Παράκαμψη προς το κυρίως περιεχόμενο

Κανονισμός για την ψηφιοποίηση — κοινοποιήσεις των κρατών μελών

Γαλλία

Η σελίδα αυτή περιέχει πληροφορίες σχετικά με τις κοινοποιήσεις που έχουν πραγματοποιήσει τα κράτη μέλη βάσει του κανονισμού (ΕΕ) 2023/2844.

Περιεχόμενο που παρέχεται από
Γαλλία
Flag of France

1. Εθνικές πύλες ΤΠ για επικοινωνία με δικαστήρια ή άλλες αρχές

Οι γαλλικές αρχές επισημαίνουν ότι η χώρα δεν διαθέτει εθνική διαδικτυακή πύλη ΤΠ, προσβάσιμη από το εξωτερικό, για λόγους επικοινωνίας με δικαστήρια ή άλλες αρχές ή για τη χρήση βιντεοδιάσκεψης.

Όσον αφορά την επικοινωνία με τα δικαστήρια ή άλλες αρχές, η Γαλλία έχει επιλέξει το σύστημα ηλεκτρονικής ανταλλαγής ψηφιακών αποδεικτικών στοιχείων (eEDES) ως λογισμικό εφαρμογής αναφοράς για την εφαρμογή της τεχνολογίας e-CODEX (επικοινωνία μέσω επιγραμμικής ανταλλαγής δεδομένων στον τομέα της ηλεκτρονικής δικαιοσύνης).

2. Εθνική νομοθεσία για τις βιντεοδιασκέψεις σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις

α) — Πληροφορίες για την εφαρμοστέα εθνική νομοθεσία και τις διαδικασίες, συμπεριλαμβανομένων των δικονομικών δικαιωμάτων και εγγυήσεων που είναι σε ισχύ για τη διεξαγωγή ακροάσεων μέσω βιντεοδιάσκεψης ή άλλης τεχνολογίας εξ αποστάσεως επικοινωνίας.

Οι γαλλικές αρχές επισημαίνουν ότι η χώρα δεν διαθέτει ειδικό νομικό πλαίσιο για τη χρήση της βιντεοδιάσκεψης στις διασυνοριακές διαδικασίες.

Γενικότερα, βάσει του άρθρου L.111-12 του κώδικα οργανισμού δικαστηρίων (Code de l’organisation judiciaire), επιτρέπεται η διεξαγωγή ακροάσεων με τη χρήση οπτικοακουστικών μέσων τηλεπικοινωνίας ενώπιον των δικαστηρίων σύμφωνα με τους ακόλουθους όρους:

  • κάθε διάδικος πρέπει να έχει συναινέσει στη χρήση της βιντεοδιάσκεψης·
  • η ακρόαση διεξάγεται σε διαφορετικές αίθουσες δικαστηρίου που συνδέονται απευθείας μέσω οπτικοακουστικών μέσων τηλεπικοινωνίας·
  • το λογισμικό που χρησιμοποιείται για τη βιντεοδιάσκεψη πρέπει να εξασφαλίζει την εμπιστευτικότητα κατά τη διαβίβαση πληροφοριών.

Ο προεδρεύων δικαστής μπορεί να επιτρέψει σε διαδίκους, μάρτυρες, πραγματογνώμονες ή σε κάθε άλλο πρόσωπο που έχει κλητευθεί, να εξεταστούν μέσω οπτικοακουστικών μέσων τηλεπικοινωνίας, εκτός της αίθουσας δικαστηρίου, κατόπιν ρητού αιτήματός τους (άρθρο L111-12-1 του κώδικα οργανισμού δικαστηρίων).

Ο προεδρεύων δικαστής ικανοποιεί το αίτημα μόνον εάν κρίνει ότι η εξ αποστάσεως ακρόαση είναι συμβατή με τη φύση της διαδικασίας και συνάδει με την αρχή της εκατέρωθεν ακροάσεως. Αυτή η απόφαση συνιστά μέτρο οργανωτικού χαρακτήρα των δικαστικών αρχών (άρθρο R111-7-1 του κώδικα οργανισμού δικαστηρίων).

Η εν λόγω δυνατότητα υπόκειται στη χρήση οπτικοακουστικών μέσων τηλεπικοινωνίας τα οποία διαθέτουν τεχνικά χαρακτηριστικά που καθορίζονται με διάταγμα του υπουργού Δικαιοσύνης, βάσει του οποίου πρέπει να διασφαλίζονται, αφενός, η ποιότητα της διαβίβασης των πληροφοριών και, σε περίπτωση που η εξέταση ή η ακρόαση δεν διεξάγεται δημόσια, η εμπιστευτικότητα κάθε επικοινωνίας και, αφετέρου, η δυνατότητα προσδιορισμού των συμμετεχόντων.

Ο προεδρεύων δικαστής διευθύνει τη διαδικασία από την αίθουσα του δικαστηρίου στην οποία παρευρίσκονται και τα λοιπά μέλη του δικαστηρίου, πιο συγκεκριμένα ο γραμματέας και, κατά περίπτωση, ο εισαγγελέας.

Κατά την ακρόαση, ο προεδρεύων δικαστής πρέπει να μεριμνά ώστε οι συνθήκες υπό τις οποίες συνδέεται το άτομο συνάδουν με τις αρχές της ευπρέπειας και της σοβαρότητας της διαδικασίας.

Στο διάταγμα JUST2214196A της 13ης Μαΐου 2022 ορίζονται οι τεχνικές λεπτομέρειες των συστημάτων των οπτικοακουστικών μέσων τηλεπικοινωνίας για τη διεξαγωγή ακροάσεων ή εξέτασης μαρτύρων με χρήση βιντεοδιάσκεψης σε μη ποινικές υποθέσεις. Οι βασικές προϋποθέσεις έχουν ως εξής:

  • Η οπτικοακουστική επικοινωνία πρέπει να πραγματοποιείται μέσω λύσης βιντεοδιάσκεψης, την οποία παρέχει το Υπουργείο Δικαιοσύνης. Στα δικαστήρια εμπορικών διαφορών, η οπτικοακουστική επικοινωνία μπορεί επίσης να εφαρμοστεί μέσω λύσης που παρέχει το εθνικό συμβούλιο γραμματέων των δικαστηρίων εμπορικών διαφορών (Conseil national des greffiers des tribunaux de commerce).

γ) — Πληροφορίες σχετικά με το αν οι διατάξεις της εθνικής νομοθεσίας παρέχουν τη δυνατότητα στο δικαστήριο ή την αρμόδια αρχή να ορίσει αυτεπαγγέλτως ημερομηνία για την ακρόαση

Θα πρέπει να γίνει διάκριση μεταξύ δύο περιπτώσεων όσον αφορά τη χρήση βιντεοδιάσκεψης με πρωτοβουλία του δικαστή:

  • ενώπιον κάθε δικαστηρίου, είναι δυνατή η διεξαγωγή ακροάσεων σε διάφορες αίθουσες του δικαστηρίου που συνδέονται απευθείας με οπτικοακουστικά συστήματα τηλεπικοινωνίας, με πρωτοβουλία του δικαστή, υπό την προϋπόθεση, ωστόσο, ότι όλοι οι διάδικοι έχουν συναινέσει στη χρήση βιντεοδιάσκεψης (άρθρο L.111-12 του κώδικα οργανισμού δικαστηρίων)·
  • ενώπιον δικαστηρίων που αποφαίνονται επί μη ποινικών υποθέσεων, η εξέταση διαδίκου, μάρτυρα, πραγματογνώμονα ή άλλου προσώπου που έχει κλητευθεί μέσω οπτικοακουστικών συστημάτων τηλεπικοινωνίας εκτός της αίθουσας δικαστηρίου μπορεί να επιτραπεί μόνον από τον προεδρεύοντα δικαστή, κατόπιν ρητού αιτήματος του εν λόγω προσώπου (άρθρο L.111-12-1 του κώδικα οργανισμού δικαστηρίων).

δ) — Πληροφορίες σχετικά με την τεχνολογία βιντεοδιάσκεψης που είναι διαθέσιμη στο κράτος μέλος ή την πλατφόρμα/λύση που χρησιμοποιείται συνηθέστερα για τη βιντεοδιάσκεψη

  • Οι γαλλικές αρχές παρέχουν τις ακόλουθες πληροφορίες: Οι δικαστικοί υπάλληλοι χρησιμοποιούν την εφαρμογή Cisco Jabber για τη μεταξύ τους επικοινωνία.
  • Οι υπηρεσίες επεξεργασίας δεδομένων σε πραγματικό χρόνο χρησιμοποιούν το σύστημα Cisco Webex Desk.
  • Οι αίθουσες δικαστηρίων και οι διοικητικές υπηρεσίες έχουν εξοπλιστεί με το σύστημα Cisco Webex Room Kit.
  • Οι αποκεντρωμένες υπηρεσίες των καταστημάτων κράτησης χρησιμοποιούν το σύστημα Cisco Webex Room Kit.
  • Όσον αφορά τα δικαστήρια εμπορικών διαφορών, το εθνικό συμβούλιο γραμματέων των δικαστηρίων εμπορικών διαφορών χρησιμοποιεί το λογισμικό Tixéo Private Cloud, μια λύση που παρέχει το γαλλικό κράτος πιστοποιημένη από τον οργανισμό ANSSI.

ε) — Πληροφορίες για τις δικονομικές απαιτήσεις όσον αφορά την υποβολή γνώμης από διάδικο σχετικά με τη χρήση βιντεοδιάσκεψης ή άλλης τεχνολογίας εξ αποστάσεως επικοινωνίας κατά την ακροαματική διαδικασία

Στο άρθρο L.111-12 του κώδικα οργανισμού δικαστηρίων προβλέπεται η διεξαγωγή ακροάσεων με οπτικοακουστικά μέσα τηλεπικοινωνίας, είτε αυτεπάγγελτα (ex officio) είτε κατόπιν αιτήματος των διαδίκων, υπό την προϋπόθεση ότι κάθε διάδικος συμφωνεί με τη χρήση της βιντεοδιάσκεψης. Η νομοθεσία δεν ρυθμίζει τη μορφή με την οποία θα πρέπει να υποβάλλεται η γνώμη του διαδίκου σχετικά με τη χρήση της βιντεοδιάσκεψης και, επομένως, μπορεί να διατυπώνεται με κάθε τρόπο.

