρία στάδια:
- τη συμβατική ρύθμιση, η οποία διεξάγεται ενώπιον της επιτροπής διαμεσολάβησης σε περιπτώσεις υπερχρέωσης (Commission de médiation en matière de surendettement)·
- τον δικαστικό διακανονισμό, ο οποίος διεξάγεται ενώπιον του ειρηνοδικείου (juge de paix) του τόπου κατοικίας του υπερχρεωμένου οφειλέτη·
- και την προσωπική αποκατάσταση, καλούμενη και «πτώχευση ιδιώτη» (faillite civile), η οποία διεξάγεται ενώπιον του ειρηνοδικείου του τόπου κατοικίας του υπερχρεωμένου οφειλέτη.
Επισημαίνεται ότι το στάδιο της «προσωπικής αποκατάστασης», το οποίο είναι επικουρικό έναντι των άλλων δύο σταδίων της διαδικασίας συλλογικής ρύθμισης των οφειλών, μπορεί να ενεργοποιηθεί μόνο όταν ο υπερχρεωμένος οφειλέτης βρίσκεται σε ανεπανόρθωτα επισφαλή κατάσταση που χαρακτηρίζεται από την αδυναμία εφαρμογής:
- των μέτρων του σχεδίου συμβατικής ρύθμισης ή έστω
- των μέτρων που πρότεινε η επιτροπή διαμεσολάβησης στο πλαίσιο της διαδικασίας συμβατικής ρύθμισης και
- των μέτρων που καθορίστηκαν στο πλαίσιο της διαδικασίας του δικαστικού διακανονισμού.
Επισημαίνεται ακόμη ότι οι αιτήσεις υπαγωγής στη διαδικασία συμβατικής ρύθμισης των οφειλών υποβάλλονται στον πρόεδρο της επιτροπής διαμεσολάβησης.
Έντυπο αίτησης υπαγωγής στη διαδικασία συμβατικής ρύθμισης των οφειλών διατίθεται στον ιστότοπο https://justice.public.lu/fr.html στην ακόλουθη διαδικτυακή διεύθυνση:
https://justice.public.lu/fr/creances/surendettement.html
Επιπλέον, οι πιστωτές του υπερχρεωμένου οφειλέτη υποχρεούνται να αναγγείλουν τις απαιτήσεις τους στην υπηρεσία ενημέρωσης και συμβουλών για θέματα υπερχρέωσης (Service d’information et de conseil en matière de surendettement). Έντυπο αναγγελίας απαιτήσεων διατίθεται στον ιστότοπο www.justice.public.lu στην ακόλουθη διαδικτυακή διεύθυνση:
https://justice.public.lu/fr/creances/surendettement.html
3 Ποια περιουσιακά στοιχεία ανήκουν στην πτωχευτική περιουσία; Πώς αντιμετωπίζονται τα περιουσιακά στοιχεία που αποκτώνται από τον οφειλέτη ή που περιέρχονται σε αυτόν μετά την έναρξη της διαδικασίας αφερεγγυότητας;
1. Πτώχευση
Από την έκδοση της απόφασης που κηρύσσει την πτώχευση, ο πτωχεύσας στερείται αυτοδικαίως του δικαιώματος διαχείρισης όλων των περιουσιακών του στοιχείων, ακόμη και εκείνων που μπορεί να περιέλθουν στον ίδιο μετά την έκδοση της απόφασης που κηρύσσει την πτώχευση.
Η αποστέρηση αφορά τόσο τα κινητά όσο και τα ακίνητα περιουσιακά στοιχεία του πτωχεύσαντος. Αυτός ο μηχανισμός αποσκοπεί στην προστασία των συμφερόντων των υφιστάμενων πιστωτών, που συγκροτούν την ομάδα των πιστωτών.
Γενικά, ο σύνδικος της πτώχευσης μεταβαίνει στις εγκαταστάσεις του πτωχεύσαντος προκειμένου να συντάξει απογραφή των περιουσιακών στοιχείων που βρίσκονται εκεί. Συναφώς, ο σύνδικος πρέπει να διακρίνει μεταξύ των περιουσιακών στοιχείων που ανήκουν πλήρως στον πτωχεύσαντα και των περιουσιακών στοιχείων επί των οποίων τρίτοι διατηρούν εμπράγματα δικαιώματα.
Στη συνέχεια, ο σύνδικος πρέπει, στο πλαίσιο της ρευστοποίησης της κινητής και ακίνητης περιουσίας, να εκποιήσει την περιουσία του πτωχεύσαντα προς το συμφέρον της ομάδας των πιστωτών. Ο σύνδικος χρειάζεται δικαστική άδεια για την εκποίηση των εν λόγω περιουσιακών στοιχείων. Τα κινητά και ακίνητα περιουσιακά στοιχεία εκποιούνται όπως ορίζεται από τον Εμπορικό Κώδικα. Το προϊόν της ρευστοποίησης πιστώνεται σε τραπεζικό λογαριασμό που ανοίγεται στο όνομα της διαδικασίας αφερεγγυότητας.
2. Υπερχρέωση
Ο δικαστής μεριμνά ώστε να καταρτιστεί ισολογισμός της οικονομικής και κοινωνικής κατάστασης του οφειλέτη, να επαληθευθούν οι απαιτήσεις και να αποτιμηθούν τα στοιχεία τόσο του ενεργητικού όσο και του παθητικού.
Αφού αποφασίσει την έναρξη της διαδικασίας προσωπικής αποκατάστασης και διαπιστώσει την ύπαρξη περιουσιακών στοιχείων προς ρευστοποίηση, ο δικαστής προβαίνει στη δικαστική ρευστοποίηση των περιουσιακών στοιχείων του οφειλέτη.
Ο ειρηνοδίκης αποφαίνεται σχετικά με τις αμφισβητούμενες απαιτήσεις και διατάσσει τη ρευστοποίηση της προσωπικής περιουσίας του οφειλέτη. Μόνο τα αντικείμενα οικιακής χρήσης που είναι απαραίτητα για την καθημερινή διαβίωση και τα μη επαγγελματικά αντικείμενα που είναι απαραίτητα για την άσκηση της επαγγελματικής του δραστηριότητας εξαιρούνται από τη ρευστοποίηση. Η δικαστική ρευστοποίηση της περιουσίας του υπερχρεωμένου οφειλέτη στο πλαίσιο της διαδικασίας προσωπικής αποκατάστασης γίνεται σύμφωνα με τον σκοπό του νόμου, που είναι η εξυγίανση της οικονομικής κατάστασης του οφειλέτη, με ταυτόχρονη παροχή σ' αυτόν και στην οικογένειά του της δυνατότητας αξιοπρεπούς διαβίωσης.
Τα δικαιώματα και οι πράξεις του οφειλέτη επί της περιουσίας του ασκούνται καθ’ όλη τη διάρκεια της εκκαθάρισης από εκκαθαριστή που διορίζει το δικαστήριο.
Ο εκκαθαριστής έχει προθεσμία 6 μηνών για την πώληση των περιουσιακών στοιχείων του οφειλέτη μέσω απευθείας πώλησης ή αναγκαστικού πλειστηριασμού.
Αποτελέσματα της διαδικασίας προσωπικής αποκατάστασης:
- αν το προϊόν της δικαστικής ρευστοποίησης της περιουσίας επαρκεί για την ικανοποίηση των πιστωτών, ο δικαστής κηρύσσει την περάτωση της διαδικασίας·
- αν το προϊόν της δικαστικής ρευστοποίησης της περιουσίας δεν επαρκεί για την ικανοποίηση των πιστωτών, ο δικαστής κηρύσσει την περάτωση της διαδικασίας λόγω ανεπάρκειας ενεργητικού·
- αν ο οφειλέτης δεν διαθέτει άλλα περιουσιακά στοιχεία πέραν από αντικείμενα οικιακής χρήσης που είναι απαραίτητα για την καθημερινή διαβίωσή του και από μη επαγγελματικά αντικείμενα που είναι απαραίτητα για την άσκηση της επαγγελματικής του δραστηριότητας, ο δικαστής κηρύσσει την περάτωση της διαδικασίας λόγω ανεπάρκειας ενεργητικού·
- αν το ενεργητικό αποτελείται μόνο από στοιχεία που στερούνται αγοραίας αξίας ή των οποίων το κόστος πώλησης θα ήταν προδήλως δυσανάλογο σε σχέση με την αγοραία αξία τους, ο δικαστής κηρύσσει την περάτωση της διαδικασίας λόγω ανεπάρκειας ενεργητικού.
Η περάτωση της διαδικασίας λόγω ανεπάρκειας ενεργητικού έχει ως αποτέλεσμα τη διαγραφή όλων των μη επαγγελματικών οφειλών του οφειλέτη.
Ωστόσο, εξαιρούνται από τη διαγραφή των μη επαγγελματικών οφειλών του οφειλέτη:
- οι οφειλές που έχουν εξοφληθεί από εγγυητή ή συνοφειλέτη αντί του οφειλέτη·
- οι οφειλές που προβλέπονται στο άρθρο 46 του νόμου, δηλαδή οι τρέχουσες οφειλές διατροφής και οι χρηματικές αποζημιώσεις που έχουν επιδικαστεί σε θύματα εκ προθέσεως εγκλήματος βίας για τη σωματική βλάβη που υπέστησαν.
Εντούτοις, οι οφειλές που προβλέπονται στο άρθρο 46 του νόμου μπορούν να διαγραφούν στο μέτρο που ο ενδιαφερόμενος πιστωτής έχει δώσει τη συγκατάθεσή του για την άφεση, την αναδιάρθρωση ή τη διαγραφή των εν λόγων οφειλών.
4 Ποιες εξουσίες έχουν ο οφειλέτης και ο διαχειριστής της διαδικασίας αφερεγγυότητας, αντίστοιχα;
1. Πτώχευση
Από την έκδοση της απόφασης που κηρύσσει την πτώχευση, ο πτωχεύσας στερείται αυτοδικαίως του δικαιώματος διαχείρισης όλων των περιουσιακών του στοιχείων, ακόμη και εκείνων που μπορεί να περιέλθουν σε αυτόν.
Από την έκδοση της προαναφερθείσας απόφασης, η διαχείριση της περιουσίας του πτωχεύσαντος ανατίθεται στον σύνδικο.
Όταν ο πτωχεύσας είναι νομικό πρόσωπο, η πτωχευτική περιουσία αποτελείται από το σύνολο του ενεργητικού και του παθητικού της εταιρείας, χωρίς να συνυπολογίζονται τα δικαιώματα που διαθέτουν οι εταίροι με την ιδιότητά τους αυτή.
