Παράκαμψη προς το κυρίως περιεχόμενο

Ευρωπαϊκή διαταγή πληρωμής

Flag of Romania
Ρουμανία
Περιεχόμενο που παρέχεται από
European Judicial Network
(in civil and commercial matters)

1 Ύπαρξη διαδικασίας διαταγής πληρωμής

Η διαδικασία της έκδοσης διαταγής πληρωμής περιγράφεται στα άρθρα 1014-1025 του νέου Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, που τέθηκε σε ισχύ στις 15 Φεβρουαρίου 2013.

1.1 Πεδίο εφαρμογής της διαδικασίας

1.1.1 Τι είδους απαιτήσεις γίνονται δεκτές (π.χ. μόνο χρηματικές απαιτήσεις, μόνο συμβατικές απαιτήσεις κλπ);

Η διαδικασία της έκδοσης διαταγής πληρωμής ισχύει για απαιτήσεις που αντιστοιχούν σε βεβαιωμένες υποχρεώσεις πληρωμής συγκεκριμένων χρηματικών ποσών βάσει συμφωνιών που διέπονται από το αστικό δίκαιο, περιλαμβανομένων των συμβάσεων μεταξύ επαγγελματία και αναθέτουσας αρχής που πιστοποιούνται με έγγραφο ή συνάπτονται βάσει νόμου, κανονισμού ή άλλου εγγράφου, το οποίο πιστοποιείται από τους διαδίκους με υπογραφή ή με άλλα μέσα που επιτρέπει ο νόμος. Δεν περιλαμβάνονται οι απαιτήσεις ομαδικών πιστωτών στο πλαίσιο διαδικασίας αφερεγγυότητας.

1.1.2 Υπάρχει ανώτατο όριο για την αξία της απαίτησης;

Όχι.

1.1.3 Η χρησιμοποίηση αυτής της διαδικασίας είναι προαιρετική ή υποχρεωτική;

Η διαδικασία της έκδοσης διαταγής πληρωμής είναι προαιρετική και το ενδιαφερόμενο μέρος μπορεί να ασκήσει αγωγή στο δικαστήριο βάσει του κοινού δικαίου.

Η διαδικασία της έκδοσης διαταγής πληρωμής συνιστά ειδική διαδικασία, η οποία είναι κατά πολύ απλούστερη από τη διαδικασία που ορίζει το κοινό δίκαιο και επιτρέπει στον πιστωτή να αποκτήσει εκτελεστό τίτλο βάσει προϋποθέσεων που διαφέρουν από όσες ορίζονται στον Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας.

Επίσης, αν η αντίρρηση του οφειλέτη στην αίτηση της έκδοσης διαταγής πληρωμής είναι δικαιολογημένη, το δικαστήριο μπορεί να αρνηθεί την αίτηση του πιστωτή με τελεσίδικη απόφαση.

Ο πιστωτής μπορεί να καταθέσει αγωγή βάσει του κοινού δικαίου, εάν: το δικαστήριο απορρίψει την αίτηση έκδοσης διαταγής πληρωμής, το δικαστήριο εκδώσει διαταγή πληρωμής για μέρος των απαιτήσεων, οπότε μπορεί να κατατεθεί αγωγή βάσει του κοινού δικαίου προκειμένου ο οφειλέτης να υποχρεωθεί να πληρώσει την εναπομένουσα οφειλή· αν ακυρώθηκε η διαταγή πληρωμής.

1.1.4 Η διαδικασία μπορεί να εφαρμοστεί όταν ο εναγόμενος κατοικεί σε άλλο κράτος μέλος ή σε τρίτη χώρα;

Ναι. Ο νέος Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας δεν κάνει διάκριση με βάση τον τόπο κατοικίας του καθ’ ου, και η διαδικασία της έκδοσης διαταγής πληρωμής εφαρμόζεται ανεξάρτητα από το κατά πόσον ο καθ’ ου κατοικεί σε άλλο κράτος μέλος ή σε τρίτη χώρα.

1.2 Αρμόδιο δικαστήριο

Η αίτηση της έκδοσης διαταγής πληρωμής μπορεί να κατατεθεί στο δικαστήριο που είναι αρμόδιο να κρίνει την ουσία της υπόθεσης σε πρώτο βαθμό. Στην περίπτωση της διαταγής πληρωμής, ο δικαστής ελέγχει αυτεπαγγέλτως την αρμοδιότητα του δικαστηρίου.

