Παράκαμψη προς το κυρίως περιεχόμενο

Περιουσιακές σχέσεις των καταχωρισμένων συντρόφων

Flag of Belgium
Βέλγιο
Περιεχόμενο που παρέχεται από
European Judicial Network
(in civil and commercial matters)

1 Υπάρχουν διαφορετικές μορφές σχέσεων «καταχωρισμένης συμβίωσης» στο εν λόγω κράτος μέλος; Εξηγήστε τις διαφορές μεταξύ των διαφόρων μορφών.

Το Βέλγιο έχει μόνο μία μορφή καταχωρισμένης συμβίωσης, η οποία ονομάζεται «wettelijke samenwoning» (νόμιμη συμβίωση). Σε περίπτωση νόμιμης συμβίωσης, καθένας από τους συντρόφους διατηρεί τα περιουσιακά στοιχεία για τα οποία μπορεί να αποδείξει την κυριότητά του. Υπάρχει επίσης κοινή περιουσία, δηλαδή περιουσιακά στοιχεία επί των οποίων κανένας από τους συντρόφους δεν μπορεί να αποδείξει την κυριότητά του (άρθρο 1478 παράγραφοι 1 και 2 του παλαιού αστικού κώδικα).

2 Υπάρχει στο εν λόγω κράτος μέλος προβλεπόμενο από τον νόμο σύστημα περιουσιακών σχέσεων των καταχωρισμένων συντρόφων; Τι προβλέπει; Σε ποιες μορφές σχέσης «καταχωρισμένης συμβίωσης» εφαρμόζεται;

Όταν δύο άτομα που συγκατοικούν υποβάλλουν δήλωση νόμιμης συμβίωσης ενώπιον του ληξιαρχείου του δήμου τους, καθίστανται καταχωρισμένοι σύντροφοι. Η δήλωση νόμιμης συμβίωσης υποβάλλεται εγγράφως στον ληξίαρχο του τόπου κοινής κατοικίας τους, ο οποίος βεβαιώνει την παραλαβή της εν λόγω δήλωσης Για να προβούν σε τέτοια δήλωση, οι σύντροφοι πρέπει να είναι ενήλικες και να διαθέτουν δικαιοπρακτική ικανότητα. Οι σύντροφοι οφείλουν να μην έχουν ήδη παντρευτεί ή να μην έχουν ήδη προβεί σε δήλωση νόμιμης συμβίωσης (άρθρο 1475 του παλαιού αστικού κώδικα).

Η νόμιμη συμβίωση δημιουργεί ορισμένα δικαιώματα και υποχρεώσεις που δεν μπορούν να τροποποιηθούν με αμοιβαία συμφωνία. Πρώτον, η οικογενειακή εστία και η οικοσκευή προστατεύονται: ο ιδιοκτήτης της οικογενειακής κατοικίας δεν μπορεί να τις πωλήσει ή να τις επιβαρύνει με υποθήκη χωρίς τη συγκατάθεση του άλλου συντρόφου. Δεύτερον, αμφότεροι οι σύντροφοι υποχρεούνται να συνεισφέρουν στο κόστος της συμβίωσης ανάλογα με το ύψος του αντίστοιχου εισοδήματός τους. Τέλος, αμφότεροι οι σύντροφοι ευθύνονται αλληλεγγύως και εις ολόκληρον για τις ενδεχόμενες οφειλές που προκύπτουν κατά τη διάρκεια της συμβίωσης ή σε σχέση με την ανατροφή των παιδιών που ζουν στην οικογενειακή εστία.

3 Πώς μπορούν οι καταχωρισμένοι σύντροφοι να ρυθμίσουν τις περιουσιακές σχέσεις τους; Ποιες είναι οι τυπικές προϋποθέσεις στην περίπτωση αυτή;

Τα πρόσωπα που συμβιώνουν νόμιμα μπορούν να οργανώσουν τη συμβίωση τους μέσω συμφωνίας γνωστής ως samenlevingsovereenkomst (σύμφωνο συμβίωσης). Σύμφωνα με το άρθρο 1478 παράγραφος 4, του παλαιού αστικού κώδικα, οι συμφωνίες αυτές πρέπει να καταρτίζονται με συμβολαιογραφική πράξη.

Καταρχήν, καθένας από τους νόμιμους συντρόφους διατηρεί τα δικά του περιουσιακά στοιχεία. Τα εν λόγω περιουσιακά στοιχεία παραμένουν χωριστά. Ως εκ τούτου, κάθε σύντροφος διατηρεί τα περιουσιακά στοιχεία που κατέχει κατά την έναρξη της συμβίωσης και εκείνα τα στοιχεία των οποίων την κυριότητα μπορεί να αποδείξει. Επιπλέον, κάθε σύντροφος διατηρεί τυχόν εισόδημα από τα προαναφερθέντα περιουσιακά στοιχεία και τυχόν εισόδημα από εργασία ή αναπλήρωση εισοδήματος.