Οι σύνδικοι επιλέγονται μεταξύ προσώπων που παρέχουν τις υψηλότερες δυνατές εγγυήσεις ως προς την αποτελεσματικότητα και την εντιμότητα της εκ μέρους τους διαχείρισης.
Στην πράξη, οι δικαστές του εμπορικού τμήματος του αρμόδιου πρωτοδικείου επιλέγουν τους συνδίκους από τον κατάλογο δικηγόρων. Εντούτοις, στην περίπτωση που το συμφέρον της πτωχευτικής διαδικασίας το απαιτεί, το δικαστήριο μπορεί επίσης να διορίσει συμβολαιογράφους ή λογιστές/ελεγκτές επιχειρήσεων.
Οι πτωχευτικές υποθέσεις, όπως όλες οι υποθέσεις που αφορούν εμπόρους, υπάγονται στην αρμοδιότητα του εμπορικού τμήματος του αρμόδιου πρωτοδικείου.
Το εμπορικό τμήμα του αρμόδιου πρωτοδικείου εκδίδει την απόφαση κήρυξης της πτώχευσης, καθορίζει την ημερομηνία της παύσης των πληρωμών, διορίζει τους διάφορους συμμετέχοντες στη διαδικασία (εισηγητή-δικαστή, σύνδικο), ορίζει την ημερομηνία της αναγγελίας των απαιτήσεων και την ημερομηνία κλεισίματος του πρακτικού επαλήθευσης των απαιτήσεων και κηρύσσει την περάτωση της πτωχευτικής διαδικασίας.
Η διαχείριση της περιουσίας του πτωχεύσαντος ανατίθεται σε σύνδικο που διορίζεται από το δικαστήριο και ο οποίος είναι επιφορτισμένος με τη ρευστοποίηση της περιουσίας του οφειλέτη και με διανομή του προϊόντος της ρευστοποίησης μεταξύ των διαφόρων πιστωτών, τηρουμένων των κανόνων για τα προνόμια και τις εμπράγματες ασφάλειες.
Ο εισηγητής-δικαστής είναι επιφορτισμένος με την παρακολούθηση των διαδικασιών, της διαχείρισης και της εκκαθάρισης της πτώχευσης. Ο εισηγητής-δικαστής παρουσιάζει, σε επ’ ακροατηρίου συζήτηση, έκθεση σχετικά με τις διαφορές που μπορεί να προκύψουν και διατάσσει τα επείγοντα μέτρα που είναι αναγκαία για την προστασία και τη διατήρηση των στοιχείων της πτωχευτικής περιουσίας. Ο εισηγητής-δικαστής προεδρεύει επίσης των συνελεύσεων των πιστωτών του πτωχεύσαντος.
Από την κήρυξη της πτώχευσης, ο πτωχεύσας έμπορος στερείται της διαχείρισης των περιουσιακών στοιχείων του και δεν μπορεί να πραγματοποιεί πληρωμές, συναλλαγές και άλλες πράξεις επ’ αυτών.
2. Δικαστική αναδιοργάνωση
Στο πλαίσιο της δικαστικής αναδιοργάνωσης, διορίζεται δικαστικός διαχειριστής (mandataire de justice) κατόπιν αιτήματος του οφειλέτη, όταν ο εν λόγω διαχειριστής είναι αναγκαίος για την επίτευξη των στόχων της αναδιοργάνωσης. Μετά την ανάληψη των καθηκόντων του, τα καθήκοντά του μπορεί να ποικίλλουν ανάλογα με τις ειδικές ανάγκες του οφειλέτη και την απόφαση του δικαστηρίου. Ο ρόλος του μπορεί να περιορίζεται σε απλή διοικητική υποστήριξη ή να επεκτείνεται στην προετοιμασία και τη διευκόλυνση μιας συμφωνίας. Στο πλαίσιο της δικαστικής αναδιοργάνωσης μέσω μεταβίβασης με δικαστική απόφαση, ο δικαστικός διαχειριστής είναι υπεύθυνος για την οργάνωση και την εκτέλεση της μεταβίβασης στο όνομα και για λογαριασμό του οφειλέτη. Δεδομένου ότι κάθε υπόθεση είναι μοναδική, οι αρμοδιότητες του δικαστικού διαχειριστή είναι προσαρμοσμένες στις περιστάσεις και τις ανάγκες του οφειλέτη.
Μπορεί να διοριστεί προσωρινός διαχειριστής σε περίπτωση που διαπιστωθεί σοβαρό και αποδεδειγμένο παράπτωμα του οφειλέτη ή ενός από τα όργανά του, κατόπιν αιτήματος οποιουδήποτε ενδιαφερόμενου τρίτου ή του εισαγγελέα. Στη συνέχεια, ο ρόλος του συνίσταται στην αντικατάσταση της διοίκησης της εταιρείας και στη διοίκησή της καθ’ όλη τη διάρκεια της περιόδου χάριτος.
Ο οφειλέτης διαδραματίζει προδραστικό ρόλο στην κίνηση της διαδικασίας και στην κατάρτιση και εφαρμογή του σχεδίου αναδιοργάνωσης, ενώ συνεργάζεται με τους πιστωτές και τις δικαστικές αρχές για την αποκατάσταση της οικονομικής ευρωστίας της εταιρείας.
3. Υπερχρέωση
Όσον αφορά τις υποχρεώσεις του οφειλέτη και τα αποτελέσματα της υπαγωγής των περιουσιακών του στοιχείων στη διαδικασία της συλλογικής ρύθμισης οφειλών, πρέπει να σημειωθεί ότι ο οφειλέτης υποχρεούται να τηρεί προσήκουσα συμπεριφορά.
Κατά τη διάρκεια της περιόδου προσήκουσας συμπεριφοράς, ο οφειλέτης υποχρεούται:
- να συνεργάζεται με τις αρχές και τα όργανα που συμμετέχουν στη διαδικασία, αποδεχόμενος να κοινοποιεί αυτοβούλως όλες τις πληροφορίες σχετικά με την περιουσία του, τα εισοδήματά του, τις οφειλές του και τις μεταβολές που επέρχονται στην κατάστασή του·
- να ασκεί, στο μέτρο του εφικτού, αμειβόμενη δραστηριότητα που αντιστοιχεί στις ικανότητές του·
- να μην επιδεινώνει τον βαθμό της αφερεγγυότητάς του και να ενεργεί καλόπιστα με σκοπό τη μείωση των οφειλών του·
- να μην ευνοεί κανέναν πιστωτή, με εξαίρεση τους δικαιούχους διατροφής ως προς τις τρέχουσες απαιτήσεις τους, τους εκμισθωτές ως προς τις τρέχουσες απαιτήσεις τους για τα μισθώματα μιας κατοικίας που αντιστοιχεί στις στοιχειώδεις ανάγκες του οφειλέτη, τους παρόχους υπηρεσιών και προϊόντων που είναι αναγκαία για μια αξιοπρεπή διαβίωση και τους πιστωτές του που διατηρούν τρέχουσες απαιτήσεις που σχετίζονται με την εκτέλεση κατά του οφειλέτη απόφασης που επιδικάζει αποζημίωση λόγω σωματικής βλάβης απορρέουσας από εκ προθέσεως έγκλημα βίας·
- να τηρεί τις υποχρεώσεις που αναλαμβάνει στο πλαίσιο της διαδικασίας.
Στη διαδικασία συμμετέχουν δύο τύποι οργάνων, ανάλογα με το αν πρόκειται για το συμβατικό στάδιο ή το δικαστικό στάδιο.
Το στάδιο της συμβατικής ρύθμισης των οφειλών διεξάγεται ενώπιον της επιτροπής διαμεσολάβησης. Η επιτροπή διαμεσολάβησης αποτελείται από μέλη τα οποία διορίζονται από τον υπουργό. Περιλαμβάνει έναν πρόεδρο και έναν γραμματέα και συνεδριάζει τουλάχιστον μία φορά ανά τρίμηνο. Για να γίνουν δεκτοί στην επιτροπή διαμεσολάβησης, οι υποψήφιοι πρέπει να προσκομίσουν, μεταξύ άλλων, αντίγραφο του ποινικού τους μητρώου. Αφού διοριστούν, υποχρεούνται από τον νόμο να ενημερώνουν τον υπουργό για κάθε ποινική δίωξη ή καταδίκη εναντίον τους, ώστε να αντικατασταθούν. Τα μέλη της επιτροπής διαμεσολάβησης λαμβάνουν αποζημίωση ύψους 10 ευρώ ανά συνεδρίαση, ενώ ο πρόεδρος λαμβάνει αποζημίωση ύψους 20 ευρώ ανά συνεδρίαση.
Η επιτροπή διαμεσολάβησης αποφαίνεται, μεταξύ άλλων, για την αποδοχή των αιτήσεων υπαγωγής στη διαδικασία και το παραδεκτό των αναγγελιών απαιτήσεων, ενώ εγκρίνει ή τροποποιεί τα προσχέδια συμβατικής ρύθμισης των οφειλών που της υποβάλλονται, κατόπιν έρευνας της υπηρεσίας ενημέρωσης και συμβουλών για θέματα υπερχρέωσης (εφεξής «υπηρεσία»).
Αν, εντός έξι μηνών από την απόφαση της επιτροπής για κίνηση της διαδικασίας, το προταθέν σχέδιο δεν έχει γίνει αποδεκτό από τα ενδιαφερόμενα μέρη, η επιτροπή συντάσσει πρακτικό αποτυχίας με το οποίο πιστοποιείται η αποτυχία της διαδικασίας της συμβατικής ρύθμισης. Εντός προθεσμίας δύο μηνών από την ημερομηνία δημοσίευσης του πρακτικού αποτυχίας, ο οφειλέτης μπορεί να κινήσει διαδικασία δικαστικού διακανονισμού ενώπιον του ειρηνοδικείου του τόπου κατοικίας του. Αν ο οφειλέτης δεν υποβάλει τέτοια αίτηση εντός της προβλεπόμενης προθεσμίας, δεν μπορεί να κινήσει εκ νέου διαδικασία συλλογικής ρύθμισης των οφειλών του πριν από την πάροδο δύο ετών από την ημερομηνία δημοσίευσης του πρακτικού αποτυχίας στο μητρώο.
Σε περίπτωση που τεθεί σε εφαρμογή το στάδιο του δικαστικού διακανονισμού, τα μέρη καλούνται ενώπιον του ειρηνοδίκη, ο οποίος μπορεί να απαιτήσει να του κοινοποιηθούν όλα τα έγγραφα ή στοιχεία που θα του δώσουν τη δυνατότητα να διαπιστώσει την περιουσία του οφειλέτη (ενεργητικό και παθητικό).