Επιπλέον, σε συμμόρφωση με το άρθρο L.111-12-1 του κώδικα οργανισμού δικαστηρίων, οι διάδικοι, οι μάρτυρες, οι πραγματογνώμονες ή κάθε άλλο πρόσωπο που έχει κλητευθεί μπορούν να εξετάζονται με τη χρήση οπτικοακουστικών μέσων τηλεπικοινωνίας εκτός της αίθουσας δικαστηρίου μόνον κατόπιν ρητού αιτήματός τους και με την έγκριση του προέδρου του δικαστικού σχηματισμού. Η νομοθεσία ορίζει τυπικές προϋποθέσεις για το συγκεκριμένο αίτημα, το οποίο θεωρείται απλώς μέτρο οργανωτικού χαρακτήρα των δικαστικών αρχών και, επομένως, δεν πρόκειται για αίτημα νομικής φύσης με τη δικονομική έννοια του όρου. Κατά συνέπεια, μπορεί να υποβάλλεται με οποιονδήποτε τρόπο.

ζ) — Πληροφορίες σχετικά με τον τρόπο διασφάλισης του δικηγορικού απορρήτου τόσο πριν από τη βιντεοδιάσκεψη όσο και κατά τη διάρκειά της

Στις αστικές και εμπορικές υποθέσεις δεν υπάρχουν ειδικοί δικονομικοί κανόνες για την οργάνωση της επικοινωνίας μεταξύ των δικηγόρων και των πελατών τους όταν χρησιμοποιείται η βιντεοδιάσκεψη κατά τη διεξαγωγή της ακρόασης ή της εξέτασης, καθώς η εν λόγω επικοινωνία δεν σχετίζεται με δικονομικά ζητήματα.

Ωστόσο, είναι δυνατόν το δικαστήριο να αναστείλει προσωρινά την εξέταση ή την ακρόαση, ώστε να δοθεί η δυνατότητα στους δικηγόρους να συνομιλήσουν εμπιστευτικά με τους πελάτες τους, χωρίς την παρουσία των λοιπών διαδίκων ή του δικαστηρίου, με τη χρήση των μέσων τηλεπικοινωνίας που διατίθενται σ' αυτούς.

Επιπρόσθετα, όσον αφορά τους τρίτους που παρίστανται στην ακρόαση ή την εξέταση, στο διάταγμα JUST2214196A της 13ης Μαΐου 2022 προβλέπεται ότι, εάν η ακρόαση δεν είναι δημόσια, ο εμπιστευτικός χαρακτήρας της επικοινωνίας πρέπει να διασφαλίζεται από τις διαδικασίες που ρυθμίζουν τις τηλεπικοινωνίες.

Επιπλέον, δεν μπορούν να καταγράφονται ούτε να αποθηκεύονται λήψεις βίντεο και ηχητικό υλικό, με εξαίρεση τις περιπτώσεις που προβλέπονται στα άρθρα L.221-1 επ. του κώδικα πολιτιστικής κληρονομιάς (Code du Patrimoine), κατ’ εφαρμογή του άρθρου L.111-12 του κώδικα οργανισμού δικαστηρίων.

η) — Πληροφορίες σχετικά με τις πρακτικές ρυθμίσεις για τη διοργάνωση και της διεξαγωγή της ακρόασης, συμπεριλαμβανομένων πληροφοριών σχετικά με την πιθανή χρήση τεχνολογιών σύνθεσης φωνής

Όπως αναφέρεται στα σημεία γ) και ε), στις αστικές και εμπορικές υποθέσεις η διοργάνωση ακρόασης μέσω βιντεοδιάσκεψης απαιτεί τη συναίνεση όλων των διαδίκων, ενώ η εξέταση ενός προσώπου μέσω βιντεοδιάσκεψης μπορεί να επιτραπεί μόνον κατόπιν ρητού αιτήματος του εν λόγω προσώπου (χωρίς ωστόσο να απαιτείται η συναίνεση των λοιπών διαδίκων).

ι) — Ρυθμίσεις για την ταυτοποίηση και την επαλήθευση ταυτότητας των διαδίκων

Σύμφωνα με το άρθρο R.111-7-1 του κώδικα οργανισμού δικαστηρίων, τα τεχνικά χαρακτηριστικά των οπτικοακουστικών μέσων τηλεπικοινωνίας που χρησιμοποιούνται πρέπει να δίνουν τη δυνατότητα στους συμμετέχοντες να ταυτοποιούνται, μέσω προσκόμισης και επαλήθευσης εγγράφου ταυτότητας αν είναι απαραίτητο.

ια) — Μέθοδος με την οποία οι διάδικοι μπορούν να θέτουν ερωτήσεις και να συμμετέχουν αποτελεσματικά

Στις ακροάσεις μέσω βιντεοδιάσκεψης εφαρμόζονται οι ίδιες διαδικασίες όπως σε κάθε άλλη ακρόαση. Οι διάδικοι έχουν τη δυνατότητα να προβάλουν τις αξιώσεις και τους νομικούς ισχυρισμούς τους, να απαντούν στις ερωτήσεις που θέτει το δικαστήριο και να υποβάλουν τις παρατηρήσεις που κρίνουν σκόπιμες τηρουμένης της αρχής της εκατέρωθεν ακροάσεως. Ωστόσο, όταν το δικαστήριο κρίνει ότι έχει ενημερωθεί επαρκώς, ο προεδρεύων δικαστής μπορεί να διακόψει την προφορική προβολή των ισχυρισμών ή τις παρατηρήσεις που προβάλουν οι διάδικοι για την υποστήριξη των αιτημάτων τους [άρθρο 440 του κώδικα πολιτικής δικονομίας (Code de Procédure Civile)].

Επιπλέον, οι διάδικοι οφείλουν να κοινοποιούν στο δικαστήριο και στους λοιπούς διαδίκους τα σχετικά έγγραφα που σκοπεύουν να υποβάλουν προς υποστήριξη των αξιώσεών τους (άρθρο 15 του κώδικα πολιτικής δικονομίας). Για την έκδοση της απόφασης το δικαστήριο εξετάζει μόνο τα σχετικά έγγραφα που έχουν υποβάλει οι διάδικοι κατά τη διαδικασία της κατ’ αντιμωλία συζήτησης (άρθρο 16 του κώδικα πολιτικής δικονομίας).

Ο δικαστής μπορεί να καλέσει τους διαδίκους να παράσχουν, προφορικά ή γραπτά, σύμφωνα με τους δικονομικούς κανόνες και την αρχή της εκατέρωθεν ακροάσεως, εξηγήσεις σχετικά με πτυχές των πραγματικών ή νομικών ισχυρισμών που κρίνονται ενδεχομένως απαραίτητες για τη διευθέτηση της διαφοράς (άρθρα 8 και 13 του κώδικα πολιτικής δικονομίας).

Είναι θεμελιώδης αρχή ότι κανένας διάδικος δεν μπορεί να δικαστεί χωρίς να έχει τύχει ακρόασης ή να έχει κλητευθεί (άρθρο 14 του κώδικα πολιτικής δικονομίας). Επιπλέον, εάν η εξ αποστάσεως ακρόαση κρίνεται μη συμβατή με τη φύση της διαδικασίας και δεν συνάδει με την αρχή της εκατέρωθεν ακροάσεως, δεν είναι δυνατή η παράσταση των διαδίκων με αυτόν τον τρόπο (άρθρο R.111-7-1 του κώδικα οργανισμού δικαστηρίων).

Όσον αφορά τους μάρτυρες, θα πρέπει να σημειωθεί ότι βάσει των διατάξεων της γαλλικής νομοθεσίας: «Οι μάρτυρες εξετάζονται εφόσον οι διάδικοι είναι παρόντες ή έχουν κλητευθεί» (άρθρο 208 του κώδικα πολιτικής δικονομίας). Ωστόσο, «οι διάδικοι δεν έχουν δικαίωμα να διακόπτουν ή να παρεμβαίνουν ή να επιχειρούν να επηρεάσουν τους μάρτυρες ενώ καταθέτουν, ούτε να απευθύνονται απ’ ευθείας σ' αυτούς, επί ποινή αποβολής από τη διαδικασία» (άρθρο 214 πρόταση α΄ του κώδικα πολιτικής δικονομίας). Επομένως, ο δικαστής είναι αυτός που θέτει ερωτήσεις και όπως αναφέρεται στο σχετικό άρθρο «εάν ο δικαστής το κρίνει απαραίτητο, θέτει τις ερωτήσεις που του έχουν υποβάλει οι διάδικοι μετά την εξέταση του μάρτυρα» (άρθρο 214 πρόταση β΄ του κώδικα πολιτικής δικονομίας). Οι διάδικοι, ακόμα και αυτοί που παρίστανται μέσω βιντεοδιάσκεψης, μπορούν να υποβάλουν στον δικαστή τις ερωτήσεις που προορίζουν για τους μάρτυρες. Στην πράξη, η εξέταση μαρτύρων στις αστικές και εμπορικές υποθέσεις δεν είναι συχνή.

ιβ) — Με ποιον τρόπο επωφελούνται οι διάδικοι από το δικαίωμα σε υπηρεσίες διερμηνείας

Σύμφωνα με το άρθρο L.111-12-1 του κώδικα οργανισμού δικαστηρίων, οι διάδικοι, οι μάρτυρες, οι πραγματογνώμονες ή κάθε άλλο πρόσωπο που έχει κλητευθεί μπορούν να εξετάζονται μέσω οπτικοακουστικών μέσων τηλεπικοινωνίας εκτός αίθουσας δικαστηρίου μόνον κατόπιν ρητού αιτήματός τους και με την έγκριση του προεδρεύοντος δικαστή.

Οι διερμηνείς μπορούν να χρησιμοποιούν αυτήν τη διάταξη και, κατόπιν ρητού αιτήματός τους, να λαμβάνουν άδεια να συμμετέχουν στην ακροαματική διαδικασία μέσω οπτικοακουστικών μέσων τηλεπικοινωνίας εκτός της αίθουσας του δικαστηρίου. Σ' αυτήν την περίπτωση, ο διερμηνέας έχει δικαίωμα να συμμετέχει στην ακρόαση είτε από την αίθουσα του δικαστηρίου ενώ ο διάδικος παρίσταται στη διαδικασία εξ αποστάσεως, είτε εξ αποστάσεως ενώ ο διάδικος παρίσταται αυτοπροσώπως ενώπιον του δικαστηρίου. Με την επιφύλαξη των παραπάνω όρων, ο διερμηνέας και ο διάδικος μπορούν επίσης να παρίστανται αμφότεροι με τη χρήση οπτικοακουστικών μέσων τηλεπικοινωνίας, είτε βρίσκονται στον ίδιο τόπο είτε όχι.

