Γενική περιγραφή
Η Κρατική Σχολή Δικαστικών Λειτουργών (στο εξής: Κρατική Σχολή) είναι μια οργανωτική μονάδα της Δικαστικής Ακαδημίας και είναι υπεύθυνη για την αρχική κατάρτιση των δικαστών και των εισαγγελέων. Η Δικαστική Ακαδημία είναι δημόσιος φορέας που ιδρύθηκε το 2010 από το Υπουργείο Δικαιοσύνης και Διοίκησης και παρέχει τη συνεχή κατάρτιση των δικαστικών λειτουργών (δηλαδή των δικαστών και των εισαγγελέων) και των δικαστικών συμβούλων, την αρχική κατάρτιση των ασκούμενων δικαστών και των υποψηφίων για τη θέση μελλοντικού δικαστή και εισαγγελέα, καθώς και την επαγγελματική κατάρτιση των υπαλλήλων του δικαστικού σώματος και άλλων συμμετεχόντων στις διαδικασίες ενώπιον δικαστικών οργάνων (νόμος για τη Δικαστική Ακαδημία, Narodne novine, Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας της Κροατίας, αριθ. 54/2019).
Η αρχική κατάρτιση των δικαστών και των εισαγγελέων είναι υποχρεωτική και διαρκεί ένα έτος. Στη γενιά 2021-2022 αυτών που φοιτούν στην Κρατική Σχολή υπάρχουν 97 εγγεγραμμένοι σπουδαστές με καθεστώς δημόσιου υπαλλήλου που απασχολούνται ως σύμβουλοι σε δικαστικά όργανα. Η Κρατική Σχολή παρέχει την απόκτηση δεξιοτήτων και γνώσεων που είναι απαραίτητες για την αυτόνομη, υπεύθυνη, ανεξάρτητη και αμερόληπτη άσκηση των καθηκόντων των δικαστών των δημοτικών δικαστηρίων, των εμποροδικείων και των διοικητικών δικαστηρίων, καθώς και των καθηκόντων των αναπληρωτών δημοτικών εισαγγελέων.
Πρόσβαση στην αρχική κατάρτιση
Τα πρόσωπα που απασχολούνται σε μόνιμη θέση στη δημόσια διοίκηση και τοποθετούνται σε θέσεις δικαστικών συμβούλων υποχρεούνται να φοιτήσουν στην Κρατική Σχολή. Οι δικαστικοί σύμβουλοι απασχολούνται στη δημόσια διοίκηση βάσει των δημόσιων προκηρύξεων για τις θέσεις αυτές σύμφωνα με τον νόμο για τους δημόσιους υπαλλήλους (Narodne novine, Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας της Κροατίας, αριθ. 92/2005, 140/2005, 142/2006, 77/2007, 107/2007, 27/2008, 34/2011, 49/2011, 150/2011, 34/2012, 38/2013, 37/2013, 1/2015, 138/2015, 102/2015, 61/2017, 70/2019, 98/2019). Οι υποψήφιοι για τις θέσεις δικαστικών συμβούλων πρέπει να έχουν ολοκληρώσει πανεπιστημιακές σπουδές στον τομέα της νομικής και να έχουν επιτύχει στις εξετάσεις του δικηγορικού συλλόγου.
Η επιτροπή για την επεξεργασία της δημόσιας πρόσκλησης διορίζεται από τον προϊστάμενο του αρμόδιου δικαστικού οργάνου. Οι υποψήφιοι που πληρούν τις τυπικές προϋποθέσεις πρέπει να συμμετάσχουν σε γραπτή εξέταση και να παρουσιαστούν σε δομημένη συνέντευξη. Η γραπτή εξέταση συνίσταται στην αξιολόγηση των γνώσεων, των ικανοτήτων και των δεξιοτήτων των υποψηφίων. Οι καλύτεροι υποψήφιοι που υποβάλλουν αίτηση για τις θέσεις δικαστικού συμβούλου σε εισαγγελίες πρέπει να υποβληθούν σε έλεγχο ασφάλειας που διενεργείται από την Υπηρεσία Ασφάλειας και Πληροφοριών.
Μορφή και περιεχόμενο της αρχικής κατάρτισης
Η επαγγελματική κατάρτιση πραγματοποιείται κυρίως με την ενίσχυση των δεξιοτήτων και των πρακτικών γνώσεων που απαιτούνται για την εκτέλεση των καθηκόντων στα δικαστικά όργανα. Αποτελείται από εργαστήρια που διοργανώνονται από τη Δικαστική Ακαδημία και από την πρακτική εργασία στα δικαστικά όργανα και, εάν χρειαστεί, σε άλλους κρατικούς φορείς. Το θεωρητικό μέρος του προγράμματος κατάρτισης δικαστικών λειτουργών είναι το ίδιο για όλους τους σπουδαστές της Κρατικής Σχολής, ανεξάρτητα από τη θέση των υποψηφίων, οι οποίοι μπορεί να είναι μελλοντικοί δικαστές ή μελλοντικοί εισαγγελείς, και ανεξάρτητα από τον τομέα δικαίου με τον οποίο απασχολούνται στο δικαστικό όργανο στο οποίο εργάζονται. Το πρόγραμμα κατάρτισης δικαστικών λειτουργών εγκρίνεται από το διοικητικό συμβούλιο κατόπιν πρότασης του συμβουλίου προγράμματος της Δικαστικής Ακαδημίας. Κατά τη διάρκεια της πρακτικής τους κατάρτισης, οι σπουδαστές έχουν τους καθοδηγητές τους που παρακολουθούν την εργασία τους και τους προετοιμάζουν για την αυτόνομη, υπεύθυνη, ανεξάρτητη και αμερόληπτη άσκηση των δικαστικών καθηκόντων.