Βάσει των στοιχείων που του υποβάλλονται, ο δικαστής καταρτίζει σχέδιο διακανονισμού, το οποίο περιλαμβάνει μέτρα που θα επιτρέψουν στον οφειλέτη να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις του.
Το σχέδιο διακανονισμού που καταρτίζεται από τον δικαστή έχει μέγιστη διάρκεια επτά ετών και μπορεί να καταργηθεί σε περιορισμένο αριθμό περιπτώσεων (κυρίως αν ο οφειλέτης δεν έχει συμμορφωθεί με τις υποχρεώσεις που του έχουν επιβληθεί με το σχέδιο διακανονισμού).
5 Κάτω από ποιες προϋποθέσεις μπορεί να προταθεί συμψηφισμός;
1. Δικαστική αναδιοργάνωση
Στο πλαίσιο της αναδιοργάνωσης, είναι δυνατόν να προβλεφθεί ότι οι απαιτήσεις που έχουν ανασταλεί (créances sursitaires) δεν μπορούν να συμψηφιστούν με οφειλές που ενδέχεται να έχει ο πιστωτής έναντι της εταιρείας μετά την έγκριση του σχεδίου αναδιοργάνωσης.
Ωστόσο, υπάρχουν εξαιρέσεις στον εν λόγω κανόνα. Δεν εφαρμόζεται σε συναφείς απαιτήσεις (απαιτήσεις που συνδέονται μεταξύ τους, για παράδειγμα στο πλαίσιο της ίδιας σύμβασης ή συναλλαγής) ή σε απαιτήσεις οι οποίες, βάσει συμφωνίας πριν από την έναρξη της διαδικασίας αναδιοργάνωσης, θα μπορούσαν ήδη να έχουν συμψηφιστεί.
2. Πτώχευση
Στον τομέα της πτώχευσης, κατά πάγια νομολογία, από την έκδοση της απόφασης με την οποία κηρύσσεται η πτώχευση, δεν είναι δυνατός πλέον συμψηφισμός, είτε νόμιμος είτε δικαστικός είτε συμβατικός, ακόμη και μεταξύ προϋφιστάμενων απαιτήσεων, εφόσον μέχρι εκείνη τη στιγμή δεν πληρούν μία από τις τρεις ιδιότητες της ρευστότητας, του απαιτητού και του αντικαταστατού. Μολονότι η απόφαση με την οποία κηρύσσεται η πτώχευση μπορεί, ως εκ τούτου, να εμποδίσει τη διενέργεια νόμιμου συμψηφισμού, δεν θα πρέπει να συναχθεί ότι θα το πράξει με απόλυτο ή αναδρομικό τρόπο. Η απόφαση με την οποία κηρύσσεται η πτώχευση δεν θίγει τον νόμιμο συμψηφισμό εάν οι προϋποθέσεις πληρούνταν πριν από την έναρξη της πτώχευσης. Το εφετείο (Cour d’appel) έκρινε ότι «η ύποπτη περίοδος δεν εμποδίζει αυτό το είδος συμψηφισμού. Η νόμιμη αποζημίωση λειτουργεί παρά την παύση των πληρωμών. Δεν αποτελεί πράξη του οφειλέτη, λειτουργεί εν αγνοία του· το άρθρο 445 του εμπορικού κώδικα δεν αναφέρεται σ’ αυτήν ».
Όσον αφορά τον δικαστικό συμψηφισμό, τέτοιος συμψηφισμός δεν μπορεί να επιβληθεί μετά την έναρξη συλλογικής διαδικασίας. Εντούτοις, μπορεί να επέλθει κατά τη διάρκεια της ύποπτης περιόδου, υπό την προϋπόθεση ότι η απόφαση που τον επιβάλλει έχει καταστεί αμετάκλητη (αδυναμία άσκησης ένδικων μέσων). Στην περίπτωση αυτή, ο συμψηφισμός μπορεί να παραγάγει αποτελέσματα μόνο από την ημέρα έκδοσης της απόφασης.
Όσον αφορά τον συμβατικό συμψηφισμό, προφανώς δεν μπορεί να επέλθει μετά την έναρξη της συλλογικής διαδικασίας. Επιπλέον, δεν μπορεί να επέλθει κατά τη διάρκεια της ύποπτης περιόδου, διότι θεωρείται από το άρθρο 445 του εμπορικού κώδικα ως ανώμαλος τρόπος εκπλήρωσης οφειλής, με αποτέλεσμα να είναι άκυρος. [1]
Ωστόσο, πρέπει να σημειωθεί ότι ο νόμος, της 5ης Αυγούστου 2005, για τις χρηματοοικονομικές εγγυήσεις (loi du 5 août 2005 sur les garanties financières) προβλέπει ειδικές εξαιρέσεις από τους προαναφερθέντες κανόνες όσον αφορά, για παράδειγμα, τις ρήτρες συμψηφισμού που έχουν συναφθεί μεταξύ των μερών κατά την ημέρα έναρξης της διαδικασίας αφερεγγυότητας [ή ακόμα και μετά την έναρξη της διαδικασίας (βλ. άρθρα 18 και επόμενα του νόμου, της 5ης Αυγούστου 2005, για τις χρηματοοικονομικές εγγυήσεις)].
[1] «La compensation comme garantie d’une créance sur un débiteur en faillite» (Ο συμψηφισμός ως εξασφάλιση απαίτησης έναντι οφειλέτη υπό πτώχευση), Pierre HURT, J.T. 2010, σελ. 30
6 Ποια αποτελέσματα έχουν οι διαδικασίες αφερεγγυότητας επί των υφισταμένων συμβάσεων στις οποίες ο οφειλέτης αποτελεί συμβαλλόμενο μέρος;
1. Πτώχευση
Μία από τις πρώτες δυσκολίες που αντιμετωπίζει ο σύνδικος μετά την έναρξη της πτώχευσης είναι η διαχείριση των ισχυουσών συμβάσεων που έχουν συναφθεί πριν από την κήρυξη της πτώχευσης. Εκτός από τις συμβάσεις εργασίας, οι οποίες λήγουν αυτοδικαίως την ημέρα της κήρυξης της πτώχευσης [άρθρο L.125-1 του εργατικού κώδικα (Code du travail)], γίνεται παραδοσιακά δεκτό ότι οι ισχύουσες συμβάσεις παραμένουν σε ισχύ έως ότου καταγγελθούν από τον σύνδικο.
Ο σύνδικος πρέπει να εξισορροπήσει τα αντίρροπα συμφέροντα προκειμένου να αποφασίσει αν θα συνεχίσει προσωρινά την εκτέλεση των συμβάσεων ή όχι. Σε περίπτωση ύπαρξης συμβατικών ρητρών που προβλέπουν λύση της σύμβασης σε περίπτωση πτώχευσης ενός από τα μέρη, ο σύνδικος πρέπει να αποφασίσει αν θα αμφισβητήσει την ισχύ αυτών των ρητρών ή όχι (δεδομένου ότι η ισχύς αυτών των ρητρών είναι αμφισβητήσιμη· για παράδειγμα, αυτές οι ρήτρες θεωρούνται άκυρες στο Βέλγιο όταν περιέχονται σε σύμβαση εμπορικής μίσθωσης).
Εν πάση περιπτώσει, ο σύνδικος είναι, καταρχήν, αυτός που επιλέγει μεταξύ της εκτέλεσης και της καταγγελίας των συμβάσεων. Σε περίπτωση που ο αντισυμβαλλόμενος αντιδράσει επικαλούμενος αυτόματη λύση της σύμβασης λόγω της πτώχευσης, ο σύνδικος αναλαμβάνει τον κίνδυνο δικαστικής διαφοράς με αβέβαιο αποτέλεσμα και δημιουργίας νέων εξόδων που θα επιβαρύνουν την πτωχευτική περιουσία [1].
2. Δικαστική αναδιοργάνωση
Όταν κινείται διαδικασία δικαστικής αναδιοργάνωσης, οι επιπτώσεις στις ισχύουσες συμβάσεις ρυθμίζονται κατά τρόπον που να παρέχει τη δυνατότητα στην εταιρεία να συνεχίσει τις δραστηριότητές της, ώστε να μπορεί να αναδιοργανωθεί αποτελεσματικά καθ’ όλη τη διάρκεια της διαδικασίας.
Η αρχή της συνεχιζόμενης δραστηριότητας: Κατά γενικό κανόνα, η κίνηση της διαδικασίας δικαστικής αναδιοργάνωσης δεν οδηγεί σε αυτοδίκαιη καταγγελία των ισχυουσών συμβάσεων. Οι ισχύουσες συμβάσεις εξακολουθούν να υφίστανται και ο οφειλέτης μπορεί να αποφασίσει μονομερώς αν θα τις εκτελέσει ή όχι, όταν αυτό είναι απαραίτητο για τη διατήρηση της επιχειρηματικής δραστηριότητας της εταιρείας κατά τη διάρκεια της αναδιοργάνωσης.
Ποινικές ρήτρες: Οι ποινικές ρήτρες που προορίζονται να καλύψουν, σε κατ’ αποκοπή βάση, κάθε ζημία που ενδέχεται να προκληθεί λόγω μη συμμόρφωσης με την κύρια δέσμευση αναστέλλονται κατά τη διάρκεια της περιόδου χάριτος και μέχρι την πλήρη εφαρμογή του σχεδίου αναδιοργάνωσης. Ωστόσο, ο πιστωτής μπορεί να συμπεριλάβει στην ανασταλείσα απαίτησή του την πραγματική ζημία που υπέστη λόγω της μη τήρησης της κύριας δέσμευσης.
Προστασία των εργαζομένων: Οι συμβάσεις εργασίας δεν καταγγέλλονται αυτοδικαίως με την έναρξη της διαδικασίας αναδιοργάνωσης. Ωστόσο, στο πλαίσιο του σχεδίου αναδιοργάνωσης, ενδέχεται να χρειαστεί να γίνουν απολύσεις για οικονομικούς λόγους ή να μεταβληθούν οι συνθήκες εργασίας. Τα εν λόγω μέτρα πρέπει να εγκριθούν από το δικαστήριο και να σέβονται τα δικαιώματα των εργαζομένων.
[1] Πηγές: «Les procédures collectives au Luxembourg» (Συλλογικές διαδικασίες στο Λουξεμβούργο), Yvette HAMILIUS και Brice HELLINCKX (συγγραφείς του 3ου κεφαλαίου), εκδόσεις Larcier 2014, σελ. 86.