Η αρμοδιότητα εκδίκασης των αιτήσεων έκδοσης διαταγής πληρωμής ορίζεται σύμφωνα με τους γενικούς κανόνες που ρυθμίζουν την αρμοδιότητα των δικαστηρίων.

Οι απαιτήσεις που αποτιμώνται σε χρηματικό ποσό έως 200 000 RON (λέου Ρουμανίας) εμπίπτουν στην αρμοδιότητα των ειρηνοδικείων. Οι απαιτήσεις που αποτιμώνται σε χρηματικό ποσό τουλάχιστον 200 000 RON (λέου Ρουμανίας) εμπίπτουν στην αρμοδιότητα των πρωτοδικείων.

Ο κανόνας της αρμοδιότητας στην ειδική διαδικασία των διαταγών πληρωμής συμπληρώνεται από τους γενικούς κανόνες της αρμοδιότητας βάσει της αξίας.

1.3 Τυπικές απαιτήσεις

1.3.1 Είναι υποχρεωτική η χρήση τυποποιημένου εντύπου; (αν ναι, πού μπορεί να το προμηθευτεί κάποιος;)

Δεν υπάρχει υπόδειγμα / τυποποιημένο έντυπο, ωστόσο ο πιστωτής πρέπει να τηρήσει τους ελάχιστους τυπικούς κανόνες κατά την υποβολή της αίτησής του, η οποία πρέπει να περιλαμβάνει συγκεκριμένες λεπτομέρειες, και ειδικότερα: το όνομα και τη διεύθυνσή του ή, ανάλογα με την περίπτωση, την επωνυμία και την έδρα του· το όνομα και την κατοικία του οφειλέτη, αν αυτός είναι φυσικό πρόσωπο, και την επωνυμία και έδρα του οφειλέτη, αν αυτός είναι νομικό πρόσωπο, και, ανάλογα με την περίπτωση, τον αριθμό του πιστοποιητικού καταχώρισης στο εμπορικό μητρώο ή στο μητρώο νομικών προσώπων, τον αριθμό φορολογικού μητρώου και τον τραπεζικό λογαριασμό· τα οφειλόμενα ποσά· τα πραγματικά περιστατικά και τη νόμιμη βάση των υποχρεώσεων πληρωμής, την περίοδο αναφοράς τους, την προθεσμία πληρωμής και κάθε άλλο αναγκαίο στοιχείο για τη στοιχειοθέτηση της απαίτησης.

Η αίτηση πρέπει, επίσης, να περιλαμβάνει τη σύμβαση ή οποιοδήποτε άλλο έγγραφο από το οποίο προκύπτουν τα οφειλόμενα ποσά, καθώς και απόδειξη για την επίδοση της διαταγής πληρωμής στον οφειλέτη. Ο πιστωτής πρέπει να επιδώσει στον οφειλέτη τη διαταγή με δικαστικό επιμελητή ή με συστημένη επιστολή, με δηλωμένο περιεχόμενο και με βεβαίωση παραλαβής, με την οποία ο οφειλέτης καλείται να καταβάλει το οφειλόμενο ποσό εντός 15 ημερών από την παραλαβή της επίδοσης. Η εν λόγω διαταγή διακόπτει την προθεσμία παραγραφής.

Η αίτηση και τα επισυναπτόμενα έγγραφα κατατίθενται σε τόσα αντίγραφα όσοι και οι διάδικοι, με ένα επιπλέον αντίγραφο για το δικαστήριο.

1.3.2 Απαιτείται εκπροσώπηση από δικηγόρο;

Όχι, η εκπροσώπηση από δικηγόρο δεν είναι υποχρεωτική, ωστόσο συνιστάται.

1.3.3 Πόσο λεπτομερώς πρέπει να τεκμηριωθεί η απαίτηση;

Ο νόμος ορίζει το ελάχιστο περιεχόμενο των αιτήσεων που κατατίθενται. Ο πιστωτής πρέπει να αναγράφει: το ποσό της απαίτησής του, τα πραγματικά περιστατικά και τη νόμιμη βάση των υποχρεώσεων πληρωμής, την περίοδο αναφοράς τους, την προθεσμία πληρωμής και κάθε άλλο αναγκαίο στοιχείο για τη στοιχειοθέτηση της απαίτησης.