Κατά το ακαδημαϊκό έτος 2021/2022, έχουν διοργανωθεί συνολικά 23 μονοήμερα εργαστήρια για τους σπουδαστές της Κρατικής Σχολής Δικαστικών Λειτουργών, τα οποία περιλαμβάνουν το αστικό και το ποινικό δίκαιο, το διοικητικό δίκαιο, το δίκαιο της ΕΕ, τη δεοντολογία και τις δεξιότητες. Κατά κανόνα, τα εργαστήρια διοργανώνονται διά ζώσης και οι εκπαιδευτές είναι δικαστικοί λειτουργοί (δηλαδή δικαστές και εισαγγελείς), καθηγητές πανεπιστημίου ή άλλοι εμπειρογνώμονες.
Λαμβανομένου υπόψη του δικαίου της ΕΕ, δίνεται ιδιαίτερη προσοχή στην προδικαστική παραπομπή ενώπιον του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, στη διασυνοριακή συνεργασία και στην αναζήτηση νομολογίας στο CURIA. Η συμμετοχή στις δραστηριότητες του Ευρωπαϊκού Δικτύου Κατάρτισης Δικαστικών (ΕΔΚΔ), της Ακαδημίας Ευρωπαϊκού Δικαίου (ERA) και σε άλλες διεθνείς δραστηριότητες είναι προαιρετική, καθώς και η εκμάθηση ξένων γλωσσών.
Τερματισμός της διαδικασίας αρχικής κατάρτισης και απόκτησης προσόντων
Η τελική εξέταση διεξάγεται ενώπιον της επιτροπής για τη διεξαγωγή της τελικής εξέτασης στην Κρατική Σχολή Δικαστικών Λειτουργών (σύμφωνα με το διάταγμα για την τελική εξέταση στην Κρατική Σχολή Δικαστικών Λειτουργών, Narodne novine, Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας της Κροατίας, αριθ. 25/2020, 108/2020). Η επιτροπή για τη διεξαγωγή της τελικής εξέτασης αποτελείται από πέντε μέλη, δηλαδή δύο δικαστές του Ανώτατου Δικαστηρίου της Δημοκρατίας της Κροατίας, έναν δικαστή ανώτερου δικαστηρίου και δύο αναπληρωτές του γενικού εισαγγελέα. Η επιτροπή διορίζεται από το διοικητικό συμβούλιο της Δικαστικής Ακαδημίας.
Η τελική εξέταση συνίσταται σε ένα γραπτό και σε ένα προφορικό μέρος για την αξιολόγηση των πρακτικών γνώσεων και δεξιοτήτων που απαιτούνται για την εκτέλεση των δικαστικών καθηκόντων μέσω πρακτικών παραδειγμάτων και καταστάσεων προβλημάτων.
Η τελική εξέταση στην Κρατική Σχολή μπορεί επίσης να πραγματοποιηθεί από άτομα που δεν έχουν παρακολουθήσει την Κρατική Σχολή και τα οποία, μετά την επιτυχή συμμετοχή τους στις εξετάσεις του δικηγορικού συλλόγου, απέκτησαν επαγγελματική πείρα τουλάχιστον τεσσάρων ετών στον τομέα των νομικών υποθέσεων. Οι υποψήφιοι μπορούν να συμμετάσχουν στην τελική εξέταση δύο φορές και αυτοί που έχουν λάβει τουλάχιστον 225 βαθμούς θεωρείται ότι έχουν επιτύχει στην τελική εξέταση. Ο μεγαλύτερος αριθμός βαθμών που μπορεί να επιτευχθεί κατά την τελική εξέταση είναι 300.
Αφού επιτύχουν στις τελικές εξετάσεις, οι υποψήφιοι για τις θέσεις πρωτοβάθμιου δικαστή υποβάλλουν αίτηση για τις κενές θέσεις που ανακοινώνονται από το Κρατικό Δικαστικό Συμβούλιο, ενώ οι υποψήφιοι για τους αναπληρωτές δημοτικούς εισαγγελείς υποβάλλουν αίτηση για τις κενές θέσεις που ανακοινώθηκαν από το Εισαγγελικό Συμβούλιο. Οι υποψήφιοι μπορούν να συγκεντρώσουν 15 βαθμούς κατ’ ανώτατο όριο στη δομημένη συνέντευξη ενώπιον του Κρατικού Δικαστικού Συμβουλίου ή του Εισαγγελικού Συμβουλίου. Οι υποψήφιοι με τον μεγαλύτερο συνολικό αριθμό βαθμών αποστέλλονται από τα δύο συμβούλια, αντίστοιχα, για ψυχολογικές εξετάσεις και έλεγχο ασφάλειας από την Υπηρεσία Ασφάλειας και Πληροφοριών.
Οι υποψήφιοι για τις θέσεις πρωτοβάθμιου δικαστή διορίζονται στη συνέχεια από το Κρατικό Δικαστικό Συμβούλιο, ενώ οι υποψήφιοι για τις θέσεις αναπληρωτή δημοτικού εισαγγελέα διορίζονται από το Εισαγγελικό Συμβούλιο.