7 Ποια αποτελέσματα έχουν οι διαδικασίες αφερεγγυότητας επί των ατομικών διώξεων εκ μέρους πιστωτών (εκτός εάν υφίσταται εκκρεμοδικία);
1. Πτώχευση
Κατά την πτωχευτική διαδικασία, οι πράξεις αναγκαστικής εκτέλεσης κατά του εμπόρου και της περιουσίας του αναστέλλονται. Αντιθέτως, , στο Μεγάλο Δουκάτο του Λουξεμβούργου δεν υπάρχει νομοθεσία που να εμποδίζει τους πιστωτές να διενεργήσουν πράξεις που αποσκοπούν στη διατήρηση της ακεραιότητας της περιουσίας του οφειλέτη τους.
Σε όλες αυτές τις διαδικασίες, ο οφειλέτης στερείται της εξουσίας ελεύθερης διάθεσης της περιουσίας του. «Από την έκδοση της απόφασης που κηρύσσει την πτώχευση μέχρι την περάτωση της διαδικασίας, δεν μπορεί να ασκηθεί ένδικο βοήθημα κατά μόνου του πτωχεύσαντος αναφορικά με τα περιουσιακά στοιχεία τα οποία καταλαμβάνει η αποστέρηση της εξουσίας διάθεσης.» (Λουξ. 12 Ιανουαρίου 1935, αρ. 14, σελ. 27) «Οι εγχειρόγραφοι και οι γενικώς προνομιούχοι πιστωτές δεν μπορούν, κατά τη διάρκεια της πτώχευσης, να ζητήσουν την έκδοση απόφασης καταδίκης του πτωχεύσαντος ή του συνδίκου, αλλά μπορούν να ενεργήσουν μόνο με την αναγγελία της απαίτησής τους ή με την άσκηση αγωγής για την αναγνώριση της απαίτησής τους.» (Ακυρωτικό Δικαστήριο, 13 Νοεμβρίου 1997, αρ. 30, σελ. 265).
Σε ορισμένες περιπτώσεις, ωστόσο, πράξεις διάθεσης μπορούν ακόμη να διενεργηθούν με την έγκριση του προσώπου που έχει διοριστεί από το εμπορικό τμήμα του αρμόδιου πρωτοδικείου (όσον αφορά την αναστολή πληρωμών ή την ελεγχόμενη διαχείριση).
Επιπλέον, η απόφαση που κηρύσσει την πτώχευση καθιστά τις μη ληξιπρόθεσμες οφειλές απαιτητές και διακόπτει την τοκογονία.
2. Δικαστική αναδιοργάνωση
Προσωρινή απαγόρευση ρευστοποίησης των κινητών ή ακίνητων περιουσιακών στοιχείων: Κατά τη διάρκεια της περιόδου χάριτος, δεν επιτρέπεται η άσκηση ή η κίνηση ατομικών ενεργειών προς επιδίωξη απαιτήσεων που έχουν ανασταλεί κατά των κινητών ή ακινήτων περιουσιακών στοιχείων του οφειλέτη.
3. Υπερχρέωση
Σε περίπτωση συλλογικής ρύθμισης των οφειλών, η απόφαση αποδοχής της αίτησης του οφειλέτη από την επιτροπή επιφέρει αυτοδικαίως αναστολή της εφαρμογής μέτρων αναγκαστικής εκτέλεσης κατά της περιουσίας του οφειλέτη, με εξαίρεση τα μέτρα που αφορούν οφειλές διατροφής, αναστολή της τοκογονίας και το απαιτητό των μη ληξιπρόθεσμων οφειλών.
Σε περίπτωση αποτυχίας του συμβατικού σταδίου, ο ειρηνοδίκης ενώπιον του οποίου διεξάγεται το δικαστικό στάδιο μπορεί να αναστείλει την εφαρμογή μέτρων αναγκαστικής εκτέλεσης υπό τους ίδιους όρους.
8 Ποια αποτελέσματα έχουν οι διαδικασίες αφερεγγυότητας επί των εκκρεμών κατά τον χρόνο της έναρξης της διαδικασίας αφερεγγυότητας δικών;
1. Πτώχευση
Οι διαδικασίες που εκκρεμούν κατά την έναρξη της διαδικασίας αφερεγγυότητας συνεχίζονται εγκύρως από τον σύνδικο υπό την ιδιότητά του αυτή. Ωστόσο, οι διάδικοι που έχουν κινήσει τις εν λόγω δίκες πρέπει να ομαλοποιήσουν τη διαδικασία προσεπικαλώντας τον σύνδικο, ο οποίος είναι ο μόνος που νομιμοποιείται να εκπροσωπεί έγκυρα τον πτωχεύσαντα οφειλέτη.
Σε περίπτωση καταδίκης του οφειλέτη, οι πιστωτές που κίνησαν τη διαδικασία πριν από την πτώχευσή του αποκτούν τίτλο τον οποίο μπορούν να επικαλεστούν στο πλαίσιο της εκκαθάρισης της πτώχευσης. Ωστόσο, η αναγκαστική εκτέλεση του τίτλου αυτού δεν είναι εφικτή δεδομένου ότι η απόφαση που κηρύσσει την πτώχευση έχει ως αποτέλεσμα την αποστέρηση του οφειλέτη από τη διαχείριση της περιουσίας του.
2. Δικαστική αναδιοργάνωση
Μόλις υποβληθεί η αίτηση δικαστικής αναδιοργάνωσης, ο νόμος προβλέπει ασφαλιστικά μέτρα για να δοθεί στον οφειλέτη ο χρόνος που απαιτείται για την αποτελεσματική αναδιοργάνωση, χωρίς να υφίσταται άμεση πίεση από πτωχευτικές διαδικασίες ή κατασχέσεις, με σκοπό τη διατήρηση της ικανότητας της εταιρείας να συνεχίσει τη δραστηριότητά της. Για τον σκοπό αυτόν, προβλέπονται τα ακόλουθα μέτρα:
Απαγόρευση κήρυξης πτώχευσης: Εφόσον το δικαστήριο δεν έχει αποφανθεί επί της αίτησης δικαστικής αναδιοργάνωσης, ακόμη και αν έχει υποβληθεί αίτηση πτώχευσης ή έχει κινηθεί αναγκαστική εκτέλεση, ο οφειλέτης δεν μπορεί να κηρυχθεί σε πτώχευση. Για τις εταιρείες, αυτό σημαίνει επίσης ότι δεν μπορούν να λυθούν δικαστικά ή να υπαχθούν σε διοικητική λύση χωρίς εκκαθάριση.
Αναστολή της διαδικασίας αναγκαστικής εκτέλεσης: Δεν είναι δυνατή η ρευστοποίηση της κινητής ή ακίνητης περιουσίας του οφειλέτη μετά τη χρήση μέτρου αναγκαστικής εκτέλεσης. Αυτό σημαίνει ότι οι πιστωτές δεν μπορούν να κατασχέσουν και να πωλήσουν τα περιουσιακά στοιχεία του οφειλέτη κατά τη διάρκεια της περιόδου στην οποία το δικαστήριο εξετάζει το αίτημα δικαστικής αναδιοργάνωσης.
9 Ποια είναι τα κύρια χαρακτηριστικά της συμμετοχής των πιστωτών στη διαδικασία αφερεγγυότητας;
1. Πτώχευση
Η δημοσίευση της πτώχευσης σε μία ή περισσότερες εφημερίδες που διανέμονται στο Λουξεμβούργο ενημερώνει τους πιστωτές για την πτώχευση του οφειλέτη τους. Στη συνέχεια, οι πιστωτές οφείλουν να καταθέσουν στη γραμματεία του εμπορικού τμήματος του αρμόδιου πρωτοδικείου την αναγγελία των απαιτήσεών τους και τους σχετικούς τίτλους τους, εντός της προθεσμίας που ορίζεται στην απόφαση που κηρύσσει την πτώχευση. Ο γραμματέας καταχωρίζει τις απαιτήσεις και χορηγεί απόδειξη.
Οι αναγγελίες των απαιτήσεων πρέπει να υπογράφονται και να περιλαμβάνουν, μεταξύ άλλων, το όνομα, το επώνυμο, το επάγγελμα και την κατοικία των πιστωτών, το ύψος και την αιτία της απαίτησης, καθώς και τις τυχόν εγγυήσεις και τους τίτλους που διασφαλίζουν ή αποδεικνύουν, αντίστοιχα, τις απαιτήσεις. Στη συνέχεια, πραγματοποιείται επαλήθευση των αναγγελθεισών απαιτήσεων παρουσία του συνδίκου, του πτωχεύσαντος οφειλέτη και του εισηγητή-δικαστή.
Στο πλαίσιο αυτής της διαδικασίας, αν υπάρξουν αμφισβητήσεις, μπορούν να κληθούν οι πιστωτές για να παράσχουν εξηγήσεις σχετικά με την απαίτησή τους, ώστε να εξακριβωθεί π.χ. η βασιμότητα ή το ακριβές ύψος αυτής, στο πλαίσιο κατ’ αντιμωλία εξέτασης.
Αν ο σύνδικος έχει εντοπίσει στοιχεία ενεργητικού που μπορούν να διανεμηθούν μεταξύ των πιστωτών, καλεί τους πιστωτές σε συνεδρίαση απόδοσης λογαριασμού, στην οποία οι πιστωτές μπορούν να λάβουν θέση ως προς το σχέδιο διανομής.
Σε περίπτωση ανεπάρκειας του ενεργητικού, κηρύσσεται η περάτωση της πτώχευσης.
Αν ο σύνδικος δεν εκπληρώνει τα καθήκοντά του κατά τρόπο ικανοποιητικό για τους πιστωτές, αυτοί μπορούν να απευθυνθούν στον εισηγητή-δικαστή, ο οποίος, αν το κρίνει απαραίτητο, μπορεί να αντικαταστήσει τον σύνδικο.
2. Δικαστική αναδιοργάνωση
Η συμμετοχή των πιστωτών στη διαδικασία δικαστικής αναδιοργάνωσης μέσω συλλογικής συμφωνίας αποτελεί βασικό στοιχείο για την επιτυχία της αναδιοργάνωσης. Τα βασικά στοιχεία της συμμετοχής είναι τα εξής:
- Συμμετοχή στις διαπραγματεύσεις: Οι πιστωτές συμμετέχουν στις διαπραγματεύσεις σχετικά με τους όρους του σχεδίου αναδιοργάνωσης ή αναδιάρθρωσης. Το σχέδιο μπορεί να περιλαμβάνει προτάσεις όπως μειώσεις χρέους (μερικές διαγραφές), αναδιάρθρωση των πληρωμών ή μετοχοποίηση χρέους.