Όσον αφορά τον τοκισμό, εάν οι διάδικοι δεν καθόρισαν το ποσοστό του επιτοκίου υπερημερίας, ισχύει το επιτόκιο αναφοράς που έχει ορίσει η Εθνική Τράπεζα της Ρουμανίας. Το επιτόκιο αναφοράς που ισχύει την πρώτη ημερολογιακή ημέρα του εξαμήνου ισχύει ολόκληρο το εξάμηνο. Η απαίτηση τοκίζεται ως εξής:

  • σε συμβάσεις μεταξύ επαγγελματιών, από την ημερομηνία που η απαίτηση κατέστη απαιτητή·
  • σε συμβάσεις μεταξύ επαγγελματιών και αναθέτουσας αρχής, χωρίς να είναι αναγκαίο να ενημερωθεί ο οφειλέτης ότι η πληρωμή έχει καταστεί ληξιπρόθεσμη: εάν η σύμβαση ορίζει προθεσμία πληρωμής, από την επόμενη ημέρα της προθεσμίας πληρωμής· εάν η σύμβαση δεν ορίζει προθεσμία πληρωμής, 30 ημέρες αφότου ο οφειλέτης έλαβε το τιμολόγιο, ή εάν η σχετική ημερομηνία είναι αβέβαιη, 30 ημέρες από την παραλαβή των αγαθών ή την παροχή των υπηρεσιών ή, εάν η διαταγή πληρωμής επιδόθηκε πριν από την παραλαβή των αγαθών/υπηρεσιών, με την παρέλευση περιόδου 30 ημερών από την παραλαβή των αγαθών/την παροχή των υπηρεσιών· αν ο νόμος ή η σύμβαση ορίζει διαδικασία αποδοχής ή ελέγχου για την πιστοποίηση της καταλληλότητας των υπόψη αγαθών ή υπηρεσιών και ο οφειλέτης έλαβε το τιμολόγιο ή τη διαταγή πληρωμής κατά την ημερομηνία ελέγχου ή πριν από την εν λόγω ημερομηνία, με την παρέλευση περιόδου 30 ημερών από την εν λόγω ημερομηνία·
  • σε άλλες περιπτώσεις, από την ημερομηνία που η πληρωμή του οφειλέτη κηρύχθηκε ή κηρύσσεται νομίμως ληξιπρόθεσμη.

Ο πιστωτής μπορεί να αξιώσει πρόσθετη αποζημίωση για όλα τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκε για την ανάκτηση των ποσών, λόγω της μη έγκαιρης τήρησης των υποχρεώσεων του οφειλέτη.

1.3.4 Είναι αναγκαία η προσκόμιση γραπτών αποδείξεων για την τεκμηρίωση της απαίτησης; Αν ναι, ποια έγγραφα γίνονται αποδεκτά ως αποδεικτικά στοιχεία;

Ναι, η σύμβαση ή οποιοδήποτε άλλο έγγραφο που επέχει θέση απόδειξης των οφειλόμενων ποσών πρέπει να περιλαμβάνεται στην αίτηση (τιμολόγιο, απόδειξη ταμία, χειρόγραφη απόδειξη κ.ο.κ). Στην αίτηση πρέπει να επισυνάπτεται η έκθεση επίδοσης της διαταγής στον οφειλέτη, άλλως η αίτηση θα κριθεί απαράδεκτη.

Για την εκδίκαση της αίτησης, ο δικαστής κλητεύει τους διαδίκους, σύμφωνα με τις διατάξεις για τις επείγουσες διαδικασίες, για να παράσχουν εξηγήσεις και διευκρινίσεις, να παροτρύνει τον οφειλέτη να προβεί στην οφειλόμενη πληρωμή ή να διασφαλίσει τη σύναψη συμφωνίας των διαδίκων για τις μεθόδους πληρωμής. Η κλήση πρέπει να επιδίδεται στους διαδίκους δέκα ημέρες πριν από την ημερομηνία της συζήτησης. Αντίγραφα της αίτησης του πιστωτή και τα συνυποβαλλόμενα έγγραφα πρέπει να επισυνάπτονται στην κλήση προς τον οφειλέτη ώστε να επέχουν θέση αποδεικτικού της αίτησης. Η κλήση πρέπει να μνημονεύει τη δυνατότητα του οφειλέτη να καταθέσει έγγραφο αντιρρήσεων τρεις τουλάχιστον ημέρες πριν από τη συζήτηση και να ορίζει ότι η μη κατάθεση εγγράφου αντιρρήσεων μπορεί να εκληφθεί από το δικαστήριο, δεδομένων των περιστάσεων της υπόθεσης, ως παραδοχή των απαιτήσεων του πιστωτή. Το έγγραφο αντιρρήσεων δεν κοινοποιείται στον αιτούντα, ο οποίος λαμβάνει γνώση του περιεχομένου του από τον φάκελο της υπόθεσης.