ιγ)Με ποιον τρόπο διασφαλίζεται η δυνατότητα εξέτασης ή προσκόμισης ουσιωδών αποδεικτικών στοιχείων εξ αποστάσεως

Οι ίδιοι δικονομικοί κανόνες ισχύουν για τα πρόσωπα τα οποία συμμετέχουν στην ακρόαση μέσω βιντεοδιάσκεψης όπως εάν είχαν φυσική παρουσία στην αίθουσα του δικαστηρίου.

Η εξέταση των ουσιωδών στοιχείων που υποβάλλονται απευθείας στο δικαστήριο ως αποδεικτικά στοιχεία εξετάζονται προσωπικά από τον δικαστή, όπως προβλέπεται στον κώδικα πολιτικής δικονομίας. Κατά γενικό κανόνα, ο δικαστής —προκειμένου να επαληθεύσει ο ίδιος προσωπικά τα πραγματικά περιστατικά— λαμβάνει γνώση όλων των πτυχών των επίδικων πραγματικών περιστατικών και προβαίνει σε διαπιστώσεις, εκτιμήσεις, αξιολογήσεις ή αναπαραστάσεις τις οποίες κρίνει απαραίτητες, ενώ επισκέπτεται και τις τοποθεσίες εφόσον απαιτείται (άρθρο 179 του κώδικα πολιτικής δικονομίας). Ωστόσο, ο δικαστής μπορεί να προβαίνει στις παραπάνω ενέργειες μόνον εάν οι διάδικοι είναι παρόντες ή έχουν κλητευθεί. Σ' αυτήν την περίπτωση, ο δικαστής συντάσσει έκθεση με τις διαπιστώσεις, εκτιμήσεις, αξιολογήσεις, αναπαραστάσεις ή δηλώσεις (άρθρο 182 του κώδικα πολιτικής δικονομίας).

Στην πράξη, πρόκειται για κατ’ εξαίρεση περίπτωση καθώς τα σχετικά που υποβάλλουν οι διάδικοι ως αποδεικτικά στοιχεία είναι συνήθως έγγραφα σε φυσική μορφή.

Σύμφωνα με το άρθρο 15 του κώδικα πολιτικής δικονομίας, «οι διάδικοι πρέπει να γνωστοποιούν μεταξύ τους σε εύθετο χρόνο τους πραγματικούς ισχυρισμούς επί των οποίων στηρίζουν τις αξιώσεις τους, τα αποδεικτικά στοιχεία που προσκομίζουν και τους νομικούς λόγους που επικαλούνται, ώστε κάθε διάδικος να είναι σε θέση να προετοιμάσει την άμυνά του». Σύμφωνα με το άρθρο 16 πρόταση β΄ του κώδικα πολιτικής δικονομίας, το δικαστήριο, κατά την έκδοση της απόφασής του, μπορεί να λάβει υπόψη μόνο τα σχετικά που υποβλήθηκαν στη συζήτηση κατ’ αντιμωλία που διεξήχθη μεταξύ των διαδίκων.

Θα πρέπει να επισημανθεί ότι στην έγγραφη διαδικασία τα σχετικά πρέπει να ανταλλάσσονται με τη μορφή εγγράφων μεταξύ των διαδίκων και δεν υποβάλλονται απευθείας στην ακροαματική διαδικασία. Οι εν λόγω ανταλλαγές σχετικών τόσο μεταξύ των δικηγόρων όσο και μεταξύ δικηγόρων και δικαστηρίου μπορούν να διενεργούνται με τη χρήση ηλεκτρονικών μέσων επικοινωνίας με την προϋπόθεση ότι τηρούνται οι κανόνες που ισχύουν γι’ αυτό το είδος της επικοινωνίας, οι οποίοι αφορούν συγκεκριμένα την εξασφάλιση της συγκατάθεσης του παραλήπτη, την έκδοση έγκυρης απόδειξης παραλαβής ή έγκυρου αποδεικτικού επίδοσης και τη χρήση τεχνικής διαδικασίας που διέπεται από το διάταγμα τεχνικών προτύπων του υπουργού Δικαιοσύνης στο οποίο προβλέπονται οι εγγυήσεις που πρέπει να τηρούνται κατά την εφαρμογή της διαδικασίας (άρθρο 748-1 επ. του κώδικα πολιτικής δικονομίας).

Στην προφορική διαδικασία, μολονότι οι διάδικοι μπορούν να προσκομίζουν νέα σχετικά κατά την ακρόαση, πρέπει ωστόσο να τα κοινοποιούν στον αντίδικο και να τα υποβάλουν στο δικαστήριο. Συνεπώς, αυτό σημαίνει ότι, εάν ένας διάδικος παρίσταται εξ αποστάσεως, η ανταλλαγή των εγγράφων πρέπει να γίνεται μέσω ταχυδρομείου καθώς δεν υπάρχει πάντα η δυνατότητα για τη χρήση ηλεκτρονικών μέσων, λόγω της μη ύπαρξης τεχνικών διαδικασιών που συνάδουν με τα παραπάνω άρθρα 748-1 επ. του κώδικα πολιτικής δικονομίας τα οποία διέπουν τη χρήση αυτών των μεθόδων επικοινωνίας.

3. Εθνική νομοθεσία σχετικά με τις βιντεοδιασκέψεις σε ποινικές υποθέσεις

α) — Πληροφορίες για την εφαρμοστέα εθνική νομοθεσία και τις διαδικασίες, συμπεριλαμβανομένων των δικονομικών δικαιωμάτων και εγγυήσεων που είναι σε ισχύ για τη διεξαγωγή ακροάσεων μέσω βιντεοδιάσκεψης ή άλλης τεχνολογίας εξ αποστάσεως επικοινωνίας.

Οι γαλλικές αρχές επαναλαμβάνουν τα σημεία που έχουν ήδη διατυπωθεί:

Καταρχάς, θα πρέπει να υπομνησθεί ότι οι πρώτες διατάξεις σχετικά με τη χρήση της βιντεοδιάσκεψης σε ποινικές υποθέσεις θεσπίστηκαν με τον νόμο για την καθημερινή ασφάλεια της 15ης Νοεμβρίου 2001 (loi relative à la sécurité quotidienne). Αρκετές μεταγενέστερες νομοθετικές πράξεις επέκτειναν το πεδίο εφαρμογής της χρήσης της βιντεοδιάσκεψης, ιδίως το διάταγμα αριθ. 2019-222 της 23ης Μαρτίου 2019 σχετικά με τον προγραμματισμό και τη μεταρρύθμιση του συστήματος δικαιοσύνης για την περίοδο 2018-2022.

Ενώ αρχικά η βιντεοδιάσκεψη περιοριζόταν σε ορισμένες διαδικασίες ανάκρισης και εξέτασης, η χρήση της είναι πλέον δυνατή υπό ορισμένες προϋποθέσεις σε όλα τα στάδια της ποινικής διαδικασίας, από την ανάκριση έως την εκτέλεση των ποινών.

Εάν το πρόσωπο που παρίσταται μέσω βιντεοδιάσκεψης επικουρείται από δικηγόρο, ο δικηγόρος μπορεί να παρευρίσκεται με τον δικαστή του αρμόδιου δικαστηρίου ή της αρμόδιας επιτροπής ή με το ενδιαφερόμενο πρόσωπο [άρθρο 706-71 παράγραφος 6 του κώδικα ποινικής δικονομίας (Code de Procédure Pénale)].

Στην πρώτη περίπτωση, ο ενδιαφερόμενος πρέπει να είναι σε θέση να συνομιλεί με τον δικηγόρο εμπιστευτικά με τη χρήση οπτικοακουστικών μέσων επικοινωνίας.

Στη δεύτερη περίπτωση, στον χώρο κράτησης το εν λόγω πρόσωπο πρέπει να έχει στη διάθεσή του αντίγραφο του συνόλου των εγγράφων της δικογραφίας εκτός εάν έχει ήδη δοθεί αντίγραφο της δικογραφίας στον δικηγόρο.

β)Πληροφορίες σχετικά με τις δικονομικές απαιτήσεις για τη χορήγηση συναίνεσης όσον αφορά τη χρήση της βιντεοδιάσκεψης ή άλλων τεχνολογιών εξ αποστάσεως επικοινωνίας κατά τη διάρκεια της ακρόασης.

Στο πλαίσιο της διεθνούς συνεργασίας, οι γαλλικές δικαστικές αρχές μπορούν να ζητήσουν τη χρήση βιντεοδιάσκεψης από αλλοδαπές δικαστικές αρχές και αντιστρόφως με σκοπό τη διοργάνωση ανάκρισης, ακρόασης ή κατ’ αντιπαράσταση εξέτασης μαρτύρων, πραγματογνωμόνων ή κατηγορουμένων κατά τα διάφορα στάδια της ποινικής διαδικασίας.

Όσον αφορά τη βιντεοδιάσκεψη απαιτείται η υποβολή αιτήματος για διεθνή δικαστική συνδρομή σε ποινικές υποθέσεις ή η έκδοση ευρωπαϊκής εντολής έρευνας (ΕΕΕ), εάν η διαδικασία διεξάγεται εντός Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ).

Αυτού του είδους το αίτημα για αμοιβαία δικαστική συνδρομή μπορεί να υποβληθεί δυνάμει διαφόρων νομικών πράξεων για τη δικαστική συνεργασία.

Η αρχή για τη χρήση της βιντεοδιάσκεψης πρέπει να προβλέπεται στον κώδικα ποινικής δικονομίας και να συνάδει με τις απαιτήσεις που καθορίζονται στις εφαρμοστέες συνήθεις νομικές πράξεις.