- Ψηφοφορία επί του σχεδίου αναδιοργάνωσης: Οι πιστωτές έχουν δικαίωμα ψήφου επί του σχεδίου αναδιοργάνωσης που προτείνει ο οφειλέτης. Για να εγκριθεί, το σχέδιο συνήθως πρέπει να λαμβάνει τη σύμφωνη γνώμη της πλειοψηφίας των πιστωτών, συχνά ανάλογα με τις κατηγορίες των απαιτήσεων (εξασφαλισμένοι πιστωτές, μη εξασφαλισμένοι πιστωτές κ.λπ.). Οι λεπτομέρειες της ψηφοφορίας και της απαιτούμενης πλειοψηφίας ενδέχεται να ποικίλλουν ανάλογα με το είδος της διαδικασίας.
- Εποπτεία της εφαρμογής του σχεδίου: Μόλις το σχέδιο εγκριθεί και επικυρωθεί από το δικαστήριο, οι πιστωτές έχουν δικαίωμα ελέγχου της εφαρμογής του. Ο σύνδικος του πτωχευτικού συμβιβασμού (commissaire au sursis) μπορεί να αναλάβει την εποπτεία της ορθής εφαρμογής του σχεδίου και την υποβολή εκθέσεων στους πιστωτές και στο δικαστήριο. Εάν ο οφειλέτης δεν συμμορφώνεται με το σχέδιο, οι πιστωτές μπορούν να αιτηθούν την παρέμβαση του δικαστηρίου.
- Παρέμβαση σε περίπτωση δυσχερειών: Εάν προκύψουν δυσχέρειες κατά την εφαρμογή του σχεδίου, οι πιστωτές μπορούν να παρέμβουν για να ζητήσουν την τροποποίηση του σχεδίου ή, σε σοβαρές περιπτώσεις, τη μετατροπή της διαδικασίας αναδιοργάνωσης σε διαδικασία εκκαθάρισης.
- Ένδικα μέσα και δικαιώματα προσφυγής: Οι πιστωτές μπορούν να προσφύγουν κατά αποφάσεων που θα ήταν δυσμενείς για αυτούς, όπως η επικύρωση αμφισβητούμενων απαιτήσεων ή η έγκριση του σχεδίου αναδιοργάνωσης. Τέτοια ένδικα μέσα πρέπει να ασκούνται εντός των προθεσμιών και με τη μορφή που ορίζει ο νόμος.
Σκοπός των στοιχείων αυτών είναι να διασφαλιστεί ότι οι πιστωτές έχουν λόγο στη διαδικασία αναδιοργάνωσης μέσω συλλογικής συμφωνίας και ότι τα δικαιώματά τους προστατεύονται, ενώ παράλληλα παρέχεται ευκαιρία επιβίωσης στην επιχείρηση που αντιμετωπίζει δυσχέρειες.
3. Υπερχρέωση
Καταρχάς, κατά το στάδιο της συμβατικής ρύθμισης, οι πιστωτές οφείλουν να αναγγείλουν την απαίτησή τους στην υπηρεσία ενημέρωσης και συμβουλών για θέματα υπερχρέωσης. Στη συνέχεια, οι πιστωτές μπορούν να συμμετάσχουν ενεργά στην εκπόνηση σχεδίου συμβατικής ρύθμισης από την εν λόγω υπηρεσία.
Ακολούθως, η επιτροπή διαμεσολάβησης σε θέματα υπερχρέωσης συγκαλεί τους πιστωτές και τους εκθέτει τις προτάσεις που εκπονήθηκαν στο πλαίσιο της συμβατικής ρύθμισης. Στη συνέχεια, για να εγκριθεί το σχέδιο συμβατικής ρύθμισης, πρέπει να γίνει δεκτό από τουλάχιστον το εξήντα τοις εκατό των πιστωτών των οποίων οι απαιτήσεις αντιπροσωπεύουν τουλάχιστον το εξήντα τοις εκατό του συνόλου των απαιτήσεων. Σιωπή πιστωτή λογίζεται ως αποδοχή του σχεδίου.
10 Με ποιον τρόπο μπορεί ο διαχειριστής/διαχειρίστρια αφερεγγυότητας να χρησιμοποιήσει ή να διαθέσει περιουσιακά στοιχεία της πτωχευτικής περιουσίας;
Οι σύνδικοι της πτώχευσης εκπροσωπούν τόσο τον πτωχεύσαντα όσο και την ομάδα των πιστωτών αυτού. Υπό τη διττή τους αυτή ιδιότητα, δεν είναι επιφορτισμένοι μόνο με τη διαχείριση της πτωχευτικής περιουσίας, αλλά νομιμοποιούνται επίσης να προβαίνουν, ως ενάγοντες ή εναγόμενοι, σε όλες τις ενέργειες που αποσκοπούν στη διατήρηση της υπέγγυας έναντι των πιστωτών περιουσίας του οφειλέτη, καθώς και στην ανάκτηση ή την αύξηση αυτής της περιουσίας, προς το κοινό συμφέρον των εν λόγω πιστωτών. (Εφετείο, 2 Ιουλίου 1880, αρ. 2, σελ. 49).
Ο σύνδικος ασκεί τα ένδικα βοηθήματα αναφορικά με την υπέγγυα έναντι των πιστωτών περιουσία του οφειλέτη, δηλαδή τα ένδικα βοηθήματα που αποσκοπούν στην ανάκτηση, την προστασία ή την εκκαθάριση της εν λόγω περιουσίας. (Εφετείο, 25 Φεβρουαρίου 2015, αρ. 37, σελ. 483).
Όσον αφορά τις συμβάσεις που είναι σε ισχύ μετά την κήρυξη της πτώχευσης, ο σύνδικος πρέπει να αποφασίσει κατά πόσον είναι σκόπιμο να τις καταγγείλει ή αν ενδείκνυται, εφόσον παράγουν ενεργητικό, να συνεχίσει να τις εκτελεί με σκοπό την επακόλουθη εκπλήρωση υποχρεώσεων του πτωχεύσαντος.
11 Ποιες απαιτήσεις δύνανται να αναγγελθούν κατά της πτωχευτικής περιουσίας του οφειλέτη και με ποιον τρόπο αντιμετωπίζονται οι απαιτήσεις που προκύπτουν μετά την έναρξη της διαδικασίας αφερεγγυότητας;
1. Πτώχευση
Όλοι οι πιστωτές πρέπει να αναγγείλουν τις απαιτήσεις τους, ανεξάρτητα από τη φύση της απαίτησης και από το αν είναι προνομιούχα ή όχι. Ωστόσο, από τη διαδικασία αυτή εξαιρούνται οι ομαδικές απαιτήσεις, δηλαδή εκείνες που προέκυψαν μεταγενέστερα και δημιουργήθηκαν προς το συμφέρον της πτωχευτικής διαδικασίας (για παράδειγμα: αμοιβή του συνδίκου, μισθώματα που προέκυψαν μετά την κήρυξη της πτώχευσης κ.λπ.).
Όσον αφορά τις ομαδικές απαιτήσεις, οι οποίες προκύπτουν μετά την έναρξη της διαδικασίας αφερεγγυότητας και ως αποτέλεσμα της διαχείρισης της πτώχευσης ή της συνέχισης ορισμένων δραστηριοτήτων της πτωχεύσασας επιχείρησης, αυτές ικανοποιούνται πρώτες, πριν από τη διανομή του υπόλοιπου ενεργητικού μεταξύ των πτωχευτικών πιστωτών. Συνεπώς, οι ομαδικές απαιτήσεις ικανοποιούνται σε κάθε περίπτωση κατά προτεραιότητα έναντι των απαιτήσεων των λοιπών πιστωτών.
2. Δικαστική αναδιοργάνωση
Στο πλαίσιο της διαδικασίας δικαστικής αναδιοργάνωσης, οι απαιτήσεις που πρέπει να αναγγελθούν έναντι των υποχρεώσεων του οφειλέτη είναι εκείνες που γεννώνται πριν από την έναρξη της διαδικασίας δικαστικής αναδιοργάνωσης. Ο οφειλέτης πρέπει να επισυνάψει στην αίτησή του πλήρη κατάλογο των ανεξόφλητων πιστωτών, είτε είναι ήδη είτε διεκδικούν την ιδιότητα αυτήν, συμπεριλαμβανομένων των ονομάτων τους.
Οι απαιτήσεις που γεννώνται μετά την έναρξη της διαδικασίας δικαστικής αναδιοργάνωσης, δηλαδή οι απαιτήσεις που γεννώνται κατά τη διάρκεια της δικαστικής αναδιοργάνωσης, τυγχάνουν κατά κανόνα ειδικής μεταχείρισης. Οι απαιτήσεις που αφορούν υπηρεσίες που παρασχέθηκαν στον οφειλέτη κατά τη διάρκεια της διαδικασίας δικαστικής αναδιοργάνωσης, είτε απορρέουν από νέες δεσμεύσεις που ανέλαβε ο οφειλέτης είτε από συμβάσεις που εκκρεμούν κατά την έναρξη της διαδικασίας, θεωρούνται ως «χρέη της πτωχευτικής περιουσίας» σε περίπτωση πτώχευσης, εκκαθάρισης ή μεταβίβασης με δικαστική απόφαση. Για να θεωρηθούν οι απαιτήσεις αυτές ως χρέη της πτωχευτικής περιουσίας σε μεταγενέστερες συλλογικές διαδικασίες, πρέπει να υπάρχει στενή σύνδεση μεταξύ της περάτωσης της διαδικασίας δικαστικής αναδιοργάνωσης και της κίνησης της συλλογικής διαδικασίας (όπως η πτώχευση). Η εν λόγω σύνδεση τεκμαίρεται ότι υφίσταται εάν η συλλογική διαδικασία κινηθεί εντός 12 μηνών από τη λήξη της δικαστικής αναδιοργάνωσης.
Διανομή της αποζημίωσης: Η αποζημίωση που ζητείται από τον πιστωτή λόγω της καταγγελίας της σύμβασης ή της μη εκτέλεσής της διανέμεται αναλογικά ανάλογα με τη σχέση του με την περίοδο πριν ή μετά την έναρξη της διαδικασίας δικαστικής αναδιοργάνωσης. Αυτό σημαίνει ότι, εάν μια σύμβαση καταγγελθεί κατά τη διάρκεια της διαδικασίας αναδιοργάνωσης, το μέρος της αποζημίωσης που σχετίζεται με την περίοδο μετά την έναρξη της αναδιοργάνωσης αντιμετωπίζεται διαφορετικά από εκείνο που αφορά την προηγούμενη περίοδο.