Εάν ο πιστωτής δηλώσει ότι έχει λάβει την οφειλόμενη πληρωμή, το δικαστήριο προβαίνει σε σχετική πιστοποίηση στην τελεσίδικη πράξη του, με την οποία κηρύσσει περαιωμένη την υπόθεση. Εάν επιτεύχθηκε συμφωνία μεταξύ πιστωτή και οφειλέτη ως προς την πληρωμή, το δικαστήριο το πιστοποιεί και εκδίδει ταχεία απόφαση. Η εν λόγω απόφαση είναι τελεσίδικη και αποτελεί εκτελεστό τίτλο. 

Αν το δικαστήριο, έχοντας επαληθεύσει την απαίτηση βάσει των εγγράφων που έχουν κατατεθεί και των δηλώσεων των διαδίκων, κρίνει ότι οι απαιτήσεις του πιστωτή είναι δικαιολογημένες, εκδίδει διαταγή πληρωμής μνημονεύοντας το ποσό και την προθεσμία πληρωμής. Εάν το δικαστήριο, έπειτα από εξέταση των αποδεικτικών στοιχείων της υπόθεσης, διαπιστώσει ότι μέρος μόνον των απαιτήσεων του πιστωτή είναι δικαιολογημένο, εκδίδει τη διαταγή πληρωμής μόνον για το εν λόγω μέρος τάσσοντας επίσης προθεσμία πληρωμής. Στις περιπτώσεις αυτές, ο πιστωτής μπορεί να καταθέσει αγωγή βάσει του κοινού δικαίου προκειμένου ο οφειλέτης να υποχρεωθεί να πληρώσει την εναπομένουσα οφειλή. Η προθεσμία πληρωμής είναι τουλάχιστον 10 ημέρες και δεν πρέπει να υπερβαίνει τις 30 ημέρες από την ημερομηνία επίδοσης της διαταγής. Ο δικαστής δεν τάσσει άλλη προθεσμία πληρωμής, εκτός αν οι διάδικοι έχουν συμφωνήσει σχετικά. Η διαταγή παραδίδεται στους παριστάμενους διαδίκους ή επιδίδεται σε κάθε διάδικο το συντομότερο δυνατό, σύμφωνα με τον νόμο.

Αν ο οφειλέτης δεν προσβάλει την αξίωση με έγγραφο αντιρρήσεων, η διαταγή πληρωμής εκδίδεται το αργότερο σε 45 ημέρες από την ημερομηνία κατάθεσης της αίτησης. Η εν λόγω προθεσμία δεν περιλαμβάνει την προθεσμία που είναι αναγκαία για την επίδοση των δικονομικών εγγράφων και τυχόν καθυστέρηση που προκάλεσε ο πιστωτής, περιλαμβανομένης της καθυστέρησης λόγω της τροποποίησης ή της συμπλήρωσης της αίτησης.

1.4 Απόρριψη αίτησης

Εάν ο οφειλέτης αμφισβητήσει την απαίτηση, το δικαστήριο εξετάζει κατά πόσον η αμφισβήτηση είναι δικαιολογημένη βάσει των εγγράφων του φακέλου, των εξηγήσεων και των διευκρινίσεων που έχουν παράσχει οι διάδικοι. Στην περίπτωση που το δικαστήριο κρίνει ότι τα επιχειρήματα υπεράσπισης του οφειλέτη είναι υποστατά, εκδίδει απόφαση με την οποία απορρίπτει την απαίτηση του πιστωτή. Αν τα επιχειρήματα που προβάλλει ο οφειλέτης επί της ουσίας προϋποθέτουν την υποβολή άλλων στοιχείων από αυτά που προβλέπονται και τα οποία θα γίνονταν δεκτά, σύμφωνα με τον νόμο, στη διαδικασία του κοινού δικαίου, το δικαστήριο εκδίδει απόφαση με την οποία απορρίπτει την αίτηση του πιστωτή για διαταγή πληρωμής. Εναλλακτικά, ο πιστωτής μπορεί να καταθέσει αγωγή βάσει του κοινού δικαίου.