Ελλείψει τέτοιας πράξης, θα πρέπει να εφαρμόζεται το άρθρο 694-5 του κώδικα ποινικής δικονομίας, ιδίως όσον αφορά τη λήψη της συγκατάθεσης του προσώπου που διώκεται. Σ' αυτό το άρθρο προβλέπεται ότι η ανάκριση, η ακρόαση ή η κατ’ αντιπαράσταση εξέταση που διεξάγονται στο εξωτερικό κατόπιν αιτήματος των γαλλικών δικαστικών αρχών, πρέπει να διεξάγονται σύμφωνα με τις διατάξεις του κώδικα ποινικής δικονομίας, εκτός εάν δεν επιτρέπεται βάσει διατάξεων διεθνούς σύμβασης.

Η διεξαγωγή ανάκρισης ή κατ’ αντιπαράσταση εξέτασης ενός προσώπου που διώκεται είναι δυνατή μόνο με τη συγκατάθεσή του.

Επιπλέον, εάν υπάρχουν ειδικές δικονομικές απαιτήσεις για τη βιντεοδιάσκεψη σύμφωνα με τη γαλλική νομοθεσία, πρέπει να καθορίζονται στο αίτημα για αμοιβαία δικαστική συνδρομή, είτε αφορούν τη διαδικασία που πρόκειται να ακολουθηθεί πριν είτε τη διαδικασία που πρόκειται να ακολουθηθεί μετά τη βιντεοδιάσκεψη.

δ)Πληροφορίες σχετικά με τον τρόπο με τον οποίο διασφαλίζεται το δικηγορικό απόρρητο πριν από την ακρόαση μέσω βιντεοδιάσκεψης και κατά τη διάρκεια αυτής

Εάν το πρόσωπο που παρίσταται μέσω βιντεοδιάσκεψης εκπροσωπείται από δικηγόρο, ο δικηγόρος μπορεί να παρευρίσκεται με τον δικαστή του αρμόδιου δικαστηρίου ή της αρμόδιας επιτροπής ή με το ενδιαφερόμενο πρόσωπο (άρθρο 706-71 παράγραφος 6 του κώδικα ποινικής δικονομίας).

Στην πρώτη περίπτωση, ο ενδιαφερόμενος πρέπει να είναι σε θέση να συνομιλεί με τον δικηγόρο εμπιστευτικά με τη χρήση οπτικοακουστικών μέσων επικοινωνίας.

Στη δεύτερη περίπτωση, στον χώρο κράτησης το εν λόγω πρόσωπο πρέπει να έχει στη διάθεσή του αντίγραφο του συνόλου των εγγράφων της δικογραφίας εκτός εάν έχει ήδη δοθεί αντίγραφο της δικογραφίας στον δικηγόρο.

ε) — Πληροφορίες σχετικά με τον τρόπο με τον οποίο οι ασκούντες τη γονική μέριμνα ή άλλοι κατάλληλοι ενήλικες ενημερώνονται για την ακρόαση ενός ανηλίκου μέσω βιντεοδιάσκεψης ή άλλης τεχνολογίας εξ αποστάσεως επικοινωνίας — με ποιον τρόπο λαμβάνεται υπόψη το υπέρτατο συμφέρον του ανηλίκου;

Στα άρθρα L.311-1 επ. του κώδικα ποινικού δικαίου ανηλίκων (Code de la justice pénale des mineurs) προβλέπεται ότι ο ανήλικος που είναι ύποπτος ή κατηγορείται για διάπραξη παράβασης έχει δικαίωμα να συνοδεύεται από τους ασκούντες τη γονική μέριμνα κατά τη διάρκεια των ακροάσεων ή των ανακρίσεων, εάν η αρχή που διεξάγει τη διαδικασία θεωρεί ότι είναι προς το υπέρτατο συμφέρον του ανηλίκου να συνοδεύεται από τα παραπάνω πρόσωπα και ότι η παρουσία τους δεν αποβαίνει σε βάρος της διαδικασίας. Αυτές οι διατάξεις ισχύουν για την εξέταση του ανηλίκου κατά το στάδιο της ανάκρισης.

Στην εγκύκλιο της 27ης Μαΐου 2019 στην οποία παρουσιάζονται οι διατάξεις του νόμου αριθ. 2019-222 της 23ης Μαρτίου 2019 σχετικά με τον προγραμματισμό και τη μεταρρύθμιση του συστήματος δικαιοσύνης για την περίοδο 2018-2022 και οι διατάξεις του διατάγματος αριθ. 2019-507 της 24ης Μαΐου 2019 σχετικά με την ποινική διαδικασία που ισχύει για τους ανηλίκους επισημαίνεται ότι, σε αντίθεση με ό,τι προβλέπεται για τις ακροάσεις ενώπιον δικαστηρίου, το συγκεκριμένο δικαίωμα συνοδείας των ανηλίκων εναπόκειται στην αποκλειστική διακριτική ευχέρεια της αρχής που διεξάγει την ακρόαση ή την ανάκριση, δηλαδή στον ανακριτή ή στον δικαστή.

Στο άρθρο L.311-1 του κώδικα ποινικού δικαίου ανηλίκων προβλέπεται, επομένως, ότι «οι νόμιμοι εκπρόσωποι πρέπει να ενημερώνονται από την εισαγγελική αρχή ή, ανάλογα με την περίπτωση, από το δικαστήριο που διενεργεί την ανάκριση ή το δικαστήριο που δικάζει για τις αποφάσεις που λαμβάνονται όσον αφορά τον ανήλικο.

Αυτές οι πληροφορίες πρέπει να παρέχονται με κάθε μέσο, εκτός εάν υφίστανται άλλες αντίθετες διατάξεις.
Ο ανήλικος έχει δικαίωμα να συνοδεύεται από τους νόμιμους εκπροσώπους του:

1 — σε κάθε ακρόαση που διεξάγεται στο πλαίσιο της διαδικασίας·

2 — κατά τη διάρκεια ακροάσεων ή ανακρίσεων, εάν η αρχή που διεξάγει την πράξη θεωρεί ότι είναι προς το υπέρτατο συμφέρον του παιδιού να συνοδεύεται και ότι η παρουσία αυτών των προσώπων δεν αποβαίνει σε βάρος της διαδικασίας· κατά τη διάρκεια της έρευνας, η ακρόαση ή η ανάκριση του ανηλίκου μπορεί να ξεκινήσει ενώ απουσιάζουν αυτά τα πρόσωπα για διάστημα δύο ωρών μετά την ώρα κατά την οποία κλητεύθηκαν να εμφανιστούν.

Οι νόμιμοι εκπρόσωποι του ανηλίκου πρέπει να κλητεύονται σε όλες τις ακροάσεις του ανηλίκου ενώπιον του δικαστηρίου και, εάν είναι απαραίτητο, κατά τη διεξαγωγή των εξετάσεων και των ανακρίσεων του ανηλίκου.

Όταν δεν είναι δυνατή η ενημέρωση των νόμιμων εκπροσώπων του ανηλίκου ή δεν κρίνεται σκόπιμο να τον συνοδεύσουν τα συγκεκριμένα πρόσωπα, η ενημέρωση που αναφέρεται στις παραπάνω παραγράφους πρέπει να κοινοποιείται σε κατάλληλο ενήλικα ο οποίος πρέπει να συνοδεύει τον ανήλικο, στις περιπτώσεις και σύμφωνα με τις διαδικασίες που προβλέπονται στον παρόντα κώδικα».

Επιπλέον, στο άρθρο L.334-6 του κώδικα ποινικού δικαίου ανηλίκων ορίζεται ότι δεν είναι δυνατή η χρήση οπτικοακουστικών μέσων τηλεπικοινωνίας για τη λήψη απόφασης σχετικά την προσωρινή κράτηση ή την παράταση της προσωρινής κράτησης ανηλίκου, εκτός εάν είναι εμφανές ότι η μεταφορά του πρέπει να αποφευχθεί διότι τίθεται σε σοβαρό κίνδυνο η δημόσια τάξη ή υπάρχει κίνδυνος απόδρασης.

στ) — Πληροφορίες σχετικά με τη δυνατότητα καταγραφής ακροάσεων σύμφωνα με τις διατάξεις της εθνικής νομοθεσίας και σχετικά με την αποθήκευση και τη διάδοση των ακροάσεων που καταγράφονται· πληροφορίες σχετικά με την πιθανή χρήση των τεχνολογιών αναγνώρισης φωνής και την αυτόματη μεταγραφή

  1. 1. Καταγραφή εξέτασης κατά τη διάρκεια της ανάκρισης:

1.1. Καταγραφή εξέτασης ανηλίκων

Όταν ένας ανήλικος εξετάζεται ως μάρτυρας ή ως κατηγορούμενος χωρίς, ωστόσο, να κρατείται, καμία διάταξη δεν απαιτεί την οπτικοακουστική καταγραφή της εξέτασης.

  • Ανακρίσεις ανήλικων παραβατών

Ωστόσο, εάν ο ανήλικος κρατείται, στο άρθρο L.413-12 του κώδικα ποινικού δικαίου ανηλίκων ορίζεται ότι είναι απαραίτητη η οπτικοακουστική καταγραφή των ανακρίσεων του ανηλίκου που βρίσκεται σε αστυνομική ή προσωρινή κράτηση.

Σύμφωνα με το άρθρο L.413-7 του κώδικα ποινικού δικαίου ανηλίκων, οι νόμιμοι εκπρόσωποι του ανηλίκου πρέπει να ενημερώνονται για την κράτησή του, ωστόσο δεν ζητείται η συγκατάθεσή τους για την οπτικοακουστική καταγραφή της ανάκρισής του. Ομοίως, ο ανήλικος δεν έχει δικαίωμα να αρνηθεί τη βιντεοσκόπηση κατά τη διάρκεια της ανάκρισης.

Επιπλέον, στο άρθρο L.413-7 παράγραφος 2 του κώδικα ποινικού δικαίου ανηλίκων ορίζεται ότι είναι δυνατή η παρέκκλιση από την υποχρέωση ενημέρωσης των νόμιμων εκπροσώπων ή του κατάλληλου ενήλικα για την κράτηση του ανηλίκου μόνο για να καταστεί δυνατή η συγκέντρωση ή η διατήρηση αποδεικτικών στοιχείων ή για να αποτραπεί σοβαρός κίνδυνος για τη ζωή, την ελευθερία ή τη σωματική ακεραιότητα ενός προσώπου κατόπιν απόφασης του εισαγγελέα ή του ανακριτή που λαμβάνεται υπό το πρίσμα των περιστάσεων της υπόθεσης και για τη διάρκεια που ορίζει ο δικαστής, η οποία δεν μπορεί να υπερβαίνει τις είκοσι τέσσερις ώρες ή τις δώδεκα ώρες, σε περίπτωση που δεν είναι δυνατή η παράταση της κράτησης.