Όλα τα άλλα περιουσιακά στοιχεία θεωρούνται ότι ανήκουν και στους δύο συντρόφους, βάσει του νομικού τεκμηρίου του αδιαίρετου. Κάθε σύντροφος θεωρείται ότι κατέχει ίσο μερίδιο των εν λόγω αδιαίρετων περιουσιακών στοιχείων, εκτός εάν έχει συμφωνηθεί διαφορετικά και έχει αποδειχθεί δεόντως.

4 Υπάρχουν περιορισμοί στην ελευθερία καθορισμού των περιουσιακών σχέσεων;

Οι σύντροφοι που συμβιώνουν νόμιμα δεν έχουν απεριόριστη ελευθερία να ρυθμίζουν τις περιουσιακές τους σχέσεις. Δεν μπορούν να αποκλίνουν από τους κανόνες για την προστασία της οικογενειακής εστίας και από τους κανόνες σχετικά με τις αναλογικές εισφορές στα έξοδα συμβίωσης. Ωστόσο, μέσω συμφώνου συμβίωσης μπορούν να επεκτείνουν σε περιορισμένο βαθμό τα μεταξύ τους δικαιώματα. Η συμφωνία αυτή δεν μπορεί να περιορίζει την ατομική ελευθερία των συντρόφων και οι σύντροφοι πρέπει να τηρούν τους κανόνες σχετικά με τη γονική μέριμνα. Οι σύντροφοι δεν μπορούν επίσης να ρυθμίζουν τα κληρονομικά δικαιώματα μέσω συμφώνου συμβίωσης. Εάν επιθυμούν να εκχωρήσουν ο ένας στον άλλον (μεγαλύτερο) κληρονομικό δικαίωμα, μπορούν, για παράδειγμα, να συντάξουν διαθήκη.

5 Ποιες είναι οι έννομες συνέπειες της λύσης ή της ακύρωσης της σχέσης καταχωρισμένης συμβίωσης στις περιουσιακές σχέσεις των καταχωρισμένων συντρόφων;

Η νόμιμη συμβίωση μπορεί να λυθεί με γραπτή δήλωση που υποβάλλεται με κοινή συναίνεση των νόμιμων συντρόφων ή μονομερώς από έναν εξ αυτών στον ληξίαρχο του δήμου στον οποίο κατοικούν αμφότεροι οι διάδικοι ή κατοικεί ένας εξ αυτών. Επιπλέον, λύεται όταν ένας από τους δύο συντρόφους πεθάνει ή όταν οι σύντροφοι παντρεύονται μεταξύ τους.

Καταρχήν, κάθε σύντροφος διατηρεί τα δικά του περιουσιακά στοιχεία. Κάθε σύντροφος διατηρεί τα περιουσιακά στοιχεία που κατέχει κατά την έναρξη της συμβίωσης και εκείνα τα στοιχεία των οποίων την κυριότητα μπορεί να αποδείξει. Εάν υπάρχουν πιστωτές, ένα τιμολόγιο ως απόδειξη κυριότητας μπορεί να προστατεύσει από τυχόν κατάσχεση την περιουσία του συντρόφου που δεν είναι οφειλέτης. Κάθε σύντροφος διατηρεί το εισόδημά του από εργασία ή το εισόδημα αντικατάστασης και οτιδήποτε άλλο θεωρείται ότι ανήκει εξ αδιαιρέτου και στους δύο. Κάθε σύντροφος θεωρείται ότι κατέχει ίσο μερίδιο των εν λόγω αδιαίρετων περιουσιακών στοιχείων, εκτός εάν έχει συμφωνηθεί διαφορετικά και έχει αποδειχθεί δεόντως.

6 Ποιες είναι οι συνέπειες του θανάτου ενός εκ των συντρόφων στις περιουσιακές σχέσεις των καταχωρισμένων συντρόφων;

Σε περίπτωση θανάτου ενός εκ των καταχωρισμένων συντρόφων, o/η επιζών/-ώσα σύντροφος λαμβάνει την επικαρπία του ακινήτου που χρησιμεύει ως κύρια οικογενειακή κατοικία, συμπεριλαμβανομένης της οικοσκευής (άρθρο 4.23 του αστικού κώδικα). Αυτό δεν ισχύει στην περίπτωση μη καταχωρισμένης συμβίωσης.