1.5 Έφεση

Ο οφειλέτης μπορεί να καταθέσει αίτηση ακύρωσης της διαταγής πληρωμής εντός 10 ημερών από την ημερομηνία που του παραδόθηκε ή του επιδόθηκε η διαταγή. Εντός της ίδιας προθεσμίας, ο πιστωτής μπορεί επίσης να καταθέσει αίτηση ακύρωσης της τυχόν απορριπτικής απόφασης και κατά της μερικής διαταγής πληρωμής. Η αίτηση ακύρωσης μπορεί να έχει ως μόνο επιχείρημα τη μη τήρηση των προδιαγραφών της έκδοσης της διαταγής πληρωμής και, ανάλογα με την περίπτωση, την ύπαρξη αποσβεστικών αιτίων της υποχρέωσης που επήλθαν μετά την έκδοση της διαταγής πληρωμής. Η αίτηση ακύρωσης εκδικάζεται από το δικαστήριο που εξέδωσε τη διαταγή πληρωμής, με σύνθεση δύο δικαστών. Η αίτηση ακύρωσης δεν αναστέλλει την εκτέλεση. Αναστολή, ωστόσο, μπορεί να χορηγηθεί έπειτα από αίτημα του οφειλέτη, αλλά μόνο με εγγυοδοσία ποσού που ορίζει το δικαστήριο. Στην περίπτωση που το δικαστήριο που εκδικάζει την υπόθεση δεχθεί την αίτηση ακύρωσης εν όλω ή εν μέρει, θα ακυρώσει τη διαταγή πληρωμής εν όλω ή εν μέρει, ανάλογα με την περίπτωση, και θα εκδώσει τελεσίδικη απόφαση.

Στην περίπτωση που ο πιστωτής έχει υποβάλει αίτηση ακύρωσης και αυτή έχει γίνει δεκτή από το αρμόδιο δικαστήριο, αυτό εκδίδει τελεσίδικη απόφαση με την οποία χορηγεί τη διαταγή πληρωμής.

Η απόφαση απόρριψης της αίτησης ακύρωσης είναι τελεσίδικη.

Για τις αιτήσεις για ευρωπαϊκή διαταγή πληρωμής, που υποβάλλονται δυνάμει του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1896/2006, όπως τροποποιήθηκε, αρμόδιο είναι το δικαστήριο που είναι αρμόδιο να κρίνει την ουσία της υπόθεσης σε πρώτο βαθμό. Οι αιτήσεις επανεξέτασης, που υποβάλλονται σύμφωνα με τις προϋποθέσεις και εντός της προθεσμίας που προβλέπει το άρθρο 20 του κανονισμού, εμπίπτουν στην αρμοδιότητα του δικαστηρίου του οποίου προσβάλλεται η απόφαση, και το οποίο εξετάζει την αίτηση σε πλήρη σύνθεση δύο δικαστών. (Βλ. άρθρο  I^9 του έκτακτου κυβερνητικού διατάγματος αριθ. 119/2006 σχετικά με τα μέτρα που είναι αναγκαία για την εφαρμογή ορισμένων κοινοτικών κανονισμών από την ημερομηνία προσχώρησης της Ρουμανίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση, που εγκρίθηκε με τον νόμο αριθ. 191/20007, όπως έχει τροποποιηθεί).

1.6 Ανακοπή

Σύμφωνα με το άρθρο 1025 παράγραφος 2 του Νέου Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, ο ενδιαφερόμενος μπορεί να ασκήσει ένδικο μέσο βάσει του κοινού δικαίου κατά της εκτέλεσης της διαταγής πληρωμής. 