Προβλέπεται εξαίρεση όσον αφορά την οπτικοακουστική καταγραφή της ανάκρισης του ανηλίκου μόνον όταν η πραγματοποίηση της καταγραφής είναι τεχνικώς αδύνατη, οπότε οι ανακριτικές υπηρεσίες πρέπει να ενημερώσουν αμέσως τον εισαγγελέα ή τον ανακριτή και να αναφέρουν το γεγονός στην έκθεση της ανάκρισης, καθώς και τη φύση της αδυναμίας.

Ελλείψει καταγραφής, είτε η συγκεκριμένη αδυναμία καταγραφής έχει καταχωριστεί στην επίσημη έκθεση και έχει γνωστοποιηθεί στον αρμόδιο δικαστή είτε όχι, δεν μπορεί να εκδοθεί καταδικαστική απόφαση με βάση αποκλειστικά τις δηλώσεις του ανηλίκου, εφόσον αυτές αμφισβητούνται.

Κατά τη δικαστική διαδικασία υπάρχει δυνατότητα πρόσβασης στην καταγραφή μόνο σε περίπτωση αμφισβήτησης του περιεχομένου της έκθεσης ανάκρισης, με απόφαση του ανακριτή, του δικαστή ανηλίκων ή του αρμόδιου δικαστηρίου, κατόπιν αιτήματος του εισαγγελέα ή ενός από τους διαδίκους.

Η διανομή της αρχικής καταγραφής ή αντιγράφου αυτής από οποιοδήποτε πρόσωπο τιμωρείται με φυλάκιση ενός έτους και με χρηματική ποινή ύψους 15 000 ευρώ (άρθρο LL.413-14 του κώδικα ποινικού δικαίου ανηλίκων).

Πέντε έτη μετά την παύση της ποινικής δίωξης, η αρχική καταγραφή και το αντίγραφό της πρέπει να καταστραφούν εντός ενός μήνα (άρθρο L.413-15 του κώδικα ποινικού δικαίου ανηλίκων).

  • Ακρόαση ανηλίκων που είναι θύματα

Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 706-52 του κώδικα ποινικής δικονομίας απαιτείται η οπτικοακουστική καταγραφή της ακρόασης ανηλίκου που υπήρξε θύμα μιας από τις αξιόποινες πράξεις που αναφέρονται στο άρθρο 706-47 του εν λόγω κώδικα, το οποίο περιλαμβάνει κυρίως εγκλήματα κατά της γενετήσιας ελευθερίας (βιασμός, σεξουαλική επίθεση, σεξουαλική κακοποίηση και μαστροπεία). Είναι επίσης δυνατή η οπτικοακουστική καταγραφή της ακρόασης ανήλικου που είναι θύμα σε σχέση με τα αδικήματα που προβλέπονται στα άρθρα 222-33-2-2 (ψυχολογική παρενόχληση) και 222-33-2-3 (σχολικός εκφοβισμός) του ποινικού κώδικα.

Το άρθρο 706-52 του κώδικα ποινικής δικονομίας τροποποιήθηκε με τον νόμο αριθ. 2007-291 της 5ης Μαρτίου 2007, ώστε να προβλέπεται η συστηματική καταγραφή των εν λόγω ακροάσεων, χωρίς να απαιτείται η συγκατάθεση του ανηλίκου ή των εκπροσώπων του.

Επιπρόσθετα, δεν υφίσταται πλέον καμία διάταξη με την οποία προβλέπεται ότι η εν λόγω καταγραφή θα είναι μόνο ηχητική κατόπιν αιτήματος του ανηλίκου ή του νόμιμου εκπροσώπου. Στο εξής, μόνον ο εισαγγελέας ή ο ανακριτής μπορεί να αποφασίσει ότι η καταγραφή της διαδικασίας θα είναι ηχητική και μόνον εάν δικαιολογείται από τα συμφέροντα του ανηλίκου (άρθρο 706-52 παράγραφος 2).

Επομένως, η μη καταγραφή της ακρόασης ανήλικου θύματος μπορεί να δικαιολογηθεί μόνο σε περίπτωση τεχνικής δυσλειτουργίας του εξοπλισμού. Αυτή η δυσλειτουργία ρυθμίζεται αυστηρά από τον νόμο, ενώ βάσει του άρθρου 706-52 του κώδικα ποινικής δικονομίας οι ανακριτικές υπηρεσίες οφείλουν να ενημερώνουν αμέσως τον εισαγγελέα ή τον ανακριτή και να συντάσσουν έκθεση σχετικά με τη φύση της δυσλειτουργίας.

Είναι απαραίτητη η δημιουργία αντιγράφου της καταγραφής ώστε να διευκολύνεται η μετέπειτα πρόσβαση σ' αυτό κατά τη διάρκεια της διαδικασίας. Αυτό το αντίγραφο πρέπει να περιλαμβάνεται στη δικογραφία. Η αρχική καταγραφή σφραγίζεται.

Κατόπιν απόφασης του ανακριτή, κατά τη διάρκεια της διαδικασίας μπορεί να γίνει προβολή ή ακρόαση της καταγραφής. Οι διάδικοι, οι δικηγόροι ή οι πραγματογνώμονες μπορούν, ωστόσο, να δουν ή να ακούσουν το αντίγραφο της καταγραφής, παρουσία του ανακριτή ή του γραμματέα του δικαστηρίου.

Η διάδοση της αρχικής καταγραφής ή αντιγράφου αυτής από οποιοδήποτε πρόσωπο τιμωρείται με φυλάκιση ενός έτους και χρηματική ποινή ύψους 15 000 ευρώ.

Πέντε έτη μετά την παύση της ποινικής δίωξης, η αρχική καταγραφή και το αντίγραφό της πρέπει να καταστραφούν εντός ενός μήνα.

1.2. Υποχρεωτική οπτικοακουστική καταγραφή των ακροάσεων των προσώπων που κρατούνται για ποινικά αδικήματα

Σύμφωνα με το άρθρο 64-1 του κώδικα ποινικής δικονομίας, είναι απαραίτητη η οπτικοακουστική καταγραφή των ακροάσεων των προσώπων που κρατούνται για ποινικό αδίκημα στα κτίρια των υπηρεσιών ή των μονάδων της αστυνομίας ή της χωροφυλακής που ασκεί καθήκοντα δικαστικής αστυνομίας. Αυτή η καταγραφή μπορεί να χρησιμοποιηθεί μόνο σε περίπτωση διαφωνίας σχετικά με το περιεχόμενο της έκθεσης της ακρόασης. Εάν ο αριθμός των προσώπων που κρατούνται στο ίδιο τμήμα, τα οποία πρέπει να εξεταστούν ταυτόχρονα, καθιστά αδύνατη την καταγραφή των αντίστοιχων ακροάσεων, ο εισαγγελέας πρέπει να ενημερωθεί αμελλητί για την κατάσταση και, με γραπτή απόφαση που θα περιληφθεί στη δικογραφία, πρέπει να ορίσει ονομαστικά το πρόσωπο ή τα πρόσωπα των οποίων οι ακροάσεις δεν θα καταγραφούν, τηρουμένων των απαιτήσεων της έρευνας. Εάν είναι τεχνικά αδύνατη η καταγραφή της ακρόασης, ο αξιωματικός της δικαστικής αστυνομίας ενημερώνει αμέσως τον εισαγγελέα και αναφέρει στην έκθεση τη φύση της τεχνικής βλάβης που εμποδίζει την καταγραφή.

  1. 2. Κατά τη διάρκεια της ανάκρισης

Σύμφωνα με τα άρθρα 706-71 και R.53-33 επ. του κώδικα ποινικής δικονομίας, εφόσον αυτό δικαιολογείται από τις απαιτήσεις της ανάκρισης, η ακρόαση, η ανάκριση ή η κατ’ αντιπαράσταση εξέταση μπορούν να πραγματοποιούνται σε διάφορες τοποθεσίες στη Γαλλία, οι οποίες συνδέονται με τη χρήση μέσων τηλεπικοινωνίας τα οποία διασφαλίζουν την εμπιστευτικότητα κατά τη διαβίβαση πληροφοριών.

Στη συνέχεια, συντάσσονται εκθέσεις σχετικά με τις αναληφθείσες ενέργειες σε κάθε τοποθεσία. Σ' αυτήν την περίπτωση, η διαδικασία έχει ως εξής: — υποβολή αιτήματος προς την εισαγγελική αρχή για διατύπωση γνώμης· κατά περίπτωση, κλήτευση ειδικευμένου προσώπου το οποίο δεσμεύεται από το επαγγελματικό απόρρητο· σφράγιση της αρχικής καταγραφής μετά την αναπαραγωγή αντιγράφου· προσθήκη του αντιγράφου στη δικογραφία. Πρέπει να συντάσσεται έκθεση σχετικά με τις αναληφθείσες ενέργειες. Αυτές οι διατάξεις εφαρμόζονται και κατά την κράτηση του προσώπου.

Το άρθρο 706-71 του κώδικα ποινικής δικονομίας προβλέπει ότι, σ' αυτές τις περιπτώσεις, ο δικηγόρος μπορεί να παρευρίσκεται είτε στην αίθουσα του δικαστηρίου είτε με τον πελάτη του. Στην πρώτη περίπτωση, ο δικηγόρος πρέπει να είναι σε θέση να συνομιλεί με τον πελάτη του εμπιστευτικά, με τη χρήση των παρεχόμενων μέσων τηλεπικοινωνίας. Στη δεύτερη περίπτωση, στις εγκαταστάσεις κράτησης πρέπει να υπάρχει διαθέσιμο πλήρες αντίγραφο της δικογραφίας. Μολονότι βάσει της διατύπωσης του άρθρου 706-71 του κώδικα ποινικής δικονομίας η εφαρμογή των εν λόγω διατάξεων περιορίζεται στην ακρόαση ή την ανάκριση του κρατουμένου, θα πρέπει να θεωρηθεί ότι ο δικηγόρος ενός προσώπου που δεν τελεί υπό κράτηση και εξετάζεται εξ αποστάσεως μπορεί επίσης να παρευρίσκεται είτε στα ανακριτικά τμήματα είτε με τον πελάτη του.