Το εν λόγω είδος κληρονομικού δικαιώματος δεν αποτελεί προστατευόμενο κληρονομικό δικαίωμα, όπως στην περίπτωση των έγγαμων ζευγαριών. Αυτό σημαίνει ότι o/η επιζών/-ώσα σύντροφος δεν μπορεί να διεκδικήσει ένα ελάχιστο μερίδιο εάν τα κληρονομικά του/της δικαιώματα θίγονται από ορισμένες δωρεές ή κληροδοτήσεις. Επιπλέον, ο/η σύντροφος μπορεί να ακυρώσει την εν λόγω κληρονομιά τερματίζοντας τη νόμιμη συμβίωση.

Οι σύντροφοι που επιθυμούν να χορηγήσουν ο ένας στον άλλον περισσότερα από την επικαρπία της οικογενειακής κατοικίας και της οικοσκευής μπορούν να προβούν στην κατάρτιση διαθήκης. Τα ζευγάρια που συγκατοικούν και αγοράζουν κατοικία μπορούν επίσης να προσθέσουν ρήτρα επαύξησης στη σύμβαση αγοραπωλησίας τους. Η εν λόγω ρήτρα θα διασφαλίσει ότι ο σύντροφος που έχει ζήσει περισσότερο θα είναι σε θέση να αποκτήσει την πλήρη κυριότητα της κατοικίας.

7 Ποια αρχή είναι αρμόδια να αποφαίνεται στις υποθέσεις που αφορούν τις περιουσιακές σχέσεις των καταχωρισμένων συντρόφων;

Το δικαστήριο οικογενειακών διαφορών είναι αρμόδιο για θέματα που αφορούν τις συνέπειες των καταχωρισμένων συντροφικών σχέσεων (νόμιμη συμβίωση) όσον αφορά τα δικαιώματα ιδιοκτησίας.

8 Ποιες είναι οι συνέπειες των περιουσιακών σχέσεων των καταχωρισμένων συντρόφων στις νομικές σχέσεις μεταξύ καταχωρισμένου συντρόφου και τρίτων;

Ο έτερος σύντροφος ευθύνεται επίσης αλληλεγγύως και εις ολόκληρον για τυχόν οφειλή που έχει αναλάβει ένας εκ των καταχωρισμένων συντρόφων σε σχέση με τη συγκατοίκηση και τα παιδιά που ανατρέφουν (άρθρο 1477 παράγραφος 4, του παλαιού αστικού κώδικα). Αυτό δεν ισχύει στην περίπτωση μη καταχωρισμένης συμβίωσης.

9 Σύντομη περιγραφή της διαδικασίας εκκαθάρισης των περιουσιακών σχέσεων των καταχωρισμένων συντρόφων, συμπεριλαμβανομένων του καταμερισμού, της διανομής και της ρευστοποίησης της περιουσίας, στο εν λόγω κράτος μέλος.

Καταρχήν, κάθε σύντροφος διατηρεί τα δικά του περιουσιακά στοιχεία.

Τυχόν αδιαίρετα περιουσιακά στοιχεία μπορούν να ρευστοποιηθούν και να διανεμηθούν με κοινή συναίνεση. Εάν οι σύντροφοι δεν μπορούν να καταλήξουν σε συμφωνία, ο συμβολαιογράφος εκκαθαριστής που είχε οριστεί προηγουμένως από το δικαστήριο οικογενειακών διαφορών συντάσσει έκθεση την οποία οι διάδικοι μπορούν να εγκρίνουν. Εάν δεν την εγκρίνουν, θα πρέπει να υποβάλουν επίσημη ένσταση. Στη συνέχεια, το δικαστήριο οικογενειακών διαφορών μπορεί να εκδώσει απόφαση με την οποία εγκρίνει το σχέδιο έκθεσης για τη διανομή των περιουσιακών στοιχείων και απορρίπτει τις ενστάσεις ή κρίνει ότι οι ενστάσεις είναι βάσιμες (εν όλω ή εν μέρει). 

10 Ποια είναι η διαδικασία και τα έγγραφα ή οι πληροφορίες που απαιτούνται κατά κανόνα για την καταχώριση ακίνητης περιουσίας;

Απαιτείται η μεταγραφή τους με συμβολαιογραφική πράξη στο μητρώο που τηρείται από την αρμόδια υπηρεσία της Γενικής Διοίκησης Τεκμηρίωσης Περιουσιολογίου (Algemene Administratie van de Patrimoniumdocumentatie).

Σε αυτή τη σελίδα αναφέρετε τυχόν τεχνικό πρόβλημα/πρόβλημα περιεχομένου ή διατυπώστε σχόλια