Σύμφωνα με το άρθρο 637 παράγραφος 1 του νέου Κώδικα, η εκτέλεση απόφασης που συνιστά εκτελεστό τίτλο μπορεί να εκτελεστεί μόνο με ευθύνη του πιστωτή, εάν η απόφαση μπορεί να προσβληθεί με τακτικό ένδικο μέσο ή ένδικο μέσο ενώπιον του Ανώτατου Δικαστηρίου· εάν στη συνέχεια η διαταγή τροποποιηθεί ή καταγγελθεί, ο πιστωτής υποχρεούται εκ του νόμου να αποκαταστήσει τα δικαιώματα του οφειλέτη, εν όλω ή εν μέρει, ανάλογα με την περίπτωση.

1.7 Αποτέλεσμα της άσκησης ανακοπής

Σύμφωνα με το άρθρο 720 του νέου κώδικα, το δικαστήριο, εάν κάνει δεκτή την προσφυγή κατά της εκτέλεσης, λαμβάνοντας υπόψη το αντικείμενό της, ανάλογα με την περίπτωση, διορθώνει ή ακυρώνει την προσβαλλόμενη πράξη εκτέλεσης, διατάσσει την ακύρωση ή την παύση της ίδιας της εκτέλεσης ή ακυρώνει ή αποσαφηνίζει τον εκτελεστό τίτλο. Εάν το δικαστήριο απορρίψει την προσφυγή, ο εκκαλών μπορεί να υποχρεωθεί να καταβάλει αποζημίωση για τις ζημίες που προκλήθηκαν από την καθυστέρηση της εκτέλεσης, καθώς και πρόστιμο εάν η προσφυγή ασκήθηκε κακόπιστα.

Η τελική απόφαση σχετικά με την αποδοχή ή την απόρριψη της προσφυγής αποστέλλεται επίσης, αυτεπαγγέλτως και αμέσως, στον δικαστικό επιμελητή.

Εάν γίνει δεκτή η προσφυγή, ο δικαστικός επιμελητής υποχρεούται να συμμορφωθεί με τα μέτρα που έλαβε ή διέταξε το δικαστήριο.

1.8 Συνέπειες από τη μη άσκηση ανακοπής

Σύμφωνα με το άρθρο 1025(2) του νέου Κώδικα, η διαταγή πληρωμής είναι εκτελεστή, ακόμα κι αν έχει προσβληθεί με αίτηση ακύρωσης, και έχει προσωρινή ισχύ δεδικασμένου έως την εκδίκαση της αίτησης ακύρωσης Η διαταγή πληρωμής καθίσταται τελεσίδικη, αν δεν ασκηθεί προσφυγή ακύρωσης ή εάν απορριφθεί η αίτηση ακύρωσης. 

1.8.1 Βάσει ποιων ενεργειών καθίσταται εκτελεστή η διαταγή;

Η διαταγή πληρωμής είναι εκτελεστή, ακόμα κι αν έχει προσβληθεί με αίτηση ακύρωσης, και έχει προσωρινή ισχύ δεδικασμένου έως την εκδίκαση της αίτησης ακύρωσης Η αίτηση ακύρωσης δεν αναστέλλει την εκτέλεση. Αναστολή, ωστόσο, μπορεί να χορηγηθεί έπειτα από αίτημα του οφειλέτη, αλλά μόνο με εγγυοδοσία ποσού που ορίζει το δικαστήριο. Η διαταγή πληρωμής καθίσταται τελεσίδικη, αν δεν ασκηθεί προσφυγή ακύρωσης από τον οφειλέτη ή εάν αυτή απορριφθεί. Αν το δικαστήριο που εκδικάζει την υπόθεση δεχθεί την αίτηση ακύρωσης, θα εκδώσει οριστική απόφαση με την οποία εκδίδεται η διαταγή πληρωμής.

Για την εκτέλεση της απόφασης σύμφωνα με το άρθρο 666 του νέου κώδικα, μετά την καταχώριση της αίτησης εκτέλεσης, ο δικαστικός επιμελητής ζητεί από το δικαστήριο που εξέδωσε την απόφαση να εγκρίνει την εκτέλεση. Η αίτηση έγκρισης της εκτέλεσης εξετάζεται από το δικαστήριο, με απόφαση που εκδίδεται κεκλεισμένων των θυρών, χωρίς κλήτευση των διαδίκων. 