  • Οπτικοακουστική καταγραφή εξέτασης στο πλαίσιο ανάκρισης:

Πρέπει να γίνεται οπτικοακουστική καταγραφή της εξέτασης των προσώπων που ανακρίνονται, συμπεριλαμβανομένης της πρώτης κατάθεσης και της κατ’ αντιπαράσταση εξέτασης (άρθρο 116-1 του κώδικα ποινικής δικονομίας):

— υπό την προϋπόθεση ότι η εξέταση διεξάγεται στο γραφείο του ανακριτή·

— και αφορά εικαζόμενες αξιόποινες πράξεις. Ο αποκλεισμός των καταγραφών όσον αφορά τα αδικήματα του άρθρου 706-73 του κώδικα ποινικής δικονομίας ή τα αδικήματα που προβλέπονται στους τίτλους I και II του βιβλίου IV του ποινικού κώδικα (απειλές που θίγουν τα θεμελιώδη συμφέροντα του κράτους — τρομοκρατία) κηρύχθηκε αντισυνταγματική με απόφαση του Συνταγματικού Δικαστηρίου, της 6ης Απριλίου 2012, κατόπιν υποβολής προκριματικού ζητήματος.

Αυτή η αντισυνταγματικότητα ισχύει μόνο για τις ανακρίσεις που διεξήχθησαν μετά την 6η Απριλίου 2012 (απόφαση ποινικού τμήματος της 10ης Μαΐου 2012).

Ο νόμος εισήγαγε δύο εξαιρέσεις στην υποχρέωση καταγραφής:

— όταν ο αριθμός των προσώπων που βρίσκονται υπό ανάκριση και πρέπει να εξεταστούν ταυτόχρονα, στο πλαίσιο της ίδιας ή χωριστής διαδικασίας, καθιστά αδύνατη την πραγματοποίηση πλήρους σειράς καταγραφών. Σ' αυτήν την περίπτωση, ο ανακριτής πρέπει να ορίσει το πρόσωπο ή τα πρόσωπα των οποίων η ανάκριση δεν θα καταγραφεί, με γραπτή απόφαση που περιλαμβάνεται στη δικογραφία και λαμβανομένων υπόψη των απαιτήσεων της ανάκρισης·

— όταν η καταγραφή είναι τεχνικά αδύνατη, ο δικαστής πρέπει να το αναφέρει στην έκθεση ακρόασης, προσδιορίζοντας τη φύση του προβλήματος.

  • Πρόσβαση στην καταγραφή:

Η πρόσβαση στην καταγραφή υπόκειται σε αυστηρές προϋποθέσεις:

— μπορεί να πραγματοποιείται είτε κατά τη διάρκεια της ανάκρισης είτε ενώπιον του δικαστηρίου που εκδικάζει την υπόθεση· — αλλά μόνο σε περίπτωση που το πρόσωπο υπό ανάκριση ή ο κατηγορούμενος αμφισβητήσει το περιεχόμενο της έκθεσης ακρόασης·

— πραγματοποιείται κατόπιν αιτήματος είτε του εισαγγελέα είτε ενός εκ των διαδίκων και με απόφαση του ανακριτή ή του δικάζοντος δικαστηρίου.

Εάν το αίτημα υποβάλλεται από έναν από τους διαδίκους, πρέπει να υποβληθεί σύμφωνα με το άρθρο 82-1 του κώδικα ποινικής δικονομίας, και το δικαστήριο πρέπει να απαντήσει με αιτιολογημένη διάταξη εντός ενός μήνα από τη λήψη του αιτήματος.

  • Τι γίνεται με την καταγραφή:

Ο νόμος ορίζει ότι η καταγραφή πρέπει να καταστραφεί το αργότερο πέντε έτη και έναν μήνα μετά την παύση της ποινικής δίωξης.

Αυτές οι καταγραφές καταστρέφονται κατόπιν εντολής του εισαγγελέα (άρθρο D.32-2 του κώδικα ποινικής δικονομίας).

Η παράνομη διάδοση αυτής της καταγραφής συνιστά αδίκημα και τιμωρείται με φυλάκιση ενός έτους και χρηματική ποινή ύψους 15 000 EUR. Η αρχική καταγραφή πρέπει να πραγματοποιείται και να σφραγίζεται. Αντίγραφο αυτής της καταγραφής πρέπει να περιλαμβάνεται στη δικογραφία. Αυτό το αντίγραφο μπορεί να είναι το ίδιο για όλες τις καταγραφές που πραγματοποιούνται κατά τη διάρκεια της ανάκρισης (άρθρο D.32-2 του κώδικα ποινικής δικονομίας).

η) — Πληροφορίες σχετικά με τις τεχνολογίες βιντεοδιάσκεψης που είναι διαθέσιμες στο κράτος μέλος ή σχετικά με τις πλατφόρμες/λύσεις που χρησιμοποιούνται συνηθέστερα για τη βιντεοδιάσκεψη

— Οι υπηρεσίες επεξεργασίας δεδομένων σε πραγματικό χρόνο χρησιμοποιούν το σύστημα Cisco Webex Desk.

— Οι αίθουσες δικαστηρίων και οι διοικητικές υπηρεσίες έχουν εξοπλιστεί με το σύστημα Cisco Webex Room Kit.

— Οι αποκεντρωμένες υπηρεσίες των καταστημάτων κράτησης χρησιμοποιούν το σύστημα Cisco Webex Room Kit.

θ) — Πληροφορίες σχετικά με τις πρακτικές ρυθμίσεις για τη διοργάνωση και τη διεξαγωγή της ακρόασης. Ειδικότερα, με ποια αρχή θα πρέπει να υπάρξει επικοινωνία; Υπάρχουν συγκεκριμένες απαιτήσεις (π.χ. παροχή απαραίτητων πληροφοριών) για επικοινωνία με την εν λόγω αρχή;

Αυτά τα ζητήματα εξετάζονται στην απάντηση στην ερώτηση στ).

ιβ) – Δυνατότητα των υπόπτων, κατηγορουμένων, καταδικασθέντων ή άλλων ενδιαφερομένων προσώπων να θέτουν ερωτήσεις και να συμμετέχουν ενεργά

Σύμφωνα με το γαλλικό δίκαιο, το δικαίωμα υπεράσπισης παρέχει τη δυνατότητα στα πρόσωπα που κατηγορούνται για διάπραξη αδικήματος να συμμετέχουν ενεργά στη διαδικασία.

  • Κατά τη διάρκεια της κράτησης, οι ενήλικες και οι ανήλικοι που κατηγορούνται απολαύουν τα δικαιώματα που παρέχονται από το άρθρο 63 επ. του κώδικα ποινικής δικονομίας, το οποίο διαμορφώθηκε περαιτέρω με τους νόμους της 27ης Μαΐου 2014 και της 18ης Νοεμβρίου 2016 αντίστοιχα και περιλαμβάνει τα εξής:

— το δικαίωμα ενημέρωσης όσον αφορά τη φύση της ανάκρισης και, κατ’ επέκταση, σύμφωνα με το άρθρο 63-1 του κώδικα ποινικής δικονομίας, τον χαρακτηρισμό, την ημερομηνία και τον τόπο τέλεσης του αδικήματος, καθώς και όσον αφορά τους λόγους που αναφέρονται στο άρθρο 62-2 του κώδικα ποινικής δικονομίας·

— το δικαίωμα σιωπής·

— το δικαίωμα αρωγής από δικηγόρο, το οποίο ισχύει υποχρεωτικά για τους ανηλίκους (άρθρο L.413-9 του κώδικα ποινικού δικαίου ανηλίκων)·

— το δικαίωμα πρόσβασης σε ορισμένα έγγραφα της διαδικασίας (έκθεση ενημέρωσης για την κράτηση, ιατρικά πιστοποιητικά που συνέταξε ο ιατρός που εξέτασε τον ανήλικο, εκθέσεις των ακροάσεων του ανηλίκου)·

— σε περίπτωση απόλυσης από κράτηση, το δικαίωμα ενημέρωσης όσον αφορά τα δικαιώματα που προβλέπονται στο άρθρο 77-2 του κώδικα ποινικής δικονομίας.

Ο δικηγόρος μπορεί να παρίσταται στις ακροάσεις και στην κατ’ αντιπαράσταση εξέταση του κρατουμένου. Οι ακροάσεις και η κατ’ αντιπαράσταση εξέταση εξακολουθούν να διεξάγονται από ανακριτικούς υπαλλήλους και αξιωματούχους της δικαστικής αστυνομίας που έχουν τον αποκλειστικό έλεγχο της διαδικασίας. Ο δικηγόρος, ωστόσο, μπορεί να θέτει ερωτήσεις στον κρατούμενο μετά την ολοκλήρωση κάθε ακρόασης ή κατ’ αντιπαράσταση εξέτασης. Ο αξιωματικός της δικαστικής αστυνομίας μπορεί να μην επιτρέψει την υποβολή των ερωτήσεων κατ’ αυτόν τον τρόπο, εάν είναι πιθανό να παρεμποδίσουν την ορθή διεξαγωγή της ανάκρισης. Η άρνηση υποβολής των ερωτήσεων πρέπει να αναφέρεται στην έκθεση. Ο δικηγόρος μπορεί να διαβάσει την έκθεση ακρόασης και να υποβάλει γραπτές παρατηρήσεις στο τέλος κάθε ακρόασης ή κατ’ αντιπαράσταση εξέτασης, οι οποίες στη συνέχεια επισυνάπτονται στο πρακτικό της διαδικασίας.

Όποιος προσάγεται ενώπιον του εισαγγελέα ή, κατά περίπτωση, ενώπιον του αρμόδιου δικαστή για θέματα προσωρινής κράτησης ώστε να εξεταστεί η παράταση της διάρκειας της κράτησής του, πρέπει να ενημερώνεται για το δικαίωμα που διαθέτει για την υποβολή παρατηρήσεων στους εν λόγω λειτουργούς για την άρση του συγκεκριμένου μέτρου. Σε περίπτωση που ο κρατούμενος δεν προσάγεται ενώπιον του εισαγγελέα, μπορεί και πάλι να διατυπώνει τις παρατηρήσεις του προφορικά, οι οποίες καταγράφονται από τους ανακριτές σε έκθεση ακρόασης που κοινοποιείται στον δικαστή πριν αποφανθεί για την παράταση της κράτησης.