Προτεραιότητα πληρωμής των περιουσιακών στοιχείων που βαρύνονται με εμπράγματα δικαιώματα: Οι απαιτήσεις που απορρέουν από οφέλη τα οποία έχουν συμβάλει στη διατήρηση της ασφάλειας ή της κυριότητας (όπως περιουσιακά στοιχεία επί των οποίων ο πιστωτής έχει εμπράγματο δικαίωμα) έχουν προτεραιότητα στην πληρωμή. Αυτό σημαίνει ότι τα έσοδα από την πώληση των εν λόγω περιουσιακών στοιχείων χρησιμοποιούνται κατά προτεραιότητα για την εξόφληση αυτών των συγκεκριμένων απαιτήσεων.
12 Ποιοι είναι οι κανόνες που διέπουν την αναγγελία, την εξέλεγξη και την τελική επαλήθευση των απαιτήσεων;
1. Πτώχευση
Στο πλαίσιο της πτωχευτικής διαδικασίας, η απόφαση που κηρύσσει την πτώχευση δημοσιεύεται με διάφορα μέσα (Τύπος, καταχώριση στο εμποροδικείο), ώστε οι δανειστές του πτωχεύσαντος οφειλέτη να λάβουν γνώση της κατάστασης και να παρουσιαστούν (άρθρο 472 του εμπορικού κώδικα).
Οι πιστωτές πρέπει στη συνέχεια να προβούν σε αναγγελία των απαιτήσεών τους στη γραμματεία του εμπορικού τμήματος του αρμόδιου πρωτοδικείου και να καταθέσουν τα δικαιολογητικά τους (άρθρο 496 του εμπορικού κώδικα).
Σχετικό έντυπο που επιτρέπει στους πιστωτές να προβούν στην αναγγελία της απαίτησής τους διατίθεται ηλεκτρονικά στην ακόλουθη διεύθυνση: https://justice.public.lu/fr/creances/declaration-creance.html
Οι απαιτήσεις επαληθεύονται από τον σύνδικο που είναι επιφορτισμένος με την εκκαθάριση της πτώχευσης και μπορούν να αμφισβητηθούν από αυτόν (άρθρο 500 του εμπορικού κώδικα).
Οποιαδήποτε αναγγελθείσα απαίτηση αμφισβητηθεί παραπέμπεται στο δικαστήριο.
Ωστόσο, εάν, λόγω της φύσης τους, οι διαφορές εμπίπτουν στην αρμοδιότητα δικαστηρίου διαφορετικού από το εμπορικό τμήμα του αρμόδιου πρωτοδικείου αναπέμπονται στο δικαστήριο που είναι αρμόδιο να εκδικάσει την ουσία της υπόθεσης. Εν τω μεταξύ, το εμπορικό τμήμα του αρμόδιου πρωτοδικείου παραμένει αρμόδιο, σύμφωνα με το άρθρο 504, για τον καθορισμό του ποσού έως το οποίο ο πιστωτής του οποίου η απαίτηση αμφισβητείται μπορεί να συμμετέχει στις συζητήσεις.
2. Δικαστική αναδιοργάνωση
Ο οφειλέτης πρέπει να επισυνάψει στην αίτησή του πλήρη κατάλογο των πιστωτών των οποίων οι απαιτήσεις δεν έχουν ικανοποιηθεί, είτε αυτές έχουν επαληθευτεί είτε όχι, αναφέροντας το όνομα, τη διεύθυνση και το ποσό της απαίτησής τους, και κάνοντας ειδική μνεία της τυχόν ιδιότητας του προνομιούχου πιστωτή του οποίου οι απαιτήσεις δεν έχουν ικανοποιηθεί, καθώς και των περιουσιακών στοιχείων, είτε κινητών που βαρύνονται με εμπράγματη ασφάλεια, είτε ακινήτων που βαρύνονται με υποθήκη ή που ανήκουν στον πιστωτή.
Υποχρέωση γνωστοποίησης: Ο οφειλέτης πρέπει να ενημερώσει κάθε πιστωτή ατομικά για την απόφαση εντός 14 ημερών από την έκδοση της απόφασης. Με τον τρόπο αυτόν εξασφαλίζεται ότι όλοι οι πιστωτές γνωρίζουν την κατάσταση και μπορούν να ενεργούν αναλόγως.
Εξέταση του καταλόγου των πιστωτών: Οι πιστωτές έχουν δικαίωμα να συμβουλεύονται τον κατάλογο των πιστωτών που έχει κατατεθεί στη γραμματεία, σύμφωνα με τους κανόνες που προβλέπονται στη νομοθεσία. Ο κατάλογος αυτός περιέχει λεπτομέρειες για όλες τις απαιτήσεις κατά της εταιρείας, παρέχοντας τη δυνατότητα στους πιστωτές να επαληθεύσουν τη θέση τους.
Δικαίωμα προσφυγής: Κάθε πιστωτής ή επικαλούμενος την ιδιότητα του πιστωτή μπορεί να αμφισβητήσει το ποσό ή την κατάταξη της απαίτησής του όπως δηλώνεται από τον οφειλέτη. Στο δικαίωμα αυτό περιλαμβάνεται η αμφισβήτηση της τάξης (τακτικής ή έκτακτης) στην οποία έχει υπαχθεί ο πιστωτής από τον οφειλέτη.
Διαδικασία επίλυσης διαφορών: Εάν ο πιστωτής και ο οφειλέτης δεν καταλήξουν σε συμφωνία, η διαφορά μπορεί να παραπεμφθεί στο δικαστήριο που κίνησε τη διαδικασία δικαστικής αναδιοργάνωσης.
Τροποποίηση των απαιτήσεων: Το δικαστήριο μπορεί, κατόπιν κοινής αίτησης του πιστωτή και του οφειλέτη, να τροποποιήσει το ποσό ή την κατάταξη της απαίτησης που είχε καθοριστεί αρχικά από τον οφειλέτη. Η εν λόγω απόφαση κοινοποιείται στον πιστωτή από τη γραμματεία.
Προθεσμία για την προσφυγή: Εάν ο πιστωτής δεν προσφύγει ενώπιον του δικαστηρίου έναν μήνα πριν από την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, θεωρείται ότι αποδέχεται το προτεινόμενο από τον οφειλέτη ποσό και μπορεί να ψηφίσει μόνο μέχρι του ποσού αυτού.
Διαφορά σχετικά με τον κατάλογο των πιστωτών: Κάθε απαίτηση που έχει ανασταλεί και περιλαμβάνεται στον επίσημο κατάλογο των απαιτήσεων μπορεί να αμφισβητηθεί από οποιοδήποτε ενδιαφερόμενο μέρος. Η αγωγή στρέφεται κατά του οφειλέτη και του πιστωτή του οποίου η απαίτηση αμφισβητείται. Το δικαστήριο, μετά από έκθεση του εντεταλμένου δικαστή, ακούει τα ενδιαφερόμενα μέρη και αποφαίνεται επί της διαφοράς.
Αρμοδιότητα του δικαστηρίου: Εάν η διαφορά υπερβαίνει τη δικαιοδοσία του δικαστηρίου που είναι αρμόδιο για την αναδιοργάνωση, το τελευταίο μπορεί να καθορίσει προσωρινά το ποσό και την κατάσταση της απαίτησης για πράξεις δικαστικής αναδιοργάνωσης, εν αναμονή της απόφασης του αρμόδιου δικαστηρίου επί της ουσίας της υπόθεσης. Εάν η απόφαση επί της διαφοράς δεν μπορεί να εκδοθεί γρήγορα, το δικαστήριο μπορεί επίσης να καθορίσει προσωρινά το ποσό και την κατάσταση της απαίτησης. Η απόφαση που καθορίζει προσωρινά το ύψος και την κατάσταση της απαίτησης δεν υπόκειται σε έφεση, πράγμα που σημαίνει ότι δεν μπορεί να αμφισβητηθεί.
Τροποποίηση σε περίπτωση ανάγκης: Κατόπιν αιτήματος του οφειλέτη ή του πιστωτή, το δικαστήριο μπορεί, ανά πάσα στιγμή και εφόσον είναι απολύτως αναγκαίο, να τροποποιήσει την απόφασή του σχετικά με το ποσό και την κατάσταση ανασταλείσας απαίτησης, βάσει νέων στοιχείων.
Επικαιροποίηση του καταλόγου των πιστωτών: Ο οφειλέτης πρέπει να διορθώσει ή να συμπληρώσει τον κατάλογο των πιστωτών, αν είναι απαραίτητο, και να τον υποβάλει στη γραμματεία πριν από την προγραμματισμένη επ’ ακροατηρίου συζήτηση. Στη συνέχεια, ο γραμματέας είναι υπεύθυνος για την κοινοποίηση των εν λόγω αλλαγών στους ενδιαφερόμενους πιστωτές.
3. Διαδικασία υπερχρέωσης
Εντός προθεσμίας ενός μήνα από τη δημοσίευση της ανακοίνωσης της συλλογικής ρύθμισης των οφειλών στο μητρώο, οι πιστωτές του υπερχρεωμένου οφειλέτη οφείλουν να αναγγείλουν τις απαιτήσεις τους στην υπηρεσία ενημέρωσης και συμβουλών για θέματα υπερχρέωσης.
Οι αναγγελίες των απαιτήσεων πρέπει να πληρούν τους όρους των άρθρων 6 και 7 του κανονισμού του Μεγάλου Δουκάτου, της 17ης Ιανουαρίου 2014, για την εκτέλεση του νόμου της 8ης Ιανουαρίου 2013 περί υπερχρέωσης (Règlement grand-ducal du 17 janvier 2014 portant exécution de la loi du 8 janvier 2013 concernant le surendettement).
Έντυπο αναγγελίας απαιτήσεων διατίθεται στον ιστότοπο https://justice.public.lu/fr.html στην ακόλουθη διαδικτυακή διεύθυνση: https://justice.public.lu/fr/creances/surendettement.html
Η επιτροπή διαμεσολάβησης εξετάζει το παραδεκτό των αναγγελθεισών απαιτήσεων.
13 Ποιοι είναι οι κανόνες που διέπουν τη διανομή του προϊόντος της ρευστοποίησης των περιουσιακών στοιχείων; Με ποιον τρόπο κατατάσσονται οι απαιτήσεις και τα δικαιώματα των πιστωτών;
Η θεμελιώδης αρχή που διέπει το πτωχευτικό δίκαιο είναι ότι κάθε πιστωτής πρέπει να λάβει μερίδιο ακριβώς ανάλογο προς το ποσό της απαίτησής του.