Η έγκριση της εκτέλεσης επιτρέπει στον πιστωτή να ζητήσει από τον δικαστικό επιμελητή που ζήτησε την έγκριση να χρησιμοποιήσει όλες τις νόμιμες μεθόδους εκτέλεσης για να διεκδικήσει τα δικαιώματά του. 

Το δικαστήριο μπορεί να απορρίψει αίτηση έγκρισης της εκτέλεσης, εάν: η αίτηση εκτέλεσης εμπίπτει στη δικαιοδοσία άλλου οργάνου εκτέλεσης από το κοινοποιημένο· η απόφασή του ή, ανάλογα με την περίπτωση, το έγγραφο δεν συνιστά, σύμφωνα με τον νόμο, εκτελεστό τίτλο· το έγγραφο, σε αντίθεση με μια δικαστική απόφαση, δεν πληροί όλες τις τυπικές προϋποθέσεις που απαιτούνται από τον νόμο ή άλλες απαιτήσεις σε ειδικές περιπτώσεις που προβλέπονται από τον νόμο· η αξίωση δεν είναι βέβαιη, εκκαθαρισμένη και απαιτητή· ο οφειλέτης απολαύει ασυλίας από την εκτέλεση· η διαταγή πληρωμής περιέχει διατάξεις που δεν μπορούν να εκπληρωθούν με την εκτέλεση· υπάρχουν άλλα νομικά εμπόδια.

Η απόφαση με την οποία το δικαστήριο δέχεται την αίτηση έγκρισης της εκτέλεσης δεν υπόκειται σε ένδικο μέσο, αλλά μπορεί να επανεξεταστεί στο πλαίσιο του ένδικου μέσου κατά της εκτέλεσης. Η απόφαση απόρριψης της αίτησης μπορεί να προσβληθεί μόνο από τον πιστωτή, εντός 15 ημερών από την επίδοση ή κοινοποίηση. 

Σύμφωνα με τα άρθρα 712, 718, 719 και 720 του νέου Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, μπορούν να ασκηθούν ένδικα μέσα κατά της εκτέλεσης, κατά των αποφάσεων που εκδίδονται από τον δικαστικό επιμελητή, καθώς και κατά οποιασδήποτε πράξης εκτέλεσης, από τους ενδιαφερομένους ή από τους θιγόμενους από την εκτέλεση. Η απόφαση επί της έφεσης μπορεί να προσβληθεί μόνο με προσφυγή ενώπιον του Ανώτατου Δικαστηρίου.

Το αρμόδιο δικαστήριο μπορεί να αναστείλει την εκτέλεση έως ότου επιλυθεί το ένδικο μέσο ή άλλο αίτημα εκτέλεσης, κατόπιν αιτήματος του ενδιαφερομένου και μόνο για βάσιμους λόγους. 

Το δικαστήριο, εάν κάνει δεκτή την προσφυγή κατά της εκτέλεσης, διορθώνει ή ακυρώνει την προσβαλλόμενη πράξη εκτέλεσης, διατάσσει την ακύρωση ή την παύση της ίδιας της εκτέλεσης ή ακυρώνει ή αποσαφηνίζει τον εκτελεστό τίτλο.

Εάν το δικαστήριο απορρίψει την προσφυγή, ο εκκαλών μπορεί να υποχρεωθεί να καταβάλει αποζημίωση για τις ζημίες που προκλήθηκαν από την καθυστέρηση της εκτέλεσης, καθώς και πρόστιμο εάν η έφεση ασκήθηκε κακόπιστα.

Η τελική απόφαση σχετικά με την αποδοχή ή την απόρριψη της προσφυγής αποστέλλεται επίσης, αυτεπαγγέλτως και αμέσως, στον δικαστικό επιμελητή.

Αν γίνει δεκτή η έφεση, ο δικαστικός επιμελητής υποχρεούται να συμμορφωθεί με τα μέτρα που λαμβάνει ή διατάσσει το δικαστήριο.

1.8.2 Η απόφαση είναι τελεσίδικη ή υπάρχει ακόμα η δυνατότητα προσφυγής του εναγόμενου κατά της διαταγής;

Βλ. απάντηση στην ερώτηση 1.8.1.

Σε αυτή τη σελίδα αναφέρετε τυχόν τεχνικό πρόβλημα/πρόβλημα περιεχομένου ή διατυπώστε σχόλια