Σύμφωνα με το άρθρο 63-1 του κώδικα ποινικής δικονομίας, αυτό το δικαίωμα πρέπει να γνωστοποιείται σε όλα τα πρόσωπα αμέσως αφού τεθούν σε κράτηση, ταυτόχρονα με τις λοιπές πληροφορίες και τα λοιπά δικαιώματα. Η διατύπωση του δικαιώματος σιωπής προβλέπεται στο σημείο 3 του εν λόγω άρθρου, και συγκεκριμένα «το δικαίωμα [του κρατούμενου], κατά την ακρόαση, αφού δηλώσει τα στοιχεία της ταυτότητάς του, να προβεί σε δηλώσεις, να απαντήσει στις ερωτήσεις που του έχουν τεθεί ή να σιωπήσει».

  • Πρόσωπο υπό ανάκριση κατά το στάδιο της έρευνας

Ο ανακριτής, αφού λάβει παρατηρήσεις από τον δικηγόρο, ενημερώνει τον ενδιαφερόμενο: — είτε ότι δεν τελεί υπό ανάκριση, οπότε απολαύει τα δικαιώματα του επικουρούμενου μάρτυρα (άρθρο 116 παράγραφος 6 του κώδικα ποινικής δικονομίας)·

— είτε ότι τελεί υπό ανάκριση και, στην περίπτωση αυτή, ο ανακριτής προσδιορίζει τα πραγματικά περιστατικά και τους νομικούς χαρακτηρισμούς τους οποίους έχει επικαλεστεί, εάν είναι διαφορετικοί από αυτούς που κοινοποιήθηκαν αρχικά (άρθρο 116 παράγραφος 7 του κώδικα ποινικής δικονομίας)·

— στην τελευταία περίπτωση, ο ανακριτής πρέπει να ενημερώσει τον ενδιαφερόμενο όσον αφορά τα εξής: — το δικαίωμά του να ζητήσει τη διενέργεια διαδικαστικών πράξεων βάσει των άρθρων 81, 82-1, 82-2 και 156 του κώδικα ποινικής δικονομίας καθ’ όλη τη διάρκεια της ανάκρισης και το αργότερο, εάν έχει υποβάλει σχετικό αίτημα, εντός ενός έως τριών μηνών από την αποστολή ειδοποίησης για ολοκλήρωση της ανάκρισης που προβλέπεται στο άρθρο 175-1 του κώδικα ποινικής δικονομίας (άρθρο 116 παράγραφος 7 του κώδικα ποινικής δικονομίας),

— το δικαίωμά του να προσφύγει, εντός της ίδιας προθεσμίας, για την ακύρωση αποφάσεων βάσει του άρθρου 173 του κώδικα ποινικής δικονομίας, με την επιφύλαξη του άρθρου 173-1 του κώδικα ποινικής δικονομίας, στο οποίο προβλέπεται ότι οι ισχυρισμοί για την ακυρότητα των ανακριτικών πράξεων (της πρώτης κατάθεσης ενώπιον του ανακριτή και των λοιπών καταθέσεων) και των πράξεων που διενεργήθηκαν προγενέστερα πρέπει, επί ποινή ακυρότητας, να προβληθούν εντός έξι μηνών από την κοινοποίηση της απαγγελίας της κατηγορίας ή της ανακριτικής διαδικασίας (άρθρο 116 παράγραφος 7 του κώδικα ποινικής δικονομίας)·

— το χρονικό διάστημα που αναμένεται για την ολοκλήρωση της διαδικασίας, εάν είναι μικρότερο από ένα έτος σε περίπτωση πλημμελημάτων και δεκαοχτώ μήνες σε περίπτωση σοβαρών εγκλημάτων·

— το δικαίωμά του να αιτηθεί την περάτωση της ανάκρισης στο τέλος της προθεσμίας που υποδεικνύει ο δικαστής ή κατά τη λήξη της μέγιστης προθεσμίας που αναφέρεται παραπάνω, σύμφωνα με το άρθρο 175-1 του κώδικα ποινικής δικονομίας.

Ο κατηγορούμενος μπορεί επίσης να υποβάλει παρατηρήσεις όταν διατάσσεται πραγματογνωμοσύνη, καθώς και να ζητήσει από τον ανακριτή να του επιτρέψει να υποβάλει συμπληρωματικές ερωτήσεις. Κατά την κοινοποίηση της έκθεσης πραγματογνωμοσύνης, ο κατηγορούμενος έχει στη διάθεσή του τουλάχιστον δεκαπέντε ημέρες για να ζητήσει πρόσθετα αποδεικτικά στοιχεία από τον πραγματογνώμονα, μια δεύτερη γνώμη ή νέα πραγματογνωμοσύνη (άρθρο 167 παράγραφος 3 του κώδικα ποινικής δικονομίας).

4. Τέλη που επιβάλλονται σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις

Στο πλαίσιο της γαλλικής νομοθεσίας, με τον νόμο 77-1468 της 30ής Δεκεμβρίου 1977 θεσπίστηκεη αρχή βάσει της οποίας οι διαδικασίες ενώπιον των πολιτικών δικαστηρίων διεξάγονται χωρίς χρέωση.

Αυτή η αρχή, ωστόσο, έχει πολλές εξαιρέσεις υπό την έννοια ότι δεν καλύπτονται τα έξοδα των δικαστικών υπαλλήλων, των πραγματογνωμοσυνών και, γενικότερα, πολλές δαπάνες στις οποίες υποβάλλονται οι διάδικοι κατά την εξέλιξη της διαδικασίας.

Οι δαπάνες που πραγματοποιεί ένας διάδικος σε διαδικασίες αστικών ή εμπορικών υποθέσεων, οι οποίες διέπονται από τον τίτλο XVIII του βιβλίου I του κώδικα πολιτικής δικονομίας, κατανέμονται σε δύο ομάδες:

  • τα έξοδα που απαριθμούνται εξαντλητικά στο άρθρο 695 του κώδικα πολιτικής δικονομίας, τα οποία αφορούν τις αναγκαίες δαπάνες που πραγματοποιούνται σε συνάρτηση με τη διαδικασία και την έκβασή της και τα οποία, συνολικά, υπόκεινται σε τέλος το οποίο καθορίζεται είτε με νομοθετική ρύθμιση είτε με δικαστική απόφαση. Αυτά τα έξοδα μπορούν να αναζητηθούν από τον διάδικο που νίκησε σε βάρος του διαδίκου που ηττήθηκε ή σε βάρος του οποίου επιδικάστηκαν τα εν λόγω έξοδα από το δικαστήριο·
  • μη καλυπτόμενες δαπάνες οι οποίες αντιστοιχούν στις λοιπές δαπάνες της διαδικασίας και αποτελούν αντικείμενο αιτήματος συνολικής αποζημίωσης το οποίο το δικαστήριο έχει την ευχέρεια να εκτιμήσει ως προς τη βασιμότητα και το σχετικό ποσό, αφού λάβει υπόψη ζητήματα αμεροληψίας και την οικονομική κατάσταση του ηττηθέντος διαδίκου (άρθρο 700 του κώδικα πολιτικής δικονομίας). Αυτά τα έξοδα περιλαμβάνουν, μεταξύ άλλων, τις δικηγορικές αμοιβές.

Τα βασικά έξοδα που πρέπει να καταβάλλονται από τους διαδίκους σε διαδικασίες αστικών και εμπορικών υποθέσεων προσδιορίζονται σύμφωνα με τον κατάλογο που παρατίθεται στο άρθρο 695 του κώδικα πολιτικής δικονομίας:

1. Δασμοί, φόροι, τέλη ή αμοιβές εισπράττονται από γραμματείς δικαστηρίων ή φορολογικές αρχές, εξαιρουμένων των δασμών, των φόρων και των χρηματικών ποινών που ενδεχομένως οφείλονται επί εγγράφων και πράξεων που υποβάλλονται προς υποστήριξη των αξιώσεων των διαδίκων.

Στην πράξη, πρόκειται κυρίως για τέλη που εισπράττει το επαγγελματικό ταμείο αποζημίωσης δικηγόρων για παραστάσεις ενώπιον των εφετείων σε διαδικασίες προσφυγής στις οποίες είναι υποχρεωτική η εκπροσώπηση από δικηγόρο [άρθρο 1635 bis P του γενικού φορολογικού κώδικα (Code général des impôts)], τέλη που εισπράττουν οι γραμματείς των δικαστηρίων βάσει του διατάγματος 80-307 της 29ης Απριλίου 1980 ή τέλη καταχώρισης όσον αφορά τον πίνακα κατάταξης με τους όρους εκποίησης σε περίπτωση κατάσχεσης περιουσιακών στοιχείων.

2. Έξοδα μετάφρασης εγγράφων, εφόσον απαιτείται από τη νομοθεσία ή από διεθνή σύμβαση

Σε ορισμένες ευρωπαϊκές νομικές πράξεις που αναφέρονται στο παράρτημα Ι απαιτείται η επισύναψη των μεταφράσεων ορισμένων εγγράφων, όπως για παράδειγμα στον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1393/2007 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 13ης Νοεμβρίου 2007, περί επιδόσεως και κοινοποιήσεως στα κράτη μέλη δικαστικών και εξωδίκων πράξεων σε αστικές ή εμπορικές υποθέσεις, στο άρθρο 9 του οποίου προβλέπεται ότι ο αιτών επιβαρύνεται με τυχόν έξοδα μετάφρασης πριν από τη διαβίβαση της πράξης.

3. Αποζημίωση μαρτύρων

Πρόκειται για τις δαπάνες που προκύπτουν σε συνάρτηση με την έρευνα που διατάσσει το δικαστήριο δυνάμει των άρθρων 204 έως 231 του κώδικα πολιτικής δικονομίας. Περιλαμβάνουν αποζημίωση παρουσίας, οδοιπορικά και ημερήσια αποζημίωση σύμφωνα με τους όρους που καθορίζονται στα άρθρα 9 έως 13 του διατάγματος της 27ης Δεκεμβρίου 1920 περί αναθεώρησης των ποσών των οδοιπορικών των διαδίκων, των δικαστικών πραγματογνωμόνων, των θεματοφυλάκων εγγράφων και των μαρτύρων.