Ορισμένοι πιστωτές που διαθέτουν προνόμιο ή εμπράγματη ασφάλεια ικανοποιούνται κατά προτίμηση.
Οι εξασφαλισμένοι πιστωτές κατατάσσονται κατά σειρά προτεραιότητας που ρυθμίζεται με διατάξεις αναγκαστικού δικαίου (εκμισθωτές ακινήτων, ενυπόθηκοι δανειστές, δανειστές με ενέχυρο επί του συνόλου της επιχείρησης και κυρίως το δημόσιο υπό ευρεία έννοια).
Κατά γενικό κανόνα, ο σύνδικος ανατρέχει στα άρθρα 2096 έως 2098, 2101 και 2102 του αστικού κώδικα (Code civil).
Ο σύνδικος πρέπει να επαληθεύσει κάθε απαίτηση ξεχωριστά, ανατρέχοντας στις νομοθετικές διατάξεις και τη νομολογία.
Το καθαρό ενεργητικό προς διανομή μεταξύ των εγχειρόγραφων πιστωτών διανέμεται αναλογικά σύμφωνα με το άρθρο 561 πρώτο εδάφιο του εμπορικού κώδικα.
Όταν ο σύνδικος γνωρίζει το ποσό των αμοιβών που έχει καθορίσει το δικαστήριο, έχει κατατάξει τους εξασφαλισμένους πιστωτές κατά σειρά προτεραιότητας και γνωρίζει το υπολειπόμενο ποσό προς διανομή μεταξύ των μη εξασφαλισμένων πιστωτών, καταρτίζει σχέδιο διανομής του ενεργητικού, το οποίο υποβάλλει κατά πρώτον στον εισηγητή-δικαστή. Σύμφωνα με το άρθρο 533 του εμπορικού κώδικα, ο σύνδικος προσκαλεί όλους τους πιστωτές στην απόδοση λογαριασμού με συστημένη επιστολή και επισυνάπτει στην πρόσκληση αντίγραφο του σχεδίου διανομής του ενεργητικού.
Ο πτωχεύσας πρέπει να προσκληθεί με κλήση από δικαστικό επιμελητή, διαφορετικά με δημοσίευμα σε εφημερίδα του Λουξεμβούργου.
Σε περίπτωση που η απόδοση λογαριασμού του συνδίκου δεν αμφισβητηθεί από πιστωτή, ο σύνδικος υποβάλλει το πρακτικό της απόδοσης λογαριασμού, το οποίο καταρτίζεται στη βάση του σχεδίου διανομής του ενεργητικού, στον εισηγητή-δικαστή και στον γραμματέα για υπογραφή.
Με την απόδοση λογαριασμού, ο σύνδικος πληρώνει τους πιστωτές.
14 Ποιες είναι οι προϋποθέσεις και τα αποτελέσματα της περάτωσης της διαδικασίας αφερεγγυότητας (ιδίως διά πτωχευτικού συμβιβασμού);
1. Πτώχευση
Σε περίπτωση πτώχευσης, όταν έχουν πραγματοποιηθεί οι πληρωμές, ο σύνδικος μπορεί να υποβάλει αίτημα περάτωσης, επί του οποίου εκδίδεται η απόφαση περάτωσης, η οποία, όπως δηλώνει το όνομά της, περατώνει τη διαδικασία πτώχευσης.
Σύμφωνα με το άρθρο 586 του εμπορικού κώδικα, πτωχεύσας ο οποίος έχει εξοφλήσει πλήρως, κατά κεφάλαιο, τόκους και έξοδα, όλες τις οφειλές του, μπορεί να αποκατασταθεί, βάσει σχετικής αίτησης στο Ανώτατο Δικαστήριο (Cour supérieure de justice).
2. Δικαστική αναδιοργάνωση
Η διαδικασία δικαστικής αναδιοργάνωσης με συλλογική συμφωνία μπορεί να περατωθεί υπό διάφορες προϋποθέσεις, συνήθως ανάλογα με την επιτυχία ή την αποτυχία της αναδιοργάνωσης. Οι βασικές προϋποθέσεις είναι οι ακόλουθες:
Πλήρης εφαρμογή του σχεδίου αναδιοργάνωσης: Η διαδικασία μπορεί να περατωθεί με την επιτυχή εφαρμογή του σχεδίου δικαστικής αναδιοργάνωσης. Αυτό σημαίνει ότι τα μέτρα που προβλέφθηκαν για την αναδιάρθρωση της εταιρείας και την εξόφληση των πιστωτών έχουν εφαρμοστεί σύμφωνα με το σχέδιο που εγκρίθηκε από το δικαστήριο και έγινε αποδεκτό από τους πιστωτές.
Μη εκτέλεση ή αποτυχία του σχεδίου: Εάν το σχέδιο αναδιοργάνωσης δεν μπορεί να εφαρμοστεί ή εάν η εταιρεία δεν τηρήσει τις δεσμεύσεις που ανέλαβε στο πλαίσιο του εν λόγω σχεδίου, η διαδικασία δικαστικής αναδιοργάνωσης μπορεί να περατωθεί. Στην εν λόγω περίπτωση, η διαδικασία μπορεί να μετατραπεί σε διαδικασία εκκαθάρισης, εάν η οικονομική κατάσταση της εταιρείας δεν καθιστά δυνατή τη συνέχιση της λειτουργίας της.
Ανάκληση ή παύση της διαδικασίας από τον οφειλέτη: Ο οφειλέτης μπορεί να ζητήσει την περάτωση της διαδικασίας αναδιοργάνωσης, εάν θεωρεί ότι η συνέχιση της διαδικασίας δεν είναι πλέον αναγκαία ή ότι έχει κατορθώσει να αποκαταστήσει την οικονομική του κατάσταση χωρίς να χρειάζεται να συνεχίσει τη διαδικασία.
Πλήρης εξόφληση των πιστωτών: Η περάτωση είναι επίσης δυνατή εάν ο οφειλέτης είναι σε θέση να εξοφλήσει πλήρως τους πιστωτές που συμμετέχουν στη διαδικασία, συμπεριλαμβανομένων των απαιτήσεων που γεννήθηκαν πριν και μετά την έναρξη της διαδικασίας αναδιοργάνωσης.
Έλλειψη προοπτικών αναδιοργάνωσης: Εάν, κατόπιν ανάλυσης, καταστεί προφανές ότι η εταιρεία δεν μπορεί να αναδιοργανωθεί, το δικαστήριο μπορεί να αποφασίσει την περάτωση της διαδικασίας προκειμένου να κινήσει διαδικασία εκκαθάρισης.
Αποτελέσματα της περάτωσης της διαδικασίας δικαστικής αναδιοργάνωσης
Η περάτωση της διαδικασίας δικαστικής αναδιοργάνωσης έχει διάφορες νομικές και οικονομικές συνέπειες τόσο για τον οφειλέτη όσο και για τους πιστωτές:
Άρση των μέτρων αναστολής: Η περάτωση της διαδικασίας θέτει τέλος στα μέτρα προστασίας του οφειλέτη, όπως η αναστολή των ατομικών διώξεων και η απαγόρευση των κατασχέσεων. Στη συνέχεια, οι πιστωτές ανακτούν το δικαίωμά τους να εναγάγουν ατομικά τον οφειλέτη για την είσπραξη των απαιτήσεών τους, με την επιφύλαξη τυχόν συμφωνιών ή αναστολής που έχουν συναφθεί στο πλαίσιο του σχεδίου αναδιοργάνωσης.
Επιστροφή του ελέγχου: Εάν η διοίκηση της εταιρείας είχε ανατεθεί σε προσωρινό διαχειριστή, η περάτωση της διαδικασίας συνεπάγεται την επιστροφή του ελέγχου στον οφειλέτη.
Λήξη των αποτελεσμάτων του σχεδίου αναδιοργάνωσης: Εάν το σχέδιο αναδιοργάνωσης έχει εφαρμοστεί πλήρως, η περάτωση επιβεβαιώνει ότι έχουν τηρηθεί οι δεσμεύσεις που αναλήφθηκαν στο πλαίσιο του σχεδίου αναδιοργάνωσης και ότι οι πιστωτές τους οποίους αφορά το σχέδιο δεν μπορούν πλέον να απαιτήσουν οποιαδήποτε πρόσθετη πληρωμή όσον αφορά τις απαιτήσεις που διευθετήθηκαν στο πλαίσιο της διαδικασίας.
15 Ποια είναι τα δικαιώματα των πιστωτών μετά την περάτωση της διαδικασίας αφερεγγυότητας;
1. Πτώχευση
Μετά την περάτωση της διαδικασίας αφερεγγυότητας, οι πιστωτές λαμβάνουν, σε περίπτωση ύπαρξης ενεργητικού, είτε το πλήρες ποσό της απαίτησής τους είτε ποσοστό του ποσού της απαίτησής τους, ανάλογα με την περίπτωση, σύμφωνα με τους όρους της διανομής που ορίζονται στην απόφαση περάτωσης.
Οι πιστωτές μπορούν επίσης να ασκήσουν αγωγή βάσει των άρθρων 1382 και 1383 του αστικού κώδικα, επικαλούμενοι ευθύνη των διαχειριστών του πτωχεύσαντος βάσει του κοινού δικαίου, ή να ασκήσουν αγωγή βάσει των άρθρων 441-9 και 710-16 του νόμου περί εμπορικών εταιρειών (loi sur les sociétés commerciales) (ευθύνη διευθυντών και διαχειριστών κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους).
2. Δικαστική αναδιοργάνωση
Εάν η διαδικασία δικαστικής αναδιοργάνωσης έχει περατωθεί λόγω της επιτυχούς εφαρμογής του σχεδίου αναδιοργάνωσης:
Πληρωμή των απαιτήσεων σύμφωνα με το σχέδιο: Οι πιστωτές διατηρούν το δικαίωμα να λαμβάνουν πληρωμές σύμφωνα με τους όρους του σχεδίου αναδιοργάνωσης. Εάν το σχέδιο προβλέπει αναβολές πληρωμών, μειώσεις χρέους ή άλλους όρους, οι πιστωτές πρέπει να συμμορφώνονται με τις εν λόγω διατάξεις.
Είσπραξη των ανεξόφλητων απαιτήσεων: Εάν το σχέδιο δεν πρόβλεπε πλήρη απαλλαγή από την απαίτηση, οι πιστωτές μπορούν να συνεχίσουν να ανακτούν τα ανεξόφλητα ποσά σύμφωνα με το χρονοδιάγραμμα που ορίζεται στο σχέδιο αναδιοργάνωσης.