4. Αμοιβές ειδικών

Πρόκειται για τις δαπάνες που προκύπτουν σε συνάρτηση με τα μέτρα για την έρευνα που διατάσσει ο δικαστής δυνάμει των άρθρων 232 έως 284-1 του κώδικα πολιτικής δικονομίας, και ιδίως για τις πραγματογνωμοσύνες. Η αμοιβή των ειδικών πρέπει να προβλέπεται κατά τον χρόνο του διορισμού τους· το τελικό ποσό καθορίζεται από τον δικαστή μετά την εκτέλεση των καθηκόντων τους.

5. Πληρωμές βάσει τελών/αμοιβών

Πρόκειται για τις δαπάνες που οι δικηγόροι καταβάλλουν απευθείας σε τρίτους, καθώς και σε δημόσιους λειτουργούς και υπαλλήλους υπουργείων, για λογαριασμό των πελατών τους για παροχή υπηρεσιών που απαιτούνται από τη νομοθεσία, όπως για παράδειγμα έξοδα αντιγράφων δικαστικών αποφάσεων και συμβολαιογραφικών πράξεων, βεβαιώσεις σύστασης υποθηκών ή αμοιβές κλειθροποιών ή έξοδα σφράγισης εγγράφων που συνιστούν υποχρεωτικούς διαδικαστικούς κανόνες τους οποίους επιβάλλουν οι δικαστικοί επιμελητές.

6. Αμοιβές δημόσιων λειτουργών ή υπαλλήλων υπουργείων

Πρόκειται για τις αμοιβές που καταβάλλονται στους δικαστικούς επιμελητές δυνάμει του διατάγματος αριθ. 96-1080 της 12ης Δεκεμβρίου 1996 περί καθορισμού των αμοιβών των δικαστικών επιμελητών σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις, για τις υπηρεσίες τους ως δικαστικών επιμελητών σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις, ή δυνάμει του διατάγματος αριθ. 85-382 της 29ης Μαρτίου 1985 περί καθορισμού των αμοιβών των εκπλειστηριαστών, για τις υπηρεσίες τους ως δικαστικών εκπλειστηριαστών, ή για τα έξοδα των συμβολαιογράφων δυνάμει του διατάγματος αριθ. 78-262 της 8ης Μαρτίου 1978 για τον καθορισμό των αμοιβών των συμβολαιογράφων.

7. Η αποζημίωση των δικηγόρων στον βαθμό που ρυθμίζεται, συμπεριλαμβανομένου του δικαιώματος στην άμυνα

Σε αντίθεση με τις αμοιβές, οι οποίες καθορίζονται ελεύθερα από τον δικηγόρο σε συμφωνία με τον πελάτη του και δεν περιλαμβάνονται στις δικαστικές δαπάνες, η αποζημίωση των δικηγόρων ρυθμίζεται σε θέματα κατάσχεσης περιουσιακών στοιχείων, διανομής, πλειστηριασμού, σύστασης εμπράγματης ασφάλειας με δικαστική απόφαση και σύστασης υποθήκης με απόφαση δικαστηρίου (άρθρο R. 444-71 του εμπορικού κώδικα). Επιπλέον, περιλαμβάνει τις αμοιβές για παράσταση σε ακροαματική διαδικασία που επιβάλλονται δυνάμει των άρθρων R.652-26 επ. του κώδικα κοινωνικής ασφάλισης (Code de la sécurité sociale).

8. Δαπάνες για την επίδοση ή κοινοποίηση εγγράφου στο εξωτερικό

Πρόκειται για δαπάνες που προκύπτουν κατά την επίδοση ή κοινοποίηση εγγράφου στο εξωτερικό σύμφωνα με τα άρθρα 683 έως 688-8 του κώδικα πολιτικής δικονομίας, όταν η επίδοση ή κοινοποίηση εγγράφου (όπως για παράδειγμα κλητήριο θέσπισμα, απόφαση κ.λπ.) προβλέπεται σε μία από τις πράξεις του παραρτήματος Ι.

9. Έξοδα για υπηρεσίες διερμηνείας και μετάφρασης που καθίστανται αναγκαίες στο πλαίσιο της έρευνας που διεξάγεται στο εξωτερικό κατόπιν αιτήματος των δικαστηρίων σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ) 2020/1783 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 25ης Νοεμβρίου 2020, για τη συνεργασία μεταξύ των δικαστηρίων των κρατών μελών κατά τη διεξαγωγή αποδείξεων σε αστικές ή εμπορικές υποθέσεις (διεξαγωγή αποδείξεων) (αναδιατύπωση)

10. Έρευνες από κοινωνικές υπηρεσίες που διατάσσονται δυνάμει των άρθρων 1072, 1171 και 1221 του κώδικα πολιτικής δικονομίας

Πρόκειται για έξοδα που σχετίζονται με έρευνες από κοινωνικές υπηρεσίες που διατάσσει το δικαστήριο για οικογενειακές υποθέσεις (άρθρο 1072 του κώδικα πολιτικής δικονομίας), υποθέσεις υιοθεσίας (άρθρο 1171 του κώδικα πολιτικής δικονομίας) ή στο πλαίσιο διαδικασίας ενώπιον του δικαστηρίου που είναι αρμόδιο για θέματα κηδεμονίας/επιτροπείας (άρθρο 1221 του κώδικα πολιτικής δικονομίας).

11. Αμοιβή του προσώπου που διορίζεται από το δικαστήριο για την ακρόαση ανηλίκου, σύμφωνα με το άρθρο 388-1 του αστικού κώδικα

Πρόκειται για υποθέσεις στις οποίες ο δικαστής διορίζει ένα πρόσωπο για την ακρόαση ανηλίκου με δυνατότητα λήψης αποφάσεων, σύμφωνα με το άρθρο 388-1 του αστικού κώδικα.

12. Αμοιβή και έξοδα σχετικά με τη λήψη μέτρων, τη διενέργεια ερευνών και ιατρικών εξετάσεων που απαιτούνται βάσει του άρθρου 1210-8

Πρόκειται για περιπτώσεις στις οποίες ο εισαγγελέας έχει ζητήσει τη λήψη μέτρων, τη διενέργεια ερευνών ή εξετάσεων δυνάμει του άρθρου 1210-8 του κώδικα πολιτικής δικονομίας περί καθορισμού των ρυθμίσεων για την εκτέλεση της απόφασης επιστροφής παιδιού το οποίο έχει υπάρξει θύμα παράνομης μετακίνησης σε άλλη χώρα.

Όσον αφορά την καταχώριση αποφάσεων σχετικών με διαδικασίες αφερεγγυότητας στο μητρώο εμπορίου και εταιρειών (Registre du commerce et des sociétés), εκτός από την περίπτωση των καταχωρίσεων που πραγματοποιούνται αυτεπαγγέλτως και προβλέπονται στο άρθρο R.123-22 του εμπορικού κώδικα, τα τέλη καθορίζονται με την απόφαση της 9ης Νοεμβρίου 2017 περί καθορισμού του ύψους των τελών που οφείλονται έναντι των υπηρεσιών που παρέχονται από τη διεύθυνση νομικών και διοικητικών πληροφοριών και αφορούν τις προαιρετικές καταχωρίσεις που προβλέπονται στα άρθρα 28 και 29 του κανονισμού (ΕΕ) 2015/848 της 20ής Μαΐου 2015.

5. Μέθοδοι ηλεκτρονικής πληρωμής

Για να προσδιοριστούν αυτά τα συστήματα απαιτείται η οριστικοποίηση της ανάλυσης των επιπτώσεων που θα είχε η εφαρμογή του άρθρου 9 του κανονισμού.

6. Κοινοποίηση σχετικά με την πρώιμη χρήση του αποκεντρωμένου συστήματος ΤΠ

Η Γαλλία συμμετέχει σε όλες τις επιτροπές επιτροπολογίας που διοργανώνει η Ευρωπαϊκή Επιτροπή για το συγκεκριμένο θέμα. Μέτρα εσωτερικής διακυβέρνησης τίθενται σε εφαρμογή για να διασφαλιστεί η ορθή ανάπτυξη του εργαλείου eEDES και η εφαρμογή του από όλους τους αρμόδιους υπαλλήλους της δικαιοσύνης. Οι δύο πρώτες περιπτώσεις χρήσης, Επίδοση ή κοινοποίηση εγγράφων και Διεξαγωγή αποδείξεων, εφαρμόζονται επί του παρόντος από τις ενδιαφερόμενες ομάδες επαγγελματιών και τεχνικών.

7. Κοινοποίηση σχετικά με την πρώιμη χρήση βιντεοδιάσκεψης σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις

Το Υπουργείο συγκρότησε μια πιλοτική ομάδα εργασίας σχετικά με την τήρηση των διατάξεων του κανονισμού ψηφιοποίησης όσον αφορά τη χρήση της βιντεοδιάσκεψης σε διασυνοριακές διαδικασίες. Σ' αυτό το πλαίσιο, εξετάζονται οι τεχνικές, νομικές και δικονομικές επιπτώσεις του άρθρου 5 και καθορίζονται τα μέτρα που πρέπει να ληφθούν για την εφαρμογή των διατάξεων του κανονισμού πριν από την καθορισμένη ημερομηνία, δηλαδή πριν από την 1η Μαΐου 2025.

8. Κοινοποίηση σχετικά με την πρώιμη χρήση βιντεοδιάσκεψης σε ποινικές υποθέσεις

Το Υπουργείο συγκρότησε μια πιλοτική ομάδα εργασίας σχετικά με την τήρηση των διατάξεων του κανονισμού ψηφιοποίησης όσον αφορά τη χρήση της βιντεοδιάσκεψης σε διασυνοριακές διαδικασίες. Σ' αυτό το πλαίσιο, εξετάζονται οι τεχνικές, νομικές και δικονομικές επιπτώσεις του άρθρου 6 και καθορίζονται τα μέτρα που πρέπει να ληφθούν για την εφαρμογή των διατάξεων του κανονισμού πριν από την καθορισμένη ημερομηνία, δηλαδή πριν από την 1η Μαΐου 2025.

Σε αυτή τη σελίδα αναφέρετε τυχόν τεχνικό πρόβλημα/πρόβλημα περιεχομένου ή διατυπώστε σχόλια