Περιορισμένη έννομη προστασία: Οι πιστωτές που αποδέχθηκαν ή εξαναγκάστηκαν με την απόφαση του δικαστηρίου να αποδεχθούν το σχέδιο δεν μπορούν να εναγάγουν τον οφειλέτη για το ποσό των απαιτήσεων που διαγράφηκε ή μειώθηκε βάσει του σχεδίου. Μπορούν να διεκδικήσουν μόνο ό,τι προβλέπεται στο σχέδιο.
Δικαιώματα σε περίπτωση αποτυχίας της αναδιοργάνωσης και μετατροπής σε εκκαθάριση
Εάν η διαδικασία αναδιοργάνωσης έχει περατωθεί λόγω αποτυχίας του σχεδίου και μετατροπής σε εκκαθάριση:
Συμμετοχή στην εκκαθάριση: Οι πιστωτές μετά τη μετατροπή έχουν το δικαίωμα συμμετοχής στη διαδικασία εκκαθάρισης. Πρέπει να αναγγείλουν τις απαιτήσεις τους στο πλαίσιο της νέας αυτής διαδικασίας, εάν δεν το έχουν ήδη πράξει.
Κατάταξη των απαιτήσεων: Οι απαιτήσεις κατατάσσονται και ικανοποιούνται σύμφωνα με τον βαθμό προτεραιότητας, τηρουμένων των προνομίων και των εγγυήσεων. Οι εξασφαλισμένοι πιστωτές, όπως οι ενυπόθηκοι πιστωτές και οι εργαζόμενοι, πληρώνονται κατά προτεραιότητα από το προϊόν της εκκαθάρισης των περιουσιακών στοιχείων.
16 Πού καταλογίζονται το κόστος και οι δαπάνες της διαδικασίας αφερεγγυότητας;
1. Πτώχευση
Τα έξοδα της αίτησης πτώχευσης εντάσσονται στα έξοδα της πτωχευτικής περιουσίας.
Δεδομένου ότι πρόκειται για έξοδα που πραγματοποιήθηκαν προς το συμφέρον της πτωχευτικής διαδικασίας, τα έξοδα αυτά καταβάλλονται από την πτωχευτική περιουσία πριν ο σύνδικος διανείμει το υπόλοιπο ενεργητικό στους διάφορους πιστωτές.
Ο νόμος, της 29ης Μαρτίου 1893, σχετικά με τη δικαστική συνδρομή και τη διαδικασία ελλείμματος (loi du 29 mars 1893 concernant l’assistance judiciaire et la procédure en débet) καθορίζει στα άρθρα 1 και 2 τα διάφορα έξοδα που μπορεί να προκύψουν από τις διατυπώσεις που απαιτούνται για την διαδικασία αφερεγγυότητας και ρυθμίζει τη σειρά καταβολής τους σε περίπτωση ανεπάρκειας του ενεργητικού.
Το αρμόδιο πρωτοδικείο καθορίζει τις αμοιβές του συνδίκου βάσει του κανονισμού του Μεγάλου Δουκάτου της 18ης Ιουλίου 2003 (règlement grand-ducal du 18 juillet 2003).
Ο σύνδικος πρέπει να υποβάλει κατάσταση εξόδων και αμοιβών στο εμπορικό τμήμα του αρμόδιου πρωτοδικείου με βάση τα περιουσιακά στοιχεία που έχουν ανακτηθεί.
Το άρθρο 536-1 του εμπορικού κώδικα προβλέπει στο δεύτερο εδάφιό του ότι τα έξοδα και οι αμοιβές για τις πτωχεύσεις που περατώνονται λόγω ανεπάρκειας ενεργητικού καταβάλλονται από την Υπηρεσία Έμμεσων Φόρων (Administration de l’Enregistrement) υπό τους όρους που καθορίζονται με τον νόμο, της 29ης Μαρτίου 1893, σχετικά με τη δικαστική συνδρομή και τη διαδικασία ελλείμματος.
2. Δικαστική αναδιοργάνωση
Την κύρια ευθύνη για τα έξοδα και τις δαπάνες της διαδικασίας δικαστικής αναδιοργάνωσης φέρει ο οφειλέτης, δηλαδή η επιχείρηση που βρίσκεται σε οικονομική δυσχέρεια.
Αμοιβές των νόμιμων εκπροσώπων: οι αμοιβές των νόμιμων εκπροσώπων, όπως είναι ο δικαστικός διαχειριστής, ο σύνδικος και ο εκκαθαριστής, καταβάλλονται από τον οφειλέτη. Τα εν λόγω έξοδα καθορίζονται κατά κανόνα από το δικαστήριο και καταβάλλονται κατά κύριο λόγο από τα περιουσιακά στοιχεία του οφειλέτη.
Δικαστικά έξοδα: τα δικαστικά έξοδα, συμπεριλαμβανομένων των εξόδων που συνδέονται με την ακροαματική διαδικασία, τις δικαστικές αποφάσεις και άλλα δικαστικά έξοδα, βαρύνουν επίσης τον οφειλέτη.
17 Ποιοι είναι οι κανόνες που άπτονται της ακυρότητας, της ακυρωσίας ή του ανενεργού των επιβλαβών για όλους τους πιστωτές δικαιοπραξιών;
1. Πτώχευση
Η απόφαση που κηρύσσει την πτώχευση μπορεί να ορίσει ως χρόνο παύσης των πληρωμών του πτωχεύσαντος ημερομηνία προγενέστερη της απόφασης που κηρύσσει την πτώχευση. Εντούτοις, η ημερομηνία αυτή δεν μπορεί να προηγείται της εν λόγω απόφασης περισσότερο από 6 μήνες.
Προκειμένου να διαφυλαχθούν τα συμφέροντα των πιστωτών, η περίοδος μεταξύ της παύσης των πληρωμών και της απόφασης που κηρύσσει την πτώχευση χαρακτηρίζεται ως «ύποπτη περίοδος».
Ορισμένες πράξεις εντός αυτής της περιόδου που θα μπορούσαν να βλάψουν τα συμφέροντα των πιστωτών είναι άκυρες και χωρίς αποτέλεσμα. Τα πρόσωπα που περιλαμβάνονται στον κατάλογο περιλαμβάνουν:
- κάθε πράξη διάθεσης από τον πτωχεύσαντα κινητού ή ακινήτου περιουσιακού στοιχείου από χαριστική αιτία, ή από επαχθή αιτία αν η τιμή διάθεσης είναι προδήλως υπερβολικά χαμηλή σε σχέση με την αξία του εν λόγω περιουσιακού στοιχείου·
- κάθε πληρωμή που έχει πραγματοποιηθεί, είτε με μετρητά είτε σε είδος, με εκχώρηση, συμψηφισμό ή άλλως, για χρέος που δεν ήταν ακόμη ληξιπρόθεσμο·
- κάθε πληρωμή που έχει πραγματοποιηθεί με τρόπο άλλον από την καταβολή μετρητών ή εμπορικών αξιογράφων για χρέος που ήταν ληξιπρόθεσμο·
- κάθε πράξη παραχώρησης από τον οφειλέτη εμπράγματου βάρους ή άλλου εμπράγματου δικαιώματος για χρέος προγενέστερο της παύσης των πληρωμών.
Αντίθετα, άλλες πράξεις δεν είναι αυτοδίκαια άκυρες.
Ορισμένες πληρωμές που πραγματοποιήθηκαν από τον πτωχεύσαντα για ληξιπρόθεσμες οφειλές και όλες οι άλλες επαχθείς δικαιοπραξίες που πραγματοποιήθηκαν κατά τη διάρκεια της ύποπτης περιόδου μπορούν να ακυρωθούν αν αποδειχθεί ότι οι τρίτοι που έλαβαν τις πληρωμές ή που συναλλάχθηκαν με τον πτωχεύσαντα γνώριζαν ότι αυτός τελούσε σε κατάσταση παύσης πληρωμών.
Όταν ένας πιστωτής γνωρίζει ότι ο οφειλέτης του βρίσκεται σε αδυναμία εκπλήρωσης των υποχρεώσεών του, δεν πρέπει να επιδιώκει την προνομιακή ικανοποίησή του σε βάρος της ομάδας των πιστωτών.
Οι υποθήκες και τα προνόμια που έχουν αποκτηθεί εγκύρως μπορούν να εγγραφούν μέχρι την ημέρα της απόφασης που κηρύσσει την πτώχευση. Αντιθέτως, οι εγγραφές που έλαβαν χώρα εντός του δεκαημέρου πριν από την παύση των πληρωμών ή μεταγενέστερα μπορούν να κηρυχθούν άκυρες αν παρήλθαν περισσότερες από 15 ημέρες μεταξύ της ημερομηνίας της πράξης σύστασης της υποθήκης και της ημερομηνίας της εγγραφής.
Τέλος, όλες οι πράξεις ή πληρωμές που έγιναν κατ’ εξαπάτηση των πιστωτών, δηλαδή που πραγματοποιήθηκαν από τον οφειλέτη εν γνώσει της ζημίας που θα προκαλούσε στον πιστωτή (π.χ. μειώνοντας την πτωχευτική περιουσία, παραβιάζοντας τη σειρά κατάταξης των πιστωτών κ.λπ.) θεωρούνται άκυρες, ανεξάρτητα από την ημερομηνία κατά την οποία πραγματοποιήθηκαν.
Ο θεσμός της ύποπτης περιόδου δεν εφαρμόζεται στις συμβάσεις χρηματοοικονομικής εγγύησης, καθώς και στις μελλοντικές απαιτήσεις που έχουν εκχωρηθεί σε οργανισμό τιτλοποίησης.
2. Υπερχρέωση
Ο δικαστής μπορεί, κατά περίπτωση, να διορίσει πρόσωπα επιφορτισμένα να παράσχουν βοήθεια κοινωνική, εκπαιδευτική ή οικονομικής διαχείρισης, προκειμένου να εξασφαλιστεί ότι το μέρος του εισοδήματος του οφειλέτη που δεν προορίζεται για την αποπληρωμή των χρεών του θα χρησιμοποιηθεί για τον σκοπό για τον οποίο προορίζεται.
Κατά την εκπλήρωση της αποστολής τους, τα πρόσωπα αυτά νομιμοποιούνται να λάβουν κάθε μέτρο που αποσκοπεί στην αποτροπή της χρησιμοποίησης του εν λόγω εισοδήματος για σκοπούς άλλους από αυτούς για τους οποίους προορίζεται ή της βλάβης των συμφερόντων του οικογενειακού περιβάλλοντος του οφειλέτη.